<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B6%CF%89%CE%B7-%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B1/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sun, 24 Sep 2023 19:19:18 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/02/%ce%b6%cf%89%ce%b7-%cf%83%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/02/%ce%b6%cf%89%ce%b7-%cf%83%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 09 Feb 2017 21:38:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=7237</guid>

					<description><![CDATA[H Ζωή Σαμαρά γεννήθηκε στην Κάρπαθο (1935). Ομότιμη καθηγήτρια της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και του Θεάτρου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, διδάσκει Θεατρική Γραφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Έχει επίσης διδάξει σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Εκτός από μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού, γράφει ποίηση, &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2017/02/%ce%b6%cf%89%ce%b7-%cf%83%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">H Ζωή Σαμαρά γεννήθηκε στην Κάρπαθο (1935). Ομότιμη καθηγήτρια της Θεωρίας της Λογοτεχνίας και του Θεάτρου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, διδάσκει Θεατρική Γραφή σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Έχει επίσης διδάξει σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ. Εκτός από μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά της Ελλάδας και του εξωτερικού, γράφει ποίηση, δοκίμιο, κριτική βιβλίου. Έχει μεταφράσει ποίηση και θέατρο. Πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης μέχρι το 2016, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και Διευθύντρια του λογοτεχνικού περιοδικού Θευθ . Αναφέρεται σε Διεθνή Who’s Who. Υπήρξε πρόεδρος του ΕΤΟΣ (της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης), αντιπρόεδρος του Κρατικού Ωδείου και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Είναι πρόεδρος του Πανελλήνιου Διαγωνισμού Ποίησης της «Τέχνης» Κιλκίς. Οι εκδόσεις Champion (Παρίσι-Γενεύη) κυκλοφόρησαν το 2005 συλλογικό τόμο προς τιμήν της, με τον τίτλο «Le verbe et la scène. Travaux sur la littérature et le théâtre en l’honneur de Zoé Samara».</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Εργογραφία:</span></strong></p>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Πεζοπορία στα δάση του ποιητικού λόγου (Εκδόσεις Ρώμη 2023)<br />
Εν ξένη γη Επιλεγμένα ποιήματα (Εκδόσεις Ρώμη 2019)<br />
Το μυστικό του τετραδίου (Εκδόσεις Ρώμη 2015)<br />
Είδα τις λέξεις να χορεύουν (Εκδόσεις Γκοβόστη 2015)<br />
Και είναι πολύ μακριά η Δύση (Εκδόσεις Γκοβόστη 2012)<br />
Το πέρασμα της Ευρυδίκης (Νέα Πορεία 1997)<br />
Ημέρες αβροχίας (Εκδόσεις Τραμ 1994)<br />
Για την Μαρία (εκδ. Κώδικας 1991)</p>
<p><strong>ΘΕΑΤΡΟ</strong></p>
<p>Παρασκήνια στην κορυφή του Ολύμπου (University Studio Press 2022)</p>
<p><strong>ΠΑΡΑΜΥΘΙ</strong></p>
<p>Πριν ακόμη γεννηθείς (Εκδόσεις Γκοβόστη 2018)</p>
<p><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ</strong></p>
<p>Φωνή από την άλλη ακρογιαλιά. Μίλτος Σαχτούρης (ανθολογία – 1997)</p>
<p><strong>ΜΕΛΕΤΕΣ ΔΟΚΙΜΙΑ</strong></p>
<p>Le langage des dieux (Ρώμη 2016)<br />
Το βλέμμα του συγγραφέα Πώς να γράφεις (ή πώς να μη γράφεις) θεατρικά έργα (University Studio Press 2009)<br />
Ο κατοπτρισμός του άλλου κειμένου (University Studio Press 2003)<br />
Τα άδυτα του σημείου Προοπτικές του θεατρικού κειμένου (Ελληνικά Γράμματα 2002)<br />
Υπόκριση θεατρικού λόγου Θεατρικό δοκίμιο (University Studio Press 1996)<br />
Προοπτικές του κειμένου (1987)<br />
Le Règne de Cronos dans la littérature française du XVIe siècle (1983)<br />
The Comic Element of Montaigne’s Style (1970)</p>
<p><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</strong></p>
<p>Η γοητεία της αποτυχίας Jean Giraudoux (University Studio Press 2018)<br />
Κεκλεισμένων των θυρών Jean &#8211; Sartre (University Studio Press 2011)<br />
Ο θρίαμβος του έρωτα Pierre Carlet Marivaux (University Studio Press 2010)<br />
Το νησί των σκλάβων Pierre Carlet Marivaux (University Studio Press 2001)<br />
Το παιγνίδι του έρωτα και της τύχης Pierre Carlet Marivaux (University Studio Press 1996)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="size-medium wp-image-20000 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/7-208x300.jpg" alt="" width="208" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/7-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/7.jpg 444w" sizes="(max-width: 208px) 100vw, 208px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17976 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ230-300x200.jpg" alt="" width="433" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ230-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ230-768x513.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ230.jpg 800w" sizes="(max-width: 433px) 100vw, 433px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17977 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ231-300x200.jpg" alt="" width="432" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ231-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ231-768x513.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ231.jpg 800w" sizes="(max-width: 432px) 100vw, 432px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17978 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ232-300x200.jpg" alt="" width="431" height="287" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ232-300x200.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ232-768x513.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΒΙΒΛΙΑ232.jpg 800w" sizes="(max-width: 431px) 100vw, 431px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΕΖΟΠΟΡΙΑ ΣΤΑ ΔΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ (2023)</strong></h4>
<h5>
<strong>ΠΩΣ ΝΑ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΣΩ;</strong></h5>
<p>Καθόταν πλάι, μου η γατούλα, στη βεράντα μας, πάνω από<br />
το Καρπάθιο Πέλαγος. Με κοιτούσε, την κοιτούσα, μου<br />
ψιθύριζε πως θα μεγαλώσουμε μαζί. Πώς να της<br />
εξηγήσω τους ακατάληπτους για όλους μας κανόνες της ζωής;<br />
Μοιραζόμασταν το φαγητό μου κι έτρωγε εκείνη πιο<br />
πολύ. Ήμουν μια πολύ μικρή μανούλα. Μα να μεγαλώσουμε<br />
μαζί; Μόνο στα μάτια ενός τέλειου όντος είναι τόσο λογική,<br />
τόσο δίκαιη η φύση. Και τότε ήξερα πως αν όταν μεγάλωνα<br />
γινόμουν σωστός άνθρωπος θα το όφειλα στην ευφυία και<br />
το μεγαλείο που έκρυβε μέσα στο βλέμμα της.<br />
Της φόρεσα ένα ευτελές μαργαριτάρι που μου είχε<br />
χαρίσει για παιχνίδι μια θεία αγαπημένη. Το είχα κρυμμένο<br />
στο συρτάρι με το μικρό κρυφό τετράδιο, σαν να ήταν εξίσου<br />
πολύτιμα. Ακίνητη, η γατούλα χωρίς όνομα, με άφησε να<br />
της περάσω την αλυσίδα στο λαιμό. Με κοίταζε στα μάτια<br />
κι έλεγε: ((Δεν υπάρχει τίποτε ταπεινό, τίποτε πλαστό σε<br />
ένα δώρο που έρχεται από την καρδιά. Κοίτα το μαργαριτάρι σου.<br />
Μόλις το έβαλες στην αλυσίδα που φορούσες και<br />
το πέρασες στον δικό μου λαιμό, ένα κύμα από το πέλαγο<br />
έφτασε ως εδώ, πετάχτηκε ένα κέλυφος στρειδιού και<br />
άνοιξε μπροστά στα μάτια μας. Τότε η λαμπερή Σελήνη<br />
έριξε επάνω μας φως, νιώσαμε σαν να ήμασταν εσύ κι εγώ<br />
κόρες του Ήλιου».<br />
Με μια σταγόνα από το κέλυφος έρανα τη γατούλα, τη<br />
βάφτισα Θάλασσα, κόρη της Σελήνης, μητέρα των<br />
μαργαριταριών. Ήξερα πως δεν υπήρχε όνομα πιο ταιριαστό.</p>
<p style="padding-left: 320px;">(«Κατοικίδια», (δε)κατα, τχ. 71, φθινόπωρο 2022, σ. 189)</p>
<p style="padding-left: 200px;">
Στο πιο όμορφο νησί<br />
της πιο γαλάζιας θάλασσας</p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ ΜΟΝΟ ΘΥΜΑΤΑΙ</strong></h5>
<p>Καθισμένη έξω στην αυλή<br />
ακούει<br />
Δυο γυναίκες ψιθυρίζουν<br />
λένε για τον Αι&#8217;-Νικόλα<br />
-Σάββατο βράδυ<br />
και το καντήλι σβησμένο<br />
-Ποιος θα βρεθεί να το ανάψει;<br />
-Πώς να πας στο νεκροταφείο<br />
μέσα στη νύχτα;</p>
<p>Οι μεγάλοι είναι αστείοι<br />
φοβούνται τους νεκρούς<br />
Ξεκίνησε αμίλητη</p>
<p>Είμαστε όλοι μια εκκλησία μέσα σε κοιμητήρι.<br />
Ανάβει το καντήλι. Εύχεται να δει τον Άγιο να κάνει<br />
το φως του καντηλιού του φάρο. Να προστατεύει όσους<br />
ζητούν τη βοήθειά του. Και όσους δεν τη ζητούν. Πηγαίνει<br />
ξανά και ξανά. Προσεύχεται. Ποτέ για τον εαυτό της<br />
χωριστά. Πάντα πλάι στο φως που ανάβουν τα χέρια ενός<br />
παιδιού. Το όραμα γίνεται αρχέτυπο. Αλλιώς γιατί να βλέπει<br />
το φως το χρυσαυγές όση έκταση, όσα χρόνια μακριά<br />
και αν βρίσκεται;</p>
<p style="padding-left: 320px;">(Και είναι πολύ μακριά η Δύση, Εν ξένη γη, σ. 131)</p>
<h5><strong>ΥΠΑΚΟΗ</strong></h5>
<p>Μπροστά στη θάλασσα, με τα πόδια στο κύμα, άκουγε<br />
μια παράξενη ιστορία.<br />
Σε μια μεγαλούπολη ένα πανύψηλο, πανέμορφο κορίτσι,<br />
με μαύρα μακριά μαλλιά, περπατούσε ολόγυμνο στο δρόμο.<br />
Ξέφυγε, έλεγαν, από το ψυχιατρείο. Ολόγυμνο.<br />
Έφευγε. Άφηνε πίσω όλη την ένδυση της εξουσίας, το<br />
ζουρλομανδύα της υπακοής. Θα απεκδυόταν και τη σάρκα<br />
της, αν απειλούσε να την κρατήσει μακριά από το πνεύμα<br />
της.<br />
Και έβγαιναν όλοι στα μπαλκόνια να τη δουν. Η δική<br />
της ιάσιμη ασθένεια εξόρκιζε την ανήκεστη βλάβη των<br />
ματιών που την κοιτούσαν.</p>
<p style="padding-left: 320px;">(Είδα τις λέξεις να χορεύουν, Εν ξένη γη, σ. 193)</p>
<h5><strong>Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ</strong></h5>
<p>Γεννιέται ή γίνεται ο άνθρωπος, είτε είναι ποιητής<br />
είτε τεχνίτης;<br />
Το ασανσέρ φτάνει στον δεύτερο όροφο. Οι γονείς τού<br />
Γιώργου σπρώχνουν προσεχτικά την πόρτα. Ο Γιώργος<br />
βγαίνει μόνος με το κεφάλι ψηλά. Χαμογελά και ο διάδρομος<br />
της αστικής οικοδομής γίνεται το πιο λαμπερό σαλόνι<br />
τού πιο παραμυθένιου παλατιού. Η μουσική από την αόρατη<br />
ορχήστρα ακούγεται διακριτικά.<br />
Έκλεισε πρόσφατα τα δύο και ξέρει πια να μιλάει.<br />
— Γιαγιά μου, μάκια να γίνεις καλά;<br />
— Ναι, παλικάρι μου.<br />
— Μου, μάκια. Τώρα θα γίνεις καλά, γιαγιά μου.<br />
— Θα γίνω, παλικάρι μου, και για τα μάκια τα δικά<br />
σου και γιατί το Μέλλον ξέρει να χρησιμοποιεί σωστά το<br />
Χρόνο του.<br />
Μπήκε στο σπίτι ευχαριστημένος. Όσα δεν κατάλαβε<br />
τα ένιωσε, έτοιμος να χτίσει το μέλλον με χαμόγελα και το<br />
κεφάλι ψηλά, με ό,τι δηλαδή λείπει από τη ζωή μας σήμερα.<br />
Ξέρει ότι ο άνθρωπος γεννιέται μια φορά και ξαναγεννιέται<br />
κάθε στιγμή της ύπαρξής του, μια σταλιά κάθε φορά<br />
πιο ώριμος, μια σταλιά κάθε φορά πιο όμορφος. Ξέρει<br />
ακόμη πως όταν μεγαλώσει θα ζει σε έναν κόσμο πολύ πιο<br />
ανθρώπινο.<br />
Όλοι οι δρόμοι που δεν διαβήκαμε ως τώρα οδηγούν<br />
σε ανήφορο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">(16-3-2019) (Θευθ, τχ. 10, Δεκέμβριος 2019, σ. 89)</p>
<h5>
<strong>Η ΘΕΣΣΑΛΗ ΝΕΡΑΙΔΑ</strong></h5>
<p>Είχα την τύχη να ζήσω σε πολλές πόλεις με πανεπιστήμια.<br />
Στόχος μου να φτάσω στη θέαση της Γνώσης.<br />
Γνώρισα διαφορετικούς πολιτισμούς, διαφορετικούς τρόπους<br />
σκέψης. Χάρη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, που<br />
με εξέλεξε καθηγήτρια σε έδρα, η Θεσσαλονίκη έγινε η νέα<br />
μου πατρίδα. Από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισα<br />
σκέφτηκα τους στίχους αγαπημένου μου ποιητή. Και είδα<br />
με δέος τη φιγούρα τής παλαμικής νεράιδας, με μαλλιά<br />
απλωμένα στα δένδρα του δάσους, πόδια να βρέχονται στη<br />
θάλασσα, χέρια να αγκαλιάζουν όλη την πόλη. Δεν μπορείς<br />
να μην την αγαπάς, αλλά και να μην πονάς, όταν τη βλέπεις<br />
εγκαταλελειμμένη, να τη θυμούνται λίγους μήνες πριν<br />
από τις δημοτικές εκλογές, για να τη μετατρέψουν σε γιαπί,<br />
αποσπασματικά, και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις<br />
με όραμα και μελέτη.<br />
Οι πόλεις ζουν μέσα στο χρόνο, ταξιδεύουν μαζί του,<br />
μεταμορφώνονται. Όταν, αρχές της δεκαετίας του ’80,<br />
μετακομίσαμε στις Σαράντα Εκκλησιές, κάθε απόγευμα η<br />
πλατεία ήταν γεμάτη παιδιά. Τώρα κέρδισε το όνομά της.<br />
Πλατεία Μαρτύρων. Έρχεται στο νου μου ο στίχος του<br />
μεγάλου Θεσσαλονικιού ποιητή, του Μανόλη Αναγνωστάκη,<br />
ιδρυτικού μέλους της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης:<br />
«Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα<br />
τροχοφόρα που περνούνε». Σήμερα τα παιδιά διαβάζουν<br />
ατελείωτες ώρες κάθε μέρα, θυσιάζουν την εφηβεία τους να<br />
ετοιμαστούν για εισαγωγή σε πανεπιστήμιο, συχνά για να<br />
περάσουν σε σχολή της τελευταίας επιλογής τους. «Άλλωστε<br />
τα παιδιά μεγάλωσαν», συνεχίζει ο Αναγνωστάκης,<br />
υπονοώντας τον εθνικό σπαραγμό και τη δικτατορία. Αλλά<br />
δεν χρειαζόμαστε πια κάτι τόσο φρικαλέο. Μια ατελής<br />
εκπαίδευση αρκεί για να μεγαλώσουν τα παιδιά πρόωρα.<br />
Σταυροδρόμι μοναδικό στην Ευρώπη, με ανεκτίμητο<br />
παρελθόν, η Θεσσαλονίκη είναι πάντα δυνάμει μια νέα<br />
κοιτίδα πολιτισμού. Ίσως η μεγάλη μας ευκαιρία να είναι τα<br />
αρχαία της οδού Βενιζέλου. Θα είναι όμως; Μια πόλη με<br />
τόσο πλούσια πολιτισμική ιστορία οφείλει να αναδεικνύει το<br />
παρελθόν της. Η Θεσσαλονίκη ζούσε στο ρυθμό της<br />
παγκοσμιοποίησης πριν ακόμη γίνει μόδα η λέξη. Θα έπρεπε<br />
να είναι διακριτή η πορεία της, να φαίνονται τα ίχνη από τις<br />
πατημασιές όλων, ακόμη και των βαρβάρων. Διαφορετικά,<br />
οι βάρβαροι είμαστε εμείς.</p>
<p style="padding-left: 320px;">(Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, Πόλη και χρόνος, Εκδ. Ρώμη, 2021)</p>
<h5><strong>ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ</strong></h5>
<p>Δεν είναι, τα σταθερά στο χωρόχρονο, είναι τα εφήμερα<br />
τοπία που σημαδεύουν την ψυχή μας. Αφήνουν πίσω τους<br />
μια ελπίδα και μια γλυκόπικρη νοσταλγία.<br />
Οικονομική κρίση, πρώτο θύμα η Τέχνη. Η Πειραματική<br />
Σκηνή, αυτή τουλάχιστον, ας μην έκλεινε. Το Θέατρο Αμαλία.<br />
Θέατρο; Αλίμονο αν κάποιος ψηλός καθόταν μπροστά μου.<br />
Αλλά και τότε&#8230;<br />
Πάλι «έβλεπα» πώς μια παράσταση μπορεί να εμπλέκει<br />
το θεατή. Μια παράσταση κλασικών ή σύγχρονων έργων,<br />
θεατρικών ή ακόμη και ποιητικών, που δεν θύμιζε προηγούμενες,<br />
που ανανεωνόταν με κάθε νέο κείμενο και ανανέωνε τη<br />
ματιά μας. Μας πρόσφερε συνάμα αισθητική απόλαυση και<br />
μάθημα υψηλής θεατρικής τέχνης.<br />
Κι ενώ καθόμουν στην πλατεία, με έβλεπα πάνω στη<br />
σκηνή, έπαιζα όλους τους ρόλους, εσωτερίκευα τα μυστικά<br />
της παράστασης και, όταν ξαναγυρνούσα στην τάξη, δίδασκα<br />
θεατρικά έργα με τη ματιά των ηθοποιών, αντλούσα<br />
παραδείγματα, για να δώσω ζωντάνια στα μαθήματα της<br />
Θεωρίας του Θεάτρου. Και είναι τότε που οι φοιτητές του<br />
Τμήματος Γαλλικής Φιλολογίας άρχισαν να αγαπούν με<br />
πάθος το θέατρο. Περνούσαμε μέσα από τη σκηνική γραφή<br />
για να φτάσουμε στην «αλήθεια» του κειμένου, αφαιρώντας<br />
ένα-ένα τα μαγικά πέπλα του.<br />
Καθώς τίποτε σημαντικό δεν χάνεται, περιμένω η<br />
Πειραματική Σκηνή της Τέχνης να ξαναγεννηθεί σε άλλη<br />
μορφή, ίσως σε πολλές.</p>
<p style="padding-left: 280px;">(Θεσσαλονίκη. Η αιώνια πόλη του Βορρά, (δέ)κατα, τχ. 41, άνοιξη 2015, σ. 101)</p>
<h5><strong>ΘΥΜΗΘΗΚΑ</strong></h5>
<p>Τον παλιό καιρό θυμήθηκα. Πρόσωπα εξωτικά, εικόνες<br />
με χρώματα που ξεπερνούσαν σε ποικιλία και ένταση<br />
τις αποχρώσεις του ουράνιου τόξου. Περαστικοί να<br />
περιμένουν. Να περιμένω, περαστική κι εγώ. Σε κήπο, σε<br />
δρόμο, στο κενό.<br />
Ανάμεσα στην κρύα γη και τον ηλιόφωτο ουρανό.</p>
<p>Θυμήθηκα παράθυρα ανοιχτά, να μπαίνει κρύο σκοτάδι.<br />
Έτοιμη να φύγω, όχι και πολύ μακριά. Δεν ήταν μακριά η<br />
Κόλαση, τουλάχιστον. Κι αναρωτιόμουνα γιατί.<br />
Μία φωνή ακουγόταν από τα βάθη της γης, και τ’ ουρανού,<br />
μια φιλική φωνή που με εμπόδιζε να κάνω το πρώτο<br />
βήμα. Δεν έμοιαζε ειρωνική.<br />
— Δεν υπάρχει χώρος για σένα. Γέμισε ο Παράδεισος.<br />
— Και η Κόλαση; Ρώτησα. Γέμισε κι αυτή;<br />
— Αυτή γέμισε τόσο πολύ, τόσο πολύ νωρίς, που οι ένοικοί<br />
της ξαναγύρισαν στη Γη. Ζουν και βασιλεύουν ανάμεσά<br />
σας. Τους νιώθεις. Γι’ αυτό θέλεις να φύγεις.<br />
— Λάθος! Πάλι κάνεις λάθος. Δεν δραπετεύουμε ποτέ<br />
από καμία κόλαση. Όσοι είμαστε παιδιά Σου την κοιτάμε<br />
κατάματα και, σαν να κρατάμε μια σβηστήρα μαγική,<br />
σβήνουμε, με ένα μας βλέμμα, ένα μας νεύμα, το σκοτάδι της.<br />
— Και πότε έκανα το πρώτο μου λάθος; Ρώτησε σχεδόν<br />
με κατανόηση.<br />
— Όταν τιμώρησες την αμαρτία.</p>
<p style="padding-left: 320px;">(Περί ου, 23-10-21)</p>
<h5>
<strong>ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ</strong></h5>
<p>Δεν με πειράζει, είπε ο ποιητής, που δεν πούλησα ούτε<br />
ένα αντίτυπο του τελευταίου μου βιβλίου. Μου αρκεί που<br />
δέκα άλλοι ποιητές και διανοούμενοι, όταν τους το χάρισα,<br />
το διάβασαν προσεχτικά και έκαναν καίριες παρατηρήσεις.<br />
Βρισκόταν στο σπίτι τού πιο μανιώδη θαυμαστή του,<br />
του πιο καλού του φίλου. Είδε πάνω στο τζάκι το βιβλίο<br />
του. Σε περίοπτη θέση. Δεν είναι μαζί με άλλα σε βιβλιοθήκη.<br />
Μόνο. Μοναδικό. Το έπιασε με δέος. Προσεχτικά.<br />
Θα είναι λιωμένο από το πολύ ξεφύλλισμα, σκέφτηκε. Κι<br />
ένιωσε μια παράξενη ηδονή.</p>
<p>Α! Δεν ήταν κομμένες οι σελίδες.</p>
<p style="padding-left: 320px;">(Εφ. Πελοπόννησος της Κυριακής, 30-4-2017)</p>
<p><strong>Μονόλογοι</strong></p>
<h5><strong>ΠΟΥ ΠΗΓΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;</strong></h5>
<p>Θάλασσα<br />
Έκλαιγε η Θάλασσα, μα -ήταν γλυκά τα 8άκρυά της.<br />
Ποιος θα τολμήσει ποτέ να με αποξηράνει; Τα δάκρυά<br />
σας με νόθευσαν. Το γέλιο σας έγινε άνεμος, με σκόρπισε<br />
στα πέρατα της Γης.<br />
Έμεινε μήπως κάποιος να με κάνει και πάλι σύννεφο,<br />
να με στείλει σε άλλο, πιο ξηρό πλανήτη; Να ξαναγίνω χρήσιμη.<br />
Να τρέφω. Να εμπνέω.<br />
Υπάρχει ακόμη άνθρωπος που όταν κολυμπά με αγκαλιάζει;<br />
Που όταν ταξιδεύει με καράβι κοιμάται ήρεμος στη<br />
μήτρα μου;<br />
Έμεινα μόνη, θάλασσα χωρίς ουρανό. Μελένια και στυφή.<br />
Μείνατε κι εσείς μόνοι, με τα δάκρυά σας, χωρίς τη<br />
νοστιμιά που δίνει στην τροφή σας το δικό μου αλάτι.</p>
<p>Φοίνικας<br />
Σηκώθηκε με μίας το Αέν8ρο. Αντιστάθηκε κι αυτό.<br />
Ποιος θα τολμήσει ποτέ να με κοιτάξει με τα δικά<br />
μου μάτια; Τόσο συχνά ξαναγεννιούνται. Αλλάζουν όψη<br />
και πατρίδα.<br />
Δεν είσαι κύριός μου, Άνθρωπε. Γεννήθηκα πριν από<br />
σένα. Ξαναγεννήθηκα χάρη σε σένα, για σένα. Σ’ έθρεψα.<br />
Σε προκάλεσα στην αμαρτία. Εσύ υπέκυψες. Και τότε<br />
κατέκτησες τη γη.<br />
Ένα μεγάλο μερίδιο είναι δικό μου. Το χώμα και ο αέρας<br />
της είναι δικά μου.<br />
Εσύ ακολουθείς το πεπρωμένο σου.</p>
<p>Άνθρωπος<br />
Ξύπνησε ο Άνθρωπος, μόνος, αντίκρισε τη Θάλασσα,<br />
το Δένδρο, και τόλμησε να ρωτήσει, μετά από μια μακρόχρονη<br />
θέαση, μια πολύβουη σιωπή:<br />
Πού πήγαν οι άνθρωποι;</p>
<p>(Νέα Βρασνά, 18-8-2021)</p>
<p style="padding-left: 360px;">(Περί ου, 9-4-22)</p>
<h5>
<p><strong>ΧΟΡΟΣ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ</strong></h5>
<p>Στην άκρη του γκρεμού η Ελευθερία. Έτοιμη να πέσει.<br />
Από μακριά το Σούλι τής θυμίζει το χρέος της. Ποιος<br />
θα κρατά τη σημαία, αν η ίδια χαθεί; Στρέφει το βλέμμα<br />
της στον Όλυμπο, ζητά από τρεις θεές να τη βαφτίσουν, να<br />
γίνει ουράνια, σοφή, γενναία. Κρατά στα χέρια της άλλοτε<br />
το δόρυ ή την ασπίδα, άλλοτε το ακόντιο ή το σπαθί. Μα<br />
πάνω απ’ όλα κουβαλά τη θεϊκή ομορφιά που αφήνει άλαλους<br />
όλους τους θεούς και όλο το γένος των θνητών. Μεγάλη<br />
δόξα η θυσία για χάρη της. Ελευθερία και Θάνατος<br />
μαζί. Στο Πέλαγο το Ελληνικό την οδηγούν τα θεία βήματά της.<br />
Εκεί ο Αιγαίας μόλις έχει θυσιαστεί. Πώς αλλιώς<br />
θα δώσει το όνομά του στο πιο φιλόξενο πέλαγο της Γης;<br />
Χιλιάδες τα νησιά. Μόνο οι εχθροί τα έχουν μετρήσει. Μόνο<br />
οι βάρβαροι τα βλέπουν γαλάζια, αν τους ανήκουν στα<br />
αρπακτικά τους όνειρα, γκρίζα, αν είναι ελληνικά. Δικός μας<br />
εφιάλτης ή μήπως δική τους αχρωματοψία;<br />
Ο Ήλιος ανατέλλει, η Ελευθερία γιορτάζει. Τραγουδά<br />
σε ρυθμό κοσμικής αρμονίας. Τώρα πετάει. Έχει φτερά.<br />
Χορεύει κοντά στον γκρεμό, χωρίς κανένα κίνδυνο να<br />
πέσει. Χορεύει. Το ένα πόδι στο Ιόνιο το άλλο στο Αιγαίο.<br />
Και ο γκρεμός να την ακολουθεί.<br />
Ο ήλιος λάμπει. Εμείς γιατί κρυβόμαστε;</p>
<p style="padding-left: 320px;">(Ιστοσελίδα του Κύκλου Ποιητών, 3 Μαρτίου 2021<br />
TV100, 25 Μαρτίου 2021 και 2022)</p>
<h5>
<strong>ΩΔΗ ΣΤΟ ΚΑΡΠΑΘΙΟ ΠΕΛΑΓΟΣ, Β’</strong></h5>
<p>Καθόταν στο πεζούλι του σπιτιού και διάβαζε&#8217; στην<br />
άκρη του κήπου, πλάι στο κύμα του πελάγου, και έγραφε.<br />
Η γραφή ταίριαζε με το χορό κοντά στη μελωδία των<br />
υδάτων η ανάγνωση-γνώση με τη μοναξιά ανάμεσα στους<br />
σπάνιους διαβάτες που επέλεγαν το σοκάκι του Κάβου για<br />
την εσπερινή βόλτα τους.<br />
— Τι διαβάζεις εδώ; Τη ρώτησαν, κι έδειξαν το πεζούλι.<br />
Συνέχισαν το δρόμο τους, χωρίς να περιμένουν. Πολύ<br />
μικρή για ν’ απαντήσει, σκέφτηκαν.<br />
— Πεζό, φώναξε. Ακολουθώ τα βήματά σας.<br />
Ξαφνιάστηκαν. Έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω.<br />
— Κι εκεί, στο κύμα, όταν κάθεσαι, τι γράφεις; Πάλι<br />
πεζό;<br />
— Ποίηση. Όμως δεν γράφω εγώ. Μόνη της γράφει για<br />
χάρη μας η μελωδία της θάλασσας. Μακριά από το πέλαγο<br />
η ποίηση εξατμίζεται, χάνεται.<br />
Κι αν μια μέρα φύγω από το νησί μας, θα βλέπετε το<br />
πέλαγο, μα δεν θα είναι το ίδιο. Αυτό εδώ θα το πάρω μα-<br />
ζί μου. Τα κύματά του θα είναι τα πεζούλια μου, να βλέπω<br />
τους διαβάτες, να διαβάζω, για να μπορώ να γράφω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΣΤΗ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ (2022)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΡΑΨΩΔΙΑ Α’</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Απόσπασμα</strong></p>
<h6><strong>Όνειρος</strong></h6>
<p>Ελάτε, ταξιδέψτε μαζί μου. Θα συναντήσουμε δημιουργίες του ύπνου μου. Όνειρα και εφιάλτες. Σημερινό όνειρο, αυριανός εφιάλτης. Αυτό είναι το μέλλον μας. Τρέξτε. Αν σπεύσουμε, ίσως προλάβουμε το κακό. Να μην το κληροδοτήσουμε και αυτό στα παιδιά μας.</p>
<p>(Σκεφτικός) Κορονοϊός. Μια άγνωστη λέξη στο κοινό μέχρι χθες. Μας τρόμαξε, μας απομόνωσε, μας αποξένωσε, αλλά δεν ξέρουμε ακόμη πώς να την πούμε, πώς να τη γράψουμε. Κορονά&#8230;, κορονό&#8230;, το ρο με όμικρον ή με ωμέγα; Και ας αυτοαποκαλούμαστε συγγραφείς, λογοτέχνες, ποιητές, κυρίως ποιητές. (Μικρή παύση)</p>
<p>Ποιητής, λένε οι ειδικοί, είναι αυτός που ταξιδεύει μέσα στο σύμπαν, μέσα στους αιώνες. Και έχουν δίκιο. Α!&#8230; Πόσο αναπολώ το πέρασμά μου από την Αίγυπτο! Εκεί χρειάστηκαν δέκα πληγές, για να τιμωρηθούν οι βλάσφημοι. Από την εποχή του Ιωσήφ, απαγορευτικά για τη δημιουργική φαντασία το εννέα ή το ένδεκα. Τότε και το Καλό και το Κακό τα έστελνε ο Θεός των Γραφών. Δέκα εντολές ετοίμαζε αργά, με πολλή περίσκεψη, για το λαό του; Δέκα πληγές στέλνει αυθορμήτως σε λαό γειτονικού θεού. Γιατί δεν πήγε στο γείτονα για ένα καφεδάκι; Καλύτερα θα περνούσε. Θα μας έβλεπε όλους μαζί σαν να παίζαμε σε σκηνή θεάτρου. Τους καλούς και τους κακούς. Θα μπερδευόταν λίγο, δεν λέω. Μα πιο πολύ εμείς&#8230;</p>
<p>Επιβράβευση και τιμωρία με στρογγυλό αριθμό. Καλός για τη μνήμη. Να μην τον ξεχνά ποτέ ο θνητός. Αριθμός χωρίς δική του προσωπικότητα. Ναι, ξέρω. Διαφωνεί ο φίλος μου ο Πυθαγόρας. Εδώ που τα λέμε και η Δήμητρα μας τα χαλάει. Ταξίδευε 9 ημέρες και 9 νύχτες, για να βρει την Περσεφόνη.<br />
Θα την κούραζε ένα ακόμη εικοσιτετράωρο;</p>
<p>Με τον αριθμό 10, επαπειλείται τιμωρία, σημάδια εμφανίζονται στον ουρανό. Προσεύχονταν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, πιο πολύ όσοι δεν είχαν ψυχή. Αυτό γίνεται και σήμερα, θα μου πείτε. Εκείνων τουλάχιστον δεν το είχε προβλέψει η θρησκεία τους. Πέθανες; Πάει, πέθανες. Ο Άδης βρίσκεται πάντα πλάι μας, όσο ζούμε. Με τις φρικαλέες φιγούρες του. Ως εδώ και μη παρέκει. Δίκιο δεν έχουν; Ωστόσο, ο Μεγάλος, με ή χωρίς καφέ&#8230;</p>
<h6><strong>Φωνή, από τα παρασκήνια</strong></h6>
<p>&#8230;χωρίς καλαμάκι, αυτό είναι βέβαιο&#8230;</p>
<h6><strong>Όνειρος</strong></h6>
<p>&#8230;είχε πάρει την απόφασή Του. Και ήταν ο πιο δυνατός. Μόνο πιο δυνατός; Παντοκράτορας. Κι έβλεπε κατ’ ευθείαν μέσα στη σκέψη τους, στις επιθυμίες τους.</p>
<h6><strong>Φωνή, από τα παρασκήνια</strong></h6>
<p>Αχ! Τι έβλεπε άραγε ο καλός μας ο Θεούλης! Τι κρίμα που δεν είχαμε τότε selfie!</p>
<h6><strong>Όνειρος</strong></h6>
<p>Ήρθε η ώρα της Αθήνας, αργότερα της Ευρώπης, τέλος της Γης ολόκληρης. Τέλος&#8230; Όχι που θα γλύτωνε. Πανώλη, πανούκλα, πανδημία.<br />
Λοιμός και Πόλεμος. Αχτύπητο δίδυμο. Ρωτήστε την Αθήνα.<br />
Μήπως σας θυμίζει κάτι πρόσφατο; Τον Έβρο, τα νησιά του Αιγαίου;<br />
Λοιμός και Πόλεμος, λοιπόν. Τον δεύτερο τον γέννησε ο άνθρωπος. Τον πρώτο; Κάποιος τον γέννησε κι αυτόν. Ο πολιτισμένος άνθρωπος; Ο πρωτόγονος που υποθάλπει ο κάθε πολιτισμένος για ποιητική ισορροπία; Ο υπάνθρωπος που πάντα καραδοκεί κρυμμένος στη σκιά μας;<br />
(Σαν όραμα) Μεταφέρομαι στην Αθήνα. Λοιμός. Ξαναζώ τη δεύτερη χρονιά του Πελοποννησιακού Πολέμου. Τρεις μεγάλοι άνδρες συνεργάζονται στην Πόλη της Δημοκρατίας. Ο Πολιτικός δεν κρύβεται, δεν απομονώνεται. Πεθαίνει από το λοιμό, με δύο γιους του και το ένα τέταρτο του λαού του. Ο<br />
Ιστορικός, αν και φορέας του ιού, ζει να γράψει για όσα εβίωσε, να κρατήσει ακέραιη τη μνήμη τού πρώτου πολίτη. Του οφείλει, όπως και στο κράτος των Αθηνών που τους ανέδειξε, να δώσει νέα πνοή στη γραφή της Ιστορίας. Ο Γιατρός, πατέρας της σύγχρονης, δικής μας &#8230;δηλαδή, Ιατρικής -ας μην το σχολιάσουμε αυτή τη στιγμή-, πλάι στους ασθενείς του, στην πρώτη γραμμή,<br />
δεν επιτρέπει στον ιό να τον αγγίξει, όσο και αν οι ηρωικοί, αφανείς συνάδελφοί του στην πόλη πεθαίνουν πριν από τους ασθενείς. Ο ίδιος δεν έχει το δικαίωμα να πεθάνει τώρα, τον χρειάζεται η Αθήνα. Και οι Αθηναίοι, για να του ανταποδώσουν το δώρο της ζωής, τον μύησαν στα Ελευσίνια μυστήρια.<br />
Σήμερα θα τον εξορίζαμε στη Ρω ή στα Ίμια. Κάτω από τα κατακτητικά βλέμματα των γειτόνων μας.<br />
Αυτοί οι τρεις δεν ήταν τυχαία μεγάλοι, τον μεγάλο, τον Χρυσό Αιώνα. Και δεν διασταυρώθηκαν από σύμπτωση οι δρόμοι τους στην πόλη των Αθηνών. Τους έφερε κοντά το Σύμπαν, η Μεγάλη Έκρηξη, που επέλεξε την ελληνική γλώσσα για να αφήσει τα ίχνη της στα γράμματα από το πέρασμά της στη Γη.</p>
<h6><strong>Φωνή, από γωνία στην πλατεία</strong></h6>
<p>Γιατί αρρωσταίνουμε ακόμη;</p>
<h6><strong>Όνειρος</strong></h6>
<p>&#8211; Γιατί αρρωσταίνουμε ακόμη; Αναρωτιούνται οι αδαείς.<br />
&#8211; Μα γιατί είμαστε ακόμη &#8230;θνητοί. (Προβληματισμένος)<br />
Είπα εγώ, είμαστε θνητοί; Οι ποιητές απονέμουν αθανασία και είναι οι ίδιοι θνητοί; Δεν μας τα λεν καλά.<br />
Τι είπατε; Να μην παίζω με τις λέξεις; Ερωτοτροπώ. Δεν παίζω. Ποιητής είμαι. Τι άλλο να κάνω; Να σας μιλώ για τα οράματά μου; Στην εποχή μας; Για φαντάσου!</p>
<h6><strong>Φωνή, από γωνία στην πλατεία</strong></h6>
<p>Οι συνθήκες υγιεινής έχουν εντελώς αλλάξει.</p>
<h6><strong>Όνειρος</strong></h6>
<p>&#8211; Τι; Οι συνθήκες υγιεινής έχουν εντελώς αλλάξει;<br />
&#8211; Μα και τα αίτια έχουν αλλάξει. Η μεταφυσική αντικαταστάθηκε από την πολιτική. Το κράτος των θεών μεταμορφώνεται σε κράτος του τρόμου. Είμαστε όλοι πλέον παιδιά κατώτερων θεών. Η οργή του Παντοκράτορα μεταπλάθεται σε πανδημία. Κράτος και δήμος αδελφοποιούνται, αλληλοσαρκάζονται, αλληλοσπαράζονται. Οι λαϊκές τρομοκρατίες γνωρίζουν όλα τα μυστικά να κρατούν δέσμιους τους πολίτες. Μυστικά; Ναι, μεταφυσικά, πολιτικά, τι σημασία έχει; Όλα έχουν πλέον ισοπεδωθεί. Μόνο οι πολιτικοί μας ευδοκιμούν. Έγιναν Ρωμαίοι Αυτοκράτορες. Εντωμεταξύ, η παγκοσμιοποίηση αφαιρεί τη μάσκα της&#8230;</p>
<h6><strong>Σκηνική Οδηγία, από τα παρασκήνια, οργισμένη</strong></h6>
<p>Να μην ξανακούσω αυτή τη λέξη, ούτε καν στο θέατρο. Υπάρχει και η λέξη «προσωπίδα», βρε παιδιά. Συγγραφείς είστε. Έχετε πολλές επιλογές. Σε λίγο θα μας πείτε και πώς θα τη φοράμε.</p>
<h6><strong>Όνειρος,</strong>    συνεχίζει απτόητος</h6>
<p>&#8230;Εντάξει, τη μουτσούνα της. Παύει να συγγενεύει, ετυμολογικά έστω, με την ποίηση, γίνεται ο καθένας μας ένας ιός -υιός του Καραγκιόζη δηλαδή- που περιμένει το φως ή το σκοτάδι να αναπτυχθεί, να βρει την πραγματική του φύση. Ποιον κοροϊδεύουμε, βρε παιδιά;</p>
<h6><strong>Συγγραφέας, από τα παρασκήνια</strong></h6>
<p>Όσα ακούτε εδώ δεν τα γράφουμε εμείς. Οι ήρωες, πέντε καταξιωμένοι τεχνίτες του λόγου, {με στόμφο) σε βραχεία λίστα για κρατικά βραβεία φέτος, αυτοί γράφουν. Θα θέλαμε να γράφατε εσείς, οι θεατές, να γίνετε κι εσείς σπουδαίοι συγγραφείς, χάρη στην έμπνευση που θα αντλείτε από εμάς, αλλά σε κάθε παράσταση είστε τόσο μα τόσο πολλοί που θα γινόταν μπάχαλο. (Βαθύ σκοτάδι στην πλατεία. Κουνιούνται οι άκρες της αυλαίας.)<br />
&#8230;Πού κρυφτήκατε; Γιατί δεν σας βλέπουμε; Τι παιχνίδι παίζετε μαζί μας;</p>
<h6><strong>Ήφαιστος</strong></h6>
<p>(Μπαίνει. Ανεβαίνει στο πρώτο σκαλί, κουτσαίνοντας. θα κουτσαίνει έως τη στιγμή που θα κερδίσει το βραβείο. Κοιτάζει το δεύτερο σκαλί. Κάθεται εκεί σκεφτικός. Καθώς ο Όνειρος κινείται αργά προς τα παρασκήνια&#8230;) Χαίρε, Όνειρε. Δεν σε παρακολούθησα. Συγγνώμη. Δεν έμαθα ποτέ να ονειρεύομαι.<br />
Ούτε να γράφω ποίηση, όπως όλοι οι ομότεχνοι. Και όσο λιγότερο ποιητικός είναι ο λόγος τους τόσο περισσότερο δηλώνουν ποιητές. Τόση ακτινοβολία έχει πια αυτή η ποίηση, ακόμη και όταν γράφουν σε ανελεύθερο στίχο, ακόμη και όταν μένουν μουγγοί μπροστά στις λέξεις, για να μετρούν συλλαβές, μακριά από επικίνδυνα νοήματα και διφορούμενες ακουστικές<br />
εικόνες, χωρίς καμιά αμφιβολία ότι έχουν ξεπεράσει τον Παλαμά; Κι εγώ γιατί δεν έγινα σαν όλους τους άλλους; Τι μου λείπει εμένα, μου λες; (Ο Όνειρος κάτι ψιθυρίζει. Εκτός σκηνής. Μικρή παύση.) Ναι, δίκιο έχεις, η έπαρση.<br />
(Στο κοινό) Μετά το φιάσκο με τον Όνειρο και το όνομά του, έχω εντολή από τους Συγγραφείς να σας αποκαλύψω με υπαινιγμούς το δικό μου, αλλά όχι το λογοτεχνικό είδος που με υποχρέωσαν να κουτσο-διακονώ. Μάλλον πληροφορήθηκαν ότι είμαι κουτσός. Αλλά από πού κι ως πού εγώ (με<br />
αυτοσαρκασμό) πεζό-γράφος, να μεταβαίνω πεζή στη γραφή ή, χωρίς μεταφορές, να περπατώ και να γράφω, αφού δεν μπορώ καλά-καλά να περπατώ; Κατά τα άλλα, μας άφησαν να γράφουμε μόνοι μας&#8230; Χα, χα, χα! Θα μου πείτε. (Ειρωνικά) Πώς αλλιώς θα φτάναμε στην πρωτοπορία; Μονόλογοι<br />
αντί για ατάκες. Ζητώ συγγνώμη από τους θεατές μας. Δηλωτικό, βλέπετε, της εποχής μας. Ο καθένας για τον εαυτό του και οι συγγραφείς για όλους, δηλαδή για κανένα. Το απόγειο της αλλοτρίωσης.<br />
(Σηκώνεται, μπαίνει στο ρόλο του. Ξαφνιασμένος.) Τον θυμάμαι αυτό το θρόνο. Όχι, δεν είναι ο θρόνος-παγίδα που επινόησα για την Ήρα. Τον έφτιαξα σε μια άλλη εποχή. Τότε που η πίστη είχε γίνει ορατή και ανυπόστατη, τότε που χρειάζονταν οι εικαστικές τέχνες, για να επιζήσουν ακόμη και οι πιο παντοδύναμοι θεοί. Υποδυόμουν το θεό της έμπνευσης, της επεξεργασίας της ύλης. Πολύ σημαντικό για τις σημερινές μου ασχολίες. Θυμάμαι κάθε ανάγλυφο, κάθε στολίδι. Ήθελα να κάθεται εκεί η γυναίκα μου, αρμόζουσα έδρα για τη φυσική ανάγκη τής θεάς της ομορφιάς. Μα εκείνη τον παραχώρησε στον Άρη. Έρωτας, βλέπετε. Τώρα πλέον μαντεύετε πώς τον κληρονόμησαν οι βασιλείς. Όπως όλα. Θα πω τη λέξη κλειδί κι ας τη μαντεύετε. Με πολέμους.<br />
Και τον χρησιμοποιούσαν τα πρωινά, όταν εκτελούσαν διαφορετικές &#8230;ανάγκες, και δέχονταν τους υψηλά ιστάμενους υπηκόους τους. Μονάρχες ήταν. Νόμιζαν πως ήταν πάντα μόνοι. Μόνοι στην κορυφή, μόνοι και στην αίθουσα υποδοχής του παλατιού. Ενδεδειγμένη παρερμηνεία. Όλοι οι άλλοι αόρατοι. Ενώ εγώ, θνητός και ορατός, με όνομα ολύμπιου θεού {με αυτοσαρκασμό) από τους πρόποδες του Ολύμπου -αν και κατορθώνω να ανεβαίνω ένα σκαλί με κάθε μεταμόρφωση-, αντικρίζω την ομορφιά και σας προσκαλώ να ξεχάσετε τους πολέμους, την πείνα, την αρρώστια, την άχαρη δουλειά, τα φανταστικά ταξίδια σε άγονες γραμμές.<br />
{Ενώ ξαναμπαίνει ο Όνειρος, εμφανίζονται από διαφορετικά σημεία της κορυφής ο Μορφέας, η Αθηνά, η Πολύμνια. Κοιτάζονται με ανακούφιση, παρατηρούν προσεχτικά το σκηνικό. Αναστενάζουν. Ο Μορφέας και η Πολύμνια κοιτάζονται με έκπληξη, σχεδόν ερωτικά. Αρχίζουν όλοι να ανεβαίνουν ένας-ένας τα σκαλιά του θρόνου, κατεβαίνουν σκεφτικοί. Ο Μορφέας πιάνει για λίγο το χέρι της Πολύμνιας. Ενώ ανεβαίνουν&#8230;)</p>
<p><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></p>
<p>Πέντε συγγραφείς, υποψήφιοι για Κρατικά Βραβεία, ανεβαίνουν τυχαία την ίδια στιγμή από διαφορετικά μονοπάτια στην κορυφή του Ολύμπου. Στην αρχή με τη χρήση ειρωνείας, στη συνέχεια αυτοσαρκασμού, κυρίως όταν ανεβαίνουν τα σκαλιά του θρόνου και ανακαλύπτουν τι κρύβεται πίσω από την αίγλη του. Ωστόσο, δεν παραιτούνται. Δοκιμάζουν διάφορους τρόπους να παίξουν θέατρο. Στην πρώτη ραψωδία με μονολόγους, στη δεύτερη με ατάκες. Μας λένε τι είναι θέατρο, τι είναι ποίηση, τι είναι γραφή και αντιγραφή. Και διασκεδάζουν με την ανθρώπινη αφροσύνη. Μας καλούν να διασκεδάσουμε μαζί τους. Κι εμείς σκεφτόμαστε τις δικές μας ατάκες, καθώς κλείνουμε το βιβλίο ή, καλύτερα, μόλις τελειώσει η παράσταση. Ανεβαίνουμε στον δικό μας Όλυμπο και απαγγέλλουμε.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙΣ (2018)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ Μαρία Γολσουζίδου</strong></p>
<h5><strong>ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ</strong></h5>
<p>Η εποχή σκληρή<br />
Δέσαμε τα καράβια στο λιμάνι<br />
Τα νερά θολά</p>
<p>Κι ο Γιώργος<br />
περίμενε<br />
το γάλα που έρεε με μέλι<br />
το χάδι το λατρευτικό<br />
απ’ όλους γύρω<br />
δικούς του<br />
και άλλους</p>
<p>Και έλεγε ο Γιώργος<br />
-γιατί τα παιδιά λένε<br />
μιλούν μια γλώσσα πλούσια<br />
κι όταν ακόμη δεν μπορούν ν’ αρθρώσουν<br />
λέξεις-<br />
— Τι πολλοί που μ’ αγαπάνε<br />
Τι όμορφος<br />
που είναι<br />
ο κόσμος<br />
Να μη μου πείτε ποτέ<br />
το αντίθετο<br />
Πότε θα μάθετε<br />
εσείς οι μεγάλοι<br />
να λέτε μόνο την αλήθεια;</p>
<p>Το ξανασκέφτηκε σε λίγο</p>
<p>&#8211; Όχι ψιθύρισε<br />
Και μια πρωτόγνωρη<br />
φωνή μελωδική<br />
αναδυόταν<br />
από τα βάθη<br />
της ψυχής και των αιώνων</p>
<p>&#8211; Όχι ο κόσμος δεν ήταν όμορφος<br />
Έγινε αναπάντεχα<br />
Τον βλέπω<br />
Μα σας κάνω κι εσάς να τον δείτε</p>
<p>Κοιτάξτε βαθιά μέσα στα μάτια μου<br />
Δείτε τον μέσα στο καθαρό μου βλέμμα<br />
Αντανακλά τα μάτια όλων που γεννιούνται<br />
Σήμερα</p>
<p style="padding-left: 200px;">19-10-2016</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-17964" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0001-162x300.jpg" alt="" width="162" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0001-162x300.jpg 162w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0001.jpg 433w" sizes="(max-width: 162px) 100vw, 162px" /></p>
<p>Κι αν κάποια μέρα, όταν θα ξεχωρίζεις<br />
τις λέξεις μία μία, τις βρίσκεις λίγο δυσνόητες,<br />
είναι γιατί και τότε ακόμη θα είσαι<br />
ένα ιερό σκεύος και θα περιέχεις όλα τα<br />
μυστήρια της ζωής σου.</p>
<p>Άκου, λοιπόν.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-17965" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0002-160x300.jpg" alt="" width="160" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0002-160x300.jpg 160w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0002.jpg 426w" sizes="(max-width: 160px) 100vw, 160px" /></p>
<p>Συναντήσαμε δράκους και μάγισσες.<br />
Χωρίς περίσκεψη, γίναμε δράκοι και<br />
μάγισσες. Σαν να μας άρεσε. Ήταν μια<br />
πρόκληση για το ανήσυχο πνεύμα μας. (Μη<br />
φοβάσαι ακόμη. Σε προστατεύει το ιερό<br />
υγρό στοιχείο.) Μα όσο και αν μας άρεσε,<br />
δεν ξεχνούσαμε ποτέ πως η πεδιάδα που<br />
αφήσαμε στα βάθη του χρόνου μας<br />
βρισκόταν ψηλά στο στερέωμα.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-17966" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0003-159x300.jpg" alt="" width="159" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0003-159x300.jpg 159w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0003.jpg 424w" sizes="(max-width: 159px) 100vw, 159px" /></p>
<p>Πήραμε χρώματα και αρχίσαμε να<br />
ζωγραφίζουμε ο καθένας το τετραγωνάκι<br />
του πάντα γνωρίζαμε ότι του αναλογούσε.<br />
Κάποιοι από εμάς τα ζωγραφίζαμε<br />
σαν να ήταν κύκλοι. Αδύνατον, μας έλεγαν<br />
οι άλλοι. Μα εμείς νιώθαμε τη χαρά<br />
της αντίστασης. Αρκετά είχαμε τετραγωνίσει<br />
τους κύκλους μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-17967" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0004-165x300.jpg" alt="" width="165" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0004-165x300.jpg 165w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0004.jpg 439w" sizes="(max-width: 165px) 100vw, 165px" /></p>
<p>μικρός δυσανασχέτησε και οι γονείς<br />
του χάιδεψαν τα χεράκια του πάνω από<br />
την κοιλίτσα της μανούλας του. Ηρέμησε,<br />
του ψιθύρισαν. Η γιαγιά σου υπερβάλλει.<br />
Έτσι κάνουν οι συγγραφείς.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-17968" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0005-166x300.jpg" alt="" width="166" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0005-166x300.jpg 166w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0005.jpg 443w" sizes="(max-width: 166px) 100vw, 166px" /></p>
<p>Και τότε ο μικρός έκανε μια πρωτόγνωρη<br />
κίνηση. Απελευθέρωσε τα χέρια του από<br />
το χάδι των γονιών του και, σαν να έπιανε<br />
χαρτί και μολύβι, ξαναέγραφε τον κόσμο.<br />
Θα τα γκρεμίσω όλα, σαν να έλεγε, θα τα<br />
χτίσω όλα από την αρχή. Και άρχισε από<br />
το χαρτί.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-17969" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0006-162x300.jpg" alt="" width="170" height="315" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0006-162x300.jpg 162w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0006.jpg 432w" sizes="(max-width: 170px) 100vw, 170px" /></p>
<p>Άκου. Κι ας ακούσουν όλοι οι μεγάλοι.<br />
Την ιστορία αυτή τη γράφεις εσύ ο ίδιος<br />
μαζί με όλα τα παιδιά του κόσμου. Γι’ αυτό<br />
είναι υπέρ-αληθινή.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-17970" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0007-167x300.jpg" alt="" width="167" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0007-167x300.jpg 167w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/02/ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΣΗ-0007.jpg 444w" sizes="(max-width: 167px) 100vw, 167px" /></p>
<p>Το νεογέννητο ξεκινά για μια νέα Ημέρα</p>
<p>Νεράιδες των δασών το ακολουθούν</p>
<p>Ελάτε, ελάτε αέρινα ξωτικά<br />
των παραμυθιών</p>
<p>Οι Άγγελοι επιστρέφουν<br />
από άλλες εποχές</p>
<p style="padding-left: 160px;">Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Είδα τις λέξεις να χορεύουν (2015)</span></strong></h4>
<h3 style="padding-left: 60px;"></h3>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΛΟΓΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όταν πρωτοείδε</span><br />
<span style="color: #000000;"> το Χορό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να διηγείται να διαλέγεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ημίφως σε σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια</span></p>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΑΛΟΓΟΣ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;"> Ο ύπνος των λουλουδιών</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι ανεμώνες έγειραν το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλάγιασαν στην αγκαλιά του Ανέμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τις είδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς αργόκλειναν τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς κοιτάζανε κρυφά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πριν φύγει το σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διαβάζανε στο φως του φεγγαριού</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μυστικά των άστρων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις είδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο δικός μου κήπος μ&#8217; εγκατέλειψε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλήγωσε τα μάτια μου με χρώματα απαλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκέπασε τα πόδια μου με χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χαράματα ξεκίνησε για μια άλλη Βαβυλώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα βλέφαρά μου έκρυψαν μυστήρια παλαιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέρσες ιερείς περνούσαν αόρατοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έφεραν πέτρινα λούλουδα στους ώμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εσύ έκλεισες τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοίταξες στα βάθη της ψυχής τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> διάβασες τα μυστικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενός μόνον άστρου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ανεμώνες αποκοιμήθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο Ενδυμίων τις κοιτούσε ατάραχος</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τι βλέπει σήμερα η πανσέληνος</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ένα εφήμερο λουλούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> να θρηνεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έζησε ολόκληρη τη μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δύο παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξαναχτίζουν με πηλό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα σπίτια που δεν γνώρισε η γενιά τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια μαργαρίτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να λέει πεισματικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν μ&#8217; αγαπά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δυο ερωτευμένους</span><br />
<span style="color: #000000;"> να αγνοούν μ&#8217; ένα φιλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βούλευμά της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έναν πελαργό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φέρνει διστακτικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ρίχνει βόμβες</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στης πόλης τα σοκάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> δύο παππούδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μια ευχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τις προωθούν βαθιά στην έρημο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εν δυο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εν δυο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με βήμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σημειωτόν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα μωρό κλαίει και γελά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γεννιέται ή</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέπει τη μέρα με το φέγγος της πανσέληνου?</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Πηγάδια</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Καθόταν στο πεζούλι σκεφτική</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η θάλασσα στα πόδια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάντα απειλητική</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καρπάθιο Πέλαγος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοίταζε το τοπίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εκείνο όρθωνε τα βράχια του</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην οργή του πελάγους</span><br />
<span style="color: #000000;"> να προστατέψει τη λεμονιά που άνθιζε σε κάθε αυλή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έβλεπε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πλάι στις βάρκες τα καράβια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλάι στη μαρίδα τα λυθρίνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> θεσπέσια εικόνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ισότητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> βγαλμένη απ&#8217; τον Παράδεισο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τότε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κολυμπούσε ως την αντίπερα όχθη</span><br />
<span style="color: #000000;"> πετούσε ως την απέναντι κοιλάδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγγιζε τ&#8217; αστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολύ ψηλά στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μικρή ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Μη</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μη στέκεσαι όρθια</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει θέση</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη στέκεσαι εδώ Στο σαλόνι πήγαινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν έχει σαλόνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη στέκεσαι εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει «εκεί»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πού πας;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πού είναι &#8230;εκεί;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπου το «μη» δεν υπάρχει </span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Και είπες</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γαλάζιο περίβλημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λευκό κρεβάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> εσύ</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και είπες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρκετά περίμενα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ζωή κι αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> να περιμένεις μια ζωή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέντωσες τα φτερά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα τέντωσες ξανά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολύ μικρά για να πετάξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και είπες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να δοκιμάσεις τη γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πολύ ψηλά ο ουρανός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δίπλωσες τα φτερά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δίπλωσες ξανά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολύ μεγάλα για να τρέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και είπες </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα πηγαίνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> αργά</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να ζήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς πετάγματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς</span><br />
<span style="color: #000000;"> δρασκελιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> αργά με προσοχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σιγά την πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βήμα σημειωτόν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ζωή με νωχελείς κινήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ζωή πλήρης ημερών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ανυπαρξίας</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αμφίπολις</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πώς έγινες αγνώριστος λαέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> έγραφε κάποτε κι αναρωτιόταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίδιος ήλιος ίδια θάλασσα ίδιο χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σκάβουμε τη γη σκάβουμε το χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα χέρια μας αγγίζουν το παρελθόν μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συναντούμε αντί για θνητά σκουληκάκια εικόνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον ήλιο αναλλοίωτο μέσα στον τύμβο</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρώμα και κίνηση στο δάπεδο του τάφου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θύρες μαρμάρινες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανοίγουν κλείνουν στο χρόνο στον ορίζοντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φιγούρες με κίνηση που όμως δεν φεύγουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κινούνται</span><br />
<span style="color: #000000;"> μήπως μας προλάβουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος είναι ο ένοικος του τάφου</span><br />
<span style="color: #000000;"> διερωτώνται οι σοφοί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">13 Οκτωβρίου 2014</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν ξέρουμε ακόμη ποιος είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξέρουμε μόνο πως δεν είναι ο νεκρός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ίσως το μέλλον μας που μας στοιχειώνει</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Γραφίδα</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> έγραφε</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς γράμματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιλούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Παγιδευμένος στις σελίδες του ήσκιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρόσθετε τη δική του ψηφίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις εικόνες του ποιήματος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλεγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη με διαβάζετε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μη μ’ ακούτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκτός κι αν τολμάτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να δείτε το</span><br />
<span style="color: #000000;"> αόρατο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έμεινε στην Ιστορία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράφει</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράφει</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποφαίνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> φαίνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ομιλεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> διεκδικεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτοπροβάλλεται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αυτοαποκαλείται</span><br />
<span style="color: #000000;"> θεέ μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιητής</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Μετουσίωσις</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Άρτος να γίνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> να θρέψω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις Ινδίες της Γης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οίνος να γίνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μεθύσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις Μπιάφρες του σύμπαντος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γροθιά να γίνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους λαούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τίμιο Δώρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να την προσφέρω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να σηκώσουν ξανά το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από ψηλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους δήμιους</span><br />
<span style="color: #000000;"> να</span><br />
<span style="color: #000000;"> αντικρίσουν</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Στο παγκάκι</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε μόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ήταν τρεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεξί χέρι στην τσέπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσεχτικοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του ζήτησαν τα χαρτιά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιος δεν γνωρίζει ότι</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι επικίνδυνοι ληστές με τα καλάσνικοφ</span><br />
<span style="color: #000000;"> μεταμφιέζονται σε</span><br />
<span style="color: #000000;"> άστεγους</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνούν τη νύχτα σε παγκάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όχι εκκλησίας μα δρόμου κεντρικού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Μετανάστης</span><br />
<span style="color: #000000;"> και άστεγος</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάει πολύ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάνε Θεέ μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μην τιμωρηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ;για αμαρτίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ομόχρωμών του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε τρεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ίσως σταλμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ&#8217; την Αγία Τριάδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απόψε θα περάσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε τέσσερεις τοίχους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οικονομικός μετανάστης</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε οικονομία του Νότο</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Μενετές</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έστρεφε το βλέμμα προς τα επάνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μικρή από τον Κάβο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σε αντικρίσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> Παναγία μενετιάτισσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σε βλέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να εμπνέεις σε όλους γύρω</span><br />
<span style="color: #000000;"> λεβεντιά και δέος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άκουγε από μακριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ ανεβαίνει ως την άγια πύλη σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το Καρπάθιο Πέλαγος</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φυσάει μέσα στο ιερό σου να</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρέχει στα σοκάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> του χωριού που σ’ αγκαλιάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ραντίζει τα σπίτια με μύρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αγγελικό λιβάνι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έβλεπε τον ήλιο να ανάβει τα καντήλια σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ρίχνει σπίθες στα μάτια των</span><br />
<span style="color: #000000;"> αγέρωχων Μενετιατών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε φορά που προσεύχονταν στη χάρη σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έγερνε τότε ο Ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;"> και της ψιθύριζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως σήκωνες στα ύψη όλη την Κάρπαθο</span><br />
<span style="color: #000000;"> την έφερνες ξανά κοντά του</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Γάζα</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αν σ’ ενοχλούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα συναισθήματα στην ποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάνε χαρταετό αυτό το ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ας γράφεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> για σένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι νουθεσίες αν σε προσβάλλουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> αγνόησε τούτη τη σελίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσο κι αν ξέρεις πως</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο για σένα γράφεται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καλέ μου αναγνώστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> άμοιρε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευθυνών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσύ όπως κι εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> για όλα τα δεινά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα σκαλοπάτια μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> για δες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφήσαμε να γίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγνωστο χι</span><br />
<span style="color: #000000;"> το άλφα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφήσαμε να γίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> της Άγαρ και της Σάρας τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε έρημο χαμένη φυλή του Αβραάμ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">να τα ενώνει ένα ααα&#8230; ατέρμονο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τα χωρίζει μια κραυγή του τρόμου</span></p>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΓΟΣ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Πραγματικότητα</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θραύσμα της φαντασίας μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> βίαιη αποκόλληση</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το αληθινό βλέμμα του ονείρου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ζούμε μέσα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζεις και βρυχάσαι μέσα στους εφιάλτες μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ντύνεσαι με το χρώμα της φωνής</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσων χάθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσων δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τείχος νοητό μπροστά σε κάθε απόλαυση</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέτρα που χτίζεις όνειρα χωρίς τα χέρια τα δικά μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πραγματικότητα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">παιδί και μάνα του μη πραγματικού</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Και είναι πολύ μακριά η δύση (2012)</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Πρόλογος</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> Καιρός</span> <span style="color: #000000;">να</span><span style="color: #000000;"> γράψω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αρκετά ζύμωσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρκετά περπάτησα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και το ψωμί μένει ακόμη στο ντουλάπι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο κόσμος είναι ακόμη στρογγυλός</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χάραξα τη ζύμη χάραξα το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κανείς δε χόρτασε κανείς δεν άλλαξε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νερό δεν έτρεξε στα αυλάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η αβροχία φύσηξε εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή και παντού Ποιος ξέρει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καιρός να γράψω</span></p>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Σωτήριον έτος 2011</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ειρωνικόν</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Την αδελφή του Κάδμου μη φοβάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκ της σαρκός σου σαρξ είναι και αίμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Την έπλασε η αθάνατη πνοή σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάσαι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν την καταδίωκε ο Δίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ αδέλφια της διέτρεξαν μιαν ήπει-</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρο -όνομα δεν είχε τότε η Δύση-</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευλόγησαν το χώμα που είχε πατήσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μη σκιάζεσαι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ευρώπη αν υπέκυψε στον Δία</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω από αιώνια πλατάνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> γέννησε μια καινούργια πολιτεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> και έδωσε στον κόσμο τον Ραδάμανθυ</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ταίριαζε ο μύθος της πιστής Πηνελόπης</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ&#8217; ερεβώδεις καιρούς σαν τον δικό μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> της χάρισαν όχι έναν εραστή</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα όλους τους μνηστήρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τόσοι χρειάστηκαν να δημιουργηθεί ο Πάνας</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πάρει λίγο απ’ τον καθένα τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βλέμμα το μουσούδι την ουρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ο Οδυσσέας;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οργίστηκε μας λένε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εύκολα ξέχασε την Κίρκη με τον Τηλέγονο</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Κασσιφόνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην κόρη του Ήλιου πώς ν’ αντισταθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα να ’ναι άπιστη η Πηνελόπη;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και ποιος θα συμβολίζει τώρα την αιώνια πίστη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Α! Χωρίς σύμβολα πώς θα ζήσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως είναι πολύ απλό</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ας μην αλλάζουμε τους ήρωες των μύθων</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνο στα παρα-μύθια ζουν αυτοί καλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εμείς καλύτερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Που πότε δε μας λένε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πάμε προς τα εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ζήσουμε σαν ήρωες των μύθων μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφού σαν άνθρωποι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έστω τιμωρημένοι απ’ τους θεούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτέ</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΛΟΨ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έφερες στη χώρα τη χλιδή</span><br />
<span style="color: #000000;"> τύλιξες τον διάφανο αέρα με οσμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> του πλούτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη θάλασσα τον ήλιο με ομίχλη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ήρθε ο Όμηρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άφησε μια λέξη στην άκρη του πελάγου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άναψε έν’ αστέρι στα ίχνη του χρόνου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> παιδιά της πλησμονής</span><br />
<span style="color: #000000;"> διαλέξαμε</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω σου κάθισε η γερόντισσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν τον ουρανό είχε διασχίσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι είχε διαβεί ολόκληρη την πλάση</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μέρες εννέα κι άλλες τόσες νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταξίδευε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δέχτηκες τότε την καρδιά της στη δική σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλησες να της δώσεις την ύλη σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα δεν μπόρεσες να δαμάσεις τη θεά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς έγινες γερόντισσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη ρώτησες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν είναι μεταμόρφωση</span><br />
<span style="color: #000000;"> σου απάντησε η θεά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η μάνα Γη γερνάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν χαθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Κόρη</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΟΣ-ΕΡΕΒΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το Χάος</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Γαία</span><br />
<span style="color: #000000;"> οΈρος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακατέργαστη πέτρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρωτόγονη ρώμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ορμή του Δία</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρωτόγνωρη τέρψη των θνητών</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρωτάκουστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> θλίψη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γεννιέται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεννά</span><br />
<span style="color: #000000;"> θεριεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> απόλλυται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ίδια γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χάος</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΕΡΒΟΡΕΙΟΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σας γέννησε η ψυχή η ελληνική</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και είπε: η χώρα σας ν’ απλώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε φως λαμπρό σε αέρα διάφανο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε αέναη γιορτή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σας έστειλε τη Λήδα τον Απόλλωνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους έδωσε εντολή</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σπείρουν κόκκους ουτοπίας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τώρα εμείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν δράκοντες σταλμένοι από την Ήρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκοτώνουμε τον Ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> του Αιγαίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> θολώνουμε τα ιερά ρυάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δικά μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Παρενθέσεις </span><span style="color: #000000;">και αγκύλες</span></strong><br />
<span style="color: #000000;"><strong> (ποιητική σύνθεση)</strong></span></h5>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Ο δρόμος που πήραμε οδηγεί στη θάλασσα</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> Κι η θάλασσα γεμίζει τα κοχύλια της</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> με τα δικά μας όνειρα</span></em></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Να γράφεις ό,τι δεν έχει γραφτεί ποτέ, να</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράφεις ό,τι γράφεται από την αρχή του Χρόνου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ιερογλυφικά, γράμματα, λέξεις ταξιδεύουν από</span><br />
<span style="color: #000000;"> το όνειρο στη σκέψη από τη σκέψη στο χαρτί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Γράφω». Η λήθη ξυπνά την αλήθεια. Το</span><br />
<span style="color: #000000;"> α στερητικό θεριεύει, γίνεται α θαυμαστικό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλφα σ’ έναν κόσμο θαυμαστό, με το ωμέγα ν’</span><br />
<span style="color: #000000;"> αντιφεγγίζει το φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και συνεχίζεις&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ή μήπως επιστρέφεις&#8230;</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Η Ιθάκη καρτερούσε στην αγκαλιά του χρόνου</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> ζούσε στον αργαλειό τα όνειρά της</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> κεντούσε λέξεις χιλιοειπωμένες</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> που όμως ποτέ δεν είχαν ειπωθεί</span></em></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Να ξαναζήσει θέλησε το παρελθόν κι ο χρόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκδικήθηκε. Βιολέτες άλικες γεννούσε η</span><br />
<span style="color: #000000;"> στιγμή. Οι ηλιαχτίδες εξαντλήθηκαν. Ταξίδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πιο άγριο παρελθόν. Ή μέλλον. Τρέξε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τρέξε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν θα προλάβεις. Φύγε. Ένα τεράστιο κενό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπροστά, στο δρόμο σου. Ένα τεράστιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κενό το</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι σου.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Περπατώ σε χώρους που με αγνοούν</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Να είσαι μια παρένθεση</span><br />
<span style="color: #000000;"> στων άλλων τη ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να είσαι μια αγκύλη στην</span><br />
<span style="color: #000000;"> παρένθεση</span><br />
<span style="color: #000000;"> της νιότης σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ενώ εσύ φυλακίζεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στις αγκύλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Λερναία Ύδρα καραδοκεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι παρενθέσεις πολλαπλασιάζονται</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Ρίξε μου ένα νήμα Θεέ μου να βγω απ’ το λαβύρινθο</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> ρίξε μου ένα κύμα να με πάει στη Νάξο</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> να προλάβω την Αριάδνη</span></em></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Να έχεις το σθένος να γίνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτό που είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με όλα τα συστήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γονίδια-κοινωνία</span><br />
<span style="color: #000000;"> μοίρα-μερίδιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σε αντιμάχονται</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Η Λέξη είναι μια αχόρταγη θεά</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> εκδικείται αν οι βωμοί της μείνουν άδειοι</span></em></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ίδια παραλία. Κρατά σφιχτά τα χε-</span><br />
<span style="color: #000000;"> ράκια των παιδιών της. Ξένοι, μυριάδες ξέ-</span><br />
<span style="color: #000000;"> νοι γύρω- άφησαν τα όπλα, φόρεσαν υπερο-</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψία. Έχει γίνει μόδα η ανορεξία κι ας μην</span><br />
<span style="color: #000000;"> προκαλεί αποστροφή το φαγητό ή ο κρύφιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> φόβος, αν εσύ χορτάσεις, ο άλλος να μείνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> νηστικός.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;"> Δεν μαγεύουν πλέον οι λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ψάχνει νά βρει το σημείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> που η λέξη γίνεται τροφή</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έμειναν άραγε σημάδια;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άδικα τα αναζητεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σαν να κρατούσαν κάποια χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> αόρατα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μία τεράστια</span><br />
<span style="color: #000000;"> γομολάστιχα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλα έχουν διαγράφει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα παιδιά της κρατούν από μια μεγάλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σοκολάτα γάλακτος. Μικρή έλεγε σοκολάτα·</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίστευε πως έτσι θα γινόταν πιο νόστιμη. Σε</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγο έχει δυο μισές σοκολάτες στο χέρι.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Από τα βάθη του χρόνου</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας</span></em></strong></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">Η ιεροσυλία ντόπιων και ξένων φέρνει κά-</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποια στιγμή ευημερία. Φέρνει μαζί την προ-</span><br />
<span style="color: #000000;"> σφυγιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μυριάδες πάλι οι ξένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και πρόσφυγες</span><br />
<span style="color: #000000;"> εμείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη μοναξιά μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;"> Άμμος της ερήμου. Λαθρομετανάστες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους βαφτίσανε. Πώς αλλιώς; Ήρθαν από μα-</span><br />
<span style="color: #000000;"> κριά &#8211; όπως κάποτε πήγαμε εμείς. Στα κρυ-</span><br />
<span style="color: #000000;"> φά όμως οι άλλοι. Στα κρυφά.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;"> Το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το χώμα το ελληνικό να μη φτάνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> για όλους μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και είναι πολύ μακριά η Δύση</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από τα βάθη του γιαλού</span><br />
<span style="color: #000000;"> από του χρόνου τα βάθη</span><br />
<span style="color: #000000;"> φράχτες δεν μπήκαν γύρω</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τα νησιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνοριακό πλέγμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πέλαγο</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">Κι οι άλλοι δεν διστάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πνιγούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λίγη Ευρώπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αδέλφια</span><br />
<span style="color: #000000;"> δώστε μας λίγο χώμα από την ήπειρο των</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">δύο Πολέμων.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">Συρματοπλέγματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξηλώστε τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δέστε τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τολμούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ζητούν την Ελπίδα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">στο κουτί της Πανδώρας</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">Πόσο άλλαξε</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">πόσο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλαξε</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;">αυτός ο κόσμος</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Η όαση είναι δώρο της ερήμου</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής</span></em></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι πλαγιές ταξιδεύουν στα βάθη του λόγου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεκινούν για το άπειρο της σιωπής</span><br />
<span style="color: #000000;"> αγκαλιάζουν στις λέξεις τα σημάδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> του πόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεδιπλώνουν τα χρώματα της αστραπής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανεβαίνει κι ο χρόνος ταξιδεύει μαζί της</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ξαποσταίνει στο λόφο καρτερεί στις πλαγιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια πικρή μελωδία αντηχεί στη φωνή της</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μπορούσε να μη μεγαλώσει ποτέ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ’ρθεί καιρός να τα ξεχάσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ’ρθεί καιρός να θυμηθεί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σταγόνα ο χρονος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στάσιμος στην άκρη του πελάγου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> από πηγές υφάλμυρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πόσο θα ήθελε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κυνηγούσε πάλι χαμομήλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φαινόταν ανέμελη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στης πλαγιάς το ρυθμό</span></p>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Αστέρι στην Άκρη </span></strong><strong><span style="color: #000000;">της Αιωνιότητας</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">21-11-1991</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στη γιορτούλα σου φέτος δεν μπόρεσα να ’ρθω</span><br />
<span style="color: #000000;"> με κράτησαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μακριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> υποχρεώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> γήινες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αταίριαστες με την καινούργια μου ιδιότητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> της Ραχήλ που ψάχνει να βρει το παιδί της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήμασταν όμως εκεί κι Εσύ το ξέρεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μπήκαμε στην αυλή σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> γονατίσαμε ευλαβικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> 0 αδελφός σου έσπειρε γύρω του</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαργαριτάρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βρουν τροφή αθάνατη</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι καρδερίνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ είπα ν’ αφήσω μια στάλα ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τα λιθάρια της εξώπορτάς σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα δεν μου είχε απομείνει</span></p>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Επίλογος</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Γράφω</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">χαράζω με μαύρα γράμματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το όνομά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε λευκή ταφόπετρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">παλεύω την αιωνιότητα της γραφής</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη δική μου φευγαλέα υπόσταση</span><br />
<span style="color: #000000;"> θραύω</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ανέκφραση του λόγου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σκάβω βαθιά μέσα στην</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέτρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ αυτά τα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> που αύριο κληρονομούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ακινησία της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γράφω</span></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Το πέρασμα της Ευριδίκης (1997)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Προϊστορία</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θέλησε να ξεφύγει από το μύθο της Ιθάκης</span><br />
<span style="color: #000000;"> στάθηκε όρθια κοντά στον Ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8211; Είμαι η κόρη του Οδυσσέα φώναξε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα ασήμαντο αστέρι πήρε μια γομολάστιχα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έσβησε το φεγγάρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτεινε το χέρι στη Μήδεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8211; Φύγε από την Κολχίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πριν φτάσει εκεί ο Ιάσων</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι ο μόνος τρόπος ίσως</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρόσθεσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> (είναι σοφή η κόρη τ’ Ουρανού)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτέ να μη δημιουργηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ταίρι του ψεύτικου ήρωα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είπε στην Ιοκάστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8211; Φύγε μακριά από τη Θήβα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μη νυμφευτείς το βασιλιά της και την ανίερη</span><br />
<span style="color: #000000;"> προϊστορία του</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάποτε στην περιπλάνησή σου θα συναντήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτόν που γέννησες πριν γεννηθείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως η Γαία τον Ουρανό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως η Αντιγόνη δεν παντρεύτηκε ποτέ τον</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αίμονα</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Το ξύπνημα της Γαλάτειας</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ταξίδευε με δέος στην ανήλια χώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίσω της η περίλαμπρη Γη ακολουθούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέπλο και σάβανο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ραμμένα από τον ίδιο τεχνίτη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κοιτάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> άκου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο λόγος είναι πιο ισχυρός από την κίνηση των χεριών του</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σώμα επιθυμεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο λόγος ποιεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η εικόνα γεννιέται</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαθιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στα μάτια της λέξης</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το φως-Πυγμαλίων λατρεύει τα χρώματα της πεταλούδας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εκείνη του ανταποδίδει τη φλόγα του σε μεγεθυντικό καθρέφτη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξέφυγε μια στάλα ζωή από το δισκοπότηρο του ιερέα της Εκάτης</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μιας ξεχείλισαν οι γαλαξίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαμογέλασε η αγαλμάτινη θεά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανάσταση νεκρών προφήτεψε τότε ο σοφός ιερέας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τελετουργική μετάβαση στη χώρα των ζωντανών</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιοι ζωντανοί; Ποια χώρα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αφήστε τα πόδια μου ν&#8217; αγγίξουν τη γη</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αριάδνη</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ξεκίνησε για ένα άλλο ταξίδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνο που δεν έκανε ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το είχε αφήσει χαραγμένο στα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> των παιδικών της χρόνων</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήρε το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον ανηφορικό τον μόνο που ήξερε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ήταν πια ανάλαφρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς αποσκευές</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτοιμη για το ξεκίνημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είπε πως όλα είναι τέλεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> γι&#8217; αυτό όλα τελειώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αν βρισκόταν στην άκρη τού ονείρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα άνοιγε την πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτήν που δεν μπόρεσε ποτέ να κλείσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα έπεφτε θα ανέβαινε τι άραγε;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήξερε τι την περιμένει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ζωή είναι όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ε όχι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όχι</span><br />
<span style="color: #000000;"> το όνειρο είναι ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πασιφάη με τον Μινώταυρο στα σπλάχνα της</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η Αριάδνη να κόβει το μίτο και να ψάχνει το δικό της Διόνυσο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο μεγάλος Θησέας να τα εγκαταλείπει όλα για μια Φαίδρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ο Μινώταυρος μόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φοβάται κρυμμένος στο λαβύρινθο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κόκκινη κλωστή δεμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ρίξε μου ένα νήμα Θεέ μου να βγω απ το λαβύρινθο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίξε μου ένα κύμα να με πάει στη Νάξο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να προλάβω την Αριάδνη</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Οὐκ ἔστιν ἐν τῇ πόλει</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είδε τον εαυτό του στο ρέμα και μας ρώτησε</span><br />
<span style="color: #000000;"> η εικόνα αυτή ποιον αγαπά για ποιον υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιον απειλεί;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν καταλάβαινε γιατί</span><br />
<span style="color: #000000;"> να είχε γίνει κατ&#8217; εικόνα και ομοίωσίν του</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν ήταν Θεός δεν είχε δημιουργήσει Κι όμως</span><br />
<span style="color: #000000;"> η εικόνα ήταν εκεί ερωτική απειλητική</span><br />
<span style="color: #000000;"> φευγάτη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκέφτηκε τότε μήπως ήταν ποιητής</span><br />
<span style="color: #000000;"> μήπως σμίλευε τη φωτιά και τον αέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μήπως ποιούσε λέξεις με το εφήμερο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιητή σ&#8217; έχουν διώξει από πόλεις και ουτοπίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχουν τόσα ειπωθεί για σένα από εσένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα εκτός από αυτό που είναι κρυμμένο στη ματιά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απ&#8217; όλους εμάς μόνος εσύ αφήνεις την εικόνα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σε δημιουργήσει</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Το τραγούδι της Νύχτας</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η Σελήνη έκρυψε το πρόσωπό της</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σκέπασε τον Ενδυμίωνα με μια λευκή δαντέλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Την είχε υφάνει με όλη την υπομονή που δίνει η Νύχτα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως δεν ήτανε αυτό το ποίημα που θέλησε να γράψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάνω στο χαρτί έμοιαζε σώμα και ύλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είχε χάσει τη γοητεία τού φευγαλέου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να το έσβηνε με μια κίνηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μια αχτίδα από το δάνειο φως της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο Ενδυμίων χαμογελούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχε ξεφύγει από το βλέμμα της</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμμα ανέσπερο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τρόμαξε την Ευρυδίκη</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς εκείνη περνούσε δήθεν αδιάφορη</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τη Νύχτα στο φως τής Ημέρας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο Ενδυμίων τώρα τραγουδούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Η Σελήνη χάνεται κάθε πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ποίημα μένει πάντα νέο»</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Το πέρασμα της Ευρυδίκης I</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοντά στην είσοδο του Άδη</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Ευρυδίκη μάζευε τα πέπλα της</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσωπεία σε όλο της το σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν ήτανε ποτέ γυμνή για κανένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όταν το μαύρο πέπλο έγινε κάπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όχι για να ζεστάνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε για να καλύψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα για να κρύψει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πήρε τη λύρα από τα χέρια του ’Απόλλωνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πήρε τη μοίρα από τα μάτια του Ορφέα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κρύφτηκε στα βάθη της Αυγής</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Το πέρασμα της Ευρυδίκης III</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Άκουγε τη λύρα του Ποιητή</span><br />
<span style="color: #000000;"> να αναπνέει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στις αχτίδες που ξέφυγαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το άρμα του Φαέθοντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήρε άμμο από μια άλλη ακρογιαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθισε να γράψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> για ένα παλάτι που δεν μπόρεσε να χτίσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το κύμα έσβηνε τα γράμματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι αχτίδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κράταγαν τις νότες στον αέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εκείνη έγραφε έγραφε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γυναίκα του Ήλιου καθώς ήταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> γνώριζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως μόνο στην έρημο φυτρώνει η γραφή</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Non vox erat</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε είδα να καθρεφτίζεσαι στο νερό που κυλούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήσουνα η νύμφη Ηχώ που ξέφυγε από τις φυλλωσιές του αθώρητου δάσους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Περίμενες τον Νάρκισσο να αναδυθεί κρατώντας το είδωλό του</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εκείνος κοίταξε βιαστικά έγραψε δυο στίχους στο νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χάθηκε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πήρες τους στίχους τους μελοποίησες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έψαξες στα βαθιά να βρεις με τη λύρα σου το είδωλο μιας ιδέας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν να μην είχες ποτέ σάρκα και οστά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε είδα από μακριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλησα να φτάσω στο νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα εσύ κολυμπούσες μέσα στον καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κράταγες στα χέρια σου όσα δεν μπορώ ποτέ να ονειρευτώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί δεν είμαι παρά μια σκιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτής που θαρρεί πως γράφει</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ηχώ I</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε είδα στο όνειρό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καθόσουν σε ένα θρόνο ασημένιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Νύχτα ακολουθούσε τη Νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσύ διάβαζες με μάτια λαμπερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κρυφό βιβλίο των άστρων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε είδα στο όνειρό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σύρθηκα λέει κοντά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα πόδια του θρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσύ πέταξες σαν αναλαμπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον άλικο ουρανό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με είδες στο όνειρό σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καλούσα λέει σε βοήθεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγγελο περαστικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα ήταν βαριά τα πόδια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο άγγελος μικρός</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ηχώ II</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με κάλεσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτρεξα στην άλλη ακρογιαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γίνω λουλούδι στην άκρη του γκρεμού</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γίνω κοχύλι στην άμμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γίνω κύμα μελωδία χρώμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε κάλεσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ήρθες στην άλλη ακρογιαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήσουνα λουλούδι στην άκρη της γης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήσουνα κοχύλι φωτεινό στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήσουνα κύμα μελωδία χρώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλάι στον Τιτάνα ’Ωκεανό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πήρα μολύβι αόρατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζωγράφισα στο κορμί του σύμπαντος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα λόγια μου</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">6 ’Απριλίου 1995</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είκοσι τεσσάρων χρόνων</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είκοσι τέσσερα αστέρια άναψε ο Θεός για να γιορτάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τήρησα την υπόσχεσή μου και δεν έκλαψα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μη σβήσω τα κεράκια στον ουρανό που μας ενώνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μή σβήσω τον ουρανό να μην κάψω τη γη με το δάκρυ μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σε βλέπω βλέπω μόνο εσένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ας μείνουν οι άλλοι Δική τους η γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> δικό τους το χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο κόσμος τους δεν είναι πια δικός μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ούτε ακούει το τελευταίο τραγούδι του Ορφέα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν αυτός με χαρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> απαρνιέται το εφήμερο</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να κερδίσει το θάνατο</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Πέρασμα</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πήρα τη λύρα του Ορφέα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συγκίνησα ακόμη και θεούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άνοιξαν τις πύλες του Άδη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το χέρι μου έσχισε το χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάνω του είχα γράψει την ιστορία σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Πέρασε από το φως του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο φως του φεγγαριού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ή και το αντίθετο»</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τελευταίο δείπνο</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο πόνο κρύβει ο άνθρωπος</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσο πόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το βλέμμα του αγκαλιάζει τον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλατύτερος από τη γη και τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βουνά στιγμές της άγριας θλίψης του</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα χθόνια πελάγη ηρεμία που ακολουθεί τον άκρατο πόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πίετε εξ αυτού πάντες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο πόνο κρύβεις μέσα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όμως δε νιώθεις τον πόνο γύρω σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν έχεις παρά ν’ απλώσεις το βλέμμα σου στη γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχεις παρά ν’ αγγίξεις τον άνθρωπο πλάι σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ ανταμώσεις τον άνθρωπο στο είναι σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καταδικασμένος να είσαι εδώ κι άλλου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ αναζητάς την εικόνα σου στον καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτόν που κουβαλούν στην τσέπη τους οι άλλοι</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αμίλητο νερό</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο ήλιος ήταν πιο δυνατός απ&#8217; την αγάπη μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η πέτρα έσκαζε χωρίς μια λέξη θεϊκή</span><br />
<span style="color: #000000;"> το χώμα άνοιγε στα δυο χωρίς μιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το νερό κυλούσε μέσα σε βουβά ρυάκια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αγάπη μου ήταν πιο δυνατή από τον Ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πλησίαζε ο Ίκαρος περίεργα τη Γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έσβηνε ο Φαέθων τη φλόγα του στον ποταμό Ηριδανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ γελούσα μες στις φωτιές τού Άη-Γιάννη</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Χαρταετός</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πέταγα το χαρταετό μου μια Δευτέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν ήμουνα πολύ μα πολύ μικρή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ας μη θυμάμαι μικρή να ήμουνα ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πέταγα το χαρταετό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ την κορφή ενός μικρού λόφου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έβλεπα με χαμόγελο τη θάλασσα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την Τρίτη ό αετός ξέφυγε από τα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πήγε να κολυμπήσει στα βαθιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τετάρτη Πέμπτη Παρασκευή Σάββατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρειάστηκε δουλειά πολλή</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Κυριακή να γίνει μια βραχονησίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βλέπει με όμορφα πράσινα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μπαλκόνι του σπιτιού μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πιο όμορφο νησί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">της πιο γαλάζιας θάλασσας</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Εκ Χάεος δ’ Έρεβος</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι πια αρχέτυπο ο ανθρώπινος λόγος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το Χάος αρνείται να γίνει Ήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ερωτευμένο καθώς είναι με τις μικροδομές του</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ποίηση αρνείται να ποιήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς άυλη ξεπροβάλλει η νέα Νύχτα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το βουνό υποκλίνεται</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ιστορία</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα πλοία μας ταξιδεύουν πάντα προς τη Σικελία</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η ιστορία γράφει για πολέμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> της ψυχής με το άπειρο ή το Μηδέν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι όσο καλύτερα γνωρίζουμε πώς κάπου στην άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> καραδοκεί η Ειμαρμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσο περισσότερο γεμίζουμε τα πλοία μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τρόφιμα μαζεύουμε κάθε στάλα της βροχής</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξεπλύνουμε τις πληγές μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνουμε στα κοράλλια ένα χαμόγελο κρυφό</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν να ήμασταν αθάνατοι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και συνεχίζουμε το δρόμο προς το ριζικό μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Νέμεσις ήταν θνητή και τη θεοποιήσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζούσε ανάμεσα σε μας και στα παιδιά της</span><br />
<span style="color: #000000;"> μας οδηγούσε στα μονοπάτια της μνημοσύνης ή της λήθης</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίναμε κρασί με τον Διόνυσο στην άκρη του γκρεμού</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γεννήσαμε θεούς με τα τραγούδια μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και συνεχίζαμε το δρόμο προς το ριζικό μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα πλοία μας ταξιδεύουν πάντα προς τη Σικελία</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συναντήσαμε Σειρήνες σε άλλες θάλασσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> η λησμοσύνη μας ψιθύρισε άλλα τραγούδια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς πιστεύαμε πώς γράφαμε ιστορία</span></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Ημέρες αβροχίας (1994)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Καιρός του σιγάν</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Από τα βάθη του χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήρε το λόγο τον έσπειρε στην άμμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πήρε τη σιωπή τη φύτεψε στην όαση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κλαις για το νερό που χάθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δάκρυα σβήνουν τη γραφή σου στην άμμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η όαση είναι δώρο της ερήμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τα βάθη της ερήμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο χρόνος ακολουθεί τα βήματά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήρε την άμμο τη φύτεψε στο λόγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φωνή άφρονος βοούσε στην όαση</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Άμπελος η αλλοτρία</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πώς έγινες αγνώριστος λαέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Όμηρος ο Αλέξανδρος ο Σοφοκλής</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε φύτεψαν άμπελον καρποφόρον</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έσπειρες τον σίτον σου σε ημέρες αβροχίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκόρπισες τα πλούτη σου σε λαούς των ερήμων</span><br />
<span style="color: #000000;"> αντάλλαξες μαζί τους είδωλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φόρεσες τη χλαίνη της μωρίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> γονάτισες ευλαβικά μπροστά σε ανούσιους θεούς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άφρονα λαέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαλκεύεις τα παρελθόντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> λησμονείς τα μέλλοντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγκαταλείπεις τις κόρες σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Ιλιάδα την Αλεξάνδρεια την Αντιγόνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> θρηνείς στο σκλαβοπάζαρο των συμφερόντων</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκλιπαρείς μια στάλα μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ σφίγγεις στη μέση σου τον γόρδιο δεσμό της λήθης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας τραγουδήσει ο Όμηρος την μήνιν των</span><br />
<span style="color: #000000;"> προγόνων σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ας πολιτίσει ο Αλέξανδρος πιο μακρινές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ηπείρους</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ας στείλει ο Σοφοκλής τον Κρέοντα να σε</span><br />
<span style="color: #000000;"> καταδικάσει</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Επίκληση</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τις κάλεσα μία μία από άλλη ύλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλες εποχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> από βιβλία και από μύθους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άγαρ μην ψάχνεις στην έρημο Οι γενεές</span><br />
<span style="color: #000000;"> σου βρέθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λητώ μην κρύβεσαι στη θάλασσα Τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> σου γεννήθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κλυταιμνήστρα μην παραμένεις θεατής</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν θυσιάζουν το παιδί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νιόβη μη γίνεσαι πέτρα γίνε δάκρυ να</span><br />
<span style="color: #000000;"> θρέψεις τη γη σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι όλες εσείς ενωμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είμαι αυτή που βρήκε και έχασε</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κρύφτηκε στα βάθη του Αιγαίου και</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Δήλος αναδύθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έγινε θεατής και δρων</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέτρα και νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> βιβλίο και μύθος</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Και η γη παραμένει</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όταν πρόσταζε ο Ηρώδης ο Μέγας να</span><br />
<span style="color: #000000;"> εμφανιστείς στο ανάκτορο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γονατίσεις με ευλάβεια μπροστά στην έκνομη</span><br />
<span style="color: #000000;"> οργή του</span><br />
<span style="color: #000000;"> να εξαγνιστείς στη φλόγα της άνομης αγάπης του</span><br />
<span style="color: #000000;"> -για να γίνεις άξια να προσφέρεις την καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> σου στη σφαγή των αθώων-</span><br />
<span style="color: #000000;"> εσύ παραλογίστηκες Ραχήλ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εγκατέλειψες το σπίτι σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρήκες καταφύγιο στις πλαγιές των βουνών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοντά σε δέντρα και σε θάμνους</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8211; δεν ήξερες πως ο Ηρώδης εκεί εδρεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως οι λεγεωνάριοι καραδοκούν πίσω από τις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζωοφόρους των ναών του δάσους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ραχήλ μη θρηνείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> μην ψάχνεις να βρεις ό,τι χάθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μάταια απομακρύνεσαι από τη Βηθλεέμ</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί βρίσκεται ο τάφος σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τελικά η θυσία σου δεν μπόρεσε να σώσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον Μεσσία</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Νανούρισμα</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο ύπνος πάλλεται πλάι σου με φτερούγες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ολόλευκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κοιμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο ήλιος εκδύεται τον χρυσό του μανδύα για να</span><br />
<span style="color: #000000;"> μη σε ξυπνήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι μάγοι εγκαταλείπουν τη μυθική Ανατολή</span><br />
<span style="color: #000000;"> αναζητούν πρωτόθετα σημεία του ορίζοντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί που ορίζοντες δεν υπάρχουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι άνεμοι καλύπτουν απαλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> με την κάπα του</span><br />
<span style="color: #000000;"> το γέρο που δεν μπόρεσε ν’ απαρνηθεί τον ήλιο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ανέτειλε η Σελήνη για να μη σε ταράξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Ενδυμίων σου παραχώρησε τη θεϊκή του κλίνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χαμογέλασες στην πρώτη αχτίδα μα δεν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξύπνησες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ήλιος συγκρατήθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρόμαξε μήπως ανταποδώσει το χαμόγελο με</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρυσαφένια βροχή και σε ξυπνήσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το λευκό σεντόνι ιπτάμενο χαλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ έφερε πέρα από τα σύνορα των πλανητών και</span><br />
<span style="color: #000000;"> της οδύνης</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο ήλιος σ’ ακολούθησε στο πέταγμά σου</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Λόγος</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έλεγαν πως έγραφε ποιήματα για να μη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκέφτεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως έγραφε για να μη ζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εκείνος ανέτρεπε την πράξη με το λόγο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά από την ποίηση οι άλλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έμαθαν να πλάθουν χρόνο με τη σκέψη</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ούτε ένιωσαν ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως οι λέξεις είναι μαγικές επιφωνήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως οι φθόγγοι όταν συγκρούονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεννούν ενέργεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως όλο αυτό το σύμπαν δημιουργήθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μια εντολή ένα μόνο ρήμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> του πρώτου ποιητή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γενηθήτω</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Το μυστικό του τετραδίου (2015)</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται ποιήματα από τις προηγούμενες ποιητές συλλογές της Ζωής Σαμαρά μεταφρασμένα στη Γαλλική από την Πολυτίμη Μακροπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια της Γαλλικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε εκδήλωση της Μακεδονικής Καλιτεχνικής Εταιρείας ΤΕΧΝΗ η Ζωή Σαμαρά συζήτησε με τη ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη για &#8220;Το μυστικό του τετραδίου&#8221; και ποιήματα της συλλογής διάβασε η Έφη Σταμούλη.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΑΜΑΡΑ<br />
</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;"> ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ Η ΕΦΗ ΣΤΑΜΟΥΛΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΒΚ</strong>  Η ποίηση ξεκινά σ&#8217; ένα μυστικό τετράδιο. Ακόμη κι αν το περιεχόμενο αυτού του τετραδίου καταλήξει στις σελίδες ενός βιβλίου, το τετράδιο παραμένει μυστικό. Κάθε φορά που ξεφυλλίζεις αναγνωρίζεις κάτι, ανασύρεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τη λήθη τις αλήθειες που σε αφορούν, μπαίνεις στη δοκιμασία, στον πειρασμό να προσθέσεις τις δικές σου σημειώσεις στο περιθώριο. Συνομιλείς με τον εαυτό σου που καθρεφτίζεται στις λέξεις ενός άγνωστου προσώπου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιχειρείς να του δώσεις υπόσταση, να νιώσεις πώς σκέφτεται, τι αισθάνεται, πώς βρέθηκε μέσα σ&#8217; αυτούς τους στίχους. Εκεί που το βρίσκεις, εκεί το χάνεις. Κλείνεις το τετράδιο, το ξανανοίγεις και όλα πάλι απ&#8217; την αρχή.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Το μυστικό του τετραδίου</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε δύο χρόνια θα πας σχολείο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα πώς; Σπάνια τα βιβλία. Σπάνια όσο και η τρο-</span><br />
<span style="color: #000000;"> φή. Μπροστά στο άσπρο, το αδέσποτο, χαρτί υποκρινόταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως διαβάζει, όπως έκαναν άλλα παιδιά μπροστά στην</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άγια Τράπεζα, σαν να έβλεπαν ένα ολόγιομο φεγγάρι. Και</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπιναν τα δάκρυά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι να σημαίνουν άραγε τα μικρά μαύρα ανθρωπά-</span><br />
<span style="color: #000000;"> κια κολλημένα πάνω σε χαρτί; Έκρυβαν ένα μυστικό, αυ-</span><br />
<span style="color: #000000;"> τό ήταν βέβαιο. Αλλά ποιο; Του νου μας; Της θάλασσας;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του ουράνιου τόξου πέρα από τον ορίζοντα, καβάλα στο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύμα;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και τότε της χάρισαν ένα μικρό τετράδιο. Τόσο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικρό που χωρούσε στην παλάμη της. Είχε δηλώσει με</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάσα επισημότητα ότι θα γίνει συγγραφέας. Ευτυχώς δεν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη ρώτησαν τι σημαίνει η λέξη. Την άκουσε, ακούστηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ωραία, την επανέλαβε. Και τώρα, τι κάνει; Θα μάθει να</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράφει, σκέφτηκε. Ανάμεσα στο μολύβι και το χαρτί, κά-</span><br />
<span style="color: #000000;"> τω από τις δικές της λέξεις, θα αποκαλυφθεί το μυστικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> του τετραδίου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα πώς;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πώς&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα της μιλούσε το χαρτί, καθώς θα έγραφε. Θα της</span><br />
<span style="color: #000000;"> έλεγε τι να γράψει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> .. .πώς; Ήταν μικρή και το τραπέζι πολύ ψηλό. Δεν</span><br />
<span style="color: #000000;"> έφτανε να σχεδιάσει στο τετράδιο. Να κάθεται. Μα γράφω</span><br />
<span style="color: #000000;"> σημαίνει ζω, δηλαδή είμαι όρθια. Σκεφτόταν έτσι αλλόκο-</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ή της μιλούσε κιόλας το χαρτί;</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΒΚ</strong>  Στο εξώφυλλο του μυστικού τετραδίου που απόψε επιχειρούμε να διαβάσουμε υπάρχει μια ετικέτα με το όνομα: Ζωή. Χωρίς επώνυμο. Η Ζωή ανήκει στη ζωή, κάθε άλλη γενική κτητική περιττεύει. Πόσο ένα όνομα προσδιορίζει ή μυστικά καθορίζει την πορεία ενός ανθρώπου; Η ζωή είναι ένστικτο, δύναμη, ενέργεια, ιδανικό, μάχη, πίστη, ταξίδι, έρωτας, υλικό ονείρου, χώμα και νερό, μητέρα, δημιουργία. Η ζωή ακολουθείται πάντα από τη σκιά της, το θάνατο. Μ&#8217; αυτόν η διαρκής και πολύτροπος αναμέτρηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΖΣ</strong>  Το όνομα της γιαγιάς μου. Αιώνες τώρα στην Κάρπαθο το όνομα πηγαίνει από πατέρα σε γιο και από μητέρα σε κόρη. Το τελευταίο διόλου αυτονόητο στη χώρα μας. Σαν να γνώριζαν οι Καρπάθιοι την ψυχολογία του βάθους πριν ακόμη γεννηθεί. Ίσως από τα χρόνια του Τρωικού πολέμου, όπου, σύμφωνα με την Ιλιάδα, συμμετέχουν με τα καράβια τους. Η προέκταση της μάνας στην</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόρη, η θηλυκή πλευρά της αέναης δημιουργίας. Το φαντασιακό που αναδεικνύεται πάντα άξιο να συνεχίσει τη ζωή με ποίηση και όνειρο. Το βίωμα, ωστόσο, δεν γίνεται ποίηση και δεν μας αφορά αν δεν γενικευτεί, αν δεν εκφράζει, με κάποιο μυστήριο τρόπο, τα βιώματα όλων μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν γράφεις για τον εαυτό σου, το εγώ του κειμένου σου ανήκει στο χώρο της μυθοπλασίας. Μπορείς να ξαναγίνεις μικρό παιδί, αλλά τα περιστατικά που θα αφηγείσαι δεν θα είναι αυτοτελή. Θα περιέχουν πολλές εκδοχές που προέκυψαν από την ανάμνησή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Για να συλλάβεις την ουσία της ύπαρξης γενικά, όπως κάνει άθελά του κάθε ποιητής, βλέπεις τον εαυτό σου και εξωτερικά, ανάγεσαι σε παρατηρητή της ζωής σου.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η Ευλογημένη</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η πέτρα ήταν βαριά κι εσύ στο πλάι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να την κινήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τη νικήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζήτησα Τίποτε άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Πύλη παρέμενε κλειστή</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σειστή κι αόρατη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και μόνο εσύ την έβλεπες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Ευλογημένη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άσε με να περάσω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τα βάθη του σπηλαίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακούστηκε η φωνή μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ είσαι ή εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ρώτησαν τα δέντρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως εσείς απάντησα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εκεί κι εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπου υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Ευλογημένη</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Καιρός του σιγάν</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Από τα βάθη του χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήρε το λόγο τον έσπειρε στην άμμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πήρε τη σιωπή τη φύτεψε στην όαση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κλαις για το νερό που χάθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δάκρυα σβήνουν τη γραφή σου στην άμμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η όαση είναι δώρο της ερήμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η ποίηση είναι κόρη της σιωπής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τα βάθη της ερήμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο χρόνος ακολουθεί τα βήματά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήρε την άμμο τη φύτεψε στο λόγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φωνή άφρονος βοούσε στην όαση</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΒΚ</strong>  Η ποίηση την ουσία της ύπαρξης αναζητά, αυτήν προσπαθεί εναγωνίως να εκφράσει. Το εγώ και η ζωή του ποιητή γίνονται ένα πρώτο πεδίο πειραματισμού και δοκιμασίας. Η φωνή που μιλάει στα κείμενα είναι πολυπρόσωπη. Αλλάζει συχνά μορφές, παίρνει το προσωπείο μυθολογικών ηρώων, γίνεται ρόλος. «Το εγώ είναι ένας άλλος». Υπάρχει μια εγγενής θεατρικότητα στο λόγο, μια κίνηση στις λέξεις ακόμα και μέσα στη λευκή σελίδα. Υπάρχει ο δικός τους ρυθμός. Διακριτικά διατυπωμένες επιστρέφουν στο ποίημα στιγμές από τη ζωή της ποιήτριας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι αναφορές στο σκηνικό της παιδικής ηλικίας αντιστέκονται στη νοσταλγία, αφορούν μόνο την ανασύνθεση της προσωπικής ιστορίας. Πατρίδα του ποιητή είναι οι λέξεις;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει Ιθάκη για την κόρη του Οδυσσέα. Το ταξίδι, το πάθος της γνώσης, η δημιουργική σκέψη και η κριτική δεν μπορούν να καθρεφτιστούν στα συνήθη γυναικεία πρότυπα που καλλιεργεί και προτείνει ο γενέθλιος τόπος. Πόσω μάλλον η ταυτότητα ποιητής ή μάλλον ποιήτρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άραγε η ποίηση έχει φύλο; Ως λέξη είναι γένους θηλυκού, όμως πώς προκύπτει; Μέσα από τη σύγκρουση και την εύθραυστη ισορροπία του animus με την anima μέσα μας;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πότε η γυναίκα συναντά την ποιήτρια;</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Το ποίημα</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μικρή όταν ήμουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> φαντάστηκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ιστορία μιας γυναίκας</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έγραφε</span><br />
<span style="color: #000000;"> έγραφε</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλη μέρα όλη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τότε που ήταν 18 χρονών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έγραφα κι εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω σ&#8217; ένα κατάλευκο χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ&#8217; ένα φτερό που είχε πέσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το περιστέρι που περνούσε βιαστικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> έγραφα χωρίς δισταγμό χωρίς φόβο</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί ήμουν τόσο μικρή</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν γνώριζα τη λέξη «γραφή»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και η γυναίκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το μολύβι στο ένα χέρι και το χαρτί στο άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σχεδίαζε γράμματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σχεδίαζε λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> σχεδίαζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μέρα τη νύχτα το ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέχρι που έγινε 81 χρονών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτοιμη πια να φύγει γι&#8217; άλλη χώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκέφτηκε να περάσει από το κοντινό βιβλιοπωλείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να δει στα ράφια τα βιβλία της</span><br />
<span style="color: #000000;"> να δει στα ράφια μια ζωή εξήντα τριών χρονών</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και είναι τότε που είδε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως είχε γράψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχα ένα ποίημα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς δεν το είχε αντιληφθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πού πήγαν όλα εκείνα τα βιβλία</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τους τίτλους που μάγευαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η βασιλεία του Κρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το πέρασμα της Ευρυδίκης</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φωνή από την άλλη ακρογιαλιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είχε γράψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχα ένα ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήταν κρυμμένο στην πίσω σελίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάποιου αδιάφορου έντυπου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το έλεγε Ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εκείνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> έλεγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> έλεγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ιστορία μιας γυναίκας</span><br />
<span style="color: #000000;"> που άρχισε να γράφει στα 18</span><br />
<span style="color: #000000;"> και έγραφε ως τα 81</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσο για μένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν μπόρεσα να γράψω τη ζωή της</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί ήμουν πολύ μικρή</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσο μικρή που δεν γνώριζα καν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη λέξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> «ζωή»</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η κόρη του Οδυσσέα</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κοίταζε τον Ουρανό που την κοιτούσε με μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τυφλά απ&#8217; το περίσσιο φως το προγεγεννημένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Περνούσε μέσα από αχτίνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατακερματισμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μάτια της άκουγαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ναι άκουγαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> την αρμονία του φωτός</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ψιθυρίζει γνώριμα τραγούδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε νότες άγνωστες λατρευτικές</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι Σειρήνες σώπασαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μπροστά στην κόρη τ&#8217; Ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς εκείνη έβλεπε το σύμπαν να σπαράζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στα μάτια του πρωτόγονου πατέρα της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ιθάκη καρτερούσε στην αγκαλιά του χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζούσε στον αργαλειό τα όνειρά της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κεντούσε λέξεις χιλιοειπωμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που όμως ποτέ δεν είχαν ειπωθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η κόρη κατακτούσε τις πέντε θάλασσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ναύτης μαζί και νέα γοργόνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρωτούσε αν επέστρεψε ο Οδυσσέας</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΖΣ</strong>  Η κόρη του Οδυσσέα δεν επιστρέφει στην Ιθάκη, ενώ αγωνιά μήπως δεν επιστρέψει ο Πατέρας. Το ποίημα ταξιδεύει, ο ποιητής επιστρέφει στις ρίζες του. Η Ευρυδίκη επιθυμεί το βλέμμα του Ορφέα, αλλά δεν θα τον ακολουθήσει. Αν τελικά δεν γυρίσει να τη δει, εκείνη θα αρνηθεί να φύγει από τη χώρα των σκιών. Ο Ποιητής πρέπει να αντιμετωπίσει τη μοναξιά του, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει την παράδοση. Ακόμη και στο πιο ανατρεπτικό σύμπαν η ποίηση αντλεί από την παράδοση για να κρατήσει τον κόσμο ζωντανό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΒΚ  </strong>Όπως οι τραγικοί ποιητές αντλούν υλικό από τον πλούτο της μυθολογίας για να δημιουργήσουν τα έργα τους, έργα όπου η φιλοσοφία έχει σημαίνοντα ρόλο στη σύλληψη και την κατασκευή τους, έτσι και η ποιήτρια πραγματεύεται τα μείζονα ζητήματα της ύπαρξης, προβάλλοντας το δικό της εσωτερικό σύμπαν στα πρόσωπα του μύθου, τα οποία ξαναγεννιούνται, επαναπροσδιορίζονται, κρατώντας κάποια βασικά στοιχεία της ταυτότητας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους, κερδίζουν μια νέα ζωή, έναν άλλο λόγο. Τα πρόσωπα του μύθου άλλωστε ζουν στο συλλογικό ασυνείδητο, αρχέτυπα δώρα του χρόνου και των πολιτισμικών αιώνων που προηγήθηκαν. Η Σαμαρά μας δείχνει με τον τρόπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> που αξιοποιεί το μυθολογικό υλικό πόσο ανεξάντλητη είναι η σοφία των μύθων. Ένα πρώτο παράδειγμα από ποιητική συλλογή Το πέρασμα της Ευρυδίκης. Εδώ παρατηρούμε ότι η Ευρυδίκη αλλάζει πολλά πρόσωπα ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μέσα στο ίδιο ποίημα. Είναι η αγαπημένη του Ορφέα, είναι ο Ορφέας αλλά και η θηλυκή πλευρά του Ορφέα (anima), είναι η κόρη αλλά και η μητέρα, είναι η γυναίκα, είναι το ποίημα, είναι η ύλη του πραγματικού, το είδωλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> του φαντασιακού.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ανδρόγυνον</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ορφέας και Ευρυδίκη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">είσαι μαζί</span><br />
<span style="color: #000000;"> το όμμα που βλέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το σώμα που χάνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν θα κατέβαινες ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα τρίσβαθα του Άδη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν θα γινόσουνα ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανείπωτο τραγούδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διαλύεσαι στον άνεμο όπως ο ήχος του φεγγαριού</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνθέτεις μελωδία πρωτάκουστη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι κι αν με το πέρασμά της γεννιέσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι κι αν με τη ματιά του χάνεσαι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι η πρώτη διαλογή των άστρων</span></p>
<h2 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h2>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Παρασκήνια στην κορυφή του Ολύμπου</strong></h5>
<h5><strong>ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 2/7/2022</p>
<p>Πώς γεννιέται ένα θεατρικό έργο; Υπάρχει ο δραματουργός-Θεός και τα πρόσωπα που πλάθει κατ’ εικόνα του με υπακοή εκτελούν τις εντολές του; Και οι ηθοποιοί, μορφές δισυπόστατες, πρόσωπα και ρόλοι πώς συνθέτουν τη νέα τους ταυτότητα, ποιος οδηγεί τα βήματά τους ανάμεσα στο μύθο και την καθημερινότητα; Τι περιέχει αυτή η θεατρική σκηνή, τι αναπαριστά, τι αντικατοπτρίζει; Η φαντασιακή διάσταση του μύθου πώς υλοποιείται, πώς πραγματώνεται επί σκηνής;<br />
Βρισκόμαστε σε μια αίθουσα θεάτρου, λίγο πριν ανοίξει η αυλαία. Σκοτάδι. Το ανεκδήλωτο σκότος πριν από την απόφαση της δημιουργίας, πριν ειπωθεί η πρώτη λέξη. Σ’ αυτή τη συνθήκη, την ατμόσφαιρα της δημιουργίας ενός θεατρικού έργου μας οδηγεί η Ζωή Σαμαρά με λεπτό, αιθέριο και πνευματώδες χιούμορ με το μονόπρακτο Παρασκήνια στην κορυφή του Ολύμπου. Μια αλληγορία σε δύο ραψωδίες<br />
Λέξη κλειδί τα παρασκήνια λειτουργεί κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η θεατρική πράξη ξεκινά από τα παρασκήνια, όπου οι συντελεστές, δραματουργοί, σκηνογράφοι, ηθοποιοί ετοιμάζονται να φανερωθούν, να αποκαλυφθούν μέσω της σκηνικής δράσης, ενίοτε αυτοσχεδιάζοντας εν ελευθερία, χωρίς κανείς να γνωρίζει το τελικό αποτέλεσμα. Οι λέξεις γίνονται αρθρωμένος σκηνικός λόγος, οι σκηνικές οδηγίες ρόλος. Ποιο είναι το μυστικό της γοητείας του θεάτρου; Η Σαμαρά συνθέτει ένα κείμενο ταυτόχρονα θεατρικό και θεωρητικό. Μέσω της θεατρικής σύμβασης φέρνει κοντά μας την θεωρία του θεάτρου.<br />
Κείμενο ανατρεπτικό στη σύλληψη και τη δομή του, ένα θέατρο μέσα στο θέατρο, πραγματεύεται, παράλληλα με τη δημιουργία μιας θεατρικής παράστασης, γενικότερα το ζήτημα της γραφής, την αγωνία της δημιουργίας, τα κίνητρα και τις ανθρώπινες αδυναμίες των συγγραφέων της εξόχως ανταγωνιστικής εποχής μας, σχολιάζοντας με λόγο αιχμηρό, κάποιες στιγμές ειρωνικό και δηκτικό, το παρασκηνιακό τοπίο της κατασκευής, προβολής και επιβολής των σύγχρονων λογοτεχνικών θεών.<br />
Δύο ποιητές, ένας πεζογράφος, μία δοκιμιογράφος και μία θεατρική συγγραφέας, υποψήφιοι για Κρατικά Βραβεία που ζουν στην Ελλάδα την εποχή της πανδημίας του covid-19, μετατρέπονται σε θεατρικά πρόσωπα και ταξιδεύουν επί σκηνής, από διαφορετικά μονοπάτια με προορισμό την κορυφή του Ολύμπου. Οι Ολύμπιοι θεοί έχουν προ πολλού πεθάνει και τον περιβαλλόμενο με την αίγλη της εξουσίας θρόνο της κορυφής διεκδικούν τώρα με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο οι συγγραφείς. Τα ονόματά τους αρχαιοελληνικά, συμβολικά κληροδοτούν στα πρόσωπα επιλεκτικά κάποια στοιχεία από το φορτίο του ομώνυμου μυθικού προσώπου. Τα πρόσωπα του έργου συστήνονται επί σκηνής, μιλούν για το είδος του λόγου που υπηρετούν, για τις δυσκολίες που συναντά η παραγωγή και η πρόσληψη του έργου τους, για το ανταγωνιστικό κλίμα μεταξύ των ομοτέχνων και παράλληλα σχολιάζουν και καταγγέλλουν τα κακώς κείμενα της εποχής μας στο χώρο των γραμμάτων αλλά και της πολιτικής. Στην πρώτη ραψωδία τους γνωρίζουμε μέσα από τους μονολόγους τους, ενώ στη δεύτερη οι συγγραφείς συνομιλούν μεταξύ τους, ακούνε ο ένας τον άλλο με σεβασμό και εκτίμηση, μοιράζονται συγγενικά βιώματα από τη συναναστροφή τους με το λογοτεχνικό σινάφι, ενώ ο χρόνος της παράστασης κυλά και φτάνει η στιγμή της ανακοίνωσης των Κρατικών Βραβείων.<br />
Διακριτικά ακολουθεί τους συγγραφείς και ο ιατρός Ιπποκράτης, με διπλή μορφή, ρόλος που συνδέει τα παρασκήνια με την πλατεία, σχολιάζει ειρωνικά με τον ορθολογισμό του επιστήμονα τις φιλοδοξίες των δημιουργών να κατακτήσουν και να βελτιώσουν τον κόσμο, απομυθοποιεί την αίγλη του θρόνου και εν παρόδω μας υπενθυμίζει τη θνητότητα και των οιωνεί αθανάτων. Στο έργο ξεχωριστό ρόλο έχουν και οι θεατές, όπως και οι συντελεστές των παρασκηνίων. Δανείζονται στοιχεία του χορού, όπως στο αρχαίο δράμα. Σχολιάζουν τα δρώμενα και θέτουν ερωτήματα στους πρωταγωνιστές.<br />
Πρώτος μας συστήνεται ο Όνειρος, επικός ποιητής. «Προϊόν και δημιουργός ονείρων» σχολιάζει με παρρησία τη σύγχρονη εποχή, όπου τα οράματα έχουν εκλείψει, η ανάγνωση έχει περιοριστεί και οι αξίες στον πολιτικό βίο έχουν ισοπεδωθεί. Χωρίς δισταγμό εκφράζει την οργή του: «Οι λαϊκές τρομοκρατίες γνωρίζουν όλα τα μυστικά να κρατούν δέσμιους τους πολίτες». Ακολουθεί ο Ήφαιστος, πεζογράφος με έκδηλο αυτοσαρκασμό απολογείται που δεν είναι ποιητής, μιλά για τις εμμονές και την έπαρση των ποιητών αλλά και για τον περίφημο θρόνο της κορυφής, τη χρήση και την κατάκτησή του. Στη συνέχεια ο έτερος ποιητής, ο Μορφέας ομιλεί περί ποιήσεως και προτείνει ταξίδι στη χώρα της φαντασίας του: «Γράφω για τις μάχες που δίνουμε όλοι, πρώτα μέσα στην ψυχή μας, μετά πάνω στο χαρτί. Ουαί ημίν αν γίνει αντίστροφα». Σειρά της δοκιμιογράφου, της Αθηνάς, να μας συστηθεί και να μας ομιλήσει περί κριτικής και κριτικών, δοσοληψιών και παρασκηνίων, απαιτήσεων και παραπόνων από τους συγγραφείς που διεκδικούν σθεναρά τον έπαινο των ειδικών. Τελευταία παίρνει το λόγο η δραματουργός Πολύμνια. Μιλά για τη διατεχνικότητα της θεατρικής γραφής, ενισχύει τα λεγόμενα της Αθηνάς με επιπλέον παραδείγματα και εξομολογείται τον καημό της: «Θέλω να γράψω κωμωδία». Εδώ εγείρεται το ερώτημα: Πόσο εύκολο είναι να κάνεις τον άλλο να γελά, ενώ ταυτόχρονα κινητοποιείς τη σκέψη του με ένα κείμενο γραμμένο με λέξεις που γεννούν ποίηση;<br />
Πώς γράφεται αυτή η ανατρεπτική κωμωδία; Πώς η γραφή ενός θεατρικού έργου με θέμα την τέχνη της γραφής γίνεται μια απολαυστική κωμωδία; Η Ζωή Σαμαρά διαθέτει τη θεωρητική γνώση, το ταλέντο, τη φαντασία και την εμπειρία για να ολοκληρώσει επιτυχώς αυτό το εγχείρημα. Ποιήτρια, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρική συγγραφέας, μεταφράστρια, θεωρητικός της λογοτεχνίας, φιλόλογος συνδυάζει στοιχεία όλων αυτών των ιδιοτήτων στη σύνθεση μιας απρόβλεπτης κωμωδίας με ποιητικό σκηνικό λόγο που ρέει αβίαστα και κινητοποιεί τη σκέψη του θεατή να δει με φιλοσοφική διάθεση τα κακώς κείμενα του λογοτεχνικού και πολιτικού μας βίου, ειδικά μετά την πρωτόγνωρη εμπειρία του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας και να απομυθοποιήσει με χιούμορ τους φαντασιακούς θεούς της γραφής, αντιμετωπίζοντας με καλοσύνη τις αδυναμίες τους. Άλλωστε οι θρόνοι αλλάζουν χρήσεις και χρήστες, γκρεμίζονται, ξαναχτίζονται, αυτό όμως που αξίζει να σωθεί και να διαδοθεί είναι το δικαίωμα ο κάθε άνθρωπος ελεύθερα να μιλά με τη δική του ξεχωριστή φωνή, να κοινωνεί το έργο του και να διεκδικεί την αποδοχή και την αγάπη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΔΑ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ (2015)</span></strong></h5>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Κωνσταντίνος Μπούρας</span></strong></h4>
<h6><strong><span style="color: #000000;">DIAVASAME 5/2015</span></strong></h6>
<p><span style="color: #000000;">Η ογδοντάχρονη ποιήτρια, ομότιμη καθηγήτρια θεωρίας Λογοτεχνίας και Θεάτρου, καταθέτει σε αυτόν τον ευσύνοπτο τόμο το απαύγασμα τόσο της συναισθηματικής ζωής των μετουσιωμένων αισθημάτων όσο και την προσωπική της ποιητική θεωρία. Δίκην ορατορίου, διαλογικό ποίημα για Χορό, Γυναίκα και Ποιήτρια, ανιχνεύει τα όρια μεταξύ σιωπής κι έναρθρου λόγου, ενώ ο Θάνατος μοιάζει ανέφικτος, η Πραγματικότητα εφιαλτική, «παιδί και μάνα του μη πραγματικού», η φυγή στο όνειρο αναπόδραστη, αφού και τα όνειρα είναι το ίδιο μίζερα με τα δεδομένα των αισθήσεων. Η Ζωή Σαμαρά έχει κατακτήσει έπειτα από δεκαετίες γραφής την πολυπόθητη, δυσεύρετη και δεξιοτεχνική απλότητα, ξαναγυρίζει στην αθωότητα της παιδικής ματιάς του αναλφάβητου, για να ξορκίσει τα στολίδια και τα ξόμπλια που βάρυναν τη μάσκα της έκφρασής μας. Είναι ειρωνικά καυστική, αυτοσαρκαστική, επινοεί έναν δικό της ιρασιοναλιστικό σουρεαλισμό. Χρησιμοποιεί συχνά το σχήμα οξύμωρον, καταφεύγει σε καλοστημένες παρηχήσεις, αντιθέσεις, ισοζυγιασμένες αντιφάσεις, εξισορροπήσεις αριστερού και δεξιού ημισφαιρίου εγκεφάλου, Λογικού και Ά-λογου, βιωμένου και ματαιωμένου. Αναλογίζεται διαρκώς η εσωτερική της φωνή και παλινδρομεί ανάμεσα σε αυτά που δεν ήρθαν και σ’ αυτά που συνέβησαν τόσο που δεν μπορείς να τα αρνηθείς, να τα ξεχάσεις, να τα καταδικάσεις στη Λήθη. Η σολωμική Φεγγαροντυμένη πετάει στον αιθέρα με το νεκρό παιδί της αγκαλιά, ακούει απόκοσμες φωνές, καταφεύγει στην έλλογη θεοφαγία της Μάνας, διδάσκει με τον παραινετικό της λόγο, αποφαίνεται χωρίς να αφορίζει, τεκμαίρεται χωρίς να τεκμαίρει, απογειώνεται χωρίς να χάνει την επαφή της με τη γη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ιδεαλισμός της είναι πλατωνικού τύπου, ο ρομαντισμός της καθαρά μεσογειακός με την ελληνική αίσθηση του μέτρου. Απογοητευμένη από τον Άνθρωπο αλλά και αισιόδοξη: «Εξ ανθρώπου τα χείρω. / Και εξ ανθρώπου τα κρείττω. / Καρτερούμε. Ή μήπως καραδοκούμε;» (σελ. 34). Η ποιητική της ευθυβολία απαράμιλλη, η λελογισμένη ευστοχία της αφοπλιστική, ειδικά όταν –τεχνηέντως– αστοχεί. Αυτοαναρείται και ακυρώνει τη συσσωρευμένη ακαδημαϊκή Γνώση με την απλότητα του εκφωνούμενου λόγου. Η τρισώματος αφηγηματική φωνή ποιητικολογεί ακόμα κι όταν απολογείται. Δεν ποιητικίζει όμως. Δεν μιμείται. Δεν παρωδεί. Παραπέμπει στον εαυτό της, ως μέρος του συλλογικού Συνειδητού. Το μέρος αντί του όλου. Συνεκδοχή ή μεταφορά. Βαθιά αλληγορική η ποίηση της Ζωής Σαμαρά, αναβιώνει τον Συμβολισμό, μεταπλάθει την υγιή δραματικότητα σε υψηλό λόγο στερούμενο μελοδραματισμού. Τελικά, διδάχτηκα από αυτό το ώριμο επίτευγμά της την επιθετική αντικομφορμιστική ειρωνεία με την κομψότητα ενός ευγενούς που αποκαλύπτεται σε στίχους όπως: «Ίσως πάλι να ήθελε να κρύψει την αρχοντιά του, όπως σήμερα κρύβουμε τη μιζέρια μας». Υποκλίνομαι ενεός. Αυτό είναι ποίηση. Που δεν περισσεύει τίποτα. Ακόμα και η απουσία της στίξης στα μη αφηγηματικά μέρη είναι λελογισμένη. Ο Χορός φέρει κυρίως το βάρος των περιγραφών, ενώ οι θηλυκές μορφές της Γυναίκας και της Ποιήτριας είναι περισσότερον λυρικές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε διάλογο της Ζωής Σαμαρά με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, πριν από χρόνια στο «Ούζου Μέλαθρον» της Θεσσαλονίκης μετά την παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής «Ελευθερίας Ανατολή», την άκουσα να υπεραμύνεται της στοχαστικής ποιήσεως. Σήμερα καταλαβαίνω γιατί: δεν αρκεί το εκπεφρασμένο συναίσθημα, το μετουσιωμένο αίσθημα, αν η Γνώση δεν έχει καταστεί βίωμα οργανικό. Της ευχόμαστε να δημιουργήσει πολλές ακόμα στιγμές καθαρού κι ευθύβολου ποιητικού λόγου.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αφροδίτη Σιβετίδου</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">diastixo 3/4/2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί, άραγε, ο ποιητικός λόγος να ανιχνεύσει το πραγματικό στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον και να το μετουσιώσει σε καλλιτεχνική μορφή, να εκφράσει τη συλλογικότητα, ώστε να δουν οι άνθρωποι τη ζωή διαφορετικά από ό,τι συνήθως; Στόχος υψηλός, όχι ανέφικτος. Η προσήλωση στην αναζήτηση της πολιτικής στόχευσης είναι το στίγμα του τελευταίου βιβλίου της Ζωής Σαμαρά, με τον ευφάνταστο τίτλο και την ονειρική χορευτική φιγούρα του εξωφύλλου. Η κρυφή υπόσχεση του τίτλου, Είδα τις λέξεις να χορεύουν, η επίκληση δηλαδή του βλέμματος, υλοποιείται μέσα από τη θεατρική δομή που αυξάνει τη δόση του ρεαλισμού και επιδιώκει τη δράση στα στενά πλαίσια της μικρής φόρμας. Βαθιά γνώστρια του θεάτρου, η ποιήτρια στήνει μια σκηνή και παρακολουθεί τις λέξεις να χορεύουν:</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΓΥΝΑΙΚΑ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ναι είδα τις λέξεις να χορεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ναι είδα τον τάφο του ποιητή</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γίνεται αλώνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη γη να κινείται στο ρυθμό μιας μουσικής απόκοσμης</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πόδια να χορεύουν και το κορμί να τινάζεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γίνεται βωμός για τη θυσία των λέξεων</span><br />
<span style="color: #000000;"> των αρνήσεων</span><br />
<span style="color: #000000;"> της αλήθειας</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ναι, είδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μη με πιστεύετε, γιατί</span><br />
<span style="color: #000000;"> τότε θα πάψω να βλέπω λέξεις [&#8230;]</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πέρα από την οραματική απεικόνιση του χορού των λέξεων, οι λέξεις χορεύουν ασύστολα και τολμηρά, υπακούοντας –ή μήπως και παρακούοντας;– στο ραβδί της νεράιδας-ποιήτριας: οπισθοχωρούν στο παρελθόν της παιδικής ηλικίας, έρχονται στο τώρα της κρίσης, βουτούν στην ποιητική των ιδεών και, τέλος, κεντούν ρυθμικά τη λευκή σελίδα:</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΠΟΙΗΤΡΙΑ</span><br />
<span style="color: #000000;"> − Και όταν γράφεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι πεζολογείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι αναρωτιέμαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πόσο σημαντική είναι για σένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ασήμαντη πεζότητα;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ωστόσο, οι λέξεις αιφνιδιάζουν, γίνονται Χορός –υλοποιώντας την έννοια της συλλογικότητας– καθώς η Ζωή Σαμαρά υποκύπτει στη νοσταλγία της τραγικής ποιητικής μορφής. Άλλωστε, από τη μαγεία του Χορού γεννήθηκε η Ποιήτρια, όπως ομολογεί, στον εν είδει σκηνικών οδηγιών πρόλογό της:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν πρωτοείδε</span><br />
<span style="color: #000000;"> το Χορό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να διηγείται να διαλέγεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ημίφως σε σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το δημιουργικό εγώ, ως δρων ποιητής, επιτελεί την ολιστική λειτουργία των δραματικών ποιητών της Αρχαιότητας. Παρατηρεί τον κόσμο, ποιεί τον λόγο, σκηνοθετεί και ερμηνεύει. Πρό-λογος, Διά-λογος, Λόγος. Τρία μέρη, στιγματισμένα από τον λόγο, με προεξάρχοντα τον διάλογο. Τρεις υποκριτές: Χορός, Γυναίκα, Ποιήτρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συνεπής στον στόχο της να αφουγκράζεται την εποχή και να συνομιλεί με τον Άλλο, η Σαμαρά πατά με σιγουριά στη θεατρική εξέδρα, προχωρά σε κατακερματισμό του ποιητικού υποκειμένου και αποζητά την αντί-δραση και διά-δραση του παραλήπτη, για μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Καταδύεται στο παρελθόν, αναδύεται στο παρόν και μεταπλάθει ποιητικά το ατομικό σε συλλογικό, με τον διάλογο να διατηρεί την κίνηση στην ακινησία των λέξεων. Και πότε το εγώ διαλέγεται με το εγώ:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και είπες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρκετά περίμενα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ζωή κι αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> να περιμένεις μια ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;"> πότε με τον αναγνώστη:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καλέ μου αναγνώστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> άμοιρε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευθυνών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσύ όπως κι εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> για όλα τα δεινά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα σκαλοπάτια μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> για δες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφήσαμε να γίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγνωστο χι</span><br />
<span style="color: #000000;"> το άλφα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποίηση δραματική ή ποιητικό δράμα, το βιβλίο υποκλίνεται στην υβριδικότητα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας και ταυτόχρονα η Γυναίκα-ποιήτρια αναρωτιέται με απορία, στο ομώνυμο ποίημα, «Άσκηση ποιητικού ρεαλισμού ή Ποίηση ασκητικού ρεαλισμού ή&#8230;», αφήνοντας την απάντηση στον αναγνώστη. Άναυδος αυτός, παγιδευμένος στην «πλεκτάνη» των λέξεων, με τις φωνές των τριών υποκριτών να ηχούν στα αυτιά του, φτάνει στο τέλος του βιβλίου. Εδώ ο Λόγος παίρνει τη μορφή του δημιουργικού λόγου του Θεού και η Ζωή Σαμαρά βλέπει μια αντεστραμμένη «Δημιουργία» −«Τα γέννησε όλα είπαν/ Όλα;/ Τότε γιατί όχι κι εμένα;»− και μια απίθανη «Πραγματικότητα», «παιδί και μάνα του μη πραγματικού». Καθώς ο αναγνώστης κλείνει το βιβλίο διακρίνει στο εξώφυλλο έναν αχνό μαύρο κύκλο, με το σχήμα του ανθρώπινου σώματος και το σημάδι της οδύνης πάνω του, να διαγράφεται ψηλά από το κεφάλι της χορευτικής φιγούρας. Θλιβερή υπόσχεση ανακύκλωσης μιας αέναης σκληρής αλήθειας ή πρόσκληση για μια πιθανή διαφορετική πραγματικότητα;</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Αρχοντούλα Διαβάτη</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">ΦΡΕΑΡ 24/8/2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς προχωρώ στην ανάγνωση του βιβλίου με τον κρυπτικό τίτλο Είδα τις λεξεις να χορεύουν, το αδύνατο κοριτσάκι από το νησί της Καρπάθου, παιδί φανατικό για γράμματα, όπως διηγείται ο Χορός, αποκαλύπτοντας «το μυστικό του τετραδίου» της Ζωής -σελ.19 και 22 – μέσα στη μελωδία της ουτοπίας και των βιβλίων, όπου «είχε δηλώσει – εκείνη- με πάσα επισημότητα ότι θα γίνει συγγραφέας», ήρθε και στάθηκε με «τα 24 γράμμματά»του της σελ.24 – δίπλα στην ΚΑΔΜΩ – της Μέλπως Αξιώτη, δίπλα στην άλλη «ποιήτρια» από το άλλο νησί, με συγγενικό το πεζόμορφο ποιητικό της σύμπαν, όχι όμως για να κάνει όπως εκείνη κανέναν έσχατο απολογισμό, αναστοχασμό μόνον, γιατί εδώ η μνήμη λειτουργεί ως παράγοντας ανανέωσης κι όχι στατικά, ταξίδι στην αυτογνωσία και στο μέλλον, με την ουτοπία, έστω, «που χρησιμεύει- όμως- για να προχωράμε», όπως γράφει ο Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του με τον συγγενικό τίτλο, «Οι λέξεις ταξιδεύουν», που διαβάζω αυτές τις μέρες. Γιατί «….γράφω σημαίνει ζω, δηλαδή είμαι όρθια», ένα από τα μυστικά στο τετράδιό της, σελ.22.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΧΟΡΟΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ και ΠΟΙΗΤΡΙΑ, μια σύνθεση με τρεις φωνές, τρεις υποκριτές, με πρόλογο, διάλογο και λόγο. Στον πρόλογο μαθαίνουμε ήδη ότι μέσα από τις διηγήσεις και την τραγικότητα του χορού, της λαϊκής γνώμης, ενός συλλογικού υπερεγώ, γεννήθηκε η ποιήτρια. Παιδί, στον παράδεισο του νησιού και το Καρπάθιο πέλαγος να θρέφει το πέλαγος της φαντασίας της, ξεκινάει με αφέλεια το ταξίδι , «ενώ η άβυσσος μας περιμένει» – γράφει, προοικονομώντας τη δυστυχία της ζωής.Με την ανυπακοή απέναντι στα « μη», πολεμάει για το ζωτικό της χώρο, να χτίσει την ταυτότητά της. «… Έγραφε / όλη μέρα όλη νύχτα / από τότε που ήταν 18 χρονών / …μέχρι που έγινε 81», «έτοιμη πια να φύγει γι’άλλη χώρα », κατακτώντας την άδεια σελίδα, γράφοντας «μονάχα ένα ποίημα», «κι εκείνο έλεγε την ιστορία μιας γυναίκας…», σελ.29.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ΧΟΡOΣ μας διηγείται τα δρομολόγια που κάνει τη αδύνατη μικρούλα για να πάει στο γυμνάσιο, ηρωική φιγούρα που εμπνέει και δεν περνάει απαρατήρητη κι απότον Διοικητή του νησιού που « ίσως πάλι να ήθελε να κρύψει την αρχοντιά του, όπως σήμερα κρύβουμε τη μιζέρια μας.».Βγάζει τη γλώσσα στις εξουσίες και την υπακοή, κι ας είναι γυναίκα, βγάζει το στενό σακάκι των στερεοτύπων, να πάει «μόνη σπίτι» της να γράψει, κι ο ποιητής- άλμπατρος με τα άβολα φτερά του, « πολύ μικρά για να πετάξει(ς)»- «πολύ μεγάλα για να τρέξει(ς)», εξόριστος και δύσκολο να βρει το βηματισμό του, ικανός μόνο «για να ζήσει(ς)… μια ζωή πλήρη(ς) ημερών ανυπαρξίας». Αυτοσαρκασμός και μαύρο χιούμορ- σελ.33- «…πριν ονομάσουμε τον κόσμο δεν προσπαθήσαμε καν να αφαιρέσουμε την ετικέτα με την τιμή που είχε επάνω του», σελ.34.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ΓΥΝΑΙΚΑ -φωνή- ζητάει το δίκιο της, καθώς « ανεκπλήρωτα όνειρα την αναζητούν», σελ.42. Να βγει απο τις παρενθέσεις και τις αγκύλες και τη φυλακή τους, να αυτοπραγματωθεί – « να έχεις το σθένος να γίνεις / αυτό που είσαι / με όλα τα συστήματα/ γονίδια- κοινωνία/ μοίρα- μερίδιο/ να σε αντιμάχονται», σελ.37.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΤΡΙΑ να γίνει, «για να ακουστεί το κενό, το αόρατο», σελ. 38. Να δώσει φωνή στο άρρητο, αυτό φαίνεται χρειάζεται να πράξει. «Η ποίηση αναδεύει / λέξεις συναισθήματα πλάνην οικτράν / πέρα από το ρυθμό καί την οδύνη», έτσι, χωρίς στίξη. Κι όταν «η ποίηση αρνείται να ποιήσει», « το Χάος αρνείται να γίνει Ημέρα»- «μη με διαβάζετε εκτός κι αν», που έλεγε κι ο ποιητής.Μετά το πέρασμα του Φαέθοντα- «..ο χρόνος έσβησε / ή άρπαξε φωτιά…», ήταν ο ήσκιος του θανάτου και «Ούρλιαξε μα δεν μπόρεσε να σταματήσει τη συμφορά», «σταμάτησε να γράφει…έχτισε τον τάφο της.» , σελ. 52,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">είδε «τις λέξεις να χορεύουν -δεν είναι ένας διονυσιακός χορός – …ντυμένες στα μαύρα», είναι ποίηση, αινιγματική, με αντηχήσεις από την ποίηση του Σαχτούρη –«πάνω στον τάφο μου χαράζω ποιήματα», μέχρι να μετουσιωθεί σε «άρτο», σε «οίνο», «γροθιά» να γίνει για «τους λαούς» ή τους « οικονομικούς μετανάστες/ σε οικονομί α του Νότου», «να σηκώσουν ξανά το κεφάλι / από ψηλά/ τους δήμιους/ να /αντικρίσουν». Μια γενική επιστράτευση των φτωχών, μια ποίηση που θέλει να φέρει στο προσκήνιο τους αφανείς, αρνείται να είναι η ποίηση μιας διανοούμενης, θέλει να χορέψει στη γιορτή της ζωής, να νοηματοδοτήσει τον κόσμο ξανά, με τις αισθήσεις, τη λογική και τη συγκίνηση. «Θέλετε να χορέψομε Μαρία;» Από την αχρονική νουβέλα της Μ. Αξιώτη και πάλι η πρόσκληση σε χορό, ένα σχόλιο στην απόκοσμη λειτουργία των λέξεων και της γραφής του κρυπτικού τίτλου της συλλογής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γυναίκα γήινη, από καλή γενιά, μιας μητροτοπικής νησιώτικης οικογένειας, «κι η θάλασσα στα πόδια της», « η μικρή από τον Κάβο», αντικρίζει από τα Πηγάδια, «Απέναντι ακριβώς από το σπίτι της / το φιλόξενο Όθος / Εκεί γεννήθηκε η μητέρα της/ εκεί η μητέρα της μητέρας / Της χάρισε το όνομά της/ η γιαγιά/ η αρχόντισσα/ που έσκαβε τη γη / πλάι στους εργάτες/ και στη συνέχεια μαγείρευε/ Τους πρόσφερε λαγό κρασάτο πάνω στο καλό/ τραπεζομάντηλο/ Τους φίλευε καρπούς εξωτικούς από την Αλεξάνδρεια/ Η γιαγιά/ με τα πολλά χωράφια/τα πολλά παιδιά…», σελ.59.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μενετές», σαν προσευχή στον κόσμο της παιδικής ηλικίας, «Με τα μάτια κλειστά», στην Παναγία του γενέθλιου τόπου και στη χάρη της , όπου όμως « μόνο οι γυναίκες πάντα γεννούσαν με οδύνη», σελ.65. Πεζολογώντας γράφει ποίηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι «Η πρωτόγονη Μπα – Ίλα» που έχασε το παιδί της, Έτσι κι αυτή «φτάνει στην άκρη του γκρεμού και πέφτει στην άβυσσο της τρέλας», με τις τελευταίες της εντολές και τις τις τελευταίες της υποθήκες προς τον αναγνώστη, hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère, που παραμέλησε την αγάπη κι έγινε ο κόσμος αβίωτος ένας κόσμος τρόμου. Στο τέλος η πραγματικότητα, ακατανόητη: «Πραγματικότητα / παιδί και μάνα του μη πραγματικού» και το όνειρο η μόνη πραγματικότητα, «μόνο δια της λύπης».</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αλεξάνδρα Μπακονίκα</span></strong></h5>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ο χορός, η γυναίκα και η ποιήτρια</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">BOOK PRESS ΚΥΡΙΑΚΗ, 26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015 00:00</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην πολυσύνθετη, ποιητική συλλογή της Ζωής Σαμαρά Είδα τις λέξεις να χορεύουν, οι φωνές, ως πρωταγωνιστές, που μιλούν και διαλέγονται είναι τρεις, ο χορός, η γυναίκα και η ποιήτρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο χορός αντιπροσωπεύει τον κόσμο, την κοινωνία με τις άπειρες όψεις και εκφάνσεις, που παρέχει συνεχώς ερεθίσματα στο ποιητικό υποκείμενο, αλλά συγχρόνως το διαπλάθει και το προσδιορίζει. Η γυναίκα είναι εκ των πραγμάτων ο υποδοχέας που συγκεντρώνει κι αποθησαυρίζει κάθε συναίσθημα και προσωπική ή συλλογική εμπειρία μέσα στη ζωή, ενώ η ποιήτρια είναι η πιο ευαίσθητη, διορατική και ισχυρά διανοητική πλευρά της, που προχωράει σε βάθος κι επιχειρεί να μετουσιώσει το συναίσθημα σε τέχνη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο πρώτο μέρος της συλλογής, που έχει τον τίτλο «Πρόλογος», αποσαφηνίζεται μέσα από ένα και μοναδικό εξάστιχο ποίημα ότι το έναυσμα για να συναντήσει η γυναίκα την ποιήτρια είναι οι διηγήσεις του χορού. Και προχωράμε στο δεύτερο μέρος της συλλογής με τον τίτλο «Διάλογος», όπου ως ηχείο κι αντικατοπτρισμός του κόσμου, ο χορός θέτει το πλαίσιο για να ειπωθούν οι πιο βαθιές εκμυστηρεύσεις εναλλάξ ανάμεσα στη γυναίκα και την ποιήτρια, ενώ συγχρόνως συμπλέκεται κι ο χορός στο διάλογο ενδυναμώνοντας την έντασή του ακόμη περισσότερο. Μέσα από τις φωνές των τριών πρωταγωνιστών το ποιητικό υποκείμενο κάνει έναν απολογισμό ζωής και μια στοχαστική ενατένιση της ύπαρξης, αρχίζοντας από την παιδική ηλικία και φθάνοντας στην πλήρη ωρίμανση μέσα στο χρόνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τόπος της παιδικής ηλικίας, η Κάρπαθος, είναι έμπλεος λάμψης όχι μόνο από το διάχυτο φυσικό κάλλος, αλλά κι από τη στενή κοινωνική συνοχή που διέπει την κοινωνία του νησιού, μια κοινωνία ανοικτή κι ευφρόσυνη παρά τα εμπόδια της φτώχιας που αντιμετωπίζει. Η γυναίκα-ποιήτρια ως παιδί από νωρίς δείχνει έντονη έφεση και αφοσίωση στα γράμματα, τα βιβλία, τα διαβάσματα, τη γραφή. Η απόφασή της από την τρυφερή αυτή ηλικία να γίνει συγγραφέας φανερώνει έναν χαρακτήρα ευαίσθητο, ανήσυχο και δυναμικό. Η οικογένεια και ο κοινωνικός περίγυρος δεν αποτελούν φρένο ή εμπόδιο στο ανήσυχο πνεύμα της, εξάλλου τα μητριαρχικά πρότυπα είναι απτά και δυνατά. Κυρίαρχη είναι ιδίως η παρουσία της γιαγιάς της, της γιαγιάς «αρχόντισσας», όπως την αποκαλεί στο ποίημα «Όθος», και αξίζει να παραθέσουμε τους στίχους που τόσο έξοχα την σκιαγραφούν ως προσωπικότητα: η γιαγιά/ η αρχόντισσα/ που έσκαβε τη γη/ πλάι στους εργάτες/ και στη συνέχεια μαγείρευε/ Τους πρόσφερε λαγό κρασάτο πάνω στο καλό τραπεζομάντηλο/Τους φίλευε καρπούς εξωτικούς από την Αλεξάνδρεια/ Η γιαγιά/ με τα πολλά χωράφια/ τα πολλά παιδιά/ τον ταξιδιάρη σύζυγο που λάτρευε/ τον λίγο χρόνο/ ευδαιμονίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μεγαλωμένη μέσα σε ένα ζεστό και γόνιμο περιβάλλον, η ποιήτρια διαρκώς μέσα στα χρόνια ετοιμάζεται για υψηλά πετάγματα -οι μεγάλες ψυχές έχουν ανάγκη από υψηλά και μεγάλα πετάγματα. Απεκδύεται τους περιορισμούς των συμβάσεων, το «ζουρλομανδύα της υπακοής», τους εξαναγκασμούς της εξουσίας και με την τόλμη ενός γενναίου κι απελευθερωμένου πνεύματος ρίχτεται στην περιπέτεια της ζωής, αλλά και στην περιπέτεια της τέχνης. Οι υψιπετείς στόχοι της όμως πάντα συνδυάζουν την προσφορά, την αμέριστη συμπάθεια, την έγνοια για τον πάσχοντα συνάνθρωπο, τον παρία, τον φτωχό, τον αδικημένο. Το έντονο ανθρωπιστικό στοιχείο -στη ποιητική συλλογή δεν λείπουν και οι καταγραφές για την θλιβερή πραγματικότητα της χρεοκοπίας που ζούμε- πάντα δίνει το στίγμα στην ποίηση της Σαμαρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παράλληλα με το κοινωνικό στοιχείο, (αναφορές για τη Γάζα, την Μπιάφρα, το μακελειό των πολέμων ανά την υφήλιο), αλλά και σε μεγαλύτερη έκταση εμφανίζεται το υπαρξιακό, καθώς και ο ρόλος, η σημασία της ποίησης. Η μύηση στο μέγα μυστήριο της ζωής και του κόσμου για τη Σαμαρά περνάει, διηθείται, απαυγάζεται, αποκαλύπτεται μέσα από την παράδοση του εαυτού της στην ποίηση. Γιατί η ποίηση απαιτεί την καταβύθιση στη σιωπή, που είναι η είσοδος για το πλησίασμα της γνώσης και της αλήθειας. Η ποίηση δεν ανέχεται τις ψευδαισθήσεις, βασανιστικά αποκαλύπτει το χάσμα, το «κενό» που μας περιβάλλει και μας εξουθενώνει, όπου το «άπειρο παίζει κρυφτούλι με το μηδέν», κι όπου το χάος και «το πουθενά είναι παντού». Έτσι, αν η γυναίκα ξεκίνησε για υψηλά πετάγματα σε γαλάζια βάθη, για ιδανικές φωνές ονείρων που μεσουρανούν σε φωτεινούς ορίζοντες, η ιδιότητά της ως ποιήτρια τραγικά κι αμετάκλητα την προσγειώνει, διαβάζουμε τους στίχους από το ποίημα Και είπες»: [..] θα πηγαίνεις/ αργά/ για να ζήσεις/ μια ζωή/χωρίς πετάγματα/χωρίς/ δρασκελιές/αργά με προσοχή/ Σιγά την πόρτα/Βήμα σημειωτόν/μια ζωή με νωχελείς κινήσεις/μια ζωή πλήρης ημερών/ ανυπαρξίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η υφή της ποιητικής συλλογής είναι δραματική, το ποιητικό υποκείμενο λαχταράει για την πραγματοποίηση ενός ενθουσιασμού, μιας έκστασης, μιας ολοκλήρωσης ονείρων, όμως καταλήγει στην πικρή διαπίστωση ότι σ’ έναν κόσμο μη έλλογο, που κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά και το αχανές μυστήριό του, «η άβυσσος μας περιμένει», «η φωνή μας έσπασε τα κλαδιά της», «δεν φυτέψαμε άνεμο στο αλφαβητάριό μας», «αφήσαμε χώρο για μεταμέλεια και πένθος». Το κρεσέντο από τη διάψευση των προσδοκιών επιτείνεται ακόμη περισσότερο και στα δύο ποιήματα του τρίτου μέρους της συλλογής, που έχει τον τίτλο «Ο λόγος», όπου η αμείλικτα σκληρή πραγματικότητα χαρακτηρίζεται μέσα από τους στίχους ως «θραύσμα της φαντασίας μας/ βίαιη αποκόλληση/από το αληθινό βλέμμα του ονείρου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο υπάρχει ένα «διαλείπον φως» που αφήνει μια χαραμάδα αγαλλίασης, μια λάμψη που ανάβει, τρέμει και πάλι επανέρχεται, τροφοδοτώντας με δύναμη κι ελπίδα την κλεισμένη μέσα σε «φυλακές κι αγκύλες μοναξιάς» ψυχή της Σαμαρά. Κι αυτό το φως που τη συμπαραστέκεται είναι η τέχνη της ποίησης, που μόνο αυτή μπορεί στο διηνεκές να δίνει παρηγοριά κι απάγκιο. Έτσι εξηγείται και ο χαρμόσυνος τίτλος της συλλογής «Είδα τις λέξεις να χορεύουν», χαρμόσυνος γιατί οι λέξεις της ποίησης κινούν τη γη «στο ρυθμό μιας μουσικής απόκοσμης», χαρίζοντας ομορφιά και μαγεία στις πονεμένες καρδιές μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ζωή Σαμαρά προβαίνει σε μια απογύμνωση της ψυχής της, που φανερώνει τις τραγικές διαστάσεις που την περικυκλώνουν και την τραντάζουν, μένουμε με δέος συγκίνησης και υποκλινόμαστε στο ρίγος που μας μεταδίδει αυτή η απογύμνωση. Ο δραματικός τόνος των ποιημάτων συμβαδίζει κι αναδεικνύεται έξοχα μέσα από την λιτή, εύχυμη κι εναργή έκφραση του λόγου της, ενός λόγου αδρού και δραστικού.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 28/5/2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή, όλο το δράμα εξελίσσεται ανάμεσα στον Χορό, στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον πρόλογο ευθύς εξαρχής έχουμε την Ικανή και Αναγκαία συνθήκη: Η Γυναίκα συναντά την Ποιήτρια, μόνον όταν οι λέξεις χορεύουν. Μα και οι λέξεις χορεύουν, όταν συντελείται η ιερή Συνάντηση ανάμεσα στην Γυναίκα και στην Ποιήτρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλη η συλλογή αναπαριστά το τελετουργικό αυτού του χορού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον διάλογο, που αποτελεί το κυρίως σώμα της συλλογής, η Γυναίκα πενθεί. Η Σελήνη ερωτεύεται τον Ενδυμίωνα και παρακαλεί τον Δία να τον αφήσει να κοιμάται για πάντα τον αγέραστο ύπνο, ώστε να μην τον χάσει ποτέ. Η γυναίκα αποτυπώνει τα παλαιά μυστήρια στο χαρτί. Τις λέξεις κουβαλούν Πέρσες Ιερείς σε μία ιερή πομπή από πίσω προς τα μπρος και από το τώρα στο τότε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Χορός μέσα από τα μάτια της Πανσέληνου, τραγουδά και χορεύει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εν δυο/ Εν δυο/ με βήμα/σημειωτόν/. Όπως η γυναικεία θεότητα Σελήνη, έτσι κι αυτός μιλά για το εφήμερο και ρευστό των ανθρώπινων πραγμάτων, για τον αέναο κύκλο, για την ροή του παντός, για τον πόλεμο, για το αίμα, για την συγχώρεση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ποιήτρια καταδύεται στο πηγάδι, εκεί αναπολεί, αναβιώνει, επιστρέφει, κάνει την ανασκόπηση της. Η θάλασσα της Καρπάθου ακόμα μέσα της. Σ’ αυτήν βουτάει πάντα κατά την διάρκεια του χορού της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Χορός θα περιγράψει το ταξίδι της. Θα τραγουδήσει για το μικρό κορίτσι του τότε, που προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει την γνώση του στα άλλα παιδιά που δεν έχουν μυηθεί στις μεταμορφώσεις της Σελήνης, που δεν ακούν τον μακρόσυρτο ήχο που κάνει τα βράδια, που δεν είναι ήδη ποιητές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Γυναίκα διεκδικεί την θέση του φύλου της στα προκαθορισμένα ήθη και έθιμα μίας πατριαρχικής κοινωνίας. Αντιπαλεύει τα μη και τα πρέπει στην μεταμόρφωσή της σε ποιήτρια. Αρνείται να φορέσει το στενό σακάκι που προσπαθούν να της επιβάλλουν. Θα σπάσει τους κανόνες της υπακοής που την δεσμεύουν. Είπαμε, η θάλασσα της Καρπάθου, ελεύθερη και γαλάζια ήδη κυματίζει μέσα της. Όταν η πόρτα χτυπά, κάποιοι θέλουν να παραβιάσουν την είσοδο στο Ιερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην μπείτε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτή η πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι μόνο είσοδος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Γυναίκα προσκρούει στις παρενθέσεις και στις αγκύλες που προσπαθούν να την περιορίσουν, αντιστέκεται στην μοίρα, στις επιταγές της κοινωνίας και μέσα στον Λαβύρινθο βρίσκει την Θηλυκή της Δύναμη, την χαρά να είναι αυτό που είναι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να έχεις το σθένος να γίνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτό που είσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με όλα τα συστήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γονίδια-κοινωνία</span><br />
<span style="color: #000000;"> μοίρα-μερίδιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σε αντιμάχονται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Γυναίκα γνωρίζει τον σπόρο της σιωπής από την φύση της, γνωρίζει πώς να τον κυοφορεί με γαλήνια εγκαρτέρηση και να τον αφομοιώνει στο κορμί και στην ψυχή της. Γνωρίζει την συνέχεια, από κόκκο σε κόκκο, από σιωπή σε σιωπή, από νότα σε νότα της επτάχορδης λύρας του σύμπαντος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μύηση στα γράμματα, η πορεία στην γνώση, το μυστήριο της λευκής σελίδας, τα στάδια της ποιητικής διαδικασίας, το αιώνιο Ποίημα που γράφεται και ξαναγράφεται, αυτός είναι ο χορός των λέξεων, τα βήματά του προσπαθεί να αποτυπώσει το ποιητικό υποκείμενο, η Ποιήτρια, και εμείς οι αναγνώστες βαθμιαία αρχίζουμε σιγά σιγά να εκτελούμε μία πιρουέτα και να χορεύουμε μαζί της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πρόβλημα των φτερών. Πολύ μικρά για να πετάξεις, πολύ μεγάλα για να τρέξεις. Το πρόβλημα της ανυπαρξίας σε μία ζωή χωρίς ζωή. Το πρόβλημα των τρένων που έρχονται και φεύγουν, το πρόβλημα του αμείλικτου χρόνου, η διάσταση ανάμεσα σ’ αυτό που είσαι εσύ και στον άλλο απέναντι, η προσπάθεια συμφιλίωσης με τον άλλο που είσαι εσύ, εγώ ένας άλλος λέει ο Ρεμπώ. Αλήθεια, πώς χορεύεται η αιωνιότητα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην συλλογή κυκλοφορούν άγγελοι, από τις ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε, ο άγγελος Ντάμιελ από την ταινία «τα φτερά του έρωτα» του Βίμ Βέντερς, άγγελοι όχι μόνο ως μεσολαβητική βαθμίδα ανάμεσα στο υπερφυσικό και στο κοσμικό, αλλά γυναίκες ποιήτριες, όντα που τελικά τα φτερά τους μεγάλωσαν τόσο, ώστε κάποια στιγμή πέταξαν μέσα στην σιωπή, γιατί το μυστήριο εξελίσσεται πάντα στην σιωπή, αυτή είναι η μαγεία του. Η ποίηση, μας λέει η Ζωή Σαμαρά, είναι αγγελική υπόθεση, αγγίζει το Άρρητο, το Ανείπωτο, το Ιερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ενώ τα μέλη του Χορού είναι πάνω στην σκηνή, με κοθόρνους και μάσκες που καλύπτουν το πρόσωπο, κρατώντας ένα μικρό κερί στο χέρι που η φλόγα του τρεμοσβήνει, ενώ η Γυναίκα κατεβαίνει με ένα ασανσέρ όλο και πιο βαθιά, ο χρόνος αναφλέγεται στο άρμα του Φαέθοντα και η Ποιήτρια έρχεται σε επαφή με το τρομερό πρόσωπο του Θανάτου. Ο ακέφαλος άντρας,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">η άλλη όψη του νομίσματος στα δόντια, ο δρόμος για τον Γολγοθά, η Νύχτα που προβάλλει, ο ποταμός Αχέροντας,, οι λέξεις στήνουν χορό πάνω στον τάφο. Και η απώλεια αποκτά ένα όνομα. Η Μπα-ίλα έχασε το παιδί της. Και ο πόνος ενσωματώνεται, γίνεται αιωνιότητα, άβυσσος, σιωπή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς χορεύεται ο πόνος;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Χορός, η Γυναίκα, η Ποιήτρια επιστρέφουν στην θάλασσα από όπου όλα ξεκίνησαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν θα φύγω με τα σύννεφα του Νότου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν θέλω να γίνω φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φως περίσσεψε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">θέλω να</span><br />
<span style="color: #000000;"> φυτέψεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα δέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον τάφο μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> …….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να γίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα πελώριο κατάλευκο χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να ΄χουν να γράφουν οι νέοι ποιητές</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν οι υπολογιστές</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα’ χουν σωπάσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο τέλος της συλλογής είναι ο Λόγος. Όμως «εν αρχή ήν ο λόγος». Η ή αρχή και το τέλος είναι δύο σημεία στο Σύμπαν που συμπίπτουν και ο κύκλος κλείνει;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για όσους χάθηκαν /για όσους δεν μπόρεσαν ποτέ να γεννηθούν.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">FRACTAL 30/9/2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας τίτλος: Είδα τις λέξεις να χορεύουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είδα: α΄ ενικό. Ποιος είδε; Ποιο είναι το ποιητικό υποκείμενο; Υπάρχει μια αφήγηση για κάτι θαυμαστό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού και Πότε συνέβη η αφήγηση; Ένας ποιητικός Πρόλογος μας μπάζει στο σκηνικό: Όταν πρωτοείδε/το Χορό/ να διηγείται να διαλέγεται/ σε ημίφως σε σκοτάδι/ πάνω σε μια εξέδρα από άλλο τόπο/ η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω σε μια εξέδρα, λοιπόν, από άλλον τόπο (πού), σε ημίφως ή/και σε σκοτάδι (πότε), σε έναν χρόνο άχρονο κι εκεί που το πραγματικό συναντά το φανταστικό, μέσα από την αφήγηση και τον διάλογο η Γυναίκα ενδύθηκε την Ποιήτρια. Η γυναίκα με κεφαλαίο. Η συγκεκριμένη γυναίκα, έμφυλη αναφορά, το κοριτσάκι που μεγαλώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Σαμαρά συνθέτει με ευφυή τρόπο ένα ποιητικό δραματικό κείμενο, με τις δύο σημασίες της λέξης. Τρία είναι τα μέρη της σύνθεσης, ο Πρόλογος, ο Διάλογος και ο Λόγος, με κυρίως τμήμα τον Διάλογο. Ο Πρόλογος δίνει το πλαίσιο. Και στη συνέχεια τα πρόσωπα ξετυλίγουν τη σύνθεση. Μια σύνθεση που ενώνει σε ενιαίο όλον αδημοσίευτα ποιήματα που γράφτηκαν πρόσφατα, ποιήματα δημοσιευμένα σε περιοδικά αλλά που δεν είχαν περιληφθεί σε συλλογές, ποιήματα προηγούμενων συλλογών και ποιήματα που είχαν γραφτεί αρκετά παλιότερα – οι σχετικές πληροφορίες για το κάθε ποίημα δίνονται αναλυτικά και με μεγάλη ακρίβεια στις πρώτες δημοσιεύσεις, με τον ωραίο τίτλο Πρώτες (ή αθέατες εμφανίσεις). Η σύλληψη απαιτητική. Το αποτέλεσμα συναρπαστικό και άκρως ποιητικό, με έντονη τη θεατρική του πλευρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παράλληλα με την ανάδυση της γραφής, σταθερό background η κοινωνική ματιά. Η απλότητα. Η προσφορά. Η δικαιοσύνη. Η ανιδιοτέλεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έβλεπε/ Πλάι στις βάρκες τα καράβια/ πλάι στη μαρίδα τα λιθρίνια/ θεσπέσια εικόνα/ ισότητα/ βγαλμένη απ’ τον Παράδεισο (Ποιήτρια-Πηγάδια, σ.18)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Σας είπε μήπως ποιο ψάρι της αρέσει;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Οι γόπες. Είναι, λέει, ταπεινές. Τροφή για τους σοφούς, που είναι φτωχοί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Δώσε αυτές στη μαμά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Όχι, μονάχα μία, θα θυμώσει η δασκάλα μας. (Χορός-Χρη Μα, σ.19-20)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο φακός να εστιάζει σε παλαιότερες καταστάσεις αλλά και σε σύγχρονα γεγονότα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δώδεκα χρονών. Ξεκίναγε κάθε πρωί για το Γυμνάσιο, γύρω στα δέκα χιλιόμετρα δρόμο, μέσα από γκρεμούς και θάμνους. (Χορός-Λιμουζίνα, σ.27)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καλέ μου αναγνώστη/ […]/ αφήσαμε να γίνουν/ της Άγαρ και της Σάρας τα παιδιά/ σε έρημο χαμένη φυλή του Αβραάμ/ να τα ενώνει ένα ααα… ατέρμονο/ να τα χωρίζει μια κραυγή του τρόμου (Γάζα, σ. 70)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα βαθύ πολιτικό σχόλιο είναι οι στίχοι της Ζωής Σαμαρά. Όχι κραυγαλέο, αλλά αιχμηρό, για τη φτώχεια, τη μετανάστευση, τον πόλεμο από τη μια μεριά, για την «Ευρώπη του ανθρωπισμού» από την άλλη, όπως την ονειρεύτηκαν πολλοί, που όμως στέκει μακρινή, αποστασιοποιημένη. Η προηγούμενη συλλογή της Σαμαρά φέρει τον τίτλο Και είναι πολύ μακριά η Δύση». Πολύ μακριά, όχι τοπικά κυρίως. Και οι δύο συλλογές, ειδικότερα η πιο πρόσφατη, γίνονται εξαιρετικά επίκαιρες μέσα στο πολιτικό σκηνικό που βιώνουμε, με το ευρώ και την Ευρώπη να γίνονται η μαγική σωσίβια λέμβος, που όμως γλιστρά και απομακρύνεται ανέλπιδα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τη συλλογή Είδα τις λέξεις να χορεύουν:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τεντώνουν/ τ’ αδύνατα χεράκια τους/ να πιάσουν το ευρώ που τους προσφέρεις/ Ευρώ Ευρώπη/ ψιθυρίζουν (Ποιήτρια-Πεζός λόγος, σ. 66)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και από τη συλλογή Και είναι πολύ μακριά η Δύση ένα ποίημα που το παραθέτω σχεδόν ολόκληρο:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…] Μυριάδες πάλι οι ξένοι/ Και πρόσφυγες/ εμείς/ στη μοναξιά μας/ Άμμος της ερήμου. Λαθρομετανάστες τους βαφτίσανε. Πώς αλλιώς; Ήρθαν από μακριά – όπως κάποτε πήγαμε εμείς. Στα κρυφά όμως οι άλλοι. Στα κρυφά./ Το χώμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μας/ Το χώμα το ελληνικό να μη φτάνει για όλους μας/ Και είναι πολύ μακριά η Δύση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τα βάθη του γιαλού/ από του χρόνου τα βάθη/ φράχτες δεν μπήκαν γύρω/ από τα νησιά/ συνοριακό πλέγμα/ το πέλαγο/</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι οι άλλοι δεν διστάζουν/ να πνιγούν/ Λίγη Ευρώπη/ Αδέλφια/ δώστε μας λίγο χώμα από την ήπειρο των/</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δύο Πολέμων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συρματοπλέγματα/ ξηλώστε τα/ δέστε τους/ Τολμούν/ να ζητούν την Ελπίδα/</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στο κουτί της Πανδώρας […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Από τα βάθη του χρόνου, σ. 43)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ταυτόχρονα, ο ανθρώπινος πόνος, ο υπέρτατος πόνος, η απώλεια. Που συντρίβει την ψυχή και τη σφραγίζει ισόβια. Που ενώνει την ύπαρξη με το εδώ και με το εκεί και με τη φύση που δέχτηκε το σώμα αυτής που χάθηκε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">-Εδώ είσαι ή εκεί/ με ρώτησαν τα δέντρα/ Όπως εσείς απάντησα/ Κι εκεί κι εδώ/ Όπου υπάρχει/ η Ευλογημένη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">( Η Ευλογημένη, σ.60)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο δεν αφήνει ο υπέρτατος πόνος την ύπαρξη να βουλιάξει στο πένθος, και μετατρέπει την οδύνη σε έγνοια για τον πάσχοντα, σε προσφορά και αλληλεγγύη. Μολονότι το προσωπικό δράμα θα παίζεται πάντα σιωπηρά αναζητώντας την ανέφικτη απάντηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πέφτω στην άβυσσο/ τηρώ μιας αιωνιότητας σιγή/ ηχώ στην «αέναη του σύμπαντος σιγή»/ κι όπως ο λύκος του ρομαντικού ποιητή/ ξέρω πως μόνο η σιωπή είναι δύναμη (Χορός-Γυναίκα: Μπα-΄Ιλα, σ. 68)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι αξιοσημείωτο ότι ο δραματικός λόγος, ενώ εμπεριέχει το τραγικό, δεν βαραίνει την ψυχή, γιατί η ποιητική έκφραση το αλαφρώνει συνειδητά, κάποτε με χιούμορ ή σαρκασμό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε μια ευρύτερη σύγκριση με το αρχαίο δράμα, είναι ο Χορός που προχωράει την αφήγηση (τα επεισόδια προχωρούν τη δράση εκεί), ενώ στα λυρικά στάσιμα στοιχούν οι μονόλογοι της Γυναίκας και της Ποιήτριας. Ο Πρόλογος, όπως προαναφέρθηκε, παρέχει το πλαίσιο της ποιητικής αφήγησης-δράσης. Η Σαμαρά γνωρίζει να ανατρέπει τους κανόνες, όχι μόνο στην έκφραση αλλά και στη δομή. Μετά τον Διάλογο έχουμε τον Λόγο, που κλείνει τη συλλογή με δύο εκπληκτικά ποιήματα, τη Δημιουργία και την Πραγματικότητα. Το πρώτο αρθρωμένο από τη Γυναίκα, «παίζει» με την έννοια της δημιουργίας-γέννησης και μη γέννησης, άρα ανυπαρξίας; Ή μήπως της ύπαρξης με τη γέννηση μέσω της γραφής;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο δεύτερο, αρθρωμένο από την Ποιήτρια, επιχειρείται ένας ορισμός της πραγματικότητας, ανατρεπτικός ορισμός, που τη συνδέει και ταυτόχρονα τη διαχωρίζει από τη φαντασία και το όνειρο, τέλος την εξισώνει με το μη πραγματικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πραγματικότητα/ παιδί και μάνα του μη πραγματικού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει η συλλογή, με φιλοσοφικό στοχασμό, μ’ ένα ευφυές παιχνίδι με τις λέξεις, με τον λόγο να αμφισβητεί τα σύνορα ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία, ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο επιθυμητό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγαπώ τα ποιήματα που, μολονότι εκφράζουν υψηλά νοήματα, είναι κατανοητά – όχι εύκολα. Που, μολονότι η ποιητική τους έκφραση είναι εξαιρετικά δουλεμένη, δεν είναι εξεζητημένη. Αγάπησα λοιπόν (και) αυτά τα ποιήματα της Ζωής Σαμαρά για τον κομψό της λόγο, για τον ρυθμό που περικλείουν, για τον έλεγχο στην έκφραση του πόνου και της απώλειας, για το γενναίο κοίταγμα του θανάτου, για την γνοιασμένη ματιά στα ανθρώπινα, εντέλει για τη γλυκιά κατάφαση της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τριπλό ποιητικό υποκείμενο επομένως: Χορός, Γυναίκα, Ποιήτρια. Ο Χορός ως έκφραση του γενικού-συλλογικού. Η γυναίκα του ατομικού. Η ποιήτρια δημιουργός. Σε μια πρώτη ανάγνωση. Από εκεί και πέρα οι τρεις οπτικές ενώνονται και γίνονται μία. Και ύστερα επιμερίζονται πάλι, για να πιάσουν γωνιές της γης, γωνιές της ύπαρξης, της ιστορίας. Περσόνες με άλλα λόγια. Που μπλέκονται αξεδιάλυτα, καθώς διαλέγονται, καθώς η μια περσόνα εγκιβωτίζεται μέσα στην άλλη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμα παραπέρα. Και οι τρεις περσόνες-ποιητικά υποκείμενα είναι σαν να αναφέρονται σε ένα άλλο πρόσωπο και να αφηγούνται τη ζωή του. Τη ζωή ενός μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει σε ένα νησί, του κοριτσιού που ήθελε να γράφει και να γίνει συγγραφέας. Η ιστορία αυτή πότε τέμνεται με τη ζωή της Ποιήτριας, πότε με της Γυναίκας, κι άλλες φορές αυτονομείται και ταυτίζεται με τη δημιουργία, με το Σύμπαν, με τη συλλογική μοίρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αρχίζει ο χορός των λέξεων. Ποικιλοτρόπως χορεύουν οι λέξεις:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">-Με την εναλλαγή των ρηματικών προσώπων. Πρώτο, δεύτερο και τρίτο ενικό, πρώτο πληθυντικό χρησιμοποιούνται και από τα τρία ποιητικά υποκείμενα, τα οποία δεν συνδέονται σταθερά με κάποιο ρηματικό πρόσωπο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">-Με την απεύθυνση του ενός προσώπου στο άλλο, σαν σε ένα διάλογο, που είναι ταυτόχρονα και προχώρημα της αφήγησης, αλλά και πολυπρισματικό κοίταγμα-εστίαση σε κάποια χρονικά σημεία και γεγονότα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">-Με την ίδια τη δομή των στίχων. Οι στίχοι τέμνονται, αλλά και παύσεις-κενά δημιουργούνται μέσα στον ίδιο στίχο, κατά τον προσφιλή ποιητικό τρόπο της Σαμαρά. Επαναφορές, παιχνίδι με τις λέξεις, συνώνυμα, παρηχήσεις. Και συχνά απουσία στίξης, κυρίως στον λόγο της Γυναίκας και της Ποιήτριας, ή αντίθετα πλούσια και συνεπέστατη στίξη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">-Σε συνδυασμό και με τα προηγούμενα, με τον ρυθμό να συνοδεύει κάθε στίχο της συλλογής, δίνοντας στην ποιητική έκφραση την εσωτερική έννοια του χορού, της αρμονίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">-Με τη διακειμενική συνομιλία, όπως με ποιήματα από προηγούμενες συλλογές της Ζωής Σαμαρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κομβικό ποίημα στη συλλογή θεωρώ ότι είναι αυτό που φέρει τον τίτλο Το ποίημα, αρθρωμένο από την Ποιήτρια (σ.27). Το κοριτσάκι αφηγείται σε α΄ ενικό ότι ήθελε να γράψει την ιστορία μιας γυναίκας που έγραφε συνέχεια, από τα 18 ως τα 81 (ενδιαφέρον παιχνίδι με τους αριθμούς, που έχουν συμβολική λειτουργία), φαντάστηκε ότι έγραφε, ενώ δεν γνώριζε ακόμη τη λέξη γραφή. Η γυναίκα κάποια στιγμή διαπιστώνει ότι αντί, για τα σημαντικά βιβλία, είχε γράψει μόνον ένα ποίημα, που έλεγε/ έλεγε/ την ιστορία μιας γυναίκας/ που άρχισε να γράφει στα 18/ και έγραφε ως τα 81</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εντυπωσιακός εγκιβωτισμός της μιας ιστορίας μέσα στην άλλη. Σ΄ αυτό το σημείο είναι που η τέταρτη περσόνα εισάγεται στον διάλογο. Η γυναίκα αυτή παρουσιάζει κοινά στοιχεία με την Ποιήτρια. Μολονότι στο τέλος του ποιήματος η αφηγήτρια, η μικρή της ιστορίας, λέει ότι δεν μπόρεσε να γράψει τη ζωή εκείνης της γυναίκας, γιατί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ήμουν πολύ μικρή/ τόσο μικρή που δεν γνώριζα καν/ τη λέξη/ «ζωή»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">η αναίρεση αφήνει ένα μικρό παράθυρο άλλης ανάγνωσης, καθώς η τελευταία λέξη («ζωή») συνδέεται όχι μόνο με την Ποιήτρια αλλά και με τη συγγραφέα Ζωή).</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">περ. «Απόπλους», τεύχ. 65-66, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2015.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Έλλογη ουτοπία</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα λουλούδι αποδεικνύεται εφήμερο. Μία μηλιά στερείται τον ανθό της. Ένας κήπος εγκαταλείπει τον κάτοχό του. Τρεις ομόθυμες διαπιστώσεις από τρία πρόσωπα, τον Χορό, την Ποιήτρια και τη Γυναίκα αντίστοιχα, ορίζουν ένα σκηνικό μαρασμού, χωρίς ανθοφορία, στην ποιητική συλλογή «Είδα τις λέξεις να χορεύουν», που συγκροτεί η Ζωή Σαμαρά, εν είδει αρχαίας τραγωδίας με τους τρεις ηθοποιούς της. Ένας απ’ τους ηθοποιούς, μάλιστα, είναι ο Χορός, που επίσης συμπληρώνει τους απαιτούμενους ρόλους σε μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Δομημένη σε τρία μέρη, τα οποία επιγράφονται «Πρόλογος», «Διάλογος» και «Λόγος», η συλλογή ξεδιπλώνει τον διάλογο των τριών της προσώπων, αποσκοπώντας στη νοηματοδότησή του, εφόσον συχνά αυτός καταντά «μια ομιλία χωρίς Λόγο», μια επικοινωνία προσχηματική.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η απουσία ψυχικής επαφής κι έλλογης σκέψης αποτυπώνεται σε μια σειρά διαπιστώσεων: η μαργαρίτα, ως το κλασικό άνθος που καλείται να φανερώσει με το μάδημα των πετάλων του την ύπαρξη ή μη της αγάπης, αποφαίνεται την έλλειψη αυτής· ο πελαργός, κλασικός φορέας της ζωής, ως κομιστής, κατά τη λαϊκή αντίληψη, των βρεφών στους γονείς τους, διστάζει να φέρει παιδιά στη ζωή· η γέννηση μιας ζωής, όταν τελικά πραγματοποιείται, δεν σηματοδοτεί την έναρξη της μέρας και των παρεπόμενων φωτεινών συμβολισμών, παρά τη θέαση των πραγμάτων «με το φέγγος της πανσέληνου». Είναι όμως αρκετό το φέγγος αυτό; Μπορεί να είναι αρκετό, σ’ ένα τοπίο ερημικό, όπου τα παιδιά ρίχνουν βόμβες κι όπου κυριαρχούν ο εγωισμός κι η δειλία; Το τοπίο της Σαμαρά διαγράφεται εξαρχής ζοφερό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η διαπίστωση του ζόφου και η επιδίωξη της υπέρβασής του φαίνονται κοινές για τους τρεις συνομιλητές στη συλλογή, οι οποίοι, μέσα από τούτη την κοινή τους στόχευση, μοιάζουν να ταυτίζονται με τη συλλογική συνείδηση – ιδίως ο Χορός, ενώ η Γυναίκα και η Ποιήτρια δείχνουν να ταυτίζονται καί μεταξύ τους, με μόνη τους απόσταση τη διαδρομή που απαιτείται ώστε η Γυναίκα να γίνει Ποιήτρια. Αυτή η διπλή ταυτότητα, της γυναίκας και της ποιήτριας, υπονοείται όταν η Γυναίκα, στο άκουσμα του χτυπήματος της πόρτας, ανοίγει και συναντά τον εαυτό της, πιθανώς τον ποιητικό. Η εξωλογική συνάντηση ακολουθείται από την αντιφατική πάλη της Γυναίκας με τον εαυτό της, καθώς από τη μια μεριά τον ωθεί να διαβεί την πόρτα, κι από την άλλη τον παροτρύνει να μην εισέλθει, με τα λόγια «Μην μπείτε/ είπα/ αυτή η πόρτα/ είναι μόνο είσοδος».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η μαγική τούτη πόρτα, ένας πιθανός αντικατοπτρισμός της πόρτας της ποίησης στο ποίημα «Τα αντικλείδια» του Γιώργη Παυλόπουλου, θα μπορούσε ακριβώς να συμβολίζει τον αγώνα της ποιητικής ωρίμανσης για τη Γυναίκα. Δεν αποκλείεται ωστόσο κι ένα κοινωνικό σχόλιο επί του ρόλου μιας γυναίκας στις ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς η πόρτα είναι αμπαρωμένη με αλυσίδες. Εγκλεισμός, λοιπόν, στο σπίτι, για μια γυναίκα καταδικασμένη σε πολύ συγκεκριμένο κοινωνικό ρόλο, ή εγκλωβισμός στα μυστήρια και τις απαιτήσεις της ποίησης; Η επαλήθευση της ταύτισης Γυναίκας – Ποιήτριας στηρίζει καί τις δύο εκδοχές, αφού η Γυναίκα είναι ποιήτρια, ενώ και η Ποιήτρια είναι γυναίκα. Η επιμονή, μάλιστα, της Ποιήτριας στο αμέσως ακόλουθο ποίημα «Να μένεις» επιβεβαιώνει την ταύτιση: «Να περι-/ μένεις/ όχι τον άλλο εμένα/ που είμαι ο άλλος εσύ»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ταύτιση φαίνεται να ενισχύεται ακόμη περισσότερο στην προοπτική Γυναίκα και Ποιήτρια να σχηματοποιούν το προσωπείο της συγγραφέα της συλλογής, δηλαδή της ποιήτριας Ζωής Σαμαρά. Η Σαμαρά διασπείρει ενδείξεις προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση μέσω στοχαστικών της στίχων περί ζωής, οι οποίοι όμως παραπέμπουν τεχνηέντως στ’ όνομά της, υποδεικνύοντάς την: «Ζωή κι αυτή/ να περιμένεις μια ζωή»· «Θα πηγαίνεις/ αργά/ για να ζήσεις/ μια ζωή/ χωρίς πετάγματα/ […]/ Βήμα σημειωτόν/ μια ζωή με νωχελείς κινήσεις/ μια ζωή πλήρης ημερών// ανυπαρξίας»· επιπρόσθετα, όταν οι στίχοι της Σαμαρά ανακεφαλαιώνουν τον βίο, εύλογα μοιάζει η ζωή να μεταμφιέζει τη Ζωή: «Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα/ […]/ την ιστορία μιας γυναίκας/ που άρχισε να γράφει στα 18/ και έγραφε ως τα 81»· άλλωστε, την ίδια μυστηριακή μεταμφίεση συνδράμουν οι αριθμοί 18 και 81, οι οποίοι, με μια μαγική αντιστροφή των ψηφίων τους, μεταστοιχειώνονται ο ένας στον άλλο σχηματίζοντας κύκλο, περικλείοντας τη ζωή, συγκεκριμένα της ποιήτριας. Εξάλλου ο βίος τούτος εμπερικλείει την ατελεύτητη σύνθεση του ποιήματος, αφού «η γυναίκα/ […] σχεδίαζε/ τη μέρα τη νύχτα το ποίημα/ μέχρι που έγινε 81 χρονών».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αν, βέβαια, η συγγραφή μετατραπεί σε εμμονή και καταδυναστεύσει τον βίο, εμποδίζοντας τον άνθρωπο να χαρεί την ομορφιά γύρω του, καταντά τάφος για τον συγγραφέα. Γι’ αυτό κατά την πορεία της ατέρμονης σύνθεσης η διεκδίκηση είναι διαφορετική: η συμφιλίωση με τη φύση, τα πλάσματά της και τον άνθρωπο, η οποία διέρχεται από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας, της ηλικίας κατά την οποία τα παιδικά μάτια αισιοδοξούσαν ακόμη, καθώς «Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια», η λεμονιά άνθιζε, ο ουρανός ήταν ανέφελος, τα αστέρια προσεγγίσιμα. Ακόμη και το ουτοπικό όραμα μιας κοινωνίας όπου το χρήμα δεν αποτελεί την πρώτιστη επιδίωξη, περνά μέσα από την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, όπως την αποτιμά ο γάτος της γειτονιάς, απολαμβάνοντας το ψάρι που γενναιόδωρα του προσφέρουν: «Είναι τρελοί οι άνθρωποι, το ξέρω, αλλά τρελά και τα μικρά κορίτσια;»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η τεθειμένη στόχευση, ωστόσο, εμποδίζεται όσο «Το Χάος αρνείται να γίνει Ημέρα». «Από τα βάθη του χρόνου/ η έρημος ακολουθεί τα βήματά μας» συλλογίζεται η Σαμαρά, άλλοτε με χαμηλόφωνο σεφερικό στοχασμό κι άλλοτε με πικρή ειρωνεία απέναντι σε όσα στοιχεία εμποδίζουν τη μετατροπή της ερήμου σε όαση, όπως οι ανθρωπόφοβες εμμονές των σύγχρονων μονήρων ατόμων, που απολήγουν ακόμη και στην ενοχοποίηση των θυμάτων αντί των θυτών, συχνά και του ίδιου τους του εαυτού. Εξάλλου, «Για κάτι θα φταίνε κι αυτοί», δηλαδή τα θύματα, «αλλιώς δεν θα ’τανε φτωχοί», σχολιάζει θλιμμένα η ποιήτρια στο ταξικό της σχόλιο, προβαίνοντας συνάμα στη μετατροπή της οικονομικής ένδειας σε πνευματική: «Ας πάμε λοιπόν/ ας πεθάνουμε/ εμείς οι/ πτωχοί/ τω πνεύματι»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπου όμως η καθημερινή ομίχλη κατασκεπάζει την αισιοδοξία καθιστώντας την αόρατη, ο ποιητής έρχεται να διεκδικήσει το αόρατο. Η μαγική ποιητική επενέργεια επί της ασχήμιας έχει τόση ένταση, ώστε επιβάλλει την ομορφιά ακόμη κι επί του τάφου του ποιητή, μετατρέποντάς τον σε αλώνι, όπου οι λέξεις χορεύουν. Αρκεί, βέβαια, ο συγχρωτισμός των πολλών κι ο βόμβος τους να μη διαλύσουν τ’ όνειρο. Γι’ αυτό ο βόμβος επιβάλλεται να αντικατασταθεί από την έλλογη, αποτελεσματική ανθρώπινη επικοινωνία. Στη σχετική κατεύθυνση, η Σαμαρά δεν τιτλοφορεί το κεντρικό σώμα όπου αναπτύσσονται τα ποιήματά της «Κύριο μέρος» αλλά «Διάλογο», και για τον ίδιο λόγο την κατάληξη της ποιητικής της σύνθεσης όχι «Επίλογο», παρά «Λόγο». Η δε έλλογη εκφορά του μηνύματος επικυρώνει την ελπίδα στη διαπίστωση ότι όσους εφιάλτες κι αν περικλείει η πραγματικότητα, δεν παύει να είναι «παιδί και μάνα του μη πραγματικού», άρα του ιδεατού, της ουτοπίας. Συνεπώς, μπορεί να γεννήσει και να αναστήσει όνειρα. Κατ’ επέκταση, η διεκδίκηση μιας καλύτερης πραγματικότητας δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 55, 2016.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong><em> </em></strong>Όταν οι άλλοι σιωπούν, οι λέξεις των  ποιητών χορεύουν, που σημαίνει κινούνται στο χώρο και κινούν οτιδήποτε υπάρχει σ’ αυτόν, καταδύονται σε βαθύτερες σημασίες, διεισδύουν με την ίδια ευχέρεια σε προσωπικούς ή κοινωνικούς χώρους. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο λόγος, όπως αυτός αρθρώνεται μέσα από τα ποιήματα της Ζωής Σαμαρά, χορεύει υπό τους ήχους μιας μουσικής, η οποία αχνοπαίζει πίσω από τις αρμονικές εναλλαγές προσωπικού στοιχείου και κοινωνικού ή πολιτικού σχολίου, σε μια εποχή που η προσωπική καταγραφή κυριαρχεί σε βάρος ενίοτε και του κοινωνικού ρόλου της ποίησης. Φτώχεια, ανεργία, μετανάστευση, προσπάθεια ποδηγέτησης είναι προβλήματα που απασχολούν την ποιήτρια, μέσα από έναν σαφέστατα δραματικό χαρακτήρα στην ποίησή της. Μέσα από μια εκκωφαντική σιωπή –<em>η ποίηση είναι κόρη</em> <em>της σιωπής<strong>– </strong></em>ταξιδεύει μέσα στο λόγο της αναζητώντας, όχι μάταια πάντα, έναν <em>κόσμο έλλογο</em>.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο χώρος, όπου κινείται η ποιήτρια, δεν έχει όρια και γρήγορα μετατρέπεται σε μια πανανθρώπινη θεατρική σκηνή: <em>Το πέλαγος της φαντασίας δεν είχε όρια</em>. Απλώνεται στην <em>αντίπερα όχθη, </em>στην <em>απέναντι κοιλάδα, </em>σε όλο το σύμπαν. Κάποιοι βεβαίως προσπαθούν να περιορίσουν, να σμικρύνουν αυτά τα όρια,<em> Μη στέκεσαι εδώ / Δεν υπάρχει «εκεί»</em>, δημιουργώντας τεχνητή ασφυξία, τελικά βρίσκει τον τρόπο η ποιήτρια να σταθεί <em>Κι εκεί κι εδώ,</em> εκεί, όπου προβάλλονται ο ανθρώπινος πόνος, οι υπαρξιακές αγωνίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σχεδόν στο σύνολό τους τα ποιήματα και τα πεζοποιήματα, τα τελευταία με έντονο το  φιλοσοφικό περιεχόμενο και με ολοφάνερα τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, ενώ φαίνονται προσεγγίσιμα στην πρώτη ανάγνωση, σε προκαλούν να τα ξαναδιαβάσεις. Ανακαλύπτεις, ως δια μαγείας, πολλές αναγνώσεις: ξεφλουδίζεις τους στίχους και κάθε φορά έχεις να προσθέσεις κάτι καινούριο σε ό,τι ήδη έχεις εισπράξει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της Ζωής Σαμαρά δεν περιορίζεται στον αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα. Το «εγώ» της ποιήτριας κάνει ένα βήμα πίσω, χωρίς να παραγκωνίζεται. Είναι διάχυτη η αγάπη της για την ίδια τη ζωή και οι αξίες κυριαρχούν σε πείσμα  των  καιρών. Γι’ αυτό και, πέρα από την κοινωνική κριτική, έχει να προτείνει και μια στάση έντιμη απέναντι στα πράγματα: <em>Στείλε την κόρη του Αγήνορα ξανά / να την ξυπνήσει,</em> λέει αναφερόμενη στην Ευρώπη, με προφανείς τις πολιτικές αιχμές. Εξάλλου αυτό είναι το χρέος του ποιητή, του διανοούμενου, του φιλόσοφου: οι διαπιστώσεις μόνο δεν αρκούν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι φωνές της ποιήτριας, της γυναίκας, του χορού, άλλοτε ψίθυροι, άλλοτε κραυγές, άλλοτε θρήνοι, διαπερνούν τους στίχους και κάνουν τις λέξεις όχι να χορεύουν πια, αλλά να δονούνται από μια βαθιά εσωτερικότητα. Έτσι η φωνή της ποιήτριας μετατρέπεται σε φωνή-κάλεσμα του αρχάγγελου που καλεί σε μια ηθική επαναφορά, <em>Σηκώστε το κεφάλι ψηλά</em>, ενώ οι φωνές που ακούει η γυναίκα μέσα από την προσωπική καταγραφή, <em>Σας άκουσα</em> / <em>Σχίζατε τη γη   ο αέρας ράγισε,</em> προβάλλονται ως μια καθολική τοποθέτηση και συγκλονίζουν με τη δραματικότητά τους:<em> Κρίση είναι κι αυτή θα σου περάσει.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τίτλος της συλλογής <em>Είδα τις λέξεις να χορεύουν</em> δεν παραπέμπει μόνο σε  στίχους ποιήματος, αλλά και σε μια δυναμική της γλώσσας της ποιήτριας γεμάτη μουσική. Οι λέξεις, αυτό το πρωταρχικό υλικό της ποίησης, ζωντανεύουν, αποκτούν σαρκική υπόσταση, άλλοτε γίνονται αιθέριες οπτασίες. Το σκοτάδι δε μας αποστερεί από τη δυνατότητα να τις αφουγκραστούμε, να τις δούμε, να τις ερμηνεύσουμε.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          Ο χορός των λέξεων δεν είναι απλώς και μόνο θεωρητική συνεύρεση της απολλώνιας τέχνης –ποίησης, μέλους, χορού, ως αδιάσπαστη ενότητα που παραπέμπει στο αρχαίο θέατρο– αλλά πραγματική σύζευξη μεταξύ σημαίνοντος και σημαινόμενου. Εάν προσθέσουμε και την ιδιαίτερη τοποθέτηση των λέξεων και των στίχων στα ποιήματα –μεγάλα κενά μεταξύ των λέξεων, φράσεις ελλειπτικές που μένουν μετέωρες, η λέξη <em>Μαρία</em> που μέσα σε μια αραίωση χάνεται στην άβυσσο μαζί με το εγώ της γυναίκας– τότε έχουμε και στη μορφή αέναες χορευτικές κινήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη γραφή της Ζωής Σαμαρά διακρίνουμε στοιχεία βιωματικά, ταξίδι  νοσταλγικό στην παιδική ηλικία, ταυτόχρονα και μύηση του αναγνώστη στον ψυχισμό της ποιήτριας. Τα στοιχεία αυτά τελικά μετουσιώνονται σε καθολική αγωνιώδη διείσδυση στους κρυφούς κώδικες των λέξεων. Οι συμβολισμοί κυριαρχούν, πολλοί από αυτούς δυσδιάκριτοι καλούν τον αναγνώστη να τους αποκαλύψει.  </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι αγωνίες πολλές, κυριαρχεί όμως ο φόβος, μήπως και δεν μπορεί κάποια στιγμή να εκφραστεί με τον ποιητικό λόγο: <em>Τι να συμβαίνει άραγε μετά</em> / <em>μετά την πρώτη σελίδα </em>/ <em>εννοεί</em> / <em>την</em> <em>πρώτη</em> / <em>Υπάρχουν γράμματα; </em>Και αλλού η  ποιήτρια, έκπληκτη με την παραδοξολογία, διαπιστώνει πως <em>Είχε γράψει μονάχα ένα ποίημα. </em>Ολοφάνερος ο υποσυνείδητος αγώνας της ποιήτριας για τη γραφή που φέρει και το κοινωνικό αποτύπωμα: δεν είναι η αντίληψη η τέχνη για την τέχνη που τη συναρπάζει, είναι η γραφή που κυοφορεί το κοινωνικό μήνυμα, μια διαρκής πάλη για ανάδειξη και υποστήριξη της ανθρώπινης φύσης ως πνευματικής οντότητας, μέσα σε έναν κόσμο αλληλοσυγκρούσεων και έντονης εσωστρέφειας που μερικές φορές, εσφαλμένα, μεταφράζεται σε εσωτερικότητα. Θεωρώ όμως ότι η αγωνία της αφορά κυρίως στους γύρω της, αγωνία μήπως και νιώσουν αδυναμία να προσεγγίζουν τον ποιητικό λόγο, μήπως και δεν μπορούν να προσεγγίζουν πια τη γνώση, παρότι παραδέχεται ότι μερικές φορές <em>Καλύτερα</em> / <em>κάποιες απορίες</em> / <em>να μένουν</em> / <em>χωρίς πέρασμα στη γνώση.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκηνές της καθημερινότητας, που συνήθως περνούν απαρατήρητες, η ποιήτρια τις σχολιάζει με έναν καυστικό τρόπο που μερικές φορές αγγίζει τα όρια της  ειρωνείας, όπως στην <em>Κλινική</em>, όπου ειρωνεύεται την περιττή παρουσία των λέξεων <em>πρωί<strong>, </strong>βράδυ</em>, ως αποτέλεσμα γλωσσικής ανεπάρκειας ή ελλιπούς γνώσης: <em>ΩΡΕΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟΥ</em> / <em>10:00-12:30 ΠΡΩΙ</em> / <em>17:30-21:00 ΒΡΑΔΥ </em>ή στο <em>Το σακάκι</em>, όπου το σακάκι από <em>αφόρετο</em> μετατρέπεται σε <em>αφόρητο</em> κάτω από την πίεση του πωλητή ή του δωρητή που επιδιώκει, ματαίως ως φαίνεται, να το προσαρμόσει σε ένα σώμα που αρνείται να το δεχτεί. Για άλλη μια φορά αφήνει <em>πίσω όλη την ένδυση της εξουσίας, το ζουρλομανδύα της υποταγής.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ενίοτε η ποιήτρια χρησιμοποιεί τους ήχους των επαναλαμβανόμενων συλλαβών και συνθέτει στην ουσία μουσικό έργο, όπως συμβαίνει στο <em>Ου</em>. Οι λέξεις της είναι νότες που εκλαμβάνονται από τον αναγνώστη ως ηχητικό αποτέλεσμα που δημιουργείται από την παρήχηση του «ου» ή χορεύουν με μουσικές που ακούγονται από τις συγχορδίες των λέξεων που επαναλαμβάνονται, όπως στο <strong><em>«</em></strong><em>Μη<strong>». </strong></em>Ευφυέστατο και το παιχνίδι που δημιουργεί με τις λέξεις, όπως στο <em>Χρη Μα. </em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το τραγικό συναίσθημα της μοναξιάς υπάρχει έντονο και απλά η ποιήτρια το αφήνει να ξεχυθεί από μέσα της, το μοιράζεται όμως μαζί μας. Μας επιτρέπει να ζήσουμε τη μοναξιά της, να νιώσουμε την οδύνη της: <em>εσύ μόνος</em> / <em>κι εγώ;</em> / <em>Γέφυρα πάνω από ποτάμι,</em> καθώς και στην εκπληκτική, εκπάγλου ομορφιάς εικόνα της μοναξιάς, μέσα σε ένα πλούσιο περιβάλλον: <em>Μοναξιά </em>/ <em>μέσα</em> <em>σε εκατόφυλλο τριαντάφυλλο</em>, αν και επικαλείται την αποθυμιά, <em>Να με θυμάσαι κάθε βράδυ, </em>αποθυμιά τίνος όμως; Η απάντηση απορρέει από τον αναγνώστη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ευαίσθητες οι ανεμώνες και οι μαργαρίτες, αδιαμφισβήτητης ομορφιάς τα τριαντάφυλλα, χωρίς πνοή και χωρίς όνομα τα <em>πέτρινα λούλουδα</em> που δημιουργούν ένα σκηνικό υπερρεαλιστικό, σε φόντο συνήθως νυχτερινό, υποδηλώνουν επώδυνες καταστάσεις. Αξιοσημείωτη μέσα στην ανατρεπτικότητά της η σκηνή του εφήμερου λουλουδιού, το οποίο <em>θρηνεί που</em> <em>έζησε ολόκληρη τη μέρα</em>: το προορισμένο να πεθάνει πρόωρα, είναι καταδικασμένο να ζήσει περισσότερο χρόνο από εκείνον που του αναλογεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι εικόνες σχεδόν υποκρύπτονται ή υπονοούνται. Μας επιτρέπουν  όμως να διεισδύσουμε σε έναν κόσμο που διατηρεί τη μαγεία του, ακόμα κι αν αυτός είναι κομμάτι  μιας οδυνηρής περιπέτειας: η παρέλαση, η γυναίκα που γράφει συνεχώς, το κορίτσι που περπατούσε γυμνό στο δρόμο. Ίσως το στοιχείο που κάνει ιδιαίτερα εμφαντική την παρουσία του είναι το τοπίο, όπως το βιώνει η ποιήτρια, πραγματικό ή φανταστικό. Το αλώνι, όπου χορεύουν οι λέξεις, είναι ένας τέτοιος μαγικός τόπος. Οι λέξεις αυτές, καθώς και η ποιήτρια, μεταμορφώνονται σε νεράιδες, ονειρικές υπάρξεις που κατοικούν στο αλώνι και είναι εκείνες που την οδηγούν στη δημιουργία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ίδιο ονειρικό «τοπίο» κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου. Η γυναικεία φιγούρα που χορεύει με τα μαλλιά της εν είδει πέπλου γύρω από το κεφάλι της προέρχεται από το Destino (Πεπρωμένο), μια μικρού μήκους ταινία animation του 1945, που προέκυψε από τη συνεργασία του Σαλβαντόρ Νταλί με την εταιρεία της Γουώλτ Ντίσνεϊ.. Η καθετότητα της μορφής μέσα σε ένα ερημικό τοπίο συνδέει τη γη με τον ουρανό, στοιχείο που υπάρχει σε πολλά ποιήματα της συλλογής και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ποιητική, γεμάτη μυστήριο. Πρόκειται για μια υψηλής αισθητικής έκδοση τόσο με την επιλογή της γυναικείας μορφής του Νταλί, όσο και με την υφή του πρωταρχικού υλικού του βιβλίου, που δίνει την εντύπωση μιας μικρής αλλά διακριτής πολυτέλειας.   </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ευρηματικοί στίχοι, έξυπνη σύζευξη λέξεων σε μεταφορικό επίπεδο, ποιητική ευαισθησία: αυτή είναι η ποίηση της Ζωής Σαμαρά. Μια ποίηση μεστή, ώριμη, δημιουργική, χωρίς βερμπαλισμούς και ρητορείες, που αποτυπώνεται ως μια έκρηξη γοητευτικών στίχων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα από το ταξίδι της βαθιάς περισυλλογής και ενδοσκόπησης στην ποίησή της ξαναβρίσκουμε τις λεπτές ισορροπίες που αναζητούμε  γύρω μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η <em>Ποίηση της σιωπής</em> είναι η δυνατή κραυγή της ποιήτριας και ας γνωρίζει καλά <em>πως μόνο η σιωπή είναι δύναμη&#8230;</em></span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ</span></strong></h5>
<p><strong><span style="color: #000000;">Τα ποιητικά τ. 19</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μάρμαρο, στίχο μελετώ / και το κορμί μου όλο πάει / με τον νέο/ρυθμό να κάμψει /&#8230; /Παίζουμε παντομίμα. / Να σωθεί η σιωπή /&#8230;/ Πηδάνε έξω απ’ τα μεγάφωνα οι/Χορευτές./&#8230; /Τι μαγική / ακροβασία / στο κενό/&#8230; / μες στη φωνή βουλιάζοντας. /&#8230; / Το μολύβι σέρνει το / σώμα μου. /Όρθιο στον αέρα»</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΪΊΩΤΟΥ (Χορευτές)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">     Η Ζωή Σαμαρά επί σειρά ετών αποδεικνύει με συνέπεια τη σταθερή σχέση της με τη γλώσσα αφενός στο επίπεδο της συστηματικής θεωρητικής προσέγγισης και αφετέρου στο επίπεδο της ευρηματικής δημιουργικής παραγωγής.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Με αυτή την προϋπόθεση η γλώσσα στα έργα της Ζωής Σαμαρά αντιπροσωπεύει έναν ζωντανό, ισχυρό οργανισμό που διεκπεραιώνει ιδέες, νοήματα, αρχές και αξίες, ενώ παράλληλα συμμετέχει ως αποφασιστικός παράγων στη δημιουργία ενός πρωτότυπου υπο-/κειμενικού σύμπαντος σε άμεση και διαρκή </span><span style="color: #000000;">επικοινωνία με την αντικειμενική πραγματικότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Κατά τη σύνθεση της ποιητικής συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν η Ζωή Σαμαρά αποτυπώνει με τον πλέον παραστατικό τρόπο την κινητικότητα ακριβώς της γλώσσας που εξασφαλίζει τον δυναμικό χαρατήρα αυτού του υπο-/κειμενικου συμπαντος. Την κινητικότητα της γλώσσας αποδίδει η έννοια του χορού. Ο χορός ως γενικός κώδικας διεκπεραίωσης σημαινομένων τόσο στο επίπεδο της δήλωσης όσο και κυρίως στο επίπεδο της συνδήλωσης, ενσαρκώνει την προετοιμασία, τα άλματα, την ορμή, την αμφισημία, την άνοδο και την πτώση, την καθοδήγηση, την υποβολή, την υπόδειξη, πρωτίστως τον </span><span style="color: #000000;">μετρημένο και τον ελεύθερο ρυθμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Με τον τρόπο αυτόν αναγνωρίζεται η προσωποποίηση ή/και σωματοποίηση του λόγου ως αποτέλεσμα δυο παραγόντων που αντιπροσωπεύουν η εκφορά και η πρόσληψη με ζητούμενο την επικοινωνία ανάμεσα στον εσωτερικό άνθρωπο και στον εξωτερικό, αντικειμενικό κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">     H κίνηση του προσωποποιημένου, μάλλον σωματοποιημένου λόγου με δίαυλο τη φωνή μεταφέρει έκφραση και περιεχόμενο σημαινομένων, αντικειμενική ή κοινή λογική και μύθους, αισθητική, αφήγηση και επιχειρηματολογία, εντολή και συμφωνία, γνώσεις, ιδέες, κρίσεις, και αποτελεί τη διαδικασία για την οργάνωση εσωτερικών τοπίων με καταγωγή από την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά με ιδιαίτερη φυσιογνωμία που προσδιορίζει η υποκειμενική πρόσληψη εννοιών, όπως είναι το όνειρο και η φαντασία, η ύπαρξη, η αιωνιότητα, η μεταμέλεια, το πένθος, η θλίψη, η μοίρα, ο αναπόφευκτος διάλογος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, η φυγή, η μοναξιά, η αγάπη και ο έρως, η μνήμη και η λήθη, το ορατό και το αόρατο, το υλικό και το άυλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Αυτές οι προϋποθέσεις επεκτείνονται και στην άμεση συνάρτηση των εσωτερικών τοπίων με τη φύση, στις περιοχές των φυσικών οργανισμών, στοιχείων και φαινομένων, όπως είναι η κοινωνία των φυτών, η θάλασσα και τα βράχια, ο άνεμος, η πανσέληνος, το φως του ήλιου, το σκοτάδι, ενώ στον μακρινόν ορίζοντα ανιχνεύεται η αίσθηση του απείρου, της αβύσσου, του χάους.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Ο εσωτερικός άνθρωπος ευθύνεται για τη δημιουργία των εσωτερικών τοπίων, όπου καταφεύγει συναποκομίζοντας και τα προϊόντα της αντιπαράθεσής του τόσο με τον εαυτό του όσο και με το κοινωνικό σύνολο.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Ιδιαίτερη σημασία έχει το περιεχόμενο του προσωπικού χρόνου </span><span style="color: #000000;">όπως προβάλλεται στον χώρο. Ο προσωπικός χρόνος ρέει αλλά ταυτόχρονα ακινητοποιείται σε ένα γενικό και «άδηλο» παρόν, διαφυλάσσει στη βαθειά δεξαμενή της μνήμης όσα αποθησαυρίζει ενώ άλλα τα διασφαλίζει στις δυσπρόσιτες περιοχές της λήθης, συντηρεί τον δεσμό ζωντανών και νεκρών, δανείζεται από τον γενικό χρόνο τόσο το μυθικό και ιστορικό παρελθόν όσο και τη συγχρονία της επικαιρότητας: Όλα αυτά σε έναν τόπο που υπάρχει και δεν υπάρχει, που κινείται προς το άπειρο, που συνδέει το παντού και το πουθενά ή το εδώ και το εκεί, με πραγματικά τοπόσημα που έχουν μετουσιωθεί σε σήματα για εσωτερικές διαδρομές.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Στο βιβλίο της Ζωής Σαμαρά η οργάνωση του κειμενικού κόσμου με αυτά τα δεδομένα ακολουθεί την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Χορό και στη διφυή οντότητα που αντιπροσωπεύουν η Γυναίκα και η Ποιήτρια με τη συνακόλουθη πάντως αυτάρκεια στις δύο αυτές μορφές. Ο Χορός, η Γυναίκα και η Ποιήτρια (φαίνεται να) αποτελούν προσωπεία που λειτουργούν ως σωματοποιημένα άυλα στοιχεία γραμματικών εικόνων και ως παραστατικοί πυλώνες για τη διέλευση υλικού από το πλούσιο περιεχόμενο του εσωτερικού, ασχέτως φύλου, ανθρώπου.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Είναι αυτονόητο ότι στη δόμηση των σημαινομένων δεσπόζουσα θέση κατέχει η διαδικασία της δημιουργικής γραφής. Επομένως καθίσταται σαφής ο κυρίαρχος μεταγλωσσικός χαρακτήρας των κειμένων της ποιητικής συλλογής Είδα τις λέξεις να χορεύουν, τόσο στη διάσταση της αυτοαναφορικότητας του λόγου όσο και στη διάσταση της αξιοποίησης γλωσσικών στοιχείων και φαινομένων ως λογοτεχνικής πρώτης ύλης, όπως αποδίδουν π.χ. οι διατυπώσεις: «Όταν πρωτοείδε / το Χορό / να διηγείται να διαλέγεται / &#8230; / η Γυναίκα συνάντησε την Ποιήτρια», «μια ομιλία χωρίς Λόγο», «Πήρε το λόγο &#8230; / πήρε τη σιωπή &#8230;», «Φωνές &#8230; / Σας είδα / Πάρτε με κοντά σας», «Δεν είναι πια αρχέτυπο ο ανθρώπινος λόγος / &#8230; / η ποίηση αρνείται να </span><span style="color: #000000;">ποιήσει», ή ολόκληρα τα κείμενα με τους τίτλους «Το μυστικό του τετραδίου», «H ιστορία μιας άδειας σελίδας», «Το ποίημα», «Και εξ ανθρώπου τα κρείττω», «Η γυναίκα με τα μικρά βιβλία», «Ποιητική» (όπου διακήρυξη δημιουργικής γραφής), «Γραφίδα», «Πεζός λόγος».</span><br />
<span style="color: #000000;">     Ο άμεσος, πνευματώδης, βιωματικός, συνδηλωτικός, ενίοτε παραβολικός, πρωτίστως παραστατικός λόγος της Ζωής Σαμαρά προβάλλει </span><span style="color: #000000;">μια ιδιαίτερη αισθητική με τη συνδρομή της μεταφοράς, π.χ.: «Ένα εφήμερο λουλούδι / να θρηνεί / που έζησε ολόκληρη τη μέρα», «Κοίταζε το τοπίο / Κι εκείνο όρθωνε τα βράχια του / στην οργή του πελάγους», «η φωνή μας έσπασε τα κλαδιά της», σε συνδυασμό με αφοριστικές διατυπώσεις, π. χ.: «Να είσαι μια παρένθεση / στων άλλων τη ζωή / Να είσαι μια αγκύλη στην / παρένθεση / της νιότης σου», «Η ποίηση είναι κόρη της σιωπής», καθώς και με στοιχεία τόσο για διακειμενικές συγγένειες όσο και για την εξωδιηγητική συμπεριφορά του συγγραφέα. Εξάλλου ο ιδιαίτερος ρυθμός των ελεύθερων στίχων σε μορφή ποικίλης έκτασης και δομής συμπεριλαμβανομένων και των παρηχήσεων, αναπτύσσει αντιστικτική σχέση με τη συνεχή ροή των αφηγηματικών μερών.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Παράλληλα, οι γραμματικές εικόνες συνθέτουν μια εκτενή, πολυεπίπεδη πινακοθήκη που αντιστοιχεί στο σύνολο της ποιητικής συλλογής, και είναι δυνατόν να εκτιμηθούν ως μια πλήρης σκηνική γλώσσα </span><span style="color: #000000;">που αποτυπώνει τις διαδρομές του Χορού, της Γυναίκας και της Ποιήτριας όπως συναντώνται μέσα στον κειμενικό κόσμο του βιβλίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">     Με τον τρόπο αυτόν η Ζωή Σαμαρά προτείνει μια παραδειγματική </span><span style="color: #000000;">εφαρμογή για ένα ευρύτατο φάσμα διαδικασιών σε ό,τι αφορά τη </span><span style="color: #000000;">πολλαπλή αξιοποίηση της γλώσσας, εκτός από την κοινή χρήση αυτής </span><span style="color: #000000;">ως εργαλείου επικοινωνίας στο πλαίσιο της ανθρώπινης κοινότητας</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><strong><span style="color: #000000;">Το βιβλίο 10 Αυγ. 2017</span></strong></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Η Ζωή Σαμαρά χορεύοντας με τις λέξεις και τα συναισθήματα</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι ποιητές αναζητούν την ποιητική έκφραση σε έργα υβριδικά ή συλλογές ως ενιαίο έργο. Τα υβριδικά ποιητικά κείμενα απαιτούν τόλμη και αποτελούν ένα στοίχημα για τον δημιουργό μια και χαρακτηρίζονται τόσο από τις δυσκολίες των επιμέρους ειδών που συντίθενται όσο και για την πρόσθετη δυσκολία της διασύνδεσης ύφους και της ισορροπίας που απαιτείται μεταξύ των ειδών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα τέτοιο υβριδικό έργο είναι και της Ζωής Σαμαρά που συνδέει το θέατρο με την ποίηση με έντονο το πεζολογικό στοιχείο, στη συλλογή «είδα τις λέξεις να χορεύουν» (Γκοβόστης, 2015). Ένα έργο στο οποίο οι λέξεις και τα συναισθήματα χορεύουν στο ιδιαίτερο ύφος της ποιήτριας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τη χαρακτηριστική λιτότητα του προφορικού λόγου η ποιήτρια δημιουργεί θρυμματισμένος εικόνες με συνδετικό ιστό τη συνειρμικότητα. Ο στιχουργικός ρυθμός ορίζεται από την &#8220;αφηγηματική&#8221; ροή της προφορικότητας• κινείται με φυσικότητα και &#8220;αθόρυβα&#8221; επιτρέποντας την &#8220;εξακόντιση&#8221; του συναισθήματος. Ταυτόχρονα, διακρίνεται μία εικονιστική αντίληψη άλλοτε λυρική και φυσιολατρική και άλλες φορές πιο κοινωνική (και είπες, υπό τον ήλιον, στην πόρτα, καιρός του σιγάν, όθος, φωνές, μενετές, εκ Χάεος δ&#8217; Έρεβος).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η υπερρεαλιστική πνοή που εμφυσά τη στιχουργική της υποστηρίζει συναισθηματικά και εικαστικά τις συνθέσεις (άσκηση ποιητικού ρεαλισμού, μενετές, ποιητική, παρέλαση, καιρός του σιγάν, ο ήσκιος). Και τούτο αισθητοποιείται συχνά με τους θρυμματισμένους ή &#8220;μετέωρους&#8221; και αστοίχιστους στίχους (κενό μήνυμα, στο παγκάκι, διαλείπον φως, γενική επιστράτευση, μετουσίωσις, και είπες, στην πόρτα) οπτικοποιώντας το αίσθημα αιώρησης και στη διαμορφώνοντας το ρυθμό (τι βλέπει σήμερα η πανσέληνος ταξίδι, η ιστορία μιας άδειας σελίδας, ανακολουθία, διαλείπον φως, το ποίημα, όθος, να μένεις, καιρός του σιγάν, παρέλαση, ποιητική, αμφιθυμία, μπα-Ίλα) μαζί με τις επαναλήψεις (το ποίημα, γραφίδα, ου).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σκηνική διάσταση του έργου και τα διαλογικά τμήματα (η ευλογημένη, άσκηση ποιητικού ρεαλισμού, πεζός λόγος, η γυναίκα, με τα μικρά βιβλία, στο παγκάκι) και οι ερωτήσεις (τι;, με τα μάτια κλειστά) με τις εναλλαγές του α&#8217; και β&#8217; γραμματικού προσώπου προσφέρουν μία θεατρικότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ίδια η διάκριση χορός-γυναίκα-ποιήτρια προσδίδει μία σαφή έμφυλη διάσταση στην ποιητική της μέσα από ένα δραματικό ύφος. Η Γυναίκα απαντά την Ποιήτρια, μόνον όταν χορεύουν οι λέξεις και τούτες χορεύουν μόνο όταν συναντάται η Γυναίκα με την Ποιήτρια. Αντιδρά στα ήθη της κοινωνίας, αρνείται τον καθωσπρεπισμό που επιβάλλεται στη γυναίκα και μεταμορφώνεται σε ποιήτρια ενάντια στους επιβαλλόμενους κανόνες. Ο χορός μοιάζει κατά το σοφόκλειο πρότυπο να αντιπροσωπεύει την κοινωνία που αλληλεπιδρά με το ποιητικό υποκείμενο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μία λεπτή ειρωνική διάθεση (άσκηση ποιητικού ρεαλισμού, το ποίημα) πλαισιώνει τον κεντρικό θεματικό άξονα που κινείται γύρω από την ποίηση με αυτοαναφορική διάθεση και τον χρόνο/ηλικία εμπλουτισμένο με κοινωνικές αναφορές (η λιμουζίνα, το σακάκι, όθος). Γλωσσοκεντρικές αλληγορίες (παρενθέσεις και αγκύλες) και θρησκευτικά ή μυθολογικά στοιχεία (κρανίου τόπος, παρέλαση, παρενθέσεις και αγκύλες, το ποίημα) εντάσσονται στην ποιητική της αβίαστα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">http://tvxs.gr/news/biblio/i-zoi-samara-xoreyontas-me-tis-lekseis-kai-ta-synaisthimata</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ Η ΔΥΣΗ (2012)</strong></span></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αλέξης Ζήρας</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η προσφυγή στους αρχαίους μύθους, με προοπτική τον αναστοχασμό του ποιητικού λόγου ο οποίος αφορμάται από φαινόμενα και παραστάσεις της τρέχουσας ζωής, εννοείται πως δεν είναι ένα εγχείρημα μοναδικό. Το αντίθετο, μάλιστα! Με μια έννοια, η ίδια η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι δυο έπη στα οποία ο Όμηρος αφηγείται εν συμβόλοις και παραβολαίς και τη διδακτική σημασία της άγραφης τότε παραμυθίας. Η επική του αναπαράσταση είναι στην ουσία ένας διάλογος με την πριν από αυτόν παράδοση του μύθου, γι΄αυτό και από τις αναρίθμητες ποιητικές αναγνώσεις του ομηρικού έργου που έχουμε ως σήμερα, προκύπτει το ζητούμενο της «δικής μας» ποιητικής ανάγνωσης ή του δικού μας διαλόγου με την αρχαία επική παράδοση. Αυτό κάνει και η Ζωή Σαμαρά (γ.1935). Επιλέγοντας πρόσωπα και συμβολικές αναπαραστάσεις από την αρχαία ελληνική μυθολογία, στην ουσία την διαβάζει με τον δικό της τρόπο και για λογαριασμό της εποχής μας. Όμως, πάνω σ΄αυτό το γενικό πεδίο, πάνω σ΄αυτή τη νοητή, χρονική διασταύρωση της ποίησης, η Σαμαρά συσσωματώνει στο μυθικό της παράδοσης, ας πούμε στο εξ αντικειμένου, το εξ υποκειμένου της. Κάτι σαν παλίμψηστο. Αφηγείται ποιητικά τα δικά της δράματα, στήνει τις αναπαραστάσεις των δικών της βιωμάτων. Συνεπώς, μυθολογεί εκ νέου και εξ ιδίων. Η ειρωνική αντίστιξη , η ανάδειξη του ανίερου απέναντι στο ιερό, η πρόταξη με έμφαση του πανάρχαιου στοιχείου της αδικίας, το αναποδογύρισμα που επιχειρεί σε κοινούς τόπους και παραδεδομένες ερμηνείες, αποτελούν άλλωστε τα μέσα της ρήξης της με τη συμπάγεια της μυθολογικής εικόνας η οποία μας δόθηκε. Η απομυθοποίηση, η αποδόμηση είναι τα εργαλεία που της επιτρέπουν να ανοίξει ένα άλλο πεδίο, για να προβάλλει αλληγορικά τις δικές της τραυματικές αναμνήσεις και τους δικούς της ελεγειακούς αναστοχασμούς. «Την εποχή των πρώτων μύθων /με ανθρωποθυσίες χόρταιναν οι θεοί /Και σήμερα;/Α!/Σήμερα / όλοι γινήκαμε θεοί/ θυσιάζουμε τον Άλλο/τον άλλο εαυτό μας /Μα δε χορταίνουμε /Όλοι γινήκαμε θεοί /ή σφάγια».</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">περ. «Τα Ποιητικά», τεύχ. 8, Δεκέμβριος 2012. Αναδημοσίευση στην ιστοσελίδα «salonicanews»,</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Γέφυρες προς την απόμακρη Δύση</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μια ζωή μια Ιστορία», που αμαυρώνεται από «διαγραφές/ πολιτικές/ ηθικές/ εγκληματικές», που καταδιώκει «τα όνειρα των παιδικών μας χρόνων», που αποδεικνύεται «μια ζωή θάνατος», σε ένα συγκλονιστικό οξύμωρο, όπου το σημαινόμενο της ζωής κυοφορεί την ανυπαρξία, έχει υποστεί αυτοϋπονομευόμενη αξιακό εκτροχιασμό. Καθώς «η αβροχία φύσηξε», η ποιητική τέχνη επιφορτίζεται την επαναφορά του οράματος: «Καιρός να γράψω» εξομολογείται λοιπόν η Ζωή Σαμαρά στην ποιητική της συλλογή Και είναι πολύ μακριά η Δύση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο σύγχρονο σύμπαν κάθε παρηγορητικός μύθος καταλύεται: «Ο Απόλλων πλέον/ κυκλοφορεί με αεροπλάνο»· «Η Περσεφόνη φτάνει/ με υποβρύχιο/ στο κέντρο της γης». Η τεχνολογική εξέλιξη καταργεί ουσιαστικά τον Θεό, επιχειρώντας να τοποθετήσει στη θέση του τον άνθρωπο. Η κατάργηση τούτη συνεπάγεται την ηθική έκπτωση, που μεταφράζεται σε έκπτωση της ανθρωπιάς, δηλαδή σε απώλεια της βασικής ιδιότητας του ανθρώπου. Παράλληλα με τον Θεό εξαφανίζεται επομένως κι ο ίδιος ο άνθρωπος: «Όλοι γινήκαμε θεοί/ ή σφάγια// Δεν έμεινε στη Γη/ ούτε/ ένας/ Άνθρωπος;» Το ερώτημα αγωνιώδες, μα ρητορικό, «αφού σαν άνθρωποι/ έστω τιμωρημένοι απ’ τους θεούς/ δε θα μπορέσουμε να ζήσουμε/ ποτέ».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η παραίτηση του ανθρώπου απ’ τη διεκδίκηση της αξίας του, ο συμβιβασμός του με τον ξεπεσμό, την ασημαντότητά του, την προοπτική να αποτελεί απλώς μια παρένθεση στη ζωή των άλλων, εκτρέφουν τη Λερναία Ύδρα της αδιαφορίας και της μετριότητας. Τα αιώνια σύμβολα καταρρέουν. Ο Έρος (ποιητικός τύπος στα έπη) απέχει μόλις δύο γράμματα απ’ το Έρεβος. Η Πηνελόπη φανερώνεται άπιστη. Ο γνωμικός αφορισμός της Σαμαρά «Α! Χωρίς σύμβολα πώς θα ζήσουμε/ τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε», πικρά ειρωνικός, καταδεικνύει πως η ένδεια των καιρών γεννά θλίψη μονάχα για τη φθορά του επικαλύμματος, όχι για την αλλοίωση της βαθύτερης ουσίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Έχει γίνει μόδα η ανορεξία» συλλογίζεται η Σαμαρά, εντοπίζοντάς την ωστόσο πρωτίστως στην έλλειψη πνευματικότητας, εφόσον η λέξη, αν και «αχόρταγη θεά» η ίδια, έπαψε πλέον να καταναλώνεται. Τα όποια «χαρίσματα», μέσα από την αλληγορία του μύθου, αποδεικνύονται αρνητικά. Ο Αυτόλυκος, γιος του θεού Ερμή, επιλέγει απ’ του πατέρα τις ιδιότητες μόνο να είναι «κλέφτης και ψυχοπομπός». «Τι χάρισμα κι αυτό// Χάρισμά σου!», σχολιάζει η Σαμαρά, απορρίπτοντας κάθε κακία στο ήθος, με ποιητικό λόγο που εκμεταλλεύεται δραστικά την πολυσημία των λέξεων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το αίτημα της δικαιοσύνης αναζητά την πραγμάτωσή του στη Δύση. Η Σαμαρά, αξιοποιώντας την αρχαία ελληνική μυθολογία και συγκεκριμένα το μύθο της Ευρώπης, η οποία έφερε στον κόσμο από την ένωσή της με τον Δία τον Ραδάμανθυ, τον δικαιότερο των θνητών, εντοπίζει στην ήπειρο της Ευρώπης, όπου δομήθηκε ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, το κράτος δικαίου. Η τραγική ειρωνεία ωστόσο για τον ελληνισμό είναι πως, ενώ γέννησε πολιτισμικά τη δικαιοσύνη και την παρέδωσε στους «υπερβορείους» του ομότιτλου ποιήματος, ο ίδιος πλέον τη θολώνει και την ακυρώνει. Καταλήγει λοιπόν εξόριστος μακριά της σ’ έναν Νότο, σε μια εξορία που δεν θα ’πρεπε να τη δοκιμάζει λόγω της πολιτιστικής του κληρονομιάς: «Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά/ Εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η απομάκρυνση απ’ το δίκαιο εξηγεί γιατί «είναι πολύ μακριά η Δύση», σύμφωνα και με τον τίτλο της ποιητικής συλλογής. Η κατάσταση όμως υπερβαίνει τα ελληνικά όρια και γενικεύεται, καθώς ο στίχος του τίτλου αξιοποιείται για να σημάνει και μια ευρύτερη ομάδα προσφύγων, οι οποίοι μέσω της Ελλάδας αναζητούν ένα πέρασμα στη Δύση, ένα πέρασμα στην ευημερία. Ο φιλοσοφικός στοχασμός της Σαμαρά, ενισχυμένος από την ανθρώπινη ματιά της, διαπιστώνει τη συνύπαρξη του καλού και του κακού: η θετικά φορτισμένη ευημερία και η αρνητικά φορτισμένη προσφυγιά αποδεικνύονται αλληλένδετες, εφόσον η ευημερία, σαν κουτί της Πανδώρας, επιφυλάσσει, στο πλαίσιο της αναζήτησής της, τον πνιγμό για πολλούς απ’ όσους την ονειρεύονται. Πάλι η Δύση φανερώνεται πολύ μακρινή και το όραμά της κονιορτοποιείται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με δεδομένη την απουσία της ελπίδας, η ποιητική αντιπρόταση απέναντι στην παραίτηση κατατίθεται μαχητικά: «Να έχεις το σθένος να γίνεις/ αυτό που είσαι/ με όλα τα συστήματα/ […] να σε αντιμάχονται», προτείνει η Σαμαρά. Προς την κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητη η συνδρομή της ποίησης, αφού «Ένας μεγάλος ποιητής μπορεί/ να ανατρέψει τους μύθους ή την Ιστορία». Με αφορμή την ποιητική ικανότητα του Σοφοκλή να επιβάλει σαν σύζυγο του Οιδίποδα την Ιοκάστη και σαν εξέλιξη του μύθου την αιμομιξία, όταν κάθε προηγούμενη μυθολογική προσέγγιση ήταν διαφορετική, η Σαμαρά διεκδικεί την ανατροπή της «μυθολογίας», στο όνομα ωστόσο της οποίας θα μπορούσαν να λογίζονται όλα τα έτοιμα σχήματα που συνόδευσαν στην πορεία του επί μακρόν τον σύγχρονο βολεμένο άνθρωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η γραφή συνεπώς, και δη η ποιητική, θα μπορούσε να κυνηγά «πάλι χαμομήλια/ να φαινόταν ανέμελη», διεκδικώντας πλάι στην ανεμελιά την αθωότητα. Η ποιήτρια, βεβαίως, έχει συναίσθηση της δυσκολίας του εγχειρήματος. Αντιλαμβάνεται πως η γραφή, μ’ όλη τη μεταπλαστική της δύναμη, θα φάνταζε, σαν διεκδικήτρια της αιωνιότητας, ακόμη και μακάβρια, αφού χαράσσει «με μαύρα γράμματα» ονόματα «σε λευκή ταφόπετρα». Όμως, παρά τις παγίδες της γραφής, η γόνιμη λειτουργία της βαραίνει, γι’ αυτό και η τελική επιλογή της ποιήτριας αποτυπώνεται στο επιλογικό κι αποφασιστικό «γράφω», που ολοκληρώνει τη συλλογή με σχήμα κύκλου κι αναπτερώνει την ελπίδα. Οι γέφυρες προς την απόμακρη Δύση δηλώνουν παρούσες.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Αυτός ο κόσμος των μύθων ο ηρωικός</span></strong></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Είναι λοιπόν αλήθεια/ ένας μεγάλος ποιητής μπορεί να ανατρέψει μύθους ή την Ιστορία —Ένας μεγάλος ποιητής πού θα βρεθεί να γράψει έπος ή τραγωδία/</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Αβέβαιος, συχνά αδύναμος, φυγόπονος κι ανασφαλής από τη φύση του ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ήρωες —ήρωες πρωταγωνιστές μιας άλλης πραγματικότητας που κατοικεί μακριά του, αλλά που ο ίδιος σφοδρά επιθυμεί, όποτε μπορεί να επισκέπτεται. Ο άνθρωπος φτιάχνει έναν κόσμο ιδανικό, ουτοπικό και μετά με τους κατασκευασμένους του ήρωες αρέσκεται να του επιτίδεται, να τον ξεβιδώνει, να τον αναποδογυρίζει, και τελικά να τον</span><br />
<span style="color: #000000;"> γκρεμίζει. « Κάθε ονειροπόλος ζει τον ηρωισμό του μέσα στη φαντασίωση:», γράφει ο Βίλχελμ Ράιχ στο έργο του Ψυχανάλυση στο Θέατρο, χαρακτηρίζοντας το συνειδητό και το ασυνείδητο ως τη διπλή πραγμάτωση της φαντασίωσης. Όμως για να γίνεις ήρωας πρέπει να μοιάζεις με ήρωα, αλλιώς απλώς τον φαντασιώνεσαι και πλάθεις έναν μύθο.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Κι όμως είναι πολύ απλό/ ας μην αλλάζουμε τους ήρωες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;"> των μύθων/ Μόνο στα παραμύθια ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Και γίνεται ο πόνος ανυπόφορος στα σταυροδρόμια των στίχων</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράφει δικαίως η ποιήτρια, τονίζοντας την τυραννία που υφίσταται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο δημιουργός από την ίδια την ποιητική του τέχνη, καθώς πασχίζει με γενναιότητα ψυχής να κατακτήσει την Τέχνη του και να κατανοήσει το σύμπαν. Για να μη γίνεται ο πόνος ανυπόφορος, γίνεται ο κόσμος μυθικός, θα μπορούσε σε αυτό το σημείο να συμπληρώσει από την πλευρά του ο κοινός άνθρωπος. Κι αυτός ο κόσμος ο μυδικός δεν συνιστά άλλο παρά μια μυστική κρύπτη εντός του.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Αυτός ο κόσμος ο παράλληλος ο μασκαρεμένος</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η απροσδιοριστία του μύθου είναι ό,τι αλώβητο μένει τελικά, ό,τι επίμονα από την καλλιτεχνική ψυχή διερευνάται. Ένας κόσμος παράλληλος σε χρόνο νεκρό. Η ποίηση είναι η έσχατη καταφυγή για ύπαρξη, για μια διάρκεια σαν στιγμή που δα επαναλαμβάνεται μέχρι όλα να γίνουν ένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Νίτσε είχε πει χαρακτηριστικά, «σκάβοντας δαδιά στη μάσκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κινδυνεύεις η μάσκα να ενσωματωθεί στο πρόσωπό σου». Η ποιήτρια μοιάζει να έχει την απάντηση για να γλιτώσει ο άνθρωπος από την παραμόρφωση, από την υποκρισία, από το κολλημένο στο πρόσωπό του θεατρικό προσωπείο, από την επιβολή της στρέβλωσης σε έναν κόσμο που πασχίζει επίμονα και μεθοδικά να τον κάνει κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Να έχεις το σθένος να γίνεις αυτό που είσαι/ με όλα τα συστήματα/ γονίδια &#8211; κοινωνία/ μοίρα &#8211; μερίδιο/ να σε αντιμάχονται</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτός ο κόσμος ο ασαφής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το παράλογο του κόσμου είναι το απάνθρωπο πρόσωπο της ανθρώπινης κατάστασης. Το παράλογο παράγει συνείδηση, η συνείδηση δομεί τον άνθρωπο. Χωρίς αυτά έχουμε μόνον την ενστικτώδη ζωή του όντος. Όλη αυτή η ασάφεια. Αν ο κόσμος ήταν σαφής δεν δα υπήρχε τέχνη διατείνεται με την ιδιοφυή του ματιά στον «μύθο του Σίσυφου» ο Αλμπέρ Καμύ. Η ανθρώπινη πραγματικότητα τρέφεται από την απάνθρωπη φαντασία και η ανθρώπινη φαντασία τρέφεται από την απάνθρωπη πραγματικότητα κι η Περσεφόνη φτάνει με υποβρύχιο στο κέντρο της γης σε εννέα μέρες.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Αυτός ο κόσμος ο νεκρός ο ρηχοφυτρωμένος</span></strong></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Μια ζωή μια Ιστορία διαγραφές/ Να ξαναζήσει Θέλησε το παρελθόν κι ο χρόνος εκδικήθηκε/.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κόσμος ο ρηχοφυτρωμένος με μνήμη κοντή, μνήμη χρυσόψαρου. Ο κόσμος που μηδενίζει στο νεκρό σημείο του και παίρνει φόρα και ξαναρχίζει και ποτέ τίποτα πια δεν θυμάται. Ο ήρωας, αντιήρωας, πρωταγωνιστής στο ποιητικό έργο της Ζωής Σαμαρά έχει την θαυμαστή ικανότητα να μπαινοβγαίνει με άνεση από την ατομικότητα, στην Ιστορία, από την Ιστορία στη Μυθολογία, από τη Μυθολογία στην Κοινωνία. Ο κόσμος του που πασχίζει να γίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> επαναστατικός τις περισσότερες φορές μένει ακίνητος, νεκρός.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με ένα δράμα σαν ιστό αράχνης επάνω του αιώνια να αιωρείται —ένα θεατρικό έργο που αιώνες τώρα παίζει κι επαναλαμβάνεται σε μια σκηνή χωρίς αυλαία αρχής, χωρίς αυλαία τέλους. Με μια και μόνη πράξη: την αταραξία ενός ψυχρού delete.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Αυτός ο κόσμος ο φονικός ποτέ δεν πεθαίνει</span></strong></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Μια ζωή θάνατος/ μια ζωή χωρίς τα όνειρα των παιδικών μας χρόνων,</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">γραφεί η ποιήτρια εκπροσωπώντας όμως ενδόμυχα με πείσμα το πλάσμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> «ποτέ δεν πεθαίνω». Είναι ένας κόσμος βιονικός, που κάθε λίγο αιμόφυρτος στην άβυσσο κατρακυλά, κι όλο στην επιφάνεια αλώβητος ανεβαίνει. Είναι η ωρολογιακή βόμβα που ο κόσμος ο αυτοκτονικός κάθε τόσο αρέσκεται ηδονικά κάτω από το κάθισμά του να τοποθετεί και λίγο πριν το κρίσιμο λεπτό με τύψεις συνειδήσεως κάθιδρος να απενεργοποιεί και από θαύμα να γλιτώνει.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Αυτός ο κόσμος ο Θαυμαστός που ελπίζει</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Το α στερητικό Θεριεύει, γίνεται α Θαυμαστικό/ άλφα ο’ έναν κόσμο Θαυμαστό, με το ωμέγα ν’ αντιφεγγίζει το φεγγάρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για το α θαυμαστικό ο Κώστας Αξελός θα μας προμήθευε άμεσα τα θαυμαστά του επίθετα: το απόλυτο, το άπειρο, το αθάνατο, το αιώνιο, και ας είναι όλα τούτα κατά τη φιλοσοφική του θέση, γεννήματα της θνησιμότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μήπως είναι ο ίδιος ο κόσμος ο θαυμαστός, απλά ευφάνταστα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ειρωνικός σαν το κουτί της Πανδώρας, όπου όπως γράφει η ποιήτρια οι άνθρωποι αναζητούν (εις μάτην) την Ελπίδα;</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Πόσο άλλαξε, πόσο δεν άλλαξε αυτός ο κόσμος/ γράφει η ποιήτρια «εκλιπα</span></em><em><span style="color: #000000;">ρώντας» για «λίγη Ευρώπη».</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;"> Λίγη Ευρώπη Αδέλφια, δώστε μας λίγο χώμα από τηνΉπειρο των δύο Πολέμων/.</span></em><br />
<span style="color: #000000;"> Θα τον αλλάξουμε, δεν θα τον αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο, μοιάζουν να μαλώνουν πάνω στα αφρισμένα κεφάλια των αιώνων οι άνθρωποι, χωρίς να καταλήγουν στο τι είναι τελικά αυτό που διακαώς επιθυμούν από γεννήσεως κόσμου.</span><br />
<em><span style="color: #000000;"> Ένας νέος/ —ή μήπως μια νέα;—/ έγραφε για τον κόσμο/ που δεν άλλαζε / για τον</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;"> κόσμο που δεν επρόκειτο/ ν’ αλλάξει</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;"> Χωρίς σύμβολα πώς Θα ζήσουμε τώρα που δίχως πίστη εύκολα ζούμε/.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια έξοχη ερώτηση που θέτει με φιλοσοφική διάθεση η ποιήτρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξέροντας πως δύσκολα θα λάβει απάντηση από έναν κόσμο που πασχίζει μέσω της αποδόμησης να ανεξαρτητοποιηθεί, σε κανέναν να μη λογοδοτεί, πουθενά να μην ανήκει, μακριά από κανόνες, νόμους, θρησκείες και αρχές να ζει, όμως μόνον εν κενώ μέσα στην ανυπαρξία του να υπάρχει. Καχύποπτος και υποψιασμένος όσο ποτέ άλλοτε ο κόσμος-θεριό απομακρύνεται από τον Άνθρωπο από τον συνάνθρωπο, από τον ίδιο του τον εαυτό. Ώσπου καταλήγουν δύο ξένοι. Ο κόσμος κρυμμένος σαν πληγωμένο θηρίο στη </span><span style="color: #000000;">σπηλιά του κι ο άνθρωπος κρυμμένος σαν μοναχικό θηρίο στον</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόσμο του.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Όλοι γινήκαμε Θεοί ή σφάγια/ Δεν έμεινε στη γη ούτε ένας Άνθρωπος;/ Γέννησε η ψυχή μας τον Βορρά, εμείς γιατί εξοριστήκαμε στον Νότο;/</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">αναρωτιέται στο πιο κομβικό σημείο της συλλογής η ποιήτρια, και την απάντηση θα της τη δώσουν διά στόματος Κώστα Αξελού, όπως το αναφέρει στο δοκίμιό του «Το άνοιγμα στο επερχόμενο και το αίνιγμα της Τέχνης» δύο γνώριμοι φιλόσοφοί της. Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης. Ο λόγος του γίγνεσθαι στον Ηράκλειτο και το νοείν και το είναι στον Παρμενίδη ανοίγουν όχι ένα δρόμο, αλλά τον δρόμο που θα ακολουθήσει η δυτική σκέψη. Ο Παρμενίδης μας λέει: «το yap αυτό νοείν εστίν τε και είναι». Η εγκατάλειψη της σκέψης των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων από τους Νεοέλληνες που περιφρόνησαν το «γίγνεσθαι», το «νοείν» και το «είναι» έφραξε τον δρόμο προς το επερχόμενο. Το Όλον συναντιέται με το κενό, με το τίποτα. Η επιπολαιότητα συναντά την αδιαφορία. Οι θεοί πέθαναν. Στη σύγχρονη εποχή η ύβρις των θνητών δεν τιμωρείται. Το «φως» της Δύσης είναι ακόμα μακριά.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Τρέξε./ Τρέξε,/ δεν Θα προλάβεις./ Φύγε./ Ένα τεράστιο κενό/ μπροστά, στο δρόμο σου. Ένα τεράστιο κενό το/ Είναι σου.</span></em><br />
<span style="color: #000000;"><em> Ένα παιδί γράφει/ Θα τον αλλάξω αυτόν τον άτιμο κόσμο</em>/</span><br />
<span style="color: #000000;"> γραφεί δίνοντας μία νότα αισιοδοξίας σε ένα άλλο ποίημά της η Ζωή Σαμαρά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Θόρντον Ουάιλντερ σε μια συνέντευξή του είχε πει, «Θεωρώ το θέατρο ως την υψηλότερη μορφή τέχνης, τον πιο άμεσο τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να μοιραστεί με έναν άλλο το τι σημαίνει να είναι κανείς Άνθρωπος». Σε αυτό το σημείο έχω την αίσθηση ότι και η Ποιητική Τέχνη με τον τρόπο της Ζωής Σαμαρά, μιας καθαρά ανθρωποκεντρικής ποιητικής γραφής, με επίκεντρο τον παγχρονικό άνθρωπο και με στόχο την αφύπνιση και διερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης, τον ίδιο υψηλό σκοπό επιτυγχάνει.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;"> στο ΔΙΑΣΤΙΧΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μικρή είχα συχνά την αίσθηση ότι το πρώτο δώρο που μου χάρισαν όταν γεννήθηκα δεν μπορούσε παρά να ήταν ένα βιβλίο ή ένα τετράδιο. Τα μικρά μαύρα πλασματάκια, όπως αποκαλούσα τα γράμματα, ασκούσαν στη σκέψη μου μια φοβερή γοητεία από την πρώτη στιγμή που είδα βιβλίο και το έπιασα στα χέρια μου. Παρόμοια επίδραση είχε και η λευκή σελίδα. Με προκαλούσε να τη γεμίσω με μαύρα ανθρωπάκια που δεν έμοιαζαν ωστόσο με τα γράμματα που έβλεπα στα βιβλία και δεν μπορούσα ακόμη να αναγνώσω, να αναγνωρίσω. Νόμιζα ότι ήταν υποχρέωση του κατόχου του τετραδίου να δημιουργήσει την εικόνα του γραπτού λόγου από την αρχή, και γιατί όχι τα γράμματα. Αργότερα, όταν έμαθα γαλλικά και διάβασα Mallarmé, αντιλήφθηκα ότι η λευκή σελίδα είναι στην ουσία το ποίημα εν τη γενέσει του. Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος του περιοδικού που ίδρυσα. «ΘΕΥΘ» είναι ο θεός των γραμμάτων στην αιγυπτιακή μυθολογία, άσχετα αν τον μεταμορφώνω σε θεό της γραφής, έννοια του 20ού αιώνα.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική συλλογή Είδα τις λέξεις να χορεύουν;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μου αρέσει να γράφω μικρά ποιήματα, αλλά δεν τα αφήνω ποτέ μόνα. Προσθέτω κάθε τόσο καινούργια, που τα συνδέει η θεματική, η τεχνική, οι εικόνες ή ο ρυθμός. Έτσι βγαίνει μόνο του ξαφνικά ένα βιβλίο που μοιάζει με σύνθεση. Όσο συσσώρευα τα ποιήματα για το συγκεκριμένο βιβλίο τόσο είχα την ψευδαίσθηση ότι έγραφα αρχαία τραγωδία. Το έστειλα στις εκδόσεις Γκοβόστη και ήταν μεγάλη η συγκίνησή μου όταν είδα με πόση αγάπη το αγκάλιασαν. Από τις ίδιες εκδόσεις είχε κυκλοφορήσει και η προηγούμενη ποιητική μου σύνθεση Είναι πολύ μακριά η Δύση.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ο τίτλος της ποιητικής σας συλλογής είναι συμβολικός ή υποδηλώνει κάτι άλλο;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τίτλος είναι στίχος ποιήματος που έγραψα το 2000 στη Λευκωσία –όταν ήμουν εκεί για λίγες μέρες, προσκεκλημένη από το Πανεπιστήμιο Κύπρου– και δημοσίευσα σε περιοδικό το 2002. Στο ποίημα η αφηγήτρια παρασύρεται από την ποιητική μανία –πιο σοφή από την ανθρώπινη σωφροσύνη, σύμφωνα με τον Σωκράτη–, βλέπει νεράιδες να χορεύουν σε μαγεμένο αλώνι και αναφωνεί: «Ναι, είδα τις λέξεις να χορεύουν», άρα αποδέχεται το πάθος της για την ποίηση και τις λέξεις. Επιπλέον, η μεγάλη μου επιθυμία να γράψω θέατρο γέννησε τη διαλογική φύση της συλλογής. Ο Χορός, φωνή της κοινωνίας, δεν μπορούσε να απουσιάζει από ένα βιβλίο με κυρίαρχη την κοινωνική θεματική.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Γράφετε: «Δεν έγραφε, σιωπούσε/ Η ποίηση είναι κόρη της σιωπής&#8230;». Αλήθεια, θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια για αυτούς τους στίχους σας;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν ο ποιητής σχολιάζει τους στίχους του, κλείνει το μαγικό παράθυρο που οδηγεί στην πολλαπλή σήμανση. Μπορεί όμως να αποκαλύψει τα κρυφά μονοπάτια που τον οδήγησαν σε αυτούς. Στην Παλαιά Διαθήκη το φως γεννιέται από μια εντολή. Δηλαδή πρώτα υπήρχε η λέξη και μετά το αντικείμενο αναφοράς, στην περίπτωσή μας, το σύμπαν. Έχουμε λοιπόν υποχρέωση να σκάψουμε τη γη και να θάψουμε μέσα το λόγο, για να μπορέσει να ξαναγεννηθεί, ανθρώπινος, ανανεωμένος, ακριβώς όπως για να φτάσουμε στη Γη της Επαγγελίας περνούμε μέσα από την έρημο. Για να βγει ο σωστός εσωτερικός ρυθμός πρέπει να έχουμε απαρνηθεί όλους τους γνωστούς ρυθμούς, να ακούμε μέσα στη σιωπή ανενόχλητοι τους ήχους της ψυχής μας.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Η ποίηση είναι πάθος, έμπνευση, αναδεύει λέξεις, συναισθήματα, πέρα από το ρυθμό και την οδύνη. Δανείζομαι κάποιους στίχους σας και σας απευθύνω το ερώτημα, τι είναι αλήθεια η ποίηση;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αλήθεια είναι ότι ως θεωρητικός της λογοτεχνίας δεν έχω καμιά απάντηση που να με ικανοποιεί. Και αυτό ίσως είναι μια ευλογία για την ποιήτρια που από μικρό παιδί κρύβω μέσα μου. Η μάταιη αναζήτηση της φύσης και της λειτουργίας της ποίησης μοιάζει με ταξίδι στην Ιθάκη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχω απαντήσει πολλές φορές στην ίδια ερώτηση. Ίσως η απάντηση που μου ταιριάζει περισσότερο είναι αυτή που έδωσα σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα» το 2006. Αν θυμάμαι καλά, είπα: «Ποίηση είναι να πάρεις το άδειο και να το γεμίσεις, για να νιώσεις το δέος της δημιουργίας∙ να πάρεις το γεμάτο και να το αδειάσεις, για να νιώσεις τη γοητεία της ερημιάς».</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Μπορεί να έχει πάθος ο ποιητής και να ανησυχεί για το έργο του;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάθος, αυτό που ο Σωκράτης στο «Φαίδρο» αποκαλεί ποιητική μανία; Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο γνήσιος ποιητής, όπως ο γνήσιος λογοτέχνης γενικά, ανησυχεί για το έργο του σε πολλά επίπεδα. Πρώτα απ’ όλα, αμφισβητεί την αξία των γραπτών του. Κι εδώ που τα λέμε, αν πιστεύεις ότι γράφεις αριστουργήματα, καλύτερα να μη γράφεις. Το ερωτηματικό για την αξία μας που κρύβεται μέσα μας και προκαλεί άλγος είναι ένδειξη πηγαίου ταλέντου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγωνία όμως προκαλεί και το πεπρωμένο της ποίησής μας από την εποχή του Πίνδαρου. Μέχρι πότε θα ζει η ποίησή μου; Για πάντα, είναι η απάντηση του αρχαίου Έλληνα. Εμείς ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι διαβάζεται σήμερα από δέκα ευαίσθητους αναγνώστες που παίρνουν μαζί τους, καθώς αφήνουν το βιβλίο μας, την πεμπτουσία του λόγου μας.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Εσάς ποιος ποιητής σας συγκλόνισε με το έργο του και σας επηρέασε;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσοι ποιητές με συγκλόνισαν, αρχίζοντας από τους μεγάλους τραγικούς, είναι τόσο σπουδαίοι που δεν είναι δυνατό να μιλάμε για επίδραση. Έχω πλέον πεισθεί ότι ετοίμασαν την ψυχή μου για να υποδεχθώ την Ποίηση με την ταπεινότητα που της οφείλουμε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με ρώτησαν κάποτε οι φοιτητές μου γιατί δεν διδάσκω Rimbaud, ενώ ξέρουν ότι τον λατρεύω. Τους εξήγησα ότι με συγκλονίζει σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορώ να τον διδάξω, καθώς στη διδασκαλία χρειάζεται ορθός λόγος. Ζήτησαν ένα παράδειγμα και τους ανέφερα τον περίπατο του ποιητικού Εγώ το ξημέρωμα, στο ποίημα «Η αυγή», όταν συναντά στο δρόμο του ένα λουλούδι που του λέει το όνομά του. Άλλοι φοιτητές με άκουγαν με δέος, άλλοι ήταν έτοιμοι να βάλουν τα γέλια. Και τότε τους ρώτησα: «Δεν καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι ο ποιητής ξεκινά πριν ξημερώσει για να πλάσει τον κόσμο από την αρχή, ότι περπατά για να αγγίζουν τα πόδια του στη γη, ότι το λουλούδι τού λέει το όνομά του γιατί ο ποιητής έχει κιόλας μεταφερθεί στις πρώτες στιγμές της Δημιουργίας και βλέπει όλα τα όντα να αυτοπροσδιορίζονται, να έχει το καθένα το δικό του όνομα και τη δική του ουσία;».</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Έχετε διαγράψει μια σπουδαία πορεία όχι μόνο μέσα από την ποίηση αλλά και ως υπεύθυνη του έντυπου περιοδικού που ονομάζεται «ΘΕΥΘ». Τι μένει στο τέλος από αυτή την όμορφη διαδρομή;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Επανέρχομαι στην αρχή των ερωτήσεών σας και λέω ότι αυτό που μένει είναι η αίσθηση της αξίας του χαρτιού, του χάρτη, αυτού που καταγράφει και δημιουργεί πολιτισμό. Πολύ σημαντική είναι η αίσθηση ότι αγγίζεις τα νέα παιδιά. Ένιωσα μεγάλη χαρά όταν φοιτήτριες της Αρχιτεκτονικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μου είπαν ότι χρησιμοποίησαν ποιήματά μου στις εργασίες τους, όταν μαθητές του Καλλιτεχνικού Σχολείου Θεσσαλονίκης μετέτρεψαν ποιήματά μου σε ζωγραφιές, μουσική και χορό.</span><br />
<strong><span style="color: #000000;"> Είστε πρόεδρος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιες είναι οι δραστηριότητές σας;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήμουν πρόεδρος από το 2013 έως το 2016. Κάναμε ό,τι μπορούσαμε να φέρουμε την Εταιρία κοντά στην κοινωνία, να δώσουμε την ευκαιρία στους ακροατές μας να πιάσουν ένα βιβλίο στα χέρια τους, να ακούσουν για το βιβλίο με λόγο και μουσική. Πιστεύαμε ότι ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καταπολεμήσουμε την κρίση. Ήταν μεγάλη η χαρά μας όταν οι αίθουσες που χρησιμοποιούσαμε –Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών, Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλεία, καφέ– ήταν γεμάτες με ακροατές που νοιάζονταν.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Αλήθεια, ποια είναι η πνευματική κίνηση σήμερα στη Θεσσαλονίκη;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πνευματική κίνηση στη Θεσσαλονίκη είναι πάντα πολύ πλούσια. Είναι αλήθεια ότι μερικά από τα καλύτερα θέατρα έκλεισαν, αλλά όσα μένουν εξακολουθούν να κάνουν άριστη δουλειά. Υπάρχουν πάντα συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, παρουσιάσεις σημαντικών βιβλίων συγγραφέων που έρχονται από όλη την Ελλάδα. Διάθεση να έχουμε, να πηγαίνουμε.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το ίντερνετ να αποτελέσει μια διέξοδο για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολλοί νέοι ποιητές παρουσιάζουν τα ποιήματά τους σε ιστοσελίδες. Και πολύ καλά κάνουν. Επικοινωνούν έτσι ευθέως και χωρίς οικονομική επιβάρυνση με πάρα πολλούς αναγνώστες. Επιμένω σε αυτό και ας ανήκω σε μια άλλη γενιά, σε αυτήν που το χαρτί κρύβει όλα τα μυστικά της ποίησης και πρέπει να το αγγίζεις για να επικοινωνήσει μαζί σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σήμερα, ωστόσο, λευκή σελίδα είναι η οθόνη του υπολογιστή. Είναι γοητευτικό αν σκεφτούμε ότι, λίγα λεπτά μετά την καταγραφή του, το ποίημα μπορεί να φτάσει σε χιλιάδες αναγνώστες. Ας αρχίσουν, λοιπόν, οι νέοι από το διαδίκτυο και, αν αυτό τους εκφράζει πραγματικά, θα του δώσουν μια νέα υπόσταση, θα το μεταμορφώσουν σε μαγικό χαρτί του μέλλοντος, θα είναι συνάμα scripta manent και έπεα πτερόεντα.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Προτείνω να μην ξεχνούμε ποτέ τους παλιούς που άνοιξαν το δρόμο για την Ιθάκη, καθένας με τον δικό του απαράμιλλο τρόπο.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό το βιβλίο αλλάζει κάθε τόσο, εννοείται. Και δεν είναι συνήθως συλλογή, είναι άπαντα – Καβάφης, Ρίτσος (Τέταρτη διάσταση), Αναγνωστάκης, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Αγγελάκη-Ρουκ&#8230; Αυτός που έμεινε πλάι μου περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή ήταν ο Μίλτος Σαχτούρης.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ένα αγαπημένο ποίημα;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τα τείχη». Αφηγείται την ιστορία όλων μας, και τη δική μου, κι ας μην επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου να εγκλωβιστεί και ούτε θα έλεγα ποτέ ότι φταίνε οι άλλοι για τα δικά μου δεινά. Αυτό σημαίνει ότι το ποίημα κρύβει μια βαθιά αλήθεια που μόνο το ασυνείδητό μας μπορεί να συλλάβει.</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/02/%ce%b6%cf%89%ce%b7-%cf%83%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
