<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B5%CF%85%CF%84%CF%85%CF%87%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1-%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BA%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Tue, 22 Oct 2024 17:18:14 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΕΥΤΥΧΙΑ &#8211; ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/04/%ce%b5%cf%85%cf%84%cf%85%cf%87%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/04/%ce%b5%cf%85%cf%84%cf%85%cf%87%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 24 Apr 2019 16:02:02 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=11414</guid>

					<description><![CDATA[. . Η Ευτυχία &#8211; Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο. Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται με το δοκίμιο, με δημοσιεύσεις σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/04/%ce%b5%cf%85%cf%84%cf%85%cf%87%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΥΤΥΧΙΑ &#8211; ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ευτυχία &#8211; Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο. Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται με το δοκίμιο, με δημοσιεύσεις σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. </span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, αλβανικά, βουλγαρικά και περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, όπου διετέλεσε Γεν. Γραμματέας, και του Κύκλου Ποιητών.</span></p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">(2022) Ο θυρωρός των ημερών, (Κέδρος)<br />
(2017) Αφόρετα θαύματα, (Κέδρος)</span><br />
<span style="color: #000000;">(2012) Το επιδόρπιο, (Κέδρος (Υποψήφιο για Κρατικό Βραβείο.)</span><br />
<span style="color: #000000;">(2008) Όροφος μείον ένα, (Εκδόσεις Καστανιώτη)</span><br />
<span style="color: #000000;">(2004) Ν&#8217; ανθίζουμε ως το τίποτα, (Εκδόσεις Καστανιώτη)</span><br />
<span style="color: #000000;">(1999) Εν τη ρύμη του νόστου, (Αρμός)</span><br />
<span style="color: #000000;">(1993) Το τρίπτυχο του φέγγους, (Ιδιωτική Έκδοση)</span><br />
<span style="color: #000000;">(1986) Λυπημένες μαργαρίτες, (Εγνατία)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΙΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">(2020) (Στους κήπους μιας λέξης (Ρώμη) [Δοκίμια για τη ποίηση]<br />
(2015) Πέραν της γραφής, (Κέδρος) [23 δοκίμια αναφερόμενα στο έργο ισάριθμων ποιητών]</span><br />
<span style="color: #000000;">(2012) Συρραπτική του προσώπου, (Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη) [Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη]<br />
</span><span style="color: #000000;">(2004)Εν αναμονή (Συμμετοχή στον συλλογικό τόμο «Ακροατής     Οριζόντων Προσεγγίσεις στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη»), Γαβριηλίδης</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;"> <a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/431.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18863 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/431.jpg" alt="" width="500" height="361" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/431.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/431-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></span></p>
<p style="text-align: left;">
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/337.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18864 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/337.jpg" alt="" width="635" height="381" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/337.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/337-300x180.jpg 300w" sizes="(max-width: 635px) 100vw, 635px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/243.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18865 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/243.jpg" alt="" width="630" height="378" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/243.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/243-300x180.jpg 300w" sizes="(max-width: 630px) 100vw, 630px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/164.jpg"><img loading="lazy" class="size-full wp-image-18866 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/164.jpg" alt="" width="640" height="384" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/164.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/04/164-300x180.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (2022)</strong></h4>
<h5><strong>Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ</strong></h5>
<p>Μετρά ο ωρολογοποιός<br />
με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο.<br />
Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν<br />
καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους<br />
πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής<br />
που αργοπορούν αφηρημένες<br />
κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών.<br />
Δεν ξεγελιέται, γυρεύει φιλοδώρημα.<br />
Βιάζεται η υδρόγειος<br />
κι είναι κλειστό απόψε το μουσείο<br />
&#8211; η σκόνη κι ο συναγερμός<br />
φρουρούν τα αρχαία νομίσματα -, δεν προλαβαίνει.<br />
Η μόνη οικονομία της λίγη χρυσή κλωστή<br />
απ’ τη θητεία στον λαβύρινθο.<br />
Είναι αρκετή να εξαγοράσει τη διάρκεια;</p>
<p>Και δείτε, κύριε, στο καντράν τους λεπτοδείκτες<br />
— δέκα και δέκα ακριβώς —<br />
η σταματημένη στιγμή της κοιμωμένης χώρας.<br />
Όλα αρρωσταίνουν βήχοντας.<br />
Τελειώνει ο χρόνος των μορφών.<br />
Το χρέος δεν θα μου χαριστεί.<br />
Εξάπαντος, λίγη λεβάντα.</p>
<h5><strong>ΚΟΡΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">στην Άντζελα</p>
<p>Η δωρεά της αιχμαλωσίας<br />
έχει ένα θάρρος συνεπαρμένο απ’ την απανεμιά<br />
μια άνευ όρων παράδοση στον όλεθρο του ονόματος<br />
γλώσσα του μεσημεριού στην ανατολική κουζίνα<br />
ή αλλιώς<br />
η ψαλμωδία του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού<br />
πριν χτυπηθεί το αυγολέμονο της μαγειρίτσας.</p>
<p>Να φέρουμε ως το σπίτι μας το Φως<br />
να σε κρατώ&#8230;<br />
Το μπράτσο σου κατάγεται από τον ουρανό<br />
και στα κλαδιά του ξεφαντώνουν τα αποδημητικά.<br />
Προσηλωμένα στη λατρεία σου<br />
αλλάζουν ξαφνικά προορισμό<br />
ανασυντάσσονται<br />
πιάνουν φιλίες με τους ιθαγενείς<br />
θα μείνουμε εδώ, αποφασίζουν<br />
με λίγα επιρρήματα και δίχως λεπτοδείκτες<br />
θα μάθουμε μες στις σχισμάδες των χεριών</p>
<p>την εύφορη μεταφυσική<br />
τον μέλλοντος αιώνος.</p>
<h5><strong>ΜΟΝΩΔΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">στον πατέρα μου</p>
<p>Γιορτάζει ο κήπος θερινός<br />
μόλις αντιληφθεί πως τον κοιτάζω.<br />
Αναπολεί το τελετουργικό των χεριών σου<br />
όταν πέτρα την πέτρα έγραφαν<br />
την αόρατη πραγματεία της ευγένειας.<br />
Η οσμή του πράσινου εξέρχεται δοξαστική<br />
ανεβαίνει και διασκορπίζεται σαν στοχασμός<br />
της ελιάς, της ροδιάς, της λεμονιάς<br />
του έλατου, της λεβάντας.<br />
Το νεύμα των θαλασσινών τόπων με προσπερνά.<br />
Επωάζομαι γυάλινη<br />
σαν έρημος πάλλουσα μα υποφωτισμένη.<br />
Τόσες μετατοπίσεις σε μια μικρή ανάπαυλα<br />
τόση ανθοφορία αδικαίωτη.<br />
Τα σαλιγκάρια διασχίζουν ήσυχα την υγρασία του χόρτου<br />
θα συναντήσουν σε λίγο τα βιαστικά μυρμήγκια<br />
και την υπόγεια γλώσσα της αυτοσυντήρησης<br />
τα έντομα θα διασταυρωθούν άστεγα<br />
με το αιχμηρό μας σύμπαν<br />
κι εμένα κάποτε, μια μέρα που δεν θα το περιμένω<br />
μια ώρα του κήπου αδιάφορη<br />
κάποιος θα προσπαθήσει<br />
να με ελευθερώσει.</p>
<h5><strong>ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΩΡΙΣ&#8230;</strong></h5>
<p>Έτσι όπως μάθαιναν τα δέντρα<br />
να σαρώνουν τη σιωπή<br />
και τα ποτάμια εκστατικά<br />
ν’ αναζητούν τους παραπόταμους<br />
ήρθε και φύσηξε στο δωμάτιο<br />
η περηφάνια των γκρεμών<br />
&#8211; επαναπατρισμός του απέραντου<br />
μες στα σεντόνια.<br />
[Άφαντα, στο μεταξύ, των Χριστουγέννων τα έλκηθρα<br />
και ακόμα πιο πυκνή του δρόμου η γυαλάδα<br />
πριν αποφασιστεί οι κρύσταλλοι να κατανεμηθούν<br />
στης καθεμιάς ερήμωσης το σχήμα.]</p>
<p>Μια άγνωστη φωνή σαν δέηση τυφλού<br />
παρακινούσε:<br />
Είναι μια ειρήνη, έλεγε, αλλιώτικη<br />
σαν βελουδένιος ψίθυρος<br />
που εκκινεί διατακτικά από τα χαμομήλια<br />
κι αν. είναι ο φόνος να σβηστεί<br />
τα βήματα της βραδύτητας ακολουθήστε<br />
τις πλάτες να γυρίσετε στο κοίλο αμφιθέατρο<br />
και με μια κίνηση παράδοσης απλή<br />
προς την ελεύθερη περιοχή να προχωρήσετε.<br />
Και τότε αποφάσισα<br />
ανάποδα στην αναπνοή να ταξιδέψω<br />
κι είδα τα χειμωνιάτικα ορυκτά<br />
στα διαστήματα των λέξεων να βλασταίνουν<br />
και τη λυχνία των ωρών μισοσβησμένη<br />
&#8211; ίσα που διακρινόταν η ειδοποίηση<br />
πίσω απ’ τις συσσωρεύσεις:</p>
<p>Μακάριοι οι αφελείς κι οι απασχολημένοι<br />
όσοι δεν αφουγκράζονται βουή να κατεβαίνει<br />
απ’ τους εξώστες τον ουρανού<br />
σαν Πάτμος που αιωρείται.</p>
<p>«Σήμερον<br />
Θεός εν φάτνη ανακλίνεται».</p>
<h5><strong>ΓΟΡΓΟΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ</strong></h5>
<p>Ορχήστρα μυστική τραυλίζει στο κεφάλι μου<br />
μια μελωδία υδραργυρική, σπασμένη<br />
όπως περικοπή ευαγγελίου των απανταχού διωχθέντων<br />
από την ηλικία του φλοίσβου.<br />
Πρόσωπα δεν διακρίνονται.<br />
Μονάχα ήχοι ενός τανγκό<br />
λάμψεις από ρολόι χειρός που αντανακλά στο τζάμι<br />
και πέλματα μικροσκοπικά<br />
στα στέρεα πόδια του πατέρα ανεβασμένα<br />
&#8211; χαλκομανίες-χερσόνησοι<br />
αγκράφες υποδήματος<br />
μήπως ψηλώσει η νεραϊδούλα λεμονιά<br />
και μοιάσει της μητέρας.</p>
<p>Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται<br />
ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται<br />
τη στήριξη και τη διάρκειά της.<br />
Γελιέται η κόρη και αφήνεται<br />
στα δανεικά της βήματα.<br />
Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δεν ροκανίζει<br />
κανένα κύμα δεν θα βυθίσει στο κενό<br />
την πλήρη της παράδοση&#8230;<br />
Μα τη βυθίζει.</p>
<p>Ο καβαλιέρος &#8211; σύννεφο αποχωρεί<br />
στην Αρκτική των ατελών αναπνοών.<br />
Μενουν τα πόδια στάσιμα<br />
άμαθα στις μεγάλες δρασκελιές<br />
ατροφικά στις αποστάσεις<br />
σιγά σιγά ενώνονται<br />
λέπια γυαλίζουν στους γοφούς<br />
νερό γεμίζει το δωμάτιο<br />
βουλιάζουν τα cd και τα βιβλία<br />
φύκια και φυσαλίδες<br />
στολίζουν το φουστάνι του χορού.</p>
<p>Θα μείνω εδώ<br />
γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού<br />
στις μύτες των άκρων να αιωρούμαι<br />
να οξειδώνομαι στην άηχη περίπτυξη<br />
τη μια μετά την άλλη νότα να καταβροχθίζω.<br />
Θα μείνω εδώ<br />
να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο<br />
του ώμου τα φτερά<br />
που ουδέποτε ανοίξανε.</p>
<h5><strong>ΜΥΛΟΙ ΑΛΑΛΤΙΝΗ</strong></h5>
<p>Ξημερώματα.<br />
Στο πέρας της λεωφόρου των Εξοχών<br />
ανάμεσα σε προξενεία και επαύλεις<br />
φάντασμα αλευρωμένο<br />
σε καμινάδα μπαινοβγαίνει που καπνίζει<br />
ακούει για άρτων πολλαπλασιασμούς και μειδιά.<br />
«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν<br />
και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων<br />
δώδεκα κοφίνους πλήρεις&#8230;»<br />
Όμως εκείνο επιμένει<br />
πως άλλο θαύμα καθημερινό διακινεί<br />
να ψυχωθεί ό,τι τινάζεται από το σώμα του ύπνου<br />
ακμαίο να παραδοθεί στην ανθρωποθυσία.<br />
[Σκιά είναι κι ας φαντάζεται<br />
σκιά είναι κι ας λέει&#8230;]</p>
<p>Χρόνια μετά, στη συμβολή<br />
Κάλλας, Ανθέων, Λασκαράτου<br />
κουφάρι παλατιού<br />
δαγκώνει το νερό δυο πυρκαγιών<br />
κρότους σταρένιου σκοταδιού ελευθερώνει<br />
αλέθει τη σκόνη των παλιών βηματισμών<br />
δεν ησυχάζει.</p>
<p>Κι αν κηρυχτώ σε αφάνεια<br />
η πείνα δεν θα κηρυχθεί.</p>
<p>Με γκράφιτι<br />
σπασμένα τζάμια<br />
και αναπνοές<br />
δεν τεμαχίζονται οι αντηχήσεις.</p>
<h5><strong>ΕΞΟΔΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ</strong></p>
<p>Ώσπου απ’ τα μετόπισθεν των ασυνόδευτων νεκρών<br />
&#8211; σαν αχνοχάραμα γραφής που αργοσαλεύει στα κτερίσματα —<br />
κύκλοι ομόκεντροι σχημάτισαν αργά<br />
μια προσομοίωση χώματος<br />
όπως αλεύρι ολικής για την υγεία των ψυχών.<br />
[Χρωστούσαμε μία χουφτίτσα απ’ την επάνω γη<br />
που δεν τη ρίξαμε ποτέ στο κατευόδιό τους.]</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ΗΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ</strong></p>
<p>Βαρύθυμα η αλεπού διέσχισε τη γυάλινη οθόνη της<br />
γυρεύοντας τα βήματα των γνώριμων φωνών<br />
που θα την έβγαζαν απ’ την κρυψώνα.<br />
Μια ηλιαχτίδα η εξημέρωση και τρεμοπαίζει άφοβα<br />
πάνω από διατάγματα και κοφτερά ψαλίδια.<br />
Αφήνει δώρα φτερωτά κι αγγίγματα<br />
περιστεριού και κιτροσουσονράδας, είπε<br />
κι ευθύς σαν ντόμινο κατέρρευσαν ξοπίσω της<br />
τα megapixel της αφής<br />
στοιβάζοντας σε άμορφη μάζα άτακτη<br />
την άυλη παρέλαση των «φίλων».<br />
Θρύψαλα το γλυκό του κουταλιού<br />
μαζί με το βαζάκι του<br />
μες στα σιρόπια της αιμορραγεί η γλώσσα.<br />
Κι όμως δεν θραύεται το πρόσωπο.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ</strong></p>
<p>Τα μεγάφωνα έξω ειδοποιούν:<br />
Να επιταχθούν οι ζέφυροι<br />
να μοιραστούν ισομερώς<br />
σε κλινικές και σε νοσοκομεία.<br />
Ήσυχη διαβαίνει τώρα η αλεπού<br />
στις λεωφόρους των πόλεων.<br />
Βρέφη και νεοσσοί αναπνοών τη συνοδεύουν<br />
στη θριαμβευτική της είσοδο<br />
στη μόνη αδιαπραγμάτευτη περιοχή της υφηλίου<br />
την άδεια αγκαλιά.</p>
<h5><strong>ΚΑΙ ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;</strong></h5>
<p>&#8211; Όχι το έγκλημα<br />
θα αθωώσει για μια στιγμή τον δράστη του</p>
<p>πως η βαρύτητα μιας βλεφαρίδας<br />
κι ενός δαφνόφυλλου το σύρσιμο<br />
θ’ ανασηκώσουν κύματα<br />
και τα θεμέλια μιας πόλης σκοτεινής<br />
στο διάφανο θα τα μετατοπίσουν</p>
<p>ότι η γλώσσα<br />
την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει<br />
κι οι μονομάχοι<br />
&#8211; νηφάλιοι και πρωινοί —<br />
με τα πνιγμένα βρέφη αγκαλιά<br />
απ’ την ασάλευτη σκιά<br />
μες στον ναό μιας τάξης σχολικής<br />
θα προχωρήσουν.</p>
<h5><strong>ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ</strong></h5>
<p>Κι όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς<br />
τόσο χειρότερα για σένα<br />
γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός<br />
&#8211; δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε &#8211;<br />
ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις<br />
όσα αντέχουν στη φωτιά.<br />
Δεν εξαιρείσαι απ’ τις κακές ειδήσεις<br />
όσο κι αν τις προβλέψεις.<br />
Μάχη χερσαία χωρίς τη συγκατάθεσή σου<br />
κι άντε να προσδιοριστείς μέχρι τη δύση του ηλίου<br />
ν’ ακινητοποιήσεις τις νευρώσεις<br />
να καταλάβεις την υπόθεση<br />
από ένα δυο πλάνα μόνο<br />
κλεφτά απ’ την ταράτσα<br />
&#8211; πιο πολλά ξέρει το αγιόκλημα<br />
στα θερινά σινεμά &#8211;<br />
μα ο χειμώνας των λέξεων<br />
ένας κατήφορος δύσβατος.</p>
<p>Κι όλοι αυτοί που τρέχουν ξοπίσω σου<br />
δήθεν για να σε σώσουν<br />
και προσποιούνται τα δέντρα και τον ίσκιο τους<br />
λάμπες θυέλλης και ζουμερά πορτοκάλια<br />
αχ, πόσο δι’ ασήμαντον αφορμήν<br />
τραβούν την κλωστίτσα απ’ τα λόγια σου<br />
σε ξεγυμνώνουν<br />
κι είναι κατάμεστη η πλατεία<br />
από καρναβαλιστές και άρματα<br />
κι εσύ πεταλούδα που καίγεται<br />
κάτω απ’ τους προβολείς.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ (2017)</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΤΩ ΑΠ&#8217; ΤΟ ΝΕΡΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σταγόνες υδρατμών παραδομένες</span><br />
<span style="color: #000000;">σε οροφές που αναμετρούν τη γύμνια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">– ποτέ δεν θα ’ναι επαρκώς εκτεθειμένη –</span><br />
<span style="color: #000000;">μια υπόκρουση αγκαθωτού νερού</span><br />
<span style="color: #000000;">θα συνοδεύει τις σκηνές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έτσι η παραφορά</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν ηχογράφηση παλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">απλώς θα γράφει ιστορία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο μεταξύ</span><br />
<span style="color: #000000;">γαντζάκια από πλεξιγκλάς</span><br />
<span style="color: #000000;">θα συγκρατούν το αθέατο</span><br />
<span style="color: #000000;">θα αποτυπώνουν την ντροπή</span><br />
<span style="color: #000000;">με φώσφορο λιωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">– μια αναγγελία διάλυσης</span><br />
<span style="color: #000000;">πριν την υποτροπή</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η καταχνιά θρηνητική</span><br />
<span style="color: #000000;">να στάζει στα πλακάκια –</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">– Ποιος πριονίζει τη σκιά;</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">– Δεν είναι μια·</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">είν’ η δική μου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κολλημένη στη δική σου.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Σφάγιο ιερό</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που δεν ανήκει σε κανέναν.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Γλιστρά απ’ το σώμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">κρυστάλλινος ο τόπος</span><br />
<span style="color: #000000;">– Έξοδος και Θριαμβικό μαζί –</span><br />
<span style="color: #000000;">ραγισματιές απλώνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πρώτη όρασή μου</span><br />
<span style="color: #000000;">– ήμουν παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν –</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">ας μείνουν αμετάφραστα</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δύο ονόματά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια εκδοχή θα ’ναι κι αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;">άλλοτε εντός</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλλοτε εκτός τοπίου</span><br />
<span style="color: #000000;">μία οξύμωρη προοπτική</span><br />
<span style="color: #000000;">για αυτό το άλλο νόημα</span><br />
<span style="color: #000000;">το αιφνιδιαστικό</span><br />
<span style="color: #000000;">που αχνοφωτίζει το προφίλ</span><br />
<span style="color: #000000;">όσο καμία λάμπα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΑΡΧΗΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΚΥΠΡΟΥ 17</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει κάτι πάντοτε μέσα στις ιστορίες</span><br />
<span style="color: #000000;">που υποκινεί προσωρινά την υποψία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια εκλογή αναπάντεχη</span><br />
<span style="color: #000000;">μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα</span><br />
<span style="color: #000000;">ή ας πούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα παρελθόν που δεν το έζησε κανείς</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε εύκολα μαντεύεις τα υπόλοιπα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τι ελάχιστο διάστημα</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στο <em>λείπουμε</em></span><br />
<span style="color: #000000;">και στο <em>φριχτά πονούμε</em></span><br />
<span style="color: #000000;">πόσο αθώος τελικά</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο·</span><br />
<span style="color: #000000;">μια παρουσία έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">– θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης –</span><br />
<span style="color: #000000;">μια απληστία ουρανού στεφανωμένη χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η μετρημένη έκταση πλέον</span><br />
<span style="color: #000000;">όλη δική σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ευπιστία φταίει προφανώς</span><br />
<span style="color: #000000;">και η εμπιστοσύνη</span><br />
<span style="color: #000000;">που έτσι ασυλλόγιστα</span><br />
<span style="color: #000000;">η οριζόντια γραμμή</span><br />
<span style="color: #000000;">για κάθετη σου μοιάζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν τότε που φιλάσθενη</span><br />
<span style="color: #000000;">ή λόγω τιμωρίας</span><br />
<span style="color: #000000;">ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω από το παράθυρο κρεμόμουν</span><br />
<span style="color: #000000;">για να κοιτάζω τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">που παίζαν στην πρασιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη φαντασία μου μάλιστα</span><br />
<span style="color: #000000;">υπαρχηγός γινόμουν</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν τύχαινε καμιά φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι άλλοι μάς κερδίζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">την ήττα της ομάδας μου</span><br />
<span style="color: #000000;">χρεωνόμουν μυστικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μισή μες στο δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">μισή έξω απ’ το σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">να λαχανιάζω ασάλευτη</span><br />
<span style="color: #000000;">να ιδρώνω παγωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">να κρύβομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">να φαίνομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">να κάνω πως θυμώνω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">με ματωμένα γόνατα</span><br />
<span style="color: #000000;">και λίγο πριν νυχτώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">κατάκοπη και καθαρή</span><br />
<span style="color: #000000;">να κλείνω τα παντζούρια</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αλλάζω μοίρα ξαφνικά</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ το σκαμνάκι-ψέμα μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">να κατεβαίνω.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">0 χώρος θύμιζε φουαγιέ</span><br />
<span style="color: #000000;">πολυτελούς ξενοδοχείου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί</span><br />
<span style="color: #000000;">μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">εξορισμένοι από κει·</span><br />
<span style="color: #000000;">ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως, ας πούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">αβρών εκτιμητών χρυσού</span><br />
<span style="color: #000000;">με τον πελάτη εμπρός τους μαγκωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">ακουμπισμένο στον γκισέ</span><br />
<span style="color: #000000;">ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ προέλευση και καταγωγή</span><br />
<span style="color: #000000;">χέρι με χέρι ανταλλάσσονται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Χρυσή αλυσίδα με βαφτιστικό σταυρό</span><br />
<span style="color: #000000;">η βέρα και το δαχτυλίδι της μητέρας</span><br />
<span style="color: #000000;">ρολόγια αξίας με μπριγιάν</span><br />
<span style="color: #000000;">συλλεκτικά νομίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">σκεύη αργυρά</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμα κι έργα τέχνης) </span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η εχεμύθεια φυσικά χρυσός&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυρεύει δόντια δυνατά</span><br />
<span style="color: #000000;">για το κλεισμένο στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">-κατά προτίμηση χρυσά &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">την περηφάνια μας</span><br />
<span style="color: #000000;">αρχοντικά να ροκανίζουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ακολουθεί το λιώσιμο</span><br />
<span style="color: #000000;">(Τήξη εν καμίνω ή χοάνη</span><br />
<span style="color: #000000;">καμίνευση, χωνεία)</span><br />
<span style="color: #000000;">μια ρευστοποίηση σκληρή</span><br />
<span style="color: #000000;">όρκων, γεννήσεων, επετείων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αποσυντίθενται τα σύμβολα</span><br />
<span style="color: #000000;">χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">-γιατί αρρωσταίνουνε βαριά</span><br />
<span style="color: #000000;">όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά</span><br />
<span style="color: #000000;">και βάζει πλώρη ολοταχώς</span><br />
<span style="color: #000000;">για νέες αμνησίες.</span></p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΞΕΝΟΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μιλήστε μου για την απόγνωση</span><br />
<span style="color: #000000;">που προκαλεί σ’ εσάς</span><br />
<span style="color: #000000;">μια τέτοια αιωνιότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αίθουσα αναμονής υγρή</span><br />
<span style="color: #000000;">– άκουσα μπάζει μαραμένες εποχές</span><br />
<span style="color: #000000;">πως βρέχει χλεύη αναιδή κι αποδοκιμασία –</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όλες αυτές οι ατελείωτες ουρές</span><br />
<span style="color: #000000;">σε κέντρα αλλοδαπών, σε υπηρεσίες</span><br />
<span style="color: #000000;">– θαρρείς σε προθαλάμους ιαματικών λουτρών</span><br />
<span style="color: #000000;">ή σε προαύλια παραδείσων –</span><br />
<span style="color: #000000;">με την αφέλεια πως θα σας δεχτούν</span><br />
<span style="color: #000000;">πρώτη φορά στα άγια των αγίων!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα, ποιους;</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσάς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν είναι δυνατόν!</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσάς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το μισό κουλούρι σας!</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσάς που μοναχά</span><br />
<span style="color: #000000;">οι δαίμονες των αμπαριών σάς ξέρουν</span><br />
<span style="color: #000000;">και πια δεν σας γαβγίζουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως οι τόσοι προβολείς</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι σφυρίχτρες!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξέρω&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποτε ελπίσατε στη βραχνή βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">στο δήθεν έλεός της</span><br />
<span style="color: #000000;">γι’ αυτό ιδρωμένοι κι άρρωστοι</span><br />
<span style="color: #000000;">βγήκατε απ’ τα λαγούμια</span><br />
<span style="color: #000000;">βασίζοντας στο μετεωρολογικό</span><br />
<span style="color: #000000;">την όποια λύτρωσή σας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα δεν σας πληροφόρησε κανείς</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι η πρόγνωση καιρού</span><br />
<span style="color: #000000;">στον τόπο αυτόν που ήρθατε</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντοτε πέφτει έξω;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ</span></strong></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Αυλές καθαρίζω, υπόγεια καθαρίζω</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αποθήκες και ακάλυπτους σε δύο ώρες συγυρίζω.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω… </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Εικονοστάσια αδειανά, κάγκελα σκουριασμένα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κλουβιά που απελευθέρωσαν πουλιά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ρόπτρα, σπασμένες πόρτες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σίδερα ατμού και γραφομηχανές</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">δάχτυλα παγωμένα…</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Με μια επιβάρυνση μικρή </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σηκώνω και πετάω στο λεπτό </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ό,τι παλιό σάς ξέμεινε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στις «μουσικές καρέκλες» </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κοκαλωμένο κι άφωνο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με ένδυμα επίσημο, εορταστικό </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μα σκοροφαγωμένο </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να βλέπει </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">προς την πλευρά του αφανισμού </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και να μην το πιστεύει.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Σκεύη παλιά, ποδήλατα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φουγάρα, καλαπόδια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μονόκλ και περουκίνια </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">καλειδοσκόπια, παπιγιόν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μουστάκια, φαβορίτες.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Παλιά με φόβιζε πολύ </span><br />
<span style="color: #000000;">η εισβολή στα υπόγεια της υγρής ακινησίας </span><br />
<span style="color: #000000;">η επικείμενη έξωση διά των μεγαφώνων </span><br />
<span style="color: #000000;">η εκκαθάριση του αχρηστευμένου χρόνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα όλο και πιο σπάνια </span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιος διαλαλεί </span><br />
<span style="color: #000000;">ένα παρόν ακέραιο, στιλπνό. </span><br />
<span style="color: #000000;">Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες. </span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν</span><br />
<span style="color: #000000;">απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αμφίβολη η ώρα τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν την αμφίβολη ώρα </span><br />
<span style="color: #000000;">των εκτελέσεων.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΟΛΑΖ ή Η ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΟΛΛΗΘΕΝΤΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Διαθέτω έναν φάκελο-συμπιεσμένο δάσος</span><br />
<span style="color: #000000;">συλλογή κατοικίδια παλιάς ανθοφορίας</span><br />
<span style="color: #000000;">δοξαστικό του ετερογενούς και των αποκομμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">μικρές εικόνες πτώματα και ανάπηρες ιδέες</span><br />
<span style="color: #000000;">που ένοχα τις αφαίρεσα από το σύνολό τους</span><br />
<span style="color: #000000;">με την υπόσχεση δεύτερου βίου ανώτερου</span><br />
<span style="color: #000000;">σε προηγμένο φόντο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Σελίδες περιοδικών</span><br />
<span style="color: #000000;">– στο όριο του περιττού</span><br />
<span style="color: #000000;">πρόχειρα διπλωμένες –</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτογραφίες γυναικών</span><br />
<span style="color: #000000;">γερόντων, αγαλμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">παιδιών πάνω σε καρουζέλ</span><br />
<span style="color: #000000;">μα και μεταθανάτιες βικτωριανές</span><br />
<span style="color: #000000;">– αγκαλιασμένοι οι συγγενείς με τον νεκρό</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στον καναπέ του –</span><br />
<span style="color: #000000;">και κείμενα που μία βίαιη ψαλιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">σώπασε τη ροή τους)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα, στη σκοτεινή αναμονή</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σιγουριά παρέχουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">του από μηχανής Θεού</span><br />
<span style="color: #000000;">για εκείνη τη μοναδική φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">που η έμπνευση θα έχει δυστοκία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια ομηρία άθλια</span><br />
<span style="color: #000000;">που με προσχήματα φαιδρά</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατά για χρόνια ανενεργό</span><br />
<span style="color: #000000;">το ήδη παρωχημένο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο που εγείρονται κάποτε κι αυτά</span><br />
<span style="color: #000000;">σύσσωμα συμμετέχοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">στην έγχρωμη παρέλαση των ασημαντοτήτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είν’ η στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;">που θραύσματα συστρεφόμενα</span><br />
<span style="color: #000000;">επιχειρούν ομαδικά</span><br />
<span style="color: #000000;">χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">με απώτερο φυσικά σκοπό</span><br />
<span style="color: #000000;">το αίνιγμα να παραμείνει άλυτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θέλει να τσαλακώσεις ασημόχαρτα πολλά</span><br />
<span style="color: #000000;">για να βρεθείς με ασφάλεια</span><br />
<span style="color: #000000;">ανήμερα του Λόγου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκβάλλει η τυφλότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">από βαθύ πηγάδι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις</span><br />
<span style="color: #000000;">που αποδειχτήκατε δειλές</span><br />
<span style="color: #000000;">και σπεύδατε να μας σώσετε</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν θαύμα αναπάντεχο</span><br />
<span style="color: #000000;">πριν καν να γίνει η δέηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο</span><br />
<span style="color: #000000;">– τέλεια να μιμείται καλπασμό –</span><br />
<span style="color: #000000;">να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς</span><br />
<span style="color: #000000;">στη σύνεση καθηλωμένους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ή πιο συχνά</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια πειθώ δημαγωγού</span><br />
<span style="color: #000000;">και ασφαλιστή συγχρόνως</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας</span><br />
<span style="color: #000000;">ρίζες χοντρές και στέρεες</span><br />
<span style="color: #000000;">που εγγυώνται βλάστηση</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθούς, καρποφορία&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα, εντέλει, τίποτε απ’ αυτά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχα ρίζες</span><br />
<span style="color: #000000;">που εγγυώνται ρίζες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι είναι για άλλους</span><br />
<span style="color: #000000;">η ζωή και η αποστασία</span><br />
<span style="color: #000000;">του δρόμου η σκόνη η άγια</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι αγρυπνίες στη χάρη της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για εσάς</span><br />
<span style="color: #000000;">είν’ τα προσχήματα και τα μεθοδευμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">η αρτιμελής ζωή και οι φαντασιώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">για να μπορεί επ’ άπειρον</span><br />
<span style="color: #000000;">του φόβου το βατράχι να κοάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">για να ανθίζει επιτυχώς</span><br />
<span style="color: #000000;">η ομοιομορφία·</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σαν κάτι νύχτες νοσηρές</span><br />
<span style="color: #000000;">που από πλήξη αφόρητη</span><br />
<span style="color: #000000;">τις λάμπες απ’ τους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεβιδώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">και τις βιδώνουνε μετά</span><br />
<span style="color: #000000;">μέχρι να ’ρθει τ’ άλλο πρωί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια εναλλαγή μηχανική</span><br />
<span style="color: #000000;">με βλέμμα άδειο, σταθερό</span><br />
<span style="color: #000000;">λες και μιμούνται θάνατο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι νύχτες&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ως το πρωί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βιδώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεβιδώνουν&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Με βλέμμα άδειο</span><br />
<span style="color: #000000;">σταθερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις</span><br />
<span style="color: #000000;">που αποδειχτήκατε σοφές</span><br />
<span style="color: #000000;">διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αθώα οπισθοχώρηση&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας μάθατε για τα καλά</span><br />
<span style="color: #000000;">πως ό,τι δεν μας συναντά</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό στο τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;">μας διασχίζει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΩΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 320px;"><em>«Άνθρωπον ουκ έχω…» </em><br />
<em>Κατά Ιωάννην, έ 7</em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">να αποδώσουμε τιμές</span><br />
<span style="color: #000000;">στη νεκρή αιωνιότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">να αποχαιρετήσουμε με ύφος ανάλαφρο</span><br />
<span style="color: #000000;">τις μάταιες διαβαθμίσεις του φωτός</span><br />
<span style="color: #000000;">να ανταλλάξουμε τα θαύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">με την επιείκεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι ασφαλής ο τρόπος</span><br />
<span style="color: #000000;">που στενεύει η θηλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν αυθαδιάζει στα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;">η ταραχή του μονομάχου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι λέξεις τότε αμάσητες</span><br />
<span style="color: #000000;">τις εκδοχές τους καταπίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">αρνούνται να ονομάσουν τα αθέατα</span><br />
<span style="color: #000000;">τα προφανή</span><br />
<span style="color: #000000;">και ξένος, ξένος</span><br />
<span style="color: #000000;">σε όλα τα επεισόδια της κίνησης</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα του αποσύρεται ο αργοπορημένος</span><br />
<span style="color: #000000;">και θραύεται διαδοχικά</span><br />
<span style="color: #000000;">η λάμψη του νερού.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«Άγγελος γαρ κατά καιρόν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και ετάρασσε το ύδωρ·</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν [&#8230;]</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">υγιής εγίνετο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ω δήποτε κατείχετο νοσήματι».</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα ήταν πολλοί οι ανίατοι</span><br />
<span style="color: #000000;">και πώς εγκαίρως να συρθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">ως τη δεξαμενή;</span><br />
<span style="color: #000000;">Παράξενη κι η ελπίδα τους</span><br />
<span style="color: #000000;">ανταγωνιστική</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ έναν Θεό που επικροτεί</span><br />
<span style="color: #000000;">την επιδεξιότητα των αναπήρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κάπου εκεί, παράμερα κι αυτός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανυπεράσπιστος στους τρόμους του</span><br />
<span style="color: #000000;">και στους κινδύνους ασκημένος</span><br />
<span style="color: #000000;">να αγρυπνά από ένστικτο</span><br />
<span style="color: #000000;">και να επιζεί αγόγγυστα</span><br />
<span style="color: #000000;">– έτη τριάντα οκτώ –</span><br />
<span style="color: #000000;">της παραλύσεώς του.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον [&#8230;]</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">λέγει αυτώ·</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">θέλεις υγιής γενέσθαι;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">απεκρίθη αυτώ ο ασθενών·</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">βάλη με εις την κολυμβήθραν».</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Κύριε της Σπλαχνίσεως</span><br />
<span style="color: #000000;">απόλυσε τον άγγελο</span><br />
<span style="color: #000000;">και τη μελαγχολία των ωρών</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια μακρόσυρτη κραυγή</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλοίωσέ την</span><br />
<span style="color: #000000;">να εξατμιστεί το μαύρο φως</span><br />
<span style="color: #000000;">να ζαλιστεί απ’ τη μοσχοβολιά</span><br />
<span style="color: #000000;">η άκρη του γκρεμού</span><br />
<span style="color: #000000;">να στεφανώσει την πληγή</span><br />
<span style="color: #000000;">έναστρη αμνηστία</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αργά αργά να σηκωθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">όλοι οι γονατισμένοι.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«Λέγει αυτώ ο Ιησούς·</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">έγειρε, άρον τον κράββατόν σου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και περιπάτει».</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Του αρκούν λίγα χιόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">τουλίπες αργοκίνητες</span><br />
<span style="color: #000000;">βαμβακερής ανίας</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα να τα αγνίσουν!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του αρκεί ένας έρωτας</span><br />
<span style="color: #000000;">ονόματι μπαρμπα-Γιαννιός</span><br />
<span style="color: #000000;">μια καρδιά ρημαγμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ένα σπίτι ερείπιο</span><br />
<span style="color: #000000;">σε δρομάκι μακρόστενο</span><br />
<span style="color: #000000;">σοκάκι όμοιο μ’ αυτόν</span><br />
<span style="color: #000000;">– το ζωντανό σοκάκι –</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του αρκούν κάποιες γραίες</span><br />
<span style="color: #000000;">βασανισμένες και άτυχες</span><br />
<span style="color: #000000;">με ήθος ανδρικόν</span><br />
<span style="color: #000000;">– εξηκονταετείς σχεδόν –</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλλη μια, η θεια-Σκεύω</span><br />
<span style="color: #000000;">βαρδιανός μες στα Σπόρκα</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’ναι σιμά στον γιο της</span><br />
<span style="color: #000000;">στο Λοιμοκαθαρτήριο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;">του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως αυτός μες στα ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">– ενίοτε κατοπτρικός</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάντα λασπωμένος –</span><br />
<span style="color: #000000;">λες και στοιβάζεται αργά</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στο χιόνι χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">σινδόνα και σάβανο μαζί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">για να παραδοθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">αγιασμένες και λευκές</span><br />
<span style="color: #000000;">στη νέα μέρα οι ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;">στεφανωμένες οι άμοιρες</span><br />
<span style="color: #000000;">την πιο πικρή τους γνώση</span><br />
<span style="color: #000000;">πως βεβαιότητα καμιά</span><br />
<span style="color: #000000;">σκοπό δεν το ’χει να μας χαριστεί</span><br />
<span style="color: #000000;">ολισθηρότητα καμιά</span><br />
<span style="color: #000000;">σκοπό δεν το ’χει να μας παρακάμψει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία·</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας θάνατος εκ γενετής</span><br />
<span style="color: #000000;">και ένα πένθος αέναο</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ τα μάτια του <em>Κριτού</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">του Παλαιού των Ημερών</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">του Τρισαγίου.</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΕΛΑΝΙΚ Ι</span></strong></h5>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><em><strong>Μητέρα ανύμφευτη</strong></em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνοι που ήρθαν έφερναν </span><br />
<span style="color: #000000;">κι από έναν αριθμό…</span><br />
<span style="color: #000000;">Για την ακρίβεια</span><br />
<span style="color: #000000;">τον κουβαλούσαν πάνω τους</span><br />
<span style="color: #000000;">τον είχανε συνέχεια μαζί τους</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι όμως όπως ένα φυλαχτό </span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά όπως ένας ανάπηρος </span><br />
<span style="color: #000000;">το κομμένο του πόδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εμείς, το &#8217;64 </span><br />
<span style="color: #000000;">που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το &#8217;55</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού</span><br />
<span style="color: #000000;">να κάθεται στα ρούχα μας</span><br />
<span style="color: #000000;">να ασπρίζει την ψυχή μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εμείς</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν ήμασταν ποτέ </span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης </span><br />
<span style="color: #000000;">μα μία Πόλη που έψαχνε </span><br />
<span style="color: #000000;">πόλη να κατοικήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">με Εγνατία, με Ντεπό</span><br />
<span style="color: #000000;">με Βασιλίσσης Όλγας </span><br />
<span style="color: #000000;">με Υπερώο θαλασσινό </span><br />
<span style="color: #000000;">για να σταθούν επάνω του</span><br />
<span style="color: #000000;">Καρέλλη και Πεντζίκης.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">-Όμως</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ…</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">-Σας είπαμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">εδώ είναι πια ο τόπος.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">-Δεν έχω… </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Βυθιζόμαστε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μπαίνουν νερά </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στ’ αμπάρια του μυαλού μου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι η μπάντα του Παπάφειου </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πότε το «Μέγαν εύρατο…» </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πότε το «Υπερμάχω…»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Νερά, πολλά νερά…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα πρόσωπά μας άδειασαν</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ την πάχνη </span><br />
<span style="color: #000000;">που μας στεφανώνει </span><br />
<span style="color: #000000;">η αρμονία των ίσκιων μας </span><br />
<span style="color: #000000;">σκυφτή μες στην ομίχλη</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο έρως προς το έσχατον </span><br />
<span style="color: #000000;">κοινή καταγωγή μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αλλά και οι κήποι… </span><br />
<span style="color: #000000;">μια αλληγορία ορίζοντα </span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν γεωμετρείται </span><br />
<span style="color: #000000;">λιμάνι εν πλήρη κινήσει και σιωπή </span><br />
<span style="color: #000000;">Βαρδάρης που ιερουργεί</span><br />
<span style="color: #000000;">πόρνη που δεν μεταμελείται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">στην προκυμαία με τους γερανούς</span><br />
<span style="color: #000000;">πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία</span><br />
<span style="color: #000000;">δίσκους 78 στροφών </span><br />
<span style="color: #000000;">παλαιά πορτρέτα ένδοξα </span><br />
<span style="color: #000000;">που χάσαν την κορνίζα </span><br />
<span style="color: #000000;">μοιράζει σε άγνωστους φιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">πολλά φιλιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μα πιο συχνά στα σκοτεινά</span><br />
<span style="color: #000000;">βαμβάκι και ιώδιο </span><br />
<span style="color: #000000;">για τ’ ανοιγμένο τραύμα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΕΛΑΝΙK II</span></strong></h5>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><em><span style="color: #000000;"><strong>Η πυρκαγιά</strong></span></em></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">να αντικατασταθεί από την έννοιά της</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν θα αποφάσιζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιοι να την αφηγηθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">και να την καταγράψουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια ομορφιά ατάραχη</span><br />
<span style="color: #000000;">που απογυμνώνει και εκπορθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">πράξη ερωτική κι απονενοημένη</span><br />
<span style="color: #000000;">σαγήνη που τρομοκρατεί</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως η λέξη «λάμπα» στο σκοτάδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήμουν κι εγώ ένα απ’ αυτά</span><br />
<span style="color: #000000;">ήταν πολλά, ήμουν μικρή</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όλα ήταν ξένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κορίτσια με γαλάζιο νυχτικό</span><br />
<span style="color: #000000;">στις μύτες σηκωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">τις κάτω φράσεις του χρησμού</span><br />
<span style="color: #000000;">να προσπαθούν να φτάσουν.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Να γίνεσαι η επιστροφή</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">όταν η πυρκαγιά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">θα σ’ απελευθερώνει</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι άλλοτε ευτέλεια μαγική</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για ν’ αποσυντονίζεις.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Συνέργεια στην αιώρηση</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και επίκληση σε πρώτο ενικό.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Άντε να ερμηνεύσεις!</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να ’τανε μόνον αυτό;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ας έμοιαζε αυτή εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">αγίασμα στα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">– τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;">να καταποντιστεί στα σωθικά</span><br />
<span style="color: #000000;">η κάψα του άλλου τόπου –</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και πώς αλλιώς;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν η μυρωδιά σιμιγδαλιού</span><br />
<span style="color: #000000;">και η οσμή λεβάντας</span><br />
<span style="color: #000000;">χάνονται απ’ τα ρούχα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν πια δ ε ν υπάρχεις</span><br />
<span style="color: #000000;">επινοείς την κόχη σου</span><br />
<span style="color: #000000;">– αρχιτεκτονική εξοντωτική –</span><br />
<span style="color: #000000;">μισός μέσα στα όρια</span><br />
<span style="color: #000000;">μισός στην έξοδο κινδύνου.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">– Και πώς ευθύνεστε εσείς</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για το κακό;<br />
</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">– Ήτανε Αύγουστος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">την προηγουμένη του Σωτήρος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κόντευε τρεις το μεσημέρι&#8230;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Μέναμε τότε σε ένα σπίτι από μπαγδατί</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κάπου στο Μεβλεβί Χανέ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πάνω από την Κολόμβου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι εγώ απλώς λιμπίστηκα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τηγανητές μελιτζάνες.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Παραμονές μεγάλης εορτής.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Πού να το φανταστώ&#8230;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Κάηκαν όλα!</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Μέχρι κι ο Αϊ-Δημήτρης!</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Έκτοτε</span><br />
<span style="color: #000000;">στην παραλία οι περιπατητές</span><br />
<span style="color: #000000;">βράδυ πρωί λυπούνται</span><br />
<span style="color: #000000;">μικραίνουν και συστρέφονται</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν να διαβάζουν μια πληγή</span><br />
<span style="color: #000000;">κάπου πιο πάνω απ’ το στομάχι</span><br />
<span style="color: #000000;">και ύστερα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε στάση προσευχής</span><br />
<span style="color: #000000;">στραμμένοι προς τα Κάστρα</span><br />
<span style="color: #000000;">ερήμους απαγγέλλουν δυνατά</span><br />
<span style="color: #000000;">για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ</span><br />
<span style="color: #000000;">και τους εκτελεστές τους.<br />
</span><br />
<span style="color: #000000;">Πράγματα ασήμαντα, φωσφορικά</span><br />
<span style="color: #000000;">που ξελογιάζουνε – όσο να πεις –</span><br />
<span style="color: #000000;">τους ξένους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πολιτεία αυτή των ποιητών</span><br />
<span style="color: #000000;">με υαλικά στρωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">μπερδεύει επετείους και εορτές</span><br />
<span style="color: #000000;">δέντρα χριστουγεννιάτικα</span><br />
<span style="color: #000000;">στολίζει μες στο θέρος</span><br />
<span style="color: #000000;">και σημαιούλες χάρτινες</span><br />
<span style="color: #000000;">μοιράζει μες στο Πάσχα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είν’ η ρυμοτομία των ψυχών</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνο που την καθορίζει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται</span><br />
<span style="color: #000000;">πίσω απ’ την απουσία</span><br />
<span style="color: #000000;">τα βράδια ωστόσο κατοικώ</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ ένα χρυσωρυχείο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φοβάμαι το αιφνίδιο</span><br />
<span style="color: #000000;">τρέμω τα καλοκαίρια</span><br />
<span style="color: #000000;">μα πιότερο απ’ την ερημιά</span><br />
<span style="color: #000000;">η ασθένεια με πονά</span><br />
<span style="color: #000000;">των συμπτωμάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κλέβω χαρτονομίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">βιβλία διαβασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι από τα ρούχα ειδικά</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτά που έχουν τσέπες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η απελπισία των χεριών</span><br />
<span style="color: #000000;">συχνά μ’ εξαναγκάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">να μετατρέπομαι σε ηχώ</span><br />
<span style="color: #000000;">των άηχων βημάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Των μεγαφώνων η σιγή</span><br />
<span style="color: #000000;">και η μελαγχολία</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι απλώς η αφορμή</span><br />
<span style="color: #000000;">για τη λαθροχειρία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυρίως νομίζω ευθύνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">η σκοτεινή αγκαλιά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σας κλέβω μόνο την αφή</span><br />
<span style="color: #000000;">το άγγιγμα που αφήσατε</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στις πορσελάνες</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;">δίχως το άλλο σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τελευταία πετάγομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">κλαίω μέσα στον ύπνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φιλάργυρος της αφαίρεσης</span><br />
<span style="color: #000000;">δανείζομαι το παρελθόν</span><br />
<span style="color: #000000;">γυρεύω οικογένεια</span><br />
<span style="color: #000000;">συλλέγω από απόγνωση</span><br />
<span style="color: #000000;">μεταξωτές αισθήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά</span><br />
<span style="color: #000000;">στις αμυχές της σάρκας</span><br />
<span style="color: #000000;">γίνεστε εσείς η υπογραφή</span><br />
<span style="color: #000000;">της άγραφης ζωής μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός</span><br />
<span style="color: #000000;">που βλέπει με τα χέρια&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο</span><br />
<span style="color: #000000;">να βρει δικαιολογίες</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών</span><br />
<span style="color: #000000;">το άνοιγμα της πόρτας</span><br />
<span style="color: #000000;">ή μια προστακτική φωνή</span><br />
<span style="color: #000000;">να του φωνάζει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μείνε.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΑΡΤΙΝΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά</span><br />
<span style="color: #000000;">αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο</span><br />
<span style="color: #000000;">– νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα</span><br />
<span style="color: #000000;">στο μάθημα ορθοφωνίας των καιρών</span><br />
<span style="color: #000000;">ή στο άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;">της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως κι η παρατήρηση της πιο βαθιάς ρωγμή</span><br />
<span style="color: #000000;">– ένα κρατς πιο δειλό κι άλλο ένα με θόρυβο</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί που λαμπυρίζει το υποσυνείδητο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί το ζητούμενο να ήταν τελικά</span><br />
<span style="color: #000000;">το λαχάνιασμα της αορτής</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως όταν κάνεις ποδήλατο</span><br />
<span style="color: #000000;">σε κατηφόρα δίχως χέρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών</span><br />
<span style="color: #000000;">με υπνοβάτες στα χαρακώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">και αριστοκράτες ασκητές</span><br />
<span style="color: #000000;">στις παρυφές της λάμψης</span><br />
<span style="color: #000000;">με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά</span><br />
<span style="color: #000000;">αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό</span><br />
<span style="color: #000000;">ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν</span><br />
<span style="color: #000000;">τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα</span><br />
<span style="color: #000000;">προορισμένη μόνο για καθόδους</span><br />
<span style="color: #000000;">και λίγο πριν βραδιάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">τους άκουσα να συνομιλούν</span><br />
<span style="color: #000000;">για το πάθος</span><br />
<span style="color: #000000;">πέραν της γραφής.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">μια αδυναμία αντίληψης του προφανούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή μάλλον όχι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">εκ δεξιών η κόλαση</span><br />
<span style="color: #000000;">εξ ευωνύμων η περήφανη καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους κρυμμένους δυναμίτες στις ραφές</span><br />
<span style="color: #000000;">στους μαύρους κύκλους των ματιών</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αδιαφορία, στην απέχθεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά</span><br />
<span style="color: #000000;">μια ηλικία παιδική πρόωρα γερασμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">να εκσφενδονίζονται στο πρωινό</span><br />
<span style="color: #000000;">χάπια και παραπεμπτικά αντί για φρυγανιές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ευθύνες για την ασταθή ζωή, την αιωρούμενη</span><br />
<span style="color: #000000;">– ένας τερματικός σταθμός</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου κανείς δεν κατεβαίνει –</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήταν μάλλον βολικό να συνηθίζαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά μας έσωσε η αφέλεια και η ασχετοσύνη</span><br />
<span style="color: #000000;">η αδυναμία δηλαδή να πράξουμε τα στοιχειώδη</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς στο βάθος να σαλεύει μέσα μας</span><br />
<span style="color: #000000;">η άθλια επινόηση της προσδοκίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξέρετε</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή η σκόπιμα διαδεδομένη φήμη</span><br />
<span style="color: #000000;">περί επικείμενης αναψυχής</span><br />
<span style="color: #000000;">που ως ευλογία δωρεάν</span><br />
<span style="color: #000000;">όλοι ανεξαιρέτως δικαιούμαστε</span><br />
<span style="color: #000000;">μια αγάπη που πια δεν θα λιμοκτονεί</span><br />
<span style="color: #000000;">και δεν θα αρρωσταίνει&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια απάτη</span><br />
<span style="color: #000000;">μάλλον ήθελαν να πουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια απάτη</span><br />
<span style="color: #000000;">που πια δεν θα λιμοκτονεί</span><br />
<span style="color: #000000;">και δεν θα αρρωσταίνει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΛΑΓΩΝΙΚΟ ή Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εμφανιζόταν κι έφευγε</span><br />
<span style="color: #000000;">και σάλπιζε υποχώρηση</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως την ύστατη στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;">θριαμβικά επέστρεφε</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατώντας μες στα δόντια της</span><br />
<span style="color: #000000;">– θήραμα άχρηστο, ακριβό –</span><br />
<span style="color: #000000;">το ρίγος ενός βλέμματος</span><br />
<span style="color: #000000;">ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες</span><br />
<span style="color: #000000;">κουρέλια αποκριάτικων στολών</span><br />
<span style="color: #000000;">γεμάτα μούχλα και υγρασία</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ίσως μιαν επιφύλαξη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όπως, ας πούμε, ότι</span><br />
<span style="color: #000000;"><em>λέω</em> σημαίνει κάποτε κι <em>αποσιωπώ</em></span><br />
<span style="color: #000000;">όμως ποιος δίνει τώρα σημασία</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που όσο ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθίστανται τα πράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">και ούτε μιαν ανάμνηση</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι δυνατό ν’ ανακαλέσεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τώρα που τα βερίκοκα</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν τρώγονται μονάχα καλοκαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">ελάχιστη σχέση έχουν τελικά</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ εκείνο που σημαίνουν.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΜΟΛΟΓΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όχι, όχι</span><br />
<span style="color: #000000;">εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε για κάπου αλλού βεβαίως&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως πώς να εξηγήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ανήκουστα και τα φαιδρά</span><br />
<span style="color: #000000;">τότε που τα φωνήεντα</span><br />
<span style="color: #000000;">αιφνίδια καταργήθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">και σύμφωνα συριστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">εγκαταστάθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">φαρδιά πλατιά στο στήθος;</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Να είσαι ήσυχος</em>, μου έλεγαν</span><br />
<em><span style="color: #000000;">σχεδόν ψιθυριστά να κλαψουρίζεις</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι εμείς θα αναλάβουμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">διακριτικά να σε παρηγορούμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σσσσσς, σσσσσς, σσσσσς&#8230;</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα εγώ θυμόμουν μία κυρία άγνωστη</span><br />
<span style="color: #000000;">που σπρώχναμε μαζί ένα άδειο καροτσάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">– άφαντο από μέσα το μωρό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλλωστε η βόλτα αυτή μάλλον δεν έγινε ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">αφού μετά βρεθήκαμε δίχως εξάρτυση καμιά</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στα κύματα να περπατάμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Μπα, αποκλείεται να έγινε ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">μάλλον θα το φαντάστηκα).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως μετά απ’ αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σύμφωνα θαρρείς και μ’ εγκατέλειψαν</span><br />
<span style="color: #000000;">ή μάλλον μετακόμισαν</span><br />
<span style="color: #000000;">από το στήθος στο μυαλό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έτσι αρχίσαν οι φωνές</span><br />
<span style="color: #000000;">κανονικές φωνές που έκαναν προτάσεις</span><br />
<em><span style="color: #000000;">παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">όπως αν πήγαινες στο τελωνείο με λαθραία&#8230;</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Άκου στο τελωνείο με λαθραία!</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα πώς; αναρωτιόμουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσε που εγώ συνήθιζα</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς βαριές αποσκευές να ταξιδεύω&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού να κρυφτούν τα αβάσταχτα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν πεις λεφτά για υπέρβαρο</span><br />
<span style="color: #000000;">πού θα ’βρισκα να δώσω;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΑ ΡΑΦΙΑ ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΕΙΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο</span><br />
<span style="color: #000000;">με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού</span><br />
<span style="color: #000000;">να σκεπάζει τα λόγια μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ματαιωμένοι και αδιευκρίνιστοι</span><br />
<span style="color: #000000;">τις άκρες των σελίδων θα τσακίζουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">για να σφαδάζει το λευκό που αστόχησε</span><br />
<span style="color: #000000;">– που πάντα αστοχεί –</span><br />
<span style="color: #000000;">και μας σηκώνει απ’ το κρεβάτι αξημέρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">να βρούμε, λέει, τον ένοχο</span><br />
<span style="color: #000000;">και να τον καταδώσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">να ρίξουμε τους προβολείς</span><br />
<span style="color: #000000;">στους κατοικίδιους πάνθηρες</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν βέβαια αυτό είναι εφικτό</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάτια των ανήλικων</span><br />
<span style="color: #000000;">με γάζες να τα δέσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">αφού όσα τοπία και να δουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πάλι ο καθένας γίνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό που πάντοτε είναι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΧΟΜΕΝΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ανήκω στα φυτά</span><br />
<span style="color: #000000;">της οικογένειας των εβενοειδών&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ουδέποτε εξαγνίζομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα αποξεχνιέμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">σκοντάφτω πριν φανερωθώ</span><br />
<span style="color: #000000;">και στη σκηνή</span><br />
<span style="color: #000000;">διά θαλάσσης ανεβαίνω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανέγγιχτη και τρυφερή</span><br />
<span style="color: #000000;">ανεξιλέωτη και παγωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">σκορπάω ίχνη με γραφές</span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν μιλιούνται πια</span><br />
<span style="color: #000000;">κυλώ μέσα στις φλέβες μου</span><br />
<span style="color: #000000;">τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα</span><br />
<span style="color: #000000;">να ραγίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος</span><br />
<span style="color: #000000;">ακέραιη εκπλήρωσα</span><br />
<span style="color: #000000;">την καθ’ ημέραν θλίψη</span><br />
<span style="color: #000000;">τη μεταμφίεσα σε μουσική</span><br />
<span style="color: #000000;">τραύλισμα που μ’ αγρίευε</span><br />
<span style="color: #000000;">και μ’ έσωζε συγχρόνως&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η άνιση πληρωμή της</span><br />
<span style="color: #000000;">εικονοστάσι αδειανό</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τ’ αναθήματά του</span><br />
<span style="color: #000000;">τρομαχτικό εξαπτέρυγο</span><br />
<span style="color: #000000;">που αυτοπυρπολείται&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο αντιστάθηκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με χίλιους τρόπους άντεξα</span><br />
<span style="color: #000000;">την όποια εκπαίδευσή μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ως και λευκή σημαία κούνησα</span><br />
<span style="color: #000000;">για να πειστούν ότι εγκαταλείπω.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">– Μη μ’ αγκαλιάζεις</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">άφησέ με χιονισμένη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">άσε με να συντηρηθώ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μέσα στην τέλεια ψύξη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με ακίδες μες στο αίμα&#8230;</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα τώρα που κάτι άστραψε</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στη μαύρη οθόνη</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς θα διέλθω διάφανη</span><br />
<span style="color: #000000;">τέτοιον αποκλεισμό;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς θα επιστρέψω τελικά</span><br />
<span style="color: #000000;">το ακριβές σκοτάδι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχω διαγραφεί</span><br />
<span style="color: #000000;">– να φανταστείς –</span><br />
<span style="color: #000000;">κι απ’ τους αγνοημένους&#8230; </span><br />
<span style="color: #000000;">Επείγει η επάνοδος!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το έργο που δεν έπαιξα</span><br />
<span style="color: #000000;">αιφνίδια κατεβαίνει&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΧΟΡΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το χόρτο της επιστροφής</span><br />
<span style="color: #000000;">ήδη από την άφιξη άρχισα να μασάω</span><br />
<span style="color: #000000;">–κι ας έστρεφα το βλέμμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">για να μη θυμηθώ, να μην επαναλάβω–</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνη αμεταμφίεστη εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">μια<span style="color: #993300;"> επιστροφή</span>-επανάληψη</span><br />
<span style="color: #000000;">που ερχόταν απ’ το παρελθόν</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν εξοικείωση λυγμού</span><br />
<span style="color: #000000;">με το αναφιλητό του</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν νόσος που ανησυχεί</span><br />
<span style="color: #000000;">μην έρθει η γιατρειά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ξέρω πια σε ποιον σταθμό</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε κι αν πρόκειται ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">στ’ αλήθεια να σε συναντήσω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με φως τρισύλλαβων φιλιών</span><br />
<span style="color: #000000;">τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω</span><br />
<span style="color: #000000;">για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ</span><br />
<span style="color: #000000;">μα πώς να με πιστέψεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είν’ ακατάπαυστο το βουητό</span><br />
<span style="color: #000000;">των ερειπίων στο στήθος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κρατήσου από το άγγιγμα</span><br />
<span style="color: #000000;">να σε τραβήξω πάνω</span><br />
<span style="color: #000000;">θυμήσου νέα άνθηση</span><br />
<span style="color: #000000;">από την ηδονή μου</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχουν κι άλλοι κήποι εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">κι είναι οι φράχτες τους</span><br />
<span style="color: #000000;">σκοπίμως παραβιασμένοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μεσάνυχτα, αγάπη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και στα πεδία των μαχών</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτιές και φόβοι καταπαύουν</span><br />
<span style="color: #000000;">το σκούρο μπλε του λήθαργου</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποτε ξεθωριάζει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΛΑΝΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">λάμψη μαύρου διαμαντιού</span><br />
<span style="color: #000000;">ή μήπως</span><br />
<span style="color: #000000;">αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ατλάζια του αμίλητου</span><br />
<span style="color: #000000;">φέγγουνε σαν αντίλαλος</span><br />
<span style="color: #000000;">στο αναγνωστήριο των βλεμμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">χαμένοι όρκοι, αγγίγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">μια κλίμακα θαμβωτική</span><br />
<span style="color: #000000;">η άχρονη στιγμή ν’ ανεβοκατεβαίνει&#8230;</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Να προλάβω όσα δεν έπραξα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για μιαν αιωνιότητα να κλάψω</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">και έπειτα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σαν πυρετός που υποχωρεί</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αργά να εγκαταλείψω</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αφήνοντας ύστατο παραμιλητό</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για τα άφεγγα που καραδοκούν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να μας εξουθενώσουν</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">για τα καπέλα που άδειασαν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αιφνίδια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">απ’ τους λαγούς τους</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">για την πανσέληνη έκπληξη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τότε στους κήπους του πασά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">εγώ&#8230;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με μαύρο φόρεμα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να απαγγέλλω ποιήματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι εσύ&#8230;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">κανείς δεν έμαθε ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός</span><br />
<span style="color: #000000;">τους ερχομούς στεριώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">ποια απόγνωση αδάκρυτη</span><br />
<span style="color: #000000;">βραδιάζει την αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;">ή πόσα φεγγάρια από σίδερο</span><br />
<span style="color: #000000;">πρέπει να καταπιεί</span><br />
<span style="color: #000000;">κάπου στην Κίνα ο ποιητής</span><br />
<span style="color: #000000;">για να αυτοκτονήσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο οι εκ γενετής τυφλοί</span><br />
<span style="color: #000000;">και κάποιοι πρόσφατα νεκροί</span><br />
<span style="color: #000000;">θυμούνται πια</span><br />
<span style="color: #000000;">το μαύρο φως που κατοικεί</span><br />
<span style="color: #000000;">στο εκτυφλωτικό αίνιγμά σου·</span></p>
<p><span style="color: #000000;">οι άλλοι εμείς</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως κάποιο προαίσθημα σκουριάς</span><br />
<span style="color: #000000;">και μια ανεπαίσθητη ενοχή</span><br />
<span style="color: #000000;">για το έγκλημα του έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">που πλάνη στην πλάνη</span><br />
<span style="color: #000000;">ακούραστα επιμένει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί</span><br />
<span style="color: #000000;">το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι παρά ένα πρόσχημα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη</span><br />
<span style="color: #000000;">να μεταμεληθεί ο θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;">για τη συγκομιδή του</span><br />
<span style="color: #000000;">μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">να σκεπαστεί η άβυσσος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπως και να ’χει</span><br />
<span style="color: #000000;">τα στάχυα θα είναι πάντα κίτρινα</span><br />
<span style="color: #000000;">το κόκκινο ποδήλατο θα διασχίζει αμέριμνο</span><br />
<span style="color: #000000;">τη λύπη του απογεύματος</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η άνοιξη με το σημαδεμένο γόνατο</span><br />
<span style="color: #000000;">θα παίρνει τις κατηφοριές</span><br />
<span style="color: #000000;">να σκίσει τα χρεόγραφα</span><br />
<span style="color: #000000;">να φέξει με το αίμα της</span><br />
<span style="color: #000000;">το άναυδο της στάχτης των σωμάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">κυλάει ο υδράργυρος</span><br />
<span style="color: #000000;">ενώνονται τα θραύσματα ανίατων εποχών</span><br />
<span style="color: #000000;">ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω από τα σεντόνια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται</span><br />
<span style="color: #000000;">μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει</span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα σβήνει και ακυρώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">και διαγράφει και πετά</span><br />
<span style="color: #000000;">και τσαλακώνει και πετά</span><br />
<span style="color: #000000;">και σκίζει&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για ν’ απομείνει μόνο αυτή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν δόξα ξημερώματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η άχραντη</span><br />
<span style="color: #000000;">βελούδινη γυμνότητα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΡΑΓΙΣΜΑΤΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στάζουν αγρύπνια οι φωνές</span><br />
<span style="color: #000000;">που διεκδικούν</span><br />
<span style="color: #000000;">τα αιχμηρά παράκτια σκοτάδια</span><br />
<span style="color: #000000;">–ανάπαιστοι του ελλειπτικού</span><br />
<span style="color: #000000;">και του αποσιωπηθέντος</span><br />
<span style="color: #000000;">ίαμβοι της άρνησης</span><br />
<span style="color: #000000;">κρυστάλλινοι σαν μοίρα–</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα γίνουν στίχοι κάποτε</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ψίθυροι των έγκλειστων</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ασκητικό κελί τους</span><br />
<span style="color: #000000;">η δυσανάγνωστη ομορφιά</span><br />
<span style="color: #000000;">που έχουν τα συντρίμμια</span><br />
<span style="color: #000000;">η άχρηστη βεβαιότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">του εξαγνιστικού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">που ναυάγησαν και οι αλληγορίες</span><br />
<span style="color: #000000;">βλασταίνει φως εφήμερο</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τις κοφτές ανάσες</span><br />
<span style="color: #000000;">–εύθρυπτο σαν το κέλυφος</span><br />
<span style="color: #000000;">γαλάζιων κοχυλιών–</span><br />
<span style="color: #000000;">τύψεις παράφωνες και δανεικές</span><br />
<span style="color: #000000;">ραγίζουν τη συγκίνηση</span><br />
<span style="color: #000000;">ψάχνουν σε βάλτους πράσινους</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μισητά μονόκλ.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΣΩΣΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Χτυπώ τον χρόνο για να μπω</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γυάλινή του συγκατάθεση γυρεύω</span><br />
<span style="color: #000000;">μήπως στεριώσει τούτη τη φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">η επιστροφή στην ξενιτιά</span><br />
<span style="color: #000000;">μα δεν αναγνωρίζω τ’ όνομά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ο αρχαίος τρόμος διέρχεται από τις αμυχές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αρνούμαι, αντιστέκομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">το ρίγος να κατανοήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">τυφλή κι αποχρωματισμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">με την ηχώ γαμήλιων αποχαιρετισμών</span><br />
<span style="color: #000000;">κύκλους να κάνει γύρω μου</span><br />
<span style="color: #000000;">λες και το χάος ορίζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">αν παρατηρηθεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να ξεγλιστράς</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό μονάχα σώζει</span><br />
<span style="color: #000000;">φύλλα ευκαλύπτου να εισπνέεις</span><br />
<span style="color: #000000;">και σε υδάτινους ναούς</span><br />
<span style="color: #000000;">τις ρίζες σου ν’ απλώνεις</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«τον νυμφώνα σου βλέπω&#8230;»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">κι αν δεις να κλαίει το παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;">κράτησε την ανάσα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές</span><br />
<span style="color: #000000;">βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει</span><br />
<span style="color: #000000;">βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">μην το ακούς</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ&#8230;»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">οι πιθανότητες είναι αρκετές</span><br />
<span style="color: #000000;">– να του εξηγήσεις –</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιος να σε προλάβει και</span><br />
<span style="color: #000000;"><em>πού θα πας νυχτιάτικα</em>, μείνε εδώ, να πει</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αύριο χωριζόμαστε.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ (2012)</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΟ ΛΕΥΚΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν τώρα συγυρίζω και τακτοποιώ</span><br />
<span style="color: #000000;">αφύσικα φερσίματα </span><br />
<span style="color: #000000;">φλούδες δύσπιστων λέξεων </span><br />
<span style="color: #000000;">και μπουκαλάκια αιθέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">και να φανερωθεί ζητώ</span><br />
<span style="color: #000000;">’κείνο που δεν ορίζεται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">είναι γιατί </span><br />
<span style="color: #000000;">το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου</span><br />
<span style="color: #000000;">με έχει αποτελειώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί οι γνώμες </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; ακόμη και των ειδικών &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">διχάζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">αν, λόγου χάρη, στρώνουμε </span><br />
<span style="color: #000000;">λευκό σεντόνι νυφικό</span><br />
<span style="color: #000000;">ή νεκρικό του τάφου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα πιο πολύ </span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί, όπως ψιθυρίζεται </span><br />
<span style="color: #000000;">τα ξύλα ήδη κόπηκαν </span><br />
<span style="color: #000000;">και συναχτήκαν στη γωνιά</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έξω από εμάς </span><br />
<span style="color: #000000;">μια δίχως έλεος πυρά </span><br />
<span style="color: #000000;">κλαδί, κλαδί ετοιμάζεται.</span></p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή </span><br />
<span style="color: #000000;">να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο. </span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται </span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί</span><br />
<span style="color: #000000;">και πλαγιάζαμε καμιά φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">δίχως συγχώρεση</span><br />
<span style="color: #000000;">ήταν γιατί πιστεύαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί</span><br />
<span style="color: #000000;">δε θα μας αφορούσαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα στασίδι ελεύθερο </span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα κρατούσαμε γι&#8217; αυτούς </span><br />
<span style="color: #000000;">όμως</span><br />
<span style="color: #000000;">πόσα εγκλήματα θαρρείς </span><br />
<span style="color: #000000;">πως είναι προμελετημένα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ελπίζαμε &#8211; οι αφελείς &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη</span><br />
<span style="color: #000000;">που δε γνωρίζαμε ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα η απειλή ήταν εδώ. </span><br />
<span style="color: #000000;">Κι είναι και τώρα. </span><br />
<span style="color: #000000;">Προπόσεις και σφυρίγματα </span><br />
<span style="color: #000000;">ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί </span><br />
<span style="color: #000000;">και για μια πρόληψη </span><br />
<span style="color: #000000;">ας φάμε απόψε πρώτα </span><br />
<span style="color: #000000;">το επιδόρπιο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Να πράττεις το ανεπίτρεπτο</span><br />
<span style="color: #000000;">να παραβαίνεις δηλαδή </span><br />
<span style="color: #000000;">τη μοίρα που σου δόθηκε </span><br />
<span style="color: #000000;">έχει &#8211; όσο να πεις &#8211; </span><br />
<span style="color: #000000;">μια σχετική καταλαλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλάζουν ξαφνικά όλες οι σημασίες </span><br />
<span style="color: #000000;">τα προαισθήματα </span><br />
<span style="color: #000000;">θεωρούνται πλέον αποδείξεις </span><br />
<span style="color: #000000;">οι εξαρτήσεις που σ’ αυτές ενέδωσες </span><br />
<span style="color: #000000;">δε σου χρεώνονται άλλο στις ζημίες </span><br />
<span style="color: #000000;">όσο για το κωφάλαλο λευκό</span><br />
<span style="color: #000000;">του κάθε αμετάκλητου</span><br />
<span style="color: #000000;">χάνει θαρρείς την φοβερή του αίγλη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">-ένας απλός αβάσιμος χρησμός </span><br />
<span style="color: #000000;">που πια κατάντησε φτηνή δικαιολογία</span><br />
<span style="color: #000000;">παξιμαδάκια και κονιάκ </span><br />
<span style="color: #000000;">την ώρα που τελειώνουν τα προσχήματα </span><br />
<span style="color: #000000;">και πουθενά η συνέχεια </span><br />
<span style="color: #000000;">κι ό,τι εννόησες εννόησες-</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;">αν κάτι επιβιώσει του χαμού</span><br />
<span style="color: #000000;">πιότερο απ’ τα ερείπια και τις φωτογραφίες </span><br />
<span style="color: #000000;">θα ’ναι ο πολύχρωμος εικαστικός στρατός </span><br />
<span style="color: #000000;">που τον σχημάτισαν παιδιά </span><br />
<span style="color: #000000;">στα περιθώρια των βιβλίων</span><br />
<span style="color: #000000;">-σχέδια ασυνάρτητα, φιγούρες και συνθήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">παρεμβολές του αιώνιου </span><br />
<span style="color: #000000;">που μόνο αυτά αφουγκράζονται-</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ένας ασώματος στρατός </span><br />
<span style="color: #000000;">με μαρκαδόρους και ξυλομπογιές </span><br />
<span style="color: #000000;">να πολεμήσει να γραφτεί </span><br />
<span style="color: #000000;">η άλλη Ιστορία.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Του φορούσαν </span><br />
<span style="color: #000000;">την ειδική πράσινη ρόμπα </span><br />
<span style="color: #000000;">όταν ένα σμήνος οριγκάμι </span><br />
<span style="color: #000000;">ξεκίνησε πτήσεις τρελές </span><br />
<span style="color: #000000;">γύρω απ’ το δωμάτιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σήκωσε στον αέρα </span><br />
<span style="color: #000000;">βαμβάκια και περιοδικά</span><br />
<span style="color: #000000;">χάρτινες των αγίων εικονίτσες </span><br />
<span style="color: #000000;">κι έριξε κάτω </span><br />
<span style="color: #000000;">και της χειροτεχνίας ακόμη </span><br />
<span style="color: #000000;">το κόκκινο ψαλιδάκι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και τότε εκείνος </span><br />
<span style="color: #000000;">θυμήθηκε τα παιδικά Χριστούγεννα </span><br />
<span style="color: #000000;">να ευωδιάζουν &#8211; χιλιόμετρα μακριά &#8211; </span><br />
<span style="color: #000000;">μια πλάνη απροκάλυπτη</span><br />
<span style="color: #000000;">μια δυσανάλογη ακύρωση</span><br />
<span style="color: #000000;">άρρωστη από απαντοχή</span><br />
<span style="color: #000000;">έναν εσπερινό απαράλλαχτο</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ αυτόν του Επιταφίου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα εμφανίστηκε η δασκάλα του </span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί με κάτι γηραλέες νοσοκόμες </span><br />
<span style="color: #000000;">να σπρώχνουν αμαξίδια </span><br />
<span style="color: #000000;">με καθρεφτάκια αθάμπωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">πέλματα φρόνιμα, γυμνά</span><br />
<span style="color: #000000;">δίχως τα πέδιλά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">και μπάλες αδειανές απ’ το παιχνίδι τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον συνόδευσαν ως το υπόγειο </span><br />
<span style="color: #000000;">όμως εκεί </span><br />
<span style="color: #000000;">σε μιαν αλλιώτικη ρευστότητα </span><br />
<span style="color: #000000;">διάσημοι ωρολογοποιοί </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; σκυμμένοι πάνω </span><br />
<span style="color: #000000;">στην ακινητοποίηση των δευτερολέπτων &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">ήδη προσδένονταν </span><br />
<span style="color: #000000;">στη φωτισμένη σκόνη του φακού τους </span><br />
<span style="color: #000000;">για να βρεθούν </span><br />
<span style="color: #000000;">πενήντα μόλις μιλιγκράμ μετά </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; πεσμένοι και μικροσκοπικοί &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ελάχιστο διάστημα </span><br />
<span style="color: #000000;">της παρά κάτι έκπληξης</span><br />
<span style="color: #000000;">και του ολοσχερώς ματαιωμένου…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η επέμβαση </span><br />
<span style="color: #000000;">μπορούσε πια να ξεκινήσει. </span><br />
<span style="color: #000000;">Η νάρκωση που του έδωσαν </span><br />
<span style="color: #000000;">τον είχε πιάσει για καλά.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΘ’ ΕΞΙΝ ΕΞΑΡΘΡΗΜΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μου φαίνεται </span><br />
<span style="color: #000000;">πως δε μετράω πια σωστά</span><br />
<span style="color: #000000;">πως μου ξεφεύγουν </span><br />
<span style="color: #000000;">ημερομηνίες και αποστάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">πως είναι αργά πολύ </span><br />
<span style="color: #000000;">για να γεράσω και να εμπιστευτώ</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι παραπατώ και συνεχίζω</span><br />
<span style="color: #000000;">και συνεχίζω να παραπατώ</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στον άγριο θερισμό </span><br />
<span style="color: #000000;">και στα σαββατοκύριακα</span><br />
<span style="color: #000000;">-με διαγνωσμένη την αστάθεια στην επιγονατίδα-</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω σ’ αυτό το πάτωμα </span><br />
<span style="color: #000000;">που στρώθηκε για την περίσταση ειδικά </span><br />
<span style="color: #000000;">βελούδινα μαξιλαράκια για καρφίτσες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211;<em>Τι δένεις εδώ;</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">-Δένω του Μαρτιού τον ήλιο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να μη σε κάψει.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Και μη μου δείχνεις </span><br />
<span style="color: #000000;">τη σπασμένη ραχοκοκαλιά </span><br />
<span style="color: #000000;">στην ακτινογραφία</span><br />
<span style="color: #000000;">ήτανε κάποτε οστά κι επιθυμία</span><br />
<span style="color: #000000;">παράδοση άνευ όρων σε μπακιρένια σώματα </span><br />
<span style="color: #000000;">που, αν και τα βάραιναν μύριες κατηγορίες</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέραν καλά να παίζουν με τα αντίθετα </span><br />
<span style="color: #000000;">να τάζουν χαϊμαλιά και καθρεφτάκια </span><br />
<span style="color: #000000;">να κάνουν πως λιποθυμούν</span><br />
<span style="color: #000000;">να παραλύουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόρτες περιστρεφόμενες </span><br />
<span style="color: #000000;">που εντέλει με ζαλίσανε.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">-Τι δένεις εδώ;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">-Δένω του Μαρτιού τον ήλιο </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να μη σε κάψει.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα τώρα κύλησε ο υδράργυρος </span><br />
<span style="color: #000000;">έξω απ’ το θερμόμετρο</span><br />
<span style="color: #000000;">σώνεται η λευκή κι η κόκκινη κλωστή…</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">-Πες το άλλη μια και τελευταία </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πες: «τι δέ-νεις ε-δώ;»</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">-Όχι, δεν λέω.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μου πριονίζει η προστασία τον καρπό</span><br />
<span style="color: #000000;">τον μελανιάζει </span><br />
<span style="color: #000000;">βραχιόλι έπειτα γίνεται από αγκάθια μοβ </span><br />
<span style="color: #000000;">που, αν με ρωτήσετε, γιατρέ</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνον αυτά κατηγορώ </span><br />
<span style="color: #000000;">-κι όχι την υγρασία-</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτά</span><br />
<span style="color: #000000;">που πήγαν και ξεφύτρωσαν </span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα σε δυο σφυγμούς </span><br />
<span style="color: #000000;">και μου τρυπάνε τώρα </span><br />
<span style="color: #000000;">τις κλειδώσεις.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όλα ήταν αλλόκοτα </span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ εκείνο το εγχείρημα</span><br />
<span style="color: #000000;">θαρρείς και έπρεπε οπωσδήποτε </span><br />
<span style="color: #000000;">να ζευγαρώσουνε για το χορό </span><br />
<span style="color: #000000;">η ακροβάτισσα κι ο εγγαστρίμυθος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η συμφωνία εξ αρχής ήταν σαφής:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όσο το κενό θα επέμενε να διαστέλλεται</span><br />
<span style="color: #000000;">έγκλειστοι εμείς έξω απ’ τις παγίδες </span><br />
<span style="color: #000000;">θα ελεούσαμε μ’ έναν παράφωνο ψαλμό </span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι εγκαταλείψαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">θα στρέφαμε τα αναφιλητά </span><br />
<span style="color: #000000;">προς άλλες τρικυμίες </span><br />
<span style="color: #000000;">κι από φιλότιμο και μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">σύμφωνα και φωνήεντα θα κατεβάζαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; αντί για κλάμα &#8211; από τα μάτια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως τελείως ξαφνικά </span><br />
<span style="color: #000000;">και δίχως μιαν αναγγελία</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας σκαντζόχοιρος</span><br />
<span style="color: #000000;">πήρε τη θέση του εγγαστρίμυθου.</span><br />
<span style="color: #000000;"><em>Γύριζε! Γύριζε!</em> της έλεγε</span><br />
<span style="color: #000000;">και σε μια ξέφρενη φιγούρα</span><br />
<span style="color: #000000;">τρύπησε με τ’ αγκάθια του </span><br />
<span style="color: #000000;">της ακροβάτισσας το τούλινο κορμί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όσο γι’ αυτά που βλέπετε </span><br />
<span style="color: #000000;">σε τούτο το χαρτί γραμμένα </span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι παρά &#8211; όπως συμφωνήθηκε &#8211; </span><br />
<span style="color: #000000;">το κλάμα από τα μάτια της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΘΑ ΑΠΟΔΟΘΟΥΝ ΕΥΘΥΝΕΣ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;"><em>«Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει»  </em><br />
<em>Προς Κορινθίους Α΄, Κεφ. ΙΓ΄</em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε να μας έβρει το κακό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άμαθοι κι απροσάρμοστοι</span><br />
<span style="color: #000000;">γεμάτοι γρατζουνιές</span><br />
<span style="color: #000000;">συνωστιζόμασταν στην έξοδο κινδύνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλοι τη νόμιζαν σταθμό</span><br />
<span style="color: #000000;">για άλλους ήταν τέρμα</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως </span><br />
<span style="color: #000000;">όπως και να τον πεις τον παιδεμό</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλού είναι η παγίδα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να έρχεσαι </span><br />
<span style="color: #000000;">να υπάρχεις</span><br />
<span style="color: #000000;">να περνάς</span><br />
<span style="color: #000000;">και να μην είσαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο</span><br />
<span style="color: #000000;">δε θα αδικηθεί κανείς στη μοιρασιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι η ομορφιά θα πληρωθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η μεταμέλεια θα ελεγχθεί </span><br />
<span style="color: #000000;">για τις προθέσεις της</span><br />
<span style="color: #000000;">και ύποπτος δακρύων </span><br />
<span style="color: #000000;">ο Σεπτέμβρης θα θεωρηθεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ούτε να φαντάζεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">πως η αγάπη θα γλιτώσει </span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι που φεύγει και ξανάρχεται </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν εκκρεμές </span><br />
<span style="color: #000000;">αθώα σαν αμαρτωλή</span><br />
<span style="color: #000000;">που αείποτε εκπίπτει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το φταίξιμο που μας αναλογεί</span><br />
<span style="color: #000000;">θα αποδοθεί μέχρι δεκάρας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΓΩ ΤΟ ΛΕΩ ΔΕΙΛΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με την κηλίδα της ερημιάς </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν φήμη να εξαπλώνεται στο στήθος </span><br />
<span style="color: #000000;">πέρασα τοίχο τοίχο </span><br />
<span style="color: #000000;">τα μεσάνυχτα απέναντι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όχι όπως οι άλλοι </span><br />
<span style="color: #000000;">τυλιγμένοι το μαύρο πανί της σιωπής</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά με ηλεκτροφόρα σύρματα</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πλάτη μου ριγμένα </span><br />
<span style="color: #000000;">για το κρύο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλεγα…</span><br />
<em><span style="color: #000000;">δε θα εκμυστηρευτώ πουθενά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τον μυστικό συνδυασμό</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που δίχως δάχτυλα και χτένες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ξελύνει τα μαλλιά μου.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τι κατάφερα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας φεγγίτης</span><br />
<span style="color: #000000;">να πλέει μέσα στον καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας καθρέφτης </span><br />
<span style="color: #000000;">να πλέει πάνω στο κρεβάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα κρεβάτι άλιωτο </span><br />
<span style="color: #000000;">να φλέγεται στα θαύματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα και πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνη η γνωστή σχισμή </span><br />
<span style="color: #000000;">ίσα ίσα </span><br />
<span style="color: #000000;">για να χωρέσει ένα γράμμα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΑΡΑΒΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πέρα από κάθε υπολογισμό και φαντασία</span><br />
<span style="color: #000000;">κατώτεροι των περιστάσεων φανήκατε. </span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ας είχατε στα χέρια σας </span><br />
<span style="color: #000000;">ραβδάκι δυόσμου, τεχνητές αναπνοές </span><br />
<span style="color: #000000;">και κάνα δυο ζαχαρωτά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πλησιάσατε σαν λυτρωτές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αφού κερδίσατε </span><br />
<span style="color: #000000;">τη δύσπιστη καρδιά μας </span><br />
<span style="color: #000000;">αποσυρθήκατε σε μια γωνιά</span><br />
<span style="color: #000000;">και ρίξατε σφυρίζοντας τον κλήρο</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«…να δούμε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να δούμε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ποιος, ποιος, ποιος θα τα φυλάει…»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος; </span><br />
<span style="color: #000000;">Μα, φυσικά, εγώ </span><br />
<span style="color: #000000;">κι όχι μόνο τα νώτα μου </span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά τα ρούχα, τα γραφτά </span><br />
<span style="color: #000000;">τα μυστικά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και ό,τι άλλο θα μπορεί να φυλαχτεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άσε που από δω κι εμπρός </span><br />
<span style="color: #000000;">θα ανοίγω &#8211; ακόμη και στο τρένο &#8211; τα παράθυρα </span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε </span><br />
<span style="color: #000000;">όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες </span><br />
<span style="color: #000000;">θα γίνονται αμέσως παρελθόν </span><br />
<span style="color: #000000;">θα μεγαλώνουν μονομιάς οι νύχτες που έσφαλα </span><br />
<span style="color: #000000;">και το ξημέρωμα θα ναυαγεί </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν πυροβολισμός που ματαιώθηκε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ενώ εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ανεβαίνω ατάραχη</span><br />
<span style="color: #000000;">μια σκάλα από αναβολές </span><br />
<span style="color: #000000;">προτιμώντας για τρόπαιο </span><br />
<span style="color: #000000;">μια λέξη άγνωστη τελείως σ’ εσάς </span><br />
<span style="color: #000000;">από έναν κήπο με νάνους</span><br />
<span style="color: #000000;">και βαρετά θαύματα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έραβε γάντια </span><br />
<span style="color: #000000;">έκλεβε απ&#8217; τις βιβλιοθήκες </span><br />
<span style="color: #000000;">και είχε μεγάλη συλλογή </span><br />
<span style="color: #000000;">από λαμπάκια νυκτός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακούστηκε πως όλα άρχισαν</span><br />
<span style="color: #000000;">μ&#8217; εκείνο το ξαφνικό χτύπημα</span><br />
<span style="color: #000000;">του κουδουνιού</span><br />
<span style="color: #000000;">μα πιο πολύ με την ευκολία</span><br />
<span style="color: #000000;">που οι άλλοι δέχτηκαν να μπουν εγγυητές</span><br />
<span style="color: #000000;">για κάποιον άγνωστο Νοέμβρη</span><br />
<span style="color: #000000;">που δήθεν θα &#8216;σωζε τον κόσμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ότι περνούσε το πάτωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">για Ιορδάνη ποταμό</span><br />
<span style="color: #000000;">εκ πρώτης φάνηκε χαριτωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν όμως υπέβαλε τα σέβη της</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ένα κέικ με τζάνερα</span><br />
<span style="color: #000000;">τότε η ομίχλη εισέβαλε στην ιστορία</span><br />
<span style="color: #000000;">και ο τριγμός ξεκούρδισε</span><br />
<span style="color: #000000;">πιάνο, παιχνίδια και ρολόγια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ανθισμένη κερασιά στην πλάτη της</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως να ήταν μια εξήγηση</span><br />
<span style="color: #000000;">μια περηφάνια αλλιώτικη </span><br />
<span style="color: #000000;">για μια δικαιοσύνη </span><br />
<span style="color: #000000;">έστω και καθυστερημένη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις γιορτές</span><br />
<span style="color: #000000;">ζήτησε να της τυλίξουνε για δώρο </span><br />
<span style="color: #000000;">δυο τρεις φιάλες δακρυγόνων </span><br />
<span style="color: #000000;">σφαίρες, σφυριά και έναν σιγαστήρα </span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε ολόκληρο το παρελθόν </span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί κι οι υποσχέσεις </span><br />
<span style="color: #000000;">γλίστρησαν κάτω απ&#8217; το κρεβάτι της </span><br />
<span style="color: #000000;">και κρύφτηκαν </span><br />
<span style="color: #000000;">λες κι ήταν κάποτε αληθινά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα πράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">μπαίναν σιγά σιγά στη θέση τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η γαλοπούλα άχνιζε στο γιορτινό τραπέζι </span><br />
<span style="color: #000000;">μανικετόκουμπα και φο μπιζού </span><br />
<span style="color: #000000;">ματαίως χέρια και λαιμούς αποζητούσαν </span><br />
<span style="color: #000000;">ενώ εκείνη</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτογράφιζε πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">έβαζε πίσω στο κουτί της την περούκα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι άλλωστε</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είχε λόγους άλλους πια </span><br />
<span style="color: #000000;">τη ζωντανή να προσποιείται.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στα σπίτια μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;">οι λέξεις είναι χωρισμός</span><br />
<span style="color: #000000;">μια ύπουλη λιτάνευση ληγμένων υποσχέσεων</span><br />
<span style="color: #000000;">μια ανόητη υπομονή ανάμεσα σε δυο πνιγμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">τη λάμψη των χρυσών δαχτυλιδιών</span><br />
<span style="color: #000000;">και τη φριχτή αναπνοή του γηραλέου ζώου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πονάνε οι ταγμένοι να ημερέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τη φωνή τής μέσα χορωδίας</span><br />
<span style="color: #000000;">ματώνουν ολομόναχοι</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στην κρυψώνα του καημού</span><br />
<span style="color: #000000;">καμιά φορά πάνω χιμούν στους προβολείς</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ύστερα επιστρέφουνε πάλι στο ίδιο ψέμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βολεύονται όπως όπως</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ αυτό το θερμοκήπιο κλουβί</span><br />
<span style="color: #000000;">που βλέπει στον ακάλυπτο</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έχει την πλάτη του στραμμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">στα διλήμματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαμπό και νοτισμένο το κλουβί</span><br />
<span style="color: #000000;">θαρρείς κι αχνίζουν δάκρυα σε κελιά</span><br />
<span style="color: #000000;">πριν από την εκτέλεση</span><br />
<span style="color: #000000;">μα το αποδίδουν έντεχνα</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αχνιστή τους σούπα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε, ένας απ’ αυτούς</span><br />
<span style="color: #000000;">–περιορισμένων μάλλον αντοχών–</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν άστρο πέφτει αιφνίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στον φωταγωγό</span><br />
<span style="color: #000000;">ψελλίζοντας για τελευταία φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">χαϊδευτικά το όνομά του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">οι υπόλοιποι</span><br />
<span style="color: #000000;">γδέρνουν επάνω κάτω το παρκέ</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιοι επιλέγουν καθιστή διαμαρτυρία</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ελάχιστοι πιο τολμηροί</span><br />
<span style="color: #000000;">ανοίγουν τα προσχέδια</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτογραφίζουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">ασκήσεις επί χάρτου και μακέτες</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εκδίδουνε τα Άπαντα</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιημάτων που δεν τύπωσαν ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιημάτων που ούτε γράφτηκαν.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΑΦΡΑΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο ύπνος μου καμιά φορά τινάζεται ψηλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες </span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλλος μισός να τρέχει να κρυφτεί </span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τους τελωνοφύλακες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον στεναγμό τότε κυκλώνουν νυχτερίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτός</span><br />
<span style="color: #000000;">-με σαλεμένα παραμιλητά- </span><br />
<span style="color: #000000;">φόβους φοβάται και φοβίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">και εγκαύματα σταλάζει στα σεντόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">μέχρι ολοκαυτώματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως αν έλειπαν τα ρούχα απ’ την καρέκλα</span><br />
<span style="color: #000000;">αν δεν απέφευγα τον φωτογράφο στα γενέθλια</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν έστω και για μια φορά δεν έχανα τον δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορεί και να μην μπέρδευα </span><br />
<span style="color: #000000;">τα λόγια με τα δάκρυα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο</span><br />
<span style="color: #000000;">θα σκουπίσω όλη την καταχνιά </span><br />
<span style="color: #000000;">από το πρόσωπό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και άφοβη θα ξανοιχτώ </span><br />
<span style="color: #000000;">σε γάργαρο άσπρο γέλιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ούτε στιγμή μην αμφιβάλετε γι’ αυτό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι όμως τώρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αύριο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">…ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ</span></strong></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Υπάρχει κάπου ένα τέρμα </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που τίποτα εκεί δε λιγοστεύει.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Καμιά αφορμή δε στέκεται ικανή</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ν’ ανοίξει τα παράθυρα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να μπει ο αέρας ο τρελός</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που ανακατώνει τα χαρτιά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και ξέσκεπα αφήνει στη νεροποντή </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">χρώματα και προσχήματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μέχρι να ξεθωριάσουν.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Υπάρχει κάπου και γαλήνη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">γαλάζια και γυαλιστερή</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">όπως τα κυριακάτικα λουστρίνια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και οι ποδόγυροι εκεί </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ποτέ δεν είναι λασπωμένοι</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ούτε τα λόγια στήνουν ενέδρες </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε κανέναν.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τέτοια μελιστάλαχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">και άλλες υποσχέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">μη διανοηθείτε άλλη φορά </span><br />
<span style="color: #000000;">να νανουρίσετε μικρά παιδιά.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΜΕ ΕΛΑΦΡΕΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ούτε σαλεύει, ούτε ξαγρυπνά </span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε να θυμηθεί μπορεί</span><br />
<span style="color: #000000;">τους λόγους </span><br />
<span style="color: #000000;">που κάθε απόγευμα κουτσαίνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανέναν πειθαναγκασμό </span><br />
<span style="color: #000000;">δε θα καταδεχόταν</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ας έσφιγγε στα δόντια της</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα πελώριο δάσος ουρλιαχτών</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εκείνη τη μικρή κλωστή</span><br />
<span style="color: #000000;">που συγκρατεί, πριν ξηλωθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα πουλόβερ από χιόνι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δυο τρεις φωτογραφίες κουνημένες</span><br />
<span style="color: #000000;">μια χούφτα δευτερόλεπτα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αμέτρητα γυαλιστερά καρφιά</span><br />
<span style="color: #000000;">ήτανε όλα κι όλα τα απαραίτητα</span><br />
<span style="color: #000000;">για το ταξίδι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">BERLIN ALEXANDERPLATZ</span></strong></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Κανονικά, με λένε Σόνια.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Μίτσε, με βάφτισε ο Φραντς </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">&#8211; μονόχειρας, μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Τη μέρα προτιμώ να υπνοβατώ.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Με ένα νόμισμα κρυμμένο στο μαντίλι </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">περνάω βιαστικά έξω από τα προάστια </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σκιές ευκίνητες πουλώ στην Alexanderplatz</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στα ενυδρεία σπάζω τις φυσαλίδες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι αφού των πληκτικών επεισοδίων </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">διασχίζω την ομίχλη </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">βρίσκομαι σώα σαν νεκρή</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στο τέλος της θλιμμένης ιστορίας.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πλατεία γέμισε μεμιάς αρωματοπωλεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έξω απ’ τις χαραμάδες των πληγών</span><br />
<span style="color: #000000;">πλημμύρα ακυβέρνητη </span><br />
<span style="color: #000000;">λεβάντα και θυμίαμα</span><br />
<span style="color: #000000;">γαζία και λιβάνι.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Όμως, εγώ </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πάντοτε αλήθεια σού έλεγα, Φραντς.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Ω, μα και βέβαια μπορούσα </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μόνο εσένα ν’ αγαπώ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ο άλλος ήτανε παιδί, μπορεί και γέρος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μην τα σκαλίζεις τώρα πια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ήπιε απλώς ένα κονιάκ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">έβαλε φωτιά στα μαλλιά της μαριονέτας </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι έπειτα εξαφανίστηκε.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Κι άφησε, Φραντς </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τι θες κι ανοίγεις τώρα το πορτάκι </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">άστο μες στο κλουβί του το πουλί</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μη μου το πνίγεις</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πονάω, Φραντς, με σφίγγεις, Φραντς</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">χύθηκε κάτω όλο το νερό </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ποτέ ξανά τιτίβισμα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ποτέ ξανά μισή αγκαλιά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">γέμισε πούπουλα ο αέρας, Φραντς </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">δε σε ακούω πια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πούπουλα και φτερά </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">δε σε πονάω πια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μόνο φτερά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">δε με πειράζει τώρα πια…</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι άνθρωποι στο δάσος </span><br />
<span style="color: #000000;">πεθαίνουν πάντα από ντροπή.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΥΠΟΚΛΙΣΗ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;"><em><span style="color: #000000;">«Πραγματικά εκλεπτυσμένοι</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">είναι μόνο οι νεκροί» </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">JANE AUSTEN</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Στους δρόμους χορωδίες και γιορτές</span><br />
<span style="color: #000000;">ξύλινοι πάγκοι με γλυκά</span><br />
<span style="color: #000000;">συνωμοσία και άγνοια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παλιά βαγόνια στις αλάνες</span><br />
<span style="color: #000000;">μεταμφιέζονται πυρετωδώς</span><br />
<span style="color: #000000;">σε καμαρίνια με χρωματιστά φτερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σβηστά λαμπιόνια, φωσφορίζουσες σκιές</span><br />
<span style="color: #000000;">ρόμπες σατέν και γούνινα μανσόν</span><br />
<span style="color: #000000;">να αστράψουν ετοιμάζονται </span><br />
<span style="color: #000000;">για τη βραδιά των χειροκροτημάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκηνοθέτης:</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211;<em>Σκορπίστε, γρήγορα, στα σκηνικά</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">μπαχάρια και λουίζες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να καλυφθεί ως το απόγευμα </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">η μυρωδιά της ναφθαλίνης…</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ερασιτέχνες πυροτεχνουργοί</span><br />
<span style="color: #000000;">και αστυφύλακες</span><br />
<span style="color: #000000;">εν είδει Επιταφίου περιφέρουν</span><br />
<span style="color: #000000;">κλουβιά με ντροπαλούς Αμβρόσιους </span><br />
<span style="color: #000000;">και ξεπεσμένες Ιουλίες</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; κάτι αναμμένα κηροπήγια κρατούν </span><br />
<span style="color: #000000;">και απαγγέλλουν &#8211;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">την ίδια ώρα που αλλού</span><br />
<span style="color: #000000;">σε υγρό βάθος σκοτεινό </span><br />
<span style="color: #000000;">ήδη η Γκρέτα μακιγιάρεται</span><br />
<span style="color: #000000;">πανέτοιμη να κοιταχτεί στα δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;">ενός ακόμη ανάξιου θαυμαστή</span><br />
<span style="color: #000000;">που θ’ αρνηθεί να την πυροβολήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">ενώ ο ωραίος Ολιβιέ </span><br />
<span style="color: #000000;">προβάρει την υπόκλιση</span><br />
<span style="color: #000000;">στο μαύρο κοκτέιλ φόρεμα </span><br />
<span style="color: #000000;">της Όντρεϊ που κρυώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ντελάλης:</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211;<em>Σήμερα</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">επισκέπτεται την πόλη σας</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για μια μοναδική βραδιά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ο φημισμένος θίασος </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που εμφανίζει επί σκηνής</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πασίγνωστους νεκρούς ηθοποιούς </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">του κλασικού ρεπερτορίου.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Για μια βραδιά αποκλειστικά </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μία ολόκληρη εποχή θα αναστηθεί</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">όμως δε θα το ξέρει.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Να υποκριθείτε, συνεπώς</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ότι δεν πέθαναν ποτέ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πως παίζουν ασταμάτητα και δε γερνούν </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πως δε μεσολαβήσαν χώματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αφιερώματα εκτενή και νοσταλγίες.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Να είστε, εξ’ άπαντος, όλοι εκεί!</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Και μη σκεφτείτε, φυσικά, το εισιτήριο.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Η ανατριχίλα απόψε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">θα είναι δωρεάν!</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΛΙΕΣ ΑΜΗΧΑΝΙΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Να τελειώσει πια και τούτη η μετακόμιση </span><br />
<span style="color: #000000;">και κάποιος να μαζέψει </span><br />
<span style="color: #000000;">τα καμένα σπίρτα από το πάτωμα </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; καμένα αδίκως βέβαια</span><br />
<span style="color: #000000;">αφού και τα όνειρα κι ο θάνατος </span><br />
<span style="color: #000000;">φωτίζονται από μέσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να θυμηθώ και ν’ αποχαιρετίσω </span><br />
<span style="color: #000000;">όπως ξέρουν ν’ αποχαιρετιούνται </span><br />
<span style="color: #000000;">μόνον οι ασθενείς</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν ο ένας απ’ τους δυο </span><br />
<span style="color: #000000;">πρώτος το θάλαμο εγκαταλείπει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περάσαμε επιτυχώς όλες τις αμαρτίες</span><br />
<span style="color: #000000;">μα πριν απ’ την καταστροφή</span><br />
<span style="color: #000000;"><em>«Τας θύρας! Τας θύρας!»</em>, φώναξαν</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">αν και μας κάλυπτε </span><br />
<span style="color: #000000;">όπως παλιά στην τάξη η δασκάλα μας </span><br />
<span style="color: #000000;"><em>είν&#8217; η σειρά σου</em>, μού είπανε</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά εγώ ως συνήθως δείλιασα </span><br />
<span style="color: #000000;">και κάπως έτσι άρχισε σιγά σιγά </span><br />
<span style="color: #000000;">η φόδρα μες στην τσέπη </span><br />
<span style="color: #000000;">να ξηλώνεται.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΡΕΖΕΝΤΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνη:</span><br />
<em><span style="color: #000000;">-Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τα λόγια μου με τη φωνή μου.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ηχώ από βράχια που έπεφταν </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ίχνη γεμάτη μιας αφής </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που όμως της λείπαν δάχτυλα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">-κάποιος μετράει </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τα βρίσκει πάντοτε λειψά- </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μια επανάληψη αστροφεγγιάς </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι ύστερα πάλι το άδειο</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">και όταν λέμε άδειο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">δεν εννοούμε τη σιωπή </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αλλά να ζεις το αταίριαστο </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνος:</span><br />
<em><span style="color: #000000;">-Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ανέλπιστα κάποια στιγμή </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">η ηλικία του καθρέφτη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">&#8211; θα λήξει κάποτε κι αυτή </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σύντομη σαν διήγηση </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με έκβαση προβλεπόμενη &#8211;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Η απάντηση θα ’ρθει μια βραδιά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">του κόσμου όλα τα σεντόνια </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">-τι θά ’βρουν τότε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να φορέσουν τα φαντάσματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για να μας διεκδικήσει;</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνη:</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211;<em>Μα τι κουβέντες κύριε</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">τι απερισκεψία</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αίφνης πραγματοποιηθούν </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">-για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα- </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πού θα παιχτεί </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι εμείς που ως γνωστόν </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φοβόμαστε το χιόνι</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">χωρίς μία παράσταση</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">πώς θα περάσουμε το απόγευμα </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πριν τη Μεγάλη Νύχτα;</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΙΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αχνίζανε τα πόδια μου </span><br />
<span style="color: #000000;">σε κυανά παγάκια βυθισμένα </span><br />
<span style="color: #000000;">απόκρημνο σπήλαιο ιδιωτικό</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; τίποτα το σπουδαίο &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">μια πρόχειρη εγκατάσταση υπόγειου πνιγμού</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν τον άκουσα συγκλονισμένο να μιλά </span><br />
<span style="color: #000000;">για το κρυμμένο νόημα των χειρογράφων </span><br />
<span style="color: #000000;">και τις αλληγορίες των ματαιώσεων.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">&#8211; «Πώς μπήκατε απρόσκλητος στο ασφυκτικό τοπίο;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Πώς παρακάμψατε το πλαίσιο και τον πυρετό;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Κι όλοι αυτοί που δακρυσμένοι σας ακούν </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">χωρίς να σας γυρεύουν αποδείξεις</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τίνος σινιάλο περιμένουν </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να κατεβούν επιτέλους απ’ τη σκάλα;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Θα μου απαντήσετε λοιπόν;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Πώς ήρθατε και από πού;</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">-Μα, από τις προσωπογραφίες φυσικά.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Εύκολα εξαγοράζονται οι μορφές</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με ένα χάδι στα μαλλιά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ιδίως αυτές που δε χαμογελούν».</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Όσο για εσάς,</em> μου τόνισε</span><br />
<em><span style="color: #000000;">«τον λιγοστό καιρό που απομένει </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">υπόσχομαι μαζί μου να είστε ασφαλής.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Θα ’ναι σβησμένο το σκοτάδι </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">από τις πυρκαγιές του</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι οι στοχασμοί ευσχήμως θα διακόπτονται</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">απ’ το σωτήριο κενό.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Επείγει, ωστόσο, να αποφύγετε τη σύγχυση.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Ό,τι λευκό κινείται μες στον έρωτα </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μην το περάσετε κι εσείς για περιστέρι. </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που αλλάζει χέρια βιαστικά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και χρησιμοποιείται ενίοτε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σαν αιμοστατικό.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα πόδια μου είχανε μουδιάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ρώτησα αν μου επέτρεπε</span><br />
<span style="color: #000000;">να αντιγράψω το αίνιγμα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όταν αυτός συμφώνησε</span><br />
<span style="color: #000000;">του ζήτησα ν’ ανάψει τα πολύφωτα </span><br />
<span style="color: #000000;">και να στραφεί να με κοιτάξει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ III</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όταν οι επισκέπτες έφευγαν </span><br />
<span style="color: #000000;">με συμβούλεψαν να ξεχάσω τη μυρωδιά </span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ το καμένο σιμιγδάλι μες στο σπίτι </span><br />
<span style="color: #000000;">και να μην εκδικηθώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκοπός μου, είπαν</span><br />
<span style="color: #000000;">έπρεπε να ’ναι το άσκοπο</span><br />
<span style="color: #000000;">η στιγμή της τρυφερής συνενοχής</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως όταν μεσάνυχτα </span><br />
<span style="color: #000000;">σε θαλασσάκι απόμερο</span><br />
<span style="color: #000000;">πευκοβελόνες κι εραστές </span><br />
<span style="color: #000000;">πυροδοτούν βεγγαλικά </span><br />
<span style="color: #000000;">κι ούτε λυγμός ούτε χαμόγελο</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε καν …<em> κρυώνω εδώ που μ’ άφησες</em></span><br />
<span style="color: #000000;">ή … <em>ας σταματήσει πια αυτή η μουσική.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά τους ρώτησα </span><br />
<span style="color: #000000;">τι θα ’πρεπε να κάνω </span><br />
<span style="color: #000000;">για τον υπόλοιπο καιρό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Τη χαρούμενη</em>, μου απάντησαν</span><br />
<span style="color: #000000;">μα όταν επέμεινα λιγάκι να σοβαρευτούν</span><br />
<span style="color: #000000;">μου μίλησαν για κάποιον </span><br />
<span style="color: #000000;">που έγινε πορσελάνη</span><br />
<span style="color: #000000;">και σε μια νύχτα μέσα έσπασε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κλείδωσα πίσω τους διπλά</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα αμαρτήματα μεμιάς </span><br />
<span style="color: #000000;">θαρρείς και συγχωρήθηκαν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι έγινε αυτό, για να φανεί </span><br />
<span style="color: #000000;">το πολύ προχωρημένο της ώρας </span><br />
<span style="color: #000000;">κάτι που εμφανώς προέκυπτε </span><br />
<span style="color: #000000;">κι απ’ τα σφιγμένα χέρια μας </span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω από τα σκεπάσματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μία συνήθεια παλιά </span><br />
<span style="color: #000000;">όταν η πόρτα άνοιγε απότομα </span><br />
<span style="color: #000000;">και με αδέξιες κινήσεις </span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιος ψαχούλευε τα πράγματά μας</span><br />
<span style="color: #000000;">λες κι ήθελε να μας θυμίσει </span><br />
<span style="color: #000000;">ότι το σύρσιμο που ακούγεται </span><br />
<span style="color: #000000;">από τα περασμένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">είν’ οι παντόφλες και η νυχτικιά </span><br />
<span style="color: #000000;">γύρω από το μουγκό τηλέφωνο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ </span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">                 Ή</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">ΚΑΠΝΙΖΟΝΤΑΣ SILK CUT Μ’ ΕΝΑΝ ΡΙΝΟΚΕΡΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οδηγημένη από ένα ένστικτο τυφλό</span><br />
<span style="color: #000000;">βράδυ παρά βράδυ </span><br />
<span style="color: #000000;">διέσχιζε σιωπηλή την πολιτεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνούσε ολόισια </span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα απ’ τις φωτεινές ρεκλάμες των κτιρίων </span><br />
<span style="color: #000000;">κι εκεί πρώτα δοκίμαζε ελαστικά καλσόν </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; όχι όμως για τις γάμπες της &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">το πρόσωπό της σκόπευε </span><br />
<span style="color: #000000;">για τη ληστεία να καλύψει</span><br />
<span style="color: #000000;">αφού κι η Τράπεζα </span><br />
<span style="color: #000000;">το χαμηλό της επιτόκιο διαφήμιζε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι εκείνη έλεγε </span><br />
<span style="color: #000000;">να το τολμήσει τελικά το ταξιδάκι </span><br />
<span style="color: #000000;">προς τα εξωτικά νησιά της διπλανής αφίσας</span><br />
<span style="color: #000000;">δίχως να στερηθούν και τα παιδιά </span><br />
<span style="color: #000000;">της σχολικής χρονιάς τα φροντιστήρια </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; <em>«μέχρι τις είκοσι οι εγγραφές»</em> </span><br />
<span style="color: #000000;">αναβόσβηνε απειλητικά</span><br />
<span style="color: #000000;">η πινακίδα στο μπαλκόνι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα έσκιζε στα δυο </span><br />
<span style="color: #000000;">τη μοβ μεταξωτή μαντίλα </span><br />
<span style="color: #000000;">και κάπνιζε παρέα με τον ρινόκερο</span><br />
<span style="color: #000000;">τα είκοσι τσιγάρα απ’ το πακέτο.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Μου έχουν αναθέσει να προλάβω</span></em><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; του εξηγούσε διαρκώς &#8211; </span><br />
<em><span style="color: #000000;">κι όσο για </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τις υποτιθέμενες φιλίες μου με αγνώστους</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">βάλ’ το, επιτέλους μια για πάντα στο μυαλό σου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ο σωστός χρόνος </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κρύβεται συστηματικά πίσω από την κουρτίνα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και ούτε να σε ξεγελά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">των φαρμακείων που διανυκτερεύουν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">η δήθεν ευσπλαχνία.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Ένα άγριο παραμιλητό κι ένα λαχάνιασμα </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">θα φτάσουν ίσως κάποτε στον ελεήμονα Θεό.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Τα υπόλοιπα αναφιλητά κι οι περαιτέρω ικεσίες </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μες στο προαύλιο που υπήρξαμε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">θα «διαλυθούν ησύχως».</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Παρά τις τόσες προειδοποιήσεις να παραιτηθώ </span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την αγαπημένη μου συνήθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">εγώ επέμενα πως με τον τρόπο αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;">θα διαλευκάνω μια για πάντα το μυστήριο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παλιά υπόθεση &#8211; ως γνωστόν &#8211; η αφηρημάδα</span><br />
<span style="color: #000000;">γι’ αυτό κι εγώ θα μάζευα τριγύρω μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι οι άλλοι κάποτε για λόγους ανεξήγητους</span><br />
<span style="color: #000000;">το είχανε ξεχάσει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα σακάκι, μιαν ομπρέλα, ένα κασκόλ. </span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιον απλήρωτο λογαριασμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την τηλεφωνική γραμμή ανοιχτή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Της προηγούμενης βραδιάς τον εφιάλτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα απλωμένα ασπρόρουχα στην καλοκαιρινή βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χάπι για τον ίλιγγο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα σπίρτα τους και τον φακό. </span><br />
<span style="color: #000000;">Το δρύινο συρτάρι κλειδωμένο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα λόγια τους απ’ το θεατρικό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το παρελθόν μαζί με τ’ όνομά τους. </span><br />
<span style="color: #000000;">Την κρυψώνα και το παρασύνθημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την επέτειο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα, απ’ όλα πιο πολύ…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον δρόμο να επιστρέψουνε στο σπίτι. </span><br />
<span style="color: #000000;">Τον όρκο. </span><br />
<span style="color: #000000;">Την υπογραφή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα δακτυλικά αποτυπώματα </span><br />
<span style="color: #000000;">στα πόμολα επάνω.</span></p>
<p>.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΡΕΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σπασμένα όλα τα φράγματα </span><br />
<span style="color: #000000;">κι η μόνη νίκη του νερού </span><br />
<span style="color: #000000;">να ομολογεί την ξηρασία του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακίνητη και η όραση</span><br />
<span style="color: #000000;">στάχτη κι ανατολή ομίχλης </span><br />
<span style="color: #000000;">έξω απ’ την πόρτα </span><br />
<span style="color: #000000;">που δεν άνοιξε στον κίνδυνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η λάσπη ορίζει τώρα την απόσταση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως, πού να βρεις έναν άνθρωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">που να κρατά τον λόγο του</span><br />
<span style="color: #000000;">την κρίσιμη ώρα να μπορεί </span><br />
<span style="color: #000000;">να κάνει τον αδιάφορο</span><br />
<span style="color: #000000;">να κρύψει έστω ένα παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω από το τραπέζι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι άλλοι έξω χτυπάνε στα τυφλά</span><br />
<span style="color: #000000;">η μια πίσω απ’ την άλλη </span><br />
<span style="color: #000000;">κλειδώνονται οι εξώπορτες </span><br />
<span style="color: #000000;">και λόγια πια παρηγοριάς </span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε στη σκόνη γράφονται </span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε και στα βιβλία.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ (2008)</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΠ&#8217; ΩΡΑ Σ&#8217; ΩΡΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αέρας σκουριασμένος φυσάει στο δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τη μεριά παλιάς πληγής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δαγκάνει ο τρόμος το μυαλό</span><br />
<span style="color: #000000;">και ναυαγός στον ίλιγγο</span><br />
<span style="color: #000000;">ζάλη τη ζάλη</span><br />
<span style="color: #000000;">σε λαμαρίνες και ξερόκλαδα σκοντάφτω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μια αποθήκη γυαλικών</span><br />
<span style="color: #000000;">κλειδώθηκαν τα χρόνια μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κορίτσια απαρηγόρητα</span><br />
<span style="color: #000000;">φορούνε τις κουρτίνες νυφικό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι νεραϊδούλες νόσησαν</span><br />
<span style="color: #000000;">και βήχουν ασταμάτητα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όσο να πεις</span><br />
<span style="color: #000000;">μια άλλη οικειότητα θεριεύει στο σκοτάδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Υποδειγματικά εξέτισα </span><br />
<span style="color: #000000;">όποιο κενό μού αναλογεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο λίγο ξαφνιάστηκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσα σωσίβια, τόση εγκαρτέρηση</span><br />
<span style="color: #000000;">κι απ’ ώρα σ’ ώρα </span><br />
<span style="color: #000000;">η στάθμη του νερού να εξαντλείται.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μ&#8217; άρπαζαν απειλητικά απ’ το λαιμό </span><br />
<span style="color: #000000;">όλα εκείνα που φοβόμουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αυτό αν το καλοσκεφτείς </span><br />
<span style="color: #000000;">ήταν λιγάκι διφορούμενο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έμοιαζε πως εγώ ακολουθούσα </span><br />
<span style="color: #000000;">-με κάποια απόσταση ασφαλείας φυσικά- </span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνους που μετέφεραν </span><br />
<span style="color: #000000;">έναν βρεγμένο κήπο </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; άνθρωποι τρομαγμένοι, σκοτεινοί</span><br />
<span style="color: #000000;">που παραμέριζαν τον ίσκιο τους</span><br />
<span style="color: #000000;">και στην αληθινή τους ιστορία</span><br />
<span style="color: #000000;">θριαμβικά εισέρχονταν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">έχοντας πρώτα διά παντός απαρνηθεί </span><br />
<span style="color: #000000;">τις παιδικές τους βεβαιότητες</span><br />
<span style="color: #000000;">ατάραχοι ξανάμπαιναν στον χθεσινό τους εφιάλτη</span><br />
<span style="color: #000000;">για να τραβήξουν απ’ την τράπουλα</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάλι το κακό χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό που κάνει τις βελόνες στις πυξίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">να τρελαίνονται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι όσοι είναι έτοιμοι στη σκάλα γι’ αναχώρηση</span><br />
<span style="color: #000000;"><em>-βοηθείστε να πεθάνουμε</em>, να εκλιπαρούν</span><br />
<em><span style="color: #000000;">αλλά φροντίστε, όσο γίνεται, να είναι οριστικό»</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αφού απ’ το ημίψηλο δε βγαίνουν περιστέρια </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι όλες οι διευκρινήσεις </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">δεν αναφέρουν πουθενά τους ψευδομάρτυρες </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που διαβεβαίωναν πως στον κατακλυσμό </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">θ’ ακούγονταν καμπάνες.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνήθως έτσι γίνεται </span><br />
<span style="color: #000000;">και τελικά υπερισχύει η βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">που φτάνει πάντα τελευταία</span><br />
<span style="color: #000000;">και σαν Ημέρα Κρίσεως</span><br />
<span style="color: #000000;">με μιας όλα τα εγκλήματα αθωώνει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θα &#8216;λεγα πως πηγαίνετε καλά!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως την επόμενη εξέταση</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν αποκλείεται να &#8216;χετε γίνει άγγελος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλέπετε, πολλοί οι υποψήφιοι</span><br />
<span style="color: #000000;">και πόσες υποσχέσεις αναβολής να δώσεις;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!</span><br />
<span style="color: #000000;">Και βέβαια το ξέρω</span><br />
<span style="color: #000000;">πως μόνο σ’ εσάς δε θα συμβεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσείς απλώς θα επαναλαμβάνετε</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ρυθμό της ατμομηχανής τη φράση:</span><br />
<em><span style="color: #000000;">Σε τρία καλοκαίρια θα επισκεφθώ το Μόναχο</span></em><br />
<span style="color: #000000;">και εναλλακτικά:</span><br />
<em><span style="color: #000000;">θέλουνε άλλαγμα οι μεντεσέδες της ντουλάπας.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσο για τις φοβίες σας και τα κακά σας όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;">ας μη συγχέουμε την υστερία με το ένστικτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανώδυνα, ότι συμβεί, θα το αντιμετωπίσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">σε σταδιακές μικρές απώλειες καταφεύγοντας:</span><br />
<span style="color: #000000;">πρώτα μαλλιών</span><br />
<span style="color: #000000;">-να μη σκαλώνουν οι μορφές κατά την έξοδό τους-</span><br />
<span style="color: #000000;">μετά κιλών</span><br />
<span style="color: #000000;">-καμιά βαρύτητα δεν εγγυήθηκε ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">μια δεύτερη ανάγνωση του βίου-</span><br />
<span style="color: #000000;">και τέλος χρώματος</span><br />
<span style="color: #000000;">-αυτό έχει σχέση με τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά πού να σας το εξηγώ επακριβώς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άλλωστε </span><br />
<span style="color: #000000;">σας μιλώ ως ιατρός</span><br />
<span style="color: #000000;">ανίατων ψευδαισθήσεων</span><br />
<span style="color: #000000;">και πόθων που ασεβώς κακοφορμίζουν.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">0 θάνατος αποβραδίς μας έφραζε το δρόμο </span><br />
<span style="color: #000000;">κι εγώ που από μικρό παιδί </span><br />
<span style="color: #000000;">τα έτρεμα τα καλοκαίρια </span><br />
<span style="color: #000000;">θα μου έφτανε, έλεγα, μία χειρονομία </span><br />
<span style="color: #000000;">ένα ανέλπιστο κλείσιμο λογαριασμών </span><br />
<span style="color: #000000;">όπως</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όλα τα φίδια, οι εχθροί και οι κλεισμένοι δρόμοι</span><br />
<span style="color: #000000;">λειωμένες απειλές κατρακυλούν</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στο νεροχύτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως σιδηρουργείο η ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;">και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές</span><br />
<span style="color: #000000;">αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους</span><br />
<span style="color: #000000;">και πανωφόρια αδειανά</span><br />
<span style="color: #000000;">μπαίνουν ν&#8217; ακτινοβοληθούν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας </span><br />
<span style="color: #000000;">κοντεύω να πιστέψω </span><br />
<span style="color: #000000;">πως ίσως και να με ακούς </span><br />
<span style="color: #000000;">πώς κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ. </span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα, λέω, θα φταίει που δε γνωρίζω </span><br />
<span style="color: #000000;">τη διάλεκτο των περιστεριών </span><br />
<span style="color: #000000;">μπορεί το ασταθές του χαρακτήρα μου </span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως κι εκείνη ή καθ&#8217; έξιν υπνηλία μου </span><br />
<span style="color: #000000;">τις Κυριακές στον όρθρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως κακά τα ψέματα </span><br />
<span style="color: #000000;">ήρθε ο καιρός</span><br />
<span style="color: #000000;">τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε </span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα </span><br />
<span style="color: #000000;">κι η χρυσαφένια άμαξα </span><br />
<span style="color: #000000;">ξανάγινε κολοκύθα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί να έφταιγε </span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνο το χυδαίο πλήθος των τύψεων </span><br />
<span style="color: #000000;">που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε </span><br />
<span style="color: #000000;">στην άκρη της γιορτής </span><br />
<span style="color: #000000;">ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και δε μιλώ γι’ αυτό που</span><br />
<span style="color: #000000;">η παιδική απελπισία επινοεί</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο </span><br />
<span style="color: #000000;">τρίμματα ερήμου προσπαθείς</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ τη γλώσσα σου να κρύψεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια </span><br />
<span style="color: #000000;">πολύ μετά θα ανακάλυπτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μιλώ για όσα προηγήθηκαν </span><br />
<span style="color: #000000;">στους κάτασπρους διαδρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;">που βγάζουνε σ’ ανηφοριές </span><br />
<span style="color: #000000;">με οιδήματα λουλούδια</span><br />
<span style="color: #000000;">φαινόλης και ιωδίου ευωδιές </span><br />
<span style="color: #000000;">και δάση</span><br />
<span style="color: #000000;">με φορητούς μεταλλικούς κορμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; τσαμπιά του αλουμινόχαρτου &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">να στάζουν τα φαρμάκια τους </span><br />
<span style="color: #000000;">στο αφελές σου αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">να μάθει αυτό που ήθελε οικειότητες</span><br />
<span style="color: #000000;">και άλλα τραταρίσματα </span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη</span><br />
<span style="color: #000000;">που πάνω που τα λόγια σου</span><br />
<span style="color: #000000;">φαρσί τ’ αποστηθίζεις</span><br />
<span style="color: #000000;">έρχεται και &#8211; κακήν κακώς –</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω σε βγάζει από το έργο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όλα θαρρείς </span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ απορροφάει ο κραδασμός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη </span><br />
<span style="color: #000000;">που ιερουργεί τον θάνατο</span><br />
<span style="color: #000000;">μια πνιγηρή αντιφεγγιά</span><br />
<span style="color: #000000;">που εισέρχεται στο χόρτο </span><br />
<span style="color: #000000;">με δακρυγόνα κι ουρλιαχτά &#8211;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ώσπου η συγκομιδή του ουρανού </span><br />
<span style="color: #000000;">αδιάκοπα πληθαίνει </span><br />
<span style="color: #000000;">και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως γι αυτό κι επείγει </span><br />
<span style="color: #000000;">να σκάψουμε τις σήραγγες. </span><br />
<span style="color: #000000;">Τα νυχτικά του πάνω κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;">φρεσκοσιδερωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε </span><br />
<span style="color: #000000;">να συνηθίζουν τα σατέν </span><br />
<span style="color: #000000;">σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">να μάθουνε και τα βαμβακερά </span><br />
<span style="color: #000000;">πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ </span><br />
<span style="color: #000000;">και καθημερινά φορέματα για τσάι</span><br />
<span style="color: #000000;">την ύπτια αποσύνθεση </span><br />
<span style="color: #000000;">ασάλευτα να περιμένουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λίγη λεβάντα </span><br />
<span style="color: #000000;">πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">αθώος μοβ υπαινιγμός</span><br />
<span style="color: #000000;">για να ευωδιάζει κήπος στην κλεισούρα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΠΟΤΕ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τους αγαπούσα</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί έλεγα πως δε θα με πονέσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα είχαν ήδη εξαντληθεί </span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι λόγοι για εκδίκηση</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους</span><br />
<span style="color: #000000;">κι από το άπληστο κορμί τους </span><br />
<span style="color: #000000;">βλάσταιναν οι πληγές</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλα </span><br />
<span style="color: #000000;">κακοραμμένα επάνω τους &#8211; </span><br />
<span style="color: #000000;">απόδειξη πως κάποτε κι αυτοί παραδοθήκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">ας ήταν και με ύπνωση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">στον καθρέφτη που βάφεται </span><br />
<span style="color: #000000;">η πεθαμένη μάνα τους</span><br />
<span style="color: #000000;">πυκνή σιωπή χιονίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν </span><br />
<span style="color: #000000;">να φωτογραφηθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου </span><br />
<span style="color: #000000;">καμιά εκεχειρία </span><br />
<span style="color: #000000;">με την ασάλευτη επανάληψη</span><br />
<span style="color: #000000;">δε φαίνεται επαρκής </span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε η ελάχιστη προσπάθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">να παγιδεύσεις τον σφυγμό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το απόγευμα του βλέμματος </span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορείς να το υποθέσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο μεταξύ </span><br />
<span style="color: #000000;">ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους</span><br />
<span style="color: #000000;">το σκήπτρο του κατακτητή </span><br />
<span style="color: #000000;">γίνεται μαύρο ρόδο </span><br />
<span style="color: #000000;">κι από τα γερασμένα χέρια τους </span><br />
<span style="color: #000000;">κάνοντας κρότο ηχηρό </span><br />
<span style="color: #000000;">γλιστρά στο χάρτινο κενό τους.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΡΙΛΥΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι που το απρόσεκτο </span><br />
<span style="color: #000000;">να γίνει ανεπανόρθωτο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σαν δισταγμός που </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα </span><span style="color: #000000;">που ακούγονται στη σάλα &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάβει εντέλει πόθο μοχθηρό<br />
</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας </span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιας αλληγορίας ενός ιλίγγου νικημένου</span><br />
<span style="color: #000000;">από ένα φιαλίδιο φτηνό </span><br />
<span style="color: #000000;">που βιαστικές ανάσες το εξαντλούνε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι&#8217; αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">και<br />
<em>βάλ’ το στα πόδια κούκλα μου </em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">φωνάζουν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">happy birthday Mr. President</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΦΟΒΑΜΑΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης </span><br />
<span style="color: #000000;">όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού </span><br />
<span style="color: #000000;">πάντοτε για την άλλη εξεταστική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί τα λόγια απομακρύνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν διαστέλλονται οι μορφές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ό,τι φωνάζω </span><br />
<span style="color: #000000;">δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά μια σιωπηλή παραδοχή</span><br />
<span style="color: #000000;">που ο σαλεμένος νους αποκαλεί </span><br />
<span style="color: #000000;">χρόνο μες στα εγκόσμια</span><br />
<span style="color: #000000;">παγίδα για να πιάνεται η αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">αφού φημολογείται ότι τη νύχτα </span><br />
<span style="color: #000000;">εξ άπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής</span><br />
<span style="color: #000000;">και τρέμει, βίαια μην την πετάξει έξω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τότε,<br />
</span><em><span style="color: #000000;">… δε μένει πια κανείς εδώ;<br />
</span><span style="color: #000000;">Κανείς που από το παρελθόν του </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να έχει πια παραιτηθεί;</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα</span><br />
<span style="color: #000000;">που δε γυρεύουν να σωθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο να νικηθούν από την ομορφιά</span><br />
<span style="color: #000000;">να διαψευστούν</span><br />
<span style="color: #000000;">και ό,τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών</span><br />
<span style="color: #000000;">να δούνε να σωριάζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τη βεγγαλική κραυγή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">φοβάμαι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζεύουν από τις γωνιές</span><br />
<span style="color: #000000;">πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους</span><br />
<span style="color: #000000;">με το σημάδι του μη προορισμού</span><br />
<span style="color: #000000;">ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">κάπου αλλού</span><br />
<span style="color: #000000;">αγέλαστες δασκάλες</span><br />
<span style="color: #000000;">σχεδιάζουν να τους μάθουν</span><br />
<span style="color: #000000;">πως σ&#8217; ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία</span><br />
<span style="color: #000000;">θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις</span><br />
<em><span style="color: #000000;">&#8211; κι όχι παιδί μου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Αυτές, μικροί μου άγγελοι</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη.</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΒΕΛΟΝΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όχι, ποτέ δεν ήμασταν </span><br />
<span style="color: #000000;">τελείως προετοιμασμένοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτό και στο μεταλλικό </span><br />
<span style="color: #000000;">κουτί για τα μπισκότα </span><br />
<span style="color: #000000;">καιρό τώρα φυλάγαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">όχι κλωστές και δαχτυλήθρες</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά βελόνες κάθε είδους και μεγέθους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βελόνες του ραψίματος</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; σχιζότανε ο μύθος σου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι αποτρόπαιες ρωγμές</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν &#8211;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">βελόνες γραμμοφώνου</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; παράφωνες ηχούσαν τελευταία οι προσευχές</span><br />
<span style="color: #000000;">και συστηματικά απουσίαζε </span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος &#8211;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">βελόνες για ενέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; έτσι, για την τιμή των όπλων</span><br />
<span style="color: #000000;">να μη φανεί πως μια παρ-αίνεση </span><br />
<span style="color: #000000;">που η ελπίδα θα ’θελε </span><br />
<span style="color: #000000;">εμείς την αρνηθήκαμε &#8211;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ακόμα και πευκοβελόνες</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; εύφλεκτες και ολισθηρές </span><br />
<span style="color: #000000;">σε απειλούσανε με πυρκαγιά</span><br />
<span style="color: #000000;">ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">και τρυπημένα χέρια </span><br />
<span style="color: #000000;">λαμπάδιαζαν και τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211;<em>ο σωθείς </em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">γράφεται με ήτα Ευτυχούλα;</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως εγώ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μόνο μια ήττα ήξερα, μπαμπά </span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτήν </span><br />
<span style="color: #000000;">όσο κι αν το παλέψαμε </span><br />
<span style="color: #000000;">στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΚΟΡΗ: </span><br />
<span style="color: #000000;">Σε απάνεμο ύπνο αθάνατο</span><br />
<span style="color: #000000;">μια θύελλα φιλεύσπλαχνη</span><br />
<span style="color: #000000;">την κόλασή σου εκμηδενίζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια άφεση, μια απάντηση </span><br />
<span style="color: #000000;">ο ογκόλιθος της συντριβής</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η κλίμακα των μορφασμών</span><br />
<span style="color: #000000;">σε παγωμένη αδράνεια βυθισμένη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΠΑΤΕΡΑΣ: </span><br />
<span style="color: #000000;">Α, με καλούν στα σκοτεινά</span><br />
<span style="color: #000000;">την ανθυγιεινή ζωή να εγκαινιάσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους το είχα βέβαια δηλώσει από νωρίς</span><br />
<span style="color: #000000;">πως ασφαλώς και προτιμώ Φθινόπωρο</span><br />
<span style="color: #000000;">για την ακρίβεια τις αρχές του Φθινοπώρου</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτίζονται αλλιώς θαρρείς </span><br />
<span style="color: #000000;">τα μεταχειρισμένα πράγματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στρόμπολι, Ταορμίνα…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΓΥΝΑΙΚΑ: </span><br />
<span style="color: #000000;">Μήπως κάποια καλύτερη τιμή </span><br />
<span style="color: #000000;">γι’ αυτό το ξύλινο τιμόνι καραβιού;</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ψάχνει χρόνια ο άνδρας μου…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΠΑΤΕΡΑΣ: </span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα πανέρι με λουλούδια </span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως να το απέρριπτα</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσα πορτρέτα ολόγυρα</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς θα τα συνηθίσω;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανώφελα ναυάγια που επιπλέουν </span><br />
<span style="color: #000000;">εκτεθειμένες μοναξιές </span><br />
<span style="color: #000000;">στο διεστραμμένο βλέμμα τ’ ουρανού </span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτά τα σαλιγκάρια </span><br />
<span style="color: #000000;">που ανηφορίζουνε στα πόδια μου…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τελειώνουμε…</span><br />
<span style="color: #000000;">Υγρή, ακάθεκτη σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ εγκαθιστά στους βάλτους της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΜΠΤΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έμοιαζε με εορταστική βραδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε βελούδα βέβαια ούτε και μουσελίνες</span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα η αγωνία να διαβαστούν ανάποδα</span><br />
<span style="color: #000000;">φιλιά και δευτερόλεπτα</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ’ το κάτασπρο ταβάνι</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ εκείνο το «ως διά μαγείας»</span><br />
<span style="color: #000000;">πάντοτε να καθυστερεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιον ένοιαζε αν τουρτούριζα</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω απ’ τα παραμύθια</span><br />
<span style="color: #000000;">ατάραχα στην είσοδο</span><br />
<span style="color: #000000;">μέναν τα κουδουνάκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>– Οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε</em>, μου φώναζες</span><br />
<em><span style="color: #000000;">μονάχα αποκαλύπτονται</span></em><br />
<span style="color: #000000;">όπως εκεί που δεν το περιμένεις</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο ύπνος σου εφάπτεται</span><br />
<span style="color: #000000;">με χίλιες εκκρεμότητες</span><br />
<span style="color: #000000;">καλείσαι ξάφνου ν’ αναμετρηθείς</span><br />
<span style="color: #000000;">με προθεσμίες που τελειώνουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαφέστατος υπαινιγμός</span><br />
<span style="color: #000000;">πως μόνο στα τρένα δόθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">να διασχίσουν την αιωνιότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνοντας πίσω τους καπνούς</span><br />
<span style="color: #000000;">για να διαφεύγουν οι σκιές την τιμωρία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έπειτα</span><br />
<span style="color: #000000;">κατρακυλούν πυρετικές</span><br />
<span style="color: #000000;">κρύβοντας κάτω απ’ τον σηκωμένο τους γιακά</span><br />
<span style="color: #000000;">την αντοχή που τους αναλογεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα υπόλοιπα ας μείνουν εκκρεμή</span><br />
<span style="color: #000000;">ως τότε που θα κλείσουμε ταμείο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΒΑΤΡΑΧΑΝΘΡΩΠΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Την επόμενη μέρα θα πήγαιναν όλοι</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως πάντα στις δουλειές τους</span><br />
<span style="color: #000000;">αναζητώντας στην έκφραση των περαστικών</span><br />
<span style="color: #000000;">τη διαβεβαίωση πως μια παράταση ακόμη </span><br />
<span style="color: #000000;">είχε και πάλι κερδηθεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είχε προηγηθεί δύσκολη νύχτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο πατρικό σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">η στέγη ανοιγόκλεινε επικίνδυνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό είχε βέβαια συμβεί στο παρελθόν</span><br />
<span style="color: #000000;">και σ’ ένα άλλο ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">τότε που εκείνη </span><br />
<span style="color: #000000;">φορώντας το μαύρο της παλτό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έχοντας τη βαλίτσα της στο χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">περίμενε τον Αι- Γιώργη</span><br />
<span style="color: #000000;">από τα εικονίσματα να κατεβεί</span><br />
<span style="color: #000000;">και να την πάρει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή τη φορά </span><br />
<span style="color: #000000;">θα αρκούσε ένα σφύριγμα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε αύτανδρο το κρεβάτι </span><br />
<span style="color: #000000;">θα βυθίζονταν</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εσύ </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν έμπειρος νεκρός</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; μια κι ήσουν δύτης –</span><br />
<span style="color: #000000;">δίχως βαρίδια, μπουκάλες και στολή</span><br />
<span style="color: #000000;">μακριά απ’ το σώμα θα ταξίδευες</span><br />
<span style="color: #000000;">για μια διάρκεια αμετάπειστη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσο για τα διαδικαστικά της εκφοράς </span><br />
<span style="color: #000000;">ο σωσίας σου</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; κάτωχρος και σε στάση προσοχής –</span><br />
<span style="color: #000000;">θα έπαιρνε τη θέση σου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κατά την πρωινή επίσκεψη</span><br />
<span style="color: #000000;">άγνωστοι κύριοι</span><br />
<span style="color: #000000;">με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή</span><br />
<span style="color: #000000;">οφθαλμαπάτη της ζωής</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους</span><br />
<span style="color: #000000;">μιλούσαν χαμηλόφωνα</span><br />
<span style="color: #000000;">για την τύχη που θα είχαν</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ανομολόγητες αμαρτίες</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη</span><br />
<span style="color: #000000;">και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν</span><br />
<span style="color: #000000;">και φυσικά μιλώ</span><br />
<span style="color: #000000;">για κείνη την Πρωτοχρονιά</span><br />
<span style="color: #000000;">που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς δηλαδή</span><br />
<span style="color: #000000;">ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">επέλεξες το συμπαγές λευκό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία</span><br />
<span style="color: #000000;">και λες</span><br />
<em><span style="color: #000000;">τώρα θα πέσουν γράμματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τώρα θ’ ακούσω μουσική</span></em><br />
<span style="color: #000000;">όμως ο ήρωας tableau vivant</span><br />
<span style="color: #000000;">θαρρείς και αφαιρείται</span><br />
<span style="color: #000000;">ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ άλλους σακατεμένους</span><br />
<span style="color: #000000;">ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κύριος με το επίσημο κοστούμι</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αφήνει το μικρόφωνο</span><br />
<span style="color: #000000;">να ’ρχεται κατά πάνω σου</span><br />
<span style="color: #000000;">το χέρι να σου απλώνει φιλικά</span><br />
<em><span style="color: #000000;">–με λένε Φράνκυ να σου λέει</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">το «Strangers in the night»</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">έμαθα σας αρέσει.</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εξοικειωμένο μόνο με νυχτοφύλακες </span><br />
<span style="color: #000000;">και αθεράπευτα ωχρές μητέρες </span><br />
<span style="color: #000000;">είναι το φάντασμα του υπογείου μας. </span><br />
<span style="color: #000000;">Τη συντριμμένη αντίσταση του λύκου</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα φτερό χαράζει τ’ απογεύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">στη σκόνη της παλιάς μας ραπτομηχανής</span><br />
<span style="color: #000000;">και σε αγρυπνία προσκαλεί</span><br />
<span style="color: #000000;">ένοικους κι επισκέπτες </span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; πως τάχα </span><br />
<span style="color: #000000;">στο σκοτεινό θάλαμο του ύπνου </span><br />
<span style="color: #000000;">ο θάνατος </span><br />
<span style="color: #000000;">τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από την άλλη, δεν το’ χει σε τίποτα </span><br />
<span style="color: #000000;">να βάλει ξαφνικά τα κλάματα </span><br />
<span style="color: #000000;">μπροστά σ’ ένα χτενάκι φαγωμένο </span><br />
<span style="color: #000000;">αναβάλλοντας επ&#8217; αόριστον</span><br />
<span style="color: #000000;">την προγραμματισμένη του αναμέτρηση με το μηδέν </span><br />
<span style="color: #000000;">που πάει να πει </span><br />
<span style="color: #000000;">με τ’ άκοπα νυχάκια του </span><br />
<span style="color: #000000;">σεντόνια λήθης να ξεσκίσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα βράδια όταν σβήνω το φως</span><br />
<span style="color: #000000;">φοράει τα παπούτσια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">βάζει το παιδικό μου κόκκινο παλτό</span><br />
<span style="color: #000000;">στους ώμους σου επάνω με ανεβάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">μπλέκει τα δάχτυλά μου στα δικά σου</span><br />
<span style="color: #000000;">και …<em>λάααδι πουλώ, ξύυυδι πουλώ</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">εγώ την Ία μου δεν την πουλώ</span></em><br />
<span style="color: #000000;">όλη τη νύχτα ασταμάτητα </span><br />
<span style="color: #000000;">γύρω απ’ το κρεβάτι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΣΤΡΑΤΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα απ’ την ανεπανάληπτη εκείνη περιήγηση</span><br />
<span style="color: #000000;">στο μητροπολιτικό κέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;">το άλσος των πρώτων συναντήσεων</span><br />
<span style="color: #000000;">βρήκε επιτέλους την πραγματική του θέση</span><br />
<span style="color: #000000;">στον χρόνο της αφήγησης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πληγή ωστόσο έχασκε ανοιχτή</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως το στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">έχοντας μόλις περιβάλει με ηχώ τις αναμνήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όλα μετά παύουν να είναι ορατά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ηλιοτρόπια τυλίγουν</span><br />
<span style="color: #000000;">με κορδέλες σκοτεινές τη νέα μέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στα ραγίσματα του χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;">πανέτοιμο ακροβατεί εκείνο που αφανίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εντούτοις η άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;">ακάθεκτη επελαύνει</span><br />
<span style="color: #000000;">την ίδια ώρα που ο στρατός των σκουληκιών</span><br />
<span style="color: #000000;">δειπνεί κάτω από χαραγμένα ονόματα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οριακές χρονολογίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποια πρόφαση λοιπόν θα ’ναι ικανή</span><br />
<span style="color: #000000;">την παρουσία μας στους αποχωρισμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">να αποτρέψει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχα σκέψεις αιχμηρές</span><br />
<span style="color: #000000;">μα το μυστήριο –ό,τι κι αν πεις– δεν αναιρείται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με άφωνες κι ασυνάρτητες απαγγελίες κοριτσιών</span><br />
<span style="color: #000000;">δε στήνονται στους κεραυνούς ενέδρες.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ (2004)</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΤ’ ΟΝΑΡ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΙ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 320px;"><span style="color: #000000;">«Ναι έρχομαι ταχέως. <em>Αμήν</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Ναι, έρχου Κύριε Ιησού».</span><br />
<span style="color: #000000;">ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ (κβ΄20)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σπλαχνίσου, Κύριε, και φύλαξε όσους δεν ονειρεύονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γεννήθηκαν μ’ ένα λυγμό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλλοι μ’ αράχνες από μέσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη χλομάδα της έντρομης νεκρής </span><br />
<span style="color: #000000;">της ανθούσης αιθρίας τη γύρη ψιχάλισε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσύ ζωγραφισμένο αμπαζούρ</span><br />
<span style="color: #000000;">-νυσταγμένη υπενθύμιση μιας μάταιης αναμονής-</span><br />
<span style="color: #000000;">τα βράδια φώτιζε των στερημένων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κολλάνε επάνω στη ζωή όπως οι πεταλίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">και <em>-πού το ξέρεις-</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>μπορεί και να μας πάρει ο ύπνος</em>, λένε</span><br />
<span style="color: #000000;">και πόσο να παραμονεύεις τον Θεό</span><br />
<span style="color: #000000;">του απολεσθέντος ήχου του εφημέριοι</span><br />
<span style="color: #000000;">πόσο την ουτοπία να χαρτογραφείς </span><br />
<span style="color: #000000;">τους όρθρους με χόρτο καμένο να ντύνεις;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όχι πως ξέφυγα κι εγώ·<br />
</span><span style="color: #000000;">πάντα σε υπόγειες αυλές </span><br />
<span style="color: #000000;">λιθόστρωτες αγάπες κυνηγούσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλην όμως </span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα κλαδί ροδακινιάς </span><br />
<span style="color: #000000;">ξόρκιζα την άπνοια του πάθους </span><br />
<span style="color: #000000;">σε σεντόνια λινά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλω να πω πως υπέμεινα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε διαδρόμους σκοτεινούς προχώρησα </span><br />
<span style="color: #000000;">και πίσω από πόρτες σφαλιστές </span><br />
<span style="color: #000000;">έγινα η απόκριση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι απόψε, τι νομίζεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όρθια για ώρες στην ουρά </span><br />
<span style="color: #000000;">θα περιμένω -συστημένο κι επείγον-</span><br />
<span style="color: #000000;">να ταχυδρομήσω το «έρχου».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΦΡΩΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε όλα σ’ αποχαιρετούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια γκρίζα σερπαντίνα ο καπνός των αποτεφρωμένων ημερών</span><br />
<span style="color: #000000;">διασχίζει των δέντρων την υπομονή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ όλα τα φώτα του σβησμένα, σε ενυδρεία αφτέρουγων πουλιών φεγγοβολεί</span><br />
<span style="color: #000000;">-βλέπεις οι πεθαμένοι κρυώνουνε ξεσκέπαστοι-</span><br />
<span style="color: #000000;">βιρτουόζος των αλλοιώσεων, τα περιγράμματα της μνήμης προσπερνά</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ας είναι ακόμη άγνωστη η ρυμοτομία της ψυχής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις άδειες παραλίες φωνές και γέλια ακούγονται</span><br />
<span style="color: #000000;">μια λέμβος ακυβέρνητη σπασμένα ρόδια μεταφέρει</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η Σόνια «<em>θ’ αναπαυθούμε, θ’ αναπαυθούμε</em>» έλεγε</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ύστερα</span><br />
<span style="color: #000000;">προέχει να μαζέψουμε τα τζάμια από το πάτωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">τις τεθλασμένες να σβήσουμε και τις ευθείες στην παλάμη χαρακιές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα τι τις θέλαμε τις χειραψίες με τον έρωτα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έπειτα τόσα ρόδια σε τι επιτέλους μας χρησίμευσαν;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ν&#8217; ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η αλήθεια είναι πως προσπαθήσαμε πολύ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γνωρίζαμε στο βάθος ότι η μνήμη άπιστη είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν δε συλλέγεις αποδείξεις, σε λίγα χρόνια σ&#8217; απατά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στοιβάξαμε κι εμείς τις μαδημένες μαργαρίτες</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; είχαν ανακριθεί σκληρά</span><br />
<span style="color: #000000;">μέχρι να ομολογήσουν την τρισύλλαβη αυταπάτη &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">κάπου ψηλά κρεμάσαμε και τ&#8217; άχρηστο κομποσκοίνι</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; οι απελπισμένοι έρωτες το&#8217; χαν να ζουν ασκητικά &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">σπάσαμε και το μελανοδοχείο του χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;">μήπως γεμίσει η κάμαρη ξανά με χελιδόνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τίποτα δεν ωφέλησε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό,τι προφέραμε μαραίνονταν αμίλητο</span><br />
<span style="color: #000000;">λες κι η μικρόψυχη ζωή προβάριζε το θάνατο</span><br />
<span style="color: #000000;">πριν τη συνθλίψει η χρόνος. </span><br />
<span style="color: #000000;">Τιμωρημένοι ισόβια στη σάρκινη ερημιά μας</span><br />
<span style="color: #000000;">μας έβαζαν να υποδυόμαστε πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">μας μάθαιναν ν&#8217; ανθίζουμε ως το τίποτα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ανθεκτικοί στην ενοχή</span><br />
<span style="color: #000000;">τα «πάντα» ν&#8217; ανταλλάσσουμε με μιας στιγμής φιλί.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Και ποιος θα άντεχε &#8211; μου λες; &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">σ&#8217; αυτή την κρύα κάμαρα, σ&#8217; αυτά τα κρύα σεντόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξεπαγιάζει άυπνος και να κεντά</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως εμείς, αγρούς στα μαξιλάρια</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; από αυτούς που τρέχουν τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">κι απ&#8217; το κυνηγητό τους λαχανιάζουν &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">μήπως και αποκάμουμε, μήπως μας πάρει ο ύπνος</span><br />
<span style="color: #000000;">και λυτρωμένοι το πρωί ξυπνήσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">μ&#8217; ένα στεφάνι αγιάζι στα μαλλιά.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΡΕΙΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">α. Σε χρόνο υπερσυντέλικο</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμη και για τις μέρες που θα ’ρχονταν μιλούσε σε χρόνο υπερσυντέλικο</span><br />
<span style="color: #000000;">χρόνο των φαντασμάτων τον αποκαλούσαμε μικροί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοιτώντας πάντα προς τα ’κει που τα βήματα καταβροχθίζουν τους γκρεμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">σήκωνε στα χέρια το θαύμα και το αναποδογύριζε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νωθρές νιφάδες ασημένιες έπεφταν τα φωνήεντα στην ανοιχτή παλάμη του</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; πολλά τα φθαρμένα αντικείμενα γύρω και αυτές</span><br />
<span style="color: #000000;">θα αναλάμβαναν την όποια επισκευή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ξημέρωμα τον έβρισκε ν’ αποθηκεύει δάκρυα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα χρειαστούνε, έλεγε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού να ξεφλουδίζεις τόσες θαλασσογραφίες, αν τύχει κι έρθει ανομβρία</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλλωστε</span><br />
<span style="color: #000000;">κανένας δε μας κουβεντιάζει πια σ’ αυτή τη χλοϊσμένη ολονυκτία</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι θερισμένους απ’ το φιλί</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι ασυμφιλίωτους με την εύνοια κάθε γαμήλιας ανίας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και ήδη απ’ τις φωτογραφίες λάσπη ξερή φυσά</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο έρωτας αδιάβαστος μπροστά από τον καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;">τα λόγια του απαγγέλλει κι αδέξια χειρονομεί</span><br />
<span style="color: #000000;">αιώνες τώρα. </span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">β. Μικροί καθημερινοί ηρωισμοί</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Νεροποντές σκιών σε λευκές επιφάνειες τοίχων</span><br />
<span style="color: #000000;">καθήλωναν το βλέμμα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ύπνος του έμπαζε νερά</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; σκασμένη η μπογιά στην ίσαλο του ονείρου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η ευτυχία θα ’ρχόταν αν προλάβαινε να ξεχάσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέντε η ώρα το πρωί, εν πλήρη σιωπή, ανέστελλε</span><br />
<span style="color: #000000;">την έκλειψη του πάθους, αδειάζοντας μες στο δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">κουβάδες πνιγμένων λυγμών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποιος θ’ ανάλωνε μες στην αγάπη του την αθλιότητά μας</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά ούτε όνομα, ούτε χρονιά, αόρατες γραφές και υποσχέσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτό τι ωφελεί τα δοκάρια της οροφής να μελετάς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις μυστικές συνομιλίες των ψυχών</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο συλλέκτες άστρων τις κατέχουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα εκείνος μίλαγε διαρκώς για παπούτσια παλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">που μόνα τους διέσχιζαν ξεθωριασμένες διαβάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">για καπέλα παράταιρα που φόραγαν κάτι γριές ψευδαισθήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάντοτε ψιθυριστά για τα πράσινα σεντόνια των χειρουργείων</span><br />
<span style="color: #000000;">με την κηλίδα της ζωής να εφημερεύει αμήχανη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις νύχτες παραμόνευε πλανόδιους οργανοπαίκτες.</span><br />
<span style="color: #000000;"><em>«Ήχους ν’ ακούω»</em> έλεγε <em>«περαστικούς κι απόμακρους</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">όπως η ύπαρξή μου».</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ ΝΟΥΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οφείλαμε έναν επίλογο στα μάταια συνθήματά μας</span><br />
<span style="color: #000000;">μία αλήθεια ασήμαντη σαν πάθος σιωπηλό<br />
που άξαφνα ομολογήθηκε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε αυτοί που αγαπήσαμε θα μας επέστρεφαν στον εαυτό μας</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ανακαλύπταμε ξανά το αίμα μας ξεχασμένο σε ασθενοφόρα ενθύμια</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξενυχτά σαν πυρετός σε μέτωπο παιδιού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έναν επίλογο αγορασμένο απ’ τον παλαιοπώλη νου</span><br />
<span style="color: #000000;">που ανάμεσα σε καρτ ποστάλ, κλουβιά για ωδικά πτηνά</span><br />
<span style="color: #000000;">και φράσεις που αχρήστευσε η παντομίμα του θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;">γνωρίζει σε μπουκαλάκια γυάλινα αξίας ευτελούς</span><br />
<span style="color: #000000;">την πανάκριβη σκόνη των ημερών να φυλακίζει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΓΑΜΕ…</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι νύχτες που περάσαμε ήταν ακίνητες και σιωπηλές</span><br />
<span style="color: #000000;">προσηλωμένες σε κάτι φράσεις μακρόστενες</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τα πεζούλια που καθόμασταν παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν οι άλλοι δε μας παίζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι φράσεις επίμονες, πιο βουερές κι από τις τύψεις</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως: «<em> Το κακό είναι, ότι κατά διαστήματα</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">αποσπάται η προσοχή σου και δεν πενθείς»</span></em><br />
<span style="color: #000000;"><em>ή «Ήρθε το βράδυ και πρέπει να παραδώσουμε</em>».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και πάντοτε ίδια η ελπίδα:</span><br />
<span style="color: #000000;">αν αφήναμε τις πόρτες μισάνοιχτες</span><br />
<span style="color: #000000;">αν παραιτούμασταν απ&#8217; τις κουβέντες</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως και να ακούγαμε απ’ το επάνω πάτωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">τον γέρο να προσκαλεί τους πεθαμένους φίλους του</span><br />
<span style="color: #000000;">ανοιγοκλείνοντας εξαίσια ένα παλιό ακορντεόν.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΓΧΥΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Βαδίζαμε σαν μεθυσμένοι, συγγενεύαμε με τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">της μαθαίναμε ν’ αποστηθίζει τα πρόσωπά μας</span><br />
<span style="color: #000000;">μιαν άλλη φυλή τής συστήναμε</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτήν που με φερσίματα τυφλού σε ζωγραφισμένα βιβλία</span><br />
<span style="color: #000000;">έβρισκε τα σφαλιστά παράθυρα και τ’ άνοιγε στο φως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνοι που θα φέρναν το κακό είχαν κλειδί</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ’μπαιναν απ’ την πόρτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξοδέψαμε όλη τη ζωή μας για μια συγχώρεση</span><br />
<span style="color: #000000;">που δε μας δόθηκε ποτέ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόση αγάπη πώς να την κουμαντάρεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάγωγη κι αβράδιαστη –ίδια φωτιά Πεντηκοστής–</span><br />
<span style="color: #000000;">στα κύματα ν’ ανάβει πυρκαγιές</span><br />
<span style="color: #000000;">να καταργεί τους φάρους</span><br />
<span style="color: #000000;">να βλέπει τα σημάδια του καιρού</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτή να ταξιδεύει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και πώς να ξεχωρίσεις με μόνο το φεγγάρι οδηγό</span><br />
<span style="color: #000000;">αν ήταν η νέα μέρα που έφτανε</span><br />
<span style="color: #000000;">ή αυτή που έφευγε για πάντα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">θυμάμαι τότε ευθυμούσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">άγγελοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">τρώγαν μαζί μας βραδινό</span><br />
<span style="color: #000000;">την ίδια έρημο μ’ εμάς βαδίζανε</span><br />
<span style="color: #000000;">και όλες οι αναχωρήσεις αναβάλλονταν για κάποιο ξημέρωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">που θα μας είχε κλειδώσει απ’ έξω το όνειρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι σημασίες της αφής ήταν ακόμη αμετάφραστες</span><br />
<span style="color: #000000;">στο σαλόνι ηχούσαν πορσελάνες και η κουρτίνα στο πλάι τραβηγμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">το δρόμο επιτηρούσε και τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">μην τύχει και παρασυρθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">ακυρωθεί η τάξη και ψάχνουμε πλοία στους σταθμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">και στα πελάγη δέντρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Κόλλιας, όπως μού ’λεγες, την είχε ικανή για όλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ύστερα, μού διαφεύγει πώς</span><br />
<span style="color: #000000;">-όμως χωρίς προειδοποίηση-</span><br />
<span style="color: #000000;">θες κάτι λέξεις εμπύρετες</span><br />
<span style="color: #000000;">εμπιστευμένες στη «μεγάλη εμβέλεια» της ύστατης συγκομιδής</span><br />
<span style="color: #000000;">θες κάποιων χειλιών εργατικών η ανάσα</span><br />
<span style="color: #000000;">εντεταλμένη στο θάνατο να επικαθίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">θέλεις η ευπιστία</span><br />
<span style="color: #000000;">γνώρισμα των αγράμματων και των μικρών παιδιών </span><br />
<span style="color: #000000;">πάντως το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτωχρο μα ανθεκτικό το ’δαμε να επιπλέει</span><br />
<span style="color: #000000;">από τις λέξεις σώθηκαν μόνον οι δοτικές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εμείς οι δυο αγνοούμενοι</span><br />
<span style="color: #000000;">λίγα μόλις τετράγωνα μακριά από τους αγίους</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άσφαλτο αναίτια πνιγμένοι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα μονάχα δυο ώρες ζωής </span><br />
<span style="color: #000000;">σκοτωμένες από τα τρωκτικά φιλιά </span><br />
<span style="color: #000000;">και μία λύπη αχνίζουσα να περιφέρει </span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω απ’ του τρένου τις γραμμές</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα φεγγάρι χάρτινο θάνατο φορτωμένο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε σκέφτηκα σοβαρά το ενδεχόμενο<br />
να φιλιώναμε </span><span style="color: #000000;">με τις ανεξίτηλες αναμνήσεις των χεριών</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμα και πότε πότε να κλείναμε έξω απ’ την πόρτα τη βροχή<br />
</span><span style="color: #000000;">κι αφού κι ο χρόνος δεν είναι παρά </span><br />
<span style="color: #000000;">το ξέφτισμα του λουριού απ’ το ρολόι μας</span><br />
<span style="color: #000000;">ως πότε μισοί κερδισμένοι απ’ τα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">-εξέχοντας από την εποχή της στερεμένης κοίτης-</span><br />
<span style="color: #000000;">και μισοί από το φόβο κερδισμένοι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί φυσάει απ’ τη μεριά του αίματος</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν θες να ξέρεις </span><br />
<span style="color: #000000;">σε ήσυχους τάφους ευλογημένων σπιτικών </span><br />
<span style="color: #000000;">δε δικαιώνεται η ζωή.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κι έπειτα σώπασες</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως σωπαίνει μια βρύση χαλασμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν αδειάζει το δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">ή όπως το πρόσωπο γυρίζεις απ&#8217; την άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;">και πια ούτε <em>&#8220;μνήσθητι μου&#8221;</em> ακούς</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε στο &#8220;<em>ίνα τι&#8221;</em> μια ερμηνεία δίνεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μόνον ο ήχος των καρφιών επίμονος και δελεαστικός</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξεμοναχιάζει τον έρωτα στο λήμμα &#8220;<em>Τετέλεσται</em>&#8220;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο,ΤΙ ΔΕ ΓΙΑΤΡΕΨΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα που τα πράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνε να γίνουν οι αλληγορίες των πραγμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">επιτέλους η γραφή των κυμάτων γίνεται ευανάγνωστη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα μου πεις&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και οι σκιές πού κυνηγούνε τα παιδιά;</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι υαλογραφίες στους σταθμούς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ανυπεράσπιστα προάστια της λήθης</span><br />
<span style="color: #000000;">από το ανεκπλήρωτο φωταγωγημένα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό,τι δε γιάτρεψα αυτό με προσδιορίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι η ερημιά ευρύχωρη</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η νύχτα να γυαλίζει από τα δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο έρωτας επικλινής, για να γλιστρούν οι σημασίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να φανταστείς</span><br />
<span style="color: #000000;">σε είχα περάσει για εκδρομή κι εσύ ήσουν μόνο ανάμνηση</span><br />
<span style="color: #000000;">μάλλον πολύβουη σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;">χέρι δεξί που έσωζε και άκρη τού γκρεμού</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; μπορεί κι ο ίδιος ο γκρεμός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό λοιπόν μη μου ξεχνιέσαι στα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;">φανάρια οι δρόμοι τους δεν έχουν</span><br />
<span style="color: #000000;">μονάχα σμήνη μελισσών, ρήτορες αναλφάβητους, άνεργους κηπουρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">και στη γωνία απόκοσμη την ίδια πάντοτε</span><br />
<span style="color: #000000;">γριά-παιδούλα απελπισμένα να ρωτά:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Αν δε χρειάζεστε την Κυριακή σας, κύριε, μπορείτε</span><br />
<span style="color: #000000;">να μου τη δώσετε;»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΟΛΟΓΙΖΑΜΕ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κύμα και στάχτη που υποτάσσεται και διαφεντεύει η ψυχή μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Διασχίζει την καταστροφή κι ένα σκοπό σφυρίζει απαγορευμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσα κρυμμένα λόγια στο συρτάρι, λέξεις κραυγές </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν πτώση ενός νομίσματος σε στερεμένη αγάπη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιο πάνω απ’ τους ψιθύρους της ομίχλης</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας καθεδρικός ναός βροχής θα αιωρούνταν</span><br />
<span style="color: #000000;">παμπάλαιος όπως ο φόβος μας</span><br />
<span style="color: #000000;">τον ύπνο να ξεπλύνει από όνειρα κακά</span><br />
<span style="color: #000000;">-σάμπως η ακίνητη αστροφεγγιά</span><br />
<span style="color: #000000;">ματαιωμένες προσευχές γινόταν να επιστρέψει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα τώρα καίγονται κι εξατμίζονται τα βράδια</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως ο δρόμος αποχαιρετά το τρένο μες στ’ απόγευμα</span><br />
<span style="color: #000000;">ή όπως σβήνει μονομιάς το φως</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άξαφνα μες στην κάμαρα φυτρώνει ένα πλατάνι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καίγονται κι εξατμίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">κι είναι γι’ αυτό που η ανάσα μας</span><br />
<span style="color: #000000;">σπιθοβολεί γαλάζιες αστραπές.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΘΕΣΗ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΑΡΑΘΥΡΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αμαρτωλή υπόθεση κι ο γυρισμός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκοτάδια χυμένα από φθινόπωρα παλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">σκοτάδια που τυφλώνουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως ρουφάει ένα τούνελ το τοπίο</span><br />
<span style="color: #000000;">λιβάδια αποκόμματα μιας άχρηστης αστραφτερής στιγμής</span><br />
<span style="color: #000000;">που εκτίναξε το ποίημα </span><br />
<span style="color: #000000;">και ήσυχη οπισθοχώρηση ανθρώπων κι ουρανού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">η θέση πάντοτε παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">να’ ναι εύθραυστη η απόσταση απ’ ό,τι ξεμακραίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">μα η πλάτη ασυναίσθητα στο μέλλον γυρισμένη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ώσπου άξαφνα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ξένης χώρας παλαιοπωλείο να βρίσκεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">τη βυσσινιά να παζαρεύεις πολυθρόνα</span><br />
<span style="color: #000000;">που κάποτε -σου φάνηκε-</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας λυγμός ανίατος για μέρες σε είχε ρίξει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΟΙΚΟΙ ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αργότερα κατάλαβα πως ό,τι συνομιλεί στην κάμαρα</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους τριγμούς του ξύλου </span><br />
<span style="color: #000000;">το θάνατο αποστρέφεται</span><br />
<span style="color: #000000;">και να σκεπάσει προσπαθεί στο διάδρομο τα βήματα </span><br />
<span style="color: #000000;">γι&#8217; αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;">το ν&#8217; αποφύγω με ξόρκια και προσχήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">όσα μιλιούνται ερήμην μου μες στο παλιό το σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">μάλλον αδύνατο μου φαίνεται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι έτσι απόψε στο υπόγειο λέω να κατεβώ</span><br />
<span style="color: #000000;">την ανάπηρη να επιδιορθώσω πολυθρόνα</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξαποσταίνουν πού και πού κι εκείνα τα φαντάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">που πήγαιν&#8217; έλα μες στον τρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα ομιχλώδες σταλάζουν βιολετί σε πάθη νωθρά</span><br />
<span style="color: #000000;">που αβοήθητα μαραίνονται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γιατί -όπως όλοι ξέρουμε-</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα κλουβί μ&#8217; ερωδιούς είναι ήδη μια διαμαρτυρία </span><br />
<span style="color: #000000;">μια άηχη ορχήστρα αποδημητικών καιρών</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ό,τι κρυφοκοιτάει πίσω απ&#8217; τα χαλάσματα </span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι παρά τα γέρικα νεκρά παιδιά </span><br />
<span style="color: #000000;">-η Σελίκα, η Ναθαλία κι η γιαγιά μου-</span><br />
<span style="color: #000000;">που έδωσαν μια και άνοιξαν</span><br />
<span style="color: #000000;">το ξύλινο μακρόστενο κενό τους </span><br />
<span style="color: #000000;">και τρέξαν να συνεχίσουν το κρυφτό </span><br />
<span style="color: #000000;">που μια υποχρέωση ζωής τούς έκοψε στη μέση.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΑΡΟΤΣΑΚΙ ΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σχεδόν κατάκοποι μα με την παρηγοριά πως κάποτε θα πεθαίναμε</span><br />
<span style="color: #000000;">βαδίζαμε μερόνυχτα σε άνυδρα νεκροταφεία κοχυλιών. </span><br />
<span style="color: #000000;">Αφοσιωμένοι στην παραφροσύνη να διαρρήξουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">το κενό μετά απ&#8217; τον ορισμό του </span><br />
<span style="color: #000000;">αξιώναμε την αδυναμία μας, αποθεώναμε το εύθραυστο </span><br />
<span style="color: #000000;">και κολλώντας με σκοτάδι τα φτερά μας </span><br />
<span style="color: #000000;">ήρωες γινόμασταν εις αναζήτηση του συγγραφέα τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο πίσω μέρος της σκηνής</span><br />
<span style="color: #000000;">μια παραγεμισμένη αποθήκη ακολουθούσε ξέχειλη</span><br />
<span style="color: #000000;">την ώρα που γυμνασμένοι σαλτιμπάγκοι</span><br />
<span style="color: #000000;">έσπρωχναν ανεπαίσθητα μια ξύλινη εξέδρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αφού καμιά αναχώρηση δεν κάνει κρότο ηχηρό</span><br />
<span style="color: #000000;">είδαμε μεσοπέλαγα μια πυρκαγιά ν&#8217; ανάβει σαν ντροπή</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε καταλάβαμε πως ο Θεός των περιπλανώμενων</span><br />
<span style="color: #000000;">με βουερή αστροφεγγιά</span><br />
<span style="color: #000000;">το καροτσάκι των ανάπηρων στιγμών καθοδηγούσε.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">του πηγαδιού</span><br />
<span style="color: #000000;">που κατεβάζει στη θάλασσα την κιβωτό του κήπου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">του καραβιού</span><br />
<span style="color: #000000;">που ανεβάζει την άγκυρα και το βυθό ακυρώνει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">του ακροβάτη ποιητή</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω απ’ το άχραντο κενό</span><br />
<span style="color: #000000;">την άφιξη του αγγέλου που εποπτεύει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">του ορειβάτη χαρταετού</span><br />
<span style="color: #000000;">πίσω απ’ τα τζάμια του Θεού</span><br />
<span style="color: #000000;">την εύθραυστη ελαφρότητά μας υπενθυμίζοντας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">της καμπάνας</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν το θάνατο του αυτόχειρα διστάζει να θρηνήσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">της σημαίας </span><br />
<span style="color: #000000;">που υποστέλλει την έπαρση</span><br />
<span style="color: #000000;">και αναγγέλλει την ήττα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">της αιώρας</span><br />
<span style="color: #000000;">που προσποιείται τη γέφυρα </span><br />
<span style="color: #000000;">λες κι η χαρά θα περάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">-ή μια σελήνη πάνινη σε νυχτωμένο κήπο-</span></p>
<p><span style="color: #000000;">της μέσης του καλόγερου</span><br />
<span style="color: #000000;">της ράχης των βιβλίων</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό που δυο παιδιά γυρνούν </span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω απ’ τα χάχανα ενός τρίτου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι αυτό που κατεβάζει τον νεκρό</span><br />
<span style="color: #000000;">τραβώντας αμετάκλητα του τρόμου την αυλαία.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΤΗΣΗΣ ΑΝΕΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα φτερά μας τις μέρες εκείνες </span><br />
<span style="color: #000000;">-σταθμευμένα κι αναποφάσιστα-</span><br />
<span style="color: #000000;">σκοτείνιαζαν τους φωταγωγούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη μέθοδο πτήσης άνευ διδασκάλου</span><br />
<span style="color: #000000;">την είχαμε κάνει προ πολλού προσάναμμα </span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί με τα βιβλία μουσικής </span><br />
<span style="color: #000000;">τις άρρωστες νύχτες της καρδιάς </span><br />
<span style="color: #000000;">όταν η υγρασία των ανεπίδοτων φιλιών </span><br />
<span style="color: #000000;">τρυπούσε το κορμί μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο την είχαμε απομνημονεύσει</span><br />
<span style="color: #000000;">λογαριάζαμε να την υπαγορεύσουμε </span><br />
<span style="color: #000000;">στην πεθαμένη μας γιαγιά</span><br />
<span style="color: #000000;">την ώρα που οι άλλοι τους καθρέφτες θα κάλυπταν </span><br />
<span style="color: #000000;">τη λήθη διευκολύνοντας του αζήτητου προσώπου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μάταια…</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμοια με σκιάχτρα τ’ ουρανού </span><br />
<span style="color: #000000;">διώχναμε απ’ τις στέγες τα πουλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτι λόγια παλιά κι ασυνάρτητα</span><br />
<span style="color: #000000;">καταδικασμένα το χαμένο πάθος τους ν’ αναζητούν</span><br />
<span style="color: #000000;">για αγγέλους μας περνούσαν και μας ντρέπονταν</span><br />
<span style="color: #000000;">οι προσευχές των ασεβών επάνω μας χτυπούσαν </span><br />
<span style="color: #000000;">και οι γιορτές από ψηλά πιο πένθιμες φαντάζαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανένα λείψανο του χθεσινού φωτός </span><br />
<span style="color: #000000;">δεν εξαγόραζε κάποιον υποτυπώδη προορισμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο δρόμος που βαδίσαμε ποτέ δεν είχε διανοιχτεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καμιά φωνή δε σάλευε τ’ απείθαρχα φτερά μας</span><br />
<span style="color: #000000;">-κι άλλωστε πού ακούστηκε </span><br />
<span style="color: #000000;">στο ανύπαρκτο να δίνεις εντολές;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΕΣ ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το απόγευμα εκείνο έβρεχε λύπη ακατέργαστη</span><br />
<span style="color: #000000;">μια αυτονόητη βροχή που διοχέτευε τη γυάλινη ανία της</span><br />
<span style="color: #000000;">σ&#8217; όλες τις Κυριακές των μυθιστορημάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάπως έτσι, να ξέρεις, πολλαπλασιάζονται οι απουσίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι&#8217; αυτό κι η φωτεινή εξαίρεση του έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">μια σκευωρία είναι, για να ασκεί την εποπτεία του ο χρόνος</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ ό,τι η εγκατάλειψη αφήνει να θριαμβεύει αζήτητο</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ψύχος του καθρέφτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και η νύχτα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια αυτάρκεια θα καταλύσει ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">τη θρηνώδη βασιλεία της ώχρας</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν εισβάλλει ο Σεπτέμβρης με τα παλιά ρολόγια του</span><br />
<span style="color: #000000;">και το τσάι δε σερβίρεται πια με την άφιξη</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο καμιά φορά μπορεί και να παραβρεθείς άθελά σου</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ανάγνωση παράδοξων επιστολών</span><br />
<span style="color: #000000;">που αγγέλλουν το απροσδόκητο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι επειδή κάπως πρέπει να συντηρηθούν και οι υποβολείς</span><br />
<span style="color: #000000;">καλό είναι τα μεσάνυχτα ν’ ανοίξουν οι καταπακτές του στήθους</span><br />
<span style="color: #000000;">παγιδευμένες αλληγορίες να αναμετρηθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">με όλα τα λάγνα ψέματα κάποιας παράστασης ζωής</span><br />
<span style="color: #000000;">που ερασιτέχνες θεατρίνοι ερήμην σου ανεβάζουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">παίζοντας και χάνοντας για σένα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΦΕΥΓΟΥΜΕ…</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;"><span style="color: #000000;">«&#8230; κι η διαδρομή, μια σταθερή περιστροφή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια μεταμφιεσμένη ακινησία».</span><br />
<span style="color: #000000;">                                       ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να περιφέρεσαι από ενοχή σε άφεση</span><br />
<span style="color: #000000;">από σπατάλη σ’ ερημιά</span><br />
<span style="color: #000000;">και να χαϊδεύεις τον ίσκιο των χεριών σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να δωροδοκείς τα βιβλία ν&#8217; αποσιωπήσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">-έστω και για μια νύχτα-</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σιωπηλή διαδήλωση των σκοτωμένων ηρώων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κρύβεις κάτω απ’ τα ρούχα σου τη λύπη</span><br />
<span style="color: #000000;">και σαν λαθρέμπορος να μεταφέρεις κάτι ενθύμια παιδικά</span><br />
<span style="color: #000000;">μια ξύλινη γέφυρα κι ένα δωμάτιο γιορτής</span><br />
<span style="color: #000000;">για την ενηλικίωση των λέξεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φεύγουμε&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έξω μυρίζει γιασεμιά·</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στον αυλόγυρο της εκκλησίας ο σχολικός θίασος</span><br />
<span style="color: #000000;">ανεβάζει μ’ επιτυχία την Αποκαθήλωση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι ανοιγοκλείνεις τη διαβασμένη εφημερίδα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μέρα σφράγισε τα μυστικά της</span><br />
<span style="color: #000000;">η ξαφνική νεροποντή ξέπλυνε τον παλιό σταθμό</span><br />
<span style="color: #000000;">έσβησαν κι οι φωτεινές επιγραφές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανείς δεν έμεινε για να μας μεταπείσει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ (1999)</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΑΣΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς πια όλα είναι εφικτά</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλην της αθανασίας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φύλαξέ μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω σε φτερό ερωδιού</span><br />
<span style="color: #000000;">Την πτώση ενός άστρου</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τα στερνά Χριστούγεννα</span><br />
<span style="color: #000000;">Του αναιμικού παιδιού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δυο λευκά σανδάλια</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς αναπαύονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ράχη πολυθρόνας</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τις χωλές ελπίδες μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το παλιό σχολικό κουδούνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να ξυπνάει τους νεκρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στο κοιμητήρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άστεγοι αυτοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βηματίζουν σιγανά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στα παραμύθια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του ερωτευμένου κοριτσιού</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ηλιοκαμένο ώμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να δανείσει στο σούρουπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη σκοτεινιά του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ίσως τέλος μια χαλασμένη οροφή</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να ψιχαλίζει από εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πένθος του ο ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη μελαγχολία του ποιήματος</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΣΩΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ΤΑΓΜΕΝΕΣ στη νύχτα των κλειστών βιβλίων</span><br />
<span style="color: #000000;">Και υπνοβασίες παιδικές που βγαίνουν να τις μαζέψουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ’ ένα ασημένιο μαχαιράκι απειλούνε τις λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Που αποξήραναν τα πέταλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Να παραδοθούν τις εξαναγκάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">  μνήμη, Ιούνιος, φυρονεριά, ενιαυτός</span><br />
<span style="color: #000000;">  μικρό μου, λιποτάκτες</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εκείνες ν’ αντιστέκονται. Τι δύναμη, τι πείσμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Γαντζωμένες από μια φράση θεατρικού στο τέλος της σελίδας:</span><br />
<em><span style="color: #000000;">  &#8230;άλλοτε ήμουν η φλόγα σου, τώρα έγινα στάχτη&#8230;</span></em><br />
<span style="color: #000000;">Ξορκίζουν τη μετοικεσία και απειλούν με πυρκαγιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιές πυρκαγιές;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρουν καλά τα όνειρα να υπερασπίζονται τους νεκρούς τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Τούς κρύβουν μες στις φλέβες μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τούς φυγαδεύουνε στις λέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε τέφρα που λαμπυρίζει τους μεταμορφώνουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσως γι’ αυτό και η Ποίηση στα πέρατα όλων των καιρών</span><br />
<span style="color: #000000;">Φλεγόμενους εξαπολύει μονομάχους</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΞΑΓΟΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ριγμένα πέταλα φωτός</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις στοιχειωμένες μοναξιές</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυγή θρυμματισμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">Από σαλπίσματα τυφλών αγγέλων</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στις στέγες των σπιτιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Που εντός τους ενδημεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αναμονή του πένθους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα, εκεί στην άκρη της αυλής</span><br />
<span style="color: #000000;">Στης κλαίουσας τον ίσκιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια χορωδία μαρτύρων</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μωβ αγκάθια στα μαλλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Στήνει μιαν ανεμόσκαλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Το θάνατο αποπλανά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένα μπουκέτο νότες</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναπέμπει</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΣ ΜΑΤΗΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το νυστέρι του χρόνου πάντα κρυμμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο πέτο των αποχωρισμών</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλοι εκείνοι στην άκρη της μέρας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κλαίνε κρυφά</span><br />
<span style="color: #000000;">Τυλιγμένοι στην αγρύπνια της μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιφέροντας την εφημερότητά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Να εναποθέτουν σε μελλούμενους καιρούς</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα μπουκέτο Ιούληδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ψαχουλεύουν στην τσέπη τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα κομμένο χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Για εκείνο το χρυσό κλειδί</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ανοίγει όλα τα χείλη</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ρέουν φωσφορίζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα έγχρωμα φιλιά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">«Ιδού, θέτω εν Σιών λίθον προσκόμματος, και πέτραν σκανδάλου<br />
και πας ο πιστεύων επ’ αυτόν δεν θέλει καταισχυνθή»<br />
Επιστολή προς Ρωμαίους Θ΄, 32-33</p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ύστερα όλοι έφυγαν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι στρατοδίκες κι οι βασιλιάδες </span><br />
<span style="color: #000000;">Οι Φαρισαίοι κι οι αρχηγοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμα κι οι δεινοί σοφοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Που λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους </span><br />
<span style="color: #000000;">Υψωμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Την πλήξη της ματαιότητας </span><br />
<span style="color: #000000;">Ιερουργούσαν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατέβηκαν την κλίμακα </span><br />
<span style="color: #000000;">Των παλαιών πληγών </span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώθηκαν με την οσμή </span><br />
<span style="color: #000000;">Πυρπολημένων ονείρων </span><br />
<span style="color: #000000;">Και μες στις φλέβες γλίστρησαν </span><br />
<span style="color: #000000;">Της λήθης που χορτάριασε </span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί να κρύψουν στις ρωγμές </span><br />
<span style="color: #000000;">Την Όραση που άνθιζε </span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα από το Εικόνισμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λίγο πριν τη σταυρώσουν</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΗΜΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όταν η σιωπηλή ανάσα των ρόδων</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ εκρήξεις λυγμών αναλύεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι που του Προφήτη η προσευχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Φεγγίτες ζωγραφίζει μέσα στο χάος</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να χωρέσει Κύριε</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο πορφυρός χιτώνας Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή για να δεις στο σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ αδιάκοπα σινιάλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ένας κόσμος εφήμερος</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέρα και νύχτα στέλνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Σείοντας στα χαλάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Φανάρια αναμμένα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μ&#8217; όνειρα πάντα γαλανά</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο πλάι της καρδιάς σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ξέρεις θα κοιμάμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνη στη άδεια κάμαρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε πέπλους σκιάς καταχωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνη με τους αγγέλους μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιωπηλή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως η μνήμη των ματιών σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάντα θα κρύβεται στο μαξιλάρι μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Επίμονη και τρυφερή</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα μαλλιά μου θ&#8217; αναδεύει</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σαν φωτεινό πλεούμενο διασχίζω νύχτα τις σκιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανταύγειες εωθινές ιχνογραφώ στων παγετώνων το τοπίο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σώζω τις φλύαρες σιωπές, τα θαμπωμένα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην πάχνη των φιλιών, τα χρώματα και τη βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο άλμπουμ των ματιών σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους καθρέφτες όλους θρυμματίζω</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκπαγλη ν&#8217; ανατιναχτεί του Φθινοπώρου η τέφρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έρχομαι ως τα χρόνια σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για ν&#8217; ακουμπήσω βότσαλα, ερωτικές επιστολές</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια ζωγραφιά του Λόρκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να τυλίξω το αύριο με μαγικές κλωστές</span><br />
<span style="color: #000000;">Που έχει στην άκρη τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια ηλιαχτίδα ανθίσει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΗΡΩΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Έγειρες πάνω μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βλέμμα των δαχτύλων</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αμέσως αποδήμησαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Σμήνη ονειροβόρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ όλες τις αδιάβατες</span><br />
<span style="color: #000000;">Του σώματος πλαγιές</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ τριγύρω μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι πιερότοι των φιλιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακούραστοι χορεύαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάπου αλλού</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε δροσερό κελάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Αειθαλών αναπνοών</span><br />
<span style="color: #000000;">Νιφάδες συλλαβών</span><br />
<span style="color: #000000;">Ηρωικά αντιστέκονταν</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην άλωση των λέξεων</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΔΑΧΕΣ ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θέλω να σου μιλήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Για του μελανιού τον ιδρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ουράνιες περγαμηνές</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν καταγράφει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις διδαχές ερώτων και σκιών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ύστερα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια άνθηση φωνηέντων</span><br />
<span style="color: #000000;">Στίξεων και αναστεναγμών</span><br />
<span style="color: #000000;">Να στρώνει των άστρων τις αυλές</span><br />
<span style="color: #000000;">Με ποιήματα ολόφρεσκα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άλλα κατόπι που σκορπούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή βηματίζουν ρυθμικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Στου Πολιούχου Νόστου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη λιτάνευση</span><br />
<span style="color: #000000;">Που αναζητά μιαν αποβάθρα γυάλινη</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη θλίψη του ν’ αποβιβάσει</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΑΡΧΟΥΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχουν λίμνες δακρύων σιωπηλές</span><br />
<span style="color: #000000;">Που εντός τους καθρεφτίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Έρωτες που καταποντίστηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Απομεινάρια από πέταλα και ξεραμένες πεταλούδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ&#8217; εφηβικά λευκώματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνθρωποι που πέρασαν απ&#8217; τη ζωή μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άλλοι που πέρασαν απ&#8217; την ψυχή μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει κάποιος πλανόδιος θίασος</span><br />
<span style="color: #000000;">Που φεύγοντας αφήνει γλάρους ξεψυχισμένους</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχουν ξεχασμένα τα σανδάλια ενός αγγέλου</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις σκαλωσιές του φεγγαριού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα παρατημένο όνειρο στην προκυμαία</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα άδειο μπαλκόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα κιτρινισμένο άκοπο βιβλίο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο βιβλιοπώλη του πεζοδρομίου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα μικρό κορίτσι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που περπατά με ανοιχτή τη Σύνοψη</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαβάζοντας ψιθυριστά &#8220;Άσπιλε αμόλυντε&#8230;&#8221;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει ένα φωτοστέφανο που ακροβατεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μέτωπο του θλιβερού παλιάτσου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια νύχτα κεντημένη με ναυάγια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάποια πένθιμη φωνή</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μας υπαγορεύει ποιήματα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ είχανε φύγει από καιρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στις άδειες κυψέλες τους ένα πιάνο ξεκούρδιστο συνωθούσε στα</span><br />
<span style="color: #000000;">πλήκτρα του την τυραννία των περασμένων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσύ είχες φύγει από χρόνια. Ή μήπως θα ’φευγες αύριο;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω απ’ το σώμα του νεκρού καλοκαιριού οι κραυγές των γλάρων</span><br />
<span style="color: #000000;">μάταια ικέτευαν τον θαυματοποιό να βγάλει απ’ το καπέλο του την</span><br />
<span style="color: #000000;">παιδική ηλικία του ήλιου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάλλον θα ’φευγες αύριο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πλοίο σφύριζε στην προκυμαία κι οι λιγοστοί ταξιδευτές, λαθραία</span><br />
<span style="color: #000000;">επιβιβάζοντας το προσωπικό τους μουσείο φαντασμάτων, καλύπταν</span><br />
<span style="color: #000000;">τα πορτραίτα, επειδή χαμογελούσανε πολύ. Πώς γίνεται κάποιος να</span><br />
<span style="color: #000000;">χαμογέλα πολύ; Το μοναδικό κορίτσι που έστεκε στην προκυμαία ίσως</span><br />
<span style="color: #000000;">να το γνώριζε.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Να φροντίζεις τα τριαντάφυλλά μου, κάποιος από το κατάστρωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">τού φώναξε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">θα ’ξερε, άραγε, τόσο μικρό που ήταν, ότι στο σώμα που αγαπήθηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">στη γη που ξενιτεύτηκε η αφή, σαν πέφτει η δροσιά νυχτερινών φιλιών,</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορεί και να φυτρώνουν τριαντάφυλλα;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα μεσάνυχτα -συνήθως μεσάνυχτα-</span><br />
<span style="color: #000000;">που διάττοντα ποιήματα λυμαίνονται τον ύπνο σου</span><br />
<span style="color: #000000;">η γυναίκα μες στα μαύρα κατεβαίνει απ&#8217; το κάδρο της</span><br />
<span style="color: #000000;">πρόχειρα κάπου ακουμπά τα λουλούδια</span><br />
<span style="color: #000000;">που όλη μέρα ασάλευτα διχοτομούσαν τις παλάμες της</span><br />
<span style="color: #000000;">ή εξαγοράζει με αυτά </span><br />
<span style="color: #000000;">τη σιωπή γειτονικών θαλασσογραφιών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λύνει τους επιδέσμους από τα παράθυρα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ακροπατώντας </span><br />
<span style="color: #000000;">με επιθέματα μέντας και γάζες</span><br />
<span style="color: #000000;">πλησιάζει το κρεβάτι σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ξέρει άλλωστε καλά:</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσοι πόλεμοι άδοξοι, τόσες μάχες χαμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέρει καλά μετά τι απομένει…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας στρατός νικημένος </span><br />
<span style="color: #000000;">από την εύφλεκτη αφή </span><br />
<span style="color: #000000;">κι εγκαύματα που διανυκτερεύουν </span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω από τα σκεπάσματα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;"><span style="color: #000000;">«Γιατί σωπαίνουν τα κοχύλια; </span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά; </span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ζώα τ&#8217; αφανίσαμε και τα φυτά </span><br />
<span style="color: #000000;">Οι γυναίκες μας φόρεσαν όλα τα δάκρυα»<br />
</span><span style="color: #000000;">                             ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είν’ που στρίβει τη γωνιά </span><br />
<span style="color: #000000;">Πυρπολημένη υάκινθους η αθωότητά μας </span><br />
<span style="color: #000000;">Με μάτια τόσο σιωπηλά </span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν στοχασμός του δειλινού </span><br />
<span style="color: #000000;">Στα τέλη του Σεπτέμβρη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είν&#8217; που πλέουν πένθιμα </span><br />
<span style="color: #000000;">Μικρά σεντούκια ψάθινα </span><br />
<span style="color: #000000;">Γεμάτα παραμύθια </span><br />
<span style="color: #000000;">Γυάλινους βώλους που σκορπά </span><br />
<span style="color: #000000;">Τη νύχτα ο γαλαξίας </span><br />
<span style="color: #000000;">Μολύβια και σφεντόνες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είν&#8217; που αποφοιτήσαντες Θεοί </span><br />
<span style="color: #000000;">Με αποσκευές στο χέρι </span><br />
<span style="color: #000000;">Κοιτάζουν το ρολόι του σταθμού </span><br />
<span style="color: #000000;">Την ύστατη αναχώρηση </span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω από ουράνιους εξώστες </span><br />
<span style="color: #000000;">Καρτερώντας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που τα γαλάζια μας τετράδια </span><br />
<span style="color: #000000;">Στη νύχτα εξατμίζονται </span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα γίνονται πουλιά </span><br />
<span style="color: #000000;">Και τραβηγμένα στη στεριά καΐκια </span><br />
<span style="color: #000000;">Ερωτεύονται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα επιτέλους γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το σφύριγμα του τραίνου ολοένα πλησιάζει </span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί λοιπόν δεν τραγουδούνε; </span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως τα προσπεράσει </span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα πούνε αδιάφορα: </span><br />
<em><span style="color: #000000;">Το τραίνο δεν το είδαμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Το σφύριγμα του πνίγηκε απ&#8217; τις μελωδικές φωνές </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Εμείς μονάχα τραγουδούσαμε </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Πάντα σ&#8217; όλο τον κόσμο </span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Χωρίς ποτέ κανείς να μας ακούει</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΦΡΑΓΜΑ ΘΕΡΜΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κατευοδώναμε την αναχώρηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Των νηκτικών πτηνών</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγιάζοντας τα ύδατα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με παπαρούνες</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγάλαμε και φωτογραφίες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανυποψίαστοι κι οι δυο</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τον κατακλυσμό</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΥΣΙΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Καταμεσής του υετού παλιρροώντας σε Έρωτες</span><br />
<span style="color: #000000;">Έψαχνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα παράθυρο ανοιχτό να το φυσάει ο Αύγουστος</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια ξαφνική εκπυρσοκρότηση γιασεμιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Μήπως και φωταγωγηθούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι σκοτεινές πλατείες του μυαλού μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να γέρνω με θυμάται</span><br />
<span style="color: #000000;">Να σπρώχνω απουσίες και να γέρνω</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα φωνές</span><br />
<em><span style="color: #000000;">Πέφτω. Λυγίζουν τα υπάρχοντά μου κι η προδοσία</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Με φυσάει από τη μνήμη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Κάποιος να κλείσει ερμητικά τη μνήμη</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα σπίτια τα στοιχειώνουνε ύπουλες χαραμάδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Ρωγμές που μόλις και μετά βίας χωράει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα γράμμα ή μια τύψη λαθρεπιβάτιδα της σκόνης</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Γιατί δεν κλείνει εντελώς;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Ποιόν αποχαιρετά αυτό το φλύαρο μαντήλι</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Που προεξέχει του χαμού;</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΩΣΕΙ ΠΑΡΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με ξόρκια που διαλύουν την αιθάλη και ξαστερώνουν την</span><br />
<span style="color: #000000;">Όραση περάσανε τα χρόνια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ένα μου χέρι ύψωνα σε πολιτείες γυάλινες με ανθρώπους</span><br />
<span style="color: #000000;">Που απ’ το «χωρίς» προτίμησαν το «με»</span><br />
<span style="color: #000000;">αναρριχώμενο ιστίο επάνω από τη θύελλα</span><br />
<span style="color: #000000;">την έλευση προφήτευε μιας νέας φράσης άφθαρτης</span><br />
<span style="color: #000000;">—πώς λέμε Εύκλειτος Πόνος—</span><br />
<span style="color: #000000;">Στ’ άλλο μου χέρι κράταγα μια εξαρθρωμένη κούκλα</span><br />
<span style="color: #000000;">άνεργα τα μάτια της διαιώνιζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">σε χρόνους παρατατικούς τεμαχισμένων</span><br />
<span style="color: #000000;">εικόνων ράκη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εσύ εκεί, πάντα εκεί να με παιδεύεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν πετραδάκι στο παπούτσι να με ακλουθείς</span><br />
<span style="color: #000000;">Σταμάτα πια να με ρωτάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Τί με ρωτάς, κουράστηκα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού θες να ξέρω με τι ριμάρει το «θυμάμαι»;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><em><strong><span style="color: #000000;">ΕΝ ΤΩ ΜΝΗΣΘΗΝΑΙ ΑΥΤΗΝ</span></strong></em></p>
<p>.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΡΟΦΑΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ του Άη -Γιαννιού</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω από φτέρες και γεράνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταξίδεψε κάτω από ανοιξιάτικα λειβάδια</span><br />
<span style="color: #000000;">Που σήκωναν στους ώμους τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν συνοδεία πένθιμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Το θρήνο της περιφοράς</span><br />
<span style="color: #000000;">Υγρό και ευωδιασμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς αρμένιζε στους ουρανούς</span><br />
<em><span style="color: #000000;">«Αι γενεαί πάσαι»</span></em><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν οι αγροί θερίστηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφουγκραζόταν τους τροχούς της άμαξας</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κουβαλούν τα λείψανα</span><br />
<span style="color: #000000;">Του Μάη και του Ιούνη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο ένα κλωνάρι κερασιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσποιήθηκε πως είχε μαραθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γλίστρησε από την άμαξα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και από το φως κρατήθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Που σκόρπιζε στο πέτρινο προσκέφαλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα κερί αναμμένο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο γαλήνια κι όμορφη</span><br />
<span style="color: #000000;">Φάνταζε τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κερασάνθια στόλιζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κρύο μέτωπό της</span></p>
<p>.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΗΝ ΕΙΔΑΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κι όπως γνέφει κανείς αποχαιρετώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">χάραξε με το χέρι της το φως της αστραπής</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνοντας ξωπίσω της </span><br />
<span style="color: #000000;">ολόλευκες γάζες ν’ ανεμίζουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τότε κάποιοι την είδαν</span><br />
<span style="color: #000000;">σε καταρράκτες φωτός να κωπηλατεί</span><br />
<span style="color: #000000;">και κάποιοι άλλοι </span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα ματσάκι παπαρούνες </span><br />
<span style="color: #000000;">φλόγες ν’ ανάβει </span><br />
<span style="color: #000000;">στων καθρεφτών τα ερέβη</span><br />
<span style="color: #000000;">έχοντας πλάι της </span><br />
<span style="color: #000000;">ένα ασκέρι από νεκρά παιδιά </span><br />
<span style="color: #000000;">επίμονα να της ζητά</span><br />
<span style="color: #000000;">να τους διαβάσει παραμύθια.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ ΣΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κι εγώ απόμεινα εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Σχεδίες γυάλινες να ρίχνω</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στων ματιών την ίριδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν πλεύσεις να ’ρθεις να με βρεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μην πνιγείς</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ το θολό μου δάκρυ</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκοινιά ν’ απλώνω ένα γύρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε καπνοδόχους και καμπαναριά</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί η ομίχλη βύθισε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους κήπους των κατόπτρων</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μια γαλάζια πάχνη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εγώ απόμεινα εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ουράνιο τόξο να τεντώνω</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω από τους πλόκαμους του σκοταδιού</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να εκτοξεύω πούπουλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Λευκών περιστεριών</span><br />
<span style="color: #000000;">Την πτήση σου αναγγέλλοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τους ουρανούς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πίσω από το τζαμωτό της εκκλησιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόμεινα να ξαγρυπνώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη θέα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιαν αγκαλιά βεγγαλικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ ανάψω</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ&#8230;</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στους διαδρόμους τ’ ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;">Την έχασα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις αχανείς εκτάσεις της σιωπής</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν την άκουγα πια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι από τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε φορά που το καμπαναριό</span><br />
<span style="color: #000000;">Γεμίζει από πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ακούγονται οι Χαιρετισμοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως το λειμώνα των ψυχών</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξυπόλυτη τη βλέπω να περνά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα απ’ των κάτασπρων σταυρών το δάσος</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιάζοντας το χτενάκι στα μαλλιά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Τινάζοντας τα χώματα από το φουστάνι της</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμοια με πυροτέχνημα</span><br />
<span style="color: #000000;">ή εκπνοή φωτός</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω από τις στέγες ν’ απογειώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφίγγοντας μέσα στη χούφτα της</span><br />
<span style="color: #000000;">Το παιδικό μου χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που φεύγοντας το είχα ξεχάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα άσπρα της μαλλιά</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τη νύχτα εκείνη αλλόκοτες σκιές κατέβηκαν στο σπίτι μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Η στέγη είχε εκτιναχτεί από νωρίς</span><br />
<span style="color: #000000;">Φορτωμένες μετέωρους βηματισμούς, μια συμφωνία ύπνου</span><br />
<span style="color: #000000;">Και φτυάρια με κολλημένα επάνω τους πέταλα από</span><br />
<span style="color: #000000;">Γαρύφαλλα παλιά πλησίασαν στο δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε γύρευαν παντού</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο πανεράκι με το πλέξιμο ένα μαντήλι με δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;">Φυλαγμένο, η λάμπα της τραπεζαρίας αναμμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η σχολική ποδιά μου ασιδέρωτη</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Θα έρθει, δεν μπορεί. Έχω σχολείο, τους είπα</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε βρήκανε στην κουζίνα, γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπροστά στα εικονίσματα με τις αποσκευές στο χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Φορούσες το μαύρο σου παλτό</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ το άλογό του επάνω σκυμμένος ο Άη-Γιώργης</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε βοηθούσε ν’ ανεβείς, ενώ οι δίπλα άγιοι παραταγμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη σειρά υπόσχονταν πως θα φυλάν το σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα χιόνισε πολύ</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΟΥ ΦΕΓΓΟΥΣ (1993)</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="text-align: left;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δονούνται μαύρες οι σκιές των πλατανιών</span><br />
<span style="color: #000000;">συνάζοντας στις τσέπες των παιδιών</span><br />
<span style="color: #000000;">λιανά κομμάτια αστραφτερά </span><br />
<span style="color: #000000;">από άστρα κρυσταλλένια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα, εμείς οι δυο </span><br />
<span style="color: #000000;">υπνοβάτες σε έναν κόσμο καταθλιπτικό </span><br />
<span style="color: #000000;">πιο μόνοι κι απροσδόκητοι </span><br />
<span style="color: #000000;">από ένα πυροτέχνημα </span><br />
<span style="color: #000000;">σε υπαίθρια γιορτή</span><br />
<span style="color: #000000;">να αναδεύουμε ψεύτικες πέρλες </span><br />
<span style="color: #000000;">απομεινάρια σημαιοστολισμών</span><br />
<span style="color: #000000;">και ασκήσεις μελαγχολικές στο πιάνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν την αντέχω την παράσταση αυτή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μία λύπη πλεούμενη να χορεύει αμέριμνη </span><br />
<span style="color: #000000;">στο απέραντο σύμπαν του βάλτου</span><br />
<span style="color: #000000;">χλωμά αλογάκια ξύλινα </span><br />
<span style="color: #000000;">να δραπετεύουν στα ύψη</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αμέτρητοι θλιμμένοι στις εξώπορτες </span><br />
<span style="color: #000000;">να περιμένουν να περάσει </span><br />
<span style="color: #000000;">η κηδεία τους.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΛΥΠΗΜΕΝΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ (1986)</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Θα στεφανωθούμε </span><br />
<span style="color: #000000;">στα γυρίσματα μιας μουγκής Άνοιξης</span><br />
<span style="color: #000000;">με βότσαλα κουφέτα κι άστρα ασημιά</span><br />
<span style="color: #000000;">τον μαύρο να σέρνουν γύρω μου χορό</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς πατούσες, δίχως βήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">και με ανθούς ξεκλείδωτα ψηφιά </span><br />
<span style="color: #000000;">που ουρανικά σημαίνουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το φλογερό μου ταίρι καταποντισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">τη στερημένη μου ζωή θα εγκωμιάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">οι καλεσμένοι στις σκαλωσιές</span><br />
<span style="color: #000000;">ντυμένοι για ταξίδι</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ανασαίνουν ρεμβαστικά το «χαίρε»</span><br />
<span style="color: #000000;">και η αναγγελία </span><br />
<span style="color: #000000;">μια αστραπή αιφνιδιαστική: </span><br />
<span style="color: #000000;">ο ποιητής δεν θα ’ρθει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ τη μονάκριβη ζωή μου </span><br />
<span style="color: #000000;">αστερισμοί παραιτηθείτε…</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ (2020)</strong><br />
<strong>ΔΟΚΙΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ</strong></h5>
<p><strong>Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου μιλά στην Μαρία Σφυρόερα και στην εκπομπή της ΕΡΤ  ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ  ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ για το δοκίμιο κριτικής  ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ (Ρώμη 2020)</strong></p>
<p>Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα</p>
<p>Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, από τον τίτλο δηλαδή του εξωφύλλου. «Στους πίσω κήπους μίας λέξης». Κάτι περίεργο και συνωμοτικό μοιάζει να γίνεται εκεί, κάτι σαν λαθραία ανταλλαγή μυστικών, μια συνάντηση αλλιώτικη και ίσως επικίνδυνη. Ο τίτλος προέκυψε από στίχο ποιήματός μου που περιέχεται στα Αφόρετα θαύματα. Βρισκόμαστε με κάποιον περίεργο τρόπο σε ένα γραφείο, όπου ο ποιητής ανακρίνεται μέχρι τελικής πτώσης, προκειμένου να ομολογήσει. Μια ανάκριση που γίνεται σε εμένα αλλά που κι εγώ με τη σειρά μου με όλα τα βιβλία δοκιμίων μου για την ποίηση μοιάζει να κάνω στους ποιητές, μήπως και αποκαλυφθεί τι γράφει το τσαλακωμένο χαρτί που κρύβουν τόσο σφιχτά στη χούφτα τους. Το ποίημα έχει τίτλο: «Στο ανακριτικό»:</p>
<p>Κι εσείς /πώς ξαφνικά βρεθήκατε εκεί; /Και δεν μιλάω βέβαια μόνο για κείνη τη φορά. /Η κατ’ εξακολούθηση εμφάνισή σας /στον τόπο του εγκλήματος /εγείρει υποψίες σοβαρές /περί ενοχής ή νοσηρότητάς σας. /Κι ας υποθέσουμε πως είναι λογικό /ας το αποδώσουμε καλόπιστα στην τύχη. /Όμως στην έκθεση αναφέρεστε /ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς /συμβάντων ανεξήγητων /που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα /στους πίσω κήπους μίας λέξης /και μάλιστα /την ίδια ώρα ακριβώς /που στο κοινόβιο της αποθήκης /οι κούκλες /(μόνον αυτές από τον στόλο /των ανθεκτικών πραγμάτων) /έλυναν γρίφους και αινίγματα /να ξεσκεπάσουν τη φθορά /και τη σεπτή νεότητα /οριστικά να εγκαταστήσουν. /Βλέπω σιωπάτε… /Κι ανοίξτε τη σφιγμένη σας γροθιά… /Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί /– ας είναι και τσαλακωμένο – /εξέχουν λάμψεις και καπνοί /μέσα απ’ τα δάχτυλά σας / φαίνονται / σας προδίδουν. / Συνεργαστείτε / θλιβερέ μου ποιητή /όσο ακόμα είναι καιρός /ή διαφορετικά /ομολογήστε.</p>
<p>Τα κριτικά δοκίμια του παρόντος τόμου, γραμμένα κατά καιρούς με διάφορες αφορμές (αφιερώματα περιοδικών και παρουσιάσεις βιβλίων) επιχειρούν να φωτίσουν πτυχές του έργου 12 δημιουργών που το μόνο τους κοινό είναι η πόλη της Θεσσαλονίκης, ως τόπος όπου ζουν ή έζησαν για πολλά χρόνια. Έτσι λοιπόν δώδεκα ποιητές και ποιήτριες, συναντιόνται στις σελίδες αυτού του βιβλίου και δίνουν το στίγμα της γραφής τους.<br />
Συγκεκριμένα: Ο νατουραλισμός του Μάρκου Μέσκου μέσω της αλληλοπεριχώρησης τόπου και ανθρώπων, αποτελεί όσμωση ιστορίας και οντολογίας που διδάσκει την ίδια στιγμή την ευθραυστότητα αλλά και τον δυναμισμό τόσο της φύσης όσο και του πολιτισμού.<br />
Η ποίηση του Τόλη Νικηφόρου συνιστά ανθρωποκεντρική μελέτη, στο πλαίσιο της οποίας συμπλέουν από τη μια η διάχυτη νοσταλγία με την ολοκληρωτική παραίτηση κι από την άλλη η άνθηση του μυστηρίου ως ανεπεξέργαστη παραμυθία, προκειμένου να ισορροπεί μέσα του το απρόσιτο «τίποτα» και η απόλυτη απειλή του.<br />
Η ποίηση του Παναγιώτη Μαυρίδη, χωρίς να καταλήγει στον καθαρό διδακτισμό, ασκεί ουσιαστικά έλεγχο όχι τόσο στην κοινωνία και στον άνθρωπο, στις κακοπραξίες και απραξίες αμφοτέρων, όσο επιχειρεί διαρκώς να μετατρέψει το λευκό χαρτί σε καθρέφτη, όπου θα αντικρίζει καθημερινά το δικό του είδωλο.<br />
Ο Κωστής Μοσκώφ, εγκιβωτίζει ιστορίες μέσα στην Ιστορία, κάνοντας άλματα στον χρόνο και στα ιδεολογικά σύμπαντα. Οραματικός και με εξοικείωση στα σύμβολα, στοχάζεται και φιλοσοφεί σε μια ποίηση με πεζολογικά στοιχεία και λεκτικούς αιφνιδιασμούς που εκκινούν από την ελληνική παράδοση και την ξένη Λογοτεχνία.<br />
Ο χρόνος και η μνήμη στην ποίηση του Γιάννη Καρατζόγλου συμπλέκονται, με αποτέλεσμα να βιώνεται εις διπλούν κάθε φορά το χτες όχι όμως μόνο με τις πικρές του διαψεύσεις αλλά και με ακέραιη την επαναφορά των όλβιων στιγμών ανθρώπων εξοικειωμένων με τα τραύματά τους.<br />
Στην ποίηση της Άννυς Κουτροκόη ο έρωτας πάει εκδρομή την Κυριακή στο άλσος, «στο στήθος των γερόντων μια καμπάνα» χτυπά την επανάληψη διεκδικώντας δικαίωμα στη σωτηρία της ψυχής όσων αναζητούν μια χαραμάδα δυνατότητας, ένα ύστατο ενδεχόμενο ανατροπής και ανάνηψης.<br />
Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα προβάλλει σκηνές του βίου όπου πρωταγωνιστούν ο ναρκισσισμός και η διάψευση, οι φιλοδοξίες και τα προσωπεία, η ματαιοδοξία και οι κόλακες, η αλαζονεία και το σκοτάδι των απρόβλεπτων γυναικών, η εξαπάτηση και η πόζα, η μνησικακία και ο θάνατος.<br />
Οι ορίζουσες της ποιητικής ύλης του Νίκου Μυλόπουλου κινούνται γύρω από τον άξονα της ειρηνικής διαμαρτυρίας και εκείνον της αναδρομής. Ο χρόνος της γραφής του είναι ο Παρατατικός που έχει την τάση να καταλαμβάνει με τον επεκτατισμό του εδάφη του αφηγημένου χρόνου.<br />
Το σώμα στην ποίηση της Καλλιόπης Εξάρχου ταλαντεύεται από την ενοχή στην αθωότητα φλερτάροντας με την αποδοχή ενώ από την άλλη μάχεται την ίδια την απόφασή του. Το σώμα της γραφής πλήρες σωμάτων και ερώτων, αλλά και το σώμα του έρωτα διάστικτο από «κρύπτιες στιγμές».<br />
Η Χαρά Χρηστάρα δονείται από αναταράξεις εσωτερικής καταγωγής, οι οποίες αντλούν τον σπαραγμό από ορυχεία βάθους απροσμέτρητου όπου το δαιμονικό συναιρείται με το αγγελικό της φύσης που έχουμε αλλά και του διφυούς που είμαστε. Ωστόσο, η ελπίδα είναι η δική της επινοημένη κατασκευή που τη σώζει απ’ τον κατακλυσμό.<br />
Η Έλσα Κορνέτη αφηγείται μιαν αλήθεια παράλογη που ισούται με το παραμύθι, αποκαλύπτοντας τον τρόπο της διάνοιας να εντοπίσει το αυθεντικό ως δυνατότητα, ώστε με την αξιοποίησή της να μετουσιωθεί σε αλήθεια. Καταφάσκει στο «είναι» και μας αποκαλύπτει έναν κόσμο ελαφρύ και αλαφρωμένο.<br />
Η ποίηση του Πέτρου Γκολίτση είναι σύγκρουση μετωπική με το Θείο, αγωνιώντας να ερμηνεύσει το παράλογο που μας κυκλώνει. Με λόγο μετωνυμικό παρουσιάζει τη γέννηση της Γης, η οποία βιώνει την κατάργηση και την αναίρεσή της, βάζοντας όλους εμάς παρατηρητές σ’ ένα παιχνίδι σταδιακής ακύρωσης και εντέλει εξαφάνισης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ (2015)</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ (1931 &#8211; 2015)</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><em><span style="color: #000000;">Εν αναμονή</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">«Ακοίμητος στα στήθη μου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">καημός ο καταποντισμός</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τον παραδείσου»</span></em><br />
<span style="color: #000000;">Νυχτοφιλία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρότι το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει αποτυχία, και τέχνη σημαίνει αφοσίωση στην αποτυχία, σύμφωνα με τον Samuel Beckett, παρότι η τέχνη δεν λύνει προβλήματα αλλά μάλλον τα φθείρει μονάχα, όπως υποστηρίζει η Susan Sontag, παρ’ όλα αυτά ένα ποίημα στρέφεται ανέκαθεν εναντίον του κενού, ως ύστατη ταπεινή προσπάθεια του ποιητή ν’ αναστείλει για λίγο</span><br />
<span style="color: #000000;">την αποσύνθεση, φανερώνοντας ωστόσο απροκάλυπτα πόσο εύθραυστος είναι ο ίδιος. Κι εύθραυστος γίνεται γιατί το μέσα του είναι πιο βαθύ από κάθε σκοτάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα τέτοιο βάθος, τυραννισμένο από μνήμη, μαβιά απόβραδα μιας Κέρκυρας υγρής, γυάλινους ήχους έρημων παλαιοπωλείων και σημαιάκια χάρτινα πεταμένα απ’ την παρέλαση τόσων νεκρών, είναι αυτό που αναδύεται απ’ ό,τι αφήνει στο χαρτί η ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τα καραβάνια</span><br />
<span style="color: #000000;">των λησμονημένων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;">σκιές νεκρών</span><br />
<span style="color: #000000;">μορφές αγαπημένων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που κλείνεις τις</span><br />
<span style="color: #000000;">καταπακτές</span><br />
<span style="color: #000000;">και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που μες στο φέγγος σον αγρυπνώ</span><br />
<span style="color: #000000;">σα να πιστεύω πως</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχω ακόμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα</span></p>
<p style="padding-left: 320px;"><em><span style="color: #000000;">Ο ληξίαρχος, 1989</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Τεχνουργός υψηλής καλαισθησίας, κατορθώνει να καθυποτάξει και να χαλιναγωγήσει την πληθωρική του αισθαντικότητα &#8211; άκρως ευαίσθητη, ευπρόσβλητη και τρυφερή &#8211; στη λιτότητα και στην περιεκτικότητα μιας γραφής που ωστόσο την οξύτητά της και το μερτικό της στο καίριο κανείς δεν μπορεί να της αμφισβητήσει. Στην ποίηση του Αλεξάκη οι σιωπές απογυμνώνουν τη συγκίνηση από τη φόρτιση και μας εισάγουν στην υποβολή και στη μαγεία, οι οποίες μάλιστα, αποφεύγοντας τραχύτητες και αιχμές, απορροφούν και μεταδίδουν σε χαμηλό τόνο εξομολόγησης τη βιωμένη πλέον μελαγχολία. Έτσι, το καθημερινό συμβαίνον δεν περιορίζεται στην αντανάκλαση του ατομικού άλγους — ουσιώδους, οπωσδήποτε, και δραματικού — αλλά μεταβάλλεται σε υπόθεση συλλογική, καταθέτοντας ένα ήθος </span><span style="color: #000000;">γραφής που πείθει με τον απόηχο μάλλον παρά με τον ήχο και συναρπάζει με τη διάθλαση και τη συστολή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[&#8230;]</span><br />
<span style="color: #000000;">Σβήστε λοιπόν αυτούς τους προβολείς</span><br />
<span style="color: #000000;">μη με διαλύετε στους</span><br />
<span style="color: #000000;">ορυμαγδούς σας</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήστε ν’ αφουγκράζομαι γκρεμούς</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήστε να θωπεύω</span><br />
<span style="color: #000000;">τους νεκρούς μου</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><em><span style="color: #000000;">«Ο περιπατητής της παραλίας», Ο ληξίαρχος, 1989</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Η επιμονή του Αλεξάκη στον καθαρμό της λέξης από στοιχεία περιττά και η συνεχής διάλυση και ανασύνθεση εικόνων και εννοιών με την αφαίρεση του ορατού σχήματος και του όγκου τους τον καθιστά περισσότερο υποβλητικό παρά αινιγματικό, καλλιεργώντας τη ρευστότητα που τείνει στη μουσική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αυξημένη ωστόσο την αίσθηση του ειδικού βάρους των λέξεων δεν εκφεύγει των ορίων της λογικής συνάρθρωσης, καταθέτοντας λόγο κραυγή, μια και οι στίχοι του δεν είναι παρά συνθηματικά χτυπήματα στον τοίχο, προσπαθώντας να δηλώσει και σ’ άλλους έγκλειστους την παρουσία του, ή ένα τέχνασμα ανάλογο μ’ εκείνο των παιδιών που κάνουν πως γαβγίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω από έναν τοίχο, προκειμένου να ανακαλύψουν αν υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;">από πίσω σκυλί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μάταιες κι ασαφείς αναζητήσεις </span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τον εκ γενετής τυφλό</span><br />
<span style="color: #000000;">που ωστόσο</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέρει πως γύρω υπάρχει φως</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθίζουν φλόγες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα πώς αυτές τις φλόγες</span><br />
<span style="color: #000000;">τις αόρατες</span><br />
<span style="color: #000000;">με τις παλάμες όλο εγκαύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ αγγίξω</span><br />
<span style="color: #000000;">και πώς να ψηλαφίσω αυτό το φως;</span><br />
<span style="color: #000000;">Θαρρώ</span><br />
<span style="color: #000000;">ναυάγιο στο βυθό πως είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Θαρρώ πως είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">των βυθών ο εγκάθειρκτος</span><br />
<span style="color: #000000;">[&#8230;]</span></p>
<p style="padding-left: 360px;"><em><span style="color: #000000;">Βυθός, 1985</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλοτε πάλι απογυμνώνει τον λόγο από την εννοιολογική του αναγκαιότητα, κάποτε ακόμη και από το ηχητικό του περίβλημα, γενόμενος ο ίδιος ο μεσολαβητής εκείνος που θα μας βοηθήσει να ψηλαφίσουμε το άρρητο, ώστε τελικά &#8211; κατά τρόπο ακαριαίο &#8211; να οριστούν ο λογισμός και το όνειρο. Για τον</span><br />
<span style="color: #000000;">λόγο αυτό, αναζητώντας αφορμές διαφυγής από την άγονη στιγμή και το ασήμαντο, καθηλώνει το βλέμμα του σ’ ό,τι αντανακλά και απηχεί την αιωνιότητα, όπως αυτή αναδύεται μέσα από τις μυστικές περιπέτειες της ψυχής, μικρούς θανάτους καθημερινούς και καθιζήσεις που ωστόσο αναζητούν τη λύτρωση:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μιλώ</span><br />
<span style="color: #000000;">γι’ αυτόν που αιώνια καρτερεί</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα κερί λιωμένο στην παλάμη</span></p>
<p style="padding-left: 360px;"><em><span style="color: #000000;">Νυχτοφιλίa 1995</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">ή αλλού πάλι στη<em> Νυχτοφιλία</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ</span><br />
<span style="color: #000000;">στα βάθη πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;">μακρινή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">για να ’χει μιαν ελπίδα η μάταιη πτήση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι ωστόσο βέβαιο πως η έλευση αυτής της λύτρωσης, η δικαίωση τόσης αναμονής θα αποδώσει τα προσδοκώμενα και θα μεταφέρει την ύπαρξη από τη σφαίρα του ευκταίου στην ατμόσφαιρα του βιωμένου Παραδείσου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλεις το ενστικτώδες πάθος για το εκλεκτό και η αυθαίρετη μυθοποίησή του, για να ’χει δέος η δέηση και ο αποκλεισμένος εαυτός διέξοδο ικανή, θέλεις η ανάγκη να αλλοιωθεί το τέλειο, γιατί το μέτρο προλαμβάνει την ύβρη, πάντως η καβαφική αγωνία για τη νέα τυραννία του φωτός, όταν ανοίξουν τα παράθυρα, μοιάζει να στοιχειώνει και τους στίχους του Αλεξάκη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν τα κρυμμένα μάς</span><br />
<span style="color: #000000;">φανερωθούν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πόσοι θ’ αντέξουν τόση</span><br />
<span style="color: #000000;">φωταψία;</span></p>
<p style="padding-left: 320px;"><em><span style="color: #000000;">Νυχτοφιλία, 1995</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Ορέστης Αλεξάκης έχει αντιληφθεί την ιστορία οδύνης και ηδονής που διεκτραγωδείται σε κάθε δοκιμασία ατομική, όταν η αμφιβολία για τη γνώση των ανθρώπινων απομονώνει ώ όντα σε μια πνευματική τραγικότητα, όπου η ψυχή &#8211; φάντασμα απίθανο — πλανιέται μάταια στα αδιέξοδα της διανόησης. Τη στάσιμη παραμονή ωστόσο στην αθλιότητα ο Αλεξάκης δεν τη συζητά, την παραίτηση που φθείρει τις αντοχές και μολύνει με την απελπισία την αναμονή δεν δείχνει να την κατανοεί. Δίχως απαραίτητα να στρέφεται στη χριστιανική ελπίδα, αλλά ίσως με μια κατάθεση θρησκευτικότητας χιλιετηρίδων </span><span style="color: #000000;">μέσα του, ζει τη σιωπηλή αντοχή τού «είναι», βιώνοντας την εξορία του σ’ έναν κόσμο μακράν του Παραδείσου. Εκεί αναπνέει, κινείται, ερωτεύεται, μετράει τα όριά του, τον τρισυπόστατο χρόνο ζητά να κατανοήσει, γράφει στίχους, διαβάζει στίχους, υποδέχεται την έμπνευση, αποχαιρετά τους κομπάρσους και μόνος του πια, ήρωας και θεατής, σε σκηνικό ακαθόριστο, πιάνει κουβέντα με ήρωες του Beckett.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Αλεξάκης υπάρχει περιμένοντας τον δικό του Γκοντό, βιώνοντας ίσως ασύνειδα το «εργάζου διά το αβέβαιον» του ιερού Αυγουστίνου, γι’ αυτό το αστάθμητο, το μυστικό και μάλλον περιττό, το οποίο, υπερβαίνοντας τα όρια του ωφέλιμου, πυκνώνει και συμπληρώνει τη ζωή μόνο με την αφαίρεση, στο  </span><span style="color: #000000;">πλαίσιο πάντοτε μιας ιδιαίτερης μαθητείας στην υπερηφάνεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο θάνατος, με όλες τις κατοπτρικές του μεταμορφώσεις, καθώς και η παρατεταμένη παραμονή στα μισοφωτισμένα υπόγεια του παρελθόντος χρόνου δεν είναι παρά μια μονοφωνική καταγγελία του ποιητή για τη σκιαμαχία του έρωτα, τη μάταιη αναμονή μιας απόκρισης στο άλυτο αίνιγμα της ζωής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μύηση λοιπόν στη ματαίωση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">12. Κι ο ποιητής&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8230;αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει</span><br />
<span style="color: #000000;">στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η λάμψη 1983</span></p>
<p><span style="color: #000000;">καθώς και ο θρήνος για την απώλεια του ανύπαρκτου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">3. Ωκεανός</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πόσος κόσμος Θε μου τι βοή</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στην καταραμένη πόλη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μες στο τριμμένο φως τον κουρνιαχτό</span><br />
<span style="color: #000000;">τις τρομαγμένες μάσκες όπου εγώ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">με απελπισμένο βλέμμα ναυαγού ·</span><br />
<span style="color: #000000;">του κάκου ψάχνω να σε δω κι Εσύ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πάντοτε αργείς να ’ρθεις και</span><br />
<span style="color: #000000;">πρόωρα φεύγεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Η λάμψη</em>, 1983</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στηρίζουν μια ποίηση που υμνεί τα συντρίμμια σ’ ένα σκηνικό</span><br />
<span style="color: #000000;">παιδικής γιορτής που άργησε να αρχίσει, γιατί γύρευαν το παιδί και πέθανε η μητέρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έκλεισα τις ρωγμές</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκλεισα τις ρωγμές του σώματός μου</span><br />
<span style="color: #000000;">σκούπισα των καιρών τ &#8216; αποκαΐδια</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσα συντρίμμια</span><br />
<span style="color: #000000;">τόση στάχτη εντός μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στόλισα της ψυχής τ’ ανθοδοχεία</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα τα φώτα μου άναψα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και τώρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">προσμένω μάταια να μ&#8217; επισκεφθείς</span><br />
<span style="color: #000000;">προσμένω μάταια να</span><br />
<span style="color: #000000;">με κατοικήσεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Βυθός,</em> 1985</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι sotto voce στοχασμοί του και η δραματική πυκνότητα της ψυχικής εμπειρίας κυριαρχούν στην ερημιά, με αποτέλεσμα να μεταναστεύουν το βλέμμα μας σε αθέατες ραγισματιές μνήμης και λήθης, έρωτα και θανάτου, τις οποίες και παλεύει με ποιήματα συρραπτικά να επουλώσει, για να δικαιώσει για άλλη μια φορά τη θλιβερή διαπίστωση πως «πιάνουν στη γη μας</span><br />
<span style="color: #000000;">λίγο τόπο τα πολύτιμα». «Εν τω μνησθήναι», λοιπόν, πόνων, φόβων και διαψεύσεων και πάντοτε μασώντας το πικρόχορτο ενός έρωτα για πρόσωπο με ασαφή χαρακτηριστικά, ωστόσο σαφώς προσδιορισμένο μες στην αντινομία του, αποφασίζει να του προσδώσει την ιδιότητα του μεσάζοντα ανάμεσα στους</span><br />
<span style="color: #000000;">ενοίκους του πάνω και του κάτω κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αναμονή</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρω πως είσαι μέσα μου κι ωστόσο</span><br />
<span style="color: #000000;">θαρρώ πως απ&#8217; τον έξω κόσμο θα &#8216;ρθεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">από τα βάθη μακρινού διαδρόμου</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσ’ απ’ το φως φανταστικής οθόνης</span><br />
<span style="color: #000000;">μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ένα παιδί στο φιλιατρό</span><br />
<span style="color: #000000;">να κλαίει</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποτε σκοτεινιάζεις και γεμίζεις</span><br />
<span style="color: #000000;">τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα</span><br />
<span style="color: #000000;">και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;">και σε φοβάμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στην ελπίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως καμιά φορά</span><br />
<span style="color: #000000;">χαμογελάς</span><br />
<span style="color: #000000;">με τόση τρυφερότητα με τόση </span><br />
<span style="color: #000000;">παιδική μνήμη που άξαφνα διακρίνω</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; κάπου, στα βάθη των</span><br />
<span style="color: #000000;">διαλογισμών</span><br />
<span style="color: #000000;">κάπου στα μάκρη ενός</span><br />
<span style="color: #000000;">χαμένου κόσμου —</span><br />
<span style="color: #000000;">πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως</span><br />
<span style="color: #000000;">πράγματα που εξαχνίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">στη δόξα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σα να &#8216;χει κάπου ο χρόνος να σταθεί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σα να χει κάπου κι ο Θεός</span><br />
<span style="color: #000000;">πατρίδα</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Ο Απόπλους,</em> 1999</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλωστε, με τον ρεμβώδη τίτλο της συγκεντρωτικής συλλογής του <em>Υπήρξε</em> &#8211; δηλωτικό της μελαγχολικής του επιστροφής στο παρελθόν, σε τοπία παιδικής μακαριότητας ή ακόμη και σ’ έναν προσωπικό χρόνο που, οριστικά στιγματίστηκε από το αμετάκλητο &#8211; ο Αλεξάκης αρνείται πεισματικά να αποκολλήσει το βλέμμα του από τον αόριστο και να τινάξει από τα ρούχα του τη σκόνη που επικάθισε υστέρα από τη μαζική αποχώρηση τόσων αγαπημένων. Θαρρείς κι αυτή η αναφορά σ’ ό,τι &#8220;υπήρξε» σταθμός ζωής, ονείρου ή εφιάλτη δεν γίνεται παρά με σκοπό τη συλλογή όλων εκείνων των ελαφρυντικών στοιχείων που θα απαλλάξουν τον ίδιο, αν κατατεθούν στον <em>«σκοτεινό ληξίαρχο που ζυγώνει</em>», λειτουργώντας ως αποδεικτικό της αθωότητας του υλικό, ως άλλοθι για το αδίκημα της αμφισβήτησης</span><br />
<span style="color: #000000;">ή αλλιώς, το αδίκημα της αναζήτησης ενός μεγαλόπνοου σχεδίου πίσω από το άλυτο μυστήριο της ύπαρξης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον αποφθεγματικό λόγο που αναδύει την απόσταξη της εσωτερικής ζωής και τον οποίο μας κοινώνησε η<em> Νυχτοφιλία</em> ακολούθησε η υψηλής ποιότητας ομοιοκατάληκτη ποίηση που διαβάζουμε στα <em>Αγαθά Παιχνίδια</em>. Τη νοητή αυτή τριλογία ήρθε να συμπληρώσει η συλλογή του Ορέστη Αλεξάκη <em>Μου γνέψουν</em>, 2000.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με διάχυτη την αγωνία του ποιητικού «εγώ» για τον τραυματισμό της ύπαρξης από την αιώνια απειλή του επερχόμενου τέλους και με εμφανή ωστόσο τον μετεωρισμό τόσων ερωτημάτων, διλημμάτων και αδιεξόδων, επιχειρείται η αρτιωμένη αισθητικά σύνθεση άτακτων εικόνων και έμμετρων παλινδρομήσεων που συναρπάζει. Με τη συλλογή αυτή, με την οποία αναβαθμίζεται εμφανώς ένα σκαλί ποιοτικά από τις άλλες έμμετρες, ο Αλεξάκης συνταιριάζει παλιές μορφές με καινούργιους τρόπους έκφρασης, δίχως ωστόσο &#8211; όπως ο ίδιος εξομολογείται &#8211; να αποβλέπει στην εκπομπή κάποιου συγκεκριμένου μηνύματος που να συνιστά μια έμμεση στροφή &#8211; επιστροφή σε φόρμες παλιές. Η μόνη του ίσως πρόθεση είναι η συνειδητή</span><br />
<span style="color: #000000;">πλέον αποστροφή απ’ ό,τι περιορίζει την έκφραση συμπιέζοντάς τη σε δόγματα, μόδες και σχολές, στο όνομα μιας κατ’ επίφαση μοντέρνας γραφής. Τον κίνδυνο άλλωστε απώλειας της αισθητικής ποιότητας δεν τον αποτρέπει καμία οριοθέτηση, δεν τον ξορκίζει κανένας προϊδεασμός, για να συμμεριστούμε τους φόβους του Ελύτη, όταν προειδοποιούσε: «<em>Νέε, θυμήσου </em></span><span style="color: #000000;"><em>δε γίνεσαι δούλος, όταν σε υποτάσσει μόνον αυτός που έχει την εξουσία &#8211; αλλά κι εκείνος που την πολεμάει». (Εν Λευκώ)</em>. Εκείνο πάντως που θεωρείται αξιοπρόσεκτο είναι πως ο Αλεξάκης τηρεί με θρησκευτική αφοσίωση τους αυστηρότερους κανόνες φόρμας, κομίζοντάς μας ποιήματα μοναδικής ευρηματικότητας και τέλειας μορφής, την ώρα που θα περίμενε κανείς να ακολουθήσει μια πιο χαλαρή γραμμή, ύστερα μάλιστα από τις υπονομεύσεις της φόρμας που οι θιασώτες της λεγόμενης ανανεωμένης</span><br />
<span style="color: #000000;">παράδοσης θέλησαν να επιβάλουν, ως μεσοσταθμό ανάμεσα στην παλιά παραδοσιακή ποίηση και στον νεωτερισμό του ’30.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μοναδικό μέλημά του παραμένει η ουσία του ποιήματος και σ&#8217; αυτήν αναζητείται ό,τι ακριβώς και στη σύγχρονη ποίηση: η ανανέωση και η συνεισφορά στην έκφραση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τη συλλογή <em>Μου γνέφουν</em> ο Αλεξάκης επιδίδεται στη σύνθεση, στη συναρμολόγηση και στην παρουσίαση ενός καλειδοσκόπιου, όπου απομονώνει και ακινητοποιεί αποκόμματα της φαντασίας, φραγμένα του ονείρου ή και του εφιάλτη, ακολουθώντας πιστά τη διαλεκτική των αντιθέσεων, η οποία</span><br />
<span style="color: #000000;">εξαιρεί την ανατροπή και την αντινομία. Οι πολυεδρικής υφολογίας στρατηγικές του, όσο κι αν συνιστούν μια επικίνδυνη όρχηση, αρνούμενες να συμβιβαστούν με το σταθερό περίγραμμα των εννοιών, διασπούν το σύνολο αναζητώντας την εξέλιξή του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υιοθετώντας το δομικό σχήμα της ασυνέχειας και χρησιμοποιώντας πάντα τη διάλεκτο της έκπληκτης ψυχής, ισορροπεί ανάμεσα στα σημαίνοντα και στα σημαινόμενα μ’ έναν λόγο νοηματισμένο και μυστικό, η κεντρική συνιστώσα του οποίου είναι η απόπειρα εξοικείωσης με τον χρόνο και η άρνηση συμφιλίωσής του με την υποψία ανυπαρξίας του Παραδείσου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιμένω τον κουλό θεραπευτή</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιμένω το φιλάνθρωπο ληστή</span><br />
<span style="color: #000000;">και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιμένω να &#8216;ρθει κάποιος να με σώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό</span><br />
<span style="color: #000000;">για ν&#8217; αντέξω τον αντίπαλο ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ταρατατάμ ή το ξόρκι», <em>Μου γνέφουν</em>, 2000</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το βέβαιο είναι πάντως πως ηθελημένα παγιδεύεται στη θύμηση:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;">σπίτι που</span><br />
<span style="color: #000000;">με κατοικεί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μητέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">που το στήθος μου θηλάζει</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Νυχτοφιλία</em>, 1995</span></p>
<p><span style="color: #000000;">προσπαθώντας να περισώσει ναυάγια, να ταριχεύσει μύθους που κινδύνεψαν από τον θάνατο:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;">ο πιο</span><br />
<span style="color: #000000;">πυκνός</span><br />
<span style="color: #000000;">καπνός</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ο θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κλίβανος των μύθων</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Νυχτοφιλία,</em> 1995</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ενώ ο αιγυπτιακός Πρωτέας, που κρυμμένος μέσα του τον παρακινεί σε πειραματισμούς, ευθύνεται για τις εκπυρσοκροτήσεις μνήμης, φόβων και σκιών καθώς και για το διαλυμένο ψηφιδωτό της ψυχής του που, επικαλούμενο τη σύνθεσή του, δεν ενδίδει στη ματαιότητα. Η ποίησή του λοιπόν έχει μαθητεύσει στην αναζήτηση και έχει στρατευθεί στην αγάπη, όχι στη θεωρητική της αποδοχή ή στην αγαθή πρόθεση γι’ αυτήν, αλλά στην «ησυχασμένη» βίωσή της. Πιστός και ευλαβής ωστόσο των αμφιβολιών του, ο ποιητής του Ληξίαρχου ταλανίζεται από εφιαλτικές παραισθήσεις απόηχων, σκιών και ενυπνίων, συνομιλεί με πρόσωπα αποκρουστικά που σαρκάζουν την αναμονή του, ενώ στην ερώτησή του «<em>Ποιος είν’ εδώ</em>;» δεν του απαντούν, παρά τον απειλούν και τον φοβίζουν:</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλλες γυναίκες πια δεν έχει ο τόπος</span><br />
<span style="color: #000000;">να σε καλοδεχτούν και να σου στρώσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">και μόνο εγώ σου απόμεινα καλέ μου</span><br />
<span style="color: #000000;">μια στείρα</span><br />
<span style="color: #000000;">μια γριά σακατεμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">σε σκοτεινή αγκαλιά να σε τυλίξω</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«ΔΥΟ ΜΟΝΟΚΟΝΔΥΛΙΕΣ, α. Η γριά»,<em> Ο Απόπλους,</em> 1999</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ τρομοκρατείται και κρύβεται φοβισμένος στην ποδιά της νοσοκόμας ή σκαρφαλώνει σε δοκάρια και καμπαναριά, κάποτε απελπίζεται από τη μάταιη αναμονή και εγκατάλειψη, και αγανακτεί προειδοποιώντας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Μην περιμένετε τον άυλο ταχυδρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανείς δε θα ’ρθει να μας φέρει το κλειδί</span><br />
<span style="color: #000000;">Μείνετε πάντα το ανεξήγητο παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;">Που αποστηθίζει τη βροχή στον άδειο δρόμο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Drachenfels»,<em> Ο Απόπλους</em>, 1999</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν γνωρίζω αν διαβάζοντας Αλεξάκη παρακολουθούμε ταυτόχρονα μια εφιαλτική ταινία βουβού κινηματογράφου, αν επιστρέφουμε στην αποθήκη με τα χαλασμένα μας παιχνίδια ή τελικά ανακαλύπτουμε πως είναι κοινή η ταυτότητα των δακρύων. Ωστόσο, παντού σανίδα σωτηρίας το ποίημα ή, όπως αλλιώς λέγεται, ο έρωτας. Ο έρωτας για τη Μαρία που, πού θα πάει, θα υπάρξει, ο έρωτας για την αλήθεια και τη «μουσική ουρανών μέσα σε πάμφθηνα πράγματα»&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εκείνος; Ένας τύπος του Kafka που κυνηγάει τον εαυτό του, που πολεμάει το κενό και που, όταν πια κουράζεται στη μάταιη αναζήτηση του Παραδείσου, μαθήματα παραδίδει γλώσσας, μνήμης και μοναξιάς.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΣΥΡΡΑΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ (2012)</strong></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>[Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη]</strong></span></h5>
<p>Αν, ολοκληρώνοντας τη μελέτη αυτή, θα ’πρεπε να επισημάνω ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Aλεξάκη, τέτοια που την καθιστούν σημαντική αλλά και αναγνωρίσιμη, θα σημείωνα τα ακόλουθα:</p>
<p>Πρώτο στοιχείο: <em>Η μουσικότητα</em>.<br />
Πρόκειται κατά την άποψή μου για το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της συγκεκριμένης ποιητικής. Περισσότερο ή λιγότερο φανερά, ο ίαμβος δεν εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ την ποίηση του Αλεξάκη  εξασφαλίζοντας της την ιδιαίτερη αρμονία που τη χαρακτηρίζει, ακόμη και στα πεζότροπα ποιήματά του, όπως έχουμε ήδη επισημάνει. Και είναι η μουσικότητα αυτή κατ’ εξοχήν σημαντικό στοιχείο ποιότητας του ποιητικού έργου, καθώς γνωρίζουμε ότι η μήτρα πού κυοφόρησε και γέννησε την Ποίηση ήταν η ενιαία μορφή τέχνης που τη συγκροτούσε ως ένα σώμα, η τότε αδιαίρετη τριάδα: λόγος (ποίηση),<br />
ήχος (μουσική), κίνηση (χορός). Ο διαχωρισμός τους αργότερα ήταν φυσικό να αφήσει σε κάθε μια απ’ αυτές κάποια ίχνη από την προηγηθείσα συνύπαρξή τους. Και το φαινόμενο αυτό γίνεται περισσότερο αισθητό στην ποίηση, όπου η μουσική εξακολουθεί να διεκδικεί &#8211; επαξίως πιστεύω &#8211; τη θέση που της αφαίρεσαν. Ο Hegel γράφει στην Ποιητική του ότι «<em>η μουσικότητα είναι </em><em>θεμελιακό γνώρισμα της ποίησης</em>». Θα τολμούσα να πω ότι δεν είναι &#8211; όπως φαίνεται να πιστεύουν οι περισσότεροι &#8211; στοιχείο εξωτερικό και διακοσμητικό, ένδυμα του ποιητικού σώματος, αλλά ένα με το ποιητικό σώμα, από το όποιο δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί, χωρίς την καταστροφή του ποιήματος.<br />
Ειπώθηκε ότι ο Αλεξάκης, οπαδός &#8211; και λόγω καταγωγής – της μουσικότητας, αγωνίζεται συνειδητά με την ποίηση που γράφει, υπερασπιζόμενος έμπρακτα την άποψή του. Μολονότι έχω ήδη διατυπώσει την πεποίθηση ότι ο εν λόγω ποιητής γράφει μελωδικά, καθώς δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, παρά ταύτα δε θα μου ήταν δύσκολο να δεχθώ ότι ταυτόχρονα διάκονε! τον μουσικό στίχο ως στρατευμένος &#8211; <em>ή αλλιώς συνειδητοποιημένος </em>&#8211; υπερασπιστής και προπαγανδιστής του. Και μάλιστα σε τέτοιο επίπεδο δεξιοτεχνίας, πού εγείρεται το ερώτημα: έχουν οι λέξεις άραγε τον δικό τους ρυθμό, ο οποίος και επιβάλλεται στο ποίημα, ή μήπως είναι ο ρυθμός που κινεί τα λόγια, με την έννοια ότι τα παράγει και τα εξαναγκάζει κάποτε να υπακούσουν σε μιαν ιδιάζουσα δική του φιλοσοφική και υπαρξιακή τοποθέτηση; Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε την υποσκέλιση του ποιητικού υποκειμένου, το όποιο συνεπώς ουδεμία ευθύνη μοιάζει να φέρει για το αποτέλεσμα, καθώς, όπως σημειώνει ο Χάιντεγκερ, «<em>δεν πρέπει να περιορίζουμε τη δόνηση της ποιητικής έκφρασης στα στενά όρια μιας απόφανσης</em>». Κάτι ανάλογο σαν να συμβαίνει κι εδώ, αφού από τη διελκυστίνδα τόνου και νοήματος μοιάζει να κερδίζει το ίδιο το ποίημα, αφήνοντας αμήχανο τον ποιητή, με την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος ελέγχει την κατάσταση. Και τότε που βρίσκεται ο ποιητής; &#8220;Αν ούτε ήρωας είναι ούτε και συγγραφέας, που θα τον συναντήσει η ανάγνωση μας;</p>
<p>Ο Ορέστης Αλεξάκης δεν κινείται ούτε επάνω στη σκηνή ούτε στην πρώτη η δεύτερη σειρά φαίνεται καθισμένος, σε ρόλο σκηνοθέτη. Η φωνή του, φωνή εγγαστρίμυθου θαρρείς, ακούγεται απ’ τα υπόγεια της ύπαρξης των πάντων. Υποβολέας του ίδιου του εαυτού του, γίνεται κάποτε κι ο ήχος ακόμα των σκηνικών της παράστασης, ήχος &#8211; απόηχος ενός κόσμου που μόλις ανεγείρεται, αμέσως καταρρέει.</p>
<p>Δεύτερο στοιχείο: <em>Ο συγκρατημένος, ελεγχόμενος αλλά πάντως εμφανής συναισθηματισμός που διατρέχει την ποίηση του</em>.</p>
<p>Ο Αλεξάκης αρνείται να είναι ένας αδιάφορος θεατής, που παρακολουθεί απλώς το ποιητικό συμβάν αρκούμενος στην περιγραφή του. Αντίθετα, συμμετέχει σ’ αυτό, πάσχει, υφίσταται. Και τούτη η συμμετοχή δίνει στην ποίησή του το στίγμα της αυθεντικής ειλικρίνειας που ενισχύει την αμεσότητα της επικοινωνίας. Όμως, μολονότι έχει χαρακτηρισθεί ως «<em>λυρικός ποιητής</em>», εντούτοις δεν παρασύρεται από το συναίσθημα, το όποιο μάλιστα συγκρατεί αποφασιστικά στα όρια της ευπρέπειας και της σοβαρότητας.</p>
<p>Τρίτο στοιχείο: <em>Ο τεχνικά άψογος στίχος.</em></p>
<p>Ένας στίχος πάντοτε καλοδουλεμένος, συνοπτικός &#8211; χωρίς περιττολογίες, συνεκφορές η χασμωδίες &#8211; και ευθύβολος, με την έννοια ότι δεν παρεκκλίνει της πορείας του, αλλά κατευθύνεται σταθερά στον προεπιλεγμένο στόχο. «<em>Σμιλεύει τις λέξεις του, κάποτε μέχρι την εκζήτησή τους. Οι λέξεις του είναι γενικά τόσο εύηχες, που οι γλυφές, το δούλεμα μ’ άλλα λόγια, γίνεται ορατό</em>» παρατηρεί η Νατάσα Κεσμέτη.  Ως εκ τούτου, το προηγούμενο στοιχείο του ελεγχόμενου αλλά εμφανούς συναισθηματισμού σε συνδυασμό με την έκδηλη μέριμνα για την εμφάνιση στίχων που παραπέμπουν στη διεργασία των λεπτουργημάτων μοιάζει να επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την άποψη του Philip Larkin για τη «συνταγή» του καλού ποιήματος. Υποστήριζε λοιπόν πως για την κατάκτηση του αξιόλογου στην ποίηση δεν επαρκεί ούτε μόνη της η συναισθηματική υπερχείλιση ούτε βέβαια μόνη της η άψογη δόμηση του στίχου αλλά ο γόνιμος συνδυασμός τους.</p>
<p>«&#8230;<em>Ένα ποίημα δεν είναι μόνο συναίσθημα. Από τη δική μου εμπειρία, μπορώ να πω ότι υπάρχει η συναισθηματική πλευρά &#8211; ας την πούμε η όψη του πιρουνιού – και αυτή πρέπει να τη διασταυρώσεις με την όψη του μαχαιριού, αυτή είναι η όψη που θέλει να κόψει, να ράψει, να τακτοποιήσει το ποίημα&#8230; Ποτέ δε γράφεις ποίημα μόνο από την όψη του μαχαιριού, που θα ήταν σαν να γράφεις μια επιστολή προς τους </em><em>Times</em>».</p>
<p>Τέταρτο στοιχείο: <em>Ο πλούτος των λέξεων και η ακρίβεια των εννοιών</em>.</p>
<p>Ουδεμία αμφιβολία ότι ο Αλεξάκης κατέχει την ελληνική γλώσσα όσο ελάχιστοι σύγχρονοι ομότεχνοί του και εκμεταλλεύεται μεν δικαίως τις δυνατότητές του, χωρίς όμως να δημιουργεί την εντύπωση ότι εξωθεί τη γλώσσα του ως την εκζήτηση, όπως ισχυρίζεται η Νατάσα Κεσμέτη. Βέβαια, η γλώσσα στην ποίηση του Αλεξάκη αποτελεί ένα κεφάλαιο ξεχωριστό από μόνο του, άξιο να σκύψουν επάνω του για μαθητεία οι νεότεροι. Μιλώ για μια ιδιαιτέρως φροντισμένη και ουδέποτε επιτηδευμένη χρήση του λόγου, που πέρα από το σεβασμό απέναντι στην ίδια την Ποίηση, ο όποιος εκδηλώνεται με στάση προσοχής απέναντι της, μοιάζει να πηγαίνει ακόμη παραπέρα. Τολμά και κάνει μια βαθιά υπόκλιση, αυτή τη φορά όμως στον Σολωμό και στον Κάλβο, μια υπόκλιση &#8211; υπόσχεση για συνέχιση της ίδιας μουσικής υπόκρουσης που νυχθημερόν ακούγεται στα καντούνια των Επτανησιακών Γραμμάτων.</p>
<p>Πέμπτο στοιχείο: <em>Η ευπρέπεια. </em></p>
<p>Η ευπρεπής χρήση της γλώσσας αλλά και των νοημάτων της είναι, θα έλεγε κανείς, έμμονη ιδέα του ποιητή της «<em>ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑΣ</em>». ». Ως γνήσιος επτανήσιος ευπατρίδης, φορέας κοινωνικής αγωγής και συνειδητός διεκδικητής της έξωθεν καλής μαρτυρίας &#8211; «<em>Σου χρωστώ την Εξωθεν καλή μαρτυρία του κόσμου</em>» &#8211; δεν ολισθαίνει ποτέ σε φραστικές ασχήμιες η ακόμη και υπερβολές στο όνομα π.χ. ενός κακώς εννοούμενου <em>μοντερνισμού</em>, <em>ρεαλισμού,</em> <em>αντικαθωσπρεπισμού </em>η ενός δήθεν πηγαίου <em>αυθορμητισμού.</em> Ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που η θεματολογία του σου δημιουργεί προς στιγμήν την αίσθηση ότι θα τον παρασύρει σε κάποιο μικροολίσθημα (π.χ. στο ποίημα <em>Αχινός</em>), ακόμη και τότε δεν υπερβαίνει τα όρια κοσμιότητας, που ο ίδιος έχει θέσει στον εαυτό του.</p>
<p>Έκτο στοιχείο: <em>Η συνεχής αναζήτηση μορφής και ύφους.</em></p>
<p>Όπως ήδη παρατηρήσαμε, καμία από τις ποιητικές συλλογές του Αλεξάκη δεν μοιάζει να είναι απλή συνέχεια της προηγούμενης μορφολογικά κυρίως αλλά και θεματολογικά. Όλες ανεξαίρετα κομίζουν κάτι άλλο, μιαν άλλη αισθητική άποψη, μιαν άλλη οπτική, μια διαφορετική μέθοδο επεξεργασίας του θέματος. Κάθε μια από αυτές έχει τη δική της ταυτότητα και σε τελευταία ανάλυση τον δικό της λόγο ύπαρξης. Γεγονός που μαρτυρεί τον ανήσυχο, ανικανοποίητο, αλλά και δημιουργικό χαρακτήρα του ποιητή. Όπως όμως και πιο πάνω τονίσαμε, αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι η ποίηση του Αλεξάκη δεν είναι σε κάθε περίπτωση αναγνωρίσιμη. Αντιθέτως. Σε όλους τους μορφολογικούς αλλά και άλλους πειραματισμούς της φέρει σαφή και ευδιάκριτα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δημιουργού της. Και το γεγονός αυτό &#8211; το να μπορείς δηλαδή να είσαι ταυτόχρονα και μεταβαλλόμενος και αναγνωρίσιμος &#8211; είναι κατά την άποψή μου ένα επίτευγμα.</p>
<p>Έβδομο στοιχείο: Η συγκίνηση ως άξονας αισθητικής.</p>
<p>Πρόθεση και πεποίθηση του ποιητή &#8211; όπως αυτό προκύπτει από τη σταθερή διαδρομή του &#8211; είναι η μετάδοση της συγκίνησης, εμβαπτισμένης όμως στα βαθιά νερά μιας αισθητικής απαιτητικής και απαρέγκλιτα ορθοτομημένης. Η αισθητική στον Αλεξάκη ωστόσο δεν κατέχει τη θέση του μέσου, ενός οχήματος δηλαδή που &#8211; φτιαγμένο από υλικά ρίγους και έκστασης &#8211; του έχει απλώς ανατεθεί να μεταφέρει το πολύτιμο φορτίο του νοήματος. Δεν είναι λίγες οι φορές που το μέσο γίνεται σκοπός, με αποτέλεσμα το φορτίο να ταυτίζεται με το όχημα, στοχεύοντας στην απογείωση του λόγου στις σφαίρες της απόλυτης πυκνότητας.</p>
<p>«<em>Με την πυκνότητα της πέτρας η του σίδερου / η και του ακόμα πιο πυκνού / θανάτου». </em></p>
<p><em>(«Η ΛΑΜΨΗ», «Αισθητική»)</em></p>
<p>Ανάγοντας την ομορφιά σε κάτι εξόχως ιερό και συνάμα αδυσώπητο, προσπαθεί μέσα απ’ την ποίησή του να μας μεταβιβάσει μιαν αλήθεια, να αποστείλει ένα μήνυμα. Κι αυτό συνίσταται στη διαπίστωση πως η ζωή είναι</p>
<p>ένα θαύμα ανεξήγητο, που η στενότητα του νου μας το εκλαμβάνει δυστυχώς ως αυτονόητο. Το ασφυκτικό αυτό πακετάρισμα του βίου σε κανόνες λογικούς, επί τη βάση των οποίων όλα ερμηνεύονται και κατανοούνται αυτόματα ως αυτονόητα, βρίσκει τον Αλεξάκη εντελώς αντίθετο. Η συνειδητοποίηση ωστόσο αυτού του θαύματος μεταγγίζεται σ’ εμάς πολύ προσεκτικά, μακριά από κάθε μορφή διδακτισμού. Αντίθετα, την εισαγωγή μας στο Ανεξήγητο την επιχειρεί με τη δημιουργία εκείνης της μαγικής ατμόσφαιρας που προαναγγέλλει ως κάτι άκρως φυσικό το πλέον τερατώδες και απροσδόκητο. Μία συνύπαρξη δηλαδή αγαστή ανάμεσα στο απτό και στο φευγαλέο, ένας κόσμος τυχαιότητας και υπερβολής εφαπτόμενος στην καθημερινότητά μας, να μας ψιθυρίζει με την υποβλητική φωνή του μια μουσική αλλοτινή αλλά και πέραν πάσης μνήμης.</p>
<p>Όγδοο στοιχείο: <em>Η μνήμη. </em></p>
<p>Ως γνήσιος ποιητής που δυσπιστεί στο αληθοφανές και αντιλαμβάνεται ως εικασία ακόμα κι όσα έζησε, ενδιαφέρεται πρωτίστους για τον σκοπό, και γράφει μήπως και βρεί μιαν επαρκή δικαιολογία για την ένοχή με την οποία είναι χρεωμένη η ύπαρξή μας. Με ποιήματα μονοκοντυλιές ο Αλεξάκης οριοθετεί τον τόπο. Μιλώ για τον τόπο «<em>πριν</em>» και τον τόπο «<em>μετά</em>», τον τόπο «<em>πουθενά</em>». Και ο τόπος είναι η μνήμη. Στις κρυπτογραφικές αρθρώσεις της μνήμης αυτής καταγράφονται οι παλμικές δονήσεις μιας συνείδησης ασκημένης να διυλίζει μέσα από τα φίλτρα της ευαισθησίας τη σύλληψη εκείνη που προσεγγίζει το ουσιώδες και πνευματικό. Τούτος ο διάλογος του ποιητικού υποκειμένου με τη μνήμη του κόσμου, έτσι όπως αυτή βρίσκεται καταγεγραμμένη στα κύτταρά του ως προέκταση του κόσμου που προηγήθηκε, του κόσμου που είναι και αυτού που έπεται, τον προικίζει με την ευλογημένη ψευδαίσθηση πως μ’ έναν τρόπο ιδιότυπο θα αποκατασταθεί η χαμένη ενότητα με το Όλον. Για τις συνειδήσεις άλλωστε που δε διατελούν εν υπνώσει, όπως είναι και η δική του, κάτι ανάλογο συνιστά μηχανισμό καθαρτήριο, όταν μάλιστα από τον εφησυχασμό επιλέγει την εγρήγορση και από τη φυγή τη συμφιλίωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την κατάβασή του στον Άδη, με σκοπό να ανασύρει φευγαλέες στιγμές, μορφές αλλοιωμένες, μισοσβησμένες εικόνες μιας Ζωής που πια έγινε Θάνατος. Μα, οι μορφές και οι ζωές και οι στιγμές, όλη αυτή δηλαδή η σπαρακτική εποποιία του ανθρώπινου δράματος, με τη γραφή του Αλεξάκη αγιοποιείται, προκειμένου να τοιχογραφηθεί το εκκλησάκι της ποίησής του.</p>
<p>…/…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ</strong></h4>
<h5><strong>ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</strong></h5>
<p>στιγμαΛόγου 19/3/2024</p>
<p>Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, μετά την επώδυνη συλλογική εμπειρία της πανδημίας, μετά την τρομοκρατία του φόβου, που μεγέθυνε καθημερινά γύρω μας τη σκιά του θανάτου και γκρέμισε τις ψευδαισθήσεις της ανθρώπινης παντοδυναμίας μας, επέστρεψε με μια νέα ποιητική συλλογή, την όγδοη συλλογή της (Ο θυρωρός των ημερών, εκδ. Κέδρος 2022), με ποιήματα υπαρξιακά, γραμμένα από μία δημιουργό που ξέρει να κεντά με ρυθμό και φαντασία δεξιοτεχνικά τις λέξεις, να συνθέτει ποιητικά εργόχειρα που απεικονίζουν το τοπίο ψυχής μιας θηλυκής αρχής, με πολύχρονη θητεία στο λαβύρινθο, αφιερωμένης στην τέχνη του λόγου, αυτή την τέχνη που την υπηρετεί ως ιέρεια με απόλυτη αφοσίωση. Προσοχή όμως: Η είσοδος των στίχων αλλά και των αναγνωστών στο ποιητικό σύμπαν του βιβλίου ελέγχεται αυτή τη φορά με αυστηρότητα από τον θυρωρό των ημερών, μια φιγούρα που ενοικούσε στη σκιά μας, αλλά την προσπερνούσαμε, αναβάλλοντας επ’ αόριστον την όποια προσωπική επαφή μαζί της. Τώρα οι καιροί επικαιροποίησαν βιαίως το ρόλο του θυρωρού και ανέλαβε με προθυμία δράση. Αυτός, αδέκαστος, εξουσιαστικός και αμείλικτος προειδοποιεί ότι ελέγχει τον χρόνο, ακολουθεί πιστά τη ροή, η διάρκεια δεν εξαγοράζεται, οι μορφές θα διαλυθούν, δεν εξαιρούνται ούτε οι δημιουργοί, οι ονειροπολήσεις και η αφηρημάδα δεν είναι ελαφρυντικά, δεν διασφαλίζουν καμιά παράταση, τίποτα δεν χαρίζεται. Μας αποδεικνύει πόσο αποτελεσματικός είναι, όταν τον βλέπουμε με τη μορφή του θαλαμηπόλου στον Κάτω Κόσμο, όπου φιλοξενούνται, μεταξύ άλλων και οι αυτόχειρες του λόγου δημιουργοί: η Σύλβια Πλαθ, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Περικλής Γιαννόπουλος, η Κατερίνα Γώγου.</p>
<p>Όμως ο θυρωρός εποπτεύει την είσοδο και του αναγνώστη στο περιβάλλον του βιβλίου. Προϋποθέτει και απαιτεί συγκέντρωση, αφοσίωση, δέσμευση και επίγνωση ότι η παραμονή στον χώρο αυτό εγκυμονεί κινδύνους. Δεν βγαίνεις αλώβητος από ένα ποίημα. Οι ενέδρες που ο ίδιος έχεις στήσει αποκαλύπτονται, η ομίχλη διαλύεται και η ανατροπή παραμονεύει. Η προσωπική ελευθερία, ο αυτοπροσδιορισμός επανεξετάζονται και δοκιμάζεται η ισχύς τους. «Η ποίηση είναι κατακλυσμός/ δεν είναι κιβωτός». Όλα δείχνουν πως η παρουσία του θυρωρού των ημερών υπαγορεύει στους ποιητές τα πιο πυκνά, στοχαστικά και επικίνδυνα κείμενα.</p>
<p>Η ποίηση της Λουκίδου κινείται στο εσωτερικό σύμπαν της συνείδησης. Εκεί φιλτράρονται των καιρών τα μηνύματα, οι επώδυνες προσωπικές αναμνήσεις, οι στιγμές με αγαπημένα πρόσωπα, οι αναγνωστικές εμπειρίες, η ιστορική γνώση, η συλλογική μνήμη, τα γεγονότα του παρόντος χρόνου. Όλα αυτά μέσα από απρόβλεπτες συναντήσεις των λέξεων δημιουργούν εικόνες, σκηνές και μικρές ιστορίες, καθώς η πρωταρχική γλώσσα της επιθυμίας, ματαιωμένη, επιχειρεί απόδραση από τη λύπη, σκηνοθετεί και οργανώνει τη μετάβασή της ρυθμικά, με βήματα χορευτικά στη γλώσσα της ποίησης. Θραύσματα ανθρώπινων συμπεριφορών συρράπτουν μια υποτυπώδη αινιγματική πλοκή και μέσα από τους στίχους αποπειρώνται να χαρτογραφήσουν το παράλογο τοπίο μιας εποχής που προκρίνει τον «αξιοθέατο τρόμο», «καλπάζει ακίνητη/σημειωτόν και ακίνητη». Οι στίχοι επιπλέον αναλαμβάνουν ν’ απεικονίσουν την αδυναμία της ανθρώπινης επαφής, το βύθισμα στην απραξία της παραίτησης, όλα αυτά δοσμένα με έναν αισθητικά κρυπτικό λόγο, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο των πολλαπλών αναγνώσεων και ερμηνειών για τον αναγνώστη-θεατή. Οι δημιουργοί καλούνται να μας δείξουν αυτό που δε βλέπουμε ή δε θέλουμε να δούμε μέσα στην ισοπεδωτική ομοιομορφία των καιρών. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Λουκίδου: «Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη»</p>
<p>Η θεατρικότητα, εγγενές στοιχείο της γραφής της, επιτρέπει την προσωρινή παύση της μοναχικότητας, την παρουσία μιας άλλης φωνής εσωτερικής ή εξωτερικής. Έτσι εικονοποιείται η δράση στην εσωτερικά φαινομενική ακινησία. Έρχονται πρόσωπα απροσδόκητα από τα βάθη του χρόνου, επώνυμα κι ανώνυμα που υπόσχονται την άρση των χωροχρονικών εμποδίων και τη συνάντηση στο άχρονο συνειδησιακό τοπίο, όπου παραμένει ανοιχτή η προοπτική μιας άλλης ανέγνωρης εμπειρίας, ενίοτε και μια πρόγευση μεταφυσικής κατάστασης. Το παράλογο που ελλοχεύει σε κάθε ανθρώπινη δράση, υποκείμενη στη φθορά και την αποσύνθεση, αλλά και στην καθημερινότητα της νέας εποχής και στη ζωή της πόλης αλληγορικά απεικονίζονται. Ο λόγος αποδομείται και ανασυντίθεται, ξεκινώντας από την παρωδία ως ειρωνικό σχόλιο, όπου η σκηνοθεσία το απαιτεί και αγγίζοντας κάποιες στιγμές και το γκροτέσκο.</p>
<p>Μπορούμε να διαβάσουμε τα ποιήματα της συλλογής και ως έκφραση της θηλυκής αρχής που μιλά σήμερα μέσα από τη βιωμένη εμπειρία διαφόρων ρόλων και ηλικιακών φάσεων. Συρραφή, διαμελισμός, ρωγμή, κάταγμα, ξηρασία, αναζήτηση ζωογόνου ύδατος, μορφή γυάλινη και υποφωτισμένη. Η ευθραυστότητα του προσώπου που επιστρατεύει τις εσωτερικές του δυνάμεις και με αξιοπρέπεια, περηφάνεια και απαράμιλλη τεχνική δεξιότητα συρράπτει την εικόνα του, μετά την απώλεια, το πένθος και τη ματαιωμένη απατηλή προσμονή. Οι σημαντικοί άλλοι παραμένουν στη θέση τους, αναντικατάστατοι, το ίδιο ενεργοί και δρώντες ακόμη και εν τη απουσία τους. Ωστόσο κάθε επώδυνη γνώση εγγράφεται στο σώμα, το τραυματίζει, το παραμορφώνει, έτσι ώστε να υπενθυμίζεται η αιτία της οδύνης, που δεν είναι άλλη από την απώλεια της υποστηρικτικής παρουσίας, είτε της πατρικής είτε της συντροφικής φιγούρας, σε ένα χορό για δύο που διακόπηκε απότομα, γιατί ο καβαλιέρος αιφνιδίως αποχώρησε «Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται/ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται/τη στήριξη και τη διάρκειά της./Γελιέται η κόρη και αφήνεται/στα δανεικά της βήματα. Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δεν ροκανίζει/κανένα κύμα δεν θα βυθίσει στο κενό/την πλήρη της παράδοση/μα τη βυθίζει». Η Μικρή Γοργόνα, η Αριάδνη, η Περσεφόνη, τραυματισμένες ιέρειες της αγάπης, επιστρέφουν με παραλλαγμένο το προσωπείο του ρόλου τους στο ποίημα, στήνουν μια πρόχειρη σκηνή εντός του «για να παιχτεί η αλήθεια» και να ακουστεί η υπόμνηση της θνητότητας. «Με λένε Περσεφόνη/Ήθελα μόνο να μάθω πώς να ζω».</p>
<p>Η θηλυκή μορφή είτε ως κόρη είτε ως αγαπημένη παραμένει πιστά αφοσιωμένη κι ας λένε πως κάποτε η καρδιά ξεκολλάει. Όποια απόπειρα αποκόλλησης είναι προδιαγεγραμμένη να αποτύχει. Ό έρωτας, «αυτή η ανελέητη κατακραυγή» απειλεί με ολοσχερή αφανισμό. Αποτυγχάνει η όποια απόπειρά του να ξεγελάσει τη λύπη. Η ανάγκη της επαφής με το άλλο σώμα, το άγνωστο και ξένο, γίνεται μια προσωρινή φαντασιακή εξέγερση. Η θηλυκή μορφή αναδιπλώνεται σε μια εσωτερική ζωή. Ένα διαρκώς ανατροφοδοτούμενο σύστημα που αντλεί τη δύναμή του από το παιχνίδι της δημιουργίας, αναζητά εκεί με πίστη την αθώωση και το θαύμα. Οι φωνές των ποιητών, οι ήρωες βιβλίων αλλά και η μητρική φιγούρα είναι άγγελοι παραστάτες, πρόθυμοι να συνδράμουν σε κάθε επίκληση.</p>
<p>Το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί από μια απόσταση και επεξεργάζεται τις εξωτερικές δυσκολίες, τους κινδύνους και τις ανατροπές, ό,τι συμβαίνει στο κοινωνικό γίγνεσθαι ως υπαρξιακές προκλήσεις, ως μικρές διαδρομές που μας οδηγούν να κατανοήσουμε τι κάνουμε εδώ στο προκαθορισμένο διάστημα του επίγειου βίου μας, γι’ αυτό και εμβαθύνει σ’ αυτά τα συμβάντα και τα νοηματοδοτεί. Η οδύνη του ατόμου από τις εμπειρίες του προσωπικού βίου οξύνει την ευαισθησία και του επιτρέπει να κατανοήσει την οδύνη των ανθρώπων που έχουν βιώσει την εμπειρία του πολέμου, της προσφυγιάς, της τρομακτικής ασθένειας και του σκληρού απάνθρωπου θανάτου. Στιγμές από το ιστορικό παρελθόν, από τη ζωή στη γενέθλια πόλη χάνουν τον επικαιρικό τους χαρακτήρα μεταπλάθονται και μετασχηματίζονται σε μικρές ιστορίες που κομίζουν εμπειρίες και γνώσεις για το φαινόμενο της ζωής. Οι δυσοίωνες στιγμές δεν παραδίδονται στη λήθη, «γιατί έχει μνήμη ο στεναγμός, κρατά αρχεία ο πόνος/μπορεί να υποκρίνεται μα δεν αποξεχνιέται».</p>
<p>Η ποίηση της Ευτυχίας μάχεται τη χρεοκοπία των λέξεων. Οι λέξεις παραμένουν σιωπηλές, αλλά στην πραγματικότητα όχι εν υπνώσει και όχι εν αχρηστία. Άγρυπνες και ενεργές ανεβάζουν υψηλές θερμοκρασίες, προκαλούν εκρήξεις στον δημιουργό, τον κρατούν σε ετοιμότητα, κρατούν άσβεστη την επιθυμία, ανανεώνουν την υπόσχεση για τον Ερχόμενο, μιαν επανεκκίνηση της σωτηρίας. Μια διαρκής άπελπις εγρήγορση που εργάζεται αθόρυβα για το θαύμα. «Η αναμονή και η απόγνωση/σε μια αδιαμαρτύρητη συνωμοσία/μου εξασφαλίζει τον πυρετό τον επιούσιο/που αναλογεί σε κάθε μελλοθάνατο».</p>
<p>Η γραφή της Ευτυχίας ξεκινά από το ρυθμό της αναπνοής, από ρυθμικά ψιθυρίσματα, που έρχονται από το βάθος του χρόνου, από τον επίγειο ή ουράνιο χώρο, από πλάσματα άυλα και υλικά. Η εικόνα του εξωφύλλου από την κύπρια εικαστικό Ελένη Θεοδούλου βασισμένη στο έργο της Cecilia Paredes “Mercury” υπομνηματίζει την πολυσημία του βιβλίου. Τα φθαρμένα παπούτσια ακίνητα και με βγαλμένα τα κορδόνια υποδηλώνουν την επέμβαση του θυρωρού να ακυρώσει κάθε μορφή εξόδου ωστόσο τα φτερά στο πίσω μέρος των παπουτσιών, φτερά που ίσως έχουν «ξεκολλήσει από τον άγγελο» φανερώνουν πως εντέλει το θαύμα δύναται να ανατρέψει την καθήλωση. Η ποιήτρια αφουγκράζεται τη σιωπή, εκεί που ο χρόνος όλος έχει αθωωθεί και δεν μας ταλανίζουν οι ενοχές των αντιθέσεων. Υπάρχει πίστη στην ιερότητα του λόγου «η γλώσσα την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει», στο θαύμα και στην απάλειψη της ενοχής. Το θαύμα συντελείται, αν το θαύμα το υπολήπτεσαι. Πίστη στο ζωογόνο ύδωρ του Ιορδάνη και της Γεννησαρέτ, κεντημένη συμβολικά και κρυπτικά στο εργόχειρο του ποιήματος, με έκδηλους βιβλικούς απόηχους, αφήνει μια χαραμάδα φωτός, μια αναλαμπή του θεϊκού στοιχείου που φέρει μέσα του ο άνθρωπος. Ωστόσο η πραγματικότητα της ποιητικής πρακτικής είναι αναγνωρίσιμη και τραυματική. Επισημαίνει τη χρήση της τέχνης για εγωιστικούς λόγους, τον ανελέητο ανταγωνισμό, τη μάταιη αναμέτρηση, τη ματαιοδοξία για μια έωλη αιωνιότητα των στίχων που με μια κίνηση κι αυτοί ακόμα οι στίχοι οι ασφαλισμένοι στις βιβλιοθήκες μπορεί να χαθούν. «Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / – στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶ / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας».</p>
<p>Τα ποιήματα της συλλογής, μολονότι γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και με διαφορετικές αφορμές το ένα ανοίγει το δρόμο για το επόμενο. Στις ποιητικές συλλογές της η Λουκίδου επιλέγει κάποιους στίχους ή φράσεις ως μότο που θέτουν μια ευρεία θεματική κι ένα άτυπο και ανοιχτό πλαίσιο διαλόγου. Εδώ, οι στίχοι του Παπαδίτσα στο πρώτο μέρος και η φράση του Αλέν Μποσκέ στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζουν στο ρόλο της ποίησης, που δεν είναι παρά μια διαρκής αναζήτηση της ουσίας της ανθρώπινης υπόστασης, οδηγός για μια ζωή συνειδητή, βιωμένη με επίγνωση και ευθύνη, πριν από το προδιαγεγραμμένο αναπόφευκτο τέλος. Ο δημιουργός κατεβαίνει στα βάθη του ψυχισμού, όπου ορυκτά κοιτάσματα πρωτόγνωρων εμπειριών ανακαλύπτονται και αποκαλύπτονται, όταν οι λέξεις καθαρίσουν τη σκουριά που έχει επικαθήσει πάνω τους. Στη συνέχεια αναλαμβάνει τον επίπονο αγώνα πρώτα μιας εσωτερικής κάθαρσης, προκρίνοντας τη συγχώρεση, την καλοσύνη και το δίκιο. Όλες οι λέξεις αντιμετωπίζονται με τον ίδιο σεβασμό είτε δηλώνουν χρηστικά αντικείμενα είτε αφηρημένες έννοιες και μια μουσική ακολουθεί τις συλλαβές των λέξεων. Ο ρυθμός είναι παρόν, δοκιμάζει ποικίλα και διαφορετικά μέτρα, ανασταίνει την ομοιοκαταληξία, όταν την έχει ανάγκη, παραμένει συνοδοιπόρος της ανθρώπινης ανάσας σε κάθε της εκδήλωση.</p>
<p>Στη συλλογή αυτή όλα τα προσωπικά βιώματα της ποιήτριας κατατέθηκαν αφειδώς στο θυσιαστήριο της ποίησης, ενώθηκαν με τα βιώματα κάθε θηλυκής αρχής, που μέσω των αρχετύπων επαναλαμβάνονται και επαναβιώνονται στον εκάστοτε ιστορικό χρόνο, αλλά και με τα βιώματα της εσωτερικής ψυχής κάθε ανθρώπου που σέβεται το μυστήριο της ζωής και επιλέγει να το ζήσει συνειδητά και δημιουργικά, με όποιο τρόπο δύναται, έχοντας επίγνωση ότι ο θυρωρός των ημερών είναι εδώ και έχει έναν σημαντικό ρόλο: να μας κρατά έξω από τον ύπνο, εν εγρηγόρσει για να ζήσουμε, προτού σφυρίξει το τέλος του παιχνιδιού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Θράκα&#8221; 28/12/2023</p>
<p>Τα βράδια οι διαβάτες<br />
Περνούν μέσα από τα πάρκα για να κόψουν δρόμο.</p>
<p>Εμείς, τους βλέπουμε.<br />
Ή, μάλλον, βλέπουμε την καύτρα του τσιγάρου τους.</p>
<p>– Γιώργος Μαρκόπουλος, «Οι ποιητές»<br />
Οι πυροτεχνουργοί (1979)</p>
<p>Είχα στο παρελθόν αναρωτηθεί αν η επαρκής γνώση ενός ποιητικού σώματος στο σύνολό του είναι περισσότερο ή λιγότερο ασφαλής και επαρκής προετοιμασία πριν την ανάγνωση της τελευταίας κάθε φορά συλλογής ή μήπως είναι καλύτερο να ξεκινά ο αναγνώστης ανυποψίαστος μεν αλλά και χωρίς προκαταλήψεις, θετικές ή αρνητικές. Χρόνια μετά δεν έχω δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στο παραπάνω δίλημμα αν και λόγω της φιλολογικής μου ιδιότητας τείνω σταθερά προς τον πρώτο όρο του διλήμματος. Καθώς λοιπόν έχω ήδη αρκετή τριβή με το έργο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, θα επιχειρήσω, πέρα από μια σύντομη παρουσίαση της τελευταίας ανά χείρας συλλογής, μια δοκιμή (με την έννοια της κρίσης, της δοκιμασίας) πάνω σε κάποια από τα διαμορφωμένα συμπεράσματά μου για την ποίηση και την ποιητική της.</p>
<p>Η αξιόλογη ποσοτικά ποιητική παραγωγή της ποιήτριας συγκεντρώνεται σε οκτώ ποιητικές συλλογές που καλύπτουν διάστημα τριάντα έξι χρόνων (σημειώνω εδώ τη σταθερότητα με την οποία εκδίδονται οι συλλογές ανά τετραετία ή πενταετία ήδη από την τρίτη συλλογή και μετά) και είναι οι εξής:</p>
<p>Λυπημένες μαργαρίτες, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1986<br />
Το τρίπτυχο του φέγγους, Ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1993<br />
Εν τη ρύμη του νόστου, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 1999<br />
Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2004<br />
Όροφος μείον ένα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2008<br />
Το Επιδόρπιο, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2012<br />
Οι τρεις τελευταίες συλλογές δείχνουν να επιβεβαιώνουν μια πρόχειρη περιοδολόγηση του ποιητικού έργου της Λουκίδου που είχα κατά νου όταν έγραφα για το Επιδόρπιο. Οι τρεις πρώτες συλλογές – και οριακά η τέταρτη, Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα – από τη μια πλευρά: μια εποχή θα έλεγα αθωότητας, ήρεμου λυρισμού, χαμηλών τόνων και χωρίς εντάσεις με μια αύρα σχεδόν εφηβική. Από την άλλη ανατρέπονται τα πάντα στο Όροφος μείον ένα, συλλογή (εμβληματική κατά την κρίση μου στο ποιητικό έργο της Λουκίδου) που εισάγει βίαια μια ενηλικίωση μέσα από το πένθος για τον πατέρα (η εικόνα του οποίου κυριαρχεί σε αυτήν χωρίς να εξαφανίζεται σε καμία από τις επόμενες συλλογές) και το οποίο συμπαρασύρει και αλλάζει συνολικά την οπτική της ποιήτριας για τον κόσμο. Στις επόμενες συλλογές συναισθήματα και εικόνες, χωρίς να επανέρχονται στην ένταση του λόγου και στον σχεδόν κλειστοφοβικό χαρακτήρα του Όροφος μείον ένα, υποχωρούν σε πιο εσωτερικά, λιγότερο διάφανα, ενίοτε σκοτεινά τοπία και το κοσμοείδωλο της ποιήτριας μοιάζει να έχει μετατοπιστεί σε πιο πικρές και δυσοίωνες θεάσεις της ζωής. Κρατώ εδώ – προς επίρρωση της παραπάνω περιοδολόγησης – μια παρατήρηση του Αλέξη Ζήρα για την προηγούμενη συλλογή που θεωρώ ότι ισχύει και για τον Θυρωρό των ημερών:</p>
<p>Τα Αφόρετα θαύματα της Ε. Α. Λουκίδου προεκτείνουν τον κύκλο του Επιδόρπιου (2012), δηλαδή προεκτείνουν ένα είδος στοχαστικής ποιητικής αφήγησης και εν ταυτώ ένα είδος δραματουργικής αφαιρετικής τεχνικής. Η δραματουργική τεχνική της ποιήτριας ασφαλώς και προϋπήρχε ως τέτοια, απευθυνόμενη ως μοναχική απολογητική ομιλία προς τον «αδελφικό άλλο», ως διάλογος ή ως ικεσία/ διαμαρτυρία προς το αφανές και πανταχού παρών υπέρτατο.</p>
<p>Ο χώρος και η περίσταση δεν επιτρέπουν να επεκταθώ περισσότερο σε αυτό το ενδιαφέρον ζήτημα ποιητικής (παρεμπιπτόντως η ανά χείρας συλλογή περιέχει αρκετά και ενδιαφέροντα ποιήματα ποιητικής) αλλά νομίζω ότι μετά από οκτώ συλλογές πλησιάζει η ώρα να υπάρξει μια ευρύτερη και εκτενέστερη εργασία πάνω στον ποιητικό λόγο της Λουκίδου.</p>
<p>Είχα επίσης παρατηρήσει παλιότερα τη μετατόπιση από τους νοηματικά διάφανους τίτλους των πρώτων συλλογών σε ολοένα πιο κρυπτικούς ή αόριστους των τελευταίων. Δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση ο Θυρωρός των ημερών αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει μία συνέντευξη της ποιήτριας στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη που φωτίζει επαρκώς τον τίτλο όταν υποβάλλεται το σχετικό ερώτημα: τι σημαίνει ο τίτλος:</p>
<p>«Ο θυρωρός, αυτή η ταπεινή φαινομενικά φιγούρα που πλέον εκλείπει από το αστικό κέντρο, φέρει το βάρος ενός συμβολισμού πολύπλευρα επίκαιρου. Η κλασική ερώτηση: «Πού πάτε, κύριε;» που ακουγόταν από τον «προστάτη» της εισόδου, εξακτινώνει σημασιολογικές αναγνώσεις για το ζήτημα της ελευθερίας, της απλότητας, της δικαιωματικής και αδιαπραγμάτευτης πρόσβασης στο πεδίο των επιλογών. Η υποχρέωσή μας να αναφερόμαστε σε κάποιον ενδιάμεσο που κρίνει, επιλέγει και αποφασίζει για εμάς ανακινεί το ζήτημα της διαμεσολάβησης ανάμεσα στο έξω, το μέσα και το παραμέσα. Κάθε μορφή εξουσίας, βέβαια, στο όνομα της προστασίας μας αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο του «φρουρού» που επιτρέπει ή απαγορεύει την έξοδο στον ανοιχτό ορίζοντα.</p>
<p>Για εμένα προσωπικά εκτός από την αδιαφιλονίκητη εξουσία του φόβου που εξυφαίνεται γύρω μας, υπάρχει και μια άλλη ακόμα μεγαλύτερη, στην οποία μάλιστα ουδέποτε επί της ουσίας αντιστεκόμαστε. Αναφέρομαι στην εξουσία του ίδιου του θανάτου, που απαγορεύει την πρόσβασή μας στη διάρκεια ξεγελώντας μας με την παροχή ενός αριθμού ημερών που ενοικούν σε ορισμένα χρόνια, με τα οποία μάλιστα θα πρέπει να συμβιβαστούμε και να είμαστε και ικανοποιημένοι».</p>
<p>Η συσχέτιση του τίτλου με το θέμα του θανάτου, παρά το ότι δεν είναι το μοναδικό θέμα της συλλογής και όχι απαραίτητα κυρίαρχο όπως στο Όροφος μείον ένα, δείχνει πόσο επίμονα ο θάνατος επιβιώνει ως μεγάθεμα στο έργο της Λουκίδου. Ο θάνατος ως θυρωρός των ανθρώπινων ημερών δείχνει να οριοθετεί αποφασιστικά τα ανθρώπινα λόγια, έργα και συναισθήματα λειτουργώντας είτε ως όριο σε αυτά είτε ως άγρυπνος φρουρός όσο τα προηγούμενα εκτυλίσσονται στη διάρκεια του ανθρώπινου βίου είτε τέλος ως πικρό σχόλιο πάνω τους.</p>
<p>Η συλλογή αποτελείται, όπως και οι περισσότερες της Λουκίδου, από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος (23 ποιήματα) η θεματολογία κινείται σταθερά πάνω στη φθορά και τον θάνατο. Είναι λοιπόν μια ποίηση βαθιά υπαρξιακή που επεκτείνει τη θεματική γραμμή που ξεκινά από το Επιδόρπιο. Όχι τόσο από το Όροφος μείον ένα όπου η υπαρξιακή αγωνία εκκινεί και εξαντλείται – πολύ βίαια ομολογουμένως – από ένα πολύ συγκεκριμένο βίωμα αλλά από την πολύ πιο διακριτική και υπόγεια παρουσία του θανάτου μέσα από τη φθορά, τη διαρκή διάψευση ελπίδων, μέσα από τις μικρές καθημερινές ήττες, αναβολές, απογοητεύσεις. Ένας θάνατος καθημερινός, οικείος σχεδόν αλλά πάντα θάνατος. Που ποτέ δεν τον αποτρέπει το μάταια αναμενόμενο θαύμα:</p>
<p>«Όμως το θαύμα, αν δεν το υπολήπτεσαι / αθόρυβα αποσύρεται / χειρονομία αδέξια στης τσέπης το σκοτάδι», που συχνά εκκινεί βιωματικά μέσα από σκηνές ενός επίσης οικείου περιβάλλοντος αλλά δεν δεσμεύεται πλέον αποκλειστικά από αυτό. Σημειώνω και πάλι επιγραμματικά τους κλειστούς χώρους ως σκηνικό, το θέμα του τσίρκου (παρόν και σε προηγούμενες συλλογές) όπου η φθορά και το γκροτέσκο συνδέονται πετυχημένα «Cirque du freak» και την αρκετά αυξημένη σε σχέση με παλιότερα χρήση διαλόγου του ποιητικού υποκειμένου με άλλα πρόσωπα, συνήθως προσωπεία του σε ρόλο alter ego. Αξιοσημείωτο επίσης το ευρύτατο πλέγμα διακειμενικών αναφορών από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία αλλά και από τις υπόλοιπες τέχνες όπως τη ζωγραφική ή τον κινηματογράφο. Επίσης καταγράφω την αυξανόμενη από συλλογή σε συλλογή της θεατρικότητας· άλλωστε σύμφωνα με την ποιήτρια «η τέχνη του θανάτου έχει μια φυσικότητα θεατρική / καθολική και επαναλαμβανόμενη».</p>
<p>Ο υπαρξιακός χαρακτήρας και η κυριαρχία των θεμάτων της φθοράς και του θανάτου δεν αποκλείουν πάντως μια διάθεση εξωστρέφειας του ποιητικού λόγου (ακόμα και όταν συνυπάρχει με αυτά στο ίδιο ποίημα) που εκτιμώ ότι κινείται σε δύο κατευθύνσεις. Μία πιο συντηρητική, προσχηματική κατ’ επίφαση, που μοιάζει να εξαντλείται σε μια τοπιογραφία και φανερώνεται σε ποιήματα όπως το «Μύλοι Αλλατίνη» και «Βαρδάρης After» (θυμίζω τα εξαιρετικά «Σελανίκ Ι» και «Σελανίκ ΙΙ» από τα Αφόρετα Θαύματα)· ωστόσο μια πιο προσεκτική ματιά εύκολα ανασύρει τη βιωματικότητα, τη μνήμη και την κυρίαρχη υπαρξιακή αγωνία η οποία είναι και ο καμβάς των δύο πρώτων. Η δεύτερη πάλι περνά με ευθείες σχεδόν (όσο ευθύς μπορεί να είναι ο ποιητικός λόγος) αναφορές σε γεγονότα που σχετίζονται με την ιστορική μνήμη («Κινηματογραφικός φακός 1922») ή την τρέχουσα πραγματικότητα («Του πολέμου» και το «Υψηλοί προσκεκλημένοι», σε ποιητική πρόζα το δεύτερο από το δεύτερο μέρος της συλλογής) ή το «Έκθεση φωτογραφίας» στα οποία και πάλι ισχύει το ίδιο με τα προηγούμενα: το υπαρξιακό υπόστρωμα, είτε εμφανές είτε υπόγειο, δεν παύει να υπάρχει. Σημειώνω τέλος στην ίδια ομάδα του πρώτου μέρους τη συνομιλία της ποιήτριας με τον Κώστα Κρυστάλλη «Συζητώντας με τον ποιητή το ενεχόμενο απόδρασης» σε ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους.</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος κυριαρχούν δέκα (συν ένα πεζό ποίημα, το «Υψηλοί προσκεκλημένοι») ποιήματα ποιητικής με πολύ χαρακτηριστικούς τίτλους που είτε θέτουν τα ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να απαντήσει το ποίημα εν είδει συνέντευξης («Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;», «Και τι πιστεύει ο ποιητής;», «Τι είναι για εσάς τα θαύματα;») είτε κωδικοποιούν το περιεχόμενο μιας ποιητικής συνέντευξης («Υαλουργία», «Συνομιλία με ποιητή του απόκρημνου», «Συνομιλία με τον Τζον Άσμπερι για τα κολάζ του»). Ουσιαστικά η δεύτερη ομάδα ποιημάτων προτάσσει την ποιητική γλώσσα και την ποίηση συνολικά ως όπλα για την αντίδραση του ποιητικού υποκειμένου στην ισοπεδωτική καθημερινή φθορά, το αίσθημα ματαιότητας («Μάταιη αναμέτρηση») τις ποικίλες διαψεύσεις («Τρεις υποθέσεις και μία διάψευση») και φυσικά την αντίσταση του θανάτου σε κάθε μορφή του. Αξιοπρόσεκτη και εδώ η διαλογική μορφή αρκετών ποιημάτων και ο θεατρικός τους χαρακτήρας που επισημάνθηκαν και στο πρώτο μέρος όπως και οι πυκνές διακειμενικές αναφορές.</p>
<p>Δυο λόγια μόνο για την εξέλιξη του ποιητικού λόγου της Λουκίδου.</p>
<p>Υπάρχει σταθερά η τάση της ποιήτριας να καταφεύγει σε έναν πληθωρισμό λέξεων και εικόνων, κάτι όχι απαραίτητα κακό – μάλιστα στο Όροφος μείον ένα, ίσως και λόγω της ιδιαίτερου θεματικού του περιεχομένου το είχα καταγράψει ως πλεονέκτημα. Ωστόσο η τάση αυτή όσο και αν αποτελεί δομικό στοιχείο στο θεωρητικό credo της ποιητικής της Λουκίδου, όπως άλλωστε το δηλώνει ρητά στο ποίημα «Γλώσσα η μικτή καταπόνηση» με τους στίχους «κάποτε η υπομονή εργάζεται την αφαίρεση / άλλοτε θρησκεύεται την αρμονία του περιττού», οδηγεί συχνά σε μία μάλλον εξεζητημένη εξπρεσιονιστική εικονογραφία διαδοχικών εικόνων που συνδέονται απολύτως συνειρμικά και σε αρκετές περιπτώσεις παραμένουν ερμητικά κλειστές στον αναγνώστη.</p>
<p>Προσωπικά πάντως εκτιμώ ότι είναι απολύτως συνειδητή επιλογή και όχι αστοχία. Η αυξανόμενη ανά συλλογή θεατρικότητα αλλά και το πεζό ποίημα – λυρική αφήγηση ουσιαστικά – είναι νομίζω ήδη μια διάθεση να μετριαστεί ο συσσωρευμένος λυρισμός και η όποια αοριστία ή θολότητα των εικόνων. Από την άλλη θεωρώ ότι η ένταση του ποιητικού λόγου παραμένει σταθερά υψηλή: αρκεί να δούμε ολοκληρωμένα τους στίχους που παρέθεσα παραπάνω: «κάποτε η υπομονή εργάζεται την αφαίρεση / άλλοτε θρησκεύεται την αρμονία του περιττού / μα πάντα σχίζει το καρδιογράφημα / όταν εισέρχεται η φιλαρμονική / ντυμένη ομίχλη γυάλινη / και κόκκινα σιρίτια.»</p>
<p>Είναι μια ξεκάθαρη δήλωση για το πόσο ακόμα και εσκεμμένα θολές εικόνες μπορούν να θραύσουν τη φόρμα του ποιητικού λόγου είτε αυτός υπηρετεί την αφαίρεση είτε την αρμονία του περιττού σαν να «σχίζει το καρδιογράφημα» προκειμένου να μας «βρίσκει η ποίηση», καταπώς θα έγραφε ο Τίτος Πατρίκιος.</p>
<p>Δεν ξέρω αν έχω εθιστεί στον ποιητικό λόγο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου που ούτε ιδιαίτερα άνετος είναι στην αναγνωστική προσπέλαση ούτε ανήκει η υπαρξιακή θεματολογία στα αναγνωστικά μου ενδιαφέροντα. Αναγνωρίζω σίγουρα όμως ένα αίσθημα οικειότητας, ένα συνεχές deja vu σαν πλατωνική ανάμνηση όχι γνώσεων αλλά εικόνων, συναισθημάτων, ψυχικών καταστάσεων που ανήκουν σε ένα προεμπειρικό σχεδόν επίπεδο, που κάποτε μέσα στον χρόνο έζησαν και έπειτα ξεχάστηκαν και χάθηκαν.</p>
<p>Η ποίηση λοιπόν της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου επιχειρεί να επαναφέρει όχι τα ίδια τα πράγματα ή τα αισθήματα (γιατί το ξέρουμε πια, δεν μπαίνεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι) αλλά τη θερμότητά τους, το θερμικό για την ακρίβεια αποτύπωμά τους που ασυνείδητα κρατάμε μέσα μας και αρκεί μια «φιλαρμονική / ντυμένη ομίχλη γυάλινη / και κόκκινα σιρίτια» για να το ανασύρει.</p>
<h5><strong>ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ</strong></h5>
<p>neoplanodion.gr 7/11/2023</p>
<p>«Όταν δολοφονείται η ερμηνεία»</p>
<p>Ποιος είναι τελικά «ο θυρωρός των ημερών»; Είναι αυτός που ελέγχει και μετρά τα περάσματα του χρόνου όπου «όλα αρρωσταίνουν βήχοντας» (σ. 9); Στη νέα ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου με τον προαναφερθέντα τίτλο η ποιήτρια αναμετράται μαζί του εναγωνίως, γνωρίζοντας ότι το χρέος δεν θα της χαριστεί και πως η ίδια θα μετασχηματίζει τα συμβάντα με εργαλείο τη δεξιότητα να οργανώνει τις λέξεις, λειτουργώντας ως ενορχηστρώτρια. Ο θυρωρός των ημερών είναι παρών σε ολόκληρο το ποιητικό σώμα, χρησιμοποιείται εξάλλου και ως τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής. Καθώς οι αναγνώστες έρχονται αντιμέτωποι/ες με τις κατακλυσμιαίες εικόνες των ποιημάτων, αφού και η ίδια «η ποίηση είναι κατακλυσμός» που συχνά παραπέμπει σε έναν κόσμο παραπλήσιο με αυτόν της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων. Η Λουκίδου δεν στοχάζεται απλώς για τον αδηφάγο θυρωρό των ημερών, των ωρών, του χρόνου, των ανθρώπινων ζωών αλλά ενδύεται η ίδια τον ρόλο αυτό. Άλλωστε ο θυρωρός παραπέμπει και στον θάνατο που παραμένει υπαινικτικά παρών σε κάθε συνθήκη. Η ποιήτρια επανατοποθετείται σε όσα συμβαίνουν στην ίδια, αλλά και σε αγαπημένους της συγγραφείς, ποιητές/τριες, συνομιλώντας ποικιλοτρόπως μαζί τους. Η φοβική διαπίστωση πως «τελειώνει ο χρόνος των μορφών» δεν αναφέρεται μόνο σε ένα οριστικό τέλος, αλλά περισσότερο αναδεικνύει διλήμματα συνεχή για τη σχέση των ποιητών/τριών στον χρόνο, τις μεταποιήσεις και μετασχηματισμούς κάθε μορφής στο μνημονικό τοπίο των λέξεων, όπου όλα μπορούν να ανατραπούν και να συνυφανθούν εκ νέου.</p>
<p>Σε κάνω, Σίλβια…<br />
Το ωραίο σου κεφάλι<br />
σαν βουρκωμένο σύννεφο<br />
μέσα από την κουζίνα με κοιτά.</p>
<p>Βιρτζίνια, δεν ακούγεσαι…<br />
Αχ, πόσο ρυθμικά, σχεδόν χορευτικά<br />
οι φυσαλίδες ανεβαίνουν.<br />
Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά<br />
στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες<br />
λιώνεις εσύ θριαμβευτικά<br />
μα εκείνες παραμένουν.</p>
<p>(σ. 22)<br />
Παράλληλα χωρίς περιττά ελεγειακά στοιχεία η ποιήτρια στοιχειοθετεί τον ποιητικό χώρο στον οποίο κινείται. Η «Αγία Ερημία» συνδέεται με μια γυναίκα που περιμένει σε κήπο, υπομένοντας βίαιες παραβιάσεις χωρίς αντίσταση όταν κάποιος «ράβει με σταυροβελονιά το στόμα της» (σ. 10). Κι εδώ η συνομιλία τους είναι έννοια κομβική, στην οποία η Λουκίδου τοποθετείται με ωμό ρεαλισμό, διαχωρίζοντας την επιθυμία από την πράξη. Ταγμένη στην Ερημία των δρόμων τής απευθύνει προσευχές με επίγνωση πως η απόσταση ίσως και να οδηγεί ισότιμα σε συναντήσεις και ενέδρες.</p>
<p>Κανείς δεν ισχυρίζεται πως δεν συνομιλεί κατάβαθα.<br />
Νυχθημερόν προσεύχεται στην Ερημία των δρόμων.</p>
<p>(σ. 10)<br />
Οι ποιητικές συνθέσεις της Λουκίδου παραπέμπουν σε διαρκή tableaux vivants. Η ποίηση γίνεται εργαλείο καταγραφής, μνημονικής και συναισθηματικής, θραυσμάτων υλικού χρόνου, παλίμψηστα που το πραγματικό είναι προέκταση του ονειρικού. Όλα όσα εντάσσει η δημιουργός στο ενεργό σύμπαν των λέξεων διατηρούν τη διλημματικότητά τους, γίνονται μια ολόκληρη Ήπειρος στην οποία η εύπεπτη νοσταλγία δεν είναι αρεστή και όλα μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή (σ. 20).</p>
<p>Η σταθερότητα και η ασφάλεια παραμένει κάτι ουτοπικό που έρχεται και φεύγει. Εκτός από τη φιγούρα του θυρωρού υπάρχει στο υδάτινο στοιχείο και η μορφή του Θαλαμηπόλου που φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη Σύλβια Πλαθ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, όπως προειπώθηκε. Και στην περίπτωση αυτή κατασκευάζονται νέες συνομιλίες τις οποίες η Λουκίδου μπορεί να επαναφέρει και να μιλήσει με όλους και όλες που επιθυμεί: τον Άσμπερρυ, τους ήρωες του Μπέκετ, τα σπίτια, τους δρόμους και τα στέκια κι «ας μείνουν ανεντόπιστες οι απαντήσεις» (σ. 33). Στις διαρκείς διλημματικές και συχνά οξύμωρες συνθήκες της συγκεκριμένης ποιητικής διαδρομής διατηρείται συχνά το έντονα θεατρικό και κινηματογραφικό στοιχείο, τα σκηνικά και τα πρόσωπα αλλάζουν διαρκώς, διαπερνώντας τις ιστορικές συνθήκες, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με τη φαντασία. Έτσι υπάρχουν διαφορετικοί σκηνοθέτες και η ποιήτρια άλλοτε παρακολουθεί, άλλοτε είναι η ίδια σκηνοθέτρια ή ηθοποιός. Η εναλλαγή των θέσεων ορίζει ρευστές υποκειμενικότητες και εκδοχές και ενισχύει τη θεατρικότητα ως επιτελεστικό στοιχείο. Δεν είναι ποτέ βέβαιο ποιος μπαίνει ή ποιος βγαίνει από πού και πού καταλήγουν οι περιπλανήσεις στον χρόνο, τον τόπο, τις σχέσεις, την ποίηση και την τέχνη. Η χρήση της μυθολογίας παραμένει ενεργή, ενώ η ποιήτρια αισθάνεται σαν «γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού» (σ. 48). Ωστόσο σε μια άλλη εκδοχή ήταν άγγελος. Ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες του εγκιβωτισμού δηλώνει:</p>
<p>Θα μείνω εδώ<br />
να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο<br />
του ώμου τα φτερά<br />
που ουδέποτε ανοίξανε.</p>
<p>(σ. 49)<br />
Ό,τι είναι οριακό, ό,τι μπορεί να τοποθετηθεί σε μια μεταιχμιακή τραμπάλα ή να οριστεί ως απόκρημνο πιθανότατα να λειτουργεί προκλητικά και να κατασκευάζει νέες οπτικές με «ανοιχτά φινάλε». Στο ποίημα «Συνομιλία με ποιητή του απόκρημνου» η απόδοση της συγκεκριμένης ιδιότητας/ταυτότητας στον ποιητή διατηρεί και το σαρκαστικό της στοιχείο, αφού η ανάγκη αυστηρών κατατάξεων και ιεραρχήσεων διακωμωδείται, ενώ η δομή του ποιήματος σε μορφή ερωταπαντήσεων επιτείνει την αίσθηση της ειρωνείας και δεν καταλήγει στην επιθυμητή απάντηση εκ μέρους του ποιητή, αλλά μένει κενή.</p>
<p>— Δηλώσατε πως σας τρομοκρατεί<br />
το στοίχημα του έξω χώρου.<br />
Υπάρχει κάτι, άραγε, που σας αρέσει;<br />
— Πάντα μου άρεσαν τα ανοιχτά φινάλε.<br />
Είναι άλλη ικανοποίηση όταν δολοφονείται η ερμηνεία.</p>
<p>(σ. 72)<br />
Αυτή «η δολοφονία της ερμηνείας» μπορεί μεν να συντηρεί πολλές διαφορετικές εκδοχές ενεργές, αλλά από την άλλη σε κάποιες στιγμές του βιβλίου δημιουργεί έναν κορεσμό, κάνοντας επίπονη την αφομοίωση τόσων διαφορετικών εκδοχών και εικόνων. Στο έργο της Λουκίδου φυσάει «ο αιθέρας των ξεχασμένων διαμελισμών» (στίχος από ποίημα του Άσμπερρυ, σ. 79) και όλα ανασυντίθενται με ενδιαφέροντες όρους και τρόπους. Όπως σημειώνει η ίδια επιλογικά «Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν’ απλώνεται απ’ το σαλόνι στα δωμάτια. Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία» (σ.88).</p>
<h5><strong>ΣΠΥΡΟΣ ΚΙΟΣΣΕΣ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 4/11/2023</p>
<p>Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρωσικού φορμαλισμού, ο Viktor Shklovskii, στο δοκίμιό του με τίτλο «Η τέχνη ως τεχνική» (1917), αποτυπώνει μία βασική συνθήκη λειτουργίας της τέχνης σε σχέση με αυτό που αποκαλούμε «πραγματικότητα». Κατά τον θεωρητικό, η συνήθεια καθιστά τις ανθρώπινες πράξεις και εμπειρίες αυτόματες. Τον αυτοματισμό αυτόν, ο οποίος «καταβροχθίζει» τα αντικείμενα, τα πρόσωπα, την ανθρώπινη ζωή, έρχεται να αντισταθμίσει η τέχνη. Με τα λόγια του ίδιου: «και να λοιπόν που για να αποκαταστήσουμε την αίσθηση της ζωής, για να αισθανθούμε τα αντικείμενα, για να καταλάβουμε ότι η πέτρα είναι πέτρα, υπάρχει αυτό που αποκαλούμε τέχνη. Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει μιαν αίσθηση του αντικειμένου ως οράματος και όχι ως αναγνώρισης· το τέχνασμα της τέχνης είναι το τέχνασμα της ανοικείωσης των αντικειμένων και το τέχνασμα που κάνει τη μορφή αβέβαιη, που αυξάνει τη δυσκολία και τη διάρκεια της αντίληψης. Η πράξη της πρόσληψης στην τέχνη αποτελεί αυτοσκοπό και πρέπει να παρατείνεται· η τέχνη είναι ένα μέσο να αισθανθούμε το γίγνεσθαι του αντικειμένου· αυτό που έχει ήδη συντελεστεί δεν έχει ενδιαφέρον για την τέχνη».[1]</p>
<p>Έχω την αίσθηση ότι οι παραπάνω παρατηρήσεις αποτελούν ένα εξαιρετικό έναυσμα για την προσέγγιση του ποιητικού έργου, εν γένει, της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, και ειδικότερα της συλλογής Ο θυρωρός των ημερών.</p>
<p>Αν θα έπρεπε να εντοπίσω μία ιδιότητα που συνέχει το σύνολο των σαράντα ποιητικών κειμένων που απαρτίζουν τον «Θυρωρό των ημερών» θα ήταν το ότι προκαλούν ακριβώς την παράταση της πρόσληψής τους. Η ταχύτητα της ανάγνωσης, τόσο της λογοτεχνίας όσο και των ανθρώπων και του κόσμου, ευρύτερα, μάλλον αναστέλλει την αντίληψη παρά την ευκολύνει. Όπως παρατηρεί η ποιήτρια,</p>
<p>Κι όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς</p>
<p>τόσο χειρότερα για σένα (σελ. 84)</p>
<p>Κατά συνέπεια, οι προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις των ποιημάτων της και ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζονται σε μικρότερες ή μεγαλύτερες στιχουργικές ενότητες δεν στοχεύουν να στρώσουν για τον αναγνώστη ευρύχωρες και άσφαλτες οδούς κατανόησης, ή έστω στενωπούς χωματόδρομους περιπλάνησης στη φυσική ομορφιά της γλώσσας. Αντίθετα, η Λουκίδου στήνει εμπόδια· επιφυλάσσει επικίνδυνες στροφές· ενθέτει γλωσσικά πλέγματα, τα οποία δομούνται τόσο από λεξικούς αρμούς όσο και από χάσματα· από νοήματα και υπονοήματα· από φωνές, αλλά και αποσιωπήσεις, που κυοφορούν εξίσου σημαντικά νοήματα.</p>
<p>Στο ποίημα «Ωδή στη βαλίτσα», το εκφέρον λόγο υποκείμενο αναρωτιέται, προσφέροντάς μας κάτι σαν ταξιδιωτική πυξίδα ή χρήσιμη αναγνωστική αποσκευή:</p>
<p>Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν</p>
<p>κάτω απ’ την τυρκουάζ μου μπιζουτιέρα</p>
<p>τα πάνινα σανδάλια παραλίας</p>
<p>δίπλα σε οράσεως γυαλιά</p>
<p>–μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο</p>
<p>είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη–</p>
<p>τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη</p>
<p>πάνω από τα Depon</p>
<p>κι εσάρπες αφοδράριστες</p>
<p>ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες; (σελ. 24)</p>
<p>Παρόμοια, στο ποίημα που προσφέρει και τον τίτλο της συλλογής, διαγράφοντας, έστω ισχνά, έναν ερμηνευτικό ορίζοντα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια τελετουργική ατμόσφαιρα κοσμογονίας, ένα είδος αποκαλυπτικού σχολίου περί του χρόνου, στο οποίο, ωστόσο, ευδιάκριτη είναι η απόπειρα εκκοσμίκευσής του. Εξάλλου, στη θέση του βιβλικού και αΐδιου «Παλαιού των Ημερών» κάθεται ο ταπεινός «Θυρωρός των Ημερών», ένας χαμηλόμισθος μεσολαβητής που ελέγχει τον μεταβατικό χώρο της αστικής εισόδου (ή εξόδου) μας:</p>
<p>Μετρά ο ωρολογοποιός</p>
<p>με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο.</p>
<p>Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν</p>
<p>καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους</p>
<p>πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής</p>
<p>που αργοπορούν αφηρημένες</p>
<p>κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών.</p>
<p>Δεν ξεγελιέται, γυρεύει φιλοδώρημα.</p>
<p>Βιάζεται η υδρόγειος</p>
<p>κι είναι κλειστό απόψε το μουσείο</p>
<p>–η σκόνη κι ο συναγερμός</p>
<p>φρουρούν τα αρχαία νομίσματα–, δεν προλαβαίνει.</p>
<p>Η μόνη οικονομία της λίγη χρυσή κλωστή</p>
<p>απ’ τη θητεία στον λαβύρινθο.</p>
<p>Είναι αρκετή να εξαγοράσει τη διάρκεια; (σελ. 9)</p>
<p>Ένα άλλο χαρακτηριστικό που διατρέχει τα ποιήματα της συλλογής είναι η διαλογικότητά τους. Στα κείμενά της υπεισέρχονται ποικίλες φωνές, οι οποίες αποδίδονται τυπογραφικά με πλαγιογράφηση, παύλες ή εισαγωγικά. Οι φωνές αυτές συνομιλούν μεταξύ τους, σχολιάζουν, αντιλέγουν, μονολογούν ή διαλέγονται. Σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται όχι για ενδοκειμενική, αλλά για διακειμενική συνομιλία. Συνομιλία άλλοτε εμφανώς καταγεγραμμένη, όπως με τον Παπαδίτσα, τον Τσελάν, τον Μποσκέ, τον Μπέκετ, τον Άσμπερι, τον Βιζυηνό, τον Κρυστάλλη, τον Πατρίκιο, τον Καρούζο και πολλούς άλλους, αλλά και με ψαλμούς, θεολογικά κείμενα, νανουρίσματα και δημοτικά τραγούδια· άλλοτε, πάλι, πιο υπαινικτική, δυσδιάκριτη και απαιτητική.</p>
<p>Πουθενά, βεβαίως, στη συλλογή δεν εντοπίζουμε ευδιάκριτους και εύληπτους αναγνωστικούς οδοδείκτες. Ο αναγνώστης πρέπει να εγκύψει με προσοχή σε σύμβολα και μεταφορές. Πρέπει να ξαφνιαστεί από αδόκητα γλωσσικά και γνωστικά συνταιριάσματα. Να ζαλιστεί σχηματίζοντας νοητικές εικόνες συγκεχυμένες, κινούμενες, μαγικές. Να ψηλαφήσει τις λέξεις και τα κενά τους, όπως με τα κείμενα που είναι γραμμένα με τη μέθοδο Μπράιγ. Να χαθεί σε λαβυρίνθους με μόνο μίτο μια «κλωστή», που αν και «χρυσή» είναι «λίγη». Να προσπαθήσει να ερμηνεύσει μισόλογα και θρυμματισμένες παραστάσεις. Να περιδιαβεί σε χρονοτόπους χτισμένους με νέο- ή μετα-υπερρεαλιστικά υλικά, απαρνούμενος τη βολή ενός «λογικά» διατεταγμένου κόσμου.</p>
<p>Η νοητική αυτή προσπάθεια που καταβάλλει ο αναγνώστης έχει, προφανώς, πολλαπλά οφέλη, με βασικότερο ότι συνιστά μια άσκηση αντίστασης στον αυτοματισμό. Οξύνονται οι αισθήσεις του, ανανεώνεται η αντίληψη του κόσμου, ανακαλύπτεται εκ νέου η «πραγματικότητα». Η ποίηση της Λουκίδου λειτουργεί, με άλλα λόγια, ως ένας ενδιάμεσος χώρος ανοικείωσης· ένας χώρος αδυσώπητης όσο και δημιουργικής σύγκρουσης του «εν ενεργεία» και του «δυνάμει», στο πλαίσιο του οποίου πυροδοτούνται συνεχώς νέες απόπειρες αναζήτησης νοημάτων που διαφεύγουν ή που λανθάνουν στο πεδίο του κοινού, χρηστικού λόγου.</p>
<p>Τα θεματικά νήματα που διαπερνούν τα ποιήματα της συλλογής είναι ποικίλα: ο χρόνος, η μνήμη, ο έρωτας, ο θάνατος, η πανδημία, η προσφυγιά, το τραύμα, το παράλογο, εν γένει, της ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά και η γλώσσα, η τέχνη του λόγου, η γραφή κι η ανάγνωση, μέρος του παράλογου και ταυτόχρονα προσπάθειες υπέρβασής του.</p>
<p>Θα μου επιτρέψετε μια ιδιαίτερη επιλογική αναφορά στα ποιήματα ποιητικής με τα οποία ολοκληρώνεται η συλλογή. Πρόκειται για μικρά φιλοσοφικά δοκίμια αισθητικής, στα οποία τελείται μια αυτοαναφορική μεν, καθόλου όμως ομφαλοσκοπική αποτύπωση της ποιητικής δημιουργίας, της ουσίας, του σκοπού και της σημασίας της.</p>
<p>Οι ερημίτες ποιητές</p>
<p>των ελαχίστων αποστάσεων δρομείς</p>
<p>-τουτέστιν, απ’ το οικοπεδάκι του χαρτιού</p>
<p>μέχρι το μαύρο του πουλιού-</p>
<p>πάντα μακράν της ενοχής</p>
<p>κι αυθαδιάζοντας, ενίοτε, στη γλώσσα</p>
<p>ακούν μικρά σπασίματα γυαλιών</p>
<p>κρύβουν νιφάδες μες στις ρίζες</p>
<p>καρφάκι δεν τους καίγεται για τα αναρριχητικά</p>
<p>και τις τυφλές ρεβεράντζες.</p>
<p>Γράφουν:</p>
<p>Το βλέμμα είναι το νόημα</p>
<p>κι αν κάτι εντέλει σώζεται</p>
<p>ερήμην μας και αν … (σελ. 82)</p>
<p>Πράγματι, σε τελική αναγωγή, το κέρδος της τέχνης δεν είναι μια κάποια «σωτηρία», αλλά αυτό ακριβώς το ανανεωμένο «βλέμμα» που αποκτά ο αναγνώστης ταξιδεύοντας εν εγρηγόρσει στα επικίνδυνα νερά της ποίησης. Γιατί, όπως δηλώνει δίχως προσχήματα και υπεκφυγές η Λουκίδου,</p>
<p>η ποίηση είναι κατακλυσμός</p>
<p>–δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε– (σελ. 84)</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΡΟΥΣΗ</strong></h5>
<p>bookpress.gr 2/11/2023</p>
<p>Στην ποιητική συλλογή Ο θυρωρός των ημερών της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου (εκδ. Κέδρος) αναγνωρίζουμε όλα όσα έχουν συγκροτήσει έως τώρα το δικό της, ιδιαίτερο ποιητικό τοπίο· ένα ποιητικό τοπίο χαρακτηριζόμενο από μια επίπονη διανοητικά πρόσληψη της πραγματικότητας και μια στοχαστική μελαγχολία.</p>
<p>Η θεματική της ακροβατεί και πάλι ανάμεσα στη βυθομέτρηση του εαυτού και στην ιχνηλάτηση μιας απρόβλεπτης, σε διαρκή κρίση, κοινωνικής συγκυρίας∙ το υπαρξιακό άγχος που γεννά η απώλεια και η οδυνηρή επίγνωση της έλλειψης του ουσιαστικού έρχεται αντιμέτωπο με την έντονη επιθυμία διατήρησης της προσωπικής αυτονομίας και ακεραιότητας ως αντίβαρο στο «αιχμηρό μας σύμπαν». Στην ουσία όλα τα ποιήματά της μιλούν για το βάρος της ανθρώπινης περιπέτειας σε μια εποχή απομάγευσης των πάντων.</p>
<p>Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αν κάθε είδους ποίηση θα μπορούσε υπό μία έννοια να είναι υπαρξιακή, η ποίηση της Λουκίδου είναι υπαρξιακή και με την ιδιαίτερη σημασία του όρου. Μιλά δηλαδή για τον χρόνο – και για όλα όσα συμπλέκονται άρρηκτα με αυτόν: για το παρελθόν, ατομικό και συλλογικό, για την Ιστορία, τον θάνατο, τη φθορά και τις απώλειες που ο χρόνος συνεπιφέρει, και για τη σημασία συνεχούς ανανοηματοδότησης της ύπαρξης.</p>
<p>Μιλά όμως και για τη σημασία της γραφής ως επίπονης διαδικασίας διάσωσης και ανάδειξης του χαμένου βιώματος και του αυθεντικού – με το ποιητικό υποκείμενο να οδηγείται στην οδυνηρή διαπίστωση πως «Ο χειμώνας των λέξεων» είναι «ένας κατήφορος δύσβατος».</p>
<p>Διαμορφώνει μέσω αυτών των μνημονικών ταξιδιών μια αυτοβιογραφική στρατηγική στα ποιήματά της καθοριστικό ρόλο στην οποία παίζει η αναβίωση του χώρου ως υλικό ίχνος της παρελθούσας, και παρόλα αυτά, ζωντανής εμπειρίας· και είναι αυτό ακριβώς που συνιστά και έναν από τους κύριους εικονογραφικούς τρόπους της ποίησής της.</p>
<p>Το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου παίζει καθοριστικό ρόλο στα ποιήματα της συλλογής με τη μνημονική ενασχόληση να κυριαρχεί ως αναδρομή στην ύπαρξη από τη σκοπιά της ωριμότητας. Περιγράφοντας τη φαινομενολογία της μνήμης, ο Paul Ricoeur ισχυρίζεται ότι το παρελθόν εμφανίζεται ως εικόνα, ενώ η ανάμνηση και η προσπάθεια ανάμνησης είναι συνομιλιακή. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το ποιητικό υποκείμενο σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής καθώς το παρακολουθούμε να ζει ταυτοχρόνως στον κόσμο του ονείρου και της πραγματικότητας στην προσπάθειά του να ανασυνθέσει τις «συνομιλίες» του παρελθόντος – «συνομιλίες» που τροφοδοτούνται από θραύσματα διαλόγων και θεατρικά αποτυπωμένες σκηνές, άλλοτε οικείες και άλλοτε ανοίκειες. Διαμορφώνει μέσω αυτών των μνημονικών ταξιδιών μια αυτοβιογραφική στρατηγική στα ποιήματά της καθοριστικό ρόλο στην οποία παίζει η αναβίωση του χώρου ως υλικό ίχνος της παρελθούσας, και παρόλα αυτά, ζωντανής εμπειρίας· και είναι αυτό ακριβώς που συνιστά και έναν από τους κύριους εικονογραφικούς τρόπους της ποίησής της. Ιδιαίτερες συμπαραθέσεις εικόνων που δημιουργούνται από ψυχικούς αντικατοπτρισμούς που επικάθονται πάνω σε λεπτομέρειες του φυσικού κόσμου ή σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης και απότομες μετατοπίσεις της οπτικής που στρέφουν την προσοχή στις συνεχείς, δύσκολα εντοπίσιμες, αλλαγές του περιβάλλοντα κόσμου, με την κατανόηση να περνάει από το οπτικό στο νοητικό, συνθέτουν το εικονογραφικό της όραμα.</p>
<p>ΜΟΝΩΔΙΑ</p>
<p>στον πατέρα μου</p>
<p>Γιορτάζει ο κήπος θερινός<br />
μόλις αντιληφθεί πως τον κοιτάζω.<br />
Αναπολεί το τελετουργικό των χεριών σου<br />
όταν πέτρα την πέτρα έγραφαν<br />
την αόρατη πραγματεία της ευγένειας.<br />
Η οσμή του πράσινου εξέρχεται δοξαστική<br />
ανεβαίνει και διασκορπίζεται σαν στοχασμός<br />
της ελιάς, της ροδιάς, της λεμονιάς<br />
του έλατου, της λεβάντας.<br />
Το νεύμα των θαλασσινών τόπων με προσπερνά.<br />
Επωάζομαι γυάλινη<br />
σαν έρημος πάλλουσα μα υποφωτισμένη.<br />
Τόσες μετατοπίσεις σε μια μικρή ανάπαυλα<br />
τόση ανθοφορία αδικαίωτη.<br />
Τα σαλιγκάρια διασχίζουν ήσυχα την υγρασία του χόρτου<br />
θα συναντήσουν σε λίγο τα βιαστικά μυρμήγκια<br />
και την υπόγεια γλώσσα της αυτοσυντήρησης<br />
τα έντομα θα διασταυρωθούν άστεγα<br />
με το αιχμηρό μας σύμπαν<br />
κι εμένα κάποτε, μια μέρα που δεν θα το περιμένω<br />
μια ώρα του κήπου αδιάφορη<br />
κάποιος θα προσπαθήσει<br />
να με ελευθερώσει.</p>
<p>Θα έλεγα πως οι χώροι της μνήμης υποστασιοποιούνται στους στίχους της με τη βοήθεια που δίνουν «λέξεις-αντικείμενα», αντικείμενα που μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, να αποκτούν τη διάσταση του συμβόλου, αλλά κυρίως αυτό που πετυχαίνουν είναι να χρησιμοποιούνται για να συγκροτήσουν την οπτική αποτύπωση μιας ψυχικής κατάστασης, υποδηλώνοντας συναισθήματα που δεν χρειάζεται να κατονομαστούν. Αυτές οι «λέξεις-αντικείμενα» αναδεικνύουν ως κατάλοιπα του παρελθόντος τον επιτελεστικό χαρακτήρα της μνήμης, όχι μόνο πυροδοτώντας την κάθε φορά που το ποιητικό υποκείμενο έρχεται σε επαφή με το αντικείμενο, αλλά και υποδηλώνοντας ότι συχνά τα παρελθοντικά ίχνη αναδύονται σε μια προσπάθεια του εαυτού να τα ακολουθήσει και να τα «επανασυναρμολογήσει» για να βάλει σε τάξη τον χρόνο και, μαζί με αυτόν, τον εαυτό.</p>
<p>ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ</p>
<p>Άσαρκα και ενάντια<br />
συνωθούμενα στη θλιβερή ασκητική<br />
συμπιεσμένου σκότους<br />
αφτέρουγα φτερουγίζουν<br />
στη διαλεκτική υποκύπτοντας<br />
προσωρινής αιχμαλωσίας.<br />
[Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά<br />
και μεταμεσονύχτια των διάφανων ψευδαισθήσεων<br />
μια πρόνοια βαμβακερή για το αγιάζι<br />
– φυσά εκεί που πας μακριά από τη συνήθεια<br />
κι οι φαεινές ομίχλες επιφυλάσσουν κάποτε<br />
έναν σπινθήρα βέβηλο για τα αρθριτικά.]</p>
<p>Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν<br />
κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα<br />
τα πάνινα σανδάλια παραλίας<br />
δίπλα σε οράσεως γυαλιά<br />
– μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο<br />
είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη –<br />
τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη<br />
πάνω από τα Depon<br />
κι εσάρπες αφοδράριστες<br />
ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες;<br />
Μια πλάνη απροβάριστη βλασταίνει ετοιμοθάνατη<br />
πίσω απ’ το δίχτυ με το φερμουάρ<br />
– να μη συγχέονται τα καθαρά με τα κηλιδωμένα –<br />
και πια μόνο το άναυδο ακέραιο μεταφέρεται<br />
δεν μεταφέρεται ο ουρανός κι η σκονισμένη λάμψη<br />
τα γεγονότα της απλότητας<br />
κι η τρυφερότητα που δεν εξουσιάζει. […]</p>
<p>Η υποκειμενική, βαθιά προσωπική, μνημονική εμπειρία δεν μπορεί να αποκοπεί όμως ούτε στη συγκεκριμένη ποιητική της συλλογή από τα ίχνη της εμπειρίας της συλλογικής μνήμης, ιστορικής και κοινωνικο-πολιτισμικής· γενικότερα, άλλωστε στην ποίηση της Λουκίδου οι προσωπικές ιστορίες συνομιλούν πάντοτε με το βαρύ φορτίο της σύγχρονης συγκυρίας εγγράφοντας στους στίχους της το έντονο και συνεχές άγχος που γεννά η ένταση μεταξύ του υποκειμένου και του κόσμου.</p>
<p>ΕΞΟΔΟΣ</p>
<p>ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ</p>
<p>Ώσπου απ’ τα μετόπισθεν των ασυνόδευτων νεκρών<br />
–σαν αχνοχάραμα γραφής που αργοσαλεύει στα κτερίσματα–<br />
κύκλοι ομόκεντροι σχημάτισαν αργά<br />
μια προσομοίωση χώματος<br />
όπως αλεύρι ολικής για την υγεία των ψυχών.<br />
[Χρωστούσαμε μία χουφτίτσα απ’ την επάνω γη<br />
που δεν τη ρίξαμε ποτέ στο κατευόδιό τους.] […]</p>
<p>Μας θυμίζει με τα ποιήματά της πως είμαστε συμμέτοχοι στην απώλεια σε επίπεδο τόσο κοινωνικο-πολιτικό όσο και μεταφυσικό και θα μπορούσε υπ’ αυτή την έννοια να περιγραφεί ο ποιητικός τρόπος της ως ποίηση της υπαρξιακής εμπειρίας του χρόνου, θυμίζοντάς μας ότι ο άνθρωπος είναι στην ουσία χρόνος και, κατά συνέπεια, απώλεια.</p>
<p>Η ποίηση της Λουκίδου στον Θυρωρό των ημερών έρχεται εντέλει αντιμέτωπη με τους προβληματισμούς και τα αδιέξοδα που γεννά η εσωτερική πάλη του ατόμου με ό,τι το απομακρύνει από την πραγματική ουσία της ύπαρξης&#8230;</p>
<p>Η αίσθηση της απώλειας ή η αγωνία της για τη χαμένη απώλεια διαπερνά, άλλωστε, το έργο της και αυτό το διάχυτο αίσθημα απώλειας με κάνει να χαρακτηρίσω τα ποιήματά της ως κρυφά ελεγειακά ή αντι-ελεγειακά –μια μορφή ελεγείας που δεν συμμορφώνεται με το συμβατικό παράδειγμα «απώλεια-παρηγοριά» που χαρακτηρίζει τις παραδοσιακές ελεγείες.</p>
<p>kedros loukidou o thiroros ton imeronΑν δεχτούμε, σύμφωνα με όσα γράφει ο Jahan Ramazani στο βιβλίο του Poetry of Mourning: The Modern Elegy from Hardy to Heaney (1994), ότι οι αντι-ελεγείες αυτό που προσφέρουν δεν είναι απαντήσεις αλλά αξιομνημόνευτους γρίφους και προβληματισμούς, ότι δεν γράφονται ούτε για να θυμόμαστε ούτε για να ξεχνάμε, αλλά για να αλλάζουμε, τα ποιήματα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου αποτελούν ένα τέτοιο παράδειγμα λόγου ως αντίδοτο στην απώλεια. Υπάρχουν, στην ελεγειακή ποίηση, διπλοί ενδοιασμοί σχετικά με την επιθυμία κάποιου να διατηρήσει την απώλεια, να μην χάσει εντελώς την απώλεια από τη μνήμη του, και ο φόβος του να κρατήσει αυτή την οδυνηρή εμπειρία της απώλειας.</p>
<p>Στην ποίηση της Λουκίδου, αυτή η συγκρουσιακή κατάσταση οδηγεί στη δημιουργία ενός τρίτου χώρου, χαρακτηριζόμενου από τη διατήρηση μιας μελαγχολικής έντασης που αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική για την άσκηση ενός στοχαστικού κριτικού σχολιασμού για το είναι και τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό τα ποιήματά της γίνονται ένα μέσο μαρτυρίας για το πώς να ζει κανείς με την απώλεια και να διαχειρίζεται την αποκαλυπτική δυνατότητα της αμφιβολίας.</p>
<p>Η ποίηση της Λουκίδου στον Θυρωρό των ημερών έρχεται εντέλει αντιμέτωπη με τους προβληματισμούς και τα αδιέξοδα που γεννά η εσωτερική πάλη του ατόμου με ό,τι το απομακρύνει από την πραγματική ουσία της ύπαρξης – αυτό που την ταλανίζει, άλλωστε, είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής, η ανεπίλυτη ένταση ανάμεσα στην αυθεντική και τη μη αυθεντική ύπαρξη· όπως γράφει στο ποίημα «Πλανόδια μικροπωλήτρια μακριά απ’ την Ελευσίνα»: Ήθελα μόνο να μάθω πώς να ζω. Δημιουργεί ποιητικά υποκείμενα που κινούνται βαθιά μέσα στον εαυτό τους στην προσπάθειά τους να αναμετρηθούν με τον εαυτό και τον χρόνο σε ποιήματα η διανοητική πυκνότητα των οποίων λειτουργεί ως προτροπή για στοχασμό.</p>
<h5><strong>ΕΛΣΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 31/10/2023</p>
<p>«Κατανοώντας το μεγαλείο της ζωής και συνάμα τη ματαιότητα της ύπαρξης»</p>
<p>Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά /</p>
<p>καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη.</p>
<p>Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου</p>
<p>«TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ»</p>
<p>Η γέννηση της φιλοσοφίας σηματοδοτεί το πέρασμα από τον μύθο στον λόγο. Η μετάβαση αυτή δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι φιλόσοφοι εγκατέλειψαν τον ποιητικό λόγο έκφρασης. Αντιθέτως. Η αρχέγονη σχέση ποίησης και φιλοσοφίας είναι ορατή ήδη από την εποχή των πρώτων Φυσικών φιλοσόφων. Ο Εμπεδοκλής και ο Παρμενίδης εκμεταλλεύτηκαν τον ποιητικό λόγο, το ίδιο και ο Ηράκλειτος, για να εκφράσουν τις ιδέες τους για το είναι και το γίγνεσθαι.</p>
<p>Ο Ηράκλειτος απαντά στο ερώτημα του γίγνεσθαι και του Χρόνου με μία ποιητική εικόνα: «ο Χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει. Που παίζει με πεσσούς. Η βασιλεία ενός παιδιού». Ο Εφέσιος φιλόσοφος, θέλοντας να δείξει την ακατάπαυστη ροή του χρόνου, θα τον παρομοιάσει με ποτάμι: «Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», θα πει, καθώς τα νερά του είναι πάντα άλλα. Η απάντηση στην ηρακλείτεια θεωρία θα έρθει με ένα άλλο ποίημα, αυτό του Παρμενίδη, ο οποίος θα μάθει εν τέλει την αλήθεια από τη θεά. Πάλι με μία εικόνα: Το παρμενίδειο ον είναι «όμοιο µε όγκο σφαίρας ολοστρόγγυλης».</p>
<p>Η ποίηση συνεχίζει και σήμερα να συνομιλεί με τη φιλοσοφία. «Ο άνθρωπος κατοικεί ποιητικά» γράφει ο Martin Heidegger. Για τον ίδιο, η ποίηση είναι η επιστροφή στο σπίτι μας, στην ύπαρξή μας. Σ’ αυτό το «σπίτι του είναι», εκεί όπου κατοικούν οι ποιητές και οι στοχαστές, η Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου τοποθετεί τον «Θυρωρό των ημερών» της προσφέροντάς μας μια θέαση του κόσμου.</p>
<p>Ήδη από τον τίτλο της συλλογής, παρμένο από το πρώτο ποίημα, η ποιήτρια μας προϊδεάζει ότι θα «παίξει» με τον χρόνο, σαν το παιδί-βασιλιά του Ηράκλειτου, αλλά όχι με πεσσούς. Με λέξεις. Ο Θυρωρός των ημερών είναι αυτός που θα μας ανοίξει την πόρτα της ποιητικής συλλογής αλλά και της ζωής μας. Ο χρόνος, ο στιγμιαίος και ο αιώνιος, ο «πανδαμάτωρ» κατά τους ποιητές και ο «αίτιος φθοράς» κατά τον Αριστοτέλη, είναι όλοι παρόντες-απόντες. Η διάρκεια, άλλοτε άπειρη, άλλοτε στιγμιαία, είναι αυτή που καθορίζει την ύπαρξή μας:</p>
<p>Μετρά ο ωρολογοποιός / με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο. / Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν / καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους / πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής/ που αργοπορούν αφηρημένες / κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών.</p>
<p>Ο θυρωρός γυρεύει φιλοδώρημα για να μας «ανοίξει» την ημέρα, να εξασφαλίσει την είσοδο στη ζωή, στην καθημερινότητα και να μετουσιώσει τη στιγμή σε διάρκεια. Είναι αρκετή η στιγμή, η χρυσή κλωστή απ’ τη θητεία στον λαβύρινθο, για να εξαγοράσει τη διάρκεια; Όμως το χρέος δεν χαρίζεται ποτέ. Ευθύς, η ποιήτρια απαντά:</p>
<p>Και δείτε, κύριε, στο καντράν τους λεπτοδείκτες / — δέκα και δέκα ακριβώς —/ η σταματημένη στιγμή της κοιμωμένης χώρας. / Όλα αρρωσταίνουν βήχοντας. / Τελειώνει ο χρόνος των μορφών. / Το χρέος δεν θα μου χαριστεί./ Εξάπαντος, λίγη λεβάντα.</p>
<p>Ο χρόνος, σύμφωνα με τον Σενέκα που συνεχίζει τη Στωική παράδοση, δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από τη ζωή μας.</p>
<p>«Αργός εκρήγνυται στο σώμα μου ο χρόνος», κραυγάζει η ποιήτρια στο «Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις». Ωστόσο, ο χρόνος δεν είναι μόνο η διάρκεια, είναι και η στιγμή. Η σταματημένη στιγμή (η ακίνητη αιωνιότητα τού είναι) θα επανεκκινήσει την πραγματικότητα. Στη «Γοργόνα εσωτερικού χώρου», η αιωνιότητα αντιστέκεται στην αλλαγή της στιγμής. Υπόσχεται σταθερότητα και συνέπεια. Αλλά ψεύδεται.</p>
<p>ΓΟΡΓΟΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ</p>
<p>[…] Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται / ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται / τη στήριξη και τη διάρκειά της. / Γελιέται η κόρη και αφήνεται / στα δανεικά της βήματα. / Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δεν ροκανίζει / κανένα κύμα δεν θα βυθίσει στο κενό / την πλήρη της παράδοση…/ Μα τη βυθίζει.[…]</p>
<p>Η γοργόνα θέλει να δικαιολογήσει την ύπαρξή της. Η άχρονη αιωνιότητα είναι προτιμότερη από τη συνειδητοποίηση ότι ζούμε τη στιγμή, το παρόν. Η γοργόνα εγκλωβίζεται εκούσια σε ένα ατέρμονο παιχνίδι. Η επιλογή της ανυπαρξίας είναι για την ίδια η πιο ασφαλής:</p>
<p>Θα μείνω εδώ / γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού / στις μύτες των άκρων να αιωρούμαι / να οξειδώνομαι στην άηχη περίπτυξη / τη μια μετά την άλλη νότα να καταβροχθίζω. / Θα μείνω εδώ / να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο / του ώμου τα φτερά / που ουδέποτε ανοίξανε.</p>
<p>Η ασφάλεια, η πίστη στο επαναλαμβανόμενο είναι εγκλωβίζει τους πρωταγωνιστές στο ποίημα «Ευτυχία είναι ή Έξι σκηνές κάτω απ’ τον πολυέλαιο». Η Λουκίδου καταγράφει τη στιγμή και τη διάρκεια, στην καθημερινότητα:</p>
<p>Εκείνος βλέπει τις ειδήσεις / εκείνη καθαρίζει φασολάκια./ Λεπτές λωρίδες πράσινες / πέφτουν οι ώρες της κοινής ζωής / φύση νεκρή μα θρεπτική σαν την ασφάλεια.</p>
<p>Η κυριολεκτική εικόνα δίνει τη θέση της στην ποιητική. Το σκηνικό αυτή τη φορά είναι ο χρόνος του ελέους. Χώρος και χρόνος ταυτίζονται:</p>
<p>Η ηπιότητα δεν αντηχεί, μοσχοβολά σαν χάδι. / Λίγο πιο πέρα των αχθοφόρων η πομπή / σχοινοβατεί στον χρόνο του ελέους.</p>
<p>Η Λουκίδου κατοικεί στον πλανήτη της ποίησης και φιλοσοφεί. «Μια ζωή που δεν εξετάζεται δεν αξίζει να τη ζει κανένας άνθρωπος», αποφαίνεται ο Σωκράτης στον πλατωνικό Φαίδρο. Η Λουκίδου υμνεί τη ζωή, την εξετάζει και προσπαθεί να συλλάβει τις στιγμές των άλλων και τις δικές της. Θαυμάζει την αέναη κίνηση του κόσμου. Η ακινησία όμως είναι που της προκαλεί δέος. Στο ποίημα «Υψηλοί προσκεκλημένοι» παρατηρεί από απόσταση τη ζωή και τον εαυτό της:</p>
<p>ΥΨΗΛΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ</p>
<p>Στέκομαι ακίνητη σαν ήπιος άνεμος εγκλωβισμένος στο χολ. Διαβάζω οδηγίες απολυμαντικών, φαρμάκων./ Μπαίνω πιο μέσα, αργώ να μπω· πολίτης πάντοτε του ενδιάμεσου κενού. Εκεί η αποφορά της απόστασης που δεν συνάντησε καμία εγγύτητα, εκεί κι η εκφορά των μεταφορών για τον ήχο της ζωής που κάνει θόρυβο όταν φεύγει.[…]</p>
<p>Όλα αυτά την οδηγούν σε μια διαπίστωση:</p>
<p>Η ζωή μου, άλλωστε, έχει την ίδια ευθύνη που αναλογεί στη νεραντζιά του δρόμου».</p>
<p>Στον Θυρωρό των ημερών η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου φιλοσοφεί με τον ποιητικό της λόγο. Η ποίηση λειτουργεί ως πρώτη συνείδηση της κατάφασης της ζωής. Ποιας ζωής όμως; Η ποιήτρια πρώτιστα δείχνει αυτογνωσία. Σχολιάζει τη δική της ζωή:</p>
<p>ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΤΕΛΙΚΑ</p>
<p>[…] Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / – στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶ / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας.</p>
<p>Η συνειδητοποίηση του φευγαλέου της ύπαρξης δεν συνεπάγεται παραίτηση. Τουναντίον. Στο ποίημα «Μύλοι Αλλατίνη» η ποιήτρια παραδέχεται το ίδιο:</p>
<p>Κι αν κηρυχτώ σε αφάνεια η πείνα δεν θα κηρυχθεί.</p>
<p>Η αφάνεια της ίδιας δεν σημαίνει αφάνεια όλων. Ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει. Μέσω της ποίησης, δηλαδή της συνεχούς καταγραφής του. Η ποίηση θα μας διδάξει την αλήθεια, θα μας βγάλει από το Σπήλαιο. Με την ποίηση θα αντικρύσουμε το φως. Στο ποίημα «Μάταιη αναμέτρηση» (με τη ζωή, να τολμήσω να συμπληρώσω ή με την «πραγματικότητα» ως φαινομενολογία;) η ποιήτρια συνδιαλέγεται με εμάς και με τον εαυτό της. Συμβουλεύει σε β΄ ρηματικό πρόσωπο:</p>
<p>«ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ»</p>
<p>Κι όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς / τόσο χειρότερα για σένα / γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός / – δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε –/ ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις / όσα αντέχουν στη φωτιά.</p>
<p>Η ποιήτρια αντιστρέφει τους όρους. Η ποίηση δεν είναι η σωτηρία, η ποίηση δεν οδηγεί στη γαλήνη, αλλά στη συνειδητοποίηση. Όπως όταν αντικρίζουμε τον Ήλιο για πρώτη φορά όταν βγαίνουμε από το πλατωνικό Σπήλαιο. Και τα μάτια μας πονούν. Η ταραχή που φέρνει η δημιουργία του ποιήματος είναι η ίδια που οδηγεί τον άνθρωπο- ποιητή στη γαλήνη. Η ποίηση διδάσκει τη ζωή. Και η αλήθεια είναι επίπονη. Στο τέλος, μένεις μόνος, ανάμεσα σε πολλούς. Αλλά εσύ, μοναχός, αντιστέκεσαι στη ματαιότητα. Σωτήρες δεν υπάρχουν:</p>
<p>ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ</p>
<p>[…] Κι όλοι αυτοί που τρέχουν ξοπίσω σου / δήθεν για να σε σώσουν / και προσποιούνται τα δέντρα και τον ίσκιο τους / λάμπες θυέλλης και ζουμερά πορτοκάλια / αχ, πόσο δι’ ασήμαντον αφορμήν / τραβούν την κλωστίτσα απ’ τα λόγια σου / σε ξεγυμνώνουν / κι είναι κατάμεστη η πλατεία / από καρναβαλιστές και άρματα/ κι εσύ πεταλούδα που καίγεται / κάτω απ’ τους προβολείς.</p>
<p>Η λύση είναι μία και μας παρουσιάζεται ανάμεσα σε εικόνες και στην προετοιμασία μιας επανάστασης στο ποίημα: «Από το σπίτι της παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου» (καθώς στην πάροδο 18 της οδού Κράσνη στην Οδησσό ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία):</p>
<p>Η τέχνη του βίου έγκειται στην προετοιμασία. Και όπως οι φιλόσοφοι προετοιμάζονται μελετώντας τη ζωή, με τον ίδιο τρόπο προετοιμάζεται και η ποιήτρια.</p>
<p>Κατανοεί το μεγαλείο της ζωής και συνάμα τη ματαιότητα της ύπαρξης μέσα από τις ζωές άλλων και τη δική της. Στην ποίηση της Λουκίδου όλοι είναι ήρωες, όλοι είναι πρωταγωνιστές της ζωής, της δικής τους ζωής, κι ας μην το γνωρίζουν. Το γνωρίζει η ίδια και εμείς.</p>
<p>Για τον Αριστοτέλη, η ποίηση ενέχει τη φιλοσοφία. Μάλιστα, «καὶ φιλοσοφώτερον καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν», όπως καταθέτει στην Ποιητική, δηλαδή η ποίηση είναι πιο φιλοσοφική και πιο σημαντική από την Ιστορία, και εξηγεί ότι η Ποίηση έχει ως αντικείμενό της το καθολικό σε αντίθεση με την Ιστορία που ασχολείται με το ατομικό.</p>
<p>Σ’ αυτό το καθολικό ανήκει και ο Θυρωρός των ημερών. Η Λουκίδου προσδίδει την ποιητική μορφή τού καθολικού «είναι» στο προσωπικό της βίωμα. Ο φιλόσοφος και ο ποιητής στοχάζονται οικουμενικά.</p>
<p>Εν κατακλείδι, η φαινομενολογία της Λουκίδου μέσω της γλώσσας αναζητά τη δική της αλήθεια, που είναι και δική μας. Ο Θυρωρός των Ημερών θα μας ανοίξει την πόρτα, όταν μας δει να πλησιάζουμε. Τι φιλοδώρημα θα ζητήσει άραγε; Πώς θα εξαγοράσουμε τη διάρκεια; Η ποιήτρια θα εξαγοράσει το δικό της χρέος με λεβάντα. Εμείς;</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Χάρτης&#8221; 59 Νοέμβριος 2023</p>
<p>Ο θυρωρός της Ευτυχίας μας</p>
<p>Καθώς μεγάλωνα στην αστική Αθήνα στις δεκαετίες του 60 και του 70 έτυχε να διασταυρωθώ με πολλούς θυρωρούς. Από τους περισσότερους έχω διατηρήσει μια θολή γενική μνήμη, ίσα που τους έπιανε το πλάι του ματιού μου στην είσοδο της πολυκατοικίας αδρανείς, θρονιασμένους σαν βαριά έπιπλα στην εσοχή τους, πότε πότε να κλίνουν ελαφρά το κεφάλι, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν ήταν για να με χαιρετήσουν ή γιατί τους βάραινε η νύστα. Άλλοτε στραβοχυμένοι όλη μέρα σε μια άβολη καρέκλα να παρακολουθούν με βλέμμα καχύποπτο τους επισκέπτες, άλλοτε σε στάση ετοιμότητας σαν εξυπηρετικοί μπάτλερ, άλλοι πονηροί, άλλοι κουτσομπόληδες, άλλοι ετοιμόλογοι με χιούμορ. Αλλά κανείς τους δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα. Έμειναν όλοι, συσσωματωμένοι, σαν μια ενιαία παρουσία στο νού μου. Ένας, όμως, ξεχωρίζει σαν αγκάθι στη μνήμη μου, εκεί στην χαμηλοτάβανη είσοδο μιας πολυκατοικίας κοντά στην Μιχαλακοπούλου, όπου έμενε μια φιλική μας οικογένεια. Τους επισκεπτόμουν συχνά γιατί έκανα παρέα με την κόρη τους. Όποτε πήγαινα σφιγγόταν το στομάχι μου από πριν, ετοιμαζόμουν για σύγκρουση, θωράκιζα την ψυχραιμία μου &#8230;. “Που πάτε;” γάβγιζε στερεότυπα αυτός ο θυρωρός, με μια στεγνή δυνατή φωνή και ύφος γυμνασιάρχη που σε πιάνει την ώρα που καβαλάς τον τοίχο για κοπάνα. “Πάνω”, μουρμούριζα εκνευρισμένος, με τόνο αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος στο απόρρητο, αλλά βέβαια αυτός δεν λύγιζε: “Επάνω πού;” Αν δεν έλεγες δεν πέρναγες. “Μα με ξέρετε”, σφύριζα μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου μπας και τον πτοήσω. Όχι, όχι. Έπρεπε να ομολογήσω ακριβώς προορισμό, πώς δεν ζήταγε και διαβατήριο.<br />
Γιατί θύμωνα τόσο πολύ; Γιατί λογοδοτούσα. Γιατί μπροστά στα εφηβικά μου μάτια στεκόταν η απαγόρευση προσωποποιημένη σε σχήμα σκυλομούρη θυρωρού! Κέρβερος στο δρόμο μου, φρουρός της ελευθερίας μου. Αυτόν τον συγκεκριμένο θυρωρό μου έφερε στο νου ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Λουκίδου. Σε αυτού του είδους την εξουσία στο διάβα μας πιστεύω ότι αναφέρεται. Είναι ένας μικρός θεός ίσως και περισσότεροι, άλλοι μέσα μας και άλλοι έξω μας, άλλοι στην προσωπική μας και άλλοι στην δημόσια ιστορία, που ελέγχουν την πρόσβαση μας στον προορισμό μας, στις επιθυμίες μας, στις ανάγκες μας, στην ευτυχία, στο όνειρο, στην πληρότητα, στο παρελθόν μας και στο μέλλον μας, στην ίδια μας τη ζωή που προσπαθούμε να τη ζήσουμε. Εμποδίζοντας μας την πρόσβαση μας αναγκάζουν να εκτρέπουμε τη ζωή μας προς τη φαντασία μας και να την ολοκληρώνουμε εκεί. Οι πιο δημιουργικοί την διοχετεύουν στην τέχνη. Μια τέχνη που γίνεται τόσο πιο φαντασμαγορική όσο περισσότερο εγκλωβίζεται κανείς στο αδιέξοδο. Μιλώ για τραύματα, φυσικά. Κι εκεί που η κοινή αφηγηματική γλώσσα δεν καταφέρνει καν να αγγίξει τις διαστάσεις, ο βουβός πόνος και η βουβή ανάγκη βρίσκουν διέξοδο μόνο στον ποιητικό λόγο. Μόνο αυτός μπορεί να τα βγάλει πέρα. Νομίζετε ότι το δραματοποιώ; Όχι πολύ&#8230;</p>
<p>Πριν πολλά χρόνια σε μια παρουσίαση του περιοδικού Αuto da fe στους Αέρηδες, στην Πλάκα, μια έκδοση των εκτοπισμένων από ανά την γη συγγραφέων από ολοκληρωτικά καθεστώτα είχε ρωτήσει κάποιος τον νομπελίστα ακτιβιστή ποιητή Wolle Soyinka: “Πώς διαφέρει ο συγγραφέας από έναν πολιτικό; ”. «Ο πολιτικός αναζητά την εξουσία», είχε απαντήσει. «Ο συγγραφέας την ελευθερία».<br />
Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου, όπως και όσο την έχω γνωρίσει, είναι ένας πολύ ελεύθερος άνθρωπος, στη σκέψη, στη δράση, στη διασκέδαση, στη φιλία, στην αγάπη, στη φροντίδα. Που έχει κατορθώσει στη ζωή της να επιζήσει από ένα παρελθόν οικογενειακό και προσωπικό γεμάτο από συμβάματα υπέρτερα του ανθρώπινου ελέγχου που την άφησαν μερικές φορές εκτεθειμένη σε κοινωνικές διακρίσεις και κριτικές. Ξέρω ελάχιστα από αυτά, μόνο τα πολύ μεγάλα, όμως ο απόηχός τους, το συναισθηματικό τους βάρος (και βάθος) είναι αυτό που βάζει φωτιά στην ποίησή της και την ανοίγει σαν πυροτέχνημα προς όλες τις κατευθύνσεις. Η φαντασμαγορία, η δραματουργία και ο σαρκασμός που ενσωματώνει στο λόγο της, είναι ευθέως ανάλογα της απόγνωσης για τον χρόνο που καταναλώνεται χωρίς τα αναμενόμενα να συντελούνται, παρά την προσπάθεια, παρά την οδύνη, παρά την αφοσίωση. Και μιλάει μερικές φορές ευθέως σε κάποιον μέσα στο ποίημά της, άραγε στον αναίσθητο θυρωρό; — γιατί νιώθει υποχρεωμένη να λογοδοτήσει και να αμυνθεί στο κοινωνικό περιβάλλον που την ελέγχει. Πώς ελευθερώνεται, πώς ξεφεύγει κανείς από τη μοίρα; Από την απώλεια. Από τους μικροθυρωρούς της κοινωνίας ;<br />
Αντιγράφω εδώ από μια κριτική του Παναγιώτη Νικολαϊδη για το βιβλίο της: “Η ποίηση για τη Λουκίδου αποτελεί πρωτίστως, ένα σημείο-τόπο καταφυγής, όπου πτυχές του παρελθόντος και του παρόντος συνθέτουν εικόνες και συγκροτούν, εν τέλει, ένα ενιαίο και διαρκές παρόν&#8230; ως λυτρωτικό καταφύγιο μέσα στο οποίο η ποιήτρια ευελπιστεί να προφυλάξει το πραγματικό της πρόσωπο από τον χρόνο, τη φθορά και τον θάνατο.” Και λέει παρακάτω ότι η αφήγησή της δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός οιωνεί μυθιστορήματος&#8230;”.</p>
<p>Aυτό το «οιωνεί μυθιστόρημα» είναι φυσικά ένα πολυδιάσταστο και πολυδιασπασμένο ποιητικό μυθιστόρημα, που εγώ το διαβάζω σαν μια ανεκπλήρωτη λαχτάρα της ποιήτριας για ενότητα και για μια αδιασπαστη —άσχιστη, αθρυμμάτιστη, ανεμπόδιστη ίσως— ζωή. Σε μια συνέντευξη που έδωσε φέτος η Ευτυχία στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη λέει ότι “Η ποίηση καλείται να επαναφέρει μιαν άλλου τύπου ενότητα να υπενθυμίσει το χαμένο ολόκληρο και αναλαμβάνοντας τη συναρμογή των φραγμέντων να οδηγήσει στην ακεραιότητα…”. Μιλάει εδώ , πιστεύω, για μια αποκατάσταση του σπασμένου, μια επανένωση των μερών που διχάστηκαν και απομονώθηκαν από τον θάνατο, το χρόνο, τη διεκδίκηση, την εκμετάλλευση, όλους αυτούς τους μπανάλ αλλά με εξουσία θυρωρούς της ζωής…</p>
<p>Για τον Θυρωρό των ημερών της Ευτυχίας έχουν γραφτεί πολλά και δικαίως. Είναι μια ώριμη και σημαντική συλλογή στην ποίηση της αλλά και στην νεοελληνική ποίηση γενικότερα. Η προσωπική και η κοινωνική της ζωή παρέχει την ύλη για το πρώτο μέρος του βιβλίου αλλά στο δεύτερο μέρος μιλάει για την ποιητική της ζωή και τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας. Εδώ φαίνεται η εμπειρία και η ωριμότητά της τόσο στην γραφή όσο και στην μελέτη της. Είναι το αποτέλεσμα της της επεξεργασίας της ποιητικής τέχνης και του στοχασμού μέσα της και η συνειδητοποίηση ότι η ποίηση στη ζωή του πραγματικού ποιητή έχει μέγεθος και ορμή φυσικού φαινομένου και κάποτε φυσικής καταστροφής: Γράφει : “η ποίηση είναι κατακλυσμός/ —δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε”— κι αναρωτιέμαι, εγώ, αν η ποίηση είναι ο κατακλυσμός ποια είναι η κιβωτός; Κιβωτός είναι η ποιητική παράδοση, τα έργα των άλλων ποιητών, που το μελετά συστηματικά για πολλά χρόνια, άρα αυτά της επιτρέπουν κάποια ασφάλεια σε αυτό τον ελεύθερο πειραματισμό και η αλήθεια είναι ότι με τον καθένα ποιητή που μελετά η Ευτυχία αναπτύσσει μια ενσυναισθητική επαφή, κάτι σαν μια ιδιαίτερη προσωπική σχέση.</p>
<p>“Εκείνο που καθημερινά προσπαθώ είναι η ανάγνωση”, λέει στη συνέντευξή της, κάτι που για μένα δείχνει καθαρά την πολυφωνία που υπάρχει ανά πάσα στιγμή μέσα της όταν γράφει. Επίσης μιλάει σε αυτό το δεύτερο μέρος του βιβλίου, για τον πειραματισμό της γραφής της, την ελευθερία της εξερεύνησης, το σπρώξιμο των δημιουργικών ορίων της προς το άγνωστο, την επιθυμία να εξοικειωθεί το ανοίκειο να το καταλάβει και να ενωθεί μαζί του.<br />
Στην ίδια συνέντευξη χρησιμοποιεί τη λέξη “εξακτινώνεται”, κάτι που στην αρχή μου φάνηκε εξεζητημένο, μέχρι που αντιλήφθηκα την ακρίβεια αυτού του χαρακτηρισμού για το ποιητικό της ιδίωμα. Μέσα στην ποίηση της Ευτυχίας Λουκίδου «εξακτινώνεται», πράγματι, μια ταυτόχρονη ελεύθερη κυκλοφορία σε πολλαπλά βιωματικά σύμπαντα. Η Θεώνη Κοτίνη, σε μια εξαίρετη κριτική της για τον Θυρωρό των ημερών, επισημαίνει την αντίθεση στη λιτότητα και την αφαίρεση που αναμένει κανείς στην ποίηση με τον “φραστικό πληθωρισμό” με τον οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος κανείς στην ποίηση της Ευτυχίας και που το χαρακτηρίζει “αρμονία του περιττού”, φαντασμαγορικό “ερειπιώνα των αναμνήσεων”. Είναι όμως η αφαίρεση αυτό που περιμένει κανείς στην ποίηση; Και μόνο ο Γιάννης Ρίτσος, για παράδειγμα δεν μου φαίνεται εμένα καθόλου αφαιρετικός. Ο τρόπος που είναι γραμμένος ο Θυρωρός των Ημερών μού έφερε και λίγο στο νου αυτό που παρουσίαζε η περυσινή ταινία που πήρε το όσκαρ «Τα πάντα όλα» (ακριβής μετάφραση : τα πάντα παντού ταυτόχρονα — everything, everywhere, all at once). Είναι ένας εξαιρετικά μοντέρνος τρόπος σύλληψης και γραφής και είναι ο τρόπος που οι αναμνήσεις και οι παρατηρήσεις της Ευτυχίας απλώνονται συνειρμικά προς όλες τις κατευθύνσεις και φτιάχνουν το σύμπαν της, ξεφεύγοντας ενώ προσπαθεί να την ελέγξει ο μίζερος θυρωρός. Στην τέχνη όλα είναι παρόντα, και όλα είναι πάντα δυνατά. Και ας δημιουργούν σύγχυση και πολυδύναμο χάος μερικές φορές. Η λύση που πρότεινε η ταινία στον υπαρξιακό κατακλυσμό που δέχεται κανείς από αυτή την πολλαπλότητα είναι η απλότητα της σχέσης, της ένωσης και αυτή ακριβώς την ανάγκη υπογραμμίζει διακαώς, ρητά και άρρητα, όλο το βιβλίο της Ευτυχίας.<br />
Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής έχει προτείνει να προσεγγίσουμε το έργο σαν “συναισθηματικές ενότητες που ενοποιούνται σε μια κεντρική ιδέα παρά για θεματολογία”. πιστεύω έχει δίκιο. Η αναζήτηση της σαφήνειας, μιας ακριβούς αντιστοίχησης με γεγονότα της βιογραφίας της ποιήτριας θα χαλάσει αυτή την αεικίνητη συναισθηματική και στοχαστική περιδιάβαση στην οποία μας ελευθερώνει καθώς παραδίδεται κι η ίδια στον κατακλυσμό της. Το αποτέλεσμα καταλήγει πολύ περισσότερο από το άθροισμα των μερών.</p>
<p>Ο θυρωρός των ημερών, λοιπόν, για να μην κάνω κατάχρηση του χρόνου σας, εν κατακλείδι, αυτό το πολύ σημαντικό πιο πρόσφατο ποιητικό βιβλίο της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου, συγχρόνως μαθήτριας και δασκάλας της ποίησης και τη ζωής και εξαιρετικά ευαίσθητης δημιουργού, παρουσιάζει την φαντασμαγορία της φθοράς μας, την πολύχρωμη και πολυθεματική ιστορία της πορείας μας προς την καταστροφή, που όμως βαθμιαία και σταδιακά, καθώς την αντικρίζουμε και την εξερευνούμε, μας απελευθερώνει από τον φόβο και τα όρια, και φυσικά φτάνει στο τέλος να μας απελευθερώσει από την ίδια τη ζωή. Αυτή βέβαια είναι η πιο τρομακτική από όλες τις αντιφάσεις σε αυτό το ξέφρενο ταξίδι που έτσι κινδυνεύει να ακυρώσει και το οποιοδήποτε νόημα. Αυτό όμως που δεν ακυρώνει είναι η ζωή ως εκεί, η περιπέτεια, η ποικιλότητα, οι εμπειρίες, οι σχέσεις, οι απολαύσεις, οι πόνοι, το εδώ και τώρα που είναι πάντα ζωντανό, όσο υπάρχει ένα εδώ και τώρα. Αυτό είναι και το νόημα της ποίησης ως τέχνης. Το ίδιο το βίωμα της ζωής, γιατί άλλο δεν έχει, στιγμιαίο ή διαρκές, μεγάλο ή μικρό, σκοτεινό ή λαμπερό. Και μέσα στην ποίηση της Ευτυχίας αυτό αποτυπώνεται συγκινητικά και εντυπωσιακά για να μας το θυμίζει στο διηνεκές. Όσο διαρκεί κι αυτό.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 30/9/2023</p>
<p>Ένα ψεύδος περιδινούμενο που λέει την αλήθεια</p>
<p>Έστω ότι ορίζουμε ως συντεταγμένες την παντοδυναμία της ματαίωσης, το αβέβαιο της ύπαρξης, το μετέωρο ταξίδι των συναισθημάτων. Έστω ότι δεν ξέρουμε αν ερχόμαστε ή φεύγουμε, ποιος ο προορισμός μας, ποιος ο παραλήπτης του μηνύματός μας. Τότε ιχνηλατούμε το τοπίο της νέας ποιητικής συλλογής Ο θυρωρός των ημερών της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου (Εκδόσεις Κέδρος, 2022).</p>
<p>Το πιο εντυπωσιακό σε αυτήν τη συλλογή είναι η χρήση της γλώσσας. Η σύνταξη είναι δημιουργικά πολύπλοκη, οι σημασίες ιριδίζουν σε πολλές αποχρώσεις. Εύστοχα χρησιμοποιούνται οι συνδυασμοί των αντιφάσεων: ταχεία βραδυκίνητη («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο», σελ. 32), αφτέρουγα φτερουγίζουν («Ωδή στη βαλίτσα», σελ. 24), ανάμεσα στα νοτισμένα σπίρτα και στη φλόγα τους («Τρεις υποθέσεις και μία διάψευση», σελ. 86). Αυτήν τη σύζευξη την ομολογεί ευθέως η ποιήτρια, δηλώνοντας ότι υπηρετεί τη συρραφή του παράδοξου («Συνομιλία με τον Τζον Άσμπερι για τα κολλάζ του», σελ. 78), την ειρωνεία του ασύνδετου («Συνομιλία με τον Τζον Άσμπερι για τα κολλάζ του», σελ. 79), την αρμονία του περιττού («Γλώσσα, η μικτή καταπόνηση», σελ. 81). Τα πολλαπλά επίπεδα δηλώνονται και με τη χρήση κειμένων σε αγκύλες ή σε πλάγια γραφή. Για το σκοπό αυτόν αξιοποιούνται ακόμη και επιστημονικοί όροι: να επικαλούμαι το οίδημα στην ποδοκνημική («Από το σπίτι της παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου», σελ. 40).</p>
<p>Όμως, η γραφή δεν είναι εγκεφαλική, δεν υπάρχει η ξύλινη γλώσσα κι η εκζήτηση που θα βρούμε σε άλλους δημιουργούς. Οι στίχοι διαρθρώνονται αρμονικά με τολμηρές και σύνθετες εικόνες: Το δέντρο, ταχεία βραδυκίνητη, αφίχθη ένα απόγευμα/χωρίς αναγγελία απ’ τον σταθμάρχη./ Έκτοτε, στις αναπηρικές του ρόδες ριζωμένο/διαιρεί τον χώρο στο εδώ και πέρα απ’ τον φεγγίτη («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο», σελ. 32). Χάρη στην πολυπρισματική γραφή, αισθανόμαστε ότι η ποιήτρια συνομιλεί με άλλες φωνές εντός της, κι ενίοτε αυτοσαρκάζεται. Αθροίζει αινιγματικές πληγές από βαθιά ρωγμή γλυκύτερη («Αθήνα με τη μέθοδο Μπράιγ», σελ. 28), εθίζεται στην ανανέωση της πλάνης, σε διαρκή ταλάντωση απ’ τη φυγή στον ερχομό («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο», σελ. 33).</p>
<p>Σ’ αυτήν την περιπλάνηση η μόνη σταθερά είναι ο χρόνος: Μετρά ο ωρολογοποιός/με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο («Ο θυρωρός των ημερών», σελ. 9). Ο αρουραίος των λεπτοδειχτών μάς ροκανίζει αλύπητα («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο», σελ. 33). Ο χρόνος εκρήγνυται στο σώμα («Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις», σελ. 38) κι αυστηρά χαράζει τη θνητότητα («Πλανόδια μικροπωλήτρια μακριά απ’ την Ελευσίνα», σελ. 59). Θαρρείς, μάλιστα, πως κι ο ίδιος ο χρόνος γερνά: τα ξεκούρδιστα σώματα των γηραλέων ωρών («Ξένο σώμα», σελ. 13).</p>
<p>Επιπλέον διάσταση, εν μέρει πιο αισιόδοξη αυτήν τη φορά, προσδίδουν στον χρόνο οι μνήμες ιστορικών γεγονότων. Διαβάζουμε για τη Φιλική Εταιρεία και για τη Μικρασιατική καταστροφή. Επίσης ταξιδεύουμε στο παρελθόν της Θεσσαλονίκης (Βαρδάρης, Μύλοι Αλλατίνη): Ακίνητος κι ο βασιλιάς έφιππος στην πλατεία./ Καλπάζει ακίνητη η εποχή («Βαρδάρης after», σελ. 57). Ωστόσο, το παρελθόν συνδέεται με την αινιγματική αγωνία του παρόντος: Βράζει και εξατμίζεται το νερό/επείγει να σερβιριστεί το τσάι πριν τις επτά./Δεν πρέπει ν’ αναβάλω./ Κι εδώ δεν είναι φάτνη ούτε στοά/ένα ιερό μαγειρικής απλώς/όπου ετοιμάζεται η έξοδος προς την ελευθερία/η αποτίναξη του ψέματος/που κρύβει στο ημίφως τα πουλιά («Από το σπίτι της παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου», σελ. 41).</p>
<p>Γιατί, στον κόσμο αυτής της συλλογής, το τικ τακ του χρόνου παρακολουθεί το σχίσιμο της ύπαρξής μας: χρατς θα κόβεται το ύφασμα/χρατς θα σκίζεται το χαρτί/χρατς πάει και η ζωή μας («Ρακοσυλλέκτες τελικά», σελ. 17). Στολιζόμαστε μ’ ένα περιδέραιο από ματαιώσεις σαν του ώμου τα φτερά/που ουδέποτε ανοίξανε («Γοργόνα εσωτερικού χώρου», σελ. 49). Η δύναμή τους μπορεί μεμιάς να θρυμματίσει/σε χίλια μικρά αναφιλητά/τον πολυέλαιο μιας εκκλησίας/πριν τη γαμήλια τελετή («Μοιράζομαι», σελ. 43). Και ο καθρέφτης μαρτυρεί την αποξένωση του σώματος. Γύρω του η δύναμη της κατάρρευσης («Tableau vivant μέχρι νεωτέρας», σελ. 21) με θανάτους αγαπημένων, αυτόχειρες ποιητές, πολέμους και πανδημίες.</p>
<p>Υπάρχει κάτι που σώζεται από την καθημερινή διάλυση; Ίσως υπάρχει μόνο η ποίηση, στην οποία και αναφέρονται τα τελευταία 11 ποιήματα της συλλογής. Βέβαια, η ποίηση δεν είναι διαδικασία εύκολη: γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ ─ δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε ─ («Μάταιη αναμέτρηση», σελ. 84). Η επαγγελία της γραφής αντιμετωπίζει δυσκολίες: μες στην υπόσχεση του ποιήματος/που όλο αθετείται («Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις», σελ. 39). Απαιτητική, επίσης, η ανάγνωσή της: ─ Και θεωρείται τύχη/να βγεις απ’ την ανάγνωση με κάταγμα; («Υαλουργία», σελ. 69). Η ποίηση δεν αναιρεί απόλυτα τη ματαιότητά μας («Τρεις υποθέσεις και μια διάψευση», σελ. 86). Στην καθημερινή βιοπάλη τα τάματα των ποιητών σκουριάζουν στα βιβλία («Συζητώντας με τον ποιητή το ενδεχόμενο απόδρασης», σελ. 63). Μολαταύτα, αναδεικνύεται ως η μόνη ευκαιρία ν’ απελευθερωθούμε και άχρονοι να κρυφακούσουμε την αθώωση/προτού υπογραφεί («Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;», σελ. 75). Στο λυτρωτικό αυτό ταξίδι η Λουκίδου συναντά τον Κρυστάλλη, τον Καρούζο, τον Πατρίκιο, τον Παπαδίτσα, τον Ασλάνογλου, τον Celan, την Dickinson, τον Ashbery και άλλους δημιουργούς. Σάμπως με κίνηση σπειροειδή, διαφεύγει από τους περιορισμούς και τις συμβάσεις, για να θυμηθεί και να μας θυμίσει την ουσιαστική αλήθεια της ποιητικής μυθοπλασίας: ─ Η βλάστηση του ακάλυπτου/ο αβοήθητος ταχυδακτυλουργός/ένα ψεύδος περιδινούμενο που λέει την αλήθεια («Τι είναι για εσάς τα θαύματα;», σελ. 77).</p>
<p>Τελικά, Ο θυρωρός των ημερών απαθανατίζει τις στιγμές μας, συνδιαλέγεται με τη φθορά, συλλέγει ευλαβικά τις ματαιώσεις. Η γραφή του μας καθηλώνει με την αινιγματική της γοητεία. Άλλη μια φορά, η ποίηση νικά: Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή/και αφηγούμαστε την ομορφιά καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη. («Tableau vivant μέχρι νεωτέρας», σελ. 20).</p>
<h5><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>Fractal 26/7/2023</p>
<p>Ο θυρωρός της ζωής μας</p>
<p>Στο κοίλωμα του ύπνου ασχημάτιστος</p>
<p>υποχωρεί κι ο θάνατος</p>
<p>Το παραπάνω δίστιχο, από την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου, εκφράζει εν συντομία την ουσία όλων των ποιημάτων. Στην προηγούμενη συλλογή της έγραφε: Άντε παιδιά […] Όλοι μαζί και δυνατά…/ να υφάνουμε την απόδραση («Εμείς αυτοί», Αφόρετα θαύματα, Κέδρος, 2017), εκφράζοντας τον πόθο, την ελπίδα ίσως, μιας εξόδου από τη φθορά. Εδώ μοιάζει να επανέρχεται στο προσφιλές της μοτίβο του φόβου, του θανάτου, αλλά κυρίως του φόβου του θανάτου· άλλωστε, γνωστό αυτό, η οδύνη, η απώλεια, το πένθος και ο θάνατος ως επικρεμάμενη απειλή, ως κοινός «τόπος» για όλους, αποτελεί τη βασική θεματική όλης της ποίησης, όπου γης. Δεν γράφεται αλλιώς.</p>
<p>Η Λουκίδου, θα διαχειρισθεί τη θεματική αυτή, εκκινώντας από τον προσωπικό βίο, και θα μας κάνει κοινωνούς των δικών της, το περισσότερο υπερρεαλιστικών σκηνικών, σε μια απόπειρα να αποδοθεί το απευκταίον με άλλες λέξεις, κάτι σαν ξόρκι ή (γιατί όχι;) σαν μια εξοικείωση μαζί του. Το ζητούμενο είναι να χάνει την εξουσία του επάνω μας ο θάνατος, με όποιον τρόπο βρεθεί πρόσφορος – και η ποίηση, σε αντίστιξη μαζί του, βάζει τα δυνατά της. Υπαρξιακό το θέμα, άλλωστε η ποίηση της Λουκίδου πάντα είχε αυτό τον χαρακτήρα, με τις ιδιωτικές αναφορές και με τις αναπόφευκτες γενικεύσεις, καθώς ξέρει, όπως κάθε καλή ποίηση, να εκκινεί από το ιδιωτικό τοπίο και μένει ανοιχτή για τον αποδέκτη της, που θα συναντήσει, με τα δικά του βιώματα, τις ποιητικές αφορμές του δημιουργού. Το ερώτημα που γεννιέται είναι αν θα μπορούσε η ποίηση να νικήσει τον φόβο ή (καθώς συνιστά μια δημιουργία εν κινδύνω η ίδια) αν θα ενισχύσει τις μορφές του, καθώς στοχεύει διαρκώς στη σκοτεινή του όψη. Ξεγελιέται ο «θυρωρός» της ζωής μας, φεύγει για λίγο από το πόστο του; Αλλά, και πάλι, αρκεί αυτό το ελάχιστο για να ξεθαρρέψουμε πως εμείς ορίζουμε τον βίο μας;</p>
<p>Η ποίηση αυτή –μα και η κάθε ποίηση άλλωστε– δεν έχει τις απαντήσεις· η αξία της έγκειται στην ευστοχία της ως προς την ερώτηση: γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ – δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε –/ ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις/ όσα αντέχουν στη φωτιά. («Μάταιη αναμέτρηση»). Μια ποίηση που τολμά να εκτίθεται, να εκθέτει σε κοινή αναγνωστική θέα τους φόβους της, να αναμετριέται μαζί τους με τις λέξεις της, να τις στενεύει με τον δισήμαντο λόγο ή, αλλού, να τις ανοίγει διάπλατα προσβάσιμες μακάρι σε όλους (έστω στους πιο εκλεκτούς αποδέκτες) δεν μπορεί παρά να εισηγείται μια «θύρα», ένα πέρασμα ικανό να καταργήσει τον φύλακα-θυρωρό της – κι αν αυτό θεωρηθεί ανέφικτο, τουλάχιστον να καταστήσει, κατά το δυνατόν, αδιάφορη ή αθέατη την παρουσία του. Ακόμα κι αν το θαύμα αυτό διαρκεί όσο και η ανάγνωση των ποιημάτων. Άλλωστε, ζωντανή η πίστη ότι: η γλώσσα/ την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει/ κι οι μονομάχοι/ – νηφάλιοι και πρωινοί –/ με τα πνιγμένα βρέφη αγκαλιά/ απ’ την ασάλευτη σκιά/ μες στον ναό μιας τάξης σχολικής/ θα προχωρήσουν. («Και τι πιστεύει ο ποιητής;»).</p>
<p>Χώρος ανατρεπτικός, ανοιχτός στα θαύματα. Αυτό εισηγείται η Λουκίδου με τον «θυρωρό» της. Στο εξαιρετικό στη σύλληψή του «Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις» θα είναι αποκαλυπτική για τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου ως προς τη θαρραλέα αντιμετώπιση του σκοτεινού τοπίου, με την ταυτόχρονη επίγνωση των δυνητικών ορίων: […] Πότε ιδέα και πότε κείμενο/ πότε παγίδα και πότε δρόμος/ περιοχή ενδιάμεση/ λέξη που αντηχεί τα πένθη της/ ρίζα του χάους […] Αργός ο χρόνος και θολά μιλά τα δικαιώματά μου/ και δεν τα διακρίνω έτσι που τρέχουν ασαφή/ μες στην υπόσχεση του ποιήματος/ που όλο αθετείται./ Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα./ Να ελευθερωθώ/ να καθαρίσει ο έρωτα από τον εφιάλτη του/ το «ανακάλεσέ με σωτήρ» έξω απ’ το ποίημα/ «… σε μετάξι επάνω» κι ενόσω ζω να το αρθρώσω/ «… σιγά».</p>
<h5><strong>ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 27/6/2023</p>
<p>«Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη</p>
<p>Πρόκειται για την όγδοη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου. Χωρίζεται σε δύο μέρη. Το δεύτερο μέρος αφορά την ίδια την Ποίηση. Ως ουσία, περιεχόμενο και διαδικασία. Αν έχετε συνηθίσει να ξεπετάτε τα ποιήματα, μην τη διαβάσετε. Εδώ θα πρέπει να σταθείτε, να αφιερώσετε χρόνο, να διαβάσετε ξανά και ξανά, να στοχαστείτε. Γιατί και η ίδια στοχάζεται μέσα από τα ποιήματά της. Προσοχή όμως, και ο Φιλόσοφος και ο Επιστήμονας στοχάζονται. Ο Ποιητής δε στοχάζεται μόνο, αλλά και συναισθάνεται. Τον πόνο, την οργή, την απελπισία, την απώλεια, τη μοναξιά. Υποφέρει από αυτά. Μέχρι να μπορέσει να τα μεταβολίσει σε λέξεις, ήχους, εικόνες, μυρωδιές, αγγίγματα, ανάσες. Ο αβίαστος ρυθμός της εναλλαγής των πυκνών σε έννοιες και παραπομπές, στίχων σε υπνωτίζει. Και όταν ξυπνάς σου προκαλείται μια έκρηξη εικόνων και λέξεων στο μυαλό. Τότε αναρωτιέσαι: τι συνέβη; Γιατί έχει τέτοια επίδραση πάνω μου αυτό το ποίημα;</p>
<p>Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου κατέχει άριστα την ελληνική γλώσσα. Χρησιμοποιεί κυρίως έννοιες και λιγότερο συγκεκριμένες εικόνες ή περιγραφές. Συχνά, με τρόπο αποφθεγματικό, με ένα «ποίημα μέσα στο ποίημα». Τόσο όμορφο που σου κόβει την ανάσα.</p>
<p>«Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη» (TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ).</p>
<p>«Η τέχνη του θανάτου έχει μια φυσικότητα θεατρική / καθολική κι επαναλαμβανόμενη» και «Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα» (ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΣΙΓΑΝΕΣ ΑΦΥΠΝΙΣΕΙΣ)</p>
<p>«γιατί έχει μνήμη ο στεναγμός, κρατά αρχεία ο πόνος / μπορεί να υποκρίνεται μα δεν αποξεχνιέται.» (ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ)</p>
<p>Πρώτα συλλαμβάνεις το ποίημα ως όλον, ως αίσθηση και μετά κατανοείς το περιεχόμενο. Για να το πω με όρους πλαγίωσης εγκεφάλου, πρώτα το συλλαμβάνεις με το δεξί ημισφαίριο και μετά με το αριστερό, το αναλυτικό. Ο τίτλος κάθε ποιήματος δίνει μια κατεύθυνση. Ακολουθούν στίχοι και στροφές ̶ σημεία ή σημαίνοντα, τα οποία αρχικά απλώνονται, και στη συνέχεια μαζεύονται και συμπυκνώνονται για να οδηγήσουν στο τελικό σημαινόμενο (ή σημασία) του ποιήματος.</p>
<p>Ο Θυρωρός κάνει καλά τη δουλειά του. Παρακολουθεί άγρυπνα και καταγράφει το γίγνεσθαι των Ημερών, τι διασώζουμε, τι νοσταλγούμε, τι σεβόμαστε, τι αγαπάμε. Τι μας πνίγει, τι μας απειλεί. Φυλάσσει τα πολύτιμα του παρελθόντος και του παρόντος. Ό,τι ζήσαμε, ό,τι παρατηρήσαμε. Αυτά που προηγήθηκαν, αυτά που μας συγκλόνισαν, αυτά που μας λύπησαν, αυτά που μας θύμωσαν. Αυτά που αγαπήσαμε και αυτά που αγαπάμε. Και τα καταγράφει όλα.</p>
<p>Για την πόλη της. Αυτά που θυμίζουν την Ιστορία της. «Ξημερώματα. / Στο πέρας της λεωφόρου των Εξοχών / ανάμεσα σε προξενεία και επαύλεις / φάντασμα αλευρωμένο / σε καμινάδα μπαινοβγαίνει που καπνίζει / ακούει για άρτων πολλαπλασιασμού και μειδιά.» (ΜΥΛΟΙ ΑΛΛΑΤΙΝΗ).</p>
<p>Συνομιλώντας, ταυτόχρονα, με την παραδοσιακή ποίηση και το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού «Όμως εκείνο επιμένει / πως άλλο θαύμα καθημερινό διακινεί / να ψυχωθεί ό,τι τινάζεται από το σώμα του ύπνου / ακμαίο να παραδοθεί στην ανθρωποθυσία. / [Σκιά είναι κι ας φαντάζεται / σκιά είναι κι ας λέει…] (ΜΥΛΟΙ ΑΛΛΑΤΙΝΗ).</p>
<p>Για τον Βαρδάρη «-Κοιμάται ο άνεμος ποτέ; / -Όχι. Μόνο κατεδαφίζεται.» (ΒΑΡΔΑΡΗΣ AFTER).</p>
<p>Που συνομιλεί «Μια νέα αρχή απ’ το σημείο μηδέν / απ’ το μηδέν ως την ακίνητη αρχή. / Ακίνητος κι ο βασιλιάς έφιππος στην πλατεία. / Καλπάζει ακίνητη η εποχή. / Σημειωτόν και προσοχή. / Ακίνητη.» (ΒΑΡΔΑΡΗΣ AFTER),</p>
<p>με το (TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ) «Υπάρχει μία ήπειρος, θα ’λεγα, διαζευκτική/ανθεκτική στους υετούς κι αλλεργική στη νοσταλγία/στεφανωμένη σαν πρωτομαγιά/από τους διάφανους καρπούς των σφιχταγκαλιασμένων./Ήπειρος αποδημητική/κινούμενη ακατάπαυστα προς την ακινησία.»,</p>
<p>και το (Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ) «Και δείτε, κύριε, στο καντράν τους λεπτοδείκτες / -δέκα και δέκα ακριβώς- / η σταματημένη στιγμή της κοιμωμένης χώρας.»</p>
<p>Για την καταγωγή της από τη Μικρά Ασία και την Καταστροφή «Θα έπρεπε να διαλέξουμε τα φίλτρα, τους φακούς / τη σωστή κάμερα, το φιλμ / μα ο σκηνοθέτης δεν μας έδινε ελευθερία κινήσεων./ Άλλωστε κουνούσε στο κατάστρωμα / κι η μπάντα απ’ τα πολεμικά / σκέπαζε τις ενοχλητικές κραυγές / με εύθυμα τραγούδια. / Πώς να τραβήξεις τον πνιγμό και τη σφαγή;» (ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΦΑΚΟΣ 1922).</p>
<p>Τον τρόμο, τις πληγές, το μεγάλωμα των μικρών προσφύγων. Το βλέμμα του φόβου. Με πικρή ειρωνεία «Ωραία που είμαι εδώ…/ Δεν έχω την παλιά άνεση βέβαια / μα μια ασφάλεια την παρέχει το καρφί. / Και τότε, όπως και τώρα, η πλάτη μου / στον τοίχο κολλημένη / μέχρι να λήξει ο συναγερμός της σκόνης.» και «Έκτοτε, τρόμος αξιοθέατος, εκτίθεμαι / με ταμπελάκι και αριθμό σε αίθουσες ευρύχωρες.» (ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: «ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ»)</p>
<p>Για τον Μπέκετ και τους ήρωές του. Ο Βλαντιμίρ «Περιμένοντας τον Γκοντό», ο Χαμ και ο Κλοβ στο «Τέλος του Παιχνιδιού» και η Γουίνι στις «Ευτυχισμένες Μέρες». Με τέχνη και ευρηματικότητα συνομιλούν πρόσωπα και έργα, καταργώντας τα μεταξύ τους όρια. Για τη σκλαβιά, τη δυστυχία, την αναβολή, την ανάγκη, την ατέλειωτη αναμονή, τις αναπάντητες ερωτήσεις, τα αφελή διδάγματα. Για έναν δυστοπικό κόσμο. Με σκηνικό το κατάξερο δέντρο στη μέση του σαλονιού. «Εκεί, στη μέση του σαλονιού / σε θέση που θα ζήλευε κάθε χριστουγεννιάτικο / απλώνει ρίζες και κλαδιά το δέντρο της παράστασης. / Κατάξερη η έγκλειστη Εδέμ / με το μοναδικό φύλλο ντροπής ν’ αφήνει ακάλυπτο / κάποιον από τους πρωτόπλαστους.» Και την ποιήτρια να καταλήγει απαντώντας στον Μπέκετ «Γι’ αυτό κι εγώ εδώ, μες στο σαλόνι περιμένω. / Επειδή ξέρω και αδιαφορώ.» (ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΜΠΕΚΕΤ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΑΠΕΛΟ)</p>
<p>Αποδίδει φόρο τιμής σε ομοτέχνους της που αυτοκτόνησαν. Τη Σύλβια Πλαθ, τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον Περικλή Γιαννόπουλο, την Κατερίνα Γώγου. Σταματώντας «-τη θλιβερή αφαίρεση κλωστών / που συγκρατούσαν τις μορφές / μες στο περίγραμμά τους-» λόγω της αυτοκτονίας τους και ευχαριστώντας τους για την επίδρασή τους στο έργο της «Σας είμαι ευγνώμων, ταπεινά, για τη συνεργασία. /Ακούσια, θα μου πείτε / όμως κι εσείς δεν είδα ν’ αντιστέκεστε / κι αυτό, ειλικρινά, σας το αναγνωρίζω.» (Ο ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ).</p>
<p>Για τις μετακινήσεις της. Τις αναγκαστικές, αλλά κι εκείνες που επέλεξε. Για έναν κόσμο αντικειμένων και αναμνήσεων, κλεισμένο σε μια βαλίτσα. «Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά», το «Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν», «μια εικονίτσα χάρτινη», «Depon», «εσάρπες αφοδράριστες», «Και το νερό… / Απαγορεύεται η νεροποντή και κάθε υγρασία. / Εξαιρούνται τα αποξηραμένα δάκρυα / στο φόρεμα της κηδείας.» (ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ)</p>
<p>Το δεύτερο μέρος, όπως γράφω στην αρχή, αφορά την ίδια την Ποίηση. Την ουσία, το περιεχόμενο και τη διαδικασία της. Πρόκειται για ένα «ποιητικό μανιφέστο» που αποτελείται από μια σειρά με θαυμάσια ποιήματα. Σταχυολογώ μερικούς στίχους.</p>
<p>«-Και είναι το ποίημα αμμώδες; / -Ναι, γιατί είναι γυάλινο και σπάζει. / -Το ίδιο; / -Όχι, το ίδιο ποτέ. / Εκείνος κυρίως που το γράφει / κι αν είναι τυχερός κι αυτός που το διαβάζει.» (ΥΑΛΟΥΡΓΙΑ)</p>
<p>«-Κι απ’ τους ανθρώπους ποιον εκτιμάτε; / Αυτόν που πραγματοποιεί / ή αυτόν που ανανεώνει την υπόσχεση;/ -Μα, φυσικά, τον δεύτερο. / Η αναμονή και η απόγνωση / σε μια αδιαμαρτύρητη συνωμοσία / μου εξασφαλίζει τον πυρετό τον επιούσιο / που αναλογεί σε κάθε μελλοθάνατο.» (ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΗΜΝΟΥ)</p>
<p>«-Στη διαδικασία εμπλέκονται / κάτι ευτελή υλικά τελείως αβαρή: / το πούπουλο / κι ένας ρυθμός αρχαίος, καταγωγικός / σαν τον αδιόρατο συλλογισμό φτερού / πριν ξεκολλήσει από τον άγγελο / ή απ’ τη σουσουράδα / για να βρεθεί τρεις εποχές μετά / πεσμένο θριαμβευτικά / στην πρώτη ύλη του καθρέφτη.» (ΚΑΙ ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΑΤΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΕ;)</p>
<p>«-Ότι το έγκλημα / θα αθωώσει για μια στιγμή τον δράστη του» (ΚΑΙ ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;)</p>
<p>«-Και πως ξεκίνησε η συρραφή του παράδοξου; / -Όλα άρχισαν απ’ το κουτί σ’ εκείνη τη σοφίτα / αλλά κι από ένα πάπλωμα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.» (ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΖΟΝ ΑΣΜΠΕΡΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΤΟΥ)</p>
<p>«Κι όσο πιο γρήγορα τον αντιληφθείς / τόσο χειρότερα για σένα / γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός / -δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε- […]» (ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ)</p>
<p>Η συλλογή κλείνει με ένα μικρό στοχαστικό κείμενο τεσσάρων παραγράφων, γραμμένο στα χρόνια της πανδημίας, για τη ζωή μέσα στην καραντίνα, τη μοναξιά και την παρηγοριά των αναμνήσεων, της βιβλιοθήκης και της δημιουργίας. «Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν’ απλώνεται απ’ το σαλόνι στο δωμάτιο. Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία.» (ΥΨΗΛΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ)</p>
<p>Από τα λίγα παραπάνω, είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για εύκολη ή ευκολονόητη ποίηση. Συχνά χρειάζεται επανειλημμένες προσεκτικές αναγνώσεις για να αποκωδικοποιηθεί ένα ποίημα και επίσης συχνά, μένουν και ερωτήματα αναπάντητα. Αυτή, όμως, δεν είναι και η ουσία της πραγματικής ποίησης; Ένα σύστημα ανοικτό που ποτέ και από κανέναν δεν ολοκληρώνεται και δεν κλείνει οριστικά. Ένα σύστημα που επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες, αλλά που καμιά τους δεν είναι πλήρης, ολοκληρωμένη και μοναδική.</p>
<p>«- Δηλώσατε πως σας τρομοκρατεί / το στοίχημα του έξω χώρου. / Υπάρχει κάτι, άραγε, που σας αρέσει;/ – Πάντα μου άρεσαν τα ανοιχτά φινάλε. / Είναι άλλη ικανοποίηση όταν δολοφονείται η ερμηνεία.» (ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΗΜΝΟΥ)</p>
<h5><strong>ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ</strong></h5>
<p>poeticanet.gr 46 Ιούνιος 2023</p>
<p>Ποιος να ’ναι άραγε ο θυρωρός των ημερών; Είναι ένας άλλος μικρός πρίγκιπας που εξημερώνει τις μέρες του βίου μας ή ένας τύραννος που τις καταδυναστεύει; Ο ευρηματικός τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου ανοίγει ορίζοντες στη σκέψη του αναγνώστη σχετικά με την Ποίηση, τον Χρόνο και αυτό τον άγνωστο κύριο, που παραφυλάει στη γωνία, για να κρατήσει το ουσιαστικό που φτιάχτηκε, λέχθηκε ή γράφτηκε μέσα στον βιωμένο χρόνο της ύπαρξης του καθενός μας. Αυτός που παραφυλάει είναι ένας Μέγας Ποιητής, είναι ένας δημιουργός του μέλλοντος, είναι ο δημιουργός των πάντων, ο Ων που αγωνιά για το αν αυτό το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν ευδοκιμεί ακόμα;</p>
<p>Μετρά ο ωρολογοποιός<br />
με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο.</p>
<p>Αυτοί είναι οι πρώτοι δύο στίχοι της ποιήτριας στο ποίημά της «Ο Θυρωρός των ημερών». Παίρνει μέτρα στον χρόνο για εκείνο το ένδυμα που μάλλον ποτέ δεν θα βρεθεί ο χρόνος για να ολοκληρωθεί, ακριβώς γιατί, όταν ολοκληρωθεί, δεν θα το έχουμε πια ανάγκη. Θα είμαστε άραγε πρωτόπλαστοι, χωρίς αίσθηση ντροπής; Θα είμαστε γυμνά σώματα ερωτευμένων που θα κλείνουν μέσα τους στιγμές αθανασίας; Θα είμαστε άψυχα σώματα έτοιμα να τα υποδεχθεί η γη; Εκφράζω την αδυναμία μου να απαντήσω, αλλά δηλώνω βαθύτατα γοητευμένος από τούτο το μυστήριο, στο οποίο μας μυεί η υψηλή Ποίηση. Αυτό που ο ωρολογοποιός μου έφερε στον νου είναι το σάβανο που έπλεκε η Πηνελόπη για τον Λαέρτη. Ήταν η τέλεια πρόφαση, για να αποκρούσει τους μνηστήρες. Μια πρόφαση στην οποία ασκούσε απόλυτη εξουσία. Έραβε τη μέρα, ξήλωνε το βράδυ. Μετρούσε, περιόριζε και μεγάλωνε τον χρόνο ως υφάντρα. Το σάβανο, μάλλον ήταν ο προσωπικός θυρωρός των ημερών της.</p>
<p>Σκέφτομαι πως στην περίπτωση της ποιήτριας αυτός ο θυρωρός είναι ίσως η ίδια η γραφή της. Μάλλον τη φρουρεί η Ποίηση. Λάμπει μέσα κι έξω, αυτό το κέρδισε αναμφίβολα με τη μαθητεία της, μα ξοδεύεται χωρίς να σκεφτεί λεπτό ποια θα είναι η οικονομία της για την επόμενη μέρα. Μάλλον είναι ο μόνος τρόπος να αντιστέκεται στη σκόνη των ημερών. Όσο για τη χρυσή κλωστή, ενίοτε την περνάει στα μαλλιά της, φτιάχνει με αυτήν έναν λαβύρινθο, μα πάντα αφήνει το ενδεχόμενο ανοιχτό στον επισκέπτη. Η κλωστή έχει το τέλος της στο στήθος της, στο μέρος της καρδιάς, μα δεν ξέρω πόσοι στ’ αλήθεια σκέφτηκαν να αρχίσουν από εκεί. Οι πιο δικοί της, μάλλον είναι αυτοί που κατάφεραν να δουν το σημάδι που τους άφησε, και έτσι ξεκινώντας απ’ την καρδιά δεν χρειάστηκε καν να λύσουν το μυστήριο του λαβυρίνθου.</p>
<p>Αυτό ήταν το σύντομο αλλά πολύ γοητευτικό αναγνωστικό ταξίδι που διένυσα διαβάζοντας το πρώτο ποίημα της συλλογής. Ακολούθως θα ξεδιπλώσω την ανάγνωσή μου, θα προσπαθήσω να συστήσω αυτή τη μεταξωτή κλωστή με την οποία διαπέρασε η ποιήτρια την προσωπική της αλήθεια μέσα στην ποίησή της.</p>
<p>Η γυναίκα στο ποίημα «Αγία Ερημία» περιμένει, είναι Αύγουστος και περιμένει, και σκέφτομαι πως είναι ο πιο σωστός μήνας, για να περιμένει κανείς. Όλα μέσα σε αυτό τον μήνα έχουν χρόνο να αρχίσουν και να τελειώσουν, μα πιο πολύ χωράει μέσα του ο Αύγουστος όλους τους άτολμους έρωτες που θα τους βρίσκει αιωνίως μετανιωμένους ο Σεπτέμβρης. Είναι τότε που τα φωνήεντα Βοημίας γίνονται κραυγές και απλώνεται πάνω τους μία σιγή απόλυτη, καθώς την επιβάλλει το πιο υπάκουο σύμφωνο «Σσσσσσς».</p>
<p>Το «Ξένο Σώμα», το μοναδικό, το πιο δικό της, φλέγεται μαζί της, καθώς προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει την αυστηρή διάλεκτο της γυμνής σιωπής της ίδιας της ζωής. Κάθε φορά που πλησιάζει στη λύση, ο Δήμιος τα τύμπανα χτυπά και την μπερδεύει, γι’ αυτό και πάλι απομακρύνεται, όπως συνήθως κάνουν οι πλησίον.</p>
<p>Με το ποίημα «Ρακοσυλλέκτες τελικά» η Λουκίδου επιστρέφει και πάλι στο ένδυμα. Όταν χρατς θα «κόβεται το ύφασμα», όταν χρατς θα «σκίζεται το χαρτί», όταν χρατς θα «πάει και η ζωή μας», το μόνο που θα μείνει ολάκερο, πέραν από την ανατολή μας θα είναι η καλοσύνη μας, διάφανη και λαμπερή.</p>
<p>Έπειτα το ποίημα «Αυτοάνοσο», αποτέλεσμα κάθε ουρλιαχτού που μας περικυκλώνει και ναυαγεί εκθαμβωτικά μέσα μας, νομίζοντας πως ατάραχα το καταπίνει η γη του σώματος και της ψυχής μας. Μα έλα που η αντήχηση του τρόμου μάς επισκέπτεται, και μας γυμνώνει έκπληκτους η στιγμή και το πλήρωμα του ναυαγίου.</p>
<p>Η ποιήτρια παίρνει μέρος σε μια σκηνή «Tableau Vivant μέχρι νεωτέρας». Η πολλά υποσχόμενη και στεφανωμένη σαν Πρωτομαγιά ήπειρος, δεν την ξεγελά. Γνωρίζει καλά πως κουμάντο κάνει η κατάρρευση, όσους καρπούς κι αν γεννήσουν οι σφιχταγκαλιασμένοι. Η παντοδύναμη συντριβή δεν αποσιωπάται, και μόνη της αποστολή είναι η αφήγηση της ομορφιάς, μία κατασκευή ανακούφισης για εκείνη και για όσους εισπνέουν ή έστω υποπτεύονται την καταστροφή.</p>
<p>Στο ποίημα «Ο Θαλαμηπόλος» ο ίδιος ο θάνατος καταθέτει την ευγνωμοσύνη του στους αυτόχειρες ποιητές που συνεργάστηκαν μαζί του, όλες τις ένδοξες και άδοξες σκιές της άγραφης σελίδας, στη Βιρτζίνια Γουλφ, στη Σύλβια Πλαθ, στην Κατερίνα Γώγου, στον Περικλή Γιαννόπουλο.</p>
<p>Η βαλίτσα, σύμβολο ταξιδιού, αρχής και τέλους, τιμάται με μια ωδή. Όσο και αν συνωστίζεται, όσο και αν προσπαθεί να προσαρμοστεί στο «πήγαινε έλα», αυτό που γίνεται παρηγοριά και δυνατότητα είναι το μωβ μικρό της σχήμα. Γίνεται όμως και βαθιά επίγνωση του κόσμου που πορεύεται και όλο θα πορεύεται.</p>
<p>ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ</p>
<p>Άσαρκα και ενάντια<br />
συνωθούμενα στη θλιβερή ασκητική<br />
συμπιεσμένου σκότους<br />
αφτέρουγα φτερουγίζουν<br />
στη διαλεκτική υποκύπτοντας<br />
προσωρινής αιχμαλωσίας.<br />
[Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά<br />
και μεταμεσονύχτια των διάφανων ψευδαισθήσεων<br />
μια πρόνοια βαμβακερή για το αγιάζι<br />
– φυσά εκεί που πας μακριά από τη συνήθεια<br />
κι οι φαεινές ομίχλες επιφυλάσσουν κάποτε<br />
έναν σπινθήρα βέβηλο για τα αρθριτικά.]<br />
Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν<br />
κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα<br />
τα πάνινα σανδάλια παραλίας<br />
δίπλα σε οράσεως γυαλιά<br />
μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο<br />
είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη –<br />
τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη<br />
πάνω από τα Depon<br />
κι εσάρπες αφοδράριστες<br />
ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες;<br />
Μια πλάνη απροβάριστη βλασταίνει ετοιμοθάνατη<br />
πίσω απ’ το δίχτυ με το φερμουάρ<br />
– να μη συγχέονται τα καθαρά με τα κηλιδωμένα –<br />
και πια μόνο το άναυδο ακέραιο μεταφέρεται<br />
δεν μεταφέρεται ο ουρανός κι η σκονισμένη λάμψη<br />
τα γεγονότα της απλότητας<br />
κι η τρυφερότητα που δεν εξουσιάζει.<br />
Και το νερό&#8230;<br />
Απαγορεύεται η νεροποντή και κάθε υγρασία.<br />
Εξαιρούνται τα αποξηραμένα δάκρυα<br />
στο φόρεμα της κηδείας.<br />
[Μάης κι ο ήλιος έκαιγε κείνο το μεσημέρι<br />
και δεν θα ξανανέβαζα<br />
στον θάλαμό σου τη βαλίτσα<br />
τέρμα τα επισκεπτήρια στο μισοτελειωμένο.]<br />
Ναι, τα είπαμε τα υγρά, απαγορεύονται.<br />
Ούτε κανένας ζωντανός οργανισμός<br />
εντός σου να σπαράσσει<br />
χτύπος, παλμός κανένας<br />
γιατί στον έλεγχο χτυπάει ο συναγερμός<br />
και έξω βάλλεται εκείνο που αναπνέει.<br />
Καντίκιοϊ &#8211; Μόναχο<br />
Μόναχο &#8211; Σαλονίκη<br />
Αθήνα &#8211; Βόλος &#8211; Λεμεσός<br />
μια οικουμένη σύσσωμη σε ασφυξία.</p>
<p>Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στο μοβ μικρό σου σχήμα&#8230;<br />
Δεν βρέχει πια<br />
και οι σταθμοί κανέναν δεν τελειοποιούν·<br />
αντίποινα οι αποχαιρετισμοί<br />
για εκείνο που διαβαίνει.<br />
Ταξιδεύω, ταξιδεύεις, συνωστίζομαι.<br />
Εποχούμενη πελμάτων επιστρέφω<br />
πειστήρια συλλέγοντας επάνω σου<br />
σφραγίδες και αριθμούς.<br />
Μες στο συρμάτινο κλουβί που ουδέποτε ανοίγει<br />
το μοβ μικρό σου σχήμα με παρηγορεί.<br />
Είναι, όσο να πεις<br />
μια κάποια δυνατότητα.</p>
<p>Η ευγενική μορφή του πατέρα προβάλλει στο ποίημα «Μονωδία». Η ποιήτρια βιώνοντας τη στέρηση της τελετουργίας των χεριών γράφει:</p>
<p>Κι εμένα κάποτε, μια μέρα που δεν θα το περιμένω<br />
μια ώρα του κήπου αδιάφορη<br />
κάποιος θα προσπαθήσει<br />
να με ελευθερώσει.</p>
<p>Μήπως όμως αυτός ο ελευθερωτής δεν είναι χέρι ξένο, αλλά το ίδιο το χέρι της Ποιήτριας που θα σηκώσει τη γυάλινη επιφάνεια του κήπου, για να δραπετεύσει;</p>
<p>Κι από το χέρι που θα ελευθερώσει, περνάμε στην ανάγνωση της αφής από τους χειρομάντες, αφού επιλέγει να μας φανερώσει την Αθήνα με τη ματιά της, μια πόλη γεμάτη αινίγματα και αντιφάσεις, αλλά τόσο γοητευτική. «Αθήνα με τη Μέθοδο Μπράιγ», λοιπόν.</p>
<p>Κι όμως δεν τελειώσαμε ακόμα με τα χέρια, αφού στο ποίημα «Ecce Homo» μοιράζεται μαζί μας το εκπληκτικό:</p>
<p>Ένα αγκάθι μάθαινε μες στα χέρια του<br />
την ιστορία της πληγής.<br />
Με ξέρετε; τον ρώτησα.<br />
Μοιράσαμε ποτέ στα δυο<br />
μία χιονόμπαλα, ένα λάθος<br />
ή έστω τα διαλυτικά στο γιώτα τού «χαϊδεύω»;</p>
<p>Τίποτα πιο ξεκάθαρο και ιαματικό από το χάδι. Έστω κι εκείνα τα διαλυτικά στο γιώτα του χαϊδεύω, έχουν τη δύναμη να αποτεφρώσουν τον κάθε παιδικό εφιάλτη.</p>
<p>Άλλωστε στο ποίημα που ακολουθεί «Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο» μάς εκμυστηρεύεται:</p>
<p>Θέλει κουράγιο και ευγένεια να υποδύεσαι τον υπηρέτη<br />
γι’ αυτό κι εγώ, αντίθετα μ’ εσένα, Βλαντιμίρ<br />
για να μη σκέφτομαι, σωπαίνω ακατάπαυστα<br />
αφού ο λόγος απέχει από το τίποτα<br />
όσο το χάδι απ’ την αυθάδεια.</p>
<p>Στο ποίημα «Ο Ερωτιδέας και η πρόσκληση σε δείπνο», ένα βρέφος με ό,τι αυτό σημαίνει για τον καθένα μας, αναβοσβήνει ανυπεράσπιστα τα χέρια του, σπαράζει στο κλάμα μέχρι το ποιητικό υποκείμενο να το πάρει στα χέρια με λαχτάρα. Με την ίδια λαχτάρα μάς αφήνει όμως κι εμάς στον τελευταίο στίχο, αφού το αβοήθητο βρέφος τελικά τον κατασπαράζει.</p>
<p>Και μιας και μίλησα για βρέφος, «Χριστούγεννα χωρίς…» ο τίτλος του επόμενου ποιήματος όπου κλείνει λέγοντας:</p>
<p>Μακάριοι οι αφελείς κι οι απασχολημένοι<br />
όσοι δεν αφουγκράζονται βουή να κατεβαίνει<br />
απ’ τους εξώστες του ουρανού<br />
σαν Πάτμος που αιωρείται.</p>
<p>«Σήμερον<br />
Θεός εν φάτνη ανακλίνεται»</p>
<p>Κι ενώ γνωρίζουμε πως ο Θεός τον θάνατο ήρθε να νικήσει, η ίδια υπογραμμίζει εμφατικά: «ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα».</p>
<p>Πολλά τα σημεία της Ποίησης της Λουκίδου που εκφράζουν μια βαθιά θρησκευτικότητα και ουσιαστική και ζωοδόχο σχέση με το θείο. Με μεγάλη επίγνωση της όντως Τέχνης στο ποίημα «Από το σπίτι της Παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου» δηλώνει: Η τέχνη του βίου έγκειται στην προετοιμασία.</p>
<p>Για να σημειώσει παρακάτω:</p>
<p>Κι εδώ δεν είναι φάτνη ούτε στοά<br />
ένα ιερό μαγειρικής απλώς<br />
όπου ετοιμάζεται η έξοδος προς την ελευθερία<br />
η αποτίναξη του ψέματος<br />
που κρύβει στο ημίφως τα πουλιά.</p>
<p>Άλλωστε είναι βαθιά συνειδητοποιημένη καθώς γνωρίζει πως: ο στροβιλισμός της αιωνιότητας ψεύδεται, γι’ αυτό και αποστρέφει το βλέμμα της από κάθε Αχερουσία και διαβιεί ατρόμητη.</p>
<p>Από την ποίησή της ασφαλώς δεν θα μπορούσε να λείπει η Περσεφόνη που όπως η ίδια δηλώνει προσπαθώντας να μοιράσει τα ρόδια της ήθελε μόνο να μάθει πώς να ζει. Ωστόσο το μυστήριο του θανάτου παραμένει αψηλάφητο. Μαζί όμως με αυτή τη βεβαιότητα προκύπτουν και κάποιες διαπιστώσεις από τους ίδιους τους στίχους της:</p>
<p>1η<br />
Έχει μνήμη, ο στεναγμός, κρατά αρχεία ο πόνος<br />
μπορεί να υποκρίνεται μα δεν αποξεχνιέται.<br />
2η<br />
Τα τάματα των ποιητών σκουριάζουν στα βιβλία.<br />
3η<br />
Η μόνη αδιαπραγμάτευτη περιοχή της υφηλίου<br />
η άδεια αγκαλιά.<br />
4η<br />
– Και είναι το ποίημα αμμώδες;<br />
– Ναι, γιατί είναι γυάλινο και σπάζει.<br />
5η<br />
Η μνήμη της αφής, αφήγηση ατελείωτη<br />
που βασανίζει τους ακροατές<br />
τους καθηλώνει σε θέση αναπηρική.</p>
<p>Σε αυτή τη συλλογή της Ευτυχίας σημείωσα αρκετές φορές τις λέξεις φτερά, άγγελος, πουλιά, πούπουλο. Υποψιαζόμουν πως θα υπήρχε μια εξήγηση. Όταν έφτασα στο ποίημα «Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;» πήρα την απάντηση που έψαχνα. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι θραύσματα της αθώωσης. Τα συνθέτει στο εργαστήριό της και πάντα τυχερή καταφέρνει να κρυφακούσει και να καταγράψει όσα μοιράζεται μαζί μας. Μέσα από την ποιητική της σκέψη και γλώσσα εγκαινιάζει τελικά την καλοσύνη των φτερών. Άλλωστε η ίδια δηλώνει κάπου παρακάτω:</p>
<p>κι ό,τι κρατιέται ανάλαφρα / απ’ το στηθαίο του βλέμματος / μόνο την ενοχή κατακρημνίζει.</p>
<p>Τα διαλογικά της ποιήματα άκρως γοητευτικά αποτυπώνουν αυτή τη μεγάλη τελικά αλήθεια πως όταν γράφουμε, γράφουμε μαζί με όλους τους προηγούμενους και τείνουμε το χέρι προς όλους τους επόμενους, γι’ αυτό και συν-γράφουμε. Η δική της συγγραφή είναι μια εναγώνια προσπάθεια απομάκρυνσης του περιττού, η αφαίρεση είναι αυτή που την οδηγεί στην αρμονία που θρησκεύεται. Δεν τρέφει όμως αυταπάτες γι’ αυτό και γράφει:</p>
<p>Το βλέμμα είναι το νόημα<br />
κι αν κάτι εντέλει σώζεται<br />
ερήμην μας και αν…<br />
κι αλλού:<br />
κι εσύ πεταλούδα που καίγεται<br />
κάτω απ’ τους προβολείς.</p>
<p>Τα φτερά αυτής της πεταλούδας ανοιγόκλειναν μπροστά μου όσο διάβαζα την υπέροχη ποίηση που υπηρετεί.</p>
<p>Στο ποίημα «Ευτυχία είναι ή έξι σκηνές κάτω απ’ τον πολυέλαιο» γράφει:</p>
<p>Όσο για την απρόσιτη Πηγή<br />
φέγγει πυκνοκατοικημένη.<br />
Άλλωστε ήταν αυτή το αίνιγμα<br />
που μόλις τώρα λύθηκε.</p>
<p>Στο ποίημα «Κινηματογραφικός φακός 1922» καταλήγει:</p>
<p>Την περηφάνια μας μονάχα να θυμάστε.</p>
<p>Αν μπορούσα να συνδέσω και να μεταγράψω αυτά τα δύο ποιήματα, θα έλεγα: Η Ευτυχία μάλλον είναι… το αίνιγμα που μόλις τώρα λύθηκε. Και πως μετά από αυτή της την κατάθεση, την περηφάνια της μονάχα να θυμάστε.</p>
<p>Μες στον κατακλυσμό της ποίησης τής εύχομαι να μεταλαμβάνει πάντα τα ιερά. Να έχει θάρρος απαράμιλλο να ξεδιαλύνει μέσα από τις στάχτες τα «ωσαννά». Εύχομαι η ζωή να της κρύβει στη γωνία πολλά ακόμα χατίρια.<br />
Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει, έγραφε το παραμύθι.</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΗ Α. ΛΥΜΠΕΡΗ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Χάρτης&#8221; 53 Μάιος 2023</p>
<p>Με ένα νέο έργο της επανέρχεται η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, η οποία αριθμεί ήδη επτά προηγούμενες ποιητικές συλλογές για μια από τις οποίες υπήρξε υποψήφια και για κρατικό βραβείο.<br />
Το έργο αυτό συνιστά μια σκηνική υπερπαραγωγή με συνεχείς εναλλαγές εικόνων, παραστάσεων και εντυπώσεων, δίνει την αίσθηση ενός καρουζέλ που γυρίζει διαρκώς επιχειρώντας να συγχρονιστεί με τους ρυθμούς της ύπαρξης και της ζωής. Οι στίχοι ανακινούνται πίσω από ένα κρυπτικό πέτασμα που επιβάλλει μια πολλαπλή και προσεκτική ανάγνωση και όπου από ορισμένες σχισμές λέξεων ή εικόνων επιτρέπεται κάθε φορά η διάνοιξη προς το νόημα. Η ματαίωση, η διάψευση, η συντριβή, το “φιλήσυχο κλάμα”, το “συμπιεσμένο σκότος”, αλλού η ύπαρξη “γυάλινη και έρημος”, ή της “ύπαρξης το πικραμυγδαλάκι”, εκφράσεις δείκτες και σημάδια της υπαρκτικής της αγωνίας και τoυ βάρους του βιώματος. Ο υπαρξιακός προσανατολισμός είναι φανερός, ακόμα και από τον τίτλο του βιβλίου. Ο θυρωρός των ημερών μας, ο θάνατος στέκεται αγέρωχος στη μεγάλη πόρτα για να κατευθύνει το πέρασμα σε μια άλλη άγνωστη περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη διάρκεια εμφανίζεται πολλές φορές στη συλλογή, εννοώντας όμως ακριβώς το αντίθετό της, τη μη διάρκεια δηλαδή, αφού αυτή παραπέμπει στο συγκεκριμένο χρόνο που έχει ο άνθρωπος να διανύσει. Η διαφορά του με τα υπόλοιπα πλάσματα είναι ακριβώς η συνείδηση του θανάτου του. Η μοίρα του είναι γνωστή εκ των προτέρων, “εκ γενετής εξόδια τα σώματα”, με τα λόγια της ποιήτριας μάλιστα. Πράγμα που αποτελεί την πηγή της αγωνίας του, αλλά και την απόδειξη τoυ μεγαλείου του, όταν αυτή η συνειδητοποίηση τον οδηγεί στην επιλογή με τη θέλησή του και ενάντια στο προδιαγεγραμμένο, ενός βίου που επιθυμεί και που τον αντιπροσωπεύει. “Η τέχνη του βίου είναι η προετοιμασία” θα μας πει η ποιήτρια. Μπλεγμένος στα γρανάζια του χρόνου και της φθοράς ο σκεπτόμενος άνθρωπος προσπαθεί να ακολουθήσει την πορεία του προς το τέλος με επίγνωση. Αυτό όμως δεν μπορεί ποτέ να είναι μια περαιωμένη πράξη αλλά ένας διαρκής αγώνας. Μέσα σε αυτό το κλίμα έννοιες όπως η καλοσύνη και η συγχώρεση, η δίκαιη πράξη, εμφανίζονται ευδιάκριτα στο έργο της ποιήτριας, το διαρκές εσωτερικό ψάξιμο ενός εαυτού με στόχο την τελείωση, τόσο του ίδιου του εαυτού, αλλά -στο μέτρο του δυνατού- και του κόσμου. Άλλοτε όμως και για άλλους, όπως οι ήρωες του Μπέκετ, που δεν διαθέτουν τη μεταφυσική κλίση της ποιήτριας (και την κλήση στη μαθητεία που σηματοδοτεί το ορόσημο της Γεννησαρέτ), το αδιέξοδο της ύπαρξης είναι φανερό.</p>
<p>Εκτός από το υπαρξιακό και το βιωματικό στοιχείο, μέσα στο κείμενο υπεισέρχεται και το κοινωνικό στοιχείο, όχι με κραυγαλέο ύφος και τόνο, αλλά απλά και φυσικά, καθώς ο ποιητής δεν μπορεί παρά να τοποθετεί σε αυτό, λιγότερο ή περισσότερο, το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και το οποίο τον κατακλύζει με εντυπώσεις που τροφοδοτούν την τέχνη του. Δεν βλέπουμε όμως πάντα μόνο με τα μάτια τον κόσμο, αλλά με την καρδιά, όπως οι τυφλοί τον διαβάζουν με τα δάχτυλά τους. Ο εξωτερικός κόσμος εισέρχεται στην περίπτωσή της Λουκίδου μάλλον διακριτικά μέσα από ρωγμές στη συνείδηση που επιτελεί τις εσωτερικές της διεργασίες και καθώς αφομοιώνεται γίνεται αφορμή και πάλι για στοχασμούς και εμβάθυνση πάνω στα θέματα της ύπαρξης και της ζωής. Από τους στίχους της θα περάσουν αγαπημένες πόλεις της πατρίδας ή διαδρομές με σφραγίδες και διαβατήρια, όταν η ζωή και η θλίψη χωράνε στη βαλίτσα. Αγαπημένα πρόσωπα ζωντανά η πεθαμένα θα ανακληθούν στη μνήμη με τρυφερότητα. Ο πόλεμος θα την συγκινήσει επίσης, με τα χαλάσματα, τις τρύπιες στέγες, τις σειρήνες, τα άψυχα που υποδεικνύουν έντονα την ανθρώπινη όμως απώλεια. Επικριτική με τη λεπτή της ειρωνεία για τον ηγέτη που “απαγορεύει αυστηρά την αστοχία”. Η πανδημία με τους ασυνόδευτους νεκρούς της, τα κρουαζιερόπλοια πλωτά-νοσοκομεία και οι βεβαιώσεις μετακίνησης. Τα βλέμματα των μικρών προσφύγων, τα πνιγμένα βρέφη, όλα εισέρχονται κάπως εκ του πλαγίου στο κείμενο και χωρίς να συνιστούν το ευδιάκριτο ή το κυρίως θέμα του ποιήματος, σμίγοντας όμως την οδύνη του εαυτού με την οδύνη του κόσμου. Επετειακό ποίημα για την καταστροφή της Σμύρνης του 22 θα δούμε επίσης στις σελίδες της, καυτηριάζοντας τους μουγκούς διπλωμάτες και ναυάρχους των εθνών που έβλεπαν σιωπηλά και άπρακτοι την καταστροφή. Θα αναφερθεί επίσης και θα κριτικάρει ποιητικά την τάση της εποχής για ψεύτικες και εικονικές διαδικτυακές επαφές που οδηγούν σε άδειες αγκαλιές, ενώ η ίδια σε άλλο σημείο έχει την ανάγκη να αγκαλιάσει ακόμα και ένα άγνωστο σώμα και να νοιώσει το αναντικατάστατο της προσωπικής σχέσης και ζεστασιάς, το άγγιγμα που κάποτε σώζει. Αλλού ο έρωτας παρουσιάζεται σαν μια “ανελέητη κατακραυγή”. Η ετερότητα επίσης θα την απασχολήσει .“Φυλαχτείτε από τον άλλον” που είναι διαφορετικός από μας, που έχει κάποια εκ γενετής δυσμορφία ή αναπηρία, κι όμως, ο άλλος πάντα είμαστε εμείς, που σε διαφορετικό περιβάλλον ή χρόνο κάλλιστα μπορούμε να πάρουμε τη θέση του.</p>
<p>Αλλά και η ίδια της η τέχνη, η ποίηση, θα εισέλθει σαν θεματολογία στο έργο της, ιδίως μάλιστα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Η δυνατότητα της ποίησης να αντιπαλέψει το θάνατο και τη φθορά. Να αφηγηθεί την ομορφιά, ακόμα κι αν αυτή πηγάζει από μια καταστροφή. Η δυνατότητα να εισέλθει στο όνειρο. Να πετύχει το αδύνατο, έστω στην περιοχή της φαντασίας. Η μικρή γοργόνα να βγάλει φτερά. Με τη λειτουργία της αφαίρεσης και την προσθήκη του μικρού και του φαινομενικά περιττού αναδεικνύεται το κείμενο, πιστεύει η ποιήτρια. Προτιμά την κρυπτικότητα και τα “ανοιχτά φινάλε”, όχι δηλαδή να κλείνει το νόημα του ποιήματος, αλλά οι ερμηνείες να είναι πολλαπλές, ανάλογες με του καθενός τον ψυχισμό και προαίρεση. Η ποίηση για τον ποιητή δεν είναι χώρος διάσωσης απλώς (συχνά φυσικά συμβαίνει και αυτό) αλλά χώρος διακινδύνευσης και συνεχούς αυτοελέγχου και αυτοπροσδιορισμού. Ένας χώρος άσκησης της προσωπικής ελευθερίας και επιλογής. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου θα συναντήσουμε και την καταπληκτική διατύπωση αποφθεγματικού χαρακτήρα “ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μέσα στη γλώσσα”. Μα και η ανάσταση έχει τη θέση της στη γλώσσα -θα έλεγε κανείς- όταν δίνει τη δυνατότητα να επαναφέρονται οι αγαπημένοι νεκροί και κυρίως οι προϋπάρξαντες ποιητές, τόσο πιο οικείοι, όσο πιο ταλαιπωρημένοι υπήρξαν στη ζωή και που κάποιοι από αυτούς σφράγισαν την τέχνη τους και τις υπαρκτικές τους ανησυχίες με την αυτοκτονία. Το έργο της ποίησης ωστόσο συνεχίζεται σαν μια σκυταλοδρομία από ποιητή σε ποιητή κι από μια εποχή σε μια επόμενη. Εξ άλλου τα σοβαρά θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο ανέκαθεν, είναι στον πυρήνα τους τα ίδια.</p>
<p>Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου νοιώθω να φέρει στις αποσκευές τα ίχνη της ποίησης της Κικής Δημουλά. Με στίχους όπως πχ. “μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο” ή “τέρμα τα επισκεπτήρια στο μισοτελειωμένο”, “σε απόσταση βολής απ&#8217; το συντελεσμένο” κλπ, εννοώ δηλαδή τη συχνή χρήση σε αρκετά σημεία του βιβλίου του ουδέτερου των επιθέτων εν είδει ουσιαστικού, που ήταν χαρακτηριστικό εκείνης. Αλλά και σε άλλα σημεία βλέπω να ερανίζεται την οπτική της προγόνου της παραθέτοντας οικεία καθημερινά αντικείμενα που βρίσκονται γύρω της και με αφορμή αυτά να οδηγείται στις στοχαστικές διαδρομές της με σαφώς πιο αφαιρετική τάση βέβαια από εκείνη. Η κρεμάστρα, ο καλόγερος στο χολ, τα σπίρτα, τα γυαλιά οράσεως, τα πάνινα σανδάλια, η μπιζουτιέρα, οι εσάρπες, τα φορέματα, τα ανθοδοχεία, τα σερβίτσια, τα ρολόγια, μια ποίηση που μοιάζει να εκτυλίσσεται περισσότερο σε έναν εσωτερικό χώρο εγρήγορσης και θεμελίωσης ταυτότητας, χωρίς όμως να αγνοεί και το εξωτερικό περιβάλλον. Η ενδυμασία μάλιστα στα ποιήματά της αντιπροσωπεύει το ίδιο το πνεύμα, το ένδυμα παίρνει το σχήμα του σώματος των ιδεών, τα ρούχα που ράβονται “χωρίς ραφή και ράμμα” και είναι ανθεκτικά στη φθορά.</p>
<p>Μια ποίηση με θαυμαστή πυκνότητα και τη διαρκή -από μια γρηγορούσα συνείδηση-μετάλλευση και εξόρυξη της ουσίας των πραγμάτων. Με εικόνες οικείες από την καθημερινότητα και την επικαιρότητα αλλά και με εικόνες της φαντασίας και τολμηρούς συσχετισμούς η ποιητική της Αλεξάνδρας Λουκίδου υπεισέρχεται μέσα στη ζωή των χώρων και οι χώροι εισβάλλουν στη δική της ζωή. Η ασφυξία του εαυτού γίνεται και ασφυξία του κόσμου και το αντίστροφο. Ο ρυθμός όμως της ποίησης έχει απολύτως εξημερωθε</p>
<h5><strong>ΟΛΥΜΠΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 26/4/2023</p>
<p>Η έννοια του σώματος στην ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου: Μια ψυχαναλυτική ανάγνωση</p>
<p>«Ασύμπτωτη η ποίηση / αποκομμένη αντηχεί το σώμα / έξω απ’ το σώμα του…»</p>
<p>ένας στίχος από τη νέα ποιητική συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου</p>
<p>Ο θυρωρός των ημερών, μια από τις αμέτρητες ποιητικές αναφορές που εντοπίζονται ως αίνιγμα προς επίλυση, σε αυτό το εξαιρετικά πλούσιο σε κοιτάσματα σκέψης βιβλίο. Ένας στίχος που λειτούργησε και ως έναυσμα για τη διερεύνηση της έννοιας του σώματος, όπως εντοπίζεται με διαφορετικές μορφές, στην πρόσφατη κατάθεσή της. Μια αποκρυπτογράφηση των σημαινόντων της ποιητικής της γλώσσας θα επιχειρηθεί εδώ, ως ανάγνωση, παράλληλη της ψυχαναλυτικής διαδικασίας, ενός υποθετικού υποκειμένου του ασυνειδήτου.</p>
<p>«Το ασυνείδητο», λέει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ 1, «είναι ένας μηχανισμός κρυπτογράφησης» και ο Ζακ Λακάν στο κεφάλαιο: «Οι αντηχήσεις της ερμηνείας» 2 αναφέρεται στη λειτουργία της ψυχανάλυσης που έρχεται να «απελευθερώσει τον λόγο του υποκειμένου, να το εισάγει στη γλώσσα της επιθυμίας του, δηλαδή στην πρωταρχική γλώσσα». Αυτή η «πρωταρχική γλώσσα» θεωρούμε ότι έχει πολλές αναλογίες και αντιστοιχίες με την ποιητική γλώσσα και η αποκρυπτογράφησή της θα μπορούσε να είναι το σημείο εκκίνησης αυτής τής κατ’ αναλογίαν ανάγνωσης του ποιητικού κειμένου.</p>
<p>Στο ποίημα «Ο ΕΡΩΤΙΔΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ», η ποιήτρια δημιουργεί μια αλληγορία του έρωτα προσωποποιώντας τον με τη μυθολογική φιγούρα του ερωτιδέα, αρχαίου θεού του έρωτα, στην παιδική του ηλικία. Μια μορφή γύρω από την οποία σκηνοθετείται μια ευφυής ποιητική σύνθεση, δοξαστική για τον έρωτα που υπόσχεται να γιατρέψει τη Λύπη:</p>
<p>[…]«Γελιέται η Λύπη και τρέχει σκοτεινή / προς τους πανσέδες. / Θα έχει, σκέφτεται, ψωμί η ολοκαίνουργια καταπακτή / με το γενναίο βρέφος που επιμένει.»</p>
<p>Στη συνέχεια κατατίθενται όλες οι διατυπώσεις επιφυλακτικότητας και υπονόμευσης της αρχικής προσδοκίας για τη δύναμη του έρωτα που</p>
<p>[…] «Διασχίζει πένθη, φήμες κακόβουλες, προβλέψεις / [πως τάχα ξεκολλάει κάποτε η καρδιά / – οπωσδήποτε, λένε, ξεκολλάει – / και άψυχες κατρακυλούν οι ολονυχτίες του έρωτα» […]</p>
<p>Ενώ στο τέλος της αναμέτρησης με τη Λύπη, ο ερωτιδέας ή αλλιώς το «γενναίο βρέφος» «την κατασπαράζει».</p>
<p>Αυτή η αμφίσημη τοποθέτηση, όπως και η επιλογή της μυθικής μορφής του έρωτα στην παιδική του ηλικία, δημιουργεί το έναυσμα για μια δεύτερη ανάγνωση. Μια προσέγγιση σύμφωνα με την οποία σκιαγραφείται η αρχέγονη συνθήκη του παιδιού – βρέφους, πλημμυρισμένου από το σωματικό αίτημα για μητρική απόκριση:</p>
<p>«μα αναβοσβήνει τόσο ανυπεράσπιστα / τα χέρια του το βρέφος / κι είναι καιρό σταθμευμένα τα πέλματα / στις φλούδες του πυθμένα…».</p>
<p>Το «γενναίο βρέφος» αποκλεισμένο από τη γονεϊκή απόλαυση και καθηλωμένο σε αυτήν την κοινή αρχαϊκή μοίρα όπου η λύπη συντροφεύει την παιδική ύπαρξη</p>
<p>[..] «Το αποφασίζει, αλλά δειλιάζει προς στιγμήν. / Σπαράζει στο κλάμα εκείνο / μόλις τη βλέπει να το προσπερνά. / Πισωγυρνά. / Το παίρνει στα χέρια με λαχτάρα. // Την κατασπαράζει».</p>
<p>Οδύνη και απελπισία φωλιάζουν στο κλάμα του και οπλίζουν την αρχέγονη ανάγκη, του να ικανοποιηθεί το επιτακτικό αίτημα. Ένα αίτημα γεμάτο με τη σωματική λαχτάρα να επανενωθεί με τη μητέρα του – τροφό, να «ενσωματωθεί» με αυτήν, στην πρωτογενή συνθήκη του αδιαχώριστου, «καταβροχθίζοντάς την». Στα σημαίνοντα που κυριαρχούν εδώ και στην επιτακτικότητά τους αντιστοιχεί ίσως η έννοια της κτητικότητας και της αντίστασης στον αποχωρισμό από τον μητρικό άλλο.</p>
<p>Μια διάσταση που λειτουργεί υπονομευτικά για την πορεία και την τύχη της ερωτικής συνθήκης. Η δεύτερη αυτή ανάγνωση θα μπορούσε να διαβαστεί συμπληρωματικά προς την πρώτη ερμηνεία και να επιβεβαιώσει ίσως την κοινή και συχνά άδοξη μοίρα του έρωτα.</p>
<p>Σε όλα τα ποιήματα της συλλογής δημιουργείται εξ’ αρχής ένα θεατρικό, μουσικό ή χωρικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται τα ποιητικά γεγονότα.</p>
<p>Στη «ΓΟΡΓΟΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ», η ποιητική σύνθεση δημιουργεί περίτεχνα μια μουσική σκηνοθεσία όπου:</p>
<p>[…] «Πρόσωπα δεν διακρίνονται• /μονάχα ήχοι ενός τανγκό /…/ και πέλματα μικροσκοπικά / στα στέρεα πόδια του πατέρα ανεβασμένα».</p>
<p>Στη σκηνή εισέρχεται η μικρούλα κόρη, αγκυρωμένη στα στέρεα πατρικά βήματα, και ταυτόχρονα πιασμένη στα δίχτυα της προσδοκίας της αιωνιότητας, της αιώνιας υπο-στήριξης:</p>
<p>«Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται / ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται / τη στήριξη και τη διάρκειά της. / Γελιέται η κόρη και αφήνεται / στα δανεικά της βήματα. / Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δεν ροκανίζει / κανένα κύμα δεν θα βυθίσει στο κενό / την πλήρη της παράδοση… / Μα τη βυθίζει.[…]».</p>
<p>Η ματαίωση της προσδοκίας καιροφυλακτεί, ενώ στη σκηνή εισέρχεται για λίγο ο καβαλιέρος:</p>
<p>«Ο καβαλιέρος-σύννεφο αποχωρεί / στην ήπειρο των ατελών αναπνοών. / Μένουν τα πόδια στάσιμα / άμαθα στις μεγάλες δρασκελιές / ατροφικά στις αποστάσεις / σιγά σιγά ενώνονται / λέπια γυαλίζουν στους γοφούς / νερό γεμίζει το δωμάτιο / βουλιάζουν τα cd και τα βιβλία / φύκια και φυσαλίδες / στολίζουν το φουστάνι του χορού. // Θα μείνω εδώ / γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού / στις μύτες των άκρων να αιωρούμαι / να οξειδώνομαι στην άηχη περίπτυξη / τη μια μετά την άλλη νότα να καταβροχθίζω. / Θα μείνω εδώ / να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο / του ώμου τα φτερά / που ουδέποτε ανοίξανε».</p>
<p>Ο καβαλιέρος της ουτοπίας αποχωρεί και τα «στάσιμα πόδια» που υπόσχονταν την αιώνια στήριξη μετασχηματίζονται σε ουρά.</p>
<p>Η άδοξη συνάντηση της κόρης με τον καβαλιέρο αφήνει το υποκείμενο μετέωρο, και έτσι το σώμα μετασχηματίζεται σε μια διχασμένη θηλυκή οντότητα, τη γοργόνα, μια μυθολογική έμβια μορφή με έναν ατελή σωματικά οργανισμό.</p>
<p>Στην ποιητική συλλογή τέλος περιλαμβάνεται ένα εμβληματικό ποίημα το «ΞΕΝΟ ΣΩΜΑ» όπου αναδύεται ολοκληρωμένα η έννοια του σώματος και προσφέρεται ιδιαίτερα για μια ψυχαναλυτική ανάγνωση. «Γιατί το υποκείμενο του ασυνειδήτου, συμπλέκεται με το σώμα, δεν αγγίζει την ψυχή παρά μέσω του σώματος» λέει ο ύστερος Λακάν στο κείμενο για την τηλεόραση4 (1974).</p>
<p>Τίνος πράγματος αλληγορία όμως αποτελεί το ξένο σώμα; Αυτό το ερώτημα υποκίνησε την απόπειρα αποκρυπτογράφησης, προκειμένου να επιστρατευθούν κάποια επί πλέον ερμηνευτικά μέσα κατανόησης. Η ποιητική σύνθεση εγκαθιστά κατ’ αρχήν μια πλούσια σε εικόνες και αναφορές θεατρική σκηνή, όπου παρελαύνουν διαδοχικά γεγονότα, ενώ η αυλαία του ποιητικού χώρου ανοίγει με μια αλληλουχία διαψεύσεων. Από τη διάψευση εαυτού έως την οριστική διάψευση της ύπαρξης:<br />
«Εδώ που ήρθαμε / κυνηγημένοι από το ποδοβολητό των χαλασμάτων / το μόνο που μας απομένει είναι η διάψευση του εαυτού.»</p>
<p>[…] «Εκ γενετής εξόδια τα σώματα / σ’ ένα νεφέλωμα δίκην κατάγματος συντριπτικού / που σου σκουριάζει το περπάτημα. / Ασήμαντοι κι αποσυνάγωγοι όσοι τα εγκατέλειψαν / στην αυστηρή διάλεκτο της γυμνής σιωπής[…]».<br />
Η διάψευση της ύπαρξης μέσω της οριστικής σιωπής εισάγει έμμεσα, αλλά εμφατικά, την αξία της γλώσσας και της σχέσης της με το σώμα. Σύμφωνα με τη λακανική οπτική «το σώμα είναι σημαδεμένο από το σημαίνον», ή διαφορετικά «το σώμα υφίσταται τις θανατηφόρες επιπτώσεις του σημαίνοντος»3.</p>
<p>«Εκ γενετής εξόδια τα σώματα», λοιπόν, αντιμέτωπα με την «αυστηρή διάλεκτο της γυμνής σιωπής».</p>
<p>Στους επόμενους στίχους η θεατρική σκηνή στήνεται με όρους χοροθεάτρου, για να λάμψει η παρουσία των σωμάτων μέσα από γοητευτικές σκηνές χορού όπου το ρίγος του σωματικού διατρέχει τους στίχους:</p>
<p>«Γι’ αυτό κι εγώ ένα απόγευμα / – σίγουρα ένα απόγευμα – / θα βγω αποφασιστικά από το σπίτι / θα βγω στην πόλη / και μια σχολή χορού θ’ αναζητήσω. / Θα μπω στη σάλα που ανασταίνεται ο Piazzolla / κι ένα οποιοδήποτε άγνωστό μου σώμα / θ’ αγκαλιάσω. / Στη μέση της αρένας θα το αγκαλιάσω• / θα είναι αιλουροειδές και θρυψαλάκι / θα έχει μόλις εγκαταλειφθεί / στην πόρτα εξοχικού σπιτιού / ή άδεντρο, σαν τρύπια λέμβος σωστική / θα αρμενίζει».</p>
<p>Το ποιητικό κείμενο εδώ αξίζει απλώς να αντηχήσει, χωρίς ερμηνευτικές τομές. Ωστόσο δεν μπορεί να μη σημειωθεί η είσοδος στη σκηνή μιας νέας οντότητας που παίρνει διαστάσεις πραγματικού όντος, διαστάσεις μυθολογικές και πάντα ένσαρκες: ως αιλουροειδές και θρυψαλάκι το σώμα, εμφανίζεται εδώ ως έμβιος οργανισμός, πριν ακόμη συναντηθεί με τη γλώσσα και μετασχηματιστεί σε υποκείμενο του ασυνειδήτου.</p>
<p>«Ο έρωτας – αυτή η ανελέητη κατακραυγή – / θα καθρεφτίζεται αδιαίρετος στο πεντακάθαρο παρκέ… / φθαρμένοι αγκώνες θ’ αγκαλιάζουν / τους αργοπορημένους / κι οι ταξιθέτριες με ατάραχη βραδύτητα / το μεγαλείο των μικρών λαθών θα τακτοποιούν».</p>
<p>Τα σημαίνοντα της επιθυμίας παίρνουν τον λόγο σιγά σιγά και κάνουν την είσοδό τους στη σκηνή, ενώ τα έμβια όντα μετασχηματίζονται σε υποκείμενα με σώμα, ως υποκείμενα της επιθυμίας.</p>
<p>«Τα σώματα η όσφρηση τα οδηγεί / όση ώρα ο δήμιος σχολαστικά παρατηρεί / το χέρι του τυμπανιστή / ως το μεδούλι των οστών ν’ ανεβοκατεβαίνει».</p>
<p>[…]</p>
<p>Για όλα αυτά / το ξένο σώμα υπολήπτομαι και υμνώ / σαν εισχωρεί αθόρυβα στους μαλακούς ιστούς / στην αναπνευστική και πεπτική οδό / στον κερατοειδή. / Μία λαβίδα μικροσκοπική τι να σου κάνει; / Αγκάθι ρόδου, αχινού / γυαλί ή πετραδάκι παραλίας / ή όνομα παλιό με υποκοριστικό / σκουπίδι – σκουπιδάκι μου / δεν σε αποχωρίζομαι. / Τα άλλα αντιστέκονται / αποχωρούν βιαίως. / Δεν σε αφαιρώ. // Ας είσαι εσύ αυτό / το ξένο σώμα / το μοναδικό / το πιο δικό μου.»</p>
<p>Το ξένο σώμα και η μεταμφίεσή του στο τέλος του ποιήματος ως «Αγκάθι ρόδου, αχινού / γυαλί ή πετραδάκι», λειτουργεί ως πολυπρισματικό σημείο με πολλές σημασίες. Εισάγει το ερώτημα της σχέσης του υποκειμένου και του ξένου σώματος, αυτού που εισχωρεί στους μαλακούς ιστούς και ενοχλεί, που διαταράσσει τη συνέχεια του οργανικού ιστού. Ποια είναι όμως η λειτουργία του; Το πετραδάκι, το ετερογενές σημείο μέσα στο σώμα, υποδύεται διαφορετικές μορφές υπό τις διαφορετικές του ιδιότητες, που «εισχωρεί αθόρυβα στους μαλακούς ιστούς / στην αναπνευστική και πεπτική οδό / στον κερατοειδή.»</p>
<p>Το υποκείμενο αμφιθυμεί για την αφαίρεσή του, για τον αποχωρισμό του από αυτό, ενώ η ξεκάθαρη και εμφατική δήλωση «δεν σε αποχωρίζομαι», φωτίζει λίγο περισσότερο τον ενδόμυχο και μοναδικό του χαρακτήρα.</p>
<p>Ωστόσο το ερώτημα του αποχωρισμού απαντάται οριστικά με τους στίχους:</p>
<p>«Δεν σε αφαιρώ. / Ας είσαι εσύ αυτό / το ξένο σώμα / το μοναδικό / το πιο δικό μου», που εισάγουν την έννοια της επιθυμίας και εξυψώνουν εν τέλει το ξένο σώμα σε μια θεμελιώδη έννοια.</p>
<p>Το ξένο σώμα ίσως είναι τελικά αυτό το αντικείμενο που εισβάλλει από το πραγματικό, αλλά παραμένει ανοίκειο για το υποκείμενο, μη αφομοιώσιμο, ετερογενές προς το υποκείμενο, σημάδι μιας ριζικής ετερότητας, που σταθερά ενοχλεί, αλλά και αφυπνίζει, ενώ ταυτόχρονα παραμένει ενικό όσο κανένα άλλο στοιχείο, που συνιστά τον πιο προσωπικό μοναδικό, ενικό τρόπο πρόσβασης προς την επιθυμία, το αίτιο της επιθυμίας.<br />
Η διερεύνηση της έννοιας του σώματος στην ποιητική συλλογή, υπό την οπτική αυτή, επιχειρεί να συναντηθεί με αυτό που η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου έχει υποστηρίξει σε πολλά θεωρητικά της κείμενα, ότι «ο ποιητής επιτρέπει στη γλώσσα να του αποκαλύψει το άγνωστο». Αυτό το άγνωστο που κατοικεί στο ασυνείδητο αυτού που υιοθετήθηκε ως υποθετικό υποκείμενο, στην παρούσα ανάλυση.</p>
<h5><strong>ΑΝΝΥ ΚΟΥΤΡΟΚΟΗ &#8211; ΧΑΤΖΗΠΟΥΛΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό &#8220;Θράκα&#8221; 22/4/2023</p>
<p>Η θυρωρός στον οίκο των ημερών, στη σφαίρα του χρόνου όπου εσωκλειόμαστε οι πάντες και τα πάντα, θεωρώ ότι είναι η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου που ως θυρωρός κατέχει τα αντικλείδια των αισθήσεων, των αισθημάτων, των παραισθήσεων, των ψευδαισθήσεων, των χρωμάτων, των εικόνων καθώς και τα αντικλείδια των λέξεων που εκφράζουν τη μαγεία της ζωής. Πιάνω την ποιήτρια από τη ματιά της και οδηγούμαι προς το θαύμα που εκτυλίσσεται στο βιβλίο της Ο θυρωρός των ημερών και προς την πυκνότητα του κόσμου, γιατί τη βοήθειά της χρειάζομαι για να κατανοήσω, αφού πρώτα αισθανθώ, τα καλά και τ’ άσχημα του «συμβαίνειν» και του «γίγνεσθαι». Και η ίδια η ποιήτρια μοιάζει να έχει ανάγκη από φως καθοδήγησης προστρέχοντας σ’ εκείνους που θαυμάζει, που ζύμωσαν με τον λόγο τους τ’ ανθρώπινα.</p>
<p>Πριν τρυπώσουμε στην πυκνή ουσία του ποιητικού της στέκει εμπρός μας ο Δ. Π. Παπαδίτσας κρατώντας τον φανό δύο στίχων του από το («Έμβρυο φως», 1970):</p>
<p>«Κι από μια συλλαβή σ’ ένα δάσος / κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του».</p>
<p>Η συνομιλία, στο έργο της Λουκίδου, κατέχει θέση ουσιαστική. Υπάρχει η ίδια η ποιήτρια και μια φωνή που προκαλεί τη συνέχεια των συνειρμών της και επιμηκύνει το νήμα της ποίησής της που εισχωρεί όλο και βαθύτερα προς τη σύλληψη της δημιουργίας. Οι λέξεις, οι εκφράσεις, τα νοήματα ενέχουν υλικά αγάπης και προσήλωσης στο καλό. Οι τίτλοι των ποιημάτων της Λουκίδου λειτουργούν ως ονοματεπώνυμο στη συνέχεια του οποίου θα αποκαλυφθεί η προσωπικότητα του ποιήματος, γι’ αυτό θα κρατήσουν θέση περίοπτη στην παρούσα προσέγγιση. Αποδίδονται, μάλιστα, με κεφαλαία γράμματα όπως και στο βιβλίο. Στο ποίημα «ΚΟΡΗ», σελ.15, η ποιήτρια αντιστρέφει τη δεδομένη αγάπη της μητέρας προς κόρη, σε από κόρη προς μητέρα, μια κόρη που υπόσχεται καθαρότητα και προστασία στη σχέση τους.</p>
<p>«Η δωρεά της αιχμαλωσίας / έχει ένα θάρρος συνεπαρμένο απ’ την απανεμιά / μια άνευ όρων παράδοση στον όλεθρο του ονόματος / γλώσσα του μεσημεριού στην ανατολική κουζίνα / ή αλλιώς / η ψαλμωδία του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού / πριν χτυπηθεί το αυγολέμονο της μαγειρίτσας. // Να φέρουμε ως το σπίτι μας το Φως / να σε κρατώ… / Το μπράτσο σου κατάγεται από τον ουρανό / και στα κλαδιά του ξεφαντώνουν τα αποδημητικά. / Προσηλωμένα στη λατρεία σου / αλλάζουν ξαφνικά προορισμό / ανασυντάσσονται/ πιάνουν φιλίες με τους ιθαγενείς / θα μείνουμε εδώ, αποφασίζουν / με λίγα επιρρήματα και δίχως λεπτοδείκτες / θα μάθουμε μες στις σχισμάδες των χεριών // την εύφορη μεταφυσική / του μέλλοντος αιώνος».</p>
<p>Στα ποιήματα της Λουκίδου ο κόπος της διείσδυσης στο βαθύ νόημα ανταμείβεται με ξέφωτα φωτεινά που τα κοσμούν υψηλές φυσιογνωμίες της τέχνης για των οποίων τη συνεργασία και η ίδια εκφράζει ευγνωμοσύνη. Η πλούσια γλώσσα και το αστείρευτο συναίσθημα της δημιουργού καλλιεργούν την πνευματική μας εγρήγορση. Από το ποίημα «ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΤΕΛΙΚΑ» σελ. 16-17</p>
<p>[…] «Ίδια μ’ εκείνη του Βιζυηνού/ που ως μικρό ραφτόπουλο / έραβε τα νυφιάτικα δίχως ραφή και ράμμα / κι άφθαρτα είχε τα ρούχα του / αφού ταξίδευε μονάχα με τον νου του. / Κι ας ύφαινε η Άννα του Σικελιανού / στον αργαλειό κατά παραγγελία / κι ας πενθούσε ο ποιητής / το ρούχο που άγγιξε και του ήρθε ο κόσμος / κι ας ξήλωνε το τσιτάκι της / χορεύοντας στο προαύλιο του ναού η Εσμεράλδα.// Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / ̶ στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶ / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας».</p>
<p>Στο ποίημα «Ο ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ» σελ. 22-23 την ακούμε να λέει με τη φωνή του θανάτου που απευθύνεται στους αυτόχειρες Κατερίνα Γώγου, Περικλή Γιαννόπουλο, Βιρτζίνια Γουλφ και Σίλβια Πλαθ:</p>
<p>«Σε χάνω, Σίλβια…/ Το ωραίο σου κεφάλι / σαν βουρκωμένο σύννεφο / μέσα από την κουζίνα με κοιτά. // Βιρτζίνια, δεν ακούγεσαι… […] Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά / στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες // λιώνεις εσύ θριαμβευτικά / μα εκείνες παραμένουν. […]</p>
<p>Ας διασχίσουμε το δάσος με τη γοητευτική ομίχλη που κρύβει τα μυστικά του σκότους της ανθρώπινης ύπαρξης και ας βρεθούμε στα υποσχόμενα έναστρο ουρανό ξέφωτα. «ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ» σελ. 24-25-26</p>
<p>[…] «Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν / κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα…»</p>
<p>Στο ποίημα «ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΜΠΕΚΕΤ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΑΠΕΛΟ» σελ.32-33-34 θα πει:</p>
<p>[…] «Θέλω κι εγώ να φύγω, Κλοβ / γιατί η σκλαβιά κομματιάζει τους ήχους / τους μετατρέπει σε χωρατό όπως η δυστυχία / μα όλο το αναβάλλω.»</p>
<p>[…] «αντίθετα μ’ εσένα, Βλαντιμίρ / για να μη σκέφτομαι, σωπαίνω ακατάπαυστα»</p>
<p>[…] «Κι εγώ θα σε αφήνω, Χαμ / να με νικάς με αρχοντιά / με επιφωνήματα αδιάφορα/ για την πλοκή και για τη συμμετρία»</p>
<p>[…] «πώς βρέθηκε η Γουίνι, φέρ’ ειπείν / χωμένη στα σκουπίδια;»[…]</p>
<p>Κι αφού η ζωή προχωρεί ακροβατώντας πάνω στους στίχους της Λουκίδου όπου ανιχνεύουμε την αλήθεια μέσα από υπέροχες μεταφορές και εμπνευσμένα ποιητικά τρικ φθάνουμε στο «ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ή ΕΞΙ ΣΚΗΝΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΟΛΥΕΛΑΙΟ» σελ. 50-51</p>
<p>[…] «Ώσπου από τον κυλιόμενο ιμάντα των αποσκευών / οι αγαπημένοι απελθόντες επιστρέφουν: / Πρώτος ο πρίγκιπας Εξιπερί με το τριαντάφυλλό του/ακολουθεί ο Ασλάνογλου με τις Ωδές στον πρίγκιπα /και ο Ρονσάρ / ̶ πρίγκιπας των ποιητών και ποιητής των πριγκίπων ̶ / κι άλλοι πολλοί κρατώντας αντί κεριά αναστάσιμα / φωτογραφίες οικογενειακές από το παρελθόν της στάχτης.» […]</p>
<p>Στις σελίδες 62-63 έχουμε το ποίημα «ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ» όπου ακούμε την κρυστάλλινη φωνή του Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ «Στο Σταυραητό» την οποία δανείζεται η Ε. Α. Λουκίδου για ν’ ανεβεί πάνω απ’ τα σκότη της πυκνότητας που με δεινότητα εμβαθύνει και περιγράφοντάς τα, ζωγραφίζει το κάλλος και το σκότος των ανθρωπίνων, στο φως και στα βουνά, στα ύψη της γνώσης και του θάρρους, της γλώσσας και της περηφάνιας.</p>
<p>[…] «Μα τώρα που λέων ωρυόμενος μας κυνηγά ο χρόνος / –εκείνος που διανύθηκε κι αυτός που απομένει – / «παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο / καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου» / γιατί οι πάγοι έλιωσαν, οι Κυριακές στον γύψο / τα τάματα των ποιητών σκουριάζουν στα βιβλία / μαθαίνω ακροβατικά, πρόσεξε μη με ρίξεις».</p>
<p>Κι αφού η ποιήτρια παρέα έκανε με άστρα που λάμπουν στο στερέωμα της τέχνης και αφού αφορμή πήρε να εφαρμόσει τους όρους της δικής της γλώσσας, των ευρηματικών λεκτικών τεχνασμάτων που προκύπτουν από τη σύνθεση των λέξεων, καταφέρνει να σφραγίσει με προσωπικό ύφος, να γδύσει και να ενδύσει τον συγκεκριμένο και αφηρημένο λόγο με συναίσθημα ειλικρινές γι’ αυτόν τον κόσμο.</p>
<p>H ποιητική συλλογή της Ε. Α. Λουκίδου Ο θυρωρός των ημερών περιλαμβάνει δύο μέρη. Μετά το πρώτο που σχολιάσαμε ακολουθεί το δεύτερο που του αποδίδω τον τίτλο «Διδακτική ποιητικής τέχνης». Για την είσοδο, η ποιήτρια δανείζεται:</p>
<p>«Οι λέξεις έχουν χρεοκοπήσει. / Παραιτούμαι προς όφελος αυτών των δύο/ νέων τυράννων: Της σκουριάς και της σιωπής.» (Alain Bosquet, Για την ποίηση, 1972, μτφ. Τάκης Βαρβιτσιώτης)</p>
<p>Θα μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει τη μελέτη του πρώτου μέρους έχοντας ως οδηγό αναφοράς τα ένδεκα ποιήματα του δευτέρου κι έτσι να κατανοήσει ενδελεχώς την εξέλιξη του έργου. Τα ξέφωτα, λοιπόν, συνεχίζονται, όπου αγαπημένοι της δημιουργοί λάμπουν σαν άστρα στον ουρανό της τέχνης.</p>
<p>«ΥΑΛΟΥΡΓΙΑ» σελ.70-71</p>
<p>[…] «Φαντάσου καθισμένους οκλαδόν / την Ντίκινσον, τον Έλιοτ και τον Καρούζο / εύθυμοι να χειρονομούν και αμίλητοι / να απαγγέλλουν Ρεμπώ και Βαλερί / κοιτώντας τους στα μάτια. / Νιόφερτη η Μαριανίνα / να εκφωνεί χάδια από πεταλούδες / με ζαχαρόνερο να πιτσιλά τα νέφη.[…]»</p>
<p>Στο ποίημα «ΚΑΙ ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΑΤΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΕ;» σελ.74-75</p>
<p>[…] Μπορεί να είναι ασθματική / σαν χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια / ή να κυλά χορευτική / όπως επτανησιακή καντάδα / και άλλοτε ψιθυριστή /μανιάτικο νανούρισμα που έλεγε στον Σολωμό / η Αγγελική Νίκλη.</p>
<p>Στο ποίημα «ΥΠΕΡ ΕΥΚΡΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΨΥΧΩΝ ΤΩΝ ΟΜΟΤΈΧΝΩΝ» σελ.82-83, στο ξέφωτο του δασώδους λόγου εμφανίζεται ο Νίκος Καρούζος με τον στίχο του ως μότο: «Η τέχνη μας η φριχτότερη του εγώ μεταμφίεση» («Στην ύλη εισχώρησα ουρλιάζοντας», Ο ζήλος τού μη σχετικού με παροράματα, 1980)</p>
<p>Στις σελίδες 87-88 συναντούμε το ποίημα «ΥΨΗΛΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ» όπου η απουσία συγκλονίζει την ποιήτρια μα και τον αναγνώστη στου οποίου την καρδιά οι λέξεις χτυπούν ρολόι κουρδισμένο από την επιμελή θυρωρό του οίκου των ημερών. Ποιος δεν έχασε αγαπημένους, ποιος δεν λαχτάρησε για τη χαμένη παρουσία τους όπως η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου στην τελευταία παράγραφο του τελευταίου πεζοποιήματος της συλλογής:</p>
<p>«[…] Κάθομαι αναπαυτικά στον καναπέ, στην αγαπημένη μου γωνία. Σου την παραχωρούσα να μου διαβάσεις την τελική διόρθωση της συλλογής πριν το τυπογραφείο. Διαβάζω τώρα εγώ και με κοιτάς ασάλευτος μαζί με τον μπαμπά. Με κοιτάτε που διαβάζω. Με κοιτούν να τους διαβάζω. Περιμένουν τη σειρά τους υπομονετικά να διαβαστούν, μήπως και ξαναζήσουν. Κοίτα σε ποιον στηρίζουν τις ελπίδες τους… Χαμογελώ. Χαμογελάς κι εσύ που δεν χρειάστηκε να συνεννοηθείς στα Ισπανικά. Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν’ απλώνεται απ’ το σαλόνι στα δωμάτια.</p>
<p>Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία».</p>
<h5><strong>ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ</strong></h5>
<p>frear.gr 20/4/2023</p>
<p>Οικουμένη σε ασφυξία</p>
<p>Διαβάζοντας το ποιητικό βιβλίο της Ευτυχίας Λουκίδου, Ο θυρωρός των ημερών, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2022 από τις εκδόσεις Κέδρος, μπαίνουμε σε ένα σύμπαν όπου η ποιήτρια μιλάει για τις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου και τα διλήμματα που τον διέπουν. Πρόκειται για το όγδοο ποιητικό βιβλίο της Λουκίδου, της οποίας η γραφή υποβάλλει από την πρώτη στιγμή συναισθηματικά τον αναγνώστη, μέσω των έντονων εικόνων που χρησιμοποιεί.</p>
<p>Η ποιήτρια αντικρίζει τον κόσμο σαν έναν λαβύρινθο που στενεύει, όπου επικρατεί σιωπή κι ακινησία. Η υπαρξιακή της αγωνία ψάχνει τρόπο διαφυγής από την οδύνη, αν και γνωρίζει πως τίποτα δεν ξεφεύγει από τη δύναμη της κατάρρευσης. Άλλωστε καμία ήττα δεν αποσιωπάται κι αυτή η επίγνωση αρκεί για ολόκληρη τη ζωή.</p>
<p>«Κανένα συμβάν δεν ναυαγεί τόσο εκθαμβωτικά/ όσο η στιγμή που ο ύστατος σφυγμός/ πλησιάζει στο παράθυρο/ και διαιρεί τη μέρα σε μικρούς γκρεμούς…»</p>
<p>Τα ποιήματα στον Θυρωρό των ημερών έχουν έντονα στοιχεία αφήγησης. Ξεδιπλώνονται σαν μικρές ιστορίες, που δημιουργούν διάδραση με τον αναγνώστη, καθώς ψηλαφούν τον καθημερινό, αδυσώπητο κόσμο με μια φιλοσοφική ματιά κι ενσυναίσθηση. Έτσι ο έρωτας γίνεται μια ανελέητη κατακραυγή, ο εαυτός διαψεύδεται συνεχώς, κάθε εγρήγορση παγιδεύεται στην αμφιβολία και ό, τι αναπνέει, βάλλεται.</p>
<p>«Μόναχο- Σαλονίκη- Αθήνα- Βόλος- Λεμεσός/ μια οικουμένη σύσσωμη σε ασφυξία» γράφει.</p>
<p>Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, είναι φανερό το υπαρξιακό κενό, τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου, το δυστοπικό σύμπαν, στο οποίο η καθημερινή επικοινωνία περιορίζεται, όπως και κάθε μορφή ελευθερίας. Το γεγονός της θνητότητας απασχολεί έντονα την ποιήτρια, το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στη ζωτικότητα και στο σκοτάδι του θανάτου. Στέκεται λοιπόν σαν να περιφρουρεί την απόσταση που χωρίζει τις αντιθέσεις τους, μια θυρωρός των ημερών, που αναμετριέται μαζί τους, μέσα στην αδιαφανή ανθρωπογεωγραφία της εποχής και τις απειλές που τη διέπουν.</p>
<p>Όμως οι σκληρές διαπιστώσεις της δεν την εμποδίζουν να αναζητά στις λέξεις, το άγγιγμα που σώζει. Το ποίημα είναι ακριβώς αυτή η δυνατότητα, μια λύση που εναντιώνεται στον θάνατο, στον χρόνο που αθετεί την υπόσχεσή του.</p>
<p>«Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα» διαπιστώνει, μέσα σε μια περιοχή ενδιάμεση που βρίσκεται ανάμεσα στην ιδέα και στο κείμενο. Ο θάνατος απασχολεί την Λουκίδου, η θεατρική του φυσικότητα, η λάμψη και η ριπή του, αλλά κι η αιωνιότητα που συνεχώς ψεύδεται.</p>
<p>«Μη μας μνημονεύετε τα ψυχοσάββατα/ παράγγελναν οι τόποι/ μη μας</p>
<p>μνημονεύετε/ τέφρα αναρριχάται στις φωνές/ και σε αλωνάκι υδάτινο/</p>
<p>φοβάται ο θάνατος τον τρόμο…»</p>
<p>Αλλά τι μπορεί κάποιος να πει στους νεκρούς; Πώς να συνομιλήσει μαζί τους; Πώς συγκολλούνται ένα ένα τα σπασμένα; Πώς ησυχάζει το σκοτάδι όταν αλέθει τη σκόνη παλιών βημάτων; Όλα αυτά ενδιαφέρουν την ποιήτρια, που μέσα από τους στίχους της ενεργοποιώντας παλιές μνήμες, συνομιλεί με άλλους ποιητές, όπως η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, η Σύλβια Πλαθ, ο Τσελάν, ο Ασλάνογλου, ο Άσμπερι. Εστιάζοντας στο κέντρο του βιώματος, η Λουκίδου ψάχνει απαντήσεις. Η ποίησή της δεν εξαντλείται σε επίπεδο αυτοβιογραφικό αλλά ανοίγεται σε πεδία συλλογικού προβληματισμού, όπως η γλώσσα, η εποχή μετά την πανδημία, ο θάνατος, η ανθρώπινη επαφή.</p>
<p>Η γλώσσα, το εύρος της, οι μίμοι, οι μορφασμοί, ο τρόπος που απογυμνώνονται λεκτικά τα πράγματα γύρω μας, οι μεταμφιέσεις πίσω από κάθε λέξη, γίνονται ο καμβάς για το δεύτερο μέρος του ποιητικού της βιβλίου. Οι ποιητές, ερημίτες και μοναχικοί, ακούν μικρά σπασίματα γυαλιών, επινοούν διαφυγές, ώστε η γλώσσα να μην πλήττει. Αποχαιρετούν καθετί εύκολο και δε διστάζουν μπροστά στα επικίνδυνα σημεία της.</p>
<p>«Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν΄ απλώνεται απ΄ το σαλόνι στα<br />
δωμάτια. Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία» αναφέρει.</p>
<p>Η Σιμόν Βέιλ γράφει ότι «δεν υπάρχουν άλλα όρια στο θέλημά μας, εκτός από την αναγκαιότητα της ύλης και την ύπαρξη των άλλων ανθρώπων γύρω μας. Κάθε φανταστική διεύρυνση αυτών των ορίων είναι απολαυστική, κι επομένως, υπάρχει απόλαυση σε καθετί που μας κάνει να ξεχνάμε την πραγματικότητα των εμποδίων». Κι η ποίηση επιχειρεί αυτό, την έκφραση κόντρα στο κακό, την εξύψωση της ομορφιάς κόντρα στην απόγνωση, στα οποία βρίσκεται η ψυχή, μέσα «στον στροβιλισμό της αιωνιότητας που ψεύδεται ασύστολα και προσποιείται τη στήριξη και τη διάρκειά της».</p>
<p>Η καθαρότητα της γραφής της συνοδεύεται από μια φιλοσοφική σκέψη, που ξετυλίγεται από ποίημα σε ποίημα. Έτσι το βιβλίο λειτουργεί συνολικά σαν μια εσωτερική περιπλάνηση. Γίνεται μια συνομιλία που υπαινίσσεται ό, τι αδυνατεί να ερμηνεύσει.</p>
<p>Η γραφή της, είναι καθαρή, πυκνή και ζωτική. Oι εικόνες της ρέουν, εναλλάσσονται, παραμονεύουν, τολμούν. Κάποιες φράσεις λειτουργούν σαν αφορισμοί, προσφέροντας στον αναγνώστη, το ερέθισμα της συνειρμικής ελευθερίας, που εξάπτει τη φαντασία και δεν καθηλώνει σε μια συμβατική ανάγνωση.</p>
<p>Τέλος, αν η γραφή λειτουργεί σαν ένα πεδίο αποτύπωσης γόνιμου προβληματισμού, σαν έναν τόπο όπου δοκιμάζονται τα πάντα, όπου ακόμη κι η ίδια η γλώσσα επαναστατεί , η Ευτυχία Λουκίδου επιλέγει να σταθεί στον πυρήνα της, οικοδομώντας μια σύγχρονη ατμόσφαιρα παρακμής, όπου όλα αίρονται ή τελούν υπό καθεστώς αμφισβήτησης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΙΑ ΜΑΤΣΙΓΚΟΥ</strong></h5>
<p>diastixo.gr 17/3/2023</p>
<p>Ερευνώντας κανείς το γευσιλόγιο της ποιητικής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, μπορεί να κάνει λόγο για ποίηση σύνθετη, γεμάτη, αιχμηρή με οξυμμένες γωνίες κατά περίπτωση, βαθιά, με πολύπλοκο άρωμα, έντονη στην εξέλιξη αλλά ήπια και βελούδινη στην επίγευσή της. Για κάποιον που εισέρχεται άγνωρος και με την πρωτόγονη σκευή του αμύητου, η γεύση προκύπτει σταδιακά και ίσως γίνεται δύσκολα προσλήψιμη σε αρκετά σημεία της. Αν όμως κανείς εισέλθει με τη σύσταση των προηγούμενών του αναγνώσεων, προσέρχεται ευσταλής σε μυστικό δείπνο δίκην αποκαλυπτικής ιερουργίας.</p>
<p>Καθώς, λοιπόν, ο αναγνώστης εισάγεται στη μυσταγωγία της αισθητικής απόλαυσης, έχει την αίσθηση μιας ιδιότυπης περιήγησης, όπου το διανοητικό απαύγασμα του γλωσσικού πλούτου της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου είναι υψηλό αλλά διόλου στομφώδες. Είναι ειλικρινές και εύστοχο, χωρίς περιστροφές, με ακρίβεια και συνέπεια λόγου και νοήματος. Δεν είναι αυτόδηλο. Είναι βαθιά εσωτερικό με διάθεση εξομολόγησης. Είναι δεικτικό, αλλά ποτέ δηκτικό. Έχει τη λεπτότητα των χειρισμών στη διαχείριση των υλικών της. Υλικά δουλεμένα στον χρόνο, στην ανθρώπινη τριβή, στη μεταγνωστική επεξεργασία και εκδήλωση. Πώς αξιολογούνται τα υλικά σε ένα πνευματικό προϊόν; Από τις γεύσεις που αναδίδουν καθώς τα γεύεσαι. Από τη μνήμη της εμπειρίας ανάγνωσης που εναποτίθεται μέσα σου, καθώς κλείνεις το βιβλίο. Από την κατάθεση του συναισθήματος, όπως αυτό εγγράφεται στο γκισέ της ψυχής του ενός, των πολλών, εμάς και των άλλων.</p>
<p>Η τέχνη του λόγου είναι αυτή που μας συστήνεται τη στιγμή της έκπληξης. Εκείνης της ωραίας συνάντησης με το απρόσμενο, το ασύνηθες, το αταίριαστο αλλά ωστόσο έξοχα ταιριαστό τελικά: το ν’ αποχαιρετάς τα φανερά/ και διαφυγές να επινοείς/ για να μην πλήττουν οι λέξεις από το ποίημα «Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;».</p>
<p>Η σκέψη της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου είναι σκέψη κρυστάλλινη με την ποιότητα της πρώτης ύλης και πολυεδρική. Δεν σκοντάφτει σε χάσματα νοηματικά, δεν αποπειράται λεκτικά άλματα επιδιώκοντας τον γρήγορο εντυπωσιασμό. Γνώριμα γήινη, σε συστήνει ακόμη και στα πιο δύσμορφα τοπία της ανθρώπινης πραγματικότητας. Σε αφήνει να εισέλθεις στα ψυχικά φαινόμενα που αφήνει πίσω της αυτή η περιηγητική στιχοπλοκία, χωρίς να επιφορτίζει, χωρίς να δημιουργεί αίσθημα δύσφορο αν και σε εποχές δυσανεξίας.</p>
<p>Η αποτύπωση της πρόθεσης ξεκάθαρη ήδη από το αισθητικά λιτό αλλά γλαφυρά εύγλωττο εξώφυλλο. Η βαρύτητα και η ελαφρότητα. Η φθορά και η εξαΰλωση. Η εμπειρία και το ιδεατό. Ο ρεαλισμός και το πέταγμα στη σφαίρα των ιδεών. Σαν να υποδεικνύει πως τη σκονισμένη πραγματικότητα της καθημερινής τριβής διαδέχεται το τίναγμα της σκόνης. Σαν να επαγγέλλεται πως ό,τι επικάθεται στην καθαρότητα του λευκού, αναφυσάται, αναπτερώνεται, αποκαθαίρεται και ανασυστήνεται μαγικά. Ο Θυρωρός των ημερών μάς υποδέχεται δείχνοντας με το δάχτυλο τη στενότητα του χρόνου:</p>
<p>[…] Βιάζεται η υδρόγειος/ κι είναι κλειστό απόψε το μουσείο/ –η σκόνη κι ο συναγερμός φρουρούν τα αρχαία νομίσματα–, δεν προλαβαίνει./ Η μόνη οικονομία της λίγη χρυσή κλωστή/ απ’ τη θητεία στον λαβύρινθο./ Είναι αρκετή να εξαγοράσει τη διάρκεια; […] Τελειώνει ο χρόνος των μορφών./ Το χρέος δεν θα μου χαριστεί./ Εξάπαντος, λίγη λεβάντα («Ο Θυρωρός των ημερών»).</p>
<p>Η ποιήτρια βιώνει την αδηφάγα επίθεση του χρόνου που καταβροχθίζει τα πάντα στα γρανάζια του:</p>
<p>–– Μα τώρα που λέων ωρυόμενος μας κυνηγά ο χρόνος/ ̶ εκείνος που διανύθηκε κι αυτός που απομένει ̶ («Συζητώντας με τον ποιητή το ενδεχόμενο απόδρασης»).</p>
<p>–– Στο μεταξύ, ο αρουραίος των λεπτοδειχτών/ θα ροκανίζει ανενόχλητος τον καναπέ («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο»).</p>
<p>–– Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται/ ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται/ τη στήριξη και τη διάρκειά της («Γοργόνα εσωτερικού χώρου»).</p>
<p>–– Εκ γενετής εξόδια τα σώματα («Το ξένο σώμα»).</p>
<p>–– Αργός εκρήγνυται στο σώμα μου ο χρόνος. […] Αργός ο χρόνος και θολά μιλά τα δικαιώματά μου («Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις»)</p>
<p>Η μοναξιά του ανθρώπου διάχυτη, καθαγιασμένη στην αιώνια σιωπή της: Η γλώσσα ολοένα συστρέφεται/ γύρω από γομφίους και κοπτήρες,ενώ παρακάτω παραμένει: αμίλητη/ μέχρι η σκουριά στα σπλάχνα της/ να διασταυρωθεί με άταφα μοιρολόγια («Αγία Ερημία»).</p>
<p>Το βίωμα γίνεται πνιγηρή μνήμη. Ματαιώσεις και αδικαίωτες προσμονές. Αδιόρατες απηχήσεις ενός επερχόμενου μέλλοντος: Η αναίρεση γδέρνει τις ώρες/ με ήχο αιώρησης αινιγματικό, που σημαίνει:/ Ας μείνουν ανεντόπιστες οι απαντήσεις («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο»). Φυσιογνωμίες αινίγματα, μορφές μύθων, υπαρκτοί ήρωες, όλα ανεξιχνίαστα στο ορατό πεδίο. Εποχές κατάρρευσης, αγωνίας και τρόμου: Μετέωροι, ημιάγριοι και κατακλυσμιαίοι/ μίσχοι που επινόησε κάποια εγγύτητα άνοιξης/ απάνθρωπης κι εκδικητικής/ απελπισία θαύματος/ που δεν ευτύχησε να μπει στην τελική ευθεία («Tableau vivant μέχρι νεωτέρας»). Ο θάνατος η μόνη αδιαμφισβήτητη εξουσία: Λάμψη θανάτου και ριπή/ διά παντός αθάνατη («Έκθεση φωτογραφίας: “Το βλέμμα των μικρών προσφύγων”»). Πού έχει θέση, άραγε, η αγάπη και η συγχώρεση; Η τέχνη του βίου έγκειται στην προετοιμασία («Από το σπίτι της παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου»).</p>
<p>Αυτήν ακριβώς την αίσθηση της μετάβασης στη σφαίρα της ενήλικης πραγματικότητας και των συμπαρομαρτούντων της, την αγωνία και την πικρόστυφη γεύση του σύγχρονου κοινωνικού και πνευματικού μας αδιέξοδου εισπράττουμε από τη γραφή της Λουκίδου στον Θυρωρό των ημερών με μια ομολογουμένως μορφική και υφολογική ποικιλία. Η ποιητική της μπορεί να εκκινεί, όπως μας εξομολογείται, από κάτι ευτελή υλικά τελείως αβαρή: το πούπουλο/ κι ένα ρυθμό αρχαίο, καταγωγικό/ σαν τον αδιόρατο συλλογισμό φτερού/ πριν ξεκολλήσει από τον άγγελο/ ή απ’ τη σουσουράδα («Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;»). Δεν είναι όμως η ποίηση της αυταπάτης και των ψευδαισθήσεων. Είναι η συνάντηση με τον φόβο, τη φρίκη, την ανάσχεση, το ανοιχτό ενδεχόμενο, σε μια θεατρική συνθήκη όπου πρόσωπα και προσωπεία συνυπάρχουν και εναλλάσσονται, αλληλεπιδρούν, διαλέγονται ή σιωπούν, δρουν ή αποσύρονται, πρωταγωνιστούν ή παραμένουν εμφατικά στο περιθώριο. Συμπλέουν με την πραγματικότητα ή αντιστέκονται σθεναρά, αφουγκράζονται ή τελούν υπό καθεστώς ανοσμίας κι άοσμα παραμένουν τα χρώματα παρά τις αποχρώσεις («Tableau vivant μέχρι νεωτέρας»).</p>
<p>Η ίδια, σε συνέντευξή της στο Θευθ, αναφερόμενη στη θεατρικότητα που χαρακτηρίζει την ποίησή της έχει πει: «η θεατρικότητα που επανέρχεται με κάποιες διαλογικές εισβολές είναι η ανάγκη μου άλλοτε να προκαλέσω μια κάποια διαβεβαίωση για ύπαρξη παραλήπτη κι άλλοτε να ελαφρύνω την αίσθηση του πνιγμού. Ίσως πάλι να είναι απλώς μια απόπειρα να πείσω πως όλα παίζονται επί σκηνής, πως η διανομή των ρόλων γίνεται από σκηνοθέτη με γνώση και αίσθημα βαθύ, αλλά κυρίως ότι η συζήτηση λαμβάνει χώρα επί σκηνής με τον συγγραφέα του έργου παρόντα και με το τέλος ανοιχτό σε μετατροπές και διορθώσεις».</p>
<p>Η επίσκεψη σε κάθε σκηνή του ποιητικού χώρου της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου είναι και μια αδιαμφισβήτητη νοητική και συναισθηματική εμπλοκή. Μια διαρκώς παλλόμενη εντύπωση καταγράφεται στον λευκό χάρτη της ψυχής του αναγνωστικού υποκειμένου, που συνδιαμορφώνεται με την εξέλιξη των προσώπων στο διάβα της ποιητικής φανέρωσης. Η μέθεξη, όμως, ακολουθεί μια καμπύλη κίνηση, όπως αυτή της αιώρησης σε μια κούνια ή σε μια eu al loukidou23τραμπάλα. Η ποιήτρια έτσι μας αφήνει να βυθιστούμε στον λαβύρινθο της σκέψης και του συναισθήματος μόνο τόσο, ώστε να αποφύγουμε το αίσθημα της ψυχικής δυσφορίας και του αδιέξοδου. Σκοπός να μας εμβαπτίσει, να μας γνωρίσει τα αφανέρωτα, αυτά που δύσκολα μπορούν να ειπωθούν, κι έπειτα να μας φέρει ξανά στην επιφάνεια του ιστορικού μας παρόντος. Όπως ένα κινηματογραφικό φιλμ νουάρ που γυρίζεται αριστοτεχνικά αφήνοντας στο τέλος το αίσθημα του ανεκπλήρωτου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</strong></h5>
<p>CULTURE BOOK 24/11/2022</p>
<p>Ο θυρωρός των ημερών είναι ο συμβολικός και ευφάνταστος τίτλος της όγδοης και καλαίσθητης συλλογής της ποιήτριας και δοκιμιογράφου Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος και ο οποίος αποκαλύπτει εξαρχής την καταγωγική συνθήκη της σύλληψης του βιβλίου. Με άλλα λόγια, ο πολύσημος αυτός τίτλος μάς εισάγει κατευθείαν στην ποιητική μυθολογία της σύνθεσης και αποτελεί ένα σημαντικό κλειδί ανάγνωσης &#8211; συγκεκριμένο στην καταδηλωτική του εκφορά, αλλά και αρκούντως απροσδιόριστο στη συμπαραδηλωτική του ευρύτητα- το οποίο προοικονομεί με διαύγεια τον πυρήνα του ποιητικού στοχασμού που θα αναπτυχθεί πολύτροπα στο βιβλίο: τη σχέση της ποιήτριας με τη θνητότητα, τη γλώσσα και την ποιητική και οντολογική ελευθερία.</p>
<p>Όπως, εξάλλου, ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξή της η ποιήτρια, ο τίτλος του βιβλίου «εξακτινώνει σημασιολογικές αναγνώσεις για το ζήτημα της ελευθερίας, της απλότητας, της δικαιωματικής και αδιαπραγμάτευτης πρόσβασης στο πεδίο των επιλογών. Η υποχρέωσή μας να αναφερόμαστε σε κάποιον ενδιάμεσο που κρίνει, επιλέγει και αποφασίζει για εμάς ανακινεί το ζήτημα της διαμεσολάβησης ανάμεσα στο έξω, το μέσα και το παραμέσα. Κάθε μορφή εξουσίας, βέβαια, στο όνομα της προστασίας μας αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο του «φρουρού» που επιτρέπει ή απαγορεύει την έξοδο στον ανοιχτό ορίζοντα. Για εμένα προσωπικά εκτός από την αδιαφιλονίκητη εξουσία του φόβου που εξυφαίνεται γύρω μας, υπάρχει και μια άλλη ακόμα μεγαλύτερη, στην οποία μάλιστα ουδέποτε επί της ουσίας αντιστεκόμαστε. Αναφέρομαι στην εξουσία του ίδιου του θανάτου που απαγορεύει την πρόσβασή μας στη διάρκεια ξεγελώντας μας με την παροχή ενός αριθμού ημερών που ενοικούν σε ορισμένα χρόνια, με τα οποία μάλιστα θα πρέπει να συμβιβαστούμε και να είμαστε και ικανοποιημένοι».</p>
<p>Λαμβάνοντας υπόψη το πιο πάνω σημαντικό αυτοσχόλιο, ο αναγνώστης της συλλογής αντιλαμβάνεται εξελικτικά και πρωτίστως μυητικά ότι οι δύο μεγάλοι ομόκεντροι κύκλοι-μέρη της ανά χείρας ποιητικής συλλογής ιχνηλατούν στην πραγματικότητα το ίδιο θέμα με καταθέσεις διαφορετικής μορφής, θερμοκρασίας και εμβέλειας, οι οποίες ισορροπούν με μαεστρία μέσα από τις αντινομίες τους. Ό,τι έπεται, λοιπόν, και στα δύο μέρη του βιβλίου, το πρώτο πιο υπαρξιακό και κοινωνικό, το δεύτερο πιο αυτοαναφορικό, αποτελεί αναδίφηση του συλλογικού-κοινωνικού και υπαρξιακού πόνου μέσω ενός προσωπικού ιδεογράμματος που είναι το ποίημα, καθώς η ποίηση αποβαίνει για την ποιήτρια ο μόνος ελεύθερος και ριψοκίνδυνος τρόπος-δρόμος για να γνωρίσει και να δώσει σχήμα και ύπαρξη στη δική της αλήθεια, κοινωνώντας την στον αναγνώστη.</p>
<p>Ας πάρουμε, ωστόσο, τα πράγματα με τη σειρά. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που είναι και το εκτενέστερο, τα ποιήματα εκκινούν από την καθημερινότητα και καταγράφουν σε αρκετές περιπτώσεις αφενός ένα οδυνηρό υπαρξιακό και κοινωνικό αδιέξοδο-διάψευση, και αφετέρου ένα οξύ αίσθημα εθνικής, αλλά και παγκόσμιας ανελευθερίας, το οποίο φαίνεται να επιτείνεται από τις νέες τρομακτικές συνθήκες που επέβαλαν η τρέχουσα πανδημία, οι μεταναστεύσεις και οι πόλεμοι. Το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο, ανακινεί παράλληλα και τη βυθοσκόπηση μιας αυστηρά ιδιωτικής περιοχής, όπου κυριαρχεί η αίσθηση της μόνωσης και της διάψευσης του έρωτα, η οποία τροφοδοτείται από τις πιο οικείες και ταπεινές όψεις της καθημερινής ζωής.</p>
<p>Επίκεντρο και αφετηρία, βεβαίως, αυτής της ποιητικής που διεκδικεί την έκφρασή της τόσο αμφίδρομα είναι ο εαυτός –ένα cogito που δεν του αρκεί να γνωρίζει ότι σκέφτεται προκειμένου να υπάρξει, αλλά που αγωνιά αφενός για την ποιότητα και το περιεχόμενο των στοχασμών και των συναισθημάτων του και αφετέρου για την αισθητική μετουσίωση αυτών των στοχασμών και συναισθημάτων σε ποίημα. Αναφέρομαι εδώ κυρίως στον κατά κανόνα επιτυχή ποιητικά συγκερασμό μιας συγκρατημένης συγκίνησης με ένα διανοητικό-στοχαστικό στοιχείο, προϊόν ανήσυχου προβληματισμού και άγρυπνης σκέψης. Τα ιδιωτικά βιώματα, επομένως, δεν παραμένουν κλειστά στον χώρο των φευγαλέων εντυπώσεων του καθημερινού βίου, αλλά ανοίγονται, εντέλει, προς μια βαθύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική νοηματοδότηση, όπου ο φθαρτός κόσμος μεταμορφώνεται, εντέλει, μέσα από το φαντασμαγορικό πρίσμα της ποιητικής αίσθησης.</p>
<p>Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχολογική εσωστρέφεια όχι μόνο δεν αποκλείει τη θεώρηση του κοινωνικού και ιστορικού χώρου, αλλά και δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής όρασής του, καθώς το θολωμένο ποτάμι της ιστορίας ανάγεται σε αντικειμενικό υπαρξιακό βίωμα, από το οποίο κάθε άλλο παρά λείπει η μοντερνιστική δραματικότητα. Δεν είναι τυχαίο, πάντως, ότι και στα δύο μέρη του βιβλίου ο αναγνώστης έχει έντονα την αίσθηση μιας θεατρικής παράστασης. Η τραγική αντίληψη,βεβαίως, ότι η ζωή μοιάζει με θεατρικό έργο στο οποίο ο άνθρωπος δίνει λίγο ή καθόλου νόημα είναι μια αντίληψη που επανέρχεται σε έργα μεγάλων συγγραφέων, παλαιότερων και νέων εκφράζοντας μια γενική ειρωνεία, μια εκδοχή της οποίας είναι η κοσμική ειρωνεία, το γεγονός, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος, ενώ επιθυμεί την αιωνιότητα, καλείται να ζήσει έχοντας επίγνωση του τέλους του, «του θυρωρού των ημερών» του.</p>
<p>Και παρά την τραγική αυτή επίγνωση, ωστόσο, η ποίηση για τη Λουκίδου αποτελεί πρωτίστως, ένα σημείο-τόπο καταφυγής, όπου πτυχές του παρελθόντος και του παρόντος συνθέτουν εικόνες και συγκροτούν, εν τέλει, ένα ενιαίο και διαρκές παρόν, αυτό της γραφής· ένα παρόν που λειτουργεί παροδικά, τουλάχιστον, ως λυτρωτικό καταφύγιο μέσα στο οποίο η ποιήτρια ευελπιστεί να προφυλάξει το πραγματικό της πρόσωπο από τον χρόνο, τη φθορά και τον θάνατο. Στο κέντρο, λοιπόν, της ποιητικής σκηνής μπαίνει το πρώτο ή τρίτο ενικό πρόσωπο, στο οποίο θεωρώ ότι συμπλέκονται δύο, τουλάχιστον, στοιχεία: το αυτοβιογραφικό-βιωματικό και το σκηνοθετικό αφηγηματικό. Θεμελιώνοντας στο πρώτο ενικό την αφήγησή της η ποιήτρια δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός οιωνεί μυθιστορήματος, στο οποίο ο αναγνώστης εμπλέκεται αναπόφευκτα. Παρά το γεγονός, μάλιστα, ότι τα στοιχεία αυτά φέρνουν την ποίησή της κοντύτερα στην πρόζα και καθιστά τα ποιήματα εύληπτα, εντούτοις συχνά ενέχουν συντακτικά, συνειρμικά άλματα, εικόνες και φράσεις ανοιχτές σε ερμηνεία που προκαλούν την φαντασία του αναγνώστη, καθώς και τη δεσπόζουσα μηχανή της ανατροπής.</p>
<p>Το ποιητικό εκκρεμές της Λουκίδου, πάντως, κινείται ανάμεσα από τον εγκλεισμό θεληματικό ή επιβεβλημένο έως το ελεύθερο άνοιγμα που προϋποθέτει η ποιητική συνομιλία με αγιοποιημένες μορφές του παρελθόντος (Νίκος Καρούζος, Ρενέ Σαρ, Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Κώστας Κρυστάλλης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Δημήτρης Παπαδίτσας, Σύλβια Πλαθ, Κατερίνα Γώγου κ.ά.)˙ όψεις παραπληρωματικές και αλληλοσυμπληρούμενες που δεν αναδεικνύουν μόνο τον φόβο του ποιητικού υποκειμένου μπροστά στη σιωπή και τον θάνατο, αλλά ταυτόχρονα και την ακλόνητη πίστη της στην υπονόμευση του «θυρωρού των ημερών» μας.</p>
<p>Περνώντας στο τελευταίο και πιο αυτοαναφορικό μέρος του βιβλίου, παρατηρούμε ότι δεσπόζει το θέμα της γραφής και της ποίησης. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί με μαεστρία σε αυτό το μέρος τον διάλογο για να αποτυπώσει την άγνωστη και, εν πολλοίς, ανείπωτη εμπειρία της συγγραφής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το βάσανο της γραφής, αυτός ο ασταμάτητος γκρεμός της γλώσσας, συμβιώνει αντιθετικά μαζί με την άσβηστη ρομαντική ελπίδα ότι ο ποιητής μετά τον θάνατό του «μετοικεί στους στίχους του», όπως έχει πει ο σπουδαίος ποιητής Κώστας Μόντης. Η βαθιά, επομένως, πεποίθηση της Λουκίδου ότι ηποιητική γλώσσα μας ελέγχει, δεν την ελέγχουμε, και ακόμα ότι η γλώσσα πρέπει να μας καταδεχτεί για να δημιουργήσουμε το ποίημα, την προφυλάσσει, τελικά, από τις παγίδες του ποιητικού ναρκισσισμού. Για αυτό και το ερωτικό θαύμα της ποίησης και της ζωής ξεπροβάλλει μέσα από τις κρύπτες της πραγματικότητας.</p>
<p>Σε διαλεκτική αντιπαράθεση τώρα της ποίησης της ελευθερίας και του έρωτα, ορίζεται ο θάνατος ως δίαυλος για τη διήθηση και τον έλεγχο των ανθρωπίνων σχέσεων, ως η βίαιη διακοπή και περιορισμός της φυσικής επικοινωνίας, ως λήθη της ζωής. Παρόλα αυτά, τόσο στην ελευθερία της ποίησης και του έρωτα προσμένουμε τη διάρκεια της αιωνιότητας, ίσως γιατί και στις δύο περιπτώσεις αναβάλλεται, έστω για λίγο η έλευση του μοιραίου και παρατείνεται η ψευδαίσθηση ότι η αναπότρεπτη φθορά μπορεί να λησμονηθεί. Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά εύθραυστο και εύπλαστο πλαίσιο, η ποίηση, όπως αναφέρει η Λουκίδου «είναι μια ανοιχτή υπόθεση την ίδια ώρα που είναι και προδιαγεγραμμένη. Είναι σχεδίασμα και δοκιμή, απόπειρα να αποδοθεί το φευγαλέο μιας αλήθειας, το ίχνος ενός περάσματος που μέχρι εκείνη τη στιγμή μάς διέφευγε. Μοιάζει με εκείνα τα άστρα που περνούν χιλιετίες, ώσπου να φτάσει σʼ εμάς το φως τους. Εμείς βλέπουμε τη λάμψη τους, όμως η πτώση τους έχει ήδη συντελεστεί εδώ και πολύ καιρό. Το ποίημα λοιπόν είναι ήδη γραμμένο και ολοκληρωμένο και η δική μας προσοχή στη σιωπηλή στιγμή της νύχτας μέσα μας είναι εκείνη που μας το εμφανίζει».</p>
<p>Λαμβάνοντας το πιο πάνω αυτοσχόλιο υπόψη, είναι εμφανές ότι η ποίηση βιώνεται και ορίζεται από την ποιήτρια ως μια διαρκής πνευματική και σωματική ακροβασία του ανείπωτου, μια πρωτίστως σωματική και ενστικτώδης λειτουργία που προστατεύει τον λυρισμό της σκέψης, την αιώνια παιδική ηλικία, και επιτίθεται στη βαρβαρότητα της νόρμας, στην κατανάλωση των σχέσεων, ακόμα και στην ίδια την ποίηση όταν αυτή είναι άσφαιρη. Η ποιήτρια δεν βιώνει, επομένως, μονοσήμαντα την ποίηση ως λυτρωτική αυτοέκφραση, αλλά, όπως καίρια το έθεσε η Ελένη Βακαλό, ως «τον τρόπο να κινδυνεύουμε». Γι&#8217; αυτό και η ποίησή της μετεωρίζεται συνεχώς ανάμεσα στο αυθόρμητο και το επεξεργασμένο, ανάμεσα στο βίωμα και στην υπέρβασή του, και θεματοποιεί αμφότερα τη βίαιη εισβολή του εξωτερικού κόσμου στον αφύλαχτο χώρο της ιδιωτικής ζωής και της ύπαρξης ή την αντίστροφη και, τις περισσότερες φορές, λυτρωτική παρέμβαση της ποιητικής όρασης που μεταμορφώνει τον εξωτερικό κόσμο και κυοφορεί το θαύμα. Και, βέβαια, μέσα στη διαλεκτική δομή του κειμενικού σύμπαντος της Λουκίδου, όπως αυτή η δομή αποτυπώνεται στη συλλογή ως συνδυασμός ορατού χώρου και αθέατης ή βαθιάς εσωτερικής διαστρωμάτωσης των εσωτερικών τοπίων, η φύση από τη μια, αλλά και το αστικό τοπίο και καθημερινά αντικείμενα από την άλλη επιλέγονται για να αποδίδουν καταστάσεις του υποκειμενικού κόσμου, ενώ ο θάνατος ανεξέλεγκτος διασχίζει κάθετα και οριζόντια όλη τη συλλογή με ποικίλα προσωπεία.</p>
<p>Συνοψίζοντας, η ελευθερία της ποίησης και της μνήμης, αποτελούν στην τελευταία συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου ένα λυτρωτικό καταφύγιο μέσα στο οποίο η δημιουργός μπορεί να ξεγελάσει τον «θυρωρό των ημερών» της. Σε μερικά ποιήματα, ωστόσο, η ποίηση βουλιάζει στο τραύμα, καθώς η μνήμη και η ποίηση φαίνεται να ανοίγουν περισσότερο μια χαίνουσα πληγή. Σε αυτά τα λιγοστά ποιήματα έχουμε τώρα μια ποίηση που μόνο παροδικά μπορεί να λειτουργήσει ως λύτρωση και η οποία περιβάλλεται από τη χροιά μιας μνήμης εκδικητικής, επώδυνης και σχεδόν πάντα διεκδικητικής του παρόντος της. Και οι δύο, πάντως, κειμενικές στρατηγικές της Λουκίδου, δεν αποκαλύπτουν μόνο την πρόθεσή της να μην αφεθεί μοιρολατρικά σε ό,τι την ταλάνισε και εξακολουθεί, ίσως, να την ταλανίζει, αλλά να αντιπαρατεθεί σε αυτό, μεταποιώντας το σε δικαιωμένες ποιητικά εκδοχές ζωής, ισορροπώντας επιδέξια ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν και κάποτε ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα.</p>
<p>ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ</p>
<p>ΕΚΕΙΝΟΙ:</p>
<p>Τ&#8217; αφήσαμε όλα στη μέση:<br />
τη νύχτα έκθετη στη μέση του καθιστικού<br />
ένα βιβλίο ανοιχτό στη μέση της ανάμνησης<br />
και τη βελόνα του πικάπ στη μέση του κενού.<br />
Αδιόρατα νεφελώματα σιγής<br />
τ&#8217; αφήσαμε να ανεβαίνουν ρυθμικά<br />
στην τρύπια στέγη που έχασκε<br />
καταμεσής της πόλης<br />
την ώρα που οι αρμόδιοι<br />
ξέστηναν βιαστικά το λούνα παρκ<br />
στη μέση της πλατείας<br />
ν&#8217; ανεγερθεί μνημείο ορειχάλκινο<br />
με φόντο τα χαλάσματα.</p>
<p>ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ:</p>
<p>[Εκείνος που αποκρίνεται<br />
– ο μόνος που επιτρέπεται να ομιλεί –<br />
ψιθυρίζει ακατάληπτες λαμπερές βεβαιότητες<br />
όπως ότι η μέρα που πεθαίνει<br />
είναι μια επιπλέον ομολογία<br />
για το αψηλάφητο μυστήριο του θανάτου<br />
και πως η τεντωμένη κλωστή της σειρήνας<br />
γδέρνει το πλάνο της αδράνειας<br />
να νικηθεί η πλήξη<br />
σαν αναρρίχηση εσπερινού<br />
πάνω από την εξάντληση και την πεζοπορία.]<br />
Είδατε, κύριοι, είναι όλα θέμα οπτικής.<br />
Η βόμβα απλώς βοήθησε<br />
να μπουν τ&#8217; αστέρια απευθείας στο δωμάτιο<br />
το βιβλίο σας δεν έλεγε άλλωστε πολλά<br />
και το βαλσάκι παλιομοδίτικο εντελώς<br />
ενώ ο ανδριάντας μας<br />
δίνει μια άλλη προοπτική<br />
κι οι φτέρνες, ω, δείτε τις φτέρνες του<br />
πόσο αποφασιστικά ανασηκώνονται<br />
γιατί οι στόχοι, κύριοι, είναι για τον ηγέτη μας<br />
ο μόνος στόχος.<br />
Απαγορεύει αυστηρά την αστοχία.<br />
Συγκινημένος σας ευχαριστώ.<br />
Εσάς, την ιστορία, τον γλύπτη.<br />
Και τώρα προσκαλώ τη χορωδία του στρατού.<br />
Ας κλείσει η τελετή αυτή αρμονικά.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΙΡΗΝΗ ΑΣΗΜΕΝΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 28/12/2022</p>
<p>Ένα κάλεσμα για επαναδόμηση με ανοιχτό φινάλε</p>
<p>Ο Θυρωρός των ημερών, η καινούρια ποιητική συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, είναι μια τελετουργία μετρήματος. Ένα όχι και τόσο μυστικό συναπάντημα του χρόνου με το διάβα του και τους τρόπους που αφήσαμε πίσω, σε συνάρτηση μ’ αυτούς που αναδύονται τώρα. Τα εμπόδια, που πριν προλάβουν να γίνουν ανυπέρβλητα, παίρνουν τις έμψυχες μορφές μιας τελευταίας δράσης για συγκίνηση.</p>
<p>Τα σύννεφα ραγίζουν, οι σκόνες βαρούν συναγερμό κι η τέφρα αναρριχάται στις φωνές των κάποτε τυφλών. Όλα στο σύνολό τους συντελούν στο πλάσιμο μιας γλωσσικής αποκάλυψης, ενός καλέσματος για την επαναφορά του ρυθμού.</p>
<p>Η ποιήτρια χρησιμοποιεί περίτεχνα τις λέξεις, όπως άλλωστε την έχουμε συνηθίσει να το κάνει και από περασμένες ποιητικές συλλογές της, βάζοντας αυτή τη φορά, ινδάλματα του παρελθόντος αντιμέτωπα με τη διαλεκτική των ημερών.</p>
<p>Μιλούν τα φαντάσματα; Κι αν μιλούν, τι έχουν σήμερα να πουν σ’ εκείνην και κατ’ επέκταση σ’ εμάς, τους αναγνώστες της; Ποιος είναι ο ρόλος τους;</p>
<p>Είναι μήπως αυτά οι Θυρωροί των ημερών; Και αν ναι, μήπως ακούγονται;</p>
<p>Βιρτζίνια δεν ακούγεσαι, λέει στη Βιρτζίνια Γουλφ στο ποίημα «Ο θαλαμηπόλος» που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον θάνατο, τον θυρωρό των δικών της ημερών που τη δελεάζει λέγοντάς της:</p>
<p>Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά / στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες / λιώνεις εσύ θριαμβευτικά, μα εκείνες παραμένουν […]</p>
<p>Τι πάει όμως να πει «παραμένουν», για ποιους παραμένουν οι πετρούλες ή αλλιώς τα λόγια που έχουν ή δεν έχουν ειπωθεί και γιατί; Ή μήπως είναι το άψυχο που κατακτά τη διάρκεια, ενώ το έμψυχο λιώνει και θρυμματίζεται; Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου δεν συνομιλεί με το παρελθόν σε αυτό σε ένα πλαίσιο απλής διακειμενικής συνύπαρξης ή στείρας επίδειξης γνώσεων. Κουβαλά τη λογοτεχνική παράδοση ελλήνων και ξένων λογοτεχνών σε μια βαλίτσα, σαν θησαυρό, που κάποιος πρέπει να ανοίγει που και που για να ενώνει τα κομμάτια.</p>
<p>Τα ψήγματα, τις εκδοχές, τα φράκταλ της αλήθειας.</p>
<p>Η Αλήθεια για την ίδια βρίσκεται πάντα στον ρυθμό. Εκείνον που μας δόθηκε για να τον μοιραστούμε. Μοιράζεται λοιπόν την αλήθεια μέσα από το μουσικό χαλί του ρυθμού που έχει δοθεί, τόσο από τη φύση, ή αν θέλετε το αρχετυπικό της παράδοσης, όσο και από παρελθοντικούς μπροστάρηδες του λόγου. Είναι, θα έλεγε κανείς, μια πρόσμιξη, ένα duente, όπως το έχει περιγράψει ο Lorca σε διάλεξή του το 1934 στο Buenos Aires.</p>
<p>Γράφει η Λουκίδου στο ποίημα «Ωδή στη βαλίτσα»:</p>
<p>Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν / κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα;</p>
<p>φτιάχνοντας μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο, όπως σημειώνει παρακάτω, προσγειωμένη ωστόσο τρυφερά, θα λέγαμε, όπως η φράση «Σ’ αγαπώ», πάνω στη μέρα μιας μη αναστρέψιμης φυγής. Είναι εν ολίγοις, ένας λόγος αναίμακτης προσγείωσης. Σαν mise en scene ενός auteur, που κλείνει μια χρεοκοπημένη λέξη μέσα σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας, απλά για να το σπάσει στην επόμενη σκηνή και να μας πασαλείψει.</p>
<p>Η ποιήτρια γενικότερα ελκύεται από τη δημιουργία εικόνων που παραπέμπουν σε μοντάζ μεγάλων σκηνοθετών του σινεμά. Σαν άλλος Alain Renais, κάνει παιχνίδια με τη μνήμη περιγράφοντας ένα εγκαταλελειμμένο τοπίο στο ποίημα «Μύλοι Αλλατίνη», για να το συσχετίσει με τη ληθαργική ψυχή και το κοιμισμένο σώμα. Χρησιμοποιεί τη σημειωτική εναπόθεση των εικόνων για να μιλήσει μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο απ’ αυτό της απλοποιημένης λυρικής αφήγησης ακριβώς όπως το κάνουν και οι σημαντικοί ποιητές της μεγάλης οθόνης. Μας λέει:</p>
<p>Χρόνια μετά, στη συμβολή / Κάλλας, Ανθέων, Λασκαράτου / κουφάρι παλατιού / δαγκώνει το νερό δυο πυρκαγιών / κρότους σταρένιου σκοταδιού ελευθερώνει / αλέθει τη σκόνη των παλιών βηματισμών / δεν ησυχάζει…</p>
<p>κι εμείς δεν μπορούμε παρά να αφεθούμε στη δύναμη τόσο του πολιτικού και ιστορικού της λόγου όσο και της ανυπότακτης νοσταλγικής διάθεσης ενός κουφαριού, που θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε σώμα, κτιριακό ή ανθρώπινο, κάτω από την απειλή του αφανισμού.</p>
<p>Στο σημείο αυτό θα επεσήμανα πως ο στομάχι, ο πυρήνας ή το κέντρο αν θέλετε της παρούσας ποιητικής συλλογής είναι το ποίημα της σελίδας 50, ακριβώς στο κέντρο του βιβλίου, με τίτλο «Ευτυχία είναι, ή έξι σκηνές κάτω απ’ τον πολυέλαιο». Γιατί το λέω αυτό;</p>
<p>Ο πρώτος κινηματογραφικός συγγραφέας που γνωρίσαμε δεν είναι άλλος από τον Πλάτωνα και το σπήλαιό του. Οι σκηνές που περιγράφονται στο κείμενό του και οδηγούν σε μια αποκαλυπτική συνειδητότητα, δεν είναι κάτι άλλο στην ουσία από αυτό που αργότερα ονομάσαμε camera obscura. Τη λειτουργία δηλαδή μιας δεσμίδας φωτός που εισχωρεί σε σκοτεινά δωμάτια, υπό τη βοήθεια ενός φακού ή πρίσματος και προβάλλει την αλήθεια τού έξω κόσμου γι’ αυτούς που βρίσκονται εκεί. Για να γίνει ο έξω κόσμος μέσα. Για να γίνει το ασυνείδητο, συνειδητό. Για να μετουσιωθεί η πληροφορία σε γνώση.</p>
<p>Η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου τοποθετεί αναλόγως, με εκλεπτυσμένη θεατρικότητα τις έξι σκηνές της κάτω από έναν πολυέλαιο, ένα συμπαντικό στερέωμα που φωτίζει τη Γη, για να την απελευθερώσει από την ψευδαίσθηση του θανάτου.</p>
<p>Μας μεταφέρει ξανά στο σκηνικό της αποκάλυψης όχι για να μας υποδείξει τον θάνατο αλλά για να τον χρησιμοποιήσει σαν τελεολογικό επιχείρημα υπέρ της άφθαρτης, αιώνιας ζωής. Είναι σαν να μας λέει:</p>
<p>Στην άκρη της αρχής ένα ελάφι ξεδιψά./ Οι πόλεις δεν έχουν ακόμα εξημερωθεί / όμως τα νήπια στην αυλή κυκλώνουν τον χιονάνθρωπο / κρατούν καινούργιες σβήστρες αρωματικές, τον δείχνουν /</p>
<p>διδάσκουν στους σοφούς την ασταθή διάρκεια./ Ρωτούν: Γιατί ακούγεται ένα νι / όταν προφέρουν τη συγχώρεση;[…]</p>
<p>Μόνο τα παιδιά αντιλαμβάνονται βλέποντας τον χιονάνθρωπο πως όλα αργά ή γρήγορα διαλύονται, υπόκεινται στον νόμο της ανελέητης φθορά, γι’ αυτό και δείχνοντάς τον στους σοφούς τούς υποβάλλουν έμμεσα τον τρόπο που τους διαφεύγει. Τη συγχώρεση.</p>
<p>Παρακάτω σε άλλη σκηνή παρακολουθούμε μία ρουτίνα δίχως δράμα που ωστόσο προσδίδει μια κάποια ασφάλεια, υπό μια έννοια και η ανάλογη διαλεκτική μ’ αυτήν του σπηλαίου του Πλάτωνα. Τρίτη σκηνή:</p>
<p>Εκείνος βλέπει τις ειδήσεις / εκείνη καθαρίζει φασολάκια / λεπτές λωρίδες πράσινες / πέφτουν οι ώρες της κοινής ζωής / φύση νεκρή μα θρεπτική σαν την ασφάλεια.</p>
<p>Στις επόμενες σκηνές, καταργείται σταδιακά η ασθένεια από την ανθρωπότητα με τον στίχο</p>
<p>Στον μίσχο του θερμόμετρου / άστρο νεκρό ο υδράργυρος, σιγά σιγά στο κοίλωμα του ύπνου ασχημάτιστος / υποχωρεί κι ο θάνατος</p>
<p>για να μας δώσει στη συνέχεια τις δυο τελευταίες σκηνές της Ανάστασης:</p>
<p>Ώσπου από τον κυλιόμενο ιμάντα των αποσκευών / οι αγαπημένοι απελθόντες επιστρέφουν: / Πρώτος ο πρίγκιπας Εξιπερί με το τριαντάφυλλό του /ακολουθεί ο Ασλάνογλου με τις Ωδές στον πρίγκιπα /</p>
<p>και ο Ρονσάρ /– πρίγκιπας των ποιητών και ποιητής των πριγκίπων – / κι άλλοι πολλοί κρατώντας αντί κεριά αναστάσιμα / φωτογραφίες οικογενειακές από το παρελθόν της στάχτης</p>
<p>ώσπου</p>
<p>Οι προφητείες των γαλήνιων ημερών όλες εδώ / κι εμείς πρώτη φορά ελεύθεροι / σαν περηφάνια πέντε ηπείρων μαζεμένη.</p>
<p>Μέσα από τις έξι σκηνές αυτού του ποιήματος μπορεί επίσης κάποιος να προσέξει, κάνοντας ένα βήμα πίσω, τη συχνή επανάληψη συγκεκριμένων λέξεων, μέχρι που αποκτούν έναν αρχετυπικό χαρακτήρα, που κάτω από την επίβλεψη του Θυρωρού, παίρνουν στέρεα μορφή και δύναμη ροπής για την εκφορά του τελικού νοήματος. Τέτοιες λέξεις είναι και ο πολυέλαιος, το κλάμα, η πλάνη, το χιόνι που λιώνει, τα φτερά, τα φαντάσματα, οι κλωστές, ο πρίγκιπας και η ασφάλεια.</p>
<p>Η ποιήτρια, θα έλεγε κανείς πως κτίζει μια διαλεκτική με γρίφους πίσω από λέξεις που επανέρχονται από ποίημα σε ποίημα, καταφέρνοντας έτσι να τις ξεχωρίσει και να τις χρησιμοποιήσει ως λεκτικά εργαλεία που θα εκμαιεύσουν την αλήθεια για τον αναγνώστη. Είναι λες κι είναι φρέσκιες οι λέξεις, απάτητες, ανεξερεύνητες. Γρίφοι που αρχικά διαφεύγουν της σύλληψης και παραμένουν στον λαβύρινθο του αυτιού μας, όπως μια εμβοή χωρίς θεραπεία. Όσο προχωρά ωστόσο κανείς προς το τέλος της συλλογής, στο τελευταίο μέρος της ειδικότερα, τα τοιχώματα σπάνε. Η ποιήτρια συνομιλεί με την ίδια την τελετουργία της ποιητικής. Αποδομεί τα εργαλεία της, φροντίζει να τα αποφορτίσει. Να τα καθαρίσει από το νόημα που επιλέχτηκε να μεταφέρει ο θυρωρός και ύστερα, μετά την κάθαρση, να τα παραδώσει ατόφια κρατώντας για μας το νόημά τους.</p>
<p>Ο Θυρωρός των ημερών στο σύνολό του, μας εφιστά την προσοχή στη δυστοπία της απόστασης που επιχειρείται μέσα από την επίδειξη της τέλειας εικόνας. Την ψηφιακή, την άνυδρη, την τυπική, τη χαμένη στα νεφελώματα του διαδικτύου αλλά και της επιβεβλημένη απαγόρευσης εγγύτητας.</p>
<p>Ο κόσμος των ημερών του Θυρωρού που συμπίπτει με τα τελευταία τρία χρόνια μιας απρόσκλητης πανδημίας, φθείρεται όλο και περισσότερο. Οι άνθρωποι αρρωσταίνουν, πεθαίνουν κι όμως η πολυπόθητη αληθινή αγκαλιά φαίνεται να χάνεται μέσα στα megapixel της αφής. Στο ποίημα, «Έξοδος» χρησιμοποιεί την αλεπού του Μικρού πρίγκιπα, για να την βάλει στους τελευταίους στίχους να διασχίζει τις λεωφόρους των πόλεων.</p>
<p>Βρέφη και νεοσσοί αναπνοών τη συνοδεύουν / στη θριαμβευτική της είσοδο /στη μόνη αδιαπραγμάτευτη περιοχή της υφηλίου / την άδεια αγκαλιά.</p>
<p>Με λίγα λόγια, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου ελπίζει σε μιαν επαναρρύθμιση της ανθρωπότητας και σε κατάργηση των συνόρων. Όχι μόνο των χωροταξικών, αλλά και των χρονικών. Μια αναγέννηση που φυσικά θα επακολουθήσει της φθοράς.</p>
<p>Ο Νίκος Εγγονόπουλος έχει γράψει: «Η Τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:</p>
<p>η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε».</p>
<p>Φυσικά ο Εγγονόπουλος μιλά για εξιλέωση, ένα είδος θεραπείας. Στο τελευταίο μέρος του «Θυρωρού», σε συνάρτηση ακριβώς με το τι είναι ποίηση, η Ε.Α. Λουκίδου βάζει τον εαυτό της αλλά και τον κάθε ποιητή σε μια συνομιλία με τον αναγνώστη αλλά και με την ίδια την πράξη της ποίησης. Ανοίγει με σεβασμό την εργαλειοθήκη της και μας τοποθετεί απαλά απέναντι από τη διαδικασία, με σκοπό να μας βάλει κι εμάς σ’ εκείνο τον χορό γύρω από τη φωτιά, σαν σαμάνος που μέσα του κλείνει τον ρυθμό και νιώθει χρέος του να τον μεταδώσει και να θεραπεύσει. Κάποια μάλιστα από τα ποιήματα του τρίτου μέρους λειτουργούν ως απάντηση στον τίτλο τους.</p>
<p>ΚΑΙ ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;</p>
<p>Ότι το έγκλημα /θα αθωώσει για μια στιγμή τον δράστη του /πως η βαρύτητα μιας βλεφαρίδας /κι ενός δαφνόφυλλου το σύρσιμο /θ’ ανασηκώσουν κύματα /και τα θεμέλια μιας πόλης σκοτεινής /στο διάφανο θα τα μετατοπίσουν /ότι η γλώσσα /την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει /κι οι μονομάχοι /– νηφάλιοι και πρωινοί – /με τα πνιγμένα βρέφη αγκαλιά /απ’ την ασάλευτη σκιά /μες στον ναό μιας τάξης σχολικής /θα προχωρήσουν.</p>
<p>Ο Θυρωρός των ημερών δεν επιδέχεται ερμηνεία. Δεν μεταφέρει κάποιο μήνυμα κρυφό, να μην το δουν οι άλλοι. Είναι ένα κάλεσμα για επαναδόμηση με ανοιχτό φινάλε. Μια παρόρμηση να ρίξουμε τους φράχτες, να γίνουμε ένα με το άπειρο, χωρίς φόβο, με πάθος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ</strong></h5>
<p>ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 12/2/2023</p>
<p>ΣΚΗΝΙΚΟ ΣΕ ΠΑΥΣΗ</p>
<p>Η τελευταία συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου αποτελεί μια συνεπή συνέχεια στην ποίησή της που με νευρώδη λόγο και έρρυθμο στοχασμό βυθομετρά τις κυμάνσεις μιας επίμονης υπαρξιακής αναζήτησης. Υπαρξιακή, πράγματι, κατά κύριο λόγο η ποίησή της, υποστασιοποιείται σε μια φασματική σκηνοθεσία, συχνά με υλικά από ένα γκροτέσκο θέατρο ποικιλιών, με τα αντικείμενα να λαμβάνουν το ρόλο μιας απόκοσμης παντομίμας αυτού που θα έπρεπε να είναι η παρουσία. Έτσι, συχνά συντίθεται ένας ερειπιώνας αναμνήσεων, παράταιρων εξαρτημάτων και αλλόκοτων μορφών ενός σκηνικού σε παύση, όπου το άτομο ανασύρει από τις καταπακτές του χρόνου εμβλήματα ενός τότε που στοιχειώνουν με την παράλογη εκκρεμότητά τους και την επίμονή διάρκειά τους το τώρα. Σοφίτες, ενυδρεία, έρημοι κήποι, μαυσωλεία, καταργημένες γειτονιές, φελινικά ταμπλώ βιβάν, παρηκμασμένα οικογενειακά καθιστικά περιβάλλουν το άτομο έγκλειστο σε μια εικονογραφία άπνοιας, στην «ειρωνεία του ασύνδετου στον ενιαίο τρόμο».</p>
<p>Ο ΕΡΩΤΙΔΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ</p>
<p>Πώς ανατέλλει ξαφνικά εορταστικό το μαυσωλείο!<br />
Γελιέται η Λύπη και τρέχει σκοτεινή<br />
προς τους πανσέδες.<br />
Θα έχει, σκέφτεται, ψωμί η ολοκαίνουργια καταπακτή<br />
με το γενναίο βρέφος που επιμένει.<br />
Διασχίζει πένθη, φήμες κακόβουλες, προβλέψεις<br />
[ πως, τάχα, ξεκολλάει κάποτε η καρδιά<br />
– οπωσδήποτε, λένε, ξεκολλάει –<br />
και άψυχες κατρακυλούν οι ολονυχτίες του έρωτα<br />
όπως οι άσπρες ανεμώνες απ’ τις παλιές ταπετσαρίες<br />
στα ψηλοτάβανα cafe της Βιέννης ]</p>
<p>μα αναβοσβήνει τόσο ανυπεράσπιστα<br />
τα χέρια του το βρέφος<br />
κι είναι καιρό σταθμευμένα τα πέλματα<br />
στις φλούδες του πυθμένα…<br />
Το αποφασίζει, αλλά δειλιάζει προς στιγμήν.<br />
Σπαράζει στο κλάμα εκείνο<br />
μόλις τη βλέπει να το προσπερνά.<br />
Πισωγυρνά.<br />
Το παίρνει στα χέρια με λαχτάρα.</p>
<p>Την κατασπαράζει.</p>
<p>Συχνά οι μορφές ακινητούν με μια ευγενική παραίτηση σε τοπία φθοράς που αγκιστρώνονται στη αρωματισμένη, ψευδαισθητική διακόσμηση ενός παρελθόντος που τα περιβάλλει με την αχλή του τετελεσμένου, ανίκανες να αντισταθούν στον θυρωρό των ημερών χρόνο.</p>
<p>ΑΓΙΑ ΕΡΗΜΙΑ</p>
<p>Η γυναίκα στην κήπο αυτό το καλοκαίρι<br />
περιμένει.<br />
Είναι Αύγουστος και περιμένει.<br />
Κάποιος που δεν του αντιστέκεται<br />
ράβει με σταυροβελονιά το στόμα της.<br />
Η γλώσσα ολοένα συστρέφεται<br />
γύρω από γομφίους και κοπτήρες<br />
απομεινάρια ρίγανης, φωνήεντα Βοημίας<br />
αναπολεί βεγγέρες οικογενειακές<br />
μα πια σπασμένες οι φωνητικές χορδές<br />
που κελαηδούσαν τη «Ραμόνα»<br />
κι, άλλωστε, κανείς πιο μελαγχολικός<br />
από έναν νάνο σε σκαλωσιά<br />
να εικονογραφεί με φράσεις ανεπίδοτες<br />
τον ουρανίσκο. […]</p>
<p>Κανείς δεν ισχυρίζεται πως δεν συνομιλεί κατάβαθα.<br />
Νυχθημερόν προσεύχεται στην ερημία των δρόμων.<br />
Την εμπιστεύεται πολύ, κυρίως για την απόσταση<br />
που υπόσχεται συναντήσεις, ακόμα και ενέδρες.<br />
Τη συγκινεί, προπάντων, η ευπρέπεια του βηματισμού<br />
που οπισθοχωρεί και παραιτείται.<br />
Πριν της σερβιριστεί το βραδινό<br />
φτύνει πολύχρωμες κλωστές<br />
από τις χαραμάδες των χειλιών<br />
κι επικαλείται ήχους τρεμάμενους<br />
να την συντρέξουν<br />
στο όνομα πάντα ενός Σεπτέμβρη<br />
που θα ανοίξουν τα σχολεία των βροχών<br />
κι η αφωνία του κήπου της<br />
θα παραβγεί με διαφορά<br />
των κλειστών σινεμά τις αίθουσες<br />
και των πιστών του έρωτα<br />
την ατολμία.</p>
<p>Ένα από τα δυνατά στοιχεία της γραφής της είναι τα φασματικά εσωτερικά της συντριβής που μοιάζει να ξηλώνει τα εμβλήματα μιας αστικής σκηνογραφίας, τα ρούχα, την επίπλωση, τα παλιά τραγούδια, στρεβλώνοντας τα στη γκριμάτσα του γελωτοποιού, στην σκισμένη τέντα του τσίρκου που συγκρατεί κάτι από την τρομώδη ομορφιά της παλαιάς ακμής τους και τον εφιαλτικό τους εκφυλισμό σε σύμβολα της φθοράς. Έτσι συχνά αυτά τα εσωτερικά διαποτίζονται από το κλίμα ενός βυθού, βυθού της ύπαρξης που βλέπει τα συμπαγή σκηνικά της ζωής να μετατρέπονται σε ενυδρεία και να διαθλούν παραμορφωμένες τις βεβαιότητες.</p>
<p>Αυτή η εξαλλαγή αποτυπώνεται σε σκηνές και μοτίβα του τσίρκου που λειτουργούν ως φαντασμαγορική αλληγορία του παράλογου, του ξεχαρβαλωμένου νοήματος της ύπαρξης, της γλώσσας, του έρωτα κ.ο.κ. Π.χ. στο ποίημα «Cirque du freak»: «Το πάρκο με τα τροχόσπιτα / και τα μαγαζιά που κάνουν τατουάζ / γρυλίζει τον προορισμό του / ελπίζει κι ας μην κατανοεί. / Στο τσίρκο Μπέιλι η φρίκη και η αυτάρκεια / απλή υποδιαίρεση του κόσμου. […] Ποιος θ’ αποστρέψει το βλέμμα του / απ’ την αλληγορία αυτή / την ομοούσια με την Αχερουσία;».</p>
<p>Παρόμοια και στο «Γλώσσα, η μικτή καταπόνηση»: «Κάτω από τέντα χάρτινη, ριγέ / η γλώσσα καταπίνει επτά σπαθιά / οι οδαλίσκες πνίγονται στις πέρλες τους / λέξεις νυχτερίδες στα μαλλιά / ξεθάβουν αρμύρες βάλσαμα / σε πολιτείες άδεντρες[…]». Ο ίδιος άνεμος της φθοράς πνέει και στο ποίημα «Μύλοι Αλατίνη» που στοχάζεται το εβραϊκό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, πατρίδας της ποιήτριας, ή τα εγκαταλελειμμένα ξενυχτάδικα του Βαρδάρη, αλωμένα από τα έργα του μετρό: «Βαρδάρης after»: «Ούτε να πας, ούτε να δεις / Και τι να δεις; / Τον άνεμο να σκουντουφλά πάνω σε λαμαρίνες / πέρα δώθε να κουνά κινέζικα φανάρια; / Ταντάλου, Δάμωνος, Σαπφούς / είναι ο Βαρδάρης μια παγόδα θαμπωμένη / με τα παλιά βεγγαλικά παραχωμένα / κάτω από φόρμες μαύρες σατινέ / μασίφ ανάσες, μασουράκια / άφαντο το “Μουλέν Ρουζ”, το “Λαϊκόν” / μισολιωμένο χιόνι η “Τροπικάνα” […]». Το απανταχού ενεδρεύον παράλογο μάχονται, βέβαια, οι στιγμές της ηπιότητας όπου το ποιητικό βλέμμα στρέφεται στην ορατότητα του ανοιχτού ορίζοντα και την τρυφερότητα των «μικρών» πραγμάτων.</p>
<p>Τα περισσότερα ποιήματα τα ανέγνωσα ως ψύχραιμες ελεγείες, γιατί η ποιήτρια αποφεύγει τον άμεσα ελεγειακό τόνο, αλλά τον υποδηλώνει μέσα από την εικόνα ή την αφοριστική διαπίστωση, μόνιμα εργαλεία της στην κατάστρωση του ποιητικού σχεδίου. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η στακάτη θεατρικότητα του κειμένου, καθώς σε αρκετά ποιήματα που ξεκινούν μονοφωνικά διακρίνουμε εμβολές παράλληλων φωνών, που δηλώνονται με πλαγιωμένα γράμματα. Συχνές είναι επίσης και οι άμεσες απευθύνσεις στον αναγνώστη ή προς έναν αόρατο συμπράττον πρόσωπο, λόγια που εκφωνούνται ενώπιον ενός ακροατή ή εκπορεύονται υπονομευτικά από αυτόν. Έτσι ενισχύεται η διαλογική διάσταση των εκφωνούμενων που ποικίλλει ευεργετικά τη μονοφωνική εκφορά του στοχασμού.</p>
<p>Μια τελευταία ομάδα ποιημάτων αποτελούν τα ποιήματα για την ποίηση, ενότητα που δηλώνεται με την πρόταξη ενός μότο του Alain Bosquet, το οποίο μας εισάγει στη θέση της ποιήτριας για τη γλώσσα και την ποίηση ως μια διαρκή μάχη ενάντια στο μάταιο, τη σιωπή, ως διηνεκή χαρτογράφηση του λανθάνοντος, εν αχρηστία συχνά διαβιούντος, φαινομενικά ευτελούς μα εξαιρετικά σημαντικού συστατικού της ζωής. Εδώ βρίσκουμε νύξεις για την κάποτε καρναβαλική και κανιβαλική λογοτεχνική σκηνή, αλλά αυτό που κυριαρχεί είναι η θεώρηση της ποίησης ως μιας περιοχής αθωότητας, χορηγούμενης με επώδυνη θητεία στην τεχνουργία της.</p>
<p>ΥΑΛΟΥΡΓΙΑ</p>
<p>— Αμμώδες<br />
και επιλέγει πορώδες υπέδαφος για ν’ αναπνέει.<br />
— Και πώς αναπνέει;<br />
— Με τις σιωπές.<br />
— Και είναι το ποίημα αμμώδες;<br />
—Ναι, γιατί είναι γυάλινο και σπάζει.<br />
— Το ίδιο;<br />
— Όχι, το ίδιο ποτέ.<br />
Εκείνος κυρίως που το γράφει<br />
κι αν είναι τυχερός κι αυτός που το διαβάζει.<br />
— Και θεωρείται τύχη<br />
να βγεις απ’ την ανάγνωση με κάταγμα;<br />
— Αν είναι συνεχής η διάβρωση<br />
τότε εκείνο που σπάζει πρώτο<br />
είναι η φωνή. […]</p>
<p>Ωστόσο η κατακτημένη τεχνική της Λουκίδου σε αρκετά σημεία υπονομεύεται από την επιλογή της να είναι περισσότερο περιφραστική απ’ ό,τι επιτρέπει η οικονομία του λόγου. Έτσι δημιουργείται ένας φραστικός πληθωρισμός, μια αναλυτική έκφραση, εκεί που θα χρειαζόταν αφαίρεση. Όπως ομολογεί μιλώντας για τη γλώσσα, «Κάποτε η υπομονή εργάζεται την αφαίρεση / άλλοτε θρησκεύεται την αρμονία του περιττού». Αναφέροντας την αρμονία του περιττού, δείχνει ότι έχει υπόψη της τη συγκεκριμένη τάση της, αλλά επιλέγει την πλατιά φράση όχι μόνο ως μηχανισμό ρυθμοποίησης αλλά και ως όργανο μιας συγκεκριμένης τονικότητας στην ατμόσφαιρα που επιδιώκει. Η πλατιά αυτή φράση μοιάζει να είναι το στημόνι πάνω στο οποίο οργανώνεται το κειμενικό υφάδι, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα από τα οποία ξεπηδούν οι αληθείς στιγμές του λόγου. Βέβαια, έτσι δεν αποφεύγει τον κίνδυνο συσσώρευσης. Αυτή η πλησμονή συνοδεύεται επίσης, σε ορισμένα σημεία, από κάποια λεκτική θολότητα και ελλιπή συνάφεια των εικόνων, όπου συναριθμούνται παράταιρα υλικά ή άστοχες λεκτικές συνάψεις, αλλού «μπουκώνοντας» κι αλλού θαμπώνοντας το κείμενο. Παράδειγμα το ποίημα «Κόρη»:</p>
<p>Η δωρεά της αιχμαλωσίας<br />
έχει ένα θάρρος συνεπαρμένο απ’ την απανεμιά<br />
μια άνευ όρων παράδοση στον όλεθρο του ονόματος<br />
γλώσσα του μεσημεριού στην ανατολική κουζίνα<br />
ή αλλιώς<br />
η ψαλμωδία του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού<br />
πριν χτυπηθεί το αυγολέμονο της μαγειρίτσας. […]</p>
<p>Πέρα από αυτές τις αστοχίες, «Ο θυρωρός των ημερών» είναι μια άξια συνέχεια στην ποιητική παραγωγή της Λουκίδου. Έχει, ήδη από τις προηγούμενες δουλειές της, κατακτήσει το δικό της ευδιάκριτο ποιητικό σύμπαν και τον ταυτοτικό της λόγο. Η στακάτη αφοριστικότητα του αφηρημένου λόγου, η εξπρεσιονιστική ενίοτε εικονογραφία του υπαρξιακού τρόμου, η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία της φθοράς, πάγιες σταθερές στην ποίησή της, ενισχύονται από μια μεγαλύτερη στην εδώ συλλογή θεατρικότητα και ένα βαρύθυμο μα μεστό στοχασμό που από τη μια ανατέμνει επώδυνα το παράλογο της ύπαρξης και από την άλλη αναζητά με ευγένεια το χώρο της μυστικής ψυχής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>OANAGNOSTIS.GR 18/2/2023</p>
<p>Η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, μετά την έβδομη ποιητική της συλλογή Αφόρετα θαύματα (Κέδρος, 2017), και μετά από τα Δοκίμια κριτικής Στους πίσω κήπους μίας λέξης (Ρώμη, 2020) έρχεται να προσφέρει και πάλι, μέσα από το θαυμάσιο κάνιστρο της υψηλόπνοης ποιητικής της δημιουργίας, την όγδοη κατά σειρά ποιητική της συλλογή με τον ιδιότυπο τίτλο Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ.</p>
<p>Καθόλου περιττό δεν είναι, καταρχάς, να υπογραμμιστεί η εκδοτική ποιότητα και αυτού του έργου της Λουκίδου από τις εκδόσεις Κέδρος, καθώς και η εξαιρετική σύνθεση του εξωφύλλου από την Ξένια Τρύφωνος, η οποία αξιοποίησε εικαστικό έργο της Ελληνοκύπριας ζωγράφου Ελένης Θεοδούλου φιλοτεχνημένο ειδικά για τη συλλογή.</p>
<p>Άκρως επιτυχημένη είναι η επιλογή των δύο στίχων του Δ. Π. Παπαδίτσα από το ποίημα «Έμβρυο φως»[1] που λειτουργούν ως προμετωπίδα της συλλογής: Κι από μια συλλαβή σ’ ένα δάσος / κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του. Και αυτό, επειδή η ποιήτρια, στο έργο της, μέσα στο δάσος των λέξεων και στην περιπλάνηση στο αχανές των ποιητικών συνειρμών αναζητεί την ταυτότητα του δικού της υπαρξιακού και ποιητικού «είναι».</p>
<p>Κατά γενική ομολογία, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, στα έργα της επινοεί τίτλους που ξαφνιάζουν. Εν προκειμένω, Ο θυρωρός των ημερών συνιστά μια άκρως ενδιαφέρουσα πολυσημία. Η λέξη θυρωρός παραπέμπει στον όρο κλειδοκράτορας και κατ’ επέκταση στον απόλυτο κυρίαρχο. Έτσι, το μεταφορικό σχήμα προσδίδει στο υποκείμενο, τον απόλυτο εξουσιαστικό έλεγχο των ημερών, δηλαδή του χρόνου. Αυτός είναι που ανοίγει και αφήνει να φανούν τα όσα περιέχουν αλλά και τα όσα επιφυλάσσουν οι ημέρες, οι ώρες και οι συνακόλουθες υποδιαιρέσεις τους. Ο χρόνος ̶ αέναος χτύπος, ρυθμός μυθικός ̶ δεσπόζει παντού και ο θυρωρός «δεν ξεγελιέται[2]» όπως αναφέρεται στο πρώτο και ομότιτλο ποίημα της συλλογής.</p>
<p>«[…]Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν / καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους / πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής / που αργοπορούν αφηρημένες / κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών[3]. […]»</p>
<p>Ο χρόνος, εξουσιάζει τα πάντα ακόμη και μέσα στον κόσμο της ερημίας.</p>
<p>«Η γυναίκα στον κήπο αυτό το καλοκαίρι / περιμένει[4]./ […] / Έχει αποφασίσει να παραμείνει αμίλητη / μέχρι η σκουριά στα σπλάχνα της / να διασταυρωθεί με άταφα μοιρολόγια[5].» […]</p>
<p>Η σύζευξη της απόλυτης σιωπής με την αίσθηση του θανάτου, αντιπαραβάλλεται με την Ερημία των δρόμων και το αχανές των αποστάσεων που «υπόσχεται συναντήσεις, ακόμα και ενέδρες»[6]. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται ένα περιβάλλον στο οποίο συνυπάρχει η σωρεία ετερόκλητων και αντιθέτων.</p>
<p>Ο χορός των αντιθέτων κορυφώνεται στο πολύστιχο ποίημα ΞΕΝΟ ΣΩΜΑ[7]. Χαρακτηριστικό του είναι ο αφηγηματικός χαρακτήρας, όπου ο πληθυντικός του «εμείς» εναλλάσσεται με τον ενικό του «εγώ».</p>
<p>«Εδώ που ήρθαμε κυνηγημένοι / από το ποδοβολητό των χαλασμάτων / το μόνο που μας απομένει είναι / η διάψευση του εαυτού[8]. / ̶ Τι είν’ όλοι αυτοί εδώ; / ̶ Μοιάζουν λαμπάδες / ̶ Γιατί δεν βγάζουν λάμψη; / ̶ Μάλλον γιατί δεν φλέγονται. // Πλησίασα και διέκρινα: βρεγμένα σπίρτα με προορισμό / να μπουν ξανά μες στο κουτί τους / […] Εκ γενετής εξόδια τα σώματα / σ’ ένα νεφέλωμα δίκην κατάγματος συντριπτικού / που σου σκουριάζει το περπάτημα […]</p>
<p>Για να συνεχίσει παρακάτω:</p>
<p>«Για όλα αυτά / το ξένο σώμα υπολήπτομαι και υμνώ / σαν εισχωρεί αθόρυβα στους μαλακούς ιστούς / στην αναπνευστική οδό και πεπτική οδό / στον κερατοειδή. / Μία λαβίδα μικροσκοπική τι να σου κάνει; / Αγκάθι ρόδου, αχινού / γυαλί ή πετραδάκι παραλίας / ή όνομα παλιό με υποκοριστικό / σκουπίδι-σκουπιδάκι μου / δεν σε αποχωρίζομαι. / Τα άλλα αντιστέκονται, αποχωρούν βιαίως. / Δεν σε αφαιρώ. // Ας είσαι εσύ αυτό / το ξένο σώμα / το μοναδικό / το πιο δικό μου.»</p>
<p>Στο ποίημα αυτό συνδυάζεται η επίμονη αναζήτηση του αγνώστου «εγώ» μέσα από το ερωτικό συναπάντημα, όχι ως συντελεσμένη πράξη, αλλά ως διαψευσμένη προσδοκία. Οι συσχετισμοί που συνυφαίνονται στο ποίημα, υπογραμμίζουν την ασκημένη γλωσσική-ποιητική ικανότητα της Λουκίδου και συνάμα τέρπουν μέσα από την αναγνωστική εμπειρία.</p>
<p>Το ποίημα ΚΟΡΗ[9] που φέρει την αφιέρωση στην Άντζελα, αποπνέει ένα σύνολο εκλεκτών συναισθημάτων προς τη μητέρα της ποιήτριας.</p>
<p>[…] «Να φέρουμε ως το σπίτι μας το Φως / να σε κρατώ… / Το μπράτσο σου κατάγεται από τον ουρανό / και στα κλαδιά του ξεφαντώνουν τα αποδημητικά. / Προσηλωμένα στη λατρεία σου / αλλάζουν ξαφνικά προορισμό / ανασυντάσσονται / πιάνουν φιλίες με τους ιθαγενείς / θα μείνουμε εδώ, αποφασίζουν / με λίγα επιρρήματα και δίχως λεπτοδείκτες / θα μάθουμε μες στις σχισμάδες των χεριών // την εύφορη μεταφυσική / του μέλλοντος αιώνος.»</p>
<p>Μέσα από αυτό το ποίημα ενυπάρχει η σπορά που γεννά το επόμενο[10]. Σ’ αυτό η Λουκίδου, μέσα από υπερρεαλιστικούς στίχους, εντάσσει και συνδέει το ποιητικό της εγώ με το εγώ άλλων ποιητών και χωρίς ενδοιασμό αυτοαποκαλείται και συνάμα αποκαλεί τη μεγάλη ομάδα των ομοτέχνων της με τη λέξη «ρακοσυλλέκτες». Ο τίτλος του ποιήματος φέρει το «τελικά» ως συμπερασματική απόληξη που υπονοεί ότι μπροστά στο μεγαλείο και την παντοδυναμία της γλώσσας, οι ποιητές νιώθουν μικροί και ασήμαντοι. Σ’ αυτό καταλήγουν, αφού η ικανότητά τους περιορίζεται στο να «υφαίνουν» με φωνήεντα και σύμφωνα, λέξεις στον αργαλειό της τέχνης τους. Χαρακτηριστικοί είναι οι ακόλουθοι στίχοι:</p>
<p>[…] «Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / – στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶ / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας.»</p>
<p>Οι στίχοι αυτοί συνιστούν ένα είδος αυτοεξομολόγησης. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, δεν μπορούν παρά να αποδεχθούν την ευστοχία του συγκεκριμένου ποιητικού λόγου. Τελικά, η τύχη όλων μας είναι δεδομένη. Οι πιο πάνω στίχοι της Λουκίδου επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι διαισθανόμαστε.</p>
<p>Στο ποίημα Ο ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ[11], ίδια και απαράλλακτα η μοίρα του θανάτου μεταμορφωμένη, σε θυρωρό του κάτω κόσμου.</p>
<p>[…] «σαν άλλος αετός / αναλαμβάνει τον εντοπισμό / […] και με βηματισμούς εσπερινούς / το θήραμά του γυροφέρνει.»</p>
<p>Και όταν το εντοπίζει, το προκαλεί. Αυτό συμβαίνει όταν απευθύνεται στη Βιρτζίνια (Γουλφ) και απροκάλυπτα τη συγκρίνει με πετρούλες σαν ζαχαρωτά. Και ενώ αυτά παραμένουν ατόφια, εκείνη λιώνει θριαμβευτικά.</p>
<p>«Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά / στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες / λιώνεις εσύ θριαμβευτικά / μα εκείνες παραμένουν».</p>
<p>Να είναι, άραγε, η ανθρώπινη μοίρα τέτοια, που όταν συγκρίνεται ακόμη και με ευτελή ύλη να παραμένει υποδεέστερη; Ή, μήπως εδώ, η Λουκίδου υπογραμμίζει την αδυναμία του ανθρώπου να αντιταχθεί στην υπεροχή της μοίρας του θανάτου. Γιατί, τι άλλο μπορεί να συμβαίνει, όταν στους τερματικούς στίχους του ποιήματος, ο θαλαμηπόλος, του κάτω κόσμου ο θυρωρός, με μεγάλη δόση ειρωνείας, απευθύνεται στους αυτόχειρες νεκρούς, Σύλβια Πλαθ, Βιρτζίνια Γουλφ, Περικλή Γιαννόπουλο και Κατερίνα Γώγου:</p>
<p>[…] «Σας είμαι ευγνώμων, ταπεινά, για τη συνεργασία. / Ακούσια, θα μου πείτε / όμως κι εσείς δεν είδα ν’ αντιστέκεστε / κι αυτό, ειλικρινά, σας το αναγνωρίζω. / Όλα αμίλητα και φυσικά / εξόχως εξημερωμένα / διαλυμένα προβλεπόμενα / κατά τα ειωθότα.»</p>
<p>Ασφαλώς, είναι πολλά αυτά που θα μπορούσε ακόμη να σημειώσει κανείς γι’ αυτήν την υπέροχη συλλογή. Τα ποιήματα ποιητικής, λόγου χάρη, εκτείνονται και καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος, με αρχή το ποίημα TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ[12]. Σ’ αυτό, ο λόγος μεταβάλλεται σε έναν καταιγισμό αντιδράσεων απέναντι σε μια ποιητικά χωροθετημένη διαζευκτική ήπειρο που είναι […] ανθεκτική στους υετούς κι αλλεργική στη νοσταλγία […]. Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη. […]. Το εμείς ασφαλώς αναφέρεται στους ποιητές και στη στάση που αυτοί τηρούν απέναντι σε όσα καταμαρτυρεί η εικόνα ενός κόσμου με επικίνδυνες παλινδρομήσεις.</p>
<p>Αυτή η απόπειρα σχολιασμού των συγκεκριμένων ποιημάτων, δεν έχει γίνει με αξιολογικά κριτήρια και, οπωσδήποτε, καθόλου δεν υποβαθμίζει τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, μετά γνώσεως λόγου, ο γράφων απερίφραστα δηλώνει, ότι σκοπός ήταν να προβληθεί από αυτήν τη συλλογή, ένα δείγμα της βαθυστόχαστης ποιητικής γραφής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, η οποία εξακολουθητικώς και σε πείσμα των καιρών, υπηρετεί, με γνώση και πάθος την τέχνη της ποιήσεως.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΜΑΡΙΑ ΛΙΑΚΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 28/2/2023</p>
<p>«Γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε»</p>
<p>Έξυπνος ο τίτλος της συλλογής που οδηγεί τον αναγνώστη σε ποικίλες ερμηνείες. Η ποίηση της ξεχωρίζει και δημιουργεί ένα νέο ποιητικό σύμπαν που αντέχει στο χρόνο και δικαίως θεωρείται μια πολύ σημαντική ποιήτρια.</p>
<p>Στο πρώτο μέρος της συλλογής η ποιήτρια κάνει μια εσωτερική βυθοσκόπηση της καθημερινότητας και των συνθηκών που ξεπηδούν από τους πολέμους, την μετανάστευση αλλά και την πανδημία. Η ιδιωτική της αυτή ενατένιση δεν αποτελεί απλά μια εντύπωση και μια αυστηρά ιδιωτική ανάγνωση της αλλά νοηματοδοτεί τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της ποιητικής τέχνης.</p>
<p>Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ποιητική συνομιλία της με σπουδαίες μορφές όπως ο Νίκος Καρούζος, Ρενέ Σαρ, Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Κώστας Κρυστάλλης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Δημήτρης Παπαδίτσας, Σύλβια Πλαθ, Κατερίνα Γώγου κ.ά</p>
<p>Τα ποιήματα της έχουν έκταση και μια αναλυτική καθαρότητα για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο χρόνος, ο θάνατος, η μνήμη και το τραύμα έχουν διασύνδεση με το παρελθόν και το παρόν. Η αυτοεξομολόγηση της δεν έχει τίποτα το μοιρολατρικό αλλά απεναντίας ανασύρει έντονα συναισθήματα και δημιουργεί σκέψεις.</p>
<p>«Η τέχνη του βίου έγκειται στην προετοιμασία» σελ.40</p>
<p>Στο τελευταίο μέρος της συλλογής δεσπόζει το θέμα της γραφής και της ποίησης. Συνδέει την ποιητική της γραφή με άλλους ομότεχνους και τους αποκαλεί «ρακοσυλλέκτες». Στέκεται στη δύναμη των λέξεων και στο πως αισθάνονται οι ποιητές.</p>
<p>Εξαιρετικό το ποίημά της με τίτλο «ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ»</p>
<p>γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός<br />
-δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε-9<br />
…………………………</p>
<p>Μα ο χειμώνας των λέξεων<br />
ένας κατήφορος δύσβατος. (σελ.84)</p>
<p>Κι είναι κατάμεστη η πλατεία<br />
από καρναβαλιστές και άρματα<br />
κι εσύ πεταλούδα που καίγεται<br />
κάτω απ’ τους προβολείς.(σελ.85)</p>
<p>«Ο θυρωρός των ημερών» με τα λεκτικά εργαλεία του μας δείχνει την αλήθεια της εποχής μας και κυρίως την προσωπική μας μετά την πανδημία. Ένας νέος κόσμος βρίσκεται μπροστά μας εύθραυστος και άγνωστος και σαν την αλεπού του Μικρού πρίγκιπα καλούμαστε να διασχίζουμε «άγνωστες λεωφόρους» όπως αναφέρει στο ποίημα «Έξοδος».</p>
<p>Βρέφη και νεοσσοί αναπνοών τη συνοδεύουν<br />
στη θριαμβευτική της είσοδο στη μόνη αδιαπραγμάτευτη περιοχή της υφηλίου<br />
την άδεια αγκαλιά.(σελ.65)</p>
<p>και</p>
<p>«Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν’ απλώνεται απ’ το σαλόνι στα δωμάτια.<br />
Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία»(σελ88)<br />
Όλα ανοιχτά και προς επαναπροσδιορισμό…..<br />
Και πάνω εκεί (σελ.86) «Σε βρίσκει η ποίηση» Τίτος Πατρίκιος (Κίχλη 2012)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ</strong></h5>
<p>FREAR.GR 12/3/2023</p>
<p>Η γοητεία του αφηρημένου νοήματος και οι «φωνές»</p>
<p>Εντυπωσιακή η ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, με έμφαση στα πρωτότυπα και ακαθόριστα συμβολικά και μεταφορικά στοιχεία, με ασαφείς ανοιχτές αναγνώσεις, επιβεβαιώνεται και σε αυτή την πολύ καλή συλλογή.</p>
<p>Η ποιήτρια αρέσκεται σε απρόσμενες εικόνες και συνεχείς έντονες μεταφορές, που μας εντυπώνονται, χαλαρής μεταξύ τους σύνδεσης. Ο αναγνώστης καλείται να αφεθεί στη σειρά αυτή των εικόνων και στα συναισθήματα που δημιουργούν, που έχουν χαλαρή σύνδεση με τον τίτλο και το θέμα του ποιήματος, που είναι ασαφές και δύσκολα διακρίνεται.</p>
<p>Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για συναισθηματικές ενότητες που ενοποιούνται σε μια κεντρική ιδέα παρά για θεματολογία. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Αυτοάνοσο» (σ. 18) σκιαγραφούνται τα συναισθήματα μιας μεταφορικής εσωτερικής ασθένειας μέσα από τον καταιγισμό μεταφορικών φράσεων. Τίποτα ή σχεδόν τίποτα σαφές δεν υπάρχει. Θα ήταν νομίζω άτοπο και σε μεγάλο βαθμό ριψοκίνδυνο να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε αυτά τα ποιήματα, τα οποία, όπως ξαναείπα, είναι ανοιχτά σε ελεύθερες αναγνώσεις, χωρίς όμως να στερούνται λογικής συνάφειας. Αρκούμαστε σε συναισθηματικές αύρες.</p>
<p>Έτσι το «Χριστούγεννα χωρίς…» (σ. 36) (προσέξτε τα αποσιωπητικά) αρκούμαστε να πούμε ότι εκφράζει ένα τέλος και μια πνοή προς κάτι καινούργιο, στο «Tableau vivant μέχρι νεωτέρας» (σ. 20) μόνο σκόρπιες λέξεις μας δίνουν την αίσθηση του θέματος: «ακινησία», «καταστροφή», «οδύνη», «μετέωροι», συντριβή». Το αφηρημένο είναι μέσα στην ψυχική έκφραση της ποιήτριας.</p>
<p>Το χαρακτηριστικό της ποιητικής της Λουκίδου είναι οι φαινομενικά παράδοξοι συνδυασμοί εννοιών, οι οποίοι αποτελούν πηγή μεταφορών: «Των βλεπόντων η αφή» (σ. 28), «τροχοφόρα που αντιμιλούν στην άνοιξη» (σ. 28), «ρακοσυλλέκτες της φήμης μας» (σ. 17), «μετρά ο ωρολογοποιός/ με τη μεζούρα του ράφτη τον χρόνο» (σ. 9) και πολλά άλλα. Το ίδιο ισχύει και για τον τίτλο της συλλογής Ο θυρωρός των ημερών όπως και της προηγούμενής της Αφόρετα θαύματα. Η αισθητική ερμηνεία των μεταφορών αυτών μπορεί να γίνει με βάση τις ιδιότητες των όντων που περιέχουν. Για παράδειγμα, ο θυρωρός των ημερών είναι αυτός που ελέγχει και φυλάει τα πράγματα του χρόνου και της μνήμης, μάλλον το ποιητικό υποκείμενο. Οι φαινομενικά παράλογοι αυτοί συνδυασμοί εντείνουν τη σημασία του λόγου στα όριά του, φλερτάροντας με το παράλογο, και με εκκεντρικό τρόπο καλούν τον αναγνώστη να διατηρήσει τον μίτο της σημασίας.</p>
<p>Ο άνεμος κατεδαφίζεται αντί να κατεδαφίζει (σ.56), «Άσαρκα και ενάντια/ συνωθούνται στη θλιβερή ασκητική/ συμπιεσμένου σκότους/ αφτέρουγα φτερουγίζουν» («Ωδή στη βαλίτσα», σ. 24, αποχώρηση ή ταξίδι;), «Προτείνω, λοιπόν, να παίξουμε/ το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι./ Θα είσαι η γάτα και θα ’μαι το παιχνίδι» (σ. 33). Σε πολλές περιπτώσεις τα ποιήματά της ξαφνιάζουν μέσω του εκ πρώτης όψεως παράδοξου, ως ασκήσεις προσαρμογής στο ασυνήθιστο, ανοίγοντας νέους εκφραστικούς δρόμους. Γενικότερα, η Λουκίδου αρνείται το κοινότυπο, φέρνοντας την πραγματικότητα στα άκρα του φανταστικού, στα όρια της διάλυσης του νοήματος, ακροβατώντας επιτυχώς ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, στηριζόμενη και στα συναισθήματα που γεννιούνται. Θυμίζει τα απρόσμενα νοηματικά γυρίσματα της Κικής Δημουλά, συχνά επ’ αφορμή των λέξεων, σε ένα λεκτικό παιχνίδι. Στην ποίηση αυτή καλείσαι να αφεθείς. Δεν μπορείς να τη διαβάσεις σφιγμένος και αγκιστρωμένος στη λογική. Μόνο έτσι μπορείς να την απολαύσεις.</p>
<p>Μια ακόμα χαρακτηριστική καινοτομία της συλλογής είναι οι «φωνές», που εισέρχονται με πλάγια γράμματα, σε ακαθόριστο μονόλογο ή διάλογο και αποτελούν την υποκειμενική έκφραση των ομιλούντων προσώπων, με ευθύ και έντονο τρόπο, που προσθέτει στο ποίημα ζωντάνια και κάποτε δραματική ένταση. Είναι φωνές της συνείδησης, των θέλω, των αντίλογων και των ενδόμυχων όντων, υψηλής συναισθηματικής έντασης, σε μια διαρκή εναλλαγή με το τρίτο πρόσωπο του ποιήματος, αποδίδοντας συναισθηματικές διακυμάνσεις. Κάποτε, προς το τέλος της συλλογής, παίρνουν τη σκυτάλη οι «ρητορικοί διάλογοι», καθώς οι ερωτήσεις είναι αφορμές για να ειπωθούν πράγματα.</p>
<p>Στο τέλος του βιβλίου πρέπει να επισημανθεί μια ομάδα ποιημάτων «ποιητικής». Η συγκεκριμενοποίηση του θέματος βοηθάει στο να γίνονται πιο κατανοητά. Έτσι βοηθιόμαστε στην καλύτερη κατανόηση των τεχνικών της ποιήτριας, απορρίπτοντας πλήρως τη σουρεαλιστική ελευθερία. Για του λόγου το αληθές παραθέτω μερικούς στίχους από το ποίημα «Μάταιη αναμέτρηση» (σ. 84): «[…] γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ –δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε–/ ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις/ όσα αντέχουν στη φωτιά./ […]/ ν’ ακινητοποιήσεις τις νευρώσεις/ να καταλάβεις την υπόθεση/ από ένα δυο πλάνα μόνο/ κλεφτά απ’ την ταράτσα/ […]/ κι είναι κατάμεστη η πλατεία/ από καρναβαλιστές και άρματα/ κι εσύ πεταλούδα που καίγεται/ κάτω απ’ τους προβολείς». Αν και στο ποίημα υπάρχουν αρκετές διαφορές στον τρόπο γραφής από άλλα, εντούτοις μας δείχνει τις αισθητικές θέσεις της συλλογής.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL 8/3/2023</p>
<p>«Υπερρεαλιστική θεατρικότητα»</p>
<p>1. Αντί προλόγου:</p>
<p>Πολύ συχνά αντιμετωπίζουμε μια ποιητική συλλογή σαν ένα άπαρτο κάστρο με τριπλή σειρά επάλξεων κι επικίνδυνες τάφρους, ή έστω, σαν ένα κλειδωμένο σπίτι που διαθέτει αδιάρρηκτη πόρτα ασφαλείας. Λέμε τότε πως πρέπει με κάθε μέσο να ξεκλειδώσουμε το έργο, ακόμα κι αν πρόκειται να μπούμε από τον φεγγίτη. Στο τέλος, θα ανοίξουμε από μέσα όλες τις πόρτες κι όλα τα παράθυρα. Θα ανάψουμε τα φώτα ένα προς ένα και θα αφήσουμε τον άνεμο να φυσά και να μπαινοβγαίνει ανεμπόδιστος. Έτσι μόνο μας αρέσει: Ευάερο κι ευήλιο ή μ’ άλλα λόγια, άοπλο, θλιβερά παραδομένο στα αδιάκριτα μάτια του κάθε περαστικού, είτε του άξιζαν τα κρυμμένα μυστικά, είτε όχι.</p>
<p>Κάποιες φορές αξίζει να αντιμετωπίζουμε το έργο με διαφορετικό τρόπο. Δεν είναι ανάγκη να το σύρουμε στο τραπέζι του ιατροδικαστή, μόνο και μόνο επειδή το βρήκαμε απροστάτευτο. Είναι ωραίο να το αφήσουμε ζωντανό να αναπνέει απέναντί μας, κι αν είμαστε τυχεροί, ίσως μας εμπιστευτεί τη μικρή του ιστορία. Δεν υπάρχει καν η ανάγκη να το ερμηνεύσουμε. Συχνά, μπλεγμένοι στις βαθυστόχαστες αναλύσεις μας ξεχνούμε να το απολαύσουμε. Το ποιητικό κείμενο είναι ένα έργο τέχνης αυθύπαρκτο, μοναδικό, με πρωτότυπη ομορφιά. Κάποτε, είναι περιττά τα πολλά λόγια.</p>
<p>Στόχος της δικής μου προσέγγισης δεν είναι η ερμηνεία των ποιημάτων. Ό,τι γράφτηκε με φαντασία και συναίσθημα δε γίνεται να ερμηνευτεί από την ψυχρή λογική. Στην ποίηση, ελάχιστα μας χρησιμεύει η αριθμητική του «ένα συν ένα ίσον δύο». Στόχος μου είναι να δείξω, όσο καλύτερα μπορώ, τη θεατρική χροιά που χαρακτηρίζει την ποίηση της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, γιατί θεωρώ εξαιρετικά λειτουργική αυτή την καινοτομία. Ας δούμε, αν γίνεται να φωτίσω μπροστά στα δικά σας μάτια, αυτό που ο ίδιος αγγίζω στο μισοσκόταδο.</p>
<p>2. “Ο θυρωρός των ημερών”:</p>
<p>Στο νέο ποιητικό βιβλίο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ο ποιητικός λόγος είναι εξαιρετικά προσεγμένος και καλοδομημένος. Πρόκειται για μια ευφάνταστη υπερρεαλιστική γραφή με ευδιάκριτες πινελιές θεατρικότητας, που ρέει ευχάριστα, αφήνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση ότι γύρω του αναδύεται και κινείται με μεγάλη ταχύτητα ένας αθέατος κόσμος με τους δικούς του κανόνες. Η ποιήτρια φωτίζει τον χώρο που σκηνοθετεί αδιάκοπα, σαν να μας ξεναγεί. Ειλικρινά, είναι τόσες οι εικόνες και τόσο μα τόσο απροσδόκητες, που ο θεατής μένει άφωνος.</p>
<p>Μορφές αναδύονται από το σκοτάδι κι επιστρέφουν σ’ αυτό: Η ποιήτρια δε μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει ποιοι είναι αυτοί που μιλούν, από πού ήρθαν και πού πήγαν μετά από λίγο. Τολμάει να παρεμβάλλει μικρούς διαλόγους μέσα στους στίχους, που δεν διευκρινίζουν κάτι, αλλά αντίθετα πολλαπλασιάζουν απίστευτα έντονα τις ασαφείς μαγικές εικόνες. Αλλού με πλάγια γραμματοσειρά ψιθυρίζει, συμπληρώνει, σχολιάζει, παρουσιάζει όσα ειπώθηκαν από άλλους, ή σε άλλους, αφού ήταν και θα παραμείνουν για μας αθέατοι.</p>
<p>Παράδειγμα 1ο : Διάλογοι και ψίθυροι</p>
<p>Βαρδάρης after</p>
<p>-Koιμάται ο άνεμος ποτέ;</p>
<p>-Όχι. Μόνο κατεδαφίζεται.<br />
-Έχει και φώτα ο άνεμος;<br />
-Έχει μονάχα σωθικά που φέγγουν από μέσα.<br />
-Σβήνουν ποτέ τα σωθικά; Δεν σβήνουν.<br />
Ούτε έχουν φαροφύλακες τα ερείπια<br />
μήτε τα γερασμένα σώματα<br />
κρυμμένους κήπους μινιατούρες<br />
ν’ αναδυθούν απ’ την υδρία των παθών<br />
τα βελουδένια αρώματα της νύχτας<br />
να πεις θα πάω ένα πρωί, βρε αδερφέ<br />
μια Κυριακή πρωί να τα επισκεφθώ<br />
όπως θα πήγαινες να επισκεφθείς<br />
παλαιοχριστιανικούς ναούς ή και μουσεία.</p>
<p>-Ούτε να πας, ούτε να δεις.<br />
Και τι να δεις;<br />
Τον άνεμο να σκουντουφλά πάνω σε λαμαρίνες<br />
ή πέρα δώθε να κουνά κινέζικα φανάρια;<br />
Ταντάλου, Δάμωνος, Σαπφούς<br />
είναι ο Βαρδάρης μια παγόδα θαμπωμένη<br />
με τα παλιά βεγγαλικά παραχωμένα<br />
κάτω από φόρμες μαύρες σατινέ<br />
μασίφ ανάσες, μασουράκια<br />
άφαντο το “Μουλέν Ρουζ”, το “Λαϊκόν”<br />
μισολιωμένο χιόνι η “Τροπικάνα”.<br />
Κλείδωσαν πια τα πεζοδρόμια<br />
ποτάμια ήταν και στέρεψαν<br />
έξω από πόρτες δίχως χέρια.</p>
<p>– Τ’ ακούς; Βρυχάται ο καιρός.<br />
– Υπερβολές!<br />
Απλώς τραντάζει ο μετροπόντικας τις οροφές<br />
κι οι κρεμασμένες λάμπες ξεσαλώνουν.<br />
Μια νέα αρχή απ’ το σημείο μηδέν<br />
απ’ το μηδέν ως την ακίνητη αρχή.<br />
Ακίνητος κι ο βασιλιάς έφιππος στην πλατεία.<br />
Καλπάζει ακίνητη η εποχή.<br />
Σημειωτόν και προσοχή<br />
Ακίνητη.<br />
Και μόνο τα γερασμένα σώματα<br />
κινούνται στα χαλάσματα αναρχικά<br />
και ξανανθίζουν.</p>
<p>Διάλογος σε πέντε στίχους που όμως δεν καταλήγει πουθενά. Τα πρόσωπα δε μιλούν για να βγάλουν κάποια συμπεράσματα. Απλώς μοιράζονται κοινό χρόνο σαν τους θαμώνες ενός μπαρ που σχεδόν μονολογούν. Ζαλισμένοι από το αλκοόλ, δε δίνουν σημασία στα συμπεράσματα της συζήτησης, παρά μόνο στην ανάγκη για κοινωνική επαφή: Μιλούν για να μη νιώθουν μόνοι! Άλλοτε μιλούν μόνο και μόνο για να ακούν τη φωνή τους. Πόση εμπειρία ζωής κρύβει αυτή η φαινομενικά απλή σκηνή!</p>
<p>Τα χρόνια περνούν, οι άνθρωποι γερνούν, όμως μέσα στο βελουδένιο άρωμα της νύχτας, σε ποιον γέρνει η ποιήτρια και μιλάει εδώ με πλαγιαστή φωνή; Ποιος είναι αυτός που θέλει να δει τις ομορφιές της πόλης κι όλο αναβάλλει; Αυτό που θέλω να σημειώσω εδώ είναι η καινοτομία αυτού του ψιθύρου, είτε απευθύνεται σε κάποιον που στέκεται δίπλα της, είτε στον ίδιο της τον εαυτό. Σημειώνω ως ιδιαίτερα λειτουργικές τις θεατρικές τεχνικές που έρχονται να μπολιάσουν δυναμικά τον ποιητικό λόγο.</p>
<p>. Δεν έχει νόημα να πας, επιμένει η ποιήτρια! Στην πεζογραφία, αναζητούμε συνήθως το είδος του ομιλητή. Μας ενδιαφέρει ποιος αφηγείται: Ένας παντογνώστης αφηγητής που εποπτεύει τον κόσμο από ψηλά ή κάποιος δραματοποιημένος αφηγητής που είναι ταυτόχρονα πρόσωπο του έργου; Εδώ ποιος μιλάει; Ο άνεμος μόνο σκουπίδια παρασέρνει και κακόγουστα κινέζικα φαναράκια που αλλοιώνουν το τοπίο, αφού ουδεμία σχέση έχουν με τις αναμνήσεις μας. Τα παλιά στέκια χάθηκαν και μαζί τους κι οι άνθρωποι.</p>
<p>Δε στέκομαι στις υπέροχες εικόνες του ποιήματος, ούτε στη νοσταλγία και την αγάπη που ξεχειλίζουν στην κάθε λέξη. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι που μετατρέπει τους δρόμους και τις πλατείες σε μια απέραντη θεατρική σκηνή κι αυτή η καινοτομία δε γίνεται να περάσει απαρατήρητη κι ασχολίαστη.</p>
<p>Κι όμως! Η ποιήτρια δεν αρκείται σε έναν σιωπηλό απολογισμό ζωής. Πάλι μεγαλοφώνως κουβεντιάζει. Με τον εαυτό της; Δε νομίζω! Θα ήταν αδύνατον κάτι τέτοιο από τη στιγμή που διαφωνεί! Νέες καταστάσεις στην πόλη! Κάτω από τα πόδια μας ο μετροπόντικας σκάβει διαρκώς τα λαγούμια του. Στην πλατεία όμως η ιστορία μας περιμένει ακίνητη. Η ιστορία δεν μπορεί παρά να είναι ο παγωμένος χρόνος. Η ακινησία. Η απουσία μεταβολών. Η εποχή μας καλπάζει διαρκώς, αγωνιά να φτάσει την πρόοδο κι όμως απομένει ακίνητη σαν το έφιππο άγαλμα του βασιλιά. Τα σώματα δείχνουν κάποτε γερασμένα. Δίπλα τους υπάρχουν τα επίσης γερασμένα χαλάσματα του παρελθόντος. Κι όμως, να που όλα ανθίζουν ξανά!</p>
<p>Παράδειγμα 2ο: Τα φώτα της σκηνής</p>
<p>Γοργόνα εσωτερικού χώρου</p>
<p>Ορχήστρα μυστική τραυλίζει στο κεφάλι μου<br />
μια μελωδία υδραργυρική, σπασμένη<br />
όπως περικοπή ευαγγελίου των απανταχού διωχθέντων<br />
από την ηλικία του φλοίσβου.<br />
Πρόσωπα δεν διακρίνονται.<br />
Μονάχα ήχοι ενός ταγκό<br />
λάμψεις από ρολόι χειρός που αντανακλά στο τζάμι<br />
και πέλματα μικροσκοπικά<br />
στα στέρεα πόδια του πατέρα ανεβασμένα<br />
-χαλκομανίες – χερσόνησοι<br />
αγκράφες υποδήματος<br />
μήπως ψηλώσει η νεραϊδούλα λεμονιά<br />
και μοιάσει της μητέρας.</p>
<p>Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται<br />
ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται<br />
τη στήριξη και τη διάρκειά της.<br />
Γελιέται η κόρη και αφήνεται<br />
στα δανεικά της βήματα.<br />
Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δε ροκανίζει<br />
κανένα κύμα δεν θα βυθίζει το κενό<br />
την πλήρη της παράδοση…<br />
Μα τη βυθίζει.</p>
<p>Ο καβαλιέρος-σύννεφο αποχωρεί<br />
στην Αρκτική των ατελών αναπνοών.<br />
Μένουν τα πόδια στάσιμα<br />
άμαθα στις μεγάλες δρασκελιές<br />
ατροφικά στις αποστάσεις<br />
σιγά σιγά ενώνονται<br />
λέπια γυαλίζουν στους γοφούς<br />
νερό γεμίζει το δωμάτιο<br />
βουλιάζουν τα cd και τα βιβλία<br />
φύκια και φυσαλίδες<br />
στολίζουν το φουστάνι του χορού.</p>
<p>Θα μείνω εδώ<br />
γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού<br />
στις μύτες των άκρων να αιωρούμαι<br />
να οξειδώνομαι στην άηχη περίπτυξη<br />
τη μια μετά την άλλη νότα να καταβροχθίζω.<br />
Θα μείνω εδώ<br />
να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο<br />
του ώμου τα φτερά<br />
που ουδέποτε ανοίξανε.</p>
<p>Μια ξεκούρδιστη υποβλητική μουσική που κομματιάζεται σε έναν ακαθόριστο χώρο, όπου τα πρόσωπα είναι ασαφή, όπως ακριβώς ταιριάζει σε ένα ονειρικό σκηνικό. Να που αρχίζει η πρώτη πράξη, με τον χορό της μικρούλας: Τα πέλματά της πατούν πάνω στα παπούτσια του πατέρα κι έτσι μαθαίνει να ακουλουθά τα βήματα. Είναι μια μικρή νεράιδα του παραμυθιού. Είναι μια πολύ τρυφερή σκηνή. Άραγε, πρόκειται για θολή ανάμνηση των περασμένων ή για μια σκηνοθεσία του μυαλού που εξωτερικεύει βαθύτερες, συναισθηματικές ανάγκες;</p>
<p>Επειδή δύσκολα θα αποφύγουμε την κλασική ερώτηση «τι λέει εδώ το ποίημα», ας προσπαθήσουμε ν’ ακολουθήσουμε τον συνειρμό: Η αιωνιότητα είναι ανέφικτη, κι επειδή καθετί ωραίο κάποτε τελειώνει, η ωραία σκηνή χάνεται, βουλιάζει. Χρειαζόμαστε λοιπόν νερό και μάλιστα μια πλημμύρα ικανή να κατακλύσει τον χώρο. Τα στάσιμα πόδια, κολλημένα μεταξύ τους, άμαθα στα μεγάλα βήματα, ενώνονται μόνιμα. Να που δεν είναι πια πόδια, αλλά μια μεγαλόπρεπη ουρά γοργόνας. Λίγα φύκια και λίγες φυσαλίδες υπογραμμίζουν ωραία τις αρχικές μας υποθέσεις.</p>
<p>Φτάνουμε επιτέλους στο ζητούμενο, στους τελευταίους εννιά στίχους: Δείτε πώς η γοργόνα βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής κάτω από τους λαμπρούς προβολείς, σαν star του Hollywood, έτοιμη να δώσει τη δική της λαμπρή πινελιά στην παράσταση, γιατί όλη η σκηνοθεσία από την αρχή του ποιήματος σ’ αυτό αποσκοπούσε: Στο να βγει η εκθαμβωτική πρωταγωνίστρια που θα καθηλώσει το κοινό με τα λόγια της.</p>
<p>Επιμένω πως αυτή η θεατρική χροιά χαρίζει ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στο ποίημα. Δείτε πόση διάρκεια προσφέρει η σκηνή: “Θα μείνω εδώ για πάντα, μια γερασμένη γοργόνα στο ενυδρείο του σαλονιού μου, με φιγούρες χορευτικές στα ακροδάχτυλα, να οξειδώνομαι και να φθείρομαι αμίλητη. Κανείς δεν θα δει στους ώμους μου, το κρυφό μου πτερύγιο, εκεί που τα φτερά μου δεν άνοιξαν ποτέ.” Όσες φορές κι αν διαβάσει κανείς τη σκηνή, νιώθει πως η γοργόνα στέκεται εκεί απέναντί του, αιώνια θλιμμένη. Υπέροχη τεχνική! Υπέροχη ποίηση!</p>
<p>Παράδειγμα 3ο: Μαγικές φωνές -Απροσδιόριστες παρουσίες</p>
<p>Χριστούγεννα χωρίς…</p>
<p>Έτσι όπως μάθαιναν τα δέντρα<br />
να σαρώνουν τη σιωπή<br />
και τα ποτάμια εκστατικά<br />
ν’ αναζητούν τους παραπόταμους<br />
ήρθε και φύσηξε στο δωμάτιο<br />
η περηφάνεια των γκρεμών<br />
-επαναπατρισμός του απέραντου<br />
μες στα σεντόνια.<br />
[άφαντα στο μεταξύ των Χριστουγέννων τα έλκηθρα<br />
και ακόμα πιο πυκνή του δρόμου η γυαλάδα<br />
πριν αποφασιστεί οι κρύσταλλοι να κατανεμηθούν<br />
στης καθεμιάς ερήμωσης το σχήμα.]</p>
<p>Μια άγνωστη φωνή σαν δέηση τυφλού<br />
παρακινούσε:<br />
Είναι μια ειρήνη, έλεγε, αλλιώτικη<br />
σαν βελουδένιος ψίθυρος<br />
που εκκινεί διστακτικά από τα χαμομήλια<br />
κι αν είναι ο φόνος να σβηστεί<br />
τα βήματα της βραδύτητας ακολουθήστε<br />
τις πλάτες να γυρίσετε στο κοίλο αμφιθέατρο<br />
και με μια κίνηση παράδοσης απλή<br />
προς την ελεύθερη περιοχή να προχωρήσετε.</p>
<p>Και τότε αποφάσισα<br />
ανάποδα στην αναπνοή να ταξιδέψω<br />
κι είδα τα χειμωνιάτικα ορυκτά<br />
στα διαστήματα των λέξεων να βλασταίνουν<br />
και τη λυχνία των ωρών μισοσβησμένη<br />
-ίσα που διακρινόταν η ειδοποίηση<br />
πίσω απ’ τις συσσωρεύσεις:<br />
Μακάριοι οι αφελείς κι οι απασχολημένοι<br />
όσοι δεν αφουγκράζονται βουή να κατεβαίνει<br />
απ’ τους εξώστες του ουρανού<br />
σαν Πάτμος που αιωρείται.</p>
<p>“Σήμερον<br />
Θεός εν φάτνη ανακλίνεται</p>
<p>Η φωνή κάποιου τυφλού ακούγεται ξαφνικά, κι αφού η ποιήτρια δε δίνει άλλα στοιχεία για να μας τον περιγράψει, αυθαίρετα τον ονομάζω μάντη, αφού η τυφλότητα του σώματος εξισορροπείται από την αλάνθαστη όραση της ψυχής. Καλεί τους θεατές ν’ ακολουθήσουν τον βελουδένιο ψίθυρο της ειρήνης, και με επίσημο αργό βηματισμό αρχαίου χορού ν’ αφήσουν πίσω τους τον θεατρικό φόνο. Μπροστά ελεύθερο πεδίο δράσης ανοίγεται. Ας μείνει πίσω το κακό. Μακάριοι οι αγνοί κι ονειροπαρμένοι, μακάριοι οι απανταχού της γης αλαφροΐσκιωτοι που μπορούν σε μια νέα Πάτμο να διδαχτούν τη Νέα Αποκάλυψη, τώρα που γεννιέται ξανά ο θεός.</p>
<p>Ευγνώμων απέναντι στην ποιήτρια που μας όρισε κοινωνούς των προσωπικών της οραμάτων, διαβάζω αχόρταγα, ξανά και ξανά, τους στίχους της. Δεν ξέρω αν θα συμφωνήσουν οι αναγνώστες, εμένα πάντως με έφεραν τα λόγια της στα εδώλια ενός αρχαίου θεάτρου.</p>
<p>3.Αντί επιλόγου:</p>
<p>Η ολοκλήρωση αυτής της εργασίας σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει πως καλύφτηκε επαρκώς η εν λόγω ποιητική συλλογή. Τρία ενδεικτικά παραδείγματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να εκφράσουν το πνεύμα των σαράντα ποιημάτων του βιβλίου. Στόχος μου ήταν να βάλω τον αναγνώστη σε μια διαδικασία κριτικής σκέψης, ώστε να δει πίσω απ’ τις λέξεις την κρυμμένη μαγεία. Έτσι κι αλλιώς, είναι αδύνατον να καλύψει κανείς επαρκώς ποιητικό υλικό τέτοιας έκτασης και ποιότητας. Νομίζω πως ένα ποιητικό βιβλίο ποτέ δεν εξαντλείται. Υπάρχει για να το διαβάσουμε πολλές φορές, ξανά και ξανά. Κάθε φορά θα μας ψιθυρίσει ένα διαφορετικό παραμύθι, ένα διαφορετικό, μα εξίσου γοητευτικό, ψέμα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;ΚΟΡΑΛΛΙ&#8221; Τ.14-15/ΔΕΚ./2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΛΕΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΙ ΑΠΟΣΙΩΠΩ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…<em>προϋπάρχει η λέξη του εαυτού μας</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">στην πυκνή της ύλης σιωπή</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Ζωή Καρέλλη</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητικός λόγος, όντας λόγος που αποβλέπει στη μέγιστη ουσία, συνθέτει μια εσωτερικά συνεκτική διάταξη. Είναι πλουσιότερος από αυτή την τόσο ακαθόριστη και κατ’ επίφασιν αισθητηριακή εμπειρία. Η λογική του και η δυναμική του είναι εσωτερικευμένες. Οι σκέψεις ανήκουν στον Τζώρτζ Στάινερ. Με αυτή την εσωτερική δυναμική, που οδηγείται στην εμψύχωση πολλών γλωσσικών σημάνσεων (σε μια «αδαμιαία περιβολή», όπως σημειώνουν οι δυτικές θεωρίες της λογοτεχνίας) καταγίνεται η Ευτυχία Λουκίδου, φέρνοντας ως εμάς τη φωνή της βαθιάς ζωής της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Σχολή της Θεσσαλονίκης υπήρξε μια ιδιάζουσα περίπτωση στην ιστορία της τέχνης του λόγου. Ο Πεντζίκης, η Καρέλλη, ο Βαφόπουλος, ο Θέμελης, ο Ιωάννου, ο Ασλάνογλου, ήταν υπαρξιακοί ποιητές-ρέκτες της βαθιάς ζωής, αφηγητές ενός εσωτερικού βιώματος που λαμπρύνθηκε από τον μυστικισμό της πόλης και τον περιρρέοντα ερωτισμό της. Η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, ακουμπάει ολοκληρωτικά σε αυτή τη γενιά, κρατώντας τις ίδιες βάσεις: την εσωτερικότητα, το υπαρξιακό βάρος, το θρησκευτικό αίσθημα. Είναι φυσική επίγονος και συγχρόνως χτίζει επιπρόσθετες σκαλωσιές-δημιουργίες ενός πιο σύγχρονου καλλιτεχνικού προσώπου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ιδιαίτερες ατμόσφαιρες, ιδιαίτερο φραστικό ιδίωμα, λέξεις, νοήματα και καλλιεπείς αναπτύξεις υπηρετούν με επιδεξιότητα τη γραφή της Λουκίδου. Εντούτοις κατά την αίσθησή μου, εκείνο που κοσμεί την ποίησή της είναι μια ουσιαστική σοβαρότητα, ένας λιτός, σχεδόν αυστηρός τόνος, που θυμίζει την προσήλωση των ασκητών. Στο έργο της το θρησκευτικό αίσθημα δηλώνεται συνήθως με έμμεσους τρόπους, με σπαράγματα φράσεων και υπαινιγμών, με παρεμβολές στιγμιαίες και σπανίως με κεντρικά μοτίβα. Εντούτοις, κατασκευάζει συνδηλώσεις που απηχούν μια μυστικιστική ζωή, κάτι που σαφώς αντιλαμβάνεται εύκολα ο υποψιασμένος αναγνώστης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα <em>Αφόρετα Θαύματα</em> –αυτό το κρυπτικό μωσαϊκό των βαθύτατων συναιθημάτων– ακούω έναν ιερατικό ψαλμό, που με παραπέμπει στον στίχο του ποιήματος Μεγάλη Παρασκευή, του Οδυσσέα Ελύτη (Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου), εκεί που μιλά για «ήχους βαθείς και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια». Αυτός είναι ο προσωπικός ήχος της Λουκίδου, άλλοτε ψιθυρισμός από κατανυκτικό εσπερινό και άλλοτε ζωηρή φωνή από πρωινή λειτουργία, δυό συμπληρωματικές μουσικές φόρμες με έντονο το στοιχείο της αφαιρετικότητας και του υπαινιγμού και προσθετικά, μιας υφέρπουσας θλίψης που υπονοεί τη ματαίωση πολλών πραγμάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ματαίωση εντούτοις, δεν μοιάζει να αφήνει άδεια την εσωτερική ζωή της ποιήτριας. Αντιθέτως την οδηγεί σταθερά «στην άχραντη βελούδινη γυμνότητα», όπως σημειώνει η ίδια στο ποίημά της Το πρόσχημα: <em>Ένα κορίτσι που σκύβει κι αφαιρεί/ το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του/δεν είναι παρά ένα πρόσχημα/ για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη/ να μεταμεληθεί ο θάνατος/ για τη συγκομιδή του/ μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν/ να σκεπαστεί η άβυσσος.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η γλώσσα της Λουκίδου, όσο κι αν αρπάζεται από μια εξωτερική εικόνα για να υπάρξει (μια εικόνα- πρόσχημα, όπως εύγλωττα υπονοεί το σχετικό ποίημα), ενδιαφέρεται να αναπτυχθεί προς την «άλλη γραφή», εκείνη που κινείται υποδορίως, που δρα για να αποκαλυφθεί το μεδούλι του νοήματος. Αυτή ακριβώς η γραφή, η υποδηλώνουσα την ιερή (αυστηρή) γύμνια της ύπαρξης στην πιο λαμπερή καταγωγή της, είναι σε αυτή την ποίηση το ζητούμενο. Εντούτοις, αν και μια τέτοια γυμνότητα απηχεί συνήθως τη ζωή του πνεύματος, στο παρόν έργο δεν εξαιρείται το ίδιο το ανθρώπινο σώμα και οι απελπισμοί του: <em>Αγία του σώματος σιγή/πόσους θανάτους διέσχισες/</em>διαβάζουμε στο ποίημα Των αγίων σωμάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Λουκίδου φέρνει ως εμάς τη σχέση της με το θείο, έτσι όπως αυθεντικά και θερμά ζει μέσα της, για να μας κάνει κοινωνούς ενός υψηλού βιώματος. Η κρυπτικότητα που επιλέγει στην εκτέλεση αυτών των συλλήψεων ίσως βοηθά τα εν λόγω ποιήματα να μην αδικηθούν από τη βιαστική κριτική του αναγνώστη. Όπως η ίδια άλλωστε ομολογεί (στο ποίημα Λαγωνικό ή η έμπνευση): <em>Λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ.</em> Έτσι, αν και κρατάει χαμηλούς τόνους, καταφεύγο-ντας συχνά στην αφαίρεση, το έργο της διαθέτει μια ένταση βαθύτερη και μια πνευματική αμεσότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προσωπικά, αισθάνομαι τα ποιήματα της παρούσης συλλογής ως ψυχικές ει-κόνες που αναλογούν σε βιωματικά γεγονότα (και λιγότερο σε φαντασιακά τοπία), ιστορίες και συνειδητοποιήσεις ενωμένες με λεπτές συγκινήσεις και αισθήματα. Πρόκειται για θραύσματα ζωής και περιστατικά του ημίφωτος και του μη ειπωμένου, τα οποία δίνουν την αίσθηση πως υπάρχουν πίσω από ένα παραβάν. Η Λουκίδου, προς χάριν μας, το παραμερίζει, για να μας επιτρέψει να ρίξουμε μια ματιά στο εσωτερικό του. (Κάπως έτσι αποταμιεύεται από τον αναγνώστη η λάμψη της στιγμής.) Άλλες φορές όμως δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατάθεση σκέψεων και νοηματικών πυρήνων, φροντίζοντας να μην απομονώνονται από το προσωπικό γεγονός, ώστε να μην χάνουν την ειδική θερμοκρασία τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαφώς υπάρχουν εδώ και ποιήματα άμεσης αφήγησης γεγονότων χωρίς τη λόγια παρέμβαση του δημιουργού, κομμάτια στηριγμένα κυρίως στο ειδικό βά-ρος μιας τραυματικής πραγματικότητας. Όπως τα Σελανίκ Ι, Σελανίκ ΙΙ, που αναφέρονται στο θέμα των Κωνσταντινοπολιτών προσφύγων στη Θεσ/νίκη και κοσμούνται από δυνατές εικόνες και σκοτεινά βιώματα. Το ποίημα Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17, αισθηματικός απόηχος από την παιδική ηλικία της Λουκίδου, μας κάνει κοινωνούς της μοίρας του ποιητή, ο οποίος έχει ταχθεί θεατής της ζωής πάνω στο σκαμνάκι της τέχνης, χαρισματικός δέκτης του ρυθμού του κόσμου, κύριος του ψεύδους που είναι η λογοτεχνία, η οποία εντούτοις γεννά αληθινές συγκινήσεις. Πρόκειται για την παιδική αθωότητα που μεταφέρεται στην ενηλικίωση, για να συμπληρωθεί από τη γλώσσα του πένθους και να σχηματίσει το βίωμα του απωλεσθέντος Παραδείσου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Τι ελάχιστο διάστημα/ανάμεσα στο λείπουμε/και στο φριχτά πονούμε/πόσο αθώος τελικά ο κόσμος/που ορίζεται από τον θάνατο.</em> Το ποίημα μου θύμισε μια ανάλογη αφήγηση του Μπαρτ, ο οποίος περιγράφει πως χρειάστηκε να παρακολουθήσει πολλές φορές τα παιδικά παιχνίδια από το παράθυρό του, για να ζήσει τη στέρηση που τον έχρισε αφηγητή ειδικών συγκινήσεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Mέσα από ιδιαίτερης έμπνευσης στίχους, η γραφίδα της Λουκίδου σκιαγραφεί την καθολική περσόνα του ποιητή, αυτού του παράξενου πλάσματος που τρέφεται από το μοιραίο της γραφής αναλαμβάνοντας τη διαρκή συμφιλίωση του πραγματικού με το φαντασιακό: Είναι εκείνος που «<em>στήνει παγίδες στη βροχή</em>», που <em>«προσποιείται τον αθάνατο»,</em> εξαναγκαζόμενος γι’ αυτό από τα «<em>ανοίκεια πράγματα που κατοικούν στη φωνή του»</em>. Είναι ο «<em>ωκεανογράφος του εσωτερικού χώρου»</em>• εκείνος που <em>«φέρνει τα ναυάγια στο σπίτι»</em>• που φροντίζει «<em>τα θαυμαστά να μας φανερωθούν, τα τρομερά να λάμψουν». «Κατάκτηση των λίγων η αιώρηση»</em> συμπληρώνει η ποιήτρια. Κι όμως, κατά τη γνώμη της, ο ασθενής από την ασθένεια της ποίησης, «<em>θεραπεύεται απλά μ’ ένα τροπάριο βυζαντινό</em>». Ίσως υπονοεί εδώ τη σημασία της θρησκευτικής πίστης που μπορεί να οδηγήσει τον ποιητή στα βαθύτερα μέρη της πνευματικής του οντότητας, εκεί όπου η καθολική ομορφιά – η λαμπερή φωνή του Λόγου – καταργεί το τραύμα του εξατομικευμένου εγώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι είναι λοιπόν τα αφόρετα θαύματα; Λέξεις που τριγυρίζουν την Ευτυχία Λουκίδου ως αισθητικά γεγονότα που ζητούν να ενσαρκωθούν; Φράσεις που σχηματίζουν νοήματα-σημάνσεις μιας υψηλότερης συνείδησης; Ή μήπως είναι πλάσματα που ζουν έξω από τις λέξεις στα βάθη της σιωπής, φυόμενα στην προαιώνια καταγωγή του ανθρώπου, για να ξεπηδούν μόνο ως θεία αποκάλυψη μέσα στη μαγεία μιας στιγμής και μιας βιωματικής μέθεξης;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι κι αυτά τα «θαύματα» «ακριβά θηράματα», όπως και τα ίδια τα ποιήματα, καλλιτεχνίες για εκείνους που μπορούν να αντιληφθούν τη μυστική ζωή της ψυχής, όπως τη φανταζόταν ο Σβέντεμποργκ, ο Άγγελος Σιλέσιος, ο Πλωτίνος; Και πώς κατορθώνει κανείς να κατοικήσει εντός τους; Να κατοικηθεί από αυτά; Ερωτήματα που υποβάλλει το βιβλίο της Λουκίδου όχι σε κάποιον που αισθάνεται τη λογοτεχνία απλώς ως καλλιέργεια μιας αισθητικής μορφής (όπως θέλει η τρέχουσα λογοτεχνική αντίληψη) αλλά σ’ εκείνον που νιώθει ότι η ποιητική μορφή είναι μια ευκαιρία για να αναδειχθούν βαθύτεροι κόσμοι, ιδέες και Νόημα, μυστικοί κώδικες, σοφίες της συσσωρευμένης ανθρώπινης ύπαρξης και της υπερβατικής πλευράς της, αυτής που η γλώσσα ονομάζει Πνεύμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Χωρίς αγάπη/χωρίς μια τρικυμία ιδιωτική/ όλα τα αχειροποίητα που τους ανα-λογούν/ θα καταλήξουν σύμβαση και συνενοχή/ μες τον αδιάφορο συνωστισμό/ και στην ορθοστασία</em>. Αντιλαμβάνομαι εδώ μια πρώτη απάντηση στο ερώτημά μου. Τα αφόρετα θαύματα, είναι «αχειροποίητα», άρα καθαρά πνευματικές περιοχές και παροχές που χωράνε σε μια ανοιχτή καρδιά. Το κλειδί της ενσάρκωσής τους είναι λοιπόν η αγάπη. Αλλά πόσο εφικτή μοιάζει αυτή ενσάρκωση; «<em>Τον νυμφώνα σου βλέπω/ […]/και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ»</em>. Πρόκειται για τον γνωστό εκκλησιαστικό ύμνο που ψάλλεται τη Μεγάλη Εβδομάδα, όπως τον παρεμβάλει η ποιήτρια στο ποίημα Σχέδιο Διάσωσης. Μπροστά σε αυτή την αγάπη, όπως ιδανικά ενσαρκώθηκε κάποτε, και όπως υπάρχει μέσα μας εν κρυπτώ, ως ο εσωτερικός θείος Νυμφώνας (για να χρησιμοποιήσω θεολογικούς όρους), δεν μπορεί κανείς παρά να στέκεται ελλιπής και συντετριμμένος, μοιάζει να λέει η Λουκίδου. Κι εδώ η ιερατική φωνή, με τρόπο υπαινικτικό, παρεμβάλλεται σε μια κοσμική αφήγηση, υπενθυμίζοντας την άφθαρτη ζωή του φωτός. Η θεολογία και η ποίηση συναντιούνται, για να ωφεληθεί τελικά η ποίηση και να συντονιστεί ο αναγνώστης με τις σεπτές εικόνες ενός ευλαβικού αι-σθήματος που σκύβει με σεμνότητα στα βάθη της ύπαρξης για να ανιχνεύεσει τον Εαυτό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, μας μεταφέρεται o ιερατικός λόγος μέσα από ένα πολύ προσωπικό βί-ωμα, με την απλότητα της καθημερινής φωνής και της ιδιωτικότητας, χωρίς εκκεντρικούς σχεδιασμούς, ακραία φαντασιακά ποικίλματα ή απόλυτα σχήματα, αποπνέοντας μια λεπτή κατανυκτική χροιά, όπως ακριβώς γίνεται σε μια προσευχή: Από τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος/ακέραιη εκπλήρωσα την κα-θημέραν θλίψη/τη μεταμφίεσα σε μουσική/τραύλισμα που μ’ αγρίευε και μ έσωζε συγχρόνως./Α η άχαρη δωρεά της ομορφιάς/ κι η άνιση πληρωμή της/ εικονο-στάσι αδειανό/ απ’ τ’ αναθήματά του/ τρομαχτικό εξαπτέρυγο/ που αυτοπυρπολείσαι. Πρόκειται για την ποιητική τέχνη που θωπεύει το τραύμα και σώζει, όπως ακριβώς θωπεύει και σώζει τον προσευχόμενο η προσευχή. Γιατί η ποίηση, όπως και κάθε τέχνη, είναι, ως γνωστόν, μια άλλης τάξεως προσευχή, που κάποτε μπορεί να φανερώσει «τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ιερατική βάση του παρόντος βιβλίου υποστηρίζεται κυρίως από τα ποιήματα Έλα να κλείσουμε ταμείο, Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης, Εμείς Αυτοί, Των Αγίων Σωμάτων, Σχέδιο Διάσωσης και το Νέο Όνομα, όπου η χροιά της εσωτερικής ζωής ηχεί σαν ψαλμωδία σε ναό, επαναφέροντας το χαμένο Ιερό που εξοστρακίστηκε από την επέλαση του Διαφωτισμού. Η Λουκίδου μας οδηγεί στις μυστικές πηγές του ανθρώπου, οι οποίες έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά καλυφθεί από τις πολλαπλές ασθένειες του σύγχρονου πολιτισμού – την εξορία στην ατομικότητα, την πνευματική ένδεια, την αλαζονεία του εγώ – για να επιτρέψει στη φωνή του Λόγου να παρουσιαστεί έτσι όπως πραγματικά είναι: ως λάμψη και ως θεία πραγματικότητα της Όλης Ύπαρξης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;ΠΟΙΗΤΙΚΗ&#8221; 2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο μίτος του θήτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά από έξι ποιητικές συλλογές, τρεις μελέτες για την ποίηση και άλλα κείμενα, η Ευτυχία &#8211; Αλεξάνδρα Λουκίδου μάς προσφέρει τα Αφόρετα Θαύματα από τις εκδόσεις Κέδρος. </span><br />
<span style="color: #000000;">Στη συλλογή προτάσσεται ένα απόσπασμα από το ποίημα του Δ.Π. Παπαδίτσα «Όπως ο Ενδυμίων». Και είναι αυτή «η λίγη πιθανότητα [&#8230;] να προφέρω το πρώτο γράμμα κάθε πράγματος / Το Θήτα» που χαρακτηρίζει και την ποίηση της Λουκίδου, όπου συμπορεύονται Θεός και θάνατος, θαύμα και θλίψη και μια υφέρπουσα ελπίδα για ένα μάλλον απειλητικό -θα-. </span><br />
<span style="color: #000000;">Ο τίτλος της συλλογής προκαταβάλλει με το στερητικό -α- για όλα όσα έμειναν στην ντουλάπα αφόρετα, φορέματα όπως τα βλέπουμε και στην εικόνα του εξωφύλλου. Η ποιήτρια, απαντώντας σε μια συνέντευξη στην ερώτηση «ποια θαύματα είναι αφόρετα;», είπε πως πρόκειται γι’ αυτά που «&#8230;ενώ αφίχθησαν αδυνατούμε να τα ενδυθούμε, προφανώς γιατί αδυνατούμε να πιστέψουμε πως δικαιούμαστε να μας επισκεφθεί το θαυμαστό. Πολλές φορές», εξηγεί περαιτέρω η ίδια, «η δύναμη της συνήθειας να υπάρχουμε αδικαίωτοι και παρεξηγημένοι, ζώντας σε μια δυστυχία επαναλαμβανόμενη, μας κάνει να νιώθουμε βολικά μέσα στο ρούχο της στέρησης». </span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η απάντηση με ώθησε να ασχοληθώ ιδιαίτερα με την περσόνα που θρηνεί την απουσία και την έλλειψη, ανάμεσα στα «θαύματα» που δεν έχουν ακόμα φορεθεί. Γιατί η επαφή με το έργο ενός ποιητή και η ‘κατάδυση’ σε αυτό συχνά αλλάζει κάτι μέσα μας, εμπλουτίζει τις απόψεις μας για τη ζωή και τον γύρω μας κόσμο. Πιάνοντας το νήμα από την αρχή βλέπουμε ότι ξετυλίγεται ένας συνδετικός ιστός, ένας μίτος, που ενώνει όλα σχεδόν τα ποιήματά της, «…ανάμεσα στο ποιητικό γίγνεσθαι και στα οριοθετημένα από την καθημερινή μας εμπειρία πράγματα ή συμβάντα» με τα λόγια του Δ.Π. Παπαδίτσα. Πρόκειται για έναν επώδυνο απολογισμό ζωής με απώλειες κι ένα λυτρωτικό πένθος. </span><br />
<span style="color: #000000;">Απομονώνοντας κάποιους στίχους αναδεικνύεται η ποιητική αγωνία, σημαιοφόρος του τίτλου της, πότε με μια ανάλαφρη ειρωνεία ―παρατηρώντας τις καταστάσεις από απόσταση― και πότε μ’ έναν λυρισμό ―εκφράζοντας το συναίσθημα― απογοήτευση που διαφοροποιείται, ανάλογα με το θέμα κάθε ποιήματος, σε πικρία, παράπονο για την αδικία, αλλά και επιθυμία για τη συντέλεση ενός θαύματος, ως απόδοση δικαιοσύνης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από την πρώτη ενότητα στο ποίημα «<em>Κάτω απ’ το νερό» η περσόνα παρακολουθεί με απογοήτευση τη ζωή από μακριά «κι έτσι η παραφορά / σαν ηχογράφηση παλιά / απλώς θα γράφει ιστορία</em>». Ή: «―<em> μια αναγγελία διάλυσης / πριν την υποτροπή / κι η καταχνιά θρηνητική /να στάζει στα πλακάκια</em>―». </span><br />
<span style="color: #000000;">Και παρακάτω στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ» με θλίψη διαπιστώνει: «<em>Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση / απ’ ό,τι λες προορισμό / μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα / και καταρρέει σαν τράπουλα / το σκιάχτρο που προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Μοιρασμένη η περσόνα ανάμεσα στους δυο κόσμους, στο ποίημα «Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17», στο έσω ποιητικό γίγνεσθαι και στην σκληρή εξωτερική καθημερινότητα «<em>ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου / έξω από το παράθυρο κρεμόμουν / για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά. / Στη φαντασία μου μάλιστα υπαρχηγός γινόμουν / κι αν τύχαινε καμιά φορά κι οι άλλοι μας κερδίζαν / την ήττα της ομάδας μου / χρεωνόμουν μυστικά. // Μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι / να λαχανιάζω ασάλευτη / να ιδρώνω παγωμένη / να κρύβομαι / να φαίνομαι / να κάνω πως θυμώνω // με ματωμένα γόνατα και λίγο πριν νυχτώσει / κατάκοπη και καθαρή / ν’ αλλάζω μοίρα ξαφνικά / απ’ το σκαμνάκι-ψέμα μου// να κατεβαίνω.»</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Εικόνα που φέρνει στο νου αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια «<em>ραγισματιές απλώνονται / στην πρώτη όρασή μου / ― ήμουν παιδί / κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν</em> ―»· και πιο κάτω: «<em>Τώρα / ας μεινουν αμετάφραστα τα δύο ονόματά μου./ Μια εκδοχή θα ’ναι κι αυτή / άλλοτε εντός / κι άλλοτε εκτός τοπίου / μία οξύμωρη προοπτική / για αυτό το άλλο νόημα / το αιφνιδιαστικό / που αχνοφωτίζει το προφίλ / όσο καμία λάμπα».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι και το αθώο χειροτέχνημα του «Καπνοδοχοκαθαριστή» υπαινίσσεται και προδικάζει από την βρεφική ηλικία ακόμα <em>«τ’ ανήκουστα που θα συμβούν / τα άδικα, τα αντιφατικά // όπως να εκτίθεται / κέρινη κούκλα ασάλευτη / μες σε βιτρίνα φαρμακείου / ή νύχτες έξαλλου έρωτα / με ό,τι υποδύεται το αιώνιο».</em> </span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως στην «Αγορά χρυσού»: «<em>ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις […] / αποσυντίθενται τα σύμβολα / χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες</em>».</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στο «Εκ γενετής αγεωγράφητοι», σε μια στιχομυθία με τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε στην αναζήτηση του μυθικού χρυσού Ελντοράντο, η περσόνα τον ρωτά: <em>«Άξιζαν, Edgar, τελικά / μια κάποια ―έστω ― θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο…»</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Στους ποίημα «Ξένοι» ζητάει να της μιλήσουν: <em>«για την απόγνωση / που προκαλεί σ’ εσάς / μια τέτοια αιωνιότητα. / Η αίθουσα αναμονής υγρή / ― άκουσα μπάζει μαραμένες εποχές / πως βρέχει χλεύη αναιδή κι αποδοκιμασία ―».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Ο αναμενόμενος Άλλος είναι το παλιό που το βλέπουμε «<em>κοκαλωμένο κι άφωνο / με ένδυμα επίσημο, εορταστικό / μα σκοροφαγωμένο / να βλέπει / προς την πλευρά του αφανισμού / και να μην το πιστεύει».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Και στο «Έλα να κλείσουμε ταμείο», σε διάλογο μαζί του, η περσόνα, συνθηκολογεί αλλά καταλήγει σε μια μικρή απειλή: «<em>Ας με κατηγορήσουν για παραίτηση / για εσκεμμένη αλλοίωση του παρελθόντος / για ελπίδες ληξιπρόθεσμες / και για την ακαταστασία στα συρτάρια. / Πίσω από τις καρτ ποστάλ / θα έχω πάντα φυλαγμένο / το μπαρούτι».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Στο «Κολάζ ή Η συλλεκτική του αποκολληθέντος» η περσόνα εξομολογείται και πάλι ότι διαθέτει ένα αποθηκευμένο υλικό «<em>για εκείνη τη μοναδική φορά / που η έμπνευση θα έχει δυστοκία»</em>. Όμως κι εδώ το τοπίο σκοτεινιάζει γιατί πρόκειται για μια αυτο-ματαίωση, προφάσεις για την αποτυχία: «<em>Μια ομηρία άθλια / που με προσχήματα φαιδρά / κρατά για χρόνια ανενεργό / το ήδη παρωχημένο.»</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Και τελικά αυτές οι «<em>Δεύτερες σκέψεις» </em>αποκλείουν ένα<em> «θαύμα αναπάντεχο», </em>απλώνουν ρίζες χωρίς καμιά εγγύηση για<em> «ανθούς, καρποφορία», </em>προορίζου<em>ν «για άλλους» τη ζωή, </em>διδάσκουν<em> «άρνηση και υποταγή / κι αθώα οπισθοχώρηση&#8230;»</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Και να πάλι τα θαύματα στα «Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης», σ’ έναν διάλογο-προσευχή βασισμένο στην παραβολή του Παραλύτου, όπου τον περιγράφει «<em>Ανυπεράσπιστος στους τρόμους του / και στους κινδύνους ασκημένος / να αγρυπνά από ένστικτο / και να επιζεί αγόγγυστα / &#8211; έτη τριάντα οκτώ – της παραλύσεώς του»</em>, για να κλείσει με την παράκληση: «<em>Κύριε της Σπλαχνίσεως / απόλυσε τον άγγελο / και τη μελαγχολία των ωρών / με μια μακρόσυρτη κραυγή / αλλοίωσέ την / να εξατμιστεί το μαύρο φως / να ζαλιστεί απ’ τη μοσχοβολιά / η άκρη του γκρεμού /να στεφανώσει την πληγή / έναστρη αμνηστία / κι αργά αργά να σηκωθούν / όλοι οι γονατισμένοι</em> […]». </span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώ στο «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος» η περσόνα της ποιήτριας προσκαλεί «μ<em>ια επίσημη σιωπή / να εισβάλει μες στο σπίτι / σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί / και να το κατακλύσει</em>»· και καταλήγει ακόμα πιο πένθιμα: «<em>πέφτουνε γύρω μας βροχή / χιλιάδες ροκανίδια / μια πρώιμη εξοικείωση / μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα / που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Και ξανά θα παρομοιάσει τον γάμο με τον θάνατο στη «Χάρτινη σύναξη των ποιητών», όπου ήταν «αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά / αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό / ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή».</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι εικόνες του θανάτου συνεχίζονται και στο επόμενο ποίημα «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου», σε έναν διάλογο με τον Παπαδιαμάντη και τον «Έρωτα στα χιόνια» του, με ήρωα τον μπάρμπα-Γιαννιό που «&#8230; άσπρισεν όλος, κι εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μην παρουσιαστεί γυμνός και ξετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και οι πράξεις του&#8230;». Η συνομιλία των δύο κειμένων ολοκληρώνεται πένθιμα στην τελευταία στροφή: <em>«Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά / θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία / ένας θάνατος εκ γενετής / και ένα πένθος αέναο / κάτω απ’ τα μάτια του Κριτού / του Παλαιού των Ημερών / του Τρισαγίου».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Το τρίτο μέρος της συλλογής αρχίζει μ’ ένα παράθεμα του ποιητή Γιώργου Θέμελη που παροτρύνει την περσόνα να γρηγορεί «&#8230;<em>Ο έρωτας είναι βιαστικός, όπως η φωτιά, / Όπως ο γλήγορος ίσκιος του θανάτου»</em>. </span><br />
<span style="color: #000000;">Έρωτας και θάνατος λοιπόν σ’ έναν διάλογο, στα ποιήματα που ακολουθούν με πρόσωπα και φωνές να εναλλάσσονται, ενώ υπερισχύει η ελπίδα για να αποφευχθεί η αναχώρηση «<em>ελευθερώνει ο στεναγμός / μες στο δωμάτιο πουλιά / το πέρασμα απέναντι / βιαίως διακόπτει».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμνηση ή εγκώμιο του έρωτα στο «Των αγίων σωμάτων», <em>«Άγια του σώματος σιγή / πόσους θανάτους διέσχισες / ντυμένη φως δαμασκηνί / προτού / σε βενετσιάνικους καθρέφτες / εισχωρήσεις…».</em> </span><br />
<span style="color: #000000;">Με τρυφερή σχεδόν απελπισία η περσόνα στον «Μονόλογο της ερχομένης» αθροίζει τα στερητικά ―α― σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής όταν: <em>«Ανέγγιχτη και τρυφερή / ανεξιλέωτη και παγωμένη / σκορπάω ίχνη με γραφές / που δεν μιλιούνται πια / κυλώ μέσα στις φλέβες μου / τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων / κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα / να ραγίζει. […] Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς / κι η άνιση πληρωμή της / εικονοστάσι αδειανό / απ’ τ’ αναθήματά του / τρομαχτικό εξαπτέρυγο / που αυτοπυρπολείται&#8230;»</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Στον «Μονόλογο του κλέφτη» ομολογεί την απουσία του άλλου στη ζωή της, «<em>Σας κλέβω μόνο την αφή / το άγγιγμα που αφήσατε / πάνω στις πορσελάνες / γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή / δίχως το άλλο σώμα / και τελευταία πετάγομαι / κλαίω μέσα στον ύπνο. // Φιλάργυρος της αφαίρεσης / δανείζομαι το παρελθόν / γυρεύω οικογένεια / συλλέγω από απόγνωση / μεταξωτές αισθήσεις</em> […]».</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στο «Νυχτερινό ξημέρωμα» θρηνεί την απουσία του σώματος και εξανίσταται για την απώλεια: «<em>Πλέουν τα σώματα / ματαιωμένα κι ακριβά / μες στην ανάμνηση του σχήματος / που πια δεν είναι</em>. ».</span><br />
<span style="color: #000000;">Μένει η περσόνα πίσω από το τζάμι πάλι ατενίζοντας όσα αποχωρίστηκαν στο ποίημα «Το νέο όνομα»: «<em>Άλλος κανείς μαζί μ’ εμάς / μονάχα το φθινόπωρο / κι ό,τι εγγράφεται αθέατο εντός του / αθέατο σαν γνώση που δεν λέγεται / σαν έρωτας αμήχανος / έκπτωτος απ’ το μέλλον».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου στο «Χόρτο της επιστροφής», απευθύνεται σ’ εκείνον που έφυγε, ελπίζει σε «<em>μια επιστροφή-επανάληψη […] για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ / μα πώς να με πιστέψεις;</em>» και προσπαθεί να τον ανεβάσει στον κόσμο των ζωντανών: «<em>Κρατήσου από το άγγιγμα / να σε τραβήξω πάνω».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Στην «Πλάνη πανσέληνη», απολογείται σε πρώτο πρόσωπο και απευθύνεται στην ίδια τη Σελήνη, σαν τη Σαπφώ, αλλά και τον Ενδυμίωνα, ενώ θρηνεί την απώλεια μιλώντας «γ<em>ια τα καπέλα που άδειασαν / αιφνίδια / απ’ τους λαγούς τους […] αλλά και «για το έγκλημα του έρωτα / που πλάνη στην πλάνη / ακούραστα επιμένει».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Στο «Πρόσχημα», τα ρήματα καταποντίζουν όλα τα του έρωτα καθώς ο θάνατος δεν μεταμελείται «<em>ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής / πάνω από τα σεντόνια // που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται / μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει / που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει / μονάχα σβήνει και ακυρώνει / και διαγράφει και πετά / και τσαλακώνει και πετά / και σκίζει..</em>.»</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τελικά, στο «Σχέδιο διάσωσης», η περσόνα επικαλούμενη το τροπάριο της Κασσιανής, κάνει μια απόπειρα να συναντήσει τον «νυμφίο» μετανοημένη, αναζητώντας συγχώρεση, αλλά τα «θαύματα» είναι αφόρετα ακόμα και έτσι συγκατανεύει <em>«κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή // αύριο χωριζόμαστε».</em> </span><br />
<span style="color: #000000;">Άφησα τελευταίο το δεύτερο μέρος της συλλογής με ποιήματα ποιητικής, όπου στοιχειοθετείται η προέλευση του καλέσματος, της έμπνευσης, της σύλληψης. Ομιλητής εδώ είναι ο ίδιος ο ποιητής που αναζητάει τον λόγο ύπαρξης της ποίησης, αλλά και πάλι, σε διάλογο με τον Άλλο, διακρίνεται με ευκρίνεια η ίδια απόγνωση, η ίδια θλίψη. </span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι λοιπόν μια νόσος η ποίηση, η έμπνευση και ασθενής ο δημιουργός της, όπου ο πυρετός ξυπνάει παραισθήσεις. Μια αυταπάτη, συνεχίζει να ζει ο ποιητής στο ποίημα «Τα στάδια», «&#8230; μια αγάπη που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει… // Μια απάτη / που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει». </span><br />
<span style="color: #000000;">Στο «Εμείς αυτοί», καταλήγει δηλώνοντας ρητά το απαραίτητο υλικό, βασικό στοιχείο της ποίησης αλλά και της ζωής: «<em>Και τώρα πια / τι τους προτείνει το ένστικτο; // Χωρίς αγάπη / χωρίς μια τρικυμία ιδιωτική / όλα τα αχειροποίητα που τους αναλογούν / θα καταλήξουν σύμβαση και συνενοχή / μες στον αδιάφορο συνωστισμό / και στην ορθοστασία».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Παρακάτω οι ποιητές παρομοιάζονται ειρωνικά με περιπλανώμενους ναυτικούς σε αναζήτηση της αλήθειας. </span><br />
<span style="color: #000000;">Και η έμπνευση εμφανίζεται ως θήραμα, «το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες», που όμως δεν είναι αρκετή για τον ποιητή γιατί «κ<em>ι οι λέξεις / ελάχιστη σχέση έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν».</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλος, στο «Εξιτήριο», ο ασθενής-ποιητής αφήνεται ελεύθερος, θεραπευμένος ή ανίατα άρρωστος, με την ελπίδα όμως ζωντανή «<em>και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος / μόνο λιγάκι αφηρημένος / όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ // μα θα τα καταφέρω.»</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Και πάντως ένα είναι σίγουρο πως σε ό,τι αφορά την ποίηση, η Λουκίδου τα έχει καταφέρει να μας δώσει το πιο ώριμο και άρτιο έργο της με αυτήν την ξεχωριστή συλλογή της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">diastixo.gr 22 Νοεμβρίου 2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η γνωριμία με το έργο ενός αληθινού ποιητή προσφέρει εμπειρίες, στοχασμούς και αισθήματα που βαθαίνουν τη συνείδηση που έχουμε όχι μόνο για τη δική του αλλά και για τη δική μας παρουσία στον κόσμο. Αν οι αποστάσεις, ο χρόνος, οι δυνατότητες χωρίζουν τους αναγνώστες από τους ποιητές και ως υποκατάστατο επαφής μένουν τα βιβλία, ένας τρόπος υπάρχει για να μη γίνουν αυτά απολιθωμένη ή ψυχρή μεταφορά του ζωντανού λόγου. Οι εσωτερικοί μας δεσμοί με το έργο, η πνοή της άμεσης προσέγγισης που θα δώσει ζωή στις λέξεις για ν’ αντικρίσουμε την ουσία που βρίσκεται πέρα απ’ αυτές, η ενορατική ματιά με την οποία ανασυνθέτουμε σε κάθε ανάγνωση στίχο με στίχο την αλήθεια που ενώνει τέχνη και ζωή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου ανήκει σ’ εκείνο τον όχι μεγάλο αριθμό γνήσιων φωνών που, από ικανού χρόνου, με συνέπεια και αρτιότητα αισθητική υπηρετεί στην ποίηση του καιρού μας τη συνέχεια μιας μεγάλης λυρικής παράδοσης με έναν διακριτό τρόπο που την κάνει να ξεχωρίζει. Θα μπορούσε να πει πολλά κανείς για την καταιγιστική εικονοποιία της ποίησής της, για τη σύνθεση μεταφυσικής και φυσικού κάλλους ώστε να σχηματιστεί η καθολική εικόνα του κόσμου. Η ύπαρξη που υψώνεται μέσα από κάθε ποίημα δεν επιτρέπει αισθητικές αναψυχές, φέρει το βάρος της ανθρώπινης περιπέτειας που έχει πάντα προδιαγεγραμμένο τέλος. Δεν υπάρχει εδώ καμιά αθώα αμεριμνησία των όντων, η ύπαρξη είναι ενοχή, όπως από τα χρόνια των προσωκρατικών γνωρίζουμε. Αν όμως η ύλη είναι κατοικητήριο θανάτου, η ομορφιά μαρτυρεί, λάμπει, απαθανατίζει το πρόσλημμα απαιτώντας την αναγνώριση της αισθητικής της δόξας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα Αφόρετα θαύματα αρχίζουν, προγραμματικά θα τολμούσα να πω, με το ποίημα «Κάτω απ’ το νερό», ως άσκηση αναπνοής, ως διελκυστίνδα ηδονής και οδύνης. Με τη θέρμη που σχηματίζει «σταγόνες υδρατμών παραδομένες / σε οροφές που αναμετρούν μια γύμνια που ποτέ δεν θα ’ναι επαρκώς εκτεθειμένη», με μιαν υπόκρουση αγκαθωτού νερού. Η παραφορά, ακόμη και σαν ηχογράφηση παλιά, όπως ακούει και ψιθυρίζει η Λουκίδου για να τη διασώσει, γράφει μιαν άλλη ιστορία που συγκρατεί το αθέατο και αναγγέλλει τη διάλυση πριν καταχνιά θρηνητική σκεπάσει όχι μονάχα το λουτρό μα τον κόσμο ολόκληρο, που είναι από αιώνων εν ύδασι κρεμασμένος, ραγίζοντας την όραση για να φανεί η άλλη παιδικότητα, τότε που οι λέξεις δεν πενθούσαν, τότε που η ποιήτρια ήταν υπαρχηγός – και δεν υπάρχει νομίζω πιο ευγενικό αξίωμα από αυτό του υπαρχηγού που θέλει να συνδέει τον αρχηγό με τους μαχητές, που θέλει να ηγείται αλλά και να τελεί υπό τη σκέπη μιας αρχής, μιας αιτίας, ενός νοήματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή την αρχή αναζητεί με συνέπεια στην ποίησή της η Λουκίδου έχοντας συλλάβει την τόσο απλή μα τόσο σπάνια στον καιρό μας αλήθεια πως η απώλεια του νοήματος δεν είναι αφορμή χαράς μα αιτία θλίψης, δεν είναι αίσθημα ελευθερίας μα συνείδηση οριστικής κάθειρξης. Κι είναι αυτή η κάθειρξη η πηγή κάθε αληθινής ποίησης που υμνεί σκιές ενωμένες μα πριονισμένες, σφάγια ιερά που δεν ανήκουν σε κανένα. Αυτό είναι λοιπόν το τίμημα της αληθινής ποίησης; «<em>Μια εκλογή αναπάντεχη / μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα</em>» όπως γράφει η Λουκίδου, μια μάχη ανάμεσα στη λήθη και την απώλεια, στη φυγή και στον πόνο, σε αναζήτηση μιας αθωότητας που είναι τελικά το μόνο δώρο του θανάτου;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«<em>Τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο λείπουμε / και στο φριχτά πονούμε / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο» γράφει.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέχρι εκείνη την ορισμένη ώρα της αθωότητας, όμως, που βρίσκεται πέραν των προβλέψεών μας, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε με την ενοχή, είτε εμείς την αναλαμβάνουμε είτε οι άλλοι μας την επιφορτίζουν. Υπ’ αυτή την καταδίκη και αυτή την ποινή εκτίοντας, φυλακισμένος στην ποίηση, ο ποιητής μοιραία κάνει δεύτερες σκέψεις. Να οι εξαίσιες «Δεύτερες σκέψεις» της Λουκίδου:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις / που αποδειχτήκατε δειλές / και σπεύδατε να μας σώσετε / σαν θαύμα αναπάντεχο / πριν καν να γίνει η δέηση.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο / –τέλεια να μιμείται καλπασμό– / να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">ή πιο συχνά / με μια πειθώ δημαγωγού / και ασφαλιστή συγχρόνως / ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας…».</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλος τρόπος πέρα από την ποίηση, στον σύγχρονο κόσμο, τον κόσμο του ξεριζωμού και της αλλοτρίωσης, όπου όλες οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, για να αντιληφθούμε πως η ζωή αξίζει στο μέτρο που είναι εύρεση, συνάντηση, συμφιλίωση με την απώλεια. Καθώς ακολουθούμε την ποιήτρια να βρίσκει τον εαυτό της σε μιαν άρρηκτη αλυσίδα πραγμάτων, ζητημάτων και κυρίως ανθρώπων, αιφνίδια και χωρίς να χάνουμε χρόνο αναζητώντας τις αιτίες που κανείς δεν ξέρει, ανακαλύπτουμε έναν χώρο στον οποίο πρέπει να κινηθούμε χωρίς να τον έχουμε προβλέψει. Ζωή δεν είναι η βιολογική λειτουργία αλλά η ζωτική σχέση με την ουσία των πραγμάτων. Να ζεις σημαίνει να είσαι ανέκκλητα βυθισμένος στο αινιγματικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Λουκίδου το γνωρίζει και γι’ αυτό ζει πολύ πιο έντονα από κάθε φαινομενικά έντονη ζωή. Δεν αισθάνεται να είναι προκαθορισμένες οι ενέργειές της αλλά να έχουν τον χαρακτήρα μιας αναίτιας απόφασης. Η ελευθερία εν πεπρωμένω μπορεί να συνθέτει την ανασφάλεια με την πίστη, τον κίνδυνο με τη γαλήνη, τη διαφυγή αλλά και τη μνήμη. Κι η ποίηση της Λουκίδου έχει θεμέλια, συνείδηση από πού έρχεται, από ποια βασιλεύουσα πόλη, από ποια βοσπορίτισσα αύρα, από ποιο παρευξείνιο ξεροβόρι που σφραγίζει μια ταυτότητα ασφράγιστη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«<em>Εμείς το ’64 / που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55 / με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού / να κάθεται στα ρούχα μας / ν’ ασπρίζει την ψυχή μας.</em></span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Εμείς / δεν ήμασταν ποτέ / ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης / μα μία Πόλη που έψαχνε / πόλη να κατοικήσει».</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχουν πόλεις που τις κουβαλάμε διά βίου. Που δεν μας ακολουθούν κατά την καβαφική έννοια μα εμείς τις ακολουθούμε κι ας τις νομίζουμε ακίνητες. Πόλεις που τις καθορίζει η ρυμοτομία των ψυχών μας. Η ζωή βέβαια θα πάρει τον δρόμο της, κάποια ανάγκη θα μας εγκλωβίσει σ’ αυτόν, μα ο ξεριζωμένος όσα χρόνια κι αν περάσουν, όπου κι αν γεννηθεί, δεν θα παύει να ζητά «<em>στα σκοτεινά / βαμβάκι και ιώδιο / για τ’ ανοιγμένο τραύμα</em>» («Σελανίκ Ι»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκοπεύοντας άριστα το απρόοπτο, η Λουκίδου εξαλείφει την οξύτητα της ζωής με μιαν ιδανική σε αναλογίες λυρική τρυφερότητα, η οποία ενθαρρύνει την αντοχή του ανθρώπου για να συνεχίσει να υπάρχει. Μια άλλη γραφή «<em>που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται / μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει / που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει / μονάχα σβήνει και ακυρώνει…</em>» για να απομείνει μόνο αυτή «σ<em>αν δόξα ξημερώματος», «σαν άχραντη βελούδινη γυμνότητα</em>». Είτε από εδάφη ερημικά περνά, είτε για μια ξέγνοιαστη εκδρομή στα Λεύκαρα ξεκινά, είτε στον μονόλογο της ερχομένης παραδίδεται, αναζητεί τη χάρη μιας ομορφιάς που σπαταλιέται αναπόφευκτα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«<em>Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς / κι η άνιση πληρωμή της / εικονοστάσι αδειανό απ’ τ’ αναθήματά του / τρομαχτικό εξαπτέρυγο / που αυτοπυρπολείται».</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ποίηση αυτή είναι προφανές ότι το καθήκον επιβάλλεται στα πάθη αλλά και η ειλικρίνεια επικρατεί των καθηκόντων. Να είμαστε ειλικρινείς δεν σημαίνει ν’ αποδεχόμαστε απλώς την αλήθεια αλλά να προσχωρούμε καθολικά και χωρίς υστεροβουλίες σε ό, τι επιχειρούμε. Με την αγωνία που μόνο η πρόγευση του απόλυτου αγνώστου, του άσχετου και του μοναχικού χαρίζει, η ποίηση αυτή δεν επαναπαύεται σε μεταφυσικές βεβαιότητες και πνευματικές εξάρσεις. Με συνείδηση πως ζει σε ένα κόσμο ερημικό, όπου το παρελθόν έχει χάσει κάθε δυναμικότητα και πως η μετάνοια δεν έχει νόημα διότι δεν αποβλέπει στην απόσβεση του λάθους, αλλά στην ανάπαυση μιας ενοχής, η Λουκίδου αντιστέκεται, εγκαταλείπει [«<em>Με χίλιους τρόπους άντεξα/ στην όποια εκπαίδευσή μου / ως και λευκή σημαία κούνησα / για να πειστούν ότι εγκαταλείπω»</em>] μα και επιμένει. Και σ’ αυτή την επιμονή χρωστούμε κάποια από τα πιο όμορφα ποιήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε μια εποχή που «<em>κι οι λέξεις / ελάχιστη σημασία έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν»</em> (όπως η ποιήτρια επισημαίνει), δεν ξέρω αν είναι το θέμα ή οι λέξεις που καθορίζουν κάθε φορά την πορεία της ύφανσης του ποιήματος, αν είναι σταθερό το σχέδιο του νοήματος ή αλλάζει καθ’ οδόν βρίσκοντας μιαν αιφνίδια τροπή για να περιγραφεί το αίτημα εκείνο που γέννησε την έμπνευση. Την έμπνευση που, για να χρησιμοποιήσω ένα ομώνυμο ποίημα, «<em>εμφανιζόταν κι έφευγε / και σάλπιζε υποχώρηση / όμως την ύστατη στιγμή / θριαμβικά επέστρεφε / κρατώντας μες στα δόντια της –θήραμα άχρηστο, ακριβό– / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες / κουρέλια αποκριάτικων στολών / γεμάτα μούχλα κι υγρασία / κι ίσως μιαν επιφύλαξη».</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν η ποίηση είναι μια διαρκής πνευματική ακροβασία, η ποίηση της Λουκίδου ισορροπεί περίτεχνα κρατώντας το ευπαθές νήμα ενός λόγου λυτρωτικού πένθους με γλώσσα που μετεωρίζεται και συγχρόνως σταθμίζει πότε και πώς θα προσεδαφιστεί και σε τι ποσοστό συγκερασμένη στην πραγματικότητα και την υπέρβασή της. Μια ξεχωριστή ποίηση που δεν ενδίδει σε καμιά διάλυση, παρά την εσωτερική σάρωση από την οποία διέρχεται ο φορέας της. Λύπη μα και φέγγος, μειώσεις μα και νόστος, ανθοφορία ως το τίποτα. Με πένθος που δεν καταφεύγει στην παρηγορία της χαρμολύπης αλλά μεταπλάθεται ως ποιητική ευσέβεια προς το άρρητο, στην υπαρκτική επίγνωση της απώλειας και της γυμνότητας, σε μιαν ερημιά όπου απεκδύεται κάθε φθαρτό για να ντυθεί το αναλλοίωτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η φωνή της Λουκίδου είναι σήμερα μια από τις πιο σημαντικές της σύγχρονης ποίησής μας. Κι αν στο μεταξύ έρχεται η νύχτα, ξέρουμε πως η ζωή κρατάει όσο κρατάει η ποίηση. Και η ποίηση της Λουκίδου θα κρατά. Κι αν «κ<em>ανείς δεν έμαθε ποτέ / πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός / τους ερχομούς στεριώνουν / ποια απόγνωση αδάκρυτη / βραδιάζει την αγάπη…</em>», όπως γράφει στην «Πανσέληνη πλάνη», είναι η ίδια που έχει δώσει την απάντηση, στο ίδιο ποίημα-σπονδή στην αιώνια επιστροφή όσων ζήσαμε…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">… «<em>για την πανσέληνη έκπληξη / τότε στους κήπους του πασά / εγώ… / με μαύρο φόρεμα / να απαγγέλλω ποιήματα / κι εσύ…/ να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη».</em></span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Η Αυγή&#8221;, 18.11.2018</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο προδιαγεγραμμένος αποχαιρετισμός στην ανθοφορία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα Αφόρετα θαύματα, είναι πέρα από τίτλος μια έννοια αμφίσημη, όπως και πολλές άλλες μεταφορικές έννοιες που η Ε.-Α. Λουκίδου έχει δείξει ως τώρα ότι χειρίζεται το συμβολικό ή το διφορούμενό τους με υπαινικτική και συνειρμική αξιοσύνη. Θυμίζω έναν άλλο τίτλο συλλογής της, Ν΄ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) όπου δένεται αντιθετικά μ΄ένα εύληπτο συνειρμικό δίπολο, η ζωή κι ο θάνατος, η αίσθηση της ύπαρξης και το δέος για την ανυπαρξία, δημιουργώντας ένα πολύπτυχο νόημα, αχανούς προοπτικής. Ούτως ή άλλως, όχι μόνο οι αμφίδρομοι τίτλοι αλλά κι ένα σωρό ακόμα αντιθετικά δίπολα που θα συναντήσουμε στα πρόσφατα ποιήματά της (λ.χ. αγκαθωτό νερό, το φως του σκοταδιού και πιο ολοκληρωμένα και ρητά στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή πως φτάσαμε ως εδώ»: «<em>ό,τι μετριέται/πάντα φαίνεται λειψό/ κι ό,τι ονοματίζεται/ ως απουσία υπάρχε</em>ι&#8230;», 16-18), κομίζονται εσκεμμένα στο ποίημα ως σχήματα εννοιολογικά, που επειδή δεν ακουμπούν πια σε αιχμηρά βιώματα, όπως στο παρελθόν, καταφεύγουν στη δημιουργία ενός είδους πυκνά διατυπωμένης στοχαστικής αφαίρεσης από την οποία προσδοκά η ποιήτρια να υποκαταστήσει την προηγούμενη συναισθηματική ένταση του ποιήματος. Βέβαια, δεν συμβαίνει αυτό γενικά, γιατί υπάρχουν στα Αφόρετα θαύματα και ποιήματα όπου το πρόσωπο δεν καταντά δυσδιάκριτο, καθώς το καλύπτουν τα πολλαπλά μαγνάδια του. Γίνεται όμως σ΄ένα σημαντικό αριθμό των τωρινών ποιημάτων ∙ η Λουκίδου θεωρεί το είδωλο της ύπαρξης μέσα από τα πολλαπλά της απεικάσματα, όπως λόγου χάριν, το επιχειρούσε άλλοτε πολλές φορές ο Γιώργος Θέμελης (1900- 1976), τείνοντας προς μια ποίηση, ας πούμε οντολογική, σ΄ένα τοπίο οιονεί καθημαγμένο από όπου δύσκολα ξεχώριζες το πάσχον πρόσωπο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα επανέλθω αργότερα για να δω αν αυτή η παρατήρησή μου διαφοροποιεί την ποιητική τεχνική της και εν ταυτώ τη δομή των ποιημάτων της. Για την ώρα, τα «θαύματα» μπορεί να είναι «αφόρετα» για χίλιους δυο λόγους. Διότι παρέμειναν ως τώρα μακρινά και απρόσιτα, και παρά τη φαντασμαγορία τους αυτό που προξενούν είναι μάλλον θλίψη, αποκαρδίωση και αύξηση της αίσθησης της ερημιάς. Εξ αντιθέτου, μπορεί να αποδείχθηκαν αταίριαστα ως θαύματα γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ασθενική για να τα φτάσει και να τα κάνει δικά της. Μπορεί όμως τα αφόρετα θαύματα να έγιναν αφόρητα και η λαχτάρα για το θαυμάσιό τους να κόστισε στην ύπαρξη πόνο, στενοχώρια και μια παρατεταμένη, διαβίου διάψευση. Επιπλέον, ας λάβουμε υπ΄όψη μας και κάτι που δεν είναι χωρίς σημασία: ότι ο τίτλος της συλλογής δεν είναι δάνειο από κάποιο ποίημά της, όπως συνήθως συμβαίνει, αλλά έρχεται σαν επιστέγασμα μιας δίπολης, γενικής αρχής που ισχύει για όλα. Τη μάταιη προσδοκία του θαυμαστού! Μια φαρμακωμένη διαπίστωση ή ένας στοχαστικός απόλογος που αφορά πρωτίστως τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, τον αποχαιρετισμό στην ως τώρα ανθοφορία του σώματος και της ψυχής. Το πλάσμα δεν μπόρεσε να ντυθεί τα θαύματα που τώρα τα βλέπει να απομακρύνονται και να το αποχαιρετούν. Μ΄έναν τρόπο επιστρέφουμε εν είδει κύκλου στα πρότερα ποιήματα της Λουκίδου. Εκεί όπου το θαύμα συνέχιζε να βρίσκεται στην πλώρη της φαντασίας της. Ενώ τώρα, αντιπαραβάλλοντάς τα με αυτά των Αφόρετων θαυμάτων, η ανθοφορία μοιάζει με ένα περίλαμπρο πλοίο που σηκώνει άγκυρες μπροστά στο βλέμμα της ματαιωμένης ύπαρξης. `Η, αλλιώς, όπως το απόσπασμα που ακολουθεί, από το ποίημα «Εμείς αυτοί» (64-67), και όπου η ποιήτρια παίρνοντας το νήμα από τη δασκάλα της, την Κική Δημουλά, σαρκάζει την τυφλότητα όσων δεν θέλουν να δουν την ανημπόρια του ανθρώπου μπροστά στο άφευκτο:</span><br />
<em><span style="color: #000000;">Άλλοι χορεύουν με τα μάτια τους κλειστά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πάνω από μια πρόταση</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">δεν έχει σημασία-</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αρκεί να υπαινίσσεται αποχωρισμό</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ή να δηλώνει ήττα</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα Αφόρετα θαύματα της Ε.-Α.Λουκίδου προεκτείνουν τον κύκλο του Επιδόρπιου (2012), δηλαδή προεκτείνουν ένα είδος στοχαστικής ποιητικής αφήγησης και εν ταυτώ ένα είδος δραματουργικής αφαιρετικής τεχνικής. Η δραματουργική τεχνική της ποιήτριας ασφαλώς και προϋπήρχε ως τέτοια, απευθυνόμενη ως μοναχική απολογητική ομιλία προς τον «αδελφικό άλλο», ως διάλογος ή ως ικεσία/ διαμαρτυρία προς το αφανές και πανταχού παρών υπέρτατο. `Ηταν και συνεχίζει να είναι μια ποίηση δέους και θρήνου, όσο κι αν πολύ συχνά όσοι διαβάζουμε λογοτεχνία τη διαβάζουμε σαν απλή φαινομενικότητα που μπορούμε κάθε φορά να την αλλάξουμε σαν πουκάμισο. Σαν κάτι άλλο δηλαδή από ό,τι μετράει μέσα μας! Τώρα όμως αυτή ειδικά η ποίηση, της Λουκίδου, έχει γίνει ως λόγος πολύ πιο πυκνή, σχεδόν αδιαπέραστη και εντατική, καθώς σε όλο και περισσότερα ποιήματα της τελευταίας οκταετίας η ποιήτρια χρησιμοποιεί μεν ως διάμεσό της «επί σκηνής», όπως και πριν, μια περσόνα, ανοίγοντας έναν «διάλογο» με τον «αδελφικό άλλο», όμως ο λόγος της πλέον έχει υποστεί μια ευδιάκριτη διαφοροποίηση- και θα δούμε αν η διαφοροποίησή της υπολογίζεται και πόσο στα κέρδη της ποιήσεώς της. `Οταν λέω πως έχει διαφοροποιηθεί δεν εννοώ βέβαια ότι άλλαξε άρδην. `Εξακολουθεί να έχει μέσα της έναν ρυθμό, είναι οραματική και ενίοτε βιβλική, δεν της λείπει ο σπαραγμός για την απώλεια ή την απομάκρυνση του θαύματος. Εννοώ ότι αποσπάστηκε αρκετά ως λόγος από το πως και το τι των παλαιότερων βιβλίων της, από το πως αναπαρίστανε ποιητικά εμπειρίες, αναμνήσεις και συνήθως οριακά βιώματα πόνου και συντριβής μπροστα στο μοιραίο, και επίσης διαφοροποιήθηκε ως προς το τι λογής εμπειρίες, αναμνήσεις και βιώματα περνούν τώρα στο πεδίο της φαντασίας κι έπειτα εγκιβωτίζονται στο ποίημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να το πω με παραπλήσια λόγια: τη γείωση της ποιητικής φαντασίας στο γεγονός του θανάτου όπως και την αισθησιακή αδρότητα της γλώσσας, στο Ν΄ανθίζουμε ως το το τίποτα (2004) και στο `Οροφος μείον ένα (2008), έτσι ώστε να εκφράζεται δραματικά το πάσχον βίωμα, την ακολούθησε η κάποια αφύγρανση του συναισθήματος, μια ξηρότητα, για να φτάσει αρκετές φορές στα Αφόρετα θαύματα να «αφηγείται» ο λόγος με αυξανόμενη διανοητική αφαίρεση. Πράγμα που είναι μάλλον ευδιάκριτο, καθώς λιγότερο στο Επιδόρπιο και περισσότερο στα Αφόρετα θαύματα ο λόγος συγκροτείται σ΄ένα υψηλότερο εννοιολογικό πεδίο, έχει γίνει σκοτεινότερος αν και δεν μιλά για καταστάσεις που είναι πιο σκοτεινές απ΄όσο προηγουμένως. Πιο απόμακρος, πιο ψύχραιμος, πιο σοφιστικός, ο λόγος της ποιήτριας, έχει μεγαλύτερη απόσταση από το υπαρξιακό κέντρο, αφίσταται του φλεγόμενου βιώματος, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται και στοχαστικότερος. Δεν λέω ότι εκ προοιμίου αυτό είναι καλό ή κακό. Εξαρτάται από τον χειρισμό, διότι αυτό που σώζει την ποίηση και την κάνει πιο λειτουργική, νομίζω ότι σχετίζεται άμεσα με το αν τα ποιήματα που γράφουμε έρχονται να κουμπώσουν σ΄ένα ουσιαστικό πάθος. Και από αυτή την πλευρά, αν δεχτούμε (και γιατί όχι;) ότι διαβάζουμε μια ποίηση φτιαγμένη εδώ και χρόνια από κύκλους ομόκεντρων βιωμάτων, νομίζω ότι το ρίγος του επερχόμενου αδόκητου ή η λυσσαλέα αγριότητα της επιθυμίας για ζωή, καταστάσεις εγκατεστημένες ταυτοτικά στις προγενέστερες συλλογές της Λουκίδου, εδώ τείνουν, όπως είπα, προς μια αφύγρανση, προς έναν λόγο όχι σπάνια άνυδρο! `Εναν λόγο που τον αφυγραίνει η διανοητική εκζήτηση της γλώσσας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ποιητική δημιουργία, φοβούμενη τις μετατοπίσεις, τις διαφοροποιήσεις και τις εν γένει αλλαγές πρέπει να επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Κάθε άλλο. Πρέπει όμως να έχει την έγνοια ότι μόνο το αίμα που βγαίνει από την πάλη της με τον δαίμονα, όπως κι αν ονομάζεται αυτός ανά τις εποχές, μπορεί να υποκινήσει τη συγκίνηση- αυτό που θεωρώ υπέρτατο σημείο ζεύξης με τον αναγνώστη με κατεύθυνση τον ποιητικό λόγο. Για να έρθουμε σε πιο σαφέστερα δεδομένα, νομίζω ότι υπάρχουν σκόρπια ποιήματα στα Αφόρετα θαύματα που μάχονται τις επιφυλάξεις μου, δείχνοντας ότι δεν έχει πάψει η σύγκρουση με αυτό που πάει να συντρίψει τον σημαίνοντα λόγο της ποίησης. Παράδειγμα, το ποίημα «Στο ανακριτικό» (72-73):</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Κι ανοίξτε τη σφιγμένη σας γροθιά&#8230;/Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί/-ας είναι και τσαλακωμένο-/εξέχουν λάμψεις και καπνοί/μέσα απ΄τα δάχτυλά σας/</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φαίνονται/σας προδίδουν.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Και επίσης, υπάρχει σχεδόν ολόκληρο το πρώτο μέρος των Αφόρετων θαυμάτων (9-53) που κατά περίεργο τρόπο έχει αναλάβει να φιλοξενήσει ποιήματα ομόθυμα, αφού διατηρούν στο κορμί τους το σπέρμα του πρωτογενούς βιώματος ενός τόπου, μιας παράδοσης, μιας ιδιαίτερης αίσθησης ζωής. Θέλω να πω, ποιήματα που επιμένουν και διατηρούν ανοιχτή τη δίοδο μεταξύ της παλλόμενης ύπαρξης, της σωματικής αίσθησης, του ψυχικού ρυθμού και που όλα αυτά, ωστόσο, δεν σβήνουν σε μια περισπούδαστη καταστασιακή αφαίρεση, μα βγάζουν σ΄ένα λόγο διαυγή και άμεσα αναφορικό, σε εικόνες βιωματικής αιχμής οι οποίες χαράσσουν έναν γόνιμο ορίζοντα συνάντησης και σύναψης με τον αναγνώστη. Τέτοια ποιήματα είναι ο «Καπνοδοκαθαριστής» (31-32), το πολύ καλό «Ο μονόλογος του κλέφτη» (47-49), το δίπτυχο «Σελανίκ Ι» και «Σελανίκ ΙΙ» (40-46)[1] ένα σύνθεμα πατριδογνωσίας που αν ήταν πιο οικονομημένο θα το λογάριαζα στα κορυφαία του βιβλίου, καθώς εκεί με συνειρμικό τρόπο συνδέει το ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, την πυρκαγιά του 1917 και την προσφυγιά του ΄22, και του ΄55, δηλαδή παίρνει στον διάπλου του βιώματα προσωπικά και βιώματα διαχρονικά της ιστορίας και των παθών μιας πόλης-σώματος. Και τέλος, το ποίημα «Αγορά χρυσού» (19-20), μια σπαρακτική μετενσάρκωση του προσφυγικού βιώματος, όπου η αναγκαστική λόγω ανέχειας εκποίηση ενθυμημάτων, ρευστοποιεί «όρκους, γεννήσεις, επετείους», δηλαδή τις κινητήριες (ιδίως για την ποίηση) μνήμες, αποσυνθέτοντας αυτό που συμβολίζουν, αφού</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες/ μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου/ και τότε πια τα πρόσωπα [&#8230;]/παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού/ όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά /και βάζει πλώρη ολοταχώς</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για νέες αμνησίες.</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Fractal 08/11/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά του αλλού»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τον αινιγματικό, πρωτότυπο τίτλο «Αφόρετα θαύματα» και το εντυπωσιακό φαιό εξώφυλλο με τις θαυμάσιες ενδυματολογικές δημιουργίες που καλύπτουν και το οπισθόφυλλο δημιουργώντας έτσι ένα υποβλητικό εικαστικό τοπίο, κυκλοφορούν οι Εκδόσεις Κέδρος την έβδομη συλλογή ποιημάτων της γνωστής Θεσσαλονικιάς ποιήτριας Ευτυχίας- Αλεξάνδρας Λουκίδου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα «Αφόρετα Θαύματα», θα μπορούσε να είναι οι συνιστώσες της ποίησης της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου. Μιας ποίηση σταθερά εστιασμένης σ’ ένα κομβικό σημείο, όπου συναντώνται οι άξονες και οι παράμετροι των προβληματισμών της, ποίησης ομοκεντρικής που διακλαδίζεται σε πολλαπλά επίπεδα και δίνει τη δυνατότητα στην ποιήτρια να αναλύει γεγονότα και καταστάσεις, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων, με έναν αξιοσημείωτο δυναμισμό, χωρίς να χάνει τον βηματισμό και τον ειρμό της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το δράμα που βιώνει η ίδια στην καθημερινότητά της και ποιητικά αποτυπώνεται αφομοιωμένο στο έργο της, όπως και το καθολικό δράμα που βιώνει ο σημερινός οικουμενικός άνθρωπος. Κάθε ποίημα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης σύνθεσης, ενός συνεχούς διαλόγου με την πραγματικότητα, μια από περιωπής φιλοσοφούσα θεώρηση της ζωής, Υπάρχει μια διαρκής ροή συσσωρευμένης απογοήτευσης εξ όσων συμβαίνουν στον χώρο όπου κυριαρχεί είτε ως παίκτης στο καθημερινό δράμα είτε ως θεατής ή και κριτής των πάντων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίησή της, σαφώς, ανθρωποκεντρική, έντονα καυστική, δυναμική, συχνά αιχμηρή, εκτυλίσσεται σφαιρικά με ομόκεντρους κύκλους που διαπλατύνονται και παίρνουν μεγαλύτερες ως καθολικές, ενίοτε, διαστάσεις. Αγκαλιάζει ένα ευρύ ανθρώπινο τοπίο. Ξεπερνάει με δρασκελιές μετέχοντας με τον δικό της ποιητικό τρόπο στα τεκταινόμενα στις αλάνες του κόσμου όπως μικρή μετείχε στα δρώμενα των δρόμων «<em>κρεμασμένη μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι..»</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τυπικά, εικονικά η ύλη διαμερίζεται σε τρεις ενότητες, χωρίς ωστόσο να αλλάζει κάτι στη ροή των δρώμενων. Τη διάκριση, τον διαχωρισμό μάλλον, ορίζουν τα προθέματα που επιλέγει από άλλους δημιουργούς, χωρίς ωστόσο να ανακόπτουν τη φυσική πορεία των ποιητικών γεγονότων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Bρίσκεται διαρκώς σε διαλεκτική σχέση με το περιβάλλον, αντιμέτωπη με τη «Νέα τάξη των πραγμάτων» που όλα εκποιούνται σε τιμή ευκαιρίας ή «με μια μικρή επιβάρυνση», ακόμα και ο χρόνος των ανείπωτων πραγμάτων, το παρελθόν, με τον άνθρωπο – πελάτη μπροστά στην αλητεία των εκτιμητών εξαγοράς των αναμνήσεων :</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«…<em>μαγκωμένο/ακουμπισμένο στον γκισέ/ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα»,</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">έναν πελάτη ά-χρωμο, α-πρόσωπο, αλλοτριωμένο, να εκποιεί τα πάντα, ό, τι αντιπροσώπευε αξίες, ό, τι τον συνδέει με το παρελθόν, ακόμα και τις αναμνήσεις:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις./Εδώ προέλευση και καταγωγή/</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">χέρι με χέρι ανταλλάσσονται…</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">………………….</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Αποσυντίθενται τα σύμβολα/χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες/μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου/και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν/-γιατί αρρωσταίνουνε βαριά/όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε-/</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού/ όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά/και βάζει πλώρη ολοταχώς/για νέες αμνησίες»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">(Αγορά χρυσού)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς πολλές διαδικασίες ρευστοποιούνται τα κειμήλια, όλα τα αναμνηστικά, από τα βαπτιστικά χρυσαφικά και τις βέρες, ίσαμε πολύτιμα κι ανεκτίμητα έργα τέχνης, εδώ και τώρα «εκτελούνται» τα πάντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια συχνά γίνεται σκληρή, επικριτική, η φωνή της ρομφαία φαρμακερή, στάζει πίκρα διακριτικά ο στίχος της, αιχμηρός, κοφτερός σαν λεπίδι, σαρκαστικός ανελέητα, αμείλικτα εκδικητικός, θαρρείς πως η ίδια, ακάθεκτη, εκδικητική, είναι έτοιμη να ανατρέψει το σαθρό σύμπαν, να διαρρήξει τη σχέση της με ό, τι της επιβάλλουν και σημαίνει εγκλεισμό:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«<em>Μια πρώιμη εξοικείωση/μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται/</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">να μας περιτυλίξει…»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Πρόκειται για ποίηση που ακολουθεί τους κανόνες των μαθηματικών και της μουσικής και κινείται με συντονισμένους ρυθμούς, σταθερά ενάντια στις πέτρινες συνειδήσεις όσων ορίζουν και καθορίζουν τις τύχες των λαών. Μάχεται το ρυπαρό κατεστημένο σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, κόβει «γόρδιους δεσμούς», σπάει αλυσίδες:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Εκείνοι που ήρθαν έφεραν/κι από έναν αριθμό…/Για την ακρίβεια/τον κουβαλούσαν πάνω τους /τον είχανε συνέχεια μαζί τους/όχι όμως όπως ένα φυλαχτό/αλλά όπως ένας ανάπηρος/το κομμένο πόδι.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">……………….</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">-Όμως/εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">……..</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">– Δεν έχω …/Βυθιζόμαστε/μπαίνουν νερά/στ’ αμπάρια του μυαλού μου…»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">ΣΕΛΑΝΙΚ 1, Μητέρα ανύμφευτη»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θεώρηση του περιβάλλοντος κόσμου είναι πάντα επίμονα ερευνητική και η διάθεσή της ειρωνικά κριτική. Ασχολίαστο δεν αφήνει τίποτα από όσα συμβαίνουν γύρω της. Αυτή η στιλπνή ως διάφανη ύπαρξη, με τα αμείλικτα χειρουργικά εργαλεία, τις λέξεις, που διαθέτει διυλίζει τα πάντα, χαράσσει και ανοίγει το σώμα της ίδιας της ποίησης. Υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στη σχέση της με τους ποιητές και την ποίηση στην καθημερινή της συνάφεια με την πραγματικότητα και στον έντονα φορτισμένο ποιητικό της λόγο. Στη «Χάρτινη σύναξη των ποιητών», κινείται πάνω στη θεατρική σκηνή που στήνει ως δεξιοτέχνης σκηνοθέτης και με επικριτική διάθεση και επιλεκτική οξύτητα του θεατρικού λόγου ευφυούς παρατηρητή και κριτή αποφαίνεται:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">«Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά/αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο/</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">-νοσταλγοί του πάντοτε και φυσικά του άλλού./Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα/στο μάθημα της ορθοφωνίας των καιρών/ή στο άλλο/της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">…………..</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών/με υπνοβάτες στα χαρακώματα/και αριστοκράτες ασκητές/στις παρυφές της λάμψης/με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά/αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό/ή συνόδευαν μια νεκρική πομπή./Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν/τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα/εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα/</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">προορισμένη μόνο για καθόδους/και λίγο πριν βραδιάσει/τους άκουσα να συνομολογούν/για το πάθος/πέραν της γραφής»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">(Χάρτινη σύναξη των ποιητών)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπερ, μεθερμηνευόμενο, αν λάβει κανείς υπόψη του και το δοκίμιό της «Πέραν της γραφής», σημαίνει πώς εκτιμά τις προθέσεις, τις διαθέσεις και τι άφησε στους ποιητές η «Χάρτινη σύναξη», αφού όλοι ανεξαιρέτως, κάθονται «<em>σε μια σκάλα / προορισμένη μόνο για καθόδους»</em> και το μόνο που δεν τους απασχολεί είναι η ποίηση, αλλά τους απασχολεί «<em>το πάθος πέραν της γραφής</em>». Γι’ αυτό, τι να περιμένεις από μια σύναξη «χάρτινη», έστω και ποιητών;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σχέση της με τον εκάστοτε περίγυρο είναι αμφίρροπη, δομημένη με θέσεις και αντιθέσεις. Η παρουσία της στα ποιητικά δρώμενα είναι χαρακτηριστική. Ελέγχει εξονυχιστικά τον χώρο. Μετέχει ως ρυθμιστής ή ως κυρίαρχος παίκτης. Έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στον διάλογο με τους σκιώδεις θαμώνες στο θέατρο του παραλόγου. Τον μίτο της Αριάδνης τον κρατάει πάντα η ίδια. Δεν αφήνει να διέλθει της προσοχής τίποτα. Ανατέμνει με μαθηματική ακρίβεια και με μεθοδικότητα δεξιοτέχνη χειρουργού τα γεγονότα και τα πρόσωπα, καθώς και τις συμπεριφορές όσων ηρώων παίρνουν μέρος στα δρώμενα του κάθε σκηνικού που είτε στήνει είτε συναντά στην καθημερινή της έξοδο και συνάντηση με τη ζωή, κυρίως όσων εμπλέκονται στη συνάφεια με τους ποιητές. Παρατηρεί και από περιωπής, όχι χωρίς συναίσθηση ευθύνης ότι:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«….<em>τώρα που όσο ποτέ/ανθίστανται τα πράγματα/και ούτε μια ανάμνηση/</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">δεν είναι δυνατόν ν’ ανακαλέσεις/…..κι οι λέξεις/ελάχιστη σχέση έχουν τελικά/μ’ εκείνο που σημαίνουν»,</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">αφού τα πάντα έχουν μεταλλαχθεί, έχουν χάσει την πρωταρχική τους σημασία. Και οι λέξεις ως ζωντανοί οργανισμοί, υπόκεινται στους νόμους που διέπουν τη ζωή και τη μοίρα των ζωντανών οργανισμών. Κάποτε μοιάζει να παίζει θέατρο με σκιώδεις παίκτες και συμπαίκτες, ωστόσο η ίδια διαχειρίζεται για λογαριασμό όλων τον διάλογο μονολογώντας. Αυτό, σε συνδυασμό με την αγάπη της να διαβάζει η ίδια ποιήματά της, με καταπληκτική, ομολογουμένως, θεατρικότητα, ίσως σημαίνει πως το θέατρο και η ηθοποιία είναι το απωθημένο της. Πιστεύει στη δύναμη της ποίησης, του ρυθμού και του ποιητικού λόγου, δια των οποίων συντελείται το θαύμα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«<em>Θα δεις…/Εξημερώνει ο ρυθμός ό, τι ασχημονεί/σκηνογραφίες σκίζει παραστάσεων/από καιρό ματαιωμένων/κι όλα τα ανεξόφλητα/</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">σαν χρόνο τσακισμένο/στο πίσω μέρος του αναφιλητού/πάει και τα στοιβάζει…».</span></em><br />
<span style="color: #000000;">(Η αναγνώριση)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για να καταλήξει στο συμπέρασμα να λέει στον εαυτό της:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«…<em>Έχω διαγραφεί/-να φανταστεί-/κι απ’ τους αγνοημένους…/ </em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">Επείγει η επάνοδος!/Το έργο που δεν έπαιξα/αιφνίδια κατεβαίνει…»</span></em><br />
<span style="color: #000000;">(Ο μονόλογος της ερχόμενης)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε ποίημα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου σε σταματάει με το νόημα, τη μουσική, με την αδιατάραχτη αλήθεια του. Και δεν είναι εύκολο να κάνεις μια γενική αποτίμηση γιατί, αν και έρχεται και επανέρχεται στο ίδιο κομβικό σημείο, στον αρχιμήδειο τόπο, στην αρχή της, η ποίησή της και οι κοινωνικοί προβληματισμοί της </span><br />
<span style="color: #000000;">διαχέονται στις επιμέρους δραματικές ιστορίες ως αυτόνομες, ιδιότυπες ατομικές περιπέτειες, σε σύντομες τραγωδίες:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«<em>σαν νόσος που ανησυχεί/μην έρθει η γιατρειά της. /Με φως τρισύλλαβων φιλιών/τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω/για μια αγάπη αξόδευτη μιλώ/</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">μα πώς να με πιστέψεις;/Είν’ ακατάπαυστο το βουητό/των ερειπίων στο στήθος…»/</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">(Το χόρτο της επιστροφής)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προχώρησα ψηλαφητά ακολουθώντας τους εύγλωττους ρυθμούς των λέξεων και των στίχων τις εύκοσμες σιωπές ως εκεί που ο χρόνος έκανε καμπή για να περάσω τον αναμενόμενο, εκ των έντονων ποιητικών φαινομένων, κάβο της ενδόμυχης τρικυμίας της. Κι έφτασα στην έξοδο λίγο πριν πέσει η αυλαία του δράματος, δεδομένου πως η αληθινή ποίηση είναι τραγωδία εν όψει: «…μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας (…)περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», κλείνοντας με τους στίχους που λένε όσα δεν πρόλαβαν να ειπωθούν, έγκλειστα στις σιωπές «άρρητων ρημάτων»:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«<em>Άγια του σώματος σιγή/πόσους θανάτους διέσχισες/ντυμένη φως δαμασκηνί/προτού/σε βενετσιάνικους καθρέφτες/εισχωρήσεις…»</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Των αγίων σωμάτων)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχει τον τρόπο της η ποίηση να παρηγορεί και να λυτρώνει. Και η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου με τα «Αφόρετα θαύματα» στήνει μια δυνατή τραγωδία όπου όλα παίζονται και πείθουν ότι:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«<em>Το να ξεγλιστράς/αυτό μονάχα σώζει</em></span><br />
<em><span style="color: #000000;">……..</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Κι αν δεις να κλαίει το παιδί/κράτησε την ανάσα σου/τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές/βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει/βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">……….</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">οι πιθανότητες είναι αρκετές/-να του εξηγήσεις-</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">……..</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή/</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αύριο χωριζόμαστε»</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">(Σχέδιο διάσωσης)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">bookpress 25/7/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια Ευτυχία–Αλεξάνδρα Λουκίδου, με την πρόσφατη έκδοση του έβδομου κατά σειρά ποιητικού της έργου Αφόρετα Θαύματα, επιβεβαιώνει τη γόνιμη και ξεχωριστή παρουσία της στα ποιητικά πράγματα. Σ’ αυτό, άλλωστε, συγκλίνουν και οι απόψεις κριτικών εγνωσμένου κύρους που ασχολήθηκαν ειδικότερα με το έργο της ποιήτριας. Επιπλέον, στο ενεργητικό της καταγράφονται και τρεις μελέτες–δοκίμια για την ποίηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καταρχάς, ο τίτλος της συλλογής με το υπερρεαλιστικό ζεύγμα λέξεων Αφόρετα θαύματα υποδηλώνει ένα σύνολο νοηματικά συλληπτών εκκρεμοτήτων με κοινό εκθέτη το «θαύμα», με τις θεραπευτικές–μεταμορφωτικές ιδιότητές του. Οι εκκρεμότητες αναπόφευκτα συνδέονται με την απουσία εκείνου –σώματος, ατόμου, κατάστασης– που θα μπορούσε να δεχθεί το θαύμα και να εναρμονιστεί πλήρως με αυτό. Ακόμη, είναι δυνατόν να ταυτίζονται με έμμεσες επικλήσεις υποδορίως αισθητές. Γιατί, καθώς εξελίσσεται προοδευτικά η ανάγνωση των ποιημάτων, αποκαλύπτεται –εκτός των άλλων– ένας κόσμος που κουβαλά φορτία άλγους και τραυμάτων. Και η μόνη ελπίδα που αχνοφέγγει είναι η επέμβαση δυνάμεων ικανών να μεταμορφώσουν αυτόν τον κόσμο με στοιχεία χαροποιά. Αυτά βέβαια δεν λέγονται, μόνον υπονοούνται μέσα από τη δυναμική του τίτλου. Επομένως, πρόκειται για έναν τίτλο με έμμεσες νοηματικές προσημάνσεις ευχετικού και συνάμα σωτηριολογικού χαρακτήρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο πρώτο μέρος της συλλογής η Λουκίδου εισάγει τον αναγνώστη σε μια πένθιμη ατμόσφαιρα, όπου το αθώο χτες, που &#8220;<em>οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν,</em>&#8221; αντιμάχεται το τώρα, με μιαν <em>αγγελία διάλυσης / πριν την υποτροπή</em> («Κάτω απ&#8217; το νερό»). Τα καταγεγραμμένα στην παιδική ηλικία της ποιήτριας παθήματα της οικογένειας –ο διωγμός από την Κωνσταντινούπολη, η σύντομη μετοίκηση στο Μόναχο (εκεί γεννήθηκε η ποιήτρια) και, τέλος, η μόνιμη εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη– φυσικό και αναμενόμενο είναι να αφήνουν λιγότερες ή περισσότερες αποτυπώσεις στο έργο της. Χαρακτηριστικοί είναι οι εξομολογητικοί στίχοι («Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17»): <em>τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο «λείπουμε» / και στο «φριχτά πονούμε» / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο. </em>Και όσο κι αν<em> μια παρουσία έρωτα / –θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης–</em> ανοίγει ένα παράθυρο, τα στίγματα στην παιδική μνήμη μοιάζουν ανεξίτηλα: <em>Σαν τότε που φιλάσθενη / ή λόγω τιμωρίας / ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου / έξω από το παράθυρο κρεμόμουν / για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά. / Στη φαντασία μου μάλιστα / υπαρχηγός γινόμουν / κι αν τύχαινε καμιά φορά / κι οι άλλοι μας κερδίζαν / την ήττα της ομάδας μου / χρεωνόμουν μυστικά.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι απόπειρες διεξόδου μέσα από την ποιητική περιπέτεια και η επικοινωνία με το έργο μειζόνων ποιητών συχνά μεταβάλλονται σε ειρωνεία και σαρκασμό για εκείνους που δήθεν αγωνίζονται για τα δίκαια των μαζών: <em>Άξιζαν Edgar, τελικά / μια κάποια –έστω– θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο…</em> («Εκ γενετής αγεωγράφητοι»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι μάζες, ωστόσο, είναι καταδικασμένες να ακολουθούν τη δική τους μοίρα. Η διαπίστωση στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ») ότι <em>Είχαν βλαστήσει από καιρό / οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας… / Μια ιχνηλασία άκαρπη / πάνω σε τέλματα αχανή / υπαίθρια κηρύγματα / και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν / αυξητικές ορμόνες, </em>μόνον άλγος προκαλεί. Στο ίδιο ποίημα η Λουκίδου χρησιμοποιεί με πολύ εύστοχο τρόπο τον ποιητικό διάλογο και το σχήμα της μεταφοράς για να αποκαλύψει τον ηθικό ξεπεσμό και την κάθε είδους ευτέλεια που βιώνει η σημερινή κοινωνία. <em>Τώρα / μας κυνηγούν οι μεσολαβητές με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι… […] Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ; / Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα; / Να γράψουμε! / Να χρησιμοποιήσω και παραβολές; / Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις; / Γράψτε λοιπόν: / Δασύνεται η αρπαγή / και οξύνεται το μίσος.</em> Και εκείνη η δύναμη, το σκιάχτρο που άλλοτε προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα, δηλαδή τις αξίες και τα ιδανικά, και εξοβέλιζε κάθε απόπειρα επιβουλής, τώρα έχει χάσει την αποτρεπτική του δύναμη. Και το αποτέλεσμα είναι οδυνηρό. Οι απλοί, κοινοί άνθρωποι φτάνουν ή και ξεπερνούν τα όρια της ανοχής και αντοχής τους, κυριεύονται από ψυχικό παραδαρμό και ανοίγουν τα σεντούκια της μνήμης και εκποιούν προγόνους, αναμνήσεις, έρωτες: <em>Ο χώρος θύμιζε φουαγιέ / πολυτελούς ξενοδοχείου / Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί / μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια / εξορισμένοι από εκεί. / ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί / όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς / όπως, ας πούμε / αβρών εκτιμητών χρυσού /</em> […] Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις. / Εδώ προέλευση και καταγωγή / χέρι με χέρι ανταλλάσσονται («Αγορά χρυσού»). Οι πολλαπλές ανατροπές που συμβαίνουν στην ατομική και τη συλλογική ζωή συχνά μοιάζουν με επικείμενη έξωση περιφερόμενου θιάσου. («Ιδιωτική αρχαιολογία»). Το έργο σε λίγο τελειώνει και οι θεατρίνοι θα φορτώσουν την πραμάτεια τους: Σκεύη παλιά, ποδήλατα / φουγάρα, καλαπόδια / πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ / μονόκλ και περουκίνια / καλειδοσκόπια, παπιγιόν / μουστάκια, φαβορίτες. Ωστόσο, το δράμα επιτείνεται. Η Λουκίδου βρίσκει τον τρόπο και αφήνει τα πράγματα μετέωρα: <em>Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες. / Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν / απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν. / Αμφίβολη η ώρα τους. / Σαν την αμφίβολη ώρα / των εκτελέσεων.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φυσικά οι ατομικές ευθύνες παραμένουν. Η επιλογή δήθεν ωριμοτέρων σκέψεων και αντιδράσεων τίποτε άλλο δεν πετυχαίνει παρά να απλώνει το δίχτυ του εγκλεισμού και της αυτοπαγίδευσης. Τότε είναι που η απελπισία μεταβάλλεται σε οργή:<em> Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις / που αποδειχτήκατε δειλές / και σπεύδατε να μας σώσετε / σαν θαύμα αναπάντεχο / πριν καν να γίνει η δέηση. // Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο / –τέλεια να μιμείται καλπασμό– / να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους</em> («Δεύτερες σκέψεις»). Τότε είναι που το τέλος, με οσμή θανάτου, εισβάλλει στα άδυτα του έσω χώρου, και ζητά <em>σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί / και να το κατακλύσει / να βυθιστούνε μέσα της / τα κάδρα, τα φωτιστικά / ν’ ακούγεται μόνον αυτή / κι ό,τι μαζί της φέρνει («Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος»).</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μνήμη όμως, ατομική και συλλογική, αντιδρά και αναγνωρίζει πόσο αναγκαία είναι η ανασύσταση. Η τρικυμία είναι απειλητική και το καράβι κινδυνεύει να χαθεί αύτανδρο. Έρχεται όμως η ποίηση και αναγνωρίζει ότι στη ζωή, δίπλα στον καθένα, πέρα από την οδύνη και τα σημάδια του χαμού, υπάρχουν σωτήριες λέμβοι. Ειδικότερα, η ποιήτρια μνημονεύει τον Παπαδιαμάντη και δείχνει να θέλγεται από το λιγοστό με το οποίο εκείνος πορεύτηκε στη ζωή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><em>Του αρκούν λίγα χιόνια / […] Του αρκεί ένας έρωτας / […] Του αρκούν κάποιες γραίες / βασανισμένες και άτυχες / […] Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα / κι άλλη μια, η θεια–Σκεύω / βαρδιανός μες στα Σπόρκα / να ’ναι σιμά στον γιο της / στο Λοιμοκαθαρτήριο.</em> («Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου»). Ακόμη, ανασύρει από τη μνήμη της τη βασανιστική περιπέτεια της οικογένειάς της. Στο ποίημα «ΣΕΛΑΝΙΚ I – Μητέρα ανύμφευτη» ακούγεται ο αιώνιος θρήνος του κατατρεγμού που αιμάσσει. Αλλά την ίδια στιγμή, πίσω από τον πόνο και το στεγνό δάκρυ, δείχνει να αχνοφέγγει, ο ερχομός μιας αλλιώτικης μέρας. <em>Εμείς το ’64 / που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55 / με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού / να κάθεται στα ρούχα μας / ν’ ασπρίζει την ψυχή μας. / Εμείς / δεν ήμασταν ποτέ ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης / μα μία Πόλη που έψαχνε / πόλη να κατοικήσει / με Εγνατία, με Ντεπό / με Βασιλίσσης Όλγας / με Υπερώο θαλασσινό / για να σταθούν επάνω του / Καρέλλη και Πεντζίκης.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί, άραγε, η Θεσσαλονίκη να ήταν ένα από εκείνα τα Αφόρετα θαύματα; Οι στίχοι από το ποίημα «ΣΕΛΑΝΙΚ II – Η πυρκαγιά» δίνουν μια γλυκόπικρη απάντηση: <em>Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα / κι ας έμοιαζε αυτή εδώ / αγίασμα στα μάτια / –τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί / να καταποντιστεί στα σωθικά / η κάψα του άλλου τόπου</em>–. Στίχοι που ξυπνούν τη μνήμη και φέρνουν στο νου στίχους από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Τελευταίος Σταθμός»: Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε. / Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου / τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια / δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιητική ατμόσφαιρα δείχνει να αποκτά ολοένα και περισσότερα θέλγητρα που δεν αφήνουν ανεπηρέαστο τον αναγνώστη, ο οποίος σταδιακά αισθάνεται ότι μεταβάλλεται σε συμμέτοχο κοινών εμπειριών και κοινού πάθους. Άλλωστε, ακόμη και ένα ελάχιστο ποσοστό κοινών βιωμάτων μπορεί και διαμορφώνει το απαραίτητο κλίμα εξοικείωσης του δέκτη με τα μηνύματα του πομπού, γεγονός που ενισχύει σημαντικά τον μηχανισμό πρόσληψης. Ακόμη και τα αδιέξοδα με το εύθραυστο κλίμα που προκαλούν, τροφοδοτούν το συναίσθημα και τη σκέψη. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από το ποίημα «Ο μονόλογος του κλέφτη»: <em>Σας κλέβω μόνο την αφή / το άγγιγμα που αφήσατε / πάνω στις πορσελάνες / γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή / δίχως το άλλο σώμα […] Φιλάργυρος της αφαίρεσης / δανείζομαι το παρελθόν / γυρεύω οικογένεια / συλλέγω από απόγνωση μεταξωτές αισθήσεις.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το δεύτερο μέρος της συλλογής περιέχει έντεκα ποιήματα ποιητικής. Η Λουκίδου επινοεί και εφαρμόζει έναν πρωτότυπο μεταφορικό και παρομοιαστικό λόγο, προκειμένου να αποδώσει, σαν σε προϊούσα αφήγηση, τις –άγνωστες στους πολλούς– πτυχές των όσων βιώνει ο δημιουργός κατά τη διάρκεια της κυοφορίας του ποιήματος. Πολύ εύστοχα ο ποιητής παρομοιάζεται με ασθενή που εμφανίζει «Τα πρώτα συμπτώματα»: <em>Οι άλλοι / τη μακρινή καταγωγή της θλίψης του / ηθελημένα αγνοούσαν // ωστόσο υποπτεύονταν / μία ραγισματιά ανεπαίσθητη / που μάζευε με τον καιρό / το σκονισμένο άγημα των τύψεων.</em> Μετά, καταγράφεται το «Ιστορικό ασθενούς»: <em>Υπήρξαν μήπως προαισθήματα; / Έστω σημάδια προειδοποιητικά / όπως, ας πούμε, η ξαφνική εμφάνιση / χαμένων ανεξήγητα πραγμάτων / […] Ξέρετε, τώρα, τι ύπουλα / σε πλησιάζει η νόσος…</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έπειτα, ακολουθούν «Τ<em>α στάδια»: Πρώτα / μια αδυναμία αντίληψης του προφανούς. / Ή μάλλον όχι. / Πρώτα / εκ δεξιών η κόλαση / εξ ευωνύμων η περήφανη καρδιά / με τους κρυμμένους δυναμίτες στις ραφές / στους μαύρους κύκλους των ματιών / στην αδιαφορία, στην απέχθεια</em>. και σημειώνονται οι «Παράπλευρες απώλειες»: <em>γιατί, αν το καλοσκεφτείς, / δεν θα την πεις και αναίμακτη / τη σύλληψη του ποιητή / που ελλείψει τέλους τραγικού / βάζει βελόνες γραμμοφώνου να τρυπούν / κατάστηθα την Κομπαρσίτα.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατόπιν, έπονται δύο ποιήματα ενδοσκόπησης (ποιητικής), το «Εμείς αυτοί»: <em>Άλλοι χορεύουν με τα μάτια τους κλειστά / πάνω από μία πρόταση / –κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής / δεν έχει σημασία– / αρκεί να υπαινίσσεται αποχαιρετισμό / ή να δηλώνει ήττα /</em> και το «Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή Ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου», ένα ποίημα αποτυπώσεων της έμπνευσης σε σημαίνοντα λόγο. «Λαγωνικό ή Η Έμπνευση»: <em>Εμφανιζόταν κι έφευγε / και σάλπιζε υποχώρηση / όμως την ύστατη στιγμή / θριαμβικά επέστρεφε / κρατώντας μες στα δόντια της / –θήραμα άχρηστο, ακριβό– / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως ο ποιητής δεν αργεί να καταλήξει «Στο ανακριτικό» ως αυτόπτης μάρτυρας ή και αυτουργός ενός συντελεσθέντος αδικήματος:<em> Η κατ’ εξακολούθηση εμφάνισή σας / στον τόπο του εγκλήματος / εγείρει υποψίες σοβαρές / περί ενοχής ή νοσηρότητάς σας. // Κι ας υποθέσουμε πως είναι λογικό / ας το αποδώσουμε καλόπιστα στην τύχη. / Όμως στην έκθεση αναφέρεστε / ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς / συμβάντων ανεξήγητων / που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα / στους πίσω κήπους μίας λέξης.</em> Εκείνος όμως παρακάμπτει τους ανακριτές και καταθέτει ελεύθερα την «Ομολογία» του: <em>Όχι, όχι / εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί / ούτε για κάπου αλλού βεβαίως… / Όμως πώς να εξηγήσω / τα ανήκουστα και τα φαιδρά / τότε που τα φωνήεντα / αιφνίδια καταργήθηκαν / και σύμφωνα συριστικά / εγκαταστάθηκαν / φαρδιά πλατιά στο στήθος;</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο, τα κατά συρροήν αδικήματα–ποιήματα εμφιλοχωρούν «Στα ράφια (σαν) δολιοφθορείς»:<em> Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ / στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο / με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού / να σκεπάζει τα λόγια μας</em>. Και όλα αυτά, μέχρι που φτάνει η απροσδόκητη είδηση ότι ο ασθενής–ανακρινόμενος παίρνει «Εξιτήριο»: Θα φύγω! / Να φύγω, μου είπαν / Μ’ αφήνουν τελικά να φύγω. / Μετά το πρωινό, ελεύθερος, μου είπαν. / Το φαντάζεστε; / Τέρμα πια οι αναμονές / τα ‘θα δούμε’ και τα ‘βλέπουμε’ / και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος / μόνο λιγάκι αφηρημένος / όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ // μα θα τα καταφέρω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ειδικά τα ποιήματα αυτού του μέρους συνιστούν ένα ποίημα εν προόδω (poem in progress), με χαρακτηριστικό γνώρισμα μια ευθύγραμμη, εξελικτική αφήγηση που τα στάδιά της τα δηλώνουν οι τίτλοι των ποιημάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τρίτο μέρος της συλλογής το αποτελούν συνολικά δέκα ποιήματα. Πρόκειται για ποιητικές αποτυπώσεις μιας βασανιστικής μοναξιάς που ακολούθησε μετά από την απώλεια αγαπημένου προσώπου. Η ποιήτρια αναζητεί το δικό της πρόσωπο, καθώς αισθάνεται πως ένα μέρος του βρίσκεται στο υπαρκτό παρόν και ένα άλλο περιπλανιέται στην αντίπερα όχθη, ακολουθώντας τα νεύματα μιας σκληρής ειμαρμένης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα «Η αναγνώριση» η Λουκίδου επικαλείται τη μαρτυρία του εταίρου, ώστε η ίδια να προχωρήσει στην αναγκαία αυτοαναγνώριση: (Α΄ πρόσωπο) <em>Κρατάω τον καθρέφτη / και σου τον δίνω να μου τον δώσεις / να με κοιτάξεις που τον κρατάω / ν’ αναγνωρίσεις // τον βράχο με τις πεταλίδες του / και τα πουλιά που τον λεηλατούν / και που τον ανυψώνουν.</em></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η επίκλησή της συνεχίζεται και σύντομα μεταβάλλεται σε θρήνο: <em>Με φως τρισύλλαβων φιλιών / τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω / για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ / μα πώς να με πιστέψεις; […] Κρατήσου από το άγγιγμα / να σε τραβήξω πάνω.</em> («Το χόρτο της επιστροφής»). Μα φτάνει η στιγμή που η ίδια αναγνωρίζει, ότι οι επικλήσεις της είναι <em>ίαμβοι της άρνησης / κρυστάλλινοι σαν μοίρα</em> («Ραγίσματα»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η συλλογή, ή καλύτερα η ποιητική σύνθεση Αφόρετα θαύματα, θα καταγραφεί ως το ωριμότερο έργο της Ευτυχίας–Αλεξάνδρας Λουκίδου. Και αυτό από μόνο του αυξάνει το χρέος της ποιήτριας για το μέλλον.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Fractal 27/09/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Εξέχουν λάμψεις και καπνοί / μέσα απ’ τα δάχτυλά σας»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις μέρες μας, έχει παρατηρηθεί μια νέα τάση στην ποίηση. Πολλές ποιητικές συλλογές περιλαμβάνουν αρκετά ολιγόστιχα ποιήματα. Η λιτότητα των στίχων, τα υπαρξιακά ερωτήματα και ο κοινωνικός προβληματισμός έχουν αρχίσει να κυριαρχούν. Συνήθως, όταν επικρατεί μια νέα τάση, όλο και περισσότεροι ακολουθούν το ίδιο μοτίβο και πολλές φορές καταλήγουν σε μια μανιέρα ρουτίνας. Όμως, υπάρχουν και ποιητές, που καταφέρνουν να υποτάξουν τη νέα τάση στο δικό τους προσωπικό στυλ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια ποιητική συλλογή με ιδιαίτερο στυλ είναι και το βιβλίο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου: «Αφόρετα θαύματα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος». Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες. Η ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ολιγόστιχων ποιημάτων, δίνοντάς μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τη γραφή της ποιήτριας σε βάθος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποιήματα της συλλογής «Αφόρετα θαύματα» είναι κυρίως υπαρξιακά με πινελιές κοινωνικού προβληματισμού. Η ποιήτρια μέσα σε λίγους στίχους περικλείει όλη τη δυστυχία του κόσμου μαζί με ό,τι την προκαλεί: «<em>φυλάκια συνοριακά / ύμνοι, σημαίες, παρελάσεις / ατροφικές υπάρξεις / σημαδεμένες στους καρπούς / και κοστουμάτοι κύριοι / αυτάρεσκα γλοιώδεις</em>…» Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου θα συμπονέσει όσους αναγκάζονται να ξεπουλήσουν τα οικογενειακά τους κειμήλια σε σαράφηδες και θα διαπιστώσει πικρά: «<em>γιατί αρρωσταίνουνε βαριά / όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε»</em>. Πιο κάτω, η ποιήτρια θα γράψει ένα πολύ συγκινητικό ποίημα για τους μετανάστες, που περιμένουν σε ατέλειωτες ουρές να πάρουν χαρτιά, που μπορεί να μην καταφέρουν να αποκτήσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι υπαρξιακές ανησυχίες της ποιήτριας, ξεκινούν από εκεί, που τελειώνουν οι κοινωνικές. Πιο πριν, είδαμε την Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου να συμπονά ανθρώπους, που αναγκάζονται να εκποιήσουν τα οικογενειακά τους κειμήλια. Εδώ, η ποιήτρια βάζει τον εαυτό της στη θέση του ανθρώπου, που αποφασίζει να πουλήσει όλα της τα παλιά αντικείμενα σε κάποιον παλιατζή, που δεν ξέρει ποτέ την ώρα, που θα περάσει. Παρακάτω, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου θα γράψει για τις δεύτερες σκέψεις, που δεν μας αφήνουν να πραγματοποιήσουμε ό,τι έχουμε αποφασίσει και θα καταλήξει τραγικά: «<em>Μας μάθατε για τα καλά / πως ό,τι δεν μας συναντά / αυτό στο τέλος / μας διασχίζει.</em>»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα μπορούσαμε να γράψουμε ακόμα πολλά για την ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου «Αφόρετα θαύματα», όμως, θα θέλαμε, να αφήσουμε τον αναγνώστη να ανακαλύψει από μόνος του τα «θαύματα» αυτής της συλλογής, παραθέτοντας μόνο ένα τελευταίο χαρακτηριστικό δείγμα της ποιητικής της δεινότητας, που αναφέρεται στην ποίηση: «<em>Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί / -ας είναι και τσαλακωμένο- / εξέχουν λάμψεις και καπνοί / μέσα απ’ τα δάχτυλά σας».</em></span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΛEΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟY</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Φρέαρ 30/09/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ανάγλυφο της ποιητικής στιγμής στο ποίημα «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος» από τη συλλογή «Αφόρετα θαύματα»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ποίημα ως μέσο μυθικής αφήγησης αποκτά συχνά την χροιά της ιεροτελεστίας, αφού έχει τη δύναμη ν’ ανοίγει μυστικές διόδους στον αναγνώστη για έναν κόσμο, όπου λέξεις και υλικά, φόβοι και ψυχικά πετάγματα, αναμιγνύονται και συντελούν στη μέθεξη της ανάγνωσης, σμιλεύουν το ανάγλυφο μιας ποιητικής στιγμής που είναι δύσκολο να λησμονήσει ο αναγνώστης. Για ένα τέτοιο ποίημα θα αποπειραθώ να μιλήσω ή μάλλον για την ανεξίτηλη εν(τύπωση) αυτού του ποιήματος μέσα μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΥΑΛΙΚΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Χρειάζεται μια επίσημη σιωπή/Να εισβάλει μες στο σπίτι/σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί/και να το κατακλύσει/να βυθιστούνε μέσα της/τα κάδρα, τα φωτιστικά/ν’ ακούγεται μόνον αυτή/κι ό,τι μαζί της φέρνει/-μια περιδίνηση άσκοπη/περιστρεφόμενου χορού/γυάλινης μπαλαρίνας/σε βελουδένια θήκη κοσμημάτων-</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Μα η άμμος αναπάντεχα/έρχεται κάθε βράδυ/ντυμένη νήματα γυαλιού/είδωλα αλλοιωμένα/ρινίσματα παλιάς ζωής/φέγγουν μες στο σκοτάδι/που αμέσως σκοτεινιάζουνε/στενεύουν, δεν θυμίζουν/πέφτουνε γύρω μας βροχή/χιλιάδες ροκανίδια/μια πρώιμη εξοικείωση/μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται/να μας περιτυλίξει.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σιωπή και η άμμος, τα προαιώνια αρχέγονα υλικά, αποτελούν τα κύρια συστατικά αυτού του ποιήματος, μα και η ανυπέρβλητη διαφάνεια του γυαλιού που δεν αποχωρίζεται ποτέ την αιχμηρή του φύση, η γαλήνια επιμονή του ξύλου και η ευγενική παρηγοριά του βελούδου, το καθιστούν αντιπροσωπευτικό της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου από τις εκδόσεις Κέδρος με τίτλο: «Αφόρετα θαύματα».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον κόσμο της κρίσης, του πιο σκληρού ορθολογισμού, της αιώνιας πρόβας και της αβέβαιης διαδρομής η ποιήτρια προσδοκά, επιμένει και καλλιεργεί τα «θαύματα» αφόρετα και μακρινά, όχι όμως άρρητα όσο εξακολουθεί να υπάρχει η γλώσσα της ποίησης. Η συλλογή περιλαμβάνει 40 ποιήματα που διαθέτουν εξαιρετικό ρυθμό και μουσικότητα εκφράζοντας τις προθέσεις της ποιήτριας με τον πιο αρμονικό τρόπο. Νοσταλγία που αγγίζει το φολιδωτό δέρμα της οδύνης, ανάδυση της παιδικής μελαγχολίας, τραύμα και έλλειψη κι ένας βαθύς και ουσιαστικός απολογισμός αποτελούν τους κύριους θεματικούς άξονες της συλλογής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά τις πολλές αναγνώσεις διέκρινα και οικειοποιήθηκα την άφατη ανάγκη που γεννήθηκε στο παιδί-ποιήτρια, πώς η ανάγκη αυτή διατηρήθηκε ανέπαφη με τα χρόνια και θαύμασα την δεξιότητα με την οποία η ποιήτρια μεταφέρει αυτή τη διαδρομή στον αναγνώστη, πράγμα που καθιστά δυσκολότερη την δική μου ανάλυση για το σύνολο της συλλογής. Προτίμησα να μιλήσω για αυτό το συγκεκριμένο ποίημα που το αγάπησα από την πρώτη ανάγνωση:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην πρώτη στροφή η ποιήτρια με σκηνογραφική δεξιότητα στήνει το σκηνικό, επιλέγει τα υλικά, μοιράζει τους δευτερεύοντες ρόλους στα άψυχα μα τόσο συνυφασμένα με την περίκλειστη ζωή αντικείμενα, αφού φυσικά πρωταγωνίστρια είναι η σιωπή. Εκείνη, τον χώρο και τον χρόνο κατακλύζοντας έχει την πρωτοκαθεδρία. Στα σκληρά τοιχώματα της σιωπής –στην οποία καθόλου τυχαία η ποιήτρια προσδίδει το επίθετο «επίσημη» με ό,τι αυτό σηματοδοτεί‒ τα σχήματα και τα περιγράμματα των πραγμάτων συγχέονται, διαστρεβλώνονται όπως κάτω από την χιονοθύελλα ‒πληγώνονται, επανακάμπτουν, αναπλάθονται από τις στάχτες τους για να αποτελέσουν τη φάτνη των στίχων. Το σπίτι, τα κάδρα, τα φωτιστικά με όλους του συμβολισμούς του περίκλειστου βίου βυθίζονται στη σιωπή για να μπορούνε απερίσπαστα να υπηρετήσουν την άσκοπη περιδίνηση γύρω από τη ζωή. Σημαίνοντα και σημαινόμενα των λέξεων στροβιλίζονται μα κοντοστέκονται μπροστά στο εύθραυστο θαύμα της γυάλινης μπαλαρίνας. Τα θρύψαλα που είναι κρυμμένα κάτω από τη συνάφεια και συνοχή των μορίων του γυαλιού ‒μόνο η ποίηση μπορεί να τ’ αναγνωρίσει‒ ακουμπούν σ’ ένα ορμητικό μα συνάμα παρηγορητικό βελούδο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το γυαλί που έλκει την καταγωγή του από την ίδια την γη, την μήτρα του κόσμου είναι το διάφανο θαύμα της σοφίας της φύσης. Απομεινάρια αρχαίων βράχων, λάβα προγονικών ηφαιστείων, θρύψαλα άδειων κελύφων και οστράκων, ρημαγμένες φωλιές πουλιών είναι ο κάθε κόκκος άμμου που αποτελεί το πρόσχημα για να στερεοποιηθεί το ποίημα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σιωπή εξακολουθεί να είναι η απαραίτητη συνθήκη για την δεύτερη στροφή (δεύτερη πράξη και φινάλε του ποιήματος) μια σιωπή που χάνει βαθμιαία την ανιαρή και άγονη ορμή της. Εδώ η σιωπή αποκτά σκελετό και ένδυμα, έρχεται κάθε βράδυ Μα η άμμος αναπάντεχα / έρχεται κάθε βράδυ / ντυμένη νήματα γυαλιού /είδωλα αλλοιωμένα/ ρινίσματα παλιάς ζωής/ φέγγουν μες στο σκοτάδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με μια κινηματογραφική ‒Ταρκοφσκική θα την χαρακτήριζα‒ αέρινη ποιητική εικόνα, που όμως διαθέτει έντονη τη δυναμική της δίνης, το ποίημα οδηγείται στην τελική παραδοχή, στην μόνη βεβαιότητα που δεν είναι άλλη απ’ αυτή του θανάτου. Μα ο θάνατος εδώ παύει για λίγο να είναι αμείλικτος και παγωμένος. Μέσω της ποίησης και του παρηγορητικού υλικού, του ξύλου, η συντριβή γίνεται θριαμβευτική, και η πρόβα θανάτου είναι μονάχα μια πρώιμη εξοικείωση /μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σκληρή και τελεσίδικη σύμβαση του θανάτου μέσω της ποίησης μετουσιώνεται σε πράξη γαλήνια και θωπευτική. Η φαινομενικά άχαρη και πικρή εικόνα στην πραγματικότητα εκπέμπει θαλπωρή. Γίνεται οικεία και στοργική καταφυγή, αν ο αναγνώστης απιθώσει το βλέμμα του στα ψίχουλα του ξύλου, τα ροκανίδια που θα μπορούσαν να είναι βεγγαλικά ή θραύσματα του σαθρού οικοδομήματος που λέγεται ζωή. Η δυνατότητα να μετατραπούν τα κοφτερά θρύψαλα του γυαλιού ‒στίχο με στίχο‒ σε άκακα πριονίδια δεν είναι μια παρηγοριά; Το αιχμηρό μεταπλάθεται μέσω της γραφής σε ένα ευγενικό και στοργικό υλικό που κάποτε ίσως ήταν πεύκο ή λεύκα, πλατάνι ή καρυδιά, μοναδική φωλιά πουλιών και αποικία πεταλούδων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση ακόμη κι αν δεν μπορεί να αλλάξει το προδιαγεγραμμένο, των ανθρώπων την κοινή μοίρα, ελαφρύνει το άλγος, όπως άλλωστε η εξοικείωση με τον θάνατο λυτρώνει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Β]. ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ: ΜΙΑ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΘΗΣΑΥΡΟΣ:<br />
1]. «Κάτω απ’ το νερό»: το ποίημα αποτελεί το πιο άριστο ξεκίνημα για ποιητική συλλογή. Το λυτρωτικό νερό, «μια υπόκρουση αγκαθωτού νερού» με το αθέατο συγκρατημένο, καταλήγει στην αναφώνηση: «ποιος πριονίζει τη σκιά;». Η σκιά όμως είναι διπλή. Της ποιήτριας και του απόντος. «Σφάγιο ιερό / που δεν ανήκει σε κανέναν». «-Έξοδος και θριαμβευτικό μαζί-». Τα ονόματα παραμένουν αμετάφραστα ενώ το νόημα «…αχνοφωτίζει το προφίλ / όσο καμία λάμπα».<br />
2]. «Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17»: Εδώ μιλά η υποψία των ιστοριών. Το προαίσθημα και το αβίωτο παρελθόν. Αθώος ο κόσμος του θανάτου «τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο λείπουμε και στο φριχτά πονούμε» / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο». Το ποίημα κλείνει με μια υπέροχη σκηνή στο παράθυρο με την ποιήτρια ανεβασμένη σε σκαμνάκι «για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά./ Στη φαντασία μου μάλιστα / υπαρχηγός γινόμουν». Και πιο κάτω: «Μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι»….», «με ματωμένα γόνατα / και λίγο πριν νυχτώσει/ κατάκοπη και καθαρή / να κλείνω τα παντζούρια». Η μοίρα αλλάζει και το σκαμνάκι μετατρέπεται σε ψέμα. Η αυθεντικότητα και η αθωότητα της παιδικής ζωής επιφέρει προσωρινή λύτρωση.<br />
3]. Στο «Εκ γενετής αγεωγράφητοι», σ’ αυτό το κορυφαίο ποίημα, με υπότιτλο απόσπασμα από την τελευταία στροφή του περίφημου ποιήματος «Eldorado»[i] του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, επιχειρείται η εικονογράφηση των βαράθρων «μ’ όλες τις πανουργίες: / φυλάκια συνοριακά / ύμνοι, σημαίες, παρελάσεις /ατροφικές υπάρξεις / σημαδεμένες στους καρπούς / και κοστουμάτοι κύριοι / αυτάρεσκα γλοιώδεις…». Ο εξωτερικός κόσμος, ο επίμονος κόσμος της φθοράς. Ακολουθεί ο μέγας στίχος-μεγαλείο της συγκίνησης: «Να γονατίζεις / για να φαίνεσαι ψηλός». Η αποστολή του ποιητή ως προφήτη στο να υπηρετήσει «τον κουτοπόνηρο, εύπιστο λαό μου», ακόμα κι αυτή η πρόθεση, ισοδυναμεί «με σάπια φύλλα καταγής / να στρώνονται μεμιάς / για να περάσεις./ Στο τέλος, με την επίκληση στον Πόε η Λουκίδου αναρωτιέται αν άξιζαν τελικά τη «θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο…».<br />
4]. «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ», αφορά την απόλυτη κατίσχυση του ψέματος, την αμφιβολία και το άστατο πεπρωμένο. Η ποιήτρια αποφαίνεται: «Είχαν βλαστήσει από καιρό / οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας…» με τους μεσολαβητές κυνηγούς. «Ωστόσο, ό,τι μετριέται / πάντα φαίνεται λειψό / κι ό,τι ονοματίζεται / ως απουσία υπάρχει…». Η φωνή της όμως ως διαμαρτυρία ενάντια στην καθημερινότητα και αντιπαλότητα καταλήγει: «Γράψτε λοιπόν: / Δασύνεται η αρπαγή / και οξύνεται το μίσος…» Όμως, «Μια τόση δα παρέκκλιση / απ’ ό,τι λες προορισμό / μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν αφηρημάδα / και καταρρέει σαν τράπουλα / το σκιάχτρο που προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα». Η αθλιότητα της εμφάνισης του σκιάχτρου με την εικόνα ενός ουρανού γεμάτου μαύρα πουλιά είναι δείγμα πως «εκλείπει παντελώς η απειλή / χάνονται οριστικά και διά παντός / το φωτοστέφανο / κι η αντανάκλασή του».<br />
5]. Η «Αγορά χρυσού» είναι κι αυτό αναμφίβολα ένα σημαντικό ποίημα, όπου τα ενέχυρα κηλιδώνουν τις εικόνες της μνήμης. Το ποίημα αρχίζει με μια υπέροχη εικόνα με τους απορριμμένους της ζωής, υποδυόμενους άλλο ρόλο. Η Λουκίδου στη συνέχεια καταλήγει: «Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις./ Εδώ προέλευση και καταγωγή / χέρι με χέρι ανταλλάσσονται». Στη συνέχεια, όλα τα τιμαλφή λιώνονται στη χοάνη, «Τήξη εν καμίνω». Στο τέλος, επέρχεται η απογείωση, το τίμημα του χρόνου που υπερισχύει του θανάτου: «και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν / – γιατί αρρωσταίνουνε βαριά / όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε – / παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού / όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά / και βάζει πλώρη ολοταχώς / για νέες αμνησίες».<br />
6]. Το ποίημα «Ξένοι» αποτελεί την ελεγεία των αλλοδαπών, που αφορά την ψευδαίσθηση πως υπάρχει γι’ αυτούς μια άλλη πατρίδα που θα τους δεχτεί. Το ποίημα αρχίζει μοναδικά: «Μιλήστε μου για την απόγνωση / που προκαλεί σ’ εσάς / μια τέτοια αιωνιότητα». Η πρώτη στροφή λήγει: «με την αφέλεια πως θα σας δεχτούν / πρώτη φορά στα άγια των αγίων! // Μα, ποιους; / Εσάς; / Αν είναι δυνατόν! / Εσάς; / Με το μισό κουλούρι σας! / Εσάς που μοναχά / οι δαίμονες των αμπαριών σάς ξέρουν». Το ποίημα ολοκληρώνεται με στίχους, αιώνια ισχύοντες: «Μα δεν σας πληροφόρησε κανείς / ότι η πρόγνωση καιρού / στον τόπο αυτόν που ήρθατε / πάντοτε πέφτει έξω;».<br />
7]. «Έλα να κλείσουμε ταμείο»: Εδώ, κάθε συναλλαγή επιτελείται όπως-όπως, ιδίως το κάθε κοσμικό αίτημα της καθημερινότητας, όσο και κάθε συναλλαγή με το παρελθόν. «Σε ποια μετάληψη νυχτερινή / τα χείλη θα σφραγίσεις;» και πιο κάτω: «πάλι τα κρίματα κι η μοναξιά / θα γέρνουνε στο ζύγι». Στο τέλος του ποιήματος, καιροφυλακτεί η έκπληξη: «Πίσω από τις καρτ ποστάλ / θα έχω πάντα φυλαγμένο / το μπαρούτι».<br />
8]. Η «Ιδιωτική αρχαιολογία» αποτελεί ένα από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής. Στην αρχή, μιλάει ο πλανόδιος συλλέκτης παλιών πραγμάτων (το ίδιο παρελθόν), ο αποκαλούμενος παλιατζής. «Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…». Με τον καιρό όμως «Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες. / Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν / απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν. / Αμφίβολη η ώρα τους // Σαν την αμφίβολη ώρα / των εκτελέσεων». Το παρελθόν βαραίνει ολοένα κι αυτό χτίζει μέσα μας μιαν άλλη ζωή, την απραγματοποίητη, τη νοσταλγική, που μας στοιχειώνει για πάντα<br />
9]. Το ποίημα «Κολάζ ή Η συλλεκτική του αποκολληθέντος», αφορά πάλι συλλογή από πράγματα του παρελθόντος, σελίδες περιοδικών, φωτογραφίες συγγενών με νεκρούς, όλα όσα αναμένουν μάταια την εποχή «που η έμπνευση θα έχει δυστοκία». Παρ’ όλ’ αυτά, «Μόνο που εγείρονται κάποτε κι αυτά / σύσσωμα συμμετέχοντας / στην έγχρωμη παρέλαση των ασημαντοτήτων» και τότε «επιχειρούν ομαδικά / χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν». Όμως: «Θέλει να τσαλακώσεις ασημόχαρτα πολλά / για να βρεθείς με ασφάλεια / ανήμερα του Λόγου. // Εκβάλλει η τυφλότητα / από βαθύ πηγάδι».<br />
10]. Οι «Δεύτερες σκέψεις», είναι κι αυτό ένα άρτιο ποίημα. Η επίκληση, «Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις» κυριαρχεί σε όλο το ποίημα. Οι σκέψεις ακινητοποιούν τους πάντες. «…μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους». Και η «πειθώ του δημαγωγού» είναι μονάχα «ρίζες χοντρές και στέρεες / που εγγυώνται βλάστηση / ανθούς, καρποφορία…/ Μα εντέλει τίποτε απ’ αυτά. / Μονάχα ρίζες / που εγγυώνται ρίζες». Στις σκέψεις ταιριάζει καλά η νύχτα. Στο τέλος, η ποιήτρια παραδέχεται ειρωνικά τη χρησιμότητά τους: «αποδειχθήκατε σοφές / διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή / κι αθώα οπισθοχώρηση… // «Μας μάθατε για τα καλά / πως ό,τι δεν μας συναντά / αυτό στο τέλος / μας διασχίζει».<br />
</span><span style="color: #000000;">11]. Ο «Καπνοδοχοκαθαριστής» αποτελεί μια μινιατούρα πάνω σ’ ένα ράφι που, εκπέμποντας φόβο, «με έβλεπε και με τρομοκρατούσε / για την ακρίβεια όχι εμένα / αλλά το μη γενόμενο / το μόλις τώρα και το ακόμα όχι». Ήταν λες και «κάποιο ανώτερο μυαλό / ήξερε πριν από εμάς / τ’ ανήκουστα που θα συμβούν / τα άδικα, τα αντιφατικά // όπως να εκτίθεται / κέρινη κούκλα ασάλευτη / μες σε βιτρίνα φαρμακείου / ή νύχτες έξαλλου έρωτα / με ό,τι υποδύεται το αιώνιο. Το αντικείμενο, ως τοτέμ μελλοντικού αβέβαιου κόσμου.<br />
12]. «Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης»: Θαυμάσιο εύρημα για τίτλο, ένα ποίημα άφατης συγκίνησης. Αποδίδονται τιμές «στη νεκρή αιωνιότητα»… «Άγγελος γαρ κατά καιρόν / κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα»,[i] κι όποιος προλάβαινε να πέσει πρώτος, θεραπεύονταν. Ακόμα κι εδώ ο ανταγωνισμός υπερισχύει. Η συνάντηση του Ιησού με τον παραλυτικό και η παράκλησή του: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, / ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ / βάλη με εις την κολυμβήθραν». Η Ποίηση είναι προσωρινή γιατρειά. Η κλήση της ποιήτριας εν είδει προσευχής για να απολύσει ο Κύριος τον άγγελο για «να εξατμιστεί το μαύρο φως / […] / να στεφανώσει την πληγή / έναστρη αμνησία / κι αργά αργά να σηκωθούν / όλοι οι γονατισμένοι», ανταμείβεται στο τέλος υπό όρους. Απαιτεί τη δική του συμμετοχή για να επιτελεσθεί το θαύμα: «Λέγει αυτώ ο Ιησούς· / έγειρε, άρον τον κράββατόν σου / και περιπάτει».<br />
13]. «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος»: Εδώ, στον εσωτερικό χώρο εισβάλλει «μια επίσημη σιωπή», όπου τα πάντα βυθίζονται μέσα της, όπως κάδρα, φωτιστικά και μια γυάλινη μπαλαρίνα, που περιστρέφεται «σε βελουδένια θήκη κοσμημάτων». Καιροφυλακτεί όμως η άμμος «ντυμένη νήματα γυαλιού / είδωλα αλλοιωμένα / ρινίσματα παλιάς ζωής / φγγουν μες στο σκοτάδι» ενώ τα ροκανίδια που «πέφτουνε γύρω μας βροχή» μετατρέπονται σε «ξύλινο ένδυμα / που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει». Από την άνυδρη άμμο της ερήμου μεταφερόμαστε στο ψυχρό φέρετρο.<br />
14]. «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου», αποτελεί έναν ύμνο για τον Κοσμοκαλόγερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Άγιο των Γραμμάτων μας. Τα ρήματα που χρησιμοποιεί η Λουκίδου «του αρκεί», «του αρκούν» δηλώνουν ταπείνωση, μια προσευχή στην τέχνη Του, αφιερωμένη στους παρακατιανούς του βίου. Το ποίημα αποτυπώνει σιγουριά και είναι νευρώδες. Πρόσωπα όπως του μπάρμπα-Γιαννιού, της Χαδούλας, «η λεγόμενη Φράγκισσα / κι άλλη μια, η θεια-Σκεύω / βαρδιανός μες στα Σπόρκα», αποβαίνουν στα μάτια της ποιήτριας, αγιοποιημένες ψυχές Του μεγάλου αυτού διηγηματογράφου, που «του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος»…. «και πάντα λασπωμένος». Οι ψυχές των ηρώων έχουν «πικρή γνώση», αφού η τέχνη Του τις άγγιξε κατάβαθα, όπου η βεβαιότητα και η ολισθηρότητα δεν έχουν θέση «Ένας Βάλτος πριν κι ένα έλεος μετά / θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία». Σίγουρα, είναι από τα πλέον συγκινητικά ποιήματα της συλλογής, όπως και τα δύο επόμενα:<br />
15]. «Σελανίκ Ι – Μητέρα ανύμφευτη» και<br />
16]. «Σελανίκ ΙΙ – Η πυρκαγιά». Στο πρώτο, οι πρόσφυγες Έλληνες της Πόλης ισοδυναμούν με έναν αριθμό, που τον κουβαλούν επάνω τους «όχι όμως όπως ένα φυλαχτό / αλλά όπως ένας ανάπηρος / το κομμένο του πόδι». 1964[ii] και πριν 1955: οι χρονιές της αναγκαστικής μετοικεσίας. Της Θεσσαλονίκης οι δρόμοι, οι περιοχές και τα ονόματα των λογοτεχνών της, Καρέλλη και Πεντζίκης, άγνωστα και ίσως άφαντα. Πιο κάτω, η Λουκίδου καταγράφει τη φωνή: «– Σας είπαμε / εδώ είναι πια ο τόπος», ως κάτι το τελειωτικό, το οριστικό. «Νερά, πολλά νερά…» εισβάλουν «στα αμπάρια του μυαλού». Η υγρασία της νέας πόλης, οι άνθρωποι που κατάντησαν πια ίσκιοι, ομολογούν «την κοινή καταγωγή μας». Οι κήποι, το λιμάνι και ο Βαρδάρης, η προκυμαία, τα τραγούδια, ακόμη και τα «παλαιά πορτρέτα ένδοξα» έχουν κάτι κοινό με την Πατρίδα. Ωστόσο, η πόλη, η Θεσσαλονίκη «μοιράζει σε άγνωστους φιλιά / πολλά φιλιά // μα πιο συχνά στα σκοτεινά / βαμβάκι και ιώδιο / για τ’ ανοιγμένο τραύμα». * Στο δεύτερο πιο εκτενές ποίημα, αναφέρεται στην πυρκαγιά[iii] της Θεσσαλονίκης, τον Αύγουστο του 1917. Δεν υπήρχε, ομολογώ, καλύτερη εισαγωγή από τους στίχους της πρώτης στροφής: «Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί / να αντικατασταθεί από την έννοιά της / όταν θα αποφάσιζαν / κάποιοι να την αφηγηθούν / και να την καταγράψουν». Ο ποιητής έχει αυτόν τον σκοπό-προορισμό: «Να γίνεσαι η επιστροφή / όταν η πυρκαγιά / θα σ’ απελευθερώνει…». Είναι δύσκολο μέσα από την καταστροφή να αναδύεται εκείνη η μαγεία που θα οδηγήσει αλλού την πυρκαγιά και θα την επενδύσει σε στίχους δυνατούς και απαράμιλλους. Μυρωδιές γλυκών και αρωμάτων αντιστρατεύονται πάντα την τελειωτική καταστροφή με λέξεις μνημονικές σε αιώνιες καταθέσεις. Οι περιπατητές όμως για την Λουκίδου «βράδυ πρωί λυπούνται», γιατί η ιστορία της πόλης συνεχίζεται στα κάστρα, όπου «ερήμους απαγγέλλουν δυνατά / για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ / και τους εκτελεστές τους». Όμως, «Είναι η ρυμοτομία των ψυχών / εκείνο που την καθορίζει»: Τι πιο πετυχημένο τέλος για να συμπληρωθεί το ποίημα.<br />
17]. «Ο μονόλογος του κλέφτη» έχει μια ρωμαλέα και άμεση ευθύτητα. Αφορά τον ποιητή που αφουγκράζεται και κλέβει την απουσία, το ανέκφραστο της θλίψης, τη σιγή, τη μελαγχολία, την απόγνωση, κι όλα καταλήγουν σε μια «σκοτεινή αγκαλιά». «Γίνεστε εσείς η υπογραφή / της άστατης ζωής μου». Ο ποιητής όμως δεν είναι κλέφτης, «μα τυφλός / που βλέπει με τα χέρια», ένα φάντασμα που λαχταρά ν’ ακούσει μια φωνή να του φωνάζει «μείνε».<br />
18]. «Η εκδρομή ή Η απλή μέθοδος των τριών», αφορά την ποιητική περιγραφή του φωτός που είδε η ποιήτρια σε επίσκεψή της στα Λεύκαρα[iv] της Λάρνακας της Κύπρου: «Μας χώριζαν λίγες μονάχα ώρες / από τους τέταρτους Χαιρετισμούς». «Οι γερόντισσες της λινής υπομονής», οι αρχόντισσες των παραδοσιακών κεντημάτων (το χωριό επισκέφτηκε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι το 1481, αγοράζοντας ένα κέντημα για την αγία τράπεζα του καθεδρικού ναού του Μιλάνο – κάτι που αναφέρεται στο ποίημα). Πρόσωπα: Ρεμπελίνα Έλενα και Μόνα. Η ποίηση συναντά εδώ τη «ρυθμική του λόγου / στα φαιοχρώματα αφθονούν οι ξισταρκές».[v] Εδώ, ο φυτικός κόσμος σε συνδυασμό με το τοπίο ενσωματώνεται θαυμάσια, αρκεί να υπάρχει το ασυνείδητο έναυσμα που γίνεται συγκεκριμένο με το χάρισμα της γραφής.<br />
19]. «Χάρτινη σύναξη των ποιητών»: Η συντροφιά εδώ είναι αταίριαστη, «νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού». Τα ρήματα «Μπορεί», το επίρρημα «Ίσως», εναλλάσσονται στην αρχή των στίχων με το αβέβαιο ζητούμενο της σύναξης. Οι ποιητές λαβαίνουν ονόματα, όπως «υπνοβάτες στα χαρακώματα», «αριστοκράτες ασκητές / στις παρυφές μιας λάμψης / με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά / αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό / ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή». Η Λουκίδου τους βλέπει σε μια σκάλα για κάθοδο «να συνομιλούν για το πάθος / πέραν της γραφής». Το πάθος καθορίζει τη ζωή και ειδικά το βίωμά της. Αυτό πρωτοστατεί και μετά, ένα μέρος αυτού διοχετεύεται στην Τέχνη.<br />
20]. «Τα πρώτα συμπτώματα», της δημιουργίας δηλώνονται στο ποίημα με τους στίχους: «Όσα ανοίκεια κατοικούσαν τη φωνή / τον εξανάγκαζαν / να προσποιείται τον αθάνατο». Ωστόσο, η φωνή προστάζει: «Πρόσεχε τον υδράργυρο! / Μην τον πατήσεις! / Είναι κατάκτηση – των λίγων – η αιώρηση / κι αν γίνει αυτός ο στόχος σου / τότε η ώχρα / που σαν τη λοίμωξη / σου ’χει προσβάλλει την ψυχή- / θα θεραπεύεται απλά / μ’ ένα τροπάριο βυζαντινό». Η καταγωγή της θλίψης του είναι αγνοημένη από όλους, αυτοί «υποπτεύονταν / μία ραγισματιά ανεπαίσθητη / που μάζευε με τον καιρό / το σκονισμένο άγημα των τύψεων». Κι όσο για άλλες πληροφορίες, ακόμα και βάσιμες, «μάλλον δεν ήθελαν να έχουν».<br />
</span><span style="color: #000000;">21]. Στο «Ιστορικό ασθενούς» αναρωτιέται ο ιατρός αν υπήρχαν σημάδια προειδοποιητικά σε μια ήρεμη ζωή όπως για παράδειγμα «η ξαφνική εμφάνιση / χαμένων ανεξήγητα πραγμάτων», όπως η εικόνα ενός ζευγαριού από γάντια, «ή αν κάποιος να σχολίασε / το στυλωμένο βλέμμα σας / στην έξοδο κινδύνου / ενώ βαρκούλα διακοπών / νωχελικά σάς λίκνιζε». Όμως η νόσος πλησιάζει ύπουλα…<br />
22]. «Τα στάδια», της αντίληψης-συνειδητοποίησης της ίδιας της Τέχνης, αφορούν αρχικά «την αδυναμία αντίληψης του προφανούς» με όλες τις αντιξοότητες να αποτελούν την κόλαση του περίγυρου, ακόμη και την αδιαφορία και την απέχθεια. Ύστερα η παιδική ηλικία που εισέρχεται «πρόωρα γερασμένη», όπου κυριαρχούν η «ασταθής ζωή» η «αιωρούμενη». Ωστόσο, «η αφέλεια και η ασχετοσύνη» σώζουν γιατί παρεμβάλλεται η αδυναμία πράξης των στοιχειωδών. Ωστόσο, η φήμη που διαδίδεται σκόπιμα «περί επικείμενης αναψυχής», ευλογημένη δωρεά, ίσως να είναι απάτη «που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει».<br />
23]. Το ποίημα «Παράπλευρες απώλειες», σχετίζεται με μιαν «αιχμαλωσία εκούσια», κάτι το αδικαίωτο. «Ένας συγκλονισμός / που ελάχιστοι αξιώνονται / κάποτε ν’ αντικρίσουν». Ο συγκλονισμός αυτός που σε αναγκάζει να μην πεις «αναίμακτη / τη σύλληψη του ποιητή». Δεν περιγράφεις μόνο το τραγικό, μήτε στοχεύεις στο τέλος του.<br />
24]. «Εμείς αυτοί»: Το ποίημα αποτελείται από δύο εκδοχές που αφορούν την ποιητική δημιουργία. Στην πρώτη, πολλοί επιλέγουν μια «πρόταση /-κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής / δεν έχει σημασία / αρκεί να υπαινίσσεται αποχαιρετισμό / ή να δηλώνει ήττα». Στην δεύτερη, οι μεταφορές δεν έχουν καμία θέση, αλλά τους απασχολεί μόνο η αλήθεια και ιδίως «μια πιο ολισθηρή εκδοχή της», «να μιλήσουν χωρίς καμία συστολή / για ό,τι κωπηλατεί στο σύμπαν τους / νωχελικό αλλά κι ακαριαίο», αλλά «Καμιά φορά με νόημα χαμογελούν / όταν τους αναφέρουν για το αταίριαστο». Μήπως απομένει το ένστικτο; «Πώς να το αγνοήσουν;» ή «το μόνο που απομένει τελικά / να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους». Η Λουκίδου σε συλλαβές, όπως, α, νε, μο, σκα, λα = ανεμόσκαλα, προτείνει «να υφάνουμε την απόδραση» με σκοπό τη διαφυγή: «Να τους ξεφύγουμε».<br />
25]. «Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή Η Ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου»: Γι’ αυτούς, δεν είναι οι ωκεανοί, μήτε η συλλογή ιζημάτων πυθμένα κι ό,τι συνθέτει την ποιητική δημιουργία, γι’ αυτό «και έκτοτε προσάραξαν / στο σπίτι τα ναυάγια / ένας σταθμός παρακολούθησης πλωτός / κατέλαβε τους χώρους εργασίας / κι οι δειγματοληψίες του αιωρούμενου κενού / μπήκαν στο μικροσκόπιο». Τα ερωτήματα στο τέλος του ποιήματος αφορούν την ίδια τη δημιουργία. Ανάμεσα στο «επαίρεται», στο «κλαίγεται», στο «φλέγεται» και στο «ψεύδεται», η δημιουργία της ποίησης είναι αμφιλεγόμενο κανάλι και μάλλον ανεξιχνίαστο.<br />
26]. «Λαγωνικό ή Η έμπνευση»: η θριαμβευτική επιστροφή της έμπνευσης, «κρατώντας μες στα δόντια της / – θήραμα άχρηστο, ακριβό – / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες» αυτό το αλλόκοτο μυστήριο απασχολεί την ποιήτρια σ’ αυτό το ποίημα, η οποία τολμά να ομολογήσει: «λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ», κάτι ωστόσο ασήμαντο, για να κλείσει το ποίημα με τους σπουδαίους στίχους: «τώρα που τα βερίκοκα / δεν τρώγονται μονάχα καλοκαίρι / κι οι λέξεις / ελάχιστη σχέση έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν». Η αμφισημία της ποιητικής γλώσσας είναι και το μεγαλείο που λαβαίνει με την παντός είδους ερμηνεία της.<br />
27]. «Στο ανακριτικό», εμφανίζεται ο ποιητής ενώπιον του εδώλιου, «ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς / συμβάντων ανεξήγητων / που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα / στους πίσω κήπους μιας λέξης». Ο ποιητής σιωπά, ακόμα και με την επίμονη πρόταση του προέδρου της έδρας: «Συνεργαστείτε / θλιβερέ μου ποιητή / όσο ακόμα είναι καιρός / ή διαφορετικά / ομολογήστε». Εδώ έχουμε το μυστήριο της ποίησης, το ανεξήγητο, για κατάθεση ενώπιον της ανακριτικής, αποδεικτικής δικαστικής έδρας.<br />
28]. «Ομολογία»: Η Λουκίδου εισέρχεται και πάλι με το ποίημα αυτό στην αναζήτηση του κύτταρου της ποιητικής δημιουργίας: «Όμως πώς να εξηγήσω / τα ανήκουστα και τα φαιδρά / τότε που τα φωνήεντα / αιφνίδια καταργήθηκαν / και σύμφωνα συριστικά / εγκαταστάθηκαν / φαρδιά πλατιά στο στήθος;». Το συριστικό «ς» προτείνεται για παρηγορία… Τα σύμφωνα, ύστερα από ένα αμφίβολο όνειρο με την ποιήτρια να σπρώχνει μαζί με μια κυρία ένα άδειο καροτσάκι μωρού, «ή μάλλον μετακόμισαν / από το στήθος στο μυαλό / κι έτσι αρχίσαν οι φωνές / κανονικές φωνές που έκαναν προτάσεις / παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος / όπως αν πήγαινες στο τελωνείο με λαθραία». Τα σύμφωνα, ως φραγή και σταμάτημα, κάτι το υπέρβαρο για το τελωνείο, πριν την πτήση στο μυστικό βασίλειο της γλώσσας, όπου τα πάντα του κόσμου, συντίθενται και αποσυντίθενται.<br />
29]. «Στα ράφια δολιοφθορείς»: Οι χάρτινοι ποιητές στα ράφια των συνοικιακών βιβλιοπωλείων. Το λευκό χαρτί σε ανύποπτες στιγμές οδεύει κι αυτό εις την αναζήτηση του ενόχου (του θέματος) για να τον καταδώσει ο ποιητής. Η διαδικασία της απόδοσης της τέχνης είναι μυστήριο γι’ αυτό και πρέπει «τα μάτια των ανηλίκων / με γάζες να τα δέσουμε / αφού όσα τοπία και να δουν / πάλι ο καθένας γίνεται / αυτό που πάντοτε είναι».<br />
30]. Στο «Εξιτήριο», που της επιτρέπεται να βγει τραυματισμένη, η ποιήτρια δηλώνει: «Τέρμα πια οι αναμονές / τα θα δούμε και τα βλέπουμε». Η αφηρημάδα είναι κάτι αναμενόμενο «όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ / μα θα τα καταφέρω».<br />
</span><span style="color: #000000;">31]. «Η αναγνώριση», αποτελείται από τρία μέρη: Α΄ΠΡΟΣΩΠΟ, Β΄ΠΡΟΣΩΠΟ και ΦΩΝΗ. Στο πρώτο, ο καθρέφτης απεικονίζει ένα τοπίο, στο οποίο πρωτοστατεί ένας βράχος πλάι στη θάλασσα. Η ποιήτρια καταθέτει: «πετρώδεις νήσους μες στο στήθος / τη λιγοστή αρμύρα που δεν θυμίζει πια / μα που εγκαινιάζει / που αναγγέλλει και αναιρεί / και την παμπάλαια νύχτα θρυμματίζει». Στο δεύτερο, η κατάβαση στα σκαλιά ίσως προσφέρει κάποια γαλήνη, γι’ αυτό και γράφει: «Ας μου δινόταν κάποτε να προχωρήσω σταθερά / να κατεβώ σκαλί σκαλί τα όρια / και να μην συντριβώ / η αδιέξοδη σαγήνη του απογεύματος / να μη μ’ αναστατώνει». Ο στεναγμός είναι αυτός που τελικά απελευθερώνει: «μες στο δωμάτιο πουλιά / το πέρασμα απέναντι / βιαίως διακόπτει». Στο τέλος, η ικανή, εσωτερική ΦΩΝΗ, αυτή του ποιητή, μιλά με σιγουριά. «Εξημερώνει ο ρυθμός ό,τι ασχημονεί / σκηνογραφίες σκίζει παραστάσεων / από καιρό ματαιωμένων», προκειμένου «ανέπαφα / οι σκουριασμένες κλειδαριές / θ’ αποκριθούν».<br />
32]. Στον «Μονόλογο της Ερχομένης», η Λουκίδου υποδύεται το φυτό της οικογένειας των εβενοειδών. Εδώ έχουμε το αντιφέγγισμα του ορίζοντα της δημιουργίας που όλο στενεύει, μέχρι να σε κάνει δικό του, αφού έχεις την τόλμη να επανέλθεις και να διαρρήξεις τον υμένα του. Η ποιήτρια εξομολογείται: «σκορπάω ίχνη με γραφές / που δεν μιλιούνται πια», ενώ παρακάτω εξηγεί: «Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος / ακέραιη εκπλήρωσα / την καθ’ ημέραν θλίψη / τη μεταμφίεσα σε μουσική / τραύλισμα που μ’ αγρίευε / και μ’ έσωζε συγχρόνως…». Μάταια ενασχόληση. «Ωστόσο αντιστάθηκα». Ο Αντιφωνητής; ο Εσώτατος Εαυτός; Ή η Φωνή; Μιλάει τελεσίδικα: «άσε με να συντηρηθώ / μέσα στην τέλεια ψύξη / να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω / με ακίδες μες στο αίμα». Αποκλεισμένη ακόμη και από το ίδιο το σκοτάδι, κι εντελώς διαγραμμένη «κι απ’ τους αγνοημένους… / Επείγει η επάνοδος! / Το έργο που δεν έπαιξα / αιφνίδια κατεβαίνει…».<br />
33]. Στο «Νυχτερινό ξημέρωμα» (θαυμάσιο κι αυτό ποίημα) ξεδιπλώνεται με εναργείς εικόνες η αγωνιώδη προσπάθεια της ψυχής και η διακύμανσή της ώσπου «εισέρχεται ανίδεη / στον βουλιαγμένο κήπο / εισέρχεται / διεκδικεί / κι αρνείται να πενθήσει».<br />
34]. «Το νέο όνομα», (κι αυτό εξίσου σπουδαίο) αφορά τη δύσκολη αποστολή του ποιητή, στο να εξιχνιάσει αυτόν τον κόσμο που δύσκολα ανατέμνεται, ένα μαρτύριο που καταλήγει στο τέλος: «γιατί / αν δεν βρεις το κέντρο σου / αν δεν μπορείς / την άθλια τούτη αποδοχή / να την εξασφαλίσεις /… πώς τ’ όνομα που γράφεται / εντός σου να φωνάξεις / δίχως κουπί και άνεμο / να πλεύσεις στη γαλήνη;».<br />
35]. «Το χόρτο της επιστροφής»: η μνήμη ενός έρωτα που έληξε. Ωστόσο, το χόρτο της επιστροφής ίσως να ανθοφορεί ακόμη. Απαράμιλλοι κι εδώ οι στίχοι: «Με φως τρισύλλαβων φιλιών» και «θυμήσου νέα άνθηση / από την ηδονή μου / υπάρχουν κι άλλοι κήποι εκεί / κι είναι οι φράχτες τους / σκοπίμως παραβιασμένοι». «Μεσάνυχτα, αγάπη μου / και στα πεδία των μαχών / φωτιές και φόβοι καταπαύουν / το σκούρο μπλε του λήθαργου / κάποτε ξεθωριάζει».<br />
36]. «Των αγίων σωμάτων»: ο ορίζοντας των ορίων όλο και επεκτείνεται σε στιγμές ερωτισμού, ώστε να προκύψει το ποίημα και να φανερώσει «Γαλήνια κι η παράδοση / των ύστατων αντιστάσεων / θαρρείς και θνήσκει η ψυχή / και μένει η σάρκα άχρονη / μες στη γυμνότητά της. / Άγια του σώματος σιγή / πόσους θανάτους διέσχισες / ντυμένη φως δαμασκηνί / προτού / σε βενετσιάνικους καθρέφτες / εισχωρήσεις…».<br />
37]. «Πλάνη πανσέληνη»: πρωτοστατούσα η σελήνη που είναι «λάμψη μαύρου διαμαντιού / ή μήπως / αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;» Ως μάρτυρας η σελήνη γεγονότων ζωής (έρωτα) και γραφής δημιουργεί έναν εξαιρετικό μονόλογο στην ποιήτρια που καταγράφεται με πλάγια γράμματα, προφέροντας ρήματα στο πρώτο πρόσωπο: «Να προλάβω όσα δεν έπραξα / να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ / να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω / κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό / για μιαν αιωνιότητα να κλάψω. Και πιο κάτω: «εγώ… / με μαύρο φόρεμα / να απαγγέλλω ποιήματα / κι εσύ…. / να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη. Ο ποιητής και η διαδικασία της δημιουργίας είναι απαιτητικά γι’ αυτό και αναρωτιέται «πόσα φεγγάρια από σίδερο / πρέπει να καταπιεί / κάπου στην Κίνα ο ποιητής / για να αυτοκτονήσει». Η άρση, το πέταγμα της σύλληψης του αβέβαιου απαιτεί αίμα, κόπο, τύφλωση και θάνατο. Απομένει ο έρωτας (για πρόσωπα ή για την τέχνη) «για το έγκλημα του έρωτα / που πλάνη στην πλάνη / ακούραστα επιμένει».<br />
38]. «Ραγισματιά»: Εδώ, οι φωνές της αγρύπνιας, «Θα γίνουν στίχοι κάποτε / οι ψίθυροι των έγκλειστων / στο ασκητικό κελί τους». Σήμερα όμως «βλασταίνει φως εφήμερο / απ’ τις κοφτές ανάσες / -εύθρυπτο σαν το κέλυφος / γαλάζιων κοχυλιών- / τύψεις παράφωνες και δανεικές / ραγίζουν τη συγκίνηση / ψάχνουν σε βάλτους πράσινους / τα μισητά μονόκλ.»<br />
39]. «Το πρόσχημα»: Η αρχική εικόνα ενός κοριτσιού «που σκύβει και αφαιρεί / το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του» (θυμίζει αρχαίο άγαλμα, παράσταση σε αγγείο ή ψηφιδωτό), «δεν είναι παρά ένα πρόσχημα». Ακολουθούν εικόνες της ζωής, η ίδια η ματαίωση, για «να μεταμεληθεί ο θάνατος / για τη συγκομιδή του / μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν / να σκεπαστεί η άβυσσος». Για να διαβάσουμε παρακάτω πως «κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα / […] / ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής / πάνω από τα σεντόνια». Μόνο αυτή «Σαν δόξα ξημερώματος. / Η άχραντη / βελούδινη γυμνότητα». Η συλλογή ολοκληρώνεται με το ποίημα<br />
40]. «Σχέδιο διάσωσης»: Το ποίημα αφορά την επιστροφή στην ξενιτιά, χτυπώντας τη γυάλινη συγκατάθεση του παρελθόντος χρόνου – αυτό βαραίνει πάντα για τον ποιητή περισσότερο, κάτι που τον κάνει να θέλει να ξεγλιστρήσει μέσα στην αιθάλη του παρόντος. «Τον νυμφώνα σου βλέπω» τολμά να αναφωνήσει ο λόγος της Λουκίδου με την εικόνα ενός παιδιού που κλαίει (ίσως από τις πλέον αισθαντικές εικόνες της ποίησής μας) «και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ…» – η ζωή πάντα σε κάνει να οπισθοχωρείς, γιατί μέσα στην παιδική αθωότητα η φράση «πού θα πας νυχτιάτικα, μείνε εδώ» εκφράζει όλη τη ματαιότητα της ανακάλυψης του μυστηρίου της ζωής, της οποίας ο τελικός στίχος «αύριο χωριζόμαστε», δηλώνει την αιώνια αποδοχή-παραδοχή της ίδιας της ύπαρξης που είναι, χωρίς αμφιβολία, ο χωρισμός και η απομάκρυνση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γ ]. ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ: Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου με την πρόσφατη ποιητική της κατάθεση, αποτελεί μια υπέρμετρη σφραγίδα αξίας στην καλλιτεχνική της προσπάθεια να καταγράψει την απώλεια, την αγωνιώδη αναζήτηση του θέματος, τη ματαιότητα, τις ενοχές, την παρακμή του έρωτα, τον τελεσίδικο θάνατο, τη συμβίωση και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Δεν θα ήθελα να μιλήσουμε για επηρεασμούς στη στιχουργική της, κάτι άδικο και εν πολλοίς υποχθόνιο – για να μην πω και ανόητο – όπως αυτό που, για πολλούς κακότροπους κριτικούς, ονόμασε με υποψία αρκετά χρόνια πριν τον Γιώργο Σεφέρη (1900-1971) ως μιμητή του Τόμας Στερν Έλιοτ (1888-1965). Ας θυμηθούμε πως κάποτε, το κίνημα του Υπερρεαλισμού (1925) υπήρξε νεοπαγές φυτώριο για εύκολες κι αυτόματες ποιητικές και πεζογραφικές συνθέσεις, που σήμερα φαντάζουν ευκολίες γραφής εκτονωτικές και εν πολλοίς αδιέξοδες. Μετά όμως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα αυτό του Μπρετόν και των συντρόφων του μπόλιασε με τα καλύτερά του στοιχεία την Παγκόσμια Ποίηση. Αυτό δεν σημαίνει πως η Λουκίδου γράφει υπερρεαλιστικά. Αλλά ως ικανότατη ποιήτρια, κατάφερε τους όποιους επηρεασμούς να τους συγκεράσει και να τους μεταπλάσει, αποκτώντας με τον καιρό μια γλώσσα άρτια, όπως αποκαλύπτεται στην παρούσα συλλογή. Αν σε πολλούς ποιητές έχουμε συναντήσει απειρία έκφρασης και λεκτικά άλματα πομπώδη και κακότεχνα, στη Λουκίδου δεν το έχουμε δει. Προσέχει πολύ το υλικό της, στοχεύοντας στην ενάργεια, ξετυλίγοντας το θέμα με στίχους που συνδιαλέγονται με έναν φανταστικό Αντιφωνητή; Συνομιλητή; Εσώτατη Φωνή; που λειτουργεί καμιά φορά ως εισηγητής του θέματος, ώστε το υλικό να δένει θαυμάσια με εικόνες, ερωτήματα, συμπεράσματα, τεχνική που οδηγεί, καλύπτει και εξαντλεί επιτυχώς αυτό, για το οποίο κλήθηκε να μιλήσει. Είναι, πράγματι, σπουδαίο αυτό το πνευματικό ψιθύρισμα, που αντηχεί στον αναγνώστη, σαν δική του φωνή καθώς καλείται κι αυτός να ανακαλύψει το μέγα Μυστήριο της Ποίησης, για να αφουγκρασθεί μαζί με την ποιήτρια τα σκιερά και σχεδόν αφανή της ψυχής σοκάκια. Στα ποιήματά της έχεις την εντύπωση πως τρέχεις νύχτα χωρίς να συναντάς κανένα και αισθάνεσαι μόνο την παγωνιά να σε καλύπτει σαν ανατρίχιασμα, ή μήπως είναι η ίδια η σφραγίδα του χρόνου, της απώλειας, των τερπνών στιγμών της αγάπης, που, αν έρθει, με την πάροδο των ετών θα είναι τόσο πια διαφορετική και τόσο εξαντλήσιμη. Η Αγάπη για το κρυφό, το αβέβαιο και το άπιαστο της πραγματικότητας είναι αυτό που εκφράζει μοναδικά η ποίηση της Λουκίδου. Κι όσο για μας, δε μένει άλλο παρά να της ευχηθούμε να συνεχίσει αυτό το θαυμάσιο ταξίδι σ’ έναν δρόμο με τις ίδιες σταθερές και τόσο πολύτιμες προδιαγραφές.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Η Αυγή&#8221;, 21.4.2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από το «κρυφό σαράκι» της Μαρίας Πολυδούρη, το «άρρωστο ρόδο» του Blake, την ασθένεια ως μύηση του Τόμας Μαν, αλλά και την παράδοση του ασθενούς βασιλέως στον μύθο του Γκράαλ στην Έρημη χώρα του Έλιοτ, σε αυτήν εδώ τη στήλη των αναγνωστικών ανταλλαγών έχουμε συναντηθεί πάνω από μια φορά με τις μεταφορές και τη συνθήκη της νόσου στη λογοτεχνία και την ποίηση. Ένα θέμα που φυσικά δεν εξαντλείται στην ψυχική ερήμωση και δυσανεξία, αλλά πολλές φορές αφορά την πραγματική συνθήκη νοσούντων λογοτεχνών &#8211; όπως, για παράδειγμα, ο Βιζυηνός και ο ρυθμός του κόσμου του ή ο Γιάννης Βαρβέρης και η στέρηση του νερού στην καμήλα του. Ατόφιο βιωματικό υλικό -η επίσκεψη του γιατρού και η εξαπάτηση του μικρού παιδιού- που μετουσιώνεται σε νοσταλγικό μυστήριο, όπως και η αμυδρή ανάμνηση μιας νοσηλείας σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού. Εδώ μιλώ για τις Τέσσερις εποχές του Κώστα Μαυρουδή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αφορμή γι&#8217; αυτές τις σκέψεις είναι η πρόσφατη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας &#8211; Αλεξάνδρας Λουκίδου Το επιδόρπιο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος και ανά χείρας κρατώ την γ&#8217; έκδοση του 2013.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια συλλογή που πλαισιώνεται από δυο κείμενα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε για το θέατρο, τη μίμηση, τις μάσκες, την τελετουργική εξαπάτηση (σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα) και που κατευθύνουν τον αναγνώστη σε μια μυητική προσέγγιση με την επισημότητα του θεάτρου, του κουστουμιού, της περούκας, την επί σκηνής δραματοποίηση των όσων πρόκειται να ειπωθούν, μεταμορφωμένα, ονειρικά&#8230; Στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου, με τις περσόνες των θεατρικών ηρώων που κάνουν την εμφάνισή τους, επέρχεται η συγχώρηση, η συμφιλίωση. Η πεμπτουσία &#8211; ένα απόσταγμα, ως εάν πρόκειται να αποχαιρετήσει κάποιος τη ζωή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο βίος είναι βραχύς, ποτέ δεν ξέρεις: «Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή / να ξεκινήσει η βραδιά με επιδόρπιο. / Ποτέ δεν ξέρεις άλλωστε τι γίνεται / έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ασθένεια και η θνητότητα, η ασθένεια και η δυσανεξία, η υποταγή στη νοσηλεία («τακτοποιώ [&#8230;] φλούδες δύσπιστων λέξεων/και μπουκαλάκια με αιθέρα/και να φανερωθεί ζητώ/εκείνο που δεν ορίζεται»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εξίσου επίσημη, δραματική, εξωπραγματική, με την ίδια τραγικότητα που έχει η θεατρική παράσταση, είναι και η εγχείρηση, η νάρκωση, η ημισυνειδητή υπακοή στον κόσμο τής νοσηλείας, του άλλου χρόνου, στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ασθένεια είναι το μαγικό ραβδί. Μαγεύει την πρόσληψη του κόσμου. Μεταμορφώνει σε ονειρικό υλικό τον περίγυρο, θαμπώνει τα είδωλα, αποσυνδέει τις επαφές. Μετασχηματίζει το ποιητικό σύμπαν σε σκηνικό. Το ποιητικό υποκείμενο σε ανήμπορη μαριονέτα, με αίσθηση της τραγικότητας του βιωμένου χρόνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κι ύστερα εμφανίστηκε η δασκάλα του / μαζί με κάτι γηραλέες νοσοκόμες / να σπρώχνουν αμαξίδια/και καθρεφτάκια αθάμπωτα&#8230;».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια ευγενής ποιητική κατάθεση είναι αυτή της Ευτυχίας &#8211; Αλεξάνδρας Λουκίδου, η έκτη της ποιητική συλλογή. Μια χαμηλόφωνη, αλλά φαντασμαγορική ποιητική κατάθεση. Νοσταλγία, αναστοχασμός, έρωτας, συμφιλίωση με τον εαυτό και τη ζωή, συμφιλίωση με τη θνητότητα και την αδυναμία, την υπαρξιακή ουσία του έρωτα, όλες τις ματαιότητες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Επείγει ωστόσο να αποφύγετε τη σύγχυση / Ό,τι λευκό κινείται μεσ&#8217; τον έρωτα / μην το περάσετε κι εσείς για περιστέρι / Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς / που αλλάζει χέρια βιαστικά / και χρησιμοποιείται ενίοτε / σαν αιμοστατικό».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δικαίως το επιδόρπιο έχει αγαπηθεί και επανεκδίδεται. Η ποίηση μπορεί να αγαπηθεί και να διαβάζεται με πάθος, ως παραμυθία, ως φάρμακον&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">oanagnostis.gr, 12.9.2013</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με αφορμή τον τίτλο της συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου Το Επιδόρπιο (Κέδρος, 2012), που ομολογουμένως ξαφνιάζει, θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για επινόηση μηχανισμών αντίστασης, απέναντι στην τρομοκρατία που ασκεί ο χρόνος, ιδίως από εκείνους που έχουν πολλά να πουν πέρα από τα όσα “ρητά” αρθρώνει η φαντασία τους με τη συνέργεια του λόγου. Εννοώ τους ποιητές. Και η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου είναι μία επιτυχώς δοκιμασμένη ποιήτρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το “επιδόρπιο”, με κριτήριο τον χρόνο, κείται πέραν του “κεντρικού γεύματος” και μεταφορικώς, ως ενέργεια, υποσκελίζει την “γευστική” διαδικασία της ζωής. Και ενώ η ποιήτρια βρίσκεται στο βιολογικό κέντρο της ζωής και ποιητικά διανύει την πρώτη ώριμη κλίμακα της δημιουργίας, κοιτά τον χρόνο με ατίθαση ματιά και μας προσφέρει τον “Επιδόρπιο” λόγο της. Δηλαδή, επιχειρεί ένα άλμα που διασπά την λογική ροή της χρονικότητας. Να είναι άραγε αυτό, εγρήγορση που προκύπτει από εσωτερική αγωνία σεφερικού τύπου (“μη μας προλάβει ο καιρός”) ή μήπως η Λουκίδου αποπειράται να καταπολεμήσει την αλαζονεία του χρόνου με τα δικά του όπλα, αδιαφορώντας αν αυτός, ο δαμαστής των πάντων, της καταλογίσει το κακούργημα της ύβρεως. Η ποίηση, όμως, ως ελευθέρια στάση και πράξη ζωής, δεν υπόκειται σε δεσμεύσεις και καταναγκασμούς, γιατί, ενώ αντλεί από το υπαρκτό, κινείται στο επέκεινα του βίου, το οποίο και υποστασιοποιεί. Επομένως, το “Επιδόρπιο” κινείται στην αντίπερα όχθη της πικρής εμπειρίας και διεκδικεί να γλυκάνει τη στυφή γεύση, που συχνά αφήνουν τα πράγματα. Θα τολμούσα να πω ότι πρόκειται για ποίηση ανατρεπτική, που ξεφεύγει από τα στενά και ενίοτε αποπνικτικά όρια της ιδιωτείας και αποκτά με έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. (απ/σμα από κριτική του Μ.Μ στo Book Press)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον λόγο όμως έχουν οι ποιητές. Εκ προοιμίου ευχαριστώ την Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου γι’ αυτή την επικοινωνία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ομολογώ ότι ο τίτλος της συλλογής «Το επιδόρπιο» ξαφνιάζει και προβληματίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ασφαλώς, πρόκειται για τίτλο που με τις μεταφορικές του εκδοχές λειτουργεί προσημαντικά και προϊδεαστικά. Δε θα μπω στον πειρασμό, θα παρακαλέσω εσάς να τον σχολιάσετε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προτιμώ να σχολιάσω το ομώνυμο ποίημα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή / να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο./ Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται / έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.// Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί / και πλαγιάζαμε καμιά φορά / δίχως συγχώρεση / ήταν γιατί πιστεύαμε / πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί / δε θα μας αφορούσαν.// Ένα στασίδι ελεύθερο / πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς / όμως / πόσα εγκλήματα θαρρείς / πως είναι προμελετημένα; // Ελπίζαμε – οι αφελείς – / σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία./ Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη / που δε γνωρίζαμε ποτέ / σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε./ Μα η απειλή ήταν εδώ./ Κι είναι και τώρα./ Προπόσεις και σφυρίγματα / ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.// Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί /και για μια πρόληψη / ας φάμε απόψε πρώτα / το επιδόρπιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προτείνεται συνεπώς μία ανατροπή του πρωτοκόλλου, μια πράξη πρωθύστερη δηλαδή, με απώτερο σκοπό η παραδοξότητα της συγκεκριμένης πρότασης – πρόκλησης να επιστήσει την προσοχή του αναγνώστη στην εξήγηση που ακολουθεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τίτλος άρα δεν υπαινίσσεται, αλλά ρητώς δηλώνει πως ουδείς δύναται να εξασφαλίσει και να εγγυηθεί την τήρηση της φυσικής σειράς των γεγονότων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η επόμενη μέρα δεν είναι εγγυημένη για κανένα, ούτε τα χαρακτηριστικά και η μορφή της ούτε πολύ περισσότερο η ίδια η έλευσή της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με δεδομένο αυτό λοιπόν οφείλουμε να λειτουργούμε ωσάν να μην υπάρχει απεριόριστος καιρός, τόσο για εμάς όσο και για αυτούς που αγαπούμε πολύ ή έστω κι για τους άλλους τους λιγότερο αγαπημένους. Την πολυτέλεια συνεπώς της μη συγχώρεσης αλλά και την πολυτέλεια της αναβολής εκδήλωσης της αγάπης μας, με την ψευδαίσθηση της παντοδύναμης αιωνιότητας που δήθεν μας ανήκει, ας συνειδητοποιήσουμε πως σίγουρα δεν την έχουμε. Γι’ αυτό «ας φάμε απόψε πρώτα το επιδόρπιο» με τη συναίσθηση πως «έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε» κανένας δεν μπορεί να μας προεξοφλήσει ότι θα φτάσουμε ασφαλείς μέχρις το τέλος της βραδιάς να το γευτούμε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κυρίως θα ήθελα να σημειωθεί κι αυτό: κανένα πνεύμα διδακτισμού δε διακατέχει το ποίημα ούτε εμένα. Απλώς, δεν είμαστε αιώνιοι και άφθαρτοι, γι’ αυτό και είναι ανόητο να συμπεριφερόμαστε σαν τέτοιοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν το συνειδητοποιείς αυτό, το μόνο που σε απασχολεί είναι να το μοιραστείς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η νέα σας δουλειά, σαφώς παρουσιάζει μια πολύ ώριμη ποιητική γραφή, συγκριτικά με προηγούμενες συλλογές. Θεματικά είναι πιο ανανεωμένη και θα έλεγα πιο στοχαστική. Κυρίως, οι ποιητικοί τρόποι και η γλωσσική σκευή του νέου έργου σας παρουσιάζουν μια θαυμαστή λιτότητα. Αυτά, φυσικά, θα τα εύρισκε κανείς φυσιολογικά και αναμενόμενα για ένα σοβαρό δημιουργό. Το άλμα όμως είναι εντυπωσιακό. Κι αυτό δεν το σημειώνω μόνον εγώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήθελα τα δικά σας σχόλια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το στοίχημα στην ποίηση, την οποία και θεωρώ πράξη αμφισβήτησης κάθε πεπερασμένου, είναι να ειπωθούν τα ασήμαντα αλλά και τα σημαντικά με μια φωνή που ωστόσο δεν αγκομαχεί μα ευελπιστεί με τρόπο απλό -έστω και φαινομενικά απλό- να δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα. Να μεταφέρει δηλαδή κάτι απ’ το μέσα κλίμα της ψυχής, την άπνοια, το αεράκι ή τον ανεμοστρόβιλό της. Ειλικρινά, δεν ξέρω να σας πω τι θα πει ωριμότητα ούτε και αν αυτή υπάρχει, αυτό που ξέρω να πω είναι ότι μέρα με τη μέρα καλείσαι να εκποιήσεις ψευδαισθήσεις και φυσικά να λογοκρίνεις καθετί επιπλέον που ίσως εμποδίζει με την ασάφειά του να στείλει κατευθείαν τις προθέσεις σου στον αποδέκτη τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εύκολα διαπιστώνει ο επαρκής αναγνώστης ότι διαχειρίζεστε με ξεχωριστό έλεγχο το μοτίβο της ματαίωσης. Εννοώ ότι δεν αφήνεστε στο εύκολο κλίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">της μελαγχολίας των επιγόνων του Καρυωτακισμού. Κι αυτό καταγράφεται ως ένα πολύ θετικό στοιχείο, που σας πιστώνεται ως χαρακτηριστικό της δικής σας ταυτότητας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ποίηση, βρίσκομαι συχνά αντιμέτωπη με την προσπάθεια κατάκτησης εκείνου που επιμένει μονίμως να διαφεύγει. Κύρια έγνοια μου λοιπόν είναι η χαρτογράφηση του καίριου και της συγκίνησης μετουσιώνοντας παράλληλα -ή κάποτε και εξαφανίζοντας ακόμα- το ατομικό βίωμα μες στο καθολικό. Που σημαίνει ότι διακατέχομαι μονίμως από τον τρόμο της διολίσθησης σε ένα μελό που μετατρέπει το ποίημα σε κάτι ανάλογο με τα εφηβικά λευκώματα ή αλλιώς σε ένα εξομολογητήριο με καθίσματα για περίεργους και αργόσχολους περαστικούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ αυτή την περίπτωση φυσικά μιλούμε για έναν παρεξηγημένο λυρισμό που επιβάλλει και απαιτεί, αντί να υποβάλλει και να εμπνέει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκτιμώ άλλωστε στην ποίηση, κάθε φορά που τη συναντώ, την αξιοπρεπή κι όχι τη σπαραξικάρδια απόδοση του τραγικού. Από την έκτυπη δηλαδή δήλωση προτιμώ σαφώς την υποδήλωση. Γι’ αυτό και επιλέγω συνήθως το πικρό, το σιωπηλό και θυμωμένο από το ηττημένο και μελαγχολικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη ματαίωση και τη διάψευση μάλιστα δε θέλω να τις εκλαμβάνω ως αδόκητη κατάληξη αλλά ως αφετηρία και σημείο εκκίνησης της ύπαρξής μου. Συνεπώς, προτιμώ να προσποιούμαι την προετοιμασμένη και τη διόλου αιφνιδιασμένη, για να μη γλιστρήσω στην ανόητη απορία του τύπου: «γιατί τίποτα δεν κρατάει για πολύ;» και άλλα τέτοια δακρύβρεχτα. Δεν κερδίζει η ποίηση τίποτα με αυτό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να περάσουμε σε ένα κλασικό ερώτημα. Πώς βλέπετε το ρόλο της ποίησης στη σημερινή εποχή και, μάλιστα, μετά την περιώνυμη φράση «Τι μας χρειάζεται η ποίηση μετά το Άουσβιτς»;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν συμμεριστούμε την άποψη ότι η Ποίηση εκτός των άλλων είναι και Μνήμη, θα έλεγα πως εκφεύγοντας των στενών ορίων του ατομικού βιώματος αλλά οπωσδήποτε με αυτό ως βασικό υπόστρωμά της, ουσιαστικά είναι και μνήμη όλων εκείνων που επαγγέλλονταν ο Παράδεισος και η Πλατωνική Ωραιότητα, τα οποία εντούτοις δεν τα ζήσαμε ποτέ. Όσο λοιπόν στερούμαστε τις βεβαιότητες, όσο συγκατοικούμε με τον φόβο του Θανάτου κι όσο κάποιοι θα υποτιμούν τη νοημοσύνη και την αξιοπρέπειά μας, η ποίηση θα επιμένει να σηκώνει πανό διαμαρτυρίας και να διαδηλώνει για όλα τα «Δεν» της ψυχής και του σώματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί, ποιος πιστεύει ακόμα ότι η Ποίηση είναι η πολυτέλεια των χορτάτων και των βαριεστημένων; Κι αφού κανένας αγώνας δεν έληξε, κι εφόσον τίποτα δεν ολοκληρώθηκε, πώς να μη συνεχίσουμε να παραπονιόμαστε για αυτό, να μη γράφουμε για τα ελλείμματα και τις στερήσεις της ζωής, όταν η μόνη δυνατότητα εξέγερσης και αθανασίας υπάρχει μες στην ποίηση;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν κάποτε συντελεστούν τα ανέφικτα, αν δηλαδή η Ποίηση επιτελέσει τον σκοπό της, που είναι να δραπετεύσει από τα ποιήματα και να επικρατήσει στη Ζωή, τότε μπορεί και να πραγματοποιηθούν οι στίχοι του Άρη Αλεξάνδρου:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ύπαρξη ποιητών</span><br />
<span style="color: #000000;">πιστοποιεί πως πορευόμαστε ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως το πρώτο κερί</span><br />
<span style="color: #000000;">πιστοποίησε το σκοτάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προορισμός της ποίησης είναι να επισπεύσει</span><br />
<span style="color: #000000;">την τελική κατάργηση των ποιητών…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για όλους αυτούς τους λόγους πιστεύω ότι ιδιαίτερα μετά το Άουσβιτς και αφού η ανθρωπότητα αποδείχτηκε ικανή για ένα Άουσβιτς, οφείλουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε ποιήματα. Είναι χρέος μας άλλωστε η παλιννόστηση της ανθρωπιάς μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τελευταία, επισημαίνεται σε διάφορα δημοσιεύματα μία τάση επιστροφής της ποίησης στον ομοιοκατάληκτο στίχο, σε πιο παραδοσιακές ποιητικές φόρμες. Το βλέπετε αυτό ως ένα ενδεχόμενο;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τίποτα δε θεωρώ ότι είναι προαποφασισμένο στην ποίηση και άρα τίποτα δεν είναι εκ προοιμίου εξορισμένο από τις πρακτικές της. Που σημαίνει ότι, εάν εξυπηρετείται η ποίηση και εάν διασώζεται, προάγεται και επικοινωνείται ο ουσιαστικός λόγος, τότε το μέσο δεν είναι το ζήτημα αλλά η ευχέρειά του να εξυπηρετήσει επάξια τον σκοπό. Αν ο ρυθμός που υποφώσκει στα κάτω πατώματα του λόγου κάποτε αποφασίσει ν’ ανεβεί σε πιο υψηλούς ορόφους και να επιβληθεί στο ποίημα, τότε αυτό θα σημαίνει μια έσωθεν επιβολή που με όχημα τη φαινομενική προσωδιακή τυχαιότητα κατορθώνει εντέλει να απελευθερώσει νοήματα και να δηλώσει έμπρακτα την ελευθερία του ποιητή να επιλέξει τα εκφραστικά του μέσα. Και φυσικά ας μη συγχέουμε τον παραδοσιακό στίχο που τραγουδιέται η ομοιοκαταληξία του με τον παρωχημένο στίχο που συντηρεί με τους συνειρμικούς ηχητικά συλλογισμούς μιαν ευκολία άμεση τόσο για την παραγωγή όσο και για την πρόσληψη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω αυτούσια την άποψη του ποιητή Ορέστη Αλεξάκη για την ομοιοκατάληκτη ποίηση, έτσι όπως τη μεταφέρω στο μελέτημά μου για την ποίησή του «Συρραπτική του Προσώπου», εκδόσεις «Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη». Στις Σημειώσεις της συλλογής του «Τα Αγαθά Παιχνίδια», όπου περιέχονται εξαιρετικά ομοιοκατάληκτα ποιήματα με άκρως σουρεαλιστικό ωστόσο περιεχόμενο, γράφει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Σύντομα θα έλθει ο καιρός που δε θα υπάρχει πια παλιά και νέα ποίηση, παρά μόνον ποίηση, που θα ρέει ακατάπαυστα, σε σπειροειδή τροχιά, συνεχώς δηλαδή προχωρώντας και συνεχώς ανακυκλιζόμενη. Ας δεχτούμε επιτέλους όλοι την αυτονόητη αλήθεια, ότι στην τέχνη δεν υπάρχουν προδιαγραφές (σχολές, γενιές, μόδες κ.τλ.) ικανές να εξασφαλίσουν από μόνες τους ποιότητα (…) Ο δημιουργός συνεχώς κινδυνεύει. Ας του αναγνωρίσουμε το δικαίωμα να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο, όπως αυτός νομίζει».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">oanagnostis.gr, 6.7.2013</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έγραφα για την παρουσίαση της προηγούμενης ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου «Όροφος μείον ένα» ότι πρόκειται για μια βίαιη ενηλικίωση, όπου ο θάνατος του πατέρα εκβιάζει, επιταχύνει και δραματοποιεί την αργή και λιγότερο επώδυνη ενηλικίωση – προσωπική και ποιητική – της ποιήτριας. Από την άλλη, μια τέτοια συλλογή όπου το βίωμα του θανάτου καλύπτει καθ’ ολοκληρία τη θεματολογία της είναι σαφώς δύσκολο να επαναληφθεί. Παρέμεναν ωστόσο ανοιχτά μια σειρά από ζητήματα ποιητικής σχετικά με το «Όροφος μείον ένα», όπως ποια στοιχεία της θεματικής του θα διατηρηθούν, αν θα επιμείνει η ποιήτρια στο οξύ και σκληρό – συχνά επιθετικό λεξιλόγιό – του και τέλος αν θα κεφαλαιοποιηθούν τα εκφραστικά του επιτεύγματα: ακρίβεια, οργάνωση, ρεαλισμός, χιούμορ πικρό κάποτε στα όρια της σάτιρας. Θα προσπαθήσω να απαντήσω στα προηγούμενα ερωτήματα ιχνογραφώντας το περίγραμμα της νέας συλλογής και επιχειρώντας προσεκτικές, ελπίζω, τομές στο ανοιχτό τραύμα του ποιητικού λόγου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επαναλαμβάνω εδώ τρία συμπεράσματα για το σύνολο του ποιητικού έργου της Ε.Α. Λουκίδου, τα οποία κατέγραψα για την προηγούμενη συλλογή της και που επιβεβαιώνονται και στην τελευταία. Πρώτα απ’ όλα, η χρονική διαφορά ανάμεσα σε κάθε συλλογή σε σχέση με την προηγούμενή της μειώνεται συνεχώς έως το «Όροφος μείον ένα» και παραμένει σταθερή (τέσσερα χρόνια) ανάμεσα στις δυο τελευταίες. Πράγμα που πιθανότατα σημαίνει πως η ποίηση διαρκώς κερδίζει έδαφος και επεκτείνει το χώρο της ανάμεσα στο σύνολο των δραστηριοτήτων της ποιήτριας. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι οι εκφραστικοί τρόποι έχουν παγιωθεί και ωριμάσει, ώστε να επιτρέπουν την ανετότερη παραγωγή ποιητικού λόγου, κάτι που μπορεί κανείς να το διαπιστώσει συγκρίνοντας τα ποιήματα των τριών τελευταίων συλλογών με αυτά της δεύτερης ή και της τρίτης συλλογής. Και ένα τρίτο συμπέρασμα που σχετίζεται με τους τίτλους των συλλογών: από το διάφανο νοηματικά τίτλο της πρώτης συλλογής «Λυπημένες μαργαρίτες» (1986) έως τον δυσπρόσιτο και κρυπτικό τίτλο της προτελευταίας «Όροφος μείον ένα» ή τον αόριστο της τελευταίας «Το Επιδόρπιο» η διαδρομή μοιάζει και μεγάλη και ενδιαφέρουσα αλλά οι αλλαγές συντελούνται αργά και κλιμακωτά. Επιπλέον, ό,τι οι τίτλοι δεικτοδοτούν ως μια συνεχή υποχώρηση σε έναν πιο εσωτερικό /ατομικό χώρο θα μπορούσε ταυτόχρονα ή εναλλακτικά να είναι σημάδι ενηλικίωσης· δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αποφασίσει αν η σταδιακή ενηλικίωση, αυτή που μπορεί να δει κανείς ακόμη και στα ποιήματα της προτελευταίας συλλογής «Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα», είναι λιγότερο ψυχοφθόρα από την εξ’ ορισμού βίαιη ενηλικίωση στον «Όροφο μείον ένα» και την κυριαρχία της ματαιότητας στο «Επιδόρπιο». </span><br />
<span style="color: #000000;">Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι ότι οι τίτλοι των συλλογών από την «Εν τη ρύμη του νόστου» και μετά έχουν και ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό: είτε προβάλλεται είτε λανθάνει μια εσωτερική αντίθεση, καθώς ένα κομμάτι του τίτλου κινείται προς τα εμπρός και ένα άλλο προς τα πίσω (ρύμη ≠ νόστος, ανθίζω ≠ τίποτα, όροφος ≠ μείον ένα). Ο τίτλος «Το Επιδόρπιο» δεν ξεφεύγει επίσης από αυτή τη λογική, αν και μονολεκτικός: το επιδόρπιο ολοκληρώνει και κλείνει το γεύμα, δεν προτάσσεται ούτε κυριαρχεί, όπως προτείνει η ποιήτρια να κάνουμε με τον πρώτο κιόλας στίχο του ποιήματος, εμφανίζοντας για άλλη μια φορά το αντιθετικό ανατρεπτικό στοιχείο. «Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή / να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό,τι και να προηγήθηκε λοιπόν έχει τώρα τελειώσει, ολοκληρωθεί. Μένει μόνο το ποίημα να φωτίσει μέσα από το τέλος το τι προηγήθηκε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το «Επιδόρπιο» αποτελείται από 37 ανεξάρτητα ποιήματα (μόνο το «Όροφος μείον ένα» άλλωστε ακολούθησε μια κάποια χρονική σειρά εξαιτίας του ημερολογιακού του χαρακτήρα) τα οποία χωρίζονται σε δυο ενότητες (21+16 ποιήματα) με βάση τα αποσπάσματα από τον Edgar Allan Poe που χρησιμοποιούνται ως μότο. Στο δεύτερο μέρος υπάρχει και το μοναδικό τρίπτυχο της «Επίσκεψης» (Επίσκεψη Ι, ΙΙ, ΙΙΙ). Εκφραστικά η συλλογή ακολουθεί τη γραμμή που ξεκινά από το «Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα» και μοιάζει να διαμορφώνεται στο «Όροφος μείον ένα». Κυριαρχεί συνεπώς η λιτότητα, αποφεύγονται οι διασκελισμοί -χαρακτηριστικό των τριών πρώτων συλλογών- η μουσικότητα και ο ρυθμός τελειοποιούνται. Μερικά παραδείγματα: «Πονάνε οι ταγμένοι να ημερέψουν /τη φωνή τής μέσα χορωδίας…» ή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ο ύπνος μου καμιά φορά τινάζεται ψηλά. /Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες /κι άλλος μισός να τρέχει να κρυφτεί /απ’ τους τελωνοφύλακες» ή ακόμα «Σωριάζεται κάποτε η σκιά /κι αλλάζει σχήμα ο καιρός. /Μια μοίρα ξένη αντηχεί /στα βήματα, στα πράγματα /στις ενοχές μας…» Το ίδιο ισχύει και για τους τίτλους των ποιημάτων που παραμένουν σύντομοι, αν και ξεφεύγουν κάπως από τον μονολεκτικό σχεδόν χαρακτήρα που είχαν στο «Όροφος μείον ένα». Ενδεικτικά και πάλι: (Καθ’ έξιν εξάρθρημα), (Σχήμα πρωθύστερο), (Εγώ το λέω δειλία), (Παλιές αμηχανίες), (Γιατί ποτέ δε φύγαμε). Να σημειώσω εδώ με ικανοποίηση τη συνεχή βελτίωση στη διαχείριση του γλωσσικού υλικού καθώς, όπως παρατηρούσα ήδη για το «Όροφος μείον ένα», η ποιήτρια έχει μετασχηματίσει τη διάθεση για βερμπαλισμό των τριών πρώτων συλλογών σε γλωσσικό πλούτο στις τρεις τελευταίες. Ο έλεγχος της ποιήτριας πάνω στα εκφραστικά της μέσα έχει προχωρήσει πάρα πολύ και οι αστοχίες έχουν πια ελαχιστοποιηθεί. Το επίτευγμα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια ποίηση όπου η όποια απόπειρα αφήγησης διαρκώς ακυρώνεται και το νόημα γίνεται – χαρακτηριστικό κυρίαρχο της νεώτερης ποίησης – από λίγο έως πολύ σχετική υπόθεση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Σκοτείνιασε μέσα μου ξαφνικά η λεμονιά /αναίρεση διεκδικούν τα ειπωμένα /και τα μελλούμενα /δε μου ζητούν καμιά συμμετοχή…»</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο «Επιδόρπιο» συναντά κανείς όλα τα γραμματικά πρόσωπα πέρα από το πρώτο πρόσωπο του λυρικού «εγώ». Συνήθως, το πρώτο και δεύτερο πρόσωπο εκφράζουν το «εγώ» του ποιητικού υποκειμένου, ενώ το τρίτο ενικό και πληθυντικό τους άλλους – συνήθως εχθρικούς ή ουδέτερους, σπάνια φίλους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που σε αρκετές περιπτώσεις, όπως συνέβαινε και στις συλλογές πριν το «Όροφος μείον ένα», εκφράζει περισσότερο δυικό αριθμό παρά πληθυντικό: χαρακτηριστικό μιας ποίησης ερωτικής που όμως, στην περίπτωση της Λουκίδου, αποφεύγει να τονίσει – συχνά να αποκαλύψει καν – αυτόν τον χαρακτήρα της. Βέβαια, πολλές φορές οι προεκτάσεις του ποιήματος υπερβαίνουν τον ερωτικό χαρακτήρα, όπως στο ποίημα (Το Επιδόρπιο) που ονοματοδοτεί και τη συλλογή:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί /και πλαγιάζαμε καμιά φορά /δίχως συγχώρεση / ήταν γιατί πιστεύαμε /πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί /δε θα μας αφορούσαν…»</span><br />
<span style="color: #000000;">Σχολιάστηκε παραπάνω ότι ο τίτλος της συλλογής αποδίδει μια κατάσταση ολοκληρωμένη και δεδομένη. Η εικόνα αυτή δε σχετίζεται μόνο με το ομώνυμο ποίημα αλλά διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή. Τα ποιήματα ξεκινούν όντως από το επιδόρπιο, από το τέλος και είτε κινούνται στα μετά το γεύμα γεγονότα είτε – και αυτό εντείνει τη νοηματική αοριστία – επιχειρούν να φωτίσουν, αποσπασματικά όμως και σχεδόν συνειρμικά, τα προγενέστερα γεγονότα. Η τεχνική αυτή δεν είναι κάτι καινοφανές στην ποιητική της Λουκίδου. Θυμίζω ότι σποραδικά είχε εμφανιστεί στο «Εν τη ρύμη του νόστου» και στο «Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα» αλλά πιο καθαρά μπορεί να φανεί στο «Όροφος μείον ένα», όπου ο ημερολογιακός χαρακτήρας των ποιημάτων υπονομεύεται από τη συνεχή υπόμνηση της τελικής κατάληξης. Ενώ τα ποιήματα προσπαθούν φαινομενικά να καταγράψουν με χρονική σειρά την εξέλιξη της ασθένειας του προσφιλούς προσώπου, ουσιαστικά δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να εστιάζουν πάνω στα πρόσωπα και πράγματα του δράματος ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Η ίδια αυτή τεχνική βρίσκει ευρύτερη εφαρμογή στην ανά χείρας συλλογή. Η αίσθηση του τέλους κυριαρχεί στα ποιήματα σχεδόν βασανιστικά και χωρίς να φαίνεται κάποια οδός διαφυγής, καθώς είτε ρητά είτε έμμεσα το ποίημα έχει προδιαγράψει τόσο το τέλος όσο και τα όρια δράσης των προσώπων. Η όποια αφήγηση καταλήγει συνήθως να γίνεται ανάδρομη αντί να κινείται προς τα εμπρός· συχνά παίρνει τη μορφή απολογίας ή επίπληξης:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ουδέποτε προσέξατε τόσον καιρό /πως συστηματικά αποφεύγαμε /- και στα κουρεία ακόμη – /τους καθρέφτες /ότι μονίμως λείπαμε /πάντα από το ίδιο μάθημα /και με την πλάτη /στον κρύο τοίχο κολλημένη /σφιχτά στην τσέπη μας /το βότσαλο κρατούσαμε&#8230;»</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχει λοιπόν διάχυτο ένα αίσθημα φόβου, ενός υπαρξιακού φόβου. Δεν συγκεκριμενοποιείται ούτε έχει συνήθως την οξύτητα και την ένταση που παρατηρείται στο «Όροφος μείον ένα». Όμως, υπάρχει και ας μην είναι μια «…απειλή κανονική /με αρχή, μέση και τέλος /όπως αυτές που διεκδικούν τον χρόνο μας /μες στην αδράνεια του απογεύματος. Ξεκινά συχνά αόριστα και υποτονικά σαν μια «αποτυχία της φωνής /να θυμηθεί απ’ την αρχή /τι έπρεπε να συναρμολογήσει» και εξελίσσεται σαν «…για να απλωθεί / στους κήπους του καλοκαιριού /σούρουπο και μολύβι.» Μπορεί κανείς να το δει σε ποιήματα όπως το (Καθ’ έξιν εξάρθρημα) ως μια «διαγνωσμένη αστάθεια στην επιγονατίδα» που καταλήγει «σπασμένη ραχοκοκαλιά /στην ακτινογραφία.» Αλλά και πολύ πιο αόριστα, με λιγότερο επιθετικό λεξιλόγιο σαν «…μια σκόνη κι ένα μούδιασμα /και βήματα που υποχωρούν και παραλύουν /κι αφόρετα σακάκια στην ντουλάπα.» Άλλοτε πάλι έχει τη μορφή της ενοχής και της συνεπακόλουθης τιμωρίας: «το φταίξιμο που μας αναλογεί / θα αποδοθεί μέχρι δεκάρας». Συχνά, τέλος, προϋποθέτει μια καταστροφή που έχει ήδη συντελεστεί αφήνοντας στα πρόσωπα τα σημάδια της που μάταια προσπαθούν να τα αγνοήσουν: «Ούτε σαλεύει ούτε ξαγρυπνά/ ούτε να θυμηθεί μπορεί / τους λόγους / που κάθε απόγευμα κουτσαίνει». Το αίσθημα της απειλής διατυπώνεται ανοιχτά στο κομβικό για τη συλλογή ποίημα (Το επιδόρπιο) «Μα η απειλή ήταν εδώ /και είναι τώρα» και κάνει αισθητή την παρουσία του ήδη από το εξώφυλλο, όπου ένα γιγάντιο χέρι απλώνεται να πιάσει έναν τυμπανιστή. Σαν για να τον μετατοπίσει σε μιαν αόρατη σκακιέρα – και ο ίδιος ο τυμπανιστής άλλωστε μοιάζει με φιγούρα, με διακοσμητικό ή πιόνι παιγνιδιού. Ο φόβος, η απειλή της συντριβής και το αίσθημα ότι όλα είναι ένα παιγνίδι όπου οι κανόνες έχουν έξωθεν τεθεί και τα πρόσωπα απλώς εκτελούν τις προκαθορισμένες τους κινήσεις συνιστούν τη ραχοκοκαλιά της συλλογής. Η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου έχει την καλή συνήθεια να επιλέγει προσεκτικά τα εξώφυλλα των συλλογών της που ουσιαστικά είναι από μόνα τους σχόλια του περιεχομένου των ποιημάτων και κατευθυντήριες γραμμές για τον προσεκτικό αναγνώστη. Το συγκεκριμένο μάλιστα φιλοξενεί ένα κολάζ, έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Σπύρου Αλαμάνου(1947-2011). Μιλώντας για το εξώφυλλο και τις προεκτάσεις του έγινε αναφορά στη φιγούρα του τυμπανιστή η οποία μοιάζει να είναι κομμάτι μιας ευρύτερης σκηνοθεσίας ή καλύτερα μιας παλαιομοδίτικης θεατρικής παράστασης. Η αρχετυπική, κύρια παράσταση – γιατί στο δεύτερο μέρος της συλλογής υπάρχουν κάποιες μικρότερες – και αυτή που κατευθύνει τον αναγνώστη στο να προσεγγίσει τις υπόλοιπες, δίνεται από τα δύο μότο της συλλογής και τα δύο από το ποίημα του Edgar Allan Poe, «The Conqueror Worm». Στο πρώτο μέρος της συλλογής προτάσσονται μεταφρασμένοι από τον Γιώργο Μπλάνα οι στίχοι 1-8, δηλαδή η πρώτη στροφή του ποιήματος, όπου άγγελοι, με τη μορφή ευγενών συρρέουν δακρύβρεχτοι και κάθονται να παρακολουθήσουν κάποια παράσταση προσδοκιών και φόβων, ενώ μια ορχήστρα παίζει ασθμαίνουσα τη μουσική των ουρανίων σφαιρών. Προφανώς, ο τυμπανιστής είναι μέρος αυτής της ορχήστρας και το όλο απόσπασμα από το ποίημα του Πόε έχει ως σκοπό την εισαγωγή του αναγνώστη στο κλίμα μιας παράστασης προσδοκιών και φόβων. Πρόκειται ακριβώς για τις προσδοκίες και τον φόβο που κυριαρχούν στα ποιήματα της συλλογής: προσδοκίες που, σχεδόν εξ αρχής έχουν διαψευστεί και φόβος που διαπερνά, όπως είδαμε, το σύνολο των ποιημάτων. Το δεύτερο μέρος της συλλογής εισάγεται με τη συνέχεια του ποιήματος του Πόε, τους στίχους 9-24, τη δεύτερη και τρίτη δηλαδή στροφή του ποιήματος. Εκεί οι ηθοποιοί… μίμοι – υπερούσιοι θεοί μασκαρεμένοι – γκρινιάζουν, μουρμουρίζουν λόγια ακατάληπτα, πετάνε ακατάσχετα… Ανδρείκελα είναι· σπαστικά υπακούουν στις εντολές κάποιων πλασμάτων άμορφων, τεράστιων, που σέρνουν πότε αποδώ πότε αποκεί τα σκηνικά… Μίμοι ανδρείκελα στα χέρια γιγάντιων πλασμάτων – παραπέμποντας στο γιγάντιο χέρι πάνω από τον τυμπανιστή – και σκηνικά που συνεχώς αλλάζουν. Κομμάτια της παράστασης αυτής διακρίνονται στο (Μια βαθιά υπόκλιση) όπου «…Παλιά βαγόνια στις αλάνες / μεταμφιέζονται πυρετωδώς / σε καμαρίνια με χρωματιστά φτερά…», ενώ την ίδια ώρα κάπου αλλού «…σε υγρό βάθος σκοτεινό / ήδη η Γκρέτα μακιγιάρεται / πανέτοιμη να κοιταχτεί στα δάκρυα / ενός ακόμη ανάξιου θαυμαστή / που θ’ αρνηθεί να την πυροβολήσει». Μια παράσταση που αναπαριστά «πασίγνωστους νεκρούς ηθοποιούς / του κλασικού ρεπερτορίου» σε μια προσπάθεια – μάταιη προφανώς – να αναστήσει μία ολόκληρη εποχή. Το κυρίαρχο σκουλήκι (The Conqueror Worm) έχει ήδη αφήσει τη σφραγίδα του. Άλλωστε, και τα πρόσωπα που μπορεί να αναγνωρίσει ο αναγνώστης όπως η Μίτσε και ο Φραντς από το Berlin Alexanderplatz, η Ρεζεντά -ηρωίδα στο ομώνυμο ταγκό του 1930-, η Γκρέτα Γκάρμπο, ο Λόρενς Ολιβιέ, η Όντρεϊ Χέρμπορν μάταια προσπαθούν να αναβιώσουν μια εποχή, σύμβολα της κυριαρχίας της λήθης και του θανάτου. Μπαίνει εν τέλει ο αναγνώστης στον πειρασμό να θεωρήσει ολόκληρη τη συλλογή ως μία παράσταση που προσπαθεί ανώφελα να ξεγελάσει την πλήξη, τη φθορά και τον θάνατο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλώντας για τον θάνατο, το βασικό θέμα της προηγούμενης συλλογής, μπορεί κανείς να παρατηρήσει μια ποιοτική μεταβολή στην παρουσία του. Ενώ στο «Όροφος μείον ένα» είναι σαρωτική και εξόφθαλμη η κυριαρχία του, στο «Επιδόρπιο» κινείται πολύ πιο διακριτικά και υπόγεια. Προτάσσονται περισσότερο τα συγγενικά με αυτόν θέματα της φθοράς, της ματαιότητας, του φόβου και της ενοχής: ήπιοι μικροί θάνατοι μέσα από καθημερινές ήττες, χωρισμούς, ματαιωμένες προσδοκίες, μικρές ή μεγάλες προδοσίες. Στο ποίημα (Μία δοκιμασία περιττή) μπορεί ο αναγνώστης να δει συγκεντρωμένα τα περισσότερα από τα προηγούμενα θέματα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το σύνολο των θεμάτων καλύπτεται κάτω από το πέπλο της απειλής που κάνει αρχικά την εμφάνισή της στα μισά του ποιήματος και ρίχνει στο τέλος δυσοίωνα την αυλαία:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Το μόνο μας κοινό ήταν η ανυπομονησία / ένας σταθερός ήχος σταξίματος / μια τύψη ενοχλητική / όπως οι σπόροι στο καρπούζι / και μια επίμονη ανάγκη διευκρίνησης:/ τρέχαμε τελικά / για να προλάβουμε / ή / για να παραστούμε στο κακό;/ Βουλιάζουμε μέσα στα δεδικασμένα / και στη χλωμάδα των φωνών που σίγησαν / σάμπως δεν καίγονται επαρκώς τα σωθικά μας / από σταθμό σ’ άλλο σταθμό / συλλέκτες σκόνης παπουτσιών / και εισιτηρίων / μια μετανάστευση σκληρή / με όλους τους προβολείς/ επάνω μας στραμμένους/ και τ’ άγρια ποδοβολητά // ολοένα να πλησιάζουν.»</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ξεχωρίσω τέλος το ποίημα (Η φωτεινή τσουλήθρα), καθώς είναι το μόνο της συλλογής που σχετίζεται άμεσα με τη νοσοκομειακή εμπειρία του «Όροφος μείον ένα» και αναπαράγει την ίδια διαλυτική εμπειρία (καροτσάκια, πράσινες ρόμπες, σύριγγες, μιλιγκράμ, νάρκωση, χειρουργείο). Η μοναδικότητά του φανερώνει ότι η ποιήτρια έχει κλείσει οριστικά τον προηγούμενο κύκλο ποιημάτων· κατά πάσα πιθανότητα το συγκεκριμένο ποίημα, αν και άρτιο τεχνικά, για κάποιο λόγο δε χώρεσε στην προηγούμενη συλλογή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αφορμή το παραπάνω ποίημα, ο αναγνώστης που έχει ήδη προσεγγίσει το προγενέστερο ποιητικό έργο της Λουκίδου θα παρατηρήσει ότι η οξύτητα στους τόνους της προηγούμενης συλλογής έχει εδώ υποχωρήσει, χωρίς ωστόσο να έχει εξαφανιστεί. Συγκριτικά πάντως με τις πρώτες ποιητικές συλλογές της Λουκίδου το «Επιδόρπιο» έχει αρκετή – αν και συχνά λανθάνουσα – ένταση και κάποτε το λεξιλόγιο γίνεται αιχμηρό· όχι με την έννοια του σαρκασμού ή της συσσωρευμένης οργής όπως στο «Όροφος μείον» ένα αλλά με τη διαπίστωση του ποιητικού υποκειμένου ότι του είναι αδύνατο να αποδράσει από τα δεσμά του. Περισσότερο ωστόσο μιλάμε για ανεβοκατεβάσματα της έντασης παρά για σταθερά αιχμηρούς τόνους: «Κανέναν πειθαναγκασμό/ δε θα καταδεχόταν/ κι ας έσφιγγε στα δόντια της/ ένα πελώριο δάσος ουρλιαχτών/ κι εκείνη τη μικρή κλωστή/ που συγκρατεί, πριν ξηλωθεί/ ένα πουλόβερ από χιόνι.» Σε κάθε περίπτωση πάντως μετά το Όροφος μείον ένα τίποτα δεν είναι όπως πριν, όσο και αν η νέα συλλογή δεν αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Το θέμα του έρωτα με σταθερή παρουσία στις τέσσερις πρώτες συλλογές και εμφανή απουσία στην προτελευταία (λογικό, αν αναλογιστούμε το βασικό θέμα της), επιστρέφει στο «Επιδόρπιο». Και μάλιστα είναι κυρίαρχο θέμα σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής. Ωστόσο και εδώ έχουν συντελεστεί σημαντικές μεταβολές. Είναι αλήθεια ότι ο έρωτας στην ποίηση της Λουκίδου ουδέποτε έμοιαζε ανέφελος ή ευφρόσυνος· τώρα όμως είναι σχεδόν πάντα ακυρωμένος, διαλυμένος, ανήμπορος να λειτουργήσει ενωτικά, κάποτε σχεδόν τραγικός. Ενδεικτικό παράδειγμα το ποίημα (Σχήμα πρωθύστερο) όπου η αδυναμία επανόρθωσης και διαφυγής καταδικάζει σε θάνατο τον έρωτα, θάνατο που καμιά συγνώμη ή απολογία δεν μπορεί ν’ αναιρέσει. Η ίδια η ανάμνηση του έρωτα, η δραματικά ανυποψίαστη μελανιά του βαραίνει τόσο πολύ ανάμεσα στο ζευγάρι, ώστε ματαιώνει την όποια προσπάθεια επανασύνδεσης:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Και αν κάποιος τολμήσει ν’ απολογηθεί / για όλα τα απρόοπτα και τις παρανοήσεις / κι αν δείξει τη διάθεση /ακόμα και να επανορθώσει / που δεν προέβλεψε για εμάς / κανένα σχέδιο διαφυγής// εγώ και πάλι / θα επικαλεστώ τα λιόδεντρα / απ’ το παραθαλάσσιο σπίτι / όταν τη μελανιά του έρωτα / βουβά χρησμοδοτούσαν / – ανάγωγη, αισθησιακή / δραματικά ανυποψίαστη – // ολόιδια με τη μοναχή / εκείνου του πορτρέτου / που ούτε καν στη φαντασία / του Αλεξάντερ Ιβάνοβιτς υπήρξε / όμως υδράργυρος το σώμα της / και – δίχως όχθη ποταμός το πρόσωπό της -/ γλίστρησε / εισχώρησε / δε ρώτησε κανέναν// να απαντήσει σπεύδοντας / σε ερωτήσεις που / δεν έγιναν ποτέ.»</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ το βάρος του έρωτα που προηγήθηκε είναι τέτοιο, που σαν υδράργυρος εισχωρεί παντού και καθιστά αδιέξοδη εκ των προτέρων την αναβίωσή του. Αλλού πάλι οι τόνοι χαμηλώνουν, χωρίς ωστόσο να αναιρείται το κλίμα φθοράς και διάλυσης που υπονομεύει εν τέλει την όποια ερωτική διάθεση. Η κυριαρχία της απειλής και του φόβου σκιάζει τον έρωτα· το βίωμα του τελεσίδικα συντελεσμένου γεγονότος τον καθιστά – και αυτόν – εξ αρχής παρελθόν και πικρή μνήμη: «Επείγει ωστόσο, να αποφύγετε τη σύγχυση./ Ό,τι λευκό κινείται μες στον έρωτα/ μην το περάσετε και σεις για περιστέρι./ Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς/ που αλλάζει χέρια βιαστικά/ και χρησιμοποιείται ενίοτε/ σαν αιμοστατικό.» </span><br />
<span style="color: #000000;">Άφησα τελευταίο το θέμα της φύσης. Είναι η μόνη συλλογή της Λουκίδου όπου η φύση απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά. Θεωρώ ότι η εξέλιξη αυτή ξεκινά από την προηγούμενη συλλογή όπου η ουδετερότητα της φύσης στον ανθρώπινο πόνο και η «αναιδής» συνύπαρξη ομορφιάς και φθοράς προκαλεί την απέχθεια της ποιήτριας, ενώ στις πρώτες συλλογές η εικόνα της φύσης ήταν σχεδόν πάντα θετική. Η απέχθεια αυτή στο «Επιδόρπιο» έχει γίνει αποκλεισμός. Το περιβάλλον είναι σχεδόν πάντα εσωτερικοί χώροι ή αστικά τοπία και το φυσικό περιβάλλον εκπροσωπείται μόνο σε σποραδικές δευτερεύουσες αναφορές. Πέρα από τη γενεαλογία της εξέλιξης αυτής είναι νομίζω φανερό ότι υπάρχει στον λόγο της ποιήτριας μια αυξανόμενη με τα χρόνια διάθεση εσωτερικής αναδίπλωσης. Σε άλλους ποιητές είναι δείγμα φθοράς, σε άλλους δείγμα ωριμότητας. Στην περίπτωση της Λουκίδου, έχοντας παρακολουθήσει ολόκληρο το ποιητικό της έργο, μπορώ να πω ότι σαφώς ισχύει το δεύτερο.</span><br />
<span style="color: #000000;">epidorpioΤο «Επιδόρπιο» είναι μια απαιτητική συλλογή. Σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για κάτι εύπεπτο ή συμβατικό. Ούτε, όπως σημείωνα και για το «Όροφος μείον ένα» θα ξεμπερδέψει ο αναγνώστης με μια δυο αναγνώσεις. Τα ποιήματα της συλλογής θέλουν το χρόνο τους να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους: την ακρίβεια και ευστοχία του λόγου, τη λιτότητα, τη μουσικότητά τους. Ήδη όμως έγινε φανερό ότι η ανταμοιβή του αναγνώστη είναι τέτοια, που αξίζει με το παραπάνω την προσοχή και το χρόνο που θα διαθέσει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">diastixo.gr, 20.6.2013</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ένας άλλος τρόπος να βλέπεις και να στοχάζεσαι τα πράγματα, το αναποδογύρισμά τους και η ίσια τους μεριά ταυτόχρονα κι αξεχώριστα», θα πει ο Ελύτης για τη γραφή του Γιώργου Σαραντάρη. Τι πρωτάκουστη η ανατροπή της σκέψης που επιφέρει την ανατροπή της γραφής! Τι πρωτάκουστη, εν προκειμένω, η ανατροπή μιας συγκεκριμένης πρακτικής που προτάσσει το επιδόρπιο στην αρχή αντί για το τέλος σ’ ένα γεύμα επισήμων. Γράφει λοιπόν στο ομώνυμο ποίημα η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή/να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο./</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται/έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε/</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί/και πλαγιάζαμε καμιά φορά/δίχως συγχώρεση/ήταν γιατί πιστεύαμεπως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί/</span><br />
<span style="color: #000000;">δε θα μας αφορούσαν&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αναμφίβολα, η ποιήτρια με την προκλητική της προτροπή μάς εισάγει σε μια προσωπική επιλογή ανατροπής της κοινωνικής μας συμπεριφοράς, που αιώνες τώρα δεν τολμούμε ούτε καν να σκεφτούμε. Το savoir vivre άλλωστε καλά κρατεί. Το οξύμωρο σχήμα ωστόσο στην ποιητική γραφή της Λουκίδου είναι προσφιλές χρηστικό εργαλείο, για να διαρρήξει όχι μόνο νοητικές οπές της έκφρασης αλλά κυρίως για να εκπορθήσει κλειδαμπαρωμένες οντολογικές έννοιες:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…μια τύψη ενοχλητική/όπως οι σπόροι στο καρπούζι/και μια επίμονη ανάγκη διευκρίνιση/τρέχαμε τελικά/για να προλάβουμε/</span><br />
<span style="color: #000000;">ή</span><br />
<span style="color: #000000;">για να παραστούμε στο κακό;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τρόπο παραινετικό, κατά βάση αφηγηματικό, σε τόπο λεκτικό επιμελέστατα εναρμονισμένο με περιγραφές και ζωντανές εικόνες, τοποθετεί στο κέντρο της χρονικής της σημασίας την ανθρώπινη ύπαρξη και μάλιστα σε κάθε διττή της υπόσταση. Υλική και πνευματική. Θνητή και εν δυνάμει θεϊκή. Παρούσα και απούσα. Ζώσα και κεκοιμημένη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…όμως/όπως και να τον πεις τον παιδεμό/αλλού είναι η παγίδα./</span><br />
<span style="color: #000000;">Να έρχεσαι/να υπάρχεις/να περνάς/και να μην είσαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια καθηλώνει με την αλήθεια της, καθώς στις λέξεις της –ιδιαιτέρως βασανισμένες και ευστόχως τοποθετημένες– μεταγγίζεται η μακραίωνη αλήθεια της θνητότητας των όντων. Λάφυρο επίπονης προσπάθειας προφανώς, απόσταγμα μάχης προσωπικής, αποτύπωμα βιωματικών ενθυμήσεων, η βαθιά αρχέγονη απορία της ανθρωπότητας γίνεται βεβαιότητα στη γραφίδα της, μια βεβαιότητα που αφορά στην περιορισμένη διάρκεια της ανθρώπινης φύσης και στην αδυναμία της να επέμβει στη μοίρα της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκοτείνιασε μέσα μου ξαφνικά η λεμονιά/αναίρεση διεκδικούν τα ειπωμένα/</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα μελλούμενα/δε μου ζητούν καμιά συμμετοχή…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θνητότητα και η βιωτή με απόληξη τον θάνατο είναι αναμφισβήτητα δύο από τα βασικά μοτίβα της ποιητικής συλλογής που τιτλοφορείται Το επιδόρπιο . Το καλαίσθητο εξώφυλλο –κολάζ του Κερκυραίου ζωγράφου Σπύρου Αλαμάνου– αποκαλύπτει με τρόπο σαφή τη μικρότητα του ανθρώπου ή υπαινίσσεται το αιφνίδιο του θανάτου, εν άλλοις την έξωθεν ανατροπή, τοποθετώντας εξαρχής τον αναγνώστη στον ρόλο του τυμπανιστή, τον οποίο κάποιο χέρι εκ των άνω τον κρατά, τον σηκώνει, τον καθοδηγεί και ενδεχομένως κάποια στιγμή να τον αφήσει να πέσει στο κενό:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…γιατί όπως ψιθυρίζεται/τα ξύλα ήδη κόπηκαν/και συναχτήκαν στη γωνιά/</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έξω από εμάς/μια δίχως έλεος πυρά/κλαδί κλαδί ετοιμάζεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον κόσμο της Λουκίδου, ο άνθρωπος σαφώς και δε μένει αμέτοχος των πραγμάτων που ορίζει ή πιστεύει πως ορίζει. Η ζωή του καθενός νοηματοδοτείται από τη θέαση του θανάτου, ενώ μια νομοτελειακή απόδοση δικαιοσύνης μοιράζει σε όλους τα δέοντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…Ωστόσο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δε θα αδικηθεί κανείς στη μοιρασιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">*</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η ομορφιά θα πληρωθεί/κι η μεταμέλεια θα ελεγχθεί/για τις προθέσεις της/και ύποπτος δακρύων/ο Σεπτέμβρης θα θεωρηθεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">*</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ούτε να φαντάζεσαι/πως η αγάπη θα γλιτώσει/έτσι που φεύγει και ξανάρχεται/σαν εκκρεμές/αθώα σαν αμαρτωλή/που αείποτε εκπίπτει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">*</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φταίξιμο που μας αναλογεί/θα αποδοθεί μέχρι δεκάρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι μοιρολατρική η θέση της ποιήτριας, τουναντίον, είναι βαθιά πεπεισμένη πως τα ψήγματα της θεότητας, αρχέγονα σπέρματα ευσπλαχνίας και πρόνοιας, ενυπάρχουν στο διφυές του ανθρώπου και έλκονται από τη μαγνητική δυναμική της ομορφιάς. Ο άνθρωπος, αν και φθαρτός, έχει ευλογηθεί με την υπερβατική ικανότητα να ευφραίνεται σε λιγοστές πτυχές ευτυχίας και να αναπαύεται σε χαραμάδες παραμυθίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…Θα ειπωθούν ξεκάθαρα κάποια φορά/η ανάσα, η αόρατη σκιά/το κίτρινο που αφήνει ο καιρός/πάνω στα σεμεδάκια./Κι ό,τι γλιστράει ασώματο/μέσα απ’ τις χαραμάδες/κι αυτό θα ειπωθεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως κι οι λέξεις/οι λέξεις ίδιες δε θα ’ναι πια ποτέ./Ο «κίνδυνος» κι η «αντοχή»/η «αιχμαλωσία» κι η «σπατάλη»/θα καταγράφονται από εδώ κι εμπρός με αριθμούς./Κι αφού τα χέρια σπάνια/θα βρίσκουν ν’ αγκαλιάζουν/</span><br />
<span style="color: #000000;">υπομονετικά και ήσυχα/θ’ αρχίσουν να μετράνε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην τελευταία της ποιητική συλλογή, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ελίσσεται μεταξύ διττών εννοιών. Προτείνει τη συναφειακή διάσταση των πάντων, αποκύημα της πολυσύνθετης σύστασης του ανθρώπινου κόσμου, απορρίπτει τη μονοδιάστατη σχέση ατόμων και πραγμάτων. Στο πρώτο της ποίημα, με τίτλο «Το διφορούμενο λευκό», γράφει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…γιατί οι γνώμες/–ακόμη και των ειδικών–/διχάζονται/αν, λόγου χάρη, στρώνουμε/λευκό σεντόνι νυφικό/ή νεκρικό του τάφου…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο διάλογος με το άφατο και η γειτνίαση με το αμετάκλητο είναι έκδηλα σε όλη τη λεκτική κατωφέρεια της συλλογής. Με κεντρικό άξονα την περιστροφή του ανθρώπινου χρόνου γύρω από το άχρονο, η ποιητική της Λουκίδου συσπειρώνει τεχνηέντως κατακερματισμένες στιγμές παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, σμιλεύοντας ένα μωσαϊκό χρονικό όπου το ύστερο προηγείται. Το πρωθύστερο σχηματοποιείται και εγκαθίσταται, το φαινομενικό αναιρείται από το υποπτευόμενο πραγματικό και, τέλος, το απόν επανεμφανίζεται, για να λάβει εκ νέου τη θέση του στον ποιητικό χρόνο. Η παράσταση συνεπώς διεκτραγωδείται αφενός μεταξύ ανθρώπου και Θεού, αφετέρου μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με σκηνοθετική ακρίβεια, η ποιήτρια αποκαλύπτει την ύπαρξη διπλών ή και πολλαπλών κόσμων, όπου συμβαίνουν τα πλέον σημαντικά –τις περισσότερες φορές– ερήμην των όντων. Δύο διαφορετικές φωνές –εν είδει τυπογραφικής πλαγιογραφής ο εσωτερικός ψίθυρος και εν είδει κανονικής ο άλλος, ο συνειδητός– εναρμονίζονται στη στιγμή του όλου, χρονικού και τοπικού, μη αφήνοντας περιθώρια για χρονικές ελλείψεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…Και όταν λέμε άδειο/δεν εννοούμε τη σιωπή/αλλά να ζεις το αταίριαστο/</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άφαντος να ’ναι ο κήπος…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το αταίριαστο απασχολεί τη σκέψη της Λουκίδου, το ανυπέρβλητο υπερβαίνει τη φθαρτότητά της, το κατακερματισμένο βαθιά τη συγκλονίζει, καθετί σπασμένο την πονά, ενώ το εξόριστο δείχνει ουσιωδώς να την αφορά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…Με τέτοια και μ’ εκείνα/σύντομες εκδρομές στο αβάσταχτο/θα επινοεί συνέχεια/η αφανισμένη μας καρδιά/ώσπου να εκτίσει επιτυχώς/τούτη την εξορία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνη δυνατότητα εναρμόνισης του αταίριαστου καθίσταται πλέον η χρονική και τοπική συμφωνία στο ποιητικό «εδώ». Το ενθάδε λοιπόν συγκεφαλαιώνεται στο επέκεινα, με αποτέλεσμα να συντελείται η οξύμωρη στιγμή, όπου το ύστερο προτάσσεται της καθιερωμένης πρακτικής και το παράδοξο παίρνει τη θέση του στον φυσικό τόπο και χρόνο των πραγμάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, με αναγνωρίσιμη και αναγνωρισμένη ποιητική φωνή, δείχνει να γνωρίζει πως η αποκάλυψη γίνεται εκ των έσω, αποκαλύπτει λέξη τη λέξη τους θεολογικούς της αναπαλμούς με κεντρικό της μέλημα τον άνθρωπο, αλλά και τα πράγματα που αυτός με την παρουσία του αξιώνει σε χρόνο άχρονο και τόπο ανέστιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τόπος είναι χρόνος/προορισμένος μόνο για την επιστροφή/γιατί ο τόπος πάντα ταξιδεύει/λιωμένο φως/μες στην ασυμμετρία των σφουγγαριών/</span><br />
<span style="color: #000000;">τόνος λευκός κρυσταλλωμένος/μια ανάσα πριν τον ρεμβασμό/η επίφαση του ανύπαρκτου μες στην ακινησία…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εγκιβωτίζει συνεπώς τον τόπο στον χρόνο και τη στιγμή στο αιώνιο, ταυτίζει τον άνθρωπο με τον προορισμό του αλλά και τα πράγματα με την άλλη, την κρυφή χρησιμότητά τους. Τέλος, συνδυάζει τη ματαίωση της στιγμής με την εσχατολογική της δικαίωση. Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ξέρει καλά πως το «τώρα» σύντομα γίνεται «ύστερα» λόγω της φυσικής τρεπτότητας των πάντων, πως το «εδώ» μετατρέπεται ακαριαία σε «εκεί», όταν το ατενίσεις από μιαν άλλη οπτική, πως το δήθεν σημαντικό αποδεικνύεται συχνά επουσιώδες. Ακριβώς επειδή γνωρίζει την αναπόφευκτη αλληλουχία των πάντων, προτείνει και καλεί και προκαλεί με τις εξαρχής ανατρεπτικές της προτάσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας μιλήσουμε, επιτέλους, για τα ασήμαντα./Για τα κρυμμένα πίσω από μια πράξη/όπως τα ντροπαλά παιδιά πίσω από μια φούστα/για τις ρουφήχτρες και τα ηλεκτρόδια/την άνιση πάλη/και τη μάταιη ανταμοιβή/για την απόσταση…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εν κατακλείδι, θα λέγαμε πως η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου με τη συλλογή της ρίχνει το ανατρεπτικό φως στα ασήμαντα, για να μπορέσουν καλύτερα να φωτιστούν τα μόνα ουσιαστικά, τα μόνα σημαντικά.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ</span></strong></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Ελευθεροτυπία&#8221;/ &#8220;Βιβλιοθήκη&#8221;, τχ. 568, 4.9.2009</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ο θάνατος αποβραδίς μάς έφραζε τον δρόμο», γράφει η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου στην αρχή του ποιήματος «Οροφος μείον ένα», που δίνει τον τίτλο στη νέα ποιητική συλλογή της. Ο δεκαπεντασύλλαβος και η θεματική του θανάτου μάς παραπέμπουν, από τον πρώτο στίχο, στη δημοτική μας ποίηση. Σηματοδότηση του τέλους της ζωής αλλά και, μεταφορικά, οποιασδήποτε θετικής έννοιας, ο θάνατος απασχόλησε τον άνθρωπο από τότε που γράφει και σκέφτεται, ενώ οι θρησκείες προσπάθησαν να ανατρέψουν αυτό που υπονοεί η γλώσσα. (Ποιητική αδεία μπορούμε να πούμε «σκότωσε μια όμορφη στιγμή», αλλά την άσχημη στιγμή πώς να τη σκοτώσουμε;) Αντί για έξοδος από την ύπαρξη, έγινε είσοδος σε έναν παραδεισιακό κόσμο. Από μια άλλη σκοπιά, ο «Φιλάνθρωπος θάνατος», επίσης τίτλος ποιήματος της ίδιας συλλογής, δεν είναι απειλή αλλά διέξοδος· αν η ζωή του ασθενούς γίνει αφόρητη, αν νιώθει ξενιτεμένος στον «θρίαμβο του ορατού», τότε η αρνητική έννοια του θανάτου αναιρείται. Η ασθένεια γίνεται προετοιμασία για τον Θάνατο, όπως άλλωστε ο αδελφός του ο Υπνος, και οι δύο γόνοι της ησιόδειας Νύχτας: «στον σκοτεινό θάλαμο του Υπνου / ο Θάνατος / τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής ακούγεται η φωνή μιας γυναίκας, της ποιήτριας -που ταυτίζεται εδώ με το ποιητικό Εγώ και δημιουργεί μια αυτοβιογραφική διάθεση εξόχως ποιητική-, να μιλά για την ασθένεια και τον θάνατο του πατέρα της. Η πορεία της υγείας του, οι μάταιες ελπίδες, η αγωνία για το θαύμα, και τελικά η γνώση που απορρέει από τον υπέρτατο πόνο ότι η μόνη ανίατη ασθένεια, από την οποία κανένα θαύμα δεν μπορεί να μας σώσει, είναι η ίδια η ύπαρξη. Η ποιήτρια εξάλλου νιώθει αμηχανία μπροστά στη θεία παρέμβαση που η ίδια προσμένει ως τη μόνη λύση: «περίμενε τον Αϊ-Γιώργη / από τα εικονίσματα να κατεβεί / και να την πάρει».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για την περιγραφή της εξέλιξης της αρρώστιας οι τέχνες του λόγου συνεργάζονται: η ποίηση, η αφήγηση, κυρίως το θέατρο, που εδώ δεν είναι μια συμπαντική έννοια, όπως στο θρησκευτικό δράμα του Καλδερόν, Το μεγάλο θέατρο του κόσμου, αλλά μια υπόκριση, με τις δύο έννοιες της λέξης. Το θέατρο του κόσμου παραπέμπει σε κοσμική πλάνη, με την αυλαία έτοιμη να πέσει από την πρώτη στιγμή: είμαστε «ήρωες θεατρικού / στην τελευταία πράξη».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θεατρικότητα γίνεται εμφανής στον συνεχή διάλογο: η κόρη συνομιλεί με τον πατέρα, ο γιατρός με τον ασθενή, η ποιήτρια με τον Θεό. Η θεολογία της (ή μήπως α-θεολογία;) βασίζεται σε μια παράδοξη θεώρηση του κόσμου: αμφισβητείται η ύπαρξη του Θεού, κάτι που ίσως είναι αναμενόμενο, ακόμη και «σε σύναξη πιστών», σε στιγμές αφόρητης οδύνης, ενώ η ανάγκη για ελπίδα οδηγεί στην παράλογη στάση να εκφράζουμε την αμφισβήτησή μας, απευθύνοντάς Του τον λόγο. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την παρουσία του Δημιουργού μας, που δεν είναι άλλος από τον Θεό-τιμωρό της Παλαιάς Διαθήκης. Και δυστυχώς, δεν αποστρέφει το πρόσωπό του, ακριβώς το αντίθετο: μας δείχνει διαρκώς ένα σκληρό πρόσωπο. Μεταμορφώνεται σε θηρίο, και μάλιστα λούτρινο (ακόμη ένα παράδειγμα υπόκρισης), μας προσκαλεί συνεχώς να παίξουμε μαζί του σαν ανώριμα παιδιά, μας προκαλεί να παλέψουμε με τον θάνατο. Με τη διαρκή απειλή του θανάτου μεταβάλλει τον άνθρωπο σε Αϊ-Γιάννη και προσφέρει το κεφάλι του «επί πίνακι» στη Σαλώμη, ενώ οι υποσχέσεις για μιαν άλλη ζωή ακούγονται σαν τραγική ειρωνεία, σαν να παίζει κάποιος με τον ανθρώπινο πόνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο καρκίνος ξαναγυρίζει στην αρχική του μορφή, γίνεται κάβουρας και βάφει «με σκουριά τα σπλάχνα» του ασθενούς. Η ύπαρξή του είναι τόσο ασύλληπτη που συγκλονίζει τη σκέψη της ποιήτριας, μολονότι κάποιες στιγμές αντιλαμβάνεται ότι ο κάβουρας κοιμάται, και τότε αρχίζει να πιστεύει στην παρέμβαση μιας αδιασάφητης δύναμης: «ίσως και να με ακούς», «κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ». Μέχρι «που χτύπησαν μεσάνυχτα» και τότε ξέρει πως είναι «βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη», πως «κι η ύπαρξη μια καταδίκη είναι / μια εκκρεμότητα με πλάνες στολισμένη / μια διαρκής αναβολή». Δεν υπάρχουν γιατροί ανίατων ασθενειών, μόνο «ανίατων ψευδαισθήσεων», που μιλούν με κυνισμό στον ασθενή: «Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!» Και «τελικά υπερισχύει η βροχή / που φτάνει πάντα τελευταία», προμήνυμα του αμετάκλητου θανάτου αλλά κι ευεργετικό ράντισμα από τον ουρανό, μετά το πέρασμα του κάβουρα, σύμβολο ξηρασίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη νέα ποιητική συλλογή της Λουκίδου οι στίχοι βγαίνουν από δυσβάσταχτο πόνο και γίνονται τέχνη μέσα από τον ρυθμό και τις σκληρές εικόνες. Ο ποιητικός λόγος μάς θυμίζει με αυτό τον τρόπο ότι είναι υλικό της αιωνιότητας: δεν αφήνει τους αναγνώστες του να σκύψουν, μαζί με τον νεκρό, και να πιουν από το νερό της Λήθης. Σε προηγούμενο ποιητικό βιβλίο της (Ν&#8217; ανθίζουμε ως το τίποτα), η ποιήτρια γράφει ότι τον θάνατο της κάμπιας η ποίηση τον ονομάζει πεταλούδα. Τώρα όμως πρόκειται για τον χαμό προσφιλούς προσώπου και όχι για κάτι μακρινό και ίσως ασήμαντο. Πίσω από στίχους με έντονο θρηνητικό ρυθμό, που μας κάνει να ζούμε τον τρόμο του οριστικού χαμού, ακούγεται μια φωνή που βιώνει διαρκώς τον πόνο και τον θάνατο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι εύκολο να γράφεις με πόνο για τον πόνο. Αλλά, ενώ πονάς αφόρητα, να διευθύνεις μια χορωδία με φωνές που άδουν την μήνιν και την απώλεια με σπαραγμό, με δέος, κυρίως με (αυτο)σαρκασμό και έντονη μυθοποίηση, αυτό χρειάζεται περίσσια ποιητική τέχνη και έμπνευση.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΣΙΣΥΦΟ</span></strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Τ.15-16/2018 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εισαγωγή σ’ έναν «ιδιότυπο μοντελισμό»: «Να συγχαρούμε τους νεκρούς;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Με έντονη αίσθηση πως τα Αφόρετα θαύματα είναι ένα έργο που</span><br />
<span style="color: #000000;">ενδιαφέρεται περισσότερο από κάθε τι άλλο για τη μεταιχμιακή φύση</span><br />
<span style="color: #000000;">της ύπαρξης, ένιωσα, όταν ξεκίνησα να το μελετώ, πως δεν είχα άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;">επιλογή παρά να αντιμετωπίσω την παρουσίασή μου με όλη την τόλμη</span><br />
<span style="color: #000000;">του ακροβάτη που δέχεται να επιχειρήσει μια ισορροπία στο μεταίχμιο</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό. Αποτυπώνοντας μια συνολική θεώρηση του έργου, και αφήνοντας εντελώς πίσω μου την αυτοτέλεια των σαράντα ποιημάτων που</span><br />
<span style="color: #000000;">εμφανίζονται σε αυτό, κατήργησα, βέβαια, τη δυνατότητα να μοιραστώ όλα αυτά τα άκρως ενδιαφέροντα ταξίδια που συναπαρτίζουν το μεγάλο ταξίδι. Θυσίασα τις εμπειρίες για την εμπειρία. Αναλαμβάνω την ευθύνη για αυτό. Έχοντας υπ όψιν το συνολικό έργο της ποιήτριας, ένιωσα την ανάγκη να τονίσω με το κείμενό μου αυτό που θεωρώ το πρώτιστο κατόρθωμα του βιβλίου. Τη συμπύκνωση μέσα στις εκατό περίπου σελίδες του μιας θεώρησης του κόσμου και μιας θεώρησης του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, που είναι εντελώς αντιπροσωπευτική όχι μόνο της λογοτεχνικής της ιδιοσυγκρασίας αλλά και της προσωπικής της μεταφυσικής. Το σταμάτημα σε ένα κέντρο, γύρω από το οποίο έχει κάνει αναρίθμητους ομόκεντρους κύκλους, κυρίως στα τελευταία δύο της βιβλία, Όροφος μείον ένα και Επιδόρπιο -ένα κέντρο που σημαδεύει την τομή ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, τον άνθρωπο και τον Λόγο, τον Λόγο και τον Θεό.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εν αναμονή του θαύματος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρκετά ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως δοκίμια ποιητικής υπό μορφή στίχων. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου» (σ. 38-39), όπου η ποιήτρια εξαιρεί τη συγγραφική αυτάρκεια του Παπαδιαμάντη, ο οποίος ενέσκηψε με ταπεινότητα και τρυφερότητα πάνω στους «μικρούς» του κόσμου. Σε ορισμένα σημεία συνομιλεί με άλλους ποιητές μέσα από την παράθεση στίχων τους ή μέσα από προσωπικές αναφορές. Στίχοι του Παπαδίτσα, του Θέμελη και του Juarroz, σε μετάφραση του Α. Χιόνη, αποτελούν την εισαγωγή των τριών ενοτήτων της συλλογής. Αλλού προτάσσονται στίχοι του Edgar Allan Poe ή ενσωματώνονται στα ποιήματά της ευαγγελικά χωρία. Η ένταξη όλων αυτών των διακειμενικών στοιχείων στο ύφος και τη δομή της συλλογής γίνεται με οργανικό τρόπο και δίχως κάποια επιτήδευση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρ’ όλ’ αυτά, η μεγάλη αρετή της Λουκίδου είναι η αμεσότητα και η ζωντάνια της γλώσσας της. Τα ποιήματά της δεν στήνουν απροσπέλαστα τείχη στον αναγνώστη. Του επιτρέπουν να εισέλθει στα μικρά σύμπαντα που δημιουργούν και μέσω των συνειρμικών αναγωγών μπορεί αυτός να απολαύσει το πολυεπίπεδο της ποίησής της. Η Λουκίδου το κατορθώνει μέσα από την πλούσια, πολυποίκιλη και συναισθηματικά φορτισμένη εικονοποιία. Αυτό το συναισθηματικό φορτίο αποτελεί τον συνδετικό κρίκο φαινομενικά αταίριαστων εικόνων, οι οποίες στο τέλος δημιουργούν ένα νοηματικά προσπελάσιμο σκηνικό στα ποιήματά της. Ακόμη και οι αφηρημένες έννοιες μεταφράζονται σε συγκεκριμένες εικόνες ή αποκτούν υλικές διαστάσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το «πριν» και το «μετά» της ποίησης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη συλλογή της Αφόρετα θαύματα (Κέδρος, 2017) δίνει περισσότερα και σαφέστερα ίχνη της ποιητικής της -στην ωριμότητά του ο λόγος καταφεύγει στην αναφορά στον εαυτό του:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχω τίποτα να θυμηθώ/ανυπεράσπιστη/μέσα στις λέξεις περπατάω/</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι στίχοι που μου δόθηκαν/ούτε ένα φόνο δεν εξιχνιάζουν/</span><br />
<span style="color: #000000;">μόν’ άχραντοι κι ανεκλάλητοι/κοιτάζουν το μαρτύριο πίσω από το τζάμι/</span><br />
<span style="color: #000000;">μπλέκουν τα ξένα κρίματα/με την ηχώ καινούργιων ονομάτων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας μην έχουμε, ωστόσο, καμία αυταπάτη πως μέσα από την αυτοαναφορικότητα (όσο την επιτρέπει και την επιθυμεί η ποιήτρια) θα </span><br />
<span style="color: #000000;">γίνουν εμφανείς και οι αφορμές της ποίησής της. Η σύντομη ζωή μιας </span><br />
<span style="color: #000000;">ποιητικής αφορμής τελειώνει με την τελευταία λέξη του ποιήματος -αυτή τη λέξη που εδώ στο αρχικό μας παράθεμα ο Παπαδίτσας θεωρούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">πως δεν σήμαινε και το τέλος του ποιήματος· νέο και άγνωστο στα</span><br />
<span style="color: #000000;">σημεία του (ακόμη και για τον δημιουργό) το ποίημα, μόλις συντελεστεί. ξανοίγεται σε νέους ορίζοντες αναγνωστικούς, ερμηνευτικούς και </span><br />
<span style="color: #000000;">φυσικά προσδιοριστικούς μιας προσωπικής αφορμής, ξεχωριστής για</span><br />
<span style="color: #000000;">τον κάθε αποδέκτη του. Το ποίημα δεν τελειώνει· αυτό που τελειώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι η αρχική του αφορμή, θνήσκουσα πλέον ως παντελώς άχρηστη για</span><br />
<span style="color: #000000;">την αυτονομία του ποιήματος. Αυτό το «πριν», λοιπόν, της δημιουργίας </span><br />
<span style="color: #000000;">ας παραμένει σκοτεινό και μόνο εικαζόμενο. Για παράδειγμα, κατανοώ απολύτως τον αναγνώστη, ο οποίος διαβάζοντας τους παρακάτω </span><br />
<span style="color: #000000;">στίχους (πάλι από τα Αφόρετα θαύματα) δεν θα ψάξει καθόλου την η</span><br />
<span style="color: #000000;">αφορμή της ποιήτριας αλλά θα εισχωρήσει στο ποίημα με τη δική του </span><br />
<span style="color: #000000;">ανάγνωση, το δικό του πάθος· εδώ δεν μετράει η πηγή του ποιήματος</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά το ίδιο το σπαρακτικό σώμα του με το βάρος μιας αναγνωστικής </span><br />
<span style="color: #000000;">προσωπικής απώλειας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αφόρετα θαύματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην παρούσα συλλογή υπάρχει και μια ακόμη βαρύνουσα αρετή: η</span><br />
<span style="color: #000000;">εκπόρευση του ρυθμού, που για μένα είναι το βασικό κλειδί του ποιητικού λόγου. Είναι αυτή η ιδιαίτερη μουσικότητα που διαθέτει η ποίηση και δεν υπάρχει σε καμιά άλλη γλωσσική κατασκευή, αυτή που εμφιλοχωρεί μύχια σε κάθε ποιητή. Είναι η αρμονία, όπως την διατυπώνει ο Σεφέρης. Σύνθεση ομοφωνιών και αντιφωνιών, που λειτουργεί με τον τρόπο μιας ρυθμισμένης συγχορδίας. Το πώς την αντιλαμβάνεται ο δημιουργός είναι κάτι που δεν περιγράφεται. Συμβαίνει. Σαν αίσθηση, σαν να ακούς μια φωνή που σου υπαγορεύει αυτήν την επιλογή της λέξης ή αυτή τη θέση κι όχι άλλη. Το άκουσμα. Αυτή είναι η αρχή του ρυθμού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα αυτά είναι που παράγουν το ύφος της ποιητικής δεξιότητας της Ε.-Α. Λουκίδου. Το ύφος είναι μια μορφή αυτογνωσίας και γνώσης, προσόντα απόλυτα διακριτά στην ποίηση της συλλογής αυτής, χάρη στην υμνητική δωρεά που αλώνει το πνεύμα λίγο πριν την έκρηξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΛΑΣΑΡΙΔΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Σε τόνο μινόρε ο έρωτας»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Καταληκτικά, ξεχωριστή αναφορά θα πρέπει να γίνει στις θεολο-</span><br />
<span style="color: #000000;">γικές και χριστολογικές αναφορές, και στην ιδιότυπη εσχατολογική</span><br />
<span style="color: #000000;">διάσταση που σποραδικά συναντάμε σε ποιήματα της παρούσας συλ-</span><br />
<span style="color: #000000;">λογής. Τούτος ο ισχυρισμός στοιχειοθετείται τόσο από τους τίτλους</span><br />
<span style="color: #000000;">και τις προμετωπίδες ορισμένων ποιημάτων όσο βέβαια και από το</span><br />
<span style="color: #000000;">ίδιο το περιεχόμενό τους. Η ιδιοτυπία της προαναφερθείσας εσχατολο-</span><br />
<span style="color: #000000;">γικής διάστασης στο παρόν ποιητικό έργο της Λουκίδου συνίσταται</span><br />
<span style="color: #000000;">στον εγκιβωτισμένο ερμηνευτικό της πλουραλισμό, στον βαθμό που δεν</span><br />
<span style="color: #000000;">προοιωνίζει μονόδρομα το τέλος της ύπαρξης αλλά το συναρτά στη</span><br />
<span style="color: #000000;">βάση μιας επαπειλούμενης κοινωνικής και πολιτισμικής απώλειας. Η</span><br />
<span style="color: #000000;">απώλεια της τέχνης και του πολιτισμού, που εξισώνονται στο έργο της</span><br />
<span style="color: #000000;">Λουκίδου με την έννοια του θανάτου, δεν οδηγούν σε ένα αναπόδραστο</span><br />
<span style="color: #000000;">τέλος αλλά σε μία ακόμη ανατροπή, καθώς είναι ο έρωτας που με τις</span><br />
<span style="color: #000000;">ποικίλες εκφάνσεις και μορφές του, υπόγεια και χαμηλόφωνα, σχεδόν</span><br />
<span style="color: #000000;">σε τόνο μινόρε, αλλά συνάμα και δραστικά σαν καταλύτης καταφέρνει</span><br />
<span style="color: #000000;">να απεγκλωβίσει εκείνο το ανεσταλμένο φορτίο ελπίδας, που είναι ικα-</span><br />
<span style="color: #000000;">νό να τροφοδοτεί την ύπαρξη και τη ζωή.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Β. ΧΡ. ΚΑΜΠΑΤΖΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η μαγευτική κατάδυση της Ε.-Α. Λουκίδου στα άδυτα της ποίησης και του έρωτα ως μια πράξη αντίστασης και ανατροπής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">0 ενωτικός κρίκος για την επαναφορά στην πρότερη κατάσταση του</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθρώπου, για την υλοποίηση του «θαύματος» είναι το πνεύμα αγάπης, ειλικρίνειας, αλληλεγγύης, αλληλοσεβασμού. Και αυτό, ασφαλώς, είναι το ζητούμενο. Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου παροτρύνει τους ομότεχνούς της, ως «ποιητές ανοιχτών θαλασσών», να τολμήσουν αυτό το εγχείρημα, με μια μαγική απόδραση από την ανιαρή πραγματικότητα. με τη βοήθεια μιας «ανεμόσκαλας»: «Όλοι μαζί και δυνατά&#8230;/ Να ανεβεί κι ο τελευταίος&#8230;/ Να τους ξεφύγουμε ». Τελικά, ο ποιητής είναι ένας ένοχος που επιστρέφει πάντοτε στον τόπο του εγκλήματος, αλλά ταυτόχρονα, και ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας των λέξεων που συνθέτουν τους στίχους του· οι οποίες, όμως, με τη λάμψη τους, τελικά τον προδίδουν. Τότε, αυτός συλλαμβάνεται, ανακρίνεται και πιέζεται να ομολογήσει τα πάντα για το επικείμενο «έγκλημά του». Καθόσον, η ποιητική ενασχόληση, η φυγή από την ανούσια πραγματικότητα είναι ένα βαρύτατο έγκλημα για τους άλλους, που επιθυμούν τη διατήρηση της σαθρής πραγματικότητας. Ωστόσο, κάποια στιγμή, ο ποιητής αποφυλακίζεται και είναι πλέον ελεύθερος να αποδράσει από τη μίζερη παρούσα κατάσταση, να αναζητήσει το άγνωστο, με νοσταλγία· γεγονός που δεν τον τρομάζει καθόλου: «Θα φύγω// [&#8230;] Τέρμα πια οι αναμονές! [&#8230;] και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος! μόνο λιγάκι αφηρημένος/όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ! μα θα τα καταφέρω »</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο λυρισμός του εμείς. Το επιδόρπιο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου δημιουργεί έναν λυρισμό του εμείς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Συχνά στα ποιήματα της συλλογής το εγώ γίνεται η προεξάρχουσα μορφή ενός χορού που, όπως στον αρχαιοελληνικό διθύραμβο, αποσπάται από το σώμα του για να σταθεί ως κορυφαία όχι απέναντι σε ένα υποθετικό κοινό αλλά απέναντι στα ίδια τα μέλη του υπομιμνήσκοντάς τους τα πάθη από τα οποία κατατρύχονται και των οποίων εκείνοι δεν έχουν επίγνωση. Ενίοτε γίνεται η συνείδηση μιας κοινότητας που αγνοεί -για να μιλήσω με όρους καβαφικούς- τη βεβαία πτώση της. Είναι ένας κόσμος που νοσεί. Συχνές εξάλλου είναι οι σχετικές αναφορές. Χαρακτηριστικός κι ο τίτλος «Η Διάγνωση», χαρακτηριστική επίσης η έκφραση ανίατο νόσημα. Μόνιμη δε η αίσθηση ενός επικείμενου τέλους που θα είναι το τίμημα της επαναλαμβανόμενης ύβρεως:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να πράττεις το ανεπίτρεπτο/να παραβαίνεις δηλαδή/τη μοίρα που σου δόθηκε/έχει &#8211; όσο να πεις -/μια σχετική καταλαλιά./</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Από άγνωστη συχνότητα» (σ. 16)</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σύντομες νύξεις για την ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">H ποίηση της Λουκίδου προχωρεί με υπομονή στην ανίχνευση των</span><br />
<span style="color: #000000;">ανοιχτών τραυμάτων. Πρόκειται για καταστάσεις εσώτερες και απόκρυφες που θέλουν όμως να επαναπροβάλλονται συνεχώς για να κατοχυρώσουν μόνιμη την παρουσία τους μέσα στην ιδιωτική και τη δημόσια θέα. Είναι μια ποίηση που ανιχνεύει αυτά που καθημερινώς μεταφέρονται στις βιοτικές ενασχολήσεις των ανθρώπων. Αυτά τα εγχάρακτα και αόρατα, όπως φανταστικοί ασπασμοί προς τα καθηλωμένα τοπία της μνήμης και τα εντελώς ορατά, όπως πορτρέτα χωρίς την αγκάλη της κορνίζας τους και άλλα σκόρπια αναμνηστικά των ρημαγμένων εποχών, που εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά μας και μας ορίζουν με τον τρόπο τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυρίαρχες είναι στην θεματική της και οι τοποφιλικές ενοράσεις που μεταφέρονται και μετατοπίζονται διαρκώς σε άπειρα φάσματα </span><br />
<span style="color: #000000;">δηλαδή από την συγκεκριμένη νύξη έως και την αόριστη εικασία και</span><br />
<span style="color: #000000;">τότε μέσω της μνήμης και της ρητής επίκλησης μετουσιώνονται σε ιερή</span><br />
<span style="color: #000000;">μετάληψη, δηλαδή σε μια θεία συμμετοχή, υπό το καθεστώς πάντα μιας</span><br />
<span style="color: #000000;">ονειρικής επανένταξής τους στο ταπεινό προσκήνιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σκέψεις για την ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου με αφορμή την ποιητική της συλλογή Αφόρετα θαύματα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σε αυτά τα Αφόρετα θαύματα χτίζονται με χρώματα και εικόνες αλήθειες που σημαδεύουν την καρδιά και ορθώνονται πραγματικότητες που χαρτογραφούν έναν κόσμο χωρίς βεβαιότητες. Η δύναμη της ποίησης, ωστόσο, υπονομεύει τις αμφιβολίες («μέσα στις ιστορίες υπάρχει κάτι που υποκινεί προσωρινά την υποψία») μεταμορφώνοντας έναν κόσμο που ορίζεται από τον θάνατο σε λυτρωτική απελευθέρωση μέσα στον χώρο της μνήμης. Η ποίηση που διαγράφει το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στο λείπουμε και στο φρικτά πονούμε, υπόσχεται πράγματα μαγευτικά. Όπως, για παράδειγμα, μαγευτικές στιγμές μεταμόρφωσης, όπου οι στίχοι από τα απόκρυφα της ψυχής μπαίνουν στη σφαίρα του απτού και του γήινου. Επειδή στη γένεση του ακραιφνώς καλλιτεχνικού έργου τον σημαντικότερο ρόλο παίζει ο βιογραφικός και ψυχολογικός του χαρακτήρας. Πόσες στιγμές συγκίνησης στοιβάζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">στο κυνήγι των αποκαλύψεων ενός στίχου&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχοντας διαβάσει τις ποιητικές συλλογές της Ευτυχίας-Αλεξάνδρα Λουκίδου μπορώ να δηλώσω ευθαρσώς ότι η ποίησή της είναι μεν αναγνωρίσιμη (θέση της κριτικής), αλλά συγχρόνως ιδιαίτερα απαιτητική και σε καμιά περίπτωση συμβατική. </span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι πόλεις μου με κατατρέχουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ξεχωριστή κα απαρομοίαστη αισθητική των ποιημάτων της Λουκίδου οφείλεται στον συνδυασμό δυνατής και πλούσιας εικονοποιητικής </span><br />
<span style="color: #000000;">επιδεξιότητας -όχι με στόχους διακοσμητικούς ή καλολογικούς- και</span><br />
<span style="color: #000000;">έντονης στοχαστικής διάθεσης που υπηρετεί τη σύγχρονη αγωνία και</span><br />
<span style="color: #000000;">τη διαταραχή της ύπαρξης του αστικού ανθρώπου, και έναν ιδιότυπο</span><br />
<span style="color: #000000;">κοινωνικό ανθρωποκεντρισμό. Η λυρικότητα της φωνής της εμπεριέχει</span><br />
<span style="color: #000000;">σημεία «σκληρά», σαν να παίζει μια καλοκουρντισμένη αλλά γεμάτη</span><br />
<span style="color: #000000;">αιμάσσουσες πληγές κιθάρα που αντιστοιχεί στον ψυχικό της συνταραγμό. «Ηρεμία εν τρικυμία», λοιπόν, ποιήματα άκρας ευαισθησίας μα</span><br />
<span style="color: #000000;">σκληραγωγημένα, μεστά τρυφερότητας όμως ρωμαλέα, παραμυθητικά</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά παράλληλα αγέρωχου πένθους. Η ποίησή της δεν είναι μελαγχολική, δεν είναι καταθλιπτική, δεν οδηγεί την αίσθηση του αναγνώστη της σε καταφυγή στην απόγνωση ή σε πεσιμιστικό στοχασμό. Αντίθετα μελετώντας τα ποιήματά της καταλήγεις σε μιαν αίσθηση ευωχίας. Όμως πάντοτε σε συγκερασμό με μιαν ιδιάζουσα λύπη, μια ιδιόμορφη σκοτεινιά. Γιατί, όπως η ίδια εξομολογείται στην αρχή άλλου ποιήματος της συλλογής αυτής, ανήκω στα φυτά της οικογένειας των εβενοειδών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Λουκίδου είναι διαπιστευμένα μια σημαίνουσα φωνή της σύγχρονης ποίησής μας, με παραδειγματικά αγωνιστική και γενναιόφρονα πρόθεση και δραματική ποιητική υφή υψηλής κλάσεως.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΖΕΤΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το παράδοξο στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα συναίσθημα αδιόρατης θλίψης νιώθεις να σε κατακλύζει διαβάζοντας τις ποιητικές συλλογές της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου. Και λέω αδιόρατης, μολονότι τα περισσότερα θέματα, με τα οποία καταπιάνεται, είναι σαφώς οδυνηρά, επειδή είναι μια θλίψη βιωμένη και γι’ αυτό άριστα δοσμένη μέσα από ελεγχόμενα προσωπικά και ενίοτε παράδοξα εκφραστικά σχήματα. Όλοι φέρουμε εντός μας επουλωμένα και ανεπούλωτα τραύματα, κάποιες φορές ξεχασμένα στα βάθη μιας λανθάνουσας και, ως εκ τούτου, επικίνδυνης μνήμης. Η Λουκίδου διαθέτει το χάρισμα και τη δύναμη να μπορεί να μετατρέπει τα δικά της τραύματα σε λόγο ποιητικό, συμπαγή, διόλου παρηγορητικό, συχνά αινιγματικό, παρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα απρόβλεπτο ταξίδι αυτογνωσίας και αναζήτησης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, οι μνήμες της κάθε πόλης, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημάδεψαν τη ζωή της, ο έρωτας, ο υφέρπων φόβος του θανάτου, ενοχές που παραμένουν αδιευκρίνιστες, η φθορά του χρόνου καθώς και η άφατη οδύνη για την απουσία αγαπημένων προσώπων, έστω και αν δεν δηλώνονται ρητά, ελλοχεύουν πίσω από πολυσήμαντες φράσεις που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες και σε ελκύουν να τις ανιχνεύσεις. Τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, δεν είναι όπως ακριβώς εκ πρώτης όψεως δείχνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ</strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιητική του σπλαγχνικού λόγου. 0 Όροφος μείον ένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαβάζοντας κάποιος προσεκτικά την ποίηση της Λουκί8ου στην ποιητική συλλογή της Όροφος μείον ένα αναγνωρίζει ως παρόντα Και τα τρία προαναφερθέντα ποιοτικά γνωρίσματα που απαιτεί η τραγική κατηγορία της επανάληψης. Και το παράλογο, η ατμόσφαιρα του παραλόγου της ύπαρξης, αναδύεται οπωσδήποτε μέσα από την ποιητική της Λουκίδου, όπως ίσως θα το ανέμενε κάποιος μετά την ανάγνωση του Καμύ; Δεν υπάρχει βέβαιη απάντηση στο φλέγον ερώτημα αυτό: αν κάποιος ασπάζεται την κρατούσα άποψη ότι ο άλλος δρόμος, πέρα από τη λογική του ορθολογισμού, είναι το παράλογο –όπως με τόση επίμονη φροντίδα στο νου μας από νωρίς μας εμφύτευσαν-, η απάντηση είναι πως ναι, αναδύεται το παράλογο ως γνώρισμα της ποιητικής της Λουκίδου. Αν όμως ανακαλέσουμε στη μνήμη μας από τη λήθη τον λόγο του ποιητή-φιλοσόφου Εμπεδοκλή και δεχθούμε –ή ανακαλύψουμε- ότι μέσα στα σπλάγχνα μας έχει γίνει σπαράγματα ο</span><br />
<span style="color: #000000;">λόγος (: «γνώθι διατμηθέντος ενί σπλάγχνοισι λόγοιο»), τότε θα μπορούσαμε να απαντήσουμε διαφορετικά: θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι, μέσα από την ποιητική της Λουκίδου στη συλλογή της Όροφος μείον ένα, αναδύεται ένας λόγος σπλαγχνικός. Και από την άποψη αυτή η ποιητική της Λουκίδου, ως ποιητική του σπλαγχνικού λόγου, είναι σημαντική και ουσιαστική.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΡΙΑ ΛΙΤΣΑΡΔΑΚΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Από τη ρυμοτομία της ψυχής στη ρυμοτομία της γραφής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην ποίηση της Λουκίδου αναδύεται ευδιάκριτα η άρθρωση μια υπαρξιακής και συναισθηματικής ταλάντωσης, ενός ρυθμικού μετεωρισμού που στοιχίζεται με τον ρυθμό του ποιήματος, τη «ρυθμική του λόγου» (Α.Θ., 51), αλλά υποστηρίζεται και από εικόνες, που δομούν ποιητικές στιγμές και έναν ποιητικό χώρο υποδήλωσης της οδύνης, της ματαίωσης, της στέρησης, της διάψευσης, της απογοήτευσης και του θανάτου. Αναζητώντας ερείσματα υπαρκτικής ισορροπίας μέσα αεί χωροχρονική πραγματικότητα που μονίμως ασταθεί, ταλαντεύει και ταλανίζει, το ποιητικό υποκείμενο κινείται με λόγο που ανθίσταται στο δεδομένο και συντονίζεται με το ανατρεπτικό, καταργώντας το όριο του λυρισμού εκείνου που αναλώνεται στην εξόφθαλμη ενδοσκόπηση των αναταράξεων του προσωπικού ενδοχώρου, για να γίνει διαμεσολαβητής έκφρασης του συλλογικού εγώ και να αποδώσει το συγκινησιακό τις δονήσεις της ψυχής, τον προβληματισμό του πνεύματος, όταν τα γεγονότα που θλίβουν και συνθλίβουν, φέρουν τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις μικρές ή μεγάλες αλήθειες της ζωής του, χωρίς ωστόσο να </span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνουν ουδεμία ψευδαίσθηση επίτευξης του ανέφικτου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο Όροφος μείον ένα. Ένας δωρικός κίονας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Λόγω του περιεχομένου της έκδοσης θα ανέμενε κανείς κάποια</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιήματα να έχουν υπερβολικό συγκινησιακό φορτίο. Το πλούσιο συναίσθημα είναι μεν χρήσιμο δομικό υλικό για τον στίχο, όμως από μόνο του δεν παράγει ποίηση· παράγει καταθλιπτικά αντιποιητικά μελό που μπορεί να συγκινούν, αλλά δεν ποιηματουργούν. Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου απέφυγε, άνευ όρων, τις σειρήνες του μελοδράματος και της δακρύβρεκτης μετριότητας και χαλιναγώγησε τους στίχους και τα πάθη της στις οδούς της ποιητικής πραγμάτωσης. Κατά την ίδια την ποιήτρια: η συγκίνηση αποτελεί άξονα αισθητικής, η οποία μέσω του ρίγους και της έκστασης καλείται να μεταφέρει το πολύτιμο φορτίο του νοήματος όπως ομολόγησε σε κάποια συνέντευξή της. Η δική μου αντίληψη θα πρόσθετε ότι το νόημα στην ποίηση δεν λειτουργεί ως πληροφορία ή μήνυμα αλλά ως ερέθισμα και προσάναμμα, για να πάρουν φωτιά οι πυρσοί της ποιητικής μαγείας και έκστασης.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΕΛΙΟΣ Θ. ΜΑΦΡΕΔΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Να μεταμεληθεί ο θάνατος για την συγκομιδή του. Εσχατολογικές ανιχνεύσεις στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι ο λόγος της Ευτυχίας-Αδρας Λουκίδου είναι κατ’ εξοχήν λόγος ποιητικός και δεν πέφτει στο δόκανο του φιλοσοφικού στοχασμού, ώστε να χάσει την ικμάδα του. Δεν αποπειράται η ποιήτρια να εκθέτει ιδέες και προβληματισμούς που χαντακώνουν την ποιητικότητα των στίχων, αφαιρούν τους λυρικούς τονισμούς και καταστέλλουν το πάθος, αλλά τα πάντα γειώνονται σε μια απτή πραγματικότητα και ψηλαφίζονται με ευκολία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με την ποίησή της δεν επιδιώκει να εκπροσωπήσει ένα κοινό συμφέρον, δεν θέλει να μιλήσει για λογαριασμό του συνόλου. Η ρυμοτομία των ψυχών που αποπειράται να σχεδιάσει με το έργο της, δεν στοχεύει να εξυπηρετήσει τη γενικότερη ανάγκη και να εμφανίσει εαυτήν ως κατάλληλη συνταγογράφο για το αδιέξοδο της ανθρώπινης φύσης.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αφόρετα Θαύματα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιήτρια μιλώντας για τον εαυτό της σε πρώτο πρόσωπο ή χρησιμοποιώντας διάφορα προσωπεία εκθέτει την οδύνη της για το παρελθόν, για τον τσακισμένο, αχρηστεμένο χρόνο, για όλα τα αβάσταχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">και ανεξόφλητα που συσσωρεύτηκαν μέσα της από αποχωρισμούς και ήττες. Δηλώνει ότι έζησε ανυπεράσπιστη στους τρόμους και ασκημένη στους κίνδυνους, αγρυπνώντας από ένστικτο, για να αντέξει μια έρημο θλίψης. Παρομοιάζει τη ζωή της σαν μια άσκοπη περιδίνηση όπως η μπαλαρίνα που περιστρέφεται σε βελούδινη θήκη κοσμημάτων. Ρινίσματα παλιάς ζωής, και είδωλα αλλοιωμένα φέγγουν μέσα στο σκοτάδι, η σκηνογραφία είναι ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά. Αν και παρεμβάλλονται αναμνήσεις από εκστατικούς έρωτες που φέγγουν σαν αντίλαλος / στο αναγνωστήριο των βλεμμάτων / χαμένοι όρκοι, αγγίγματα / μια κλίμακα θαμβωτική, αισθάνεται εγκλωβισμένη από αδιέξοδα, όπως μια ασθενής που με εγκαρτέρηση περιμένει το εξιτήριο της με την ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πολλαπλή προοπτική του θαύματος. Αφόρετα θαύματα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αμφισημία χαρακτηρίζει ολόκληρη την ποιητική τέχνη, την τέχωη της συνένωσης των αντιθέτων. Προκύπτει με αυτόν τον τρόπο η Γη των </span><br />
<span style="color: #000000;">Ονείρων, η Χώρα των Ποιητών, την οποία διακρίνει το θαύμα. Αυτό </span><br />
<span style="color: #000000;">δύσκολα προσαρμόζεται στα πλαίσια της καθημερινής ζωής και αναμένει το έκτακτο και το εξαιρετικό (τα «αφόρετα θαύματα»), Η ποίηση ως παιχνίδι χρωμάτων, ήχων και σχημάτων αποτελεί μια αλχημεία που αναζητά νοσταλγικά το πρωταρχικό αδιαίρετο των στοιχείων. Η χρηματική αλχημεία «μεθά απ’ αυτήν την καλειδοσκοπική εικονοποιία απ’ αυτήν την ανθοφορία της μορφής που είναι ταυτόχρονα θαυματουργία και ειδωλοποιία». Η έκρηξη του φωτός και της σκιάς, του χρώματος και του ήχου, του χώρου και του χρόνου ως στοιχείων σκηνοθεσίας διατρέχει την ποίηση της Λουκίδου, η οποία απευθύνεται πρωτίστως στις αισθήσεις και, με τη βοήθεια της ειρωνείας, στη σκέψη. Μορφές της τεχνικής, όπως μονόλογοι, διάλογοι, ρητορικές ερωτήσεις, δημιουργούν παραστατικότητα, ζωντάνια και τελικά θεατρικότητα στον λόγο ο οποίος δραματοποιείται μπροστά στα μάτια του θεατή/αναγνώστη.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το επιδόρπιο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Το επιδόρπιο κατά την ταπεινή μου άποψη είναι μια ποιητική συλλογή φιλοσοφημένη, πρόκειται για ποίηση που διαβάζοντάς την σε υποβάλλει σε σκέψεις. Όλα τα ποιήματα της συλλογής συνδέονται περιέργως μεταξύ τους, αν και με διαφορετική θεματική, και κυρίως υπάρχει ο&#8217; αυτά ένας εσωτερικός ρυθμός που μαρτυρεί και καταδεικνύει ότι η ποιήτρια δεν γράφει λέξεις στη σειρά, αλλά αυτές οι λέξεις, τα ες αεί όπλα του ποιητή, του κάθε ενός ποιητή, έχουν προηγουμένως ακτινογραφηθεί καλώς από την ίδια την ποιήτρια στον ρυθμό, στις συλλαβές, στην έννοια, στην εικόνα, για να τους επιτραπεί από την ίδια και πάλι να «ριζώσουν και ν’ ανθίσουν στο ποίημα. Ο ρυθμός της ποίησής της είναι υποδόριος αλλά ωστόσο αρκετά εμφανής, πολιτισμικό αγαθό αναμφισβήτητα από τον ρυθμό της διάχυτης δημώδους ποίησής μας, που</span><br />
<span style="color: #000000;">βρίσκεται στην καθημερινή μας ζωή, όπως τα δημοτικά μας τραγούδια που τόσο εντυπωσίασαν τους Ευρωπαίους, όταν για πρώτη φορά ήρθαν ο επαφή με αυτήν την ανεπανάληπτη μαγεία. Παρεμπιπτόντως, ας σημειωθεί ότι το πρώτο δημοσιευμένο δημοτικό τραγούδι είχε μεταφερθεί τον 16° αιώνα από την Κύπρο στην Ευρώπη και δημοσιεύθηκε το 1584 από τον Μαρτίνο Κρούσιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το πέραν της ποίησης </span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύο πράγματα είναι απολύτως διαπιστωμένα στα γραφτά της Ε.-Α. Λουκίδου, είτε ως εξαιρετικής δοκιμιογράφου -αναλύτριας, καλλίτερα, ποιητών παρελθόντων και ορισμένων εν ζωή- είτε ως αμιγώς δημιουργού-ποιήτριας: πως «αντέχει» στις μεγάλες κατασκευές, δηλαδή πως οι ποιητικές της κατασκευές λαμβάνουν μάκρος, κι όμως αυτό το μάκρος διαθέτει ένταση, πνοή, αξιοθαύμαστη συνοχή και συνήθως εντυπωσιακό επιμύθιο και, πάλι, πως, όσο κι αν θέλει να «κρυφτεί», η ποίησή της είναι κοινωνική, ήγουν πολιτική, ήγουν με διάθεση εξωστρέφειας. Όσο κι αν η Ε.-Α. Λ. επιδιώκει, επιζητεί, ίσως, να αποκρυβεί και να εμφανισθεί εκ νέου σαν «καραβάκι στο Αιγαίο, δεν με κρύβετε, καλέ», η ποιητική της έρχεται «faccia fora» με όσα κείνη κρίνει πάντοτε με μάτι μικροσκοπίου, διαλυτικό, μακρόσυρτο, σαν τραγούδια της Κωνσταντινούπολης, από όπου η Ε.-Α. Λ έλκει καταγωγή, μάτι όμως ως ωόν, ένα και μοναδικό, για τούτο απολύτως αυθεντικό.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οι βελόνες της Ε(ε)υτυχίας. Από την ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου Όροφος μείον ένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ποίημα αυτό κινείται σ’ ένα κατακτημένο κλίμα τρυφερής συμμετοχής στο δράμα των δύο προσώπων που κυκλοφορούν στους στίχους. Έχει μια σπάνια εικονοπλαστική δύναμη, αμεσότητα του λόγου, σαφές περίγραμμα. Είναι άκρως επικοινωνιακό με μιαν αίσθηση που πληγώνει και συνάμα χαροποιεί μέσα από την ωριμότητα του ποιητικού βιώματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις «Βελόνες» η ποιήτρια χρησιμοποιεί μια συνδυαστική τεχνική</span><br />
<span style="color: #000000;">δηλαδή συνδυάζει παράταιρα πράγματα, εκμεταλλευόμενη τις αφανείς αλλά νόμιμες σχέσεις μεταξύ τους και που, παρά την ένταση της ανομοιότητας, διατηρούν την ισορροπία της σχέσης τους. Έτσι, βελόνες ραψίματος, γραμμοφώνου, πευκοβελόνες και βελόνες για ενέσεις με την ποιητική εφευρετικότητα της Λουκίδου φτάνουν σε μια υπέρβαση:</span><br />
<span style="color: #000000;">βελόνες για ενέσεις / -έτσι, για την τιμή των όπλων/να μη φανεί</span><br />
<span style="color: #000000;">πως μια παρ-αίνεση / που η ελπίδα θα ’θελε / εμείς την αρνηθήκαμε-</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα αυτό υπάρχει μια γνησιότητα, μια ένταση και αρτιότητα εκφοράς του ποιητικού λόγου. Είναι μια στέρεη ποίηση που μας αγγίζει με τ’ ανθρώπινα δεδομένα της μέσα από τη σαφήνεια των ρεαλιστικών εικόνων της και των περιγραμμάτων της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Παντελής Τσαλουχίδης</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όροφος μείον ένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Η συλλογή ανοίγει και κλείνει κυκλικά, με το τέλος του χρονικού των γεγονότων. Τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος η διαπίστωση παραμένει ίδια: καμία παραμυθία, καμία διέξοδος για το αίσθημα της απώλειας, για τη μοναξιά, για τη θλίψη. Κανένα φως κι ας βεβαιώνουν τώρα πια / αυτόπτες μάρτυρες νεκροί / πως φαναράκια έφεγγαν /το κατρακύλισμά μου. Όλα τα στάδια της ασθένειας, από τη διάγνωση έως τον θάνατο, και όλες οι συναισθηματικές μεταβολές του ποιητικού υποκειμένου, από την ελπίδα έως την απόγνωση, περνούν μέσα στα ποιήματα και καταγράφονται με ιδιαίτερη και αξιοπρόσεκτη, για τα έως τώρα δεδομένα της Λουκίδου, εκφραστική οξύτητα. Αυτό που επιβάλλει τέτοια εκφραστικά μέσα είναι το κυρίαρχο στοιχείο της οργής: για τον θάνατο τον ίδιο ως πραγματικότητα και ως αδικία απέναντι στη ζωή, για την ανημπόρια της ίδιας, για τις ψεύτικες ελπίδες των γιατρών, για τις προθεσμίες που τελειώνουν, για τον Θεό ως διαψευσμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">ελπίδα. Άλλοτε με τη μορφή της καταγγελίας, άλλοτε με ειρωνεία ή και</span><br />
<span style="color: #000000;">πικρή αυτοειρωνεία -αντίδοτο στον ελλοχεύοντα λόγω θέματος μελοδραματισμό, όπως παρατήρησε πρώτος ο Θανάσης Μαρκόπουλος και</span><br />
<span style="color: #000000;">άλλοτε με την ξερή και αφτιασίδωτη περιγραφή πραγμάτων και καταστάσεων, η οργή είναι το συναίσθημα που διαπερνά όλα τα ποιήματα»:</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια Ε.-Α. Λουκίδου πέραν της πρώτης γραφής [Πέραν της γραφής. Δοκίμια για την ποίηση] </span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Πέραν της γραφής είναι ένα βιβλίο βαθύ και ευρύ, είναι βιβλίο γνώσης, ευαισθησίας και κριτικής δεινότητας, που φωτίζει όχι μόνο τους ποιητές που διαλαμβάνει ή τη δοκιμιογράφο που μας το δώρισε, αλλά και την ποιήτρια που ανασαίνει μέσα σ’ αυτό. Μια ποιήτρια που ξεχώρισε στη γενιά της ισορροπώντας περίτεχνα, καθώς κρατούσε το ευπαθές νήμα της άρθρωσης ενός λόγου λυτρωτικού πένθους, με έξοχη ικανότητα να συνθέτει το ασαφές αυθόρμητο με το επεξεργασμένο, ώστε να ειπωθεί το ανείπωτο όχι ερμητικά κλειστό μα όσο πρέπει ημιφωτισμένο, ώστε να μη χάσει την αισθητική του περηφάνια.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το επιδόρπιο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Το έργο της ποιήτριας πολυσήμαντο, πληθωρικό και τίμιο είναι αντανάκλαση έντονων συναισθημάτων, τα οποία παρασύρουν τη σκέψη και τον λογισμό σε πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας. Οι αισθήσεις, αδρές πινελιές ενός ανθρωποκεντρικού σκηνικού, πλέκονται με τη διαίσθηση. Το πλέγμα αυτό αποκαλύπτει μια μυστική δίοδο, η οποία μας οδηγεί σε διαδρόμους της συνείδησης. Εκεί, οι στίχοι εξαντλητικά δουλεμένα στο αμόνι του νου πυρακτώνουν κάθε κύτταρό μας, μετείκασμα έκστασης, φωτεινοί σηματοδότες που εμπλουτίζουν το νόημα της τέχνης και πιότερο το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η σκηνική πολυεδρικότητα στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;">Σύμφωνα με τον Paul Valery, η ποίηση είναι μια τέχνη της γλώσσας· ένας</span><br />
<span style="color: #000000;">συνδυασμός λέξεων· συνδυασμοί από λέξεις μπορούν να προκαλέσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">συγκίνηση. Και η Λουκίδου αυτό το γνωρίζει πολύ, έχοντας κατακτήσει από καιρό το δικό της προσωπικό ύφος. Με τις λεξιλογικές της επιλογές</span><br />
<span style="color: #000000;">«κατασκευάζει την πραγματικότητα, όπως μόνο ένας ποιητής δύναται να την εκλαμβάνει συναισθηματικά· αναδημιουργεί τον κόσμο της μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;">αναστοχαζόμενη για τη φύση του ανθρώπου και τον χρόνο της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το μάτι στραμμένο στον Άνθρωπο ισορροπεί την ποιητική έκφραση στην ιδιότυπη θεατρική σκηνή, την οποία στήνει με μία διαλογική ζωντάνια που συγκινεί. Στην ποίησή της τίποτα δεν είναι τυχαία στη θέση του· όλα υπηρετούν το συναίσθημα με γνώμονα τη στιχουργική ακροβασία μεταξύ ειρωνείας, διαλόγου και στοχασμών όλα συμμετέχουν στον στιχουργικό ρυθμό και τη συναισθηματική κλιμάκωση· όλα υποστηρίζουν με την απαγγελτική του δύναμη τη στοχαστική σχοινοβασία μεταξύ ατομικού και κοινού βιώματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ</strong></h5>
<p>FRACTAL 23/08/2022</p>
<p>Περί Ποίησης | Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου: «Η Ποίηση είναι τόσο αναγκαία όσο ο δρόμος και το μονοπάτι για να φτάσεις στον προορισμό, όσο οι μαλάξεις για την ανάνηψη, το αλάτι για το φαγητό και ο χαμηλός φωτισμός την ώρα που προσεύχεσαι»</p>
<p>Στο ενεργητικό της κατ’ εξοχήν ποίηση και δοκίμια. Ξεκινώντας από τις «Λυπημένες μαργαρίτες» (Εγνατία, 1986) και «Το τρίπτυχο του φέγγους», «Εν τη ρύμη του νόστου», «Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα», «Όροφος μείον ένα», «Το επιδόρπιο» και το δοκίμιο «Συρραπτική του προσώπου: Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη» ως «Το επιδόρπιο», «Τα αφόρετα θαύματα» και τα δοκίμια «Πέραν της γραφής» και «Στους πίσω κήπους μιας λέξης», η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου που γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ, έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, αλβανικά, βουλγαρικά, και ποιήματά της περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Στο fractal μας μιλά αυστηρά Περί Ποίησης.</p>
<p>-Κυρία Λουκίδου, να ξεκινήσουμε αποκωδικοποιώντας τον τίτλο;</p>
<p>Ο θυρωρός των ημερών είναι ο τίτλος της νέας μου συλλογής που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κέδρος. Ο θυρωρός, αυτή η ταπεινή φαινομενικά φιγούρα που πλέον εκλείπει από το αστικό κέντρο φέρει το βάρος ενός συμβολισμού πολύπλευρα επίκαιρου. Η κλασική ερώτηση «Πού πάτε κύριε;» που ακουγόταν από τον «προστάτη» της εισόδου, εξακτινώνει σημασιολογικές αναγνώσεις για το ζήτημα της ελευθερίας, της απλότητας, της δικαιωματικής και αδιαπραγμάτευτης πρόσβασης στο πεδίο των επιλογών. Η υποχρέωσή μας να αναφερόμαστε σε κάποιον ενδιάμεσο που κρίνει, επιλέγει και αποφασίζει για εμάς ανακινεί το ζήτημα της διαμεσολάβησης ανάμεσα στο έξω, το μέσα και το παραμέσα.</p>
<p>Κάθε μορφή εξουσίας, βέβαια, στο όνομα της προστασίας μας αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο του «φρουρού» που επιτρέπει ή απαγορεύει την έξοδο στον ανοιχτό ορίζοντα. Για εμένα προσωπικά εκτός από την αδιαφιλονίκητη εξουσία του φόβου που εξυφαίνεται γύρω μας, υπάρχει και μια άλλη ακόμα μεγαλύτερη, στην οποία μάλιστα ουδέποτε επί της ουσίας αντιστεκόμαστε. Αναφέρομαι στην εξουσία του ίδιου του θανάτου που απαγορεύει την πρόσβασή μας στη διάρκεια ξεγελώντας μας με την παροχή ενός αριθμού ημερών που ενοικούν σε ορισμένα χρόνια, με τα οποία μάλιστα θα πρέπει να συμβιβαστούμε και να είμαστε και ικανοποιημένοι.</p>
<p>-Ένας τίτλος οφείλει να είναι ένα ποίημα εν δυνάμει; Στα ποιήματά σας πώς προκύπτουν οι τίτλοι;</p>
<p>Το έχω αναφέρει και άλλοτε. Οι τίτλοι καταργούν τη δημοκρατικότητα των ποιημάτων. Θέτουν έναν περιορισμό δηλαδή και προσανατολίζουν τον αναγνώστη να δεχτεί την ερμηνεία του ποιητή. Του στερούν έτσι την ελεύθερη πρόσβαση στο νόημα λειτουργώντας σαν υποβολέας που φοβάται μην ειπωθούν άλλα από τα καθορισμένα λόγια στη σκηνή. Γι’ αυτό κάποτε επιλέγω ο τίτλος να είναι η επέκταση του ποιήματος, ένα άνοιγμα δηλαδή σε μια συνέχεια αιωρούμενη. Άλλοτε είναι ένας στίχος που δεν έβρισκε τη θέση του στο σώμα του κειμένου αλλά για δικούς του λόγους επέμενε να συνδεθεί με το ποίημα και τότε εγώ υποκύπτοντας στην πίεση τού επιτρέπω να συμμετέχει. Άλλοτε πάλι ο τίτλος μαρτυρά την καταγωγική συνθήκη, την ατμόσφαιρα δηλαδή που προηγήθηκε της σύλληψης.</p>
<p>-Μας επιλέγει το ποίημα ή το επιλέγουμε;</p>
<p>Το ποίημα είναι μια ανοιχτή υπόθεση την ίδια ώρα που είναι και προδιαγεγραμμένη. Είναι σχεδίασμα και δοκιμή, απόπειρα να αποδοθεί το φευγαλέο μιας αλήθειας, το ίχνος ενός περάσματος που μέχρι εκείνη τη στιγμή μάς διέφευγε. Μοιάζει με εκείνα τα άστρα που περνούν χιλιετίες, ώσπου να φτάσει σʼ εμάς το φως τους. Εμείς βλέπουμε τη λάμψη τους, όμως η πτώση τους έχει ήδη συντελεστεί εδώ και πολύ καιρό. Το ποίημα λοιπόν είναι ήδη γραμμένο και ολοκληρωμένο και η δική μας προσοχή στη σιωπηλή στιγμή της νύχτας μέσα μας είναι εκείνη που μας το εμφανίζει.</p>
<p>-Μια ποιητική συλλογή οφείλει να είναι ένας κύκλος; Να διαθέτει κοινή συνισταμένη, ή όχι απαραίτητα;</p>
<p>Δεν είναι αναγκαίο να συμβαίνει αυτό και εννοώ ότι δεν είναι αναγκαίο να συμβαίνει συνειδητά και να επιδιώκεται. Πιστεύω δηλαδή πως έτσι κι αλλιώς η ψυχική και διανοητική κατάσταση του ποιητή φέρει από ποίημα σε ποίημα μια αόρατη χρυσή κλωστή που συνδέει τον ίδιο με τον κόσμο και την αντανάκλασή του. Άρα, είτε εν γνώσει είτε ερήμην του συνήθως διαφαίνεται ο άξονας που ενώνει το ποιητικό υποκείμενο με τη διερώτησή του, με την αγωνία του να ειπωθεί εκείνη ή η άλλη απορία του. Πάντως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο τέλος σχηματίζεται η μορφή του ίδιου του ποιητή.</p>
<p>-Υπάρχει εμμονή στην ποίηση, όσον αφορά τη θεματολογία, όπως και στην πεζογραφία; Και αν υπάρχει, η δική σας;</p>
<p>Δεν θα μιλούσα για εμμονή. Αν και η ίδια η διαδικασία της γραφής και μάλιστα της ποιητικής προδίδει την ανάγκη να διαρρήξεις το περίβλημα του ορατού και να εξοικειωθείς με πεδία που γειτονεύουν με την αλήθεια και τη δικαιοσύνη όχι βέβαια με την τρέχουσα ερμηνεία των εννοιών. Μια νιφάδα χιονιού άλλωστε εμπεριέχει περισσότερη γνώση σχετικά με τον χρόνο και τη γεωμετρία του από όλη τη φιλοσοφία μαζεμένη. Η επιθυμία μου θα ήταν να αιφνιδιαστώ από τη γλώσσα και όχι να την προσλάβω στην υπηρεσία μου για να με καθησυχάσει.</p>
<p>-Υπήρξε ποιητής που σας έκανε να πείτε «αυτό θα γίνω;» Ποιητές που υπήρξαν σημείο αναφοράς σας;</p>
<p>Ποτέ δεν είπα «αυτό θα γίνω». Περισσότερο ο τρόμος μου ήταν «να μη γίνω» και βέβαια αναφερόμουν σε εκείνους που ένιωθα να ψεύδονται και να ακκίζονται μέσα από την ποίηση περιφέροντας το πολυφορεμένο προσωπικό τραύμα σε μια προσπάθεια θήρευσης εύκολης συγκίνησης στοχεύοντας αποκλειστικά στο θυμικό του αναγνώστη. Για όλους αυτούς τους λόγους προσέτρεχα πάντα στον Έλιοτ, τον Καρούζο, τον Παπαδίτσα, τον Θέμελη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Λεοντάρη, την Ντίκινσον και ο κατάλογος δεν έχει τέλος.</p>
<p>-Ποίημα που ποτέ δεν ξεχνάτε; (άλλου ποίημα)</p>
<p>Το ποίημα «Η αντίκρουση του χειμώνα» του Νίκου Καρούζου.</p>
<p>-Ποιοι στίχοι σας, υπήρξαν για σας έκπληξη; (γεννήθηκαν απρόσμενα, ήταν σαν να τους έγραψε άλλος, σας ξάφνιασαν κάπως;)</p>
<p>Κάθε φορά η αρχή των ποιημάτων μου αποτελεί έναν σκοτεινό γρίφο για εμένα που δεν έχω την παραμικρή ιδέα πού θα οδηγήσει. Αγνοώ παντελώς τις προθέσεις των στίχων που αναλαμβάνουν να δώσουν ώθηση στο ποίημα. Περίεργη και υπάκουη ακολουθώ, ώσπου να καταλάβω στη συνέχεια ποια κρυμμένη περιοχή έχει αποφασίσει να μου αποκαλυφθεί. Αφήνομαι να με παρασύρει η δυναμική της λέξης και οι αυθαίρετοι συνειρμοί που τρέχουν ξοπίσω της. Στην πορεία κάπως ξεκαθαρίζει το πράγμα και αναλαμβάνω δράση εγώ. Όπως άλλωστε ανέφερα και προηγουμένως προτιμώ να αφήνομαι στη γλώσσα να ομολογήσει την αλήθεια και να παρεμβαίνω όσο γίνεται λιγότερο σ’ αυτό.</p>
<p>-Θυμάστε το πρώτο σας ποίημα;</p>
<p>Δυστυχώς όχι. Έχω κάτι συγκεχυμένο μέσα μου που θυμίζει πρόζα και ποίηση. Άλλωστε ήμουν τόσο μικρή τότε. Σκεφτείτε ότι στα 21 μου κυκλοφόρησε η πρώτη μου συλλογή.</p>
<p>-Έχετε απαντήσει στο ερώτημα «τι είναι ποίημα»;</p>
<p>Θα αναφέρω μια χαρακτηριστική φράση του Alain Bosquet:</p>
<p>«Όλα είναι απελπιστικά στην ποίηση. Το εύρημα δεν είναι ακόμα το ποίημα, η τελειότητα δεν είναι πια το ποίημα».</p>
<p>Κι αφού η ποίηση είναι το αείποτε διαφεύγον, πιστεύω ότι το ποίημα δεν είναι παρά ένα μικρό πειστήριο της προσπάθειάς μας να παγιδεύσουμε τον άνεμο της αλήθειας, να αποδώσουμε την ακαριαία στιγμή που προσπαθήσαμε να καταγράψουμε το μη συνειδητό, το μη μετρήσιμο. Γι’ αυτό και το ποίημα πάντοτε θα καταφάσκει στην αδυναμία μας να αποδώσουμε ακέραιο το νόημα. Μιλώ για το νόημα εκείνο που, ενώ ο δημιουργός το συλλαμβάνει ολοκληρωμένο πολύ πριν τη γραφή, εντούτοις αποδεικνύεται αδύναμος να το εκφράσει σε όλη την αρχική του πληρότητα.</p>
<p>-Ξεκινώντας από την τελευταία σας συλλογή, μια μικρή ανασκόπηση στην ποιητική δουλειά σας;</p>
<p>Ο θυρωρός των ημερών η συλλογή που σε λίγο κυκλοφορεί έρχεται πέντε χρόνια μετά τα Αφόρετα θαύματα, Κέδρος 2017. Ξεκίνησα το 1986 με τις Λυπημένες μαργαρίτες, εκδόσεις Εγνατία, ακολούθησαν Το τρίπτυχο του φέγγους, 1993, Εν τη ρύμη του νόστου, Αρμός, 1999, Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, Καστανιώτης, 2004, Όροφος μείον ένα, Καστανιώτης, 2008 και Το επιδόρπιο, Κέδρος 2012 που ήταν και υποψήφιο για Κρατικό Βραβείο.</p>
<p>–Από πλεόνασμα γράφουμε ή από περίσσευμα;</p>
<p>Συνήθως γράφουμε για να μάθουμε νέα από τον εαυτό μας, άλλοτε για να διαμαρτυρηθούμε για τη θνητότητά μας. Κάποτε βέβαια, πιο σπάνια, γράφουμε για να καλύψουμε ένα κενό γνώσης. Για να διατυπωθεί το ερώτημα και να απαντήσει ο Λόγος.</p>
<p>-Και «η ποίηση το καταφύγιο που φθονούμε;» Η σημαντική ποίηση πότε γράφεται; Σε αντιποιητικούς καιρούς ή σε εποχές ευμάρειας;</p>
<p>Όλοι οι καιροί είναι αντιποιητικοί, γι’ αυτό και καταφεύγουμε στην ποίηση να μας συντρέξει. Η ίδια η ποιητική γραφή δεν είναι τίποτα άλλο παρά διαμαρτυρία για την απουσία της ποίησης από τη ζωή μας. Αν όλα ήταν ιδανικά, δεν θα είχε λόγο ύπαρξης η ποίηση. Γι’ αυτό και συμπλέω απόλυτα με την άποψη του Άρη Αλεξάνδρου πως «Προορισμός της ποίησης / είναι να επισπεύσει την τελική κατάργηση των ποιητών».</p>
<p>-Ο Νάνος Βαλαωρίτης υποστήριζε ότι η ποίηση είναι χρηστική, εσείς τι πιστεύετε;</p>
<p>Μα φυσικά συμφωνώ. Δεν είναι πολυτέλεια η ποίηση, δεν είναι σπορ και χόμπι. Είναι βασική ανάγκη, όπως αναγκαία είναι η γάζα, το νερό, το αιμοστατικό, το χρώμα, η όσφρηση και οι φωνητικές χορδές. Είναι τόσο αναγκαία όσο ο δρόμος και το μονοπάτι για να φτάσεις στον προορισμό, όσο οι μαλάξεις για την ανάνηψη, το αλάτι για το φαγητό και ο χαμηλός φωτισμός την ώρα που προσεύχεσαι.</p>
<p>-Θα επιλέξετε για μας ένα ποίημά σας;</p>
<p>Για να συνεχίσουμε να είμαστε στο κλίμα της συζήτησής μας, επιλέγω ένα ποίημα ποιητικής από τη συλλογή Ο θυρωρός των ημερών.</p>
<p>ΚΑΙ ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΑΤΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΕ;</p>
<p>Στη διαδικασία εμπλέκονται<br />
κάτι ευτελή υλικά τελείως αβαρή:<br />
Το πούπουλο<br />
κι ένας ρυθμός αρχαίος, καταγωγικός<br />
σαν τον αδιόρατο συλλογισμό φτερού<br />
πριν ξεκολλήσει από τον άγγελο<br />
ή απ’ τη σουσουράδα<br />
για να βρεθεί τρεις εποχές μετά<br />
πεσμένο θριαμβευτικά<br />
στην πρώτη ύλη του καθρέφτη.<br />
Το πούπουλο, βέβαια, αποφασίζει μόνο του.<br />
Εγώ, απλώς, ακούω την απόφαση<br />
σαν σύρσιμο παντόφλας στον διάδρομο<br />
ή σαν κουβέντα ακατάληπτη, εμπιστευτική<br />
που αν στήσω αυτί και την αφουγκραστώ<br />
θα πιάσω την αναπνοή εκείνου που μιλάει.</p>
<p>Μπορεί να είναι ασθματική<br />
σαν χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια<br />
ή να κυλά χορευτική<br />
όπως επτανησιακή καντάδα<br />
και άλλοτε ψιθυριστή<br />
μανιάτικο νανούρισμα που έλεγε στον Σολωμό<br />
η Αγγελική Νίκλη.<br />
Μπορεί και να θυμίζει μακεδονίτικο δημοτικό<br />
ή μοιρολόι ηπειρώτικο<br />
− δεν έχει τόση σημασία –<br />
όσο το ν’ αποχαιρετάς τα φανερά<br />
και διαφυγές να επινοείς<br />
για να μην πλήττουν οι λέξεις.<br />
Μα, εντέλει, ίσως τίποτ’ απ’ αυτά<br />
παρεκτός να σιωπάς<br />
να σιωπάς<br />
να σιωπάς<br />
και κάποτε, αν είσαι τυχερός<br />
να κρυφακούς την αθώωση<br />
προτού υπογραφεί.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ</strong></h5>
<p>diastixo.gr 1/3/2023</p>
<p>Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη. Διδάσκει δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο. Παράλληλα με την ποίηση, ασχολείται με το δοκίμιο. Από το 1986 έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές. Η συλλογή Το επιδόρπιο (εκδ. Κέδρος, 2012) ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο. Ακολούθησαν τα Αφόρετα θαύματα (εκδ. Κέδρος, 2017) και Ο θυρωρός των ημερών (εκδ. Κέδρος, 2022, β’ έκδοση 2023), που μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Έχει επίσης εκδώσει τέσσερα βιβλία δοκιμίων για την ποίηση, με τελευταία δύο το Πέραν της γραφής – Δοκίμια για την ποίηση (εκδ. Κέδρος, 2015) και Στους πίσω κήπους μίας λέξης, δοκίμια κριτικής (εκδ. Ρώμη, 2020). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, αλβανικά, βουλγαρικά και περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, όπου διετέλεσε γενική γραμματέας, και του Κύκλου Ποιητών.</p>
<p>Γράφετε καθημερινά ποιήματα;</p>
<p>Εκείνο που καθημερινά προσπαθώ είναι η ανάγνωση και, βέβαια, η σύνδεση με έναν χρόνο παρατήρησης που μου εξασφαλίζει μια συνειδητή συμμετοχή στα εξωτερικά και εσωτερικά συμβαίνοντα. Η πράξη της γραφής είναι η αποτύπωση πολλαπλών διεργασιών που μετουσιωμένες και αλλιώς χωνεμένες κατατίθενται ως πρώτη ύλη στο ποίημα. Έρχεται, βέβαια, κάποτε εκείνη η σωστή στιγμή που η αβίαστη ροή μάς συναντά φανερώνοντας εκείνο που μυστικά κυοφορούνταν.</p>
<p>Τι σας ωθεί να γράφετε ποίηση;</p>
<p>Η ανάγκη να βρεθώ σε εκείνη την ενδιάμεση περιοχή που φέρει το στίγμα μιας άλλης αλήθειας, αγνοημένης και διαρκώς ανανεούμενης από το εύρος της γλώσσας. Ο Λόγος γνωρίζει, ο άνθρωπος ανακαλύπτει, μαθητεύει και μαθαίνει, πάντα στο μέτρο που του αφήνει χώρο να το κάνει η διαθεσιμότητά του να αλλοιωθεί από το απροσδόκητο και ελάχιστα οικείο.</p>
<p>Πώς νιώθετε όταν βλέπετε τον μόχθο σας να αποτελεί μια ποιητικήσυλλογή που οδεύει στο τυπογραφείο για έκδοση;</p>
<p>Είναι μια αμήχανη στιγμή. Πάντα νομίζεις πως δεν είναι η ώρα ακόμα, αλλά αυτό δεν τελειώνει ποτέ. Θέλει τόλμη και γενναιότητα το να αποχωριστείς τη γοητευτική διαδικασία της κοπτοραπτικής και να αποφασίσεις ότι αξίζει να παραδοθεί ό,τι σου δόθηκε. Μιλώ για τα αποκόμματα τεμαχισμένης αλήθειας που μας εμπιστεύεται η γλώσσα. Η διακινδύνευση είναι άλλωστε το σταθερό κλίμα της ίδιας της γραφής.</p>
<p>Ποια ήταν η αφορμή να εκδώσετε την ποιητική συλλογή Ο θυρωρός των ημερών;</p>
<p>Δεν υπάρχει συγκεκριμένη αφορμή, αλλά η αίσθηση ότι έχεις αρκετά χρονοτριβήσει με την επεξεργασία και κάποτε ακόμα και πως ο εαυτός σου έχει ήδη προχωρήσει σε άλλες ανεξερεύνητες περιοχές και οφείλει να κλείσει ένα κεφάλαιο που τον κρατά δεσμευμένο σε μια καθυστέρηση. Σε έναν βαθμό, το σώμα του κειμένου έχει τον πρώτο λόγο όταν αισθάνεσαι ότι φέρει θραυσματική την εποχή ως χρόνο και τόπο που μας περιέχει.</p>
<p>Τι δηλώνει ο τίτλος Ο θυρωρός των ημερών;</p>
<p>Ο θυρωρός, αυτή η ταπεινή φαινομενικά φιγούρα που πλέον εκλείπει από το αστικό κέντρο, φέρει το βάρος ενός συμβολισμού πολύπλευρα επίκαιρου. Η κλασική ερώτηση: «Πού πάτε, κύριε;» που ακουγόταν από τον «προστάτη» της εισόδου, εξακτινώνει σημασιολογικές αναγνώσεις για το ζήτημα της ελευθερίας, της απλότητας, της δικαιωματικής και αδιαπραγμάτευτης πρόσβασης στο πεδίο των επιλογών. Η υποχρέωσή μας να αναφερόμαστε σε κάποιον ενδιάμεσο που κρίνει, επιλέγει και αποφασίζει για εμάς ανακινεί το ζήτημα της διαμεσολάβησης ανάμεσα στο έξω, το μέσα και το παραμέσα. Κάθε μορφή εξουσίας, βέβαια, στο όνομα της προστασίας μας αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο του «φρουρού» που επιτρέπει ή απαγορεύει την έξοδο στον ανοιχτό ορίζοντα. Για εμένα προσωπικά εκτός από την αδιαφιλονίκητη εξουσία του φόβου που εξυφαίνεται γύρω μας, υπάρχει και μια άλλη ακόμα μεγαλύτερη, στην οποία μάλιστα ουδέποτε επί της ουσίας αντιστεκόμαστε. Αναφέρομαι στην εξουσία του ίδιου του θανάτου, που απαγορεύει την πρόσβασή μας στη διάρκεια ξεγελώντας μας με την παροχή ενός αριθμού ημερών που ενοικούν σε ορισμένα χρόνια, με τα οποία μάλιστα θα πρέπει να συμβιβαστούμε και να είμαστε και ικανοποιημένοι.</p>
<p>Δεν θα μπορούσαμε όμως να πούμε πως ένας από τους στόχους τηςποίησης είναι να αποτυπώσει τη ζωή και να την απαθανατίσει σε έργο τέχνης;</p>
<p>Η ποίηση καλείται να επαναφέρει μιαν άλλου τύπου ενότητα, να υπενθυμίσει το χαμένο ολόκληρο και αναλαμβάνοντας τη συναρμογή των φραγμέντων να οδηγήσει στην ακεραιότητα. Δεν νομίζω ότι σκοπός της ποίησης είναι να φωτογραφίσει το ήδη υπάρχον αλλά, εκκινώντας οπωσδήποτε από αυτό, να αναζητήσει εκείνο που μας διαφεύγει και το οποίο βέβαια το κατέχει πλήρως η γλώσσα. Θα ήταν πολύ βαρετή η ποίηση που λειτουργεί αποκλειστικά ως ρεπορτάζ και όχι ως βατήρας για εκτίναξη της κρυμμένης δυνατότητας. Εκείνο που οφείλει να ιχνηλατήσει κατεξοχήν είναι το νόημα που μας διαφεύγει.</p>
<p>Γράφετε: «Μετρά ο ωρολογοποιός/ με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο». Ποια είναι η σημασία του χρόνου για τον άνθρωπο;</p>
<p>Κι αν ο χρόνος δεν υφίσταται κι εκείνο που σίγουρα υφίσταται είναι το άχρονο, στο οποίο ακόμα δεν έχουμε εισέλθει, τότε τι; Μόνο η θνητότητα και η πορεία προς την εκπλήρωσή της; Η επινόηση του χρόνου εξυπηρετεί την ολοκλήρωση και συνειδητοποίηση όχι ακριβώς αυτής της πραγματικότητας αλλά της αλήθειας πως το πεπερασμένο, που φαίνεται πως είμαστε, χρειάζεται χρόνο μέχρι να αντιληφθεί την αιωνιότητα που δικαιούται και στην οποία ανήκει. Ο χρόνος ίσως αποδειχτεί το απαραίτητο μεσοδιάστημα μέχρι την ωριμότητα, που δεν είναι άλλη από τη σταδιακή απεξάρτηση από το άχθος του φόβου των δευτερολέπτων.Δεν θα είχε άλλωστε κανένα νόημα η αιωνιότητα, αν επρόκειτο να τον διαιωνίσει.</p>
<p>Λέτε: «Κι όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς/ τόσο χειρότερα για σένα/ γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ –δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε». Σε κάθε περίπτωση, πιστεύετε ότι το στίγμα της ποίησης είναι ξεχωριστό και πλήρως διακριτό μέσα στο ευρύτερο πνευματικό περιβάλλον;</p>
<p>Με τον συγκεκριμένο στίχο εκφράζω την πεποίθησή μου ότι η ποίηση δεν είναι περιοχή ασφαλής και προστατευμένη, δεν λυτρώνει ούτε ανακουφίζει, δεν θωπεύει τον πληγωμένο μας εγωισμό ούτε είναι μέσο για να μας αγαπάνε. Είναι φυγόκεντρος δύναμη και διαρκής πειραματισμός, που ωστόσο στηρίζεται στην παράδοση. Το στίγμα της ποίησης είναι σαφώς διακριτό, καθώς είναι την ίδια στιγμή άπιαστη ροή ρυθμού, μύθος και στοχασμός σε αυστηρή αρχιτεκτονική.</p>
<p>Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα, μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να ανεβούμε λίγο ψηλότερα;</p>
<p>Δεν ξέρω πώς ορίζεται σήμερα το υψηλό. Αν σκεφτούμε ότι ο Ρεμπό με το «Μια εποχή στην κόλαση» οδήγησε την ποίηση σε ιλιγγιώδη ύψη, ότι ο Έλιοτ και ο Σολωμός άγγιξαν τους ουρανούς, τότε μάλλον τα πράγματα είναι σκούρα για τη σύγχρονη ποίηση. Αν η ποίηση διαθέτει κέντρο και δεν ομφαλοσκοπεί, αν την ενδιαφέρει η αναζήτηση του νοήματος, ίσως τότε να βρει και η εποχή το κέντρο της. Αυτό είναι για μένα το «λίγο ψηλότερα».</p>
<p>Πέρα από την ποίηση, διδάσκετε δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο. Ποια είναι η εμπειρία σας από αυτό το πεδίο;</p>
<p>Έχω συναντήσει μεγάλη αγάπη από ανθρώπους που μέχρι επτά χρόνια πριν ήμασταν τελείως άγνωστοι, όπως άγνωστη ήταν και η δυναμική που έφερε ο καθένας στον τρόπο αποτύπωσης στο χαρτί της προσωπικής του ανάγνωσης του κόσμου και του εαυτού. Από όλο αυτό προέκυψαν ανθολογίες και ποιητικές συλλογές αξιόλογες.</p>
<p>Αλήθεια, διδάσκεται η ποίηση;</p>
<p>Γνωρίζοντας τη γραφή ποιητών, ποιητριών και συγγραφέων διαφορετικού ύφους και τεχνοτροπίας, γενιών και ρευμάτων, διευρύνεται το πεδίο των ερεθισμάτων μέσα από την αναγνώριση ποικίλων λογοτεχνικών περιπτώσεων. Η επαφή τόσο με την παράδοση, το θέατρο, την τραγωδία, τη νεοελληνική αλλά και ξένη ποίηση δίνει τη δυνατότητα για μια κειμενική αλλά και διακειμενική σχέση, ώστε να επισημανθούν οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους άλλοι ποιητές πειραματίστηκαν, καθώς και να εντοπιστεί εκείνη η γραφή που μας γοητεύει περισσότερο. Όλα αυτά μετατρέπονται σε υλικό ανέγερσης του δικού μας εκφραστικού σύμπαντος. Όταν συνδυάζεται το γνωστικό υλικό με τη φαντασία, αξιοποιούνται οι πολλαπλές δυνατότητες της γλώσσας. Η ποίηση οφείλει να έχει μια ραχοκοκαλιά, να μετέρχεται τη μεταφορά όχι μόνο ως όχημα που στοχεύει στη συγκίνηση αλλά και ως μέσο αντίληψης της απάντησης στο αίνιγμα της ύπαρξης. Εγώ απλώς διαμεσολαβώ και μεταφέρω την εμπειρία μου.</p>
<p>Πώς προέκυψε η ενασχόληση με το δοκίμιο;</p>
<p>Από αγάπη για την ποίηση. Πρόκειται για μαθητεία σπάνια, που σε κάνει ταπεινό και ταυτόχρονα περήφανο που ανήκεις κι εσύ στην πλευρά όσων έχουν την ψευδαίσθηση πως αντιστέκονται. Σε κάθε περίπτωση διδάσκεσαι και ελευθερώνεσαι. Προσωπικά, δεν προσεγγίζω τη γραφή των άλλων ως θεωρητικός της ποίησης, αλλά με μιαν έκπληξη για όλες τις διαφορετικές αποχρώσεις της φωνής με τις οποίες μπορεί να ειπωθεί το άρρητο.</p>
<p>Ποιος είναι ο αγαπημένος σας ποιητής;</p>
<p>Ο Νίκος Καρούζος.</p>
<p>.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/04/%ce%b5%cf%85%cf%84%cf%85%cf%87%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%bb%ce%b5%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b1-%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>1</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
