<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B1%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Thu, 11 Jul 2024 13:48:46 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/11/%ce%b8%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%87%cf%89%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/11/%ce%b8%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%87%cf%89%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 21 Nov 2023 22:12:47 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=20204</guid>

					<description><![CDATA[ΑΝΤΑΜΩΜΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ Ποιητές της Θεσσαλονίκης διάβασαν ποιήματα δικά τους και Κυπρίων ομοτέχνων τους για τις δύο πόλεις,στη ΖΩΓΙΑ &#8211; βιβλίο τσάι και συμπάθεια. Τα ποιήματα επιλέχτηκαν από τους Ποιητικούς Διαλόγους.Τους ποιητές και τις ποιήτριες τους παρουσίασε η ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη.Φυσαρμόνικα ο Κώστας Βασιλειάδης. ΕΝΟΤΗΤΑ 1η ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΗΣ ΦΑΝΗ &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/11/%ce%b8%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%87%cf%89%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h5 style="text-align: center;"><strong>ΑΝΤΑΜΩΜΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ</strong></h5>
<p></p>
<p>Ποιητές της Θεσσαλονίκης διάβασαν ποιήματα δικά τους και Κυπρίων ομοτέχνων τους για τις δύο πόλεις,<br>στη ΖΩΓΙΑ &#8211; βιβλίο τσάι και συμπάθεια. Τα ποιήματα επιλέχτηκαν από τους Ποιητικούς Διαλόγους.<br>Τους ποιητές και τις ποιήτριες τους παρουσίασε η ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη.<br>Φυσαρμόνικα ο Κώστας Βασιλειάδης.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-20209" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/20231120_203552-225x300.jpg" alt="" width="225" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/20231120_203552-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/20231120_203552.jpg 480w" sizes="(max-width: 225px) 100vw, 225px" /></p>
<p style="padding-left: 80px;">
</p><h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 1η ΚΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΗΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20214" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/3-1-300x225.jpg" alt="" width="353" height="265" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/3-1-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/3-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 353px) 100vw, 353px" /></p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΑΥΤΗ Η ΠΟΛΗ&nbsp; ( ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ)</strong></p>
<p>Απ’ το παράθυρο<br>το ‘ξερε, το ‘νοιωθε<br>άφησε πίσω<br>την πεπατημένη οδό<br>βάδισε σε στενά σοκάκια<br>από την Άνω πόλη ως τον Λευκό Πύργο<br>δυνατός ο Βαρδάρης<br>επαναλάμβανε με τα χείλη της<br>σύμφωνα και φωνήεντα<br>που σχημάτιζαν με τ’ όνομα την ιστορία<br>έφτανε ν’ ατενίσει τον Θερμαϊκό<br>τα νερά του που αμέσως γίνονταν κύματα από λέξεις<br>ποιήματα που σμίγαν<br>στον παρόντα ενιαίο χρόνο<br>θα μπορούσε να μείνει έτσι εκεί ακίνητη<br>μπροστά στη θάλασσα…<br>να καρτερά, να προσδοκά ν’ αποχαιρετά<br>χέρια και πόδια δεν υπήρχαν<br>όλα είχαν γίνει αυτή η πόλη.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΡΕΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΒΑΡΩΣΙ ΜΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</strong></p>
<p>Την δική μου Πόλη δεν την ξέρει κανείς.<br>Βαρώσι μου, Αμμόχωστος, ολάνθιστε καημέ μου,<br>Βαρώσι μου, Αμμόχωστος και φως των ομματιών μου,<br>στον ύπνο μου έρχεσαι συχνά, πικρό παράπονο μου.</p>
<p>Έχεις τα μάτια σου κλειστά, τα χείλη σου σφιγμένα<br>και στα λυτά σου τα μαλλιά αηδόνια ξεχασμένα.<br>Πες μου πού να ‘ρθω να σε βρω, πού να σε συναντήσω,<br>κει που σε ‘κρύψαν οι καιροί ένα φιλί ν’ αφήσω.</p>
<p>Έχεις τα μάτια γαλανά, μάτια μου δακρυσμένα,<br>έχεις στο σώμα σου πληγές, τα χέρια ματωμένα.<br>Και της ψυχής τα τραύματα, βαθιά στη γη κρυμμένα<br>πόσα σου πήραν οι καιροί, πόσα χρωστάν κι εμένα…</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20235" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/2-300x225.jpg" alt="" width="367" height="275" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/2-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/2.jpg 640w" sizes="(max-width: 367px) 100vw, 367px" /></p>
<p style="padding-left: 40px;">
</p><h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΞΑΝΘΙΠΗ ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΑΓΑΠΗ ΓΕΝΕΘΛΙΑ</strong></p>
<p>Σε αναζήτησα<br>Αγκομαχώντας σ&#8217; έφτασα ως το ν σου<br>Με προσπέρασε η νεότης σου εκεί<br>Στο δέρμα των χεριών σου τ&#8217; αρυτίδωτο<br>Ψυχορραγώντας<br>κάτω από τις στέγες<br>για μια σταγόνα<br>Σώμα να δώσω που αρνήθηκα<br>μιας κι ο νους δρασκέλιζε πέρα απ&#8217; τα κάστρα</p>
<p>Σε έχασα<br>σε πολιτεία βουερή<br>κρύφτηκες<br>Αγάπη κλειδωμένη στα υπόγεια<br>Σκέψεις γενέθλιες ν&#8217; ανεβαίνουν<br>ψηλά μέχρι το η του ήλιου σου</p>
<p>Σε ξαναβρήκα<br>σε μέρες που δεν έπιανε το κρύο<br>κι η μελαγχολία<br>ήταν απλώς ένα υφάδι μεταξένιο<br>Να σε κοιτώ κατάματα στα κύματά σου<br>αρχίζοντας απ&#8217; την αρχή<br>από το θ του Θερμαϊκού σου</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ</strong></h5>
<p><strong>ΟΝΟΜΑ ΠΟΛΗΣ</strong></p>
<p>ΜΗΠΩΣ μιας πόλης όνομα η Αμμόχωστο είναι ψεύτικη;<br>Τεχνητό χώρισμα χώρου και γη της ουτοπίας;<br>Χρόνος από άμμο ψιλοδουλεμένη<br>καθώς κοιτάζεις τους λευκούς μαστούς;</p>
<p>Ποιος θα &#8216;λεγε το αντίθετο;<br>-Λησμόνησες τους πρόσφυγες<br>που στέκονται αντικρύ της και τη χαιρετάν.<br>ξέρουν να κλαίνε, την καρδιά τους να ραγίζουν<br>με βότσαλα της Θάλασσας, τη μηχανή τους έχουν<br>του αυτοκίνητου και του τρακτέρ ξεκινημένη<br>μετωπικά προς τα φυλάκια των Τουρκώνε,<br>στα τεθωρακισμένα των οχτρώνε.</p>
<p>Πώς ομιλείς &#8211; εσύ, δε 8α το πίστευα!-<br>γι&#8217; αυτούς που είναι σαν φίλοι και αδελφοί.</p>
<p>Με παρεξήγησες, υποκριτή αναγνώστη.<br>Βλέπω μονάχα, την Αμμόχωστο ίσως, και αγαπώ<br>9α ζήσουμε μαζί ο θάνατος κι η ζωή,<br>το ξέρω, το πιστεύω, κάνω και γραμμάτιο.<br>Τι, δεν υπάρχει θάνατος μήτε κι οχτρός και πλάνη<br>γι αυτό την είπα ψεύτικη την πόλη,<br>την πόλη που γεννήθηκα σαράντα αιώνες τώρα.</p>
<p>Όμως, όταν κοιτάζω με τα κιάλια<br>την ανεπαίσθητη του στήθους της ρωγμή,<br>όταν απ&#8217; τη μεθυστική πνοή της κρίνω πόσα<br>πλοία βουλιάξαν ή πετρώσανε κι ανθρώπους<br>βλέπω τριγύρω «να το σπίτι μου» εκφωνώντας,<br>τι να σου κάνω; Θλίβομαι, ακριβαίνω,<br>χειρίζομαι τη λέξη με βαριά καρφιά,<br>φωνάζω «εχθρός» αυξαίνοντας τη 8λίψη<br>της ουτοπίας &#8211; οι λέξεις σου με σφάζουνε<br>δυνάστη της Αγάπης, Κύριέ μου, τραπουλόχαρτο.</p>
<p>Ένυλη πλάση φέγγει γύρω στα μαλλιά σου.<br>Προσφέρουμε νερό, γλυκό και χάδι.<br>Όμως εσύ τι δίνεις, έ; Μια πόλη σου ζητάμε,<br>αν είναι αυτή που ζήσαμε τα ωραία μας χρόνια<br>ή που την παρατήσαμε στ&#8217; αλώνια.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20216" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5-225x300.jpg" alt="" width="328" height="437" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5.jpg 480w" sizes="(max-width: 328px) 100vw, 328px" /></p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΔΥΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></p>
<p>Θα πιούμε τον καφέ μας<br>στη Δυτική Θεσσαλονίκη<br>Κάτω από τα λευκά καζάνια<br>του πετρελαίου<br>Στον ίσκιο του θανάτου<br>Στο λευκό καπνό των φουγάρων<br>Στη λίμνη με τα νεκρά πουλιά<br>να ψάξουμε τη χαμένη ομορφιά<br>μίας σιωπηλής άνοιξης<br>Να είναι νύχτα<br>μη δούμε τα κορμιά μας<br>να βάφονται μαύρα<br>σαν τους κορμοράνους<br>Το φεγγάρι θα πνίγεται<br>στα δηλητήρια<br>Το λευκό θα έχει χάσει<br>την αθωότητά του<br>Η αύρα θα αναζητά τη θάλασσα<br>Κι όλοι μας στις καφετέριες<br>με μάσκες<br>θ’ ανταλλάσσουμε την ψυχή μας<br>με τη μυρωδιά του καφέ<br>του βασιλικού και του ρόδου</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΜΑΚΡΙΔΟΥ</strong></h5>
<p><strong>FAMAGUSTE</strong></p>
<p>Μες στους αφρούς της φουρτούνας σου<br>διαλύθηκε η γαλήνη<br>στο ακρογιάλι πού νόμιζα ήρεμο<br>της θάλασσας εκείνης.<br>Με χέρια απλωμένα προς εσένα<br>προσμένω κάθε καλοκαίρι,<br>Ελένη, της ψυχής μου Παρθένα,<br>ν’ ανοίξω της καρδιάς σου το δεφτέρι.<br>Από της Δερύνειας το δίπατο<br>ματογιάλια τα μάτια μου ανάπηρα<br>ν’ ατενίζω των Τούρκων το βάδισμα<br>και της καρδιάς σου το χτύπο.<br>Μέσα στον ύπνο μου τρομάζω<br>το ευαγγέλιο της μοίρας που διαβάζω<br>βουβό της καμπάνας το κτύπημα,<br>πόλη του Ευαγόρα φάντασμα.<br>Άφησ’ τα χέρια σου να ’ρθουν<br>με τα δικά μου να σμίξουν<br>προτού γυρίσει ο άνεμος<br>και πάρει την πνοή μου.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20217" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6-225x300.jpg" alt="" width="325" height="433" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6.jpg 480w" sizes="(max-width: 325px) 100vw, 325px" /></p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></p>
<p>Πυγολαμπίδες<br>δρόμο ανοίγουν<br>προς τη θάλασσα<br>και η μνήμη<br>τα πεζοδρόμιά σου<br>ασβεστώνει.<br>Άνεμος φυσάει.<br>Ομίχλη είναι<br>ή καπνός<br>αυτή η αντάρα;<br>Ζευγαρωμένες μοναξιές<br>πυρπολούνται<br>στη θάλασσά σου<br>το ηλιοβασίλεμα.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΝΤΙΝΑ ΠΑΓΙΑΣΗ-ΚΑΤΣΟΥΡΗ</strong></h5>
<p><strong>Προς Αναγνώστη I</strong></p>
<p>Τι να σου πω.<br>Νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνά<br>σαν θυμάμαι εκείνα τα πράσινα περιβόλια<br>με τις πορτοκαλιές και τις κίτρινες ανταύγειες,<br>νιώθω μια έξαψη να με κυκλώνει<br>σαν θυμάμαι τα χρώματα του ορίζοντα<br>και κείνες τις θαλασσινές διακυμάνσεις,<br>νιώθω ένα παράξενο τρεμούλιασμα<br>σαν θυμάμαι τις γήινες μυρουδιές<br>και κείνο το καφετί χώμα,<br>υγρό ακόμα στις παλάμες μας,<br>νιώθω θυμό<br>και απελπισία απέραντη<br>καθώς αναλογίζομαι<br>πόσοι και πόσοι ποιητές ασέλγησαν στο όνομά της<br>πόσοι και πόσοι ποιητές εκτονωθήκανε στο όνομά της.<br>Μα κυριότερα,<br>πόσοι και πόσοι ποιητές ΔΕΝ θ’ αντισταθούν στο όνομά της.<br>Και το όνομα αυτής: Αμμόχωστος.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 2η&nbsp; &nbsp;ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20219" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/7Α-001-300x225.jpg" alt="" width="399" height="299" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/7Α-001-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/7Α-001.jpg 640w" sizes="(max-width: 399px) 100vw, 399px" /></p>
<p>Τα ποιήματα διαβάστηκαν από τη Μαρία Πισιώτη</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ</strong></h5>
<p><strong>ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ</strong></p>
<p>Θα μπορούσε να είναι<br>μια φλέβα στον καρπό μου<br>ή ένα αιλουροειδές<br>Μία πινακίδα οδοσήμανσης<br>Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες<br>Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς<br>Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια<br>Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά<br>Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο<br>Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι<br>Χθες ή αύριο<br>Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας<br>ανθρώπων την ώρα της αιχμής</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</strong></h5>
<p><strong>Η ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΣΕ ΟΝΕΙΡΟ</strong></p>
<p style="padding-left: 200px;">Στη Μαίρη</p>
<p>Δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο στο συρματόπλεγμα<br>δεν ονειρεύεται το αρχαίο θέατρο στη Σαλαμίνα<br>το επαρχιακό δικαστήριο που ανεβαίνει<br>με δεκανίκια τα σκαλοπάτια του –<br>ατενίζει τα βενετικά τείχη<br>χωρίς να ονειρεύεται τίποτε<br>ούτε την Πύλη του Οθέλλου<br>ούτε τα ερωτικά σονέτα του Σαίξπηρ<br>ούτε τη Δυσδαιμόνα να στέκεται στις πολεμίστρες<br>δεν ονειρεύεται τη θάλασσα<br>με τα πλοία που αναχωρούν<br>τις λεπίδες από οψιανό<br>και τα κύπελλα από ανδεσίτη<br>στο αρχαιολογικό Μουσείο<br>δεν ονειρεύεται την Αμμόχωστο<br>ούτε το Ελληνικό Γυμνάσιο άδειο<br>χωρίς τους μαθητές του<br>ούτε τις περιτειχισμένες γειτονιές της πόλης<br>που τις διασχίζουν ερπετά<br>ούτε την ποδηλάτισσα που κυκλοφορεί</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20220" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/8-001-300x225.jpg" alt="" width="399" height="299" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/8-001-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/8-001.jpg 640w" sizes="(max-width: 399px) 100vw, 399px" /></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ</strong></h5>
<p><strong>ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΙΝΤΡΙΒΑΝΙΟΥ</strong></p>
<p>Ένα κομψοτέχνημα το σιντριβάνι<br>με τον ψηλό οβελίσκο και τις γωνίες του<br>φωτισμένο τη νύχτα.<br>Γύρω η πλατεία του, κι ό,τι λίγο φαίνεται<br>από τις συστάδες των δέντρων της Ευαγγελίστριας<br>και την άνω πόλη που ανηφορίζει.<br>Το βλέπω στο πέρασμά μου<br>από έναν κάθετο δρόμο εκεί γύρω –<br>και είμαι ξεθεωμένη<br>έχοντας μόλις τελειώσει το ωράριο<br>στο επάγγελμα που κάνω.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΧΑΙPETE ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</strong></p>
<p>Τα στήθη ισοπεδώθηκαν σε κίνηση μπουλντόζας<br>στις πέτρας την απόγνωση<br>οπού εκυμάτιζε ολογάλανο νερό<br>και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα<br>Δημοκρατίας και Κέννετυ γωνία.</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20221" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/9-001-300x225.jpg" alt="" width="399" height="299" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/9-001-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/9-001.jpg 640w" sizes="(max-width: 399px) 100vw, 399px" /></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΜΥΛΟΙ ΑΛΑΛΤΙΝΗ</strong></p>
<p>Ξημερώματα.<br>Στο πέρας της λεωφόρου των Εξοχών<br>ανάμεσα σε προξενεία και επαύλεις<br>φάντασμα αλευρωμένο<br>σε καμινάδα μπαινοβγαίνει που καπνίζει<br>ακούει για άρτων πολλαπλασιασμούς και μειδιά.<br>«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν<br>και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων<br>δώδεκα κοφίνους πλήρεις…»<br>Όμως εκείνο επιμένει<br>πως άλλο θαύμα καθημερινό διακινεί<br>να ψυχωθεί ό,τι τινάζεται από το σώμα του ύπνου<br>ακμαίο να παραδοθεί στην ανθρωποθυσία.<br>[Σκιά είναι κι ας φαντάζεται<br>σκιά είναι κι ας λέει…]</p>
<p>Χρόνια μετά, στη συμβολή<br>Κάλλας, Ανθέων, Λασκαράτου<br>κουφάρι παλατιού<br>δαγκώνει το νερό δυο πυρκαγιών<br>κρότους σταρένιου σκοταδιού ελευθερώνει<br>αλέθει τη σκόνη των παλιών βηματισμών<br>δεν ησυχάζει.</p>
<p>Κι αν κηρυχτώ σε αφάνεια<br>η πείνα δεν θα κηρυχθεί.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</strong></h5>
<p><strong>Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ</strong></p>
<p style="padding-left: 160px;">στον πατέρα μου</p>
<p>Κατά το σούρουπο μπήκαμε στην Αμμόχωστο.<br>Τω καιρώ εκείνω<br>τα τείχη των Φράγκων αλλάζανε χρώμα.<br>Πιο πίσω η θάλασσα και το λιμάνι<br>μια διαλεκτική ανθρώπου χρόνου<br>μέσα στο αναμμένο ηλιοβασίλεμα.<br>Εδώ<br>καμιά φωνή δεν ξεπερνά την ηχώ της.<br>Κι όμως,<br>θα πω για σε περίκλειστη κόρη<br>με τα φλιτζάνια γυμνά στα τραπέζια<br>κι όλα τα ρούχα σου απλωμένα<br>σ’ ένα κουλουριασμένο συρματόπλεγμα.<br>Κλάμοντα,<br>βυθίζω τα χέρια στον άλλο χρόνο<br>να πάρω λίγη από την άμμο σου.<br>Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα, κόρη,<br>να σ’ αγκαλιάσω;<br>Αγαπημένη,<br>αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας<br>για τα σπασμένα μου<br>δάχτυλα.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 3η&nbsp; &nbsp; Η ΠΟΛΗ ΓΕΝΝΑ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<h5>&nbsp;</h5>
<h5><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20222" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/10-001-225x300.jpg" alt="" width="350" height="467" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/10-001-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/10-001.jpg 480w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΕΙΣ</strong></p>
<p>Ψυχρή νύχτα Γενάρη,<br>αδέσποτα σκυλιά,<br>νυχτερινές παρέες αλλοδαπών,<br>η πλατεία Ρωμαϊκής αγοράς να γίνεται<br>πλατεία Δικαστηρίων και τούμπαλιν,<br>κι εγώ, το πολύ είκοσι,<br>να πίνω το φεγγάρι στα μάτια σου.</p>
<p>Ξεροσταλιάζεις γωνία ταβέρνας και καφέ,<br>έρχομαι και θέτεις θέμα ημερήσιας διάταξης,<br>επέτειος, κρουασανάκια σοκολάτας<br>έγκλειστοι μετανάστες στη Νομική<br>ένας ξενώνας παρακμή στη γειτονιά μου<br>σέρνεται αθόρυβα η απεργία πείνας.</p>
<p>Μέσα σε λίγα σύννεφα λοξά μηνύματα μου στέλνεις,<br>προδότρα σελήνη,<br>όλο μισά και θαμπά, των υπαινιγμών σελήνη.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ</strong></p>
<p>Εσύ που με το αλφαβητάρι της θάλασσας στο χέρι<br>μου ’μαθές γραφή κι ανάγνωση<br>τη γεύση τού αχινού<br>το φιλί της αχιβάδας<br>το κυμάτισμα των φυκιών<br>και τα μικρά τα πράσινα τα ξέφωτα<br>απ’ όπου έμπαινε ορμητικά το πέλαγος<br>πού χάθηκες και ποιός<br>πρωτοστατεί τώρα στα κύματα<br>πώς μ’ άφησες κι έφυγα<br>συλημένη κι ελεύθερη μες στους νεκρούς<br>σφίγγοντας τα δικά σου λόγια τ’ απογεύματα<br>τού Αη Μέμνιου στην ατέλειωτη σειρά με τ’ αυτοκίνητα<br>πού κάθε τόσο σταματούσαν οι εθνοφρουροί</p>
<p>«Προσδοκώ ανάσταση των αμμουδιών» είπες<br>στην ’Αμμόχωστο στο έμπα του Σεπτέμβρη<br>τραβιέται πίσω η θάλασσα και σχηματίζονται μικρές λίμνες</p>
<p>Μη μου μιλάς για το βαθύ κρεβάτι<br>το σπίτι με τις αγριοσυκιές<br>τις πέτρες τις αστραφτερές<br>και τις επαναληπτικές φωνές<br>σε λίγο θα ’ρθουν οι βροχές<br>κι ή παραλία θα ’ναι έρημη χωρίς σκιές</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20224" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/7-001-225x300.jpg" alt="" width="348" height="464" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/7-001-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/7-001.jpg 480w" sizes="(max-width: 348px) 100vw, 348px" /></p>
<p>Τα ποιήματα διαβάστηκαν από τη Μαρία Πισιώτη</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΡΟΥΧΟΣ</strong></h5>
<p><strong>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΥΣΗ</strong></p>
<p>μνήμη Τάκη Κανελλόπουλου</p>
<p>Κρατάς ακόμα τη Σαλονίκη<br>σα μια κούπα ζεστό καφέ,<br>στη γνώριμη θέση σου,<br>κάπου στην παλιά παραλία…</p>
<p>Κι η Σαλονίκη<br>-μια άλλη Αντριάννα-<br>κρατώντας σε απ’ το χέρι,<br>σε γυρνάει στις ρούγες και στις γειτονιές<br>που αγάπησες όσο τίποτα,</p>
<p>για να σ’ αποθέσει<br>στην άκρη του πιο ματωμένου σύννεφου<br>καιν’ ανηφορίσεις την τελευταία μοναχική σου πορεία…</p>
<p>Και οι Χαμένοι Έρωτες<br>κι όλοι οι αποχαιρετισμοί του κόσμου<br>ακόμα κι αυτό το «τελευταίο μυστικό»<br>κι εκείνη η παντοτινή «θεία τρέλα»,<br>σε ζωγραφίζουν πλοίο στο λιμάνι που φεύγει<br>και το ξεκινάνε,<br>γιορτάζοντας έτσι, εκεί,<br>την τελευταία σου δύση,<br>φίλε…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΙΚΗ ΚΑΤΣΑΟΥΝΗ</strong></h5>
<p><strong>ΜΝΗΜΗ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ</strong></p>
<p>Κι ύστερ’ ανοίγει τα παράθυρα<br>και μπαίνει<br>αγκάλες ήλιου<br>και κλωνάρια φεγγαριού<br>μεσ’ στα σεντόνια τα σκορπάει<br>κι ευωδιάζουν σαν άστρα<br>σε λειβάδια τ’ ουρανού.<br>Κι ύστερα κλείνει τα παράθυρα<br>και μένει<br>μελτέμι μέντας<br>που ξεστράτισε γι’ αλλού<br>κι άλλαξε γνώμη, «εδώ μ’ αρέσει», λέει<br>μοιάζει σα’ θάλασσα, σαν μύθος<br>του βυθού,<br>που κρύβονταν μεσ’ σ’ όστρακο αρχαίο<br>και δεν γινότανε να ειπωθεί<br>παρά για λόγο απόκοσμο, σπουδαίο<br>κρυφά, γλυκά, χωρίς ν’ ακουστεί.<br>Ανοίγει τα παράθυρα και μπαίνει<br>νάμα σα’ νόημα που κάπου με καλεί<br>άκουσμα γνώριμο από την Αγία Ζώνη<br>κιούλι μυρίζει και γιασεμί.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20225" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/11-225x300.jpg" alt="" width="351" height="468" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/11-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/11.jpg 480w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<p>Τα ποιήματα διαβάστηκαν από τη Σοφία Τσακμάκη</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΟΛΗ</strong></p>
<p>Στο γέρμα τώρα, αλλάζει σπίτι, αλλάζει πόλη, μετακομίζει.<br>Τι νόημα έχει τώρα πια η εμμονή στις αναμνήσεις<br>τι απογίνανε εκείνες οι ανεπιστρεπτί παλιές δεκαετίες<br>τα ραντεβού στο Πεϊνιρλί της Εγνατίας με τη Μαρία<br>οι νυχτωδίες οι καντάδες της οδού Σαχτούρη<br>τα ψιλικά του μπαρμπα-Ιωακείμ, οι πάστες στου Λίγδα<br>της Βενιζέλου η τάβλα με τα καβούρια του κυρ-Παντελή…<br>Τα μαγαζάκια εκείνα τώρα κλείσανε. Κλείσαν οριστικά.<br>Καινούρια μεγαθήρια πουλάνε μέρα νύχτα<br>χορδές με το κιλό και βιομηχανικό πεϊνιρλί κιθάρες γιαπωνέζικες.<br>Οι γωνιές των δρόμων δεν κρύβουν πια στις κόχες τους παιδιά ερωτευμένα.<br>Φώτα αναιμικά της Τσιμισκή που φώτιζαν την ατελείωτη βόλτα<br>το συνεχές πηγαινέλα από τη Διαγώνιο στου Τερκενλή<br>γίνανε τώρα προβολείς χιλιάδων βατ για αμέτρητα αυτοκίνητα.<br>Κι οι φίλοι γίνανε τω είδει αγνώριστοι ή φύγαν ένας ένας.<br>Οι κούκλες συμμαθήτριες σταφίδιασαν και σκέβρωσαν<br>κίτρινα μάτια ο Στέλιος από τη χοληστερίνη<br>ο Λάμπρος δύο εμφράγματα, ο Μίμης πέντε μπαϊπάς<br>ο Μάρκος και ο Νίνος χρόνια τώρα αγέρας.<br>Λέξεις μόνο για λεξικά: ο πετροπόλεμος οι καταβρεχτήρες<br>η σκαλομαρία τα σλόου στα πάρτι με βερμούτ,<br>τόποι που γίναμε άνδρες και γυναίκες πια ανύπαρκτοι: το Σέιχ-Σου<br>η Ρέμβη η Χαβάη η Κουίντα το Water Lilly η Romantica.<br>Άλλαξε πρόσωπο η πόλη, δεν είναι πια εκείνη η δικιά του.<br>Κι αν η Κυψέλη ήταν τόπος αλλωνών, αν η Φυλής<br>δρόμος μακρύς και άλλων ερώτων κόχη γέννησης<br>τώρα τις προσεγγίζει δισταχτικά, ψαύει των άλλων τα πάθη<br>διαβάζει νύχτες και πρωινά τον πηγαίο τους κώδικα<br>τώρα στο γέρμα τα φαντάζεται δικά του, τα ασπάζεται<br>σαν νέα πίστη, τα υιοθετεί στη νέα του βρεφοδόχο.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ</strong></h5>
<p>ΣΑΛΑΜΙΝΙΑ</p>
<p>Ἄνθρωποι τύχης εἴδωλον ἐπλάσαντο,<br>πρόφασιν ἰδίης ἀβουλίης [Αριστοτέλης]</p>
<p>Τι τύχη κι αυτός<br>Να βλέπει έτσι την πόλη του!<br>Για την ακρίβεια<br>Ένα μέρος της πόλης<br>Μια λωρίδα χρυσή αμμουδιά<br>Καταπράσινα περιβόλια<br>Να κρέμονται<br>Από έναν θαλασσή ουρανό<br>Τα κάτω άκρα άνω<br>Φυτεμένα σὲ συντρίμμια<br>Τα άνω άκρα κάτω<br>Με τα δάχτυλα τεντωμένα.<br>Η πατρίδα ανάποδα γυρισμένη<br>Χώρεσε στην παλάμη του.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20227" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/101-300x225.jpg" alt="" width="363" height="272" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/101-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/101.jpg 640w" sizes="(max-width: 363px) 100vw, 363px" /></p>
<p>Τα ποιήματα διαβάστηκαν από τη Δήμητρα Τζάρα</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p><strong>[Στον ξενύχτη σταθμό της Σαλονίκης]</strong></p>
<p>Στον ξενύχτη σταθμό της Σαλονίκης<br>βαγόνια προσεγγίζουν πολίτες<br>Προσεγγίζω κι εγώ τη θητεία<br>με τα δυο επιμήκη χέρια μου ράγες<br>Δάκρυα δικών συστάσεις μεγάλων<br>χωρισμοί κάθε είδους αγάπης αργύρια<br>πληγώνουν επίμονα τη μνήμη μου<br>Θολά τα μάτια κι ο νους μου ξένος<br>κι η καρδιά μου στου πόνου τη μέγγενη<br>Τιμητική φρουρά<br>στην αποπλέουσα νεκροφόρα δίπλα<br>οι λίγοι φίλοι του Βασίλη<br>που με επιβιβάζουν τώρα<br>Οι δικοί μου φίλοι<br>στις αγορές εργασίας πια<br>πασκίσουν να γεμίζουν γογγίζοντας<br>τα τρύπια πιθάρια της επιβίωσης<br>μ’ ένα πτυχίο πήλινο<br>καταλληλότερο για προθήκες μουσείων<br>Οι στιγμές καρφώνονται στους λεπτοδείχτες<br>μπροστά σε προβολείς σαδιστές<br>Θα ταξιδέψω μουγγός απόψε<br>Μαχαίρι πτυσσόμενο σε εκτύλιξη το ταξίδι<br>και το μισό ΚΑΡΕΛΙΑ του Περικλή<br>με εχτελεί τελεσίδικα</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ</strong></h5>
<p><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</strong></p>
<p>Ι</p>
<p>Όταν σε αντίκρισα<br>το πρώτο που πρόσεξα<br>ήταν μια πολιτική στρουθοκάμηλος<br>με το κεφάλι χωμένο<br>στην άμμο της παραλίας σου<br>για να γλυτώσει δήθεν<br>από τον οργισμένο Τεύκρο.</p>
<p>ΙΙ</p>
<p>Αφού παραμέρισα τα κλαδιά των στίχων<br>σε είδα, Βασίλισσα,<br>με φθαρμένη από τον χρόνο στολή<br>χωρίς το στέμμα σου<br>να κάθεσαι ολομόναχη<br>στην αμμόχωστη παραλία ξυπόλητη<br>το δάγκωμα του φιδιού στη φτέρνα εμφανές<br>ενώ πιο κάτω<br>είδα τ’ αποδιωγμένα παιδιά σου<br>να παλεύουν μαζί του<br>να το καταπατούν<br>και να του συντρίβουν το κεφάλι.</p>
<p>V</p>
<p>Επειδή και στη δική σου περίπτωση<br>περίσσεψαν τα λόγια και υστέρησαν τα έργα<br>σήμερα που σε πολιορκούν ξανά<br>θα υψώσω την ντροπή μου<br>στον Πύργο του Οθέλλου<br>για δημόσιο εμπτυσμό<br>θα κρατήσω ενός λεπτού σιγή<br>σ’ ένδειξη αγανάκτησης<br>και μετά να συνταχθώ<br>με τον Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο<br>για την υπεράσπιση σου,<br>Αμμόχωστος μου.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 4η Η ΠΟΛΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20230" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/10103β-300x225.jpg" alt="" width="351" height="263" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/10103β-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/10103β.jpg 640w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</strong></h5>
<p><strong>(Ἀπὸ τὸ «Χρονικὸ τοῦ πάντοτε τελευταίου θανάτου»)</strong></p>
<p>Ἔρχομαι τώρα ὁ αὐτουργὸς τῆς μνήμης<br>μὲ μία βέργα ἀπὸ κρανιὰ καὶ τὸν σουγιὰ<br>νὰ χώνεται στὴ μαλακή της φλούδα,<br>μιὰ χαρακιὰ ἐδῶ, μιὰ ἄλλη ἐκεῖ<br>νὰ δέσει σχῆμα ὁ μαίανδρος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν νόστο<br>σ’ ἕναν ὁρίζοντα ποὺ πιὰ δὲν ἔχει ἡλικία,<br>νὰ δέσει σχῆμα ὁ καπνός ‒χνῶτο παιδιοῦ<br>στὸ τέρμα τῆς ὁδοῦ Μοναστηρίου,<br>μὲ τὶς τσιγγάνες νὰ φουμέρνουνε τὰ ἄφιλτρα,<br>τοὺς ἑλιγμοδηγοὺς ν’ ἀλλάζουν βάρδια,<br>μὲ τ’ ἄλογα νὰ σέρνουνε στὴ δημοσιὰ τὰ κάρα<br>ἀχάραγα στὴ λαχαναγορά, Βαρδάρη, Λαγκαδᾶ,<br>τὰ καρφοπέταλα στὴν ἄσφαλτο, Ἁγίου Δημητρίου,<br>μιὰ γρατσουνιὰ ἐδῶ, μιὰ ἄλλη ἐκεῖ,<br>σγουρὲς φωνὲς στὸν χαλινὸ τοῦ λόγου<br>— Ἔιιι, ντέ! Ἔιιι, ντέ! τὸ καμουτσίκι στὰ χέρια τοῦ παπποῦ<br>— ἔιιι, ντέ! Ἔιιι, ντέ! ἐδῶ στὸ τέρμα τῶν ὁδῶν<br>‒γραφὴ παιδιοῦ σὲ χνωτισμένο τζάμι.<br>Γραφὴ στὴ σκόνη τῶν ὁδῶν,<br>Παλαιολόγου, Ἰασωνίδου, Μακρυγιάννη,<br>σφιχτὰ στὰ δάχτυλα ἡ χωμάτινη γκαζά, τσάφκο<br>καὶ νὰ πετᾶς ἔξω ἀπ’ τὸ τριγωνάκι τὶς γυαλένιες.<br>Φιλίππου, Ἑξαδακτύλου, Ἀρριανοῦ,<br>πόλη ποὺ ἦταν, πόλη ποὺ δὲν εἶναι,<br>στοῦ κυρ-Βαγγέλη τὸ ψιλικατζίδικο<br>μία δραχμὴ τὰ μεταχειρισμένα θρυλικὰ Ἑλληνόπουλα<br>Μικρὲ Σερίφη Ἐν ὀνόματι τοῦ Νόμου μιὰ δραχμή,<br>Μικρὲ Ἥρωα Ὁ θάνατος τῆς Φροϋλάιν «Χ»,<br>Γαλακτοζαχαροπλαστεῖον «Ἡ γωνία»<br>καὶ τοῦ μουγγοῦ τὸ ἀκορντεὸν μὲ τὶς κραυγές του ἄναρθρο τραγούδι,<br>οἱ φοιτητὲς ψιθυριστά ‒τέλη τοῦ ἑξήντα·<br>πρωὶ χειμώνα τὸ τελευταῖο του τσιγάρο,<br>στὸ ραδιόφωνο: «Ζήτησε νὰ τοῦ δέσουνε τὰ μάτια»<br>‒πρωὶ χειμώνα — Μανούλα μου εἶμαι ἀθῶος.<br>Μόδη, Σωκράτους, Χριστοπούλου, Ἰουλιανοῦ,<br>φρούριο στὸ Βουλγαρικό, ὁ ἐχθρικὸς στρατὸς τῆς Ἀχειροποιήτου,<br>Λουτρὰ «Παράδεισος», Ροτόντα, Ὑπαπαντή,<br>Καμάρα — συνελήφθησαν ἡγετικὰ στελέχη παρανόμου κλιμακίου,<br>Σεπτέμβριος τὰ τρόπαια τῆς Ἔκθεσης ‒ὑπάρχει ἕνας κόσμος μαγικός<br>— Τί ’ναι παράνομο κλιμάκιο; — Μὴ μιλᾶς·<br>ψυχὴ ζυμάρι νὰ κολλάει στὰ δάχτυλα τῆς μάνας, ὁ πατέρας<br>στὸν φόβο τοῦ Μεταγωγῶν ψυχὴ σιωπή·<br>τοῦ ἐφήβου ἁρπακτικὸ κορμὶ κρυφὰ τὰ μεσημέρια στὰ τσοντάδικα.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΚΛΕΟΠΑΣ</strong></h5>
<p><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ (ΤΡΙΑΝΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ)</strong></p>
<p>Ήρθα πάλι πίσω στην πόλη<br>του Ευαγόρα<br>έκανα σπονδή στους θεούς μας<br>στη Σαλαμίνα<br>ήρθα πίσω στην πόλη μας<br>( η τραγική ειρωνεία θέλησε, εκεί να μάθω τη φυγή σου<br>πως δεν θα ξαναδείς τα βενετσιάνικά της τείχη<br>και τα στενά δρομάκια)</p>
<p>προσκύνησα τον Άγιο Νικόλαο<br>των Λουζινιάν<br>τον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων<br>γονατιστός, εγώ ο άθεος</p>
<p>βύθισα ξανά τα πέλματά μου<br>στη χρυσή αμμουδιά της<br>εκεί που παίζαμε παιδιά<br>βαφτίστηκα ξανά στα κύματά της<br>(ένα κοχύλι έμεινε εκεί, για πάντα<br>να σε θυμίζει, κι άλλο ένα σου ‘φερα εγώ<br>να τʼ αποθέσω δίπλα σου, στην Κέρκυρα)</p>
<p>πήρα πίσω την πόλη σου, Μαρκαντώνιε<br>μόνος μου, πήρα την πόλη σου πίσω<br>γιατί εμένα δεν με αφορά να μπω<br>με κανέναν κωλοστρατό, μπλε ή κόκκινο<br>πήρα την πόλη πίσω<br>Μάρκο Αντώνιε Βραγανδίνε<br>κυματίζοντας απ’ το Ιόνιο<br>ως την ακραία Καρπασία<br>του Σολωμού το στίχο:<br>…κι εφώναζα ώ θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα!</p>
<p></p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20229" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/103α-300x225.jpg" alt="" width="352" height="264" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/103α-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/103α.jpg 640w" sizes="(max-width: 352px) 100vw, 352px" /></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ</strong></h5>
<p><strong>ΑΝΑΤΑΡΑΧΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></p>
<p>Μεγάλη αναταραχή στην πόλη.<br>Εξακοντίζονται σπίθες<br>σε μυαλά κοιμισμένα.<br>Οι αιώνιες επιστρώσεις της γνώσης<br>αρχίζουν να χάνουν<br>τη συνεκτική τους ύλη<br>και θρυμματίζονται<br>με εκτινάξεις θραυσμάτων.<br>Πάνω τους χαραγμένα συνθήματα<br>εξιστορούν<br>τη βία, τον θάνατο και τον έρωτα.<br>Νέοι με δαγκωμένα<br>τριαντάφυλλα στο στόμα<br>σπάνε τις αλυσίδες<br>από τα πόδια<br>τυλίγονται με τον χιτώνα<br>κι εκσφενδονίζουν στο μέλλον<br>την αβεβαιότητα<br>παρασυρμένοι απ&#8217; την ορμή<br>ενός άγριου Βαρδάρη.<br>Έφιπποι μονομάχοι<br>μια ζωή<br>σ&#8217; έναν Ιππόδρομο υποταγής<br>γκρεμίζουν τώρα<br>τα προστατευτικά κιγκλιδώματα<br>φτύνοντας λόγια<br>με στόχο, πάντα, τον ουρανό<br>ενώ η γη τρέμει<br>και οι πλάκες που συγκλίνουν<br>στη μεγάλη πλατεία<br>αλλάζουν την προοπτική<br>στα αστικά τοπία.</p>
<p>Τέτοια αναταραχή στην πόλη μας<br>δεν είχε προβλεφθεί έγκαιρα<br>από τα δελτία<br>του κατευθυνόμενου καιρού.</p>
<p>Άλλαξε το κλίμα απότομα<br>και η χρόνια νηνεμία<br>πήρε φωτιά.</p>
<h5><strong>ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΓΑΛΑΝΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ, ΝΙΟΒΡΗΣ 2020</strong></p>
<p>Ελπίδες που ποδοπατήθηκαν<br>τελεσίδικα πια<br>σφηνώθηκαν σε μια γωνιά του μυαλού,<br>αίθουσα αναμονής αναμνήσεων.<br>Ίσως,<br>μια μέρα κάποτε<br>ο ποιητής του μέλλοντος<br>να τις ξυπνήσει από τον λήθαργο,<br>να τις ντύσει με τραγούδια λυπητερά<br>και να τις περπατήσει στους δρόμους της πόλης<br>εκεί που αλλόκοτοι επισκέπτες<br>χαριεντίζονται, περιεργάζονται<br>τα ρημαγμένα σπίτια<br>και ασύστολα ονειρεύονται ποιο θα διαλέξουν.</p>
<p></p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20248" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/θοδωρης-241x300.jpg" alt="" width="348" height="433" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/θοδωρης-241x300.jpg 241w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/θοδωρης.jpg 719w" sizes="(max-width: 348px) 100vw, 348px" /></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΡΙΑΣ</strong></h5>
<p><strong>ΤΟΙΧΟΙ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ</strong></p>
<p>Λόγια καρφωμένα από παλιά στους τοίχους<br>συζητάνε χαμηλόφωνα για ιδέες.<br>Συνθήματα που ήταν κάποτε γραμμένα<br>φουντώνουν τη συζήτηση&#8230;<br>ανάσες αγωνίας, φανατισμού,<br>ανάσες ενθουσιασμού, πόνου.</p>
<p>Κάποιοι τοίχοι στη Θεσσαλονίκη ζωντανεύουν,<br>μαντρότοιχος του λιμανιού,<br>υδραγωγείο της Καλλιθέας,<br>μάντρα των μνημάτων της Αγίας Παρασκευής.</p>
<p>Λόγια, συνθήματα, ανάσες στοιχειώνουν,<br>τρομάζουν τους ανυποψίαστους,<br>φωνάζουν το χθες στους πρωταγωνιστές.</p>
<h5><strong>ΕΥΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ</strong></p>
<p>Περίλυπα μας κοιτάς σήμερα.<br>Διαβάζω τη σκέψη σου.<br>Πάλι καλπάζει η μνήμη.<br>Άλλη μοναξιά δεν αντέχεις,<br>σαράντα έξι χρόνια βουβή.<br>Στέκουμε όρθιοι απέναντί σου<br>ούτε ένα βήμα πίσω!<br>Μονάχα την ανάσα σου<br>αφουγκραζόμαστε,<br>ολοένα σφίγγει η θηλιά τον λαιμό.<br>Τα χρόνια μάκρυναν,<br>μίκρυνε της αντοχής ο χρόνος,<br>την τελευταία σπίθα ελπίδας κρατάμε.<br>Τα δάκρυα στέρεψαν,<br>μα δεν πετάξαμε μαντήλια,<br>τα δέντρα ξεράθηκαν,<br>αλλά μπορούμε να ακούσουμε<br>των πουλιών το κλάμα.<br>Εκκλησιές χαλασμένες<br>μα στο βάθος καμπαναριά αγέρωχα,<br>φωτογραφίες ασπρόμαυρες<br>στα υπολείμματα ερειπίων.<br>Σε βλέπουμε πια καθαρά<br>μέσα από την ομίχλη σου.<br>Ολοένα λιγοστεύουμε,<br>άγνωστο πόσοι θα προλάβουμε.<br>Θάνατος αργός η προσμονή σου.<br>Χέρι να σε φτάσουμε απλώνουμε,<br>μας πνίγει όμως το κενό<br>κι ύστερα, αυτά της ντροπής<br>τα συρματοπλέγματα<br>που σκούριασαν,<br>πίνοντας της θυσίας το αίμα.</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 5η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20234" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/16-225x300.jpg" alt="" width="309" height="412" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/16-225x300.jpg 225w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/16.jpg 480w" sizes="(max-width: 309px) 100vw, 309px" /></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ</strong></h5>
<p><strong>Ν’ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΙΑ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ</strong></p>
<p>ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα<br>και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι<br>αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή</p>
<p>το χώμα να μυρίζει γειτονιά<br>και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι<br>ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα</p>
<p>νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους<br>να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας<br>πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς<br>αργά, πολύ αργά τον τούρκικο<br>και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα<br>με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη<br>κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα</p>
<p>ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα<br>χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως<br>να ονειρεύεσαι ταξίδια</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ-ΚΟΚΑΡΑΚΗ</strong></h5>
<p><strong>ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ</strong></p>
<p>1</p>
<p>Κελαηδούν, Φωνή πόθου,<br>τα επιστρέφοντα χελιδόνια,<br>στον ίσκιο λαβωμένης εγκατάλειψης<br>&#8230; Και τα Σπουργίτια αποδημούν<br>ονειροφόροι και κήρυκες<br>παραμένουν αγύρτες,<br>να σφυροκοπούν καρφιά!</p>
<p>2</p>
<p>Και..<br>ποια η φωνή μας;<br>Και&#8230;<br>ποια η γραμμή μας;<br>Και&#8230;<br>ποια η θέλησή μας;<br>Και&#8230;<br>ποια η αρχή μας;<br>Τα περασμένα<br>περασμένα<br>σέ κλωστή<br>όπως τα γιασεμιά;<br>Ή<br>ο δυόσμος,<br>που μονάχος φυτρώνει</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20236" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5β-300x225.jpg" alt="" width="351" height="263" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5β-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5β.jpg 640w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></p>
<h5><strong>ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΟΤΖΑΚΗ</strong></h5>
<h5><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></h5>
<p>Όσο θα ξεμακραίνει αργά αργά<br>το τελευταίο χαρτί με τα μεγάλα λόγια<br>και η απουσία που στάζει όνειρα<br>στην ανηφόρα του ήλιου<br>τόσο θα γίνεται η πόλη πιο μικρή<br>λιμανίσια<br>με μάτια αλόγου στον βυθό<br>να μετρά σπονδές<br>λουόμενες κραυγές<br>για μια κατάκτηση<br>στον λασπωμένο κόλπο της</p>
<h5><strong>ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</strong></p>
<p>Μες στις ψυχές μας ζεις<br>πόλη θαμμένη στην άμμο.<br>Σε θρέφει η αγάπη<br>κάθε φορά π’ αγναντεύεις<br>το λιόγερμα του Θεού.</p>
<p>Περπατούσες σαν αποκαμωμένη Κυρά – τα πόδια γυμνά,<br>τα μάτια στραμμένα στην οργισμένη θάλασσα,<br>ο φόβος χαραγμένος στο τραχύ μέτωπο, τα χέρια στον κόρφο.<br>Ένα μακρόστενο πέρασμα ο δρόμος του γυρισμού<br>κι είδες της θύμησης μορφές μες στην φωτιά να παλεύουν<br>τη βαρβαρότητα π’ αραξοβόλησε κάποτε πριν το σούρουπο.<br>Στο διάβα σου ένα κίτρινο δάσος με φλεγόμενες ρίζες.<br>Τα πουλιά κούρνιασαν στου θανάτου της φυλλωσιές.<br>Οι εκτελεστές φόρεσαν τον σκοτάδι στο πρόσωπο.</p>
<p>Ο χρόνος σέρνει ακόμα τα κόκκαλα της αντίστασης,<br>τη λήθη που γαντζώθηκε μάταια στο δεξί χέρι,<br>τις φιγούρες που αγάπησε, μα αλύπητα χαρακώνει.<br>Μέρες και νύχτες η σκιά του διάτρητη από σκέψεις και λέξεις:<br>“Δεν ξεχνώ”, “Ελευθερία ή θάνατος”, “Όλοι αδέλφια είμαστε”,<br>“Τίμα την πατρίδα σου ως εαυτόν”. Κραυγάζει η ψυχή.<br>Μα ποιος αφουγκράζεται τις κραυγές της σιωπής;<br>Ποιος πρόσεξε τα νωπά σημάδια στην πολιορκημένη άμμο;<br>Μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι σαν πλάθουν άσπρα σύννεφα<br>μέσα στις χούφτες τους κι ο άγρυπνος ποιητής,<br>ταπεινά σαν λιτανεύει τον μύθο και την αλήθεια.</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20237" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5γ-300x225.jpg" alt="" width="353" height="265" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5γ-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5γ.jpg 640w" sizes="(max-width: 353px) 100vw, 353px" /></p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΜΥΛΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></p>
<p>Μέσα στην άχνη της άμμου<br>Έκρυβα τη σκόνη μου<br>Και περίμενα τ’ απόβραδα<br>Νά ’ρθουν οι θάλασσές σου<br>Να τη σκορπίσουν.</p>
<p>ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΠΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ (2002)</p>
<h5><strong>ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ</strong></h5>
<p><strong>ΠΟΛΗ-ΦΑΝΤΑΣΜΑ</strong></p>
<p>Ο βίος βραχύς,<br>η δε τέχνη μακρή.<br>Ιπποκράτης</p>
<p>Γκρεμίζεται στη σιγή της απόφασης<br>το Βαρώσι γνέφει και σιγανά<br>μου ψιθυρίζει στ’ αυτί<br>μέσα απ’ το συρματόπλεγμα<br>Η τέχνη είναι μεγάλη, η ζωή είναι μικρή</p>
<p>Με λαχτάρα εύθρυπτη (αποκαρδιωτική<br>γυρνώ αντικρίζω το νερό<br>έτοιμος ν’ απογειωθώ<br>δελφίνι στο νέκταρ<br>μιας θάλασσας<br>ίνδαλμα συνάμα κι αυταπάτη<br>Ποιες σκιές προσμένουν<br>στην αντίπερα όχθη</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20238" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5δ-300x225.jpg" alt="" width="340" height="255" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5δ-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5δ-768x576.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/5δ.jpg 960w" sizes="(max-width: 340px) 100vw, 340px" /></p>
<p>Τα ποιήματα διαβάστηκαν από την Δώρα Κελεσίδου</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ Λ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ</strong></h5>
<p><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></p>
<p>Και που να πάω μου λες<br>γεννήθηκα μεγάλωσα αλήτεψα<br>πέθανα κι αναστήθηκα εδώ</p>
<p>Δυο χρόνια μόνο έλειψα μακριά<br>όταν με πήρανε φαντάρο</p>
<p>Πώς γίνεται ζωή χωρίς τις Εξοχές<br>την Αρετσού τα Κάστρα το Ντεπώ<br>χωρίς την Τσιμισκή με τις ωραίες γκόμενες</p>
<p>Και πού να πάω μου λες<br>κοντά στο σπίτι μου η Τούμπα<br>άμα κερδίσει ο Ολυμπιακός και λείπω<br>πώς θ’ ακούσω τη σιωπή της κερκίδας</p>
<h5><strong>ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟ</strong></h5>
<p>Εξορκίζοντας τις λέξεις<br>νοερά τις αφήνω να ταξιδέψουν<br>στο βάθος των αιώνων<br>στις ακτές της Σαλαμίνας…<br>…«Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν οικείν Απόλλων»<br>με τ’ αεράκι της θάλασσας<br>να τις παρασέρνει στα αφτιά<br>των παρείσακτων της Ανατολής<br>που πάτησαν το χώμα σου<br>για να τους διαλαλήσουν<br>τις βασιλικές καταβολές σου<br>ω! ξακουστή του Τεύκρου πάλι</p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ 6η&nbsp; &nbsp; ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20239" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6α-300x225.jpg" alt="" width="367" height="275" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6α-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6α.jpg 640w" sizes="(max-width: 367px) 100vw, 367px" /></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p><strong>Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ</strong></p>
<p>Η πόλη απεγνωσμένα φωτίζει το σκοτάδι της<br>με πολύχρωμα φωτάκια<br>κι ο ουρανός της άστερος κι αφιλόξενος σε προσδοκίες<br>από ανάλγητες υποσχέσεις.</p>
<p>Οι λιγοστοί εραστές του φθινοπωρινού περιπάτου<br>ζυγιάζουν στο πλακόστρωτο<br>βήματα κι αβεβαιότητες από ανήμπορες λέξεις<br>των αρχόντων.</p>
<p>Οι διαδηλωτές απλώνουν στα ξύλινα κοντάρια<br>την απελπισία τους<br>κι η πόλη απεγνωσμένα αναζητά γενέθλια άνοιξη<br>μεσούντος του φθινοπώρου.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤΙΝΙΟΣ</strong></h5>
<p><strong>ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ</strong></p>
<p>Έτρεξα και σήμερα (40η επέτειος της δεύτερης εισβολής)<br>ως εκεί που δυο ειρηνευτές με σταμάτησαν.<br>«You are in the risk area», μου είπε ο ένας ευγενικά.<br>Το χέρι να άπλωνες, θα είχες στην παλάμη σου την Αμμόχωστο.<br>Το τουρκικό φυλάκιο λίγα μέτρα μπροστά μου υπερυψωμένο.<br>Λίγα μέτρα πίσω, σε μη «risk area»,<br>βουτιά στη θάλασσα, κολύμπι προς τα ανοιχτά και ξάπλα,<br>με τα χέρια στο σβέρκο για μαξιλάρι.<br>Απόλυτη ηρεμία.<br>«Αφού μπορώ να ξαπλώνω στη θάλασσα,<br>γιατί να μην μπορώ να τρέξω στην επιφάνειά της;», σκέφτηκα.<br>«Όχι, για να το «παίξω» Χριστός, αλλά για να ζήσω<br>ως άνθρωπος άλλη μια μικρή χαρά.»</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20240" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6β-300x225.jpg" alt="" width="361" height="271" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6β-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6β.jpg 640w" sizes="(max-width: 361px) 100vw, 361px" /></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ</strong></h5>
<p><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΛΙΜΑΝΙ ΙΙ</strong></p>
<p>Αγαπητοί συμπολίτες</p>
<p>Όλοι μπορείτε να εμφιαλώσετε<br>ένα όνειρο μέσα σ’ ένα ποίημα<br>να το πετάξετε στο λιμάνι της αρεσκείας σας<br>κάνοντας μια υπόγεια προσευχή.</p>
<p>Κι όταν αυτό με το πρώτο κύμα ξεχυθεί<br>σε άγρια πέλαγα και θάλασσες δαιμονικές.</p>
<p>Η μόνη λέμβος διάσωσης στη σχεδία της τύχης<br>θα είναι η διάφανη ελαφρότητα του γυαλιού<br>κι ένα κενό αέρος ασπίδα στην ευθραυστότητα.</p>
<p>Κάποτε θα προσθαλασσωθεί σ’ ένα λιμάνι παράξενο<br>που θα κοιτά τον κόσμο ανάποδα.</p>
<p>Τότε ένα περίεργο παιδάκι με χέρι εξωτικό<br>θα πιάσει το μπουκάλι<br>θα βγάλει το φελλό κι<br>Ω, τι έκπληξη<br>το ποίημα<br>θα έχει σώσει το όνειρο<br>από βέβαιο<br>πνιγμό.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΕΝΑ ΦΙΛΟΥΣΗ</strong></h5>
<p><strong>ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ</strong></p>
<p>Εισέβαλε απροκάλυπτα στον ύπνο μου ο φαύλος<br>και με άφησε ως το πρωί ενεή<br>ν’ αναρωτιέμαι<br>τι είχα για να τα χάσω όλα.<br>Γιατί χτυπιόμουν στα κιονόκρανα τα πρωτοϊδωμένα<br>αφού δεν είχα καταλάβει τη γλώσσα του δαπέδου.<br>Αρχαία ελληνικά πλουσίων Ρωμαίων<br>ή προφητείες βραχύβιες για την εποχή μου;</p>
<p>Και πήρα λάφυρα από τη Σαλαμίνα.<br>Όχι της ναυμαχίας, την άλλη.<br>Και δέρμα -όχι μόνο το δικό μου-<br>που μυρίζει ξινό, βαρύ<br>πανανθρώπινο σκούρο. Έξω και πέρα από την ιστορία.</p>
<p>Πώς αγγίζει κανείς τη χώρα του<br>ξαφνικά στη μέση ηλικία<br>και του κόβεται η ανάσα<br>ακριβώς στα δύο; Έτσι.</p>
<p>Είπα θα πεθάνω εδώ<br>κι ακόμα ζω αλλού.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20241" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6γ-300x225.jpg" alt="" width="359" height="269" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6γ-300x225.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/6γ.jpg 640w" sizes="(max-width: 359px) 100vw, 359px" /></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p><strong>ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΑ</strong></p>
<p>Μόνον όταν έρθει ο χιονιάς κι εδώ<br>θα μάθεις πόσο κρύο κάνει,<br>είπε ο άνεμος με τα πυκνά του φρύδια, κρίκοι από σίδερο.<br>Ο φάρος αναβόσβηνε στα χρώματα του μωβ.<br>Λιγοστοί ψαράδες στη μαρίνα.<br>Στη Νέα Κρήνη λήθαργος.<br>Η άμμος έμοιαζε με στάχτη.<br>Αστραφτερό λεπίδι έγδερνε τους κορμούς.<br>Νότια απ’ το σπίτι στραγγάλιζαν γυναίκες.<br>Τα μεγάφωνα μετέδιδαν επιθανάτιους ρόγχους.<br>Άνθρωποι νηστικοί ασκούνταν<br>στην τέχνη του πολέμου.<br>Είχε σωπάσει η παλίρροια.<br>Τον γείτονά μου τον λένε Λίζα.<br>Τι κάνει με<br>ταριχευμένα στο σαλόνι<br>τόσα τρωκτικά;<br>Γιατί τροχίζει το πριόνι κάθε αυγή;<br>Φορώ το μαύρο μου παλτό.<br>Κι ένα καλύβι σάς ζητώ με<br>καυσόξυλα μη<br>μου χτυπάει χειμώνας.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΓΓΕΛΑ ΚΑΪΜΑΚΛΙΩΤΗ</strong></h5>
<p><strong>ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ</strong></p>
<p>Για να σε λησμονήσω<br>ξαπλώνω στην άμμο σου<br>και μαζεύω φωτόνια<br>Ύστερα τα αλείβω<br>με ευλάβεια στο δέρμα μου<br>Μικροσκοπικά αστέρια<br>φυτρώνουν εντός μου<br>και τότε ανατέλλω<br>μηδενικά φορτισμένη<br>πανδέκτης και πανσέληνος αλλού<br>Μα δε σε λησμονώ</p>
<p></p>
<p>.</p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-20243 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ-212x300.jpg" alt="" width="522" height="738" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/11/ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ.jpg 509w" sizes="(max-width: 522px) 100vw, 522px" /></p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/11/%ce%b8%ce%b5%cf%83%cf%83%ce%b1%ce%bb%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%b7-%ce%b1%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%87%cf%89%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
