<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%83-%CE%B6%CE%B1%CF%86%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sun, 20 Nov 2022 15:24:54 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/05/%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b6%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85-3/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/05/%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b6%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85-3/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 27 May 2018 18:43:07 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΗΓΗΜΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=10218</guid>

					<description><![CDATA[Ο Λεύκιος Ζαφειρίου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1948 στη Λάρνακα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λευκωσίας. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα» (1975, 1977), «Σχεδόν μηδίζοντες» (1977), «Απομαγνητοφώνηση» (1978), «Ο μιγάδας άγγελος» (1980), το πεζογράφημα «Οι συμμορίτες» (1983) και τη μελέτη «Η νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία: γραμματολογικό σχεδίασμα» (1991). Επιμελήθηκε &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2018/05/%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b6%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85-3/"> <span class="screen-reader-text">ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Ο Λεύκιος Ζαφειρίου γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1948 στη Λάρνακα. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Εσπερινό Γυμνάσιο Λευκωσίας. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Ποιήματα» (1975, 1977), «Σχεδόν μηδίζοντες» (1977), «Απομαγνητοφώνηση» (1978), «Ο μιγάδας άγγελος» (1980), το πεζογράφημα «Οι συμμορίτες» (1983) και τη μελέτη «Η νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία: γραμματολογικό σχεδίασμα» (1991). Επιμελήθηκε την «Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης» (Αθήνα 1985). Ποιήματα, κείμενα και μελέτες για τη λογοτεχνία δημοσίευσε σε πολλά περιοδικά, συλλογικές εκδόσεις, πρακτικά συνεδρίων. Μετείχε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Σημείο» (Λευκωσία 1992-1999), καθώς και στην έκδοση των λογοτεχνικών περιοδικών «Ακτή» και «Ύλαντρον».<br />
</span>Ο Λεύκιος Ζαφειρίου έφυγε από τη ζωή στις 19/2/2022</p>
<h6><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:</strong></span></h6>
<p><strong>Ποίηση</strong></p>
<p>• Ποιήματα, Λευκωσία, Κούρος, Αθήνα 1975, Λευκωσία 1977<br />
• Σχεδόν μηδίζοντες, Τα Τετράδια του Ρήγα, Λευκωσία 1977 (Κρατικό Βραβείο Υπ. Παιδείας Κύπρου, 1981)<br />
• Απομαγνητοφώνηση, Λευκωσία, 1978<br />
• Ο μιγάδας άγγελος, Λευκωσία, 1980<br />
• Η θλίψη του απογεύματος, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2007 (Κρατικό Βραβείο Υπ. Παιδείας Κύπρου)<br />
• Ποιήματα 1964-2010, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2011.</p>
<p><strong>Πεζογραφία</strong></p>
<p>• Οι συμμορίτες, (νουβέλα, αφηγηματικό χρονικό), Ρόπτρο, Λευκωσία 1983, και Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2009 (Κρατικό Βραβείο Υπ. Παιδείας Κύπρου).<br />
• The Gangsters, 2005, Translated by Stathis Gauntlett : Delphicoracle Press: Sunbury, Australia.<br />
• Gangsterji , 2008. Translated by Jelena Isak Kres. Modrijan Publications: Ljubljana, Slovenia.<br />
• Με ευλάβεια και με λύπη (διηγήματα), Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013 (Κρατικό Βραβείο Υπ. Παιδείας Κύπρου).</p>
<p><strong>Μελέτες-Ανθολογίες</strong></p>
<p>• Ανθολογία Σύγχρονης Κυπριακής Ποίησης, (μαζί με τον Λουκά Αξελό), Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1985.<br />
• H νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία. Γραμματολογικό σχεδίασμα (μελέτη), Λευκωσία 1991.<br />
• Ανδρέας Κάλβος: Ελπίς πατρίδος (επανέκδοση άγνωστης ωδής του 1819), (περιοδικά Αντί και Πόρφυρας, 2003), ΟΕΛΜΕΚ – Σύνδεσμος Ελλήνων Κυπρίων Φιλολόγων (ΣΕΚΦ), Λευκωσία 2004.<br />
• Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου (1792-1869), Μεταίχμιο, Αθήνα 2006- (Βραβείο Δοκιμίου της Ακαδημίας Αθηνών-Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη).<br />
• Χρονολόγιο Διονύσιου Σολωμού, ΣΕΚΦ, Λευκωσία, 2007, 2008.<br />
• Κυπριακό Χρονολόγιο, 10.000 π.Χ.-2008 μ. Χ., Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, Λευκωσία 2008.<br />
• Ανδρέας Κάλβος: Αλληλογραφία τόμος Α’ (1813-1818) και τόμος Β’ (1819-1869), Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2014 (Επιμέλεια Δημήτρη Αρβανιτάκη και Λεύκιου Ζαφειρίου).<br />
• Παραλειπόμενα και συμπληρώματα στη βιογραφία του Ανδρέα Κάλβου, Εκδόσεις Εν Τύποις, Λευκωσία, 2018<br />
• «Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας» (τόμοι Α ́ και Β’), για το Λύκειο (Λευκωσία 2012 και 2015).</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0001.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17421" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0001.jpg" alt="" width="351" height="515" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0001.jpg 819w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0001-205x300.jpg 205w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0001-699x1024.jpg 699w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0001-768x1125.jpg 768w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0002.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17422" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0002.jpg" alt="" width="351" height="567" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0002.jpg 743w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0002-186x300.jpg 186w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0002-634x1024.jpg 634w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0003.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17423" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0003.jpg" alt="" width="351" height="585" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0003.jpg 720w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0003-180x300.jpg 180w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/05/Untitled.FR12-0003-614x1024.jpg 614w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1975)</span></strong></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΠΟΙΗΣΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση είναι ένας κήπος</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμάτος πουλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τραγουδάει τον έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον Μιχάλη την Άννα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποίηση είναι το σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> που χωράει μέσα όλο τον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα όταν η ελευθερία χάνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ποίηση γίνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπαθί και ντουφέκι.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> δώσε τους μια όποια σημασία</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μια δική σου τάξη μέσα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ελευθερία ελευθερία</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον φόνο φόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ενοχή ενοχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον τοίχο τ όνομά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα νύχια.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΛΛΑΔΑ 1973</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">του Τάσου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεσίστιες σημαίες στα μπαλκόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> απέραντη βουή στους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> σταματημένη. Κι η Ελλάδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τουριστικό κέντρο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κέντρο μετακομιστικού εμπορίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και διερχομένων μεγιστάνων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο Μακρυγιάννης</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τ’ Απομνημονεύματα στο χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιος τον ξέρει</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>1974 Μ.X.</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δίκτυον αποχετεύσεως</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακροπόλεως Μυκηνών –</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εγώ αποχετεύομαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ συνθλίβομαι στους υπονόμους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα χέρια μου οι κυβωτιόσχημοι λίθοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα συμπαγές σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αιωρούμαι πάνω απ’ τους προμαχώνες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι αγωγοί με παρασύρουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> επί των επάλξεων οι οφθαλμοί μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> εξορυγμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιθεωρούν τους πήλινους σωλήνας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αναστραμμένα Π</span><br />
<span style="color: #000000;"> φρεάτια ακάλυπτοι αύλακες</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα με παρασύρουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εκβάλλω χίλια κομμάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> λοξώς κάτω απ’ το βόρειο τείχος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δίκτυον αποχετεύσεως</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μυκηνών</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακροπόλεως</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζωή μου! ζωή μου!</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τόσο σε ξέφτυσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις φυλακές</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα γήπεδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζωή μου! ζωή μου!</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποχετεύομαι κι εκβάλλω</span><br />
<span style="color: #000000;"> βορείως!</span><br />
<span style="color: #000000;"> νοτίως!</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ όλες τις μπάντες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τούτης της πολιτείας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Συγχυσμένος συνθλίβομαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μεταξύ αποχετευτικού συστήματος</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αθηνών – Μυκηνών.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΝΕΦΕΛΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">I</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήσουν ένας άνθρωπος χωρίς ιστορία</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν πήρες μέρος σε καμιά εκστρατεία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε καμιάς μάχης τα πυρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν διασταυρώθηκε η ύπαρξή σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να ’χεις τίτλους μεταθανάτιους</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φτάνουν συγχαρητήρια τηλεγραφήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην παλιά σου διεύθυνση —</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλήθεια γιατί αλλάζεις συνέχεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> διευθύνσεις και δημιουργείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα μυστήριο γύρω απ’ το πρόσωπό σου –</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πρόσωπό σου δεν υπήρξε</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είχε ποτέ μια κάποια μορφή</span><br />
<span style="color: #000000;"> που να δικαιολογούσε την ύπαρξή σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">II</span><br />
<span style="color: #000000;">Επιστρέφω κάποτε στους δικούς σου τόπους</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί έχουν πείσμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα λόγια σου που δεν ειπώθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι σκέψεις σου που δεν πρόλαβες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γράψεις.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>IN MEMORIAM</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σου στέλνω χρόνια τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ίδιο γράμμα στη γνωστή πάντα διεύθυνση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλειστό σ’ αμόλυντο φάκελο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν το ‘γγιξαν τα χέρια του λογοκριτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν το βεβήλωσαν τα μάτια του ανακριτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πάντα το λαβαίνω πίσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη δική μου διεύθυνση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα να ’κλεισαν τις σάκες τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ταχυδρόμοι του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τέλειωσαν τη διανομή.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΛΕΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Λέω να κλείσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια για πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Ποιητική μου Ανθολογία –</span><br />
<span style="color: #000000;"> δώρο μακρινό της εφηβείας, ν</span><br />
<span style="color: #000000;"> α μη γράψω πια άλλα ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τέλος να δώσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ αυτή την ιστορία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα πάλι εσένα σκέφτομαι μάνα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τριαντατριών χρόνων</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποδήμησες –</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μάρτης μήνας ήτανε</span><br />
<span style="color: #000000;"> του χίλια εννιακόσια πενήντα εφτά.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΔΩ ΠΟΥ ΦΤΙΑΧΝΑΜΕ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ που φτιάχναμε τους χαρταετούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και παίζαμε κρυφτούλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εδώ που ακινητούν τα δυο κομμένα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> αναζητώντας τον επίμονο άνεμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πνιγμένο περπάτημα του μικρού παιδιού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εδώ που τελειώνουν τα ταξίδια των καραβιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στη λευκή άμμο της αποδημίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> των νεκρών με το μαντήλι της άνοιξης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εδώ που θρυμμάτισε τα όνειρά της</span><br />
<span style="color: #000000;"> η απουσία των ανθρώπων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα έρθει η ώρα της αναχώρησης.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΟΝ ΣΙΕΡΚΕΤ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε σκοτώσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> σου βγάλαν τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σου δέσαν τα χέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύστερα σε πετάξαν στο ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη θάλασσα, στη λάβα του ηφαιστείου</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς να ενδώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς να φοβηθείς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε κατατεμάχισαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κομμάτι κομμάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ακόμα αντιστέκεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ακόμα επιμένεις.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΕΝΟΧΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κάπνισε και το τελευταίο τσιγάρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ύστερα κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ον παρακολουθούσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> δυο μάτια θρυμματισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν κάδρο στο δάπεδο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σάστισε… Έπαιξε τα ματόκλαδά του…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άνοιξε την πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χάθηκε όπως το ποντίκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο τρίξιμο της κάσας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ (1977)</span></strong></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>15.7.1974</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι νεκροί βρομούσαν από ’να</span><br />
<span style="color: #000000;"> μίλι μακριά, ήταν ανελέητο</span><br />
<span style="color: #000000;"> το τελευταίο καλοκαίρι –</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις στέγες των σπιτιών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόρτα στον Άη Γιάννη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους κροτάφους στη μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαθιά ως το μέλλον.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ήξερες αλλιώτικα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον κυπριώτικο ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> θεία Μαρίνα την αυγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα περιστέρια στους ώμους.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΛΕΥΚΩΣΙΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Λευκωσία!</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Μακρύδρομος δεν βγάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πια πουθενά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίσω απ’ τις βιτρίνες των μαγαζιών σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> αιωρούνται πύργοι σιωπής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν σε παίρνει ο ύπνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όπως γυρίζεις απ’ την άλλη μεριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να κοιμηθείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακουμπάει το πρόσωπο σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πρόσωπο της προδοσίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λευκωσία! Λευκωσία!</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι φοβερό, το ξέρουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τρέμεις απ’ την ανάμνηση αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί τρυπάει τα κόκαλα τα νεύρα.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">0 Πενταδάκτυλος αναπνέει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον δικό μου ρυθμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> έγινε ένα με τους δικούς μου παλμούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανακατεύτηκε μέσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν μπορείς να ξεχωρίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον Πενταδάκτυλο απ’ τον εαυτό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον εαυτό μου απ’ τον Πενταδάκτυλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αίμα του απ’ το δικό μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι έτσι συμπορευόμαστε συνυπάρχουμε:</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Πενταδάκτυλος το βουνό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ ο άνθρωπος.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Του Λευτέρη Πούλιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> για την κυπριακή φεγγοβολιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Φεγγάρι που αρμενίζεις στο γαλάζιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> φεγγάρι παράξενο κι αστραφτερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουράνια γεννήτρια ηλεκτρικού ρεύματος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη μέση τ’ απομεσήμερου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταξιδεύουν μαζί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπασταρδεμένα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σκέψεις με δεκανίκια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φεγγάρι που είδες το φονικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κρύφτηκες πίσω από ‘να σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> φεγγάρι κυπριώτικο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ματωμένο κι αλλόκοτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> της μνήμης και της οργής</span><br />
<span style="color: #000000;"> φεγγάρι κρυφό</span><br />
<span style="color: #000000;"> σταματημένο στη μέση της νύχτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πυρπολημένο απομακρυνόμενο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν οπτασία και σύννεφο.</span><br />
<span style="color: #000000;">14.3.1976</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΙΖΟΝΤΕΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στον Δώρο Λοΐζου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κραυγή του Δώρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κραυγή της πατρίδας</span><br />
<span style="color: #000000;"> περιτυλιγμένη το χρέος</span><br />
<span style="color: #000000;"> την οργή περιτυλιγμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρχίσαμε να μπασταρδεύουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> το νόημά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εκφυλιζόμαστε υποχωρούμε…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένοχοι σχεδόν μηδίζοντες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζεσταινόμαστε πλάι σε μια ηλεκτρική θερμάστρα.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΝΕΚΡΟΣ ΚΥΠΡΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΦΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εγώ δεν σας ζήτησα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια τέτοια διευθέτηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ούτε ποτέ σας έκανα</span><br />
<span style="color: #000000;"> λόγο για κάτι παρόμοιο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Επιτέλους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιος σας έδωσε το δικαίωμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ποζάρετε ξεδιάντροπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε φωτογραφίες καθόλου δικές σας</span><br />
<span style="color: #000000;"> να διαπραγματεύεστε τα δικά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπίτια σα να ’ταν δικά σας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κερνώντας κονιάκ ο ένας τον άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο κλέφτης τον φονιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ρουφιάνος τον πάτρωνα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εγώ να ουρλιάζω</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιμένοντας να κρατιέμαι από μια πέτρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξερνώντας οργή και μίσος μαζί</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάλπικα νομίσματα στην πιο κρίσιμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> συναλλαγή.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΥΠΡΟΣ 1977</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η Κύπρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> λαχανιασμένη πνοή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ’ το νυστέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> του πιο σιχαμερού χειρουργείου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο λαός της εκτεθειμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο λεπίδι των τραστ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Υπερπόντιοι στόλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> βολτάρουν στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο Πενταδάκτυλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα στραβό σκουφί σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατεβαίνει ξεθεωμένος τις νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους δρόμους της Λευκωσίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτάνει πια μασημένες κουβέντες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρουφιανιές και τα τέτοια.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Παραφυλάς στο πρώτο καντούνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βγαίνεις μαζί μας τις νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μια γόπα στα χείλη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στριμώχνεσαι σ’ ένα τραπεζάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι άλλοι μιλούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχει σημασία</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν σε προσέχουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ύστερα σηκώνεσαι και φεύγεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφήνεις επίτηδες τη γόπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο τραπεζάκι, στα χείλη σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπερδεύεται κάτι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εσύ δεν χαμογελάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσπαθείς να αρθρώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια λέξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> που να μη συνθλίβεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"> <strong>ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η σύναξη έγινε τελείως αντικανονικά:</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Μακρυγιάννης μπάρκαρε</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τη Μακρόνησο (μισότρελοι σύντροφοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με λειψά αφτιά κουτσαίνοντας του σφύριξαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να προσέχει απ’ τα μεγάλα τρωκτικά)’</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Χικμέτ ξεκίνησε</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τα λαϊκά προάστια</span><br />
<span style="color: #000000;"> της Κωνσταντινούπολης (εργάτες πεινασμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους δρόμους διοχέτευαν την οργή τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ποίησή του – αρκαντάς βάστα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γερά του φώναζαν κι έδειχναν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον Πενταδάκτυλο με τον δείκτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> του χεριού τους)’</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Ρήγας πέρασε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα από ένα προπέτασμα καπνού</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βρέθηκε στη μέση της πλατείας</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρεγμένος ως το κόκαλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το λουρί περασμένο στον λαιμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> απαγγέλλοντας με στραγγαλισμένη φωνή</span><br />
<span style="color: #000000;"> στίχους του νεότερου Ναζίμ.</span><br />
<span style="color: #000000;">25.3.1977</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι καθώς ξεπηδούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις πλαγιές μια μια</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι άσπρες σημαδούρες της άνοιξης</span><br />
<span style="color: #000000;"> η σεπτή σου μορφή</span><br />
<span style="color: #000000;"> προβάλλει</span><br />
<span style="color: #000000;"> περιχυμένη φως ιλαρό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> προτομή με δυο δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεταλούδας στα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τα δακρυγόνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> του χρόνου.</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Μάρτης 1977</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ (1978)</span></strong></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πέρασα μέσα από μια κόλαση φωτιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μετρό δεν έχουν φτάσει στη χώρα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έτσι μου είναι δύσκολο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τραγουδώ χωρίς λόγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάποιος μέσα μου αποπατεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανθοδέσμες μουσικές προκαλεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιαν έκρηξη γέλιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ύστερα φεύγει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποκοιμήθηκαν μέσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους κουβαλώ κάθε μέρα στη δουλειά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ύπνο στους απογευματινούς περιπάτους</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα εγκαίνια των εκθέσεων</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα σινεμά στις υπουργικές</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγκυκλίους στις συνεδριάσεις της βουλής</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις στήλες των εφημερίδων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτοί που έχτισαν τους καταυλισμούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> απομαγνητοφώνησαν και τη φωνή μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τεμαχίζουν τα λόγια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κομμάτι κομμάτι μ’ αποσυνθέτουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσπαθώντας να πλαστογραφήσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα ακόμη</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΝΗΜΗ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τέσσερα χρόνια Αλέξαντρε Σπαρτίδη</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αίμα σου ανεξάντλητο στα οδοφράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κουβαλούν τις νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε σύριγγες στα εργαστήρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> για ανάλυση —</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετά τη διάγνωση πετιούνται ρήτορες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σε αναλύουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραμορφώνοντας το ανεξάντλητο της θυσίας σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ανεξάντλητο της ελευθερίας μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">19.11.1977</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΚΥΠΡΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γαλάζια θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεδιάδες βουνά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κυπαρίσσια και πεύκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φυλάκια και πάλε φυλάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολυβολεία ως την άκρη της μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραμορφωμένα όνειρα παιδιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βόμβες ναπάλμ</span><br />
<span style="color: #000000;"> πανάθλια ραντάρ που υψώνονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> απειλητικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραδεισένιες πλαζ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πολυτελή ξενοδοχεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βράδυ μεταφέρουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους τουρίστες με πούλμαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ το Κούριο ή την Αγγελόκτιστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> βιαστικά στο αεροδρόμιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιβιβάζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποβιβάζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> με προβολείς ή χωρίς προβολείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρέχουν να προλάβουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη ζωή τον θάνατο.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Θα ξανάρθουμε» ή «very nice place».</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ήσουν κάποτε αρχέγονη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασίκισα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις συμμορίες των παιδιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τις φτωχογειτονιές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχεις γίνει αγνώριστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λάρνακα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τους κοριτσίστικους φιόγκους</span><br />
<span style="color: #000000;"> των αστών στα μαλλιά σου –</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Ευτυχία βγήκε στο σφυρί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> παιδάκια τρέχαμε με την καλπάζουσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μουσική του φλοίσβου των κυμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι Φοινικούδες παράστεκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην απλωσιά του πόντου –</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα μπασταρδεμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυρεύεις άγκιστρα ν’ αρπαχτείς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπούχτισες από την καθημερινή τρυφή</span><br />
<span style="color: #000000;"> μακιγιαρισμένων κομπάρσων</span><br />
<span style="color: #000000;"> φοβάσαι μη και σου τύχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> γάγγραινα κακό συναπάντημα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θυμάσαι τότε</span><br />
<span style="color: #000000;"> που με ξύλινα σπαθιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> παίζαμε τον Έκτορα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τον Αχιλλέα –</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Σαλιμέ είχε μια καλοσύνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> απίθανα τρυφερή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα ποιος ξέρει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού να βρίσκεται,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η παιδική της αφέλεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν μπορούσε να καταλάβει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκοτωμούς Τούρκων και Ρωμιών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχε ένα χρώμα μελαχρινό</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πρόσωπό της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σκάλα ελπίζω σε σένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τον λαό σου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο τουρκομαχαλάς είναι μαχαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη μνήμη μου —</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Λαϊκκά πριν δεχτεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον τελευταίο πελάτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοίταξε κατά τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τον μιναρέ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δάκρυα πιρούνιαζαν τα μάγουλά της</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν άντεχε να βλέπει φονικά</span><br />
<span style="color: #000000;">το σπίτι της έγινε πολυβολείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> φυλάκιο Λαϊκκάς!</span><br />
<span style="color: #000000;"> φυλάκιο Λαϊκκάς!</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη Λάρνακα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόλη της Κύπρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> νησιού της Μεσόγειος.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τρέχω πάνω απ’ τα κύματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σύννεφο γλάρος και μπόιγκ</span><br />
<span style="color: #000000;"> η θάλασσα μέσα μου γαλάζια</span><br />
<span style="color: #000000;"> μουσική συμφωνία</span><br />
<span style="color: #000000;"> κυλάει στις φλέβες μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλεούμενα κορνάρουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μαζούτ ρίχνονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα της μέσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς σειρήνες και μέδουσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> η θάλασσα νάιλον πυρπολημένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμνηση κι ο Οδυσσέας</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βγάζει το παντελόνι του</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να πέφτει με μαγιό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τελευταίας μόδας στο κύμα.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στο πίσω μέρος το ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαζί του κατέβαιναν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικροί σκελετοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> επίδεσμοι σπασμένα κάδρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> της μητέρας και σαρείδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> που στοιβάζονταν σ’ ένα τούνελ</span><br />
<span style="color: #000000;"> αέρινο – μέσα πετούσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> βολβούς μουσικές ξεχασμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> παλιά βιβλιάρια καταθέσεων</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσαλακωμένα απ’ την άσκοπη χρήση</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσων χρόνων —</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα ανοίγουν τα παράθυρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χορεύουν τα πράγματα στο φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι νέες γυναίκες απλώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα χέρια τους σε πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθισμένα στις λεύκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια αδιόρατη κίνηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> σχεδόν καλπάζουσα μέσα στον χρόνο.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΝΑΜΝΗΣΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Μάνα!» φώναξα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ευθύς ακούστηκε μέσα μου υπόκωφα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνος ο ήχος απ’ το φιτίλι της λάμπας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο κομοδίνο επάνω’</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το πρόσωπό της (από τη μια μεριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτισμένο) έδειχνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις καταιγίδες που την τσάκισαν.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΝΕΦΕΛΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ποια μπόρα σ’ έχει ρίξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χρόνο με τον χρόνο ριζώνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πιο βαθιά στην κάθε μου ίνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο κάθε αιμοσφαίριο μου-</span><br />
<span style="color: #000000;"> τραγούδι δαιμονισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάγλυφη πληγή η αφή σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στροβιλιζόμενη σκέψη</span><br />
<span style="color: #000000;"> επίμονα με καθηλώνει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πείσμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθετος βράχος</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ρίχνεται μέσα στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μάτια σου σε διαστολή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω από κραδασμούς ηλεκτροσόκ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενεδρεύουν αδυσώπητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και θλιμμένα το σκοτάδι*</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσποιούμαι τον ανήξερο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας αδαής σαλτιμπάγκος</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η διεισδυτικότητά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ξαφνιάζει –</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουρλιάζω στην ανυποψίαστη αίσθηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> της απουσίας σου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω από αψίδες μιας άχρονης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελευθερίας μετακινείσαι και</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετατοπίζεσαι μέσα μου κορίτσι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ’ τις λεύκες αυλής</span><br />
<span style="color: #000000;"> ερειπωμένου σπιτιού μεταλλάσσοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σκοτάδι, σε φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> την οδύνη σε τραγούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατώντας τα χρόνια της εφηβείας σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ’ το χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε λήκυθο υπόγεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τρέχει το αίμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις φλέβες μου μέσα.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΙΧΟΙ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μπαίνει στην πόλη με το βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Γρηγόρης Αυξεντίου κραδαίνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> φραγγέλιο –</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα τζουκ μποξ της Ρηγαίνης</span><br />
<span style="color: #000000;"> σχεδόν εκμηδενίζουν την τρεμάμενη φωνή του’</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρημη κι η Πλατεία Ελευθερίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> την σκίζει κάποιο κορνάρισμα αυτοκινήτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή κυκλικές εγκαταστάσεις μεγαφώνων</span><br />
<span style="color: #000000;"> και φωτεινές ρεκλάμες καλλυντικών.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Ο ΜΙΓΑΔΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ (1980)</span></strong></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΜΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στον Κώστα Βασιλείου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ασθμαίνοντας πορεύεται το ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι λέξεις δύσκολα μπαίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον στίχο</span><br />
<span style="color: #000000;"> παιδιά που συλλαβίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή τρέχουν στην αυλή</span><br />
<span style="color: #000000;"> μην ξέροντας από πού να πας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοντά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το ποίημα αποτυπώνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μέσα μας ζωή πολύ δύσκολα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φτάνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως σε νύχτα μακελειού</span><br />
<span style="color: #000000;"> οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πριν από μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κερδίζει τις λέξεις.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"> <strong>ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κατρακυλάει το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασημένια βήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις σκάλες τ’ ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;"> πριν τα μεσάνυχτα —</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιος άναψε το πολύφωτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο βάθος του ορίζοντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή ένα χέρι αόρατο με πινέλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασήμωσε τα δέντρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην αυλή του σχολείου’</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα παιδιά κοιμούνται</span><br />
<span style="color: #000000;">στον ύπνο τους ένας χαρταετός</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλη τη νύχτα σκαρφάλωνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">31.5.1979</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΥΠΡΙΩΤΙΚΟ A’</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι μέσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρυφερό κλωνάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ραγισμένο γυαλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κινδυνεύει να θρυμματιστεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> λευκό γιασεμί στο σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τραγούδι γαλάζιο και πράσινο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε δίσκο χωρίς στροφές</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο γραμμόφωνο του τρόμου-</span><br />
<span style="color: #000000;"> είσαι μέσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωραφάκι που</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ –</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύστερα ανεβαίνουν στο δέρμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μεταλλικά πτηνά της τεχνολογίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκύβεις το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως ελάφι λαβωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ’ το φως του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλο μακραίνει η εκατόφυλλη άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> νησί μου.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΕ ΧΩΡΟ ΑΝΩΝΥΜΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κατοικώ σ’ ένα χώρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν με ξέρει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε υπόγειες στοές περιφέρουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μνήμη μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατεβαίνω με ασανσέρ στα σκοτεινά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουράνια αεροδρόμια της ψυχής μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> λεπτεπίλεπτοι φορείς της εξουσίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> χειρουργούν τα αισθήματά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω σε τραπέζι ανατομικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μια λάμπα θυέλλης –</span><br />
<span style="color: #000000;">αίφνης ένας άγγελος δακρυσμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταριχεύει τη μνήμη μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αποπνέω καπνιά και ξερατό</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε χώρο ανώνυμο.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ Α’</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι βασιλικός</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποκλεισμένος χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη γλάστρα της νύχτας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πλάι μου καπνίζεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> δευτερόλεπτα και το πρόσωπο σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια γεωγραφία ερωτική’</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μάτια σου λεηλατημένα από φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα χείλη σου ελαφιού βηματισμός</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην απλωσιά του κορμιού σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχω χάρτες σε μπαούλα του χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεχασμένος μαζί σου να διαβάσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ταξίδια ν’ ανοιχτώ μαζί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι π αφήνομαι σε περιδιάβαση</span><br />
<span style="color: #000000;"> μουσική σε όστρακο μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους γοφούς στην κοιλιά και στο στήθος</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κορμί σου γυμνό ταξιδεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον χρόνο.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ Β’</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θαλασσινή μικρή σειρήνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με σπρώχνεις στον έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς αναδύεσαι μέσα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> φιλί φιλί ανοίγοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> του κορμιού σου σε μένα.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ Γ’</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος άνεμος σ’ έριξε</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυμνή</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πλάι μου ν’ ανιχνεύεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> περιοχές του έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιο μουσικό δοξάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δονεί τα κορμιά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα μαλλιά σου ξέμπλεκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπνωτισμένα γύρω απ’ τον λαιμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτάμι ορμητικό της ομορφιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα μυστικά της ηδονής αρώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραδομένο.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΠΟΛΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι στην πολιτεία του τίποτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας αλήτης της νύχτας –</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πόλη δίχως πολεοδομικό σχέδιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η τσιμεντένια πόλη με το ημίψηλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> καπέλο κάτω απ’ τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πόλη που τρέχουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τραγουδάμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεθαίνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα της όλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πόλη που τη διασχίζουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μηχανάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή αυτοκίνητο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> με φωτεινές ρεκλάμες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μπαρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πόλη που χωρίς πουλόβερ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και με δύσπνοια δύσκολα κοιμάται</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πόλη με τους βιομήχανους</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πόλη χωρίς όνομα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοντεύει στον θάνατό της κάθε μέρα.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα γεγονότα στοιβάζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως τα τρόφιμα στο ψυγείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεπέφτουν στην ψύξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίσως κι αντέξουν στην από δρεπανηφόρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> άρματα πορεία του χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στροβιλίζονται στο ανατομικό τραπέζι</span><br />
<span style="color: #000000;"> της ιστορίας τα γεγονότα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαζί κι οι φίλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> που άρχισαν να ενδίδουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην υποψία του «καλώς διάγομεν» —</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα εβδομηντατρία στο Πολυτεχνείο κρατούσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσίλιες για τη λευτεριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα λουφάζουμε σε περσικούς τάπητες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και παρδαλές πολυθρόνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε παραδεισένιες πλαζ συζητάμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τακτική αγώνα μ’ ανάπηρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη θέληση</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ξεκοιλιασμένες τις ιδέες —</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Τσε κραδαίνει πεισμωμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> γροθιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> η γλυκιά μορφή του Τσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρχάγγελος με πύρινα σπαθιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα της ανάκρισης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Τσε πάνω από τις φτωχογειτονιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> της Λατινικής Αμερικής —</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τσε Γκουεβάρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρονιά ύστερα από την ουράνια περιφορά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην πλατεία Τρικάλων</span><br />
<span style="color: #000000;"> της κεφαλής του Άρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιούνης 1979</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Και επόμεινεν η χώρα ως έρημη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ήταν η τρίτη φορά</span><br />
<span style="color: #000000;"> οπού εκουρσέψαν την Κύπρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν είχαμε διαβάσει ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε μια αράδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη·</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο Ανδρέας Κάλβος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπαινόβγαινε κρυφά τις νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα καμπαρέ της Λευκωσίας γυρεύοντας έναν Έλληνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να του απαγγείλει την ξεχασμένη ωδή του</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκατόν πενήντα τόσα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> «παρά προστάντας νάχωμεν…».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι όλοι τους γδυμένοι μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα βρακί μαύροι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ωσάν τον κώλο του τσακαλιού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Καλύτερα, καλύτερα..»</span><br />
<span style="color: #000000;"> η καημένη η Κύπρος μας πάει!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα γίνει παράδεισος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ αυτό το κορίτσι στην πίστα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να χορεύει —</span><br />
<span style="color: #000000;"> θυμάσαι που βλέπαμε τη φωτογραφία του</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις εφημερίδες στον πόλεμο του Βιετνάμ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κλαίγαμε –</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως τώρα με τις δικές μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσφυγοπούλες και πριν μισό αιώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις άλλες της Μικρασίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> να λάμπουν στα υπόγεια μπουρδέλα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανδρέα Κάλβο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχεις λιμπιστεί τίποτε άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εξόν από ποίηση;</span><br />
<span style="color: #000000;">25.3.1980</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΚΘΕΤΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έρχομαι μέσα από σταχτί σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κοράκια σκίζουν την ατμόσφαιρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουρλιαχτά τρυπάνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη χωρίς σελήνη έρημη νύχτα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το ταξίδι της παιδικής ηλικίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ξυλοπάπουτσα σταματημένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> λυπητερό όνειρο στην παγερή</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγκατάλειψη της πλήξης –</span><br />
<span style="color: #000000;"> είμαι κόκκινο σημάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόκκινη φλόγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατέχω τα μυστικά της ελπίδας</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στην έσχατη απελπισία</span><br />
<span style="color: #000000;"> είμαι ο μιγάδας άγγελος των φτωχών</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο διαρρήκτης του δημόσιου χρήματος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα μάτια μου δάκρυα από</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Παλαιστίνη και την Κύπρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπαθίζοντας τη βαναυσότητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> των ημερών μου –</span><br />
<span style="color: #000000;"> είμαι αλήτης απίθανα ωραίος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη νεκρή πολιτεία των νόμων</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο σαλταδόρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> που με τη σφενδόνη παραβγαίνει στα τανκς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είμαι η φωτιά και το σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> είμαι το άσωτο τραγούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> που βουίζει στους κροτάφους του χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν εγερτήριο σάλπισμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η χωρίς αφοσίωση</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελευθερία του ανθρώπου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στον χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> είμαι τίποτα και όλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ευλογία της ζωής</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στο αγγελικό μονοπάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> της ύπαρξης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ (2007)</span></strong></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"> <strong>ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ «Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΚΗΠΟΣ»</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πρώτη παραλλαγή</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο Hotel de la Sorbonne γράφει στον αδερφό του:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Χθες ήμουν στο Moulin Rouge».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Την άλλη μέρα στην Αθήνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποφασίζουν τα γνωστά: «Μετετέθητε</span><br />
<span style="color: #000000;"> εις την Νομαρχίαν Πρεβέζης».</span><br />
<span style="color: #000000;">«Ξέρει πως είναι τίποτε όλα αυτά»</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν κάθεται στο καφενείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ο Ουράνιος Κήπος»</span><br />
<span style="color: #000000;"> δυο βήματα απ’ τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως τότε στο Παρίσι στον έρημο δρόμο βημάτιζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> με βέβαιη τη θλίψη στο ανεστραμμένο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> – μόλις δυο βήματα από το θάνατό του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεύτερη παραλλαγή</span><br />
<span style="color: #000000;">Εν αγνοία τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο αγρότης Ταξιάρχης Νίτσας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το οπλοπωλείο Αναγνωστοπούλου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Νιόνιος Καλλίνικος με τον τελευταίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> καφέ και το χαρτί που του ζήτησε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνέδραμον</span><br />
<span style="color: #000000;"> (εν τη αγνοία τους)</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τραβήξει τη σκανδάλη.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ SCHIPHOL</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στην Ισμήνη</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πτήση Άμστερνταμ-Λάρνακα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα πραγματοποιηθεί με καθυστέρηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> λόγω πυκνής ομίχλης</span><br />
<span style="color: #000000;">στο δίαυλο πέφτουν κέρματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> από έναν γκρίζο ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς ο Βικέντιος Βαν Γκογκ</span><br />
<span style="color: #000000;"> διαβάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> το τελευταίο γράμμα του Τεό</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο Κίτρινο Σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">21.1.2002</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΙΡΟΝ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"> <strong>ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ρεμβάζει τα τείχη του Θεοδοσίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τη μύτη του σουλτάνου Μαχμούτ</span><br />
<span style="color: #000000;"> (λεπτή και αιχμηρή με μια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλίση προς τα πάνω)</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα οθωμανικά νεκροταφεία με τα ψηλά κυπαρίσσια’</span><br />
<span style="color: #000000;">ψελλίζει τις λέξεις νταβατζής</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψωμί νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ύστερα κατεβαίνει την οδό</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ιστικλάλ</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σ’ ένα πλήθος</span><br />
<span style="color: #000000;"> αργόσχολων κοριτσιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα πολύχρωμα μαγαζιά, στο τραμ</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιτώντας τη μετέωρη θλίψη της ιστορίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">25.7.2004</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΠΟ ΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΕΥΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στον Νάσο Βαγενά</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ποιητής δεν μιλούσε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάπνιζε πολύ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να νομίζεις ότι γκρεμίζεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> με έναν πυροβολισμό ολόκληρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πανδοχείο ή στις μέρες μας ουρανοξύστης</span><br />
<span style="color: #000000;"> από πτήση αεροπλάνου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πτώμα στον νεκροθάλαμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανήκει στον Francesco Benedetti·</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύστερα από την αυτοκτονία του</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μεγάλη πληγή στον κρόταφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μυρωδιά από μπαρούτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> η τσάντα με το δεύτερο πιστόλι</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα χειρόγραφα του Ανδρέα Κάλβου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό το φέγγος της σελήνης</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω από τη Φλωρεντία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σπίτι στη Via della Scala,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο άφευκτος θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η ταχυδρομική άμαξα που διασχίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τριγμούς το τοπίο ακαταπαύστως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ποιητής ήδη στη Γενεύη</span><br />
<span style="color: #000000;"> -καθηγητής γλωσσών-</span><br />
<span style="color: #000000;"> μελετάει στη Δημοτική Βιβλιοθήκη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα χειρόγραφο της Ιλιάδας·</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον δρόμο έλληνες πρόσφυγες</span><br />
<span style="color: #000000;"> διακόπτουν τη σιωπή του.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα χαρακτηριστικά του:</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέτριο ανάστημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα καστανά μάτια (χωρίς γυαλιά)</span><br />
<span style="color: #000000;"> το οβάλ πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαύρα μαλλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαύρα γένια (φαβορίτες;)</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αναφάλαντο μέτωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το τελευταίο ταξίδι του</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον Οκτώβριο του 1836</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το ατμόπλοιο Επτάνησος</span><br />
<span style="color: #000000;"> (για πρώτη φορά στη Ζάκυνθο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τον Διονύσιο Σολωμό)</span><br />
<span style="color: #000000;">το ανέκφραστο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μυστήριο του θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το πνεύμα των ανέμων στο κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς γέρνει δεξιά μέσα στο φέρετρο</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΕΡΩΤΟΣ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς το δίκταμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η δική σου οσμή με ενοικεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους κήπους της Αερώδους Αφροδίτης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο πόνος μ’ ενηλικιώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">και, οι στιγμές του σώματος σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως άνθη δίχειλα λευκά</span><br />
<span style="color: #000000;"> με επιστρέφουνε στο μαύρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω από τη μυρσίνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> το χαριέστατο βρέφος της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιμίζει η Αστάρτη’</span><br />
<span style="color: #000000;">το άρωμά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η λύπη ωστόσο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με κατέχουν</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΜΗΤΕΡΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΣΧΟΛΕΙΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Παλιά σελήνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω από τις σπηλιές της Αγίας Παρασκευής</span><br />
<span style="color: #000000;"> με των λεπρών τα παραπήγματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα παιδιά πιο πέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην άσφαλτο του ονείρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξαναβλέπουν πίσω απ’ τους αμμόσακους</span><br />
<span style="color: #000000;"> του στρατάρχη Χάρτινγκ</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κομμένα δάχτυλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα πώς έρχεσαι έτσι ακάλυπτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στους προβολείς των αυτοκινήτων</span><br />
<span style="color: #000000;"> τεμαχισμένη αδάκρυτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγρια κοιτώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ ένα μέλλον με μνήμη λεπρή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ’χει φύγει κι ο τελευταίος Άγγλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> (ούτε πια εφ’ όπλου λόγχη),</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ’χει κλείσει κι ο αερολιμένας της Λευκωσίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> (έτσι το λες χωρίς αιδώ;)</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ψάχνεις για ταξιδιωτικούς οδηγούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ξένα αεροδρόμια-</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλοδαπή που αποδημεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίσω απ’ τα φινιστρίνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> του κτιρίου της στρατονομίας.</span></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><em><strong>ΝΕΡΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ</strong></em></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΦΩΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο θρυμματισμένος κόσμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> της Κύπρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι τελευταίες λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> του Τσέζαρε Παβέζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> «δεν θα ξαναγράψω πια»</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> η κατάστικτη σελήνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στην παγωμένη νύχτα’</span><br />
<span style="color: #000000;">ανασαίνουμε το σκοτεινό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίγος της άνοιξης</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">11.12.2004</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο πούσι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχεται από πολύ μακριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως στέγη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα περιστέρια στο γείσο –</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι το ξυπόλυτο παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη σπασμένη φυσαρμόνικα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που περνάει στον δρόμο’</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι το πέτρινο σπίτι με τ’ άδεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> δωμάτια κι οι παράξενες αγελάδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έχουν μετακινηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στην ομίχλη</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι τα παράθυρα χωρίς</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλαίσιο στο πέτρινο σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα περιστέρια στο γείσο’</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι το παιδί που δεν βλέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη φυσαρμόνικα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς ήχο –</span><br />
<span style="color: #000000;">απαγορεύεται η μουσική</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το εμβατήριο της θλίψης</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι καθώς διασχίζει τον δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το πέτρινο σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο μικρός Ζαχαρίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόλις δύο ετών’</span><br />
<span style="color: #000000;">ενθάδε κείται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο κοιμητήριο Ριζοκαρπάσου</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">6.12.2004</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιώργος Μαρκόπουλος</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι σε ξένο τόπο μόνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς αντίγραφα της μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ονειρεύονται πίνοντας καφέ –</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα λουλούδια στην αυλή σε ακτινογραφία</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Τι έκαμα εγώ που έμεινα» ακούγεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μικρότερη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ο μονόλογός της για την Κανακαριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Επήαμεν τυχαία, ελείπασιν τα ψηφιδωτά».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρεμβάζει η θλίψη στα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> το χαμόγελο στο μαύρο φόρεμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> της κυρίας Νιόβης·</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ξένη γλώσσα τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις λοιδορούν.</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">12.7.2006</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΠΑΙΔΙ ME ΤΑ ΟΣΤΡΑΚΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στην κ. Μαρία Παταπίου</span><br />
<span style="color: #000000;">Έva παιδί περπατάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ξένο τοπίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν γνωρίζει τα πρόσωπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> απορεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν έχει το σπίτι του –</span><br />
<span style="color: #000000;"> προχωράει μπουσουλώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως τους φίλους του</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάει πέρα τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρωτώντας αν έχει το δικό της χρώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι μόνο τα κυκλάμινα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η τυφλή νυχτερίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που φτερουγίζει ακατάπαυστα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλάι σε μισοσβησμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> μορφές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σ’ ένα ξένο τοπίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> το παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μουσική στα όστρακα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και οι πήλινες στάμνες.</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">20.2.2005</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ ΚΥΠΡΟΣ 2006</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Χτυπούν τα πλήκτρα στον υπολογιστή</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε γλώσσα χωρίς αλφάβητο</span><br />
<span style="color: #000000;"> συλλαβάριο μαραζωμένης εποχής</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη σκουριά στην Ιστορία στα μέταλλα</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στον Λευτέρη Παπαλεοντίου</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην Αγία Τριάδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι οι άδειοι μαυροπίνακες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το πέτρινο σιντριβάνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην αυλή του’</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο ο μικρός ποδηλάτης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανεβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους έρημους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> πατώντας τα πετάλια του χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στη θλίψη του απογεύματος –</span><br />
<span style="color: #000000;">πλάι στις ξύλινες αγελάδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα γεωμετρικά σχήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τ’ άνθη από υακίνθους</span><br />
<span style="color: #000000;">κανείς δεν το βλέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> το παιδί με ξανθά μαλλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τ’ ανεμίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας θλιβερός άνεμος</span><br />
<span style="color: #000000;">21.1.2005</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στη Μαίρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο στο συρματόπλεγμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ονειρεύεται το αρχαίο θέατρο στη Σαλαμίνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το επαρχιακό δικαστήριο που ανεβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> με δεκανίκια τα σκαλοπάτια του –</span><br />
<span style="color: #000000;">ατενίζει τα βενετικά τείχη</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς να ονειρεύεται τίποτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε την Πύλη του Οθέλλου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε τα ερωτικά σονέτα του Σαίξπηρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε τη Δυσδαιμόνα να στέκεται στις πολεμίστρες</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν ονειρεύεται τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα πλοία που αναχωρούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις λεπίδες από οψιανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα κύπελλα από ανδεσίτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο αρχαιολογικό Μουσείο</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε το Ελληνικό Γυμνάσιο άδειο</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς τους μαθητές του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε τις περιτειχισμένες γειτονιές της πόλης</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τις διασχίζουν ερπετά</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε την ποδηλάτισσα που κυκλοφορεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σ’ αυτό το θλιβερό τοπίο.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΜΑΡΙΝΑΤΩΝ ΜΠΑΡ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Φεύγεις και δεν φεύγεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πηγαίνοντας πού</span><br />
<span style="color: #000000;"> απαράλλαχτη αχτίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλάι σε πολυβολεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλόκοτη φεύγεις και δεν φεύγεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετρώντας ηλιοτρόπια και</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κίτρινο της ακακίας-</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατά μήκος το ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ευκάλυπτους ένθεν και ένθεν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα φωτάκια των μπαρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασημίζουνε τη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα σκοτεινά περάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> των φυλακίων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Μαρίνα των μπαρ ωραιότερη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχοντας τώρα ερωτευθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> την πανσέληνο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η πλειοψηφία του θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρόνια πριν χρόνια ύστερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξανά και ξανά</span><br />
<span style="color: #000000;"> έως ότου μετατοπίστηκε το μοβ</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτό προς τα πολυβολεία</span><br />
<span style="color: #000000;">βουτώντας το κεφάλι στο μαύρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> άναψαν κεριά της λύπης</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτίζοντας δέντρα πρασινωπά</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως το κυπαρίσσι ή το πεύκο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο βάθος διάφανο το βουνό σ</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον ύπνο σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μαρίνα των μπαρ αποκοιμισμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τουλίπες και κυκλάμινα</span><br />
<span style="color: #000000;"> οπωσδήποτε φέγγανε την ευωδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> της μνήμης και την επέτειο</span><br />
<span style="color: #000000;"> της εν Κύπρω καταστροφής σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">25.4.1982</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΤΟΥ ΡΙΜΑΧΟ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"> <strong>ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Βάδισε μέρες και νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν είχαν μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο η Ωραία κάθονταν στην άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλάι σε τροχοφόρα μιλώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως να ακούγεται – «εδώ όλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> συναλλάσσονται, αγοραπωλησίες και αποταμιεύσεις».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ωστόσο έμενε κάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> από την ομορφιά, τ’ αφρόντιστα μαλλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς τ’ ανάδευε ο αγέρας στην πλατεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τελευταίο βράδυ ο Ριμάχο συνάντησε</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Ωραία σ’ ένα μπαράκι στον πάγκο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσ’ απ’ τους καπνούς το πρόσωπό της</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχε μια κλίση ελαφρώς ερωτική</span><br />
<span style="color: #000000;"> προς το φεγγάρι.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μας παρακολουθούν, Αλέξανδρε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τρέχουμε να κρυφτούμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εδώ είναι όλα εκτεθειμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βλέμμα μας ο έρωτας μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μνήμη μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα σάμπως να μην αντιλαμβάνονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσο έχουμε εκτεθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην εξουσία του θανάτου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μας απειλούν, Αλέξανδρε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσες διαψεύσεις το τσιμεντένιο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτής της πόλης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ύπνος που μας βαραίνει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχουμε πέσει τελεσίδικα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μισοζαλισμένοι πάνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις λιπαρές μας μέρες.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΕΡΙ ΚΥΠΡΟΥ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά έγραφε ο Κ.Π. Καβάφης</span><br />
<span style="color: #000000;"> εδώ κι έναν αιώνα:</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Οι πόθοι των Κυπρίων</span><br />
<span style="color: #000000;"> περί ενώσεως της νήσου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετά του Ελληνικού Βασιλείου»,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτι για την πανίσχυρη κοινή γνώμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> εν τη Μεγάλη Βρετανία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> για την κυπροσυλλαβική γραφή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και την αμοιβή που η πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> του Ιδαλίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> έδωσε στον γιατρό Ονάσιλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά και άλλα πολλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> έγραφε Απρίλιο μήνα του 1893</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην εφημερίδα της Αλεξάνδρειας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τηλέγραφος στο άρθρο του</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Το Κυπριακό ν Ζήτημα».</span><br />
<span style="color: #000000;">Νερά της Κύπρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> του μεγάλου αλεξανδρινού ποιητή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κυρίου Καβάφη•</span><br />
<span style="color: #000000;">κανείς δεν ξέρει πια στις μέρες μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτή την άγονη γραμμή της Μεσογείου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> 9.9.2005</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2008-2010)</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>SUSAN FORTUNE RIDOUT</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα γράμματα της ανεπίδοτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχονται από το κεντρικό Λονδίνο —</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς παραλήπτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> διασχίζουν τη Μεσόγειο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και φτάνουν στο ιόνιο κύμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ταχυδρομικός διανομέας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σφραγίζει τους φακέλους και σημειώνει:</span><br />
<span style="color: #000000;"> “Επιστρέφονται, ανύπαρκτη διεύθυνση·</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγνωστο πρόσωπο”.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετακομίζει από το Λονδίνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο Μπράιτον</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς να μάθει ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ότι ο Calbo ονομάζεται πια Kalvo</span><br />
<span style="color: #000000;">και στην αιωνιότητα Ανδρέας Κάλβος</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΡΥΤΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">βράδυ να βρέχει μεσ’ στο πούσι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε λιμάνια σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσύ να φεύγεις αγέρωχη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε μυστικά δωμάτια και να διαβάζεις σονέτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ αηδόνι που γλυκιά θλιβάται</span><br />
<span style="color: #000000;"> γι’ αυτό το σώμα το λευκό</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ‘λεγες πως είναι ψέμα τόση ομορφιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να χάνεται σε ώρες πρωινές χωρίς υπομονή</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι καθώς μεταβάλλεται η τύχη και φτάνουν ειδήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ολοένα απροσδόκητες για το εξαίσιο σώμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μετατοπίζεται μέσα σε σκοτεινή νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο χρόνος το σπρώχνει λίγο πιο πέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τ ανοιχτά παντζούρια να βλέπεις το πρόσωπο της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω από ένα φως που θύμιζε παμπάλαιες φωνές</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ήχους από πλήκτρα πιάνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη μυρωδιά από κρίνα και ρόδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως σε σονέτα του Σαίξπηρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς διαβάζεις για τον έρωτα και σε σπρώχνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι άλλοι επιβάτες στο αεροδρόμιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον έλεγχο διαβατηρίων</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΠΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εξαίσια η πόλις καθώς ο ήλιος ανατέλλει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στέγες παλιές με κεραμίδια φοινικιές και τα φυλάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> οπωροπώλες στην οδό Πενταδακτύλου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δέντρα πουλιά και το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μεσήλιξ ποδηλάτισσα και τα επίθυρα χεράκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε σπίτια παλαιικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μέγαρο της Τράπεζας κι η πινακοθήκη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κατάκλειστα πορνεία οι ξαγρυπνισμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαρτοπαίκτες κι οι νταβατζήδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που εισέρχονται στο μαγειρείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ καταφθάνουν τα αγροτικά λεωφορεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς την τύρβη των τουριστών</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίσω από το τέμενος του Μπαϊρακτάρη</span><br />
<span style="color: #000000;">η πόλη χωρίς κορδέλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα σκυβαλοφόρα του Δήμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί Λήδρας – Ονασαγόρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο πεζόδρομος των αναμνήσεων</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ενετικά τείχη της πόλης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο προμαχώνας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι νυσταγμένοι στρατιώτες</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αγορά το άρωμα των φρούτων</span><br />
<span style="color: #000000;"> χυμώδη ροδάκινα μήλα και κεράσια</span><br />
<span style="color: #000000;"> οπώρες του καλοκαιριού</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η δρόσος της πρωίας</span><br />
<span style="color: #000000;">1992/2010</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"> <strong>ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">λέξεις που έρχονται σε όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μνήμη μιας πατρίδας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε άλλη εποχή ένα τοπίο ανάγλυφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς τη θάλασσα τα όστρακα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτός με το μονόκλ ακάλυπτος</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το παιδί που σχίζει τη φωτογραφία κλαίγοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς να ξέρει γιατί</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι λέξεις και λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> γνωστές και άγνωστες που έρχονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ύπνο ύστερα τις ξεχνάς</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι λέξεις του Σολωμού και του Κάλβου</span><br />
<span style="color: #000000;"> λατρευτής του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γλυκεία ελπίς</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έρχονται από άλλη γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο Λονδίνο στη Γενεύη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο Παρίσι και στην Κέρκυρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν στην Αθήνα αργόσχολοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μελετούν μια ουτοπία</span><br />
<span style="color: #000000;">λέξεις που της βρίσκει κανείς στα λεξικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέξεις που τις ακούς στο σινεμά</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέξεις που τις ψιθυρίζει η κυρία Όλγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τον Σολωμό Σολωμού</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελευτεριά και θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;"> που της ήρθε πολύ κρίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τον Κυπριώτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέξεις που τις πληκτρολογείς στο κινητό</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη μαύρη νύχτα κι έρμη</span><br />
<span style="color: #000000;">λέξεις που τις ψιθυρίζουνε διπλωμάτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το αναθεματισμένο νησί</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέξεις κοινόχρηστες</span><br />
<span style="color: #000000;"> νταβατζής κοβάλτιο εξόρυξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τραπεζίτες με παρενδυσία</span><br />
<span style="color: #000000;">λέξεις πέτρα χρυσή ζερό χορτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ολόμαυρη ράχη</span></p>
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Μ&#8217;&nbsp;</span></strong><span style="color: #000000;"><strong>ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΛΥΠΗ&nbsp;&nbsp;</strong></span><strong><span style="color: #000000;">&nbsp;(2013)</span></strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong>Μ’ ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕ ΛΥΠΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτούσα τον κόσμο ένα γύρω που ακολουθούσε την πομπή των αυτοκινήτων στον δρόμο. Είχαν κλείσει τα μαγαζιά από νωρίς κι όλοι αποχαιρετούσαν τον στρατιώτη που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν και τον έφεραν στο χωριό από το Σέφιλντ, όπου είχε γίνει στον καθεδρικό ναό η νεκρώσιμη ακολουθία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Ήταν από οικογένεια ανθρακωρύχων. Διάλεξε αυτό το επάγγελμα κι όταν βρέθηκε στον στρατό, δεν ήξερε καν πού βρισκόταν αυτή η χώρα, μου ‘λε- γε ο Νέστορας που τον ήξερε από παιδί. Ερχόταν πού και πού στο μαγαζί μου κι αγόραζε φρέσκο ψάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σταμάτησε για λίγο η πομπή έξω από το σπίτι του νεκρού, είπε δυο λόγια ένας κύριος. Άρχισε να ψιχαλίζει, πήραν τον δρόμο για το κοιμητήριο. Ήταν κάτι πιτσιρίκια, πήγαν κοντά στη νεκροφόρα και κοιτούσαν το φέρετρο καλυμμένο με τη σημαία. Κι άλλες σημαίες ανέμιζαν στα σπίτια τριγύρω. Το χωριό είχε πια τον ήρωα του, όπως συμβαίνει σε κάθε χώρα σε τέτοιες περιπτώσεις. Το πένθος των ξένων μάς φαίνεται αλλιώτικο. Σε άλλη χώρα ξένοι κι εμείς, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι σήμαινε για ένα χωριό, χαμένο κι απ’ τους χάρτες της Αγγλίας, ο αποτρόπαιος θάνατος ενός νέου στα βάθη της Ασίας. Μακριά απ’ τις μπυραρίες, τις παμπ και την ομίχλη που σκέπαζε τους λόφους, τα δέντρα και τη λίμνη γύρω. Νύχτωνε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Κρίμα στη μάνα του, έκανε ο Νέστορας. Πέρασε πριν δυο μέρες απ’ το μαγαζί. Μόλις που έβγαινε η φωνή της κι η θλίψη στο πρόσωπο της, ενόσω περίμενε να ετοιμάσω την παραγγελία, φανέρωνε άνθρωπο χωρίς πια προορισμό. Ένιωσα μια λύπη να με δέρνει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φύγαμε για το σπίτι του αδερφού μου. Θυμήθηκα τα μπλόκα επί Θάτσερ, τις κινητοποιήσεις των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα και την απεργία τους που δεν μπορούσαν να τη σπάσουν. Πριν χρόνια ερχόμασταν από το Λονδίνο, μετά το Λέστερ, κοντά μεσάνυχτα και τα μπουλούκια των αστυνομικών σταματούσαν τ’ αυτοκίνητα για έρευνα, όπως παλιότερα στην Κύπρο. Και την άλλη μέρα, η μεγάλη διαδήλωση των ανθρακωρύχων με τα λάβαρα κι ο κόσμος που τους έδινε ό,τι μπορούσε για ν’ αντέξουν. Κι ο Κύπριος που κάθε μέρα τους έδινε τρόφιμα. Ώσπου με τον καιρό τούς λύγισαν και σήμερα εκεί που ήταν τα ανθρακωρυχεία, λίγο έξω από το Σέφιλντ, δεσπόζει το εμπορικό κέντρο «Μέτοχο», κι ο Τζέημς έγινε ο ήρωας του χωριού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Την άλλη μέρα πήγαμε στο Μπέρμιγχαμ να δούμε έναν συγγενή. Μας έκαναν το τραπέζι, είχε μουσακά, κουπέπια κι άλλες λιχουδιές κυπριακές. Ύστερα καθίσαμε στο σαλόνι να δούμε τις ειδήσεις στην Κύπρο από τη δορυφορική.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η γυναίκα του ξαδέρφου ήταν από ‘να χωριό της Καρπασίας και κρατούσε όλες τις παραδόσεις. Στον τοίχο απέναντι μας είχε ένα μεγάλο κάδρο με τις φωτογραφίες του Μακάριου και του Αυξεντίου. Πιο κάτω, σε κέντημα, η Κύπρος που την πλαισίωναν κλαδιά ελιάς κι ένα περιστέρι. Η Ισμήνη μάς έφερε γλυκά κουταλιού, καρυδάκι κι αμύγδαλο, κι όλο ρωτούσε για τους συγγενείς και τους φίλους στο νησί, τι κάνουν, αν μεγάλωσαν τα παιδιά. Σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια δεν κατέβηκαν να δουν τον τόπο τους και μάθαιναν τα νέα από την εφημερίδα της παροικίας και την τηλεόραση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άρχισε το δελτίο με πρώτη είδηση τις συνομιλίες, κάτι για πρόοδο και τις δηλώσεις του εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών. Τα νέα που με σόκαραν ήταν για τις κηδείες αγνοουμένων. Είχαν βρει τα οστά τους σε ομαδικό τάφο, ύστερα από τόσα χρόνια. Αυτό που έδειχνε στην οθόνη ήταν κάτι σχεδόν άπρεπο: Ένας κομματάρχης στην εκκλησία εκφωνούσε τον επικήδειο σαν να ήταν εκεί την ώρα του εγκλήματος. Μιλούσε μ’ ένα ύφος στομφώδες χρησιμοποιώντας ρητορικά σχήματα μιας άλλης εποχής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η μητέρα του νεκρού, υποβασταζόμενη, μέσα σε λυγμούς, στεκόταν πλάι στο φέρετρο, το οποίο ήταν δεν ήταν ένα μέτρο. Η κραυγή της, «γιε μου!», διέκοπτε κείνη τη βέβηλη φωνή. Το μικρό, σχεδόν παιδικό, φέρετρο καλυμμένο με την κυπριακή και την ελληνική σημαία, οι φαντάροι με τα όπλα υπό μάλης. Το πρόσωπο της υπέργηρης μάνας του νεκρού με τη θλίψη στο πρόσωπο, τόσα χρόνια με την ελπίδα να δει το παιδί της, καθώς της έλεγαν όλοι αυτοί. Κι η κόρη του, γύρω στα τριάντα πέντε, είπε μόνο δυο λόγια στο τέλος, «δεν σε γνώρισα, αλλά τώρα ξέρω πώς έγινε και γιατί έγινε αυτό το κακό».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάτι πήγε να πει ο ξάδερφος, τον έκοψε η Ισμήνη ότι δεν είναι πράγματα αυτά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Έτσι έγινε και με τον γιο της συννυφάδας από την Κερύνεια, έλεγε, ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη και δεν σεβάστηκαν τη γυναίκα του. Χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις ώσπου δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θυμήθηκα στη Λευκωσία, λίγο προτού φύγω για την Αγγλία. Ήταν Κυριακή πρωί και στην έρημη λεωφόρο κατέβαινε ένα τζιπ του στρατού. Μετέφερε φέρετρο αγνοουμένου με δυο φαντάρους ένθεν και ένθεν στα καθίσματα. Ήταν μια εικόνα σαν σε ταινία. Κι οι νέοι, που συνόδευαν τη σορό στο τόσο δα μικρό φέρετρο, με στολή ατσαλάκωτη και το φουλάρι στον λαιμό, δεν είχαν γεννηθεί όταν δολοφονήθηκε ο αγνοούμενος, που είχε περάσει πια στον κατάλογο των νεκρών με τη μέθοδο DNA.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι μήνες τώρα που στις εφημερίδες αναγγέλλεται η κηδεία τους με μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, τριανταπέντε χρόνια μετά, σαν να συνέβησαν μόλις χτες όλα αυτά. Τι λαμπρότητα στην κηδεία του Άγγλου στρατιώτη, η αυτοκινητοπομπή, οι επίσημοι κι ο κόσμος που αποχαιρετούσε τον Τζέημς σαν να μην είχε σκοτωθεί σε ξένη χώρα. Κι η ερημιά στην οδό Δημοσθένη Σεβέρη, όπως κατηφόριζε το τζιπ προς το κέντρο της πόλης, σαν περιφορά Επιταφίου χωρίς άνθη, σου έδινε την αίσθηση τραγικής παράστασης χωρίς τους θεατές, με τον ήλιο να φωτίζει ανελέητα αυτό το σκηνικό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μ’ έβγαλε απ’ όλες αυτές τις σκέψεις ο Νέστορας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Ώρα να πηγαίνουμε, είπε, προτού νυχτώσει, έχουμε δυο ώρες δρόμο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αποχαιρετήσαμε τους συγγενείς και φύγαμε κάπως στενοχωρημένοι με όσα είχαμε δει στην τηλεόραση. Στη σκέψη μου έμειναν τα πρόσωπα των δύο μανάδων, καμιά διαφορά στη θλίψη και στον πόνο κι ας είχαν χίλιες δυο διαφορές ο Ευέλθων και ο Τζέημς. Ο πρώτος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ στη χώρα του από ξένους εισβολείς πριν τόσα χρόνια κι ο δεύτερος πριν λίγες μέρες σε μια ξένη χώρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο αυτοκίνητο ο φίλος μού έλεγε πως ο Τζέημς έπαιζε μπάλα έφηβος στην τοπική ομάδα, «ήταν το καλύτερο σέντερ φορ και τον είχε βάλει στο μάτι η Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Αργότερα, όταν πήγε στον στρατό, ερχόταν πού και πού, κι άμα έπαιζε με την ομάδα του χωριού καμιά Κυριακή, ξεσήκωνε τους φιλάθλους με τις ντρίπλες του και τα τέρματα που έβαζε. Ύστερα τον έστειλαν στο Αφγανιστάν και σπάνια μαθαίναμε νέα του».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην πτήση Χίθροου -Λάρνακα διάβαζα ένα περιοδικό με αφιέρωμα στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Ακόμη και σήμερα ψάχνουν για αγνοουμένους κι ας έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα εκατόν τριάντα χιλιάδες ανθρώπινοι σκελετοί σε ομαδικούς τάφους. Δυο αδερφές, παιδάκια το 1936, ύστερα από εξήντα πέντε χρόνια εναπόθεσαν στο οικογενειακό οστεοφυλάκιο τα οστά δικών τους ανθρώπων που βρέθηκαν σ’ ένα πηγάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήρθε η αεροσυνοδός και μου ‘φερε την εφημερίδα που ζήτησα. Φυλλομετρώντας βρήκα την είδηση για την κηδεία των αγνοουμένων με δύο φωτογραφίες. Νέοι μιας άλλης εποχής, φαίνονταν απ’ το ντύσιμο και το χτένισμα. Ο ένας είχε άλλα οχτώ αδέρφια κι ήταν έφεδρος. Τον σκότωσαν λίγο έξω από την Κερύνεια, τη δεύτερη μέρα της εισβολής. Όταν βρήκαν το κρανίο ήταν πια βέβαιο, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι είχε συλληφθεί αιχμάλωτος. Στη φωτογραφία έγερνε κάπως το κεφάλι αριστερά, όπως συνήθιζαν να βγάζουν τότε τις φωτογραφίες. Ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών κι είχε παντρευτεί δύο χρόνια μετά που απολύθηκε από τον στρατό. Ήταν και μια άλλη είδηση στην τελευταία σελίδα για την επέτειο του βομβαρδισμού της Δρέσδης από τους Συμμάχους και στο τέλος έγραφε πως στην ανοικοδόμηση της πόλης έβρισκαν σκελετούς και ύστερα από είκοσι χρόνια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το αεροσκάφος άρχισε να κατεβαίνει. Από το φινιστρίνι φαινόταν η θάλασσα της Μόρφου κι η οροσειρά του Πενταδάχτυλου. Το νησί ανάγλυφο, χωρίς συρματοπλέγματα, φαινόταν σαν παιγνίδι. Ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού να προσδεθούμε. Όπως κατεβαίναμε, στο βάθος έβλεπες μικροσκοπικές τις νέες οικοδομές ν’ απλώνονται παντού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη. Κι ύστερα τον Τζέημς. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα ξαναπαίξει μπάλα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong>ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΑΡΙΣΣΟ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μιλάνε, πλην όμως συνεννοούνται,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί όλοι ξέρουν αυτό που κανένας τους δεν λέει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιώργος Μαρκόπουλος</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι Γενάρης και βρέχει συχνά. Το τοπίο μοιάζει φρεσκαρισμένο και τα χρώματα είναι πιο έντονα. Έχω μείνει τις δύο τελευταίες νύχτες στο Ριζοκάρπασο, γράφοντας τον πρόλογο για το βιβλίο του Κάλβου. Στο Γυμνάσιο η Μιχαέλα παίρνει τα δοκίμια του βιβλίου, τα φυλλομετράει κοιτώντας τις φωτογραφίες και μου κάνει ερωτήσεις. Χαίρεται και θέλει να μάθει το καθετί για τη ζωή του ποιητή. Κοιτάει τα γράμματά του στα ελληνικά. Της αρέσει ο γραφικός του χαρακτήρας και προσέχει πώς ενώνει μερικές φορές τις λέξεις και την ιδιότυπη ορθογραφία του. Της κάνουν εντύπωση τα πολλά ταξίδια του στην Ευρώπη και το γεγονός ότι τελικά πεθαίνει σε χώρα μακρινή. Κάποια στιγμή μου λέει, «εγώ θέλω να ζήσω στον τόπο μου, να πάω και σ’ άλλες χώρες, αλλά να επιστρέψω εδώ».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην Αγία Τριάδα, ένα χωριό πολύ κοντά στη Γιαλούσα, συναντώ τον Γιαννάκη που φοιτάει στο Δημοτικό Σχολείο του Ριζοκαρπάσου. Περνά σαν βολίδα με το καινούργιο ποδήλατο που του χάρισαν αυτές τις μέρες. Χάνεται για λίγο στους δρόμους κι εμφανίζεται πάλι για δευτερόλεπτα στον έρημο δρόμο, πατώντας τα πετάλια μέσα στη θλίψη του απογεύματος, για να χαθεί ξανά πίσω απ το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κανείς δεν βλέπει αυτό το παιδί με τα ξανθά μαλλιά που τ’ ανεμίζει ένας θλιβερός άνεμος, έτσι όπως ανεβοκατεβαίνει μες στο χωριό κάνοντας επικίνδυνους ελιγμούς σαν να πρόκειται ν’ αποφύγει κάποιο εμπόδιο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στον δρόμο για το Λεονάρισσο παιδιά των εποίκων πουλούν μανιτάρια, που τα προβάλλουν στους οδηγούς των αυτοκινήτων, ανεβαίνοντας στην άσφαλτο. Έχουν γεννηθεί στην Κύπρο… Έχω μάθει από τον κύριο Σάββα στην Αγία Τριάδα ότι στο Λεονάρισσο ζουν ακόμη τέσσερις εγκλωβισμένοι, οι τρεις γυναίκες. Στρίβω δεξιά από την κύρια οδική αρτηρία, από τ’ αριστερά πας Λυθράγκωμη και στην Παναγία της Κανακαριάς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μπαίνοντας στο χωριό σταματώ στο παρατηρητήριο των Ηνωμένων Εθνών. Είναι ένας στρατιώτης σε τζιπ, τον ρωτάω πού είναι το σπίτι της κυρίας Παναγιώτας, είμαι καθηγητής στο ελληνικό Γυμνάσιο και της φέρνω μήνυμα από συγχωριανό της. Θα με οδηγήσει αυτός και μου λέει να τον ακολουθήσω. Έχει σταματήσει ένα αυτοκίνητο δίπλα μας, φαίνεται ότι παρακολουθούν το δικό μου. Φεύγουμε κι εγώ παριστάνω τον αδιάφορο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κατεβαίνουμε λίγο πριν την πλατεία κι ο στρατιώτης χτυπά την πόρτα, ανοίγει μια γυναίκα που θα ‘ταν πολύ νέα το 1974. Στο χολ είναι η μητέρα της, ντυμένη στα μαύρα. Λέω ότι δήθεν της φέρνω χαιρετίσματα από γνωστό τους πρόσωπο, πως θα ξανάρθω, κι ετοιμάζομαι να φύγω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Δεν θα πιείτε έναν καφέ; μου λέει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ρωτάω τον συνοδό μου, αυτός απαντάει στα αγγλικά «όχι, πρέπει να επιστρέψω», μας ευχαριστεί και τον αποχαιρετώ με θερμή χειραψία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μένω κάπου δύο ώρες στο σπίτι της κυρίας Παναγιώτας. Μου αφηγείται τα περιστατικά του βίου της όλα αυτά τα πέτρινα χρόνια, πώς φύραναν σιγά σιγά οι μαθητές κι έκλεισε το σχολείο, πώς είδε την καταστροφή του ψηφιδωτού στην Παναγία της Κανακαριάς, όταν πήγε με τη Σαλιμέ τη φίλη της για ν’ ανάψει ένα κερί, όπως πήγαινε συχνά και κρυφά για να μην τη δουν. Η μάνα της, η κυρία Λούλα, σχεδόν μιλά, μόνο όταν ακούει θόρυβο έξω στον δρόμο κάτι σιγομουρμουρίζει. Μου εξηγεί η κυρία Παναγιώτα:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο φόβος, είμαστε μόνες κι έτσι αντιδρά. Από φόβο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάθεται και μου λέει γιατί δεν έφυγε, μου εξηγεί το καθετί λεπτομερώς, για τον πατέρα της που δεν έφυγε απ’ το χωριό, περιμένοντας πως θα ‘ρθουν καλύτερες μέρες, και πέθανε σπίτι του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να μείνουμεν κόρη μου, να μεν χάσουμεν τέλεια τον τόπο μας, συνεχίζει να λέει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θυμάται όταν είχαν μαζέψει τα γυναικόπαιδα για να τα εκτελέσουν. Ήρθε ένας Τουρκοκύπριος, ήταν δικαστής, μπήκε στη μέση και δεν τους άφησε. Με δυσκολία, γιατί λέγονταν διάφορα που δεν ήταν αλήθεια. Μια πρόφαση έψαχναν για να τους ξεκάνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχει πεθάνει εδώ και μερικά χρόνια, ερχόταν και μας έβλεπε πού και πού. Όταν έρχονταν Τούρκοι στρατιώτες, έκαναν έρευνες στα σπίτια και με το παραμικρό αγρίευαν. Μας ειδοποιούσαν τις γυναίκες και κρυβόμασταν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η θλίψη είναι βαθιά χαραγμένη στο πρόσωπο της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι ώρες που νιώθω να πνίγομαι. Τι έκαμα εγώ που έμεινα; Όλα πήγαν χαμένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχει σκύψει το κεφάλι της, ύστερα το ανασηκώνει πολύ αργά και ψιθυρίζει:</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Έκαμά το για τον τόπο μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σηκώνεται και μου λέει να πάμε απέναντι, να μου γνωρίσει την κυρία Νιόβη. Ανοίγει την πόρτα, στον δρόμο είναι σταματημένο ένα αυτοκίνητο, είναι το ίδιο που ήταν και στο παρατηρητήριο του ΟΗΕ. Διασταυρώνουμε τον δρόμο. Ψιχαλίζει. Είναι ένα σπίτι παλαιικό με καμάρες, σχεδόν ερειπωμένο. Σπρώχνουμε την πόρτα και βλέπουμε μια γυναίκα ντυμένη ατημέλητα, με την παραδοσιακή κυπριακή ενδυμασία, ξεθωριασμένη. Κάθεται σε μια καρέκλα μ’ ένα γατί στα γόνατά της. Θα χει περάσει τα εβδομήντα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μας ξεναγεί στο σπίτι της, η εγκατάλειψη φαίνεται με την πρώτη ματιά. Στο τελευταίο δωμάτιο είναι μισογκρεμισμένο το ταβάνι. Παλιά έπιπλα, ερμάρια, κομοδίνα και καρέκλες, που χρόνια δεν χρησιμοποιήθηκαν, γεμάτα σκόνες. Έξω στην αυλή πολλά περιστέρια, μας τα δείχνει με μιαν αθωότητα παιδιού. Τριγυρνούν από πάνω μας, άλλα είναι στους περιστερώνες στον μεγάλο τοίχο του σπιτιού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Αυτά μου κάνουν παρέα άμα δειλινιάσει και περιμένω την Παναγιώτα να πιούμε καφέ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ύστερα κάθεται με σταυρωμένα χέρια στην καρέκλα και βλέπεις τη θλίψη στα μάτια, στο χαμόγελο και στο μαύρο φόρεμά της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;">Είχαμε φτάσει νωρίς στο Τραχώνι, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα από τη Λευκωσία. Ήταν μια παλιά εκκλησία εκεί που κατεβήκαμε, και στον περίβολό της το νεκροταφείο είχε συληθεί κι οι τάφοι, κατεστραμμένοι, ήσαν θρύψαλα. Απέναντι βρισκόταν ένα καφενεδάκι όπου κάθονταν καμιά δεκαπενταριά άνθρωποι, δεν ξέραμε αν ήσαν έποικοι ή Τουρκοκύπριοι, και προτιμήσαμε να πάμε προς τα κει να πιούμε κάτι κι ύστερα να τραβήξουμε φωτογραφίες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι πιο πολλοί ήσαν ηλικιωμένοι από χωριά της Λάρνακας κι έμεναν στα γύρω χωριά, μιλούσαν ελληνικά κι ένας, Σαλί τον έλεγαν, μας χαιρέτησε και</span><br />
<span style="color: #000000;"> μας ρώτησε τι θέλαμε να πιούμε. Θα ’χε περάσει τα πενήντα και ζούσε με την οικογένειά του στην Κυθρέα εδώ και τριάντα χρόνια. Λιγομίλητος αλλά οικείος, είχε ένα βλέμμα καλοσυνάτο και μας είπε, μόλις ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια, να καθίσουμε. Θυμάμαι, πάνω που είχα καθίσει, έριξα μια ματιά τριγύρω, κάπως φοβισμένος, κι είδα τα πρόσωπά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κουβέντιαζαν στη γλώσσα τους και γελούσαν. Κάποιοι μας χαιρέτησαν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο φίλος μου είχε προχωρήσει στο εσωτερικό και φωτογράφιζε τους ναργιλέδες. Ήταν κι ένα τραπεζάκι σκεπασμένο με λινό ύφασμα κι η γυναίκα του μαγαζάτορα φορούσε ένα μεταξωτό φουλάρι, το δέρμα της ήταν κάτασπρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είδα, μετά λίγες μέρες, τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο φίλος μου κι εκτός απ’ όλα αυτά υπήρχε κι ένα κλουβί, που δεν το ’χα προσέξει. Όλο καναρίνια και το κλουβί είχε ζωγραφιές στη μια πλευρά του, γυναικείες θαλασσινές μορφές, κάτι σαν γοργόνες ή Νηρηίδες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Σαλί άρχισε να μου λέει τα καθέκαστα, πώς βρέθηκε εδώ. Τον άκουγα με προσοχή, η αφήγησή του είχε ένα ύφος ανεπιτήδευτο και τα ελληνικά του πολύ καλά. Στο χωριό του, προτού το εγκαταλείψει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιλούσε κάθε μέρα αυτή τη γλώσσα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα έλεγε όλα, με το νι και με το σίγμα, χωρίς πάθος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Στην Αλαμινό, όπου ζούσαμε, δεν είχαμε τίποτα να χωρίσουμε με τους δικούς σας και στο χωριό οι δύο μαχαλάδες δεν είχαν σύνορο. Ώσπου ήρθαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μας χώρισαν και τις νύχτες τρομάζαμε απ’ τις σκιές των δέντρων. Το καλοκαίρι του ’74 έγινε ό,τι έγινε και χάθηκαν στο χωριό τα δυο μεγαλύτερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αδέρφια μου. Ήρθαν Εγγλέζοι στρατιώτες και μας πήραν με καμιόνια στη Βάση τους, στην Επισκοπή. Στη διαδρομή περνούσαμε από δικά σας χωριά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σταματούσαν τη φάλαγγα κι έψαχναν να βρουν κάποιους δικούς μας που ήξεραν τη δράση τους και το ’χαν σκάσει την τελευταία στιγμή. Εμείς ξέραμε ότι στην Κερύνεια είχε μπει ο τουρκικός στρατός, μας το είπε ο διοικητής στο χωριό, κι ότι προχωρούν οι δικοί μας και να μη φοβόμαστε, γιατί τα μεχμετζίκ</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ’ρθουν κι εδώ. Εμείς πιστέψαμε, ώσπου έγινε το μακελειό στο χωριό και μπήκαν στη μέση τα Ηνωμένα’Εθνη, μας μάζεψαν και φύγαμε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τον άκουγα, με έναν φόβο ενδόμυχο. Σκεφτόμουν πώς θα τελειώσει αυτό το συναπάντημα. Ο φίλος μου συνέχιζε να τραβά φωτογραφίες, δεν είχε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακούσει τίποτα απ’ αυτή την αφήγηση και δεν ήξερε τη δυσάρεστη θέση στην οποία βρισκόμουν. Έφτασε ένας σε αναπηρικό καροτσάκι, μου τον σύστησε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Σαλί, και μου είπε ότι είναι τραυματίας πολέμου. Στο πέτο υπήρχε ένα διακριτικό και μου εξήγησε πως είναι το παράσημο που έχει πάρει. Κοίταξα και διέκρινα την ημισέληνο, ένιωσα στενάχωρα. Ήθελα α πω κάτι στον Σαλί, στο τέλος σιώπησα. Πώς, σκεφτόμουν, διαιωνίζονται όλ’ αυτά. Είναι η άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> όψη της τουρκικής εισβολής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήρθε ο φίλος μου και κάθισε μαζί μας, του είπα ότι ο Σαλί θέλει να πάμε στο σπίτι του να γνωρίσουμε τους δικούς του. Έχει δυο παιδιά και στο ένα έχει δώσει το όνομα του ενός σκοτωμένου αδερφού του. Με είδε που δίσταζα, κατάλαβε πόσο άβολα ένιωθα και μου είπε πως δεν έχουμε χρόνο, ίσως μιαν άλλη φορά. Αποχαιρετήσαμε τον Σαλί και τους άλλους θαμώνες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο νεκροταφείο ο φίλος μου τραβούσε φωτογραφίες, ήσαν κάποιοι τάφοι εντελώς κατεστραμμένοι. Σ’ έναν που η ταφόπετρα είχε σχεδόν αναποδογυ-</span><br />
<span style="color: #000000;"> ριστεί σε πολλά κομμάτια, διάβαζε κανείς με δυσκολία τα περιστατικά του φόνου μιας νεαρής γυναίκας είκοσι χρονών και την απόφαση του δικαστηρίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τον δολοφόνο. Δεν είχε μείνει τίποτα στο εσωτερικό της εκκλησίας, κότες κούρνιαζαν και κλωσούσαν τα αβγά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φύγαμε μ’ ένα αίσθημα κενού. Μπροστά μας απλωνόταν ο κάμπος της Μεσαορίας, δέσποζε το πράσινο και τα μεγάλα στρατόπεδα του τουρκικού</span><br />
<span style="color: #000000;"> στρατού ώς το Πραστειό. Περάσαμε από την Επιχώ, τη Γύψου, τη Λάπαθο, το Τρίκωμο, το Μπογάζι, τα Γαστριά, το Πατρίκι, τον Άγιο Θεόδωρο, την Κώμα του Γιαλού, το Λεονάρισσο, τον Άγιο Ανδρόνικο, τη Γιαλούσα και φτάσαμε στο Ριζοκάρπασο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σ’ όλη τη διαδρομή τα πάντα θύμιζαν σκηνικά μιας άλλης εποχής. Το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου που έζησε στη γη του αμέτρητα χρόνια κι έμειναν τώρα μόνο τα σημάδια της παρουσίας του για να θυμίζουν αυτό το δράμα, και τα μάρμαρα που δεν λάμπουν πια στη Σαλαμίνα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong>Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για εκδόσεις 2013</strong>&nbsp;</span></h4>
<p><span style="color: #000000;">Το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για εκδόσεις 2013, μετά από κατά πλειοψηφία απόφαση της Κριτικής Επιτροπής, απονέμεται στον Λεύκιο Ζαφειρίου για το έργο Μ’ ευλάβεια και με λύπη (εκδόσεις Γαβριηλίδης).</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σκεπτικό της επιτροπής βράβευσης:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Μ’ ευλάβεια και με λύπη περιλαμβάνει διηγήματα που αναφέρονται στις τραγικές στιγμές της ιστορίας της Κύπρου, μέσα από μια προσέγγιση στοχαστική, στραμμένη στο τραύμα, τη μνήμη και το πένθος. Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων είναι απλοί άνθρωποι, που η ματιά του αφηγητή ανάγει σε πρωταγωνιστές και θύματα των μηχανισμών της εξουσίας, σε μια πατρίδα ακρωτηριασμένη: είναι οι αδικαίωτοι εγκλωβισμένοι στο Ριζοκάρπασο, τα χαμένα παλικάρια της ΕΛΔΥΚ και οι γονείς τους που συναντώνται στον τύμβο της Μακεδονίτισσας, οι εθελοντές φοιτητές που ανέβηκαν σαν άλλοι αργοναύτες το καλοκαίρι του 1974 στο «Επιβατικό Ρέθυμνο» σε μια αποτυχημένη εκστρατεία που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της• είναι όμως και τα παιδιά που στα πρόσωπά τους διασώζεται η ελπίδα. Ο αφηγητής κινείται σ’ αυτό τον κόσμο του πένθους, έναν «λαβύρινθο χωρίς έξοδο», όχι ως ψυχρός θεατής αλλά ως συμπάσχων, συχνά σε καταστάσεις αδιέξοδες και τραγικές. Στα διηγήματα του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει ένα αυτοβιογραφικό υπόστρωμα αλλά και ένα εξαίρετο δείγμα της μετάπλασης του προσωπικού βιώματος σε λογοτεχνία. Τα διηγήματα της συλλογής δεν διασώζουν μόνο το «θρυμματισμένο πρόσωπο του νησιού», αλλά είναι ιστορίες του ανθρώπινου πόνου και κατατρεγμού που αποκτούν διαχρονική σημασία.</span></p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΑΧΡΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εφημερίδα ΒΗΜΑ 10/7/2012</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Μια μικρή κατάδυση στην ποιητική του</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την Κύπρο με συνδέει ένα παράξενο βαθύ σώμα που η ανόρθωσή του μέσα μου ξεκίνησε στα χρόνια της εφηβείας, όταν ανακάλυπτα την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, τον Οθέλλο του Σαίξπηρ, τα κυπριακά λυρικά ποιήματα της Ενετοκρατίας, τους Κύπριους συμφοιτητές μου και τα βιώματά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρ’όλο που ποτέ δεν ταξίδεψα στο νησί και δεν ξέρω αν θα έχω την ευκαιρία ποτέ να το πράξω, υπήρχε πάντοτε αυτό το σώμα που όταν το άγγιζα, αισθανόμουν πως αυτό που φαίνομαι είναι μια φρεναπάτη και πως ανήκω σε άλλα σχήματα και σε άλλα αίματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιπλανώμενος μάλιστα στα λογοτεχνικά επιτεύγματα της μετά την ανεξαρτησία εποχής για το νησί, συναντούσα εξαιρετικούς δημιουργούς των οποίων το έργο, όπως ήταν λογικό, κουβαλούσε κάτι από το πεπρωμένο αυτής της μικρής πράσινης πινελιάς στον θαλασσινό καμβά της Μεσογείου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας από αυτούς, ίσως ο σημαντικότερος κατά την κρίση μου, ήταν ο Λεύκιος Ζαφειρίου. Η πρώτη μου «συνάντηση» μαζί του πραγματοποιήθηκε στις σελίδες μιας ανθολογίας για τη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση, την οποία προλόγιζε ο ίδιος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι, μου δόθηκε το έναυσμα να αφουγκραστώ βήμα με βήμα τον τόνο μιας γνήσια ποιητικής φωνής, η οποία για σχεδόν πενήντα χρόνια αγωνίζεται να καθαρίσει τις λέξεις από την καθημερινή τους σκόνη. Με αφορμή λοιπόν τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Λεύκιου Ζαφειρίου από τον εκδοτικό οίκο «Γαβριηλίδης», θα επιχειρήσω να εισβάλω στις αρτηρίες της ποιητικής του, με την ελπίδα πως θα μπορέσω να υφαρπάξω λίγο από το οξυγόνο που ήδη μεταφέρουν ως ακριβή κληρονομιά στις επόμενες γενιές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια πρώτη παρατήρηση αφορά το πολιτικό στίγμα της ποίησης του Ζαφειρίου. Από την άποψη αυτή δεν αποκλίνει από τους ποιητές της λεγόμενης «γενιάς της εισβολής».</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δράμα της Κύπρου, διαποτίζει άλλοτε άμεσα [κι η Κύπρος /ασύνορη μνήμη φονικού /στην άκρη της Μεσόγειος] κι άλλοτε έμμεσα τα ποιήματα [Είσαι μέσα μου / χωραφάκι που /τ’ ανοίγουν τα σπλάχνα κομπρεσέρ /το παραγεμίζουν μπετόν και ραντάρ – ], περισσότερο ως επώδυνη μνήμη, ως υπενθύμιση μιας άρρωστης εποχής που συνεχίζει να μολύνει το παρόν [Κι ο πιτσιρικάς –πήχτρα το αίμα / στα ρούχα του –άνοιγε λάκκους, /τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα / στους κροτάφους στη μνήμη / βαθιά ως το μέλλον]. Συχνά μάλιστα ο ποιητής καταφεύγει σ’ έναν ωμό τρόπο, εγκλωβίζει το συναίσθημα μέσα σε σκληρές λέξεις, για να δώσει στο φως βαθύτερες τις πληγές του λαού του [Οι νεκροί βρομούσαν από’να / μίλι μακριά, ήταν ανελέητο / το τελευταίο καλοκαίρι – /τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων / τις στέγες των σπιτιών].</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ίδια ένταση επιτυγχάνεται με την προσωποποίηση του δράματος σε ζωντανές μορφές: οι μαυροντυμένες γερόντισσες παρουσιάζονται ως μελανόμορφες μνήμες που προεκτείνονται στα πάθη του νησιού [μαυροντυμένες κι οι δυο /πλάι στο δέντρο /κάτω απ’ τον ίσκιο του δέντρου / ανεξίτηλες μνήμες / σαν την άλλη της Κύπρου].</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις αγγίζουν η μοναξιά, η θλίψη, η νοσταλγία για τον αγαπημένο τόπο, η πικρία για τα στοιχεία της παράδοσής τους που φαντάζουν αταίριαστα σ’ έναν κόσμο εντελώς ξένο [Είναι σε ξένο τόπο μόνες / χωρίς χειρόγραφα της μνήμης / ονειρεύονται πίνοντας καφέ / Είναι ώρες που νιώθουν να πνίγονται, τη μοναξιά].Οι αγνοούμενοι εμφανίζονται ως οι πανταχού παρόντες σύντροφοι που ενώ μοιράζονται με τους άλλους μικρές καθημερινές συνήθειες, δοκιμάζουν να συντρίψουν τη δύναμη των όπλων με τις ανυπότακτες λέξεις τους [Εσύ δεν χαμογελάς / προσπαθείς ν’ αρθρώσεις / μια λέξη / που να μη συνθλίβεται / από οδοστρωτήρες κι ερπύστριες].Οι νεκροί πάλι αρθρώνουν κραυγές διαμαρτυρίας για την καπήλευση των αγώνων τους, για το παρελθόν που με τόση ελαφρότητα αφέθηκε στα χέρια κάποιων κι εκφυλίστηκε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε άλλα σημεία την οργή και το πάθος αντικαθιστά μια έντονη ειρωνεία, με την εισαγωγή παράταιρων στοιχείων σ’ ένα ιδεώδες σκηνικό και με τη χρήση ισχυρών αντιθέσεων. Στο ποίημα «Τουριστικός οδηγός Κύπρου» η ειδυλλιακή εικόνα του νησιού με τις φυσικές ομορφιές και τους ανέμελους τουρίστες υπονομεύεται από την παρουσία των τεκμηρίων της φρίκης [φυλάκια, πολυβολεία, βόμβες ναπάλμ, πανάθλια ραντάρ], ενώ στο «Αρνητικό για τον Άρη Βελουχιώτη» σαρκάζονται ο συμβιβασμός των άλλοτε επαναστατών και ο ξεπεσμός των κάποτε σημαντικών γεγονότων σε στιγμές που στοιβάζονται μαζικά στα ψυγεία του μυαλού, για να αναλυθούν αργότερα εκ του ασφαλούς. Σημαντική θέση στους στίχους του ποιητή κατέχουν και τα εγκαταλειμμένα κτήρια, σπίτια κι εκκλησίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αυτούς τους χώρους, ο Λεύκιος Ζαφειρίου απελευθερώνει μια σιωπή ομιλούσα, μια δύναμη που προσπερνά την απουσία των ανθρώπων και υψώνεται σε υπέρτατο υπαρξιακό νόημα. Στο «Σπίτι με τις Λεύκες» δύο αντίπαλες εικόνες διεκδικούν το έπαθλο της τελικής εντύπωσης στο μυαλό του αναγνώστη: από τη μία η αποσύνθεση με τους σκελετούς, τα σπασμένα κάδρα και τα τσαλακωμένα βιβλιάρια καταθέσεων, κι απ’ την άλλη η ανάταση, το φως, η ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο «Πέτρινο σπίτι με τα περιστέρια» τα σύνορα ανάμεσα στο παιδί και το κτίσμα συγχέονται σκόπιμα, για να αναδυθεί η παράλληλη διαδρομή τους: Το παιδί είναι ξυπόλυτο, με σπασμένη φυσαρμόνικα, νεκρό, ένα φάντασμα που επιστρέφει στον αγαπημένο τόπο. Και το σπίτι αντίστοιχα είναι χωρίς στέγη, με τ’ άδεια δωμάτια, με παράθυρα χωρίς πλαίσιο, νεκρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην «Παναγία την Κανακαριά» επιπλέον αξιοποιείται με έξυπνο τρόπο η παράδοση σύμφωνα με την οποία ένας Σαρακηνός χτύπησε με μαχαίρι το ψηφιδωτό της Βρεφοκρατούσας Παναγίας κι αμέσως έτρεξε αίμα. Το αίμα αυτό γίνεται ο κρίκος ανάμεσα στο παλιό και στο τωρινό χτύπημα, με τους πολιτισμικούς θησαυρούς της κατεχόμενης Κύπρου ανυπεράσπιστους, χωρίς όνομα, απομεινάρια μιας κάποτε κραταιάς ζωής. Παράλληλα όμως με τον «θρυμματισμένο κόσμο της Κύπρου», ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου, ιδιαίτερα στην πρώιμη παραγωγή του, κατέχει και η μετεμφυλιακή Ελλάδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα ποιήματα αυτά ο ρεαλισμός του ποιητή θυμίζει εκείνον του Μανώλη Αναγνωστάκη. Τα περιττά φτιασίδια εκτοπίζονται από τη συνταγή της σύνθεσης του ποιήματος, η κάθε λέξη μοιάζει με σφαίρα από ένα πιστόλι που στοχεύει πρωτίστως στο μυαλό και ακολούθως στην καρδιά, γενναίες δόσεις πικρίας δυναμώνουν την ένταση της ανάγνωσης, χώροι και ημερομηνίες αποκτούν ποιητική διάσταση [Κι η Ελλάδα /τουριστικό κέντρο / κέντρο μετακομιστικού εμπορίου / και διερχομένων μεγιστάνων / Μπορντέλα στη Σοφοκλέους, πάροδος Αθηνάς].</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ίδιος άλλωστε αποκαλύπτει το στίγμα του ως δημιουργού σε αρκετά ποιήματα με αυτοαναφορικό περιεχόμενο: Επιμένει να οριοθετεί τις λέξεις με το δικό του τρόπο, να μένει στην αληθινή τους τάξη [Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις / δώσε τους μια όποια σημασία /κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι / με μια δική σου τάξη μέσα μου /Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω / την ελευθερία ελευθερία /τον φόνο φόνο]. Ομολογεί ότι η ποίηση χάνει την αθωότητά της σε δύσκολους καιρούς [Μα όταν η ελευθερία χάνεται / η ποίηση γίνεται / σπαθί και ντουφέκι]. Θεωρεί το ποίημα ως αυτόνομη οντότητα που γεννιέται πριν από την έκθεσή μας στην όποια εμπειρία [Όπως σε νύχτα μακελειού / οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων / έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο /πριν από μας / κερδίζει τις λέξεις].</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλάι βέβαια σ’ αυτή την ποίηση που κρατά μαχαίρι, υπάρχει και το λυρικό πρόσωπο του Λεύκιου Ζαφειρίου, το τρυφερό κομμάτι της δημιουργίας του. Εκεί οι λέξεις γαληνεύουν, μεταφέρουν τη βαθιά συγκίνηση του ποιητή απέναντι στα θαύματα της ζωής του, λύνουν τα πανιά της ευαισθησίας του και την παραδίδουν στον άνεμο μια πηγαίας έμπνευσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τα ποιήματα «Ένα παιδί ονειρεύεται στην αυλή του Δημοτικού σχολείου» [Κατρακυλάει το φεγγάρι / ασημένια βήματα / στις σκάλες τ’ ουρανού / πριν τα μεσάνυχτα] και «Κυπριώτικο Α» [Είσαι μέσα μου / τρυφερό κλωνάρι / ραγισμένο γυαλί / που κινδυνεύει να θρυμματιστεί / λευκό γιασεμί στο σκοτάδι].Στα ποιήματα που έχουν ως σημείο αναφοράς τους τον έρωτα, ο τόνος γίνεται πιο «επιθετικός», με την έννοια ότι ο ποιητής δεν συνομιλεί απλώς με το ερωτικό ρίγος, αλλά του επιτίθεται απ’ όλες τις μεριές του σώματος και το αναγκάζει να παραδώσει τα πιο εκλεκτά συστατικά του. Έτσι, η ερωτική πράξη γίνεται μια μικρή κοσμογονία, ένας σεισμός που ορίζει εκ νέου την επιφάνεια των σωμάτων [Βεγγαλικά σέρνει στην κάμαρα ο έρωτάς σου / και στα φιλιά μας / ποτάμια παφλάζοντας / διασχίζουν τη νύχτα] [Θαλασσινή μικρή σειρήνα / με σπρώχνεις στον έρωτα /καθώς αναδύεσαι μέσα σου / φιλί φιλί ανοίγοντας / όλα τα κρυφά μουσικά παράθυρα / του κορμιού σου σε μένα].</span><br />
<span style="color: #000000;">Αξίζει ακόμη να παρατηρήσουμε ότι στην ποίηση του Λεύκιου Ζαφειρίου ορθώνεται συχνά ένα «Εσύ», δηλωτικό της ανάγκης του ποιητή να δένει τον εαυτό με τα πρόσωπα και τα πράγματα και να καθρεφτίζει σ’ αυτά τις προσωπικές του διαθέσεις. Το σχήμα του αποδέκτη παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία: ένα απροσδιόριστο εσύ, μια ιστορική μορφή, ένας ασήμαντος ήρωας, το αντικείμενο του πόθου, ο άγνωστος παραλήπτης μιας επιστολής, η μάνα, η ποίηση, οι αγαπημένες πόλεις [Λευκωσία, Αθήνα, Λάρνακα], το φεγγάρι της Κύπρου, το πλήθος, ο Κύπριος αγνοούμενος, η Κύπρος ολάκερη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα δε ποιήματα της ύστερης περιόδου εμφανίζονται συχνά άλλοι δημιουργοί, λατρεμένες μορφές από το χώρο της ποίησης ή της ζωγραφικής [Κάλβος, Καρυωτάκης, Σολωμός, Βαν Γκόγκ] με τις οποίες συνομιλεί ο ποιητής, σκάβοντας σε καθοριστικές λεπτομέρειες της ζωής τους ή εντάσσοντας σπαράγματα του έργου τους στο δικό του, δίνοντάς τους μιαν άλλη πνοή, μια καινούργια ζωή σ’ ένα ξένο σώμα. Ολοκληρώνοντας τη μικρή αυτή περιήγηση, θα ήθελα να τονίσω ότι ο Λεύκιος Ζαφειρίου δεν είναι από τους ποιητές που παγιδεύονται στο ατομικό τους σύμπαν, μεταμφιέζοντας τις όποιες εκρήξεις συμβαίνουν εκεί σ’ εκθαμβωτικό θέαμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποίησή του μοιάζει με αγκαθωτό στεφάνι που τρυπάει επώδυνα τη μνήμη και λερώνει με σκληρές εικόνες τον εφησυχασμό μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαζί με τ’ αγκάθια της όμως φανερώνει και τρυφερούς βλαστούς. Αποκαλύπτει ένα γήινο αίσθημα, έναν εσωτερικό λυρικό γαλαξία γεμάτο από μικρούς πλανήτες μουσικής και φωτιάς.</span></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Μ’ ευλάβεια και με λύπη</span></strong></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΛΚΗΣ ΡΗΓΟΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η ΑΥΓΗ 20 Ιουλίου 2014</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαράντα χρόνια μετά…,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τούτος ο στίχος -γραμμένος ειδικά γι’ αυτό το νησί της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου- εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια θαρρείς πως συμπυκνώνει, προφητικά, με μια εκπλήσσουσα πληρότητα, εικόνες, λόγους, χρόνους κι ανθρώπους. Κι ίσως και να εξηγεί το βαθύτερο λόγο…</span><br />
<span style="color: #000000;">ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Μ’ ευλάβεια και με λύπη,</span><br />
<span style="color: #000000;">«…η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί…»</span><br />
<span style="color: #000000;">Γ. Σεφέρης, Μνήμη Α’</span><br />
<span style="color: #000000;">Τούτος ο στίχος -γραμμένος ειδικά γι’ αυτό το νησί της νοτιο-ανατολικής Μεσογείου- εδώ και πάνω από εξήντα χρόνια θαρρείς πως συμπυκνώνει, προφητικά, με μια εκπλήσσουσα πληρότητα, εικόνες, λόγους, χρόνους κι ανθρώπους. Κι ίσως και να εξηγεί το βαθύτερο λόγο, που κάθε ήρεμη φωνή για το Κυπριακό χάνεται είτε μέσα στην γενικότερη αδιαφορία ή μέσα στο θόρυβο μιας ακατάσχετης και άχρονης πατριδοκάπηλης επιλεκτικής ρητορείας. Μιας ρητορείας που αναπαράγεται τέτοιες μέρες, εδώ και σαράντα χρόνια από την τουρκική εισβολή, συνήθως λησμονώντας ότι αυτή βρήκε πρόσχημα το χουντικό προδοτικό πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπου Μακάριου, ή απλά «Μούσκου», σύμφωνα με την ορολογία των χουντικών «υπερπατριωτών». Ρητορεία που εντείνεται επίσης κάθε φορά που μια προσπάθεια επίλυσης, κάποιο σχέδιο διαλόγου μεταξύ των δύο σύνοικων κοινοτήτων πάει ν’ αρχίσει… Μια νέα δίοδος επικοινωνίας ν’ ανοίξει… Ρητορεία μιας εθνικιστικής κινδυνολογίας περί σχεδίων αφανισμού του Ελληνισμού, «βαθυστόχαστων» γεωστρατηγικών αναλύσεων, πολιτισμικών αλλοιώσεων και, πρόσφατα, διεθνικών οικονομικών επιπτώσεων, λόγω ΑΟΖ και κρίσης. Ρητορεία που το μόνο που πάντα λησμονεί είναι οι άνθρωποι, οι κάτοικοι τούτου του βίαια χωρισμένου μαρτυρικού νησιού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόντρα σ’ αυτές τις κυρίαρχες αντιλήψεις, τις επιλεγμένες σιωπές που πληθαίνουν, η κατάθεση του φίλου Λεύκιου Ζαφειρίου, με αυτό τον γλυκόπικρο τίτλο, έρχεται με την χαμηλόφωνη, λιτά σπαραγματική της γραφή -που στο βάθος πονάει πιότερο- να μας θυμίσει ανάκατα, στα 16 μικρά κείμενα που την συναποτελούν, χθεσινά σημερινά και απώτερα, μέσα από μνήμες δικές του και άλλων καθημερινών ανθρώπων και από τις δύο μεγαλύτερες κοινότητες. Μια που όπως γράφει: «Χωρίς μνήμη είναι όλα τίποτα. Χάνονται»</span><br />
<span style="color: #000000;">Μνήμες λοιπόν ενός «θρυμματισμένου κόσμου, σε μια πατρίδα ανάπηρη στις γάζες» όπως και ο ίδιος μετά το τροχαίο ατύχημα στα κατεχόμενα, που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, αδύναμος μπροστά στη δικαστίνα της τουρκοκυπριακής διοίκησης, όπου ο μπατζανάκης του τουρκοκύπριου μεταφραστή του Γιουτζιέλ, τρέχει αθόρυβα να καταθέσει την χρηματική εγγύηση για να μην κρατηθεί…</span><br />
<span style="color: #000000;">Μνήμες που εμπλέκονται με άλλες από την Αγγλία, τις έρευνες του για τον Κάλβο, την κηδεία ενός άγγλου στρατιώτη -το κομμάτι δίνει και τον τίτλο του βιβλίου- από ένα χωριό κοντά στο Σέφιλντ που σκοτώθηκε στο Αφγανιστάν, τον πόνο της μάνας του. Πόνο αντίστοιχο με εκείνον των μανάδων στην Κύπρο στις κηδείες των αγνοουμένων – που… βρέθηκαν πρόσφατα και ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο του DNA τα οστά τους- και τους «βέβηλους λόγους των κομματαρχών [που] ήταν σάμπως σε προεκλογική μάζωξη … ώσπου μια μάνα που χρόνια την έπαιρναν στις συγκεντρώσεις [για τους αγνοούμενους] δεν άντεξε άλλο και πήγε μόνη της να σκάψει τον τάφο και να τον ξεθάψει»</span><br />
<span style="color: #000000;">Μνήμες από τον τραγέλαφο της επιστράτευσης την ώρα της εισβολής, το άδοξο ταξίδι του επιβατικού «Ρέθυμνος», που αντί της Κύπρου κατέληξε στην …Ρόδο, την ανατίναξη με βενζίνη της σπηλιάς/κρησφύγετο του Γρηγόρη Αυξεντίου, την θολή εικόνα που είχε, στα οχτώ του, του Χάρντινγκ στο Κυβερνείο, και τόσα ακόμη, όπως εκείνη η συγκλονιστική ιστορία ενός κορακιού, του «Πίνδαρου», που η μικρή του Κερά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ώρα της φυγής από την Αμμόχωστο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μνήμες ενός αποσπασματικού ημερολόγιου με ανάκατα καταχωρημένες εγγραφές 40 χρόνων -«παριστάνω τον Μιχαλιό του Καρυωτάκη εν ζωή» – από το 2004 για το 1967, ή ακόμα παλιότερες, του 1964, και την παρουσία σε κηδεία δύο δολοφονημένων αξιωματικών του τότε λοχαγού Ιωαννίδη… Αλλά και άλλες από τη «Γιορτή των Ανθέων» ή εκείνη των «Πορτοκαλιών», στην τότε ζωντανή Αμμόχωστο. Για τους ελλαδίτες φαντάρους και τις φωτογραφίες τους, που έβγαζε ένας εστιάτορας στη Λευκωσία και σήμερα μονολογεί «πως χάθηκαν τόσα παιδιά … Χωρίς να ξέρουν τι μπάχαλο είχαν καταντήσει οι άλλοι την πατρίδα και πως τα έσερναν σε σφαγή». Ή οι αναφορές για τον «Τύμβο της Μακεδονίτισσας», για γνωστούς δρόμους, γειτονιές και στέκια της Λευκωσίας, που και εσύ έχεις περπατήσει, και που η λιτή γραφή σε κάνει να διαβάζεις φωναχτά με ένα πνιγμένο δάκρυ στην άκρη των ματιών σου .</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα ποιο συγκλονιστικές είναι εκείνες από το κατεχόμενο «Ριζοκάρπασο» και το άνοιγμα του εκεί Γυμνασίου, όπου βρέθηκε ως καθηγητής από την πρώτη μέρα ο Λεύκιος συνοδεία του ΟΗΕ, το σκίσιμο, μπροστά στους λιγοστούς μαθητές, συγκεκριμένων σελίδων από όλα τα βιβλία Λογοτεχνίας της Γ’ Τάξης, σύμφωνα με όσα αναγράφονταν σε έγγραφο του τουρκικού στρατού, τις οποίες οι κατοχικές «Αρχές» δεν πρόλαβαν να λογοκρίνουν πριν σταλούν… Μια μαθήτρια, η Χρυσοβαλάντη, δεν αντέχει το θέαμα, «ένας καθηγητής την απομακρύνει … κάθεται σ’ ένα σκαλοπάτι … Δεν ξέρεις αν κλαίει ή αν κοιτάει στο βάθος τον ορίζοντα του δικού της τόπου που πια δεν της ανήκει… Ένας αξιωματικός του ΟΗΕ θέλει να ξηλώσει τα διακριτικά από το πουκάμισό του γι’ αυτό που βλέπει». Μα «είναι κι άλλες ιστορίες σ’ αυτό το σχολείο αλλά και στο Ριζοκάρπασο που πρέπει να καταγραφούν. Αφορούν του τελευταίους ανθρώπους που έμειναν εκεί να μας θυμίζουν οικεία κακά και το τέλος ενός ολόκληρου κόσμου που κοντεύει να μην είναι πια δικός μας»</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιστορίες που μέρος τους καταγράφει -κάτω από τη στενή παρακολούθηση των τουρκικών μυστικών αστυνομικών- με σεβασμό: «είναι ένας μονόλογος κοφτός, τα λόγια βγαίνουν από μόνα τους, η ανάγκη να μιλήσεις με λέξεις όσες αρκούν να δώσουν το μεδούλι της ψυχής». Την διήγηση για τον τουρκοκύπριο δικαστή που απέτρεψε κάποιες ομαδικές εκτελέσεις. Ή εκείνη για τον έποικο Ορχάν που έσωσε το χωριό από την προβοκάτσια δυο εποίκων, οι οποίοι ύψωσαν μια ελληνική σημαία στο Δημοτικό Σχολείο, κατονομάζοντάς τους. Για τους «έρημους αυτούς ανθρώπους [που] φέρανε από τα βάθη της Τουρκιάς … και τα παιδάκια τους τρέχουνε ξυπόλυτα και νηστικά. Καμιά φορά τους δίνουμε να φάνε είναι κρίμα να τ’ αφήσεις σ’ αυτή την άδικη κατάρα»</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μια τελευταία καταγραφή από τις τόσες που κάνουν το διάβασμα αυτού του μικρού βιβλίου του Λεύκιου συναρπαστικό, για όσους οι λέξεις συνεχίζουν να έχουν περιεχόμενο: «την πρώτη χρονιά [στο Γυμνάσιο του Ριζοκάρπασου] είπαμε να γιορτάσουμε την 28η Οκτωβρίου. Είχαμε κάποιες φωτογραφίες, τα παιδιά έφεραν κρυφά στις τσάντες τους δάφνη και μ’ αυτήν αφού έκλεισαν την πόρτα της αίθουσας, στόλισαν τις φωτογραφίες του Δαβάκη, του Μανώλη Γλέζου και άλλων. Κι όταν τέλειωσαν η ομιλία και τα τραγούδια, στο τέλος της γιορτής, πολύ σιγανά, είπαν τον Εθνικό Ύμνο. Μας θύμισαν τη φωνή στον ραδιοφωνικό σταθμό των φοιτητών. Λίγο προτού γκρεμίσει το τανκ την πύλη του Πολυτεχνείου».</span><br />
<span style="color: #000000;">Υ.Γ. Αυτό το βιβλίο θα το ένοιωθε βαθύτερα -και ίσως και τούτη την γραφή- η φίλη και σύντροφος χρόνων που μας έφυγε πρόσφατα, Αννίτα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΣΑΪΝΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">oanagnostis.gr, 24.4.2014</span><br />
<span style="color: #000000;">«Κιβώτιο… από πολύτιμον έβενο»</span><br />
<span style="color: #000000;">«είχαν βρει ασήμι στις αλυκές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γι΄ αυτό οι Φράγκοι, Βένετοι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οθωμανοί κι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γέμισαν την παραλία κουσουλάτα», 24</span><br />
<span style="color: #000000;">«Μ΄ ευλάβεια και λύπη» προετοιμάζει ο Φοίβος τη σωρό του νεκρού με τις πρέπουσες τιμές, γράφει εκείνος ο ποιητής με το χαρακτηριστικό ύφος και «την αλεξανδρινή λοξή ματιά στο μετέωρο βήμα της ιστορίας». Με ευλάβεια και λύπη σκύβει και ο Λεύκιος Ζαφειρίου στην «μετέωρη θλίψη» της εξακολουθητικής κυπριακής τραγωδίας. Ταξιδεύοντας από την Αμμόχωστο στην Καρπασία και από το Λάουθ και το Λονδίνο στο Σέφιλντ την Αθήνα ή τη Λευκωσία, ακούει χαρισματικούς αφηγητές και γεννημένους παραμυθάδες και καταγράφει με ευσυνειδησία αφηγήσεις, ιστορίες αλλά και δικές του μνήμες. Η κατάληξη του διηγήματος που δίνει τον τίτλο στη συλλογή δίνει και τον ελεγειακό της τόνο: «Θυμήθηκα τον στίχο του Μπόρχες: Ένα πράγμα μόνο δεν υπάρχει, είναι η λήθη». Και εδώ το βουβό εσωτερικό πένθος δεν αφορά τους «δικούς» αλλά έναν «ξένο»: ο νεαρός Άγγλος από την οικογένεια ανθρακωρύχων που ανδρώθηκε στην εποχή της θατσερικής επέλασης του νεοφιλελευθερισμού σκοτώνεται στο μακρινό Αφγανιστάν. Στο μυαλό του αφηγητή συναντά τους αγνοούμενους του ισπανικού εμφυλίου αλλά και τους δικούς μας. Με τον ίδιο τρόπο, στον «Θρυμματισμένο κόσμο» τα θύματα των τουρκοκύπριων συναντούν τους ανωνύμους και επώνυμους Έλληνες: δίπλα στους Αυξεντίου, Καραολή αλλά και σε «εκείνον τον νέο που ανέβαινε στον ιστό με το τσιγάρο στο στόμα» οι νεκροί και οι αγνοούμενοι και από τις δύο πλευρές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Ζαφειρίου και οι αφηγητές του διαρκώς επιστρέφουν στις μοιρασμένες πατρίδες τους, έναν νόστο «σε λαβύρινθο χωρίς έξοδο» (σ. 89). Διαρκώς γυρίζουν είτε πραγματικά είτε φαντασιακά ως ξένοι στον ίδιο τον τόπο που τους γέννησε, ο οποίος μπορεί ακόμα να «μυρίζει γιασεμί», αλλά ποιος μπορεί να πει ότι ακόμα «λειτουργεί το θάμα» (Σεφέρης);. «Θρυμματισμένο το πρόσωπο του νησιού» (σ. 153), σήμερα, βαθιά πλέον και ανεξίτηλα σημαδεμένο από τη βία της ιστορίας, όπως τα χαραγμένα «από τον χρόνο, όχι τον οποιοδήποτε χρόνο» (σ. 160) πρόσωπα των εγκλωβισμένων στα κατεχόμενα. Το ξετύλιγμα των προσωπικών ιστοριών διασταυρώνεται με την Ιστορία, οι καθημερινές μικροϊστορίες τέμνονται από τις ιστορικές συντεταγμένες τους, την αποικιοκρατία, τις δικτατορίες, τη διχοτόμηση. Πάνω από αυτό το χρονικό συνεχές μετεωρίζονται οι πολλά περίλυπες ιστορίες του Ζαφειρίου που μπορεί να αφορούν το σήμερα αλλά αποκτούν το βάρος μιας «άχρονης πραγματικότητας» (σ. 87). Όλα δίνουν την εντύπωση ενός χώρου εκτός τόπου και χρόνου, με τα πρόσωπα και τα πράγματα ακινητοποιημένα σε μια «νεκρή ζώνη», στη μαύρη στιγμή των «γεγονότων», σε ένα αδιαίρετο, άχρονο, άχωρο και αιώνιο παρόν. Αυτή η αιώρηση πάνω από το ιστορικό αμετάβλητο συνεχές απεικονίζεται αφηγηματικά και στο αποσπασματικό «Κυπριακό ημερολόγιο» (σ. 124-135), που αντιστρέφοντας τις συμβάσεις του είδους κινείται αλλοπρόσαλλα μπρος πίσω στον χρόνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάπως έτσι προκύπτουν τα αφηγήματα της συλλογής. Μια σειρά θολές εικόνες, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, μνήμης και λήθης, όπως στον λήθαργο που ανοίγει και κλείνει την αναδρομή στην πόλη-φάντασμα, την «περιφραγμένη πόλη» («Η Αμμόχωστος σε όνειρο») ή όπως εκείνες οι παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του εστιάτορα στο «Προπύλαια», δίνοντας συνολικά την «αίσθηση του μη πραγματικού», την «αίσθηση σκηνικού αρχαίας τραγωδίας χωρίς τους ανθρώπους» (σ. 103). Οι «πολιτικές τσαπατσουλιές» (σ. 56) και η τραγελαφική κατάσταση στο χειρισμό του Κυπριακού έκδηλες και στην αποτυχημένη αργοναυτική εκστρατεία του «Επιβατικού Ρέθυμνου» που σαν άλλο Πλοίο των τρελών περιπλανιέται με τους εθελοντές φοιτητές στη Μεσόγειο, χωρίς να φτάσει ποτέ στον προορισμό του («Επιβατικό Ρέθυμνο»).</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο κέντρο της συλλογής τα καλβικά «βάρβαρα νέφη» προσθέτουν τον δικό τους τόνο στο φάσμα της μετέωρης θλίψης της ιστορίας. Το «Μια μέρα στο Λονδίνο», με μότο από τη λανθάνουσα ωδή «Ελπίς πατρίδος» αναφέρεται στις εμπειρίες της έρευνας για το έργο του Κάλβου στην Αγγλία.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Κιβώτιο» «από πολύτιμον έβενο», η συλλογή αφήνει τον αναγνώστη με τη «στυφή γεύση της ιστορίας» (σ. 38) στο στόμα και το «αίσθημα κενού» (σ. 173) χαμηλά στο στομάχι. Ο ποιητής, πεζογράφος και φιλόλογος Ζαφειρίου σαν τον καβαφικό αφηγητή των «Ενδυμάτων» αποφασίζει εδώ να συγκεντρώσει ευλαβικά τα «ενδύματα» μιας ολόκληρης ζωής, «ενός ολόκληρου κόσμου» (σ. 173) στο μπαούλο της μνήμης, τώρα μάλιστα που όλα μοιάζουν «όλως διόλου τελειωμένα» και «μια σχεδόν τελεσίδικη ανατροπή» έχει επέλθει (σ. 175). Μόνη αντίσταση στην ισοπεδωτική επέλαση της λήθης η ατέρμονη ανάγνωση της πονεμένης μνήμης. Γιατί, φυσικά, «χωρίς μνήμη είναι όλα τίποτα. Χάνονται.» (σ. 98).</span><br />
<span style="color: #000000;">Επιστρέφουμε στο σπίτι της κυρίας Παλεττούς και της δίνουμε το κλειδί. Το πρόσωπό της χαραγμένο από τον χρόνο, όχι τον οποιοδήποτε χρόνο. Το χαμόγελο πολύ δύσκολα διαγράφεται στα χείλη της. Το τσεμπέρι κρύβει τ’ άσπρα της μαλλιά, τα γερασμένα μάτια της σε κοιτούν σαν μικρού παιδιού. «Περιμένω τριάντα χρόνια να έρτουν και δεν ήρταν. Θα τους περιμένω όσον καιρό θα είμαι ακόμα ζωντανή να έρτουν να τες διορθώσουν τες εικόνες στους τοίχους. Και τον καβαλάρην Άγιον που είναι πολλά όμορφος, μας λέει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Η Αυγή», 15.4.2014</span><br />
<span style="color: #000000;">Με ευλάβεια και λύπη», ένα σπάραγμα στίχου από το καβαφικό ποίημα η «Κηδεία του Σαρπηδόνος», επιλέγει ο Λεύκιος Ζαφειρίου, να ονομάσει τη συλλογή διηγημάτων του που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Ο αναπότρεπτος θάνατος όπου ο Δίας δεν μπορεί να επέμβει. Μένει μόνο η απόδοση των ταφικών τιμών στο αγαπημένο σώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως εάν η Κύπρος είναι το νεκρό «σώμα» και ο συγγραφέας εν αδυναμία μπροστά στις θανάσιμες χαρακιές της Ιστορίας. Αντί να καθαρίσουν όμως, όπως στο ποίημα, «από τις σκόνες και τα αίματα» οι πληγές, επανέρχονται εφιαλτικά οι εικόνες. Ξαναζεί την Ιστορία αφηγούμενος προσωπικές μαρτυρίες είτε μαρτυρίες άλλων. Όλα συγχέονται μεταξύ τους, ποιος τα έζησε, ποιος τα είπε σε ποιον και ποιος τα μετέφερε, επαναλαμβάνοντας εσαεί το δράμα, μνημειώνοντας και αποτίοντας τιμές στον αγαπημένο νεκρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών για το «Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου», αναγνωρισμένος ποιητής της γενιάς της εισβολής με πλούσιο ποιητικό έργο, συγγραφέας του αφηγήματος Οι συμμορίτες για τη δράση των παιδιών στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Άγγλων στην Κύπρο, ο Λεύκιος Ζαφειρίου με το έργο του συνθέτει τον κόσμο της πατρίδας του, ταυτίζεται ψυχή τε και σώματι μαζί της. Της παραχωρεί πολυτραυματισμένο το σώμα του. Ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα καθ’ οδόν προς το Ριζοκάρπασου όπου δίδασκε τους λιγοστούς εγκλωβισμένους Ελληνοκύπριους μαθητές στο Γυμνάσιο και δεν πρόκειται πλέον για λογοτεχνική μεταφορά. Οι ταλαιπωρίες από την εξάντληση, οι αφόρητοι πόνοι από τα τραύματα, οι ανακρίσεις στα Κατεχόμενα. Σωματοποιημένη μεταξύ μνήμης και λήθης η κάθοδος στον Άδη του Λεύκιου, στα όρια της απώλειας της συνείδησης, ένα συγκλονιστικό παιχνίδι της μοίρας που ενοποιεί το σώμα του και το κείμενό του. Αριστουργηματικός λόγος εν υπνώσει, σε απόσταση και εξ επαφής με την πραγματικότητα. Συγκλονισμός στην εμπειρία στης ανάγνωσης και της πρόσληψης ακόμα και όταν για τον Ελλαδίτη αναγνώστη δεν είναι τόσο γνωστά τα γεγονότα…</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφηγήσεις για το ανεπίστρεπτο, το ανεπανόρθωτο που καταργούν τον χρόνο: εμπειρίες από τη φοιτητική ζωή, από τις ταραχές πριν την εισβολή, κηδείες με τις λάμπες λουξ στο νεκροταφείο της περιοχής, και την εποχή της αποικιοκρατίας αλλά και μετά, σκελετοί σε ομαδικούς τάφους, φωτογραφίες αγνοουμένων, εικόνες απώλειας και ερήμωσης της Αμμοχώστου, οι σελίδες των σχολικών βιβλίων που σχίζονται από τη λογοκρισία των δυνάμεων εισβολής, ημερολόγια που παλινδρομούν καταργώντας τον χρόνο…</span><br />
<span style="color: #000000;">Μικρές ιστορίες ανθρώπων που ξετυλίγουν το μπερδεμένο κουβάρι τους στον καμβά της μεγάλης ιστορίας… Μπαρ ο Μαύρος Γάτος, το επιβατικό «Ρέθυμνο» με τους εθελοντές Κύπριους… Τα ονόματα των χωριών αλλαγμένα, να μη θυμίζουν τίποτα ελληνικό. Λαϊκά πανδοχεία ύπνου, το μαυροπούλι ο Πίνδαρος που αναγκαστικά το εγκαταλείπουν οι κύριοί του στην εκκένωση της Αμμοχώστου. Όπως ο παπαγάλος που απήγγελλε Όμηρο και αυτός είχει μείνει πίσω τότε στο Γυμνάσιο της Αμμοχώστου στο διήγημα του συμπατριώτη του Νίκου Νικολάου Χατζημιχαήλ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα πουλιά στο ρημαγμένο σπίτι της εγκλωβισμένης κυρίας Νιόβης, η μοναξιά και η επιμονή της να μην εγκαταλείψει τον τόπο της…</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην αποστασιοποιημένη γλώσσα της λήθης, ενθυλακωμένη η τρυφερότητα ενός χαμένου χρόνου. Η παιδική ηλικία. «Ένα παιδί που διασχίζει την ομίχλη», ένα παιδάκι που κλαίει στο σκοτάδι στην ανεμόσκαλα ενός πλοίου. (Ο αφηγητής ως παιδί με τα πουλιά, στους Συμμορίτες, ζητά από τη μάνα του να τον πάρει από το σχολείο την πρώτη μέρα – «τσίου μανούλα μου, πάμε να φύγουμε».)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο θάνατος του παιδιού -του θανάτου του εγκλωβισμένου τετράχρονου Αλέξανδρου- που συντρίβεται στις μυλόπετρες της Ιστορίας. Από την πλευρά του κοριτσιού στην αφήγηση για τον Αυξεντίου, η ψυχολογική βία που είχε δεχτεί η μικρή Βασιλική από το Φικάρδου, ένα χωριό κοντά στο κρησφύγετο του ήρωα, από τους πάνοπλους στρατιώτες που την ανέκριναν. Η έφοδος του αποικιοκρατικού στρατού στο οικοτροφείο με τα μικρά παιδιά. Λόγχες που καρφώνονται στα παιδικά στρώματα -ανήμπορες οι δεσποσύνες που τα φρόντιζαν- κραυγές στην ξένη γλώσσα- «να γιατί δεν την έμαθα ποτέ αυτή τη γλώσσα» ομολογεί, χρόνια μετά, ο συγγραφέας.</span></p>
<p>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/05/%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b6%ce%b1%cf%86%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%85-3/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>1</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
