<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%83-%CE%BB%CE%BF%CF%8A%CE%B6%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Wed, 10 Jul 2024 12:24:35 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/08/%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%bf%cf%8a%ce%b6%ce%bf%cf%85-2/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/08/%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%bf%cf%8a%ce%b6%ce%bf%cf%85-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 29 Aug 2019 19:01:08 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12199</guid>

					<description><![CDATA[Ο Δώρος Λοΐζου γεννήθηκε στη Λευκωσία 23.2. 1944. Το 1956 φοιτά στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Το 1966-1968 πηγαίνει στη Ρόδο για Ξενοδοχειακά. Το 1969 φοιτά στο Hellenic College της Βοστώνης. Το 1972 παίρνει το δίπλωμα Β.Α. ιστορίας. Το 1972-1974 εργάζεται σαν καθηγητής στην &#8216;Αγγλική Σχολή Λευκωσίας. Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο το 1972, έπαιξε ένα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/08/%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%bf%cf%8a%ce%b6%ce%bf%cf%85-2/"> <span class="screen-reader-text">ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Ο Δώρος Λοΐζου γεννήθηκε στη Λευκωσία 23.2. 1944. Το 1956 φοιτά στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Το 1966-1968 πηγαίνει στη Ρόδο για Ξενοδοχειακά. Το 1969 φοιτά στο Hellenic College της Βοστώνης. Το 1972 παίρνει το δίπλωμα Β.Α. ιστορίας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το 1972-1974 εργάζεται σαν καθηγητής στην &#8216;Αγγλική Σχολή Λευκωσίας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο το 1972, έπαιξε ένα δραστήριο ρόλο στον πολιτικό αγώνα της Πατρίδος του.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στις 30 Αύγουστου 1974 δολοφονείται από τούς φασίστες της ΕΟΚΑ Β&#8217; στην πλατεία, «’Ελευθερίου Βενιζέλου» στη Λευκωσία σε ενέδρα που έστησαν κατά του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο πρόεδρος του ΕΔΕΚ, Βάσος Λυσσαρίδης και οδηγούσε ο Λοΐζου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο Λοΐζου είχε μεταφράσει στα ελληνικά ποιήματα ξένων λογοτεχνών ενώ εξέδωσε και την προσωπική του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ψωμί και Ελευθερία»</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><img loading="lazy" class="  wp-image-9160 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/1-ceb2ceb9ceb2cebbceb9cebf2.jpg?w=193" alt="1-βιβλιο" width="222" height="345" /></span></p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΔΩΡΟΥ ΛΟΪΖΟΥ</strong></h3>
<h2> </h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;"> ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΛΕΥΤΕΡΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω</span><br /><span style="color: #000000;"> θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα</span><br /><span style="color: #000000;"> και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες</span><br /><span style="color: #000000;"> με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα</span><br /><span style="color: #000000;"> να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος,</span><br /><span style="color: #000000;"> να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του Θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαρθούν οι γνωστικοί</span><br /><span style="color: #000000;"> να μου βάλουν τρικλοποδιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί τους διώχνω τους πελάτες απο τα μαγαζιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαρθούν οι «ειδικοί αστυνομικοί»</span><br /><span style="color: #000000;"> να μου σπάσουν τα πλευρά</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί βάζω οργή και φωτιά στα παιδιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαρθούν οι κόκκινοι</span><br /><span style="color: #000000;"> να μου κοκκινίσουν το μούτρο</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί είμαι πιο κόκκινος απ’ αυτούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαρθούν οι λευκοί</span><br /><span style="color: #000000;"> να μου μαυρίσουν το μάτι</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί είμαι πιο λευκός απ’ αυτούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαρθούν οι φωτισμένοι</span><br /><span style="color: #000000;"> να μου αλλάξουν τα φώτα</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί είμαι πιο φωτισμένος απ’ αυτούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαρθούν</span><br /><span style="color: #000000;"> οι γελοίοι, οι σοβαροί, οι ανατολικοί, οι δυτικοί,</span><br /><span style="color: #000000;"> οι προτεστάντες, οι καθολικοί, οι δικοί, οι οχτροί,</span><br /><span style="color: #000000;"> οι διαόλοι, οι θεοί,</span><br /><span style="color: #000000;"> τελοσπάντων όλοι, εκείνοι κι αυτοί</span><br /><span style="color: #000000;"> που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα εγώ, θα ξαναρίξω τα μαλλιά μου πίσω</span><br /><span style="color: #000000;"> θα ξαναφορέσω το ματωμένο πρόσωπο, ανάποδα</span><br /><span style="color: #000000;"> και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες</span><br /><span style="color: #000000;"> με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα</span><br /><span style="color: #000000;"> να διεκδικήσω: Ψωμί και Ελευθερία.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">SINE SOLE SILEO</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο το πρωί</span><br /><span style="color: #000000;"> θ’ αρμενίσουμε πάλι</span><br /><span style="color: #000000;"> για πιο γελαστές θάλασσες</span><br /><span style="color: #000000;"> για καινούργια παρθένα νησιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο το πρωί</span><br /><span style="color: #000000;"> τα γαλάζια μας καράβια θα χαράξουν</span><br /><span style="color: #000000;"> κάποιο πιο δροσερό Αιγαίο</span><br /><span style="color: #000000;"> με συντροφιά ξέγνοιαστα δελφίνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ζωή συνεχίζεται.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το ποτάμι που μόνο προορισμό</span><br /><span style="color: #000000;"> τη θάλασσα έχει</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλά τραγουδώντας το σκοπό τον παμπάλαιο.</span><br /><span style="color: #000000;"> «Ένα μόνο αληθινό και υπαρχτό</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αυτό το ένα είναι το φώς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μακάριοι όσοι κατέχουν τούτο το νόημα</span><br /><span style="color: #000000;"> ωραίοι κι αθάνατοι στον αιώνα μένουν».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο το πρωί</span><br /><span style="color: #000000;"> θ’ ανταμωθούμε πάλι</span><br /><span style="color: #000000;"> με κορίτσια, πιο διάφανα κι αγαπημένα</span><br /><span style="color: #000000;"> που τραγουδώντας θα λουλουδίσουμε το κρεβάτι του έ</span><br /><span style="color: #000000;"> μετουσιώνοντας το πάθος σε χαρά και σε γνώση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο το πρωί</span><br /><span style="color: #000000;"> θα βρεθούμε στα πανιά τα μεγάλα</span><br /><span style="color: #000000;"> τραγουδώντας.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Βγήκα νωρίς</span><br /><span style="color: #000000;"> στους πράσινους κήπους,</span><br /><span style="color: #000000;"> πριν προλάβουν να ξυπνήσουν</span><br /><span style="color: #000000;"> τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Βγήκα νωρίς,</span><br /><span style="color: #000000;"> πριν γίνουν ατμός</span><br /><span style="color: #000000;"> οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ναι, βγήκα νωρίς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δε λέω,</span><br /><span style="color: #000000;"> μπορεί να μην είδα</span><br /><span style="color: #000000;"> πεταλούδες, ρόδα κι έντομα</span><br /><span style="color: #000000;"> μα είδα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα υγρά όνειρα του εωθινού,</span><br /><span style="color: #000000;"> το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,</span><br /><span style="color: #000000;"> το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ναι, βγήκα νωρίς</span><br /><span style="color: #000000;"> -το ξέρω-</span><br /><span style="color: #000000;"> μα δεν το μετανιώνω.</span></p>
<p> </p>
<h4><strong>ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, 1968</strong></h4>
<p>Δεν υπάρχει ελευθερία<br />μέσα σ’ αυτά τα τετράγωνα.</p>
<p>Δεν υπάρχει θρησκεία<br />που να πείθει για λύτρωση.</p>
<p>Τα χέρια μας, πικρά κι ανώφελα<br />ανταμώνουν στο χάος και χάνονται.</p>
<p>Η ψυχή χάνει την πίστη<br />και μαθαίνει το θάνατο.</p>
<p>Ένα θάνατο<br />αργό, βέβαιο κι άσκημο.</p>
<p>Όλοι έχουν λοξοδρομήσει&#8230; όλοι.<br />Κι η σημαία χάσκει εγκαταλειμμένη.</p>
<p>Και<br />δεν έχω άλλη εκλογή<br />παρα<br />να μένω στα υπόγεια αλχημιστής.<br />Στα σοφά<br />στα μυστικά<br />στα ενδόμυχα.</p>
<p> </p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΜΠΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ, ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Θεέ μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> χειρονομούν και μιλούν</span><br /><span style="color: #000000;"> με χίλιους δυο τρόπους</span><br /><span style="color: #000000;"> πασκίζουν για έκφραση</span><br /><span style="color: #000000;"> και τίποτε δεν καταφέρνουν</span><br /><span style="color: #000000;"> γυροφέρνοντας στα ίδια και τα ίδια</span><br /><span style="color: #000000;"> αναμασώντας την αχρηστία τους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όλα τούτα τα καμώματα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα τόσα σχήματα και χρώματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> Θεέ μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> κανένα μα κανένα έχουν προορισμό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και καταλήγουν στη λεπτομέρεια</span><br /><span style="color: #000000;"> γεμίζοντας τις καρδιές τους</span><br /><span style="color: #000000;"> ρυτίδες, λίγδα, σκοτάδι. Ο θάνατος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι παλιό το παραμύθι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κουράστηκα να το λέω.</span><br /><span style="color: #000000;"> «&#8230; τα πουλιά δε θα σε σώσουν,</span><br /><span style="color: #000000;"> ούτε οι παρδαλοί σου οι φίλοι,</span><br /><span style="color: #000000;"> ούτε τα ταξίδια, ούτε τα όνειρα&#8230;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάει πια</span><br /><span style="color: #000000;"> η ζωή σου κατάντησε</span><br /><span style="color: #000000;"> μια μεταχειρισμένη υπόθεση,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως οι χιλιοπατημένοι δρόμοι της Νέας Υόρκης.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΑ ΩΣ ΠΟΤΕ ΠΙΑ!</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ως πότε πια να κάθομαι</span><br /><span style="color: #000000;"> να γεμίζω τα χαρτιά με μελάνι</span><br /><span style="color: #000000;"> να πνίγομαι μέσα σε φτωχές αναμνήσεις;</span><br /><span style="color: #000000;"> Τί μου στέλνεις τούτα τα πρόσωπα</span><br /><span style="color: #000000;"> που ν’ αγαπήσουν, ούτε ν’ αγαπηθούν ξέρουν;</span><br /><span style="color: #000000;"> που δε μπορούν ν’ αγαπήσουν</span><br /><span style="color: #000000;"> ούτε τα μάτια μου, ούτε την ποίηση;</span><br /><span style="color: #000000;"> τί μου τα στέλνεις</span><br /><span style="color: #000000;"> και μου γεμίζουν τα χέρια αγκάθια</span><br /><span style="color: #000000;"> το πουκάμισο κόκκινους λεκέδες</span><br /><span style="color: #000000;"> τη ψυχή μου μουχλιασμένα σύννεφα;</span><br /><span style="color: #000000;"> τί μου στέλνεις τούτες τις νεκρόμασκες</span><br /><span style="color: #000000;"> να μου κλέβουν τη σκέψη, τις ώρες, το αίμα μου;</span><br /><span style="color: #000000;"> Τί να τους πω, τί να τους δείξω για να πιστέψουν</span><br /><span style="color: #000000;"> που τ’ αυτιά τους γέμισαν τσιμέντο</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα μάτια τους τσιγαρόσκονη;</span><br /><span style="color: #000000;"> Ω ήλιε, ήλιε αδελφέ μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο στη φωτιά σου θα ξεδιψάσω.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι προδομένοι άγγελοι</span><br /><span style="color: #000000;"> ας δικαιολογήσουν την πίκρα μου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η άνοδος είναι ο αντικατοπτρισμός</span><br /><span style="color: #000000;"> του βυθίσματος στο έρεβος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άγγελοι, σκεπάστε με στις φτερούγες σας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Διψώ, καίομαι. Βοήθεια! Νερό, Φώς!</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ </span><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΝΤΥΜΠΟΥΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Θα πεθάνουμε, Αικατερίνη, θα πεθάνουμε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για ν’ αθανατίσουμε,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δύναμη μας δεν κρύβεται άλλο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ξέφυγε, άπλωσε, προχώρησε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τούτο το πουκάμισο δε μας χωράει πια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γυμνοί κι αγέρωχοι ζούμε χωρίς φωτοσκιάσεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> Ό,τι έχουμε ανήκει στον Ήλιο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μια φωτεινή σπαθιά κατακόρυφη έγινε το σώμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αικατερίνη,</span><br /><span style="color: #000000;"> η άρνησή σου μας οδήγησε στη μοναξιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> η μοναξιά στη ψυχή</span><br /><span style="color: #000000;"> η ψυχή στο φώς</span><br /><span style="color: #000000;"> το φώς στην αθανασία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ ευχαριστούμε, Αικατερίνη, που υπήρξες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χωρίς εσένα ποτέ δε θα γινόμαστε γίγαντες.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΗΡΑΜΕ ΓΙΑ ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Πήραμε για σημαία μας</span><br /><span style="color: #000000;"> τη στάχτη του κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;"> και για τρόπο ζωής,</span><br /><span style="color: #000000;"> την άλλη υπόσταση του ανθρώπου…</span><br /><span style="color: #000000;"> -την περιφρονημένη…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλη σκληρή, απάνθρωπη, πικρή!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε μας στοχασμός</span><br /><span style="color: #000000;"> μια διείσδυση στην ελευθερία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάθε μας στοχασμός</span><br /><span style="color: #000000;"> μια διείσδυση στην αλήθεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαστε μόνοι,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως τ’ αστέρια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είμαστε περιπλανώμενες ψυχές,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως τ’ αστέρια…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς μορφή, χωρίς όνομα</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς όνειρα ή πατρίδα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως τ’ αστέρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ακολουθώντας μόνο τη φωνή μας</span><br /><span style="color: #000000;"> φωτίζουμε σιωπηλά τον κόσμο</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως τ’ αστέρια.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΕΙΔΗ &#8230;</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Επειδή πολύ μιλήσαμε για σένα</span><br /><span style="color: #000000;"> πολύ ελπίσαμε, πολύ απελπιστήκαμε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Επειδή πολύ σ’ αγαπήσαμε</span><br /><span style="color: #000000;"> πολλές νύχτες, πολλές άδειες νύχτες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Επειδή τόσο πολύ σε στοχαστήκαμε</span><br /><span style="color: #000000;"> τόσο πολύ σ’ αναζητήσαμε</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στο αίμα</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στο φώς</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στις λέξεις</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στη σιωπή</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στο όνειρο</span><br /><span style="color: #000000;"> που στο τέλος έγινες και σύ όνειρο</span><br /><span style="color: #000000;"> περνώντας έτσι, άνεμος μέσα στον άνεμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα μετροφυλλούμε βιβλία</span><br /><span style="color: #000000;"> γράφουμε ποιήματα για εφημερίδες</span><br /><span style="color: #000000;"> μοιράζουμε με την ίδια απερισκεψία</span><br /><span style="color: #000000;"> το σκοτάδι και το φώς,</span><br /><span style="color: #000000;"> ύστερα ολοένα αλλάζουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> σπίτια, ιδεολογίες, γυναίκες, πατρίδα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα μπορέσουμε άραγε, έτσι;</span><br /><span style="color: #000000;"> Θα μπορέσουμε να ξεγελάσουμε την καρδιά</span></p>
<p> </p>
<h4><strong>ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ</strong></h4>
<p>Και μένα<br />μη μου μιλάς<br />για χλωμά φεγγαροπερπατήματα,<br />μελιστάλακτα όνειρα, φτερωτούς αγγέλους,<br />εύκολες ευτυχίες, αρρωστημένα συναίσθημα</p>
<p>Βρες κάποιον άλλον.<br />Εγώ ξέρω. Είμαι πικρός.</p>
<p>Αν το νομίζεις<br />ότι πρέπει να μου μιλήσεις,<br />μίλα μου<br />με πύρινα δάκρυα<br />με ρίγος κι αγωνία<br />μίλα μου<br />με φωτιά και κεραυνούς<br />με μουγκρητά κι αίματα.</p>
<p>Μα μη μου γεμίζεις τ’ αυτιά<br />με παράτονους άχρηστους ήχους.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΤΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΑΤΕ</strong></h4>
<p>Τα παρεξηγήσατε, δεν είναι έτσι;<br />Ακόμη να το καταλάβετε;<br />Ποιος σας είπε<br />πως η ποίηση<br />είναι αρρωστημένη φαντασία,<br />χλωμές νεράιδες, φεγγαροπατήματα,<br />λουλουδάκια, κελαϊδήματα,<br />ηδονικά ονειρογεννήματα,<br />κι άλλα παρόμοια αερόλογα;</p>
<p>Αυτό λέτε ποίηση;<br />Μάθετε το επιτέλους!<br />Η ποίηση είναι πιο καυτή<br />κι από τη μήτρα του Ήλιου.</p>
<p> </p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΙΣ ΣΗΜΑΙΕΣ ΠΟΥ ΞΕΦΤΙΣΑΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Οι σημαίες κυματίζουν ανάποδα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πού’ ναι η πατρίδα;</span><br /><span style="color: #000000;"> Πού’ ναι οι ήρωες;</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι σημαίες έγιναν σκιάχτρα</span><br /><span style="color: #000000;"> στα χωράφια των λαών</span><br /><span style="color: #000000;"> να τρομάζουν την ελευθερία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πού’ ναι η πατρίδα;</span><br /><span style="color: #000000;"> Πού ’ναι οι ήρωες;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ερήμωση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι σημαίες σημειώνουν σηψαιμία.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μα εγώ πατερούλη,</span><br /><span style="color: #000000;"> εγώ, ο μεγάλος ελεύθερος</span><br /><span style="color: #000000;"> χουφτιάζω</span><br /><span style="color: #000000;"> το φώς για σημαία,</span><br /><span style="color: #000000;"> για πατρίδα την ποίηση</span><br /><span style="color: #000000;"> και ξαγρυπνώ φρουρός</span><br /><span style="color: #000000;"> στις αυλάδες του κόσμου,</span><br /><span style="color: #000000;"> με την Αλήθεια για όπλο</span><br /><span style="color: #000000;"> και τους στίχους φυσέκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περνούν οι αιώνες,</span><br /><span style="color: #000000;"> λαοί και βασίλεια,</span><br /><span style="color: #000000;"> φωνές, αναμνήσεις, σχήματα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα εγώ εκεί. Το τραγούδι μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πατερούλη,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο γιός σου, ο μεγάλος ακρίτας,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξημερώνει στ’ οδόφραγμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> χίλια εννιακόσια εξήντα εννέα τόσα χρόνια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μπορείς να κοιμηθείς με χαμόγελο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα όνειρα σου, αίμα μου!</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κατά πού ν&#8217; απλώσουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> τα χέρια</span><br /><span style="color: #000000;"> τώρα που μας έκλεψες το μερίδιο;</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιό δάκτυλο θα μας δείξει</span><br /><span style="color: #000000;"> το δρόμο</span><br /><span style="color: #000000;"> τώρα που μετουσίωσες όλα τα δάχτυλα</span><br /><span style="color: #000000;"> σε λαλέδες πολύχρωμους;</span><br /><span style="color: #000000;"> Πώς να χορτάσουμε τη δίψα μας</span><br /><span style="color: #000000;"> τώρα που μας άδειασες όλα τ’ αλακάτια;</span><br /><span style="color: #000000;"> Πώς το θέλεις να αναπνεύσουμε άλλο</span><br /><span style="color: #000000;"> τώρα που ρούφηξες τον άνεμο;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με άλλα λόγια μη μεταφράζεις οτιδήποτε</span><br /><span style="color: #000000;"> σε φώς. Άσε μας τουλάχιστον να ζούμε με την ελπίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> πως κάποια μέρα τάχατες ίσως μπορέσουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> να πορευτούμε με μόνο σύντροφο το αίμα μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Με άλλα λόγια, μην απλώνεις τα χέρια σου</span><br /><span style="color: #000000;"> έξω από τον κύκλο σου. Στάσου μέσα στον κόσμο σοι</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στη ράτσα σου, κάτω από τον Ήλιο,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στο Φώς, μέσα στα σύνορα του πρώτου Γαλαξία</span><br /><span style="color: #000000;"> ό,τι όνομα κι αν του δίνεις, μα μείνε εκεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσο για μάς, άφησε τουλάχιστον</span><br /><span style="color: #000000;"> μια χάρτινη σημαιούλα του Ήλιου, για να μπορέσουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> να παίξουμε το παιγνίδι του μολυβένιου στρατιώτη,</span><br /><span style="color: #000000;"> Προσκυνώ.</span></p>
<p> </p>
<h4><strong>ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ</strong></h4>
<p>Πληγωμένοι κι άθλιοι<br />θλιβεροί απόηχοι μιας παρατονισμένης μελωδίας<br />προσπαθούμε να μιμηθούμε άλλους καιρούς περασμένοι<br />όπου ξεγελαστήκαμε λατρεύοντας είδωλα,<br />θεούς μίζερους, ιερείς εκφυλισμένους.</p>
<p>Πούναι, αδελφέ μου, το αρχαίο σου κλέος;<br />Ρημαγμένε ανεμόμυλε της Μυκόνου, πούναι τα φτερά σου<br />Αιγαίο, Αιγαίο, τούτος ο λαός ως πότε θα σ’ αγνοεί;<br />Δία, Δία, φτηνέ Θεέ,<br />ο τόπος σου ρημάζεται και σύ, κακό χρόνο νάχεις,<br />ερωτοτροπείς με τον Ερμή; </p>
<p> </p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τίποτε, Θεέ μου, τίποτε</span><br /><span style="color: #000000;"> Ερήμωση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χάος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τίποτε</span><br /><span style="color: #000000;"> Είμαι χαμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> Όχι… όχι… όχι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Επανάσταση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ναι, γρήγορα, για όνομα του Θεού.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γρήγορα, μια σημαία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Επανάσταση.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΚΚΛΗΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ω, εσείς που συνεχίζετε</span><br /><span style="color: #000000;"> στον έξω κόσμο μια κανονική ζωή</span><br /><span style="color: #000000;"> δίχως κινδύνους κι άλλες ταλαντεύσεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μη μας κατηγορήσετε πως συνηθίσαμε,</span><br /><span style="color: #000000;"> πως τάχα δεν πικραίνεται η καρδιά μας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">έστω κι αν μόνοι μας διαλέξαμε</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτό τον άγριο δρόμο.</span></p>
<p> </p>
<h4><strong>Α, ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ</strong></h4>
<p>Α, να μπορούσα<br />να τρόμαζα με μια κίνηση<br />τούτο τον άνεμο τον φωνακλά.<br />Ν’ αρπάξω τούτα<br />τα κατσουφιασμένα σύννεφα<br />και σμίγοντας τα, σφουγγάρι,<br />στις παλάμες μου<br />να δροσίσω<br />τα πυρωμένα χείλη του Ήλιου. </p>
<p> </p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΠΕΤΟΒΕΝ, «ΗΡΩΙΚΗ»</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Της ευλογίας λόγια υπεράξια</span><br /><span style="color: #000000;"> που αιώνες στεγνώνατε στο λαιμό,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξεχυθείτε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χείμαρροι το φώς σου, Κύριε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χέρια υψωθείτε</span><br /><span style="color: #000000;"> ν’ αγγίξετε το άπιαστο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μάτια, ατενίστε, ατενίστε,</span><br /><span style="color: #000000;"> το Υπεράγιο Φώς.</span></p>
<p> </p>
<h4><strong>ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<p>Έπρεπε λοιπόν<br />να ραντίσουμε το αίμα<br />στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα <br />να οργώσουμε τα άσπρα χαρτιά με τα νύχια;<br />Έπρεπε λοιπόν<br />να τεντωθούν οι φλέβες τόσο πολύ,<br />να γεμίσουν τα πιθάρια μας τόνους αγωνία;<br />Έπρεπε λοιπόν<br />να γίνουν όλα αυτά;<br />Και γιατί;<br />Για μια λάμψη στα μάτια,<br />για μια ιδέα χαράς,<br />για μια σποραδική γαλήνη,<br />για ένα τετραγωνικό του Παράδεισου.</p>
<p>Να μην υπάρχει άραγε άλλος τρόπος;<br />Μόνον ο θάνατος να οδηγεί στη ζωή;<br />Ο Σταυρός λοιπόν, το μόνο μέσο να παραβιάσουμε<br />τις καστρόπορτες της αθανασίας;</p>
<p> </p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΤΕ ΚΑΠΟΤΕ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Εσείς </span><br /><span style="color: #000000;">που θα υπάρξετε κάποτε</span><br /><span style="color: #000000;">με πιο δυνατό μυαλό </span><br /><span style="color: #000000;">και σοφία πολλή</span><br /><span style="color: #000000;">μη μας κρίνετε.</span><br /><span style="color: #000000;">Απλώς προσπαθήστε </span><br /><span style="color: #000000;">να μας δικαιολογήσετε</span><br /><span style="color: #000000;">ότι </span><br /><span style="color: #000000;">είμαστε πλασμένοι αδύνατοι.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΠΑΡΔΑΛΑ ΣΟΥ ΟΝΕΙΡΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τα παρδαλά σου όνειρα</span><br /><span style="color: #000000;"> με το ύφος της ασυνέπειας</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αυτό σου</span><br /><span style="color: #000000;"> το καρναβαλίστικο πρόσωπο</span><br /><span style="color: #000000;"> με τα άχαρα μάτια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην τα πλασάρεις</span><br /><span style="color: #000000;"> σα σύμβολα μιας φιλοσοφίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ευαισθησία κι η συνέπεια</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν ανήκουν μόνο στους ποιητές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν σε ρωτήσουν</span><br /><span style="color: #000000;"> καμιά φορά</span><br /><span style="color: #000000;"> ποιοι τάχατες</span><br /><span style="color: #000000;"> αλλάζουν τον κόσμο</span><br /><span style="color: #000000;"> οι ποιητές ή τα κόμματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> μη ντραπείς</span><br /><span style="color: #000000;"> να τους απαγγείλεις δυο-τρείς στίχους.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Είναι μια ύπαρξη απλή,</span><br /><span style="color: #000000;"> όλο αίμα και φώς,</span><br /><span style="color: #000000;"> που κατεβαίνει βαθιά από τους Γαλαξίες</span><br /><span style="color: #000000;"> και σκεπάζει το άπειρο</span><br /><span style="color: #000000;"> με μια ευαίσθητη διάφανη μελωδία,</span><br /><span style="color: #000000;"> που δεν είναι ούτε θεϊκιά, ούτε ανθρώπινη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιητή, ποιητή,</span><br /><span style="color: #000000;"> αθεράπευτε εραστή της αθανασίας,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα από τα δάκρυα σου</span><br /><span style="color: #000000;"> θ’ ανατείλει ο ήλιος της λευτεριάς</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα από τις φλέβες σου</span><br /><span style="color: #000000;"> θα αναβλύσουν χαμόγελα</span><br /><span style="color: #000000;"> στις παρυφές της αγωνίας σου</span><br /><span style="color: #000000;"> θα φυτρώσουν ηλιοτρόπια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιητή, ποιητή,</span><br /><span style="color: #000000;"> αγαπημένο πρωτοσυντρόφι του Χριστού,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο πυρετός σου θα λιώσει τους πάγους</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα καράβια μας ελεύθερα</span><br /><span style="color: #000000;"> θα αρμενίσουν και πάλι το Αιγαίο.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έπαιρνε τη ζωή απλά και με δέος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν κάτεχε από δύναμες ή μαγικά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στο γέμισμα του κύκλου</span><br /><span style="color: #000000;"> είδε το όνειρο: «Μαύρο ή Άσπρο;»</span><br /><span style="color: #000000;"> Προτίμησε το χρώμα του.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αρματώθηκε, πλήγωσε, ματώθηκε</span><br /><span style="color: #000000;"> Ώσπου ο πόνος τον απλοποίησε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άδειασε από πέτρα, γέμισε αίμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσοι τον νιώσανε, σώπασαν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι υπόλοιποι τον κούρασαν</span><br /><span style="color: #000000;"> με πυροτεχνήματα, τίτλους και μ’ άλλα ηχηρά παρόμοια</span><br /><span style="color: #000000;"> Ώσπου ο Θεός τον λυπήθηκε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άδειασε από αίμα, γέμισε φώς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι λυτρωμένος από πέτρες και γαίματα</span><br /><span style="color: #000000;"> δε χάραξε ούτε ένα άλφα</span><br /><span style="color: #000000;"> μέχρι που έσβησε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δικαιοσύνη, κανείς δεν τον ξέχασε.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟΥΤΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μνήμη κι αγάπη</span><br /><span style="color: #000000;"> στο σκοτεινό ποιητή</span><br /><span style="color: #000000;"> Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τούτος ο άνεμος που γνώρισες&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;"> Τούτος ο άνεμος,</span><br /><span style="color: #000000;"> που τόσα πολλά σου έδειξε,</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν έχει όνομα, δεν έχει ιστορία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τούτος ο άνεμος</span><br /><span style="color: #000000;"> που τόσο σε βασάνισε,</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά η μοίρα σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η άλλη σου υπόσταση</span><br /><span style="color: #000000;"> που γνώριζε μόνο το μαύρο ήλιο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το μαύρο ήλιο του ντουέντε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο ίδιος ήλιος που σ&#8217; αφάνισε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">……………………………………………….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ψυχή σου ανήκε στο ντουέντε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έπρεπε να πληρώσεις, Φεντερίκο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο σκοτεινός άγγελος</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν κατέχει από ποίηση και τέτοια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και το ’ξερες αυτό, Φεντερίκο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το &#8216;ξερες πολύ καλά.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΛΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έρχονται πάλι.</span><br /><span style="color: #000000;">Έρχονται, Φεντερίκο.</span><br /><span style="color: #000000;">Μαύρα μάτια, μαύρες καρδιές, μαύρες κάννες.</span><br /><span style="color: #000000;">Έρχονται να σε ξανασκοτώσουν, </span><br /><span style="color: #000000;">Φεντερίκο.</span><br /><span style="color: #000000;">Θα σε ξαναθάψουν με τους άλλους,</span><br /><span style="color: #000000;">τους πολλούς,</span><br /><span style="color: #000000;">τον κοσμάκη.</span><br /><span style="color: #000000;">Κι ύστερα θα πουν </span><br /><span style="color: #000000;">ότι σε σκότωσαν κατά λάθος,</span><br /><span style="color: #000000;">πως ήταν ατύχημα, τυχαίο περιστατικό…</span><br /><span style="color: #000000;">Άβε Μαρία, άβε Μαρία</span><br /><span style="color: #000000;">προσευχήσου για μας.</span><br /><span style="color: #000000;">Όλους εμάς τους αθώους Φεντερίκους</span><br /><span style="color: #000000;">Εμάς που μας σκοτώνουν </span><br /><span style="color: #000000;">τυχαία, κατά λάθος.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΡΘΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Θαρθούν κάποτε</span><br /><span style="color: #000000;"> στιγμές και ώρες εξαίσιες</span><br /><span style="color: #000000;"> που θα γεμίσουν</span><br /><span style="color: #000000;"> τις μεγάλες άδειες στέπες του μυαλού</span><br /><span style="color: #000000;"> με λουλούδια αιθέρια…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαρθούν κάποτε</span><br /><span style="color: #000000;"> στιγμές και ώρες εξαίσιες</span><br /><span style="color: #000000;"> που θα πίνουν οι άγγελοι νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στις χούφτες…</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Καληνύχτα Μαργαρίτα&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">Καλημέρα Μαργαρίτα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην απορείς άλλο.</span><br /><span style="color: #000000;">Η αγάπη σου είναι το ύφος μου.</span><br /><span style="color: #000000;">Καληνύχτα Μαργαρίτα&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">Καλημέρα Μαργαρίτα&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">Ο ήλιος δε δύει ποτές! Μ’ ακούς;</span><br /><span style="color: #000000;">Το μόνο υπαρχτό είναι το Φώς!</span><br /><span style="color: #000000;">Καληνύχτα&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">Καλημέρα&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">Εσύ</span><br /><span style="color: #000000;">εγώ</span><br /><span style="color: #000000;">κι οι άνθρωποι όλοι</span><br /><span style="color: #000000;">είναι το Φώς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καληνύχτα Μαργαρίτα&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">Καλημέρα&#8230; Φώς.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Η ζωή δεν τελειώνει</span><br /><span style="color: #000000;">μ’ ένα αντίο, Μαργαρίτα.</span><br /><span style="color: #000000;">Το τραγούδι του κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;">δε σβήνει στιγμή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο μένει εκεί</span><br /><span style="color: #000000;">να σου λέει, Μαργαρίτα,</span><br /><span style="color: #000000;">πως εσύ ’σαι του κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;">η μόνη πηγή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοίτα γύρω</span><br /><span style="color: #000000;">πουλιά και λουλούδια</span><br /><span style="color: #000000;">πως χαμόγελα ανθίζει η ζωή.</span><br /><span style="color: #000000;">Τα ποιήματά μου γίναν ρυάκια</span><br /><span style="color: #000000;">και ποτίζουν μ’ ελπίδα τη γη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ζωή ένα τραγούδι, Μαργαρίτα,</span><br /><span style="color: #000000;">και τραγούδα με πλέρια χαρά.</span><br /><span style="color: #000000;">Το πρωί θα μας πάρει ο ήλιος</span><br /><span style="color: #000000;">να γεμίσουν οι καρδιές μας φωτιά.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ Τ’ ΑΣΑΛΕΥΤΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα δέντρα τ’ ασάλευτα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο μικρός Χριστός</span><br /><span style="color: #000000;"> που κοκκίνιζε μπροστά στα κορίτσια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το αγκαλιασμένο ζευγάρι</span><br /><span style="color: #000000;"> που κρατιόταν σφιχτά</span><br /><span style="color: #000000;"> —από φόβο μη φύγει ο ένας του άλλου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ύστερα πάλι</span><br /><span style="color: #000000;"> εκείνος ο επίμονα μονότονος</span><br /><span style="color: #000000;"> θλιμμένος ουρανός.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι εσύ</span><br /><span style="color: #000000;"> που με την τεράστια απουσία σου</span><br /><span style="color: #000000;"> άδειαζες τους δρόμους και τις πλατείες</span><br /><span style="color: #000000;"> και γέμιζες τη ψυχή μου</span><br /><span style="color: #000000;"> με χάος και λύπη κι ερημιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα πώς επιτέλους να στο πω;</span><br /><span style="color: #000000;"> κοίτα,</span><br /><span style="color: #000000;"> σ’ αγαπώ γιατί υπάρχεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Φτάνει που υπάρχεις</span><br /><span style="color: #000000;"> και γω θα σ’ αγαπώ.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑΤΙ AN ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί αν είχα την αγάπη σου</span><br /><span style="color: #000000;">γιατί αν είχα μόνο την αγάπη σου</span><br /><span style="color: #000000;">Ο δυτικός άνεμος θα ‘ταν πιο υποφερτός</span><br /><span style="color: #000000;">τα καράβια θα ‘φευγαν χωρίς μαντήλια και δάκρυα</span><br /><span style="color: #000000;">κι οι μαργαρίτες θα περιφρονούσαν το ψύχος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί αν είχα την αγάπη σου</span><br /><span style="color: #000000;">γιατί αν είχα και μόνο την αγάπη σου,</span><br /><span style="color: #000000;">θα μπορούσα, στο υπόσχομαι ότι θα μπορούσα</span><br /><span style="color: #000000;">να γίνω ένα με το Φως, ένα με τη ψυχή σου,</span><br /><span style="color: #000000;">ένα με τον κόσμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα εσύ είσαι μια παθητική περίπτωση</span><br /><span style="color: #000000;">που μασουλάει</span><br /><span style="color: #000000;">τα φλούδια ενός ύψους που ξέφτισε&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα τί μου μιλάς και τί πασκίζεις;</span><br /><span style="color: #000000;">Μα δε βλέπεις που το όνειρό σου αστόχησε;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το μετεωρίζεται και τί περιμένεις;</span><br /><span style="color: #000000;">Ψάξε τη ψυχή μου</span><br /><span style="color: #000000;">άγγιξε τον κόσμο της ποίησης</span><br /><span style="color: #000000;">κρατήσου απ’ τις παρυφές της αγωνίας μου</span><br /><span style="color: #000000;">και λούσου στο αίμα μου, ν’ αθανατίσεις.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">I</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εγώ, συντρόφια μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν κατέχω πολλά πράγματα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είμαι σχεδόν αγράμματος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ανοίγω την καρδιά μου</span><br /><span style="color: #000000;"> και περνά</span><br /><span style="color: #000000;"> ο Ήλιος</span><br /><span style="color: #000000;"> ο Κόσμος</span><br /><span style="color: #000000;"> ο Θεός</span><br /><span style="color: #000000;"> και μεθυσμένος από πολλή αγάπη και φώς</span><br /><span style="color: #000000;"> τραγουδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> τραγουδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> τραγουδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> για να κρατήσω άσπιλο κι ακέραιο</span><br /><span style="color: #000000;"> τον προορισμό του ανθρώπου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">II</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν θελήσεις να διεκδικήσεις τον τίτλο του ποιητή</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν υπάρχει άλλος τρόπος, μα να ραντίσεις το αίμα σου</span><br /><span style="color: #000000;"> στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα</span><br /><span style="color: #000000;"> και την καρδιά σου να κάψεις</span><br /><span style="color: #000000;"> στη φωτιά που φωτίζει τον κόσμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> για χάρη της «καθαρότητας των ουρανών»,</span><br /><span style="color: #000000;"> —που λέει κι ο Ελύτης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">IΙΙ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αφού</span><br /><span style="color: #000000;"> ετάχτηκα</span><br /><span style="color: #000000;"> να γράφω στίχους</span><br /><span style="color: #000000;"> θα οδηγήσω το στοχασμό μου</span><br /><span style="color: #000000;"> ως την ύστερη ένταση της λέξης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ύστερα</span><br /><span style="color: #000000;"> το σύστημα του άλλου Γαλαξία</span><br /><span style="color: #000000;"> θα μου μάθει</span><br /><span style="color: #000000;"> τους στίχους του σύμπαντος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">IV</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και</span><br /><span style="color: #000000;"> ποιος σας είπε</span><br /><span style="color: #000000;"> ότι αυτό που κάνω</span><br /><span style="color: #000000;"> λέγεται ποίηση;</span><br /><span style="color: #000000;"> Εγώ απλώς</span><br /><span style="color: #000000;"> αντιγράφω αδέξια τον Ήλιο.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΩΔΕΚΑ ΑΤΙΤΛΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">1. Τον άνθρωπο…</span><br /><span style="color: #000000;">Τον άνθρωπο…</span><br /><span style="color: #000000;">Ποιος θα τον ανακαλύψει;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">2. Μοίρασα </span><br /><span style="color: #000000;">σα ψωμί </span><br /><span style="color: #000000;">την καρδιά μου</span><br /><span style="color: #000000;">Και δε μού ‘μεινε </span><br /><span style="color: #000000;">ούτε ένα ψίχουλο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">3. Τον ουρανό, τον ουρανό</span><br /><span style="color: #000000;">πώς </span><br /><span style="color: #000000;">να τον αντιγράψω;</span><br /><span style="color: #000000;">Δε </span><br /><span style="color: #000000;">συγκινείται εύκολα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">4. Κι όμως…</span><br /><span style="color: #000000;">Κάπου </span><br /><span style="color: #000000;">στην άκρη των χειλιών σου</span><br /><span style="color: #000000;">θα ενεδρεύει </span><br /><span style="color: #000000;">πάντα</span><br /><span style="color: #000000;">μια ιδέα χαμόγελο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">5. Η φιλοσοφία μας </span><br /><span style="color: #000000;">συνοψίστηκε </span><br /><span style="color: #000000;">σε μερικές λέξεις:</span><br /><span style="color: #000000;">Εγώ, Εσύ, Εμείς!</span><br /><span style="color: #000000;">Δηλαδή</span><br /><span style="color: #000000;">εν αρχή ήταν ο Άνθρωπος</span><br /><span style="color: #000000;">και η αγάπη για Σένα</span><br /><span style="color: #000000;">και από Σένα</span><br /><span style="color: #000000;">γνωριστήκαμε όλοι Εμείς!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">6. Πάντως </span><br /><span style="color: #000000;">Εμείς θα τους αντισταθούμε</span><br /><span style="color: #000000;">Όποιοι και να ‘ναι…</span><br /><span style="color: #000000;">Όσο δυνατοί και να ‘ναι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">7. Ένας ποιητής κινείται ανάμεσα μας.</span><br /><span style="color: #000000;">Προσοχή!</span><br /><span style="color: #000000;">Όπου κι αν τον συναντήσετε,</span><br /><span style="color: #000000;">Πυροβολήστε </span><br /><span style="color: #000000;">χωρίς προειδοποίηση.</span><br /><span style="color: #000000;">Είναι επικίνδυνος!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">8. Γιατί γράφω;</span><br /><span style="color: #000000;">Μα για να υπερασπιστώ </span><br /><span style="color: #000000;">το αθώο μου αίμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">9. Μέσα μου </span><br /><span style="color: #000000;">ένα αδιόρατο δάκρυ</span><br /><span style="color: #000000;">ένα διαρκές ψιχάλισμα.</span><br /><span style="color: #000000;">Κι αυτό το δάκρυ </span><br /><span style="color: #000000;">δεν είναι μόνο δικό μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">10. Για όνομα του Θεού…</span><br /><span style="color: #000000;">Μην πετάτε </span><br /><span style="color: #000000;">την καρδιά σας </span><br /><span style="color: #000000;">στα σκυλιά…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">11. Και τούτοι πάλι </span><br /><span style="color: #000000;">οι Νεοέλληνες&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">Θεέ μου, τι ουτοπία!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">12. Ιστορία: Το πρώτο πράμα που </span><br /><span style="color: #000000;">έμαθε ο άνθρωπος ήταν </span><br /><span style="color: #000000;">ο σεβασμός στο θάνατο…</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">…Κι οι ποιητές να γράφουν πρέπει διαρκώς γιατί έξαφνα πεθαίνουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όταν νιώθεις τη ανάγκη να γράψεις δεν συζητάς το θέμα</span><br /><span style="color: #000000;"> αλλά παίρνεις την πέννα και γράφεις ώσπου να λυτρωθείς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν ξέρω ώσπου μπορεί να φτάσει κανείς με τις λέξεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αν η ποίηση είναι αρκετή να μας ελευθερώσει, πριν ανταμωθούμε με το θάνατο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο θάνατος όταν σε βρει με προσωπείο κι αλυσίδες, ε, τότε πράγματι είναι φοβερό. Πεθαίνοντας έτσι τι μπορεί να κερδίσεις έξω από σκουλήκια;</span><br /><span style="color: #000000;"> Είναι περισσότερο η αγωνία του θανάτου που σε σκοτώνει. Η ψυχή σου θα ‘ναι κιόλας νεκρή πριν πεθάνεις. Θα ζεις στην οσμή των πτωμάτων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το θάνατο το φέρνουμε μέσα μας, και είναι αυτό το απροσδιόριστο που μας δυσκολεύει ν’ αγαπάμε, να ονειρευόμαστε, να πιστεύουμε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είναι αυτό το αόριστο χώρισμα, αυτός ο άυλος τοίχος που κρατά τους ανθρώπους σ’ απόσταση τον ένα απ’ τον άλλο, από την ίδια τους την ψυχή ακόμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μερικές φορές σκέφτομαι μήπως σπαταλώ άδικα τις ώρες μου, μήπως οι στοχασμοί κι οι στίχοι μου είναι λόγια που θα θαφτούν κάτω από άλλα λόγια και κείνα κάτω από τα άλλα που θα ειπωθούν αργότερα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όμως αυτή η δύναμη που με κάνει να στοχάζομαι και να γράφω, αυτή μου η τάση να αναλύω το κάθε τι, αυτό το ασύχαστο ηφαίστειο που κοχλάζει μέσα μου, αυτή η ακαθόριστη διαίσθηση που με οδηγεί όλο και πιο κοντά στο Αληθινό και στο αιώνιο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιός μπορεί να με πείσει πως όλα αυτά είναι δείγματα ψευδαίσθησης ή αεροβαδίσματος;</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι νόμοι θεσπίζονται για να εξυπηρετούν τους ανθρώπους και όχι</span><br /><span style="color: #000000;"> οι άνθρωποι τους νόμους!</span><br /><span style="color: #000000;"> Διότι τότε έχουμε στυγνή δικτατορία και τότε επιβάλλεται</span><br /><span style="color: #000000;"> ανυπακοή και αντίσταση αν οι πολίτες θέλουν ακόμη να διατηρούν την αξιοπρέπεια τους και τη διαφορά που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τα κτήνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πρόοδος επιτυγχάνεται μόνο με επανάσταση. Όταν λέω επανάσταση δεν εννοώ μόνο την ένοπλη. Επιστημονική βιομηχανική, κοινωνική, πνευματική, ακόμη κι ατομική.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σήμερα, τη χρονική αυτή στιγμή, η ανάγκη της επανάστασης, γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Ιδίως στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα. Είναι καιρός τ’ άτομα, οι πολίτες ενός κράτους να ενδιαφερθούν ενεργητικότερα στον τρόπο της διακυβέρνησης του τόπου όσο και για την πολιτική της κυβέρνησης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ιδίως οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν καθήκον να συμμετάσχουν σε πρώτο πλάνο στα της πολιτείας, διότι είναι οι οδηγοί και οι εκφραστές της κοινής γνώμης.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">1. Ευφροσύνη! Το μεγαλείο της γνώσης ας αντιταχτεί στο πανάρχαιο σχήμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> στη θαλπωρή της καρδιάς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η έρημος στεγνώνει τ’ ασκιά της καρδιάς. Η έρημος είναι αδέκαστη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η καρδιά οδηγεί στην Αγάπη. Κι η Αγάπη στην έρημο. Όμως η Αγάπη δεν αντέχει την κάψα της ερήμου, την έλλειψη της βλάστησης κι εξαντλείται γρήγορα. Η έρημος είναι γεμάτη νεκρές, χαμένες αγάπες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η καρδιά σου δίνει μόνο τη δυνατότητα ν’ αντικρίσεις την έρημο. Μην την κουβαλήσεις όμως μαζί σου. Χωρίς λύπη, χωρίς δάκρυ αποχωρίσου την. Τουλάχιστον δώσ’ της τη δυνατότητα να πεθάνει αξιόπρεπα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">2. Τώρα η έρημος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άγνωστη-αδέκαστη-ανέκφραστη!</span><br /><span style="color: #000000;"> Και το υπερευαίσθητο κρίνο</span><br /><span style="color: #000000;"> μεταμορφώνεται σε πύρινη ρομφαία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η ψυχή αεί οδηγός.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άγγελοι φοβεροί,</span><br /><span style="color: #000000;"> Αγριεμένοι ερημίτες</span><br /><span style="color: #000000;"> καραδοκούν ζυγιάζοντάς με</span><br /><span style="color: #000000;"> στο σκοτεινό τους βλέμμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο οργισμένος προφήτης,</span><br /><span style="color: #000000;"> -ο Άρχοντας της Ερήμου-</span><br /><span style="color: #000000;"> θα προβάλει σε λίγο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ψυχή, στο ύψος σου!</span><br /><span style="color: #000000;"> Η ρομφαία σε θέση κτυπήματος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Η δοκιμασία, η δοκιμασία!</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΝΑΤΟΣ, Η ΑΝΑΠΑΨΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">&#8230; Κάποτε ο πολεμιστής αποκάμνει, αποσύρεται για λίγο-</span><br /><span style="color: #000000;"> κοινός θάνατος, που λένε τούτοι της γής οι εύκολοι —πηγαίνει</span><br /><span style="color: #000000;"> παράμερα, στον ίσκιο&#8217; ξεκουράζεται κομμάτι, ξεπλένεται απ’ τις</span><br /><span style="color: #000000;"> σκόνες και τα γαίματα, αλλάζει τα σχισμένα του ρούχα, τη φθαρμένη πανοπλία,<br />τα ραγισμένα του κοντάρια, πίνει δυο-τρεις</span><br /><span style="color: #000000;"> χούφτες δροσερό νεράκι και αφήνοντας τη φιλόξενη σκιά, νάτονε</span><br /><span style="color: #000000;"> πάλι με κραυγές πολεμικές να ορμά στο συρφετό της μάχης μέσα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και αυτό πάει και πάει ώσπου οι βάρβαροι λυγίσουν, οι γραμμές</span><br /><span style="color: #000000;"> τους αραιώσουν κι η υποχώρηση σημάνει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τότες κι ο φίλος μας ο πολεμιστής γυρίζει πίσω στο σπίτι,</span><br /><span style="color: #000000;"> στους δικούς —μια και πέτυχε στην αποστολή του —να απολάψει</span><br /><span style="color: #000000;"> τους χρόνους του Ήλιου και της Γαλήνης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">NICANOR PARRA</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Χιλή</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΖΗΤΙΑΝΟΣ</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> (Mendigo)</span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δε μπορείς να ζεις στην πόλη</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς τ’ απαραίτητα μέσα για συντήρηση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η αστυνομία εφαρμόζει το νόμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μερικοί είναι στρατιώτες</span><br /><span style="color: #000000;"> που έχυσαν το αίμα για την πατρίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> (αυτό σε εισαγωγικά)</span><br /><span style="color: #000000;"> Άλλοι είναι πονηρομπακάληδες</span><br /><span style="color: #000000;"> που κλέβουν ένα ή δυο ή τρία γραμμάρια</span><br /><span style="color: #000000;"> από ένα κιλό σταφίδες,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και οι υπόλοιποι είναι παπάδες</span><br /><span style="color: #000000;"> που γυρνοφέρνουν μ’ ένα βιβλίο στα χέρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">0 καθένας τους ξέρει τη δουλειά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ποιά νομίζετε, είναι η δική μου;</span><br /><span style="color: #000000;"> Τραγουδώ, κοιτώντας τα κλειστά παράθυρα</span><br /><span style="color: #000000;"> μπας και τ’ ανοίξουν</span><br /><span style="color: #000000;"> και</span><br /><span style="color: #000000;"> μου πετάξουν</span><br /><span style="color: #000000;"> κανένα κέρμα.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> (Iovenes)</span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γράφετε όπως θέλετε</span><br /><span style="color: #000000;"> σ’ οποιοδήποτε στυλ σας αρέσει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πάρα πολύ αίμα έχει χυθεί κάτω από το γιοφύρι,</span><br /><span style="color: #000000;"> που θα ‘ταν ηλίθιο να πιστέψετε</span><br /><span style="color: #000000;"> πως μόνο ένας δρόμος είναι ο σωστός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ποίηση τα πάντα επιτρέπονται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με μόνο αυτόν τον όρο, βεβαίως:</span><br /><span style="color: #000000;"> Να γίνετε κύριοι της λευκής σελίδας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">NICOLAS GUILLEN</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Κούβα</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΚΑΝΤΑΛΙΣΟ Σ’ ΕΝΑ ΜΠΑΡ</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> (Cantaliso en un bar)</span></h5>
<p><span style="color: #000000;">(Τουρίστες σ’ ένα μπαρ. Ο Κανταλίσο, η κιθάρα του.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—«Μή με πλερώνετε για να τραγουδήσω</span><br /><span style="color: #000000;"> ό,τι δεν πρόκειται να τραγουδήσω.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τώρα θ’ ακούσετε όσα ’θελα να πω</span><br /><span style="color: #000000;"> και δεν είπα προηγουμένως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιός σας έστειλε;</span><br /><span style="color: #000000;"> Σπαταλήστε τα λεφτά σας,</span><br /><span style="color: #000000;"> πιέστε το πιοτό σας,</span><br /><span style="color: #000000;"> αγοράστε μια μαράγκα —</span><br /><span style="color: #000000;"> μα δε μπορείτε να μ’ αγοράσετε εμένα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όχι εμένα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όχι εμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλοι αυτοί οι ροδοκόκκινοι Γιάνκηδες</span><br /><span style="color: #000000;"> γιοί της γαρίδας,</span><br /><span style="color: #000000;"> γεννημένοι από μια μπουκάλα,</span><br /><span style="color: #000000;"> μια μπουκάλα ρούμι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιός σας είπε να ‘ρθετε;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσείς ζείτε</span><br /><span style="color: #000000;"> εγώ πεθαίνω,</span><br /><span style="color: #000000;"> τρώτε και πίνετε</span><br /><span style="color: #000000;"> μα όχι εγώ,</span><br /><span style="color: #000000;"> όχι εγώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν και είμαι ένας φτωχόνεγρος</span><br /><span style="color: #000000;"> το ξέρω ότι ο κόσμος δεν πάει καλά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αι, και ξέρω ένα κόλπο</span><br /><span style="color: #000000;"> που θα τον φτιάξει μια χαρά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιός σας έστειλε;</span><br /><span style="color: #000000;"> Όταν πάτε πίσω, στη Νέα Υόρκη,</span><br /><span style="color: #000000;"> να μου στείλετε μερικούς φουκαράδες</span><br /><span style="color: #000000;"> φτωχαδάκια σαν και μένα</span><br /><span style="color: #000000;"> φτωχαδάκια σαν και μένα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θα τους δώσω το χέρι</span><br /><span style="color: #000000;"> και θα τραγουδήσω μαζί τους</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί το τραγούδι που ξέρουν</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι το ίδιο που ξέρω και γω.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">SALVATOR NOVO</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Μεξικό</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΦΙΛΟΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> (El amiko ido)</span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο Ναπολέων μου γράφει :</span><br /><span style="color: #000000;"> «Το Κολλέγιο είναι πολύ μεγάλο</span><br /><span style="color: #000000;"> σηκωνόμαστε πολύ νωρίς,</span><br /><span style="color: #000000;"> δε μιλάμε τίποτε άλλο, παρά εγγλέζικα,</span><br /><span style="color: #000000;"> σου στέλνω μια φωτογραφία του χτιρίου&#8230;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε θα ξανακλέψουμε γλυκά μαζί</span><br /><span style="color: #000000;"> από τη ντουλάπα ή να τρέξουμε στο ποτάμι</span><br /><span style="color: #000000;"> να βρέξουμε τα πόδια</span><br /><span style="color: #000000;"> ή να κόψουμε αιματόχρωμα καρπούζια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα ετοιμάζομαι για τις τελικές μου εξετάσεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ύστερα, κατά τα φαινόμενα,</span><br /><span style="color: #000000;"> θα μάθω ό,τι πρέπει να ξέρω,</span><br /><span style="color: #000000;"> θα γίνω γιατρός,</span><br /><span style="color: #000000;"> θα έχω φιλοδοξίες, γενειάδα, μακριά παντελόνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ’ αν θα κάνω γιό</span><br /><span style="color: #000000;"> δε θ’ αφήσω κανένα να τον διδάξει τίποτε,</span><br /><span style="color: #000000;"> τον θέλω να ‘ναι τεμπέλης κι ευτυχισμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως ποτέ μου δε μπόρεσα να ‘μαι</span><br /><span style="color: #000000;"> εξ αιτίας των γονιών μου</span><br /><span style="color: #000000;"> όχι των γονιών μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> των προπάππων μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> όχι των προπάππων μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα εξαιτίας του Θεού.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">LUIS CARDOZA Y ARAGON</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Γουατεμάλα</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΡΟΜΑΝΤΖΑ ΣΤΟΝ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Romance de Federico Garcia Lorga</span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο Τσαπουκαλής Τσιγγάνος έφυγε</span><br /><span style="color: #000000;"> με την όμορφη μιγάδα</span><br /><span style="color: #000000;"> και με μια γερή κιθάρα</span><br /><span style="color: #000000;"> εύθυμος και περίεργος να βρει</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί «Του Αντώνιο, η γυναίκα,</span><br /><span style="color: #000000;"> με τέτοιο τρόπο περπατεί&#8230;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γυναίκες στα μπαλκόνια</span><br /><span style="color: #000000;"> και νεράιδες και τρίτωνες</span><br /><span style="color: #000000;"> τραγουδούσαν μαργαριταρένια τραγούδια</span><br /><span style="color: #000000;"> στον ποιητή της Γρανάδας:</span><br /><span style="color: #000000;"> «Έλα από δω, Φεντερίκο,</span><br /><span style="color: #000000;"> κάμε τα πορτοκάλια να ευωδιάσουν</span><br /><span style="color: #000000;"> και τους ανανάδες και τα μήλα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θα σου στύψω ένα πιοτό</span><br /><span style="color: #000000;"> από ανθισμένα δειλινά και τραγούδια,</span><br /><span style="color: #000000;"> τη μουσική των χορών,</span><br /><span style="color: #000000;"> και το βαθύ τραγούδι: το χρώμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η κιθάρα γκαστρώθηκε</span><br /><span style="color: #000000;"> (ίσως με την αυγή, μ’ όμορφες μιγάδες</span><br /><span style="color: #000000;"> ή με τον κορυδαλλό)</span><br /><span style="color: #000000;"> που τραγουδά σαν κοριτσόπουλο</span><br /><span style="color: #000000;"> με πιο λεπτούς γοφούς</span><br /><span style="color: #000000;"> και πιο στρόγγυλη σιλουέτα,</span><br /><span style="color: #000000;"> με φωνή τόσο γλυκιά</span><br /><span style="color: #000000;"> που τις μέλισσες ακόμα ξεγελά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έλα, από δω, Φεντερίκο</span><br /><span style="color: #000000;"> θα τα βάψουμε όλα μαύρα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα πρόσωπα και τα κορμιά μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> θα κάνουμε κότσο τα μαλλιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> θα βάψουμε και τον ύπνο, ακόμα..</span><br /><span style="color: #000000;"> Είναι κάτι τραγούδια νέγρικα</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν βαρυψημένα σταφύλια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είναι κάτι ζαχαρόσποροι</span><br /><span style="color: #000000;"> πιο γλυκοί κι από τ’ αυγερινά τ αστέρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Τσαπουκαλής Τσιγγάνος έφυγε</span><br /><span style="color: #000000;"> με την όμορφη μιγάδα</span><br /><span style="color: #000000;"> εύθυμος και περίεργος να βρει&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;"> και κάνανε έρωτα στ’ ακρογιάλι</span><br /><span style="color: #000000;"> και σαν ξυπνήσανε,</span><br /><span style="color: #000000;"> βρήκανε τον ήλιο μέσα στην κιθάρα τους</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΚΙ ROFU</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Ιαπωνία</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">META TO ΦΙΛΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Κοιμάσαι»,</span><br /><span style="color: #000000;"> «Όχι», είπες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άνθη του Μαγιού</span><br /><span style="color: #000000;"> ν ανθίζουν μες το μεσημέρι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στη χλόη</span><br /><span style="color: #000000;"> κοντά στη λίμνη</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω από τον ήλιο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Θα μπορούσα</span><br /><span style="color: #000000;"> να κλείσω τα μάτια</span><br /><span style="color: #000000;"> και να πεθάνω εδώ», είπες.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">TSUBOI SHIGEJI</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Ιαπωνία</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το Φθινόπωρο κάποιος φίλος</span><br /><span style="color: #000000;"> μου έστειλε ένα μήλο</span><br /><span style="color: #000000;"> πήγα να το φάω</span><br /><span style="color: #000000;"> όλο μονομιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κόκκινο: ολοκόκκινο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην παλάμη μου, ασήκωτο</span><br /><span style="color: #000000;"> Ασήκωτο όπως ο κόσμος.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">MARUYAMA KAORU</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Ιαπωνία</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">TOΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ Ο ΠΟΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στ’ αφτί μιας άγκυρας ένας γλάρος</span><br /><span style="color: #000000;"> κάθεται</span><br /><span style="color: #000000;"> Ξαφνικά, χωρίς λέξη, η άγκυρα γλιστρά</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τρομαγμένος, ο γλάρος πετά μακριά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βιαστική, η άγκυρα γέρνει χλωμή</span><br /><span style="color: #000000;"> μεσ’ το νερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βυθίζεται.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι αυτό που ο γλάρος νιώθει</span><br /><span style="color: #000000;"> γίνεται σκούξιμο λυπημένο κι άγριο,</span><br /><span style="color: #000000;"> χαμένο μεσ ’τον άνεμο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">VCQUES PREVERT</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Γαλλία</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η μητέρα κάνει πλεχτό</span><br /><span style="color: #000000;"> ο γιος κάνει πόλεμο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το βρίσκει πολύ φυσικό αυτό η μητέρα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ο πατέρας, τί κάνει ο πατέρας;</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο πατέρας κάνει «μπίζνες»</span><br /><span style="color: #000000;"> η γυναίκα του πλεχτό</span><br /><span style="color: #000000;"> ο γιός του πόλεμο</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτός τις «μπίζνες» του.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το βρίσκει πολύ φυσικό αυτό, ο πατέρας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ο γιός, ο γιός τί να βρίσκει, ο γιός;</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν βρίσκει τίποτε, απολύτως τίποτε ο γιός.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο γιός, η μητέρα του κάνει πλεχτό,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο πατέρας του «μπίζνες», αυτός πόλεμο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όταν τελειώσει ο πόλεμος</span><br /><span style="color: #000000;"> θα κάνει «μπίζνες» με τον πατέρα του.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο πόλεμος συνεχίζεται, η μητέρα συνεχίζει να πλέκει,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο πατέρας συνεχίζει τις «μπίζνες»</span><br /><span style="color: #000000;"> ο γιός σκοτώθηκε, δε συνεχίζει άλλο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο πατέρας κι η μητέρα, πάνε στο νεκροταφείο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το βρίσκουν πολύ φυσικό αυτό,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο πατέρας κι η μητέρα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η ζωή συνεχίζεται. Η ζωή με το πλεχτό,</span><br /><span style="color: #000000;"> τον πόλεμο, τις «μπίζνες».</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι «μπίζνες», ο πόλεμος, το πλεχτό, ο πόλεμος,</span><br /><span style="color: #000000;"> οι «μπίζνες», οι «μπίζνες», οι «μπίζνες»</span><br /><span style="color: #000000;"> η ζωή με το νεκροταφείο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">PAUL ELUARD</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Γαλλία</span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΚΕΙΝΗ, Η ΠΑΝΤΟΤΕΙΝΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αν σας πω «Τα ‘χω εγκαταλείψει όλα»</span><br /><span style="color: #000000;"> σημαίνει πως δεν είναι εκείνη του κορμιού μου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποτέ δεν καυχήθηκα γι αυτό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν είναι αλήθεια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι η καταχνιά όπου κινούμαι</span><br /><span style="color: #000000;"> ποτέ δε ξέρει αν πέρασα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η βεντάλια των χειλιών της,</span><br /><span style="color: #000000;"> η ανταύγεια των ματιών της</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο εγώ είμαι κυκλωμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> από αυτό τον τόσο μηδαμινό καθρέφτη</span><br /><span style="color: #000000;"> όπου ο αγέρας κυκλοφορεί μέσα μου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ο αγέρας έχει ένα πρόσωπο</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα πρόσωπο αγαπημένο,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα πρόσωπο που αγαπά, το δικό σου πρόσωπο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε σένα που δεν έχεις όνομα</span><br /><span style="color: #000000;"> και οι άλλοι δε σε γνωρίζουν</span><br /><span style="color: #000000;"> Η θάλασσα σου λέει: πάνω μου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο ουρανός σου λέει: πάνω μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τ’ άστρα σε διαισθάνονται, τα σύννεφα σε φαντάζονται</span><br /><span style="color: #000000;"> και το αίμα που χύνεται στις πιο ακριβές στιγμές</span><br /><span style="color: #000000;"> το αίμα της γενναιοφροσύνης,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε μεταφέρνει με ηδονή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τραγουδώ τη μεγάλη χαρά να σε τραγουδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> τη μεγάλη χαρά να σ’ έχω ή να μη σ’ έχω,</span><br /><span style="color: #000000;"> την ειλικρίνεια να σε περιμένω,</span><br /><span style="color: #000000;"> την αθωότητα να σε γνωρίζω.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ω, εσύ που εξαλείφεις τη λησμονιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> την ελπίδα και την άγνοια,</span><br /><span style="color: #000000;"> που εξαλείφεις την απουσία και με φέρνεις στον κόσμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τραγουδώ για να τραγουδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> σ’ αγαπώ για να τραγουδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> το μυστήριο όπου η αγάπη</span><br /><span style="color: #000000;"> με δημιουργεί κι αυτολυτρώνεται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">είσαι αγνή,</span><br /><span style="color: #000000;"> πιο αγνή κι από μένα</span><br /><span style="color: #000000;"> τον ίδιο ακόμη.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">CARL SANDBURG (June 13, 1943)</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> Η.Π.Α.</span></h4>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ MIA ΣΥΝΗΘΕΙΑ</span></strong><br /><span style="color: #000000;"> (Freedom is a Habit)</span></h4>
<p><span style="color: #000000;">Η Λευτεριά είναι μια συνήθεια</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ένα φορεμένο σακάκι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μερικοί γεννιούνται για να το φορούν</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλοι για να μην το γνωρίσουν ποτέ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Λευτεριά είναι φτηνή</span><br /><span style="color: #000000;"> ή πάλι σαν μια φορεσιά, τόσο ακριβή,</span><br /><span style="color: #000000;"> που οι άνθρωποι την πληρώνουν με τη ζωή τους</span><br /><span style="color: #000000;"> για να την έχουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Λευτεριά είναι αόρατη:</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτοί που την έχουν</span><br /><span style="color: #000000;"> συχνά, δεν ξέρουν πως την έχουν</span><br /><span style="color: #000000;"> μέχρι που να τους την πάρουν</span><br /><span style="color: #000000;"> και τότες μαθαίνουν τί έχασαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τί να σημαίνει αυτό;</span><br /><span style="color: #000000;"> Να ‘ναι τάχατες γρίφος; Ναι, πρώτο απ όλα απαντιέται</span><br /><span style="color: #000000;"> στ’ αλφαβητάρια των γρίφων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το να ‘σαι λεύτερος είναι έτσι κι έτσι</span><br /><span style="color: #000000;"> το μπορείς και δεν το μπορείς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι πεζοί μπορεί να ‘χουν λευτεριά</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο αν η λευτεριά τους δε γίνει πεζή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι δρομείς μπορεί να ‘χουν λευτεριά</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο αν η λευτεριά τους δεν τους ξεπεράσει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Συχνά φαγάδες έχουν καταβροχθίσει</span><br /><span style="color: #000000;"> τη μερίδα της λευτεριάς τους και τώρα πεινούν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Συχνά πότες παράχυσαν</span><br /><span style="color: #000000;"> το κρασί της λευτεριάς τους και τώρα διψούν.</span></p>
<p style="text-align: right;">,</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΛΟΪΖΟΥ ΛΥΜΠΟΥΡΗ: </span></strong></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Ο αδελφός μου, Δώρος Λοΐζου</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ /2/9/2019/xatzigeorgiou@yahoo.com</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αδελφή του ποιητή και αγωνιστή, Δώρου Λoΐζου, που δολοφονήθηκε από την ΕΟΚΑ Β στις 30 Αυγούστου 1974, αποφασίζει να αφηγηθεί όσα δεν ανέφερε ποτέ δημόσια μέχρι σήμερα για τη ζωή του αδελφού της.</span></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-12231 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2019/08/ce91ceb8ceb7cebdceac-ce9bcebfce90ceb6cebfcf85.jpg" alt="Αθηνά Λοΐζου" width="227" height="341" /></p>
<p><span style="color: #000000;">Φορούσε τα καλά της, είχε ετοιμάσει γλυκό, καφέ κυπριακό – με περίμενε στο μπαλκόνι «για να μην μπερδευτείς με τα νούμερα των σπιτιών στην Κλήμεντος», απέναντι -σχεδόν- από το δημοτικό σχολείο του Αγίου Αντωνίου. «Χαίρομαι πολύ που θα μιλήσουμε για τον Δώρο!», μου είπε στα σκαλιά, κάτω από μία μεγάλη κορνιζαρισμένη φωτογραφία του αδελφού της – τη χαμογελαστή και αισιόδοξη, την πιο γνωστή του ίσως. Επάνω στο φορμάικο τραπεζάκι του σαλονιού είχε ήδη συγκεντρώσει ξεθωριασμένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τη ζωή του, τους δίσκους του, βιβλία που είχε διαβάσει με την υπογραφή του, παλιές κάρτες που της έστελνε από την Αθήνα και από την Αμερική όπου σπούδαζε, φωτοτυπημένα πολλά ποιήματά του «γιατί ξεκινήσαμε να κάνουμε ταξινόμηση σε πολλά χειρόγραφα». Η φωνή της «έσπαγε» συνεχώς, από την αρχή μέχρι το τέλος της συνέντευξης – από τη μία καταλάβαινα πως ήταν μία υπέρβαση για εκείνην να αναφέρεται επί μία ώρα στη δολοφονία του πιο αγαπημένου της προσώπου, από την άλλη ήθελε να μιλήσει, «για να δημοσιοποιηθούν ντοκουμέντα». Κι ας έκλαιγε σε πολλές στιγμές κι ας σταματούσαμε για μερικά λεπτά «για μια ανάσα». Ήταν σαν να περίμενε -και εκείνη- την ιδανική αυτή στιγμή ενός ζεστού απογεύματος, ενός ακόμη «μαύρου» Αυγούστου της Λευκωσίας, για να «φωτιστούν» μέσα της δύο από τα ωραιότερα ποιήματα του Δώρου Λοΐζου: «Ποίηση είναι / ο άνθρωπος που προσπαθεί να μιλήσει / σαν Θεός / κι ο Θεός που προσπαθεί να μιλήσει σαν άνθρωπος». «Κι αν σε ρωτήσουν / καμιά φορά / ποιοι τάχατες / αλλάζουν τον κόσμο / οι ποιητές ή τα κόμματα / μην ντραπείς / να τους απαγγείλεις δυο τρεις στίχους…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι σχεδόν ανατριχιαστικό ότι ζείτε τρία λεπτά από τον κυκλικό κόμβο του «ΟΧΙ», εκεί όπου δολοφονήθηκε ο αδελφός σας… Είναι. Αλλά είναι και η προτομή του Δώρου εκεί, οπότε είναι σαν παρηγοριά για μένα – είναι κάτι «δικό» μου. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού ήσασταν τη μέρα της δολοφονίας του; Εκείνη την περίοδο εργαζόμουν στην εταιρεία του Γιώργου Βασιλείου, του μετέπειτα προέδρου, τη «Λήδρα». Επί της Μακαρίου ήταν τα γραφεία. Άκουσα τις σφαίρες – τις άκουσε όλη η Λευκωσία. Αλλά δεν ήξερα. Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι το να ακούεις σφαίρες τον Αύγουστο του ’74 στην Κύπρο, ήταν κάτι σύνηθες πλέον. Λίγο μετά ήρθε ο κλητήρας της εταιρείας, ο οποίος ήταν ήδη στην τράπεζα, στην πλατεία Ελευθερίας. «Άκουσα ότι εσκοτώσαν τον Λυσσαρίδη», μας είπε όταν τον ρωτήσαμε «τι έγινε πάλε;». «Και κάποιος ήταν μαζί του…». Τα έχασα. Διότι διαισθάνθηκα τι είχε συμβεί. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην ήταν και ο Δώρος μαζί με τον γιατρό! Ο Μάριος ο Τεμπριώτης ήταν σωματοφύλακας του Λυσσαρίδη, πήγαινε κάθε μέρα και τον έπαιρνε στις υποχρεώσεις του αλλά, λόγω των ταραχών και του πολέμου, και επειδή είχαν προειδοποιήσει επανειλημμένως τον γιατρό ότι θα τον σκοτώσει η ΕΟΚΑ Β’, είχαν κανονίσει τα παιδιά που ήταν μαζί του να τον παίρνουν και να τον φιλοξενούν σε κάποιο σπίτι τα ίδια, ώσπου να ησυχάσουν κάπως τα πράγματα. Για να μη γνωρίζουν πού μένει, διότι εκινδύνευε. Ελάχιστοι, λοιπόν, ήξεραν πού ήταν κάθε βράδυ ο γιατρός – ανάμεσά τους και ο Δώρος, ο οποίος βρισκόταν συνεχώς δίπλα του. Το βράδυ πριν από τη δολοφονία, είχα μάθει από άλλους ότι ο γιατρός είχε διαμείνει στο σπίτι του Δώρου, στον Άγιο Δομέτιο. Μέσα σε εκείνο το σπίτι έμενε και η Βαρβάρα, η Αμερικανίδα γυναίκα του Δώρου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν σας είπε ο κλητήρας για τον «σκοτωμένο στο “ΟΧΙ”», γιατί πιστέψατε ότι ήταν ο αδελφός σας; Από το πρώτο λεπτό ήμουν βέβαιη πως θα ήταν ο Δώρος! Πως δεν ήταν ο Λυσσαρίδης. O πατέρας μου, η μάνα μας, εγώ, του λέγαμε πάντα: «Μην πηγαίνεις συνέχεια μαζί με τον γιατρό. Θα σε παίξουν!». «Γιατί να φοβηθώ;», μας απαντούσε. «Άμα είναι το τυχερό μου…». Την 1η Αυγούστου τον είχαν ήδη συλλάβει άντρες της ΕΟΚΑ Β’, αλλά τους απείλησε η γυναίκα του, η οποία ήταν πολίτις των ΗΠΑ, ότι θα τους καταγγείλει στην αμερικανική πρεσβεία, διότι είχε και διεθνή δημοσιογραφική ταυτότητα. Και έτσι τον είχαν αφήσει τότε ελεύθερο. Αλλά ήδη ο Δώρος είχε στοχοποιηθεί. Μόλις αντιλήφθηκα, λοιπόν, τι θα είχε συμβεί, άφησα το γραφείο και έτρεξα στο μαγαζί με τα εξαρτήματα των αυτοκινήτων που είχε ο παπάς μου, στη λεωφόρο Ομήρου, δίπλα από τον «Καρυδά». Ο παπάς μου είχε ήδη ακούσει τι είχε γίνει εκεί από τον θείο μου, που δούλευε στη Cyta. Έκλεισε το μαγαζί και πήγε κατευθείαν στο νοσοκομείο, μαζί με τη μάμα μου, να δουν τι τελικά έγινε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πήγατε μαζί τους; Όχι. Εγώ έμεινα στο μαγαζί. Από το νοσοκομείο με πήρε τηλέφωνο ο παπάς μου και η μάμα μου και μου είπαν τα νέα: «Ο δολοφονημένος δεν είναι ο γιατρός, είναι ο Δώρος!». Εσοκαρίστηκα, δεν ήξερα τι μου εγίνετουν, αλλά τους είπα ότι δεν ήθελα να τον δω παραμορφωμένο – αντιλαμβάνεστε πώς ήταν εκείνες οι στιγμές. Και, μέχρι σήμερα, δεν μπορώ να δω τη συγκεκριμένη φωτογραφία, έτσι όπως τον είχαν κάνει με τις σφαίρες. Μετά, βέβαια, είχαμε άλλες διαδικασίες, γιατί δεν μας τον έδιναν αμέσως. Αλλά επιάσαμεν την ξαδέλφη μου, την Τζένη Ξιναρή, η οποία ήταν η ιδιαιτέρα του Τάσσου Παπαδόπουλου τότε, που τα εκανόνισεν όλα, για να κάνουμε την κηδεία την επόμενη μέρα. Θυμάμαι ότι ήρθαν στο σπίτι συγγενείς, πολλοί φίλοι, συναγωνιστές του Δώρου – εγώ δεν ήθελα να δω κανέναν! Εκλείστηκα στο δωμάτιό μου.</span><br /><span style="color: #000000;">Στο μεταξύ, τι είχατε μάθει για τη δολοφονία; Στο αυτοκίνητο βρίσκονταν τρία άτομα. Ο Δώρος ήταν ο οδηγός. Η Βαρβάρα, η γυναίκα του Δώρου, η συνοδηγός. Ο γιατρός καθόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Είχαν περάσει, στο μεταξύ, από το ξενοδοχείο Hilton και εκεί άφησαν μία Αμερικανίδα δημοσιογράφο, η οποία είχε μείνει μαζί τους το βράδυ της προηγούμενης μέρας και ήταν και εκείνη μέσα στο αυτοκίνητο, προκειμένου να στείλει κάποιες ανταποκρίσεις. Ο Δώρος, κάποια στιγμή, στην Κάνιγγος, είχε γυρίσει και είχε πει στον γιατρό: «Παρακολουθούν μας, είναι ένα αυτοκίνητο χωρίς νούμερα, πίσω μας». Όταν πια έφτασαν στο «ΟΧΙ», ξεκίνησαν οι σφαίρες. Ο γιατρός έσκυψε αμέσως, τις ριπές τις έφαεν ο Δώρος και κάποιες ξώφαλτσα η Βαρβάρα. Την ώρα που πήγαινε ο Δώρος να ελαττώσει ταχύτητα, επειδή ήταν το round about εκεί, τον έραψαν κανονικά τα καλάσνικοφ. Έφαεν 30 σφαίρες. Τις μισές πάνω στο κεφάλι και τις άλλες μισές γύρω που το αυτοκίνητο. Εκρατούσαν καλάσνικοφ και τον έραφκαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είχα δει σε κάποιο ντοκιμαντέρ, στο ΡΙΚ, μία παλιά συνέντευξη της Βαρβάρας, η οποία έλεγε: «Ξέρω ποιοι σκότωσαν τον Δώρο, αλλά τότε δεν μπορούσα να μιλήσω για τους δολοφόνους γιατί φοβόμουνα»… Και ο γιατρός τα λέει αυτά στις μαρτυρίες του: «Είναι οι γνωστοί-άγνωστοι δολοφόνοι». Ξέρουμε συγκεκριμένα ποιοι είναι, αλλά… Ο παπάς μου, θυμάμαι, είχε πάει να δει τον Μακάριο, μετά τα γεγονότα. Του είπε: «Ξέρετε, Μακαριότατε, ποιοι εσκότωσαν τον γιο μου;». «Ξέρω, ξέρω…», του απάντησε ο Μακάριος. «Ε, αφού ξέρεις, να τους φέρεις μπροστά μου. Να πάρω δικαιοσύνη». «Σιγά σιγά, θα τα δούμε όλα», του είπε ο Μακάριος. Μία κοπέλα, η οποία μαρτύρησε, δύο μέρες μετά τη δολοφονία βρέθηκε πνιγμένη μέσα στο μπάνιο της, «από ηλεκτροπληξία». Για να καταλάβετε τις συνθήκες εκείνης της περιόδου… Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Ηρακλή Χατζηρακλέους, που είχε την εφημερίδα «Ελεύθερος Λαός», η CIA πλήρωσε τότε εννέα χιλιάδες λίρες – πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Αν σκεφτείτε πως ο γιατρός ήταν επικηρυγμένος για δώδεκα χιλιάδες λίρες, τότε καταλαβαίνετε πόσο σημαντικός ήταν γι’ αυτούς ο Δώρος. Η επιταγή βγήκε από την Αμερική. Και εξαργυρώθηκε!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είστε βέβαιη γι’ αυτά που μου λέτε; Απολύτως! Έφτασεν πια η ώρα να τα πω δημόσια. Ο δημοσιογράφος του «Φιλελευθέρου», Κώστας Βενιζέλος, ετοιμάζει ήδη βιβλίο για τη ζωή του Δώρου -με πολλά, άγνωστα μέχρι σήμερα, στοιχεία- με τίτλο «Οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι», που θα κυκλοφορήσει μέσα στο φθινόπωρο. Σ’ αυτό δημοσιοποιούνται πολλά…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν είχατε τώρα μπροστά σας τους δολοφόνους του αδελφού σας, τι θα τους λέγατε; Θα προτιμούσα να μην τους αντικρίσω ποτέ! Γι’ αυτό και δεν γνωρίζω τι απέγιναν, πού ζουν… Αλλά, αν οι συνθήκες τα έφερναν και βρισκόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο, νομίζω πως θα έβγαινα εκτός εαυτού. Καλύτερα να μη συμβεί. Ο παπάς μου μού έλεγε: «Έχει Θεό και θα πληρώσουν!». Αυτό θα σας απαντούσα κι εγώ τώρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι θυμάστε από την κηδεία του Δώρου; Θυμάμαι τον κόσμο… Χιλιάδες! Η πομπή έγινε από το «ΟΧΙ» ώς το κοιμητήριο. Κρατούσαν λουλούδια, έλεγαν συνθήματα, τραγουδούσαν – ήταν σαν μια μεγάλη διαδήλωση. Για μένα, όμως, ήταν σαν ένα φρικιαστικό όνειρο. Έτσι το έχω μέσα στο νου μου. H εικόνα είναι μπροστά μου – σαν να έγινε χθες… Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από εκείνη την ημέρα… </span><br /><span style="color: #000000;">Έχει μαλακώσει πια κάπως ο πόνος σας για το θάνατο του αδελφού σας, μετά από 45 χρόνια; Όχι, όχι. Ποτέ! Αυτός ο πόνος δεν φεύγει ποτέ! Κι ούτε θα φύγει. Γιατί να συνηθίσω το θάνατο του Δώρου;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μητέρα σας ζει; Η μάμα μου επέθανεν πολύ πριν από τον παπά μου. Που το μαράζιν της, είχε νοσήσει στους πνεύμονες. Ήταν πιο εσωστρεφής η μάμα μου, εκράταν το μέσα της. Ενώ ο παπάς μου, όποτε είχε εκδηλώσεις, συνέδρια, διαδηλώσεις, πήγαινε με τα βιβλία του Δώρου, με τα ποιήματά του και τα διένειμε. «Δεν άξιζε να σκοτώσουν έτσι ένα παιδί!», έλεγε σε όλους. Ήταν πολλά περήφανος ο παπάς μου για τον Δώρο! Όλοι μας βέβαια ήμασταν περήφανοι για εκείνον, αλλά ο παπάς μου, πώς να σας το εξηγήσω, ήταν ο ήρωάς του, είχε γίνει το πρότυπό του. Ήθελε να διατηρήσει τη μνήμη του Δώρου ζωντανή! Σε όλους τους συλλόγους της ΕΔΕΚ είχε πάει και είχε δώσει φωτογραφίες του Δώρου, τους έλεγε «να τον θυμάστε…». Προσπαθούσα να τους παρηγορήσω, όσο μπορούσα. Ήμουν και ελεύθερη ακόμη τότε. Αλλά τους έλειπε πολύ ο Δώρος… Μάλιστα την ημέρα του γάμου μου, είχε συμβεί και το άλλο τραγικό. Πρωτομαγιά του ’76 παντρεύτηκα, την ίδια μέρα είχαν σκοτώσει τον Αλέκο Παναγούλη, ο οποίος ήταν συναγωνιστής του Δώρου. Πικρή μέρα. Ήταν μια παρέα όλοι αυτοί – ο Δώρος, ο Παναγούλης, ο Τάκης ο Χατζηδημητρίου… </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάστε ποια ήταν τα πρότυπα του αδελφού σας; Ο Τσε Γκεβάρα. Ο Νίκος Μπελογιάννης. Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο Νίτσε. Ο Μίκης Θεοδωράκης. Αυτούς θυμάμαι… Θα σας πω και κάτι ακόμη. Τη μέρα της δολοφονίας του, κατά τραγική ειρωνεία, μέσα στο αυτοκίνητο, ο Δώρος τραγουδούσε εκείνο το τραγούδι του Θεοδωράκη που λέει: «Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή / βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη / βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί / σπάσε καρδιά μου, εχάθη το γελαστό παιδί…». Για να καταλάβετε, καμιά φορά, η μοίρα του ανθρώπου…</span><br /><span style="color: #000000;">Γιατί ήταν συνεχώς μαζί με τον Λυσσαρίδη ο Δώρος; Το εξηγήσατε ποτέ; Δεν συνειδητοποιούσε πως κινδύνευε καθημερινά; Γιατί τον θαύμαζε! Γι’ αυτό. Ήταν ο μέντοράς του. Και ο γιατρός, όταν δολοφονήθηκε ο Δώρος, είπε: «Ήταν σαν να σκότωσαν τον γιο μου!». Ο παπάς μου πάντως προειδοποιούσε συνεχώς τον Δώρο, του έλεγε: «Πήγαινε πίσω στην Αμερική γιε μου, στις σπουδές σου, στη γυναίκα σου, είναι επικίνδυνα τα πράγματα, σταμάτα να είσαι συνέχεια μαζί με τον γιατρό!». Αλλά ο Δώρος δεν άκουγε κανέναν! «Τώρα που κινδυνεύει η Κύπρος, εγώ θα σηκωθώ και θα φύγω;», του απαντούσε. Έτσι ένιωθε. Ούτε γυναίκα ελογάριαζε, ούτε οικογένεια, ούτε τίποτε. Μόνο την Κύπρο. Του έλεγε ο παπάς μου – θυμούμαι το σαν τώρα: «Αν πεθάνεις γιε μου, τι θα γίνει τούτη η γυναίκα;». «Θα πάει πίσω στον τόπο της», του απαντούσε. Διαισθανόταν το θάνατό του, έτσι πιστεύω. Σε ένα του ποίημα, αφιερωμένο στον Τσε, έγραφε: «Θα πουν ότι κατά λάθος σε σκότωσαν…». Ήξερε! Τη γυναίκα του, τη Βαρβάρα, δεν την άφηνε δευτερόλεπτο τον τελευταίο καιρό. Σαν να ήθελε να ρουφήξει το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της. Λίγες μέρες, θυμάμαι, πριν τον σκοτώσουν, του είπε για ακόμη μία φορά ο παπάς μου: «Ρε, δεν το καταλαβαίνεις; Θα σε σκοτώσουν όταν γυρίζεις συνέχεια μαζί με τον γιατρό!». Και του απάντησε ο Δώρος: «Εσύ, παπά, έγινες τόσων χρόνων, ήρθες, θα φύγεις από αυτό τον κόσμο, κανένας δεν σε ξέρει. Εγώ θέλω, όταν θα φύγω από τη ζωή, να αφήσω ένα όνομα. Δεν θέλω να κάνω ένα πέρασμα!»…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πότε είχατε μιλήσει τελευταία φορά με τον αδελφό σας; Καμιά δεκαριά μέρες πριν από τη δολοφονία. Το έκανε για να μας προστατεύσει κυρίως. Γιατί ήταν πολύ επικίνδυνες οι μέρες τότε, το ξέρετε. Είχαμε πάει στις Πλάτρες. «Μείνετε εκεί», μας έλεγε, «δεν υπάρχει κράτος, έχουν φύγει όλοι. Όποιος θέλει, αν θέλει, καταλαμβάνει αύριο την Κύπρο. Μείνετε εκεί, για να γλιτώσετε». Ο Δώρος πολεμούσε στο Καϊμακλί όταν έγινε η εισβολή, απ’ όσο θυμάμαι. Ακόμη και όταν αναγκαζόταν προηγουμένως να κρυφτεί, κάποιες φορές, μέσα στο σπίτι μας, μας έλεγε πάντα «μην πείτε τίποτα σε καμιά γειτόνισσα!», διότι δεν ήθελε να μπλέξουμε ούτε εμείς, ούτε εκείνος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσων χρόνων ήταν όταν δολοφονήθηκε ο Δώρος; 30. Ειπώθηκαν πολλά μετά, πολλά αίσχη. Έφτασαν στο σημείο κάποιοι να πουν ότι «ο ίδιος ο γιατρός εσχεδίασε τη δολοφονία του Δώρου, γιατί φοβόταν πως θα του φάει την αρχηγία». Για να καταλάβετε πώς σκέφτονταν ορισμένοι άνθρωποι. Πάντως, ό,τι έλεγε ο γιατρός, για τον Δώρο ήταν «ευαγγέλιο»!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από παιδί έγραφε ποιήματα; Ναι, ναι, αν και δεν συνήθιζε να μας τα απαγγέλλει – ορισμένα μόνο. Η ζωή ολόκληρη του Δώρου ήταν η ποίηση και το τραγούδι. Στο σπίτι έχω ακόμη τους δίσκους του: Μούτση, Θεοδωράκη, το «Φορτηγό» του Σαββόπουλου, Μάνο Λοΐζο, Κώστα Χατζή, πολλή κλασική μουσική -κυρίως Τσαϊκόφσκι, Βιβάλντι και Μότσαρτ- μέχρι και Olympians, Γιώργο Μουζάκη, Δαλιδά, John Lennon και Beatles. Ο Δώρος, μαζί με τον αδελφικό του φίλο, τον Γιώργο Νικολάου, έπαιζαν μονίμως κιθάρα και τραγουδούσαν. Τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, από εκείνους τους έμαθα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι είδους ποιήματα έγραφε τότε; Συνήθως έγραφε για την ελευθερία, για την πατρίδα. Όταν είχαν γίνει τα επεισόδια στη Σεβέρειο, την περίοδο της ΕΟΚΑ, ο Δώρος είχε συλληφθεί από τους Άγγλους. Ήταν μαθητής τότε. Κι όταν φοιτούσε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, ο Δώρος συμμετείχε ενεργά στη νεολαία της ΕΟΚΑ, την ΑΝΕ. Από τότε το έλεγε η καρδιά του! Θυμάμαι, επίσης, που μου έλεγε συνήθως ο Δώρος: «Να κοιμάσαι πολύ λίγο, γιατί ο ύπνος είναι χάσιμο από τη ζωή!». Και «να ζεις την κάθε στιγμή σαν να &#8216;ναι η τελευταία, Αθηνούλα. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις…». Εγώ ήμουν «η μικρή». Με περνούσε δύο χρόνια ο Δώρος. Με συμβούλευε συνέχεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σας πρόσεχε κιόλας; Ναι, ναι. Πάρα πολύ! Ήμουν «ο θηλυκός Δώρος» έλεγαν, επειδή μοιάζαμε πολύ. Ίσως γιατί είχαμε το ίδιο οβάλ πρόσωπο. Ο Δώρος ήταν πάντα πολύ φιλικό παιδί. Ήπιος χαρακτήρας. Λιγομίλητος. Μονίμως, όμως, αισιόδοξος. Είχε παρέες, παίζαμε όλοι μαζί -άλλοι ήταν συμμαθητές του, άλλοι πιο μικροί, άλλοι πιο μεγάλοι- ήμασταν καμιά δεκαπενταριά άτομα εδώ, στην Κλήμεντος. Ήταν ένα παιδί μονίμως χαμογελαστό! Α, και συνεχώς ερωτευμένος! (χαμογελά). Όποτε του γνώριζα κάποια από τις φιλενάδες μου, εκείνος άρχιζε τα ποιήματα… Τον άλλο μήνα, γνώριζε άλλη, άλλα ποιήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι πιο πολύ γνωστά τα αγωνιστικά του ποιήματα, παρά τα ερωτικά του… Τα περισσότερα από τα ερωτικά του ποιήματα δεν μας τα έλεγε. Τα ήξερε μόνο η παραλήπτρια (χαμογελά). Τώρα τα βρίσκουμε, σιγά σιγά και θα τα ταξινομήσουμε. Υπάρχουν ακόμη φίλες μου που έχουν φυλαγμένα ποιήματα του Δώρου…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι όνειρα έκανε; Νομίζω πως δεν έκανε μεγάλα όνειρα ο Δώρος. Δεν έλεγε ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Δεν σκεφτόταν μακροπρόθεσμα. Ο παπάς μου του έλεγε να σπουδάσει ξενοδοχειακά, επειδή ο θείος ο Λούης είχε το τουριστικό γραφείο. Κι έτσι, ξεκίνησε να σπουδάζει με υποτροφία στη Ρόδο. Αλλά ήταν η εποχή που είχε γίνει η Χούντα και πιεζόταν πολύ στην Ελλάδα. Αντιδρούσε. Αποβλήθηκε τελικά από τη Σχολή επειδή, σε μία γιορτή, είχε καλύψει τη φωτογραφία του βασιλέα. Επέστρεψε μετά στην Κύπρο, τέλειωσε το στρατιωτικό του κι ύστερα πήγε στην Αμερική για να σπουδάσει. Τα «πιστεύω» του τα βρήκε στην ΕΔΕΚ. Γι’ αυτό και αρθρογραφούσε στα «Νέα», στη «Σοσιαλιστική Έκφραση» και στον «Ανεξάρτητο», μαζί με τον Ρένο Πρέντζα. Δεν είχαμε κάτι οικογενειακό προηγουμένως, σε σχέση με τα κόμματα. Όλα ξεκίνησαν από τον Δώρο, από τα διαβάσματά του -γιατί διάβαζε πολύ!- από τις ανησυχίες του, αλλά κυρίως από την αγάπη του για την Κύπρο. Ελάτρευε την Κύπρο!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή ήταν η προτεραιότητά του; Πάντα!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον είδατε ποτέ στενοχωρημένο; Αναστατωμένο, θα έλεγα. Τότε που τον έδιωξαν από την Ελλάδα, λόγω της Χούντας. Του έκανε καλό βέβαια η Αμερική, στη συνέχεια. Διέπρεψε στις σπουδές του, ήταν πολύ επιμελής, μέχρι που ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος του είχε πει «μείνε εδώ, σε χρειαζόμαστε», αλλά ο ίδιος αρνήθηκε. «Πρέπει να επιστρέψω στην Κύπρο. Η Κύπρος με χρειάζεται!», του είχε απαντήσει.</span><br /><span style="color: #000000;">Πάλι η Κύπρος, ε; Πάντα. Πάνω από εμάς, πάνω απ’ όλους, ήταν η Κύπρος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Βαρβάρα, η γυναίκα του, ζει στην Αμερική πια; Ναι. Αν και εκείνη ήθελε να παραμείνει στην Κύπρο. Με τον Δώρο παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο το ’72 και το ’73 με θρησκευτικό, στην Κύπρο. Όταν είχαν έρθει στην Κύπρο, από την Αμερική, ο Δώρος ξεκίνησε να δουλεύει ως καθηγητής φιλολογίας στο «English school» και η Βαρβάρα δίδασκε μουσική. Οι μαθητές λάτρευαν τον Δώρο! Κρέμονταν από τα χείλη του, γιατί ήταν διαφορετικός από τους άλλους καθηγητές, τους τα έλεγε αλλιώτικα τα πράγματα μάλλον, απ’ ό,τι μου λένε. Θα σας πω και κάτι άλλο, που δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ… Η Βαρβάρα ήταν έγκυος. Αλλά έκανε αποβολή, λόγω των γεγονότων, τον καιρό που κυνηγούσαν τον Δώρο. Μεταξύ πραξικοπήματος και εισβολής είχε κάνει απόξεση. Ο Δώρος δεν το γνώριζε, δεν πρόλαβε να του το πει η Βαρβάρα. Εγώ το έμαθα πολύ αργότερα, από την ίδια τη Βαρβάρα. Οι καταστάσεις, βλέπετε… Δεν ξέρω αν τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά στη ζωή του, αν γνώριζε πως θα γινόταν πατέρας. Ίσως η μοίρα του, όμως, να ήταν αυτή: Να γίνει ήρωας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τους Αύγουστους πώς τους ζείτε πια; Είναι οι μέρες εκείνες που θέλω να λείπω από την Κύπρο. Δεν αντέχεται όλο αυτό! Ακούω τις σειρήνες και τρομάζω. Όταν μεταδίδονται τα αφιερώματα για το πραξικόπημα και την εισβολή, κλείνω το ράδιο. Δεν θέλω να ακούω. Εστοίχισεν μου που έχασα τον Δώρο. Εστοίχισεν μου πολλά… Το καταλαβαίνετε… Όταν ήθελα κάτι που δεν μου το έδινε ο παπάς, έλεγα του Δώρου και τον έπειθε. Όταν ήταν στην Αθήνα, στην Αμερική, τότε που εδούλευε παράλληλα ως μπογιατζής, γιατί ο παπάς δεν μπορούσε εύκολα να τα βγάλει πέρα με ένα μαγαζί που είχε, πάντα μου έγραφε γράμματα. Τα έχω φυλαγμένα όλα! Μου έλεγε, θυμάμαι: «Αθηνούλα, είσαι ένα μηδενικό μέσα σε εκατομμύρια κόσμου. Χάνεσαι μέσα στη μάζα. Και μη νομίζεις ότι στην Αμερική είναι όλα ρόδινα…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αντέχετε τουλάχιστον να ακούτε το «τραγούδι του Λεύτερου»; (σιγοτραγουδά) «Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω / θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα / θα βγω στους δρόμους / στες πλατέες…». Ναι. Ναι. Αυτό είναι το μόνο που αντέχω. Το συγκεκριμένο ποίημα δημοσιεύτηκε, πρώτη φορά, στις 22 Αυγούστου του 1974, μία βδομάδα ουσιαστικά πριν από τη δολοφονία του Δώρου, στην εφημερίδα «Τα Νέα». Να, άλλο ένα παιχνίδι της μοίρας… Την επόμενη της δολοφονίας του αναδημοσιεύτηκε και στη συνέχεια μελοποιήθηκε από τον Γιώργο Κοτσώνη, με ερμηνευτή τον Κώστα Καμένο. Το «τραγούδι του Λεύτερου» είναι το τραγούδι του Δώρου!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">xatzigeorgiou@yahoo.com</span></p>
<p>http://www.philenews.com/downtown/anthropoi/article/770363/athina-loizoy-lympoyri-o-adelfos-moy-doros-loizoy?fbclid=IwAR0ZZ-wRZlhZsWZxQLDDFfBg1g__Mhy7H8dPmG8sB8jrMBkWeRWkXnLIyKE#.XWwLJmWU0K0.facebook</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΩΡΟ ΛΟΪΖΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ</span></strong></h3>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Όσο μακραίνει ο χρόνος, όσο οι συνθήκες γίνονται πιο δύσκολες, όσο δολοφονούνται τα οράματα, τόσο πιο πολύ μας λείπει ο Δώρος.</span><br /><span style="color: #000000;">Τόσο πολύ πιο ζωντανός μας κυνηγάει με τους στίχους του, με τη ζωή, τον θάνατο του και τη θυσία του.</span><br /><span style="color: #000000;">Τόσο και πιο απαιτητικός, με το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα, απαιτεί συνέχιση αγώνων και αγωνιών.</span><br /><span style="color: #000000;">Τον Δώρο που τώρα νίκησε τα σύνορα της μικρής Κύπρου και μετατρέπεται σε πανελλήνιο αγωνιστή σύμβολο ανθρωπιάς, αντίστασης, δημοκρατίας θα τον βρήτε αιώνια νέο σ’ αυτό το βιβλίο, αιώνια ζωντανό στη συνείδηση του</span><br /><span style="color: #000000;">λαού μας, αιώνια καθοδηγητή των αγώνων για ψωμί και λευτεριά.</span></p>
<p style="padding-left: 360px;"><span style="color: #000000;">28.6.1999</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΡΒΑΡΑ ΜΠΕΛΛ</span></strong></h4>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΓΙΞΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΙ ΗΤΑΝ ΚΡΥΟΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">(Στην μνήμη Δώρου Λοΐζου 1944 &#8211; 1974)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άγγιξα το θάνατο και ήταν κρύος.</span><br /><span style="color: #000000;">Έτσι τώρα κατάλαβα τί είναι ζωή και τι όχι.</span><br /><span style="color: #000000;">Και το κατάλαβα γιατί άγγιξα τα παγωμένα του χέρια</span><br /><span style="color: #000000;">το γλυκό του πρόσωπο.</span><br /><span style="color: #000000;">Τα τρεμάμενα μου δάχτυλα γλίστρησαν</span><br /><span style="color: #000000;">θάνατε. Τί κρύος που είσαι.</span><br /><span style="color: #000000;">Μόνο τα γέννια και τα μαλλιά του ήταν αληθινά.</span><br /><span style="color: #000000;">Προσπάθησα να μείνω λίγα ακόμη λεπτά εκεί δίπλα σου.</span><br /><span style="color: #000000;">Πριν με σηκώσουν από κει που δεν ήθελα να φύγω.</span><br /><span style="color: #000000;">&#8220;Ακόμη δυο λεπτά, σας παρακαλώ,&#8221;</span><br /><span style="color: #000000;">&#8220;Όχι, αγαπητή μου. Αρκετά έχεις υποφέρει.</span><br /><span style="color: #000000;">δεν είναι καλό για σένα&#8221;.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παλιά μου αγάπη, σύντροφε μου,</span><br /><span style="color: #000000;">σαν παραγεμισμένη κούκλα.</span><br /><span style="color: #000000;">Γιατί δεν ήσουν εσύ, ξαπλωμένος στο τραπέζι.</span><br /><span style="color: #000000;">Ένα βουβό, άψυχο κορμί που του πήραν την ψυχή</span><br /><span style="color: #000000;">κι αυτή πέταξε στον ουρανό,</span><br /><span style="color: #000000;">αφήνοντας τη σάρκα μέσα στο κουτί.</span><br /><span style="color: #000000;">Άδειο ανθρώπινο όστρακο.</span><br /><span style="color: #000000;">Δεν θα υποκύψω πια ποτέ στα υλικά και στ’ ασήμαντα.</span><br /><span style="color: #000000;">Γιατί βλέπεις, τώρα, κατάλαβα.</span><br /><span style="color: #000000;">Άγγιξα το θάνατο και ήταν κρύος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετάφραση: Βάσος Λυσσαρίδης</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ</strong></h4>
<p>SLPRESS.GR 2/9/2019</p>
<p>Δώρος Λοΐζου: Ο Κύπριος πατριώτης που δολοφονήθηκε από την ΕΟΚΑ Β&#8217;</p>
<p>Η Δώρος Λοΐζου είχε μία σύντομη, αλλά γεμάτη ζωή. Πρόλαβε να ζήσει τις πιο έντονες στιγμές της χώρας του. Αγώνες μεγάλοι και καθημερινοί. Βίωσε προσωπικά πολιτικές και ιδεολογικές αναζητήσεις. Στη διαδρομή του αυτή δεν είχε επιλέξει την ήρεμη, την &#8220;κανονική&#8221; ζωή της απάθειας, της επιδερμικότητας, που ήταν και είναι, ίδιον της κυπριακής κοινωνίας. Γι&#8217; αυτό και αναμετρήθηκε με το θάνατο πολλές φορές, αλλά δεν παραδόθηκε ποτέ. Δολοφονήθηκε για τις ιδέες και τη δράση του στις 30 Αυγούστου 1974.</p>
<p>Ποιητής, λογοτέχνης, ζωγράφος, ερασιτέχνης ηθοποιός, άνθρωπος των ανατροπών και έντονα πολιτικοποιημένος, ο Δώρος ήταν προετοιμασμένος για τη ζωή, αλλά και για τον θάνατο. Η ευαισθησία του ως ποιητής και ανθρώπου των τεχνών σε συνδυασμό με την πολιτική του δράση σε ένα χώρο με δυναμική αντίληψη των δεδομένων, δημιουργούσε μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα που έβλεπε διαφορετικά το μέλλον, που έβλεπε διαφορετικά τη ζωή.</p>
<p>Το Δώρο πρέπει να τον σκιαγραφήσει κανείς, να τον περιγράψει λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο που έχει ζήσει και δράσει. Αλλά όχι μόνο. Γιατί ο Δώρος Λοΐζου ήταν προχωρημένος για την εποχή του. Αντιγράφω από μια μπροσούρα που εκδόθηκε για την 19η επέτειο από το θάνατο του. Γραμμένο από κάποιον, ο οποίος τον έζησε, τον γνώριζε καλά.</p>
<p>«Αν θα έπρεπε να δοκιμάσουμε ένα αρχικό χαρακτηρισμό του Δώρου Λοΐζου, θα λέγαμε τούτα: Ο Δώρος ήταν από τους λίγους εκείνους που την πυρωμένη τους εσωτερική επανάσταση δεν την ξεδιακρίνεις στις εξωτερικές αντιδράσεις τους, έστω κι εάν έχεις την τύχη να τους ζήσεις από κοντά. Είναι από τους απλούς εκείνους που τη ζωή διαβαίνουν χωρίς τυμπανοκρουσίες και κάθε λογής θορύβους. Είναι από τους διαλεχτούς εκείνους που την πολυδιάστατη αξία τους τη συνειδητοποιείς άμα τους χάσεις.<br />»Πόσο παράξενο αλήθεια που τόσο καιρό δεν τον υποψιαστήκαμε; Κι ερχόμαστε τώρα να πελαγοδρομήσουμε στο βάθος της εξωτερικής και εσωτερικής ιστορίας του, να εξαφανιστούμε μέσα στην προσπάθεια μας να βυθομετρήσουμε την απύθμενη του υπόσταση ‘θέλω ν’ απλώσω να γίνω απέραντος, απύθμενος’, έγραψε νωρίς ο ίδιος και τα κατάφερε…». Αυτά γράφτηκαν από ένα φίλο του χρόνια μετά το θάνατο του, ο οποίος δεν υπογράφει το κείμενο.</p>
<p>Τράβηξε το δικό του δρόμο<br />Παιδί μικροαστικής, συντηρητικής οικογένειας, από νωρίς είχε διαφοροποιηθεί μέσα από τις προσωπικές του αναζητήσεις του. Διάβαζε και αναζητούσε. Διάβαζε και έγραφε. Η μετέπειτα πορεία του, πολιτική, λογοτεχνική δεν ήταν αποτέλεσμα της οικογενειοκρατίας, όπως συνηθιζόταν και σε κάποιο βαθμό ισχύει ακόμη στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολιτικές επιλογές, δηλαδή, να καθορίζονται μέσα από την οικογένεια σε ένα σύστημα εν πολλοίς «κληρονομικό». Τράβηξε το δικό του δρόμο. Με ανοικτούς ορίζοντες, χωρίς δογματισμούς και πρωτίστως με όραμα.</p>
<p>Ο Δώρος επηρεάσθηκε από τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν περιορίσθηκε, ωστόσο, στα όρια της μικρής του ιδιαίτερης πατρίδας, παρακολουθούσε το διεθνές γίγνεσθαι, τους πολέμους, τις επαναστάσεις και έκανε τους δικούς του προσωπικούς προβληματισμούς. Ήταν φανερό από την αρχή ότι διαμόρφωνε μια δική του πορεία, πολλές φορές και απέναντι από την επικρατούσα άποψη στην Κύπρο.</p>
<p>Ο Δώρος συμμετείχε στη νεολαία της ΕΟΚΑ, την ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ). Συμμετείχε στο διαμοιρασμό φυλλαδίων και στην εκστρατεία για σβήσιμο των αγγλικών πινακίδων σε καταστήματα, οδικές σημάνσεις και οδούς. Αυτό ήταν το βάπτισμα του πυρός. Πολιτικά και εθνικά. Διαβάζοντας τα αρχικά κείμενα του Δώρου, ως φοιτητή, τα πρώτα χρόνια είχε επιδράσεις που κουβαλούσε από την Κύπρο. Δεν ήταν ποτέ συντηρητικός. Ακολούθησε, όμως, μια εξελικτική πορεία. Διαμορφώθηκε αυτόφωτα, χωρίς ετοιμοπαράδοτες θεωρίες.</p>
<p>Πρώτος σταθμός εκτός Κύπρου, η Ρόδος. Πήγε για να σπουδάσει ξενοδοχειακά. Σε μια εθνική γιορτή, με την ελληνική σημαία σκεπάζει τη φωτογραφία του Βασιλιά. Οι αρχές της Σχολής τον αποβάλλουν δια παντός. Ήταν χούντα τότε κι εάν όλα τα σκίαζε η φοβέρα, ο Δώρος όμως, δεν φοβήθηκε. Έφυγε από τη Ρόδο και επέστρεψε στην Κύπρο. Αποφασίζει και μεταβαίνει το 1969 στη Βοστώνη και εγγράφεται στο Hellenic College. Το 1972 ολοκληρώνει τις σπουδές του. Το δίπλωμα του Β.Α. Ιστορίας. Η παρουσία του στο πανεπιστήμιο συνοδεύτηκε από πολλές και πλούσιες δράσεις. Πολιτικές και λογοτεχνικές.</p>
<p>Στις ΗΠΑ<br />Το 1971 οργάνωσε σεμινάριο για τη Νεοελληνική Γλώσσα και σκηνοθετεί τον «Κωνσταντίνο Παλαιολόγο» του Νίκου Καζαντζάκη, ερμηνεύοντας ο ίδιος τον κύριο ρόλο. Ασχολήθηκε και με τις μεταφράσεις. Μετάφρασε στα ελληνικά επαναστατικούς ποιητές, κυρίως ισπανόφωνους (Λατινοαμερικανούς). Στις ΗΠΑ είχε αναπτύξει έντονη πολιτική δράση παράλληλα με το θέατρο, τις τέχνες, την ποίηση, την οργάνωση εκδηλώσεων για τα ελληνικά γράμματα και την ιστορία.</p>
<p>Σε μια από τις πολλές παρεμβάσεις του ήταν και η αλληλογραφία που είχε με τον Γερουσιαστή της Νοτίου Ντακότας, Τζόρτζ Μακγκάβερν. Ήταν μια αντιπολεμική παρέμβαση, μια παρέμβαση κατά των ιμπεριαλιστικών πολέμων των ΗΠΑ. Ο Γερουσιαστής σε επιστολή του προς το Δώρο ημερομηνίας 6 Μάιου 1971 τον ενημέρωνε για την προσπάθεια επαναφοράς ενός νομοσχεδίου, που απαιτούσε την απομάκρυνση όλων των αμερικανικών δυνάμεων από τον Ινδοκίνα ως την 31η Δεκεμβρίου 1971. «Ζητάμε», του σημείωνε, «τη βοήθεια σου στην εφαρμογή τούτου του ψηφίσματος για να σταματήσει ο πόλεμος».</p>
<p>Σε ένα από τα χειρόγραφά του, που έχουν διασωθεί είναι και ομιλία του για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940. Δεν αναφέρεται που έγινε η ομιλία, αλλά μάλλον στο πανεπιστήμιο, σε εκδήλωση. Στο τέλος του χειρόγραφου υπογράφει «Doros Boston 1968». Το γεγονός ότι το κείμενο είναι γραμμένο στην ελληνική, κατά πάσα πιθανότητα, η ομιλία εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της ελληνικής φοιτητικής κοινότητας.</p>
<p>Αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο εχθρός μέσα στην πρώτη σύγχυση που δημιούργησε ο αιφνιδιασμός του και μέσα στο σάλο των πρώτων ωρών, διάβηκε τα βόρεια σύνορα της χώρας μας και ετοιμαζόταν για το τελευταίο του σάλτο, προς την Αθήνα, όπου ο Δικτάτορας της Ρώμης είχε διακηρύξει ότι ‘’θα έπαιρνε τον καφέ του εντός 24 ωρών’’. …Όμως συνέβη κάτι αναπάντεχο και ο καφές κρύωσε πάνω στο τραπεζάκι. Συνέβη το ανέλπιστο θαύμα- ο σηκωμός του έθνους- που ανέκοψε τον εύκολο φασιστικό περίπατο…». Στη συνέχεια αναφέρεται στην αντίσταση του λαού σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, πως «μέσα στο σκοτάδι της υποδουλωμένης Ευρώπης, η μικρή μας Ελλάδα, ήταν αστραπή». Αυτά, μεταξύ άλλων, έγραφε για την Ελλάδα.</p>
<p>Επιστροφή στην Κύπρο<br />Είχε γράψει και ποιήματα για την επανάσταση. Ένα ποίημα ήταν για τη δολοφονία του Τσε (Οκτώβριος του 1967) όταν στην Κύπρο ο θάνατος του καλύφθηκε &#8211;ακόμη και από εκείνους που τα τελευταία χρόνια τον έχουν αγιοποιήσει&#8211; στα ψιλά, αναπαράγοντας δυτικά ειδησεογραφικά πρακτορεία.</p>
<p>«Αυτή δεν είναι η ώρα για δάκρυα<br />ούτε για φωνή κατάρας,<br />μα είναι η ώρα της ρομφαίας<br />η ώρα της οργής»</p>
<p>Επιστρέφοντας στην Κύπρο, ο Δώρος συνδέθηκε πολιτικά με το Σοσιαλιστικό Κόμμα ΕΔΕΚ του Βάσου Λυσσαρίδη και ήταν στέλεχος της νεολαίας του. Είχε εμπλακεί στην έκδοση του εκφραστικού οργάνου της ΕΔΕΝ, «Σοσιαλιστική Έκφραση».</p>
<p>Εκείνη την περίοδο εντοπίζεται και η αλληλογραφία του με τον Αντώνη Μυστακίδη, Μεσεμβρινό, ένα Έλληνα της διασποράς, που ζούσε στη Σουηδία. Ένα από τα σημαντικά ζητήματα που προκύπτει από την αλληλογραφία είναι η χρήση του μονοτονικού που είχε επινοήσει ο Μυστακίδης στην ανανεωτική προσπάθεια του για την ελληνική γλώσσα. Ο Δώρος υπήρξε ευνοϊκός αποδέκτης του και φαίνεται ότι θα το καθιέρωνε ως υπεύθυνος έκδοσης της «Σοσιαλιστικής Έκφρασης».</p>
<p>Ο Δώρος δεν ήταν μόνο της θεωρίας. Ήταν και των πράξεων. Είχε εκπαιδευτεί στα όπλα στις ομάδες που διέθετε η ΕΔΕΚ. Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974, με εκτελεστές τη χούντα των Αθηνών και τους ανθρώπους της στην Κύπρο, την ΕΟΚΑ Β΄, πέρασε αμέσως από την πολιτική δράση στην ένοπλη σαν έτοιμος από καιρό. Ο Δώρος βρέθηκε στην Αρχιεπισκοπή και στη συνέχεια στο Καϊμακλί με τις ομάδες αντίστασης έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο.</p>
<p>Η δολοφονία από τους φασίστες<br />Στις 30 Αυγούστου δολοφονήθηκε από τους φασίστες της ΕΟΚΑ Β&#8217;. Ήταν εκείνο το πρωινό η τελευταία διαδρομή. Η απόπειρα δολοφονίας κατά του ηγέτη της ΕΔΕΚ, Βάσου Λυσσαρίδη, ο τραυματισμός της γυναίκας του Δώρου, Βαρβάρας, η δολοφονία του Δώρου Λοΐζου. Είναι μια δολοφονία, η οποία παραμένει ανεξιχνίαστη αν και πολλά στοιχεία συνηγορούν για το ποιος ήταν ο εμπνευστής, αλλά και οι εκτελεστές. Η τότε ηγεσία της Αστυνομίας δεν έκανε αυτά που έπρεπε να πράξει. Ήταν ένα έγκλημα που έγινε πρωί, σε μια πολυσύχναστη περιοχή της Λευκωσίας. «Κανείς δεν είδε τους δολοφόνους», που δεν πήραν τις παραμικρές προφυλάξεις.</p>
<p>Ένας νέος άνθρωπος, τριάντα μόλις χρονών, δολοφονήθηκε για τις ιδέες του. Μια πολιτική δολοφονία που έγινε με δράστες όσους μετείχαν ενεργά στην καταστροφή της χώρας. Δράστες πιόνια όλων εκείνων που επεξεργάζονταν για χρόνια το διαμελισμό της Κύπρου και την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το πραξικόπημα της χούντας και της ΕΟΚΑ Β&#8217;, που άνοιξε το δρόμο για την εισβολή της Τουρκίας, ήταν το μεγάλο σχέδιο και όσοι αντιστέκονταν ήταν στόχος. Και ο Δώρος Λοΐζου ήταν στόχος. Το ήξερε αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε. Επέλεξε τον δύσκολο δρόμο, αποφάσισε ότι η επιλογή του ήταν μια και η πορεία της σύγκρουσης, της αντίστασης, μονόδρομος.</p>
<p>Ήταν στην πραγματικότητα ένας άνθρωπος με ευαισθησίες, του οποίου οι στίχοι είναι στρατευμένοι για ένα καλύτερο μέλλον, για ένα καλύτερο κόσμο. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν παρέμεινε στη θεωρία, αλλά επέλεξε και την πράξη. Πολιτική και ένοπλη. Ήταν ο ποιητής που αγωνίστηκε για να κρατήσει άσπιλο κι ακέραιο τον προορισμό του ανθρώπου… Σε μια δύσκολη περίοδο, που ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε πολιτικά και ιδεολογικά στρατόπεδα ο Δώρος προσέγγισε την αριστερά και τις σοσιαλιστικές ιδέες χωρίς δογματισμούς, με ελεύθερο πνεύμα. Όπως ελεύθερος, δημοκράτης ήταν ο ίδιος μέχρι το τέλος της ζωής του.</p>
<p>Ο Δώρος Λοίζου δεν πρόλαβε να ζήσεις την παρακμή των ιδεολογιών( και των ανθρώπων). Έφυγε νωρίς και δεν παρακολούθησε την προσαρμογή( ή εναρμόνιση) κάποιων στην κατοχή( προφητική η αναφορά του στο τραγούδι του Λεύτερου: Να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος…). Δεν παρακολούθησε τις χωρίς φραγμούς μάχες εξουσίας που δεν έχουν όρια. «Καλά εσύ έφυγες νωρίς», για να δανειστώ τον τίτλο του βιβλίου ενός μεγάλου Έλληνα αγωνιστή, του Χρόνη Μίσσιου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Μάριος Τόκας τραγουδά και μιλά για τον Δώρο Λοίζου" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/nMvN9ragB3E?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div></p>


<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/08/%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%bf%cf%8a%ce%b6%ce%bf%cf%85-2/">Προβολή άρθρου</a></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/08/%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%bf%cf%83-%ce%bb%ce%bf%cf%8a%ce%b6%ce%bf%cf%85-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
