<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B7%CF%84%CF%81%CE%B1-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Mon, 27 May 2024 16:28:41 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΔHMHTΡA ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/03/%ce%b4hmht%cf%81a-xpi%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4oy%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/03/%ce%b4hmht%cf%81a-xpi%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4oy%ce%bb%ce%bf%cf%85/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 14 Mar 2020 23:03:34 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">http://whenpoetryspeaks.blog/?p=12784</guid>

					<description><![CDATA[Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953 και σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή της ως καθηγήτρια στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1974 και έκτοτε έχει εκδώσει δώδεκα βιβλία ποίησης , ένα με πεζά κείμενα και ένα με μεταφράσεις. Η ποίησή της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχει δημοσιευτεί σε ελληνικά και &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2020/03/%ce%b4hmht%cf%81a-xpi%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4oy%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΔHMHTΡA ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953 και σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή της ως καθηγήτρια στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1974 και έκτοτε έχει εκδώσει δώδεκα βιβλία ποίησης , ένα με πεζά κείμενα και ένα με μεταφράσεις. Η ποίησή της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, έχει δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά λογοτεχνίας και έχει συμπεριληφθεί σε ανάλογες ανθολογίες. Γραμματολογικά έχει τοποθετηθεί στη λεγόμενη γενιά του ’70, αν και νεότερες κριτικές θεωρήσεις εκτιμούν ότι τα χαρακτηριστικά των τελευταίων της έργων τη συνδέουν περισσότερο με τη γενιά του ’80. Το βιβλίο της «Ελάχιστα Πριν» (Νεφέλη 2005) συμπεριελήφθη στον βραχύ κατάλογο υποψηφίων για το κρατικό βραβείο ποίησης του 2006, ενώ για το βιβλίο της «Λιμός» (Νεφέλη 2007) της απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο ποίησης του 2008.Το 2015 της απονεμήθηκε το βραβείο ποίησης του ηλεκτρονικού περιοδικού «Αναγνώστης» για το βιβλίο της «Το Ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης». Το 2018 της απονεμήθηκε το βραβείο &#8220;Ζαν Μορεάς&#8221; από το Γραφείο Ποίησης για το βιβλίο της &#8220;Παράκτιος Οικισμός&#8221;, &#8220;2017&#8221; .  Η ποίηση της έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.  Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></p>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Τα Άλογα του Μυροβλήτου, Αθήνα, 1974<br />
Ηγησώ, Κείμενα, 1979<br />
Χώμα, Κέδρος, 1985<br />
Η προσευχή τον αναιδούς, Καστανιώτης, 1991<br />
Το κυπαρίσσι των εργατικών, Καστανιώτης, 1995<br />
Φορτίο, Καστανιώτης, 1997<br />
Προς τα κάτω, Νεφέλη,1999<br />
Ελάχιστα πριν, Νεφέλη, 2005<br />
Λιμός, Νεφέλη, 2007 (Κρατικό Βραβείο Ποίησης)<br />
Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, εκδόσεις Πατάκη, 2010<br />
Ο τρόμος ως απλή μηχανή, εκδόσεις Πατάκη, 2012<br />
Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, εκδόσεις Μελάνι, 2014<br />
(Βραβείο Ποίησης του Περιοδικού Αναγνώστης )<br />
Παράκτιος οικισμός, εκδόσεις Μελάνι, 2017<br />
(Βραβείο «Ζαν Μορεάς» του «Γραφείου Ποιήσεως» )<br />
Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή, εκδόσεις Μελάνι, 2019<br />
Ευγενής Ναυσιπλοΐα, εκδόσεις Μελάνι, 2021<br />
Vingt &#8211; quatre battement et silence, ed. Le miel des anges, 2021<br />
Agenda de la mala salud, ed. L’ arbol de la luz, 2022<br />
Σε αβαρές φαλτσέτο, εκδόσεις Θράκα, 2024</p>
<p><strong>ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ</strong></p>
<p>Συμμετοχή στο «4&#215;4 Ποιήσεις», εκδόσεις ΑΩ, 2022,<br />
με τη συλλογή Το σημειωματάριο της κακής υγείας.</p>
<p><strong>ΠΕΖΑ</strong></p>
<p>Ακτή στο φως του χειμώνα, Καστανιώτης, 1994</p>
<p><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ</strong></p>
<p>Πιο μουσική απ’ τη μουσική, μικρό λυρικό αν&amp;ολόγιο,<br />
Νεφέλη, 2010.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 360px;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-21067" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/03/ΣΕ-ΑΒΑΡΕΣ-ΦΑΛΤΣ-180x300.jpg" alt="" width="251" height="418" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/03/ΣΕ-ΑΒΑΡΕΣ-ΦΑΛΤΣ-180x300.jpg 180w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/03/ΣΕ-ΑΒΑΡΕΣ-ΦΑΛΤΣ.jpg 383w" sizes="(max-width: 251px) 100vw, 251px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16913" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-1.jpg" alt="" width="382" height="573" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-1.jpg 320w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/1-1-200x300.jpg 200w" sizes="(max-width: 382px) 100vw, 382px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16914" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/2.jpg" alt="" width="382" height="573" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/2.jpg 320w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/2-200x300.jpg 200w" sizes="(max-width: 382px) 100vw, 382px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16915" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/3-1.jpg" alt="" width="382" height="573" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/3-1.jpg 320w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/3-1-200x300.jpg 200w" sizes="(max-width: 382px) 100vw, 382px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16916" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/4.jpg" alt="" width="382" height="573" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/4.jpg 320w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/12/4-200x300.jpg 200w" sizes="(max-width: 382px) 100vw, 382px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΣΕ ΑΒΑΡΕΣ ΦΑΛΤΣΕΤΟ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΟΓΟ</strong></h5>
<p>Γονάτισα μπρος στην ψυχή μου.<br />
Ζήτησα να συγχωρεθώ.<br />
Έστρεψε αλλού το πρόσωπό της.<br />
Έτσι άρχισα να της μιλώ<br />
Σε γλώσσα ξύλινου άλογου.<br />
Τέτοιο ποτέ δεν απόχτησα<br />
Ούτε ασφαλώς παιδική ηλικία.<br />
Το δικό της το αστραποβόλο άτι<br />
Το έσυρα σε μακρά εξημέρωση<br />
Και το τελείωσα με μια πιστολιά.<br />
Δεν θα σωθώ, λοιπόν. Και ποιος το αξίζει&#8230;<br />
Αλλά δεν ντρέπομαι τον πανικό.<br />
Μόνο του πνεύματος την εγκατάλειψη,<br />
Να ’μαι έκθετη στη δυσφορία των άλλων,<br />
Να ομολογώ σε τραυλό παραλήρημα<br />
Ποιος ξέρει ποια θαμμένα μυστικά.<br />
Ας μας το πει λοιπόν η Επιστήμη<br />
Πώς παράγεται ένας όρθιος άνθρωπος,<br />
Ένα μπόι σεβαστό στα κύτταρά του<br />
Που κοιτάζει τον θεό καταπρόσωπο.<br />
Αν μ’ ευνοήσουν οι σκιές του δάσους<br />
Θα κρυφτώ σαν γέρικο άλογο<br />
Κι εκεί κατά το νόμο ας με τελειώσει<br />
Ο γνώριμος μου ο κρότος. Ο δειλός.</p>
<p><strong>ΡΟΜΑΝΤΖΟ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ</strong></p>
<p>Ερωτευμένος με τη γέρικη παντόφλα<br />
Μένει στη δούλεψή της ώρες.<br />
Μετά σηκώνει την μουσούδα προς τη λάμπα<br />
Όπως εσείς κοιτάτε το άστοργο φεγγάρι.<br />
Δεν τις εισάκουσε ποτέ τις προσευχές σας<br />
Ούτε πάνω από γεναριάτικο χιόνι,<br />
Όταν θάβει το μέταλλό του την πόλη<br />
Κι ο σπόρος κάθε πιθανής ανταπόκρισης<br />
Παγώνει ως την άφαντη άνοιξη,<br />
Ούτε πάνω από θάλασσα Αυγούστου,<br />
Όταν ανοίγεται βασιλική οδός<br />
Από τα πρώτα βότσαλα της παραλίας<br />
Ως της θείας απουσίας τα κράσπεδα.</p>
<p>Αλλά ο Φλοξ δεν έχει τόση φαντασία.<br />
Δεν νιώθει πως χρωστάνε στον πόθο του<br />
Του γαλαξία τα φώτα τα ανέσπερα.<br />
Έτσι επιστρέφει στη μασητική του ανάγκη<br />
Το πολύ κουνώντας λίγο την ουρά του<br />
Όπως εσείς γυρνάτε στις συνήθειές σας,<br />
Μ’ ένα κομμάτι πάγου στα δόντια σας<br />
Που κάνει να τραυλίζει η ψυχή σας.<br />
Ή μ’ εκείνη την αλμυρή υγρασία<br />
Που απομένει κάτω απ’ τα ρούχα σας<br />
Όταν παλιώσει κάθε πόθος πια.</p>
<p><strong>Ο ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ</strong></p>
<p>Το άγραφο χαρτί μ’ ένα «Μηδέν»<br />
Ένας γέρο-θεός βαθμολογούσε<br />
Κι όλο έπνιγε μες στα μουστάκια και τα γένια του<br />
Τα προαιώνια χασμουρητά.<br />
Το σκάει τότε απ’ το κλουβί ο παπαγάλος μου<br />
Και στο πολύφωτο σκαρφαλωμένος αρχίζει<br />
Να ξαναλέει «Μηδέν! Μηδέν! Μηδέν!».<br />
Έξω χτυπούσε επίμονα το τζάμι<br />
Η κλάρα μιας ροδακινιάς.</p>
<p>Πώς την κατάπιε την καταγωγή την παραδείσια<br />
Η φύση του η μιμητική, συλλογίζομαι,<br />
Καθώς γλιστράω μες στην προσευχή.</p>
<p>Και να! Σωπαίνει πια στον ώμο μου<br />
Όσο κι εγώ απ’ την τυραννία κουρασμένος:<br />
Να γρατζουνάς τα θεία τεφτέρια μάταια<br />
Και να βουίζουνε οι πλάκες της γης<br />
Η μια την άλλη πλησιάζοντας,<br />
Να γράφονται στα τζάμια ιδεογράμματα<br />
Από τους κρότους μιας άφαντης άνοιξης<br />
Κι ατσαλάκωτο σαν ρούχο πεθαμένου<br />
Ν’ απλώνεται κάτω από τόσα μάτια το χαρτί.<br />
Τον φτωχό μου τον χρυσοπράσινο σκλάβο!<br />
Με την γαμψή του μύτη θα προσυπογράψει<br />
Το κενό της θεϊκής εντολής.</p>
<p><strong>ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ TOY ΜΟΥΓΓΟΥ</strong></p>
<p>Όσα έχω να πω θα τα είπα<br />
Σε μιαν άλλη ζωή, ξεχασμένη.<br />
Κι απ’ το στόμα μου, ορθάνοιχτη τρύπα,<br />
Μόνο ο βήχας ο χρόνιος βγαίνει.<br />
Και μ εκείνον θα πω μόνο τόσα<br />
Όσα λένε στην άφωνη γλώσσα.</p>
<p>Πώς μιλούν με τα χέρια απλωμένα<br />
Στη βροχή που ξεσπά θυμωμένη<br />
Κάτι ελιές σε χωριά ρημαγμένα<br />
Που ούτε σκύλος ούτε άνθρωπος μένει<br />
Και ρωτούν ποιος θ’ ανάψει το βράδυ<br />
Των αιώνων τ’ αζήτητο λάδι,</p>
<p>Πώς μιλούν χελιδόνια ζευγάρι<br />
Που πετούν σε μικρά πεινασμένα<br />
Και τα σκάγια τρελού έχουν πάρει<br />
Στο φτερό απ’ τα δυο τους το ένα<br />
Κι έτσι τ’ άλλο θα πάει στα μικρά του<br />
Μοναχά την κρωξιά του θανάτου,</p>
<p>Έτσι εγώ κι ο χαζός εαυτός μου<br />
Θα μιλώ στο ρυθμό και στον τόνο<br />
Ενός άλαλου, γέρικου κόσμου<br />
Που στο τέλος του όλο ζυγώνω.<br />
Ε, λοιπόν, στον λαιμό μου το κρίμα<br />
Αν θυμήθηκα τώρα τη ρίμα&#8230;</p>
<h5><strong>ΚΑΝΕΝΑΣ ΦΡΟΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>«Θα συντρίβει στη γη, θα γίνει σκόνη,<br />
Αν πέσει από κει ψηλά το θείο βλέμμα»,<br />
Ψιθύρισε από την επιτύμβια εικόνα του<br />
Σμίγοντας τ’ άσπρα φρύδια ο πατέρας.<br />
«Γι’ αυτό κοιτάζει μόνον άστρα χιονοσκέπαστα.<br />
Τόσο ακατοίκητα και τόσο ευτυχισμένα<br />
Που τέτοιο βλέμμα δεξιώνονται υπάκουα.<br />
Κι εσείς ας γνέψετε και ας χειρονομείτε,<br />
Άσοφα, κακομαθημένα παιδιά».</p>
<p>Γύρισα τότε να κοιτάξω που περνούσε<br />
Μια χελώνα κουβαλώντας στη ράχη της<br />
Μια χούφτα χνουδωτά αγκαθάκια<br />
Από ολιγόλεπτο μέσα στα χόρτα παρελθόν.<br />
Σφύριζε πάνω κι απ’ τις δυο μας<br />
Ο βρασμός ενός ακάματου σύννεφου.<br />
Φαίνεται, διάβαζε από ψηλά<br />
Τα ιερογλυφικά της βραδυπορίας της<br />
Και οι ατμοί του ματαιοπονούσαν αναβάλλονται<br />
Κάθε υποψία δυνατής βροχής.</p>
<p>Αποχαιρέτησα έτσι το φθινόπωρο<br />
Και του πατέρα τις περιττές νουθεσίες.<br />
Στράφηκα ανάγωγα προς τ’ άστρο της ημέρας.<br />
Ανάτελλε από ψηλά προνομιούχο<br />
Λάμποντας πάνω απ’ τ’ άσπρα του μαλλιά.</p>
<p><strong>ΑΔΙΑΛΛΑΞΙΑ</strong></p>
<p>Μ’ ένα σκοινί κατεβαίνω στη βδομάδα<br />
Σιγά σιγά, από Δευτέρα ως Σάββατο.<br />
Από εκεί ακούω τα διάπλατα<br />
Φτερά του πιθανού δημιουργού μου<br />
Ν’ αναστατώνουν τον κυριακάτικο όρθρο,<br />
Όλες εκείνες τις εμμονικές καμπάνες.<br />
Φαίνεται, πάλι κάποιος θα ‘χει αναστηθεί<br />
Είτε απ’ τον ύπνο του πρωινού<br />
Είτε από τη νυχτερινή ταφή του.<br />
Με την πρώτη δαγκωματιά κι αυτής της ημέρας<br />
Η ψυχή μου γίνεται αθάνατη.<br />
Το σώμα εξακολουθεί να πεθαίνει.<br />
Οι μώλωπες ανθούν σαν τριαντάφυλλα<br />
Σπαρμένοι σ’ όλη την επιδερμίδα.<br />
Έτσι γηραιά και ολάνθιστη<br />
Περνώ στη συναναστροφή των αγγέλων.<br />
Αυτοί μου βυθίζουν τα δόντια τους,<br />
Εγώ το ακατάβλητο όχι.</p>
<p>Κι αρχίζουν πάλι να ταξιδεύουν τα σύννεφα<br />
Αυτά με υπακοή κι εγώ με αυθάδεια.<br />
Τρίβοντας λίγο τη δαγκωματιά τα βαφτίζω<br />
Μεγάλα νούφαρα σε ανάστροφη λίμνη.<br />
Πετάει το σώμα προς τα ρόδινα νερά<br />
Μα η ψυχή μου εδώ. Γράφει στίχους.</p>
<p><strong>PIANO FORTE</strong></p>
<p>Μου χτύπησε το τζάμι μια ψυχή<br />
Όπως λένε πως κάνουν τα σπουργίτια.<br />
Όχι για ψίχουλα! Ζητούσε μουσική.<br />
Ν’ ακούσει πώς ηχεί παλιό κρασί<br />
Όταν μοιράζεται σε δυο ποτήρια.<br />
Πώς ψιθυρίζει θερινή κουρτίνα<br />
Όταν σύρεται απαλά να σκιάσει<br />
Το φως ζεστού μεσημεριού.<br />
Ή πώς σφυρίζει η τσαγιέρα ένα βράδυ<br />
Που το χιονόνερο επιμένει ώρες<br />
Και πια του παραδίνονται όλοι οι δρόμοι<br />
Φέγγοντας ρουτινιέρικα αδειανοί.</p>
<p>Ω, εσείς που κλαίτε, εσείς που γελάτε,<br />
Εσείς που φλυαρείτε ή που τραυλίζετε,<br />
Πιο δυνατά, θε μου, πιο δυνατά!<br />
Δεν ακούν τα πουλάκια τ’ αόρατα!<br />
Νύχτα μέρα πετούν λυπημένα<br />
Από την άμουση τη γη της κατοικίας τους<br />
Γύρω απ’ τα σπίτια μας τα επτασφράγιστα<br />
Για το δώρο του θρήνου ή του γέλιου μας,<br />
Για τα πλήκτρα ενός κουταλιού στο φλυτζάνι,<br />
Τα έγχορδα μιας φορεσιάς στην κρεμάστρα&#8230;<br />
Μην τα ξεχνάτε έξω απ’ το τζάμι αδικημένα.<br />
Πιο δυνατά! Πιο δυνατά! Πιο δυνατά!</p>
<p><strong>ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΠΡΙΝ ΑΠ’ TO BREAKFAST</strong></p>
<p>Ανέστη εκ νεκρών ο Κυβερνήτης<br />
Κάπως παχύτερος ή γηραιότερος εφέτος<br />
Και βούλιαξε στην παλιά πολυθρόνα του,<br />
Θαλάσσιος δαίμονας σε θρόνο από φύκια.<br />
Κατρακύλησε τότε στα χέρια μου<br />
Με λερωμένα τα άμφιά του το φεγγάρι<br />
Κι έσκασε σαν κρανίο από γυαλί<br />
Το πρώτο φως της νέας ημέρας.<br />
Χωρίς χρονοτριβή κι εγώ σηκώνομαι<br />
(Βόσκει ο ουρανός στην καρδιά μου),<br />
Μ’ έναν φτωχό καλλωπισμό<br />
Βρίσκω τα κόκαλά μου ακέραια,<br />
Και ρίχνομαι στη θεομαχία.<br />
Δεν ζούνε βέβαια οι γεννήτορες,<br />
Όμως οι απόγονοι δεν γεννήθηκαν στ’ αλήθεια.<br />
Το θέρος έληξε μα δεν θ’ ακολουθήσει<br />
Κάποιος χειμώνας ή άλλη εποχή.<br />
Δικαιολογία δεν υπάρχει να γράφονται<br />
Ανόμοια ψεύδη. Τα ίδια αρκούν.<br />
Τόνοι νερού σπρώχνουν γλυκά τα γραφεία μας<br />
Προς την αιώνια βασιλεία του αναστάντος<br />
Επί του γένους μας των μονίμως θνητών<br />
Κι όλους εξίσου αμείβει η υπέρβαρη Εξοχότης του<br />
Μ’ ένα πρόγευμα κονδόρων και γυπών.</p>
<p><strong>ΟΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ</strong></p>
<p>Σαν κεφαλή ταριχευμένου λύκου,<br />
Μακάβριο τρόπαιο κυνηγού<br />
Που κάπου ασπρίζουν πια τα κόκαλά του<br />
(Κανείς δεν είναι πάντα τυχερός<br />
Όταν αναμετριέται με τ’ αγρίμια),<br />
Στον τοίχο κρέμεται ο λεκές της υγρασίας,<br />
Δόξα της οικογενειακής ιστορίας μου.<br />
Μα τα δικά μου κόκαλα ανθούν<br />
Καλά θαμμένα κάτω από τα χάχανα<br />
Τόσης, στ’ αλήθεια, καρτερίας κι ευσέβειας<br />
Που έχει κάθε πόνο απελπίσει.</p>
<p>Έξω η σκόνη από την Αφρική<br />
Ταριχεύει πολίτες και μπάτσους.<br />
Κορνάρουν με τα κυνηγετικά τους βούκινα<br />
Κάτι φιλότιμα ασθενοφόρα.<br />
Μες στα μεγάλα, μαύρα τους φτερά<br />
Γιατροί διασχίζουν πάρκα και πλατείες<br />
Κι αφήνουν στον γαλαξία τον γέρικο<br />
Τ’ απόβλητα των χειρουργείων.<br />
Μόνο το αηδόνι που ακόμη θυμάμαι<br />
Ξηλώνει κλαίγοντας το σάβανο<br />
Γύρω από ανθρώπους και λύκους<br />
Και τυφλό από της φωνής του τ’ αρώματα<br />
Φέρνει ως εδώ το φως της νύχτας.</p>
<p><strong>ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ</strong></p>
<p>Πεινούσε ο λύκος κι όμως με συγχώρησε<br />
Άφησε ανέγγιχτο το χέρι μου το ένα<br />
Έτσι ξεκίνησε ο χειμώνας και προχώρησε<br />
Κι άφησα πίσω μου τα τραύματα γραμμένα.<br />
Κι αν η γραφή στο νόημα δεν φτάνει<br />
Είναι που χύνω κάθε τόσο το μελάνι.<br />
Κι όλο πετάω μουτζούρες μες στα δάση,<br />
Κίτρινα φύλλα θα τις έχουνε σκεπάσει.</p>
<p>Με τα δυο δάχτυλα στα μάτια του χωμένα<br />
Γυρίζει ο κόσμος γύρω απ’ την ουρά του.<br />
Τα πατρικά τα σπίτια γίναν ξένα,<br />
Τρίζουν οι πόρτες σα χαμόγελο θανάτου.<br />
Σπουδές, πτυχία, παρτιτούρες του ωδείου,<br />
Όλα γραμμένα με το βάμμα του ιωδίου<br />
Κι ο σκοτωμένος το θεό του βλέπει<br />
Χωμένος μέσα στου φονιά την τσέπη.</p>
<p>Μένω λοιπόν με την ορφάνια πενταγράμμου<br />
Όπου δεν γράφτηκε η σωτήρια η νότα.<br />
Μόνον ο βήχας απ’ τ’ αλλόκοτα όνειρά μου<br />
Κάθε που μ’ έπνιγε στο ξύπνημά μου πρώτα<br />
Κι εγώ, μετά από ’κείνο, άντε πάλι,<br />
Να το ξανασηκώσω το κεφάλι<br />
Ν’ αφήσω πίσω του κενού μου τα πειστήρια<br />
Κάνοντας μια μουτζούρα εξιλαστήρια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΥΓΕΝΗΣ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>ΔΕΞΙΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Έντρομη χτύπησε την πόρτα μου η νύχτα<br />
Σαν να την κυνηγούσαν ληστές.<br />
Δεν είχα λόγο να αρνηθώ καταφύγιο<br />
Σ’ ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα.<br />
Μπήκε. Ξημέρωσε έξω βίαια<br />
Μ&#8217; ένα άσπρο φως χειρουργείου.</p>
<p>Έτσι διδάχτηκα να δεξιώνομαι το τέλος.<br />
Ως μια συνύπαρξη, ως πράξη καλοσύνης<br />
Προς μια κυνηγημένη γυναίκα.<br />
Στέκει στην άκρη της ζωής που μου μένει<br />
Τυλιγμένη στα βαριά της παπλώματα.<br />
Δεν απαιτεί, δεν καταγγέλλει, δεν ομολογεί.<br />
Πιο συχνά δέχεται από τα χέρια μου<br />
Αντί τροφής ένα μπουκέτο μαργαρίτες.<br />
Όταν πλένω τα τζάμια μου τις βρίσκω<br />
Σχεδιασμένες από την άχνα της πνοής.<br />
Εκείνα αστράφτουν, η γυναίκα χαίρεται,<br />
Εγώ, όπως είναι λογικό, σωπαίνω.</p>
<p>Χιονισμένη από σφαγή κι επιστήμη<br />
Η πόλη έξω συνεχίζει να αναπτύσσεται.<br />
Τρίζει η μεσοτοιχία ανεπαίσθητα<br />
Σαν τα οστά παιδιού που μεγαλώνει<br />
Χωρίς δικαίωμα στον θρήνο της αγάπης<br />
Χωρίς ελπίδα σε σκοτάδι αγκαλιάς.</p>
<h5><strong>Η ΠΥΞΙΔΑ</strong></h5>
<p>Ο υπέργηρος ο σκύλος της Φανής<br />
Πάσχει, μου εξηγούν, από άνοια.<br />
Χάνει συχνά τον προσανατολισμό του.<br />
Ξυπνά τη νύχτα, δεν αναγνωρίζει<br />
Το περιβάλλον όπου έζησε και γέρασε,<br />
Τον κυριεύει ο πανικός και κλαίει.</p>
<p>Εκείνη η νεραντζιά στη λεωφόρο<br />
Φυτεύτηκε προ ετών μες στην πλακόστρωση,<br />
Τάχα ένα δάνειο καλλωπισμού απ’ τη φύση.<br />
Σάστισε, έχασε τον προσανατολισμό της.<br />
Γέμισε ο κορμός παραμορφώσεις.</p>
<p>Ακμαίος ο πατέρας μου ακόμη<br />
Χτυπήθηκε από το κακό.<br />
Έμεινε έξι χρόνια στο κρεβάτι<br />
Με πλήρη διαύγεια πνεύματος.<br />
Όταν προσκλήθηκε, ακολούθησε αμίλητος.<br />
Στιγμή δεν έχασε τον προσανατολισμό του.</p>
<p>Στοιβάζεται η θάλασσα στην πόρτα μας.<br />
Στρώματα στρώματα νερού ώσπου ν’ αδειάσει.<br />
Να μείνει ο βυθός με τις νεκρόκασες<br />
Σαν να ’χει χάσει τον προσανατολισμό του<br />
Κι αντί για το ζωτικό μας μυστήριο<br />
Ν’ απομείνει ένα ανοιχτό ξεροπήγαδο<br />
Που συνεχίζει να το στραγγίζει το φως.</p>
<h5><strong>ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ</strong></h5>
<p>Κάποιος που δεν μπορώ ν’ αναγνωρίσω<br />
Περπατά πάνω κάτω στο σπίτι μου.<br />
Με μάτια κόκκινα απ’ την κούραση<br />
Και κάτι σαν κελάηδισμα στον λόγο<br />
Μου εξηγεί ότι διέσχισε την πόλη<br />
Και την βρήκε σχεδόν ακατοίκητη.<br />
Είδε το φως στο παράθυρό μου<br />
Και ήξερε ότι θα τον δεχτώ.</p>
<p>Ω, εσείς, συνηθισμένα μου ενδύματα,<br />
Φτερά καρφιτσωμένης πεταλούδας,<br />
Εσείς, που αφήνετε το χνούδι<br />
Της χαμένης σας υγείας στην ντουλάπα,<br />
Εσείς, κουμπιά μου που κυλήσατε στο πάτωμα<br />
Κι αφήσατε στην κρυφή ντροπή τους<br />
Τόσα ξηλωμένα πουκάμισα,<br />
Ακούτε αυτό το βήμα, αυτό το τραύλισμα;<br />
Θα ντύσουμε έτσι φτωχικά τον θάνατο;</p>
<p>Όχι. Θα εφεύρω την κομψότητα.<br />
Ένα άρωμα σιδερωμένων σεντονιών<br />
Μπορεί να ντύσει έναν επισκέπτη<br />
Όπως ντύνουν παραδείσιο πουλί τα χρώματα.<br />
Έξω ο κόσμος εξακολουθεί να συντρίβεται.<br />
Εδώ το φως σκυμμένο πάνω μας<br />
Ρίχνει στους ώμους ένδυμα σωστό.</p>
<h5><strong>ΠΟΙΟΣ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΑΝΝΑ</strong></h5>
<p>Αυτή η γυναίκα, ενδεδυμένη πένθιμα,<br />
Θα επιδίδεται σε άθληση κύρους.<br />
Έχει μια τέτοια επιμέλεια στις κινήσεις της,<br />
Μια τέτοια βεβαιότητα κινδύνου,<br />
Σαν να στήνει το καινούριο σαλονάκι της<br />
Καταμεσής στην τρύπα του όζοντος.<br />
Γύρω της άλλες πένθιμες ώρες<br />
Διώχνουν τους αρουραίους με τις σκούπες.<br />
Στριμώχνονται μες στο παλτό κάποιας Άννας,<br />
Που πήδηξε δεκαετής στην ομίχλη.<br />
Τέλος διαλύονται με το κουταλάκι στο τσάι<br />
Λίγο πριν η γυναίκα πάρει τον υπνάκο της<br />
Πάνω στον γαλαξιακό της καναπέ.</p>
<p>Αχ, το γυάλινο, το σαστισμένο φεγγάρι!<br />
Φυλλομετράει με το δάχτυλό του τα όνειρα,<br />
Δεν είναι η μοίρα του να καταλάβει.<br />
Απομακρύνεται. Πάλι οι σκούπες στο σκοτάδι.<br />
Πάλι τα πρόσωπα των ποντικών ένα ένα.<br />
Μόνο αρρυθμία. Δεν φοβάται πια.<br />
Δεν θέλει να βιαστεί να γλιτώσει<br />
Σαν να είναι κάποια που δεν εκκλησιάζεται!<br />
Ξυπνάει από ελαφρά δυσπεψία.<br />
Κλείνει την τηλεόραση και πέφτει<br />
Για το υπόλοιπο της νύχτας στον πλανήτη γη.</p>
<h5><strong>ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ</strong></h5>
<p>Καθώς κοιμόταν η μικρή Κωνσταντίνα<br />
Μια κλωστή έπεσε ήσυχα στα χείλη της.<br />
Ή θα περνούσε με φθαρμένη ζακέτα<br />
Ένας παππούς από την ουράνια πόλη<br />
Ή κάποιος αργόσχολος άγγελος<br />
Μαδούσε πάνω της λινή μαργαρίτα.<br />
Το παιδί μισάνοιξε τα χείλη του<br />
Κι έτσι διδάχτηκε τη θεϊκή ραπτική.</p>
<p>Ας δούμε τώρα με ποιον τρόπο διδάσκονται<br />
Ξυλουργική οι δυο συμμαθητές της,<br />
Ο κοντούλης ο Δανιήλ και ο Γιάννης.<br />
Μετά τη μάνα της εκείνοι την έκλαψαν<br />
Που δεν ξύπνησε από τέτοιον ύπνο.<br />
Αυτοί, λοιπόν, χτυπούν το ένα με τ’ άλλο<br />
Τα ξυλοπάπουτσα των ξωτικών τα Χριστούγεννα.<br />
Σπίθες πετάγονται! Πατάνε τα κλάματα<br />
Και οι ξωθιές με ξεπαγιασμένα ποδάρια<br />
Τους παραδίδουνε τα μυστικά.<br />
Ξέρουνε πλέον πώς να φτιάξουν το κρεβάτι<br />
Όπου μια νύφη θα κοιμάται ανενόχλητη.</p>
<p>Αν επομένως στην αυλή του σχολείου<br />
Κόβουν και ράβουν ελάφια και σκίουροι,<br />
Σσσστ! Ησυχία! Ο ουρανός είναι μικρός!<br />
Αφήστε τα παιδιά να αποστηθίσουν!</p>
<h4><strong>ΕΥΓΕΝΗΣ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ</strong></h4>
<p>Ποιος έχει δύναμη να μας επιβάλει ποινή<br />
Όταν φροντίζουμε την ψυχή μας μ’ αγάπη;<br />
Δεν έχει ο θρήνος θράσος αιωνιότητας.<br />
Σβήνει κι αυτός με κουρασμένο στεναγμό.<br />
Μπορούμε, λέω, να απεκδυθούμε το σάβανο.<br />
Ανάρμοστο είναι σε παλλόμενο σώμα.<br />
Περνάει πάντα ένα πλοιάριο στ’ ανοιχτά<br />
Ακόμη και αν είναι η ανάμνησή του,<br />
Τόσες εικόνες στοιβαγμένες στον χαμό,<br />
Τόσο υπερούσιο το απόθεμα της σκέψης.<br />
Μπορεί να φεύγει ακόμη κι απ’ το μνήμα του<br />
Κάποιο μικρό ιστιοφόρο,<br />
Κανένα φασματικό ψαροκάικο,<br />
Κάποτε αυτό γοήτευσε το βλέμμα<br />
Καθώς διέπλεε έναν κόκκινο ουρανό.<br />
Ας του προσθέσουμε κάποιο χρόνο αθανασίας,<br />
Απόψε η θάλασσα με την τιτάνια σιωπή της<br />
Συνοψίζει το χάος σε φιλία.<br />
Αναπνέει σαν στήθος μωρού<br />
Που αποκοιμήθηκε μπροστά στ’ αρμυρίκια<br />
Μπορεί ο ήλιος καθώς εξαντλείται<br />
Να αποσβήσει κάθε εγκατάλειψη.<br />
Πανάξια θα είναι η ναυτοσύνη<br />
Που αποπλέει προσπερνώντας τον θάνατο.</p>
<h5><strong>ΣΥΖΥΓΟΙ ΣΕ ΑΜΕΛΗΤΕΑ ΧΙΟΝΟΠΤΩΣΗ</strong></h5>
<p>Τον έχει λησμονήσει η νεότητα.<br />
Η ωραιότητα δεν τον θυμήθηκε ποτέ.<br />
Η υγεία πάντα, έτσι κι αλλιώς, αδιαφορούσε<br />
(Υγρά του σώματος, διαμαρτυρίες<br />
Σε απρόθυμους ακροατές στα φαρμακεία).<br />
Η Μίνα προσπαθεί να μη μισήσει,<br />
Δεν έχει βέβαια ανατραφεί γι’ αυτό!<br />
Εξάλλου από χρόνια τώρα<br />
Ξεχνάει τα κλειδιά της κάτω απ’ τ’ άστρα.<br />
Αυτό εκείνος μόνο το αποδέχεται.<br />
Προσεύχεται γι’ αυτήν κάθε βράδυ,<br />
Και πάλι κρέμονται πορτοπαράθυρα.</p>
<p>Αλλά απόψε είναι μια Τρίτη του χειμώνα.<br />
Χιονίζει ελαφρά απ’ τα χαράματα.<br />
Δεν λέει να το στρώσει μα στην γλάστρα<br />
Όλο και κάτι μένει, λευκή ύλη<br />
Μιας αρχαίας εμμονής στην Ανάσταση.<br />
Ασώματες χειρονομίες σκεπάζουν<br />
Με λίγες τούφες παγερής αθανασίας<br />
Την τριανταφυλλιά, σκυμμένη πια στο επέκεινα.<br />
Και από τη θεία μακρινή εκπνοή<br />
Το χιόνι υλοποιείται απαλύνοντας<br />
Όσα δεν λησμονήθηκαν ακόμη,<br />
Όσα εισακούστηκαν στη βραδινή προσευχή.</p>
<h4><strong>ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ</strong></h4>
<p>Είχε ένα ανάστημα που δεν του ανήκε,<br />
Σαν σιδερένιο αντικείμενο απροσδιόριστης χρήσης.<br />
Όταν κατόρθωνε να καθίσει<br />
Από τα υποδήματά του διακρίνονταν<br />
Δυο κάλτσες μάλλινες, ταπεινωμένες,<br />
Τομάρια ζώων που πουλήθηκαν νωρίς,<br />
Προτού βοσκήσουν το μερίδιό τους<br />
Από τ’ απέραντα βοσκοτόπια του τόπου του.<br />
Πάντα κάτι περίσσευε από κείνον,<br />
Πότε κέρματα που ξεχειλώνουν τις τσέπες<br />
Χωρίς να συμπληρώνουν ένα αντίτιμο,<br />
Πότε μια γεύση καφέ σ’ όλη τη γλώσσα,<br />
Πότε ο γιακάς απ’ το πουκάμισό του<br />
Αρπαγμένος από τον λαιμό ή το σακάκι του.<br />
Ωστόσο τι απαράμιλλη κομψότητα<br />
Βρίσκει στο έναστρο κατάλυμά του!<br />
Τι ανακούφιση! Δεν είναι ανάγκη ν’ αποκρύψει<br />
Ότι εκείνος που δεν έχει αγαπηθεί<br />
Δεν ξέρει πώς να δέσει μια γραβάτα.<br />
Μιλάει ελάχιστα, στη γλώσσα μιας σφυρίχτρας<br />
Που βρέθηκε σ’ ένα κουτί με ενθύμια.<br />
Κι ανάμεσα στα πατικωμένα λουλούδια<br />
Λιμνάζει ο ήχος της δικής του κοσμιότητας,<br />
Το σφύριγμα ποιμενικής ανατολής.</p>
<h5><strong>Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ</strong></h5>
<p>Φορτωμένος καραβίσια σκουριά<br />
Ήρθε κι εδώ απ’ το λιμάνι ο Αέρας.<br />
Μόνος εγκάτοικος μιας πόλης<br />
Ερημωμένης από πανδημία πανικού.<br />
Γυροφέρνει τις πλατείες και στο τέλος<br />
Σωριάζεται όπως όπως κατάχαμα<br />
Κάτω απ’ τα στέγαστρα της λαχαναγοράς.<br />
Ένας άστεγος σχεδόν, κοιμισμένος<br />
Ανάμεσα σε φρούτα και μαρούλια<br />
Που ξέφυγαν από τελάρα ή φορτηγά.<br />
Εδώ, καθόλου δεν φυσά. Βαθύς ύπνος<br />
Καταπίνει τον άσαρκο γίγαντα.<br />
Τα λιγοστά ανοιχτά παράθυρα<br />
Τα τρώει τ’ αλάτι που κουβάλησε<br />
Απ’ τον νεώσοικο με τις παλιές λαμαρίνες.<br />
Αυτές που πέταξε στην αποβάθρα,<br />
Μπροστά στα γέρικα ποντοπόρα,<br />
Άλλα παροπλισμένα κι άλλα<br />
Χωρίς ποτέ να βγούνε στα νερά.<br />
Το ροχαλητό του εδώ κι εκεί παρασέρνει<br />
Τα στρατσόχαρτα όπου θα τύλιγαν ψάρια<br />
Και το παπούτσι του τελευταίου πελάτη<br />
Που το ‘βαλε στα πόδια ανάμεσα<br />
Σε τρεις χιλιάδες άλλους νηστικούς.</p>
<h4><strong>ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ</strong></h4>
<p>Έχω πάντα έναν ίσκιο στο πρόσωπο:<br />
Σηκώνει καταπάνω μου ο θεός<br />
Την αρκουδίσια του πατούσα.<br />
Αλλά δεν λέω λέξη. Μελετώ.<br />
Με αποφεύγουν όλα τα λουλούδια<br />
Μήπως τα φθείρει σκοτεινή φιλομάθεια.<br />
Μα δεν μιλάω. Τον σπουδάζω τον τρόμο<br />
Αυτού του τιτάνιου πέλματος.<br />
Κρατώ για τον εχθρό με πείσμα<br />
Το χαμόγελο του θαμμένου χρυσού.<br />
Και ζω ακουμπώντας τα χείλη μου<br />
Το ένα στην χάραξη του άλλου<br />
Όπως επάνω στη λευκή κλωστή του ορίζοντα<br />
Ακουμπούν ο ουρανός και η θάλασσα<br />
Χωρίς ποτέ ν’ αγγίξει τ’ άστρα<br />
Ο γιγάντιος ο βόγγος του νερού.</p>
<p>Σύντομα φεύγω. Και τα ποιήματά μου<br />
Θα τα σαρκάσουν οι σεισμοί του καιρού.<br />
Η αρχαία γλώσσα τους θα ταφεί στα ερείπια<br />
Μιας πόλης αμαθών και δαρμένων.<br />
Φωνάζουν, κλαίνε, ικετεύουνε<br />
Και πάλι κατεβαίνει πάνω τους<br />
Της σιωπής το τερατώδες πάτημα,</p>
<p>Ο κρότος τούβλων και σιδερικών.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Πάλεψα, πάλεψα να την σηκώσω<br />
Αυτήν τη νύχτα, πεσμένη κατάχαμα.<br />
Την έσυρα από τις μασχάλες, της έπλυνα<br />
Το πρόσωπο με τα ίδια μου τα χέρια.<br />
Ώσπου άρχισε πάλι το χαμόγελό της να πλανιέται<br />
Στη θλίψη, στη βιασύνη, στα χρήματα<br />
Όπως ένα πουλί πετάει ανάμεσα<br />
Σε πέτρινους σταυρούς νεκροταφείου.</p>
<p>Σήκω, καλή μου, σήκω, σκοτεινή μου!<br />
Όρθια δες των εγκοσμίων το θέαμα:<br />
Σπίτια που τα χαστούκισε η φλόγα.<br />
Από ψηλά το ρολόι της Μητρόπολης<br />
Κοιτάζει σαν μάτι με γλαύκωμα<br />
Τ’ απομεινάρια της ρυμοτομίας.<br />
Και μες στ’ αποκαΐδια ψάχνουνε<br />
Οι υπουργοί τα βραβεία τους.</p>
<p>Να ορθώσεις μέτωπο και ανάστημα<br />
Σαν βασιλιάς που τον θρυμμάτισε η μοίρα του.<br />
Ό,τι αγαπήθηκε ν’ αγαπιέται για πάντα.<br />
Όπως εκείνες οι ριπές χελιδονιών<br />
Που διατρυπούν την ουράνια πλάκα<br />
Προς τ’ ανοιγμένα στόματα των μικρών τους<br />
Και μες στο πρωινό αντιφέγγισμα<br />
Στήνουν θρηνητικό πανηγύρι.</p>
<h4><strong>ΕΠΕΙΓΟΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ</strong></h4>
<p>0 πόνος κάθισε στο στήθος μου<br />
Σαν θεός με πρόσωπο λύκου.<br />
Έστρεψε το κεφάλι και γρύλλισε<br />
Τάχα σε κάποιο βιαστικό φεγγάρι.<br />
Μα ήταν μόνον ο γαλάζιος προβολέας<br />
Του ασθενοφόρου που περνούσε απ’ τα στενά.</p>
<p>Ω, μη σέρνεσαι, βρωμοσαλίγκαρο της καρδιάς!<br />
Η άσπρη κλωστή σου με τραβάει απ’ τα πόδια.<br />
Βλέπω το ράγισμα, ακούω τον κρότο<br />
Κάποιος μου ρίχνει για σεντόνι τη θάλασσα<br />
Χτυπά το σώμα μου κι ανεβαίνει<br />
Ένα νησί φορτωμένο φύκια.<br />
Γρυλλίζουν και ο οδηγός και ο νοσοκόμος<br />
Καθώς τυλίγουνε με γάζα τόσο βάρος.<br />
Αντί στους γιατρούς, στους γλάρους<br />
Προλαβαίνουν ν’ αποδώσουν την ψυχή.</p>
<p>Μπροστά, σιωπηλό μαύρο μετάξι<br />
Η άσφαλτος λειαίνεται εγκάρδια.<br />
Πατούνε οι τροχοί -ω, μη φοβάσαι!-<br />
Σε παρατεταμένες δαχτυλιές ενός αγγέλου.<br />
Τινάζει τα φτερά και σημαδεύει<br />
Πορεία πάνω στο πολύτιμο ύφασμα.<br />
Να δεις που θα ’ναι η ιαχή της σειρήνας<br />
Το καλωσόρισμα στην ανθισμένη γη.</p>
<h5><strong>Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΕΓΓΟΝΩΝ</strong></h5>
<p>Με τα μαλλιά βαριά από χώμα<br />
Κι ένα χαμόγελο χτιστό<br />
Γέρνει το πρόσωπό της πάνω μου<br />
Να με φιλήσει μια για πάντα.<br />
Είναι η φυσική μου Θλίψη<br />
(Ο θησαυρός του καθενός).<br />
Μα σ’ ένα μάρμαρο γαλάζιο<br />
Αφήνει αυτόν τον ασπασμό.<br />
Εγώ, με κάμποσα άγρια κρίνα<br />
(Ήδη χλωμά απ’ το βίαιο κόψιμο)<br />
Και του πατέρα μου τις φαρδιές πλάτες<br />
Χρόνια απλωμένες καταγής<br />
Κρεμώ επάνω στα κλαδιά μια κούνια<br />
Πλεγμένη απ’ τ’ άσπρα μου μαλλιά.<br />
Για του παιδιού μου το παιδί και το παιδί του<br />
Όταν θα τα καλέσει η θάλασσα<br />
Κοπανώντας τις γιγάντιες φούστες της<br />
Στις πόρτες της δικής τους Θλίψης.<br />
Για χάρη τους με τα ζεστά μου χείλη<br />
Σιγοσφυρίζω στον Θεό:<br />
Κύριε, αν και το χαλινάρι Σου<br />
Μου σκίζει το σαγόνι στα δύο<br />
Στα παιδιά δεν κουνάω το δάχτυλο<br />
Κουνώ το μυρωδάτο λίκνο.</p>
<h4><strong>ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ</strong></h4>
<p>Εργάζομαι, ψυχαγωγούμαι, μελετώ<br />
Σαν να δειπνώ πλάι σε κομμένο κεφάλι.<br />
Την κάθε ταραχή αποκρύπτω<br />
Υψώνοντας τακτικά το ποτήρι<br />
Στην πρόποση που μου ’μάθε ο θεός:<br />
“Ας υγιαίνουν οι πενθούντες”, γιατί αυτοί<br />
Θα παρηγορηθούνε κάποιο βράδυ, λέει<br />
Θα τους διατρέξει από τα πόδια ώς το κεφάλι<br />
Ένα βιβλίο ανήμερο. Στο τέλος<br />
Θα στέψει με τα ολάνοιχτα φτερά του<br />
Τον ακέφαλο συμπότη της ζωής.</p>
<p>Την ώρα αυτή που κάποιος μετράει<br />
Τα τελευταία του λεφτά ή τηλεφωνήματα<br />
Βουτάω μια μπουκιά ψωμί στο ξίδι.<br />
Την πόλη την μαρμαρώνει το χιόνι.<br />
Κανένα τοσοδούλι πλάσμα, ασβός ή μέλισσα<br />
Δεν έχει χώρο πια για τη φυλή του<br />
Τα κοπάδια τους πηδάνε στο κενό.</p>
<p>Δεν θα τελειώσει αυτός ο δείπνος<br />
Αέρας σπρώχνει τα χαρτιά μου στη θάλασσα<br />
Όλα των στίχων μου τ’ αναμμένα καντήλια<br />
Στο κύμα. Να τα σβήσει το νερό.</p>
<p>Μήπως μιλήσουν πράγματι οι φλογίτσες</p>
<p>Όταν μείνει το ποτήρι μου αδειανό.</p>
<h5><strong>ΡΕΠΟΡΤΑΖ</strong></h5>
<p>Κοιμάται η πόλη. Κάποιος ρίχνει την κυβέρνηση.<br />
Κάποιος την πιάνει και την βάζει για ύπνο.<br />
Σφουγγαρίζει ο προβολέας το πλατό<br />
Κι αφήνει μεταμεσονύχτια χαμόγελα:<br />
Καμία αναταραχή δεν θα διαρκέσει<br />
Πέρα απ’ τον θάνατο των γεγονότων.</p>
<p>Κοιμάται η πόλη. Κάποιος έδειρε έναν σκύλο.<br />
Κάποιος ρύθμισε μ’ ένα σκαμπίλι τα φανάρια.<br />
Περνάει αστραφτερό και αθόρυβο<br />
Το ίδιο πάντα αυτοκίνητο.<br />
Κάνει αδιάκοπα το γύρο του κόσμου<br />
Σε ακτίνα μιας θηλειάς στο λαιμό.</p>
<p>Κοιμάται η πόλη. Κάποιος έχασε τα ρέστα του.<br />
Κάποιος άφησε το σπίτι νηστικό.<br />
Βρέχει αστρικό αλάτι κι ασβεστώνει<br />
Προϊσταμένη και αδελφές στις εκκλησίες.<br />
Ή βήχει ή κλαίει ένας άγγελος<br />
Που δεν τον πιάνουνε τα αντιβιοτικά.<br />
Σύννεφα μόλις φωτισμένα ανθίζουνε<br />
Με πέταλα-πλοκάμια στον φεγγίτη.<br />
Και γλιστρά από τον ουρανό στα πλακάκια<br />
Ένα διάφανο, φοβισμένο χταπόδι.</p>
<p>Αλλά πού πάει τέτοιο πλάσμα της θάλασσας;<br />
Πού πάει αυτό το ασυγχώρητο λάθος;</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΟΡΟΦΗ</strong></h5>
<p>Κλωστή από του χελιδονιού το πόδι<br />
Δένει το ένα με το άλλο δέντρο.<br />
Πίσω απ’ το παρατημένο σπίτι<br />
Το κυπαρίσσι απομένει άδετο<br />
Αμφιβάλλοντας μέσα στη μαύρη καλύπτρα του<br />
Για όλη τούτη την υφαντική τού Μάρτη.<br />
Φέρνει η θάλασσα νομίσματα ν’ αγοράσει<br />
Ολόκληρη την άυλη πραμάτεια<br />
Καθώς ο ήλιος ανασηκώνεται<br />
Με πρόσωπο καλότυχου εμπόρου<br />
Πορώδες και γυαλιστερό<br />
Σαν καλοπλυμένο πορτοκάλι.</p>
<p>Σπρώχνω την παλιόπορτα και μπαίνω.<br />
Οι κάμαρες αναδίνουν την τάξη<br />
Κερήθρας αδειανής απ’ το μέλι της.<br />
Δεν έχει τίποτε λησμονηθεί από βιάση.<br />
Εδώ αποφάσεις αμετάκλητες<br />
Έχουν απλώσει το χρώμα της σκόνης.<br />
Μόνο ένα μπλε του κοβαλτίου στο ταβάνι<br />
Διάσπαρτο μέσα σε σπινθήρες τυρκουάζ<br />
Μαρτυρά φυλακισμένο παγώνι<br />
Που υπομένει πνιγηρή Αθανασία<br />
Μέχρι να χτίσουν τα πουλιά της άνοιξης<br />
Νήμα το νήμα την εφήμερη φωλιά.</p>
<h4><strong>ΤΑ ΓΗΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΚΗΣΙΑΣ</strong></h4>
<p>Το πνεύμα της κατέρρευσε πλέον.<br />
Και μόνο κάποια αναλαμπή απ’ τα βάθη<br />
Τις αναμνήσεις τόσου πλούτου αναρριπίζει<br />
Πώς λάμπει κάτω απ’ το νερό ένα ανάκτορο<br />
Ανάμεσα σε αποικίες σφουγγαριών.</p>
<p>Η ομορφιά της όμως μένει στη ζακέτα της.<br />
Ροδακινί, απαλή, σε ήπια πλέξη<br />
Λησμονημένη πάνω στην καρέκλα<br />
Σαν μακρόβιο, τρυφερό κατοικίδιο.<br />
Ο γάτος ο αληθινός την εγκατέλειψε.<br />
Και οι επτά θρυλούμενες ζωές του ήταν<br />
Απλώς κάποια γουργουρητά και νιαουρίσματα<br />
Ώσπου να σβήσει στο μεγάλο τζάκι η φωτιά.</p>
<p>Μένουν επίσης οι τίτλοι ευγενείας:<br />
Αναρίθμητα βιβλία στη σκόνη.<br />
Των τελευταίων χρόνων άκοπα. Άλλα πάλι<br />
Μικρά βουνά επάνω στο κρεβάτι της<br />
Προορισμένα να συντηρούν κάποια τύψη<br />
Που τόσο σκέφτηκε τις ιστορίες αγάπης<br />
Μα δεν τις καταδέχτηκε παρά μόνον<br />
Με την υπογραφή των Άγγλων ποιητών.</p>
<p>Αν κάποιος της χρωστά χειροφίλημα<br />
Είναι μόνον ο ουρανός του χειμώνα<br />
Αυτός που τώρα κατεβαίνει τα σκαλιά.</p>
<h5><strong>ΠΩΣ ΠΕΡΝΩ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ</strong></h5>
<p>Σε μια αγροικία από χιόνι<br />
Καίει καταγάλανη φωτιά.<br />
Μοιράζουν τράπουλα και παίζουν<br />
Γύρω της οι ακέραιοι Μήνες.<br />
Μόνος ο ανάπηρος Φλεβάρης<br />
Περιφρονεί τη θαλπωρή.<br />
Σαν της καρδιάς μου τον θαμμένο χτύπο<br />
Με το γερό του πόδι σκάβει<br />
Να χώσει την υπομονή<br />
Σε μια λακκούβα μες στον πάγο.<br />
Εξέγερση αδημονίας<br />
Ανάβει γύρω του τριαντάφυλλα<br />
Σε μια λιποθυμία αγάπης<br />
Που δεν ανταποδόθηκε.<br />
Σαν βλέφαρα μετά από κώμα<br />
Ανοίγουν τα παραθυρόφυλλα.<br />
Αναρριπίζουνε τα τραπουλόχαρτα<br />
Κι η συντροφιά μελαγχολεί.<br />
Σκυφτή επιστρέφει στην παρτίδα.<br />
Βαδίζει εκείνος στην εξάντληση<br />
Ξένος ανάμεσα στους τέλειους<br />
Σχεδόν τρεκλίζει από το τραύμα.<br />
Μα εγώ απαλά απαλά του δένω<br />
Το ποδαράκι που πονεί.</p>
<h4><strong>ΠΑΛΙ ΚΑΛΑ</strong></h4>
<p>Έχω μπροστά μου ένα φύλλο χαρτί.<br />
Και πιο μπροστά μου ένα δυσοίωνο μέλλον.<br />
Μπορώ να πακετάρω αυτό το μέλλον<br />
Τυλίγοντάς το σε αυτό το χαρτί.<br />
Έτσι θα έχω δαπανήσει αμφότερα<br />
Σε χρήση λιγότερο εχθρική απ’ την Ποίηση<br />
Και πιο αξιοπρεπή απ’ την ελπίδα.</p>
<p>Έζησα όπως όλοι. Ανάρμοστα.<br />
Καταπρόδωσα τον θείο πυρήνα.<br />
Πολλές φορές κοπάνησα το κεφάλι<br />
Πάνω στο μάρμαρο του τάφου μου<br />
Σαν να ήταν η πόρτα του γείτονα.<br />
Και να, που άνοιγε! Και με δάνειζε αλάτι.<br />
Και παρέθετα δείπνο σε κόρακα.</p>
<p>Τακτοποίησα καθαρά τα ιμάτιά μου<br />
Κι ας τα τραβολογούσαν όλη νύχτα τα σκυλιά.<br />
Κυρίες, κύριοι, θα σας κληροδοτήσω<br />
Σιδερωμένα παλιοκούρελα.<br />
Γνωρίζω πως οι περισσότεροι<br />
Θα προτιμήσετε τα δικά σας.<br />
Δυο τρεις θα δουν τη Διαφορά.</p>
<p>Βέβαια, δεν σύχνασα σε εσπερίδες.<br />
Α, ένα αίσθημα ντροπής το είχα.<br />
Δάγκωσα χώμα στα κρυφά.</p>
<h4 style="padding-left: 30px;"><span style="color: #000000;"><strong>Παράκτιος οικισμός (2017)</strong></span></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στο τραπέζι είχε απομείνει ένα μαχαίρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρωτύτερα είχε κόψει ή τραυματίσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα η αχρησία το πάγωνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο χαλί είχε απομείνει ένα πάτημα</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεύτερο πόδι σαν να μην υπήρχε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκτός κι αν αβαρές κι ανεμπόδιστο</span><br />
<span style="color: #000000;">Συμβάδισε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια φωνή απ’ την κοιλιά ως το λαρύγγι</span><br />
<span style="color: #000000;">Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τόση ορμή την είχε αρπάξει η νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που άφησε πίσω της ένα αυλάκι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά δεν είδα ούτε τον φόνο ούτε τον δραπέτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο του φεγγαριού το κεφάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαινόβγαινε με πλήξη εδώ μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς να κλείνει τα παραθυρόφυλλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, γευμάτισα με τον εαυτό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έγειρα πια στο μαξιλάρι. </span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΦΙΛΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ας δώσουμε όνομα στον λόφο εκείνο!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανασηκώνεται απ’ τη γη κατάπληκτος</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν κάποιος που ξυπνά στο φέρετρό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας ονομάσουμε την εγκατάλειψη <em>έλξη</em>.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρόνο τον χρόνο η θνητότητα απλώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στο πρόσωπο σαν ανήσυχο όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο ύπνος συνεχίζεται γύψινος</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω από στρέμματα σκόνης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λοιπόν, ας πούμε και την έγερση <em>θρύλο.</em></span><br />
<span style="color: #000000;">Όλο και κάποιος θα μας έχει αγαπήσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώστε να τον κρατήσει ζωντανό.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΒΟΤΟΜΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο θα συναντηθούν δυο αγόρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ αποτελειώσουν τον καβγά</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ένα χαμόσπιτο από κόκκινη λάσπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθένας έχει κιόλας στα μάτια του</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον αποκεφαλισμό μιας γάτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα απόψε σμίγουν και τα δυο κουλουριασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην αγκαλιά της ακατάδεχτης Μαίρης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θαμπό φεγγάρι τη μελαγχολεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και, μ’ έναν στεναγμό, τους παραδίνεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν ζήσουν, το πολύ να γίνουν άντρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με χρήματα ή χωρίς. Σχεδόν ζωόφιλοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να γεύονται το πατροπαράδοτο γεύμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε σπίτι όλο ανεξιχνίαστους θορύβους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αιμορροΐδες και προσβεβλημένη σύζυγο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο θ’ αστράφτει πάνω απ’ τα ποτήρια το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ολόκληρη η ωμή εφηβεία θα ημερεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο κι ένα τουφεκισμένο γεράκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που το βαλσάμωσαν με τα φτερά ανοιχτά.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με το κεφάλι μου βαρύ από φρόνηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στόχους πετυχημένους, μπαγιάτικους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και την ανάμνηση μιας μουσικής από κείνες</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ενθουσιάζουνε σε γαλανές βραδιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Έγειρα έξω απ&#8217; το παράθυρό μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να δω την πάνδημη κηδεία μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάγκοι απλωμένοι σ&#8217; όλη τη λεωφόρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Παιχνίδια πλαστικά και μικροτάματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω τους πωλητές χαμογελάνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να ‘χουν πόνο ξαφνικό στα πλευρά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με κάτι κέρματα ασήκωτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πασχίζουν οι αγοραστές να πληρώσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μικρά παιδιά τα κουβαλάνε, ιδρωμένα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέλος, να &#8216;μαι κι εγώ με τ&#8217; αλογάκι μου!</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς μου πηγαίνει το αστρικό μου φόρεμα!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ μου δεν υπήρξα ωραία κι όμως τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένα φεγγάρι θα ήταν χλωμότερο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακολουθούν στο ρυθμό της μπάντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟ ΔΩΡΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με κατάλοιπα βαριάς δυσθυμίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως και βαριάς τροφής στο στομάχι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σέρνω απόψε τα βήματά μου στον κήπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα πλουμιστά τα πράγματα δεν τ&#8217; αγαπάω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως δεν κάνει να &#8216;ναι δίχως ανταπόδοση</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η πιο άστοχη χειρονομία αγάπης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λοιπόν, μια τέτοια νύχτα, ας συρθούνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα μεταξωτά στα χορτάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε μου πόδι ένα μικρούλι φέρετρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψηλαφεί την γη που τον έχει</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτυπώντας του διακριτικά την πόρτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν μου ανοίξει, θα ‘μαστε κι οι δυο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ντυμένοι απέριττα το λάλημα του γκιόνη.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μ&#8217; έναν κόκκο σιταριού</span><br />
<span style="color: #000000;">Μοιάζει να &#8216;χει συντηρηθεί το κοπάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρμαθιασμένα πάνω στο κλαδί</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλα επιζούν, άλλα ψόφησαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλα στέκουν μαδημένα, μισότυφλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω τους χάσκει αποβλακωμένος ο χειμώνας</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τίποτε άλλο δεν μπορεί να κουνηθεί.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η θάλασσα. Η αστρική της νύστα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η δόνηση της άπαυτης πνοής της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω, προσπαθώ να διώξω από τον νου μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη μαύρη πόλη της καταγωγής μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα έχει το ύφος απαιτητικού ζητιάνου</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κολλάει τη μύτη του στο τζάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κοιτάζει μέσα στο σπίτι σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν του κλείσεις την πόρτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο να ζήσουμε ξεχνώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πράο φεγγάρι ποτισμένο αλάτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσο να πούμε το ψωμί προορισμό μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς ντροπή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς την καρδιά ενός γιγάντιου κήτους</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ρίξουμε σ’ ελεεινό τηγάνι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς, ύστερα, υπό τη θυμηδία των κυμάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μπούμε στην ουρά με καραβάνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πώς στο τέλος τέτοιαν αλητεία</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ξαναπείς ψυχή.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΩΝ ΘΕΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ακουμπισμένη σε παχιά μαξιλάρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσαρκη κεφαλή πατέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τον γηροκομούν βαρυγκωμώντας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλώντας του καθώς σε μωρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι στέκει ακόμη στην Πιερία</span><br />
<span style="color: #000000;">Το θρυλικό βουνό. Ως τον χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον τόπο του θα &#8216;ναι μια απέραντη πεδιάδα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Υποσέντονο ενός γέρου πεισματάρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Που δεν πεθαίνει. Επιμένει να γερνά.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΚΥΡΙΑ ΕΙΡΗΝΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Την πένθησαν ειλικρινά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα με τα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρηγορήθηκαν αυτοί που την αγάπησαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνη της κάθεται πια στα σκαλοπάτια |</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γευματίζει κίτρινα λουλούδια πελώρια</span><br />
<span style="color: #000000;">Τείνοντας στους περαστικούς τη βεντάλια:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Προφυλαχτείτε! Με τον θερμόν αέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Λιώνουν τα πρόσωπα από παγωτό</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τόσο λαίμαργα, τόσο απολαυστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Καταβροχθίζει ο έρωτας..»</span><br />
<span style="color: #000000;">Παιδάκια παίζουν μες στη βρόμικη ζάχαρη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτοκίνητα φρενάρουν στα φανάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιος εντέλει θα ενοικιάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό το σπίτι με τα κίτρινα αποφάγια</span><br />
<span style="color: #000000;">Που έχουν μια τέτοια εγκάρδια μυρωδιά.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΟΤΣΙΔΑΚΙΑ ΜΕ ΦΙΟΓΚΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όταν τα δάχτυλα χτυπάνε ώρα στο τραπέζι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το κεφάλι μου ζυγίζει σίδερο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν το κινητό στέκει αχρείαστο στη θήκη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τσόφλι ενός τζίτζικα που ‘χει στεγνώσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν η σκέψη μου είναι ρύζι με στάχτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξαίσιο έδεσμα για ψάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε αρχίζει να γελά από το κάδρο του</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο πατέρας μου ο συχωρεμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ερασιτέχνης τενόρος και αντάρτης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που, αφού γέρασε στη ραπτική,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκαμε έξι χρόνια στο κρεβάτι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πριν παραδώσει την ψυχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκέφτομαι πόσο λίγο του &#8216;χω μοιάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και φάλτσα κι ούτε ένα κουμπί να ράψω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ούτε που σήκωσα ποτέ κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά μόνο για να φανταστώ τη φλόγα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κατακαίει τη σπηλιά του ουρανού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στ&#8217; αποκαΐδια της βαδίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με κάτι σαν αρχόμενη άνοια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή ίσως επειδή τα δάχτυλά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα είχε η αρθρίτιδα παραμορφώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τσαλάκωσε το ένταλμα πληρωμής</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τραύλισε: «Δεν οφείλω».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, αν ήμουν κάτω από αστρική βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι είχα το θάνατο ξεχάσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ άκουγα κάθε σταγόνας το σφύριγμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν σήμα από τη θεϊκή φλυαρία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα μπήκα απλώς στην ουρά με παλιόκαιρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρέχουνε σαν ν’ ανοίξανε τα νεφρά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι στοιβαγμένες οι ομπρέλες πλάι στην πόρτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το χαρτί που τσαλακώνουν φριχτά δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο μόνος κρότος από την καύση των άστρων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να δεις που οι νέοι πλανήτες θα είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπερήλικες σε δημόσιο ταμείο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙΟΥΣ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αυτός ο αδελφός, αυτή η αδελφή μού γεννήθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Με πρόσωπο από πηλό σε σώμα δέντρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με ρίζες που γραπώνουν την καρδιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Φουσκωμένη από ένα έρημο φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχω πώς να θρέψω αυτά τ’ αδέλφια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψίχουλα για πουλιά έμειναν στο ερμάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλο μου το ψωμί φαγώθηκε, όλο το λάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Αλλόκοτο θα μείνει πάλι νηστικό</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στη βουλιμία του Γελοίου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λάμπουν όμως οι παλμοί μες στο στήθος μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρέφοντας τη συγγένειά μου με τη λάσπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με δάχτυλα επιτήδεια την πλάθω</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε βλέμμα αγάπης, σε αδελφικό παιχνίδι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα σε κορμούς που χρόνια υψώνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να συναντηθούν κάτω απ’ το χώμα.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αστραφτερή οδοντοστοιχία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέφτει, όπως πάντα, σιγανή βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάποιες βόμβες σε νοσοκομεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χώνει το χέρι του στην τσέπη και μετρά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάνα δυο τελευταία τσιγάρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάβει ένα και κοιτάει την κάφτρα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι ν&#8217; αποφοιτήσουν τα παιδιά&#8230;</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΠΙΘΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι ένα ρεύμα θερμό, ρόδινο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου κυλάνε τα πεσμένα φύλλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και είμαι εκείνη που τραβάει τα δίχτυα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και φέρνει πάνω τα θνητά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ άλλα πηδούν και πάλι στο ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς την απέραντη χαρά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαι τα ανέσπερα καντήλια</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κρέμασε ο αέρας σ’ άδεια κάμαρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και είμαι ο σκύλος που κλεισμένος μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κουνάει την ουρά σ’ ένα φάντασμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με χίλια δυο μπουκέτα αστραποβόλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τραντάζει ο ήλιος τα μισόκλειστα παράθυρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς τη ζωή μου τόσο φως κάνει στάχτη;</span></p>
<h4 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (2014)</span></strong></h4>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αν αυτή είναι η πρώτη ώρα της ημέρας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας μείνει εκεί με τη δειλία της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας σφιχτεί στο παλτό της ανήσυχη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανείς δεν είναι τόσο ξεκούραστος</span><br />
<span style="color: #000000;">Που να μπορεί να την περιμαζέψει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν πάλι είναι μήνας ολόκληρος</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έχουνε τόσο αραιώσει τα μαλλιά του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφού μ’ έφερε ως εδώ ολομόναχος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας μείνει στην αρρενωπή του θλίψη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι κι αν είναι αυτή η μουρμούρα της ομίχλης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ουρανός τραντάζεται κόκκινος</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν φούρνος που θα ψήσει τον χρόνο μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στ’ αδιάκοπα σφυρίγματα της μπόρας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθαρίζοντας το ποτήρι μου εγκαταλείπω το στόμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λησμονώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ τα ψίχουλα, εκεί τα κοράκια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια ολόκληρη γενναία μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πενθώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θεία Ειρήνη επιστρέφει με το τσάι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλά για την επικράτεια των μηνυμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Που θα ’πρεπε να τυλιχτούν σε ιώδιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τα τραύματα μιας κούπας», επιμένει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ρουφώντας μια γουλιά, «τιμούνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Την κούπα ως φέρετρο του γιασεμιού».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στέκομαι όρθια σαν μαθήτρια</span><br />
<span style="color: #000000;">Επάνω στα ξεκοιλιασμένα μου μποτάκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προνόμιο δεν υπάρχει στα πρόσωπα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι όλα ακριβή σαν το χάος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσεύχομαι να κόβουμε στα δυο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γέλια σαν άτακτα κρίνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ το θαμπό το τζάμι στα χαρτιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Στάζουν μια μυρωδιά αναχώρησης</span><br />
<span style="color: #000000;">Που δεν καταφέρνω να δέσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκόρπια τ’ αφήνω στο μελάνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτών των αβέβαιων στίχων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">0 κόσμος χαμογελά μουδιασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπροστά στο θέαμα της πληγής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φαντάζεται πως θα υπάρξει χρόνος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή δεν φαντάζεται τίποτε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγάπησε τ’ άνθη του τάφου του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλο κάτι απομένει γαμήλιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιο χάχανο, μια βροχή από ρύζι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια γυναίκα σε χηρεία παμπάλαια</span><br />
<span style="color: #000000;">Που φρεσκάρει το νερό στο ανθοδοχείο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ’ έναν καγχασμό σαν βηχάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτυπούν δώδεκα. Στολίσου, Μάη&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τα πρώτα δευτερόλεπτα της γύρης</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη η πόλη κατάμονη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΣΣΙΤΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί αφημένο, πάνω στην καρέκλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σακάκι που κουβάλησε τη μέρα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ένα μανίκι ρίχνει προς το πάτωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν σκύλος μακριά παρατημένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Που σκάβει με το πόδι του να κρύψει</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φρέσκο κόκαλο της εξορίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά δεν άφησα στις τσέπες παρά κέρματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αύριο θα ’χω να πληρώσω τα δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που δίνουνε τα εισιτήρια στο ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τέτοιους φλύαρους κορυδαλλούς απ’ το δάσος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ όπου πέρασε το ένστικτο της ομίχλης</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναβοσβήνοντας το φως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το σκοτάδι το βαθύ του κυνηγού</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα βγει η αλεπού απ’ τις παντόφλες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύπνο κακό, σώμα με σώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Οσφραίνεται ανάμεσα στα παπλώματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνάνε, λέει, πάνω απ’ τ’ απάτητα φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιοι που πάνε για συσσίτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το μυαλό στα χαρτοκούτια της στρωμνής τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μήπως κλαπούν, μήπως τ’ αναστατώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Αέρας από κρύα πανωφόρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς γυρνάνε σε σπίτι χρεωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κοιμηθούνε μέσα στα κλαριά&#8230; </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΟΣ ΙΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έχει μιαν όψη που μπορείς να τυπώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε γραμματόσημο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα έδειχνε το ίδιο σπουδαίος</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μικροσκοπική εκδοχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αβίαστα θα του απέδιδαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιστορικά υπουργήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και όχι μόνο το περιστρεφόμενο κάθισμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω από το τζάμι του γκισέ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καημένος άνθρωπος… Ο καθένας</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρειάζεται ένα ακλόνητο βασίλειο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν είναι να διασχίσει σχολώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλατεία σκεπασμένη με χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το τρίξιμο της πόρτας του να ενθουσιάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο τον πεινασμένο γάτο του.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΚΑΘ’ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ξέρω αν βγαίνει από ταραγμένο ύπνο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή αν πράγματι ξεσπάει κάτι μες στο νου του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως σηκώνει τα μάτια του πάνω μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Δικάζοντας τη φυσική μου παρουσία:</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα έπρεπε να λείπω απ’ εδώ!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καλώς. Θα ζήσω μια συναλλαγή</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σ’ ανατιναγμένα τζάμια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαρτιά σφραγίζονται μ’ ένα φτυάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ρίχνει τα συντρίμμια πιο κάτω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ένα πηγάδι ξερό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καίει η άμμος που σκεπάζει τα χρήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Του χώνουν ένα μαντίλι στο στόμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και υπογράφει σχεδόν με σουγιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΟΥΙΝΤΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σβήνει ο ήλιος παραμένοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ήρωας του δράματός του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παίρνει μαζί του στα βαθιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ρημαγμένο ηθικό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αύριο πάλι θα κρατήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα παγωμένα χέρια σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ανάβουν πάνω στα βουνά</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε συστοιχίες οι φλόγες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκηνοθετεί η φύση ως όπερα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι εγώ θα σου ψιθύριζα στ’ αυτί σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά δεν είναι ο σπαραγμός των φαινομένων</span><br />
<span style="color: #000000;">Λόγος να μη μαζεύω ένα ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ψίχουλα από αυτό που ακόμη είσαι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΠPOTOMH</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν κεφαλή του Βαπτιστή στο χώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με κρύα δάχτυλα η δασκάλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Βάζει στο πιάτο το ροδάκινο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λάβετε, φάγετε, δεν έχει άλλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μασάτε, αποφοιτάτε, φτύνετε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στην τρίχινη νυχτικιά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει γεράσει σερβίροντας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά με τα γυαλιά ταρταρούγας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα δυο κρινάκια στο ανθοδοχείο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ασήμι που παγώνει στα πόδια της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μένει σοφή σαν ένα μαχαίρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας σεπτός αποκεφαλισμός.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΡΙΕΣ ΜΕ ΠΑΧΝΗ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">Στη Σμαράγδα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ευλογημένη υπακοή, που η σκέψη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ξέρει να αναγνωρίζει&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τζάμια υγρά, λίγο κόκκινο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποια ψελλίσματα επιστροφής</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε πράγματα πολύ λυπημένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σάρκα ανθισμένη σε μελάνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ&#8217; ένα δυο τριαντάφυλλα ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Από χαμένη επιστολή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια Μαρία, σοβαρή μαθήτρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κρύβει τις βρεγμένες της κάλτσες</span><br />
<span style="color: #000000;">Βηματίζοντας διακεκομμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τον ύπνο της στο δικό μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε μάθημα της είναι αρεστό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μια άλλη, που τα φαγωμένα μου νύχια</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποθέτει στα μακριά της δάχτυλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιποιείται το δειλό νερό</span><br />
<span style="color: #000000;">Που αράχνιασε στα κυπαρίσσια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξαίσιες εργασίες χωρίς άγγιγμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Για το κρυμμένο νοικοκυριό των ριζών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ε, πρέπει να φυλαχτείτε, κορίτσια!</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΑΓΚΑΚΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήρθε και κάθισε δίπλα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια ζακέτα από λέπια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένα ζευγάρι ασημένια γόνατα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η θάλασσα μετρούσε στα πόδια του</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαρτονομίσματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Επέμενε να τον εξαγοράσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτόν τον ανυπόφορο Ύπνο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΖΩΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κρότος σαν δάχτυλο παιδιού στο τζάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όμως δεν πέρασε άλλος απ’ τη λύπη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αυτή δεν έμοιαζε μικρή μα σεβάσμια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια λέαινα μετά το χάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήθελα να προσηλωθώ, ν’ ακούσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά μου έπεφταν τα γυαλικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλαζε ο άνεμος συνέχεια βήμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι έψαχνε σ’ αυτές τις σπηλιές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν το σπίτι ησύχασε, την είδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη δαχτυλιά στον ουρανό της ζούγκλας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καμπουριασμένος πάνω απ’ τ’ αγρίμια του</span><br />
<span style="color: #000000;">Άκουγε τα πολλά τους παράπονα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και μένα κάποιος μ’ άκουσε λοιπόν.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν μου δοθεί ο πρώτος στίχος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η κυρία η ηλικιωμένη στον δεύτερο</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ξαναγίνει η μητέρα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ουδέποτε γνωστή κι όμως τι θλίψη</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά τα βαριά της γεράματα…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε προσηνής και σβέλτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαινόβγαινε σ’ αλλεπάλληλα οχτάωρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπακοή, παραγωγή, αποταμίευση</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένα μαύρο κουρτινάκι ανάμεσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε πρώτη και δεύτερη κόρη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα απλωμένη σε στρωσίδια δύσκαμπτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θερμαίνει με μια σόμπα χαλαζία</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα άδικα μεγάλο δωμάτιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπολογίζοντας με γουλιές αναπνοής</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσα μερόνυχτα υγείας</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξασφαλίζει με αβέβαιη σύνταξη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ η αρρώστια προχωρεί κατά το νόμο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα από τις θορυβημένες θυγατέρες</span><br />
<span style="color: #000000;">Παράνομα τρυπώνει η απλή φροντίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενός μεσημεριού με χρυσόσκονη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλούσια πασπαλίζει το πάπλωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να είναι η πρησμένη γερόντισσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια Αικατερίνη της μακράς δυναστείας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που έφερε ένα έθνος ως τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Προτού φέρει με οικονομία το γιατρό.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΡΕΙΣ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΑΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">(Διαβάζονται τραγουδιστά ή παραδίδονται</span><br />
<span style="color: #000000;">στη συγκατάβαση των πεζογράφων)</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ι Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΒΑΤΡΑΧΩΝ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Δέντρο του βάλτου ο κύριος Τιμόθεος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν η κόρη του πουδραριστεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η γυναίκα του παχύνει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ψάξει για κλεμμένο χρυσό</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μες στην οδοντοστοιχία του θα ’βρει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα τώρα είναι τόσο χαρούμενος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγαίνει ολοταχώς απ’ το φλοιό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκαρφαλώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα πάνω κλαριά του θανάτου του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλει να κελαηδήσει γλυκά</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα τέσσερα ευαγγέλια των προγόνων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φλοπ! Φλοπ! Πηδάνε οι βάτραχοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλο και πιο κοντά στη ρίζα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχει το σπίτι του έξω απ’ την πόλη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον φτωχό του έξω απ’ την πόρτα του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον δικηγόρο του κατά του θεού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν βγει μπροστά του λιμασμένος.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Α, τι ανόητοι όσοι δεν προνόησαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τους γαυγίζει απ’ τη μια η εκκλησία</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι από την άλλη το καμπαναριό&#8230;»</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Απέναντι απ’ την παλιά εκκλησία</span><br />
<span style="color: #000000;">Στέκει ένα φόρτωμα κάρβουνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάμποσοι μαρμαρωμένοι ανθρακωρύχοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που πέθαναν από την προσευχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">0 ιερέας μ’ έναν πετεινό στον ώμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην πίσω αυλή φυτεύει πιπερίτσες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε τόσο του περνάν υποψίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγριοκοιτάζει προς το υπερπέραν</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πάλι φταρνίζεται υπάκουα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το βράδυ, γεμάτο αγριοκέρασα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαίνει μες στο χωριό όπου να ’ναι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μυξοκλαίνε του ήλιου τα χάλκινα.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τίποτε δεν μπορεί να γεννηθεί», μουρμουρίζουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">«Κάτω απ’ τα κεραμίδια αυτά».</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ακούν, τα φαντασμένα, δεν ακούνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κλάμα του μωρού, τη χήρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη μαία την έμπιστη που κλείνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Το παράθυρο αυτού του ποιήματος.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">III Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΣΟΦΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τους πιο πολλούς τους μάντρωσαν στο κάτεργο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δυο τρεις τρυπώσανε στην εκκλησία»,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψιθύρισε στον παπαγάλο του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο σύντροφο και αδελφό στην παράνοια,</span><br />
<span style="color: #000000;">0 Αδικημένος με το τρίτο χέρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στα χοντρά βιβλία του</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτερούγιζε μια τόση δα προσδοκία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγγελική, φουριόζα, οξύθυμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν το κρασί στην κανάτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Στα χωράφια τα κουκουλωμένα με λάσπη</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποτραβιούνται τα νερά»,</span><br />
<span style="color: #000000;">Απάντησε ο παπαγάλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Βγαίνουνε από σπίτια οι Άλλοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι εργατικοί. Κακομούτσουνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τη θλίψη και την άγρια νύχτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όχι δυο τρεις. Παραπάνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλίμονο σου, ξαναχτίζουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ουρανό στεγνό</span><br />
<span style="color: #000000;">Με κόκκινα, μεγάλα μάρμαρα».</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΣΟΦΟ ΔΕΙΠΝΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είχε το ράμφος μιας ασήμαντης στιγμής</span><br />
<span style="color: #000000;">Καρφωμένο πάνω στην αγάπη του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη σιγότρωγε χωρίς να την πιστεύει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου ξημέρωσε απρόθυμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια μικρή λιποθυμία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αναπνοή από την καφετιέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένας δυο άγγελοι απ’ τη μνήμη του</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατοίκησαν κάτω απ’ το ταβάνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το φτερούγισμά τους το αργό</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάλι βάφτηκαν με αίμα τα μάγουλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, πώς μοιράζονται τα ελάχιστα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολλαπλασιασμένα από τον φόβο&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν εκείνους τους πέντε άρτους</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ερημιά γεμίζει τα ερμάρια</span><br />
<span style="color: #000000;">Για χιλιάδες ώρες μαζί&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καημένε αέρα, τρύπησε η σόλα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω από τη σαββατιάτικη Λάρισα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πάτησες το καρφί της βλαστήμιας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τίναζε στον ουρανό&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν θα μπεις σε άλλη πόλη πληγωμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγάλε τα αυτά τα παλιοπάπουτσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και όχι επάνω απ’ τις ταράτσες τρεκλίζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά ξυπόλητος μέσα απ’ τους δρόμους να περάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν χορευτής από λεπτή μεμβράνη</span><br />
<span style="color: #000000;">Που αφήνει πίσω του ελαφρύ αναστεναγμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι πάνω στα ξαφνιασμένα κεφάλια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυριακάτικα, τα χνάρια της πληγής σου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Άσιτη, κουβαλώντας την οργή της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαρώντας με τα τσόκαρά της το θώρακα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόλης θαμμένης βιαστικά και για πάντα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνά η πομπή των συλληφθέντων</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω της με τη γλώσσα έξω</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγέλη βακτηρίων και ιών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μωρά με αφέψημα παπαρούνας</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην κούνια ενός αργού δευτερόλεπτου</span><br />
<span style="color: #000000;">-Βρέχει μελάνι&#8230; &#8211; καταγράφουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Την επιστήμη της δολιοφθοράς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΑΡΤΗΣ ΑΤΑΦΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τι είναι ακριβώς αυτό το πένθος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα φουστάνι κατακόκκινο</span><br />
<span style="color: #000000;">Φορεμένο από ένα σκυλί;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ίδιο το μούτρο τού αφέντη του</span><br />
<span style="color: #000000;">Πουδραρισμένο με χόρτα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να κάθεται η καλόγρια μ&#8217; ανοιγμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ράσα της στα νερόφιδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ν’ αφανίζει το σκουλήκι μήλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με την τρομπέτα του σάλιου του;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι είναι αυτό το καρναβάλι του θρήνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί αργοπορεί και ξεφτιλίζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα σε τόσους μπεκρήδες;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς κωδωνοστάσιο χυμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλος ο μούστος απ’ τα κρασοβάρελα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στο μελάνι της σταματημένης καρδιάς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να ρίχνει ο ουρανός την κοιλιά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Έξω απ’ το βρώμικο πουκάμισο;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι χωριά είναι αυτά όπου ο θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχει αρχοντιά κι έχει πάχος;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπίτια που βάζουνε το φέρετρο στο αλάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γνέφουν με το δάχτυλο «σώπασε!»</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο άστρο που γρούζει πλάι στα γέρικα γατιά;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι πόλεις σε κηδεία ξεμανίκωτες</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να τις κέρωσε μ’ ένα χαστούκι η ρεκλάμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το σώμα διατιμημένο τυλίγει</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ακαμψία μ’ ένα ρούχο τού συρμού;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς σέρνεται η ακολουθία η νεκρώσιμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν πληθυσμός που σφουγγαρίζει στα γόνατα</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χιονόνερο της άλλης ζωής του;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και προς τα πού; Και γιατί; Κι ως πότε;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με ποιον κρότο τα μεγάλα πουλιά;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάτι έχει αυτός ο άντρας, κάτι έχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι έχει κρεμασμένο στον λαιμό του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα βραχνά, μια ποινή, μια πεποίθηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι που δένει τα νεύρα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το λουρί του σκύλου απ’ την καρέκλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου το ομοίωμά του κάθεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ολόκληρο το χοντροκόκαλο σώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μέσα από τις μπογιές τις χυμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ άκρη σ’ άκρη στον ουρανό της βεράντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπαίνει στο πλάνο φέρνοντάς του τον καφέ</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια γυναίκα που δεν έχει ξαναδεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τρίδιπλα σκεπασμένα χέρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και θα ’μαι τόσο περιττή όσο η ζάχαρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Από τα μέρη όπου οι σιδεράδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποτε φτιάχνανε με το φεγγάρι τα πέταλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όπου γινότανε το καλντερίμι μούσκεμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τον κρότο φοβερών σφυριών,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου άφαντοι, με την αναπνοή πιωμένη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρυφοκοιτάζανε οι μικροί με τα καρφιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Από κει πέρασα με την προσήλωση πιστού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στο νου μου μοσκοβόλαγαν τα κίτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν άστρα αυλής μοναστηριού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν έφτανα στη χάρη Του θ’ άναβε</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέξη προς λέξη τα καμπαναριά του στους βράχους&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαμογελώ&#8230; Ποιος ποτέ μετανιώνει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν απατήθηκε αρκετά, ώστε να διασχίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Άφοβα τέτοιον ουρανό&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΚΟΥΑΣΙΜΟΔΟΣ ΩΣ ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ ΛΟΓΙΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πέταξα το τετράδιο απ’ τα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να βρήκα στις σελίδες του ένα φίδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα ήταν μόνο το κουμπί μιας τελείας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κούμπωνε ως το λαιμό την παράγραφο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την έπνιξε ο γιακάς την ηρωίδα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο χρόνος της έπαθε λόξυγκα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι περνώ τις χιονισμένες νύχτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Καμπούρης με κεφάλι καιόμενο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη ράχη μου οι φιδοφωλιές φορτωμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφυρίζουν όλες γύρω από τ’ αυτιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">«Γράψεις δεν γράψεις, φαρμακώνεσαι»,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και δωσ’ του τα χαρτιά μου γεμάτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τις άτσαλες πατημασιές ενός δύσμορφου.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπα, η μοίρα μου είναι. Ράβει τα κουμπιά της&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΣΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πενικιλίνη και θνητότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάτι παλαιό και παράλογο</span><br />
<span style="color: #000000;">Καταγράφουν τα βιβλία μπροστά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μολύβια μου σαν βελόνη πυξίδας</span><br />
<span style="color: #000000;">Στρέφονται τρέμοντας προς το βορρά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε φορά που το γραφείο μου διατρέχει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο χλευασμός μιας καλής ιδέας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα έγραφα ανεπανάληπτο έπος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν δεν είχα αρχίσει να γερνώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο τις άφησα τις λέξεις μου να σέρνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στον χρόνο και τη δύναμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να ’χα το δικαίωμα να ελπίζω</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ έναν καταυγασμό της συνείδησης</span><br />
<span style="color: #000000;">Από άλλον κι όχι αυτόν που ζούσα βίο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μου όφειλε το άστρο αλάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Για το ψωμί των ηρώων μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ώρα που μπαγιάτευε δίπλα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μυστήριο της έρημης νύχτας&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο αργά, πόσο λίγο κατάλαβα</span><br />
<span style="color: #000000;">Οποιονδήποτε στίχο&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθένας μόνος του αξιώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια κλονισμένη υγεία και κυρίως</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ηλικία που έχει απόψε ο ουρανός&#8230;</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Ο τρόμος ως απλή μηχανή (2012)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τρύπωσε θυμωμένος στη γωνιά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Της ημέρας ο κάματος:</span><br />
<span style="color: #000000;">Να έχεις επί ώρες εκθέσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψυχή και σώμα στη δημοσιότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να έχεις διαφημίσει το πνεύμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">—Πλην, με ελεγχόμενη προθυμία</span><br />
<span style="color: #000000;">Για κάθε πιθανό συμβιβασμό—</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να πετάς απλώς τα παπούτσια σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Προτού χωθείς στην πολυθρόνα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια παλάμη σαρώνει τον αέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τον κόλαφο ενός πονοκέφαλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρέχουν με τα μποτάκια τους στον τοίχο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα τρένα από τις μυρμηγκοφωλιές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα σε πάρουν. Τι μεγάλος που είσαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλατύς και θλιβερός σαν πεταλούδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μαύρα, φτερωτά επιφωνήματα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι ένα στόμα που βυζαίνει το δάχτυλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα κακό μωρό κουκουλωμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος να σε θέλει μες στο χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκτός από το σουρωτήρι όπου κάθεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι απ’ όπου τρέχουν και λεκιάζουν το χαλί</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα εξαιρετικά σου προσόντα. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΑΙΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δες τον. Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και νιώθει παντελώς αγράμματος</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μισεί και ντρέπεται και φοβάται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν προσδοκά καθαρό αέρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκιαγραφούμενος σ&#8217; ένα γραμμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνά κατευθείαν στον Χάρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ζητιανέψει τα ναύλα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε φορά που ανοίγω το βιβλίο</span><br />
<span style="color: #000000;">Δραπετεύουν σαν τις κατσαρίδες τα γράμματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μελετώ αχόρταγα λευκές σελίδες:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο λόγος, ο αντίλογος και ο θρήνος</span><br />
<span style="color: #000000;">Καταγράφονται με τ&#8217; ανεπαίσθητα νεύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενός τυφλού που αισθάνεται να τον βλέπουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνοι που έφυγαν απ&#8217; το δωμάτιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε φορά που μετρώ με τα δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ δεν μου χρειάζονται όλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχουν λίγα ή λείπουν πολλά</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό θα το αποφασίσει ο αέρας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ανοιγοκλείνει τα παράθυρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κινώ τον μικροσκοπικό μου θεό</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τη μικροσκοπική του κλωστίτσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον συντηρώ με γλυκίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μέγεθος του κεφαλιού της καρφίτσας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρήσιμος, αβαρής και ιπτάμενος</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη σμίκρυνση του σύμπαντος πλεονάζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω λίμνη με το καθαρό ασήμι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω ουρανέ με τα γιγάντια φτερά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σκέφτεται, προσμετρά, σταθμίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">(Ρυτίδα κάθετη στο κούτελο),</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αποφασίζει τελικά και μου δίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο τοκογλύφος το ελιξίριο νεότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυαλίζει το εύσαρκο πρόσωπό του</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως ένδειξη των καλών του προθέσεων</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με υγρή παλάμη σφίγγει</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χέρι μου, σχεδόν αδελφός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και να, η τούρτα γενεθλίων!</span><br />
<span style="color: #000000;">Η νύχτα με την αστρική κουρελαρία της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κρότος των μπαστουνιών των γερόντων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να, οι πνιχτές βλαστήμιες των γιατρών,</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι ουρές μπροστά στα φαρμακεία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μάτια που καίνε σε βυθό μελανιού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να, ο συνωστισμός, τα σπρωξίματα, η ντροπή,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα δαγκωμένα τρόφιμα, η σκόνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να, το απορριμματοφόρο του Δήμου</span><br />
<span style="color: #000000;">Που μαζεύει το πρωτογενές πλεόνασμα&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΘΝΗ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">I.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνθρωποι με χαρτιά καθαρά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άλλοι με κάποιο ποινικό μητρώο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τελειόφοιτοι με πιστοποιητικό σπουδών</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πιο πολλοί με δίπλωμα οδήγησης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαπακωμένοι και νηφάλιοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρόνια μαζί και διαζευγμένοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα τα έθνη στην ουρά ν’ απολαύσουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον Παρθενώνα με φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα τους σαν από θαύμα</span><br />
<span style="color: #000000;">0 κολικός καταπραΰνεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου να ξημερώσει θα ’ναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι κληρονόμοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μοιραστούν το γαλαξιακό υγρό.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">II.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα έγγραφα και τα μητρώα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πτυχία και προγνωστικά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρχές και θραύσματα αισθημάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα εξιτήρια και οι διαγνώσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα τα έθνη στην ουρά να εισπράξουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Το επίδομα της ανεργίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γύρω τους τα νερά δεν τραβήχτηκαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου η πόλη να στεγνώσει θα ’ναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Όρθιοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε κανέναν</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα παραχωρήσουν τη σειρά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΚΟΥΚΛΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι νεκρές! Δεν είναι νεκρές!</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι οι τσακισμένες κούκλες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψυχές από ξύλο και πίτουρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλέπουνε με ζωγραφιστά ματάκια στο σκοτάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανήμπορες να μετακινηθούν ψηλώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σε ρούχο από γυαλί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν θα κλείσουνε τα δώδεκα, θα σπάσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε τους βήμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τραβάει από τη γη το γρασίδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ο λαός των γάτων με τ’ άρβυλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ο Πινάκιο με τα χίλια αδέλφια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αίμα πριονίζουν τη μύτη τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλείφουν το ψωμί τους με σάλιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόβουν τη φέτα στα δυο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπάζουν τη θλιβερή εφηβεία τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως και να μιλούν ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη λησμονημένη γλώσσα των ανθρώπων.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο τόπος μου είναι το νόημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μέσα μου είναι τα φτερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ασαφής ο σκοπός μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η σκέψη μου είναι τα φτερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το νόημα είναι τα μέσα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ακαθόριστος ο τόπος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιος πέταξε και του &#8216;φερε να πιει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να &#8216;χει η σκέψη του νόημα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΑ ΞΕΡΩ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Χαράματα &#8230; τι όμορφη λέξη &#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Αισθάνεσαι και τη ρωγμή και τον κρότο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ας τα διακρίνεις μετά βίας σε μια πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κρύβει σαν ντροπή τα σκοτάδια της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ρίχνει η μέρα μέσα από το τζάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα πρώτα ντροπαλά αιμοπετάλια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η αρρώστια σε καταλλαγή και επιφύλαξη</span><br />
<span style="color: #000000;">Στρώνει επάνω της τη νυχτικιά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιμένοντας με ευπρέπεια το φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να &#8216;μουν σ&#8217; έν&#8217; άλλο πρωινό με τα κλαδιά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς τρέχουν να κρυφτούν τα ξωτικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κρέμονταν από τα φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα δακρυσμένα μου ψέματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με βλέμμα γηραιών γιατρών οι σπίνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μου φανέρωναν όλη την αλήθεια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΘΡΑΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Χτυπώ το χέρι στο κούτελο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς σκάβει την πληγή το φιλότιμο&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά τα λόγια είναι πένθιμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκύψε προς το μέρος μου, ιερέα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσε το φτυάρι σου στα κυκλάμινα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνος σφυρίζω το αλληλούια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακούω το νήμα που καίγεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι θυμάμαι, με βλάπτει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει εδώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρατάει την ψαλτική το ποτάμι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμιάζουν τα φτερά του στις όχθες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και αγκαλιάζουν το σώμα μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήθελα μια Τρίτη του μύθου</span><br />
<span style="color: #000000;">Να σπάσουν τα ράμματα της χλόης.</span><br />
<span style="color: #000000;">0 Νέστος ν’ ανασηκωθεί στην αφθονία του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανένα μάτι να μην καταφέρει να βρει</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μέρος όπου θ’ αφήσει τ’ αυγά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλος ο κάμπος να σταθεί ζεστός.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">A, κατεστάλη η εργάσιμη εξέγερση!</span><br />
<span style="color: #000000;">Το άστρο της νύχτας ενθρονίζεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βηματίζω κατά το τύμπανό του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">θα κρύψει η λάμπα το άτριχο κεφάλι της</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στο πλήθος των παρατηρητών.</span><br />
<span style="color: #000000;">0 ύμνος των ροχαλητών θ’ αρχίσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">0’ ανασυρθούν με τα παράσημά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Και φύκια στα λαμπρά υποδήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Δικαστικοί και τροπαιούχοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και αυτό τι είναι; Η τήβεννος;</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σάβανο; Το πάπλωμά μου;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακούω τον κρότο των κλωστών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπα, ξεκινάει ρυθμικά η πνοή μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δίνει το σύμπαν τον καθορισμένο χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον ατμό που βγαίνει απ’ το στόμα μου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΔΙΠΛΟΤΥΠΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όλοι αυτοί οι γηραιοί Τιτάνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλες αυτές οι Μούσες οι ανδρόγυνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη αυτή η συνοχή και η κομψότης</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιλαμβάνονται στο ψηφοδέλτιό μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχουν τη δύναμη των πόθων μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φύλο των μυστικών μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το γούστο που θα επιβραβευτεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι ο τυφλός που με διαύγεια κρυστάλλου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεταφράζει το κορμί σε γεράματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το νου σε σφηκοφωλιά φωνηέντων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον σύντροφο σε σκόνη στο πέτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ίδιο το στόμα σε τροφή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε τους κόκαλο σαπίζει στην τσέπη μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε τους νεύμα καταγράφεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως η μία όψη του νομίσματος μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η άλλη ο κρόκος του Συμπαντικού Αυγού.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΚΑΝΤΑΔΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Αυτό που βρέθηκε, αυτό που αποθηκεύτηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό θα χαθεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό που ήχησε, αυτό που σήμανε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό θα σωπάσει».</span><br />
<span style="color: #000000;">Πες το, πες το, το χαζό τραγουδάκι σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μάτια κόκκινα και με πρησμένη γλώσσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσύ είσαι ο τροβαδούρος της κάνουλας.</span><br />
<span style="color: #000000;">0 ψάλτης από το κελάρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ό,τι χτίστηκε, στα κλαριά χτίστηκε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ράχη σκύλου».</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα σε πάρουνε στα σοβαρά, τραγούδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είσαι ο άχρηστος και ο χαριτωμένος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στην κόλαση παραπατάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λέγε το εσύ: «Είμαστε μόνοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι σπάρθηκε, φυτρώνει σε κρανίο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βήχει ο χρόνος μας, το μαξιλάρι ιδρώνει».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ε, μέθυσες, μέθυσες κάτω από την επιφάνεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωραία πάντα ταξιδεύει η ήπειρος</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στο γάλα των ωκεανών της.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ησύχασε. Πιες λίγο νερό και ησύχασε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πράγματι, είναι ο ήλιος των δώδεκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτός που εξαφανίζει τους ίσκιους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γύρω σου είναι οι Λευκές Κυρίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Προγιαγιά, η Αναπνοή και η Λήθη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ναι, πιες λίγο νερό ακόμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι απλώς ένας χορός. Όταν εργάζονται οι άλλοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δάπεδο με σατινένια λάμψη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήρθανε να κρατήσουν το χέρι σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να δοκιμάσουνε τα πέλματά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν σε λησμόνησαν ανάμεσα σ’ αυτούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εσύ για όλο το γιγαντιαίο λεπτό</span><br />
<span style="color: #000000;">Που οι δυο δείχτες ακουμπούν στο μεσημέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτύπα τα δάχτυλα και γείρε το κεφάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσε τη μουσική ν’ αναστατώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ άσπρα μαλλιά τους, τ’ άσπρα τους πουκάμισα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ας σε φθονούν οι λυπημένοι συνάδελφοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που έχεις φαμίλια, που ανασαίνεις, που ξεχνάς&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">Στην αδελφή μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν τ’ άστρα ξεκουμπώνουν τα παράθυρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μου δείχνουνε το δρόμο προς το πάρκο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλέπω στο βάθος το πρόσωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα άγρια μάτια, τα υγρά του μάγουλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οσμή καπνού και μακρινά τριζόνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στρίβω στην πόρτα το κλειδί: Νοστάλγησε&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Έφυγε νέος. Ως τις πρώτες λεύκες</span><br />
<span style="color: #000000;">Διστάζει ακόμη. Μένει πίσω μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μωρουδιακά στο γρασίδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τολμώ να του μιλώ με τ’ όνομά του:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Απόστολε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτες που ξεσκόνιζα την ωραία σου εικόνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τοπίο τού σερβάν σ’ αναγνώρισε».</span><br />
<span style="color: #000000;">Φλοίσβος στο ρούμι, αλάτι στο κερί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σβήνει ο θυμός κι οι δισταγμοί. Χαίρεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Που είναι ανάμεσα σε τέτοια πλατάνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για όλους μας ρωτά, έναν έναν.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Αχ», λέει, τέλος, και κουνά</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αποχαιρετισμό το ναυτικό κασκέτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρυσός στα νύχια, ρόδινο γυαλί.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΝΕΡΓΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γνωρίζουν άριστα την τέχνη τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνος με το πράο μέτωπο εκ πείρας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και οι δύο την ασκούσαν αρτίως,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνος με το πράο μέτωπο συχνά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια βίου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και οι δύο δεν θα την ασκούνε στο εξής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους φόρεσαν το σιδερένιο γάντι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει σε μέση ηλικία</span><br />
<span style="color: #000000;">Να πιστωθούνε στα νήπια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιος αφανής κερματοδέκτης</span><br />
<span style="color: #000000;">(Εάν απλώνουν σταθερό το χέρι)</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα τους προσπορίζει τα κόμιστρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τον κεραυνό ως το χώμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επ&#8217; ελάχιστον, βέβαια. Ως την ώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τ&#8217; άστρα, τα παιδιά και οι σύζυγοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα τους κοιτάξουν με τη δυσπιστία του πένθους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα πελώρια μάτια της ποινής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Α, τότε ποιος θα τους ακούσει να κλοτσάνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ&#8217; τα πόδια τους το ίδιο αυτό σκαμνί</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κατασκεύασε ο ένας εκ πείρας</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο άλλος, με τα φευγαλέα τικ, δια των σπουδών.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΦΩΤΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχουν κηπουροί που απεχθάνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλους τους κήπους που καλούνται να φροντίσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλην μίας γλάστρας με κοινά γαρύφαλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κάποτε είχαν δει ζωγραφισμένη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχει μία πρίμα μπαλαρίνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που έχει απολαύσει την πολυετή λατρεία</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά είναι βέβαιη πως δεν την αγαπά</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βραδινό της μαξιλάρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Α, θα ήταν μακρύς ο κατάλογος</span><br />
<span style="color: #000000;">Των κεραυνών που θρυμματίζονται αόρατοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Των πρώτων ή των τελευταίων τριγμών</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιας πυρκαγιάς που κατακαίει τα δάση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλει ο δρυμός μια ακόμη αιωνιότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να ομολογήσει την απληστία της θλίψης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η μονιμότητα της σκιάς πάνω στο πρόσωπο,</span><br />
<span style="color: #000000;">0 ανεξίτηλος λεκές του φουστανιού της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η τελευταία χάρη που είχε κάνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε φίλο ή εχθρό με ανιδιοτέλεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα εγγράφονταν στο φάκελό της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεμένο με μαύρα βλέμματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η κερασιά; Το θαλασσί γοβάκι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μητέρα συνεχώς κουρασμένη;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αυτά, κι αυτά! Και το λεωφορείο</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσπερνώντας τους τάφους να παίρνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Στροφή για σπουδές στην πρωτεύουσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εμείς την ξέρουμε; Την ξέρετε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσθέστε κάθε δυνατή εξέλιξη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως τη στιγμή που έκλεισε πίσω της</span><br />
<span style="color: #000000;">Οριστικά η πόρτα του γραφείου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μόλις τελειώσει το ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">Γράψτε από κάτω το όνομά της. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κλείνει τα πέταλά της η σονάτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νυστάζει η ευωδιά της φυγής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μία μία παραιτούνται οι νότες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Νοστάλγησαν την επιστροφή στον Θεό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα έχω σωθεί. Ούτε χώμα στα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε πια βρόμικο πουκάμισο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σοφός, καθαρός, βαθιά θλιμμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατοικώ στον λιγοστό ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">Που μου άξιζε από καταβολής κόσμου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΑΣ ΖΗΤΑΤΕ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Περίπλοκο ρητό. Τι σημαίνει,;</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αγκάθι ενός χειροφιλήματος; Πληγή από τούλι;</span><br />
<span style="color: #000000;">«Να έχετε με τους αγοραστές λεπτούς τρόπους».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς, δηλαδή, να τους φερθούμε; Φιλόξενα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους Νόμους;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σε πνεύμα Μουσικής και Δημοκρατίας;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή, αφού ο πελάτης έχει πάντα δίκιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βγάλουμε απλώς το σκασμό;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Για τον μεγάλο ποιητή Καβάφη</span><br />
<span style="color: #000000;">Λένε : «Απόσταση, ειρωνεία, έρωτας».</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τον μεγάλο ποιητή Ελύτη</span><br />
<span style="color: #000000;">«Ο ήλιος, ο Θεός, ο τόπος».</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσε πια για τον Σολωμό ή τον Κάλβο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο πιο πίσω, τόσο πιο εύκολο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι&#8217; αυτό και οι ποιητές δεν πεθαίνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους πνίγει η αγανάκτηση και αποφασίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ζουν αιώνια και να υπερασπίζονται οι ίδιοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Την τιμή τους από τα κουτσομπολιά του κόσμου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΥΝΟΔΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τι γάμος! Ήρθε σύσσωμη η αδελφότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Των γαμπρών με τη νυχτερίδα στο πέτο!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτήρια σαν αστερισμοί στην τροχιά τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δάκρυα βροχή επί βουνού εδεσμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στα ψυγεία, σε τρυφερή επαγρύπνηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ το πέπλο, τα τεμάχια της νύφης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΠΡΕΣΒΕΙΡΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δυο δυο περνούν οι Δεσποινίδες Έλεος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γέρνουν γλυκά την κεφαλή στο γαλάζιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη διαδρομή σχεδίασαν με χαμόγελο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κρύβουν πίσω από τα μαύρα γυαλιά τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν λιώσουν απ’ τον πόθο τα τακούνια τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πιρουέτες με υποδήματα Κίροφ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν η καλή τους η καρδιά πρηστεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίμπιντο γιασεμιού, αβρή μνηστεία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να τις προσβάλουμε με τον εκνευρισμό μας; Όχι!</span><br />
<span style="color: #000000;">Να τις θολώσουμε πλησιάζοντας στο τζάμι; Ποτέ!</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς πέφτουνε δυο δυο απ’ το Ζάλογγο, επιβάλλεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Να χειροκροτήσουμε το θεαματικό φινάλε.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΓΕΝΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με μια πλερέζα ως το πιγούνι το βουνό</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρύβει τα δάκρυα της χηρείας του όλη μέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βλέπω, ως αύριο θα ξεσπάσει ο θρήνος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι πια προχωρημένο φθινόπωρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πρέπει κανείς να βγει πολύ έξω απ&#8217; την πόλη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να τους βρει, πάππου προς πάππου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλους τους τεθλιμμένους συγγενείς του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα φύλλα, τα χορτάρια, τα νερά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μεγάλα τα χτυπήματα της μοίρας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που προσέλαβαν θεία ταυτότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθένας όλο του το σόι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΣ ΦΤΑΙΧΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ποιον έχουμε προδώσει και γιατί;</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί φοβόμαστε ένα τέλος στην αγχόνη;</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί ρίχνουμε το πρόσωπο στα χέρια μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως στην κατσαρόλα το αλάτι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σσστ! Έρχονται καταιγιστικές εξελίξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φως θα κάνει τις κάμαρες στάχτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα βαδίζουμε προσεχτικά. Ένα ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πατικώνουμε τα λουλουδάκια του τάφου</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην καταισχύνη των γραφών και των τόκων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ μια πίστωση, εκεί μια ομολογία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πιο πέρα μια επενδυτική στρατηγική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαστε ανθεκτικοί και αναλώσιμοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο και τα στατιστικά μας στοιχεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ε, το ψωμί που γεύεται ο Ιούδας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα δάχτυλα του θείου προσώπου το &#8216;χουν κάψει</span><br />
<span style="color: #000000;">Με δυο Διαθήκες, υπογραφές και σφραγίδα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εάν κατέρρεε ο Πύργος του Κάφκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα καταλύαμε στου Καρυωτάκη την Πρέβεζα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στριμωγμένοι αλλά όχι άστεγοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν έπιαναν οι χωροφύλακες τη Φόνισσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα την έριχναν σε υγρό κρατητήριο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου να τελειώσει η ανάκριση</span><br />
<span style="color: #000000;">Του φοιτητή του Ντοστογιέφσκι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εμείς μ&#8217; αυτούς κι αυτοί μαζί μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μεταξύ τους με θλιμμένα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλοι γνωστοί. Φυλή διωγμένων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιοι στο δρόμο από χάνι σε χάνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγάζουν φτερά. Αλλά δεν φτάνουν πρώτοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοντά τους τρέχει η πεινασμένη μας καρδιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΓΑΤΡΙΑ ΜΕ ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">I.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάμαι ακριβώς το πρόσωπό της:</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάτια έως θανάτου κατάπληκτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπρος σ’ ένα χάδι θ’ απόμενε άπραγη</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η λιγοστή του πνεύματός της ευφράδεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κρατούσε ένα καλό κομμάτι κρέας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στην πούδρα από τ’ ασπρόμαλλα δάση</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπίτια φτιαγμένα με τις χούφτες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γύρω νηστικά σκυλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προτού πηδήξει μέσα, στράφηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με τη χάρη έκπτωτης βασίλισσας</span><br />
<span style="color: #000000;">Επέδειξε το βιβλιάριο ενσήμων.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">II.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μυρωδιά στρέφει το βλέμμα δεξιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ένα πανέρι μυριστικά φρεσκοκομμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μέσα το κεφάλι του θύματος</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν υλικά μαγειρικής ή θυσίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα αποστρέφεσαι. Ο ανθρωπισμός επιβάλλει</span><br />
<span style="color: #000000;">Να στρέψεις το βλέμμα απέναντι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί που ένας μικρός καταρράκτης</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλένει τα πόδια της νεαρής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά ο κορμός της άφαντος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσα ημερομίσθια, τόσες κρατήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έπεισαν τον λαμπρό καλιτέχνη</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ξαναβάλει το σώμα της στο πλάνο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΛΟΓΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτάζω το άγραφο ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως κοιτάζετε τα τελευταία ψιλά σας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς θα τη βγάλουμε ως το τέλος του μήνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να τρέχουν οι λογαριασμοί της ψυχής &#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλοτε, πάλι, χαμηλώνω το βλέμμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλώς. Δεν μπορεί να γραφεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλος, αξιότερος, θα αφήσει για μένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα έξοδα ενός μωρού</span><br />
<span style="color: #000000;">Με ζιπουνάκι του θανάτου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΜΙΣΟΣΚΟΤΑΔΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αντίο, προς το παρόν, Εριφύλη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αντίο, Ρεβέκκα, Μιχαήλ, Χριστόφορε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν τώρα αποσιωπώ το σώμα σας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο λίγο φως, διαψεύδονται οι προσδοκίες</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βρω για σας τον αρμόδιο στίχο.</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι (2010)</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Ι ΠΩΣ ΣΩΘΗΚΕ Ο ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ</span></strong></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΟΥΤΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν ανοίγω τον ουρανό, το βρίσκω</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κρύο ρόδο που μ’ έσπειρε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα όταν τον κλείνω, τίποτε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε άνθισα ούτε έχω γεννηθεί.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΒΕΤΕΡΑΝΟΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάμαι εκείνους τους Λάρητες του Καβάφη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανίσχυρους οικιακούς θεούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμάμαι εκείνη την κλίση των ώμων μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπροστά σε κάθε νέα δυσκολία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει πάντα μια προσωπική αθεΐα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που εκφράζεται με τη στάση του σώματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πιο άκαμπτη, πιο ευθυτενής</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο το εικονοστάσιο αδειάζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν πλέον συνοψιστείς σε μια κάθετο</span><br />
<span style="color: #000000;">Γερά μπηγμένη επί των πελμάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε επανέρχεται η καβαφική παρεούλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτωχοί αλλά περήφανοι συγγενείς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στασίδι βέβαια δεν τολμούν να ζητήσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στέκουν εκεί, γερμένοι πάνω στα μπαστούνια τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάτι λένε ανάμεσα απ’ τα δόντια τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το βλέμμα προς το κέντρο της γης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΛΟΙ ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το βρίσκει προφανώς γραφικό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια τρυφερότης που επιδοκιμάζεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ταΐζει τα υπερτροφικά περιστέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να συνωθούνται αυτά προς τα σπόρια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανίκανα να μεταχειριστούν τα φτερά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκπεπτωκότες δεινόσαυροι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που μασουλάνε ψυχαναγκαστικά τζάμπα κόλλυβα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τον Άγνωστο εκείνο Στρατιώτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άβολα ξαπλωμένου στο μνήμα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι οσφυαλγία, ο δυστυχής, στους αιώνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τι αγανάκτηση θ’ ανασταινόταν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να γλιτώσει από τον Αφανή Πρωθυπουργό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τροφοδοτεί των πουλιών τις δαγκάνες&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ας δούμε πώς μουντζουρώνεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς πάει δαρμένος ως τον προσωπάρχη</span><br />
<span style="color: #000000;">Να καταγγείλει τη βία της άνοιξης</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο θυμωμένος ουρανός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η μπόρα πρέπει να ξεσπάσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν θέλουμε να λειτουργούνε απρόσκοπτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι φυσικοί μηχανισμοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τις προσλήψεις του να συνεχίζει ασκόπως</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σύμπαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στους λογαριασμούς μου στάχτες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις αναμνήσεις μου σκώμματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στα ελάχιστα τα μεγαλοπρεπή μου</span><br />
<span style="color: #000000;">0 τελευταίος πυρετός.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΡΙΖΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όλα όσα διδαχτήκαμε συγκλίνουν:</span><br />
<span style="color: #000000;">Εχθροί του νερού και του χώματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αμαθείς, εμπαθείς, πληγωμένοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγαλμένοι από ένα κόκκινο πανί</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ποιος ξέρει τι τύλιξαν μέσα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΚΑΔΗΜΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αυτός ο υπερήφανος λαός μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τέτοια πείρα στα οικιακά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλο ξαφνιάζεται και όλο βάζει τις φωνές</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν νιόπαντρη νοικοκυρά που εντοπίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Μυρωδιά καμένου άστρου στο τηγάνι της.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήρεμος. Σαν παπάς στην επαρχία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δυνατός. Σαν διεθνής τραπεζίτης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αστραφτερός. Σαν γαμήλιο πάρτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κακός. Αλλά όχι άθλιος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ραδιούργος αλλά όχι ατάλαντος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα είναι ως και συμπαθής σε κάποιους</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρόθυμους πάντοτε να ευεργετηθούν.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΩΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΣΥΡΙΟΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ας φανταστούμε ένα λαό πανάρχαιο, γεννήτορα επιστημών, αιώνιων</span><br />
<span style="color: #000000;">θεσμών και εξαίσιας τέχνης, να κάθεται, σεβάσμιος γέροντας, πάνω</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μια μεγάλη πέτρα και να ποιμαίνει βιβλικό κοπάδι μέσα σε</span><br />
<span style="color: #000000;">αμφίσημους συλλογισμούς: Μαλλί ή γάλα; Τροχός ή αθάνατος θεός;</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη θάλασσα που ανοίγεται μπροστά του πλέει σχεδία μ’ ένα ναυαγό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πεισματάρικο σκαρί τον θέλγει. Προσηλώνει το βλέμμα στον</span><br />
<span style="color: #000000;">πλου και, παρ’ όλα τα κουδούνια και τα βελάσματα, ξεχωρίζει τον</span><br />
<span style="color: #000000;">ναύτη που σιγοσφυρίζει την ακατανόητη λεξούλα «άτη». Διακρίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σκιά του επερχόμενου κυκλώνα να βαδίζει με θλιμμένη κομψότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά μήκος της σκελετωμένης ακτής. Ρήμα ή θάνατος; Πνιγμός</span><br />
<span style="color: #000000;">ή πτήση;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα την κίτρινη ομίχλη ας φέρει η νύχτα. Είμαι μόνος σαν τα</span><br />
<span style="color: #000000;">φαντάσματα, ένα άροτρο στον ουρανό. Στην πίσω πλευρά τον κρανίου</span><br />
<span style="color: #000000;">μου κρυώνει η σκέψη τον καλύτερον εαυτού μου. Ασσύριος ή Ναβαταίος; Έλληνας ή φανατικός; Α, τίποτα, στουπί και λινάρι, ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">σημάδι στον κρόταφο, μια χώρα που θα γίνει νερό.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΥΤΕΡΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με πιπέρι και κρόκο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με μάτια ανυπόφορα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαγειρεύει ο θάνατος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την κεφαλή, το στομάχι μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το βρασμό αναλίσκει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τη λύπη μου ωμή</span><br />
<span style="color: #000000;">Την αφήνει στο μάρμαρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα δάχτυλα γεύομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον εαυτό μου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΡΙΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γηραιά, με τις δερματικές κηλίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκεπασμένες πού και πού με λίγη πούδρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποφασισμένη να περάσει στο άγαλμά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως -τάχατες- πνοή του καλλιτέχνη</span><br />
<span style="color: #000000;">Και έτσι κάποιον ακόμη θαυμασμό να αποσπάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ολοκληρώνεται η Σταδιοδρομία μου ως δασκάλας </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΕΤΑΡΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα ψίχουλα, το κερί, το ιμάτιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δέντρο που αισθάνεται μια Παρουσία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά να τα κρατήσω στον εφιάλτη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή να τα παραδώσω στην αστυνομία;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΜΠΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πέμπτη με το μελάνωμα και τον ιβίσκο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κηπουρός μού το μαρτύρησε: Θα βρέξει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με τυραννούσαν τα νερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετακινώντας απλώς τις βλεφαρίδες τους.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΑΒΒΑΤΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τηλεφώνησέ μου, βουή των κοχυλιών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γράψε μου κάτι στο μέτωπο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το πρόβατο το απολωλός. Η Τραβιάτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Κυριακή με τις καμέλιες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τον Κύριο σταθερή μέρα ακροάσεων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τον Απόλλωνα των ρεμπετών Συννεφιασμένη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για μένα δυο πακέτα εφημερίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Με προφητείες για πνιγμένους και κουφούς.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γράφουν με το αίμα τους αλλά και μ’ ένα πινέλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στους τοίχους οι αδικημένοι άνθρωποι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχουν και εργαλείο και αλφάβητο</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά ποτέ αρκετό αίμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς μένουν αποσβολωμένοι, συντρίμμια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν τους περισσεύουν τα λόγια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώ αδειάζει ο κουβάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι σταγόνα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του δίνουν μια και τον πετάνε τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον άχρηστο κουβά, το τομάρι τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι να κηδέψεις τώρα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα πινέλα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και μένουν άθαφτα αυτά και συσσωρεύονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα βουνό, ένας τύμβος από βούρτσες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μνήμα της ξεραμένης βαφής.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΛΕΠΩ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος ξέρει πού γυρίζει, τέτοια νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Του πατέρα μου η παιδική ηλικία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς φωνή και χωρίς βάδιση κι όμως,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν κρίνω από τα δάκρυα του, ο θεός</span><br />
<span style="color: #000000;">Του επιτρέπει να τη θυμάται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο στυγερός, αφού τον κρέμασε πρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα καρφί από το πίσω τού κρανίου του. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εάν βαλθείς να επιλέξεις Νομάρχη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αίμα, η ουρά και τα κέρατα</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν πρέπει να περιέχουν χρυσό!</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΞΩΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Την πόρτα μου άνοιξα και ήταν εκεί:</span><br />
<span style="color: #000000;">Πανύψηλος, με την καμπούρα ενός κύματος</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στηριγμένος σε χοντρό ραβδί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με όλους συγκατοικεί κανείς, θλίψη, στέρηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμη και ο θάνατος μπορεί ν’ αφήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Χώρο για τους ζωντανούς μες στο σπίτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνον ο πόνος του σώματος</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετράει, ντούκου ντούκου, κάθε πόντο</span><br />
<span style="color: #000000;">Από την οροφή ως το πάτωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τέλος σε πετάει στο δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως νόμιμος ιδιοκτήτης. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θυμός τα ορατά διατρέχει..</span><br />
<span style="color: #000000;">Είδαν που πέρασε από τα δωμάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κακόπιστος οφειλέτης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θα επιστρέφει όσα πήρε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και δεν γιατρεύει, όπως διατείνονται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Χρόνος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά από κάποιο άλλο χέρι υφαρπάσσονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα απολεσθέντα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγνοούνται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας του ζητούν. Δεν έχει τι να δώσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο επιστρέφει το χρεόγραφο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατάστικτο από διαδρομές εντόμων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό πιστοποιεί νομίμως ότι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εξόφλησες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΧΑΡΤΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με άνθος στην κομβιοδόχη</span><br />
<span style="color: #000000;">(Τέτοια φιγούρα ποιος θυμάται&#8230;)</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με θλιμμένη συμπεριφορά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπροστά σ’ ένα ποτήρι μπίρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάπως δανδής, παλαιάς κοπής, δικής μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάπως περιπλανώμενος πότης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ ένα συγκεχυμένο ιπποτισμό</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μια ακόμη πιο θολή αυτοκατάκριση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δώστε του ένα όνομα, κάτι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η δική μου η πενιχρότητα των μέσων</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μην τον σύρει στον αφανισμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθένας κατά βάθος ονειρεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια τόσο απλή Δευτέρα Παρουσία. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΘΑΥΜΑ</span></strong></h3>
<h3><span style="color: #000000;">(ή πώς παίρνονται οι αληθινές αποφάσεις)</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σαν τους ιχθύς και τους άρτους</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίγος θάνατος πολλούς χορταίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποκαλύπτοντας τη θεία παρέμβαση</span><br />
<span style="color: #000000;">Με ακρίβεια διαιτολόγου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σπάνιο έδεσμα, ποιος το ’χει κάθε μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Εν επιγνώσει&#8230; Όλοι ανίδεοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεταβολίζουν τις φριχτές ουσίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια έκλαμψη όμως, ένα σκίσιμο στομάχου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάνει συχνά τον πεινασμένο όχλο ομήγυρη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Συντρόφους που μοιράζονται το τίποτε</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αδελφική δικαιοσύνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τότε κι η λίμνη λάμπει ολόκληρη απ’ τα ψάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε κι η αφθονία του κακού φαντάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωραιότης&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕIΣ TO ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ, ΠΑΤΕΡΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με βλέμμα εξεταστικό Τον ατένιζες</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να σκεφτόσουν: «Εσύ είσαι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πράγματι εσύ; Χμ&#8230; Βεβαίως».</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ούτε αγωνία ούτε πανικός: Αναγνώριση</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενός αγγέλου αυτοκρατορικού από έναν άλλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτωχό, με τα φτερά του πάνω στο κρεβάτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν κατάπινες με γρήγορες γουλιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τελευταίο σου μερίδιο αέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και αν, τέλος, έμεινε ορθάνοιχτο το στόμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ήταν βουλιμία ζωής ούτε τρόμος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο φροντίδα να υποδείξεις το σπήλαιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ όπου αρχίζει η οδός του μέλλοντος μου. </span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;"> ΙΙ Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΔΟΤΩΝ</span></strong></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Μπορούμε να συμβαίνουμε μόνοι μας πάνω σ’ έναν τιποτένιο πλανήτη!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα κεφάλι κουβαλά ό,τι και μια κοιλιά, τίποτε άλλο. Μπροστά</span><br />
<span style="color: #000000;">μας τα βουνά των εδεσμάτων αναδίνουν τις ερεθιστικές τους</span><br />
<span style="color: #000000;">οσμές ως βαναυσότητα προς την πείνα αλλά και ως κόλαφο στον</span><br />
<span style="color: #000000;">κορεσμό. Δικαιοσύνη. Η πρώτη όψη της θειότητάς μας. Η άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι η τροφή. Μόνοι μας πλάθουμε την τροφή που τρώμε, από το</span><br />
<span style="color: #000000;">οικείο χώμα και το νερό, εμφυσώντας τους τη θρεπτική αξία με μία</span><br />
<span style="color: #000000;">και μοναδική εκπνοή. Αλλά ως μελαγχολικά υποκείμενα τούτο το</span><br />
<span style="color: #000000;">λέμε βλασφημία. Γενικά το αποτιμούμε ως πνεύμα, ενώ είναι παραγωγή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ντροπαλά ανασαίνει ενίοτε ένα κλωνάκι βασιλικός. Τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">ξυπνάει μέσα μας η τέλεια αδιαφορία. Αν η αφή μας μπορούσε να</span><br />
<span style="color: #000000;">συλλάβει τις ποιότητες όλων των αγγιγμάτων, όλα θα μας εγκατέλειπαν</span><br />
<span style="color: #000000;">άτρωτους. Διασχίζουμε το νερό με αγνότητα. Άλλοι μετά θα</span><br />
<span style="color: #000000;">το φορέσουν, ένα υγρό βεστιάριο, που φιλοξένησε την απομάκρυνσή</span><br />
<span style="color: #000000;">μας. Για λίγο ελεύθεροι, δεν νοσταλγούμε! Όσο να μαραθεί ο κλώνος</span><br />
<span style="color: #000000;">τα δάκρυα μόνο διαιρούν το πρόσωπο, άπαυτα και απαλά σαν</span><br />
<span style="color: #000000;">ποτάμι, αλλά αυτό δεν είναι υποδούλωση. Είναι η πληρότης των</span><br />
<span style="color: #000000;">ωρών. Ύστερα μας ειδοποιούν οι Μοίρες. Αρπάζουν σφιχτά το στομάχι</span><br />
<span style="color: #000000;">μας, η καρδιά μας χτυπά ακατάστατα, γινόμαστε επινοητικοί</span><br />
<span style="color: #000000;">και λαίμαργοι, καθένας κι ένας πίδακας ιδεών. Παραγεμίζουμε το</span><br />
<span style="color: #000000;">στήθος με χόρτα, με λουλούδια και χρυσαφικά του αγρού, με κάθε</span><br />
<span style="color: #000000;">μανιτάρι τον κρύου. Λάμπουμε από το θυμό και τον πλούτο, σαν να</span><br />
<span style="color: #000000;">είμαστε αληθινά νοήματα, σαν να είμαστε αποδεικτικοί συλλογισμοί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλοι παχύσαρκοι από βεβαιότητα κι άλλοι σκελετωμένοι από πείσμα</span><br />
<span style="color: #000000;">καταστρώνουμε ωραιότατους βίους ή τους πενθούμε με αλαζονική</span><br />
<span style="color: #000000;">διάρκεια, ενώ συμβαίνει μόνο το εξής: Θα εκραγεί το ηφαίστειο</span><br />
<span style="color: #000000;">της Θήρας και θα αφανίσει το Μινωικό πολιτισμό αύριο το πρωί,</span><br />
<span style="color: #000000;">εννιά και δέκα. Αλλά δεν έχουμε τον αναγκαίο χρόνο, για να κατανοήσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γη. Απ’ το παράπονο ως την ωμοφαγία η έκρηξη των</span><br />
<span style="color: #000000;">γεννητριών, μια διανοητική φαντασμαγορία, τα λαμπιόνια της πιο</span><br />
<span style="color: #000000;">κομψής Πομπηίας, ο θόρυβος της αγοράς. Κανένα καταχθόνιο ρεύμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αύριο, γύρω στις εννιά, τα ουράνια θα είναι στη θέση τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">λεπτοδείχτες σε πλήξη, θα ζυμώνουμε την τροφή του εγκεφάλου μας</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα σε παραδείσια αύρα. Καμία ενοχή. Καθόλου δάκρυα. Κανένα</span><br />
<span style="color: #000000;">αρωματικό κλωνάρι». Κάπου θα υπάρχει ένα στιλό. Προσυπογράψτε</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό το μανιφέστο τώρα. Ποιος θα προλάβει ν’ αρνηθεί συγκατάθεση</span><br />
<span style="color: #000000;">στα δέκα τελευταία λεπτά&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΛΗΡΟΔΟΤΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Έλα, σκοτάδι, τίναξε το αλεύρι σου, κι εσείς, παιδιά, σπρώξτε τον</span><br />
<span style="color: #000000;">χοντρό παρακάτω! Πέθανε, δεν θα φέρει αντίρρηση» μας φώναξε</span><br />
<span style="color: #000000;">σβήνοντας με τις λιωμένες παντόφλες τον τις πατημασιές του</span><br />
<span style="color: #000000;">πεθαμένου. «Οι ηλικιωμένοι να καλυφθούν με χαρτί! Οι γυναίκες και</span><br />
<span style="color: #000000;">τα παιδιά με τα φύλλα! Η ζάχαρη και οι σταφίδες εδώ, θα φουρνίσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">τις συλλογικές αποφάσεις!» συνέχισε στεντορεία τη φωνή και</span><br />
<span style="color: #000000;">χτυπώντας το μπαστούνι τον στο τούβλο, που τον είχαν βάλει για να</span><br />
<span style="color: #000000;">στέκεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκύψαμε το κεφάλι υπάκουα κι αρχίσαμε να σκάβουμε για λίρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πιάναμε τα φτυάρια και χωρίς την παρότρυνση, όμως η τόση</span><br />
<span style="color: #000000;">ένταση της φωνής υπεδείκνυε κίνδυνο θανάτου. Το φεγγάρι ρουθούνιζε</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω μας σαν το γουρουνάκι στο στάβλο και οι καλαμιές, καμένες,</span><br />
<span style="color: #000000;">τρυπώνανε απ’ τα δοκάρια της σκεπής ως τη γούρνα, όπου</span><br />
<span style="color: #000000;">κυλιότανε το φως. Εκεί μονάχα ο παπάς του χωριού τολμούσε, που</span><br />
<span style="color: #000000;">λες, να πλησιάσει, γιατί τα ζώα είχανε δαιμονιστεί και απαντούσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">με πνιχτές βρισιές στα πνεύματα! Σκάβαμε χωρίς την παραμικρή</span><br />
<span style="color: #000000;">διακοπή, χωρίς νερό, τροφή ή ανάπαυλα, κι όποιον τον πρόδιδε η</span><br />
<span style="color: #000000;">αρρώστια του ή το πάχος τού σβήνανε τα χνάρια με τις παντόφλες,</span><br />
<span style="color: #000000;">για να μη γίνει η απογραφή, που θα επέβαλλε την επιδότηση του</span><br />
<span style="color: #000000;">ρόγχου ή χρονοδιάγραμμα επί των ιών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τέτοια, λοιπόν, οργανωμένη εργασία, με τέτοιο συντονισμό</span><br />
<span style="color: #000000;">των φτυαριών, βρήκε η γενιά μας τις χιλιάδες λίρες, αυτές που τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">βρίσκετε εσείς μες στα δόντια μας, καθώς, σε ύπτια κολύμβηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">ταξιδεύουμε ένας ένας γαλήνια προς τις αγέρωχες Ηράκλειες Στήλες</span><br />
<span style="color: #000000;">εκεί που χύνεται όλη η θάλασσα κάτω και αρχίζει η Νέα Σχολική</span><br />
<span style="color: #000000;">σας Χρονιά!</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήσυχα έπεφτε το βράδυ, σαν το κακό να μην υπήρχε στον κόσμο. Η</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέληση, παγιδευμένη στ&#8217; όνομά της, έσφιγγε γύρω από τους ώμους</span><br />
<span style="color: #000000;">την εσάρπα της, για να κρύψει κάτω από το θάλπος μια ράθυμη κι</span><br />
<span style="color: #000000;">αδύναμη καρδιά. Μπροστά της άκμαζαν κομμένα χρυσάνθεμα, που</span><br />
<span style="color: #000000;">έπρεπε να μπούνε στο νερό. Πήρε, λοιπόν, ένα μεγάλο βάζο και, πριν</span><br />
<span style="color: #000000;">τακτοποιήσει τα άνθη, έριξε μια ματιά στο εσωτερικό του, όπου ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">δαχτυλάκι υγρό χνούδι περιέτρεχε βυθό και τοιχώματα. Το όμορφο</span><br />
<span style="color: #000000;">πήλινο σκεύος έμοιαζε ανεστραμμένη κατοικία. Η πύλη ορθάνοιχτη</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τον ουρανό, όπου είχαν κιόλας ανατείλει τ’ άστρα. Ο αόρατος</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδιοκτήτης της είχε επιστρώσει τους τοίχους με μια στρώση θαλάσσιο</span><br />
<span style="color: #000000;">βελούδο, αν όχι με τα άλατα της εκπνοής. Έτσι, η Θέληση άνοιξε</span><br />
<span style="color: #000000;">τη βρύση και άφησε να συμβεί εκεί μέσα, σ’ αυτήν τη χειροποίητη</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιλότητα, ό,τι συνέβη πριν εκατομμύρια χρόνια, όταν, τη θεία βουλήσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">λένε, τα αιφνιδίως βυθισμένα φαράγγια δέχτηκαν χιλιάδες</span><br />
<span style="color: #000000;">τόνους νερού. Στα διάσπαρτα, τρομοκρατημένα βουνά τους θα σκάλωναν<br />
κάποτε τα καράβια του ιερού κατακλυσμού. Εκείνη τώρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">θεός του ανθοδοχείου της, είδε τη μικροσκοπική του θάλασσα να</span><br />
<span style="color: #000000;">ισορροπεί λίγο κάτω από το στόμιο σε εμφατική αναμονή. Σήκωσε</span><br />
<span style="color: #000000;">τότε την ανθοδέσμη μα, πριν την εμβαπτίσει εκεί, πρόλαβε να</span><br />
<span style="color: #000000;">παρατηρήσει κατάπληκτη, σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά, πόσο</span><br />
<span style="color: #000000;">βομβούσαν λαμπερά τα χρυσάνθεμα, τα μόλις προ ολίγου θανατωθέντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να μην ήταν ο ακρωτηριασμός τους παρά ένα τίμημα για</span><br />
<span style="color: #000000;">τον παράδεισο και τώρα, μες στο δροσερό καθαρτήριο, να περιμένουν</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στο τραπέζι τη μετάλλαξή τους σε ιδέες, που η πρώτη πρώτη</span><br />
<span style="color: #000000;">ευλογία του κόσμου θα φιλοξενήσει εγκάρδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν εν τελεί έγιναν όλα σωστά και όλο το δωμάτιο διακοσμήθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">με τον κλασικό αυτόν τρόπο, η Θέληση ένιωσε πως δεν κρύωνε</span><br />
<span style="color: #000000;">πλέον, μπορούσε να χαλαρώσει την εσάρπα της και να επιτρέψει στο</span><br />
<span style="color: #000000;">χτύπο της καρδιάς της να υπακούσει στον κρυφό τον ρυθμό. Στερέωσε</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μαλλιά ψηλά μ’ ένα μολύβι, φτιάχνοντας μια καινούρια εικόνα</span><br />
<span style="color: #000000;">της μπροστά στον απορημένο καθρέφτη. Εκείνος πάλι δεν μπορούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">να συμμεριστεί την ψευδαίσθηση μιας τόσο τετριμμένης αλληλουχίας:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώμοι που τρέμουν, δυνατές αρτηρίες, ένα μπουκέτο προγραμμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">στο νερό! Με άκρα λεπτότητα επομένως έστρεψε τον υδράργυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">του προς τα μέσα. Παρατηρούσε εντατικά το βυθό. Έτσι απέδωσε το</span><br />
<span style="color: #000000;">νέο της είδωλο μόλις στο ασαφές περίγραμμά του. Η Θέληση δεν</span><br />
<span style="color: #000000;">θύμωσε γι’ αυτό. Στο κάτω κάτω η σαφήνεια ενός προσώπου&#8230; ω,</span><br />
<span style="color: #000000;">θεέ μου, ύλη από υποθέσεις, σύνθεση από μικροτραύματα. Ας δει ο</span><br />
<span style="color: #000000;">καθρέφτης ένα σκίτσο. Ας δει και η Θέληση στον καθρέφτη μια</span><br />
<span style="color: #000000;">κόμμωση αρχαϊκή κατορθωμένη μ’ ένα μέσο γραφής. Κι οι δυο</span><br />
<span style="color: #000000;">απεικονίζουν εκείνο που υποθέτουν πως μπορούν να δουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ενώ επήλθε συμφιλίωση ανάμεσα σε δυο τρυφερά και δυο</span><br />
<span style="color: #000000;">ατσάλινα μάτια και τα εκατέρωθεν βλέμματα διέσχισαν τα αντίπαλα</span><br />
<span style="color: #000000;">προσωπεία ανεκτικά, ακούστηκαν τα πρώτα βήματα της νύχτας. Σε</span><br />
<span style="color: #000000;">λίγο μπήκε και η ίδια στο δωμάτιο σαν το κακό να μην υπήρχε στον</span><br />
<span style="color: #000000;">κόσμο. Άπλωσε τη δροσιά, επέβαλε τάξη, εξαφάνισε κάθε διακόσμηση</span><br />
<span style="color: #000000;">και απορρόφησε την ακάματη Θέληση σε ύπνο αναγεννητικό μες</span><br />
<span style="color: #000000;">στην καρδιά της.</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Λιμός (2007)</span></strong></h2>
<p><strong><span style="color: #000000;">Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008</span></strong></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Των φυσικών των χαρισμάτων μαρασμός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Των επίκτητων αποθερισμός,</span><br />
<span style="color: #000000;">Της υστερίας οργιώδης βλάστηση:</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά με συγκροτούν ως μητέρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά ως ουρανός διαφέρω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαθέτω όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ασύνορη έκταση, βυθό αχανή, καρτερία,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ως και το πάμφωτο φεγγάρι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΚΔΟΧΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Συνετός άνθρωπος και να &#8216;ναι εκτός εαυτού;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέρες που είναι, θα το δούμε κι αυτό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βγάζει και να πετά το σακάκι του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν&#8217; αδειάζει μες στο δρόμο τις τσέπες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να εξατμίζεται εντός δευτερολέπτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να ήταν από πτητική μελάνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αυτό θα δούμε κι άλλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη βροχή να μένει ακίνητη πάνω απ&#8217; τη χώρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα υδάτινα καρφιά της μετέωρα</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω από τον βρυχηθμό της πνοής μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα κρύα προβατάκια των άστρων</span><br />
<span style="color: #000000;">να βόσκουνε μια τέτοια βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ο μονόφθαλμος ο παρατηρητής των πάντων</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κλείνει πια το τερατώδες του βλέφαρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι μπορεί να τελειώσουν όλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ν&#8217; απομείνουμε εκεί που ήμασταν πάντα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλάκες γλυκά αποσβολωμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στο Χάος.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τους στίχους που δεν έθρεψε η αγρύπνια μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους ατυχείς ή τους ουδέποτε γεννηθέντες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα τους φορέσω απόψε έναν-έναν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πουκάμισο, πουλόβερ και παλτό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και θα βγω έξω, να ψαρεύω το φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τέτοιο κρύο και να φιλοξενούνε οι καλαμιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα αηδόνι!</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι λάμες της αστροφεγγιάς δεν το σκοτώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα λέει, θεέ μου, κάτι τραγούδια στη γλώσσα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Που όλο μου το σώμα μεταφράζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρέμοντας κάτω απ&#8217; τα βαριά μου ρούχα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΛΙΠΟΤΑΚΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η Εύνοια έχει ορθώσει μέγα τείχος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άπαρτο από κάτι στίφη ακραίων σαν κι εμάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Με αγνότητα βαρβαρική</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα μονόξυλα της στιχουργίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω του οι λαοί οι πολιτισμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Λατρεύουνε τον αυστηρό θεό τους, εμπορεύονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με εξαίσιους ύμνους μάς χλευάζουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους αδαείς, με την αβυσσαλέα πείνα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μη φαντάζεστε ότι θα συναινέσει η Εύνοια</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μας εξαποστείλουν οι ιερείς τους μ’ ανταλλάγματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το θέαμα και μόνον τέτοιου τείχους</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα τρώει τα κόκαλα των βαρβάρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν και τη νιώθω τη λύσσα σας, αδέλφια,</span><br />
<span style="color: #000000;">-Πράγματι αξίζει να ’σαι και πιστός και πλούσιος-</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι τάχα γελοίο αυτό το πετροβόλημα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι αξιοδάκρυτο τέτοιο πείσμα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τι είναι η Εύνοια μπροστά στο σκοτάδι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Α, εγώ θα πάρω έναν υπνάκο εν ώρα μάχης&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ, I.</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο κόσμος χαμηλώνει τα φώτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνάει μέσα στον ατμό της η άνοιξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα ουρλιαχτό μισοσφαγμένου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σέρνει πίσω της το καλοκαίρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποιος μαζεύει μέσα τα παιδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιος άλλος τα δέρνει αλύπητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι θέλουνε στο δρόμο τέτοια ώρα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Από παντού φυτρώνουν βρωμολούλουδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άμα τα πιάσεις, θρυμματίζεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή μένεις μόνο με την κοιλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εκείνα πίσω απ’ της γιαγιάς το φουστάνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ρουφάνε περίλυπα τη μύξα τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Που δεν θα φτιάξουνε ξανά με το δεκανίκι τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωραία κάστρα στην άμμο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάποιος κατέβηκε από τη σκάλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποιος άγγιξε το ποτήρι,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποιος είδε τον ουρανό και τρέκλισε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποιος μου πρόσφερε μια ασπιρίνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας κουβάς με απόνερα αδειάστηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στις θεριεμένες τσουκνίδες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα έχουμε ένα ήσυχο βράδυ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα άστρα θα σκονιστούν απ’ την ανάσα μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πούμε με του παπουτσιού τη μύτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ερωτόλογα στο χώμα της κάμαρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ύστερα θα σε ντύσω με βιαστικές δαχτυλιές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα σε ντύσω με το μάγουλο μου πάνω σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα σε ντύσω με σανίδες, με τίποτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτι απ’ όσα έχω θα σου κάνει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς θ’ ακούμε να πετά για πάντα η στέγη</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς το δικό της τον προορισμό.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΘΕΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σπίτια από λάσπη μες στον ουρανό χωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατοικημένα από γενναία σώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που άφησαν την ψυχή τους στα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Και την μεγάλωσα σαν δικό μου παιδί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλοι οι χωρισμοί μ’ εμπιστεύτηκαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα λουλούδια μ’ ένα τράνταγμα απ’ τη ρίζα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τραβηγμένα απ’ το στήθος μου τα πήραν μαζί τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά μου είπαν : Σκέπασε τη γούβα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να κρατάς σε χαμηλή φωτιά τα αρώματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα γέλια, τις πεταλούδες, τα ξαφνιάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ένα μικρό ποτηράκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν γυρίσουμε θα πιούμε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχω την κατοικία μου εδώ κάτω πλήρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Με φυσαλίδες από φως παιχνιδιάρικο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέτοιες ασώματες φωνές καλοαναθρεμμένες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που στάζουνε χυμό οι γυμνοί τοίχοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο βιολετί και ιερό τους ασβέστωμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και καμιά τους δεν αφήνω εγώ να κλάψει</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν κοιτά τον ουρανό.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΣΕΑΣ ΕΝ ΘΛΙΨΕΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Και τώρα; Τι ακριβώς να το κάνεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν νιώθεις θριαμβευτής που το έκοψες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν σε λυτρώνει που δεν έχεις μαρμαρώσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν σου είναι καν αποτρόπαιο, όπως κοιμούνται</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήσυχα ήσυχα τα νικημένα φιδάκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτάς δεξιά &#8211; αριστερά, κανένας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που να μην σε κοιτάζει εμβρόντητος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρόσεχε, πρόσεχε, μη βάλεις τα κλάματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπρος στις ζητωκραυγές του πλήθους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βρήκες το θάρρος, και οι θεοί συνέργησαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Είχες δεν είχες, το σκότωσες το τέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί κοιτιέσαι τώρα μες στο καθρεφτάκι σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να είχες εκκενωθεί από σπλάχνα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παράδωσέ το πια. Πάρε το έπαθλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είπα «πρόδωσε». Είπα «παράδωσέ το».</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ δεν είμαι αυστηρή με τους ήρωες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα τους κοίμιζα και μες στην αγκαλιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνοι ακούν αυτό που θέλουνε ν’ ακούσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλα, προχώρα προς την αποθέωση. Έτσι είναι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήρωας ή όχι, πού να ξέρει ο άνθρωπος</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι πάει κάθε φορά και σκοτώνει…</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ÉGALITE</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έχω δει σ’ έναν μέτριο πίνακα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια λεπτομέρεια αριστουργηματική : ένα δέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτιαγμένο από αληθινή σοφία και άνεμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σ’ ένα υποδειγματικής τέχνης τοπίο</span><br />
<span style="color: #000000;">Έναν πρόχειρο, αδικαίωτο λοφίσκο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο αδελφικά συνυπάρχουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις δυνατότητες και τα όρια μας σημαδεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή δημοκρατία</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου θεία πνοή</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή θεία κλωτσιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μας έχει ρίξει ….</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με τα δόντια του να στάζουν αίμα, αθώος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Βουτάει όλος στα νερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως τα πέρατα το μουγκρητό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπίθες παντού πανικόβλητες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυνηγημένες νυχτερίδες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρελαμένος, ανυπεράσπιστος</span><br />
<span style="color: #000000;">Κουτρουβαλούσε την πλαγιά με τ’ αγκάθια του</span><br />
<span style="color: #000000;">Παμμέγιστος σκαντζόχοιρος πυρπολημένος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να γλιτώσει τέτοιον απερίγραπτο πόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος δεν θα δάγκωνε ό,τι βρει μπροστά του;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι που έγινε, μια σφαίρα από εγκαύματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι που μαρτύρησε ανάμεσα μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα δώσει μια και θα μας τραβήξει μαζί του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί που τώρα χώνεται μ’ απόγνωση.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΑΓΩΝΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν είναι δυνατό να μη γκρινιάζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μην είναι αστραφτερός και πανέξυπνος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βλέπει τα πόδια του και να ντρέπεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε και μόνο ίσως, τώρα πια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πρέπει να τον γράψω αυτόν τον στίχο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο πατέρας μου χτυπάει τα χέρια στον αέρα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα κακό πουλί τον τυραννά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μητέρα μου τυλίγεται με στάχτη:</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλει να μην την γνωρίσουν οι Άλλες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτές με τα κουρέλια στα μάτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αδελφή μου έχει τόσο ψηλώσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που δεν την χωράει το δέρμα της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφίγγει τα σωθικά της επάνω της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο αδελφός μου κρύβει τη γυναίκα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα σ’ ένα βρεγμένο σεντόνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Σουτ!», γνέφει με το δάχτυλο, «σουτ!</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ξυπνήσετε το μωρό-εαυτό της.»</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο άντρας μου φυτεύει καγχάζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μανιτάρια στο κρασί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θανάσιμος οικοδεσπότης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο γιος μου χτυπάει το πόδι στο πάτωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Έξω», φωνάζει, «έξω όλοι!</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ανάψω τις οχτάχρονες φράουλες!»</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια εδώ, μια εκεί περιφέρομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Σερβίροντας κακοψημένους στίχους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλοι αποστρέφουν το πρόσωπο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στρέφω κρυφά ένα βλέμμα γάτας στο παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αρχίζει η βροχή που φαντάζομαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίποτε άλλο, μόνο αυτήν ακούω</span><br />
<span style="color: #000000;">Που με πλένει από την αρχή τού κόσμου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΤΡΟΧΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάποιος με το σεισμό των κραυγών του</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνάει ξυστά από τον ύπνο μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προς μια οδύνη τόσο οριακή</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλκεται η ύπαρξη ντροπιασμένη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την κλίση της τη φυσική προς τον νόμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάθε θαλπωρή αποτρέποντας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά κλείνω τα μάτια ανέτοιμη:</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκισμένος απ’ την κεφαλή ως τα νύχια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν τ’ ανοίγω, είναι πάλι εκεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα λάβει την ηλικία της Γαίας,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ώσπου να σπάσουνε των αυτιών μου τα τύμπανα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να ξυπνήσω μες στο ίδιο τούτο σπίτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κουφή και στο νερό και στο γάλα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΩΝ ΜΥΡΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πατρίδα μου είναι η αρχαία πόλη Τίσις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τα ρόδα της το φημισμένο άρωμα παράγεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Που φορούν κατά τη μετενσάρκωση οι πότες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν περνούν από το αλκοόλ στη συγγνώμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ασκώ το επάγγελμα του σκλάβου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, ναι. Προσδίδεται αξιοπρέπεια στη Μοίρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν κανείς την υπακούει αδιαμαρτύρητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Καταφρονώντας την από τα βάθη της καρδιάς του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τους κόπους μου ένα κομπόδεμα έχω:</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαμάντια που ομοιοκαταληκτούν με τη νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια καλλιεργημένη – αοιδού – φωνή</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένα συκώτι που δεν το ‘καψα τελείως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έζησα και δεν έζησα. Όπως όλοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάμποσο η γέννησή μου τιμωρήθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κανέναν δεν θα ωφελήσει ο θάνατός μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άρα, καιρός να παρφουμαριστώ και να βγω έξω,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να πάω να πιω, να γίνω λιώμα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΚΟΡΜΟΣ ΤΗΣ ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ένας κορμός κυριολεκτικός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τραχύ φλοιό, ρίζες και κλώνους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φύλλωμα είναι μεταφορικό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλοτε εννοούμε αυτό, άλλοτε το άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και δώσ’ του μια εικόνα να αξίζει χίλιες λέξεις&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα ο κορμός κυριολεκτεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει τα δαχτυλίδια, τις κουφάλες, τους ρόζους του</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως και κάμποσων κεραυνών τα κούρβουλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενσωματωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα άλλα τα αποτυπώματα του χρόνου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ασφαλώς αντιστέκεται παλικαρίσια στον άνεμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως την ημέρα που θα πέσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι αγαπώ εγώ μα ποιος ξέρει</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν θα ’ναι τόση η γενναιοδωρία των άστρων</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώστε να στιχουργήσω κάποτε έτσι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΝΟΝΤΑΣ Ο,ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΛΟΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θα τα τακτοποιήσω όλα ένα-ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο ράφι του ή στο σωστό συρτάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εκεί θα μείνουν σαν θαμμένα στο χώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώ μπορώ ασφαλώς να κάνω πλούσιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνον που η θεία πλευρά μου επιθυμεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι θλιβερό να διευθετεί η θνητότητά μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Με πνεύμα σύνεσης και οικιακής οικονομίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσα θα έπρεπε να σπαταληθούν ως το θαύμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να μην έχουμε, οι σκιές οι τιποτένιες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το θάρρος του έμφυτου πλούτου μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Κι εσύ, που ήσουν στα μέτρα της ψυχής μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσύ να ψεύδεσαι σαν κάθε τίμιο άνθρωπο&#8230;)</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΛΙΜΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το θυμό της καταιγίδας να φοβάσαι, λένε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ολόκληρα νοικοκυριά στη λάσπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή το θυμό της σκόνης της ερήμου</span><br />
<span style="color: #000000;">Που θάβει τα χωριά των πεινασμένων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή το θυμό μιας άδικης τύχης</span><br />
<span style="color: #000000;">(Λες κι είναι τίποτε εδώ κάτω δίκαιο).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα όταν θυμώνουνε, όταν θεριεύουν τα τριαντάφυλλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν παλεύουνε να τιναχτούν απ’ το σκοτάδι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν χυμάνε παντού τα αρώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η μαύρη σκέψη τους όλον τον κήπο σαρκάζει,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τότε ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως αγαπήθηκε ως και την τελευταία του γεύση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως δεν θα τον θερίσει πείνα αγάπης …</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">&#8230;ΚΑΙ ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Να με συνοδεύσετε; Χαριτωμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρώτα να κάνετε θυσίες για μένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όποιον κάνει τις πιο πολλές θα διαλέξω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μικρά μου αστραποβόλα πελαργόπουλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θ’ ανέβω μ’ ένα σάλτο στα φτερά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βάρος μου εξαφανίζει η αγάπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα είμαι ελαφρύτερη κι από το πιο μικρό του σμήνους</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς θα αποδημώ προς τα μέρη σας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όπως το ράμφος του θα σημαδεύει τον ορίζοντα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όπως τα σύννεφα θα υποχωρούν ένα-ένα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στους ώμους μου θα συντελείται το θαύμα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίγο πριν μπούμε, θα πετώ με τα φτερά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπρος απ’ την πύλη, πριν γυρίσει στα Έργα του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας μου δώσει το φιλί της καληνύχτας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΩΝ ΜΑΤΑΙΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ρόδινη πόλη σε πανί βαμβακερό</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ κι εκεί σταγμένο από μελάνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι στέγες από μαύρη ζάχαρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι οι δρόμοι από λυπημένο αλάτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πουλιά, αν περάσουν, θα ‘ναι από χαρτί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πρόσωπο ενός γάτου για φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά, αν περάσει ένα μωρό κουδουνίζοντας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πετρέλαιο φωτιστικό και κανέλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα το οδηγήσουν προς το στέκι του κινδύνου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί θεοί, αντίπαλοι στα ζάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βρίσκουνε στη μοιρασιά και ρίχνουν πάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φουσκώνουνε τα χρυσαφένια παράθυρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τους στεναγμούς της θείας ρουτίνας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλος, διπλώνουνε του μαντιλιού τις άκρες</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι φιλότιμοι με τρίδιπλα παπούτσια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η πόλη χώνεται όλη μες στο σάβανο</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκτός από μια ροζ κηλίδα που σου μοιάζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή Η Κηλίδα Δεν Μπορεί Να Σβήσει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΑΙΤΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στέκω αμήχανη κι ακούω και με ξαφνιάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς πέφτει αιώνες στη σκεπή μου το χαλάζι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα ούτε προφήτης ούτε υμνωδός:</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας που υπήρξε κι ένας άλλος εαυτός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ν’ αποκαλύψω, να εφεύρω, να εκφράσω;</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ απλώς τα ιμάτιά μου να μοιράσω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αυτό ντροπή&#8230; καμώματα στημένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ε, δεν σταυρώθηκα πιο πάνω απ’ τον καθένα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα είτε καρφιά το πεις είτε χαλάζι είτε τριγμό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στέκω αμήχανη κι ακούω το ρυθμό.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙΙ. (Πρόπλασμα για τη μάσκα της)</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Απλώνεις απαλά τη μαρμαρόσκονη</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το δέρμα το ζεστό να δέσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με την κίνηση που αλλάζουμε σελίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Την αφαιρείς, για να δεις την αλήθεια:</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλέφαρα που ανοίγουν στο βυθό.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">V. (Προσφιλή εδέσματα)</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς σέρνουνε τα δίχτυα οι ψαράδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα σπλάγχνα του βυθού αποκαλύπτονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η ψαριά μετράει το χρόνο σπαρταρώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλοι εκδικούνται και μελαγχολούν και αγοράζουν,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς κι αυτό το σύνηθες άθλημα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από θανατηφόρα κέρδη επιστέφεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Και εργασία και χαρά και γραφικότης</span><br />
<span style="color: #000000;">Στάζουν μικρούς μεταλλικούς νεκρούς μ’ ανοιχτό στόμα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αρχίζουν οι χαρές των διακοπών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα όστρακα, οι χαρόντειες βαρκάδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το πανάκι στο μελτέμι και τη γεύση στα κάρβουνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τα κόκκινα τα βράγχια υψηλής τιμής</span><br />
<span style="color: #000000;">Ολόφρεσκα από το μαρτυρικό τους τέλος.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗ ΣΕ ΠΑΛΑΜΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">I.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας άνθρωπος, κτήμα του εαυτού του και άθυρμα, καθώς βάδιζε</span><br />
<span style="color: #000000;">γύρω-γύρω απ’ το φως του, το είδε ξάφνου να πυκνώνει σε ύλη και</span><br />
<span style="color: #000000;">να πλάθει από εξουθενωμένα φωτόνια το ακόλουθο ηρωικό τοπίο:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποτέ πια σε χιόνι οπάλινο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ πια σε φλογερές αχτίνες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαρτί, κιμωλία, κονίαμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το πιο μελαγχολικό λουλούδι</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι το τελικό μου πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Δευτερόλεπτα πριν από την εξέγερση του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν με πολεμοχαρή αξιοπρέπεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πνεύμα στον εχθρό παραδίδει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ο βρυχηθμός της οργής της ανίσχυρης</span><br />
<span style="color: #000000;">Του γίνεται ο απαράμιλλος στίχος.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">II.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλος άνθρωπος μπρος στη σωρό των παθών του μέχρι καυτών δα-</span><br />
<span style="color: #000000;">κρύων καγχάζει επαιρόμενος ότι των γερόντων το ανάθεμα την τάξη</span><br />
<span style="color: #000000;">του φωτός δεν διασαλεύει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπως το φως ως πεμπτουσία διατρέχει</span><br />
<span style="color: #000000;">Χώρο και χρόνο και ύλη και ενέργεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι ο χρόνος μου δαγκώνει τα χείλη</span><br />
<span style="color: #000000;">Και χώρος μου η κοιλιά στο χώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύλη μου οι στυγεροί μασητήρες</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ύλη και ενέργεια άλεσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ απαρασάλευτο, κατάφωτο κενό.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλος άνθρωπος, ταραχών συνονθύλευμα, με απροσποίητη οικειότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">θανάτου, γνωρίζοντας ότι οι νεφροί στάζουν αίμα, θέλγεται να απαντά</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τους δαίμονες με κοσμικότητα επιχειρηματία:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρακαλώ, σπαρασσόμενα πνεύματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορείτε σαν σε ουρανό να σιτίζεστε</span><br />
<span style="color: #000000;">Στου εγκεφάλου μου το ελάχιστο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη διαχείριση των ακατάπαυστων δηγμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάμποσο φως θ’ απαλύνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώστε με το υπόλοιπο να φαίνομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να μη λέρωσα με σας τα δυο μου χέρια.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">IV.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνθρωποι που γεννούν τα γεγονότα και άνθρωποι που τα αποδέχονται</span><br />
<span style="color: #000000;">συνωστίζονται κάτω από το δέρμα ενός τυμπανιαίου ανθρώπου,</span><br />
<span style="color: #000000;">που τέτοιους προαιώνιους ομίλους καρτερικά κοιλοπονά και μ’ ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">σπασμό του πλακούντα ή απλώς μια σύγκρουση πλακών και οι μεν</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι δε ανέρχονται στο φως, εξίσου νεαροί και οι δύο για κάθε</span><br />
<span style="color: #000000;">πιθανή αγριότητα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί επομένως να σκίζεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορεί να σπάζει στον αυχένα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να φέρει κακώσεις και μώλωπες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να όζει αιθυλικής αλκοόλης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ώρα που το αναγγέλλει ο ορίζοντας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό το φως που κυματίζει.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">VII.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλος άνθρωπος με ψευδαισθήσεις, που τροφοδότησε η ερμηνεία του</span><br />
<span style="color: #000000;">κόσμου και η αυταρέσκεια της κβαντικής φυσικής, συνοψίζει μια</span><br />
<span style="color: #000000;">ανεξάντλητη ποικιλία τρόμων σ’ ένα θριαμβευτικά μικρό αριθμό</span><br />
<span style="color: #000000;">δυνατοτήτων να ηγηθεί ο νους των πλασμάτων του:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θα είμαστε αιμοσταγείς μα δημοκράτες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα κατανείμουμε τον πλούτο σαν τα όνειρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλοι θα έχουν και τροφή και εφιάλτες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα καταπονούμε το θώρακα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα έρχεται η αναπνοή και θα φεύγει</span><br />
<span style="color: #000000;">Με την άνεση παλαιού αισθήματος</span><br />
<span style="color: #000000;">Που η μνήμη το κρατάει ζωντανό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ποτέ, ποτέ δεν θα πεθάνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τινάζοντας τα πόδια στον αέρα.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">VIII.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας άνθρωπος δια βίου μαχόμενος με τον ένοικο του σφιγμένου του</span><br />
<span style="color: #000000;">στήθους (όχι δαίμονα ούτε ψυχή μα έναν κανονικό μικρό άνθρωπο,</span><br />
<span style="color: #000000;">σχεδόν παιδί) επιλέγει τη μοίρα του αυτόχειρα, με σκοπό να τον πάρει</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί του, δειλιάζοντας όμως μπροστά στο σκοτάδι κάνει μια ύστατη</span><br />
<span style="color: #000000;">προσπάθεια να συνδιαλλαγεί:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήθελες, μικρέ μου Πινόκιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν κατάφερνα ν’ ανοίξω τα σαγόνια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με δύναμη να πιέσω τους πνεύμονες</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ όλη την έκταση της κραυγής μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βγεις κολυμπώντας στο φως;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ν’ αφήσεις να ενηλικιωθεί ακατοίκητο</span><br />
<span style="color: #000000;">Το περίλυπο κήτος;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εγώ σαν άυπνος που εν τέλει αποκοιμήθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Να σύρω πάνω μου τον ωκεανό κουρασμένο;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο άνδρας εκείνος θέλγεται απ’ την αδιάλλακτη εικόνα του μέσα στους</span><br />
<span style="color: #000000;">στίχους μου και εκτιμά ότι η βάση τους είναι οι νόμοι του αληθούς</span><br />
<span style="color: #000000;">και όχι του ωραίου. Η γυναίκα του, λιμναία και ευθύβολη, διαγράφει</span><br />
<span style="color: #000000;">αποφασιστικά τέτοιους στίχους απατώμενη ότι έτσι διαγράφεται και</span><br />
<span style="color: #000000;">η συντριβή της μαχητικής της προαίρεσης. Ένα παιδί συμπληρώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">ασφαλώς αυτήν την πυρηνική οικογένεια. Αυτό το αποκαλούν</span><br />
<span style="color: #000000;">«παιδί- θαύμα» για την πρώιμη μαθηματική του δεινότητα, την οποία η</span><br />
<span style="color: #000000;">στιχουργική μου παραφράζει σε απερίγραπτη κατάθλιψη ή, πάντως,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε στέρηση των λύσεων που, αντί της άλγεβρας, η ποίηση παρέχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και οι τρεις επιβιβάζονται τώρα με πλήρη θερινή εξάρτυση σε πλοίο</span><br />
<span style="color: #000000;">που πηγαίνει στα νησιά και το οποίο παρακάτω εξαφανίζω. Τι μοίρα</span><br />
<span style="color: #000000;">θα τους δίνατε, φίλοι μου; Τα κύματα τους ωθούν σε μια μοίρα που</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν θα ήθελα να συμπληρώσω μόνη, αφού δεν μου ανήκουν περισσότερο</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ όσο σε σας οι δικοί σας, οι σύζυγοι, εννοώ, και τα τέκνα</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στην οργιώδη τους βλάστηση. Καθώς η γη δια της περιστροφής</span><br />
<span style="color: #000000;">της φθείρεται, θα μπορούσε να ελαττώνεται η θάλασσα και το</span><br />
<span style="color: #000000;">πλοίο να προσαράξει σε μη δηλούμενο στο χάρτη ύφαλο, πλασμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">από ακαταμάχητες ρίμες. Εκεί ο άνδρας θα αποδείκνυε ότι δικαίως</span><br />
<span style="color: #000000;">τις εμπνέει καταβάλλοντας άοκνες προσπάθειες να συνδράμει το</span><br />
<span style="color: #000000;">κατάπληκτο πλήρωμα. Η γυναίκα του θα συγκρατεί την οργή της,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί ποτέ δεν είχε συγκατατεθεί στην ιδέα ενός κοινού προορισμού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υποχώρησε για μια φορά και ιδού που επήλθε προσάραξη. Και ποιος</span><br />
<span style="color: #000000;">κατανοεί τέτοιες ρίμες, ερμητικές και τάχα παιγνιώδεις, και στην</span><br />
<span style="color: #000000;">ουσία χρήσιμες απλώς για να ταλαιπωρήσουν το πλοίο; Ο μικρός</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορεί να λογαριάζει και, λίγο πριν τετραγωνίσει τον κύκλο, να τον</span><br />
<span style="color: #000000;">πλημμυρίζουν τα δάκρυα και να μουσκεύει ανεπανόρθωτα πλέον τις</span><br />
<span style="color: #000000;">-δυνητικά- ιστορικές σημειώσεις. Αλλά δεν επιδιώκω, πιστέψτε με,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη χειραγώγηση της συλλογιστικής σας, δίνω απλώς ένα κοινότοπο</span><br />
<span style="color: #000000;">παράδειγμα, μέχρι κεραίας προβλέψιμο από τα δεδομένα των στίχων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθένας το αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι παρά αθώα παρακίνηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">και ας μην το καταλογίσει με το πρώτο στα μέσα τα πενιχρά της</span><br />
<span style="color: #000000;">φαντασίας μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώ λοιπόν εκείνος μάχεται και συνεργάζεται με κάθε μέσον, ενώ</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνη σιωπά και μαίνεται, ενώ το παιδί φυσάει με θόρυβο τη μύτη</span><br />
<span style="color: #000000;">του σ’ ένα χαρτομάντιλο μουντζουρωμένο από τους μόνους άβροχους</span><br />
<span style="color: #000000;">λογαριασμούς του, αποσύρομαι από κάθε συνέχεια και σβήνω, όπως</span><br />
<span style="color: #000000;">προανήγγειλα, και το πλοίο και αφήνω να εικάσετε ελεύθερα το πώς</span><br />
<span style="color: #000000;">οι γυάλινες τούτες φιγούρες θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν την πείρα</span><br />
<span style="color: #000000;">σας απ’ τη ζωή και τις εκπεφρασμένες ή άδηλες θέσεις σας για τον</span><br />
<span style="color: #000000;">οικογενειακό θεσμό. Θα καταλάβετε ότι η ποιητική τέχνη είναι κοινό</span><br />
<span style="color: #000000;">ταμείο του θείου ή, απλούστερα, η μόνη ελπίδα μας να κατοικήσου-</span><br />
<span style="color: #000000;">με τον ουρανό, αφού πολύ επιδέξια μας απαλλάσσει από το βάρος</span><br />
<span style="color: #000000;">το απελπιστικό της συσσώρευσης. Από την απέραντη αθλιότητα της</span><br />
<span style="color: #000000;">διαδικασίας συγκρατεί τη ματαιότητα του στόχου και της προσδίδει</span><br />
<span style="color: #000000;">ηθική και ιερότητα, γιατί αυτή είναι το ίδιον του ανθρώπου και όχι</span><br />
<span style="color: #000000;">-όπως η βιολογία διατείνεται- ο νους και η ορθία στάση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βέβαιη πως θα συνεχίσετε με αποτελέσματα απείρως λαμπρότερα</span><br />
<span style="color: #000000;">από τα δικά μου και υπερήφανη που απελευθέρωσα από τους δισταγ-</span><br />
<span style="color: #000000;">μούς τους εκατοντάδες επίδοξους ποιητές συνεισφέρω στο κοινό ταμείο</span><br />
<span style="color: #000000;">που λέγαμε τους παρακάτω αξεπέραστους στίχους:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«&#8230;φύκια ’ναι τα στεφάνια της,</span><br />
<span style="color: #000000;">κοχύλια τα προικιά της&#8230;»</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Ελάχιστα πριν (2005)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ είμαι, στο σπιτάκι του σκύλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρώω χώμα, πίνω φόβο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Καμιά φορά κοιτάζω τ’ άστρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ δεν έχασα το σεβασμό μου προς αυτά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν τα γαυγίζω, δεν μου μένει πλέον</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλος τρόπος να γράψω στίχους</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ψηλάφησα τον τοίχο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκανα τόμους θεϊκών γραπτών</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα πτώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάτι ραψωδίες αναπνοής</span><br />
<span style="color: #000000;">Για το ακροατήριο των χοίρων.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΦΑΓΙΟΥΜ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αυτός ο κύριος με το μελιτζανί κουστούμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι, βέβαια, το πνεύμα του λαχανόκηπου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τόσο αιματώδη μάγουλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μάλλον, θα έλεγα, κρεατοφάγος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και η κυρία με το ακριβό περιλαίμιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν γέρνει έτσι το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Επειδή είναι σκύλος αλλ’ απλούστατα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από το βάρος της κοκεταρίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο σατανάς που τους περιποιείται</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι σατανάς αλλά ένα γκαρσόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που βάλθηκε με υπερβάλλοντα ζήλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Να αποσπάσει πουρμπουάρ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αυτό το θαλασσί φεγγαράκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ανεβοκατεβαίνει σαν γιο-γιο στη δύση</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι η ματαιωμένη προσδοκία τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Για ένα παιδί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσο κι αν αυτοδιασυρθούν, δεν κρύβουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Την αγιότητα των ονείρων τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόση απόγευση της ζωής, τόση αποστράγγιση</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους κάνει άτρωτους στο γελοίο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν ξόανα λησμονημένα σε τέμενος</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποκλεισμένο από την άγρια βλάστηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Με πρόσωπα μαύρα από τα κεριά</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσκυνητών που έχουν όλοι πεθάνει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τέτοια βροχή&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ξέρω αν έχει πράγματι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι να πει ο ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ αυτό το παραληρηματικό ξέσπασμα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποτε ήταν μια ιδέα της ομορφιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η μεταφυσική της φύσης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα σκέτη βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε ωφέλιμη ούτε ανώφελη</span><br />
<span style="color: #000000;">Η προβολή συναισθημάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου αρκεί να βλέπω αυτόν τον παχουλό, εκεί, στη στάση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει φορέσει μια σακούλα να προφυλαχθεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο απροετοίμαστο σε βρίσκει πάντα η ασφυξία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο γεμάτο ελπίδες στο τυχαίο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τόση εμπιστοσύνη σε πράγματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσχημα και ευτελή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προσεύχομαι να με βρει ο θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω από μια κομψότατη ομπρέλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Συνδυασμένη άριστα με το ταγιέρ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να μην παίρνει ο φακός τις γαλότσες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΛΑΙΕΣ ΦΙΛΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κυρίες ηλικιωμένες, θελκτικές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαλλιά προς το ανεπαίσθητα γαλάζιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίγα κοσμήματα, άρωμα ακριβό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν και βαρύ για τέτοιαν ώρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο πρωί, τόσο κοντά στη θάλασσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το κύμα σκάει σχεδόν μπροστά στο τραπεζάκι τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν λύσουνε με μια ευχή τα παλαμάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ταξιδέψουνε μ’ αυτό στ’ ανοιχτά</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Σμαραγδή κι η Δομινίκη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">FAMILY SHOW</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθομαι μες στον εαυτό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως μέσα στο βυθό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και αν η φύση μπορούσε να το αντέξει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα έλουζε με φως την εγκατοίκηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα έλαμπε η ιερή σπηλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα κρέμονταν μες στα νερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα πόδια των αρχαίων πλασμάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βάναυσες άλλες αξιώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Με ανασύρουν. Με πετάνε εδώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αρχίζει η επιδρομή των ανθρώπων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όχι, δεν χρειάζεται να εξομολογηθώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν χρειάζεται να μεταλάβω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα έμενα και με λίγη υγρασία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχω πια δική μου θέληση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν πείθονται. Υποχωρώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι όλοι τόσο ευτυχισμένοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτυπούν την πλάτη μου, με ενθαρρύνουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με δείχνουν μ’ ενθουσιασμό μεταξύ τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου δίνουν χάπια, χάπια, χάπια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υποκριτές, που σας ταράζει το Τίποτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κολυμβητές με τα κρανία στο χέρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Επιχειρηματίες του Τρόμου&#8230; </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΑΣΤΕΓΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν είχα ένα σπίτι το χειμώνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα η φωτιά παντοδύναμη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έξω η θάλασσα να δέρνεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πέθαινα χαμογελώντας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά είναι της ζωής, τα εναγώνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρειάζεσαι έναν ωραίο χώρο να πεθάνεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κήπο μ’ ερωτιδείς στα σιντριβάνια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κούνιες στο δάσος με τις μηλιές,</span><br />
<span style="color: #000000;">Λησμονημένους περιπατητές</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα στα κουρεμένα παρτέρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει να σε περιστοιχίζουν πράγματα όμορφα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πορσελάνη, κρύσταλλο, συνθέσεις με άνθη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Παμπάλαιες επιστολές δεμένες, αρχειοφύλακας</span><br />
<span style="color: #000000;">(Αυτός με στολή και με γάντια)</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένα άγνωστο στην οικογένεια χαμίνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκαρφαλωμένο στη βελανιδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφού τα δεις όλα αυτά και τόσα άλλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι σκόρπια κι αστραφτερά, χωρίς έγνοια</span><br />
<span style="color: #000000;">Να τα δέσεις σ’ ένα έλλογο σύνολο</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; Είναι ώρα χαράς, όχι τάξης &#8211; ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορείς να πεις χωρίς μελαγχολία:</span><br />
<span style="color: #000000;">Για δες, υπάρχει, επιτέλους, υπάρχει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπάρχει ένα ντεκόρ παραδείσου!</span><br />
<span style="color: #000000;">Απλώς, με το φωτισμό τον επόμενο</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν με περιλαμβάνει πλέον.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ, ο τόμος των προβάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λήμμα «σφαγή»,</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαβάζουμε:</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφαγή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εδώ ο τόμος των Κρεοπωλών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαβάζουμε το φριχτό πρόσωπο τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα κατακόκκινα αυτιά, τον επίδεσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χέρια αλειμμένα με κερί,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις ποδιές τις τριμμένες με στάχτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τη στάχτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λεπτομερής περιγραφή και όμως</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανείς</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έμαθε κάτι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΝΟΜΟΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Υπήρξαν και βασιλείς και βασίλεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Υπήρξε εποχή που η νεότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Επέτρεπε ένα βίο αφιλοσόφητο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα η απόλυτη δημοκρατία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλοι μετριοπαθείς, όλοι πένητες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλοι στην εποπτεία των πραγμάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λες και τα πράγματα, καθώς κυλούν και σπάζουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δίνουν δεκάρα τσακιστή.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γεννήθηκε από γονείς αναμενόμενους. Παρά τα όνειρα του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα αξίωνε από αστάθμητους παράγοντες</span><br />
<span style="color: #000000;">Μία λαμπρότερη καταγωγή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκανε τις αναμενόμενες σπουδές. Παρά την επίπονη </span><span style="color: #000000;">προσπάθεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλαβε αναμενόμενο βαθμό πτυχίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά τη φυσική του ενδοτικότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ευτύχησε σε ρόλο Ροβεσπιέρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πράγμα εντελώς αναμενόμενο</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ όσους γνώριζαν την προσήλωσή του</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις θεσμικές αξίες του έρωτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Συνταξιοδοτήθηκε, παρά τη βεβαιότητά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Ότι είχε πολλά να δώσει ακόμη στο λειτούργημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και, πράγμα ασφαλώς αναμενόμενο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αποσύρθηκε στην όμορφη Πρέβεζα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί, στην παραλία, στη βόλτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Διασταυρώθηκε με τη σκιά του Καρυωτάκη</span><br />
<span style="color: #000000;">Και του φίλησε με δάκρυα τα χέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι ελάχιστα αναμενόμενο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΦΩΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Επέζησα. Μα δεν θυμάμαι πια από τι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μνήμη καταφέρνει να εντοπίσει μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαριές συνέπειες από αίτια χαμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτι ξεσπούσε και τα σάρωνε όλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άρχιζα απ’ το μηδέν. Ξεσπούσε άλλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι αναπάντεχο. Το άκουγα να καγχάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Από μακριά. Δεν το &#8216;βαζα στα πόδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πεισμάτωνα αφελώς. Οχυρωνόμουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα προσέρχομαι στο πεδίο της μάχης</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το περιβραχιόνιο του νοσοκόμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με προσοχή περισυλλέγω τους νεκρούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόσμια τους ενταφιάζω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα δεν μπορώ να θυμηθώ κανέναν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσα όμορφα παιδιά σκοτωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα άξιζαν κάτι περισσότερο</span><br />
<span style="color: #000000;">Από αυτήν εδώ την χούφτα χώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα &#8216;πρεπε να μπορώ ν’ αναγνωρίσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Την υπερήφανη Μητέρα &#8211; Επιθυμία</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τα &#8216;στείλε στο μακελειό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μπορώ να χτυπήσω μια πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Να παραδώσω τα λιγοστά τους κειμήλια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας είναι&#8230; Κι αν προσκαλώ στο θρήνο το φεγγάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">«&#8230;Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά&#8230;».</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι επιζώντες με το πορτατίφ του γραφείου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΨΗΦΟΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πραγματικά, εξαίρετη ομιλία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν κοιμητήριο όπου κοσμούνται τα μνήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα έργα περιωνύμων καλλιτεχνών</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΥΡΥΔΙΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σέρνεται σαν χαμένη ευκαιρία</span><br />
<span style="color: #000000;">Η τελευταία ώρα του απογεύματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέλος, το παίρνει απόφαση. Φεύγει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τρέμω μη στραφεί να δει πίσω της</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μείνω εδώ για πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με φανερή ακόμη την ταπείνωση</span><br />
<span style="color: #000000;">Και χωρίς την προστασία της νύχτας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΕΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ένα χαρούμενο πρωινό μέσα στον τάφο;</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί όχι; Και η θρησκεία το επιτρέπει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και οι ποιητικές μας αξιώσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλείς τους νέους φίλους, μαζεύεστε</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τα πουλιά πάνω απ’ το στάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τιτιβίζετε και σιγανοπετάτε</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ανακαλύπτετε πως μια φιλία</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως και την αιωνιότητα μπορεί να κάνει υποφερτή.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΡΟΗ TOΥ ΧΡΟΝΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φως πρωινού χωρίς πολλή υγρασία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαρτιά, καφές, κάποια τηλεφωνήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">0 κόσμος σε ειρηνική προχειρότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έπειτα, τα χιλιόμετρα εργασίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τάξη και μόχθος. Έχει κάποιο αποτέλεσμα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυμνάζεσαι σ’ ένα πηγάδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέλος, ένας λεκές τεράστιος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέφτεις ολόκληρος επάνω, τρίβεις, τρίβεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα παρατάς, σβήνεις το φως και κοιμάσαι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΕΛΕΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα σκέφτομαι. Όλα μακριά&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα διαμάντια δεμένα με λευκόχρυσο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνο το πένθιμο τσάι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αναίδεια μιας ριπής του αέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αιφνιδιασμένο παράθυρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η βιαστική αποκατάσταση της θερμοκρασίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ένα δωμάτιο απ’ όπου</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ζεστασιά είχε φύγει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα τόσο μακριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ευπρέπεια του αποχαιρετισμού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ψίχουλα από τα μπισκότα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χάος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα η ζωή μέρα νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τούβλο πάνω στο τούβλο, ώσπου να χτίσεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό το ρούχο που φοράς.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πότε λάμπουν, πότε σωπαίνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πότε φτύνουν την ψυχή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά ποτέ δεν σε κοιτούν με τρόπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Που να επιτρέπει κάποια προσδοκία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια διάθεση συναλληλίας, κάτι&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόση επιφύλαξη δεν είναι αλαζονεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι η ξεκούραση της ερημιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι της μοναξιάς το ραχάτι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Παραίτηση από κάθε κόπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Νέο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θέλω να τα κοιτώ αυτά τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρω να κρύβομαι κι εγώ μέχρι θανάτου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρω ν’ αφήνω να θεριεύουν και να φθίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ ανέκφραστα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάντα αποθηκεύει το μισόφωτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσα ποτέ δεν ζητήθηκαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τρέφεται απ’ αυτά με οικονομία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου να μείνουν κάτω από το κούτελο</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύο τελευταίες κουταλιές σκοτάδι</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΤΙΤΛΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Αγαπημένο μου παιδί,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρέπει να αντέχεις το Τέλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα ’ναι ανάρμοστο, στο βεβαιώνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ’ναι μια νύχτα χωρίς εφιάλτες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο καιρός θα ’ναι δροσερός, η τροφή όση πρέπει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως και να μην έχει καν φανεί στη γωνία</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο νυχτερινός αστυνόμος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ψυχή θερμή ακόμη από το σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα συμφωνεί με κάθε εγκατάλειψη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ευγνωμόνως προς την μακρά φιλοξενία</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ αφήνει άθιχτη την ομορφιά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια ομορφιά; Μα τα πελώρια μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τη λύπη, με την εξέγερση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Την καταβύθιση σε τυραννική ευφυΐα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα κλειστά, σκεπασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν δίδυμα μωρά στην κούνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα βλέπουν σε αθωότατο όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Άγραφους στίχους από ατόφιο χρυσάφι»</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΧΘΟΣ ΑΡΟΥΡΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Αν έχει η θλίψη θάνατο; Έχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν γεννιέται μία άλλη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τι θα πει πώς τη γνωρίζεις τότε;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τό σήμα δεν είναι ό,τι λέτε εσείς χαρά</span><br />
<span style="color: #000000;">(Αν πούμε πως υπάρχει κάποια</span><br />
<span style="color: #000000;">Που δεν μπορεί ένα κύμα να σαρώσει).</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ο σφυγμός σου, όταν η γη βογγάει</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω από τόσα χοντροπάπουτσα».</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο νόμος είναι σαφής: Χωρίς εξαίρεση</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσοι ανήκουμε στην εποχή τον λίθου</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα εγκαταλείψουμε απόψε τα σπήλαια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και εντός των προσεχών ωρών θα εμφανιστούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώπιον των Αρχών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώπιον; Πώς «ενώπιον»;</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτοί ποτέ δεν βγαίνουν απ’ το Διοικητήριο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα συρθούμε με τις προβιές και τα τόξα μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώπιον του πλήθους των συγχρόνων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ αστράψουνε τα φλας των φωτογράφων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μαγνητοσκοπηθεί κάθε μας κίνηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε μας γραφική χειρονομία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα εκθέσουνε τα τριχωτά μας γυναικόπαιδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον γελοίο φόβο των παιδιών τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη συγκατάβαση των ειδικών επιστημόνων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτοί διαβλέπουν στο σφραγισμένο μας στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Προάγγελο γραφής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα τη διαβάσουν για τους εκπροσώπους του τύπου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα τσούρμο θα οδηγηθούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε κάποιο από τα μεταγενέστερα οικήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μας κλειδώσουν και θ’ αφήσουν πια στο χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">Την προσδοκώμενη εξέλιξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μόνον όποιος επιμένει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ αποτυπώνει τις παλάμες του στον τοίχο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ ανάβει μέσα &#8216;κει τη φωτιά του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνον αυτός θα δει, εν τέλει, τις Αρχές,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλίμονο, ενώπιος ενωπίω.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Αίμα της δύναμης, νερό του φόνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Οργή της ομορφιάς, αταξία:</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά τα τέσσερα πώς θα συντάξεις, βασιλιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν το γνωρίζω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαβάζω, όπως όλοι οι σοφοί,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα προφανή. Τα υπάρχοντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσα θροούν στα μελαγχολικά σου χείλη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν κοιμάσαι μοναχός,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώ σκεπάζεται η βασίλισσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα φιλιά του κάθε κατεργάρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχεις μια ζωή πίσω σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άλλη μια, ακόμη παραπίσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί που δυο ποτάμια συγκλίνουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς το Στερέωμα της ύπαρξής σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άλλες πιο πίσω και πιο πίσω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι το χέρι του Θεού, αν είναι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με ποιες ζαριές ρίχτηκαν τόσα άστρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανείς δεν ξέρει, βασιλιά &#8211; Γαλαξία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκέπασε το περιδινούμενό σου φως</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ το πάπλωμα με πούπουλα χήνας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σαν να είχες κάποιο βάρος</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάνε τη γούβα σου στο μαξιλάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρωί πρωί θα λάβεις αποφάσεις ειλημμένες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα κάνεις κάμποσο από το καλό που φαντάζεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και όλο το κακό που μπορείς»</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πέρα απ’ τη γη, ίσως.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τη γη, οπωσδήποτε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλώ για τη ζωή που υπάρχει .</span><br />
<span style="color: #000000;">Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το στήθος μας δεν χωρά τον αέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε και ο αέρας μάς ανέχεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είμαστε τα πουλιά του Άδη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ε, και; Δεν μου λείπουν οι άλλοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχουν χρόνο να μας αναστήσουνε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο ο δικός μας χωρισμός με θλίβει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μικρό μου, φοβισμένο δευτερόλεπτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι η πεταλούδα που τρέμει</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα δάχτυλα μου: Σ’ αφήνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμήσου με όπου πας. Σου δίνω ζάχαρη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για ν’ απαλύνω τη θνητότητα σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμη λίγο απ’ το φτερό σου θα βλέπω. </span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Προς τα κάτω (1999)</span></strong></h2>
<h3 style="padding-left: 150px;"><strong><span style="color: #000000;">(Απόσπασμα 1 σ.11)</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">(Δωμάτιο υποδειγματικά καθαρό λίγες ώρες πριν ξημερώσει. Το κρεβάτι, το κομοδίνο, ένα ποτήρι νερό. Η γυναίκα στηριγμένη στα μαξιλάρια καταστρώνει το σχέδιο αποχαιρετιστήριας επιστολής. Όσο της επιτρέπει η ημικρανία. Γράφει υπερβολικά αργά. Αλλά με ασφάλεια. Κατευθύνεται από την προσδοκία ότι η γη κάποια στιγμή θα σταματήσει να γυρίζει: επ’ ελάχιστον. Τόσο μόνο όσο χρειάζεται ένας άνθρωπος για να πηδήξει σε μια Άλλη. Αυτή η διανοητική προσπάθεια καταγράφεται σ’ έναν καθρέφτη.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8211; Πολύ λίγο φυσάει- όμως δεν θέλω ανοιχτό το παράθυρο. Ο κήπος έξω είναι τόσο υπαρκτός, φύλλα, κλαδιά, έντομα&#8230; μια</span><br />
<span style="color: #000000;">συμπαγής φυτική παρουσία. Πρωτόγονο, δεν είναι για μένα. Ελάχιστος αέρας μού φτάνει, μια σύνοψη εισπνοής-εκπνοής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανασαίνω πολύ διακριτικά. Όπως ταιριάζει σε κληρονόμο που αποποιείται την κληρονομιά. Έβρισκα πάντοτε φτωχόν εκείνον που χαιρόταν υπερβολικά με τη βλάστηση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θέλω ανοιχτό το παράθυρο. Λίγα πράγματα εξαπατούνε τόσο. Μπορώ ακόμη να αισθανθώ οργή, αν είναι για την ησυχία μου. Εκεί έξω ματαιοπονούν, αν και αθόρυβα. Μ’ ενοχλεί που πιστεύουν πως έτσι θα με σύρουνε στην εκκλησία της φύσης. Θέλω τη φύση όπως τη φαντάστηκα: άσιτη, ωχρή από αγάπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ακινησία μού θυμίζει κάτι. Ίσως γιατί δεν είναι αληθινή. Όταν ήμουν παιδί, ζούσα μέσα σ’ ένα μπουκάλι στη θάλασσα και κατά την αδιάκοπη περιφορά χαιρόμουνα, καθώς οι όγκοι του νερού μετακινούνταν και τα πανάρχαια τοπία άλλαζαν, ενώ εγώ παρέμενα εκεί μέσα, ένα θαυμάσια βολεμένο τζίνι. «Ας κρατούμε», επαναλάμβανα, «σιωπή». Στο σπίτι που γεννήθηκα αργότερα, η σιωπή ήταν, εξάλλου, νόμος και μόνο η λίμνη που σχημάτιζαν τα πρόσωπα —οι συγγενείς μου είχαν ρευστές φυσιογνωμίες— έκανε έναν υποδόριο θόρυβο όχι ικανό να με ταράξει. Αγνοούσα, με συνείδηση αθωότητας, ακόμη και ένα σκύψιμο κεφαλιού προς το μέρος μου, όταν αυτό φορτωνόταν αγγέλματα, όταν έβριθε από σημασίες. Στάθηκα απίστευτα προνομιούχα: κανείς ποτέ δεν μ’ εντόπισε. </span></p>
<h3 style="padding-left: 150px;"><strong><span style="color: #000000;">(Απόσπασμα 2 σ.26)</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">— Φίλοι διασχίζουνε το δάσος προς το μέρος μου. Η σκέψη τους μου φέρνει απέραντη θλίψη. Τόσο ριγμένοι στις αισθήσεις τους σαν να χουν μπει μες στο σάκο κι ό,τι απέμεινε από την ενσάρκωσή τους είναι εκείνο που τους κουβαλά. Τι πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν; Βαδίζουν θαυμάσια όπως μια μύγα ανεβοκατεβαίνει στο μπουκάλι με την επίμονη και τις συνήθειες μύγας. Το πώμα αργεί πολύ να επηρεάσει τη φυσική της κατάσταση. Σε άλλες εποχές θα περνούσα τα δάχτυλά μου από τα μαλλιά τους. Αλλά η πίστη στην τρυφερότητα προϋποθέτει το χρόνο, ώρες, ημέρες, νύχτες, χρόνια που θα μπορούσαν να λικνιστούν απαλά, σαν τις βαρκούλες στη θάλασσα. Μια βεβαιότητα ήρεμης εναλλαγής της εργασίας με την ανάπαυση. Σε ποιο φύλλο θα μπορούσα να διαβάσω μια τόσο φυσική ιστορία χωρίς να δω πίσω απ’ τα δέντρα τα βλέμματα, ασώματα, κάρβουνα οργής, κλεφτές ματιές επιφύλαξης προς κάθε πρόσχημα αγάπης; Πώς να στηρίξω ένα χάδι, μια τόσο εμπράγματη απόλαυση, στην αυθυποβολή πως ο θάνατος δεν είναι παρά η διάρκεια, τα όρια αντοχής μιας φιλίας; Ο θάνατος είναι τίποτε, αν δεν ήταν, θα τον είχα γλιτώσει, ο καθένας θα μπορούσε να γλιτώσει αν συναντούσε κάπου το θάνατο. Μα πρέπει να βαλθείς να τον πιάσεις, να τον καρφιτσώσεις σαν έντομο, και να μπορείς να τον παρατηρείς κάπου κάπου. Εγώ δεν τις προσέχω πια τις λεπτομέρειες της φύσης. Ακούω τον βόμβο των εντόμων, ένα βρασμό από σταθερά ζουζουνίσματα και οι σκέψεις μου δεν μπορούν να διασώσουν ούτε τη μνήμη ούτε τη θέληση. Με το παράθυρο κλειστό θα μπορούσα να μεταφράσω αυτόν το θόρυβο σε λαλήματα, κελαηδισμούς, πεταρίσματα&#8230; Μια συνωμοσία σημάτων που αποζητούν την πρωτοβουλία μου. Πρέπει να μάθω αν χωρίς το χρόνο κάποια ελευθερία είναι δυνατή. Αν η θάλασσα μετεωρίζεται μέσα στο δίχτυ που την έχει ολόκληρη ψαρέψει. Θα είναι τόσο ειδυλλιακά να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου; Αναμφίβολα οι άλλοι υπάρχουν. Μια ιδέα αλάτι μένει πάντα στο δέρμα μετά από έναν περίπατο. Εξάλλου είναι τόσο ασαφείς, κάθονται πάνω στα βράχια και περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό: χρειάζονται πράγματα που δεν είναι δικά μου και πρέπει να ζω για να τα βρίσκω. Πρέπει πολύ προσεχτικά να μετακινώ τον ορίζοντα, ώστε η αχανής θέα να περιορίζεται σ’ ελάχιστα τετράγωνα. Ανεπαίσθητα, όπως την ώρα που ο ήλιος γίνεται κάθετος. Τέτοια ώρα τους νανουρίζω σε μια κούνια κρεμασμένη από τις μασχάλες μου. Τα μωρά μου, τα καλά μου τα μωρά, θα βρω εγώ τη μητερούλα σας, θα σας περιθάλψω από μένα, αυτήν εδώ θα την θάψουμε, νάνι, ο&#8230;ο&#8230;ο, θα την θάψουμε εκεί που κατοικούν οι ρίζες. Νάνι&#8230; το λένε ύπνο αυτό&#8230; ύπνος είναι, με</span><br />
<span style="color: #000000;">το μίσχο του ως πάνω πάνω, μια συλλαβή συρτή από σύμφωνα, δεμένα σαν ουρά από το φεγγάρι. Νάνι, σας φρόντισα, σας έχω</span><br />
<span style="color: #000000;">φροντίσει, δεν πρέπει να ντραπώ τώρα στο τέλος, δεν το αντέχω να ντρέπομαι, όλη μου η ψυχή κοκκινίζει. Θέλω να φύγω χωρίς σεμνότητα, με όλη την αδιαντροπιά μου, να σας προσβάλω αποσύροντας τον εαυτό μου από την τάξη. Τι πείσμα</span><br />
<span style="color: #000000;">είν’ αυτό, τι παράνοια, ε, ναι, η συγκατάβαση εξέλιπε — πώς θα μπορούσα να επιβιώσω με αδιάλειπτη ημικρανία;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Δεύτερο χαμόγελο. Σπηλαίου. Ο καθρέφτης το ανταποδίδει σκίζοντας το πρόσωπό της στα δυο.)</span><br />
<span style="color: #000000;">— Το αύριο, αγέρωχη προοπτική, μου διαλύει στο νερό ασπιρίνες.</span></p>
<h3 style="padding-left: 150px;"><strong><span style="color: #000000;">(Απόσπασμα 3 σ.47)</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">(Κάνει βήματα μες στο δωμάτιο. Κάτι φορά. Ανακαλύπτει μες στη τσέπη ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">απίστευτα μικρό, απίστευτο παραπονεμένο πράγμα. Το περιτρέχει αναγνωριστικά με τα δάχτυλα.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έρχεται ένας νέος αιώνας. Το άκουσα, το έχω διαβάσει. Τον φαντάζομαι; Τυμπανιαίο πάνω στα γυάλινα γοβάκια του. Μια λεπίδα προχωρεί μπροστά, κόβει τα χόρτα κι εκείνος πατάει, πολύ πολύ προσεχτικά, με μικρά βογγητά δυσφορίας. Όπως ένας σνομπ αυλικός που επισκέπτεται για λόγους πολίτικης τα εργαστήρια των ανακτόρων. «Γιατί θα έπρεπε να είμαι εγώ το θύμα αυτής της δοκιμασίας;»: αλλά οι σκέψεις του δεν διατρυπούν το κέλυφος ενός αυγού που κρεμασμένο από μια κλωστή ταλαντεύεται μες στο κρανίο του με τη συνέπεια εκκρεμούς που επωάζει τη στιγμή της αλήθειας. Είναι πατρικός και επιεικής, σφίγγει τα χέρια, παραγγέλλει στους γραμματείς σημειώσεις. Εκείνοι πάλι δεν γνωρίζουν γράμματα, άξεστοι που εξαγόρασαν τίτλους. Καμιά αμηχανία εντούτοις· η εθιμοτυπία δίνει μόνη της τα σήματα το ίδιο αποτελεσματικά και πρωτόγονα με το ταμ ταμ σ’ έναν άλλο πλανήτη, όπου η Μουσική και η Ζούγκλα καταγράφονταν σε βιβλία βαριά. Παρατηρώ τους τεχνίτες στους πάγκους τους, αναρωτιέμαι αν αυτός εκεί κάτω είναι νεκρός ή ζωντανός. Όπως όλοι οι προκάτοχοί του, διαθέτει την αξιοπρέπεια να υποκρίνεται, εμφανίζει ως σεμνότητα, ως ήρεμη αποδοχή της ιεραρχίας, την πιθανότητα να μην υπάρχει. Το βλέμμα του δεν μαρτυρά. Γαλακτώδες και διάτρητο από επαγγελματικές φιλοδοξίες κρατά τα μυστικά της συντεχνίας. Αν και καθόλου δεν θυμάται πια τους λόγους που αυτός κι οι σύντροφοί του οδηγήθηκαν σ’ αυτήν την ποινή, κάτι απ’ τη θλίψη της ανθίζει μέσα του με μεγάλα άσπρα λουλούδια. Μια γεύση από ζαχαρωτά επιμνημόσυνα, μια ζήλεια (αναπάντεχης έντασης!) για τους προγόνους του που, μετά τη βάρδια, έσβηναν τη δίψα τους στα μπαρ. Πόση εργασία, τι χιονόπτωση! Κι όμως χωριά δεν αποκλείστηκαν, δεν διεκόπησαν οι συγκοινωνίες. Ο αιώνας μπορεί να συνεχιστεί, μπορεί, αν θέλει, και να προελάσει, δεν θα διασπάσω γι’ αυτό την αλληλουχία των σκέψεων μου. Η μια δεν πηγάζει από την άλλη, η μια επικαλύπτει την άλλη, στρώσεις διαδοχικές, από σκέψεις, που προσπαθούν να πείσουν πως ο μηχανισμός που λειτουργεί υπάρχει. Εγώ ασφαλώς τη λειτουργία τη βλέπω, δεν βλέπω όμως το μηχανισμό. Δεν είναι σόφισμα αυτό, και η Αλίκη έβλεπε το χαμόγελο μόνο του, το πρόσωπο απουσιάζει πάντα, αν κι εγώ τώρα βλέπω μορφασμό. Σκέφτομαι πως δεν θα ’μαι εκεί όταν αποκρυσταλλωθεί η φιγούρα και αυτό με ανακουφίζει τόσο, που ο πονοκέφαλος υποχωρεί. Αέρας διατρέχει το στήθος μου, οι πνεύμονές μου δουλεύουν εμψυχωμένοι, αισθάνομαι το πέρασμα της ευεξίας σε πλήρη φιλική διαδρομή. Έζησα αρκετά αυτό που οι φίλοι μού περιγράφουν ως τον</span><br />
<span style="color: #000000;">τρυφερότερο εαυτό τους. Το ότι δεν συμφιλιώθηκα δεν φαίνεται να είναι μόνο πρόβλημα γηραιάς εποχής. Θυμάμαι, κάποτε, φορτωμένη χρυσάνθεμα, στάθηκα κάτω από έναν φανοστάτη. Ηρωίδα μιας φιλόδοξης αφήγησης διεκδικούσα χώρο στη σελίδα. Τρόμαξα όταν είδα ότι κρατούσα το γιο μου εκεί, μέσα σε ξαφνική κακοκαιρία, με μόνη του κουβέρτα εκείνο το δημόσιο φως. Αν είχα υπάρξει παιδί, θα ήξερα ίσως τι να κάνω, το βασικό μητρικό χρέος, πώς σώζει κανείς μια ψυχή από ένα γερό κρυολόγημα. Υπάρχει, μου είχαν πει, ένας κήπος των υπερβάσεων ολάνθιστος από λουλούδια του Οκτωβρίου, που τον διασχίζουν ζαλισμένες εκατοντάδες άλλες εποχές. Εκεί βαδίζεις σ’ απαλά δευτερόλεπτα που κάνουν την περιστροφή ενός έτους να διαρκεί πολύ περισσότερο. Διαθέτεις αναρίθμητους μήνες, ώσπου να τελειώσει η άνοιξη. Δεκάδες Μάρτιοι συνεχίζονται, αν και κυλούνε ήδη οι Αύγουστοι και αυτοί πολλαπλασιάζονται άπαυτα, παρόλο που οι πρώτοι Σεπτέμβρηδες έχουν αρχίσει να τους προσπερνούν. Και μόνον, έλεγαν, ο Οκτώβριος είναι Ένας: τριάντα αδιατάραχτες μέρες που δεν θα επανέλθουν ποτέ. Τέτοια αγαλμάτινα εικοσιτετράωρα έχουν τη μυρωδιά των βρεφών που η γένεση των νέων κυττάρων κάνει το σώμα τους εύοσμο. Τότε ακριβώς με μια κίνηση τρόμου πρέπει να διώξεις μακριά τους τις μέλισσες. Έμοιαζε πειστικό, καμιά επίσκεψη στο ιατρείο, καμιά υποψία αθεράπευτης μητρότητας. Με μέσα πρόχειρα προστάτεψα το δέρμα μου απ’ τον οξύτατο πόνο της επαφής με το φως, με κάποια, ας πούμε εξουθενωμένη ψιχάλα ανασυρμένη βιαστικά από το μπαούλο και σφιγμένη γύρω από τους ώμους μου ώστε αβίαστα να αποδίδεται η πλαστοπροσωπία της ομορφιάς. Το βέλο χαμηλά χαμηλά, μία κυρία αγέραστη, ένα προϊόν τεμαχισμού, ένα πορτοκάλι στα δύο: «Εσύ είσαι, μαμά; Εσύ είσαι;» Τραυλός ομιλητής μπροστά σε μια εκκεντρική φιγούρα. Το φως είχε εξαλείψει το περίγραμμα, όμως εκείνος άκουγε τους κρότους: «Θλίψη, να τι σε συμβουλεύω εγώ». «Μαμά; Θλίψη;» Ω, ομορφιά των αγρών των καλλιεργημένων αιώνες&#8230; Ω, τεχνικές των αρδεύσεων&#8230; φιλάνθρωπα μαθηματικά των σωλήνων&#8230; Αυτό το αγόρι είχε ίσκιο μες στο σπίτι του, θα ’πρεπε να χει φυγαδευτεί από εδώ, στις εξοχές με τους ανθρώπους που στέκουν με τα πόδια ανοιχτά και κοιτάζουν ακατάδεχτα προς τις πόλεις. Πώς θα με δει όταν βεβαιωθεί ότι η μόνη μητρική αρετή είναι ν απαρνηθείς τη θλίψη; Αν το είχε πάρει κάποιος ως εκεί&#8230; αν το είχε απασχολήσει κάποιος&#8230; θα άφηνα τώρα το κεφάλι στο βάρος του, αυτή η σακούλα με τον πονοκέφαλο θα μπορούσε να πεταχτεί κάπου. Κάτω απ’ το δέρμα μου διακρίνονται οι προαναγγελίες μία μία, αυτές που αλήθεψαν και οι άλλες, στοχασμοί μ’ εξωφρενικό αντικείμενο, την πιθανότητα, ας πούμε, ο άνθρωπος να μπορεί να ζήσει για έναν άλλο. Κάτω απ’ το δέρμα μου κολυμπάω και ακέφαλη, το εγκάρδιο, έντιμο πρόσωπο μπορεί να παραμένει στο μαξιλάρι. Εκείνος ο κολυμβητής διατηρεί όραση, θυμάται τον πολιτισμό του εγκεφάλου, τίποτε, τίποτε αποτρόπαιο στις απλωτές μου εκεί κάτω. Όμως εδώ πώς μπορώ να εξασφαλίσω τις πεποιθήσεις της διάρκειας, μια πιθανότητα αστραποβόλα, μια πλήρη νύχτα Χριστουγέννων; Θα πρέπει κάτι να έχω να του πω, το πόσο σεβασμό κατακτούμε με την πολυσχιδή</span><br />
<span style="color: #000000;">δραστηριότητα, ότι συχνά υπάρχουν κίνητρα ευγενή που θερμαίνουν δυνατά την έμπνευσή μας&#8230; Ότι ειλικρινά ταυτιζόμαστε με αισθήματα που μοιάζουν δικά μας&#8230; ότι η άγνοια μπορεί και να είναι ένα ελαφρυντικό για τους γελοίους. Εξάλλου είμαστε εργατικοί, ενθουσιάζουμε το κοινό μας. Το προτρέπουμε σε σταυροφορική αφοσίωση προς Ομορφιές που τρελαίνουν. Τις υποψιαζόμαστε, τις διανοούμαστε, τις οσμιζόμαστε. Αυτή η οσμή μας συντρίβει, ένα άρωμα οργασμικό, μία ευωδιά δηλητηριώδης. Δεν έχουμε άλλη εξιλέωση από το να παρακινούμε τους άλλους, να διαδίδουμε με φλόγα αποστόλου την πίστη. Είναι σαν να έχουμε αντικρίσει τον Άγιο στο δευτερόλεπτο του εξαγιασμού του: χνώτο θερμό, διπλό πεπρωμένο, μισό θνητού, μισό αθανάτου, και μια θαυματουργή παρέμβαση τα ενώνει σε καρπό θεοφιλίας. Ένα αιφνίδια ανεστραμμένο πηγάδι που εκχέει κρουνούς θυμιάματος. Μέσα τους η Σάρκα λάμπει. Α, πρέπει να μπορώ να το πω αυτό, πως θέλουμε να πέσουμε στα πόδια Του, να φιλήσουμε την άκρη του ρούχου Του, να υποσχεθούμε μ’ όλα μας τα δάκρυα αιώνια τύψη για τον εαυτό μας. Υπηρετούμε αυτόν τον ενθουσιασμό υποδυόμενοι με ειλικρίνεια τους μύστες. Ίσως κι αυτό να είναι ένα ελαφρυντικό αν κάποιος κάποτε μας κρίνει. Αν δει στα χρωμοσώματά μας τα ελάχιστα ψήγματα χρυσού. Αλλά οι ίδιοι πώς να επιτρέψουμε τέτοιες ανέσεις στη Βιολογία; Υποψιαζόμαστε, διανοούμαστε, οσμιζόμαστε. Δεν είναι αυτά βιολογικές λειτουργίες; Η υποψία δεν σκίζει τα ρούχα, δεν αποκαλύπτει τα όμορφα σώματα; Η σκέψη δεν επινοεί το τοπίο, δεν επιπλώνει το διαμέρισμα, δεν οργανώνει τις ιδανικές συναντήσεις; Η όσφρηση δεν ξεσηκώνει τον πόθο, δεν απλουστεύει τον προσανατολισμό; Ποια Ιατρική μπορεί να συγχωρέσει την απουσία της ψυχής; Δεν έχει εκεί αρμοδιότητα. Αυτός ο πόνος δεν την αφορά. Είναι τυφλή και ανίδεη μπροστά σε μια πληγή από γνώση. Εγώ συχνά παρηγορούμαι με την ελπίδα πως ένας πειστικός θάνατος επί σκηνής εμπνέει την ελπίδα της Ανάστασης. Πως θα υπέβαλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">κάποιες τέτοιες ελπίδες. Θα πρέπει να το κρύψω αυτό; Δεν θέλω. Δεν θέλω να συρθώ στην καταξίωση. Θέλω να κάψω το συκώτι μου. Είναι ένας πλούτος να περιφρονείς τον εαυτό σου, είναι μια δύναμη να φτύνεις τα μούτρα σου. Η περιφρόνησή μου με τιμά, έχει την ηλικία της αφροσύνης μου, τη φρεσκάδα της αίρεσής μου. Αν ο κόσμος δεν μπορεί να είναι το έργο ενός νεαρού χειρώνακτα, γιατί θα έπρεπε να τον δικαιολογήσω;</span></p>
<h3 style="padding-left: 150px;"><strong><span style="color: #000000;">(Απόσπασμα 4 σ.82)</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κατεβαίνω. Πολύ προσεχτικά και αργά. Η σκάλα εντελώς κατακόρυφη κι αυτές οι ψηλοτάκουνες γόβες… Όμως θέλω να είμαι ωραία. Το πέρασμα από τέτοια πασαρέλα πρέπει να είναι πραγματικά μεγαλόπρεπο. Πίσω μου η λίμνη θροεί παιχνιδιάρικα, ένα κάπως μελαγχολικό κουτσομπολιό. Το μονόξυλο αραγμένο στα καλάμια απορροφά την κλίση του τοπίου. Μπορώ να παρακολουθώ το διαβήτη να διευρύνει συνεχώς τους κύκλους του χωρίς να σκύβω πάνω απ’ το νερό. Κρατώ τη μία άκρη του σπάγκου, στην άλλη είναι το πρόσωπο ενός φίλου που είναι αδύνατο να θυμηθώ. Τον αγαπώ; Α, ναι, πάντα. Κάτι εντοπίζω κάτω από το στήθος μου… συγχέεται με το χτύπο της γόβας κάθε φορά που αλλάζω σκαλί. Προσπαθώ να το μεταφέρω… κατεβαίνοντας λικνιστικά. Ένας κοασμός με τρομάζει… ύστερα βλέπω την αθώα ύπαρξη να επαναλαμβάνει το σάλτο της… μια χούφτα σκούρα πράσινη σάρκα που την ξαφνιάζει η επίσκεψή μου. Και τ’ άλλα πνεύματα μοιάζουν ανήσυχα, ακούγεται το κλάμα του λύκου. Έχω την αίσθηση πως οι άκρες των δαχτύλων μου μου κρύβουν μια πληροφορία… πως έχουν ψηλαφίσει πόντο πόντο το μέτωπο, τα ζυγωματικά, το πιγούνι… πως, αν μπορούσα να τα βουτήξω στο νερό, το πρόσωπο εμβαπτισμένο στο διάλυμα, θα εμφανιζότανε σιγά σιγά, όπως στο θάλαμο του φωτογράφου. Αλλά δεν θέλω να το σπαταλήσω έτσι… το μόνο, που διατηρώ, αποτύπωμα. Κατεβαίνω ακόμη πιο βαθιά… με μια ακόμη πιο έξοχη κίνηση. Από το κέντρο της γης βλέπω τους προβολείς αναμμένους.</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Φορτίο (1997)</span></strong></h2>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κουβάλησε στη ράχη του ως εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέτοιες πέτρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το νερό, την άμμο, το φτυάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χάραξε στη γη το σκαρίφημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λογάριασε τα εργατικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">0 καημένος&#8230; Τώρα, που έκλεισε τα μάτια του, </span><span style="color: #000000;">ας του πλέξω</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ ένα γελεκάκι από λουλούδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαργαρίτες, σπάρτα, κυκλάμινα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα θα βαδίσω πάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορεί ένας λύκος με το βόλι στο πόδι του</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ’ρθει εδώ πάνω, να τελειώσει κάποτε</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σπίτι του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα κι έτσι, ο σωρός των υλικών</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποια κατοικία τού γίνονται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα καλό, στον άνεμο, μνημείο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΑΡΧΙΑΚΗ ΖΩΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μπορώ να τον εξαπατήσω αυτόν, συλλογίστηκε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι καινούριος στα μέρη μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρύβεται από τους ανθρώπους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά του γύρισε ο καθρέφτης ένα πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ντόπιο, με γένια άγρια, πρησμένα μάτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ήταν μέσα ‘κεί χωροφυλάκοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είχαν ξεμείνει στον καφενέ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για έναν σαν κι αυτόν δεν θ’ άφηναν</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς κρασί την κρύα νύχτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λοιπόν, περίμενε στο πατρικό του σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχα τη φωτιά εξαπατώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως το πρωί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάνα δυο ξύλα και της έδινε ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τη ζωή του, που ποτέ δεν ήρθε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Λησμονούσε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άκουγε που γαβγίζανε δεμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Των μεθυσμένων τα σκυλιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΥΙΟΘΕΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η θάλασσα είχε δυο παιδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ένα το βρήκε με το πρόσωπο στο βούρκο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τριγύρω τα κατάπληκτα ψάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το γύρισε, το ακούμπησε στην πέτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το μεγάλωσε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το άλλο, ξυπόλυτο, γυρνούσε στο γιαλό</span><br />
<span style="color: #000000;">Και φώναζε τον αδελφό του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όποιος νομίζει ότι δεν μπορεί η θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Να γίνει μάνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει σφαίρα ξεχασμένη στο θώρακα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε στρώμα δεν μπορεί να γείρει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάει καιρός που χέρι δεν μετράει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον πυρετό του στο κούτελο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι ’ αυτόν απόψε οι σπηλιές οι υποθαλάσσιες</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ανάψουν όλα τα καντήλια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ανεβαίνουνε με την ανάσα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι φυσαλίδες της μητρικής προσευχής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου το βόλι το προδοτικό να σκουριάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και να σκεπάσει χούφτα αλάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τρυπημένο μέρος της καρδιάς.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ακολουθώντας το κυνηγημένο ζώο</span><br />
<span style="color: #000000;">Βρήκαν το σπήλαιο με τους σταλακτίτες</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, πόσο άδικο είν’ αυτό&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνου τ’ άνοα μάτια ήξεραν</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μετρούν σταγόνα σταγόνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πέτρωμα του νερού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς όλοι αυτοί με τα γυαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Διώχνουν το Χρόνο από την τρύπα του;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανήμεροι, με την ψυχή όλο νύχια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Φωτίζουν, μετρούν, ερμηνεύουνε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε τα δάκρυα του Κυρίου ακούνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κατέρχονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε απ ’ τη γη τις κρύες στήλες</span><br />
<span style="color: #000000;">Των αρχαίων των ψυχών που τα υποδέχονται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο αν περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Καμιά φορά νυχτερίδα περίτρομη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέφτει ο φακός από το χέρι τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι απελπισμένοι βλέπουνε το φως του</span><br />
<span style="color: #000000;">Να το ρουφάει αθόρυβα ως τον πάτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλωτό, μεγάλο, προαιώνιο σκοτάδι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΛΑΓΟΥΜΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τη γη περνούσε το μήνυμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα πάνω τίποτα δεν ακουγόταν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι τυφλοπόντικες το πήγαιναν έντρομοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ένας στον άλλο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω δεν ακουγότανε τίποτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιθρία. Είχαν οι γυναίκες βγει</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άπλωναν ρούχα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλες, μικρότερες, με τη φρεσκάδα του ύπνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γερνάν επάνω απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πράσινα, καταπράσινα θεριεύανε</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλαριά και φύλλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέρα, μια ταχτική καμπάνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξαναπερνούσε από τον ουρανό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έσκιζε με την ουρά το χελιδόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Την πουπουλένια την πρωτομηνιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αχ, κρυφέ μου πόνε, αχ, θλίψη μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσ’ την να ταξιδεύει ασύλληπτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Η χαρωπή οικουμένη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσε τα πανιά να φουσκώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Του άσαρκου καλοκαιριού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εμείς εδώ, κρυφακούοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Το θαμμένο τον τηλέγραφο</span><br />
<span style="color: #000000;">Του κρύου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η βία είναι το χέρι μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως υπάρχει:</span><br />
<span style="color: #000000;">Το στόμα σου σφραγίζω και μετά</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε παραδίνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ, εγώ σε παραδίνω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ήρθες και μου τ’ ομολόγησες</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς τίποτα δεν είδες άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά τη γέννηση σου στον ύπνο σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μια και μόνη μαχαιριά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όχι, δεν θέλω πάρε-δώσε μαζί σου:</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αυτούς να πας με τα στιβάλια</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα φορτωμένα λασπουριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε κρίνουν φτύνοντας κουκούτσια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλοτσώντας το σκυλί του ταβερνιάρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ματωμένο μάτι σκύβουν στο λαρδί</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αποφασίζουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάψε λοιπόν να γυρεύεις για λόγου σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλή ζωή,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ και να σε σκότωνα θα μπορούσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να μην ακούω το κλάμα σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάψε να κρέμεσαι από πάνω μου ρωτώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού σε τραβάνε οι μεθύστακες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρεμασμένο στο καρφί το σακάκι σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτίζεται καπνό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν κι εκείνους θα βρωμοκοπάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν βγεις ποτέ από ’δώ μέσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχω το κουράγιο, δεν μπορώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ να ζήσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έζησα κάποτε κουβαλώντας σε</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ το ρούχο μου σαν σκύμνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μασούσα τη τροφή και σου ’δινα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έδιωχνα με φωτιές τα πνεύματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σώμα μου γέμισε νυχιές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για δες πού μ ’ έσυραν με το φορτίο μου:</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια λερή ποδιά μέρα νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Να γεμίζω τις κούπες τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λοιπόν, ας έρθει ο θάνατος να μας δικάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σένανε και μένα, αγαπημένε μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από την μπόχα που δεν σ’ έσωσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνος μπορεί να σε σώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και την αβάσταχτη απορία σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Να σβήσει μ’ ένα στεναγμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και, όπως ταιριάζει σ’ έναν που σε πρόδωσε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μένα να ορίσει ζωή αιώνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ, μες στα σκαμνιά τα τσακισμένα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στα βαρέλια και στις κάνουλες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στις γροθιές που κοπανάνε τα τραπέζια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλο ζητούν να ζω, να ζω.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΕΣ ΔΟΞΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πώς πρέπει λοιπόν να ζήσουμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναρωτήθηκε ο Αυτοκράτορας</span><br />
<span style="color: #000000;">Ρίχνοντας το πρόσωπο στα χέρια του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε ο καμπούρης του απάντησε, ούτε ο Επίσκοπος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε η βαριά από το μαργαριτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Νύφη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα τον μια λιμνούλα έλαμπε στον ήλιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν και ο ήλιος δεν περνούσε από κει</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά μόνο σαν το κομμένο κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που είχε κυλιστεί στις σκάλες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλαμπε, έλαμπε και γύρω στα καλάμια</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξυπόλυτα μπαινόβγαιναν</span><br />
<span style="color: #000000;">Παιδιά του λαού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι όμορφες είχαν απλώσει μπουγάδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άχνιζε λουλάκι και νάρκισσος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φτωχέ&#8230; Γιατί δεν ρίχνεις στη φωτιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Την Αυτοκρατορία&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί δεν ρίχνεις στάχτες στα μαλλιά σου…</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαθιά, στον πάτο του νερού, κοιμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως σε γέννησε η μάνα σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα μωρό ανθρώπου, ένα γιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπαργανωμένο με φύκια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δες πώς συσσωρεύεται η κτίση</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ το βλέμμα του ανθρώπου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι απομένει… Έν’ απέραντο σεντόνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις άκρες του θα σηκώσει μονάχος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον μπόγο θα φτιάξει της κατοικημένης γης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμη και της στέπας και της θάλασσας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον ώμο του θα τον φορτώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και θα φύγει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΗΧΕΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κι όπως πήρε το χώμα και το φύσηξε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζωή δεν ήρθε. Μα ένα σφύριγμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως μέσα από κούφιο καλάμι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά ένας ταπεινός επενόησε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον αυλό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένας άλλος</span><br />
<span style="color: #000000;">Το στρόβιλο του αέρα μέσα από ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρόνια παρατημένο χωριό</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πώς, περνώντας ο ταξιδιώτης</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω από τα κρεμασμένα παράθυρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφίγγεται, σφίγγεται στο σακάκι του</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλο σφυρίζει ένα σκοπό</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ο κουρνιαχτός κουκουλώνει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΥΟ ΚΥΡΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχω να βαδίσω αλλού</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά μόνο πάνω στα βήματά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχουν από ώρα γυρίσει πίσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλα -τώρα δα- ξεκινάνε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάντα βαδίζει γύρω μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο εαυτός μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά εσύ, μουσική, φοράς πούπουλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν γράφεις χνάρι στον αέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανείς ποτέ δεν θα μάθει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους περιπάτους μας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΦΟΡΤΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πεθαίνοντας το γιγάντιο πεύκο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου έγνεψε να πάω κοντά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Και, πριν να σωριαστεί, μου παρέδωσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό που κρατώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα χέρια μου λοιπόν δεν θα σπάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάω σε τόπο που βλαστάνουν μόνο θάμνοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε σπίτια χτισμένα στον καπνό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί, κανείς δεν σε ρωτάει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο δουλεύουν όλοι, μέρα νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τσεκούρια, πλήκτρα, τρύπανα, σφυριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ όλο που δεν μπορώ να πιάσω ελεύθερα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε τα εργαλεία της δουλειάς μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Συχνά ούτε κι αυτό το ψωμί,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό δεν θα σπάσει στα χόρια μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βάρος ασήκωτο στην καρδιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ αφήσω τ’ ασήκωτο βάρος του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ όλο που σπρώχνει ο κόσμος βιαστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">(Ούτε και που το βλέπουνε, νομίζω),</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο στον τάφο μου θα τ’ ακουμπήσω, κι εκεί πάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα το κρατώ με το σωρό της γης που θα ’μαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, ταπεινή και φιλότιμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιωνιότητα των ανθρώπων</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τίποτε δεν αξιώθηκαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που δεν τους δόθηκε καμιά δωρεά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια μέρα θα το πάρεις στα χόρια σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Με δάχτυλα τρυφερά και έμπειρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με ξόρκια στα πουλιά, μ’ ελπίδα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βλέμμα θα ρίξεις τριγύρω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας είναι τότε να περνά απ’ τον κόσμο πάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Η κουρασμένη μου ψυχή.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΑΡΕΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθισαν γύρω γύρω οι φίλοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ανάμεσα τους πέρασε ο κισσός</span><br />
<span style="color: #000000;">Και λίγος θόρυβος του δρόμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν καλά τους έδεσαν οι έλικες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σκόρπισε η τελευταία σκόνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σήκωσε ο πρώτος το ποτήρι του</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Να τους σκεπάζει πάντα ο ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τη μεγάλη σοδειά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν τους γνωρίζω. Τους φαντάστηκα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μια φυλή πεζοπόρων</span><br />
<span style="color: #000000;">Που πότε πότε σταματούν και μοιράζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα λιγοστά υπάρχοντά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Συγκατανεύουν ο ένας στου άλλου την εξήγηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα, με του καπνού τα δαχτυλίδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στέλνει ο καθένας στεναγμό στο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τον κοιτάζει πάνω απ’ τ&#8217; άστρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχουν βέβαια όψη ανδρών σοφών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μοιάζουνε πιο πολύ συστάδα δέντρων</span><br />
<span style="color: #000000;">Γύρω από μια, ριγμένη από ψηλά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιγάντια πέτρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτήν την πέτρα ψηλαφώντας με τα δάχτυλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαβάζουν του Θεού το ζάρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι θα ’ταν καλά. Κι αν ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είναι η ζαριά παρά ένας</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τελειωτικός πυροβολισμός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν, αντί για το πέτρινο ιερό της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανοίγει μοναχά μια τρύπα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν όλοι οι φίλοι δεν είναι παρά ένας</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτυπημένος άνθρωπος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι θα ’ναι καλά. Μπορεί κανείς ν’ ακουμπήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορεί να βαδίσει χιλιόμετρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Δανείζοντας τα δάκρυά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε κάθε ίσκιο που τον προσπερνά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο νεκρός με το γαλήνιο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαθαίνω ότι είναι ο Ήλιος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο άλλος, που ένας μορφασμός τον σφίγγει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ο βράχος κάτω από τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια και μόνη στην κορυφή</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανθρώπινη κατοικία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα κεί ζουν οι κατώτερες φυλές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα ζώα τους μαζί, σαν σε στάβλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανίδεοι αν γύρω απ’ την πέτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπάει το κύμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσες φορές ανοίγουν το παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή βγάζουν για βοσκή τα πρόβατά τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλο ψηλά κοιτούν και θλίβονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χώνονται πάλι μέσα βιαστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τρώνε τη ζωή τους στα δάκρυα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλαζονεία ή σοφία δεν το ξέρω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτοκτονία ή ευπρέπεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα τόση φωτεινή παγερότατα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόση διαφάνεια της φλεγόμενης μάζας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που καθησύχασε τα εκρηκτικά υλικά</span><br />
<span style="color: #000000;">Και φόρεσε αδαμάντινο καύκαλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στο πρόσωπο της αγάπης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα γίνε χωρίς τη θέληση μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να τελειώσουν όλα όπως τελείωσαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολύ θα έχουμε εργαστεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσοι με τρόμο κρύψαμε απ’ τα μάτια μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τερατώδες φύλο της καρδιάς μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσοι χωρίς περιουσία δανείσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρυσό απ’ των άλλων τα έσχατα όνειρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ τώρα, με τα ζωντανά και με τ’ άχερα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Συνωστιζόμαστε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο και να μορφάζει η στέγη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο και η πέτρα να συρρικνώνεται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βροντώδη τα βλέφαρα έκλεισε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν μας βλέπει, δεν μπορεί να μας δει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο νεκρός εκεί πάνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις φλόγες του αργά αργά</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν πόνο που κανείς δεν εννόησε</span><br />
<span style="color: #000000;">Καταπίνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ξοδεμένη άπειρη ζέστα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφήνει στα περαστικά βουνά.</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ</span></strong></h3>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">2</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">(&#8230; όπου ο ποιητής μένει</span><br />
<span style="color: #000000;">ακατοίκητος )</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θεία έμπνευση σ’ εγκατέλειψε, φίλε μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι σου μένουν πια; Οι επιθυμίες&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ αυτές δεν πας μακριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως την εκπλήρωσή η τη διάψευση τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλιώς, αλλιώς είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν έρχεται να κατοικήσει μέσα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Των δαιμόνων το σόι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σέρνουν μαζί τους σαν δεμένο με φωτιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον αργό θάνατό σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι χαρούμενοι μες στα σπλάχνα σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ το στήθος σου είναι ζεστά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρώνε από σένα και σκεπάζονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έξω χειμώνας βαρύς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι ότι θέλουνε να σ’ αφανίσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα, όπως γίνεται ένας σεισμός</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αλλάζει ο θαμμένος πλευρό</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να βολέψει τις αλυσίδες του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι κουνάν και σπάνε τη σκέψη σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ερείπια κάνουν τα καλά σου έργα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λένε οι φίλοι: «Δέστε ένα πουλί!»</span><br />
<span style="color: #000000;">Λένε οι εχθροί: «Δέστε το κλουβί του».</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα σένανε σε τρώνε οι δαίμονες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στον εαυτό σου, μοναχά σ’ αυτόν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μεταμορφώνουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τι είσαι τάχα χωρίς θεία έμπνευση;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιος που θ’ αγαπηθεί από τους ανθρώπους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιος που όλα τα δώρα της νιότης του</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα τα ξοδέψει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή, αν είσαι απ’ τους πολύ λυπημένους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιος που έκρυψε από το φως του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;">Των δακρύων του τα μαργαριτάρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την έμπνευση διώκεσαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν κυνηγούν το φόνο μα το πένθος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλει σπηλιές να βρίσκεις και ρουμάνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλει να μη μοιραστείς ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ψωμί σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλα τώρα, μη σκαλίζεις τα χαρτιά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλο μην ταπεινώνεσαι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βράδυ κλείνει τα παράθυρά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλάψε.</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">5</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">(&#8230; όποιος αγαπά την αλήθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">εμένα δεν μ’ αγαπά )</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, καμιά πραγματικότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκτός από τούτη τη λίμνη</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στο χλομό αντιφέγγισμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Του φθινοπώρου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αστραπή ενσαρκώνεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κίτρινο φύλλο μουσκεύει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατάκοπος απ’ την ανάστασή του</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο πνιγμένος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το άνθος πάνω στο νερό, μες στον κύκλο του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι το πραγματικό πρόσωπό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να αναστηθεί, το εγκατέλειψε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα τώρα, όπως περίλυπο επιπλέει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στρέφει σ’ αυτό με συμπάθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Το νέο του βλέμμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καμιά, καμιά πραγματικότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκτός από τη σιγανή βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή λιχνίζει πάνω απ’ το γυαλί τα τιτιβίσματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψιθύρους ασαφών υποθέσεων</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως τάχα φως θανάτου υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και έγερση από θλίψη απέραντη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήχους αμφιβολίας, βήματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρύα σκόνη στον αέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου η οσμή των σταφυλιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάλι το φόβο κάνει μέθη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γεύση από δεμένα στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αραδιασμένα, μιλιά μακριά, σ’ ένα πιάτο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαύρα, καλοπλυμένα τσαμπιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τίποτε πιο αναληθές, πιο ταπεινό</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ την αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν είναι ο ουρανός γεμάτος σύννεφα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα σύννεφα είναι γεμάτα σπίτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί οι μέρες των μηνών κατοικούνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Πριν κατεβούνε να ταφούν εδώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς, αιώνες πριν ξενιτευτούν,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχουν τάξει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ, ποτέ είκοσι τέσσερις ώρες</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ερμηνεύουν τόσο βάρος στο στήθος μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω, από πόσο μακριά</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις αποσκευές κουβαλάνε&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν έχουμε αγαπηθεί, αυτό δεν είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Πραγματικότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν έχουμε αγαπήσει, αυτό δεν είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη η αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρόσωπο νούφαρο και πρόσωπο στους ώμους</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας καθρέφτης από ασήμι τα διαιρεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το πνεύμα επινοεί το τοπίο:</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ τα φύκια, εκεί ο βυθός,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πιο κάτω ο οικισμός που πλημμύρισε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παντού το ρύζι του ψιλόβροχου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πουθενά το ψωμί της αλήθειας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακύμαντη από όχθη σε όχθη</span><br />
<span style="color: #000000;">Αντανακλά το εκτυφλωτικό ενδεχόμενο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας συλλογισμός την εμψυχώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι κλωστές του ψαλιδίζονται στον αέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ακούω το μέταλλο στο μέταλλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν προσευχή που επαίρεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Βουίζοντας από υδρόβια δράση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος γνωρίζει αν είναι μονάχος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή αν συνεχίζει τους περιπάτους του</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Άλλος πάνω στο νερό&#8230;</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">7</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">(&#8230; όπου τελειώνουνε κι αυτές</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ιστορίες)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, μέριμνα, ω, ερημιά&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας μαζέψω τα κουρέλια</span><br />
<span style="color: #000000;">Των πρώτων μου σκέψεων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας δώσω περιθώρια να στρωθεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαλί από χλόη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την αίθουσα του σύμπαντος διασχίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατήφεια και υπομονή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έφυγαν από τα σπίτια τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι όψεις των πραγμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ σκορπώντας μοναχά</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φεγγοβόλημα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα εκείνα τα παμπάλαια σήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ξέρω ότι έχουν σωπάσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ ακούω όμως σαν φασματική</span><br />
<span style="color: #000000;">Οικουμένη των φίλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο θόλος κάτοπτρο απ’ όπου</span><br />
<span style="color: #000000;">Βρίσκει ο καπνός τα περάσματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δρόμους ηχηρούς και απόκρημνους</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς τη Χάρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλματα στον αέρα, όπου βυθίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε στρώματα διαδοχικά τα βλέμματά Του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα εδώ μονάχα η Μουσική, κάποιοι τόνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ τις τροχιές των παρασίτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Επάνω στα στεκούμενα νερά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, φροντίδα για το τίποτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Των καθημερινών συνήθειων</span><br />
<span style="color: #000000;">Διωκόμενα έθνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας ησύχαζε αυτός ο αέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βήματα των ενδυμάτων αφουγκράζομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς, φευγάτα από βαριές ντουλάπες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνε κατά το βάλτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οικοδομήματα που αποκαλύπτουν άλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αυτά άλλα και άλλα οικοδομήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Διαλύουν σαν από αχνό</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέτοιοι φθόγγοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εγώ είμαι ακόμη εδώ κι αδειάζουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Από κάθε σημασία τ’ αυτιά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μπορώ, δεν μπορώ να καταλάβω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κρουστό από τόσους ψιθύρους</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάνει την αντοχή μου να σαλεύει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ’πρεπε να ’μουν αθάνατη</span><br />
<span style="color: #000000;">Πριν δω τις κορυφές τις χιονισμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν σώματα που σκέπασαν για πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε τους άγγιγμα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τόσους αγαπημένους που θέλησαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Να μου στρέψουν τη ράχη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε μια κηλίδα κρότου που απλώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βουνά θεμελιώνουν τους θρόνους τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάτω τουρτουρίζουνε τα φώτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Των βιομηχανιών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πυκνές διασχίζουνε τη στέπα</span><br />
<span style="color: #000000;">Συγκοινωνίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνε κι έρχονται οι συρμοί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πτήσεις ανάβουν και χάνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο χαλάζι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι θα ’πρέπε να ξέρω εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Από μια τέτοια κακεντρέχεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Από μια τόσο υπεροπτική</span><br />
<span style="color: #000000;">Θεομηνία;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε ζούσαν τα πρόσωπα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο χρόνο ζει το φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μπάλα ξέφευγε στα κύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μέσα από θεοσκότεινη κάμαρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γύριζα να δω γιατί</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πέλαγος σήκωνε το σπίτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άκουγα το παφλασμό από το ηχείο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γέλιο ενός Τρίτωνα που απόμεινε εκεί κάτω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στα γκρεμίσματα των ανακτόρων του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στα σαβανωμένα κοριτσάκια</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τίναζαν το τόπι πίσω στη στεριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σήμαινε αυτό: θα χάσω έναν άνθρωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη θέση του θα πάρω στο τραπέζι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω, δεν θα τον αφήσω ποτέ</span><br />
<span style="color: #000000;">Να δειπνήσει ολομόναχος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι σημαίνει, λοιπόν, τι σημαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η άηχη αναρρόφηση&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Χοάνη που σέρνει στο κέντρο της</span><br />
<span style="color: #000000;">Οικοσκευή και βιβλία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέτοιο τραπεζομάντιλο, τόσα άνθη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια και μόνη κίνηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Σηκώνει ο αέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαγνητισμένα, με το σημάδι στο κούτελο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακολουθούν στο ανάστροφο ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσα σώθηκαν άδολα ζώα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Λαγοί και πέρδικες κι ένας θλιμμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύπνος χειμερινός της αρκούδας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χνάρια τους, τα βαριά πέλματά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ρεύμα θάβει τραβώντας το δίχτυ του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίποτα εδώ εκτός από τη σκέψη μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλυμένη από την ψυχή μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι είναι; Τι είναι αυτό; Δεν έχει νόημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό δεν μιλά και δεν βλέπει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μέσα σ’ ένα μπουκάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βόμβο κλείνει του κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νιάτα του σώματος, πόνος μυαλού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θνητή κι αθάνατη φιλονικία</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε γνωρίζονται ούτε απαντούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα σφυρί μονάχα το καρφί του</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπήγει στο βουνό</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλάζοντας χρονολογίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάθομαι κι ακούω και μετρώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Τυχαία πάνω κάτω στο άπειρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου κι αυτή η αντίσταση να γίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια μηχανική φλυαρία</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιου που έχασε από χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε ακοή</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΟΤΑΝΙΚΗ ΕΝΟΣ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φως μικρό από μια παλάμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χλόη στα σκεπάσματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταξιδεύει, αλλά δεν είναι νεκρός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα θρύψαλα από τα γυαλιά του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η σκόνη από το σακάκι του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι άσπροι αστράγαλοι, το πουπουλένιο στρώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα είναι ακόμη εδώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ταξιδεύει, αλλά δεν είναι νεκρός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άκου που έρχεται το απόγευμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο θόρυβος από κηπουρικές φροντίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα ψίχουλα τ’ αραδιασμένα στα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η μυρωδιά άδειας φωλιάς, το ποτιστήρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Συνήθειες ευλάβειας, τύποι ιδεών,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το απερχόμενο νόημα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενός μικρού κιβώτιου μ’ εργαλεία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα είναι πάντα εδώ κι ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Η βουή μιας ύπαρξης που σήκωσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Χέρια σαν δέντρο, ανάστημα καπνού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Αν οι πράξεις μας γυρεύουνε άφεση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό είν’ όνομα καλό για την αγάπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσοι δεν είναι γύρω μου είναι μέσα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εγώ έχω το κουράγιο να τους βρω».</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι γράφει το χαρτί που μας άφησε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βέβαια, δεν πήρε το πενάκι του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα λυπημένα του ορθογραφικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα ό,τι είναι ορθό έναν ολόκληρο χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ζωή και θάνατος μεταμορφώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τα μάτια που πετάει μια κλάρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν το μπόλι, που μόλις πάει να δέσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Επάνω στη σωστή χαρακιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά και πάλι θα μας γράφει. Θα μας γράφει&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις νέες ποικιλίες υακίνθων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια πιο εγκάρδια βλάστηση αρωμάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα υβρίδια των πηγών, τα πέτρινα πέταλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιας εξαιρετικής διπτέρου ανεμώνης</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πώς, με άπραγα τα χέρια πια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνος ο νους καλλιεργεί και συλλέγει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άκαρπο μόχθο, τρυφερότατο βλαστό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Την απορία, τη θλίψη, την ευθύνη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΑΦΟΣΙΩΣΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο στρατιώτης πήγαινε μπροστά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφύριζε με χάλκινους πνεύμονες</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως είναι η ανελέητη εκδίκηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πιο σοφή, η πιο παρθένα Δικαιοσύνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ουρανό μαστίγωνε η παντιέρα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Και χιόνι έπεφτε καινούριο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη γούβα που άνοιγε το πάτημά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Χιόνι δεν τόλμαγε να τη σκεπάσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Μοίρα του βάδιζε πίσω του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δούλα, που έχουν αχρηστέψει τα γεράματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ρούχα της κουρέλια, κεφαλή σκυφτή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη θέλησή του τέλεια υποταγμένη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλη τη μέρα ανέβαινε, ώσπου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατάμαυρο, κρουστό μεταξωτό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τεντωμένο απ’ άκρη σ’ άκρη του ορίζοντα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκίστηκε ξάφνου από εκατομμύρια άστρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χέρια πατέρα τού άπλωσαν τα γέρικα έλατα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με σεμνό πόθο τον ετύλιξε η σελήνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όχι, δεν βρήκε το θάνατο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι, δεν τον χτύπησαν κατάστηθα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε χωσιά, ούτε ενέδρα, ούτε ατύχημα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποντικοί, κάτι χοντροί αρουραίοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Είχαν εχθρούς και φίλους αφανίσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Είχαν ρημάξει τα σπαρτά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τύφλα, στουπί, κάθε βράδυ τον μαζεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">Η δούλα του από τα σοκάκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρίζουν τα γέρικά της κόκαλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως να τον βάλει στο κρεβάτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν αποκοιμηθεί, του βρέχει το κεφάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κούτσα κούτσα τού φέρνει γιατρικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Βαρύ είναι, γιε μου, το κεφάλι σου στα πόδια μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαρύτερο είν’ έξω το φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρεκλίζει πάνω στην ταράτσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρομάζει το γάτο και τα πουλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γείρε. Ησύχασε. Καλά το ξέρω</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρεις μέρες μόνο μένεις κάτω, στα σκοτάδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρεις μέρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα περάσουν πια».</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΒΑΡΚΑΡΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η βάρκα του περίμενε δεμένη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μύριζε κερί και σάπια φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μια πανάρχαιη λακκούβα φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά τόση οδοιπορία κουρασμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθισε λίγο, έβαλε τα πόδια του</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο υποταγμένο ποτάμι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναρίθμητες φυλές ψυχών ακολουθούσαμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οσμή σπηλαίου μούσκευε τα ρούχα μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα άναβε ακόμη ο φώσφορος των ματιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι’ αυτά που δεν θα ξαναβλέπαμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια πάπια αδιάφορη, που αγρυπνούσε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκατομμύρια αεικίνητα έντομα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια κλωστή από ασήμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Γύρω από το παρατημένο ψαροκάλυβο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα, όλοι μπήκαμε στη βάρκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να μη χτύπαγε τον ποταμό κουπί&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να κυλούσε μαύρο μέλι&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις μακρινές πατημασιές μας στην όχθη</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια μια τις άσπριζε το φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το στήθος βαρύ από αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο ο βαρκάρης τραγουδούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο παρήγορα, τόσο γλυκά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που πια δεν κοιτάζαμε πίσω. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα δεν θέλω να ταράξω άλλο τον ύπνο σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο, όταν έρχεσαι εκεί που κοιμάμαι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θέλω πια τ’ αγαπημένα σου δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα το τραγούδι αυτό του βαρκάρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκύβω στ’ αυτί να σου το μάθω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μυρίζω πάλι τα μαύρα σου μαλλιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα πρώτα φύκια της αυγής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πρώτο λυχνάρι ενός χαμόγελου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα πρώτα θρύψαλα ενός κύκνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά όχι. Είναι τα βήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Της χτεσινής βροχής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η επιφύλαξη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενός φίλου που άλλαξε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια υγρή κορδέλα, κλεισμένο στο φάκελο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η απορία</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιας χούφτας γεμάτης νερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα πιο πολύ</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι αυτός ο κρόταφος</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η κλίση του λαιμού</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά τα πλήκτρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι το δίχτυ από βλέμματα ομίχλης</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο τέλος μιας μεγάλης ημέρας</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπροστά σε φρούτα φρεσκοκομμένα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε μια μικρή κούπα γάλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είν&#8217; ο κρυφός περίπατος της σκέψης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η φλαμουριά, το κιγκλίδωμα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αθεράπευτη χηρεία της καρδιάς.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Έζησα χρόνους στη στεριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καιρός να γυρίσω στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ούτε έχω πια να φοβηθώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια γριά φουρτούνα σαν τη μάνα μου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά η μάνα σου ήταν έλατο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ένα βουνό επάνω στ’ άλλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φορτίο του χιονιού ανασήκωνε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκρυβε το ζεστό χυλό στα κόκαλά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν ξεσπούσαν στον καιρό τους τα νερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Με ρίζες άσειστες κρατούσε στεγνά</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπίτι λαγού, φαμίλια της χελώνας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπου και να γυρίσεις, όπου και να πας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η μάνα σου δεν είναι φουρτούνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα η στεριανή, γεμάτη χνούδι υγρό, ζεστή σελήνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που σ’ έχει στην αθανασία ταμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ξενυχτάει και σε μελετά. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κλείνουν στο κιόσκι τα φανάρια τα βιβλία τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς το σπίτι κατεβαίνει στα βαθιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μυρωδιά ψωμιού που σβήνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Απλώνεται το γεναριάτικο φεγγάρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άραγε ακόμη ο κρεμασμένος είναι μόνος του&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ ακούστηκε το σπρώξιμο του σκαμνιού&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Να έλειψε η βραδινή του καληνύχτα&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αθόρυβα, με πόδι πελεκάνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στην άμμο που μισοκοιμάται</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτάνει το πλήρωμα των ημερών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περνούν τα ψαροκάικα γεμάτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ζούνε πια αλλά κρίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ουρανός και η γη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ Σ’ ΕΝΑ ΝΥΧΤΕΡΙ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">II</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Βροχή ερχόταν: ο άπαυτος μουγγός της βρυχηθμός</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζευότανε πίσω απ’ τα κοπάδια. Αφήσαμε το</span><br />
<span style="color: #000000;">άρρωστο κορίτσι καταγής κι ύστερα κάτσαμε κατάκοποι</span><br />
<span style="color: #000000;">στο χώμα. Καθώς τα ζώα σκορπίζονταν τριγύρω</span><br />
<span style="color: #000000;">μας, τ’ απορημένα τους μουγκανητά διώχναν τις σαύρες,</span><br />
<span style="color: #000000;">που έπλεναν στην αστραπή την ουρά τους: καθώς</span><br />
<span style="color: #000000;">χωνόντουσαν στις πέτρες, στάζανε πίσω τους τα ξέφτια</span><br />
<span style="color: #000000;">μιας ακατανόητης οργής. Βραδυκίνητο σαν αρκούδα</span><br />
<span style="color: #000000;">στο χιόνι πατούσε λόφο λόφο το φεγγάρι κι η</span><br />
<span style="color: #000000;">φουσκωμένη του κοιλιά, που κοπανιότανε εδώ κι εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">στα ερημοκλήσια, έσκασε τέλος σε δριμύ αγιάζι, λίγο</span><br />
<span style="color: #000000;">πριν έρθει το πολύ νερό και δέματα, κιβώτια, σάκοι</span><br />
<span style="color: #000000;">συρθούνε μες στη λασπουριά. Άχρηστοι από τον</span><br />
<span style="color: #000000;">πυρετό και την ανία ακούγαμε να πλατσουρίζει εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω κάτι που αναίτια είχε επινοηθεί και υπάρξει,</span><br />
<span style="color: #000000;">δέντρο ή άνθρωπος ή ερπετό. Η αρκούδα του χιονιού</span><br />
<span style="color: #000000;">μετάλλαζε σιγά σιγά σε μέγα πρόσωπο γυναίκας, που</span><br />
<span style="color: #000000;">όλο έσφιγγε στο στόμα το μαντίλι της κι όλο κουνούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">το κεφάλι. Τέλος σκύβει και με μπράτσα γερά σηκώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">το κορίτσι από το χώμα, διώχνει τις μύγες από</span><br />
<span style="color: #000000;">το πρόσωπό του και μπαίνει στο καμένο σπίτι, εκεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">περνώντας με γαλήνια προσοχή πάνω από τα</span><br />
<span style="color: #000000;">γκρεμισμένα ντουβάρια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΞΑΝΑΓΚΑΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το σώμα αρφανό από νου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άκαμπτο πάνω στ τραπέζι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι λίγες ώρες ακόμη φυλάσσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Σεβάσμια σκεπασμένο με σεντόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ευπρέπεια το απόρρητου βίου του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου και η τελευταία αυτή σεμνότητα αποσπάται</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σταθερό ανασύρει το νυστέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Του κάθε πόνου το απολίθωμα στο φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα ἡ ψυχή, που γύρω εκεί πετάει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλαίει τον άλλον εξευτελισμό, όταν σύρθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Να πρωτοκατοικήσει μες στο σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γύρω κλάματα χαράς και θεία πρόσωπα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που έπρεπε ν’ αγαπηθούν προτού πεθάνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον εξευτελισμό ν’ ανοίγεις το παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ ένα ακατοίκητο πια σπίτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ύστερα, όταν σύρθηκε από το σακάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπρος στον ανακριτή και το δακτυλογράφο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν, με το καπέλο χαμηλά στα μάτια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σύρθηκε στις ουρές για το επίδομα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αχ, αδύναμο, αδύναμο σώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Επάνω στο βουνό φυτρωμένο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτύπα τον με τις ματωμένες σου γροθιές, σπρώξ’ τον πέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτόν τον άθλιο ουρανό.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μες στα βαρύτιμα του ρούχα, ισχνός. Υπέργηρος</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα δάχτυλά του, φορτωμένα δαχτυλίδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην πολυθρόνα του ακουμπούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει τ’ αγριοπούλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκοντάφτοντας στα λαβωμένα του φτερά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου δύο χούφτες μουσκεμένα πούπουλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Να σκεπάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Κούφια, μικρά, λεπτοκέλυφα κόκαλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πες μου, τώρα, εσύ, κεφαλάκι του κρόκου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Καρδιά της βιολέτας, χέρια και πόδια του άνηθου</span><br />
<span style="color: #000000;">Φουντωμένα μαλλιά του ανθισμένου αγκαθιού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πες μου εσύ, καρπερή οικογένεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Του αραπόσιτου και του ρυζιού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ύπαρξή μου ακολουθώ ή το Νόμο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το στήθος μου ή τον κρύο βοριά&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοντά στη σκάρα του ατμού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με του αδελφού του το παλτό σκεπασμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξεκουράζεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιμένει το επόμενο φανάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίμια κερδίζει έτσι και ψωμί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυναικείο μαντίλι για το κρύο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόλις θυμάται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενός ανίκητου στρατηλάτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καμία φορά πιο εγκάρδια</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΙΤΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Την τροφή σου, την τροφή σου πού τη σέρνεις;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ μπορείς να ταφείς εδώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τις ανόητες τιμές των οικείων σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να ’σουν σ’ οτιδήποτε χρήσιμος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα η τροφή σου, α, η τροφή θα μείνει άταφη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τόση τροφή χώρος δεν υπάρχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άρτων βουνά, εξωτικοί καρποί, γλυκίσματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μείνουν στα σκυλιά και στα ποντίκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να δούμε τώρα πώς θ’ αντέξει η ψυχή σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ατροφική και αποστεωμένη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξόριστου μακρά οδοιπορία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτεργο πείνας, βούρδουλα λιμού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού θα ’βρεις, να γλυκάνεις τα χείλη σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψίχουλο που ούτε το πουλί χορταίνει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗ ΣΚΙΑ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">I</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατέβαινε πέτρα την πέτρα απ’ το ποτάμι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίγο στεκότανε ν’ αναπαυτεί στις όχθες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πάλι έπαιρνε το υγρό του μονοπάτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσο κι αν θες να θυμηθείς, δεν θα φτάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ ως εδώ. Όσο κι αν σκύψεις στα χαρτιά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν σε τυλίξει μυρωδιά από ρούχο γνώριμο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βήματά του δεν θ’ ακούσεις πια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλού περνά. Πλάι στα φλύαρα καλάμια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανάμεσα απ’ τις ξαφνιασμένες πέστροφες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τα βλέμματα των πουλιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Που πάνε κι έρχονται για τα μικρά τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ μια μόλις τραβηγμένη κουρτίνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα σπίρτα, το κερί, το κηροπήγιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα όσα τίποτε δεν υποδέχονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όμως πανέτοιμα περιμένουν. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗ ΣΚΙΑ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">II</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια πολυθρόνα σκεπασμένη με κουβέρτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σταχτοδοχεία γεμάτα, άπλυτα ποτήρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έζησε εδώ; Είδε το κεφαλάκι μιας κυρίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Γερμένο με χάρη στον ώμο του;</span><br />
<span style="color: #000000;">Συνομίλησε με τη γαλάζια ψυχή της;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φυσάει. Τα δέντρα δέρνονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω στο μόλο δεμένα τα καράβια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιον είδανε, λοιπόν, οι τοίχοι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος σήκωσε τους ώμους μπρος απ’ το παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στάθηκε να δει την προκυμαία;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μ’ αδέξιο βλέμμα και θνητό χαμόγελο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα βρεγμένα ρούχα του στο χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Στέκει εκεί, στο βάθος, ώρες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να ’ρχεται πρώτη φορά στη ζωή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως πολλές φορές</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέτοιο κορμί ξανάχτισε απ’ το τίποτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φέγγει τώρα απτό και θελημένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν διπλή αγκαλιά τριαντάφυλλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα εγώ δεν μπορώ πια να πεθάνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκέπασαν τα μαλλιά τους ώμους μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκέπασε ο πάγος τα νερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάτω ο χρυσός των ρευμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπρώχνει τα ξύλα απ’ τα καράβια</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαθιά, στην αδιατάρακτη νεότητα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου και η χαρά και η θλίψη οδηγούνε.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όλη τούτη την ατέλειωτη άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ακούς τη βοή της χλόης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που όλο κυλάει στην πλαγιά και ξετυλίγει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ρείκια, τα νερά, τα βελάσματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λεία και δροσερή περνά σαν φόρεμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω απ’ το σώμα μιας μικρής κοπέλας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ώρα που τραβάει ο κατάδικος</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη μαχαιριά στο λαιμό της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αίμα κυλάει ως το καλοκαίρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψοφάνε από το θειάφι του τα χόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σέρνει εδώ κι εκεί ξέφτια απ’ το ρούχο της</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας απαρηγόρητος ήλιος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα όταν οι πρώτες βροχές</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ αρχίσουνε το σάρωμα των φύλλων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν δέσουν σταφύλια και κάστανα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν, φτυαριές φτυαριές, ο χειμώνας</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκεπάσει ως και στη φωλιά τους τ’ αετόπουλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κουκουλωμένη κάτω από το χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάλι βαριά θ’ αναστενάζει η χλόη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για ένα πέρασμα με πόνο θερμό</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω από τ’ απαλά της στήθη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για ένα τύλιγμα γύρω απ’ τη μέση της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για μια λιγόζωη χλιδή.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΟΡΙΝΘΙΑ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ι</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Απλώθηκε το μεσημέρι του Νοέμβρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Επάνω στα φρεσκοπλυμένα λεμονόδεντρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο γάτος, δεινά μουσκεμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τινάχτηκε με ρίγος και βάλθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Να λιάζεται σε μια προσήλια πέτρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άμεμπτα είναι τα έργα του Θεού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιγοτραγούδαγε ο καπνός από τις στέγες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΛΙΓΟ, ΤΟΣΟ ΛΙΓΟ ΦΩΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στα κράσπεδα μιας γυάλινης εκκλησίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκόρπιο λιβάνι της λύπης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φλόγα τρέμουσα της χαράς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψωμάκι με το σταυρό του θανάτου μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαθιά ρυτίδα μιας λίμνης από σμάλτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν απ’ το καμπαναριό κυλάνε τ’ άγρια ρόδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως τη χελιδονοφωλιά του αντικρινού του μπαλκονιού,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με κουρασμένα βήματα παίρνει το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;">0 γέρικος ψαλμός κι ο ψυχογιός του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα λυπητερό τραγουδάκι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τα μεγάλα μαύρα μάτια του Χριστού.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ω, ΠΟΛΗ&#8230;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μια αρχαιότατη έκδοση του Ομήρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χάδι ενός Σλάβου πρίγκιπα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα ασημένιο κουταλάκι άπραγο</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλάι σε φίνα πορσελάνη</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αυτός ο αργός ρυθμός να σέρνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα βήματά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Από το υπνοδωμάτιο στο γραφείο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά έχουν μείνει από εκείνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τη διδασκάλισσα, την κόρη διδασκάλων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκ Κωνσταντινουπόλεως. Και βεβαίως</span><br />
<span style="color: #000000;">Η εύνοια των θλιμμένων, που τη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Γλιστρούν στο ταπεινό της κατάλυμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τη θερμή, ψιθυριστή διαβεβαίωση</span><br />
<span style="color: #000000;">Ότι μπορεί, απ’ το μετέωρο παλάτι τους,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βλέπει, ως να σβήσουν τ’ άστρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανατολή και δειλινό στον Κεράτιο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Τ’ ΑΣΤΡΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο τίμιος άνθρωπος πεθαίνει στο χώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μάγουλό του πάνω στα λουλούδια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια χούφτα χιόνι μες στις τσέπες του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είδες ποτέ πώς ανοίγει τα βλέφαρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Έν’ αστροφώτιστο μεσονύχτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μαξιλάρι επάνω ενός βουνού</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπαρμένου ως την κορυφή του;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είδες πώς ανηφορίζει στις βραγιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο μαύρος όγκος της σοδειάς που ετοιμάζεται;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς ζουν στα σκοτεινά χαμόκλαδα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μάτια του πετρίτη;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι πορεύεται όσο ζει ο τίμιος άνθρωπος</span><br />
<span style="color: #000000;">Και βρίσκεις σπίτι του ένα σπίτι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο κασελάκι του κοπίδι και σφυρί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρωί αλλάζει με υπομονή τον επίδεσμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και νύχτα βγάζει με προφύλαξη</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ το υπόγειο το βαρυποινίτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την αγελάδα ξεγεννά, κηδεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον γκρίζο γάτο, μόνο του συγκάτοικο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσο γερνάει, τόσο πιο σκληρά εργάζεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς τσουγκρίζει το ποτήρι στην καράφα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο βροχερό, κυριακάτικο τραπέζι του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανησυχεί, που πίσω του θ’ αφήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόπους που κανείς δεν θ’ αναλάβει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρει τι θάνατος τον περιμένει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν ανάβουνε τα φώτα του δρόμου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον βλέπει πάντα εκεί, στην κολόνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωμένον στο πηλήκιο και τη χλαίνη του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλ’ όταν του χτυπά την πόρτα, δεν ανοίγει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θροΐζοντας σαν τον αυλό της κρύας χλόης</span><br />
<span style="color: #000000;">Σηκώνεται από τη γη ο τίμιος άνθρωπος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δίχως βιάση καθετί συγυρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μ’ ένα σήκωμα των ώμων φεύγει μόνος</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τ’ οργωμένο, το κατάφυτο βουνό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα μπαίνει η χωροφυλακή στο σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και, τι παράξενο, και δίχως νοικοκύρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Γεμίζει μόνο του με κρασί το ποτήρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα φανάρι κάτω στο υπόγειο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο ζώο που κοιλοπονά παραστέκεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ασύλληπτο ανηφορίζει στις βραγιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μεσονύχτι.</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Η προσευχή του αναιδούς (1991)</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Ι ΟΡΥΧΕΙΟ</span></strong></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΦΙΛΟΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ αρχίζει το ταξίδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τούτες τις πλαγιές που ανασαίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς ψυχή. Απ’ αυτά τα δέντρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που μου τα χουν όλα από καιρό συγχωρέσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άλλο δεν ακούνε παρά</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πέρασμα του νερού στο φαράγγι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα πάω. Έχω τη μάταιη χάρη</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως άκουσα το λόγο του Θεού:</span><br />
<span style="color: #000000;">Περπατούσε ακόμη στα κύματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκλαιγε, ώσπου τα νερά ανεβήκαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν τραβήχτηκαν, δε βρήκα</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά τα πούπουλα από τα φτερά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ αρχίζει η φιλική αιωνιότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου κάθε στεναγμός εκπληρώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου το αίμα χαμογελά πικραμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάθε στέρηση σωπαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το πουλί στο κλουβί θυμάται</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια καστανιά με ρίζες στο ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέχρι τις πρώτες μακρινές τουφεκιές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν αγάπησα, κι αν δεν είχα</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού ν’ ακουμπήσω δίκαια τη ζωή μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η φυλή μου έχει ευγένεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει η καταγωγή μου χρυσό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ακούσω τώρα από κοντά το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους οκνηρούς καπνούς των πλοίων</span><br />
<span style="color: #000000;">Που εκεί αράζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φοβάται</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτός που έχει λουλούδια στο στήθος</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνος με τ’ άσπρα μάγουλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά εσείς, ακριβοί μου φίλοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κόμποι του χορταριού, μαργαριταρένιοι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που θέλησα σώμα σας και ψυχή σας</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στη δούλεψή σας έκλαψα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού θα ’στε σεις σ’ αυτήν την τιμωρία</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ’ αυτήν τη γαλήνια βία</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου δεν έχουν φίλους τα βουνά&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τη ροδακινιά καθόταν ένας</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ήθελε ν’ αγαπήσει ξανά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να του πάμε ένα πανέρι με κλωσόπουλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να του πάμε το πληγωμένο κουνέλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με το χέρι μας μέσα στα μαλλιά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Να του πούμε τις συμβουλές της αγάπης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη νύχτα να ’σαι ανήσυχος για κείνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κρατάς στο προσκέφαλό της</span><br />
<span style="color: #000000;">Την κουδουνίστρα των στεναγμών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε μέρα να λιώνεις για χάρη της</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρία ζευγάρια σιδεροπάπουτσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι θέλει να μην της δώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">—Εσύ δεν είσαι φτωχός, μα πλούσιος—</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά, όσα δε βάζει ο νους της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πάλι εσύ να χρωστάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Ως το θάνατο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν ποτέ δεν έρθει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε να βάλεις τα καλά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τότε ρίξε στραβά το καπέλο σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έλα εδώ, στην αμμουδιά, το βραδάκι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να βλέπουμε όλη νύχτα από πάνω μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βασιλικό φεγγάρι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ακούγονται τα βήματά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φάνηκε η μαύρη μου βαλίτσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δυνάμωσε η οσμή της γης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη λάσπη πάω μ’ ένα στεφάνι στα μαλλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τα ωραία λουλούδια της χώρας μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος δε με γνώρισε, συμπατριώτες;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος κρύβεται πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος πιάνει τάχα βιαστική δουλειά;</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ είμαι. Χειμώνιασε κι έρχομαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωραία, θα περπατήσω μόνος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν είχε η αγάπη φως, δε θα τρέματε</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ζείτε μέσα στην ντροπή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν ξέρατε ο ένας τον άλλον,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ’χαν οι πόθοι μας αξίωση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε καλό μάς είναι ξένο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωμένοι ως τ’ άστρα μες στα γηρατειά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθομαι σκεφτικός στην πλατεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλέπω το παρατημένο ποδήλατο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ έπρεπε να ’χει ένα δέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γύρω άλλα, μικρότερα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πόδι μου μισό στα νερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πανωφόρι μου κουδουνίζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα εσείς φοβάστε το Θεό</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σέβεστε τους υπουργούς του. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλα, καρδιά μου, να προσευχηθούμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού; Στο ζεστό μας κορμί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν κουράστηκε, δεν είπε φτάνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έρχεται μπόρα. Τα πουλιά ταράζονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι κρωξιές τους μυρίζουν νερό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ’χα μια θέση μες στο σπίτι σας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μάτια μου κλαίνε για σας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περνάν τα φύλλα, τα τρελά κοπάδια τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω μένουν τα κλαριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κάθε ορατό σιγοφέγγει</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στην κρυφή του χρήση ακέραιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στον προορισμό του φιλικό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια πόρτα θα μ’ αφήσει απ’ έξω,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιο παιδί δε θα τρέξει στα πόδια μου&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ θα πω: αυτά είναι τα βουνά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά τα σπίτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί κάτω φουσκώνει η. θάλασσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος φθονεί το θερμό αεράκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που μέσα μας μπαινοβγαίνει για να μιλούμε;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήρθα να μείνω. Σφίγγομαι στο ρούχο μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λοιπόν, ας με δεξιωθεί το χιόνι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΝ ΤΗ ΝΙΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Για τα κορίτσια που αγαπούν τη νίκη</span><br />
<span style="color: #000000;">Ασώπαστο κωδωνοστάσιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βιολέτες ναι, βιολέτες όχι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχουν μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θαρρείς πως έχουν, μα δεν έχουν, σώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι πυργοδέσποινες των απορρήτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλα γι’ αυτές να πούμε, τριζόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσύ σοφή γιαγιά κουκουβάγια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσύ τριφύλλι κι εσύ ασπραγκάθι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εσύ απαρηγόρητο εκκλησάκι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανάμεσά μας αλλά πιο ψηλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόλις που αγγίζουμε το φόρεμά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Νιώθω μια δύναμη να φεύγει από μένα»,</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει μαζί τους η βελανιδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρομάζει η πηγαδίσια αράχνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κείνες πάντα για τη νίκη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολύ νεαρές, πολύ θλιμμένες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενάρετες ποτέ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγνές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι ποδαράκι στο γυαλί&#8230; </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι μακρινή βρυσομάνα&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψύχρα ιερού μεσονυκτίου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπερουράνια χλαλοή.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΑ ΞΕΝΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί, στο δάσος με τα κυπαρίσσια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Είν’ ένα μυστικό βενζινάδικο</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου άγρυπνά ο χοντρός με το σκύλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν περνούν από κει μεγάλοι δρόμοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχα λύκοι νηστικοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μερικοί νυχτερινοί φορτηγατζήδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα σπασμένα τζάμια στο κούτελο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέρα, στην έρημη λεωφόρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γυρνούν οι ρόδες στον αέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Βαρύ τραγούδι των τροχών</span><br />
<span style="color: #000000;">Για κείνον που αδιάφορος κοιμάται</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μάτια ορθάνοιχτα στο κρύο</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τη βροχή που ξέσπασε κουφός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, μακρινά βουνά του πόνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου γεννήθηκαν και ζήσαν οι οδηγοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάτι απόχτησαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλοτε σαν εργατικά μυρμήγκια</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι άλλοτε με την μπίρα και τα χαρτιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας λιγότερος απόψε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέφτει η δροσιά της νύχτας</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μοναχής γυναίκας νυχτικιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας λιγότερος. Κανείς ως το πρωί δε θα το μάθει</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξόν από το νυσταλέο σκύλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που υποδέχεται τον αθόρυβο ίσκιο τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ’ αθάνατά τους φορτηγά τ’ αφήνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρώτη φορά για μια μικρή πεταλούδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μες στη μυρωδιά της βενζίνας</span><br />
<span style="color: #000000;">Αχούνε που γλιστρούν κυπαρισσόμηλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο γέρος δεν κουνιέται από τη θέση του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέχειλος μες στην πέτρινή του πολυθρόνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Εισπράττει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απόψε να κουρνιάσει η χελώνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έντομο μην ανάψει κάτω απ’ τ’ άστρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί είναι κάτι σπίτια που περιμένουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Στου φεγγαριού το αραιό λιβάνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εκείνος που μετρούσε την αϋπνία τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε θα ξανάρθει πια από το πρατήριο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα χαϊδεύει μια γριά αλεπού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλάει τη γλώσσα του γκιώνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πλένε το δρόμο, βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΛΕΥΤΗ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΔΟΥΛΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ηγέτης δε φορεί τα καλά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα καλά φορούν τον ηγέτη τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο δούλος φορεί τα καλά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα καλά τον δείχνουνε πιο δούλο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ηγέτης είν&#8217; αφεντικό και δούλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δούλος του Αφεντικού κι αφεντικό των δούλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο δούλος είναι πάντα δούλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μόνο τύραννος στον άλλο δούλο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια μέρα ο δούλος βάδιζε σ’ ένα χωράφι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είδε στο βάθος ένα σπίτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα παράθυρά του λάμπαν σαν νερό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έφεγγε η στέγη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα πουλί τού είπε: Μην πας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έν’ άλλο: Πήγαινε, τρέχα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τρίτο έπαιζε με τα μικρά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα χαμηλά κλαριά, στα λουλούδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι είπε ο δούλος: «Θα ’χουμε άνοιξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ’χει γεμίσει το ποτάμι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δουλειές που θα ’χουνε σ’ αυτό το σπίτι&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετέωρο αυλάκι η σκόνη του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μπαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μια κοπέλα με τα πόδια γυμνά</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ανεβοκατεβαίνει συνεχώς τις σκάλες».</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοίταξε τότε κι είδε τα ρούχα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος δουλευτής φοράει τέτοια ρούχα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Η κερασιά φοράει τα κεράσια της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πλαγιά τα μυστικά της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα σύννεφο το υγρό του χνούδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Ούτε το δέρμα σου δε φοράς, φουκαρά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε ενός πουλιού το φτέρωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε μιας ακρογιαλιάς τις άσπρες πέτρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ρούχα φοράς. Τα καλά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και φυσάει το μαρτιάτικο αεράκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ κι εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιγοπετάει η τελευταία υγρασία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ξύλα, που ’ναι για να μαζευτούνε πια, στεγνώνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κουδουνίζουνε στη μέση της κοπέλας</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλήθος τα κλειδιά της αποθήκης,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυδώνια, μήλα, καπνιστά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος δουλευτής φοράει τέτοια ρούχα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλο δέντρο δεν υπάρχει στο χωράφι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλο δε θα μου μιλήσει πουλί».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σπίτι, που λάμπουν τα παράθυρά σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Φέγγε του δουλευτή να βαδίζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Φέγγε του δέντρου να μην κοιμηθεί.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΦΩΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έχασε εκείνον που αγαπούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή δεν τον γνώρισε ποτέ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όμως. Τι λαμπερή γυναίκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στο κλειστό το φόρεμά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μες στη χλόη κολυμπά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν σερβίρει τσάι με κανέλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλους μάς δένει μια βουβή αναπνοή</span><br />
<span style="color: #000000;">Από χαρούμενο κρεβάτι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παιδιά δεν της άφησε ο χρόνος</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή δεν απόχτησε ποτέ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όμως. Τι τρυφερή μητέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν φεύγουμε, διορθώνει το κασκόλ μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν περιμένει να γυρίσουμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν αργήσουμε, δε μας μαλώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόνους συχνά ζητούμε ξεχασμένους</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να γείρουμε λίγο στα πόδια της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρότι φύγαμε και μίλια μακριά της,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε χάσαμε ποτέ τα χνάρια της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το αργό, λυπημένο της βάδισμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Περπατάει με διάκριση μέσα μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μια σκιά πάνω στον τοίχο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλοι ανταμώνουν νευρικά κορίτσια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και δείχνουνε υπομονή,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί θυμούνται που Εκείνη κάποτε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους είχε προσεχτικά σκουπίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Το λίγο αίμα μιας ιδιοτροπίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλοι γερνούν στο τραπουλόχαρτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αίφνης, τους πνίγει τ’ άρωμά της και σηκώνονται-</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέρα τραβούν, στο βραδινόν αέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μόνοι ως το πρωί σ’ ένα παγκάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνουν να βρουν αν θα τους έδινε συγχώρεση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποια, μέσα απ’ τα φιλιά της, συμβουλή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι τρυφερή, τι λαμπερή γυναίκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχα, να, δε μας κοιτούν πάντα τα μάτια της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μας βλέπουν, ναι. Και, πιο συχνά, προβλέπουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως επίμονα τα βρέχει μια υγρασία</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλου θεάματος, φριχτού ή ωραίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα, πότε πότε σηκώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Δίχως καν μια ευγενική καληνύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και κάπου κρύβεται, ποιος ξέρει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν άγριο πουλί μες στα φτερά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να είναι τάχα αυτά μηνύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιου οριστικού χωρισμού</span><br />
<span style="color: #000000;">(Πώς θα μπορούσε ποτέ να μας αφήσει;)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή κάποια λογική φειδώ στην καλοσύνη&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως και να ναι, όταν έρχεται η άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι οι αόρατες ανθίζουν κερασιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλα χαρούμενα επιστρέφουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς λόγο και χωρίς τέλος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνη είναι πάντα εδώ, κοντά μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Βουνό μεγάλο που άγρυπνά κατάφυτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Απ’ τις πηγές του ως κάτω πια, τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπου αποθέτει κάθε του κλαράκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σμίγει με τ’ αρχαία νερά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΠΟΙΚΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνος ο δύσμοιρος άνθρωπος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που βαδίζει με τον μπόγο στην πλάτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρόνια τώρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει ακόμα δύναμη. Το λέει η καρδιά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι ώμοι, βέβαια, έχουν πια κυρτώσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέσαν, αραίωσαν τα μαλλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τραυλίζει αντί να μιλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα ρούχα του άλλαξαν πολλές φορές επάνω του</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως το δέρμα του φιδιού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνάει από χωριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψυχές ντυμένες τ’ αλλοκαιρινά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Τριγυρνούν εκεί εργαζόμενες</span><br />
<span style="color: #000000;">Έναν άκαρπο μόχθο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνά από πόλεις. Μες στο βρώμικο θόρυβο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόλις που οσφραίνονται τη φτώχεια του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόλις που ακούν το πέρασμά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν νόμισμα παλιό που ζυγίζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όλο ζυγίζεται απ’ το χρυσοχόο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν ένα μικρό ξάφνιασμα (αυτό φτάνει)</span><br />
<span style="color: #000000;">Από γεροντική, ενός πατέρα ίσως, κατάρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άδικη. Που είχαν φοβηθεί. Κι είχαν ξεχάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολλές φορές έχει σταθεί μπρος στη θάλασσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέγοντας: «Θα περάσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Πατώντας πάνω. Με φτερά».</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα μένει στους ίσκιους μέσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δένει το ξεσκισμένο του φλάμπουρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο καλάμι του για δισάκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δύσμοιρος, δύσμοιρος άνθρωπος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς φίλους, χωρίς απογόνους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στο ξεπατωμένο του καπέλο</span><br />
<span style="color: #000000;">Συχνά φωλιάζει —τι άλλο— η ξιπασιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την άπατη γεμίζοντας κοιλιά του εδώ κι εκεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ούτε υπόληψη θυμάται πια, ούτε αισχύνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σώμα και νου παραδίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην κούραση, στην οργή, στο χρήμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά του σκάβουνε το πρόσωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο νωθρό τον κάνουν, τόσο γέρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κι οι άσαρκες πνοές των ξωτικών</span><br />
<span style="color: #000000;">Να παρασέρνουνε τη θέλησή του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να του σκορπούν τα λίγα υπάρχοντα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γελοία να τον κάνουνε να τρέχει</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω από κείνο το καπέλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αλίμονο. Στη μαύρη νύχτα μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμάται που ήτανε συμπατριώτης</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενός γερακιού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ενός αγγέλου το παιδί στην αγκαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως βάδισε από τη Σμύρνη στην Αθήνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως χώθηκε ως τη μέση στο χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως κρύφτηκε στα ρουμάνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως σκότωσε με το μαχαίρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πως σπιτώθηκε όπως όπως</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά. Αυτός. Ένα γεράκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα βαδίζει με τον κουρελομπόγο του</span><br />
<span style="color: #000000;">Σχεδόν τυφλός. Σχεδόν χορτάτος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στ’ αντικρινά βουνά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια τόση δα γραμμούλα φως, νομίζει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή, μοναχά, ένα κοινό ξημέρωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως και να ’ναι, έχει ακόμη δύναμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το λέει, το λέει η καρδιά του.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΟΝΑΤΙΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΟΠΑΛΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ ένα μαγαζί κλειστό, φωτισμένο άτονα πίσω από</span><br />
<span style="color: #000000;">τα βαριά ρολά του, το πανωφόρι μιας μικρής υπαλλήλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στην τσέπη της το πορτοφόλι και κει η</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτογραφία της στα χιόνια με το χοντρό σκουφί της</span><br />
<span style="color: #000000;">εκδρομής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα τώρα, νύχτα εσύ, και σύρε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα γκρίζα σύννεφα στο ταβάνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψιλό ψιλό το χιόνι, αφράτο ύστερα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άρχισε να το στρώνεις στα υφάσματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κουκουλώνεις ένα ένα τα τόπια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Ν’ απλώνεις σε πάγκους και βιτρίνες</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις κρύες τούφες της αδιάκοπης σιωπής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ναι, θα κατέβουμε ως το θάνατο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς σκύβεις πάνω απ’ το πηγάδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ακούσουμε το νυχτοπούλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κράζει, αραιά και πού, αμετάπειστο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ταίρι του μες στα βουνά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα, μες στο γενναριάτικο φεγγάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ’ αυτόν το χιονισμένο λόφο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ’ρθει η κοπέλα για το μεροκάματο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρέμοντας σαν από το φως μιας πορσελάνης</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ονειρεύτηκε. Σαν από το φλοιό ενός</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανεκτίμητου βλέμματος αγάπης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΧΟΣ ΜΙΚΡΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ονειρεύτηκα μια βαρκούλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω της έτρεχε ο σκύλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έξω τα δίχτυα μπάλωνε</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φεγγάρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο φάρο κατοικούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχη της η ψυχή του φύλακα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κουβάλαγε ένα βαζάκι μέλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνοντας πού να τ’ απιθώσει, χωρίς</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ταράξει τον ύπνο μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλα, καλέ μου φίλε, να το πούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό το σονέτο για νυχτοπούλια</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάνω στο ίδιο μαξιλάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξημερώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κόσμος που θέλησε ο Θεός</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα δει ξανά το φως χωρίς λόγο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο κρύωνα, να μην κρυώνω</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι τάχα ασυγχώρητη έπαρση;</span></p>
<h3 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΑΙΔΟΥΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">(Απόσπασμα)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνθρωποι του Θεού, ψίχουλα του Διαβόλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά το χιόνι κατεβαίνουν τα σπουργίτια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και χορταίνουνε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην πλαγιά ενός ψηλού βουνού, πάντα πνιγμένου</span><br />
<span style="color: #000000;">στις ομίχλες, ανέβαινε σιγά σιγά ένας γεροντάκος κι</span><br />
<span style="color: #000000;">ο σκύλος του μαζί, μια μπρος, μια πίσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη σκάλα ενός παλιού σπιτιού ανέβαινε σιγά σιγά</span><br />
<span style="color: #000000;">μια πλύστρα με τους μπόγους της δεξιά κι αριστερά</span><br />
<span style="color: #000000;">και στον καθένα πάνω το σαπούνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μπαλκονάκι της Ιουλιέτας ανέβαινε σιγά σιγά</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας φαντάρος με τα κορδόνια στ’ άρβυλα λυτά και</span><br />
<span style="color: #000000;">φυλλαράκια στο γιακά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριε, αν ήταν να προσευχηθώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ ανέβαινα ως την αυλή σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρατώντας τον στην αγκαλιά μου ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνον που είχα αγαπήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βάρος δε θα ’τανε τ’ ωραίο σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά ο σωπασμένος νους, ύπνος μιας βρύσης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριε, αν ήταν να προσευχηθώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ζήταγα να μην ξεχάσω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι κλίση που έχουν στην αθανασία</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο κρύος αέρας, τα πατήματα στην άμμο&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Φρέσκα, θαρρείς, τα πάντα ξεκινούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Για το σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μοναχά το χέρι ενός Εχθρού</span><br />
<span style="color: #000000;">Με γερνά και τη μνήμη μου παίρνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω, Κύριε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε θα σου έλεγα τα μυστικά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δε θ’ άφηνα να μπεις μες στην κάμαρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω απ’ την πόρτα θα στοίβαζα τα έπιπλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ας ξέρω πως μονάχα η επιθυμία σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρκεί να σπρώξει και να τα σωριάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πόσο αδύναμοι οι δικοί μου οι πόθοι, τι είμ’ εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Που έτσι σπρώχνεις, που ζητάς να πάρεις&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω, Κύριε, δεν έχεις μεγαλείο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα ένα μακρύ μακρύ χέρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο φτωχό σε κάνει η απληστία σου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που φθόνος, λέω, θα ’ταν κι η ενσάρκωσή σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όχι αγάπη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξόν κι αν ήταν έρωτας. Γιατί λένε</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως είσαι καλός</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η χάρη σου τα τελευταία δέντρα μεγαλώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατρεύεις τα πουλιά και τα κρατάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη χούφτα σου όταν πετούνε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μήπως, λοιπόν, είσαι αθώος; Μήπως θέλεις να χαρείς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μήπως έχεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Πολύ μεγάλη φαντασία για μένα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως, γιατί να σ’ το χαρίσω και τούτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Το τελευταίο κουρέλι, την αλαζονεία μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσένα, που χωρίς ζέστη και κρύο</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιώνια ζεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριε, αν δε με ήθελες έτσι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί ακούω απόψε το τριζόνι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Επίμονο παρά ποτέ, να ψάλλει</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Θόρυβο της ύπαρξής του;</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει πως είναι κάτω εκεί ένα σπιτάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχο κι όμως πλούσιο σαν μια πόλη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο σε χίλιους δρόμους περπατάς</span><br />
<span style="color: #000000;">Μες στους διαδρόμους του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσος είναι ο συνωστισμός της απουσίας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ο αέρας γίνεται υφάδι και τον σέρνεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ κι εκεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει, δε γίνεται αυτή τη γάζα να τραβήξεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς γυμνός να μείνει ο διπλανός σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν κι είναι μίλια μακριά, ανασαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τριαντάφυλλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί η αναπνοή του ακούραστη εκεί μένει</span><br />
<span style="color: #000000;">Που έζησε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν ήταν, Κύριε, να προσευχηθώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ’σκιζα εκείνο το πανί, κείνη τη γάζα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ξαναδώ όχι το ρόδο, μα το πρόσωπο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χείλη, τα μάτια, τη φωνή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια μια θα ξήλωνα τις κλωστές</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τα μάγουλα, το λαιμό, το στήθος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως ο κηπουρός που ανοίγει αυλάκια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σωστά μοιράζει το νερό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αχ, Κύριε, δεν έχεις δίκιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Που την ψυχή κυνηγάς, έναν αέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εύθυμη, μυρωδάτη είν’ η ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τη φτερνούλα ενός μωρού, που του κάνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαρές τα μεγαλύτερά του αδέλφια.</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Χώμα (1985)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΚΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν ζούσε ο θεός θα μετρούσε το χρόνο με τη μουσική, τη</span><br />
<span style="color: #000000;">βλάστηση με το γάλα του σύκου, το θάνατο με το μοναχογιό του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο γέρος θα γελούσε ακράτητος θρυμματίζοντας τα ίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">του τα δόντια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα βουνά, τρελά, θα κουτουλούσαν με πείσμα την</span><br />
<span style="color: #000000;">ουράνια πλάκα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φυσούσε λίγο κι οι μνηστήρες εκοιτούσαν το αίθριο</span><br />
<span style="color: #000000;">μελαγχολικοί να γεμίζει από περαστικά κίτρινα φύλλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέρα, στα βασιλικά βοσκοτόπια, τα ζωντανά θα είχανε πλαγιάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δούλοι σαρώνανε χωρίς μιλιά τα ψίχουλα από τα τραπέζια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έσβηνε ή χαμηλή φωτιά κι έπινε ή νύστα την πρώτην</span><br />
<span style="color: #000000;">ελαφριά ψυχρούλα. Ο αργαλειός της δεν ακουγόταν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από ώρα, είχε αρχίσει πια να ξηλώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν εφοβότανε τα μαύρα χόρτα ακόμη. Την έγλειφε θερμός</span><br />
<span style="color: #000000;">αφρός και την εμάλασσε ένα λαίμαργο σφουγγάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">ατμός της εβύζαινε τα μικρά στήθη. Στο βάθος μόνο, στον</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδρωμένο καθρέφτη, ένα λιβάδι μ’ ένα δίπατο σπίτι και</span><br />
<span style="color: #000000;">μπρος μια αυλή όπου κυμάτισε ξάφνου παχύ παχύ</span><br />
<span style="color: #000000;">κατάμαυρο χορτάρι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΛΛΟΝΥΜΦΟΥΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">(σε δίστιχα για σφυρίχτρα οδοιπόρου)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεκινήσαμε με τη μικρή Ανδριανή</span><br />
<span style="color: #000000;">και κάτι σκουριασμένα βουναλάκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο γάτος της τής έγλειψε τους αστραγάλους,</span><br />
<span style="color: #000000;">το φίδι την έκλαιγε στα δοκάρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο διάβολος πολύ χαριτωμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">με τ’ οργανέτο ακολουθούσε στη σκιά:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ανδριανή, έλεος των κάκτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">καλοσύνη του ακάθαρτου νερού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">η σηκωμένη σου μυτούλα στο βάλτο</span><br />
<span style="color: #000000;">το καλαμένιο πόδι στον πηλό.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παράθυρα ανοιγοκλείνουν δίχως κρότο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Γειτόνισσες και χωρικές μάς κοιτούν:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ποιος παίρνει με κορμί διψασμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">δρόμο που δεν τον πάει στον ουρανό;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οσμή από πουλί σκοτωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">φτερό από χαμένο καιρό.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άρχισε να φυσά στο νυφικό της</span><br />
<span style="color: #000000;">στις λεμονιές μια σιγανή βροχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέφρα της μέλισσας αδάκρυτη</span><br />
<span style="color: #000000;">την πάει στην υποψία του ρυθμού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάται να μετρά ένα ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">τα πηγάδια που μας άνοιγε η ηχώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέλος τινάζεται σαν από ύπνο</span><br />
<span style="color: #000000;">και οι φτέρνες της αγγίζουν το νερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί την έχασα και πάω μονάχος</span><br />
<span style="color: #000000;">με τ’ οργανέτο μου να παίζει τυφλό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(σε τετράστιχα για τον ανήφορο)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην κλαίτε πια, ψιθύρισα απ’ τη φυλακή μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην άλαλη οικουμένη των παθών</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο οι ξαφνικές καταιγίδες</span><br />
<span style="color: #000000;">κλαίνε τα κόκαλα των δυνατών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προσκεκλημένη σε φιλική πανδαισία</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα πολλαπλασιασμένο κορμί</span><br />
<span style="color: #000000;">θα βρω τη φίλη του τρελού, τη δική μου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι από τις έντιμες κοπέλες τη μικρή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ως εκείνη την ανεκπλήρωτη άνοιξη,</span><br />
<span style="color: #000000;">ταπεινές μελωδίες, ντροπαλή μιμική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θάλασσα χωρίς ορίζοντα ανασαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως η μνήμη μετά τη βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την άγονη πατρίδα μου θ’ αφήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">προς μιαν ανέσπερη δροσερή διαμονή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί, οι υπερήφανοι βασιλεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;">το φως ανάβει ερημική μεταλαμπή</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ό,τι επέζησε, θριαμβεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι αντέχει, θα στεφανωθεί.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 300px;"><span style="color: #000000;">Στη Στυλιανή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκεφτόταν η μητέρα του Χριστού τα ρημαγμένα της νιάτα</span><br />
<span style="color: #000000;">και πώς η θεϊκή σπορά κατάκαψε τα σωθικά της. Από το</span><br />
<span style="color: #000000;">ανοιχτό της πορτόφυλλο το ποτάμι της βουνοπλαγιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">έμπαινε σπίτι και μια καρδιά προφήτη στα εικονίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">χτυπούσε ακριβώς την ώρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σκεφτόμουνα κι εγώ τί βιάζει την πασχαλίτσα πάνω στη</span><br />
<span style="color: #000000;">μολόχα την ώρα που οκνός γλιστράει στον ύπνο του ο</span><br />
<span style="color: #000000;">ουρανός του Μαΐου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν έχει, ας πει ο αέρας κάτι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΓΑ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 210px;"><span style="color: #000000;">στην Ειρήνη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το σπίτι ζούσε κει αιώνες</span><br />
<span style="color: #000000;">και μόνο το παράθυρό του κυμάτιζε</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν την παλάμη του Θεού όταν διώχνει</span><br />
<span style="color: #000000;">τη θλίψη από τα βλέφαρά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ’βλεπε με το κιάλι ο καπετάνιος</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όσο το πλοίο γλιστρούσε στο βυθό</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο καλύτερα άκουε τη μουσική του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θάλασσα, θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">καρένα του καραβιού, μουσκεμένο πηδάλιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">ρεύμα τρεμάμενο της ράθυμης άμμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μικρός σαν πάντα λιμνάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">όσος απάνω απ’ το κεφάλι μου ουρανός.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΜΒΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ονομάζομαι ’Ιωάννα</span><br />
<span style="color: #000000;">ήμουν σύζυγος του ποιμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">που βόσκει τις αγέλες των προβάτων του</span><br />
<span style="color: #000000;">ανά τα όρη και τις πεδιάδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνος έκαμε το σώμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα θαλάσσιο ψάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">που η θάλασσα το γλείφει πάνω κάτω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο λευκό όσο κι ο ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;">τις μέρες που χάνει το χρώμα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια τέτοια μέρα είπε θα ’ρθει να με βρει</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ακόμα&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕ ΤΑΞΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στρατιώτη με τον κατάφορτο σάκο</span><br />
<span style="color: #000000;">έχεις ένα νόμισμα ανάμεσα στα δόντια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο βοριάς τσακίζει τις ψαρόβαρκες,</span><br />
<span style="color: #000000;">γεμίζει ξύλα τα νερά, μουσκεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">το αγριεμένο σκυλί στην προκυμαία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε θα με δεις λοιπόν, δε θα μ’ ακούσεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχεις μια κόκκινη επιστολή στο αμπέχονο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο σκύλος μπορεί να τη διαβάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορεί με τη λαχανιασμένη του γλώσσα</span><br />
<span style="color: #000000;">να σπρώξει το κεφάλι σου κάτω από τη λάμπα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δίνεις καλό σημάδι εκεί, στρατιώτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμη και ο άνεμος της πατρίδας</span><br />
<span style="color: #000000;">θα σ’ αναγνώριζε απ’ τα χρυσά κουμπιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΜΜΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ω ανήμερη Βαβυλώνα,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη νυφούλα αυτή να τη δεχτείς</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ ένα καπηλειό φωτισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά χωρίς τον κάπελα τον τυχοδιώκτη</span><br />
<span style="color: #000000;">και με την κάνουλα του βαρελιού κλειστή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι άκακοι εραστές ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στη σκόνη τη ζητούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος με δαδί και ποιος με πυροφάνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά κανένας με τη μουσική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όταν αναπαυτεί απ’ το δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;">μια λέαινα ας σπρώξει την πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;">ή ακόμα κι ένας μικρός σκόρπιός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ας της το πει: ξεθεμελιώθηκε η πόλη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθεσαι κάτω από ’να δέντρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθομαι κάτω από ’να δέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Γράφω στο σκύλο μου να ’ρθει:</span><br />
<span style="color: #000000;">Σημάδι ο καπνός· θα τον βλέπεις</span><br />
<span style="color: #000000;">στ’ αριστερά σου πίσω απ’ τα βουνά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">I</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Είν’ ο τρελός μελισσοκόμος;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι το καμίνι των αριθμών;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ο στυλοβάτης του άλσους;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ο τύραννος της κυψέλης;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ο σταθερός χαλασμός;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή ένας κύριος με ντέφι;</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">II</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατεβαίνεις από το αυτοκίνητό σου</span><br />
<span style="color: #000000;">με το τιμόνι στην κοιλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμη συνεπής και χρήσιμος</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο λιγάκι ξαφνιασμένος.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">IΙΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η θρυαλλίδα, η επιμελής, η σύντομη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλες θυμίζουν την ισχνή Βερονίκη</span><br />
<span style="color: #000000;">και άλλες την τρελή Βασιλική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορώ να κάτσω στη σκιά σου κλαμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα κορίτσια μου σιωπηλά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρκεί να μου έρχεσαι πότε πότε</span><br />
<span style="color: #000000;">και να μου γνέφεις φιλικά.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">IV</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Όποιος ξοδεύει το άστρο του πού θα κατοικήσει;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαρμαρωμένοι πυροβολισμοί σημαίνουν τις στροφές προς</span><br />
<span style="color: #000000;">τη Δύση.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">V</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μητερούλα θαρρεί πως μεγάλωσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου θυμίζει τα καθήκοντά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω δούκα των σιντριβανιών!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω εξοχότητες των άστρων!</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">VI</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρακαλώ να μη σ’ αγαπήσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">παρά μόνο με θερμή αφοσίωση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Επειδή εγώ σ’ αγαπούσα</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη ρομφαία μου.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">VII</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο στρατηγός μες στο κάρο</span><br />
<span style="color: #000000;">η χήρα στην παρέλαση</span><br />
<span style="color: #000000;">και ο φαντάρος που τραυλίζοντας συγχωρεί.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΕΛΙΔΟΝΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τί παγωμένη άνοιξη ήταν εκείνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα φύσημα του άνεμου</span><br />
<span style="color: #000000;">το σώμα σου έγινε νερό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χώνευε ο ουρανός τη θράκα του</span><br />
<span style="color: #000000;">για σένα κλαίγοντας, χαρούμενέ μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">που κρυώνεις μέσα στο βουνό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τί παγωμένη άνοιξη ήταν εκείνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη μέρα περπατούσα και δε σ’ έβρισκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχασα τα μαλλιά και τα ρούχα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφύριζα σαν ένα καλάμι, γοερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξύπνησε ο βάτραχος και με κοιτούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως κοιτούνε μες στα σωθικά των</span><br />
<span style="color: #000000;">όσοι ακούσαν το χτύπο του Βορρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι παγωμένη άνοιξη, τι αέρας&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Η θάλασσα γέμισε φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα που κολυμπούσε με τ’ άνθος του</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εν’ άλλο, χλωρό, με την κλάρα</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν να σ’ άκουγε μες στον αφρό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξημερώνοντας φάνηκαν τα πρώτα σπίτια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η στέγη τους ακόμη στα νερά, μα ολοένα</span><br />
<span style="color: #000000;">φαινόταν το παράθυρό των.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήθελαν κάτι να μου πουν; Δε θα μάθω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν θα φτάσω</span><br />
<span style="color: #000000;">χαμομήλια θα κυνηγιούνται τριγύρω στην καρδιά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τακ τακ! Το χρυσό της σκαθάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ξεδιπλώνει τα φτερά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">στην &#8216;Ελένη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήθελα να ’μουν αδελφή σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ’χα τα μαλλιά και τα μάτια σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κεφάλι σου στον ώμο μου το χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εξουσία στις επιστολές σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έρχεται η μυρωδιά του τσαγιού</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατιτί σαν κουτάλι στο φλιτζάνι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί δίπλα μια μοναχοκόρη</span><br />
<span style="color: #000000;">αρχίζει το απόγευμά της.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΗΓΕΜΟΝΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η συντριβή είν’ η αρχή του ονείρου</span><br />
<span style="color: #000000;">η μέρα που γεννάται το βουνό</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάνω στην ψηλή κορυφή του</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθεται μια κατοπινή μητέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη φτερούγα της στο ανεμοβρόχι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εσύ, αγάπη μου, να με θυμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Να με κοιτάζεις απ’ τα σκοτεινά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν βουίζει ο αέρας, κι όταν πέφτει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν χωρίς αιτία</span><br />
<span style="color: #000000;">χτυπάνε τα παράθυρά σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να με καλείς με τ’ όνομά μου</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ ψηλά που μεγαλώνω</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν το δέντρο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΤΙΣΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φθινόπωρο, αρχή αρχή, τις μέρες που οι βροχές εξελίσσονται</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ξαφνικές καταιγίδες, η αδελφή μου Θεοδώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">φέρνει συνήθως στον κόσμο το καινούριο παιδί της. Η</span><br />
<span style="color: #000000;">αδελφή μου είναι γερή και ωραία κι οι δυνατές βροχές την</span><br />
<span style="color: #000000;">καρπίζουν αντί να πνίγουν τις μυριάδες των σπόρων, τα</span><br />
<span style="color: #000000;">πλήθη των ριζών και των βολβών της. Αυτή η εξαιρετική</span><br />
<span style="color: #000000;">ωραιότητα μεγαλώνει τη νύχτα της γέννας, όταν το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">της, γεμάτο, ξεκινά τη χαρωπή τελετή. Με το πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">κολλημένο στο τζάμι η Θεοδώρα βλέπει ώρες και ώρες το</span><br />
<span style="color: #000000;">νερό να κατεβαίνει κρουνηδόν. Πράγματα απέξω ελάχιστα</span><br />
<span style="color: #000000;">διακρίνει, λίγο το δρόμο, τις κατοικίες κάπως, όσες ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">διατηρούν το φώς. Ορυμαγδός από σύννεφα πού</span><br />
<span style="color: #000000;">συγκρούονται την κρατάει σε πλούσια ταραχή. Θυμάται&#8230; Το</span><br />
<span style="color: #000000;">φθινόπωρο στην πόλη μας έχει την ορμή του θέρους στο</span><br />
<span style="color: #000000;">χωριό της. Όπως εδώ η βροχή, εκεί το φώς ξεσπά σε</span><br />
<span style="color: #000000;">δέσμες πλατιές, ανάμεσα από ελιές και κυπαρίσσια κι οι</span><br />
<span style="color: #000000;">κότες φτερακίζουν μακριά του ξαφνιασμένες. Μπαίνει ο</span><br />
<span style="color: #000000;">λίβας από τα ρουθούνια, τα τζιτζίκια σταματούν τα μεσάνυχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">και κλαίνε τα σκυλιά από τη δίψα. Η ρίζα της ελιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">τρελαίνεται, χτυπά σε λίγες ώρες φλέβα κι όταν τα</span><br />
<span style="color: #000000;">ξημερώματα, φυσάει &#8211; φρύγανα και σιγοκαμένα κλαράκια &#8211; οι</span><br />
<span style="color: #000000;">ετοιμόγεννες που έχουνε κακονυχτήσει ξυπνούν με μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">υγρά, στεφανωτά και καλόκαρδα, μάτια σκυλιού που</span><br />
<span style="color: #000000;">κλαίει από δίψα. Μα ούτε το θέρος έπληξε ποτέ τη</span><br />
<span style="color: #000000;">Θεοδώρα. Δροσιά που έρχεται ολόισια από τους αστραφτερούς</span><br />
<span style="color: #000000;">της ώμους, της ανεβάζει ως τ’ όμορφο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">υγρήν αχλή από τελειωμένα χάδια, που την κρατούνε</span><br />
<span style="color: #000000;">δροσερή και ωραία. Όταν ο ήλιος καίει το χόρτο, γι’ αυτήν</span><br />
<span style="color: #000000;">γλυκαίνει τα σταφύλια, που τα κρουστά και ζουμερά</span><br />
<span style="color: #000000;">τσαμπιά των αρμέγουν δίχως χορτασμό από το κούρβουλο</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα τα υλικά της ζωής των. Μα το κούρβουλο και χωρίς το</span><br />
<span style="color: #000000;">τσαμπί του, μες’ από κάμποσα κρυφά δαχτυλίδια δουλεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">ώστε να σαλεύουν ολόγερες οι ζωντανές, γαλακτερές κλωστές</span><br />
<span style="color: #000000;">του. Έτσι, όταν πιάνει παιδί η Θεοδώρα, κάθεται το</span><br />
<span style="color: #000000;">μεσημεράκι στην αυλή της, το φώς της κάνει διάφανη την</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιλιά της και το παιδί, καλά βολεμένο, χουζουρεύει στην</span><br />
<span style="color: #000000;">ξαφνική ζεστασιά ρουφώντας απ’ τον ομφαλό τις τροφές</span><br />
<span style="color: #000000;">της μάνας και τινάζοντας πότε πότε το πόδι του από</span><br />
<span style="color: #000000;">χτυποκάρδι περαστικό. Παχύς και μαλακός νότιος άνεμος</span><br />
<span style="color: #000000;">φουσκώνει τη σιωπή της αγροικίας και τρυπώνουνε τα</span><br />
<span style="color: #000000;">ζούδια ζαλισμένα κάτω από τ’ αναμμένα λιθαράκια. Σέρνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα ψιλούτσικα πόδια των σώσματα από λασπερή</span><br />
<span style="color: #000000;">δροσιά μες’ απ’ τα φύλλα και τότε παίρνουν να φουσκώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τα στήθη της, να γίνονται κατάφυτα, να υψώνουν το</span><br />
<span style="color: #000000;">μοναδικό καμπαναριό των κι αφήνουν να κυλήσει απ’ τα</span><br />
<span style="color: #000000;">φυλλώματα θερμή οσμή της ερημίας. Πέφτει το κυπαρισσόμηλο</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ την κλάρα και φέρνει ξαφνικό χαμό στο μυρμήγκι</span><br />
<span style="color: #000000;">και τότε αρχίζουνε οι ρώγες της να στάζουν, σταυρώνει</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ αφράτα χέρια πάνω στην κοιλιά της κι η σιγανή</span><br />
<span style="color: #000000;">αναπνοή του μωρού της τυλίγει τα χωματερά βουνά σε</span><br />
<span style="color: #000000;">νεφελάκια: ακούει αμίλητη να περνούνε μες’ απ’ τα σωθικά</span><br />
<span style="color: #000000;">της κοιτάσματα νερού που σιγοθρέφουν βολβούς, χορτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αφανέρωτες ρίζες. Ο τοκετός έρχεται τέλος με την</span><br />
<span style="color: #000000;">ορμή της βλάστησης: σύντομοι, δυνατοί σπασμοί και σε λίγο</span><br />
<span style="color: #000000;">κλαίει το παιδί ξαφνιασμένο ανάμεσα στα παχιά της</span><br />
<span style="color: #000000;">πόδια. Η Θεοδώρα απλώνει το χέρι, βρίσκει το φύλο του</span><br />
<span style="color: #000000;">μωρού με τη χούφτα και ήρεμα μας ψιθυρίζει: «άλλος</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας&#8230;».</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Ηγησώ (1979)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Υπό τα κόκκινα νερά το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφαιρεί το πτίλωμα των νεκρών.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Χώματα το στόμα σου. Μυρωδιά από χώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θρύμματα κόκκινου ήλιου και ξερά μαλλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι πιάνω είναι στεγνό. Δεν πονάει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΠΕ Ο ΓΕΡΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πέθανε χρεωμένος, ναι, στην αγάπη της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα στρογγυλά της στήθη βουερά τραγουδούσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν θηρία κύματα που τα καράβια</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το φορτίο του καφέ και της μπανάνας</span><br />
<span style="color: #000000;">Τσακίζουν πρώτα σε κατάκορφα βράχια</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα ρουφούν μετά ξύλο &#8211; ξύλο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΛΩΡΙΔΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Ω σπάνια, σπάνια πράσινα κορίτσια</span><br />
<span style="color: #000000;">Με φούστες κόκκινες και χρυσά δαχτυλίδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μυρίζουν πράσινο σαπούνι και μελάνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρωί τα πάνε για περιτομή οι μαμάδες</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα απ&#8217; αυτά τα σκονισμένα μονοπάτια»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έλεγαν κλαίγοντας τα κυπαρίσσια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΑΥΡΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πλίθινα ανάκτορα. Κουφά υπερώα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκαιε ο ήλιος. Πλίθινοι κολλήγοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το νήπιο τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα τυφλό αναφιλητό μπουσουλάει</span><br />
<span style="color: #000000;">Από την εποχή του Χαλκού</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην εποχή του Σιδήρου. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΩ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μεγάλη γαλάζια θάλασσα. Ουρανός των αιώνων</span><br />
<span style="color: #000000;">Γαλάζιοι λόφοι άσπροι λόφοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά μακριά τ’ άσπρα χαλίκια</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τα σαρώνω με την μαύρη μου φτερούγα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΑΡΧΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Απόβροχο υφαίνοντας την πνοή των βάλτων</span><br />
<span style="color: #000000;">Αέναος περιοδεία της Αυγούστας</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στο μαντρί να λευκαίνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα οστά των προβάτων. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΝΙΑΤΙΚΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Βρήκε τον θάνατο και την παραμυθία</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο ήρως το ευλογημένο αγόρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που θα ‘φερνε τα λάφυρα των αρετών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου γράφουν το φεγγάρι τον ταράζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα στρόβιλο θαλασσινών αριθμών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και καθ’ ομοίωση των ταπεινών λυπάται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα εσύ γυναίκα με τα στήθη</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανάκεψε το το εριφάκι του χάρου. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΔΥΟ ΜΟΡΦΕΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΤΗΛΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">— Σε κλαίω κοπέλα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">— Όχι έμενα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις κόκκινες πλεξούδες μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">— Τα σπουργίτια ψάχνουν για ψίχουλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">— Όχι εκείνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο πέτρινος, ο νηστικός χειμώνας. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΥΝΑΙΚΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γλυκιά μου άνοιξη σε λέω. Γιατί εσύ θα δεις</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ουρανό να σιγοκαίει πάνω απ’ τα δουλεμένα </span><span style="color: #000000;">χωράφια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα φυτά ν’ αλλάζουν φτέρωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ορθώνεις θυμωμένο το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα δέντρο γεμάτο πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι από το μαύρο φύλλωμα αναθρώσκουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι καπνοί και τα βούκινα της φυλής σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η άχνα η γαλακτερή της πρωίας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΦΗΚΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ράβει ένα κουμπί. Στο δάχτυλο αίφνης</span><br />
<span style="color: #000000;">Παχιά στρογγυλή σταγόνα αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η βελόνα προχωρεί στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια μπαμπακερή κλωστή απ’ το καλάθι. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Μα κύριέ μου, κύριέ μου ο καιρός</span><br />
<span style="color: #000000;">Σακάτεψε την ξυλεία μας. Γι’ αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;">Βρυχάται η ανύπαντρη Μαρία».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παραπονιόταν ο μικρός Χριστός</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τον εράβδιζεν ο άπληστος πατριός του.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΛΟΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σαν ήτανε κορίτσι η Ιφιγένεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέρωσε το φαντό της μεσοφόρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια σταγόνα αίμα. Από τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">Καραβιές για την Αυλίδα τα κορίτσια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΟΧΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω στο χιόνι, λένε. Στις κρύες πέτρες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ύστερα με το ματωμένο του στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Την έκαμε και την ξανάκαμε γυναίκα.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΕΛΛΗΝΑΣ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με τον θάνατο του πατέρα έχασε το φως του</span><br />
<span style="color: #000000;">Λένε, με τον δικό του θάνατο το ξαναβρίσκει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά, χρόνια στο σκοτάδι, αλλιώς</span><br />
<span style="color: #000000;">Σχημάτισε όρη πρόσωπα και σκεύη</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ανάμεσα στα πράγματα και τη σκιά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Συχνά έρχεται η σκιά τον σκοτωμένου</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ζητιανεύει σε κατάφωτους δρόμους.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ζω μακριά απ’ τον Άρειο Πάγο, τα σχολεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έκπτωτος αρχιτέκτων των ουρανών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιδές παιδί, δεν βρέχει στην πατρίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν ακούει η ψυχή σύρσιμο χυμών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ιδρωμένα πρόβατα με μάτι σφαγμένου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ελιά που τηνε χτύπησε δάκος</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι από βαθιά ανάκτορα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα στήθη που θηλάσαμε κι έχω φιλήσει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΘΕΜΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Νυχθημερόν κατέγραφεν ο συμβολαιογράφος</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπιπλα, σκευή των κεκοιμημένων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα άνεμος υγρός καταγράφει</span><br />
<span style="color: #000000;">Το επανωφόρι και το επίχρυσο στυλό του. </span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΔΥΛΛΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θέλησε να της κάμει δώρα. Αλλ’ εκείνη</span><br />
<span style="color: #000000;">Εσκέπαζε με τα μεγάλα της φτερά</span><br />
<span style="color: #000000;">Το εφηβαίο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Επιμένοντας να μάθει την φωνή του</span><br />
<span style="color: #000000;">Τιτίβισε σιγανά στον αιώνα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πόλη ζει και μεγαλώνει τα παιδιά της.</span></p>
<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Τα άλογα του μυροβλήτου (1974)</span></strong></h2>
<p><strong><span style="color: #000000;">Τη Βερενίκη προσεύχομαι</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η παρρησία των εποχών</span><br />
<span style="color: #000000;">ανθοφορία των βρύων</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στο βράχο που κοιμούνται</span><br />
<span style="color: #000000;">τα άλογα τού Μυροβλήτου•</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως κειμήλια πενθίμων ενιαυτών</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως Δευτερονόμιο ερήμων ήχων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απεδήμησαν. Δεν περπατούν απόγευμα στην πλατεία</span><br />
<span style="color: #000000;">οι νεαρές εκείνες κυρίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνο κάτω από τη γαλάζια μου ομπρέλα</span><br />
<span style="color: #000000;">αγαπούν κάποτε να μειδιούν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς θα κρατήσω τα ωραία των όμικρον;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τί φτερά τα παίρνουν&#8230; Βαδίζω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βαθύ μου φόρεμα</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω από παλαιές εκκλησίες</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως τα στέφανα του υμεναίου στα χόρτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα στέφανα του υμεναίου</span><br />
<span style="color: #000000;">στο σκοτεινό νερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το Δεσποτάτο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψηφίδες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αίμα θα ρεύση. Μαύρο άλογο</span><br />
<span style="color: #000000;">δρασκέλισε το ιερό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αίμα θα ρεύση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω δεν μπορώ. Θα πεθάνω στο σώμα μου; Θα πεθάνω μακριά</span><br />
<span style="color: #000000;">από το σώμα μου σ’ έναν αγρό όπου οι γεννήτορες μου φθάσουνε</span><br />
<span style="color: #000000;">με κάνιστρα αυλούς και σμύρνα -ωραίοι όπως νεόνυμφοι</span><br />
<span style="color: #000000;">στο ενθύμιό των- και θα ακολουθεί η καλή μου μάμμη με τις</span><br />
<span style="color: #000000;">πευκοβελόνες και το κουκούλι της μουριάς• και εγώ ακόμη δεν</span><br />
<span style="color: #000000;">θάχω τελειώσει να ξεφυλλίζω το αραποσίτι και θα χαμογελάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">και θα μου πουν, το όνομά σου σημαίνει γη μητέρα, και</span><br />
<span style="color: #000000;">θα αγαπήσω όλα τα ομοιώματα που εσχεδίαζα νυχθημερόν</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα κομμάτι κεραμίδι και θα ακολουθήσω και θα πω λ ά μ ν ω</span><br />
<span style="color: #000000;">Λάμνω στον έμορφο πόντο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ενώ αναπαύονταν οι θεριστές για δείπνο και άπλωναν ήδη το</span><br />
<span style="color: #000000;">πολύχρωμο ύφασμά των ούριος άνεμος διέδωσε το νέο με τον</span><br />
<span style="color: #000000;">απόκτυπο σημάντρων και εφρικίασε η τρυγόνα η πορφυρά πώς</span><br />
<span style="color: #000000;">θάπινε νερό σαράντα μύρων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα γυμνό παιδί και η γυμνή του μητέρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τ’ ανάλεκτα τ’ αρίφνητα τ’ ανομολόγητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τί αχλή λαδιού η αναπνοή των ελαιώνων&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ω Ρουθ αγάπη μου, σαν θέαινα,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην κλίνη των μικρών λατόμων, σαν σπαθί της Δαμασκού.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Ανοίγονται και το πέλαγος τρέχει</span><br />
<span style="color: #000000;">στον βαθύ ομφαλό του κήτους, πώς</span><br />
<span style="color: #000000;">σμίγεις σαν πέρδικα με τα φιλήματά σου;)</span><br />
<span style="color: #000000;">Εδώ κοιμούνται οι κάλυκες των ποταμών. Το άγος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην απατάσθε σκανδαλίζεται ο Κύριλλος μ’ εκείνους τους</span><br />
<span style="color: #000000;">ωραίους άνδρες. Με τους κοχλίες των καλούν όχι το ζεύγος</span><br />
<span style="color: #000000;">νεογνά ορτύκια που ετίναξαν τα ράμφη των προς τους μαστούς</span><br />
<span style="color: #000000;">της Παρθένου. Αλλά καλούν το όψιμο φως που ήδη διέρρηξε</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ιμάτιά του τινάζοντας και στον τέταρτο άνεμο το καπέλο</span><br />
<span style="color: #000000;">των με τα παρόχθια άνθη. Στον Τροπικό των αστερισμών</span><br />
<span style="color: #000000;">διανοίγουν τώρα τούς πλόες των όπου οι γυναίκες της οπώρας</span><br />
<span style="color: #000000;">και των τόσων φύλλων πλέον δεν σεμνύνονται για το σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">των, πλέον δεν πετούν βαθύχροες στα έκπαγλα στηθαία όπου</span><br />
<span style="color: #000000;">οι κισσοί των ερώτων μας αναρριχώνται, αλλά ορθούνται με</span><br />
<span style="color: #000000;">τους ώμους των οι θόλοι των θαλασσινών σπηλαίων, καθώς</span><br />
<span style="color: #000000;">αναγεννούν οι αστερίες τα άκρα των και διανοίγονται τα όστρακα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε στίλβοντες γόνους. Την ώρα εκείνη λάβετε τα δρέπανα</span><br />
<span style="color: #000000;">και θερίσατε τον ξανθό θησαυρό των ώστε οι λόγοι μας να</span><br />
<span style="color: #000000;">ρεύσουν όπως πρώτα ηλιοφάνεια του χειμώνος, όταν τα βρέφη</span><br />
<span style="color: #000000;">θα έχουν λευκανθή υπέρ χιόνα θηλάζοντας τον οδυρμό. Και</span><br />
<span style="color: #000000;">τα πένθη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσο νέοι. Κτερίσματα για την νεότητά των.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω από τις κερασιές ερημικού νυμφώνος</span><br />
<span style="color: #000000;">ψυχή του ποθητού αδελφού μου</span><br />
<span style="color: #000000;">θρύμματα του μεσονυκτίου από</span><br />
<span style="color: #000000;">το μυθικό τρικάταρτο Νικηφόρος</span><br />
<span style="color: #000000;">και μητέρα μου στο Βόσπορο</span><br />
<span style="color: #000000;">με το κύμα με το ερύθημα</span><br />
<span style="color: #000000;">της ταπεινής Υπερμάχου</span><br />
<span style="color: #000000;">γυναίκα δίχως μυστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">στα νηπενθή της ηλικίας των φύλλων,</span><br />
<span style="color: #000000;">τα αρσενικά παιδιά της ελάφου</span><br />
<span style="color: #000000;">αιφνιδιάζουν τις πηγές χωρίς αιδημοσύνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περιώνυμος άνεμος</span><br />
<span style="color: #000000;">σχήμα της χελιδόνας, σκεύος</span><br />
<span style="color: #000000;">μικρό χαλκούν</span><br />
<span style="color: #000000;">και η μητέρα μου στο κοιμητήριο,</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδού η εικόνα μαχομένων αγγέλων</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδού ακόμη το πλατύτερο κύμα</span><br />
<span style="color: #000000;">των ουρανών και οι αρραβώνες με τα ξίφη</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαχητική εποχή ζεύγη των ήχων</span><br />
<span style="color: #000000;">που θρυλούνται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λεξιτόκος η ρωγμή των οραμάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ψυχή μου ερημική και πολύφθογγη• ευδόκιμη πολυανθής</span><br />
<span style="color: #000000;">νεοτάτη. Η ψυχή μου ανηλεής η ψυχή μου αέτωμα περίγλυπτο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυκλαδικό όπου ακούονται οι  φτερουγισμοι των αχτίδων</span><br />
<span style="color: #000000;">και έπειτα χάνονται ανεπίληπτοι προς τους βαθείς ευκαλύπτους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ψυχή μου αρτιγέννητο άλογο, στους χαλινούς του</span><br />
<span style="color: #000000;">τα λεπτότατα άνθη και τα ηδυπαθή παρωνύμια των βορεινών</span><br />
<span style="color: #000000;">οροπεδίων, που δύο σπάνιοι ποταμοί περιρρέουν, ενώ οι κατοικίες</span><br />
<span style="color: #000000;">με τις γκρίζες στέγες αραιές περιίπτανται στην αχλή των.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ψυχή μου ο βαπτιστής με την θεία ένδεια που αναχωρεί επί</span><br />
<span style="color: #000000;">τα ίχνη των οραμάτων των νεκρών Εμμανουήλ και ήδη παλινωδεί</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους θυσάνους των από την υγρασία μιας νεκρής πολίχνης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλέον δεν πενθώ εσαεί θα λευκαίνονται</span><br />
<span style="color: #000000;">τα οστά ωραιότατης ελευθερίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα χείλη της σπεύδω στην αιδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">προσευχόμενων νηπίων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα συλλογίζομαι. Τί εξαιρετική ώρα χιονιού</span><br />
<span style="color: #000000;">και όχι άνεμων. Ένας επαινετός θάνατος</span><br />
<span style="color: #000000;">βαθαίνει αυτό το μεγαλοπρεπές βελούδο. Άνθη και μικροί</span><br />
<span style="color: #000000;">θησαυροί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γνωρίζω ακόμη την ιστορία του νέου</span><br />
<span style="color: #000000;">και της χρυσής άμμου που τον εσκέπασε. θα ήταν άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά φοβάστε πλέον τις εποχές; Πώς σάς νέμονται</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τα ρίγη των; Με το σπαθί των.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπως τα πετεινά του χειμώνος όπως οι αυτόχειρες με τους</span><br />
<span style="color: #000000;">αμαράντους οι νεκροί μας συλλέγουν μεθυστικά ιστορήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">σημειούμενα επί κυλίνδρων διφθέρας περί την λόχμη ενός άνυδρου</span><br />
<span style="color: #000000;">τόπου, οπού οι πόες των επιτύμβιων γαλακτώνουν το εφηβαίο</span><br />
<span style="color: #000000;">των γονιμικών θεοτήτων. Βαθειά στην κρυπτή των εγκωμίων</span><br />
<span style="color: #000000;">εγκυμονούν οι αλησμόνητες πέρδικες πίνοντας το αναφιλητό</span><br />
<span style="color: #000000;">των τεθνεώτων με τα κοσμήματα της υπερμάχου μέθης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι νεκροί μένουν ένα δίφυλλο γέρμα πάνω από τον κλαυθμό</span><br />
<span style="color: #000000;">των εφήβων και, όταν βαπτίζωνται, αλγεινοί αστέρες περιφέρουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τις λυχνίες των καίουσες είτε χαράσσουν σκαριφήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">πάθους ανά τα ερείπια ανεξήγητων κτισμάτων, όπου κατέλυσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">οι απανταχού κωπηλάτες με τα φληναφήματα και τους</span><br />
<span style="color: #000000;">νυγμούς των μυστικών των.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι χάριτες των συλλαβών δεν ανατρέπουν</span><br />
<span style="color: #000000;">την αλγεινή μυθολογία των.</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΕΚΔΟΤΑ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΕΓΓΟΝΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αφιερωμένο στην αδελφή μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Με τα μαλλιά βαριά από χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ένα χαμόγελο χτιστό</span><br />
<span style="color: #000000;">Γέρνει το πρόσωπό της πάνω μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να με φιλήσει μια για πάντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι η φυσική μου Θλίψη</span><br />
<span style="color: #000000;">( Ο θησαυρός του καθενός).</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα σ’ ένα μάρμαρο γαλάζιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφήνει αυτόν τον ασπασμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγώ, με κάμποσα άγρια κρίνα</span><br />
<span style="color: #000000;">( Ήδη χλωμά απ’ το βίαιο κόψιμο ),</span><br />
<span style="color: #000000;">Και του πατέρα μου τις φαρδιές πλάτες</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρόνια απλωμένες καταγής,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρεμώ επάνω στα κλαδιά μια κούνια</span><br />
<span style="color: #000000;">Πλεγμένη απ’ τ’ άσπρα μου μαλλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για του παιδιού μου το παιδί και το παιδί του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν θα τα καλέσει η θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοπανώντας τις γιγάντιες φούστες της</span><br />
<span style="color: #000000;">Στις πόρτες της δικής τους Θλίψης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για χάρη τους με τα ζεστά μου χείλη</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιγοσφυρίζω στο Θεό:</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριε, αν και το χαλινάρι Σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου σκίζει το σαγόνι στα δυο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα παιδιά δεν κουνάω το δάχτυλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κουνώ το μυρωδάτο λίκνο».</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΤΡΙΚΟ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είναι οι ώρες του απογεύματος</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ο ήλιος κάθεται μες στη ζεστή του στάχτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσο παχύς και τόσο απελπισμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο ο καθένας μες στην πολυθρόνα του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν βλέπει μόνος το ματς</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ανοίγει τη δεύτερη μπίρα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απλώνεται μια λαδιά στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">Από μικροχαρές, μικροβλαστήμιες</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα μισόλογα των νυσταγμένων περιστεριών</span><br />
<span style="color: #000000;">Που τα μπουκώνουν σπόρια οι τουρίστες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Προτού κι αυτοί και ο Άγνωστος Στρατιώτης</span><br />
<span style="color: #000000;">Φωτογραφηθούν με τον χάρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω απο τον υμένα ενός απόβροχου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένας μικροβυθός. Ατλαντίδα τσέπης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπίτια, αρνιά προκατακλυσμιαία,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πνιγμένα ανάμεσα σε κριάρια Τελωνείων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αόρατα έντομα της Πυροσβεστικής</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρίζουνε στον αρχαίο ρυθμό τα έλυτρά τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το γέρικο μαμούθ σαστισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαρώνεται από το βαρύ νερό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχει ένα πρόσωπο γιγάντιου μωρού που αντικρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρώτη φορά ηλιοβασίλεμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και δεν μπορεί, στην υδαρή του κουνουπιέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να φανταστεί Ανατολή.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΣΤΙΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λένε,τον Πύργο Τηλεπικοινωνιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Καίτοι νεόδμητο, τον τύλιξαν οι φλόγες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λαμπάδιασε ως τον έκτο, λένε,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια ριπή Δρακόμορφου Θεού!</span><br />
<span style="color: #000000;">Ανοησίες. Αν καίγεται, δεν θα &#8216;ναι από κατάρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά από κάποιο ταπεινό βραχυκύκλωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί θα πρέπει να διαφεντεύει τον κόσμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτι χειρότερο από τη λάσπη του;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος σε γεννά και δεν σε καταπίνει&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και πράγματι, εκατέρωθεν τέτοιας λαμπάδας</span><br />
<span style="color: #000000;">( Φαντάσου, από κράσπεδα ως κεραία!),</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόνοι βροχής, λασποκαταρράχτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να υγροποιούνται τα καημένα τ&#8217; άστρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μέσα σε υγρές από το κρύο νυχτικιές</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλάζουν οι άνθρωποι πλευρό προς το φεγγάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Λιωμένο πια, ένας λεκές στη μαξιλάρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Φωτιά, σου λέει, και ριπές τεράτων&#8230;)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να σωθούμε, απελπισμένη καρδιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού να τρυπώσει αυτό το μούτρο,αυτό το τρέμουλο;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου τρίβεται σαν το παλιό χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε που ρίχνω το πρόσωπο στα χέρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού είναι άλλα σπλάχνα σε μια κούπα στάχτη;</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλο στόμα σαστισμένο απ&#8217; την πείνα του;</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλη σφυρίχτρα αέρα από ψηλά;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εργάζομαι,ψυχαγωγούμαι, μελετώ</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να δειπνώ πλάι σε κομμένο κεφάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την κάθε ταραχή αποκρύπτω</span><br />
<span style="color: #000000;">Υψώνοντας τακτικά το ποτήρι</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην πρόποση που μου &#8216;μαθε ο θεός:</span><br />
<span style="color: #000000;">“Ας υγιαίνουν οι πενθούντες”, γιατί αυτοί</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα παρηγορηθούνε κάποιο βράδυ, λέει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα τους διατρέξει από τα πόδια ως το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα ανήμερο πουλί και στο τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα στέψει με τα ολάνοιχτα φτερά του</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ακέφαλο συμπότη της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού είναι τώρα ένας ποταμός δακρύων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ώρα αυτή που κάποιος θα μετράει</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα τελευταία του λεφτά ή τηλεφωνήματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που ένα χωριό το μαρμαρώνει το χιόνι;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κανένα τοσοδούλι πλάσμα, ασβός ή μέλισσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχει χώρο πια για τη φυλή του,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα κοπάδια τους πηδάνε στο κενό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, ανήσυχη, δειλή μου προσευχή,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πότε τελειώνει αυτός ο δείπνος</span><br />
<span style="color: #000000;">Να σηκωθώ από &#8216;δω, να πάω στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ&#8217; όλα των στίχων μου τ&#8217; αναμμένα καντήλια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μήπως και πράγματι, καθώς τα σπρώξω στο νερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρηγορήσουν οι μικρές φλογίτσες&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΥΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είχε αράξει στην πολυθρόνα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Με κάμποσα νωθρά σκυλιά τριγύρω</span><br />
<span style="color: #000000;">Μόνος σαν γέρικο έθνος</span><br />
<span style="color: #000000;">Λησμονημένο μέσα στα βουνά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτι σύννεφα που μύριζαν τσάι</span><br />
<span style="color: #000000;">Περνούσαν πάνω απ&#8217; το σπίτι του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τακτοποιούσε την μπερδεμένη του σκέψη</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή η ευωδιαστή μεταμφίεση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τις άγριες βιολέτες ανάμεσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα καλαμπόκια και τις ντοματιές του</span><br />
<span style="color: #000000;">Αναγνώριζε πως είχε πεθάνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά θερμή, γεμάτη κουδουνίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Από των άλλων τα κοπάδια η μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξημέρωνε σε μακρινή επικράτεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το γάλα ήταν ακόμη ποθητό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τότε θυμήθηκε που επάνω στο ρούχο του</span><br />
<span style="color: #000000;">Η προσευχή του αποκοιμήθηκε σαν μέλισσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Και με το χέρι ακόμη πρόθυμο</span><br />
<span style="color: #000000;">Δοκίμασε να την ξυπνήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ζωή δεν μπορεί να &#8216;ναι εγκατάλειψη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η τροφή δεν θα &#8216;ναι πλεκτάνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως αρχίσει να ξαναγυρίζει η γη λίγο λίγο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν σηκωθεί και πάει να βάλει</span><br />
<span style="color: #000000;">Νερό στους σκύλους και τσαγιέρα στη φωτιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΕΙΓΟΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο πόνος κάθισε στο στήθος μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν θεός με πρόσωπο λύκου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έστρεψε το κεφάλι και γρύλλισε</span><br />
<span style="color: #000000;">Τάχα σε κάποιο βιαστικό φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα ήταν μόνον ο γαλάζιος προβολέας</span><br />
<span style="color: #000000;">Του ασθενοφόρου που περνούσε απ&#8217; τα στενά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, μη σέρνεσαι, βρωμοσαλίγκαρο της καρδιάς!</span><br />
<span style="color: #000000;">Η άσπρη κλωστή σου με τραβάει απ&#8217; τα πόδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλέπω το ράγισμα, ακούω τον κρότο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάποιος μου ρίχνει για σεντόνι τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτυπά το σώμα μου κι ανεβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">Ένα νησί φορτωμένο φύκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γρυλλίζουν και ο οδηγός και ο νοσοκόμος</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς τυλίγουνε με γάζα τόσο βάρος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αντί στους γιατρούς, στους γλάρους</span><br />
<span style="color: #000000;">Προλαβαίνουν ν&#8217; αποδώσουν την ψυχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπροστά, σιωπηλό μαύρο μετάξι,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η άσφαλτος λειαίνεται εγκάρδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πατούνε οι τροχοί – ω, μη φοβάσαι! &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε παρατεταμένες δαχτυλιές ενός αγγέλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τινάζει τα φτερά και σημαδεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">Πορεία πάνω στο πολύτιμο ύφασμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Να δεις που θα &#8216;ναι η ιαχή της σειρήνας</span><br />
<span style="color: #000000;">Το καλωσόρισμα στην ανθισμένη γη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΛΑΒΑΡΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πρώτα πέσανε τα τείχη δυτικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φάνηκε η θάλασσα με μια λεπίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πλοίο είχε αράξει μες στη νύστα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι από τη χαρακιά του ονείρου του το σκάγανε</span><br />
<span style="color: #000000;">Καραβάνια φοβισμένα ποντίκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σ&#8217; όλο το μήκος της ακτογραμμής διασταυρώνονταν</span><br />
<span style="color: #000000;">Φαντάροι με μπανταρισμένα κεφάλια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρώζανε πότε πότε βραχνά</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιρέσεις, πεποιθήσεις, τραγουδάκια,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τυφλά παιδιά με τη φωνή του γλάρου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σιγά σιγά δεν έμεινε πέτρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπορώ πια να σ&#8217; αγαπάω, πατρίδα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν στομαχόπονο που με κόβει στα δυο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν φεγγάρι από μισοσβησμένη στάχτη</span><br />
<span style="color: #000000;">Που πλέει πάνω από τον αεροδιάδρομο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί φουσκώνει σαν ζυμάρι ο τάφος μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο ναύτης ο χλομός βαλσαμωμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τον γαλαζωπό καπνό του φουγάρου του</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου γνέφει από τ&#8217; αντικρινά νερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μείναμε εμείς και τα θαλασσοπούλια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτά τραβούν από τ&#8217; αμπέχονο και θάβουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους νεαρούς της πατρίδος φρουρούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φλοπ! Φλοπ! Αραιές αστραπές</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξεδιπλώνουν τις μεγάλες παντιέρες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΤΩΝ ΚΕΛΑΗΔΙΣΜΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς περνούσαν της Ησυχίας τ&#8217; απόνερα</span><br />
<span style="color: #000000;">Έριξα τη βαλίτσα μου μέσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έβλεπα να την παίρνει το ρεύμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ&#8217; όλα τ&#8217; αηδόνια του ρουχισμού πεθαμένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όμως. Λαλώ με τα κόκαλα</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνον τον αιωνόβιο ψίθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Που μου έχει αναθέσει η φαντασία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέω, γυμνός είναι ο βουβός, όχι ο πένης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γύρω η πεδιάδα. Τα διάσπαρτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπίτια από σάρκα πελιδνή στο απόβραδο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο σκελετός του πάρκου μαυρισμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον πλένει με υπομονή το χιόνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το γέρικο αεροδρόμιο</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην επαρχιακή του καρτερία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοτσύφια, κάργιες, δρυοκολάπτες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Η γλώσσα πέτρινη, το ράμφος ανοιχτό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με κάθε περαστικό παζαρεύω</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον λυγμό, τον βήχα, το μούγκρισμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν να ήταν ο θρήνος το νόμισμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Που, όταν κυλά, αγοράζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά όταν κλωτσάει ο άνεμος</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν άρρωστο σκυλί την καρδιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το ουρλιαχτό που γεννήθηκα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ&#8217; αυτό απαντάω στα μουγκά πουλιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΕΝΑΗ ΠΡΕΜΙΕΡΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έφτασα νύχτα στην καμένη πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ&#8217; άλλους πολλούς που ακολουθούσαν το σήμα της:</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια τρίλια διαπεραστικής κραυγής</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν τραύλισμα σακατεμένου σκύλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στους δρόμους βούιζε ανειρήνευτο πλιάτσικο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλιούνια τρέχαν στα χαλάσματα που κάπνιζαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λεηλατήθηκαν ναοί και υπουργεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λάφυρο ως και του πρωθυπουργού</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι λινομέταξες παντόφλες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γάτοι με τις ουρές αναμμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">Χώνονταν έξαλλοι στην Εθνική Βιβλιοθήκη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φυτίλια οι τόμοι της Παλιγγενεσίας μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ως και το Θέατρο καιγόταν ακόμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο απ&#8217; τα παράθυρά του κυμάτιζε</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια γιγάντια χειρονομία ένα ποτάμι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί πετούσαν απ&#8217; το μαυρισμένο βεστιάριο</span><br />
<span style="color: #000000;">Κουστούμια άκαυτα, βαριά βελούδα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Μεταξωτά σαν τα φτερά των αγγέλων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα γοβάκια, οι πουέντ, οι κόθορνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">Χόρευαν με αυστηρή κομψότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κατά τις εντολές αρχαίων στίχων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλος, με την περούκα του άθιχτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Πουδραρισμένος με σοφία, βάδισε</span><br />
<span style="color: #000000;">Επάνω στα νερά ο Πρώτος Ρόλος.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΓΥΑΛΙΝΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ξημερώνει κουρασμένος Γενάρης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τον πρώτο καφέ ξεσπά η μπόρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φτιάχνει η βροχή γυναίκα από γυαλί</span><br />
<span style="color: #000000;">Στημένη πάνω από ένα κενοτάφιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έξω η πόλη επιμεταλλώνεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ&#8217; αστέρια εγγράφονται στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ&#8217; ευκρίνεια αλουμινίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπάζει τότε η γυναίκα και ενσαρκώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαζεύοντας μ&#8217; ένα φαράσι τα γυαλιά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Να αντέχουμε. Να ασκούμε την τέχνη μας</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ&#8217; ένα χαμόγελο που μοιράζει</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρώιμα μήλα με την γεύση του ουρανού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε μας θλίψη να ταφεί μ&#8217; επιμέλεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Αφού σάρωσε ό,τι ήταν να σαρώσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Και το σώμα βαρύ από την ύλη του</span><br />
<span style="color: #000000;">Να κάνει το επόμενο βήμα&#8221;.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αμμοβολή από αναρίθμητα τζάμια</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον ψίθυρό της αποκρυσταλλώνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαύρες τρέχουνε μακριά απ&#8217; τα θραύσματα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μνήμα τις πανικοβάλλει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι, τα τραύματα ηρεμούν κατά τη φύση τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μέσα από την αναπάντεχη διαφάνεια</span><br />
<span style="color: #000000;">Φέρνει το σάρωθρο την τάξη των δακρύων,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που λάμπουν όσο προχωράει το φως.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΤΕΜΜΑΤΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πάλεψα, πάλεψα να την σηκώσω</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτήν την νύχτα, πεσμένη κατάχαμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την έσυρα από τις μασχάλες, της έπλυνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πρόσωπο με τα ίδια μου τα χέρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου άρχισε πάλι το χαμόγελό της να πλανιέται</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη θλίψη, στη βιασύνη, στα χρήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως ένα πουλί πλανιέται ανάμεσα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε πέτρινους σταυρούς νεκροταφείου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σήκω, καλή μου, σήκω, σκοτεινή μου!</span><br />
<span style="color: #000000;">Όρθια δες των εγκοσμίων το θέαμα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Σπίτια που τα χαστούκισε η φλόγα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από ψηλά το ρολόι της Μητρόπολης</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοιτάζει σαν μάτι με γλαύκωμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τ&#8217; απομεινάρια της ρυμοτομίας</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μες στ&#8217; αποκαϊδια ψάχνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι υπουργοί τα βραβεία τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να ορθώσεις μέτωπο και ανάστημα</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν βασιλιάς που τον θρυμμάτισε η μοίρα του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ό,τι αγαπήθηκε ν&#8217; αγαπιέται για πάντα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως εκείνες οι ριπές χελιδονιών</span><br />
<span style="color: #000000;">Που διατρυπούν την ουράνια πλάκα</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς τ&#8217; ανοιγμένα στόματα των μικρών τους</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μες στο πρωινό αντιφέγγισμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στήνουν θρηνητικό πανηγύρι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμάται η πατρίς πάνω στον χάρτη της</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν παχύσαρκη γριά που ξεχειλίζει απ’ το φέρετρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κρεμάει ο νεωκόρος πάνω της</span><br />
<span style="color: #000000;">Του φεγγαριού την κερένια μάζα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εκείνο στάζει, στάζει ως τη χάση του</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τη βελούδινη ματιά του σκλάβου</span><br />
<span style="color: #000000;">Που υπηρετεί χωρίς να δίνει συγχώρεση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αυτό θ’ αποσυρθεί, αφού λιώσει,</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο πρώτο σκοτάδι της Γένεσης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δες πώς φέγγουν σκαρφαλωμένα στη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα κουφάρια των οικισμών και των θερέτρων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρεμασμένος από τη δοκό του δημαρχείου</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταλαντεύεται μετρώντας δευτερόλεπτα</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο αιρετός κοινοτάρχης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περιμένουμε να σημάνει χαράματα</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ένα τίναγμα των λουστρινιών του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όπως στη μούχλα που γλείφει τους τοίχους</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι σιλουέτες των αγγέλων εμφανίζονται,</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρατημένα τα άμφιά τους στα στασίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν ν’ άλλαξαν πουκάμισο τα φίδια</span><br />
<span style="color: #000000;">Σήπονται αργά κατά τους νόμους της αλήθειας</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν κανείς αλήθεια δεν χρειάζεται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν κάνει η απάτη ακατανόητο</span><br />
<span style="color: #000000;">Τον θάνατο ενός υπέρβαρου θεού.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΖΑ</span></strong></h4>
<h4 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Ακτή στο φως του χειμώνα (1996)</span></strong></h4>
<h5 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Ι</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">ΑΚΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ</span></strong></h5>
<p style="text-align: center;"><span style="color: #000000;">Μια φωτεινή παραβολή</span><br />
<span style="color: #000000;">Για συμπολίτες, εραστές και φίλους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Τρία αποσπάσματα)</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Το κορίτσι</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιστέψτε με, έφτασε χθες βράδυ, άκουσα καθαρά —εσείς κοιμόσασταν ήδη, εγώ τελείωνα για λογαριασμό μου το βιβλίο που σας διαβάζω— άκουσα καθαρά τον κραδασμό από το αγκυροβόλημα της πλατείας, κατέβηκα μάλιστα στο υπόγειο να δω μην έμπασε νερά. Όταν ανέβηκα, πήρα την πολυθρόνα μου από πλάι σας και τη μετέφερα σιγά σιγά στο παράθυρο. Δεν μου κόλλαγε ύπνος. Κι ύστερα ξέρετε πια πόσο αγαπώ το χειμώνα, τίποτε δεν μου κάνει συντροφιά γλυκύτερη από τις αστραπές και το κρύο. Τράβηξα λοιπόν την </span><span style="color: #000000;">κουρτίνα, εσείς είχατε κουκουλωθεί ως τ’ αυτιά. Και τότε τον είδα. Ανέβαινε φανερά κουρασμένος προς την ΑΚΤΗ, θα γνώριζα το βήμα του, το σουλούπι του, ακόμη και μετά από άλλα τόσα χρόνια, ακόμη και στο πιο πηχτό σκοτάδι. Τώρα όμως οι λάμπες του δρόμου έκαναν ακόμη αρκετή δουλειά. Έσερνε κάποιο δέμα ή κιβώτιο, κάθε τόσο τ’ ακουμπούσε και το εξέταζε. Δεν </span><span style="color: #000000;">ήθελα ούτ’ εγώ να το πιστέψω, μ’ έπιασε τρέμουλο, δείτε, και τώρα ακόμη τρέμω. Όμως στ’ αλήθεια πήγε στην ΑΚΤΗ, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Η πρώτη σκέψη μου, τ’ ομολογώ, ήταν να τρέξω κοντά του. Σας πονάω τώρα, μα δεν πρέπει να φαντάζεστε ότι σκέφτηκα να σας εγκαταλείψω. Θα γύριζα, θα σας ξυπνούσα, ξέρω γω; Αλλά δοκίμασα να σηκωθώ από την πολυθρόνα κι ήταν αδύνατο. Είχα βαρύνει σαν να μ’ είχαν δέσει με βαρίδια. Τα πόδια, τα χέρια, τη μέση μου, τα ’νιωθα εντελώς αγκυλωμένα. Το μόνο που δούλευε εντατικά ήταν ο νους μου: τον έβλεπα να προχωρεί στη ρεσεψιόν, να συναντά τον κύριο Ισίδωρο —αυτός τον αγαπούσε, κυρία, ποτέ δεν συμμερίστηκε την αποστροφή σας— ο κύριος Ισίδωρος θα τον θυμόταν, θα τον αναγνώριζε οπωσδήποτε, θα έβγαινε από τον πάγκο του σίγουρα, θα του άνοιγε τη γέρικη αγκαλιά του και δεν θα τον οδηγούσε στο δωμάτιο πριν από </span><span style="color: #000000;">ένα ποτήρι ζεστό γάλα. Τώρα θ’ ανέβαινε με το κουτί του στην κάμαρα, θα ήτανε ζεστά εκεί μέσα, και λίγο πριν να κλείσει τα μάτια του θα περνούσα ξανά από το μυαλό του. Γιατί δεν αμφιβάλλετε βέβαια, όσο κι αν αυτό σας τρομάζει, ότι για μένα γύρισε, για μένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Καθώς τα φανταζόμουν όλ’ αυτά βιδωμένη στην πολυθρόνα μου, άρχισε ξαφνικά να χιονίζει. Α, τι καλό σημάδι αυτό! Θα πέσουν οι αέρηδες, θα ησυχάσουμε, θα ομορφύνει όλος ο τόπος. Αν δεν φοβόμουνα μη σας </span><span style="color: #000000;">ξυπνήσω, θα άρχιζα να σιγοτραγουδώ. Το ’κανα βέβαια από μέσα μου, ένα γλυκό, χαρούμενο τραγούδι που σκάρωνα εκείνη τη στιγμή και που μιλούσε —τι παράξενο!— για ένα φτερό πουλιού που ξέκοψε, λέει, από το σώμα του μονάχο κι άρχισε να στριφογυρίζει στον αέρα. Ξέρω, ήταν το χιόνι που έβλεπα, οι εμπνεύσεις μου είναι πάντα τόσο φτωχές, ποτέ δεν κατάφερα να φτιάξω τραγούδια σαν εκείνα που γράφουν τα βιβλία σας, εκείνα με τα οποία μ’ έχετε αναθρέψει, όμως έχω πάντα καλή φωνή και δεν καταδέχτηκα ποτέ να τη δανείσου στα μεγαλεία των άλλων. «Τραγούδα μου ό,τι λέει η ψυχή σου», αυτό δεν μου λέγατε πάντα; Γιατί όμως, γιατί, Θεέ μου, όταν τραγουδούσα γι’ αυτόν, κλείνατε τα παράθυρά μας; Καλά, καλά, μην ταράζεστε, όμως ποτέ δεν έχει ακούσει τη φωνή μου, κανέναν δεν αφήνατε να μ’ ακούσει, και για τους άλλους ποιος σκοτιζότανε, όμως αυτός δεν έπρεπε να ξέρει αυτό το μεγάλο μου χάρισμα; Ω, δεν αγανακτώ, μην ταράζεστε, ποτέ </span><span style="color: #000000;">δεν λησμονώ τι σας χρωστάω, δεν είναι μόνο ευγνωμοσύνη, σύμφωνοι, είν’ αγάπη. Νομίζετε ότι θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που σας πρωτοείδα στην πόρτα του σπιτιού μας εκείνο το απόγευμα&#8230; Ο πατέρας μου είχε μόλις πεθάνει, ο σκύλος του τον παράστεκε εμβρόντητος με το μουσούδι πάνω απ’ το προσκέφαλό του. Εγώ καθόμουν έξω, στο σκαλί, μασουλούσα το ψωμί μου κι έφτυνα πότε πότε τα ψίχουλα για να τραγουδήσω κάτι. Σας βλέπω τότε με το μπλε σας φόρεμα και τα μαλλιά σας σηκωμένα ψηλά σαν μια φωλιά πάνω σε δέντρο. Με το λευκό σας μπαστουνάκι, αντί να βρίσκετε το δρόμο σας, κρατούσατε το ρυθμό του τραγουδιού μου. Πήρατε λίγο χώμα, μπήκατε, ρίξατε ήσυχα επάνω του κι ύστερα στραφήκατε σ’ εμένα. «Εσύ θα ’ρθεις μαζί </span><span style="color: #000000;">μου. Πάμε». Καθόλου δεν με τρόμαζαν τα μάτια σας, ολότελα λευκά σχεδόν κι όμως με κάποιο ιδιαίτερο βλέμμα. Τα προτιμούσα από τ’ άγρια μάτια του πατέρα μου, ύστερα κατακόκκινα απ’ τον πυρετό, τέλος σβησμένα. Τα δικά σας ήταν δυο σταλαξιές πηγμένο γάλα. Ακολούθησα. Θυμάμαι κάθε λουλουδάκι και κάθε αγκάθι που πάτησα κατεβαίνοντας από το βουνό. «Τα πόδια σου θα ξαναγίνουν τρυφερά», μου είπατε, «θα φορέσεις </span><span style="color: #000000;">παπούτσια». Δεν ξέρω γιατί, αυτό με φόβισε, μ’ άρεσε να σκουπίζω την πατούσα μου με την παλάμη πριν να κοιμηθώ, πρασινισμένη από τα χορτάρια, ήξερα άλλωστε πια να αποφεύγω τις κακοτοπιές. Όμως κατέβαινα στην πόλη πίσω από ένα τεράστιο μπλε φόρεμα κι έβρισκα το βήμα μου στο ρυθμό του μπαστουνιού σας και σε λίγο θα ήμουν εκεί που λένε πως κουνιούνται οι </span><span style="color: #000000;">δρόμοι και πως περνάνε μεγάλα νερά κάτω ακριβώς από τα σπίτια, πως έχει μήλα στα καφάσια αντί στα δέντρα και πως οι άνθρωποι φτιάχνουν με τα χέρια τους πράγματα που πουλάνε αντί να τρώνε. Δεν θα ξανάβλεπα ποτέ, ποτέ, το μεγάλο τριχωτό χέρι του πατέρα μου να σπρώχνει μπρος μου το πιάτο μου κι ύστερα να γυρίζει τη ράχη του βουλιάζοντας μπροστά στη φωτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Α, ποιος ξέρει πώς θα ήταν να πατήσω εκεί που υπάρχουνε μάρμαρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Ήταν κρύα. Πολύ κρύα. Γι&#8217; αυτό και όχι, εδώ που τα λέμε, επειδή εσείς επιμένατε, δέχτηκα και φόρεσα παπούτσια. Ω, δεν σημαίνει βέβαια αυτό ότι μπορούσε να σας αρνηθώ και κάτι. Και ποιος μπορεί; Όλοι αυτοί οι λογιστές κι οι δικηγόροι με τα γυαλιά και τα γκρίζα μουστάκια, όλοι αυτοί οι προμηθευτές της ΑΚΤΗΣ, που, σφίγγοντας τις τεράστιες κοιλιές τους μέσα στα σκούρα κοστούμια τους, περνούνε χρόνια τώρα από το σπίτι μας, δεν σας αρνήθηκαν ποτέ τους τίποτε, λένε όλο ναι και δίνουν εξηγήσεις και ούτε τολμούν να σηκώσουν τα μάτια τους προς το πηγμένο σας βλέμμα.<br />
Κι έτσι δεν </span><span style="color: #000000;">έχουν δει ποτέ καλά κι εμένα, από παιδί με κρατούσατε όρθια πίσω σας, μπορούσανε να βλέπουν μόνο τα κουμπιά της μπλούζας μου κι ωστόσο κάμποσοι τα κοίταζαν και αυτά κι έτσι σιγά σιγά με βάλατε καθιστή να </span><span style="color: #000000;">σκύβω πάνω από το εργόχειρό μου. Αλλά πάλι μου τρέμαν τα δάχτυλα, τα χάρτινα λουλούδια σκίζονταν ή γίνονταν κακότεχνα τότε, κι αυτό μπορούσε να σημάνει για σας το λόγο μιας ολονύχτιας θλίψης. Δεν τολμούσα να τρυπώσω στην αγρύπνια σας, λυπόμουν να σας φαντάζομαι όρθια μέσα στο δωμάτιό σας όλη νύχτα, πότε μπροστά στον καθρέφτη σας, πότε μπροστά στο τζάμι. </span><span style="color: #000000;">Ωστόσο δεν τολμούσα να μπω, ήξερα ότι βλέπατε καλά το πρόσωπό σας τη νύχτα, ότι μελετούσατε μία μία τις ρυτίδες του, ότι περνούσατε και σκουπίζατε συνέχεια ένα κραγιόν πάνω στα χείλη. Κανείς καλύτερα από σας </span><span style="color: #000000;">δεν θα μπορούσε να διακρίνει την κίνηση της νύχτας στο δρόμο, ποιος έμπαινε, ποιος έβγαινε στην ΑΚΤΗ, ποιος περπατούσε στους δρόμους. Εσείς, κρατώντας με τρυφερά από τους ώμους, με πήρατε μια νύχτα στο κρεβάτι σας και αραδιάζοντας πάνω στα σεντόνια μεταξωτά χαρτιά, πέρλες και κρέμες, βαζάκια με τονωτικά κι αρώματα, με μυήσατε στην τρομερή δύναμή σας. Μην κλαίτε, ξέρω, το ’χω χάσει πια το χάρισμα, εσείς πιστεύετε ότι εκείνος μου το πήρε, ίσως και να ’ναι αλήθεια αυτό, μα πώς αλλιώς θα τον έβλεπα αν δεν </span><span style="color: #000000;">σήκωνα λιγάκι το κεφάλι μου μέσα στο φως της ημέρας, την ώρα, αχ Θεέ μου, την ώρα που ακουμπούσα τις τσάντες μπρος από τον πάγκο του κυρίου Ισίδωρου κι εκείνος, βιαστικός όπως πάντα, ετοιμαζότανε να βγει</span><br />
<span style="color: #000000;">προς τα εμπορικά;</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Το αγόρι</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε φορά που χάνω το σώμα μου, ξέρω πως το ’χει πάρει αυτός. Ποτέ δεν θα σταματήσει λοιπόν να με κλείνει μες στη βαλίτσα του; Τι λογής πατέρας είν’ αυτός, που ποτέ δεν λογάριασε τη θέλησή μου; Ένα οποιοδήποτε πρωινό σηκώνεται, ετοιμάζεται, φεύγει. Πού πας; Δουλειές. Τι δουλειές; Τ’ άλλα παιδιά ξέρουνε όλα τι δουλειά κάνει ο πατέρας τους, πολλά τον έχουν </span><span style="color: #000000;">κιόλας δει να δουλεύει. Εγώ απομένω εδώ όσο λείπει και δεν ξέρω. Νιώθω μονάχα συνεχώς το κούνημα καθώς με κουβαλάει εδώ κι εκεί, με τον καιρό ξεχωρίζω πια κι αν μπαίνουμε σε τρένο ή σε πλοίο. Το πιο πολύ σε πλοίο μπαίνουμε, ακούω τη βουή της θάλασσας, είναι κάτι τεράστιο, κι αυτό κλεισμένο σε μια μεγαλύτερη βαλίτσα, στο μαντίλι μάλλον ενός γίγαντα που </span><span style="color: #000000;">τύλιξε εκεί μέσα τα πάντα, να βγει μια βόλτα στην εξοχή. Όπως μου τύλιγε κάποτε τα σταφιδόψωμα η κυρία Θεώνη. Η κυρία Ήβη δεν ξέρει από τέτοια, τίποτε δεν ξέρει αυτή, ούτε να στρώσει σωστά ένα τραπέζι, μ’ αφήνει και τα κάνω όλα μόνος μου, κανένας δεν το ξέρει αυτό, πως τα κάνω όλα μοναχός μου. Όλο παράπονα είναι το μάτι τους, πως τα κάνω όλα λάθος, πως δεν βγάζω το ψωμί που μου δίνουνε, πως μ’ έχουνε μαζέψει από τους δρόμους και να μην είμαι τεμπέλης κι αχάριστος. Δεν είμαι. Δεν είμαι! Εγώ τα κάνω όλα </span><span style="color: #000000;">σωστά, όπως μου τα ’μάθε η κυρία Θεώνη, προσέχω εγώ, η κυρία Ήβη όμως ποτέ της δεν ευχαριστιέται, θέλει να μ’ έχει δεμένο στη φούστα της, να δίνει όλο διαταγές, όλο θυμώνει η κυρία Ήβη. Δεν θέλει να της μιλάω λέει, εντάξει, δεν θέλει να της μιλάω, όμως σε ποιον να μιλάω εγώ; Χθες το ’σκασα, πήγα στα σπιτάκια που έχουνε βάλει τους φίλους μου, κάθισα απ’ </span><span style="color: #000000;">έξω, στο πεζούλι, και τους μίλησα. Σήμερα όμως χιονίζει, πού να πάω. Αν βάλω το παλτό και το σκούφο μου, θα τα λεκιάσει το χιόνι, και να στεγνώσουν, μένει ο λεκές. Κανείς δεν καθαρίζει τα ρούχα μου, δεν μπορώ </span><span style="color: #000000;">να τα φοράω λερωμένα, γίνονται πιο βαριά και δεν μπορώ πια να τα σηκώσω, θα με σκεπάσουν όλο καμιά μέρα. Πώς πετάμε τα άπλυτα το ένα πάνω στο άλλο, ποιος θυμάται ποιο είναι κάτω κάτω&#8230; Πώς θα με βρει ποτέ ο πατέρας μου; Εκείνος ήθελε να είμαι καθαρός, με χτένιζε, έστρωνε προσεχτικά τη χωρίστρα, «Είσαι ένα όμορφο, καλό παιδί», μου ’λεγε, μ’ έπαιρνε από το </span><span style="color: #000000;">χέρι και βγαίναμε μεγάλη βόλτα μέσα στην πόλη. Τι όμορφα που ήτανε τότε, τα μαγαζιά ήταν το πιο όμορφο απ’ όλα, τόσα μαγαζιά φωτισμένα, με ψεύτικους ανθρώπους πίσω από τα τζάμια να φοράνε καπέλα και γραβάτες, αληθινά καπέλα και γραβάτες. Άλλα με ψεύτικα πουλιά και δέντρα, στις μύτες τους κρατούσαν δαχτυλίδια, δύο μάλιστα κρατούσαν απ’ τις άκρες του ένα αληθινό περιδέραιο. Πιο κάτω ήταν ένα με παιχνίδια, ακατανόητα παιχνίδια από πηλό, σπάζανε αμέσως, όλοι το ’ξέραν, κανείς δεν τ’ αγόραζε, -πήλινα αλογάκια ή κάρα, κάτι μεγάλες πήλινες μέλισσες, ο πατέρας τις έλεγε σκαραβαίους. Κανένας δεν τα αγόραζε, τους έσπαζαν, του πατέρα δεν του σπάσανε ποτέ, τα ’παίρνε τυλιγμένα στο χαρτί, μου τα ξετύλιγε, «Παίξε», μου έλεγε, «είναι για να παίζουμε. Παίξε». Πώς να παίξω μέσα στο δρόμο, τουλάχιστον αν ήταν κι οι φίλοι μου, μ’ έπιανε μια ντροπή, τι να κάνω, κατέβαζα τα μάτια στη γη, ντρεπόμουνα να παίζω ολομόναχος εκεί, καταμεσής του δρόμου. Όταν ξανασήκωνα τα μάτια, δεν ήταν πια εκεί τα πήλινα έντομα, ούτε το χέρι του πατέρα μου ένιωθα, με κρατούσε ακόμη κι ωστόσο ήταν σαν να το είχε χώσει μες στην τσέπη. Συνεχίζαμε τον περίπατό </span><span style="color: #000000;">μας, τώρα στεκόμασταν μπροστά στα υφασματάδικα, χιλιάδες τόπια αραδιασμένα στα ράφια, μπαίναμε μέσα να αναζητήσουμε ύφασμα για μια φορεσιά για μένα. Δεκάδες γυναίκες εκεί, όλο γυναίκες συνωστίζονταν εκεί μέσα, νέες με τούλι στα καπέλα τους, άλλες ώριμες, μ’ ένα βαρύ γουναρικό γύρω από τους ώμους, άλλες σχεδόν αφανισμένες από τα γεράματα κι όμως στημένες πάνω στα μαύρα τους μποτίνια, ψάχναν με δάχτυλα γεμάτα δαχτυλίδια την ποιότητα ενός υφάσματος. Υπάλληλοι μικροσκοπικοί και γρήγοροι τους κατέβαζαν πότε το ’να, πότε τ’ άλλο, χαμογελούσανε ζωγραφιστά, όπως οι πήλινοι σκαραβαίοι, ψαλίδιζαν, μετρούσαν, διπλώνανε. Όταν εμείς μπαίναμε μέσα, στην αρχή δεν άλλαζε τίποτε, λίγα λεπτά μετά όμως, η μία μετά την άλλη, όλες κοιτούσανε κλεφτά τον πατέρα, πάλι γύριζαν </span><span style="color: #000000;">στη δουλειά τους, πάλι τον κοιτάζανε, οι υπάλληλοι αργοπορούσαν. Έσβηνε σιγά σιγά το μπογιατισμένο τους χαμόγελο, εγώ καλά καλά δεν τους έβλεπα πίσω από μια τέτοια μουντζούρα, όλοι κοιτούσανε κλεφτά τον πατέρα. Το ήξερα πως ήτανε όμορφος, εγώ όμως δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί, κι εγώ είχα ίδια μαλλιά, ίδια μάτια, κανείς δεν με κοιτούσε εμένα, με σπρώχνανε, τάχα αθέλητα, για να βρεθούνε λίγο πιο κοντά του. Μπορεί στ’ αλήθεια και να μη με βλέπανε, τόσο στένευε γύρω μας ο κύκλος που δεν τους έβλεπα κι εγώ, μόνο φούστες μεταξωτές ή βελούδινες, μαύρα λεία παλτά, παπούτσια και παπούτσια με κουμπώματα χρυσά και με φιόγκους. Τραβούσα τότε το σακάκι του, ήθελα να με πάρει αγκαλιά, δεν μπορούσα να ανασάνω εκεί κάτω. Ποτέ δεν με πήρε. Σερνόμουν όπως όπως στα πόδια του, τραβούσα το σακάκι του, άκουγα να ’ρχεται από ψηλά η φωνή του: «Θέλω κάτι πολύ απαλό<br />
για το </span><span style="color: #000000;">παιδί, κάτι πολύ ελαφρύ, κάτι που να μη λερώνει». Ποτέ δεν φόρεσα εγώ καινούριο ρούχο. Πάντα μ’ αυτά περπατούσαμε, μ’ αυτά που φοράω και τώρα, μένουνε πάντα καθαρά γιατί ποτέ δεν βγαίνω έξω όταν χιονίζει ή όταν βρέχει, δεν κάθομαι να παίζω καταγής. Από το δήμαρχο δεν ζήτησα άλλα, με βάλαν στη δουλειά και δεν μου φτιάξανε μια φορεσιά για τη δουλειά μου, η </span><span style="color: #000000;">κυρία Ήβη φορά, φορά την κάτασπρη ποδιά της κυρίας Θεώνης. Η δύστυχη η κυρία Θεώνη&#8230; «Πρέπει ν’ αφήσεις το παιδί ήσυχο», του έλεγε, «ή παρ’ το πια μαζί σου για πάντα. Κοίτα τα μάτια του, αυτό κλαίει, κρυφά από σένα κλαίει, δεν καταλαβαίνεις;» Έσκυβε αυτός το κεφάλι και δεν μίλαγε, ποτέ του δεν της απαντούσε, καθόταν εκεί, πλάι στον πάγκο της, με το κεφάλι σκυμμένο. Άνοιγε τότε το ντουλάπι και του ’δίνε κάτι που μύριζε γλυκύτατα, του ’σπρώχνε μπρος του ένα ποτήρι κρασί, εκείνος σήκωνε τα μάτια του —δεν ξέρω, νόμιζα πως τη φιλούσε τότε— και τα χαμήλωνε χωρίς ν’ απαντήσει. «Άφησε το παιδί ή παρ’ το», του ’λεγε πάλι εκείνη σιγανά, «θες δε θες, ο καιρός θα περάσει. Δες, εγώ απόκτησα κόρη κι η κόρη μου άλλη,<br />
να τη εκεί, </span><span style="color: #000000;">αυτό το παχουλό κουτό κορίτσι». Τότε καθότανε κι εκείνη, φαινότανε κουρασμένη ξαφνικά, με τράβαγε γλυκά πάνω στα πόδια της κι άρχιζε αργά αργά να με χορεύει μουρμουρίζοντας κάτι θολό. Ο πατέρας μου έριχνε το κεφάλι πάνω στον πάγκο της, έβλεπε μοναχά τα μαλλιά του, πυκνά κατάμαυρα μαλλιά, κανένας άλλος άντρας μες στην πόλη δεν είχε τα μαλλιά του πατέρα μου. Οι μυρωδιές κι οι άχνες της κουζίνας σταματούσανε στον αέρα και τους τρεις μας, μονάχα τους τρεις μας, μας κούναγε γλυκά κάτι τεράστιο, κάτω απ’ </span><span style="color: #000000;">το πάτωμα περνούσε, το άκουγα, κάτι κλεισμένο στο μαντίλι ενός γίγαντα, που ’χε τυλίξει μέσα κει τα πάντα και πήγαινε μια βόλτα στην εξοχή.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Ο κύριος Ισίδωρος</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμηθείτε. Ύπνο γλυκό, χρυσά μου, ύπνο γλυκό. Εγώ είμ’ εδώ, κοιμηθείτε. Τώρα γυρίζει πίσω στη μάνα του, Αύριο πάλι. Άλλη δεν έχει αυτός στον κόσμο από την Ήβη, ας τον μαλώνει, κάνει η Ήβη για μάνα του, με το</span><br />
<span style="color: #000000;">καιρό θ’ αγαπηθούνε οι δυο, θα δείτε. Αυτή γι’ αυτόν, εγώ για σας. Ύπνο γλυκό, εγώ είμ’ εδώ, κοιμηθείτε, Αύριο πάλι, αύριο πάλι, χαζοπούλια μου. Κοιμηθείτε. Το μέτωπο στη γη, όοολοι, έτσι&#8230;</span></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">ΦΩΝΕΣ ΑΠΟ ΚΑΤΩ</span></strong></h5>
<p style="text-align: center;"><span style="color: #000000;">Δέκα σκοτεινά παραμύθια</span><br />
<span style="color: #000000;">Για ζώα, για πουλιά και για κτίσματα</span></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΦΙΛΟΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Οταν ψόφησε το άλογό μας, πήγε η ψυχή του στο Θεό και του ’πε: «Πού είναι το δικό μου παχνί;» Ο Θεός χαΐδεψε τα μακριά του γένια ντροπιασμένος: ολόκληρος κήπος και δεν είχε ούτε μια γωνιά για το άλογο. «Σύρε», του λέει, «κι όπου βρεις, να μείνεις». Βάδιζε, βάδιζε το άλογο, βρήκε ανάμεσα σε δύο </span><span style="color: #000000;">σύννεφα μια βρύση. Γύρω δεν έβλεπε ψυχή. «Όχι εδώ», λέει τότε, «δεν θα με βρει εδώ ο αφέντης μου». Πίνει και φεύγει. Βάδιζε, βάδιζε, φτάνει στη μέση τ’ ουρανού, βρίσκει ανάμεσα σε δύο σύννεφα τα χάμουρά του πεταμένα. Σκύβει θλιμμένο να τα οσμιστεί, γλιστρούν εκείνα, πέφτουν, πέφτουν, φτάνουνε πάλι στη γη. Να τα, μπροστά μου εδώ, τα παίρνω και τα κρατώ και τα κοιτώ και το ξέρω: το άλογό μου είναι πάντα πάνω κει.</span></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Ο ΚΥΝΗΓΗΜΕΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μόλις που είχαμε προλάβει να κλείσουμε την καταπακτή και να τραβήξουμε από πάνω της το χαλί και το κρεβάτι του αρρώστου, όταν μπήκαν οι στρατιώτες στο σπίτι. Χτύπησαν πρώτα βροντερά την πόρτα κι όσο να πω να ξεκλειδώσω, είχανε ήδη ορμήσει μέσα με τα όπλα τους καταπάνω μας. «Πού είναι;» φώναζε ο επικεφαλής. «Πού είναι;» «Δεν ξέρω», ψιθύρισε η μητέρα, ενώ τα δύο μικρά κρύβονταν κιόλας με κλάματα στις φούστες της. Ο επικεφαλής ήρθε με μια δρασκελιά κοντά μου, μ’ άρπαξε από τα μαλλιά, κόλλησε το κεφάλι μου στον τοίχο. «Πού είναι;» Η μάνα σκέπασε με τις </span><span style="color: #000000;">παλάμες της τα μάτια των μικρών και στύλωσε πάνω μου τα δικά της. «Δεν ξέρω», ψιθύρισα. Βρέθηκα μ’ έναν μπάτσο καταγής, σηκώθηκα, ακούμπησα ξανά στον τοίχο. Ο επικεφαλής πλησίασε στο κρεβάτι. «Είναι άρρωστος», του είπε καθαρά η μάνα. Αυτός του σήκωσε απότομα τα μαξιλάρια, τον έφερε κάτω από το πρόσωπό του. Καθώς τα χέρια του αρρώστου κρεμάστηκαν και ο </span><span style="color: #000000;">ρόγχος του δυνάμωσε αμέσως, τον άφησε να πέσει πάλι με μια έκφραση βαθιάς αποστροφής. «Πού είναι;» ούρλιαξε ξανά. «Όλοι τον είδαν που τριγύρναγε εδώ, ήτανε πληγωμένος γερά, δεν μπορεί να ’χει πετάξει». Και μ’</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα νεύμα διέταξε τους στρατιώτες του ν’ αρχίσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Το καθετί μέσα στο σπίτι ρημάχτηκε. Πετάχτηκε έξω ως κι ο ρουχισμός απ’ τις ντουλάπες, τα κάδρα από τους τοίχους ξεκρεμάστηκαν, ψηλάφησαν, έψαξαν ρημάζοντας κουζίνα, υπνοδωμάτια, δώμα. Ύστερα βγήκαν στην αυλή, ξήλωσαν την αποθήκη σε σανίδες, πέταξαν σπίρτο κι άναψαν φωτιά. Άρχισαν να πετούν εκεί μέσα τα πράγματα που δεν είχαν σπάσει, έπιπλα, αγαλματίδια, βιβλία, ως και πιατικά. «Πού είναι;» ούρλιαζαν. «Πού είναι; Τον βρήκατε, τον περιποιηθήκατε, εδώ είναι. Ζωντανός στο βουνό δεν θα γυρίσει». Η μάνα έσφιγγε κοντά της τα μικρά και τα χε καταφέρει να</span><br />
<span style="color: #000000;">σωπάσουν, όταν άρχισαν να πετούν στη φωτιά ένα ένα τα ζώα της αυλής μας, όσα δεν πρόλαβαν να το σκάσουν. Κάηκαν ζωντανά τα κλωσόπουλα, που έπαιζε ο Απόστολος, και το κουνέλι της Μαρίας, ενώ το άλογο το πυροβόλησαν πρώτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Θα είχε έρθει κι η σειρά μας, όταν έσβησε στο προσκέφαλό του ο άρρωστος. Οι στρατιώτες ειδοποίησαν το διοικητή κι εκείνος έδωσε την εντολή: «Πάρτε από δω το κουφάρι!» Τον σήκωσαν με το κρεβάτι του μαζί, θέλοντας, ποιος ξέρει πώς, να τον προσβάλουν, το χαλί μπλέχτηκε στα πόδια τους και φάνηκε η καταπακτή. Μ’ απίστευτα ουρλιαχτά και χάχανα στριμώχτηκαν επάνω απ’ το κρικέλι. Με δύο πυροβολισμούς στον αέρα ο διοικητής επέβαλε την τάξη. Ύστερα αστράφτοντας από οργή και ευτυχία το τράβηξε δυνατά. Στο άνοιγμα της καταπακτής —Θεέ μου, Θεέ μου, αν έφτιαξες τους αγγέλους για μας&#8230;— ο αετός μας ήταν κιόλας εκεί, γραπωμένος με τ’ αγκίστρια των νυχιών του από τη δοκό, με τις τεράστιες φτερούγες του ορθάνοιχτες, με μάτι ζωηρό, ολόλαμπρο, με το βασιλικό λοφίο του ανάτριχο, με το γάντζο του ράμφους του ανοιχτό. Άστραφτε μες στο μισοσκόταδο πάνω στα ολόφτερα, παντοδύναμα πόδια, σάμπως να ήτανε μόλις λουσμένος σε όλη τη δροσιά των αστραπών, σάμπως μόλις να ’χε τινάξει από το σκοτεινόξανθό του φτέρωμα το φρέσκο γεναριάτικο χιόνι. Τινάχτηκαν όλοι τους πίσω. Ο αετός μας —Θεέ μου, Θεέ μου, δεν ακούς πια, δεν βλέπεις, </span><span style="color: #000000;">δεν νοιάζεσαι&#8230;— όρμησε, γιατρεμένος πια, προς το άνοιγμα, πλαταγίζοντας τις σπάθες των φτερών του πάνω από τους πεσμένους διώκτες του. Διέσχισε το δωμάτιο, χύθηκε έξω. Χτυπώντας πάντα τα φτερά σαν φοινικόκλαδα, υψώθηκε στον αέρα και χάθηκε προς το βουνό το φορτωμένο πάγους, προς το δάσος. Τρέξανε πίσω του εκείνοι τουφεκώντας με απόγνωση, ώσπου έγιναν κάτι κουκίδες που τις ξεχώριζες μονάχα από τους κρότους και τη λάμψη των πυκνών τους πυροβολισμών.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Το σπίτι μας γίνηκε στάχτη. Εμείς, αφού θάψαμε τον πεθαμένο, πήραμε ένα μπιτόνι νερό και ξεκινήσαμε πεζή για το δάσος.</span></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΥΡΩΔΑΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μόλις γύρισε από τη δουλειά ο θείος Ισίδωρος, πέταξε παλτό και παπούτσια, έπλυνε πρόσωπο και χέρια με θόρυβο κι ύστερα στάθηκε στη μέση της κουζίνας και είπε: «Θα τον στείλουμε πίσω, στ’ αδέλφια του». Η θεία πήγε να σβήσει. «Τι λες;» ψέλλισε. «Τι λες τώρα;» «Είπα, θα πάει με τους άλλους». «Και θ’ αφήσουμε το σπίτι ορφανό;» «Το σπίτι είναι ορφανό», ύψωσε τη φωνή ο θείος Ισίδωρος και σωριάστηκε σε μια καρέκλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Η θεία κάθισε κι εκείνη. Για λίγη ώρα δεν μίλησε κανείς. «Βάλε να φάμε», μουρμούρισε τέλος ο θείος. Η θεία, σαν σε ομίχλη, υπάκουσε. Κανένας τους δεν άγγιζε το πιάτο. «Είναι μήνας τώρα που τον έχουμε εδώ. Θα συνηθίσει. Θα γυρεύει να μείνει». «Ας μείνει. Τόπο δεν πιάνει». «Οι άλλοι τον γυρεύουνε, το ξέρεις. Κλαίνε και τον γυρεύουνε. Δεν μπορούμε να χωρίσουμε τα παιδιά». «Δεν τα χωρίσαμε εμείς, Ισίδωρε». Χτύπησε το χέρι, του στο τραπέζι: «Μη μιλάς πια γι’ αυτό σου είπα. Τώρα είναι όλοι πάλι μαζί. Και μόνο τούτος είναι χώρια». Η θεία έσκυψε το κεφάλι. Πέρασε ώρα. Τέλος η σιωπή μύρισε από το πουκάμισό μου. «Το πουκάμισό του μοσκοβολάει», τόλμησε πάλι η θεία. Ο θείος έριξε το πρόσωπο στα χέρια του. «Άννα», είπε σιγανά τώρα, «δεν είναι εδώ μέρος για παιδιά. Είμαστε γέροι πια, δεν το βλέπεις;» «Όχι και τόσο γέροι, Ισίδωρε. Σε πήραν στη δουλειά, το είδες». «Δεν έχουν άλλους τώρα». «Εμένα η μάνα μου έζησε πολύ». «Κι εμένα». «Βλέπεις; Άσ’ το παιδί στο σπίτι, Ισίδωρε». «Το παιδί το γυρεύουν τ’ αδέλφια του σου είπα». «Η μάνα κι ο πατέρας του όμως όχι». «Δεν έχω μήνυμά τους, είν’ αλήθεια. Μα για να το γυρεύουν τ’ αδέλφια του&#8230;» «Η αδελφή σου θέλει που είναι εδώ, το νιώθω. Κι αυτό το θέλει. Μύρισε! Μύρισε!» Του άρπαξε το χέρι και το ’σφίξε. Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά. Το πουκάμισό μου μοσκοβολούσε πάλι δυνατά. Ο θείος Ισίδωρος έσπρωξε το πιάτο του. Έκανε την καρέκλα του πίσω. Η θεία τα μάζεψε όλα και τα γύρισε ξανά μες στην κατσαρόλα. Άρχισε να του φτιάχνει τον καφέ του. Του τον έφερε και μαζί τα τσιγάρα του. «Καλό παιδί», ψιθύρισε ο θείος Ισίδωρος τραβώντας την πρώτη ρουφηξιά. Άναψε αργά το τσιγάρο. «Καλό παιδί», είπε κι εκείνη μ’ ελπίδα. «Μας νοιάζεται, μας τιμά. Μας έχει καλύτερα από μάνα και πατέρα». Ο καπνός γυρόφερε λίγο την </span><span style="color: #000000;">καράφα κι άρχισε ν’ ανεβαίνει ψηλά. Τα φρύδια του θείου έσμιξαν σε σκέψη που δεν κατάφερνε να ξεμπλεχτεί. «Πάψε. Σε τύφλωσε ο εγωισμός. Το παιδί θέλει τ’ αδέλφια του». Έσβησε το τσιγάρο του μισό και ήπιε με θόρυβο το νερό του. «Να του ετοιμάσεις το στάρι του». Έλυσε τότε την ποδιά η θεία Άννα και την απίθωσε στη ράχη της καρέκλας. Ύστερα κρέμασε το κεφάλι της </span><span style="color: #000000;">στο στήθος κι άρχισε ένα κλάμα μουγγό, χτυπώντας μόνο πότε πότε τα χέρια της πάνω στα γόνατα. Ο θείος Ισίδωρος ξανάναψε τσιγάρο και στύλωσε το βλέμμα του στο μάρμαρο του νεροχύτη. Σε μια ραγισματιά μαζευότανε σκουριά και αλάτι. Πέρασε τα χοντρά του δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του, στέναξε κι έσβησε πάλι το τσιγάρο του μισό. Ύστερα σηκώθηκε δύσκολα κι άνοιξε το μικρό παράθυρο, ακόμη νοτισμένο από την κατσαρόλα. Μπήκε αγιάζι τσουχτερό. Η θεία Άννα σφίχτηκε στο σάλι της. Εκείνος ξανακάθισε βουβός. Βάλθηκε να σουρώνει με τα δάχτυλα μια γωνιά της ξεχασμένης του πετσέτας. «Να του ετοιμάσεις το στάρι του», ξανάπε τέλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Εισπνέοντας τότε άπληστα τον καθαρό γεναριάτικο αέρα, φούσκωσε το πουκάμισό μου, μοσκοβόλησε και, οδηγημένο από τη λαχτάρα του γυρισμού, μα πιο πολύ από συμπόνια κι αγάπη, άπλωσε τα μανίκια και άρχισε να πετά προς το ανοιχτό παραθύρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τους αποχαιρετούσα περνώντας πάνω από τα γκρίζα κεφάλια τους, που ανάγειραν να μ’ αντικρίσουν μια τελευταία φορά, κι ανακατώνοντας μια ιδέα τα μαλλιά τους. Ύστερα βγήκα απ’ το παράθυρο, διέσχισα τη μισοκαμένη πόλη κι αφού ταξίδεψα ώρες και ώρες, έφτασα κάποτε στο λόφο όπου βρισκόμουνα κι εγώ κι η μάνα κι ο πατέρας και τ’ αδέλφια μου και δώδεκα συχωριανοί μου που δεν άντεξαν ημερών πορεία στο χιόνι,<br />
όπως μας </span><span style="color: #000000;">σήκωσαν απ’ τα κρεβάτια μας, μόνο με τα πουκάμισά μας. Βρήκα και σκάλωσα στο θάμνο, απ’ όπου μ’ έσυρε στην ξενιτιά η θεία Άννα. Παράξενο, ήταν ακόμη γεμάτος με τα μικρά μικρά θαλασσιά λουλουδάκια του.</span></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong><span style="color: #000000;">Ο ΦΟΥΡΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μετά τις πρώτες βροχές ακολούθησε μεγάλη κατολίσθηση κι όλος ο οικισμός καταπλακώθηκε μαζί με τους λιγοστούς του κατοίκους. Τα συνεργεία διάσωσης μόχθησαν δυο τρεις μέρες, ύστερα οι νέες βροχές ματαίωσαν κάθε άλλη προσπάθεια και μόνο μήνες αργότερα, όταν ο τόπος στέγνωσε και καθαρίστηκε, ο ιερέας του γειτονικού χωριού φρόντισε για την ταφή των οστών των θυμάτων. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε στα ερείπιά του και ο τόπος παραδόθηκε στη βοσκή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χειμώνα, που έφευγαν τα κοπάδια, νερά και χιόνια ανανέωσαν το χόρτο και σύντομα ούτε τα ερείπια δεν διακρίνονταν, το καθετί καταχώθηκε κι ο αέρας ακουμπούσε θάμνους. Μόνος που σώθηκε ένας φούρνος. Χτισμένος πάνω σε μικρό βράχο που ξεφύτρωνε, φαίνεται, μέσα στην ίδια την αυλή του πλακωμένου σπιτιού, δεν απειλήθηκε από τα χόρτα. Κι όταν ο τόπος όλος έγινε μια χορταριασμένη μαγούλα, ο φούρνος απόμεινε έξω, παράταιρος, με σκουριασμένη πια την πόρτα του αλλά το μάνταλό της στη θέση του. Βέβαια, αν το άγγιζε απρόσεχτο δάχτυλο, θα γινότανε κι εκείνο σκόνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όταν το φούρνο τον σκεπάζανε τα χιόνια, όπως το καθετί τριγύρω, η πόρτα αυτή θαρρούσες ότι έφραζε λαγούμι προς την καρδιά του βουνού, όπου, αν χωνόσουν, έφτανες σε τόπο μαύρο και πυρακτωμένο. Το καλοκαίρι όμως έμοιαζε φιλόξενος, καθώς τον σκαρφαλώναν τα κατσίκια και στέκονταν για λίγο στην καμπούρα του σαν σε καλό παρατηρητήριο, απ’ όπου μπορούσανε </span><span style="color: #000000;">να μετρήσουνε ένα ένα τα ραδίκια μες στα σπάρτα. Η φυσική του πέτρινη βάση, κάποτε ασπρισμένη κι αυτή, ξανάχε πάρει με τα χρόνια τα χρώματα των πετρωμάτων της. Κουβάλαγε μ’ απέραντη εγκαρτέρηση το άχρηστο χτίσμα, σαν να ήξερε πως δεν θα το σκεπάσουν παρά οι αράχνες που θα βγουν από μέσα του όταν ολόκληρο κατοικηθεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Χειμώνα καλοκαίρι, χειμώνα καλοκαίρι αυτό, ένα πρωί η σκουριασμένη πόρτα έπεσε. Μια γραμμή από αραιή κόκκινη σκόνη μονάχα έφραζε τώρα το στόμιο. Κι όπως φυσούσε ένα βοριαδάκι, καθόλου ασυνήθιστο τις τελευταίες ημέρες του Μάρτη, γρήγορα σκόρπισε εδώ κι εκεί τη σκόνη, εκτός από κάτι μικρά κομμάτια από το άγκιστρο του σύρτη. Αυτά είχανε κάμποση ύλη </span><span style="color: #000000;">ακόμη μέσα τους για ένα κουδούνισμα πάνω στο βράχο. Παράξενο, δεν είχε αράχνες. Το φως, τρυπώνοντας ανυπόμονα μέσα στο σκοτεινό του κουβούκλιο, το ’δείχνε καθαρό καθαρό, σχεδόν σαν μόλις σκουπισμένο, εκτός </span><span style="color: #000000;">από μια δυο χούφτες στάχτη, κι αυτή όμως καλά σαρωμένη σ’ ένα μικρούλη σωρό. Νοικοκυρεμένα πυρότουβλα, όπως έπρεπε αρμοσμένα, μαύρα βέβαια από την παλιά τους χρήση, κλείνανε γύρω γύρω κι από πάνω ένα πρώτης τάξεως σπίτι, τουλάχιστον για τα τεμπέλικα ζώα, και η φουσκωμένη, στρεβλή μα όχι σάπια ακόμη πινακωτή, που είχε αποτεθεί στην άκρη, μπορούσε να ’ναι μια χαρά το κρεβάτι τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">   Όταν ο φούρνος κατοικήθηκε πάλι, όλος ο οικισμός πέρασε πλέον σε νέα φάση της ιστορίας του. Μόνο που δεν την ξέρουμε ακόμη, γιατί όταν τρώμε το ψωμί, μόνο την πείνα μας χορταίνουμε.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2 style="text-align: center;"><strong> <span style="color: #000000;">Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ</span></strong></h2>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΕ ΑΒΑΡΕΣ ΦΑΛΤΣΕΤΟ</strong></h5>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 25/5/2024</p>
<p>Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ώριμη από καιρό και ακάματη θεραπαινίδα του λόγου έχει χαράξει τη δική της πορεία – σημαντική και ανυπόκριτη – στη σύγχρονη ελληνική ποίηση εκπροσωπώντας κατά το μερτικό της τη γενιά του ʼ70 και, παράλληλα, ξεφεύγοντας από τα στενά γραμματολογικά όρια της γενεαλογικής κατάτμησης της λογοτεχνίας, καθώς συνεχίζει με το έργο της και τη φυσική της παρουσία να πλουτίζει τόσο την προσωπική της συγκομιδή όσο και αυτή της ποίησης πειραματιζόμενη με ποικίλους τρόπους και μέσα και πάνω απ’ όλα με των λέξεων το βάρος. Έτσι πολύ πρόσφατα, κυκλοφορήθηκε από τις εκδόσεις Θράκα το 17ο ποιητικό της βιβλίο, όπου το εξώφυλλο κοσμεί το ακρυλικό σε καμβά έργο του Αμερικανού εξπρεσιονιστή Paul Jenkins (1923-2012) Phenomena Kwan Yin του 1969. Το βιβλίο φέρει τον παιγνιώδη και κάπως απρόσμενο τίτλο Σε αβαρές φαλτσέτο, συνοδευμένον με τον παραμυθητικό υπότιτλο μουσικές και ιστοριούλες για σφύριγμα. Το φαλτσέτο, εν συντομία, είναι φωνητική τεχνική που επιτρέπει στον τραγουδιστή να τραγουδάει νότες οξύτερες από την κανονική του φωνητική έκταση. Συνοδευμένο από το επίθετο «αβαρής», θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η ποιήτρια βλέπει τους στίχους της υπό το πρίσμα μιας ανάλαφρης – ίσως και αμήχανης – παιγνιώδους διάθεσης, όπου επιχειρεί να υπερκεράσει τα όποια φυσικά ή βιολογικά εμπόδια και να διατρανώσει τη δική της αλήθεια, όπως αυτή έχει σμιλευθεί στο πέρασμα των χρόνων. Γι’ αυτό είναι συχνή η αναφορά ή, καλύτερα, η επιστροφή της στα χρόνια που τόσο γρήγορα πέρασαν, τα οποία πλέον γυρνούν ως μνήμες τσιγκλώντας το θυμικό της και ωθώντας την να τραβήξει από την τσέπη της τη φαλτσέτα της ποίησης, ώστε να πολεμήσει τον παλιό εαυτό και να εμπεδώσει την αυτοκυριαρχία του τωρινού εαυτού της. Το κοφτερό μαχαίρι των στίχων της, επομένως, τής επιτρέπει να ξεστομίσει με φωνή στην αρχή άναρχη και άναρθρη αλλά στην πορεία στιβαρή και μεστή νότες μελωδικές που υπερβαίνουν σε έκταση τη φθαρτότητα και τη θνητότητα της ύπαρξής της – τις οποίες έτσι κι αλλιώς αποδέχεται και περιφρονεί – αλλά συνταιριάζουν απόλυτα με την ανάγκη και τον αγώνα να διατηρήσει άσβεστη τη φλόγα του πνεύματός της.</p>
<p>Το βιβλίο περιλαμβάνει 48 ποιήματα εκ των οποίων τα περισσότερα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και καλύπτουν την έκταση 24 στίχων έκαστο κατά μια σχεδόν εμμονική και αυτοπροκαλούμενη τάση της ποιήτριας, κάποια είναι γραμμένα σε ομοιοκατάληκτο και, κυρίως, ρυθμικό στίχο (τα οποία, συνήθως, επιγράφονται ως «τραγουδάκια») και κάποια ποιητικά κείμενα μοιάζουν περισσότερο με μικροσκοπικά διηγήματα, τα οποία όμως δεν στερούνται ποιητικότητας, άρα θα μπορούσαμε κάλλιστα να τα θεωρήσουμε πεζά ποιήματα. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι τα ποιήματα είναι τοποθετημένα στο βιβλίο με τρόπο τέτοιον, ώστε να δίνεται η εντύπωση μιας αόρατης κλωστής που τα συνέχει και τα συγκρατεί μεταξύ τους, τουλάχιστον από άποψη θεματική. Όσον αφορά στην ποιητική γλώσσα της Χριστοδούλου, αυτή διακρίνεται από την έντονη υπαινικτική και ελλειπτική υφή της, καθώς και από την ανατρεπτική – στους καταληκτικούς στίχους των ποιημάτων – διάθεση. Γενικότερα, στα ποιητικά της κείμενα η Χριστοδούλου διανύει μια απόσταση μεταξύ του οικείου και του ανοίκειου, μεταξύ του ρεαλιστικού και του φανταστικού ή σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και του μαγικού. Άλλωστε, ως προς την επίρρωση αυτής της θέσης λειτουργεί η προσφιλής ακροβασία της ποιήτριας μεταξύ ζωής και θανάτου, ύπαρξης και ανυπαρξίας, πραγματικότητας και ουτοπίας. Γι’ αυτό κάποιες φορές βλέπουμε στα ποιήματά της το ρεαλιστικό να μην είναι ρεαλιστικό και το φαντασιακό να αποδεικνύεται αληθινό μέσω των λεκτικών συνάψεων που δημιουργεί. Κάποια από τα ποιητικά κείμενα του βιβλίου προσιδιάζουν στο δημοτικό τραγούδι και τα λαϊκά παραμύθια των οποίων η σοφία κρύβεται στο επιμύθιό τους‧ ένα επιμύθιο το οποίο προετοιμάζεται από τους εναρκτήριους στίχους και θεμελιώνεται προοδευτικά. Ας φωτίσουμε το ποίημα «Αγροτοποιμενικόν» (σ. 11): «Όταν εστέφθη βασιλεύς ο κοινοτάρχης μας/ Χαρές κι ελπίδες στο δύσμοιρο χωριό μας./ Καταχωνιάσαμε τα ματωμένα πουκάμισα/ Και νύχτα μέρα μ’ ενθουσιασμό μελετούσαμε/ Τη γλώσσα, το ανάστημα, τη βάδιση/ Του λαμπρού μέλλοντός μας./ Θα σηκώναμε το βλέμμα ο ένας στον άλλο!/ Θα γευόμασταν τη σιωπή ως πιθανότητα!/ Το γάλα θα ήταν αρκετό και για το φίδι/ Προτού το διώξουν τρομαγμένο μακριά/ Της φιλαρμονικής οι λαμπρές παρελάσεις./ Θ’ αφήναμε μια κραυγή κατάπληξης/ Μπροστά στο κόκκινο φουντωτό συννεφάκι/ Που θα έσπρωχνε σιγά σιγά ο ήλιος/ Κατά τη Στέγη Αψύχων και Ψυχών.// Ω, σώπασε, άγριο κουβεντολόι! Πάψε!/ Εσείς, καλύβια γονατισμένα απ’ το χιόνι,/ Στάβλοι για πληθυσμούς νυχτερίδων/ Κι ακούραστα σαγόνια της θάλασσας,/ Ούτε κουβέντα πια! Να περάσει/ Επάνω σας η ουράνια πλάκα./ Το βουνό σαν γιγάντιο ψάρι/ Το ξελέπισε φωτιά. Και τώρα// Το τηγανίζουν οι ηρωικώς πεσόντες.» Βλέπουμε τον αλληγορικό και κρυπτικό λόγο της ποιήτριας, όπως και τη μυθική αχλή με την οποία επενδύει τα γραφόμενα.</p>
<p>Το ποιητικό εγώ συχνά μιλά σε πρώτο πρόσωπο επιτείνοντας την αυτοαναφορικότητα αλλά ακόμα και όταν μιλά σε τρίτο πρόσωπο, η βιωματική – εμπειρική διάσταση ποτέ δεν εξαλείφεται συλλήβδην. Συχνά ετεροκαθορίζεται από τον χρόνο, τη γλώσσα, τη ροή των ανθρώπων και των πραγμάτων και τη σχέση μαζί τους, αναζητεί τον τόπο και τον τρόπο με τους οποίους γαλουχείται και υφίσταται στην ευθραυστότητα και την ευαισθησία του. Στις ποιητικές της πρόζες η Χριστοδούλου εξισορροπεί την περιγραφικότητα με την κρυπτικότητα του νοήματος. Ας δούμε απολύτως ενδεικτικά το ποίημα «Συμφιλίωση» (σ. 16): « – “Δεν είσαι από τα μέρη μας”, ψιθύρισα, “έχεις μάτια υπερβολικά γαλανά, σχεδόν τοποθετημένα στο πρόσωπο από εξαίρετο τεχνίτη υαλουργίας. Και τα μαλλιά σου πάλι, αστραφτερά, μεταλλικά, τόσο άκαμπτα που φαντάστηκα ότι φορούσες κάποιο βέλο, μέρος της εθνικής στολής άγνωστης χώρας. Αλλά έχει μυρωδιά απαλή, αυτό το αναγνωρίζω, και σφίγγοντάς σου κατά τον χαιρετισμό το χέρι βρήκα και την αφή σου θερμή, παρόλο που είχε απομείνει στην παλάμη σου λίγη πούδρα από άλλο, βαριά μακιγιαρισμένο πρόσωπο, που πρέπει να ʼχες προηγουμένως χαϊδέψει.”/ – “Ήσουν ανέκαθεν παρατηρητικός”, χαμογέλασε ο άλλος, “ασκήθηκες από παιδί να παίζεις μόνος, αυτό βοηθά να επινοεί κανείς συντρόφους στις λεπτομέρειες των υλικών σωμάτων. Από αυτές πηγάζουν τ’ αόρατα. Το ήξερα πως δεν μπορώ να σε ξαφνιάσω, πως η τρυφερότητά μου σου αξίζει.”/ Κι έτσι, με άφησε να ακουμπήσω το κεφάλι πάνω στον ώμο του, να αναστενάξω από ειλικρινή κατανόηση και σχεδόν από συνήθεια να νυστάξω. Όταν πια για τα καλά με πήρε ο ύπνος, τότε μόνο μου σκέπασε με πούδρα το βυθισμένο χαμόγελο.» Παράλληλα, η ποίηση της Χριστοδούλου διακρίνεται για τη σύγκλισή της με τη ζωγραφική, μια σχέση αμφίδρομη και διαχρονική. Αρκεί να αναφέρουμε ότι ο Σιμωνίδης ο Κείος (6ος – 5ος αι. π.Χ.) ονομάζει τη ζωγραφική «ποίησιν σιωπῶσαν», ενώ αντίστροφα χαρακτηρίζει την ποίηση ως «ζωγραφίαν λαλοῦσαν» . Τον ίδιο παραλληλισμό ποίησης και ζωγραφικής διατυπώνει και ο Οράτιος, (1ος αι. π.Χ.) χρησιμοποιώντας τη λατινική φράση «ut pictura poesis», δηλαδή «η ποίηση είναι όπως η ζωγραφική». Ορισμένα από τα ποιήματα του εν λόγω βιβλίου αποκρυπτογραφούν ένα υπαρκτό ή δυνάμει εικαστικό έργο φωτίζοντας τις επιμέρους λεπτομέρειές του.</p>
<p>Πρέπει, ακόμα, να σημειωθεί ότι από την ποίηση της Χριστοδούλου δεν απουσιάζει ο κοινωνικός σχολιασμός άλλοτε πιο λεπτεπίλεπτος και άλλοτε περισσότερο δριμύς, όπως συμβαίνει στα ποιήματα «Ιστορική εκκρεμότης» (σ. 32) και «Το πτυχίο» (σ. 40), όπου ο λόγος αφορά στην απάνθρωπη και ειδεχθή μεταχείριση των προσφύγων και των μεταναστών και την κακοποίηση και την ενδοοικογενειακή βία αντίστοιχα. Ζητήματα και τα δύο, δυστυχώς, διαχρονικά, μείζονα και ανεπίλυτα. Η ευαισθησία του ποιητικού εγώ το οδηγεί σε ένα κομμάτιασμα του εαυτού με γνώμονα την προστασία της ψυχής και του νου που όλο δραπετεύουν από την ειρκτή του φθαρτού, επιπόλαιου και αφερέγγυου σώματος. Και όταν η ποιητική φωνή αισθάνεται να πνίγεται, να μην μπορεί να αρθρώσει φθόγγο ούτε να βρει μια έξοδο κινδύνου ανοιχτή, καταφεύγει να τεχνουργεί στίχους φαντασιακούς που φλερτάρουν με τον σουρεαλισμό, όπως σταχυολογούνται στα ποιήματα «Συμβαίνουν αυτά» (σ. 29), «Ιδιοκατοίκησις» (σ. 36) και «Τα φυλλοβόλα» (σ. 47).</p>
<p>Αξίζει, τέλος, να δούμε και ένα από τα ομοιοκατάληκτα – τα τραγουδάκια – της Χριστοδούλου με τίτλο «Το τραγουδάκι του πυροβολισμού» (σ. 37): «Πώς βουλιάζουν τα πόδια στην άμμο/ Και με κόπο πατάς παραπέρα,/ Πώς το σώμα σωριάζεται χάμω/ Σαν το βρίσκει κατάστηθα η σφαίρα,/ Έτσι φτάνω στα χρόνια που γράφω,/ Στων φτωχών λέξεών μου τον τάφο/ Και το ξέρω πως πριν με σκεπάσει/ Θα μου ρίξει η άγραφη φράση.// Όσο τ’ άστρα κρυώνουν χαμένα/ Στη βουβή τ’ ουρανού αλφαβήτα/ Κι όπως σβήνοντας πια ένα ένα/ Του νοήματος γράφουν την ήττα/ Τόσο κάποιος μ’ ελπίδα κι αυθάδεια/ Θα γεμίζει τετράδια άδεια/ Και θα ντρέπομαι εγώ που τελειώνω/ Μ’ έναν άρρυθμο στίχο και μόνο.// Όμως είδα τον μετέωρο δρόμο/ Των πουλιών το πρωί απ’ τα δάση/ Στου θεού του ασπρομάλλη τον ώμο/ Ν’ ακουμπά για ευλογία ή στάση./ Το γαλάζιο είδα φως στα φτερά τους/ Να τυλίγει βολές και θανάτους/ Και ξανά να πετούν στον αέρα/ Προς τον στίχο: “Αθάνατη Μέρα”.» Στα ποιήματα αυτού του είδους εμπεδώνεται η αιδώς και κατ’ επέκταση ο σεβασμός του ποιητικού εγώ απέναντι στον εαυτό του και τους δυνητικούς αναγνώστες. Η ήττα του νοήματος ανατρέπεται από την εγγενή μουσικότητα των ήχων που χαρτογραφούν την ύπαρξη της ποιητικής φωνής, μια ύπαρξη στέρεη και επ’ ουδενί άρρυθμη. Η ντροπή που νιώθει το ποιητικό εγώ εξισώνεται με τη γνώση απέναντι στην ανημποριά του, με τη μοναξιά που το κατακλύζει στον καθημερινό αγώνα επιβίωσης και τη θέσφατη θνητότητά του. Η Δήμητρα Χριστοδούλου μετέρχεται τόσο της τρυφηλότητας όσο και της βαναυσότητας του χρόνου έχοντας πλήρη επίγνωση για όσα συνιστούν τις βρώμικες ελπίδες και την ωμότητα της βιωτής, τα βουνά της αδικίας και τα σπαράγματα του δικαίου, το κόκαλο του βίου και το γνώριμο χώμα, τη σωματοποιημένη αθλιότητα του κόσμου και την εξαΰλωση καθετί υλικού. Αυτά και άλλα πολλά αντιμάχεται με τους στίχους της η ποιήτρια καταθέτοντας στο χαρτί εξιλαστήριες «μουντζούρες» όπως γράφει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής της («Τραγουδάκι για το τέλος ενός βιβλίου», σ. 55) μπολιάζοντάς τες με ανεξίτηλες αναμνήσεις και πολλή αστρόσκονη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>EΥΓΕΝΗΣ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>The Greek Newspaper and the Greek Radio of Florida 6/12/2021</p>
<p>Διαβάζοντας την ποίηση της η αίσθηση της καταφυγής εξανεμίζεται μπροστά στην ενεργό δύναμη της τραγικότητας των ανθρώπινων αισθήσεων και καταστάσεων, θέτοντας σε κίνηση τη διαδικασία του νου να πραγματοποιεί την υπέρβαση μέσα από τον ανθρώπινο λόγο.</p>
<p>Στίχοι από τον ομώνυμο τίτλο ευγενής ναυσιπλοΐα<br />
Ποιος έχει δύναμη να μας επιβάλει ποινή<br />
Όταν φροντίζουμε την ψυχή μας με αγάπη;<br />
Δεν έχει ο θρήνος θράσος αιωνιότητας.<br />
Σβήνει κι αυτός με κουρασμένο στεναγμό.</p>
<p>Κάθε στίχος ξεκινά με κεφαλαίο γράμμα έχοντας την αυτονομία της πλήρους έκφρασης που μπορεί από μόνος του να στέκει αυτάρκης νοηματικά.</p>
<p>Η ενεργητική σύνταξη στίχων που προβάλλουν το πρόσωπο ή το πράγμα που ενεργεί συμβαίνει με σαφήνεια και είναι πάντα σχετικός με το θέμα.</p>
<p>Άλλοι πάλι στίχοι με εμφανή την παθητική σύνταξη τονίζουν κυρίως το υποκείμενο ή κάτι που δέχεται το αποτέλεσμα μιας ενέργειας.</p>
<p>Στίχοι από το ποίημα: Ίκαρος</p>
<p>Θλιμμένος, νευρικός σχεδόν αγράμματος,<br />
Μετά το Λύκειο ευτυχώς σερβιτόρος,</p>
<p>Λόγος εύκαρπος που αναφέρεται στην υπόληψη της ζωής και του ανθρώπου και κυρίως καταφέρνει να επεκτείνεται με επιτηδειότητα στην ανίχνευση των αρχών ύπαρξης και συγκρότησης οντολογικών προβλημάτων.</p>
<p>Άρτια δομημένη η μορφική διάταξη του λόγου, υποβάλλει τις λέξεις σε πρωταρχικά μέσα που εκφράζουν άψογα το θέμα, αισθητικά και αφηγηματικά, δημιουργώντας το νόημα που υπηρετεί κυρίως σε πολλούς στίχους με τη μορφή του ονειρικού. Προβλέποντας η ποιήτρια τις πιθανές απορίες του αναγνώστη δεν αφήνει κάτι στην τύχη του κι αποδίδει ξεκάθαρα το νόημα με σαφήνεια και λεκτική καθαρότητα.</p>
<p>Στίχοι από το ποίημα:</p>
<p>Διδακτική των πρακτικών τεχνών</p>
<p>Καθώς κοιμόταν η μικρή Κωνσταντίνα<br />
Μια κλωστή έπεσε ήσυχα στα χείλη της.<br />
Ή θα περνούσε με φθαρμένη ζακέτα<br />
Ένας παππούς από την ουράνια πόλη<br />
Ή κάποιος αργόσχολος άγγελος<br />
Μαδούσε πάνω της λινή μαργαρίτα.<br />
Το παιδί μισάνοιξε τα χείλη του<br />
Κι έτσι διδάχτηκε τη θεϊκή ραπτική.</p>
<p>Δίχως υπερβολές, με εσωτερική δράση παρατηρεί διαπιστώνει κι απομονώνει -αποστασιοποιημένη- σκέψεις από τη θεματική των γεγονότων, χαρακτηριστικό που εγγενώς, εμφανίζουν το προσωπικό της ύφος.</p>
<p>Από αυτό το βιβλίο, αλλά και από το συνολικό έργο της, γίνεται εμφανής η εσωτερική της κατεύθυνση μέσα από τις αναζητήσεις, τις αγωνίες και τον θαυμασμό για τη ζωή που βιώνει ως παράλληλη δράση και την οποία προβάλλει με ασίγαστη προσπάθεια μέσω της άψογης μορφής της ποιητικής έκφρασης.</p>
<p>Με λεκτική λιτότητα και στωικότητα, στα ποιήματα της συλλογής βρίσκονται σημεία επαφής με περιστατικά ζωής περισσότερο ανιχνεύσιμα καθώς μετατρέπονται σε εικόνες. Η ποιήτρια, στα ποιήματα της αντλεί τα θέματα της από ένα ευρύτερο φάσμα του αστικού τοπίου με τεχνική και εκφραστικό τρόπο που αγγίζουν το νατουραλιστικό διάκοσμο καθώς σε πολλά από αυτά διαφαίνεται η απεικόνιση της πραγματικότητας.</p>
<p>Με στοχαστική διάθεση, κι άλλοτε με σαρκασμό και ειρωνεία εύκολα μεταπηδάει από τον λυρικό λόγο στη ρεαλιστική αποτύπωση, ενώ με σπάνια εκφραστικότητα ενώνει άρρηκτα το δραματικό στοιχείο δημιουργώντας ένα συμβολικό – αλληγορικό – προσωπικό ποιητικό σύμπαν.</p>
<p>Όλες οι σκέψεις, τα συναισθήματα, οι φαντασιώσεις, οι επινοήσεις, είναι ορατά μέσα από την αλληλουχία των λέξεων.</p>
<p>Ώριμη γραφή με λέξεις σωστά τοποθετημένες έτσι ώστε οι ρίζες τους να δίνουν απόλυτα νοήματα που λειτουργούν με σαφήνεια μέσα απ’ το ανθρώπινο συναίσθημα.</p>
<p>Γραφή που μπορεί και προσφέρει νόημα και πνοή στη μοναδικότητα των στιγμών.</p>
<p>Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ</p>
<p>Φορτωμένος καραβίσια σκουριά<br />
Ήρθε κι εδώ απ’ το λιμάνι ο Αέρας.<br />
Μόνος εγκάτοικος μιας πόλης<br />
Ερημωμένης από πανδημία πανικού.<br />
Γυροφέρνει τις πλατείες και στο τέλος<br />
Σωριάζεται όπως όπως κατάχαμα<br />
Κάτω απ’ τα στέγαστρα της λαχαναγοράς.<br />
Ένας άστεγος σχεδόν, κοιμισμένος<br />
Ανάμεσα σε φρούτα και μαρούλια<br />
Που ξέφυγαν από τελάρα ή φορτηγά.<br />
Εδώ, καθόλου δεν φυσά. Βαθύς ύπνος<br />
Καταπίνει τον άσαρκο γίγαντα.<br />
Τα λιγοστά ανοιχτά παράθυρα<br />
Τα τρώει τ’ αλάτι που κουβάλησε<br />
Απ’ τον νεώσοικο με τις παλιές λαμαρίνες.<br />
Αυτές που πέταξε στην αποβάθρα,<br />
Μπροστά στα γέρικα ποντοπόρα,<br />
Άλλα παροπλισμένα κι άλλα<br />
Χωρίς ποτέ να βγούνε στα νερά.<br />
Το ροχαλητό του εδώ κι εκεί παρασέρνει<br />
Τα στρατσόχαρτα όπου θα τύλιγαν ψάρια<br />
Και το παπούτσι του τελευταίου πελάτη<br />
Που το ‘βαλε στα πόδια ανάμεσα<br />
Σε τρεις χιλιάδες άλλους νηστικούς.</p>
<p>.</p>
<h5><strong>ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 2/2/2022</p>
<p>Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα ποιήματα τής Δήμητρας Χριστοδούλου με τον τίτλο Ευγενής ναυσιπλοΐα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις καλαίσθητες εκδόσεις Μελάνι. Η αρτιότητα του στίχου, η απαιτητική εικοσιτετράστιχη σύνθεση – απαιτητική, γιατί χρειάζεται πειθαρχία, εσωτερικό μέτρο (και μέτρημα) για να ολοκληρώσει η ποιήτρια τον συγκεκριμένο αριθμό στίχων. Και η Δήμητρα Χριστοδούλου το πετυχαίνει σαν να έχει ένα σύμφυτο, ένα εγγενές γλωσσικό ρολόι εντός της που την ειδοποιεί μέχρι ποιο σημείο πρέπει να αναπτύξει το θέμα ως την κορύφωση, και μετά ν’ αρχίσει η αποκλιμάκωση ως τον 21ο-22ο στίχο, οπότε στους δυο τρεις τελευταίους, να συμβεί η ανατροπή ή το θυμοσοφικό επιστέγασμα. Και αυτήν την ιδιότυπη, προσωπική τεχνική, χρησιμοποίησε η ποιήτρια και στις δυο τελευταίες της συλλογές. Τόσο στα πενήντα οκτώ ποιήματα της συλλογής «Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή» (εκδ. Μελάνι, 2019) όσο και στις πενήντα έξι ποιητικές συνθέσεις της πρόσφατης έκδοσης.</p>
<p>Πέραν όμως αυτής της τεχνικής των είκοσι τεσσάρων στίχων (που φαίνεται να «συνδέει τον ποιητικό με τον φυσικό χρόνο»), μεγαλύτερη ακόμα είναι η εντύπωση που προκύπτει από τη ζοφερή ατμόσφαιρα των ποιημάτων. Ατμόσφαιρα που κατακλύζει όλες τις συνθέσεις τής συλλογής – ένας βαθύς μέσα σαρκασμός. Ο οποίος μοιάζει να πληγώνει τελικά αυτόν που τον διατυπώνει (δηλαδή τον αφηγητή, το ποιητικό υποκείμενο), παρά εκείνους τους οποίους αφορά (τους χωρίς συνείδηση των πραγμάτων). Αυτό διαφαίνεται λ.χ. στο ποίημα «Σύντροφοι Ύπνου» (σελ. 11), «Το φύλο των Αγγέλων» (σελ. 23), στον «Ίκαρο» (σελ. 28) και αλλού. Κάποιες φορές ο σαρκασμός γίνεται κάτι λιγότερο, μια ειρωνεία ας πούμε, που όμως χαράζει κι αυτή σαν κοφτερό μαχαίρι π.χ. «Για ένα σπάνιο όνομα»:</p>
<p>«Την διαβεβαίωνε πως δεν θα είναι μόνη.<br />
Ούτε όσο ήταν πάνω από τη γαμήλια τούρτα της<br />
Ούτε βέβαια όσο μόνη ήταν<br />
Το βράδυ που άρχισε να γερνά<br />
[..]<br />
Πείσθηκε. Έβαλε τη θηλιά στον λαιμό της<br />
Κι έφυγε βιαστικά, για να γίνει<br />
Άλλη μια Μαίρη στον Παράδεισο». (σελ. 30)</p>
<p>Η ποιήτρια εισάγει τον αναγνώστη σταδιακά σ’ ένα λαβύρινθο, σ’ ένα δυστοπικό περιβάλλον όπου τα αντικείμενα, οι εικόνες της, η αίσθηση που αποπνέουν –ή μήπως η δίνη τους;– γίνεται συνεχώς και πιο απειλητική. Και μ’ έναν παράδοξο τρόπο μεταφέρεται ο αναγνώστης στην πραγματικότητα που (εξακολουθούμε να την) ζούμε. Στην αρρωστημένη κατάσταση που (ακόμα) βιώνουμε.</p>
<p>Με νοηματικές συνάψεις που μοιάζουν περισσότερο με παραλλαγές αγωνίας (σαν τις πινελιές στις διάφορες εκδοχές της «Κραυγής» του Μουνκ), η Δήμητρα Χριστοδούλου συνθέτει τους δικούς της ποιητικούς πίνακες. Και δίνει, παραστατικά, ζοφερά ψυχικά τοπία.</p>
<p>Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. Εργάζεται στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Έχει εκδώσει δεκατρία βιβλία ποίησης, ένα βιβλίο µε πεζά κείμενα και ένα με μεταφρασμένη αρχαία ελληνική λυρική ποίηση. Ποίησή της έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Το 2008 της απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο της Λιμός, ενώ το 2014 πήρε το Βραβείο Ποίησης του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού Αναγνώστης για το βιβλίο της Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης.</p>
<p>Δυσπρόσιτη, στ’ αλήθεια, ποίηση που αποδίδει όμως ενεργά, εύγλωττα τη σύγχυση των καιρών. Με τρόπο αναγνωρίσιμο. Ποίηση όπου κυριαρχεί η απογοήτευση, η αίσθηση μιας ματαιότητας –αλλά πιο ισχυρή από ποτέ– ακόμα και για την αποτελεσματικότητα τής (ποιητικής) τέχνης:</p>
<p>«Εδώ δεμένος στην τυφλή του αιωνιότητα<br />
Νιώθει τουλάχιστον το βάρος των ποδιών του:<br />
Μόνος του δια παντός και στην πέτρα».</p>
<p>Κλείνοντας, ας μου επιτραπεί να μοιραστώ μαζί σας το ποίημα «Ίκαρος» (σελ. 28) της συλλογή. Απηχεί με τον πιο λεπτό και υπαινικτικό τρόπο το μέγεθος μιας οδύνης.</p>
<p>ΙΚΑΡΟΣ</p>
<p>«Θλιμμένος, νευρικός, σχεδόν αγράμματος,<br />
Μετά το Λύκειο ευτυχώς σερβιτόρος,<br />
Φοράει το φούτερ του το εμμονικό το κατάμαυρο<br />
Και ρίχνεται στο κοσμικό μυστήριο,<br />
Σ’ όλο αυτό το πανδαιμόνιο των άστρων.</p>
<p>τα μπερδεμένα του βήματα.<br />
Όσο βαθαίνει η νύχτα τόσο μοιάζουνε<br />
Με το μπουσούλημα του μωρού που ανάθρεψα<br />
Μέσα σε τόσα φτεροκοπήματα δαίμονα,<br />
Μέσα σε τέτοιον πανικό αγάπης.<br />
Κι ύστερα, άντρας πια, στράφηκε και είδε<br />
Όσα βλέπουν σαλτάροντας στο χάος<br />
Κομήτες σε τυφλή διαδρομή.</p>
<p>Τη μοναξιά μου, την οργή, τη βλακεία μου,<br />
Να λυπηθούν δεν θέλω απόψε οι στίχοι<br />
Μα σιγανά, ένα ένα, να ανάψουνε<br />
Τα φώτα της σαββατιάτικης πόλης.<br />
Οι φίλοι του ν’ ανεβούν στις ταράτσες<br />
Να του κουνούν το χέρια, να σφυρίζουνε,<br />
«Πέτα, πέτα!» να του λεν’ στοιχηματίζοντας,<br />
«Καλός θεός υπάρχει, σπινθηρίζουν<br />
Ολόχαρες οι φωλιές της σελήνης.<br />
Ποιος μπορεί να μη σε πάρει αγκαλιά,<br />
Ποιος θα μπορέσει να σου αρνηθεί μια θέση …</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 8/1/2022</p>
<p>Η εφιαλτική συνθήκη ενός κόσμου που μοναχικά συμπορεύεται με τη θηριωδία καταγράφεται από τη Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου με την απαράμιλλη μαεστρία της σε δόμηση στίχου θαυμαστή, με αποτέλεσμα να εγγράφεται είτε πρωτοπρόσωπα με τη δύναμη του σαρκασμού και της νηφάλιας στοχαστικής διαπίστωσης είτε με τον φακό της στραμμένο στο δράμα των άλλων. Η συνείδησή της πάντα σε θαυμαστή εγρήγορση μετέρχεται μέσω της ποίησης και των συμβολισμών της τη διπλή θέαση του δράματος κρατώντας την πρέπουσα απόσταση που της επιτρέπει να φτάνει σε υψηλής ποιότητας αποφθεγματικούς στίχους. Στο μικροσκόπιο της γραφής της μπαίνουν όλοι. Ο εαυτός και οι άλλοι, το εγώ και ο κόσμος. Το τέλος που το δεξιώνεται σαν νύχτα κυνηγημένη από ληστές. Οι αμφισημίες και οι μοναδικές μεταφορές, η τόλμη της να χρησιμοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες της γλώσσας και να τις μετουσιώνει σε δομικά στοιχεία ενός μονόπρακτου που αφηγείται τη ζωή μας, όλα ένας συγκλονισμός για τη δραματική επέλαση του τέλους που σηκώνει σαν αλεπού το σεντόνι μας να φανούν τα χαλάσματα που είμαστε. Η νύχτα και ο ουρανός, το παραμύθι και ο εφιάλτης του, το ουράνιο και το χθόνιο, μικρά παιδιά πεθαμένα που αποστηθίζουν τον ουρανό μαθαίνοντας ραπτική και ξυλουργική. Οι σύζυγοι υπομένουν την ύπαρξη που φθίνει και προσεύχονται αν και «κανείς πια δεν υπογράφει με ρομφαία». Η άπνοια παντού, ακόμα και στην ποίηση, που κάνει τους ποιητές να μέλπουν μια επιγραμματική ραψωδία, / Να τη ζηλέψουν κατά φαντασίαν κριτικοί / Και να τη θάψουν κάτω από βέβαιο χιόνι.<br />
Το χιόνι και η σκόνη η μοίρα των ποιητών και η πικρή διαπίστωση της ματαιότητας αφού:</p>
<p>[…] «Δες τώρα. Εσύ και η εποποιία σου<br />
Σε μια βιβλιοθήκη των σοφών.<br />
Υπάρχει μόνο λίγη σκόνη<br />
Που μπορεί προσεχτικά να αφαιρεθεί<br />
Πίσω από εκείνα τα παραπετάσματα.<br />
Μοιάζεις σχεδόν επινοημένος. Μα η αλήθεια<br />
Έχει πάντα μια φυσική βαρβαρότητα».[…]<br />
«Εκπεπτωκότες»</p>
<p>Η ύπαρξη συνομιλεί με τον χρόνο του απογεύματος και τον χρόνο της νύχτας, με το άνυδρο να διαποτίζει τα πάντα και να κινεί το ακίνητο του βαλτωμένου ονείρου. Όμως υπάρχει η ποίηση, η άλλη, η αιώνια, η όντως ποίηση.</p>
<p>[…]«Ο Ιησούς ήταν μεγάλη ποίηση<br />
Αυτή που τρέφει πεντακισχιλίους,<br />
Με ελάχιστο πραγματικό ψωμί και λίγα ψάρια,<br />
Αυτή που αφήνει το νερό αρυτίδωτο<br />
Ενώ πατάει με βάρος Θεού».[…]</p>
<p>Η αστική μοναξιά και θλίψη, ο πόνος των απλών ανθρώπων απέναντι στον θάνατο της ελπίδας, η ομοιομορφία της άχρωμης ζωής που στριμώχνεται στα τετραγωνικά της σύμβασης και της ανέχειας ζώντας και ψευτοζώντας, αλλά και το πλήθος των εικόνων που αναβοσβήνουν το νόημα σαν φανοί θυέλλης που καλούν σε βοήθεια, είναι το σκηνικό που στήνει η γραφή της Χριστοδούλου, προκειμένου να παιχτεί το έργο του ανεκπλήρωτου με την ελπίδα κάποια στιγμή να κατέβει. Μια ποίηση που αναδεικνύει τον λαβύρινθο και κάνει έκκληση για τον μίτο της εξόδου που αναζητά να της χαριστεί.</p>
<p>Την διαβεβαίωνε πως δεν θα είναι μόνη.<br />
Ούτε όσο ήταν πάνω από τη γαμήλια τούρτα της<br />
Ούτε βέβαια όσο μόνη ήταν<br />
Το βράδυ που άρχισε να γερνά.<br />
Την διαβεβαίωνε ότι θα άνθιζε γύρω της<br />
Ένα φλερτ ευκαιριών και περιστάσεων,<br />
Εκδρομούλες (οικονομικές) στα χιόνια,<br />
Ένα τσάι κυριών ή σινεμά.<br />
Θα ήταν όμως η μοναδική μ’ αυτό το όνομα!<br />
Βαφτιστικό μιας ιερής φιγούρας, προσκυνούμενης!<br />
Οι άλλες κυρίες με ασημένιο κουταλάκι<br />
Απλώς θα ανάδευαν λίγο γάλα στο ρόφημα.</p>
<p>Αυτά της έταζε η βαριά της θλίψη<br />
Κάθε πρωί που στριμωχνόταν στο μετρό<br />
Με αναρίθμητες γυναίκες που είχαν<br />
Ίδια ζακέτα, ίδια κιλά, ίδια ένσημα. […]<br />
«Για ένα σπάνιο όνομα»</p>
<p>Η ευγενής ναυσιπλοΐα αποφεύγει τα λυρικά νερά των συγκινησιακών εξάρσεων αλλά είναι πικρή και στέρεα. Ο συναισθηματισμός φιλτραρισμένος κινεί υποδόρια τη γραφή και ανασύρει το βάθος των στοχασμών που με δωρική οικονομία τείνουν να συμφιλιωθούν με το βίωμα του επερχόμενου τέλους. Το τέλος των ψευδαισθήσεων, της μάταιης αναμονής των επουράνιων φτερών που όμως αρκεί ένα πλεούμενο στο βάθος ή η ανάμνησή του, κάποτε ακόμα και η επινόησή του, για να γίνει η αφορμή να προσπεραστεί ο θάνατος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>https://www.booktimes.gr 30/1/2022</p>
<p>Από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες ποιήτριες της γενιάς της, αν όχι η σημαντικοτάτη φιλόλογος ποιήτρια, ολιγογράφος και προσεκτική στην έντεχνη διατύπωση νοημάτων σε οριστική μορφή, όπου δεν χρειάζεται να επανέλθει αφού προηγήθηκε φιλόπονος εργασία μακρών χρονικών περιόδων. «Ποιήτρια τεχνίτις» είναι όρος που θα χαρακτήριζε την κυριότερη (ακόμα ενεργή) εκπρόσωπο της θρυλικής «γενιάς του 1970», που συνεχίζει να παρακολουθεί την πραγματικότητα και το πνευματικό γίγνεσθαι με ενεργειακή καθαρότητα τόση που περνάει πολλές φορές αθέλητα στον χώρο του αυτοδυνάμου (που πόρρω απέχει του αυτονοήτου άλλων ομοτέχνων της). Απρόβλεπτη και απρογραμμάτιστη η γραμμική ροή της γραφής της, άψογα δομημένη, ευρύθμως ταξινομημένη, οδεύει μέσα από παραδοσιακές αφηγηματικές τεχνικές προς την ελευθερία της έκφρασης και του ελευθέρως τεκμαιρομένου συμπεράσματος, όπως παραδείγματος χάριν εις το ποίημα «Συμπολιτεία»: «Πέφτει ένα κουρέλι φως πάνω στα φύλλα / Από το τελευταίο απομεινάρι φεγγαριού / Σαν τη φανέλα του βαρυποινίτη / Απλωμένη στα συρματοπλέγματα. / Απόψε κάποιος σκάβει στο πιάτο του / Χωρίς να θέλει πια να φάει. / Ο χτύπος τού ρολογιού στον τοίχο, / Αυτός βυθίζει το πιρούνι στο σφαχτό. // Είναι αργά; Μπορεί και όχι. / Μπορεί να τρέμει ακόμη το θήραμα / Αρπαγμένο από το λαιμό. / Μπορεί και η πόλη / να τρέμει ακόμη ανεπαίσθητα / Από εκείνον τον ιστορικό σεισμό. / Μπορεί απλώς να τρέμει από το κρύο / Κάποιος που δεν θα συναντήσουμε ποτέ. // Μα ξημερώνει. Θα μαζέψει την μπουγάδα του / Εκείνο το ταπεινωμένο αστέρι. / Θα σηκώσουμε το κακό στην πλάτη / Σαν να ’χουμε αρπάξει τη ζωή μας / Από τον τόπο του εγκλήματος. / Τη θέλησή μας θ’ αξιώσει στα τυφλά / Η μυρωδιά της οδοντόκρεμας. / Και θα ζήσουμε. Καθαροί και ξένοι.». Κάθε στίχος αρχίζει με κεφαλαίο γράμμα, ακόμα κι όταν δεν ολοκληρώνεται το νόημα στον προηγούμενο. Παραδοσιακή στίξη, ευπρόσιτες μεταφορές, παρομοιώσεις αποδεκτές από το αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο της Λογικής, ένας λόγος στητός, κρουστός, σαν αρχαϊκής Κόρης το παράστημα. Η δραματικότητα είναι απολύτως συμβατή με τη μετανεωτερική συνθήκη. Κάποια μη νοησιαρχική ασάφεια στο δίστιχο «Ο χτύπος του ρολογιού στον τοίχο, / Αυτός βυθίζει το πιρούνι στο σφαχτό», είναι απολύτως νεωτερικό τέχνασμα που θα μπορούσε να ανήκει σε κείμενο του λεγομένου «θεάτρου τού παράλογου». Προφορικού τύπου ρητορικότητα ολοκληρώνει το ποιητικόν επίτευγμα. Η βατότητα του στίχου και η φιλικότητά του προς τον υποψήφιο «επαρκή αναγνώστη» προσθέτει αξία στο χρηματιστήριο των σύγχρονων λογοτεχνικών αστερισμών κι ενεργειακών κυματισμών που επηρεάζουν την «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» μιας εποχής άκρως προκλητικής κι ενδιαφέρουσας, που δεν θα μεγαλουργήσει όμως αν δεν στηριχτεί στην Παράδοση. Όπερ σοφώς, σαφώς πράττει η Δήμητρα Χριστοδούλου.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ B. ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 31/1/2023</p>
<p>Ένα μοναδικό αμάλγαμα αρχαιομάθειας και μελαγχολίας</p>
<p>Η κομψότητα τού ύφους, σε συνδυασμό με την περιγραφικότητα τού στίχου και την παραστατικότητα τής αφήγησης δημιουργεί ένα μοναδικό αμάλγαμα αρχαιομάθειας και μελαγχολίας.</p>
<p>ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ</p>
<p>Κάποιος που δεν μπορώ ν’ αναγνωρίσω<br />
Περπατά πάνω κάτω στο σπίτι μου.<br />
Με μάτια κόκκινα απ’ την κούραση<br />
Και κάτι σαν κελάηδισμα στον λόγο<br />
Μου εξηγεί ότι διέσχισε την πόλη<br />
Και την βρήκε σχεδόν ακατοίκητη.<br />
Είδε το φως στο παράθυρό μου<br />
Και ήξερε ότι θα τον δεχτώ.</p>
<p>Ω, εσείς, συνηθισμένα μου ενδύματα,<br />
Φτερά καρφιτσωμένης πεταλούδας,<br />
Εσείς, που αφήνετε το χνούδι<br />
Της χαμένης σας υγείας στην ντουλάπα,<br />
Εσείς, κουμπιά μου που κυλήσατε στο πάτωμα<br />
Κι αφήσατε στην κρυφή ντροπή τους<br />
Τόσα ξηλωμένα πουκάμισα,<br />
Ακούτε αυτό το βήμα, αυτό το τραύλισμα;<br />
Θα ντύσουμε έτσι φτωχικά τον θάνατο;</p>
<p>Όχι. Θα εφεύρω την κομψότητα.<br />
Ένα άρωμα σιδερωμένων σεντονιών<br />
Μπορεί να ντύσει έναν επισκέπτη<br />
Όπως ντύνουν παραδείσιο πουλί τα χρώματα.<br />
Έξω ο κόσμος εξακολουθεί να συντρίβεται.<br />
Εδώ το φως σκυμμένο πάνω μας<br />
Ρίχνει στους ώμους ένδυμα σωστό.</p>
<p>Νεοκλασικισμός δυναμικός, με ελάχιστα ψήγματα ρομαντισμού, ρεαλισμός ενίοτε καταλλήλως μεταπλασμένος ώστε να είναι ανεκτός από τον διαθλαστικό καθρέφτη μιας ατελείωτης εσπέρας…</p>
<p>Η ΑΝΤΟΧΗ ΤΩΝ ΥΛΙΚΩΝ</p>
<p>Είναι η αγάπη μου ήσυχη.<br />
Σαν Χριστός που κοιμάται σε φάτνη.<br />
Όταν ξυπνάει είναι ελάχιστα ιδρωμένη<br />
Και ψελλίζει ντροπαλά «νερό!».<br />
Είναι αδύναμη, δεν κάνει θαύματα,<br />
Μόνη γλιστράει σε μετάξι αθανασίας.<br />
Λοιπόν, μπορούσε να ΄χει την ωραιότητα<br />
Ενός πλάσματος θνητού και υδρόβιου<br />
Που αγνοεί το φυσικό του μυστήριο<br />
Όπως ο κύκνος πάνω στα νερά.<br />
Κι όμως. Η αγάπη μου είναι ασχημούλα.<br />
Φοβάται να μιλά δυνατά.<br />
Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πώς<br />
Πέρασε δίπλα του έγερση νεκρών.<br />
Είναι η αγάπη μου ανεξάντλητη.<br />
Κάθε χαμένο χάδι αναπληρώνει<br />
Όπως εκείνα τα λασπερά πλασματάκια<br />
Που αναγεννούν τα κομμένα άκρα τους.<br />
Κι ούτε περνάει από το νου μας πως είναι<br />
Θεοί που έχασαν τα προνόμιά τους<br />
Αλλά όχι τους κρυφούς αιώνες τους.<br />
Ένα στροβίλισμα εαυτού, μια μπόρα<br />
Καταπάνω στην πέτρα που με σκέπασε<br />
Και απ’ όπου αναβλύζει ο ουρανός.</p>
<p>Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου</p>
<p>Διαβάζοντας προσεκτικά αυτά τα ποιήματα, όπως διαβαίνω προσεκτικά ανάμεσα στις φθινοπωρινές αλέες από φόβο μην ξεμυαλίσω τα φίλεργα μυρμήγκια και μεταμορφωθούν παρευθύς σε ευθυνόφοβα τζιτζίκια, δεν ξέρω εάν θα ήθελα να τα δω ανεπτυγμένα σε μορφή διηγήματος ή και νουβέλας. Η μικρή φόρμα συναρπάζει το σύγχρονο κοινό περισσότερο στην πεζογραφική της εκδοχή.<br />
Εδώ συναντάμε συμπυκνωμένα, σαν αρώματα που προέκυψαν από εκχύλισιν μυρίων νάρδων, φιλοσοφικά νοήματα, στοχασμούς που διεκδικούν μια πρωτοτυπία, εικόνες και ήχους τόσο αρμοστά μεταξύ τους όπως εκείνα τα μεγαλιθικά μνημεία που δεν χωράει μήτε η κόψη ενός ξυραφιού ανάμεσα στα δομικά τους στοιχεία.<br />
Αυτός είναι και ο ορισμός τής τέχνης: εάν είναι ορατές οι ραφές, τότε βλέπουμε το εργόχειρο από την πίσω του πλευρά.<br />
Το τεχνούργημα βεβαίως ως συναιρούν πολλαπλούς κώδικες είναι απείρως πολυπλοκότερο από ένα δισδιάστατο εικονικό εγχείρημα.</p>
<p>ΕΥΓΕΝΗΣ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑ</p>
<p>Ποιος έχει δύναμη να μας επιβάλει ποινή<br />
Όταν φροντίζουμε την ψυχή μας μ’ αγάπη;<br />
Δεν έχει ο θρήνος θράσος αιωνιότητας.<br />
Σβήνει κι αυτός με κουρασμένο στεναγμό.<br />
Μπορούμε, λέω, να απεκδυθούμε το σάβανο.<br />
Ανάρμοστο είναι σε παλλόμενο σώμα.<br />
Περνάει πάντα ένα πλοιάριο στ’ ανοιχτά<br />
Ακόμη και αν είναι η ανάμνησή του,<br />
Τόσες εικόνες στοιβαγμένες στον χαμό,<br />
Τόσο υπερούσιο το απόθεμα της σκέψης.<br />
Μπορεί να φεύγει ακόμη κι απ’ το μνήμα του<br />
Κάποιο μικρό ιστιοφόρο,<br />
Κανένα φασματικό ψαροκάικο,<br />
Κάποτε αυτό γοήτευσε το βλέμμα<br />
Καθώς διέπλεε έναν κόκκινο ουρανό.<br />
Ας του προσθέσουμε κάποιο χρόνο αθανασίας,<br />
Απόψε η θάλασσα με την τιτάνια σιωπή της<br />
Συνοψίζει το χάος σε φιλία.<br />
Αναπνέει σαν στήθος μωρού<br />
Που αποκοιμήθηκε μπροστά στ’ αρμυρίκια<br />
Μπορεί ο ήλιος καθώς εξαντλείται<br />
Να αποσβήσει κάθε εγκατάλειψη.<br />
Πανάξια θα είναι η ναυτοσύνη<br />
Που αποπλέει προσπερνώντας τον θάνατο.</p>
<p>Το διακύβευμα εδώ δεν είναι η εικόνα αλλά ο τρόπος που συνυφαίνονται αλλότριοι κωδικοί προκειμένου να ανοίξουν διάπλατα οι πόρτες τού Μυστηρίου, που είναι ούτως ή άλλως συνώνυμο τής ποιητικής λειτουργίας και ως προς αυτό διαφέρει από την πεζολογία.</p>
<p>Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ</p>
<p>Φορτωμένος καραβίσια σκουριά<br />
Ήρθε κι εδώ απ’ το λιμάνι ο Αέρας.<br />
Μόνος εγκάτοικος μιας πόλης<br />
Ερημωμένης από πανδημία πανικού.<br />
Γυροφέρνει τις πλατείες και στο τέλος<br />
Σωριάζεται όπως όπως κατάχαμα<br />
Κάτω απ’ τα στέγαστρα της λαχαναγοράς.<br />
Ένας άστεγος σχεδόν, κοιμισμένος<br />
Ανάμεσα σε φρούτα και μαρούλια<br />
Που ξέφυγαν από τελάρα ή φορτηγά.<br />
Εδώ, καθόλου δεν φυσά. Βαθύς ύπνος<br />
Καταπίνει τον άσαρκο γίγαντα.<br />
Τα λιγοστά ανοιχτά παράθυρα<br />
Τα τρώει τ’ αλάτι που κουβάλησε<br />
Απ’ τον νεώσοικο με τις παλιές λαμαρίνες.<br />
Αυτές που πέταξε στην αποβάθρα,<br />
Μπροστά στα γέρικα ποντοπόρα,<br />
Άλλα παροπλισμένα κι άλλα<br />
Χωρίς ποτέ να βγούνε στα νερά.<br />
Το ροχαλητό του εδώ κι εκεί παρασέρνει<br />
Τα στρατσόχαρτα όπου θα τύλιγαν ψάρια<br />
Και το παπούτσι του τελευταίου πελάτη<br />
Που το ‘βαλε στα πόδια ανάμεσα<br />
Σε τρεις χιλιάδες άλλους νηστικούς.</p>
<p>Η περίφημη «ανοικείωση» συνεπάγεται την ανασύνταξη των φθαρμένων γλωσσικών μονάδων έτσι ώστε να παράγονται αν όχι καινοφανή νοήματα τουλάχιστον να ενεργοποιείται ο συνδημιουργικός εγκέφαλος τού επαρκούς αναγνώστη με τρόπο ανάστροφο από τις αντιληπτικές του διεργασίες. Με άλλα λόγια, το μετείκασμα να προκαλεί ανάστροφα ψυχοσωματικές κινήσεις (κάτι ανάλογα με τα σολωμικά «κινήματα τής ψυχής»). Τότε η οργανική μονάδα που λέγεται σώμα και φυσικά διόλου δεν αφίσταται τής ψυχής ή τού πνεύματος λειτουργεί ως εάν να εδέχετο αδιόρατα ερεθίσματα που μέσω των ηλεκτρομαγνητικών οδών θα προκαλούσαν βιοχημικές αντιδράσεις που θα δημιουργούσαν κάποιο «φάντασμα» στον εγκέφαλο. Όταν η Τέχνη όμως είναι υψηλή όλη αυτή η διαδικασία είναι αντιστρεπτή: είναι τόσο ισχυρό το φαντασιακό δημιούργημα που γίνεται οντότητα και με ηλεκτρομαγνητικό θα έλεγα τρόπο προκαλεί βιοχημικές αντιδράσεις.</p>
<p>ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΔΕΣΠΟΙΝΙΔΟΣ</p>
<p>Όταν το τιμημένο Βυζάντιο<br />
Ατίμασε τη ναυτική δύναμη του<br />
Ξεπουλώντας την με πανικό κι απληστία<br />
Σε κείνες τις ιταλικές δημοκρατίες,<br />
Η δεσποσύνη, ευσεβής και λογία,<br />
Έσπρωξε το σκαμνάκι απ’ τα πόδια της<br />
Και σχεδόν πρόλαβε να τα δει να τινάζονται<br />
Πριν η θηλιά να σφίξει το λαιμό της,<br />
Πριν ασχημίσει απ’ το δικαίωμα του Χάρου<br />
Το τσακισμένο κεφάλι της τ’ όμορφο.<br />
Την σκέφτομαι καθώς βλέπω τη θάλασσα<br />
Γέρικη, μπερδεμένη στα φύκια της,<br />
Γεμάτη αμήχανες βραχονησίδες<br />
Και πολυμήχανα δεξαμενόπλοια.<br />
Σχεδόν τη βλέπω στο παράθυρό της πάλι .<br />
Μασάει θλιμμένη την άκρη της πλεξούδας της.<br />
Πίσω της, κάτω από την κούπα του καφέ,<br />
Τόμοι χρυσόδετοι και κοινές εκτυπώσεις.<br />
Αν πεις για προσδοκία θείας πρόνοιας,<br />
Κανείς πια δεν υπογράφει με ρομφαία.<br />
Πάλι αγγίζει μ’ ανήσυχα δάχτυλα<br />
Το σημάδι του σκοινιού στο λαιμό της.</p>
<p>Να ρεμβάσει; Να κλωτσήσει το σκαμνί;</p>
<p>Να βρει την ποίησή μου ανυπόφορη;</p>
<p>Για αυτόν ακριβώς τον λόγο η υψηλή Τέχνη και ειδικά η Λογοτεχνία είναι πάντα ο εξ ορισμού εχθρός απολυταρχών, φασιστών και δυναστών παντός είδους. Γιατί Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΓΕΡΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΚΙΝΗΣΗ… Προς τι; Προς τα εμπρός, οπωσδήποτε.</p>
<p>ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ</p>
<p>Έχω πάντα έναν ίσκιο στο πρόσωπο:<br />
Σηκώνει καταπάνω μου ο θεός<br />
Την αρκουδίσια του πατούσα.<br />
Αλλά δεν λέω λέξη. Μελετώ.<br />
Με αποφεύγουν όλα τα λουλούδια<br />
Μήπως τα φθείρει σκοτεινή φιλομάθεια.<br />
Μα δεν μιλάω. Τον σπουδάζω τον τρόμο<br />
Αυτού του τιτάνιου πέλματος.<br />
Κρατώ για τον εχθρό με πείσμα<br />
Το χαμόγελο του θαμμένου χρυσού.<br />
Και ζω ακουμπώντας τα χείλη μου<br />
Το ένα στην χάραξη του άλλου<br />
Όπως επάνω στη λευκή κλωστή του ορίζοντα<br />
Ακουμπούν ο ουρανός και η θάλασσα<br />
Χωρίς ποτέ ν’ αγγίξει τ’ άστρα<br />
Ο γιγάντιος ο βόγγος του νερού.</p>
<p>Σύντομα φεύγω. Και τα ποιήματά μου<br />
Θα τα σαρκάσουν οι σεισμοί του καιρού.<br />
Η αρχαία γλώσσα τους θα ταφεί στα ερείπια<br />
Μιας πόλης αμαθών και δαρμένων.<br />
Φωνάζουν, κλαίνε, ικετεύουνε</p>
<p>Τότε ο ποιητικός λόγος καθίσταται δραματικός αφού παράγει σκηνικά αποτελέσματα στο θέατρο τού μυαλού μας (ή στο αντικειμενικό έξω θέατρο).</p>
<p>ΚΕΝΟ ΑΕΡΟΣ</p>
<p>Αχ, ο κομψός ο κύριος Κίμων! Άσπρισε<br />
Και μόνος του επισκέπτης ο γιατρός του.</p>
<p>Αν ήταν ποιητής, η φαντασία<br />
Θα του προσπόριζε έναν γάτο στα πόδια του<br />
Ή κι ένα δυο ενοχλητικά εγγόνια<br />
Να καυγαδίζουν για τον κουμπαρά – γουρουνάκι.<br />
Καλύτερα, έναν τόμο του Σεφέρη<br />
Στα πόδια κάπως πιο νέας συζύγου<br />
Που θα είχε πια αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα της,<br />
Παιδιά είναι, ας μη δίνει σημασία,<br />
Τις Κυριακές έτσι παγώνει κάθε ηφαίστειο,<br />
Αφού έχει αδειάσει το πιθάρι του<br />
Προ αιώνων πάνω στ’ άσπρα τους μαλλιά.</p>
<p>Μα ο κύριος Κίμων, αφού μου τηλεφώνησε,<br />
Να μου ζητήσει ευγενικά ένα άστρο,<br />
Αναζητεί με αβέβαιη μνήμη τη γραβάτα του,<br />
Γνωρίζει ότι το μεταξωτό διαφέρει,<br />
Κι όταν έλθει ο γιατρός με τον χιτώνα του<br />
Κι εκείνο το πλασματικό βλέμμα φίλου,<br />
Θα χρειαστεί να είναι αντάξιος του εαυτού του,<br />
Την ώρα που με την συμβατική του ευφράδεια<br />
Θα συνταγογραφεί εκείνος περιπάτους<br />
Ακόμη λίγες μέρες μέσα στα δωμάτια,</p>
<p>Ακόμη λίγες αθόρυβες μέρες.</p>
<p>Η προφορικότητα (με την συνήθη έννοια) είναι εχθρός τής ποιητικότητας και δεν οδηγεί πάντοτε σε αληθοφάνεια, η οποία ούτως ή άλλως δεν είναι επιθυμητή αυτή καθ’ εαυτή.</p>
<p>Τι όμορφο που σε θυμάμαι.<br />
Σαν φεγγάρι που λιώνει στο νερό.<br />
Μιλούσες με βαθιά βεβαιότητα.<br />
Σπάνια βέβαια σε μένα μα στον δαίμονα<br />
Που κρυφοκοίταζε πίσω απ’ το φως της κουρτίνας<br />
Τάχα αιχμάλωτος της θείας εντολής.<br />
Εγώ το ήξερα πως αποφάσιζες ο ίδιος<br />
Όμως σεβόμουνα τον κρότο της χλόης<br />
Που φύτρωνε εκείνο το φθινόπωρο<br />
Με απροσδόκητα θερμή προθυμία<br />
Όπου κι αν πέρναγες να επιτελέσεις<br />
Τ’ αυτοκρατορικά σου καθήκοντα.</p>
<p>Δες τώρα. Εσύ και η εποποιία σου<br />
Σε μια βιβλιοθήκη των σοφών.<br />
[…] Υπάρχει μόνο λίγη σκόνη<br />
Που μπορεί προσεχτικά να αφαιρεθεί<br />
Πίσω από εκείνα τα παραπετάσματα.<br />
Μοιάζεις σχεδόν επινοημένος. Μα η αλήθεια<br />
Έχει πάντα μια φυσική βαρβαρότητα.<br />
Μπορεί σε μιας νύχτας την ανάμνηση<br />
Να βουβάνει ως και τ’ ακοίμητα τριζόνια<br />
Και μες στο δάσος του χειμώνα ν’ ακούγεται<br />
Μόνο το πέρασμα απαλού ξεσκονόπανου<br />
Που φροντίζει περιττή οικοσκευή.</p>
<p>Ο ΜΙΝΩΣ, ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ</p>
<p>Κάποια περαστική φιλομάθεια<br />
Θα του χάρισε το ένδοξο όνομά του.</p>
<p>Τα πραγματικά desiderata τής ποιητικής αναδημιουργίας είναι – ακόμα και στην μετανεωτερική συνθήκη – η μέθεξις, η έκστασις, η κάθαρσις…</p>
<p>Αυτά επιτυγχάνονται απολύτως από την προσεκτικά ανάγνωση αυτού του επιμελημένου τόμου με τις ακροποδητί ονειροβασίες μέσα από τοπία εξαϋλωμένα, εξωραϊσμένα, εξιδανικευμένα…<br />
[…] Φορτωμένος καραβίσια σκουριά<br />
Ήρθε κι εδώ απ’ το λιμάνι ο Αέρας.<br />
Μόνος εγκάτοικος μιας πόλης<br />
Ερημωμένης από πανδημία πανικού.<br />
Γυροφέρνει τις πλατείες και στο τέλος<br />
Σωριάζεται όπως όπως κατάχαμα<br />
Κάτω απ’ τα στέγαστρα της λαχαναγοράς.<br />
Ένας άστεγος σχεδόν, κοιμισμένος<br />
Ανάμεσα σε φρούτα και μαρούλια<br />
Που ξέφυγαν από τελάρα ή φορτηγά.<br />
Εδώ, καθόλου δεν φυσά. Βαθύς ύπνος<br />
Καταπίνει τον άσαρκο γίγαντα.<br />
Τα λιγοστά ανοιχτά παράθυρα<br />
Τα τρώει τ’ αλάτι που κουβάλησε<br />
Απ’ τον νεώσοικο με τις παλιές λαμαρίνες.<br />
Αυτές που πέταξε στην αποβάθρα,<br />
Μπροστά στα γέρικα ποντοπόρα,<br />
Άλλα παροπλισμένα κι άλλα<br />
Χωρίς ποτέ να βγούνε στα νερά.<br />
Το ροχαλητό του εδώ κι εκεί παρασέρνει<br />
Τα στρατσόχαρτα όπου θα τύλιγαν ψάρια<br />
Και το παπούτσι του τελευταίου πελάτη<br />
Που το ‘βαλε στα πόδια ανάμεσα<br />
Σε τρεις χιλιάδες άλλους νηστικούς.</p>
<p>Ας διέλθουμε κρατώντας την ανάσα μας ανάμεσα σε στιχουργήματα στέρεα δομημένα που αναπαριστούν μορφές αρχετυπικών θηρίων, ακίνδυνων για τον επαρκή αναγνώστη.</p>
<p>Έντρομη χτύπησε την πόρτα μου η νύχτα<br />
Σαν να την κυνηγούσαν ληστές.<br />
Δεν είχα λόγο να αρνηθώ καταφύγιο<br />
Σ’ ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα.<br />
Μπήκε. Ξημέρωσε έξω βίαια<br />
Μ’ ένα άσπρο φως χειρουργείου.</p>
<p>Έτσι διδάχτηκα να δεξιώνομαι το τέλος.<br />
Ως μια συνύπαρξη, ως πράξη καλοσύνης…</p>
<p>Η ούτως ή άλλως ευκταία χαρμολύπη, που παράγει ανεπιστρεπτί αισθητική ηδονή, συνεπικουρείται εδώ από μια ισχυρή ποιητική τεχνική κι οδηγεί σε μεταστοιχείωση τού Γνωστού χωρίς να επιμένει σε ιχνηλασία τού Αοράτου μέχρι να ανά-καλυφθεί…</p>
<p>Ο,ΤΙ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΥΠΑΡΧΕΙ.</p>
<p>Η Θεονόη, η Αμαρυλλίς και η Φαίδρα,<br />
(Σπάνια ονόματα, σεβάσμια, απαλά)<br />
Αποδίδονται στις χάρτινες βαρκούλες,<br />
Αυτές που κάθεται και φτιάχνει στον κήπο<br />
Κι ύστερα αφήνει να τις σπρώχνουν σαλιγκάρια<br />
Μισοβρεγμένες από τη νυχτερινή δροσιά.<br />
Ο Αστυάναξ, ο Θεοφιλής και ο Τίμων,<br />
Είναι τα ονόματα για το βαρύ πεπρωμένο,<br />
Τα δίνει σε δενδρύλλια που δεν έζησαν,<br />
Ασύμβατα στο χώμα της αυλής.<br />
Η Φλοξ, το Οιάκιον και ο Πίδαξ,<br />
Αυτά πάλι είναι ονόματα ηπείρων:<br />
Η μία κάτω από τους ιστούς της αράχνης<br />
( Ένας εργένης δεν μπορεί να το αποφύγει).<br />
Τις άλλες δύο τις ψάχνει στον χάρτη,<br />
Δεν καταλήγει πού να έχουν βυθιστεί.<br />
Του μένουν το Παλτό κι η Παλιά Πίπα<br />
Μ’ αυτά βαπτίζει πράγματα απολεσθέντα,<br />
Άλλα μες στον χειμώνα του Γκόγκολ<br />
Και άλλα σε μια υπόθεση του Χολμς.</p>
<p>Μ’ αυτά τα ονόματα, σκιές λατρεμένες,<br />
Φορτώνει νύχτες τα χαρτιά του ο Γιάννης,<br />
Κρυφός ποιητής, διαβητικός, μικρέμπορος,<br />
Γιος ενός Παύλου και μιας Παρασκευής.</p>
<p>Λόγος δυναμικός, κρουστός, ιδιόλεκτος στερεά, προνεωτερική δόμηση, γεωμετρική θα έλεγα ιεράρχηση των πρώτων υλών, που δεν είναι πάντα τα συναισθήματα, αλλά μία ιδέα, που λειτουργεί υποδόρια ως «υπόθεσις εργασίας». Αυτή και η διαφορά τής ποιητικής τής δεινής φιλολόγου Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου από άλλες ομότεχνές της, σύγχρονες ή και πεπερασμένες.<br />
Με πόση αίσθηση υπεροχής αυτή η νύχτα<br />
Αποκαλύπτει τον τελικό προορισμό.<br />
Σαν Ιάπωνας πολεμιστής που επιδεικνύει<br />
Την τεχνική αποκεφαλισμού αιχμαλώτων.<br />
Πράγματι, έχει κάτι το τρομαχτικό ή γελοίο<br />
Και πάντως τόσο μακρινό και ανοίκειο<br />
Όσο κι αυτός ο φόρτος επιθέτων<br />
Που καταπλάκωσε τους παραπάνω στίχους,<br />
Μια φλυαρία των ενστίκτων<br />
Μπροστά στη σιωπή.</p>
<p>Η αληθής αγωνία τής ποιητικής φωνής δεν τελειώνει, δεν εξαντλείται εδώ, στο μεσοδιάστημα δύο βιβλίων.<br />
Εδώ τελειώνει η βουκολική μυθιστορία.<br />
Νεκροί σε Σιδηρά Ακαδημία<br />
Εμπνέουν την πολεοδομία και το φλερτ.<br />
Νευρώνες σε συνάψεις προς νευρώνες<br />
Εκπέμπουν σήμα παιχνιδιάρικης χαράς.<br />
Όπως γελάει το κρανίο αρχανθρώπου<br />
Στα χέρια ενός ερωτευμένου αρχαιολόγου<br />
Έτσι η τροχαία, μοριακός μηχανισμός,<br />
Κορνάρει με ακατάσχετο γέλωτα.<br />
Κι είμαστε όλοι τα βαμπίρ ενός ρομάντζου<br />
Που έχασε δέντρα και νερά και πεποίθηση.</p>
<p>Τα σάβανά μας ανεμίζουν απαλά.</p>
<p>ΌΤΑΝ Ο/Η ΠΟΙΗΤΗΣ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΑΥΤΟΣΑΡΚΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΠΩΣ ΝΑ ΣΤΡΕΨΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟΠΟ ΠΕΛΕΚΙ ΤΗΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΣΏΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΤΟΥ/ΤΗΣ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ, ΤΟΤΕ Η ΠΟΙΗΣΗ ΞΑΝΑΒΡΙΣΚΕΙ ΤΟΝ ΤΕΛΕΣΦΟΡΟ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΗΣ.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ</strong></h5>
<p>https://neoplanodion.gr 30/11/2021</p>
<p>Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι το 15ο ποιητικό βιβλίο της Δήμητρας Χριστοδούλου. Πενήντα ποιήματα γραμμένα όλα σε είκοσι-τέσσερις στίχους. Η αυστηρή οικονομία του στίχου και η συνύπαρξη μιας στέρεας νοητικής κατασκευής με τη ρίζα του υπαρξιακού απελπισμού αλλά και της συμπάθειας είναι ένας μόνιμος και γοητευτικός τρόπος στην Χριστοδούλου, Εδώ πρυτανεύει ο κομψός, ώριμος και βέβαιος ποιητικά πλους στη διπλή ζωή της συνείδησης που αδρανεί, ενώ ο νεκρός της περιφέρεται στις χαμένες δυνατότητες ή στις ανείπωτες διαστάσεις του υπαρκτού. Η εγκατοίκηση του φαινομενικά ακίνδυνου, τετριμμένα καθημερινού από τον εφιάλτη του, την εκκρεμότητά του, την ειρωνική διπλοτυπία του, η διεμβόλιση της προφάνειας με εκείνη την ασταθή ύλη του αμφίσημου είναι τα υλικά και τα κέρδη μιας ανάγνωσης που αφήνει στιβαρό χνάρι στον νου της ψυχής. Ποιήματα γερά δομημένα στη ρυθμική, ειρωνικά αποστασιοποιημένη, ενίοτε αφοριστική φράση, συχνά σε ενεστωτική ρηματική διατύπωση, καταγράφουν δήθεν διαπιστωτικά και ψύχραιμα τη χασματική συνθήκη της ύπαρξης που τελείται ταυτόχρονα στα στιγμιότυπα του βίου και στην παράλληλη δράση της συνείδησης που επανεγγράφει αυτά τα συμβάντα οδηγώντας τα στην επικίνδυνη περιοχή μιας ανησυχαστικής διαύγειας ή, άλλες φορές, στην επίκληση μιας ουρανόθεν λύτρωσης.</p>
<p>Στη συλλογή μετέρχεται δύο κύριους τρόπους, τα πρωτοπρόσωπα στοχαστικά της αυτοπαρατήρησης και τα πορτρέτα των ανθρώπων της διπλανής πόρτας που μοιάζουν συχνά με μονόπρακτα της μοναχικής ζωής εντός του θηριώδους άστεως. Στα μεν πρώτα, η αυτοαντανάκλαση, ο στοχασμός, ο αυτοσαρκασμός κάποτε, τα πάθη του εγώ στοιχισμένα με τα πάγκοινα πάθη. Στα δεύτερα, τα μικροδράματα της μοναξιάς, οι τελετουργίες της μόνωσης. Και στα δυο οι αποσιωπήσεις και οι στρεβλώσεις ενός εντοιχισμένου στη φρόνηση βίου.</p>
<p>Γι’ αυτό και τα περισσότερα, λίγο-πολύ, καταπιάνονται με την καθημερινότητα του αστικού μικροσυμβάντος, του μονήρους εγκλείστου της πόλης, την αυτιστική ρουτίνα της οικογενειακής και συζυγικής συμβίωσης, την άπνοια της ζωής των απανταχού μοναχικών. Αυτά μαζί με νύξεις για την πανδημική μας απομόνωση και την ηγεμονία των απανταχού εξουσιαστικών μηχανισμών. Ριπές χρεογράφων, φάκελοι αποπληρωμής αυθαιρέτων, πανδημία πανικού είναι η υπόρρητη συνθήκη της υπαρξιακής μέγγενης που συνθλίβει. Η υπόκωφη θηριωδία της πόλης είναι πανταχού παρούσα καθώς το άστυ λειτουργεί στην Χριστούδουλου ως ο τόπος του μη πραγματικού, ως το κατεξοχήν άτοπο της ζωής. Το άνυδρο αστικό τοπίο, στο οποίο σταθερά κινείται η ποίησή της, μας καθιστά όλους «τα βαμπίρ ενός ρομάντζου / Που έχασε δέντρα και νερά και πεποίθηση». Ο άλλος χώρος του ανοιχτού ορίζοντα συρρικνώνεται σε «μουσείο υπαίθρου» όπως δηλώνει το ομώνυμο ποίημα:</p>
<p>Το πατρικό μου τελειώνει εδώ. Στην προϊστορία<br />
Όπου ο κάμπος είναι υπερούσιος,<br />
Κατοικημένος από τις πνοές των συμβάντων.<br />
[…]<br />
Τρακτέρ μαρμαρωμένα στο παχνί τους,<br />
Ο κάθε ορνιθώνας στο επέκεινα,<br />
Το κάθε βέλασμα στον πηλό.<br />
Το σπίτι μες στον κάμπο αχειροποίητο<br />
Οι τοίχοι κρέμονται από τα γένια του Κυρίου.<br />
Κι αυτός ο φουκαράς από τα άστρα Του,<br />
Γέρικα, μακρινά, μισοκαμένα.</p>
<p>Στα πρωτοπρόσωπα ποιήματα έχουμε συχνά ένα εγώ που συνομιλεί με τον χρόνο (τη μέρα, τη νύχτα, το απόγευμα) και ο χρόνος υποστασιοποιείται ως μια έλευση που αναγγέλλει το τέλος των προθεσμιών ή ως το τραυματισμένο νόημα της χαμένης τρυφερότητας του κόσμου.</p>
<p>Δεξιώσεις</p>
<p>Έντρομη χτύπησε την πόρτα μου η νύχτα<br />
Σαν να την κυνηγούσανε ληστές.<br />
Δεν είχα λόγο να αρνηθώ καταφύγιο<br />
Σ’ ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα.<br />
Μπήκε. Ξημέρωσε έξω βίαια<br />
Μ’ ένα άσπρο φως χειρουργείου.</p>
<p>Έτσι διδάχτηκα να δεξιώνομαι το τέλος.<br />
Ως μια συνύπαρξη, ως πράξη καλοσύνης<br />
Προς μια κυνηγημένη γυναίκα.<br />
[…]<br />
Χιονισμένη από σφαγή κι επιστήμη<br />
Η πόλη έξω συνεχίζει να αναπτύσσεται.<br />
Τρίζει η μεσοτοιχία ανεπαίσθητα<br />
Σαν τα οστά παιδιού που μεγαλώνει<br />
Χωρίς δικαίωμα στον θρήνο της αγάπης<br />
Χωρίς ελπίδα σε σκοτάδι αγκαλιάς.</p>
<p>~.~<br />
Σύντροφοι ύπνου<br />
Καλώς το αυτό το απόγευμα! Το ξέρω.<br />
Θα έχει την τύχη άρρωστου παιδιού<br />
Που κοιτάζει τον γούνινο αρκούδο του<br />
Από μια μακρινή γωνιά του παραδείσου.<br />
Όμως καλώς το. Έρχεται από πόλεμο.<br />
Και είδε το κακό και το έπραξε.<br />
και πάλι αξίωσε τον αληθινό εαυτό του,<br />
Να, εκείνο το μεγάλο ρόδο στον ορίζοντα<br />
Που τραυματίζεται από τα ίδια του τ’ αγκάθια.<br />
[…]</p>
<p>Κυρίως όμως η συλλογή παρακολουθεί τον μικρό νοικοκυρεμένο άνθρωπο (ο εργένης, ο οργισμένος νέος, η εργαζόμενη νοικοκυρά, οι αποξενωμένοι σύζυγοι, ο γερασμένος άνθρωπος) που ζει την παραισθητική του πραγματικότητα ως υπνοβασία της ζωής και την καθημερινότητα ως τον κολλώδη βυθό ενός ονείρου. Άνθρωποι σταματημένοι στον προσωπικό τους θάνατο έλκονται από τη μυστική ακινησία του σκοπού τους και μέσα σε αυτή μισοαντιλαμβάνονται την αστοχία της ζωής:</p>
<p>Τη διαβεβαίωνε πως δεν θα είναι μόνη.<br />
Ούτε όσο ήταν πάνω από τη γαμήλια τούρτα της<br />
Ούτε βέβαια όσο μόνη ήταν<br />
Το βράδυ που άρχισε να γερνά.<br />
Τη διαβεβαίωνε ότι θα άνθιζε γύρω της<br />
Ένα φλερτ ευκαιριών και περιστάσεων,<br />
Εκδρομούλες (οικονομικές) στα χιόνια,<br />
Ένα τσάι κυριών ή σινεμά.<br />
[…]<br />
Αυτά της έταζε η βαριά της θλίψη<br />
Κάθε πρωί που στριμωχνόταν στο μετρό<br />
Με αναρίθμητες γυναίκες που είχαν<br />
Ίδια ζακέτα, ίδια κιλά, ίδια ένσημα. […]</p>
<p>Σε αυτόν τον άλαλο αυτοματισμό του βίου, η ασυναρτησία της κοινωνικής τερατογένεσης και η απουσία μιας συνεκτικής υπαρξιακής αναγωγής, συχνά, όπως σε παλαιότερες συλλογές (π.χ. στο Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι), παρατίθενται σε μια γκροτέσκα συμπερίληψη:</p>
<p>Φασματική βιοποικιλότης</p>
<p>Ένα παιδί τυφλό κι εμβρόντητο<br />
Ένας παχύσαρκος παιδονόμος<br />
Δυο τρεις νεόπτωχοι από νεόπλουτο σόι<br />
Κι ένα καμένο δέντρο που δαγκώνει.<br />
Λίγο πιο πάνω ακατανόητο ξωκλήσι.<br />
Τα κόκαλο ενός γαϊδαράκου από πέρσι<br />
Μια σφηκοφωλιά ακατοίκητη<br />
Κι ένα καμένο δέντρο που δαγκώνει.<br />
Πιο πάνω ακόμη, ένας θεός που πλήττει.<br />
Προσκυνητές κάτι τζιτζίκια διασωθέντα<br />
Ένα αποτύπωμα πατούσας αρχαγγέλου<br />
Κι ένα καμένο δέντρο που δαγκώνει. […]</p>
<p>Στην ποίηση της Χριστοδούλου συναντάμε μια διαρκή προσήλωση στο διαφυγόν, την άπιαστη ύλη ενός ονείρου, συνδυασμένη όμως με την αίσθηση του τετελεσμένου που σου αφήνει η ρηματική διατύπωση (φράσεις αποφθεγματικές, οριστική έγκλιση, συχνή τομή του στίχου): αυτό γειώνει αφενός το νόημα, κάνοντάς το απατηλά βατό στον αναγνώστη, και, από την άλλη, δημιουργεί ειρωνική ένταση ανάμεσα στην ποιητική ύλη και την ρητορική της κατάστρωση. Έτσι αποτρέπεται η συναισθηματική κλιμάκωση, έναντι της έξαρσης προκρίνεται το λιτό καταστάλαγμα ενός τετελεσμένου που μόνο σε λανθάνουσες ανάσες φαίνεται να νοσταλγεί τη λυρική του εκτόνωση ή καταγωγή. Ιδιάζον στοιχείο της γραφής της η συστρωμάτωση του βιωμένου και του διυλισμένου μες στο σιγαστήρα του νου συμβάντος. Προκύπτει έτσι ένας ήρεμος στην επιφάνειά του πικρός στοχασμός που αρέσκεται στην αυτοϋπονόμευση. Εκεί ακριβώς βρίσκει το βήμα του και τη βαθύτητά του. Αυτή βέβαια η συγκρατημένη δωρικότητα κρύβει μέσα της την λυρική της αναφώνηση. Η μελετημένη οικονομία, η σμιλεμένη ευφάνταστα φράση, τα έμμονα ποιητικά της θέματα παράγουν έναν ακόμα στιβαρό σταθμό σε μια συγκροτημένη και ώριμη από καιρό ποιητική πορεία. Αυτή η πορεία, όσο κι αν διαλέγεται ευαίσθητα με την κοινωνική συνθήκη γύρω, είναι πάντα προσηλωμένη στην υπαρξιακή αναζήτηση. Το μέγα θέμα δε αυτής της αναζήτησης όλα τα είδη του θανάτου. Η ευγενής ναυσιπλοΐα είναι ένας πλους που περιπλέει τον θάνατο, επιθυμώντας να τον προσπελάσει για τον προσπεράσει:</p>
<p>Περνάει πάντα ένα πλοιάριο στ’ ανοιχτά.<br />
Ακόμη κι αν είναι η ανάμνησή του.<br />
[…]<br />
Κάποτε αυτό γοήτευε το βλέμμα<br />
Καθώς διέπλεε έναν κόκκινο ουρανό.<br />
Ας του προσθέσουμε κάποιο χρόνο αθανασίας.<br />
Απόψε η θάλασσα με την τιτάνια σιωπή της<br />
Συνοψίζει το χάος σε φιλία.<br />
Αναπνέει σα στήθος μωρού<br />
Που αποκοιμήθηκε μπροστά στα αρμυρίκια.<br />
Μπορεί ο ήλιος καθώς εξαντλείται<br />
Να αποσβήσει κάθε εγκατάλειψη.<br />
Πανάξια θα είναι η ναυτοσύνη<br />
Που αποπλέει προσπερνώντας τον θάνατο.</p>
<h5><strong>ΔΑΦΝΗ ΜΑΡΙΑ ΒΟΥΒΑΛΗ</strong></h5>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 10/12/2022</p>
<p>Υπάρχουν πίνακες της ποίησης που σκιαγραφούν με ακρίβεια τη ζωή μας. Πίνακες που φέρνουν τόσο έντονα στο νου την αντιστοιχία ποίησης και ζωγραφικής, ώστε να διαμορφώνουν μπροστά στα μάτια και μέσα στην ψυχή του αναγνώστη ένα υπέροχα τέλειο σύνολο. Παρόμοιοι πίνακες συνήθως ακτινοβολούν ομορφιά και συναίσθημα, χώρια οι εικόνες που σχηματίζουν – παρόμοιους πίνακες συναντάμε και στην ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου «Ευγενής Ναυσιπλοΐα», που κυκλοφόρησε το 2021 από τις εκδόσεις Μελάνι.</p>
<p>Η θάλασσα μέσα στην οποία βυθίζεται η Δήμητρα Χριστοδούλου είναι βαθιά, και τα μηνύματα τα οποία εκπέμπει πολυσήμαντα και σε πολλά επίπεδα. Και προφανώς βυθίζεται, χωρίς να βουλιάζει. Παιδί μιας γενιάς της οποίας η δεδομένη πλέον ωριμότητα μας προσφέρει όλο και πιο κατασταλαγμένα δείγματα ποιητικής έκφρασης, της γενιάς του ’70, η Χριστοδούλου δεν εξαιρείται από τον κανόνα: τα ποιήματά της, αποτύπωση μιας φιλοσοφημένης, όσο και θλιμμένης περιδιάβασης της σημερινής ζοφερής πραγματικότητας και της ζωής μας, καταλήγουν σε ένα πολύ μεστό και δυνατό σύνολο.<br />
Η «Ευγενής Ναυσιπλοΐα» αποτελείται από 50 ποιήματα, γραμμένα το καθένα, αυστηρά, σε 24 ελεύθερους στίχους, κι εδώ έρχεται η πρώτη, δομικής φύσεως, παρατήρηση που θα επιχειρήσουμε: το κάθε ποίημα συνιστά και τον δικό του μικρόκοσμο, και οικοδομεί την δική του, αριστοτεχνικά δομημένη ιστορία – η τέχνη της ποιήτριας με την θαυμαστή προσαρμογή και πειθαρχία της σε αυτό το συγκεκριμένο μέγεθος ποιημάτων, το οποίο γνωρίσαμε ήδη στην ποιητική συλλογή της «Εικοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή» το 2019, είναι πλέον γεγονός.<br />
Οι άξονες γύρω από τους οποίους κινείται η ποιητική της Χριστοδούλου στην «Ευγενή Ναυσιπλοΐα», είναι τρεις: η αυτοπροσωπογραφία μέσω της αυτοπαρατήρησης, οι προσωπογραφίες άλλων ανθρώπων ως μονάδων, με φόντο πάντα την δυσοίωνη πραγματικότητα της εποχής μας, και η περιγραφή του κόσμου και της πραγματικότητας ως συνόλων. Εδώ, θα πρέπει να προσθέσουμε και την εκτύλιξη του έξω και του μέσα κόσμου – του υλικού, που μας περιβάλλει, σε συνδυασμό με τον άυλο, τον εσωτερικό, τον κόσμο των συναισθημάτων. Ο έξω κόσμος ανοίγει την πόρτα στο δωμάτιο των συναισθημάτων της ποιήτριας.<br />
Και το σεργιάνι της στον κόσμο τούτο μόνο χαρούμενο δεν είναι· πρόκειται για μια περιδιάβαση πικρή, και γεμάτη σαρκασμό, που αναδίνει όχι απλή θλίψη, αλλά πραγματική οδύνη, με κύρια θεματική της τον θάνατο, κυριολεκτικό και μεταφορικό.<br />
Το πρώτο ποίημα της συλλογής («Δεξιώσεις», σελ. 7), μας χτυπά με ένα απόλυτα δυνατό ξάφνιασμα μιας έξοχα εικονοπλαστικά δοσμένης προσωποποίησης, από αυτές που σπάνια συναντά κανείς σε ποιητικά έργα, και μας δίνει το πρώτο στίγμα για την συνέχεια:</p>
<p>Έντρομη χτύπησε την πόρτα μου η νύχτα<br />
Σαν να την κυνηγούσαν ληστές.<br />
Δεν είχα λόγο να αρνηθώ καταφύγιο<br />
Σ’ ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα.<br />
Μπήκε. Ξημέρωσε έξω βίαια<br />
Μ’ ένα άσπρο φως χειρουργείου.</p>
<p>Με παρόμοιες προσωποποιήσεις είναι γεμάτο το βιβλίο, ενώ η εικονοπλασία, ο μεταφορικός λόγος και οι παρομοιώσεις που τις συνοδεύουν, οικοδομούν με καίριες ψηφίδες το μωσαϊκό του κόσμου μας.</p>
<p>Χιονισμένη από σφαγή κι επιστήμη<br />
Η πόλη έξω συνεχίζει ν’ αναπτύσσεται.<br />
Τρίζει η μεσοτοιχία ανεπαίσθητα<br />
Σαν τα οστά παιδιού που μεγαλώνει<br />
Χωρίς δικαίωμα στον θρήνο της αγάπης<br />
Χωρίς ελπίδα σε σκοτάδι αγκαλιάς</p>
<p>γράφει η ποιήτρια παρακάτω στο ίδιο ποίημα. Τα παιδιά, όπου εμφανίζονται, δεν είναι παρά οι αθώοι αποδέκτες ενός απαράδεκτου κόσμου. Η πόλη και τα συναισθήματα που προκαλεί, είναι πανταχού παρόντα. Ένα δεύτερο, μικρό, αλλά εκπληκτικό παράδειγμα συνδηλώσεων εδώ:</p>
<p>Κρατώ με δάχτυλα ιδρωμένα την ψυχή μου,<br />
Ό,τι απομένει από ψυχή, ένα τόπι,<br />
Μια κούκλα πάνινη μ’ αντισώματα ανθρώπου.<br />
Κηλίδες ήλιου σε κυκλώπεια κτίσματα<br />
Ανοίγουνε κάθε πρωί τα σαγόνια<br />
Σαν τροπικά λουλούδια σαρκοφάγα<br />
Και με το πρώτο νευρικό κορνάρισμα<br />
Όποιον καθυστερεί τον καταπίνουν<br />
……………………………………………………….<br />
Μας τρέφει μια τεράστια μπουκιά από σύννεφο<br />
Που απλώνει την χυμένη κρέμα του στους δρόμους.<br />
Θα μπουκωθούμε απ’ όσα διώχνει το στομάχι<br />
Και θα χορτάσουμε από τη συντριβή τ’ ουρανού</p>
<p>(«Βρώσις και πόσις», σελ. 10). Να τι εμπεριέχει η πόλη, λοιπόν. Έναν κόσμο όπου δεν χωρά ούτε το φως, ούτε η αγάπη, ούτε η ομορφιά· αλλά η συντριβή του ουρανού. Εξάλλου η λέξη «θρήνος» επαναλαμβάνεται συχνά-πυκνά στα ποιήματα με όλο το συναισθηματικό φορτίο της, ενώ το φεγγάρι…</p>
<p>Άχ, το γυάλινο, το σαστισμένο φεγγάρι!<br />
Φυλλομετράει με το δάχτυλό του τα όνειρα,<br />
Δεν είναι η μοίρα του να καταλάβει.</p>
<p>(«Ποιος έχασε την πολύτιμη Άννα», σελ. 20). Η «πολύτιμη Άννα» είναι ένα από τα πρόσωπα που σκιαγραφείται από την ποιήτρια στο έργο της, ένας άνθρωπος «της διπλανής πόρτας» μας, όπως και όλοι οι υπόλοιποι, των οποίων τα πορτραίτα αποδίδονται με χαρακτηριστική ενάργεια και λεπτομερή καταγραφή των χαρακτηριστικών των υποκειμένων τους, αποβαίνοντας καίρια για την πιστότητά τους.</p>
<p>Θλιμμένος, νευρικός, σχεδόν αγράμματος,<br />
Μετά το Λύκειο ευτυχώς σερβιτόρος,<br />
Φοράει το φούτερ του το εμμονικό το κατάμαυρο<br />
Και ρίχνεται στο κοσμικό μυστήριο,<br />
Σ’ όλο αυτό το πανδαιμόνιο των άστρων.</p>
<p>Ακούω τα μπερδεμένα του βήματα.<br />
Όσο βαθαίνει η νύχτα τόσο μοιάζουνε<br />
Με το μπουσούλημα του μωρού που ανάθρεψα<br />
Μέσα σε τόσα φτεροκοπήματα δαίμονα,<br />
Μέσα σε τέτοιον πανικό αγάπης.<br />
Κι ύστερα, άντρας πια, στράφηκε και είδε<br />
Όσα βλέπουν σαλτάροντας στο χάος<br />
Κομήτες σε τυφλή διαδρομή</p>
<p>Τη μοναξιά μου, την οργή, τη βλακεία μου,<br />
Να λυπηθούν δεν θέλω απόψε οι στίχοι<br />
Μα σιγανά, ένα ένα, να ανάψουνε<br />
Τα φώτα της σαββατιάτικης πόλης.<br />
Οι φίλοι του ν’ ανεβούν στις ταράτσες<br />
Να του κουνούν τα χέρια, να σφυρίζουνε,<br />
«Πέτα, πέτα!» να του λεν στοιχηματίζοντας,<br />
«καλός θεός υπάρχει,σπινθηρίζουν<br />
Ολόχαρες οι φωλιές της σελήνης.<br />
Ποιος μπορεί να μην σε πάρει αγκαλιά,<br />
Ποιος θα μπορέσει να σου αρνηθεί μια θέση…»</p>
<p>(«Ίκαρος», σελ. 28). Το συγκεκριμένο, υπέροχο ποίημα δεν το καταγράφουμε ολόκληρο μονάχα σαν δείγμα προσωπογραφίας, αλλά και χάριν της ύψιστης τραγικότητας και του μητρικού πόνου που αναδίνει. Με ανάλογη παραστατικότητα και λεπτομέρεια σκιαγραφείται εξίσου και η προσωπογραφία της ίδιας της ποιήτριας στο ποίημα «Οργανογράμματα», στη σελ. 16:</p>
<p>Ο αρχιτέκτων αυτής της άγριας νύχτας<br />
Κοιτάζει μέσα από τα ματογυάλια του<br />
Και με διακρίνει καθαρά.<br />
«Να», λέει, «μία ντροπαλή κυρία<br />
Άναυδη μπρος στη χρήσιμη βλακεία της.<br />
Μεγάλη για ν’ αποτιμά τον βίο<br />
Αλλά μικρή να σώσει ως κι ένα γάτο<br />
Που τον σέρνει εδώ κι εκεί η λασπουριά»</p>
<p>Ποίηση που βυθίζει το μαχαίρι ως το κόκκαλο της ανθρώπινης συνθήκης, της κοινωνικής συνθήκης, της συνθήκης της απάνθρωπης πραγματικότητας που μας περιβάλλει, εκφράζεται με μια γραφή λιτή και εύστοχη συνάμα, με πυκνά νοήματα, συμπύκνωση εννοιών, και χωρίς περιττά ψιμύθια, όπως αρμόζει στην γνήσια καλή ποίηση. Μια γραφή που προχωρά σε τόσο σωστές, και τόσο καίριες παρεμβάσεις και παρατηρήσεις γύρω από την ζωή.<br />
Η Χριστοδούλου δεν παραλείπει να καταγράψει ακόμη και την δική μας ισοπεδωμένη όσο και ισοπεδωτική αντίδραση απέναντι σε έναν κόσμο που συντρίβεται:</p>
<p>Μα ξημερώνει. Θα μαζέψει την μπουγάδα του<br />
Εκείνο το ταπεινωμένο αστέρι.<br />
Θα σηκώσουμε το κακό στην πλάτη<br />
Σαν να ’χουμε αρπάξει τη ζωή μας<br />
Από τον τόπο του εγκλήματος.<br />
Τη θέλησή μας θ’ αξιώσει στα τυφλά<br />
Η μυρωδιά της οδοντόκρεμας.<br />
Και θα ζήσουμε. Καθαροί και ξένοι.</p>
<p>(«Συμπολιτεία», σελ. 13). Άλλωστε είναι γεγονός πως</p>
<p>Κανένας δεν ζητάει συγγνώμη……<br />
……………………………………………..<br />
Πίνω έναν βιαστικό καφέ. Στην τηλεόραση<br />
Πιάτα υψηλής γαστρονομίας για αστέγους.<br />
Με εξαγνίζει όπως όπως η ανάγκη<br />
Κι ορμάω από τον έκτο στο κενό.</p>
<p>(«Συνεχής απαλλαγή», σελ. 49). Ο θάνατος σε πρώτο πλάνο. Ακόμη και οι κατατοπιστικότατοι τίτλοι ενός εκάστου των ποιημάτων, βρίθουν από σαρκασμό. Το μόνο όπλο της ποιήτριας απέναντι σε τούτη την καταστροφή, είναι η «Ευγενής ναυσιπλοΐα» στην σελίδα 33, ένα ποίημα που ποτίζει βάλσαμο την ψυχή μας, και το οποίο μεταφέρει επιπλέον και την χάρη του τίτλου του σε ολόκληρη τη συλλογή, σαν να θέλει να μεταλαμπαδεύσει στον αναγνώστη μια κρυφή ελπίδα για το καλύτερο. Ένα ποίημα που μέλπει με νότες γλυκύτητας, τις οποίες κουβαλά ούτως ή άλλως στα σπλάχνα της η Δήμητρα Χριστοδούλου. Με αυτές, επιθυμούμε και να κλείσουμε το μικρό κριτικό αφιέρωμά μας στην ποιητική της συλλογή.</p>
<p>Ποιος έχει δύναμη να μας επιβάλει ποινή<br />
Όταν φροντίζουμε την ψυχή μας μ’ αγάπη;<br />
Δεν έχει ο θρήνος θράσος αιωνιότητας.<br />
Σβήνει κι αυτός με κουρασμένο στεναγμό.<br />
Μπορούμε, λέω, να απεκδυθούμε το σάβανο.<br />
Ανάρμοστο είναι σε παλλόμενο σώμα.<br />
……………………………………………………………..<br />
Μπορεί να φεύγει ακόμη κι απ’ το μνήμα του<br />
Κάποιο μικρό ιστιοφόρο,<br />
Κανένα φασματικό ψαροκάικο,<br />
Κάποτε αυτό γοήτευσε το βλέμμα<br />
Καθώς διέπλεε έναν κόκκινο ουρανό.<br />
Ας του προσθέσουμε κάποιο χρόνο αθανασίας,<br />
Απόψε η θάλασσα με την τιτάνια σιωπή της<br />
Συνοψίζει το χάος σε φιλία.<br />
…………………………………………………………………<br />
Μπορεί ο ήλιος καθώς εξαντλείται<br />
Να αποσβήσει κάθε εγκατάλειψη.<br />
Πανάξια θα είναι η ναυτοσύνη<br />
Που αποπλέει προσπερνώντας τον θάνατο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ (2019)</strong></h3>
<h4></h4>
<h4><strong>ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h4>
<p>culturebook/16/3/2020</p>
<p>Νιώθω παράξενα σήμερα, καθώς προσπαθώ, οι σημειώσεις με τις σκέψεις και τα σχόλιά μου για τα πενήντα ποιήματα της συλλογής ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ, της Δήμητρας Χριστοδούλου, να συγκροτήσουν ένα ενιαίο κείμενο για τις ανάγκες αυτής της παρουσίασης. Ο τηλεοπτικός δέκτης δίπλα μου ανοιχτός εικονοποιεί το δράμα με τους πρόσφυγες και παγώνει το αίμα. Ακροβατώ χωρίς σκοινί δίχως βεβαιότητες πια για το θαυμαστό εθνικό αφήγημα και τον εθισμό στη βλάβη. Πληθαίνουν γύρω μου νεκροί χωρίς ονόματα κι απελπισμένοι στο βωμό της σωτηρίας, αποσαθρώνουν τους μικρόκοσμους, γκρεμίζοντας με ματωμένα χέρια τα δικά μας πρόσωπα. Και πάνω στην ώρα μια ανάρτηση στο fb της ποιήτριας: «Ποιος χαρταετός, ποια Καθαρά Δευτέρα&#8230;&#8221;Περίλυπος εστί η ψυχή μου&#8230;&#8221; Σφιγμένη είναι η καρδιά όλων μας, πιστεύω. Από τη μια τα αναρίθμητα πλήθη των δυστυχισμένων που σπρώχνονται επιθετικά προς στη χώρα μας, από την άλλη η εξαντλημένη πια αντοχή των νησιωτών, το αδιέξοδο, ο γενικευμένος τρόμος. Η πολιτική μας ηγεσία ερίζουσα και ανεπαρκής. Η διεθνής αδιαφορία. Θα κρατήσουμε την ψυχραιμία μας; Θα καλλιεργήσουμε τον συναινετικό λόγο; Θα συντηρήσουμε αναμμένη τη φλόγα του ανθρωπισμού μαζί με την ανησυχία και τον πόνο για τον τόπο μας; Δεν ξέρω τι να σκεφτώ, αλήθεια&#8230;»</p>
<p>Αγαπητή Δήμητρα, δεν έχω απάντηση, παρά μόνο μια σκέψη, ιδιαιτέρως παρηγορητική για εμένα: Ποίηση είναι και η φωνή των άλλων…</p>
<p>Με τη σκέψη αυτή ξαναπιάνω το νήμα κι επιστρέφω σ&#8217; ό,τι αποκόμισα από το ταξίδι στον ποιητικό λόγο της Δήμητρας Χριστοδούλου.</p>
<p>Θα μπορούσε να είναι προτροπή, ή σύνθημα, ανάμεσα στα τόσα που φυλλορροούν κι εναποτίθενται στη εύφορη πεδιάδα του νου για να εκκολαφτούν και να καρπίσουν ως όροι ζωής. Όμως η διαδρομή, είναι ένας χρόνος που μετριέται αντίστροφα και χτίζει το τέλος, τη σιωπή, αφού η φυσική θλίψη, είναι ο θησαυρός του καθενός, κι αυτό δεν επιδέχεται αμφισβήτηση καμιά. Όμως, πώς φτάνουμε ως εκεί και τι να σημαίνουν οι χτύποι, μήπως είναι η ηχώ των καθημερινών πραγμάτων, ή το κολαστήριο της πραγματικότητας;</p>
<p>Η ποιήτρια με τους ποιητικούς της τρόπους καταφέρνει να συγκινήσει και να αποδιοργανώσει τις όποιες σίγουρες απαντήσεις. Μας αφήνει να αισθανθούμε και να κουραστούμε στο πέλαγος κι όχι σε κάποια απάνεμη ακτή. Η ζωή μας λέει είναι αλλού, εκεί που αναγνωρίζεις την αλήθεια και κατακτάς τη συγκίνηση. Οι τρεις θεματικοί άξονες πάνω στους οποίους αναπτύσσεται η ποιητική της είναι, το αστικό τοπίο –ο δημόσιος χώρος της πόλης, τα παιδιά ως φορείς της συνέχειας της ζωής, αλλά και ως τα έχοντα την αρμοδιότητα και το θάρρος να κατανοήσουν τον απευθυντικό λόγο της ποιήτριας και τέλος η υπαρξιακή αγωνία, το επέκεινα του βίου.</p>
<p>Προσκεκλημένη στο Αρχοντόσπιτο, βρίσκει Ένα θρυμματισμένο βάζο/ Και μια κηλίδα από λυγμό/ Και το γρασίδι πατημένο[…]Κάποια ανθέμια από χρυσάφι/ που ζούσανε στην οροφή/ Τα σύλησε η ανατροφή μου:/ Στη θέση μου έπρεπε να μείνω/ Ένα παιδί που τρέφει πένθος/ Αντί τα οστά μου, Κόκαλο Σουπιάς. Αριστοτεχνικά η Δήμητρα Χριστοδούλου στήνει το σκηνικό της παρακμής των πραγμάτων και των ανθρώπων με το πέρασμα του χρόνου κι αφήνει …σφίγγοντας όρθια το μπαστούνι/ Κυρία πια, με το μελάνι, τη θλίψη/αλήθεια στις εξώθυρες των παιδιών, όχι κουνώντας τους το δάχτυλο, αλλά το μυρωδάτο λίκνο.</p>
<p>Μιλάει για την προκλητική απάθεια των εφησυχασμένων, για τη σύντομη ευημερία του μικροαστού πολίτη που απολαμβάνει το μοναχικό του κύρος ως έκπληκτος θεατής της προσδοκίας του:</p>
<p>Είναι οι ώρες του απογεύματος/ Που ο ήλιος κάθεται μες στη ζεστή του στάχτη./ Κι ο γείτονας παχύς και απελπισμένος/ Κάθεται μες στην πολυθρόνα του./ Βλέπει μονάχος του το ματς/ Κι ανοίγει τη δεύτερή μπίρα του./ Στον ουρανό απλώνεται λαδιά/ Από μικροχαρές, μικροβλαστήμιες/ Από μισόλογα νυσταγμένων περιστεριών./ Τα &#8216;χουν μπουκώσει σπόρια οι τουρίστες/ Προτού κι αυτοί και ο Άγνωστος Στρατιώτης/ Φωτογραφηθούν με το χάρο.[…]</p>
<p>Στις μικρές στιγμές της βιωτής των ανθρώπων η ποιήτρια αντικρίζει τα φθαρμένα υλικά της ρουτίνας, το εμφιαλωμένο χρέος των αστών που μηρυκάζουν την ασφάλεια και σωτηρία τους, αδιαφορώντας για ό,τι γύρω τους συμβαίνει.Συμμετέχει παρ&#8217; όλα αυτά ενεργεί και στηλιτεύει. Οι στίχοι της γυμνωμένοι και ελεύθεροι μεταλλάσσονται σε κραυγές. Όπως γράφει στο Επείγον περιστατικό […] Βλέπω το ράγισμα, ακούω τον κρότο/ κάποιος μου ρίχνει για σεντόνι τη θάλασσα/ Χτυπά το σώμα μου κι ανεβαίνει/ Ένα νησί φορτωμένο φύκια.</p>
<p>Ως ενεργό μέλος του δημόσιου χώρου, η Δήμητρα Χριστοδούλου, δεν βολεύεται στην ησυχία και την ουδετερότητα, αλλά εκφράζοντας τα ανομολόγητα, αξιοποιεί τα απτά ντοκουμέντα και ονοματίζει τη σήψη:</p>
<p>[…]/ Την ώρα αυτή που κάποιος μετράει/ Τα τελευταία του λεφτά ή τηλεφωνήματα/ Βουτάω μια μπουκιά ψωμί στο ξίδι./ Την πόλη την μαρμαρώνει το χιόνι./ Κανένα τοσοδούλι πλάσμα, ασβός ή μέλισσα/ Δεν έχει χώρο πια για τη φυλή του/ Τα κοπάδια τους πηδάνε στο κενό./… (Βιβλίο στο κύμα)</p>
<p>Και δεν διστάζει στο εξαίρετο ποίημα Ακολουθία να μας δηλώσει πως Κοιμάται η πατρίς πάνω στο χάρτη της/ Σαν παχύσαρκη γριά που ξεχειλίζει απ&#8217; το φέρετρο.</p>
<p>Ως πολιτική ποιήτρια η Χριστοδούλου, στη συλλογή ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΧΤΥΠΟΙ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ, δεν αρκείται στην κοινωνική κριτική και την ανάδειξη ποιητικά των γεγονότων, ίσως για να γλυκαίνει ο πόνος των ανθρώπων, αλλά δοκιμάζεται και η ίδια από την ευτέλεια και το κακό. Σαρκάζει και σαρκάζεται, θυμώνει και αρνείται, γίνεται ό,τι δεν της ζήτησαν κι αμφισβητεί ως ποιήτρια. Ανασκευάζει το τερατώδες και παρόλη τη θλίψη αντιστέκεται, καθώς βλέπει αλλιώς τα πράγματα, όπως την παλιά μοτοσυκλέτα σαν μωρό δεινόσαυρου μες στα παλιά σιδερικά, ή το πλαστικό κουβαδάκι στην άμμο, μνημείο κι αυτό των διακοπών περασμένων.</p>
<p>Η Δήμητρα Χριστοδούλου ζει στην ποίηση τη ζωή που θυμάται κι επανέρχεται. Έζησε όπως όλοι, ανάρμοστα, μας παρηγορεί και δάγκωσε χώμα στα κρυφά. Έτσι θεωρεί ιερό καθήκον της να παλέψει με το λόγο της για να της δοθεί η χάρη να ταπεινωθεί, καθώς αναρριπίζουνε τα τραπουλόχαρτα οι ακέραιοι (διάβαζε άνθρωποι) μήνες μες στη γενικευμένη μελαγχολία, εκείνη νοιάζεται για τον κουτσοφλέβαρο (τον ανάπηρο, τον πρόσφυγα, τον άστεγο, το απόκληρο, τον ταπεινωμένο):</p>
<p>[…] Ξένος ανάμεσα στους τέλειους/ Σχεδόν τρεκλίζει από το τραύμα./ Μα εγώ απαλά του δένω/ Το ποδαράκι που πονεί.</p>
<h4></h4>
<h4></h4>
<h4><strong>ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ</strong></h4>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 7/3/2020</p>
<p>Οι είκοσι τέσσερις ώρες της Δήμητρας Χριστοδούλου</p>
<p>Η ίδια η ποιήτρια στην εισαγωγική της παράγραφο ορίζει:</p>
<p>Στο βιβλίο αυτό περιέχονται πενήντα ποιήματα για την πόλη, τα παιδιά και τον θάνατο. Όλα γραμμένα σε ακριβώς είκοσι τέσσερις στίχους, με μόνη εκ προθέσεως εξαίρεση το ποίημα με τον τίτλο &lt;σχόλιο&gt;. Έτσι προλογίζει η ίδια η ποιήτρια την συλλογή της με τρόπο έντιμο, ευκρινή και ξεκάθαρο.</p>
<p>Η πρώτη ερώτηση που μας έρχεται στον νου είναι γιατί η ποιήτρια αυτοπεριορίζεται; Γιατί μόνη της θέτει ένα δύσκολο και σκληρό κανόνα; Η απάντηση είναι γιατί μπορεί. Γιατί η Δήμητρα Χριστοδούλου έχει το ταλέντο και αυτό που θα λέγαμε τεχνογνωσία, αν ίσχυε βέβαια κάτι τέτοιο στην ποίηση. Για μία τόσο έμπειρη και ικανή ποιήτρια αυτός ο περιορισμός θα έλεγα ότι ίσα ίσα αντί να καταστείλει την δημιουργικότητά της την εντείνει, αντί να συρρικνώσει ή να κάνει έκπτωση στο νόημα του ποιήματος για να μπορέσει να χωρέσει ή αντίθετα να εκταθεί, κατά ένα περίεργο τρόπο οδηγεί το ποίημα να ανθίζει μέσα στον φράχτη του.</p>
<p>Η Δήμητρα Χριστοδούλου βάζει ένα στοίχημα με τον εαυτό της και το κερδίζει. Και συγκεκριμένα:</p>
<p>Η ποίησή της είναι γεμάτη εικόνες. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς στίχους αν και όλη η συλλογή είναι ένα κολάζ από απρόβλεπτους και ανατρεπτικούς πίνακες.</p>
<p>Από ψηλά το ρολόι της Μητρόπολης/Κοιτάζει σαν μάτι με γλαύκωμα/Τ’ απομεινάρια της ρυμοτομίας.</p>
<p>Τα αστέρια εγγράφονται στον ουρανό./Με ευκρίνεια αλουμινίου.</p>
<p>Ο πόνος κάθισε στο στήθος μου/ Σαν θεός με πρόσωπο λύκου./ Έστριψε το κεφάλι και γρύλλισε/Τάχα σε κάποιο βιαστικό φεγγάρι./ Μα ήταν μόνον ο γαλάζιος προβολέας/Του ασθενοφόρου που περνούσε απ’ τα στενά.</p>
<p>Στην κλασσική και εμβληματική ταινία του Σεργκέι Άιζενσταιν «Οκτώβρης» απόλυτος πρωταγωνιστής είναι το μοντάζ, το οποίο ο σκηνοθέτης αποκαλεί «διανοητικό μοντάζ». Απότομα και γρήγορα κοψίματα στις επαναστατικές σεκάνς, σκηνές στις οποίες εμφανίζονται οι κάννες των όπλων με απότομο πέρασμα στα πρόσωπα των επαναστατών που δίνουν την εντύπωση πυροβολισμού, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει εκπυρσοκρότηση. Το διανοητικό αυτό μοντάζ του Αϊζενστάιν έδωσε νέα διάσταση κι άλλη αισθητική στον κινηματογραφικό όρο. Έτσι ο Αίζενστάιν μπόρεσε να αναδείξει έντονα εσωτερικά νοήματα αλλά και αφηρημένες πνευματικές έννοιες.</p>
<p>Η Δήμητρα Χριστοδούλου κάνει κάτι αντίστοιχο στην ποίηση. Ένα διανοητικό μοντάζ καθώς αριστοτεχνικά μας οδηγεί από πλάνο σε πλάνο για να μας δώσει την εικόνα της παραλυσίας, του ζόφου, της κατακερματισμένης πραγματικότητας μίας πολιτείας που αποσυντίθεται, μίας πολιτείας υπό διάλυση. Στην συλλογή αυτή ξετυλίγεται μία ολόκληρη κινηματογραφική ταινία σε πολλαπλά πολύχρωμα, παράδοξα, όμορφα, απίστευτα, πρωτότυπα πλάνα:</p>
<p>Ως και το θέατρο καιγόταν ακόμη./Ωστόσο απ’ τα παράθυρά του κυμάτιζε/Με μία γιγάντια χειρονομία ένα ποτάμι/Εκεί πετούσαν απ’ το μαυρισμένο βεστιάριο/Κουστούμια άκαυτα/βαριά βελούδα/Μεταξωτα σαν τα φτερά των αγγέλων/ Και τα γοβάκια, οι πουέντ, οι κοθόρνοι/Χόρευαν με αυστηρή κομψότητα/Κατά τις εντολές αρχαίων στίχων./Τέλος με την περούκα του άθιχτη/Πουδραρισμένος με σοφία, βάδισε/Επάνω στα νερά ο Πρώτος ρόλος.</p>
<p>Για να επανέλθουμε λίγο στην αρχική παράγραφο που έχουμε ήδη αναφέρει. Πολλές φορές το κλειδί μίας συλλογής το κρύβει ο ποιητής στην είσοδο, κάτω από το χαλάκι.</p>
<p>Όταν διάβασα την πρώτη αυτή εισαγωγική παράγραφο αναρωτήθηκα γιατί η ποιήτρια εξαιρεί το ποίημα με τίτλο «ΣΧΟΛΙΟ» από τον αυτοπεριορισμό της. Μετά ξαναδιαβάζοντας όμως κατάλαβα ότι αυτό ακριβώς το ποίημα είναι το επίκεντρο, το μάτι του κυκλώνα, ο πυρήνας της συλλογής.</p>
<p>Καμπάνες από άκρου είς άκρον μες στη χώρα/Ή πυρκαγιά ή εθνική γιορτή θα είναι./Ή αφίχθηκε στο κεντρικό αεροδρόμιο/το φέρετρο το σκεπασμένο με σημαία/που μες στην ένταση της διεθνούς περιοδείας/Το λησμονήσαμε στην γκαρνταρόμπα/. Εκτός κι αν άλλαξε η γεωγραφική μας θέση. Μπορεί. Τόσοι έχουν μεταμεληθεί, τόσοι δηλώνουν πλέον/ Χορτοφάγοι.</p>
<p>Απόλυτα συμπυκνωμένο, σαρκαστικό, εύστοχο ποίημα.</p>
<p>Ο εθνικισμός καταρρέει, μας λέει η Δήμητρα. Τα φέρετρα με τους νεκρούς πληθαίνουν. Στο φέρετρο με την σημαία κείτεται το πτώμα της πατρίδας. Υπάρχει άραγε μία μετατόπιση; Η καινούργια τάξη των πραγμάτων είναι διαφορετική; Οι κρεοφάγοι μετατράπηκαν σε χορτοφάγους από μόδα ή από συνείδηση; Η αριστερά φόρεσε τα άμφια της δεξιάς, η δεξιά προσεταιρίστηκε την φρασεολογία της αριστεράς; Άλλαξε η γεωγραφική μας θέση; Οι φασίστες έπαψαν να σκοτώνουν νεαρά παιδιά σαν τον Παύλο Φύσσα; Με τους λύκους ή με τις μέλισσες;</p>
<p>Όλα αυτά η Δήμητρα Χριστοδούλου δεν τα γράφει. Τα υπονοεί. Και ο αναγνώστης ακούει τους εικοσιτέσσερις χτύπους, τους εικοσιτέσσερις στίχους, τις είκοσι τέσσερις ώρες μίας και μόνο ημέρας και διαβάζει την σιωπή. Και η σιωπή στην συλλογή αυτή είναι πιο φλύαρη από ποτέ.</p>
<p>Η Δήμητρα γράφει μόνον τον στίχο στο ποίημα Η ΠΑΡΗΓΟΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ</p>
<p>Αν πράγματι υπάρχει ο Κάτω Κόσμος/Βάρδια κρατούν εκεί οι Λύκοι.</p>
<p>Η Δήμητρα γράφει μόνον τους στίχους</p>
<p>Να σωριαστούν με μιας σαν παλιοσίδερα/Το κλειστό στόμα/ο πανικός/η στέρηση/Κι ανάμεσα στις σφυρίχτρες των άστρων/Να αστράφτει ατσάλινη η βαριά μου σιωπή/</p>
<p>Και μέσα από την σιωπή αυτή ξεπροβάλλει όλο το σύμπαν της ανομίας.</p>
<p>Σαν σκύλους ξαμολάν τα περιπολικά τους/ Η αστυνομία και η Θεία Πρόνοια. Παντού τα ίχνη, πουθενά τα σώματα</p>
<p>Εδώ πρέπει να σταματήσουμε λίγο και να εξετάσουμε την έννοια</p>
<p>της πόλης στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου.</p>
<p>Η λέξη «πόλη» για την Δήμητρα Χριστοδούλου έχει την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης.</p>
<p>Η ελεύθερη πολιτεία, το σύνολο των πολιτών, η ιδιότητα του πολίτη. Αυτή την εσωτερική διασταλμένη πόλη υπηρετεί η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου που είναι ακριβώς η ποίηση της πολιτείας δικαίου, των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ειρήνης, της ακεραιότητας. Αυτή είναι η ιδεατή πατρίδα της. Η άλλη, η γενέτειρα είναι αυτή που την πληγώνει διαρκώς.</p>
<p>Σιγά σιγά δεν έμεινε πέτρα/Μπορώ πια να σ’ αγαπάω, πατρίδα/Σαν στομαχόπονο που με κόβει στα δύο</p>
<p>Σ’ αυτή την ποιητική συλλογή η ποιήτρια γεννά συνέχεια κόσμους πολυποίκιλους και ενδιαφέροντες που όλοι έχουν ένα κεντρικό άξονα, δεν υπάρχει σε όλη την συλλογή ούτε μία επανάληψη, ούτε μία κοινοτοπία, ούτε μια φλύαρη αμηχανία, αντίθετα δομημένα άψογα τα ποιήματα και μάλιστα με τον περιορισμό των εικοσιτεσσάρων στίχων (όσο και οι ώρες μίας ημέρας) που η ίδια θέτει, συνθέτουν ένα ολόκληρο «οικοσύστημα» που μιλάει για μία πατρίδα, για μία ελπίδα, για μία διάψευση, για την ανθρώπινη μοίρα ειδικά και γενικά, για τους ανθρώπους γύρω μας, για τους ανθρώπους μέσα μας, οι στίχοι αστραφτεροί και στιλπνοί, τα φυλλώματα της γραφής πυκνά κρύβουν την έκπληξη που ξεπηδάει αιφνιδιαστικά, πηκτή η ροή χωρίς κανένα κενό, μία αστείρευτη φαντασία τόσο καλά τιθασευμένη ώστε κάθε λέξη να αποκαλύπτει, να κρύβει αλλά και να σημαίνει, κάνει την συλλογή να αποκτά βάρος να ριζώνει στο ποιητικό έδαφος και στην συνέχεια να φουσκώνει, να απογειώνεται, να μας διαπερνά, να μας αφορά.</p>
<p>Ο χρόνος στην συλλογή μετριέται με τους χτύπους ενός τεράστιου κοσμικού ρολογιού που χτυπάει τις ώρες, κυρίως όμως μετριέται με την σιωπή, την πρωταρχική ουσία της Ποίησης. Αυτή η συλλογή αποτελεί ένα άψογο δείγμα γραφής όπου η έμπνευση και η τεχνική παντρεύονται, όλα ισορροπούν όμορφα και η Ποίηση ρέει αβίαστα όπως άλλωστε οφείλει.</p>
<p>Η ποίησή της Χριστοδούλου είναι σκληρή, σαρκαστική, ραπίζει, χτυπάει. Η ποίηση της είναι ευρεία, συμβολική, κοινωνική, αλληγορική.</p>
<p>Η ποίησή της είναι</p>
<p>η φωνή του εξόριστου αρχαγγέλου/Που βάλθηκε να συμμαζεύει τα φτερά του/ Σε αντίσκηνα σε τρώγλες του θανάτου/Ενώ τα όργανα της τάξης αναγγέλλουν/Πως πρέπει να παραδοθεί ο δαρμένος/ ο σκύλος/ο φονιάς/ ο ξένος όπως γράφει η ίδια.</p>
<p>Το σύμπαν της Δήμητρας είναι η Έρημη Χώρα. Οι άνθρωποι που το αποτελούν είναι οι Κούφιοι Άνθρωποι. Η φωνή της Δήμητρας Χριστοδούλου διασχίζει τον χώρο και τον χρόνο, διαλαλεί και προφητεύει, προειδοποιεί και εξαγγέλλει όπως κάνουν όλοι οι σπουδαίοι ποιητές μέσα στον χρόνο.</p>
<h4><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h4>
<p>&#8220;Η Αυγή&#8221;, 23.2.2020</p>
<p>Σαράντα εννέα εικοσιτετράστιχα ποιήματα κι ένα εννεάστιχο, το «Σχόλιο» της σελίδας 25 – στο κέντρο ακριβώς αυτής της δομημένης κατοικίας, όπου στεγάζεται μια θλίψη κρυστάλλινη, που όταν δεν αναλύεται σε δάκρυα, γίνεται χιόνι, γίνεται τσακισμένο ρολόι που εξακολουθεί να μετράει το Χάος πάνω από μια Δημιουργία ατυχή.<br />
Αυτή η αντίληψη του θεού, άλλοτε ως δράκοντα κι άλλοτε ως άστοχου, αδέξιου χωροτάκτη μηχανικού, που δεν ήταν στην καλύτερη στιγμή του όταν έπλασε τον κόσμο και μαζί μ’ αυτόν έναν Κήπο της Εδέμ που διόλου ασφαλής και σφραγισμένος στο Κακό δεν αποδείχτηκε. Μόνο που το Κακό εδώ έχει τη μορφή της ανίας, της πλήξης, της μη-Αγάπης, της ανεπίδοτης φιλότητας. Το Καλό δεν είναι κατάκτηση, αλλά απουσία, μια εγγενής κληρονομιά που φέρουμε στα κύτταρά μας σαν νοσταλγία προς τα Άνω, χωρίς αυτό το άνω όμως να είναι επιθυμητό ή καλύτερο από το κάτω.<br />
Η πολυβραβευμένη Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου σε αυτή την δέκατη τέταρτη ποιητική συλλογή της είναι κοντά πλέον στους αρχαίους δραματικούς ποιητές, αφού η θλίψη της δεν είναι λυρική, δεν είναι καν προσωπική, αλλά διαμαρτυρία για τη μοίρα της ανθρωπότητας. Το εμείς είναι που λιώνει σε χιλιάδες σπασμένα κρύσταλλα, που αναλύεται σε χιόνι και σιωπή, αναγκαστική, όχι το εγώ. Η ποιητική φωνή που ομιλεί είναι απλώς μια μάσκα, ένα τραγικό προσωπείο, μέσα από το οποίο περνάει όση αλήθεια κι όσο φως δεν αντέχει ο καθημερινός, βιοποριστικός λόγος.</p>
<p>Η πόλη της είναι άθλια πόρνη που μιμείται τον εαυτό της. Καμία σχέση με την καβαφική Ιθάκη. Ουδεμία νοσταλγία. Ουδείς εξιδανικευμένος παράδεισος της παιδικής ηλικίας. Τα παιδιά, μέχρι να πάρουν και το απολυτήριό τους, από έφηβοι γίνονται πεδία μαχών που δεν επέλεξαν εκείνα να εμπλακούν, είναι αξιολύπητα κι αγριωπά, είναι συμπαθητικά κι αποκρουστικά, σαν ανδρείκελα φριχτά στο κουκλοθέατρο ενός σύμπαντος ατελούς.<br />
Αυτό είναι το κλειδί για να αποκωδικοποιηθεί αυτή η ποίηση φυγής από το απτό αστικό τοπίο: ζούμε μέσα σε έναν κόσμο εν εξελίξει, όλα γύρω μας είναι ένα ατέλειωτο εργοτάξιο, δεν απαιτείς την τελειότητα του πλατωνικού κόσμου των Ιδεών, δεν έχει θέση εδώ, σε αυτή την Κόλαση που δεν μπορεί να ευελπιστεί σε κάποιο Καθαρτήριο. Ακόμα κι ο τσεχωφικός Θείος Βάνιας συνάντησε τον έρωτα πολύ αργά στη ζωή του, έτσι που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και στις αψιμαχίες του.<br />
Μια παραίτηση φιλοσοφικού τύπου υποφώσκει κάτω από αυτά τα απολύτως συνεκτικά και πιστά στον εαυτό τους γραφτά, που αποκτούν δική τους οντότητα, πέραν ενδεχομένως από τις προθέσεις εκείνης που τα δημιούργησε, τους έδωσε γραμμές και στήλες, απότομες περικοπές, διασκελισμούς, παρηχήσεις και σποραδικές ομοιοκαταληξίες, συνήθως σκωπτικές.<br />
Είναι πολύ συγκρατημένη ετούτη η ποιητική έκφραση για να αποφεύγει τεχνηέντως την παγίδα της αυτοαναφορικότητας. Ακόμα κι όταν αυτοβιογραφείται η «παλαιά διδασκάλισσα» (σσ. 50 και 51) υπερισχύει η άπειρη τρυφερότητα για τον πλησίον, που δεν γίνεται έμπρακτη αγάπη αλλά έγγραφη προσευχή, ένυλη απόδειξη ευγνωμοσύνης για τη διασταύρωση τροχιών που δεν θα ξανασυναντηθούν πια. Ο ρομαντισμός παλεύει με τον νεοκλασικισμό σ’ αυτή την ποιητική και νικάει κατά κράτος. Αν δεν ήταν τόσο χαμηλόφωνα θα μπορούσαν ίσως να ενταχθούν αυτά τα στιχουργήματα στο πάντα επίκαιρο κίνημα «Θύελλα κι Ορμή» (Sturm und Drang), έχουν όμως αυτή την ανατολίτικης κοπής θηλυκότητα που τα προφυλάσσει από τις υπερβολές της τεστοστερόνης.<br />
Κι όσο κι αν δεν υπάρχει βεβαίως «αντρική» και «γυναικεία» ποίηση, μήτε –φυσικά– «ενεργητική» και «παθητική», έτσι και δεν μπορείς να καλύψεις αυτή τη σπουδή θανάτου με ολιγόλεκτη επιγραφή σαν επιτύμβια ταινία. Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου δεν μελετάει τον δικό της θάνατο, αλλά τον θάνατο μιας συλλογικότητας που κάποτε θα λέγαμε ανθρωπότητα, κείτεται όμως τώρα πια –κομμάτια και κρύσταλλα– στο χαοτικό ψηφιδωτό ενός κόσμου που δεν βγάζει νόημα, μιας κι ο δημιουργός του πέταξε «τα άτυχα σχέδια στη γη» (σελ. 49).<br />
Η θλίψη πρωταγωνιστεί σ’ αυτό το βιβλίο. Η θλίψη του Αισχύλου στον «Προμηθέα Δεσμώτη» που τα βάζει, τολμάει να τα βάλει με την ουράνια εξουσία των αθανάτων νέων θεών. Κρυστάλλινη θλίψη που λιώνει σε σταγόνες-εικόνες κι επιτύμβια ποιήματα μιας ζήσης αποξεχασμένης στη ρυπαρή ραστώνη μιας πόλης, στην επιθυμητή υπνηλία της μοναξιάς. Μεταιχμιακή εφηβικότητα που ερωτοτροπεί με το θάνατο σ’ ένα αστικό τοπίο διόλου ενθαρρυντικό, δίχως οσμές, εκτός ίσως από τη μυρωδιά της βενζίνης. Και σαν είναι πάντα ένας καλοδεχούμενος χειμώνας με τη νύχτα και τη λευκάδα του. Το πιο πλήρες κι εκφραστικό ποίημά της είναι –κατά την ταπεινή μου γνώμη– τα «Αστικά ευαγγέλια» στη σελίδα 17. Αλλά σε κάθε ποίημα ανακεφαλαιώνεται με τη μία ή την άλλη μορφή το ίδιο τραγικό υπαρξιακό αδιέξοδο. Μιας νόησης που νοσταλγεί κάτι ανώτερο, γιατί, απλούστατα, κάπου βαθιά στα κύτταρά της το θυμάται και το απαιτεί. Εδώ. Τώρα. Ας όψεται ο «Ιερός αναλφαβητισμός» (σελ. 49).<br />
Σαράντα εννέα παραλλαγές της ίδιας παραδομένης λύπης με ένα εμβόλιμο σχόλιο ανάμεσά τους. Οι είκοσι τέσσερις στίχοι αντιστοιχούν σε είκοσι και τέσσερις χτύπους και οι εννέα με τη σιωπή. Ο Χρόνος πανταχού παρών και στο προτελευταίο ποίημα «Η χρησιμότης του εκνευρισμού». Το τελευταίο, με ειρωνικό τίτλο «Πάλι καλά», μοιάζει σαν επιτύμβιος απολογισμός στη διαθήκη μιας άλλης, αφού η ποιήτρια έχει συνείδηση της αιωνιότητας κι αναφέρεται στο άφευκτο σα να πρόκειται για μια αναχώρηση. Απλή. Που τακτοποιούμε τα γραψίματα στο συρτάρι και μοιράζουμε τα κουρελιασμένα μας άμφια στους ζητιάνους. «Καλοσιδερωμένα παλιοκούρελα. / Γνωρίζω πως οι περισσότεροι / θα προτιμήσετε τα δικά σας. / Δυο τρεις θα δουν τη Διαφορά». Υπόγειο σχόλιο για τους πιθανούς ειλικρινείς αποδέκτες μιας ποίησης χειρουργικής.</p>
<h4><strong>ΔΑΦΝΗ ΜΑΡΙΑ ΓΚΥ-ΒΟΥΒΑΛΗ</strong></h4>
<p>&#8220;Fractal&#8221; 11/12/2019</p>
<p>Ποίηση για την πόλη, τα παιδιά και τον θάνατο</p>
<p>Ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος και με τις δυό σημασίες της λέξης: Ένα σύμπαν, κι ένα κόσμημα. Καθώς φέτος συμπληρώνει 45 χρόνια ενεργού παρουσίας στο λογοτεχνικό στερέωμα της χώρας μας, η πολυβραβευμένη ποιήτρια Δήμητρα Χριστοδούλου, προικίζει την βιβλιοθήκη μας με ένα ακόμη ποιητικό βιβλίο αδιαμφισβήτητης ομορφιάς, ωριμότητας και μεστότητας. Ο λόγος για την δέκατη τέταρτη ποιητική συλλογή της, η οποία, με τον τίτλο «Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελάνι.</p>
<p>Ένας ολόκληρος κόσμος: Οι ολοκληρωμένοι κύκλοι νοημάτων, ξεκινούν από τον εντυπωσιακό συμβολισμό του τίτλου που παραπέμπει σε ένα εικοσιτετράωρο, ή αλλιώς, στους είκοσι τέσσερις χτύπους του ρολογιού. Αυτοί οι χτύποι υποδεικνύουν και τον αριθμό των στίχων του καθενός από τα 49 ποιήματα της συλλογής (το 50ό, που τοποθετείται κάπου ανάμεσα στα υπόλοιπα, εξαιρείται), ενώ το κάθε ποίημα συνεχίζει αυτούς τους ολοκληρωμένους κύκλους νοημάτων εξατομικεύοντάς τους: αποτελεί από μόνο του μια ολότητα, και υφαίνει την δική του ολοκληρωμένη ιστορία, μεταδίδοντας στον αναγνώστη μια αίσθηση πληρότητας.</p>
<p>Η ίδια η ποιήτρια, μας ενημερώνει σε εισαγωγικό σημείωμά της στην αρχή του βιβλίου, ότι η θεματολογία της συλλογής είναι η πόλη, τα παιδιά και ο θάνατος. Τρία θέματα που στέκουν αυτόνομα, ή και αναμειγνύονται δημιουργικά μέσα σε κάθε ποίημα.</p>
<p>Ποια είναι η πόλη;</p>
<p>«Πάλεψα, πάλεψα να την σηκώσω<br />
Αυτήν τη νύχτα, πεσμένη κατάχαμα…</p>
<p>……………………………………..</p>
<p>Σπίτια που τα χαστούκισε η φλόγα.<br />
Από ψηλά το ρολόι της Μητρόπολης<br />
Κοιτάζει σαν μάτι με γλαύκωμα<br />
Τ’ απομεινάρια της ρυμοτομίας.<br />
Και μες στ’ αποκαΐδια ψάχνουνε<br />
Οι υπουργοί τα βραβεία τους…»</p>
<p>(«Ο νόμος του στέμματος», σελ. 9). Η εικόνα μας φέρνει στο νου την πυρπολημένη Αθήνα του Μαΐου του 2010. Αλλά αυτή δεν είναι η μοναδική άποψη της πόλης. Τα πολλά πρόσωπά της διαγράφονται από την Δήμητρα Χριστοδούλου τόσο στο φως της ημέρας όσο και στο σκοτάδι της νύχτας, σκιαγραφούνται μέσα σε όλη τους την τσιμεντένια ασχήμια, αντιπαραβάλλονται με την γλυκύτητα της φύσης, κι όταν όλα γύρω μας μεταβάλλονται σε μια πικρή στάχτη από τις φλόγες, τότε</p>
<p>«Φυτίλια οι τόμοι της Παλιγγενεσίας μας.»</p>
<p>(«Αέναη πρεμιέρα», σελ. 11). Στάχτη οικοδομημάτων και αξιών, υλικών και άυλων πραγμάτων, της ίδιας μας της ζωής.</p>
<p>Ο θάνατος εδώ είναι μεταφορικός, ενώ συχνά η έννοια της πόλης επεκτείνεται και στην έννοια της πατρίδας. Διότι όταν τα «λάβαρα» είναι «φλεγόμενα», τότε</p>
<p>«Μπορώ πια να σ’ αγαπάω, πατρίδα<br />
Σαν στομαχόπονο που με κόβει στα δυό.»</p>
<p>(«Φλεγόμενα λάβαρα», σελ.12). Το έλκος αυτής της αγάπης εκφράζεται με πόνο, πικρία και θλίψη. Μια θλίψη που προβάλλει διάχυτη σε όλα τα ποιήματα, ενώ σε πολλά, όπως στα «Εγκεκριμένα Θηράματα» (σελ. 30) όπου καυτηριάζεται η γραφειοκρατία, η ποιήτρια την εναλλάσσει με ειρωνεία και σαρκασμό:</p>
<p>«Σαν ζώο που ξυπνά από χειμέρια νάρκη<br />
Αφού τράφηκε καιρό απ’ τον εαυτό του<br />
Σηκώνει ο υπάλληλος τα μάτια πάνω μου…<br />
…………………………………………..<br />
Μα δεν μουγκρίζει «ελάτε αύριο», απλώς<br />
Χάνεται με το κυλιόμενο κάθισμα<br />
Σαν να έπεσε μέσα σε πηγάδι.</p>
<p>Μετά από τέτοια ξαφνική σωτηρία<br />
Μπορώ να συνεχίσω τον δρόμο μου<br />
Κόβοντας μπρος μου θεριεμένη βλάστηση<br />
Με το κοινό μου κουζινομάχαιρο…»</p>
<p>Άλλωστε επανειλημμένως εμφανίζεται στα ποιήματα της Δήμητρας Χριστοδούλου η καταγγελία της εξουσίας, του νόμου και της τάξης, από την βίαιη εφαρμογή των οποίων δεν εξαιρούνται ούτε οι μετανάστες, ούτε οι πρόσφυγες:</p>
<p>«Μόνο η φωνή του εξόριστου αρχαγγέλου<br />
Που βάλθηκε να συμμαζεύει τα φτερά του<br />
Σε αντίσκηνα, σε τρώγλες του θανάτου<br />
Ενώ τα όργανα της τάξης αναγγέλλουν<br />
Πως πρέπει να παραδοθεί ο δαρμένος<br />
Ο σκύλος, ο φονιάς κι ο ξένος.»</p>
<p>(«Ρίμες του τυχερού για τον άλλο», σελ. 42).</p>
<p>Με την ίδια ευαισθησία ψυχής, ακόμη και με τρυφερότητα, η ποιήτρια προσεγγίζει και το θέμα των παιδιών, που τα παρουσιάζει μέσα σε όλη τους την αθωότητα, ως επί το πλείστον ως θύματα της σκληρότητας της ζωής και της κοινωνίας, και όσων δεν τα αγαπούν. Ακόμη και η πόλη μπορεί να θανατώσει την παιδική ηλικία:</p>
<p>«Το απόβροχο άπλωσε στην άοσμη πόλη.<br />
Έπρεπε να εγκαταλείψει το ποδήλατο.<br />
Να την διασχίσει με την ηλικία των ανδρών…</p>
<p>Εδώ περνώντας ένα αγόρι την διάβαση<br />
Φθάνει ασπρομάλλης σ’ απαστράπτουσα χώρα.<br />
Ή θρηνούν πίσω του συντρίμμια των τροχών<br />
(Η σέλα, το φανάρι, το τιμόνι)</p>
<p>Ή μπρος του ανοίγονται κατάμαυρα φτερά.»</p>
<p>(«Δίλημμα νεαρού ποδηλάτη», σελ. 33).</p>
<p>Όπως βλέπουμε δε, ο θάνατος μέσα σε όλ’ αυτά είναι διάχυτος. Ο θάνατος ο μεταφορικός, αλλά, σε κάποια ποιήματα, και ο κυριολεκτικός. Η Δήμητρα Χριστοδούλου πολύ συχνά δεν διστάζει να τα βάλει ακόμη και με τον Θεό για τις συμφορές που ταλανίζουν όχι μόνο τούτη τη χώρα, αλλά και την ανθρωπότητα ολόκληρη. Παράδειγμα το υπέροχο ποίημα «Το άσυλο του Παραδείσου» στη σελ. 35, από το οποίο παραθέτουμε εδώ δύο στροφές προς τέρψιν του αναγνώστη:</p>
<p>«Όταν το ρόδο θα είναι πια ανυπόταχτο<br />
Και το άρωμα του ρόδου μια απορία<br />
Τότε εκείνος ο θεούλης ο πάμπτωχος<br />
Πικρά θα κλάψει που δεν μπόρεσε<br />
Να φτιάξει πράγματι για δυο γυμνούς ανθρώπους<br />
Έναν απολέμητο κήπο…<br />
……………………………………</p>
<p>Κι όταν του κόσμου όλου η αναίτια ύπαρξη<br />
Θα έχει από τον κρότο τρομάξει<br />
Τότε θα με καταπραΰνει η αγάπη.<br />
Εκείνη το πέρασμά μου συμπόνεσε<br />
Την θεϊκή ανημποριά εκείνη<br />
Τη φιλοξένησε σιωπηλά».</p>
<p>Άρα, υπάρχει αντίδοτο: Η αγάπη, η οποία εμφανίζεται σε πολλά ποιήματα ως η αξία εκείνη που θα προσφέρει τελικά την λύση, και το φως της γαλήνης. Και όχι μόνον αυτή, αλλά και η μουσική, και βέβαια η ίδια η ποίηση:</p>
<p>«Αχ, και να γνώριζα, τέτοιες στιγμές, κάποιο έγχορδο!<br />
Τι όμορφα που μετράει το χρόνο μια κιθάρα!…<br />
………………………………………………….</p>
<p>Δεν υπάρχουν ακόρντα θνητά.»</p>
<p>(Η παρηγόρηση των εγχόρδων» σελ. 27).</p>
<p>Κι εδώ επανερχόμαστε στον τίτλο του βιβλίου «Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή». Διότι η σιωπή δεν σημαίνει μονάχα τον θάνατο, σημαίνει και ακριβώς το αντίθετο: Την ελπιδοφόρα και λυτρωτική εκείνη διεργασία, η οποία παράγει την κραυγή της ποίησης:</p>
<p>«Κι ανάμεσα στις σφυρίχτρες των άστρων<br />
Να αστράφτει ατσάλινη η βαριά μου σιωπή.»</p>
<p>(«Η τελευταία νεότης», σελ. 26). Ή, πάλι όπως λέει η ποιήτρια στο «Η παρτιτούρα των κελαηδισμών», στη σελ. 21,</p>
<p>«Κι όμως. Λαλώ με τα κόκαλα<br />
Εκείνον τον αιωνόβιο ψίθυρο<br />
Που μου έχει αναθέσει η φαντασία.<br />
Λέω, γυμνός είναι ο βουβός, όχι ο πένης.»</p>
<p>Το 50ό ποίημα της συλλογής μάλιστα, το «Σχόλιο», το οποίο βρίσκεται στην σελίδα 25, και είναι το μόνο που δεν έχει είκοσι τέσσερις στίχους, δίνει το δικό του ξεχωριστό στίγμα, και μοιάζει να σχολιάζει επίσης με τον δικό του, και δη ειρωνικό τρόπο, την ζοφερή κοινωνικοπολιτική κατάσταση που αντιμετωπίζουμε όλοι σήμερα.</p>
<p>Όλος ετούτος δε ο κόσμος των ελευθερόστιχων ποιημάτων της Δήμητρας Χριστοδούλου υφαίνεται μέσα από εκπληκτικές εικόνες, παρομοιώσεις και προσωποποιήσεις, κι έναν λόγο από τον οποίο αναβλύζει πηγαίο το συναίσθημα, παρόλο που δεν είναι ρομαντικός. Αντίθετα, ο λόγος της είναι ρεαλιστικός και οι φράσεις και οι λέξεις που χρησιμοποιεί, καίριες. Βρίσκουν τον στόχο τους στην καρδιά του αναγνώστη, οικοδομώντας ένα υπέροχο σύνολο.</p>
<p>Θα ολοκληρώσουμε την παρούσα παρουσίασή μας με μια αναφορά στο τελευταίο ποίημα, το «Πάλι Καλά» (σελ. 58), που συγγράφεται με την μορφή επιλόγου σε ολόκληρη τη συλλογή, και με το οποίο η ποιήτρια κλείνει το βιβλίο απευθυνόμενη στους αναγνώστες της, γεμάτη αυτοσαρκασμό:</p>
<p>«Κυρίες, κύριοι, θα σας κληροδοτήσω<br />
Σιδερωμένα παλιοκούρελα.<br />
Γνωρίζω πως οι περισσότεροι<br />
Θα προτιμήσετε τα δικά σας.<br />
Δυο τρεις θα δουν τη Διαφορά.</p>
<p>Βέβαια, δεν σύχνασα σε εσπερίδες.<br />
Α, ένα αίσθημα ντροπής το είχα.<br />
Δάγκωσα χώμα στα κρυφά».</p>
<h4><strong>ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ</strong></h4>
<p>&#8220;Η Καθημερινή&#8221;/ &#8220;Τέχνες και Γράμματα&#8221;, 24.11.2019</p>
<p>Λες και ήταν χθες&#8230;</p>
<p>εκδ. Μελάνι, σελ. 58</p>
<p>Η Δήμητρα Χριστοδούλου (γενν. 1953) έχει οπωσδήποτε κατακτήσει την ιδιαίτερη θέση της στην ελληνόφωνη ποίηση από τη δίκαια βραβευμένη συλλογή της «Λιμός» (Νεφέλη, 2007). Επανέρχεται, έκτοτε, κάθε δύο-τρία χρόνια με βιβλία που επιβεβαιώνουν τα ώριμα πλέον χαρακτηριστικά της. Το ύφος, ο τόνος, η μορφή αλλά και το θεματικό εύρος, που με συνέπεια καλλιέργησε, συγκροτούν το συμπαγές, αναγνωρίσιμό της έργο: «Κι εγώ, μ’ εκείνη τη στριγγλιά που γεννήθηκα/ Μ’ αυτή απαντάω στα μουγκά πουλιά/ Σαν να ήταν ο θρήνος το νόμισμα/ Που αγοράζει κελαδήματα τερπνά» διαβάζουμε στο «Η παρτιτούρα των κελαηδισμών», στην υπό συζήτηση συλλογή.</p>
<p>Ενα θάρρος συναισθήματος, δηλαδή ένας έξυπνος λυρισμός που αναλαμβάνει ρίσκα, έχοντας καταφέρει να κουρδίσει κατά το συγκεκριμένο του γούστο τη λύρα αξιοποιεί, στην περίπτωση της Χριστοδούλου, αυτό που με την παλιά, τη σχολική έννοια, θα λέγαμε «εκφραστικό πλούτο», τον οποίο αναμφισβήτητα διαθέτει.</p>
<p>Τι ακριβώς εννοούμε σήμερα με αυτό; Συνθηματικά θα λέγαμε: κατασκευή λειτουργικών εικόνων, με μουσικότητα. Η ποιήτρια γνωρίζει τα μυστικά της παμπάλαιης τέχνης, και σχεδόν κάθε τυχαίο δείγμα των ποιημάτων και των στίχων του βιβλίου το επιβεβαιώνει, είτε μιλά για την πόλη, είτε για τα παιδιά είτε για τον θάνατο, όπως αισθάνεται υποχρεωμένη να εξηγήσει σε ένα εισαγωγικό σημείωμα της τελευταίας αυτής συλλογής της (θα πρόσθετα, ωστόσο, ότι αυτή η επιμονή που εκφράζεται στην ερμηνευτική προς τον αναγνώστη υπόδειξη βρίσκεται οριακά έξω από τον ποιητικό της έλεγχο).</p>
<p>Είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες η συζήτηση για τη σύγχρονη απαξίωση της ποίησης. Η εμπεδωμένη αυτή πεποίθηση επηρεάζει, πιστεύω, με τη σειρά της, μεγάλο μέρος της σημερινής ποιητικής γραφής, που ποικιλοτρόπως επιχειρεί να αναμετρηθεί μαζί της. Η Χριστοδούλου δεν τη λαμβάνει υπόψη. Αυτό είναι έκδηλο, για παράδειγμα, σε ποιήματα όπως</p>
<p>«Το τρίτο θρανίο», εμφανώς γραμμένο με έναυσμα μια συγκεκριμένη ανθρώπινη περίπτωση (όμοια όπως και η ροκ μπαλάντα «Η τελευταία νεότης»). Η ποιήτρια όχι μόνο συνθέτει το ποίημα αλλά και το χαρίζει, ρητά, στον άνθρωπο που αποτέλεσε την αφορμή της έμπνευσής της. Πρόκειται για χειρονομία με υψηλή ποιητική ποιότητα αλλά και μια σχεδόν αδικαιολόγητη για τα σύγχρονα ποιητικά μας ήθη φυσικότητα: είναι εξόχως παλιομοδίτικη. Υπό αυτό το πρίσμα φωτίζονται και τα άλλα ποιήματά της. Δεν εννοώ ότι η Χριστοδούλου ενδοσκοπείται ναρκισσιστικά, εκτός τόπου και χρόνου – κάθε άλλο.</p>
<p>Στα ποιήματά της, ειδικά των τελευταίων ετών, η πραγματικότητα και η ιστορία, ο δημόσιος χώρος, καταλαμβάνουν ευρύχωρη θέση, ιδωμένα πάντοτε υπό την αυστηρά προσωπική και ιδιοσυγκρασιακή της οπτική – ας διαβαστεί, αντί άλλων, το ποίημα με τον εύγλωττο τίτλο «Ρεπορτάζ» από την υπό συζήτηση συλλογή. Εννοώ ότι μοιάζει να θεωρεί, χωρίς ποιητική αγωνία, φυσικό γεγονός ότι η ποίηση βρίσκεται ανέκαθεν, έτσι κι αλλιώς, εκτός τόπου και χρόνου. Γράφει, λοιπόν, με κάθε πρόσφορη αφορμή, επιδεικνύει την ευχέρειά της, χαρίζει απλόχερα τα ποιήματά της, με τον τρόπο των παλαιών ποιητών, σαν να μην αποτελεί προϋπόθεση για κάτι τέτοιο το δαφνοστέφανο, που πλέον δεν προβλέπεται.</p>
<p>«Κοιμάται η πόλη. Κάποιος έχασε τα ρέστα του./ Κάποιος άφησε το σπίτι νηστικό./ Βρέχει αστρικό αλάτι κι ασβεστώνει/ Προϊσταμένη και αδελφές στις εκκλησίες./ Ή βήχει ή κλαίει ένας άγγελος/ Που δεν τον πιάνουνε τα αντιβιοτικά./ Σύννεφα μόλις φωτισμένα ανθίζουνε/ Με πέταλα-πλοκάμια στον φεγγίτη./ Και γλιστρά από τον ουρανό στα πλακάκια/ Ενα διάφανο, φοβισμένο χταπόδι» &#8211; μια βιρτουόζικη περιγραφή από το «Ρεπορτάζ», κι ας μετριούνται πια σε ελάχιστα δάχτυλα όσοι μπορούν να την απολαύσουν.</p>
<h4><strong>ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ</strong></h4>
<p>«Η ΑΥΓΗ»22/10/2019</p>
<p>«Όλα των στίχων της τα αναμμένα καντήλια»</p>
<p>Επιχειρώ ταπεινά να γράψω την αίσθησή (μου) ως αναγνώστριας για την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου «Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή» (εκδ. Μελάνι). Είναι το δέκατο τέταρτο ποιητικό έργο μιας λογίας ποιήτριας με εμφανές στίγμα στα ποιητικά δρώμενα, βραβεύσεις του έργου της που ανήκει ηλικιακά στην αμφιλεγόμενη κατηγορία «γενιά του &#8217;70» και που εγώ ήρθα σε επαφή με το έργο της και την ίδια με τον καινούργιο τρόπο επικοινωνίας της εποχής μας, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.</p>
<p>Έτσι, αναρτήσεις με υπό έκδοσιν ή παλαιότερα ποιήματα εναλλάσσονται με κείμενα πιο ευθύβολης κοινωνικής δυσανεξίας και κριτικής για τα παρόντα, με τον ίδιο υπογράφοντα, τον ίδιο κτήτορα της άυλης σελίδας κόβοντας εκ των πραγμάτων τον Γόρδιο δεσμό για την ανταπόκριση ή μη του ποιητή σε υπαρξιακές ή κοινωνικές αγωνίες. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας ο Ποιητής εκτίθεται, εκθέτει ίσως την ποίησή του, αντιπαραθέτοντας τον αποφαντικό με τον ποιητικό λόγο με μια χρονικότητα που αποκαλύπτει και σημαίνει. Αυτό φυσικά δεν εξαντλεί τη δύναμη ενός έργου τέχνης που παραδίδεται με τη μορφή ενός βιβλίου που περιέχει ποιήματα με αυστηρό και ίσο αριθμό στίχων -πλην ενός- με μια ανεξάντλητη δύναμη δημιουργίας όχι ενός δυστοπικού κόσμου του Αλλού, αλλά «πειράζοντας» και κοιτώντας με μια μαγική ματιά το εγγύς, το πλησίον, το καθημερινό. Μεταμορφώνοντας δηλαδή τον κόσμο της καθημερινότητας σε μια καινή ανατρεπτική συνθήκη.</p>
<p>Διαβάζω την ποίησή της και νιώθω να με εμπλέκει όλο και περισσότερο σε αυτήν την ατμόσφαιρα του ύπνου και του θανάτου. Ευγνώμων για τη μαγεία, όση πικρία και να προκαλεί η αποκάλυψη. Προκαλεί συγκίνηση και ταραχή &#8211; ταχυκαρδία όντως ο θάνατος από πτώση μιας Ακριβούλας στην πρωτεύουσα, όπως καρφώνεται στην άσφαλτο πέφτοντας από το μπαλκόνι της πολυκατοικίας και ο αντίκτυπος εκεί στην άλλη μεριά -εκεί που βρίσκονται οι Σκιαθίτες ψαράδες του Παπαδιαμάντη και ο ένας ο εντριβής αναγνώστης της ποίησης, αυτός που γνωρίζει τη γλώσσα των φωκών ή το θρηνητικό μινύρισμα των χελιδονιών.</p>
<p>Ποίηση αλυσίδα εικόνων και συμβόλων -δεν γνωρίζω και δεν θα μάθω αν πρόκειται για σκηνοθεσία ή ελεύθερο συνειρμό- ή και τα δύο. Πεταλούδες, πέτρινα ράμφη βουβών πουλιών, τραυματίες πολέμου σε θαλάσσιο σκηνικό, Άγγελοι -ο Άγγελός της τώρα οδηγεί μηχανή-, φωτογραφίες που ζωντανεύουν, το αλάτι των άστρων, η εξιλέωση μιας παλιάς δασκάλας, τα γυαλικά των αστεριών&#8230; Μια φαντασμαγορία αφύπνισης για να βιώσεις εις βάθος τη μελαγχολία, το αναπότρεπτο του πόνου, την συμπόνια.</p>
<p>Αισθάνομαι ως αναγνώστης μεγάλη ταραχή, συγκλονισμό από την ανάγνωση. Αναπνέω τo σχετίζεσθαι με τον συμπαντικό πόνο, τη φύση, τα πουλιά και πάλι μου διαφεύγει αν και με περιέχει η πέτρινη γλώσσα, το βωβό ράμφος, η στριγγλιά της γέννας. Αρχέγονες αισθήσεις που ανακαλεί το πρώτο κλάμα, η μετάβαση της ενηλικίωσης, το πένθος, η συμπόνια, η αίσθηση του θανάτου, εικόνες που «καλεί» η ποιήτρια για τη μεταμόρφωση του κόσμου της, του κόσμου μας, με τεχνική αρτιότητα αλλά και ελαφράδα. Έχω την αίσθηση πως το κάνει ονειροπολώντας, ανακατεύοντας στη σούπα της με ασημένιο κουταλάκι ή σκαλίζοντας αφηρημένα με το πόδι της το χώμα ενός ακαλλιέργητου κήπου. Ποίηση της δωρεάς &#8211; ποίηση μεγάλη δωρεά στον αναγνώστη. «Όλα των στίχων της τα αναμμένα καντήλια» να ανάψουν μέσα του επιτέλους τον κρυφό του λύχνο της ψυχής.</p>
<p>Ανθολογώ -όσο ο χώρος το επιτρέπει- δυο μικρά αποσπάσματα από ποιήματα της συλλογής:</p>
<p>Όταν μια πεταλούδα θα είναι πια η ζωή μου / κι η μνήμη της ζωής μου άλλη μία / Τότε μαζί προσεκτικά θα πεταρίζουνε / Για να μη δει το τελευταίο ρόδο / Ότι στο σύμπαν έχουν απομείνει / Μονάχα δυο ζευγάρια φτερά. (Το άσυλο του παραδείσου)</p>
<p>Φτάνει επί τέλους με τα εκκωφαντικά του βήματα / Και καβαλάει ο λαμπροφόρος ο Αρχάγγελος / Αστράφτει τότε η μοτοσυκλέτα ολοκαίνουργια / Καθώς μαρσάρει προς τον ουρανό // Έτσι κι εγώ θα ήθελα να φύγω. Να σαλτάρω / Στην πίσω θέση να τον αρπάξω από το ρούχο! / Να σωριαστούν με μιας σαν παλιοσίδερα / Το κλειστό στόμα, ο πανικός, η στέρηση / κι ανάμεσα στις σφυρίχτρες των άστρων / Να αστράφτει ατσάλινη η βαριά μου σιωπή</p>
<h4><strong>ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ</strong></h4>
<p>www.bookpress.gr, 11.9.2019</p>
<p>«Δες πώς φέγγουν σκαρφαλωμένα στη νύχτα&#8230;»</p>
<p>Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου συγκαταλέγεται σε έναν ευρύ κύκλο ποιητών που πρωτοεμφανίστηκε τη δεκαετία του 1970. Σ’ αυτή τη λεγόμενη γενιά του ’70 παρατηρεί και διαπιστώνει κανείς κοινούς ιδεολογικούς και ποιητικούς τόπους, όπως είναι το αντιπολεμικό πνεύμα, η αντίδραση και απόρριψη της ηδονικής απάθειας, του εφησυχασμού και του στείρου ρομαντισμού. Kι ακόμη, η επίδραση από τον ελληνικό μοντερνισμό, όπως διαμορφώθηκε από την ποίηση του Σεφέρη και του Εμπειρίκου αλλά και με επιδράσεις από την ποίηση του Καρυωτάκη και του Καβάφη. Φυσικά, οι κοινοί τόποι δεν εμπόδισαν τους ποιητές αυτής της γενιάς να διαμορφώσουν και να διατηρήσουν στοιχεία ποιητικής ιδιοπροσωπίας.</p>
<p>Με τις αναπόφευκτες επιδράσεις που δέχτηκε συνολικά η γενιά της, αλλά και με ένα ευδιάκριτο ατομικό στίγμα, η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου εμφανίστηκε επισήμως στα ποιητικά πράγματα το 1974 με τη συλλογή Τα Άλογα του Μυροβλήτου (ιδιωτική έκδοση). Μετά από αυτό το τόλμημα της νεαράς και άγνωστης τότε πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας, και σε διάστημα 45 χρόνων, ακολούθησαν άλλες δώδεκα ποιητικές συλλογές.<br />
Η πρόσφατη συλλογή (Ιούνιος 2019) φέρει τον τίτλο Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή. Όπως προλογικά σημειώνει η ποιήτρια, ο αριθμός 24 (εικοσιτέσσερα) αφορά στη στιχαρίθμηση των 49 από τα 50 ποιήματα της συλλογής. Εξαίρεση, το εννιάστιχο ποίημα που φέρει τον τίτλο «Σχόλιο». O τετράλεξος τίτλος συνιστά ένα σχήμα μεταφοράς όπου το αριθμητικό επίθετο είκοσι τέσσερις προσδιορίζει τη λέξη χτύποι, γεγονός που παραπέμπει στους αντίστοιχους καρδιακούς χτύπους, ενώ ο σύνδεσμος και συνδέει το ζεύγμα των δύο λέξεων με τη λέξη σιωπή. Προς θεού, όχι μετά αλλά και σιωπή.</p>
<p>Όχι μόνον οι παροικούντες, αλλά και οι υποψιασμένοι αναγνώστες γνωρίζουν ότι χωρίς συναίσθημα δεν γράφεται ποίηση. Σε κάθε λέξη και φράση, σε κάθε στίχο ανιχνεύονται λιγότερα ή περισσότερα ψήγματα του έσω κόσμου και ψίθυροι καρδιάς, ενώ μέσα στη σιωπή της γραφής αλλά και της ανάγνωσης ακούγονται λόγια ανείπωτα, θόρυβοι παράξενοι, και είναι στιγμές που οι λέξεις σαν τρομακτικά πετούμενα χτυπούν με τα ράμφη τους τη μνήμη. Εκκωφαντική, λοιπόν, η σιωπή που ενυπάρχει στους εικοσιτέσσερις στίχους-χτύπους του καθενός από τα ποιήματα της συλλογής, πλην ενός. Με αυτό το εύληπτο, εντέλει, μήνυμα που εκπέμπει ο τίτλος, η ποιήτρια καλεί τον αναγνώστη να αφουγκραστεί, μέσα από την τελετουργία της ανάγνωσης, όχι μόνον την ηχητική εκφορά των λέξεων, αλλά και τις συνακόλουθες σημάνσεις, όπως και το «επέκεινα» που εκρέει από την εικονοπλασία και την παρασημαντική του ποιητικού λόγου.</p>
<p>Στα πολλά ποιήματα της συλλογής, και ειδικότερα σ’ αυτά που η ποιήτρια αποκαλεί «ποιήματα της πόλης και του θανάτου», κυριαρχεί ένα τοπίο καταθρυμματισμένο. Η φθορά που εξακολουθητικά υφίσταται ο κόσμος από την παράνοια που χαρακτηρίζει ισχυρούς και αδύναμους, αποτυπώνονται με το μαύρο χρώμα του θανάτου. Παντού ερείπια. Και «η ποίησις καταφύγιο όπου φθονούμε». (βλ. Καρυωτάκης: «Είμαστε κάτι…») Γιατί η πάλη με τη νύχτα είναι βασανιστική:</p>
<p>Πάλεψα, πάλεψα να την σηκώσω / Αυτήν τη νύχτα πεσμένη κατάχαμα. / Την έσυρα από τις μασχάλες, της έπλυνα / Το πρόσωπο […] / Ώσπου άρχισε πάλι το χαμόγελό της να πλανιέται / […] Όπως ένα πουλί πετάει ανάμεσα / Σε πέτρινους σταυρούς νεκροταφείου.</p>
<p>(«Ο νόμος του στέμματος»)</p>
<p>Όμως, την άδοξη πάλη δεν τη διαδέχεται η παραίτηση. Η ποιήτρια επιχειρεί να δαμάσει τα σκοτάδια και να ανατρέψει το κλίμα της θρηνωδίας. Στο ποίημα «Η γυάλινη» προς στιγμή ακούγεται μια φωνή που μοιάζει ικανή να ανασυστήσει το περιβάλλον και να αποδιώξει το κακό όνειρο:</p>
<p>«Να αντέχουμε. Να ασκούμε την τέχνη μας / Μ’ ένα χαμόγελο που μοιράζει / Πρώιμα μήλα με τη γεύση του ουρανού. / Κάθε μας θλίψη να ταφεί μ’ επιμέλεια…».</p>
<p>Μάταια όμως.</p>
<p>Αμμοβολή από αναρίθμητα τζάμια / Τον ψίθυρό της αποκρυσταλλώνει.</p>
<p>Η εικόνα είναι φρικτή. Παντού αποκαΐδια. Η λεηλατημένη πόλη μοιάζει με θέατρο παραλόγου:</p>
<p>Έφτασα νύχτα στην καμένη πόλη / Μ’ άλλους πολλούς […] / Ως και το θέατρο καιγόταν ακόμη / Ωστόσο απ’ τα παράθυρά του κυμάτιζε / […] ένα ποτάμι. / Εκεί πετούσαν από το βεστιάριο / Κουστούμια άκαυτα, βαριά βελούδα / Τέλος, με την περούκα του άθικτη / Πουδραρισμένος με σοφία, βάδισε / Επάνω στα νερά ο Πρώτος Ρόλος.</p>
<p>(«Αέναη πρεμιέρα»)</p>
<p>Ο ελεύθερος στίχος εκφέρεται με ώριμο λόγο. Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου γνωρίζει πολύ καλά να τον διαχειρίζεται, χωρίς ποτέ να μπαίνει στον πειρασμό να τον καλλωπίσει με ψιμύθια. Αντίθετα η επιλογή των λέξεων και η εκφορά των σχήματος της μεταφοράς, ιδίως αυτής, που δίνει ζωή και πνοή στον ποιητικό λόγο, γίνονται με ιδιαίτερη φροντίδα και επιμέλεια. Επιπροσθέτως, χαρακτηριστική είναι η άνεση με την οποία η ποιήτρια πλάθει πρωτότυπες εικόνες, οι οποίες συνεργούν στη πρόσληψη των μηνυμάτων, διεγείρουν τις αισθήσεις, και μεταβάλλουν την αναγνωστική εμπειρία σε διαβατήριο για την είσοδο στα μυστικά μονοπάτια της ποίησης.</p>
<p>Υπέροχο δείγμα μιας τέτοιας εικονοποιίας εμπεριέχεται στο ποίημα «Ακολουθία»:</p>
<p>Δες πώς φέγγουν σκαρφαλωμένα στη νύχτα / Τα κουφάρια των οικισμών και των θερέτρων. / Κρεμασμένος από τη δοκό του δημαρχείου / Ταλαντεύεται μετρώντας δευτερόλεπτα / Ο αιρετός κοινοτάρχης. / Περιμένουμε να σημάνει χαράματα / Μ’ ένα τίναγμα των λουστρινιών του.</p>
<p>Ακόμη, ανάλογο είναι και το δείγμα στο ποίημα «Η τελευταία νεότης», όπου η εικόνα μεταβάλλεται σε σκηνικό πολλών συμβολισμών και στοχασμών. Σ’ αυτό, η φθεγγόμενη πρωτοπρόσωπη φωνή –η φωνή της ποιήτριας– αναζητεί και συνάμα σκηνοθετεί τρόπους μιας μελλοντικής φυγής. Ξαφνιάζει, ωστόσο, ευχάριστα ο δημιουργικός τρόπος με τον οποίο η Χριστοδούλου κατορθώνει να συνταιριάξει τα μεταξύ τους ανόμοια:</p>
<p>Κοιτάζω ώρες την παλιά μοτοσικλέτα / λησμονημένη σαν μωρό δεινοσαύρου / Μες στα παλιά σιδερικά […] Ταπεινωμένη μες στις λαμαρίνες […]</p>
<p>Μα, δες, χαμηλόφωνα ακούγεται η μπάντα! […] / Φτάνει με τα εκκωφαντικά του βήματα / Και καβαλάει ο Αρχάγγελος / Αστράφτει τότε η μοτοσυκλέτα ολοκαίνουργια / καθώς μαρσάρει προς τον ουρανό.</p>
<p>Έτσι κι εγώ θα ήθελα να φύγω. Να σαλτάρω / Στην πίσω θέση, να τον αρπάξω απ’ το ρούχο! / Να σωριαστούν με μιας σαν παλιοσίδερα / Το κλειστό στόμα ο πανικός, η στέρηση […].</p>
<p>Η συλλογή εμπλουτίζεται και με μια ομάδα ποιημάτων στα οποία κυρίαρχη είναι η παρουσία παιδιών. Ενδεικτικά, το ποίημα «Δίλημμα νεαρού ποδηλάτη» καταγράφει τη αναγκαστική διαδρομή και τραγική εμπειρία ενηλικίωσης του παιδιού που επιχειρεί να διασχίσει την πόλη. Όμως…:</p>
<p>Έπρεπε να εγκαταλείψει το ποδήλατο. / Να την διασχίσει με την ηλικία των ανδρών. / Αλλά η πόλη μας είναι από λάμψη / […] Εδώ περνώντας ένα αγόρι τη διάβαση / Φθάνει ασπρομάλλης σ’ απαστράπτουσα χώρα. / Ή θρηνούν πίσω του συντρίμμια τροχών / (η σέλα, το φανάρι, το τιμόνι) / Ή μπρος του ανοίγονται κατάμαυρα φτερά.</p>
<p>Το εγχείρημα του παιδιού να διανύσει τη δική του πορεία σε μια πολιτεία που πάσχει από φτιασιδωμένη λάμψη, όπου «Στιλπνοί οδοδείχτες δείχνουν γυάλινα οδοστρώματα»,ανακαλεί στη μνήμη το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου «Η ποίησις είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου».</p>
<p>Όμως, η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου δεν αρδεύει από χρυσοφόρες πηγές λέξεις, εικόνες και φωνήματα. Η καθημερινότητα με τα μικρά ή μεγάλα πάθη και παθήματα των ανθρώπων, μικρών και μεγάλων, τροφοδοτούν τη θάλλουσα πηγή απ’ όπου εκρέει ο ποιητικός της λόγος. Αυτό αποκαλύπτει ο αναγνώστης στοποίημα «Νέος ερωτευμένος με άγγελο», όπου παράλληλα διαπιστώνει ότι η λεπτή ευαισθησία που τη χαρακτηρίζει, αναπόφευκτα συνδέεται με την ιδιότητά της ως καθηγήτριας φιλολόγου:</p>
<p>Ήταν τόσο χλωμός που φαντάσθηκα / Πως είναι ενσάρκωση θεού που κρυώνει / […] Δεν περπατά, σαλεύει ανάμεσά μας / Σε σιωπηλό βασανισμό. / Μα ήταν μόνο ένας απόφοιτος Λυκείου / Στο τέλος μιας ημέρας βροχερής / […] Έχει ήδη βαθμολογηθεί οικτρά / Στις εξετάσεις απανωτών γενεθλίων.</p>
<p>Η τονικότητα του ποιητικού λόγου της Δήμητρας Χριστοδούλου παραμένει αξιοπρεπώς χαμηλή, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει την αξία και την εμβέλεια του έργου της. Αυτό μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης από όλα τα ποιήματα της συλλογής και όχι μόνο από αυτή τη σύντομη περιδιάβαση.</p>
<h4><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h4>
<p>FRACTAL 17/09/2019</p>
<p>Η πόλη-τα παιδιά-ο θάνατος</p>
<p>Ακριβώς είκοσι τέσσερις στίχους αριθμεί το κάθε ποίημα, όπως είκοσι τέσσερα είναι τα γράμματα της αλφαβήτου ή όπως είκοσι τέσσερα μόνον τα χτυπήματα της ώρας που ορίζουνε τον χρόνο μιας ημέρας. Και αρκούν, όταν η ποίηση θέλει να πει τα απαραίτητα, χωρίς τίποτε να περισσεύει από τα λόγια της, όταν μόνον έτσι φθάνουν στον αποδέκτη οι λέξεις της σαν χτυπήματα κοφτά και αγγίζουν τον μέσα κόσμο. Η Δήμητρα Χριστοδούλου επί μακρόν ποιούσα λόγο ποιητικό φθάνει τώρα στο πρόσφατο έργο της να πει το αυτονόητο: το λίγο είναι αρκετό.</p>
<p>Στο εισαγωγικό της μικρό σημείωμα διευκρινίζει πως τα νέα της ποιήματα μιλούν για την πόλη, τα παιδιά και τον θάνατο. Και σκέφτομαι πόσο σοφά δένουν μεταξύ τους τα τρία αυτά στοιχεία της θεματικής της.</p>
<p>Η πόλη είναι το πλαίσιο, ο χώρος που χρειάζονται για να σταθούν τα πρόσωπα των ποιημάτων της, ώστε να μην αιωρούνται χωρίς σώμα και ψυχή. Ταυτόχρονα είναι ο χώρος για να μπορέσει και η ίδια η ποιήτρια να οριοθετήσει τον δικό της λόγο – απολύτως προσωπικό και σκληρά απαιτητικό στην πολυσημία του. Μια πόλη που μέσα της θα βρεθεί:</p>
<p>Μόνο η φωνή του εξόριστου αρχαγγέλου/Που βάλθηκε να συμμαζεύει τα φτερά του/Σε αντίσκηνα, σε τρώγλες του θανάτου/Ενώ τα όργανα της τάξης αναγγέλλουν/Πως πρέπει να παραδοθεί ο δαρμένος/Ο σκύλος, ο φονιάς κι ο ξένος.</p>
<p>Μέσα σ’ αυτή την πάσχουσα πόλη, που σαν σώμα ανθρώπινο με πνοή θνήσκουσα καρκινοβατεί και περιμένει από κάπου μια λύτρωση, έχουν τόπο να σταθούν τα παιδιά; Παιδιά που κάποτε παίζαν – τώρα όχι. Που άλλαξαν πια τον τόπο κατοικίας και σαν λύκοι-αγρίμια, που τους βρήκε απρόσμενα η θεία σφαίρα, κρατούνε τον θεό σε εγρήγορση, μην ξεχαστεί και δεν σημαδέψει τον επόμενο στόχο της κυρίαρχης βούλησης. Παιδιά σε μια έσχατη φωτογραφία να χαμογελούν χαμένα στον χρόνο. Αυτά μπορούν να χαμογελούν ή και να γελούν ακόμη. Τα άλλα τριγυρνούν μέσα στην πόλη με την αρχαία λάμψη και ακουμπούν το ποδήλατό τους σε χαμηλό τοιχίο. Και τότε η πόλη ανταποκρίνεται, συμπάσχει:</p>
<p>Κατεβαίνοντας από ασήκωτη θλίψη/Ευθύς ο τοίχος ψήλωσε ως τα άστρα.</p>
<p>Και η γραφή; Σωπαίνει ή μιλά; Η ποιήτρια σε αυτοαναφορικές της εκδηλώσεις θα δώσει την τραγική προέκταση του ποιητικού της λόγου.</p>
<p>Κι ανηφορίζω σιγά σιγά προς το άστρο μου/Ψιθυρίζοντας αδέξιους στίχους/Σαν Κυριακή που σιγοψιχαλίζει./Σαν χειμωνιάτικη γιορτή.</p>
<p>Πώς να αποδώσει το σκηνικό της μέλλουσας ταφής σωμάτων και ψυχών;</p>
<p>Φτωχά παιδιά, σκυλιά κυνηγημένα./Πληγιασμένα σε κάθε πόντο του κορμιού./Έτοιμα να δαγκώσουν ως το κόκαλο/Χέρι που θα τους δώσει νερό./Κάθε που σκύβω πάνω στα χαρτιά μου/Ακούω το κλάμα τους προς τ’ άστρα.</p>
<p>Η συνειδητοποίηση του ποιητικού χρέους απέναντι στον πόνο των ανθρώπων – κι ας λέμε πως μας νοιάζει μόνο η αισθητική του λόγου (Τέχνη κι αυτή)· όταν ξεχειλίζει η θλίψη, το ποίημα ακολουθεί. Αδύναμο μπροστά στο σκηνικό του τρόμου, ωστόσο δυνατό μέσα από τις διττές του σημασίες, από το νόημα της κάθε λέξης που ξετυλίγεται σε παρηγορητικά λόγια, θαυμαστό ίαμα του πόνου.</p>
<p>Κι ο θάνατος; Αυτός παντού, κυρίαρχος, άρχοντας του τόπου και των ψυχών, να θυμίζει πως ό,τι νοείται για ζωή, ζωή δεν είναι παρά μια υπόσχεση του τέλους – μόνη βεβαιότητα. Μας δίνει η ποίηση βεβαιότητες; Ίσως όχι, αφού από τη φύση της είναι πάντα δεμένη με ένα ερωτηματικό. Ακολουθεί, όμως, ετούτο το θεατρικό σκηνικό με πιστότητα· η ποίηση της Χριστοδούλου αγαπά τη θεατρικότητα του λόγου σε τέτοιο βαθμό που να μπορείς να δεις περίοπτα τα πρόσωπα του εκλεκτού μα και τραγικού της θιάσου να περνούν από μπροστά σου – το καθένα κι ένας ρόλος σε σοφή διδασκαλία από την ποιήτρια. Ίσως γι’ αυτό η αίσθηση του θανάτου μέσα στα ποιήματά της (αν και τώρα πιο ξεκάθαρη από παλαιότερα ποιήματα) απηχεί την αμφιβολία αν είναι όλο αυτό αληθινό ή ίσως μια ακόμη θεατρική εκδοχή ενός επινοημένου σκηνοθετικά τοπίου. Παρήγορη και ως προς αυτό η ποίηση.</p>
<p>Το μόνο ποίημα που ξεφεύγει από τον αυστηρό κανόνα των είκοσι τεσσάρων στίχων τιτλοφορείται Σχόλιο και όντως σχολιάζει όλα τα υπόλοιπα με τον τρόπο του.:</p>
<p>Καμπάνες από άκρου εις άκρον μες στη χώρα.<br />
Ή πυρκαγιά ή εθνική γιορτή θα είναι.<br />
Ή αφίχθηκε στο κεντρικό αεροδρόμιο<br />
Το φέρετρο το σκεπασμένο με τη σημαία<br />
Που μες στην ένταση της διεθνούς περιοδείας<br />
Το λησμονήσαμε στην γκαρνταρόμπα.<br />
Εκτός κι αν άλλαξε η γεωγραφική μας θέση.<br />
Μπορεί. Τόσοι έχουν μεταμεληθεί, τόσοι δηλώνουν πλέον<br />
Χορτοφάγοι.</p>
<p>Και είναι τότε που η ποίηση εν πλήρει συνειδήσει γίνεται ο σχολιαστής της ζωής (ή μάλλον της προσωπικής μα και εθνικής συμφοράς) και με τον λόγο να ακουμπά πάνω ακριβώς στην πληγή ομιλεί υπαινικτικά μα και προφητικά. Η απώλεια είναι μπροστά μας σε τοπίο ανελέητο μέσα στην πλήρη αδιαφορία ή την ανικανότητα να το κατανοήσουμε. Ακόμη και η ειρωνεία, σαρκαστικό συμπλήρωμα του λόγου, αποτυπώνει το κακό, τη συμφορά. Η ποιήτρια ολοκληρώνει τα είκοσι τέσσερα χτυπήματα των ποιημάτων της με την επίγνωση ενός ρόλου πολύτιμου μα συχνά υποτιμημένου από τους αδαείς:</p>
<p>Κυρίες, κύριοι, θα σας κληροδοτήσω/Σιδερωμένα παλιοκούρελα./Γνωρίζω πως οι περισσότεροι/Θα προτιμήσετε τα δικά σας./Δυο τρεις θα δουν τη Διαφορά.</p>
<p>Μια ποίηση που, κατά την ομολογία της ίδιας της ποιήτριας, χρειάστηκε κι αυτή το αίμα της· Δάγκωσα χώμα στα κρυφά, θα πει.</p>
<h4><strong>ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ</strong></h4>
<p>Poeticanet /3/5/2020</p>
<p>Η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, αγαπημένη και ξεχωριστή για τη δυναμική των εικόνων της, τις τολμηρές μεταφορές και τη γενικότερη μετατόπιση που επιχειρεί, κατορθώνει να ειδωθεί αλλιώς η συνθήκη του αστικού τοπίου, του ασφυκτικού χρόνου και της αβοήθητης ύπαρξης.</p>
<p>Ένα αξιοθαύμαστο σκηνικό που στήνεται με προσοχή και γνώση, με σκοπό στη μικρή περιοχή των στίχων να ανεβεί ένα έργο που δεν αναπαριστά απλώς αλλά λειτουργεί ως πλάγιο σχόλιο της βιωμένης απόγνωσης. Είναι απόλαυση η καλειδοσκοπική σύνθεση λέξεων και συνδυασμών που διεγείρουν την άλλη όραση δίχως φλυαρίες και πόζα, αλλά με την ίδια πάντα προσοχή, ώστε μέσα από ένα σκηνικό ακριβείας να μεταδοθεί η ατμόσφαιρα αλλά και ταυτόχρονα να ολοκληρωθεί ένα άξιο κείμενο. Και αυτό είναι το πλέον σημαντικό και βέβαια το ζητούμενο στην ποίηση, κάτι που το υπηρετεί πιστά η Δήμητρα Χριστοδούλου. Να παιχτεί τελικά ένα έργο, που σημαίνει να ακουστεί ο λόγος, όπως αυτός κατοικεί στους στίχους, και είναι εκείνος ακριβώς που φεύγοντας από τη σελίδα έχεις τη δυνατότητα να τον πάρεις μαζί σου. Ένας λόγος φορητός για το αφόρητο και μια αίσθηση χρέους που αποφεύγοντας τον διδακτισμό και την ευκολία καταφέρνει να χαράξει εκείνο το αποτύπωμα που ευεργετικά μάς αλλοιώνει.</p>
<p>Στην ποίηση της Χριστοδούλου και συγκεκριμένα και στην τελευταία της συλλογή αναδύονται ανάγλυφοι στη μακέτα στίχοι &#8211; χερσόνησοι όπου σώζεται το νόημα και το καίριο βρίσκει τη θέση του.</p>
<p>Μιλώ για τους αποφθεγματικούς στίχους που έχουν μια δική τους ζωή, ανεξάρτητη από την καθωσπρέπει οικογένεια του ποιήματος. Στίχοι &#8211; ατίθασα παιδιά που φεύγουν να βρουν την τύχη τους μακριά από την ασφάλεια της στέγης, που επιβιώνουν μόνοι τους και βγάζουν –βρέξει, χιονίσει− το ψωμί τους. Είναι οι στίχοι που, αν απομονωθούν απ’ τους υπόλοιπους, λάμπουν απ’ το δικό τους φως.</p>
<p>Ό,τι αγαπήθηκε ν’ αγαπιέται για πάντα «Ο νόμος του στέμματος»<br />
Στην ποίηση η δύναμη του λόγου εκπορεύεται από τη λέξη, και η φράση, προκειμένου να μην αποτελεί άλλον έναν φραγμό που περιορίζει, ευχής έργο θα ήταν να μετατρέπεται σε πρόταση. Μια πρόταση πρόσταγμα και προτροπή, προκειμένου να εξαναγκάσει τα πράγματα να συμβούν, να υπάρξουν. Η πρόταση εδώ αγγίζει δύο καθοριστικές συνισταμένες του βίου. Την αγάπη και τον χρόνο. Η αιωνιότητα του αισθήματος και η αέναη ύπαρξή του πάνω και πέρα από τη ζωή είναι μια σύλληψη που ενδεχομένως κρύβει εντός της τη λύση των ισορροπιών που κλονίζονται.</p>
<p>Η βαρύτητα της ενέργειας που εκλύει το αίσθημα και η κατάκτησή του να συμβαίνουν εις το διηνεκές ως ένα βάρος πανάλαφρο που προστίθεται στην ανθρωπότητα άπαξ και διά παντός.</p>
<p>Να αντέχουμε. Να ασκούμε την τέχνη μας / Μ’ ένα χαμόγελο που μοιράζει / πρώιμα μήλα με τη γεύση του ουρανού / Κάθε μας θλίψη να ταφεί μ’ επιμέλεια / Αφού σάρωσε ό,τι ήταν να σαρώσει / Και το σώμα βαρύ απ’ την ύλη του / Να κάνει το επόμενο βήμα «Η γυάλινη»<br />
Οι προτάσεις της Δήμητρας συνεχίζονται και όλα τα ζοφερά αντιστρέφονται και παρουσιάζονται με λέξεις θαρραλέες και κινούμενες με κατεύθυνση μέλλοντος.</p>
<p>Η τέχνη, αυτή η πολυτελής ματαιοπονία που σώζει και που η χαμογελαστή άσκησή της κατάγεται από το αμόλυντο μήλο του εδεμικού ουρανού, δεν είναι παρά η άλλη πρόταση στο ανυπόφορο. Και η αντοχή, γιατί είμαστε από καλή γενιά που δεν ονειρεύεται μόνο αλλά διατάζει το αύριο με λέξεις που έχουν γεύση πρώιμου καρπού. Προτείνεται, μάλιστα, και το τρόπος της άσκησής της, η τακτοποίηση της θλίψης και ο επιμελής ενταφιασμός της είτε μέσα μας είτε στην τέχνη μας, ώστε να μην εκτείνεται σε όλο το εύρος της επιφάνειας του λόγου αλλά σαν υπαινιγμός και απόηχος να τολμά να μεταφέρει τη βαριά ύλη μας μπροστά.</p>
<p>Η ζωή δεν μπορεί να ’ναι εγκατάλειψη / Η τροφή δεν θα ’ναι πλεκτάνη. / Ίσως αρχίσει να ξαναγυρίζει η γη λίγο λίγο / Αν σηκωθεί και πάει να βάλει / Νερό στους σκύλους και τσαγιέρα στη φωτιά. «Η λύση»<br />
Είναι ταλέντο και ευφυΐα να μπορείς να μιλάς για τα δύσκολα και για τα μη περεταίρω αναποδογυρίζοντας την κλεψύδρα από το σημείο μηδέν αναγγέλλοντας επανεκκίνηση. Η Δήμητρα καταγγέλλει την εγκατάλειψη που βιώνει ο άνθρωπος και ζητάει έλεος και συμπόνια, γιατί στην περιοχή της ερημίας ο βίος πεθαίνει.</p>
<p>Κι ούτε η τροφή γίνεται να είναι αποτέλεσμα διεργασιών και δολοπλόκων χειρισμών. Τα δικαιώματα δικαιώματα πρέπει να παραμένουν, αν θέλουμε να ξαναβάλουμε μπροστά τη μηχανή της γης και της ζωής μας. Και η εικόνα εναργέστατη μέσα στην ευγλωττία της να παρουσιάζει τον τρόπο της πιο ακτιβιστικής μας δυνατότητας:</p>
<p>Αν σηκωθεί και πάει να βάλει / Νερό στους σκύλους και τσαγιέρα στη φωτιά.</p>
<p>Το εγώ έξω από τη συρμάτινη περίφραξη του ναρκισσισμού του να μεριμνά για τη φύση, τα ζώα και να εισέρχεται στη θέρμη της απλότητας που κοχλάζει σαν ένα τσάι που είτε θα το μοιραστεί με άλλον είτε θα το αφήσει να συντροφεύει τη ροή του χρόνου σε μία στιγμή.</p>
<p>Γιατί θα πρέπει να διαφεντεύει τον κόσμο / Κάτι χειρότερο από τη λάσπη του; «Αστικά ευαγγέλια»<br />
Και βέβαια η εξουσία και η αμείλικτη άσκησή της δεν μπορεί να είναι κάτι χειρότερο από τη λάσπη των χοϊκών εκπροσώπων της μα δυστυχώς είναι.</p>
<p>Στη Μαρία Νεφέλη, στο ποίημα «Πάτμος», γράφει ο Ελύτης:</p>
<p>Κρίμας κρίμας κόσμε / σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί· / και κανείς κανείς δεν έλαχε / δεν έλαχε ν’ ακούσει ακόμη / καν φωνήν αγγέλων καν υδάτων πολλών / καν εκείνο το «έρχου» που σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης ονειρεύτηκα.</p>
<p>Ποιος σε γεννά και δεν σε καταπίνει. «Αστικά ευαγγέλια»<br />
Ο Φρανθίσκο Γκόγια στην Ισπανία ζωγραφίζει απευθείας επάνω στους τοίχους του σπιτιού του ένα έργο που ανήκει στους Μαύρους Πίνακες της περιόδου 1819-1823. Το έργο ονομάζεται «Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του» και απεικονίζει τον ελληνικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο ο Τιτάνας Κρόνος τρώει αμέσως μετά τη γέννησή τους τα παιδιά του, φοβούμενος ότι θα τον ανατρέψουν παίρνοντάς του την εξουσία, όπως και ο ίδιος έκανε στον δικό του πατέρα. Η απορρόφηση του τέκνου από τον γεννήτορα υποδεικνύει την πηγή όλων των νοσημάτων του ψυχισμού που μάχεται να ανακαλύψει τη δική του περπατησιά.</p>
<p>Είναι η φυσική μου Θλίψη / (Ο θησαυρός του καθενός). «Η μπαλάντα των εγγονών»<br />
Η περιουσία μας, τα πένθη και οι απώλειές μας. Όλα τα μη γενόμενα και τα βιαίως αποκολληθέντα. Η αρχική εκδίωξη από τον Παράδεισο, πιο μετά από τη μήτρα της μάνας και βέβαια όλες οι παραλλαγές των πρώτων αυτών εκδιώξεων.</p>
<p>Η Χριστοδούλου ξέρει και τολμά να κοιτά το θηρίο κατάματα. Οι ελλείψεις και τα ανολοκλήρωτα των λαών και των πόλεων, της ψυχής και του σώματος, όλα όσα αφήνουν τη θλίψη να επικαθίσει σαν γύρη στην ψυχή. Η αλλεργία των θλίψεων. Αυτή είναι η φυσική της θλίψη, ο θησαυρός του καθενός, δήλωση ανάλογη με του Σαίξπηρ στον Άμλετ: «Δεν έχω έχθρα για κανέναν. Όμως μέσα μου κοιμάται μία λύπη. Πρόσεχε, μην μου την ξυπνάς. Η λύπη, όταν την ξυπνάς, γίνεται θάνατος. Μην μου ξυπνάτε τη λύπη μέσα μου. Αφήστε την να κοιμηθεί. Να γαληνέψει. Και να ξεχαστεί. Μη μου ξυπνάς, αυτά που αφήνω να κοιμούνται».</p>
<p>Κύριε, αν και το χαλινάρι Σου / Μου σκίζει το σαγόνι στα δύο / Στα παιδιά δεν κουνάω το δάχτυλο / Κουνώ το μυρωδάτο λίκνο. «Η μπαλάντα των εγγονών»<br />
Η επιτομή της γενναιοδωρίας και της τρυφερότητας. Ευπρέπεια και περηφάνια και εσωτερικός πολιτισμός είναι η πρόταση της Δήμητρας, όταν η ύπαρξη δεν γίνεται εκδικητική λόγω των δεινών που έχει περάσει, με αποτέλεσμα, αντί να επιλέγει τον πληκτικό διδακτισμό, να προτιμά να λικνίζει το μυρωδάτο μέλλον των παιδιών.</p>
<p>Λαλώ με τα κόκαλα / Εκείνον τον αιωνόβιο ψίθυρο / Που μου έχει αναθέσει η φαντασία. /Λέω, γυμνός είναι ο βουβός, όχι ο πένης. «Η παρτιτούρα των κελαηδισμών»<br />
Η παντοδύναμη ποίηση τής ψιθυρίζει τα ευρήματα της φαντασίας, τής εκμυστηρεύεται την απώτερη στόχευση της γραφής. Της αποκαλύπτει πως τη γυμνότητα δεν την προκαλεί η ένδεια αλλά η αμέτοχη σιωπή. Ο ποιητής εδώ, το δρων πρόσωπο της κοινωνίας, ονομάζει τα πράγματα, προκειμένου να τα αλλάξει.</p>
<p>«Ας υγιαίνουν οι πενθούντες», γιατί αυτοί / Θα παρηγορηθούνε κάποιο βράδυ, λέει / Θα τους διατρέξει από τα πόδια ώς το κεφάλι / Ένα βιβλίο ανήμερο. «Βιβλίο στο κύμα»<br />
Μακάριοι οι πενθούντες την ύπαρξη ότι αυτοί θα ελεηθούν, όταν ο λόγος περισυλλέξει σε κάνιστρο το παράπονό τους, για να το αδειάσει μετά ολόκληρο μέσα σε ένα βιβλίο. Το σώμα του κειμένου δωρεά και παρηγορία στο σώμα του όντος που υπέφερε.</p>
<p>Καμία αναταραχή δεν θα διαρκέσει / Πέρα απ’ τον θάνατο των γεγονότων. «Ρεπορτάζ»<br />
Φράση, ρητό και γνωμικό, που λειτουργεί σαν οξυγόνο σε ασφυξία. Επαγγελία που την αποστηθίζω για τα δύσκολα που έρχονται.</p>
<p>Τότε εκείνος ο θεούλης ο πάμπτωχος / Πικρά θα κλάψει που δεν μπόρεσε / Να φτιάξει πράγματι για δυο γυμνούς ανθρώπους / Έναν απολέμητο κήπο. «Το άσυλο του παραδείσου»<br />
Όταν η Χριστοδούλου αποφασίζει να μιλήσει, δεν κρατά τα προσχήματα, δεν μασάει τα λόγια της. Βρήκε το λάθος και το έλλειμμα και δεν φωτογραφίζει απλώς τον υπεύθυνο. Τον κατονομάζει και τον οικτίρει. Ένας Θεός ολομόναχος που δεν τα κατάφερε. Ένας πατέρας πάμπλουτος που άφησε τα παιδιά του απροστάτευτα σε περιοχή εμπόλεμη και ναρκοθετημένη.<br />
Όποιος τριγυρίσει σε όλα τα βιβλία της Χριστοδούλου θα μαζέψει κι άλλα, πολλά ακριβά μαργαριτάρια. Το δικό μου καλάθι από την παρούσα συλλογή γέμισε με αυτά και θεώρησα χρέος μου να μην ευλογηθώ μόνον εγώ με τον πλούτο τους και να σας τα μοιράσω.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ</strong></h4>
<p>OANAGNOSTIS.GR 21/3/2020</p>
<p>Ο μετρονόμος της σιωπής</p>
<p>Η Δήμητρα Χριστοδούλου στο τελευταίο της βιβλίο, μέσα από 49 ποιητικές «ιστορίες» εικοσιτεσσάρων στίχων, αρθρώνει τον κόσμο της συγκεντρώνοντας συσπειρωτικά κάποια από τα σπαράγματα και τα ινδάλματα του ποιητικού της βίου· κάτι που, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί φορμαλιστικά περιοριστικό, η ποιήτρια κατορθώνει να το αναγάγει σε πεδίο παράλληλων ομόκεντρων αφηγήσεων, σε έναν κόσμο συμπαγή, εύληπτο, με κατανοητή άρθρωση ενός λόγου που δεν χάνει τίποτα από το συμβολιστικό και αλληγορικό του βάρος. Οι ιστορίες της μιλούν για πρόσωπα που αυτοβασανίζονται πότε βουβά πότε μονολογώντας, έτσι ώστε παρουσιαζόμενα σε διαφορετικές ηλικιακές φάσεις της ζωής τους, να σκιαγραφούν υπαινικτικά μιαν ιδιότυπη πορεία από την παιδικότητα στην ενηλικίωση. Καθώς δηλαδή ιχνηλατείται εκείνη η οδυνηρή γραμμή που οδηγεί από την αθωότητα στην ενοχή, στην προσπάθεια να παγιώσουμε τις σχέσεις μας με τα πράγματα και τους άλλους, και οι οποίες με την πάροδο των ετών, με τη φθορά που φέρνουν τα γηρατειά και η ανημπόρια, μία μία ακυρώνονται, σιγά σιγά τις βλέπουμε να ξηλώνονται αφήνοντάς μας γυμνούς.</p>
<p>Η ποιήτρια από την πρώτη σελίδα προαναγγέλλει ότι στο βιβλίο της περιέχονται 50 ποιήματα 24 στίχων –με μιαν εξαίρεση σημαδιακή, το «Σχόλιο»‒ ποιήματα για την πόλη, τα παιδιά και τον θάνατο. Τρεις διαιρετικές κατηγορίες που προκύπτουν ωστόσο με διαφορετική η κάθε μία διαιρετική βάση. Ποιήματα, λοιπόν, για την πόλη, για εκείνον τον χώρο όπου συμβιώνουμε καθώς προσπαθούμε να μοιραστούμε τον χρόνο μας, τα 24 σημεία του που κλείνουν την παροντική μας ημέρα· αλλά και την αναστοχαστική μας νύχτα, όπου εισβάλλει κυριαρχικά το παρελθόν με όλα τα πρόσωπα και τις μνήμες που μας σημάδεψαν· 24 σημεία που εμπεριέχουν και τα περιορισμένα σε αριθμό φωνήματα του λόγου, τα 24 γράμματα, πρώτη ύλη που χρησιμοποιούμε για να ανακατασκευάσουμε το προσωπικό μας εκφώνημα. Και καθώς προχωρά το αφήγημα της πόλης των 24 χτύπων, ο ορίζοντας του μέλλοντος κόσμου μικραίνει και περιορίζεται η οπτική μας. Μια που τα παιδιά ‒ο δεύτερος θεματικός πυρήνας του βιβλίου‒ στα οποία ανήκει το μέλλον αυτό, άλλα τα έχουμε στο μακρινό παρελθόν συναντήσει, άλλα τα έχουμε ήδη αποκτήσει ή/και είμαστε εμείς οι ίδιοι: έχουμε ήδη εγκαταλείψει για πάντα τον κόσμο τους· με τον πόνο της επιστροφής να παλινωδεί ανάμεσα στην ουτοπία και τη σκληρή καθημερινότητα. Κάπως έτσι ορίζεται και το τρίτο θέμα, ο θάνατος: ως απολογισμός, ως απουσία, ως αναμέτρηση εν τέλει με τον διαφυγόντα χρόνο που δεν επιστρέφει.</p>
<p>«Τον κήπο έκλεινε χαμηλό τοιχίο.<br />
Εκεί ακούμπησε ο μικρός το ποδήλατο<br />
Κατεβαίνοντας από ασήκωτη θλίψη.<br />
Ευθύς ο τοίχος ψήλωσε ως τ΄άστρα.<br />
Όλες χαθήκανε οι πνοές των αρωμάτων.<br />
Ολισθηρό υμένα υγρασίας<br />
Το απόβροχο άπλωσε στην άοσμη πόλη.<br />
Έπρεπε να εγκαταλείψει το ποδήλατο<br />
Να την διασχίσει με την ηλικία των ανδρών.</p>
<p>[…]</p>
<p>Εδώ περνώντας ένα αγόρι την διάβαση<br />
Φθάνει ασπρομάλλης σ’ απαστράπτουσα χώρα<br />
Ή θρηνούν πίσω του συντρίμμια των τροχών<br />
(η σέλα, το φανάρι, το τιμόνι)<br />
Ή μπρος του ανοίγονται κατάμαυρα φτερά.» (σ.33)</p>
<p>Ελέγχοντας τον ελάχιστο κοινό διαιρέτη αυτών των τριών υποθεμάτων, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα κυρίαρχο θέμα: τι διασώζει η μνήμη, τι εγκαταλείπουμε στη λήθη. Δηλαδή: τι, εν τέλει, είναι αυτό που αποτελεί το κέντρο και το νόημα του ταξιδιού μας σε έναν κόσμο ακατανόητο στο βάθος του. Θυμόμαστε, λοιπόν, για να ξεχάσουμε ό, τι μας θλίβει; Το οξύμωρο αυτό σχήμα δεν παύει να εμφανίζεται ως μηχανισμός αμυντικός: μας προστατεύει από τον μηδενισμό· και δραστικός: δημιουργεί τη συνθήκη της δημιουργίας. Συνακόλουθα το σημαίνον δεν είναι ποια πεπραγμένα επιλέγουμε να ιστορήσουμε όσο ποια ανθρώπινη συνθήκη μνημειώνουμε. Έτσι αποφεύγουμε τον κίνδυνο να μιλήσουμε για άτοπα, άχρωμα ή ανώνυμα παραμύθια.</p>
<p>«‘Ένα θρυμματισμένο βάζο<br />
Και μια κηλίδα από λυγμό<br />
Και το γρασίδι πατημένο<br />
Γύρω από το παλιό χαλί<br />
Μόνον αυτά βρήκα στη σάλα<br />
Όταν με κάλεσαν να μπω<br />
Κάποια ανθέμια από χρυσάφι<br />
Που ζούσανε στην οροφή<br />
Τα σύλησε η ανατροφή μου:<br />
Στη θέση μου έπρεπε να μείνω</p>
<p>Αντί τα οστά μου, Κόκαλο Σουπιάς.» (σ.19)</p>
<p>Η ποιητική φωνή δεν είναι παντογνώστρια ούτε του συλλογικού ούτε του ατομικού παρελθόντος, γιατί δεν μπορεί να είναι, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, παρά μόνο μνημονικά επιλεκτική. Και κάτι τέτοιο εμπεριέχει αναπόφευκτα τη συνθήκη της σιωπής. Άρα. Για να γίνει κάτι τέτοιο ποιητικά δραστικό πρέπει να αποστάζεται από τον διάλογο της επιλογής της εικοσιτετράστιχης μορφής με τα κενά της, δηλαδή την σιωπή. Η ποιήτρια επιλέγει για την κάθε ιστορία μία συγκεκριμένη στιχουργική προθεσμία: 24 στίχους. Ό, τι ανάμεσα παρεμβάλλεται δεν είναι παρά ό, τι λείπει, δηλαδή η σιωπή τους. Ό, τι δεν λέγεται μετά το τέλος δεν είναι παρά η έλλειψή τους, δηλαδή η αποσιώπηση. Το αίτημα της αρμονίας, της ισορροπίας, της οριοθέτησης ενός χώρου, που γεωδαιτείται δύσκολα ήδη από τα χρόνια του μοντερνισμού. Εδώ το όριο περιορίζει το χάος, χωρίς να υποτάσσεται σε κοινά, συλλογικά αποκρυσταλλωμένα μορφώματα, αλλά τίθεται ως μια ιδιοσυγκρασιακή φραγή: 24 χτύποι και σιωπή. 49 και 1 κείμενα. Τρία θέματα. Αυστηρή η ποιήτρια με τον εαυτό της θέτει ένα στίγμα με το οποίο αναμετράται και καλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί κι εκείνος.</p>
<p>«Να πώς μας εγκατέλειψε για πάντα<br />
Το εκδρομικό μας εικοσιτετράωρο:<br />
Έσυραν τα θαλασσοπούλια μια κραυγή<br />
Και το’ σκασαν επάνω απ’ το κεφάλι του.<br />
Κι αυτός που βάδιζε πάνω στο ήσυχο κύμα<br />
Ήταν απλώς ένας καμπούρης γεροντάκος<br />
Κάθε που στήριζε το μπαστούνι στο νερό<br />
Κρυφά απ’ τον βυθό αναστέναζε</p>
<p>Η ψυχή της γης τραυματισμένη» (σ.53)</p>
<p>Η αινιγματική εκκρεμότητα στις ποιητικές αυτές ιστορίες αμβλύνεται συγκριτικά με τα προηγούμενα βιβλία της ποιήτριας, ενώ οξύνεται η δραματική λειτουργία τους. Η περισσότερο διαυγής οπτική αυτών των ποιημάτων μάς επιτρέπει να εννοήσουμε ευκολότερα τα πάθη τους. Ιδίως εκεί όπου το ποιητικό πρόσωπο μιλά πλέον από τη θέση της ωριμότητας και σύμφωνα με το ήθος της εμπειρίας του γήρατος που οφείλει να μεταδοθεί στους νεότερους.</p>
<p>«Κρεμώ επάνω στα κλαδιά μια κούνια<br />
Πλεγμένη απ’ τα’ άσπρα μου μαλλιά<br />
Για του παιδιού μου το παιδί και το παιδί του<br />
Όταν θα τα καλέσει η θάλασσα<br />
Κοπανώντας τις γιγάντιες φούστες της</p>
<p>Στις πόρτες της δικής τους Θλίψης» (σ.18)</p>
<p>Οι αλλεπάλληλες αυτές εικόνες προκαλούν συγκινησιακή ένταση μέσω της αίσθησης του απολογισμού προσώπων απλών, καθημερινών, προορισμένων να αφυπνιστούν λίγο πριν τον θάνατό τους: με έναν τέτοιον τρόπο μνημειώνονται ως σύμβολα της ανθρώπινης περιπέτειας.</p>
<p>«Είχε αράξει στην πολυθρόνα του<br />
Με κάμποσα νωθρά σκυλιά τριγύρω<br />
Μόνος σαν γέρικο έθνος<br />
Λησμονημένο μέσα στα βουνά</p>
<p>[…]Από τις άγριες βιολέτες ανάμεσα<br />
Στα καλαμπόκια και στις ντοματιές του<br />
Αναγνώριζε πως είχε πεθάνει<br />
Αλλά ξημέρωνε γεμάτη κουδουνίσματα<br />
Από των άλλων τα κοπάδια η μέρα.<br />
Σε άλλη μακρινή επικράτεια</p>
<p>Το γάλα ήταν ακόμη ποθητό.» (σ.14)</p>
<p>Καταλαβαίνουμε επομένως γιατί αναφέρθηκε νωρίτερα ότι προβάλλει η υπαρξιακή διάσταση: μέσα από απλές στα υλικά τους και γι’ αυτό τόσο συγκλονιστικές εικόνες ως ένα σκηνικό μύησης και αυτοσυνειδησίας, όπου το ποιητικό πρόσωπο θα διανύσει ανάστροφα σε πραγματικό ή μνημονικό χρόνο τη ζωή του, αναβιώνοντας τις προσωπικές του σχέσεις, τα λάθη και τις ενοχές του, κάνοντας έναν απολογισμό. Καταχρηστικά ας την ονομάσουμε και πορεία ψυχοσυναισθηματικής ολοκλήρωσης, αφού διαφαίνεται συνεχώς το πέρασμα από τον εφησυχασμό και την ενοχή στη συνειδητοποίηση και την κάθαρση.</p>
<p>«Κοιτάζω ώρες την παλιά μοτοσικλέτα<br />
Λησμονημένη σαν μωρό δεινοσαύρου<br />
Μες στα παλιά σιδερικά<br />
Εκθέτει τα γιγάντιά της κόκαλα</p>
<p>Ταπεινωμένη μες στις λαμαρίνες<br />
Προϊστορία ακατάβλητης δύναμης<br />
Που υπάκουσε σε βαριά γηρατειά.[…]</p>
<p>Φτάνει επιτέλους με τα εκκωφαντικά του βήματα<br />
Και καβαλάει ο λαμπροφόρος ο Αρχάγγελος<br />
Αστράφτει τότε η μοτοσικλέτα ολοκαίνουργια<br />
Καθώς μαρσάρει προς τον ουρανό.<br />
Έτσι κι εγώ θα ήθελα να φύγω. Να σαλτάρω<br />
Στην πίσω θέση, να τον αρπάξω απ’ το ρούχο!<br />
Να σωριαστούν με μιας σαν παλιοσίδερα<br />
Το κλειστό στόμα, ο πανικός, η στέρηση<br />
Κι ανάμεσα στις σφυρίχτρες των άστρων</p>
<p>Να αστράφτει ατσάλινη η βαριά μου σιωπή.» (σ.26)</p>
<p>Στο ποίημα αυτό, όπως και σε αρκετά άλλα του βιβλίου, το σωματικό στοιχείο κυριαρχεί λιγότερο με τις συνδηλώσεις της σωματικής ηδονής και περισσότερο με την αγωνία μήπως γκρεμιστούμε, μήπως δεν αντέξουμε, με την αγωνία κυρίως της φθοράς, της ασθένειας και του θανάτου.</p>
<p>Αλλά η ποιητική φωνή επιμένει παρόλο το μάταιο της προσπάθειας (πώς αλήθεια να αντιπαλέψουμε την θνητότητά μας;) –ή ακριβώς εξαιτίας αυτής της ματαιότητας: η Δήμητρα Χριστοδούλου όπως κάθε αληθινός ποιητής προσφέρει το ποιητικό της σώμα βορά κι ας γνωρίζει πως πρόκειται για θυσία σε κόσμο, το πλείστον, χορτοφάγων. Καθόλου αυτό δεν την πτοεί. Γιατί ξέρει πως μοίρα της είναι η Ποίηση και άρα στο βάθος η ελπίδα ότι μπορεί να αγγίξουμε, έστω για λίγο, κάποτε τον άλλον· σ’ αυτήν τη δύσβατη πορεία μας κόντρα στη σιωπή.</p>
<p>«Έχω μπροστά μου ένα φύλλο χαρτί<br />
Και πιο μπροστά μου ένα δυσοίωνο μέλλον<br />
Μπορώ να πακετάρω αυτό το μέλλον τυλίγοντάς το σε αυτό το χαρτί.<br />
Έτσι θα έχω δαπανήσει αμφότερα<br />
Σε χρήση λιγότερο εχθρική απ’ την Ποίηση<br />
Και πιο αξιοπρεπή απ’ την ελπίδα.[…]</p>
<p>Τακτοποίησα καθαρά τα ιμάτιά μου<br />
Κι ας τα τραβολογούσαν όλη νύχτα τα σκυλιά<br />
Κυρίες κύριοι θα σας κληροδοτήσω<br />
Σιδερωμένα παλιοκούρελα<br />
Γνωρίζω πως οι περισσότεροι<br />
Θα προτιμήσετε τα δικά σας<br />
Δυο τρεις θα δουν τη Διαφορά<br />
Βέβαια δεν σύχνασα σε εσπερίδες<br />
Α, ένα αίσθημα ντροπής το είχα.</p>
<p>Δάγκωσα χώμα στα κρυφά.» (σ.58)</p>
<h3 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑΚΤΙΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΣ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">FRACTAL 07/02/2018</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο μπήκε στη σκέψη μου το φεγγάρι»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ιδιαίτερη η γραφή της ΔΧ αποτυπωμένη με ένα καθ’ όλα προσωπικό ύφος που μπορεί να ανιχνεύει μέσα από τις λέξεις έννοιες που αξιολογούν τις αιτίες και τα αιτιατά της ανθρώπινης ψυχής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ευαίσθητος δέκτης της πραγματικότητας δεν μπορεί να μην καταγράψει από την εξωτερική όψη των πραγμάτων την εσωτερική τους διάσταση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με επίγνωση του μάταιου επικοινωνεί συνειρμικά με τις λέξεις που παρά τη συμβολική τους λειτουργία, το σύνολο του κάθε ποιήματος παραμένει ευθύ, θερμό και ανοιχτό ανασύροντας μέσα από τις επείγουσες βουλές του -που χαρακτηρίζονται από διαύγεια, δραματική ένταση και αισθητική ποιότητα- την προσέγγιση κάποιων αισθήσεων που ασφυκτιούν μέσα στις συμβατικότητες της καθημερινότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γλώσσα που ταιριάζει απόλυτα στο ύφος των πολλαπλών αποχρώντων εννοιών με τόνο που γίνεται ολοένα και πιο επιβλητικά καταιγιστικός ο ρυθμός δυναμώνοντας τις εντυπώσεις που δημιουργούν εικόνες να τρέχουν με κινηματογραφική ταχύτητα και ν’ αφήνουν την εντύπωση ότι η δυναμική αυτή στο σύνολο των ποιημάτων εμπεριέχει μια κραυγή αγωνίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε ετούτο αναμφίβολα συμβάλει που κάθε στίχος ξεκινάει με κεφαλαίο γράμμα ακόμα κι όταν λείπει κάποιο σημείο στίξης δίνοντας την έμφαση μιας αυτόνομης δυναμικής μέσα στο σύνολο του ποιήματος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από το ποίημα: Το τσίμπημα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά στη γραμμή του ορίζοντα,/ Είναι το σπίτι μου. Βαδίζω, φεύγει./Στα παράθυρα του ο ήλιος/ Μοιάζει θλιμμένο παχουλό μωρό/ Που του ανεβαίνει ο πυρετός του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι άλλο ένα παράδειγμα από το ποίημα: Περί το τέλος της ημέρας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο τραπέζι είχε απομείνει ένα μαχαίρι/ Πρωτύτερα είχε κόψει ή τραυματίσει./ Τώρα η αχρησία το πάγωνε/ Σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δραματική ένταση των ποιημάτων αποδίδουν επ’ ακριβώς τη συγκινησιακή φόρτιση ως να πρόκειται η ποιήτρια να έχει αποκτήσει τη συνείδηση του μάταιου και εφήμερου των ανθρώπινων πραγμάτων και να προσπαθεί, χωρίς όμως να αφήνεται, ούτε για μια στιγμή, να παρασυρθεί από την απογοήτευση μέσα στα αδιέξοδα τους. Αντίθετα, με λόγο καθαρά υπολογιστικό και υπολογίσιμο δίνει το προσωπικό της στίγμα στο εφιαλτικό παρόν ενός κόσμου που βρίσκεται εγκλωβισμένος στην εσωτερική του απομόνωση και, με πένα σαν καταφύγιο καταφέρνει να προφυλάσσει το όνειρο μέσα στην ποίηση της, με Το κατάλληλο δώρο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με κατάλοιπα βαριάς δυσθυμίας,/ Ίσως και βαριάς τροφής στο στομάχι,/ Σέρνω απόψε τα βήματα μου στον κήπο/ Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες,/ Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ποικιλότροπη γραφή της, η ποιήτρια, κατορθώνει να δώσει νόημα και πνοή στη μοναδικότητα των στιγμών. Με λεκτική ευχέρεια καταγράφει ότι σαν σκέψη, βίωμα ή ιδέα περνάει απ’ το μυαλό της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι στίχοι της εμπεριέχουν όλα τα νοήματα που μπορούν να υπάρξουν γιατί παρουσιάζονται αυτούσια και δυνατά σύμφωνα πάντα με τις ανάγκες των ανθρώπων, ακόμη και σ’ ένα παράκτιο οικισμό με κυματίζουσα θάλασσα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΦΡΕΑΡ 24/12/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακριά, στη γραμμή του ορίζοντα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Παράκτιος οικισμός, όταν τελείωσα την πρώτη ανάγνωση, μου άφησε στον νου αυτή την εικόνα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα πορτοκαλί φως, όπως όταν βραδιάζει κι ανάβουν τα πρώτα φώτα. Θάλασσα σκούρη γκρίζα που συναντά έναν βαρύ ουρανό. Σπίτια άσπρα, κάπως σκυφτά, κολλημένα μεταξύ τους, και σαν σκεφτικά. Λεπτομέρεια: το φως να διαχέεται μέσα από τα στενά παράθυρα αλλά και στην ατμόσφαιρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">O Παράκτιος οικισμός της Δήμητρας Χριστοδούλου δεν έχει τουριστικό χαρακτήρα ούτε χαρούμενα χρώματα και life style ατμόσφαιρα. Θα αναλύσουμε τα στοιχεία του στη συνέχεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ομώνυμο ποίημα της συλλογής ανοίγει με μια εικόνα: τη θάλασσα με την «αστρική της νύστα», τη δόνηση από την άπαυτη πνοή της, τα «ακοίμητα μεγαλειώδη βράχια». Το ποιητικό υποκείμενο αναφέρεται στην πόλη της καταγωγής που θέλει να ξεχάσει, αλλά η μνήμη επιμένει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πρότεινα το ποίημα αυτό να διαβαστεί παράλληλα με το ποίημα «Ανεπιστρεπτί». Το ποιητικό υποκείμενο μεταφέρεται βίαια στον γενέθλιο τόπο από έναν άγριο άνεμο που χαστουκίζει. Εικόνες γεμάτες αλάτι και αλμύρα και στα δυο ποιήματα. Εικόνες- μεταφορές που έχουν κέντρο κάτι οικείο και αποκτούν στη συνέχεια εξωπραγματικές διαστάσεις, κρατώντας κάτι από την αρχική οικειότητα. Όπως το ελεεινό τηγάνι στο οποίο ρίχνουμε την καρδιά ενός τεράστιου κήτους, και μπαίνουμε ύστερα στη σειρά με καραβάνα («Παράκτιος οικισμός», σ. 27) Ή η αίσθηση πως παστώνει μια κομπρέσα αρμύρα τον τρόμο σου, / Κειμήλιο βρώσιμο δακρύων/ Όπου μουσκεύεις φουρνιστό ψωμί («Ανεπιστρεπτί», σ. 19).</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας είναι οι παραπάνω αναφορές παραδείγματα για τον τρόπο που δουλεύονται οι εικόνες-μεταφορές από την ποιήτρια –θα επανέλθω ωστόσο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από εκεί και πέρα μια βροχή θαμπώνει τα τζάμια, μουσκεύει μνήμες και παλιές φωτογραφίες, γίνεται γλιστερό το βάδισμα κατά μήκος του χρόνου και πώς να κρατηθεί το ποιητικό υποκείμενο. Όμως, ευτυχώς, μικρή η ζημιά, μόνο το λούκι κάπου θα μάτωσε, / Ακούω που κλαψουρίζει απ’ έξω/ Κατεβάζοντας νερά απ’ την ταράτσα. («Η καλή παρέα», σ. 35)</span><br />
<span style="color: #000000;">Να ορίσουμε, λοιπόν, κεντρικό άξονα της συλλογής τον χρόνο. Η παράμετρος «χρόνος» σπάει σε τρεις διακλαδώσεις: «μοναξιά», «συνομιλία με τους απόντες», «κοινωνική έγνοια», που φυσικά τέμνονται και μπλέκονται μεταξύ τους. Προϋπόθεση πάντα η μνήμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φυσάει ένας αέρας μυστήριος, φέρνει το ποιητικό υποκείμενο στην άκρη της μοναξιάς. Τη μοναξιά που είτε τη διαπιστώνει σε άλλους και την περιγράφει ως ευαίσθητος παρατηρητής είτε τη βιώνει το ίδιο. Παραδείγματα:</span><br />
<span style="color: #000000;">Και οι μαργαρίτες σε θρήνο έξαλλο στον λόφο/ Που έτσι καταντάει κανείς μες στο κρύο/ Περιμένοντας ένα τηλεφώνημα. («Το Πάσχα των άλλων», σ. 32)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ή Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε/ Που ενθουσίαζαν οικογενειακά στιγμιότυπα/ Και παρατάσσονταν οι συγγενείς σε δείπνο […] Είμαι τόσο υπέροχα μόνη! («Συναπτά έτη», σ. 36)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι φθάνει εκεί που συνομιλεί με απόντες αγαπημένους.</span><br />
<span style="color: #000000;">[…] Σέρνω απόψε τα βήματά μου στον κήπο/ Πάνω σε τούτες τις αυτοκρατορικές παντόφλες/ Δώρο ενός φίλου που δεν ζει πια./ Τα πλουμιστά πράγματα δεν τ’ αγαπάω./ Αλλά δεν κάνει να ’ναι χωρίς ανταπόδοση/ Και η πιο άστοχη χειρονομία αγάπης. («Το κατάλληλο δώρο», σ. 21)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταυτόχρονα, η αίσθηση ενός τέλους αρχίζει να φαίνεται απέναντι. Απειλή; Στοχασμός, ψύχραιμη αντιμετώπιση και σαρκασμός, μαύρο χιούμορ. «Μετά το σινεμά μια μπύρα» λέγεται το ποίημα, και το ποιητικό υποκείμενο συμπληρώνει Ίσως και δεύτερη. Μα ως εκεί/ Επιστροφή στο σπίτι. Ένα βιβλίο,/ Η τηλεόραση χωρίς τον ήχο, ανοιχτή. […]</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο δωμάτιο όμως υπάρχει ένας περίεργος επισκέπτης, «Αυτός», με «τα μαλαματένια ρούχα». Ένας καπνός, άφαντος, από σιγοκαμμένα γράμματα Τον κάνει πράο. Σχεδόν βρέχει/ Το κρύο σακάκι του με κάποιο δάκρυ,/ Ο Υποκριτής! Όσο να γελαστείς/ Πως σκύβει πάνω σου απλώς/ Για να του διηγηθείς την ταινία (σ.17)</span><br />
<span style="color: #000000;">Σε έναν περίγυρο λαϊκού πανηγυριού, των παλαιότερων χρόνων, το ποιητικό υποκείμενο βλέπει, σαν σε ονειροφαντασιά, την πάνδημη κηδεία του. Ανάμεσα σε μικροπωλητές, ζαχαρωτά, πλαστικά παιχνίδια, μικροτάματα, παιδάκια και τον απαραίτητο άγγελο, εμφανίζεται με ένα φόρεμα αστρικό, ιδιαίτερα χλωμή ωστόσο. Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές/ Ακολουθούν στον ρυθμό της μπάντας/ Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο/ Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται/ Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα./ Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου, Να γράψω στίχους σαν και τούτους. Μάταιους. («Το πανηγύρι», σ. 18)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο τελευταίος στίχος να διαβαστεί μέσα στο πλαίσιο του σαρκασμού, για το αναπόφευκτο της ζωής τέλος. Ταυτόχρονα, να προσεχθεί ο ρυθμός και η επιλογή των λέξεων, ως εξαιρετικό δείγμα για το πώς η ποίηση αντιμάχεται αυτή τη ματαιότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα σημεία που ο χρόνος συναντά τους απόντες και η μνήμη ορίζει τη δική της οπτική, αναδύονται οι τρυφερές λεπτομέρειες.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Κοτσιδάκια με φιόγκο» επιγράφεται το ποίημα που αναφέρεται στον πατέρα, σαφέστατος υπαινιγμός στην τρυφερή σχέση, μόλο που τώρα οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους βαδίζουν πάνω στ’ αποκαΐδια της φλόγας του ουρανού, συντελεσμένος ο θάνατος του πατέρα. Μέσα στ’ αποκαΐδια της βαδίζουν/ Με πέδιλα από λευκές πεταλούδες/ Οι πατεράδες με τα κοριτσάκια τους./Εκείνοι σιωπούν κι αυτά ρωτάνε/ Τραβώντας τους από το γύψινο μανίκι. (σ.37)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η κοινωνική έγνοια της ποιήτριας εκφράζεται παραστατικά με μια ματιά στην πόλη που ξεπέφτει, σαν υπέργηρη με άνοια, την Αθήνα («Καρτ ποστάλ, σ.16). Υπερήλικας και ίσως με αρχόμενη άνοια, πραγματικά και όχι μεταφορικά, και η γυναίκα που τσαλακώνει το ένταλμα πληρωμής. Να δεις που οι νέοι πλανήτες θα είναι/ Υπερήλικες σε δημόσιο ταμείο («Κοσμογονία», σ.40)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αφού το ταπεινό ανάγεται στο σύμπαν –προσέχουμε και τον τίτλο «Κοσμογονία», φοβερός σαρκασμός για έναν θεό που νίπτει τας χείρας του στις συμφορές των υπηκόων του στο ποίημα «Μοιρασμένα καθήκοντα»:</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα αφού ευθύνονται για τη δεινή παιδεία τους,/ Για τους θανάτους των κοπαδιών και των παιδιών τους,/ Αντιπαρέρχεται την οχληρή μουρμούρα τους/ Το έργο του είναι ν’ απλωθεί σοφά η νύχτα,/ Ας κάνει κι η αστυνομία τη δουλειά της. (σ. 41)</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια εικόνα από την καθημερινότητα έρχεται να συμπληρώσει τον προβληματισμό: Μπρος από το μηχάνημα της τράπεζας/ Κυλάει ένας ασώματος ιδρώτας («Δώδεκα», σ. 45)</span><br />
<span style="color: #000000;">Οπότε το σύντομο εξαιρετικό ποίημα-εικόνα που εστιάζει σε έναν άνδρα που καπνίζει, μαζί με τους σαρκαστικούς στοχασμούς του ποιητικού υποκειμένου για τη σύγχρονη θλίψη, δίνουν μια φέτα ζοφερότητας ενός κόσμου σε κρίση, της δυστυχίας που αυξάνεται, της ανήμπορης αντίδρασης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,/ Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί/ Με αστραφτερή οδοντοστοιχία. […] Χώνει το χέρι του στην τσέπη και μετρά/ Κάνα δυο τελευταία τσιγάρα./ Ανάβει ένα και κοιτάει την κάφτρα του/ Μέχρι ν’ αποφοιτήσουν τα παιδιά… («Καλή εβδομάδα», σ.47)</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαμηλόφωνα και διακριτικά, χωρίς ηχηρές φωνές και διατυπώσεις, η Χριστοδούλου μπλέκει τον ατομικό με τον συλλογικό πόνο, καθώς το άτομο και τα πάθη του είναι το παράδειγμα που λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στη σκέψη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο, θεματικοί άξονες, υπερώνυμα και υπώνυμα δεν θα είχαν τη σημασία που παίρνουν στα ποιήματα της συλλογής, αν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη γλώσσα που τα εκφράζει. Ποιητική γλώσσα δυνατή, που τα εκφραστικά μέσα την υπηρετούν και την αναδεικνύουν, χωρίς να την οδηγούν στην εκζήτηση. Λέξεις από διαφορετικά επίπεδα λόγου: καθημερινές ή πιο σπάνιες, τρυφερές, μεταξένιες ή σκληρές, πάντα διαλεγμένες προσεχτικά, τοποθετημένες στον στίχο με τρόπο που τίποτα να μην περισσεύει. Έτσι, το ατομικό ενώνεται με το σύμπαν. Το μικρό και καθημερινό ντύνεται με την αστρική σκόνη. Ο εσωτερικός ρυθμός πάντοτε παρών. Θέλω να δώσω ένα δώσω ακόμη ένα παράδειγμα, δυο στίχους που δείχνουν τη δύναμη των εικόνων, των εκφραστικών μέσων, των λέξεων: Μια φωνή απ’ την κοιλιά ως το λαρύγγι/ Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου («Περί το τέλος της ημέρας», σ. 9)</span><br />
<span style="color: #000000;">Συγκεφαλαιώνοντας: Όλα μοιάζουν να κινούνται στο μεταίχμιο: η αθωότητα και η ενοχή, το φως και το σκοτάδι, η κοινωνική έγνοια και η υπαρξιακή αναζήτηση – πασπαλισμένες με ειρωνεία, για να φύγει το μεγάλο βάρος. Μικρές τρυφερές λεπτομέρειες και μνήμες γίνονται εικόνες και κρατούν από το χέρι την οδύνη της πραγματικότητας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποίηση σμιλεμένη στο έπακρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Παράκτιος οικισμός, χτισμένος σε ένα όριο με το άγνωστο απέναντι, είναι ο στοχασμός του ποιητικού υποκειμένου για το όριο αυτό, με το βλέμμα στο παρελθόν, στο παρόν αλλά και στο μέλλον, στοχασμός καθόλου πεισιθάνατος, μελαγχολικός ωστόσο, με επίγνωση, σαρκασμό του χρόνου και των συνεπειών του αλλά και με φως γι’ αυτό που ακόμα υπάρχει. Το ποιητικό υποκείμενο, μολονότι αντιλαμβάνεται το απέναντι, εντούτοις εμμένει στο εδώ, με όλες του τις αντιξοότητες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ίδια στιγμή, η συγγραφέας αγγίζει ένα συγγραφικό όριο. Ο παράκτιος οικισμός της γραφής της είναι ένας σταθμός στην, επώδυνη πάντα, πορεία των κειμένων, αποτελεί όμως και το πέρασμα σε μια γραφή ωριμότητας, είναι ένα γύρισμα σελίδας με ποίηση που περιμένουμε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χαμηλώνουν τα φώτα. Το πορτοκαλί του δειλινού χάνεται, γίνεται σκούρο γκρίζο. Ο αέρας εξακολουθεί να φυσάει, δυνατά. Αγριεύει η θάλασσα. Ένας δρόμος φιδοσέρνεται ως τη μεγάλη πόλη. Ένα ταμιακό μηχάνημα λήψεως χρημάτων αγρυπνά μόνο. Η σκόνη αιωρείται τριγύρω. Στο δωμάτιο, ένα κοριτσάκι ντυμένο αστρική σκόνη, έχει ανοιχτό μπροστά του ένα τετράδιο, και γράφει, στίχους, ποιήματα. Ένα κόκκινο καραμελωμένο μήλο στερεωμένο στο ποτήρι, δίπλα της.</span><br />
<span style="color: #000000;">[Το κείμενο παρουσιάστηκε σε μια πρώτη μορφή στην εκδήλωση για το βιβλίο που έγινε στη Θεσσαλονίκη, στη Στέγη της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, στις 10 Νοεμβρίου 2017. Ο στίχος του τίτλου προέρχεται από το ποίημα της συλλογής «Το τσίμπημα», σ. 16.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΦΡΕΑΡ 14/5/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα θαυματουργά δάχτυλα που αναπλάθουν</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο οικισμός είναι παράκτιος. Η θάλασσα του Γκέρχαρντ Ριχτερ διατρέχει το εξώφυλλο και ξεβράζει γυρίνους τους στίχους μέσα στο βιβλίο. Μέσα στην συλλογή υπάρχει ένα μαχαίρι σαν πτώμα μικρού ζώου από ατσάλι, γιατί οι στίχοι της Δήμητρας Χριστοδούλου αφήνουν μικρές επιδέξιες χαρακιές τόσο στο μυαλό όσο και στην καρδιά. Στην κοσμογονία του σύμπαντος της συλλογής υπάρχουν άλλοτε ένα μισοφέγγαρο στον γάντζο του, άλλοτε ένας ήλιος, θλιμμένο, παχουλό μωρό και μερικές φορές ένα μαύρο άστρο από το οποίο χύνεται καρβουνόσκονη. Έντεχνα και με μεγάλη δεξιοτεχνία η ποιήτρια κτίζει το σκηνικό μέσα στο οποίο θα εξελιχθούν τα σαράντα ποιήματα της δέκατης τέταρτης ποιητικής συλλογής της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο παράκτιος οικισμός του τρόμου, που τις νύχτες θάβεται κάτω από την θάλασσα; Ένα είναι σίγουρο γράφει η Δήμητρα Χριστοδούλου. Δεν είναι πια ο τόπος μας. Ερημιά. Η εφηβεία στραγγαλίζεται, οι νέοι υφίστανται την λοβοτομή των ελπίδων και των προσδοκιών τους. Αυτό το ατέλειωτο πανηγύρι εκποίησης που μοιάζει με κηδεία, που είναι η κηδεία, στην οποία τα όνειρα θάβονται με την συνοδεία της μπάντας είναι πια ξένη γη. Οι αξιοπρεπείς αστοί πηγαίνουν στην όπερα, ενώ ζητιάνοι κατακλύζουν τους δρόμους. Ένας καθεδρικός ναός ξεκοιλιάζεται. Μπροστά σε έναν αδιάφορο θεό-Πόντιο Πιλάτο τα κοπάδια και τα παιδιά θανατώνονται. Νέοι πλανήτες θα συνωστίζονται υπερήλικες στα δημόσια ταμεία. Όσο για την αστυνομία, αυτή θα κάνει πάλι όπως πάντα την δουλειά της. Η ίδια η ποίηση γραμμένη σε δυσανάγνωστες πινακίδες, προορισμένη μόνο για τα νυχτοπούλια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και από την άλλη η εσωτερική μοναξιά. Ένα ζευγάρι πλουμιστές παντόφλες, το δώρο ενός φίλου που έφυγε. Ένα τηλεφώνημα που δεν έγινε ποτέ. Ένας μαλαματένιος άντρας που σε περιμένει όταν γυρνάς από το σινεμά και σκύβει πάνω σου υποκριτικά για να του διηγηθείς τάχα την ταινία, ενώ στα χέρια του κρατάει την θηλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχουν νεκροί στο βιβλίο, φέρετρα, φαντάσματα παιδιών, η δασκάλα με το ασημί ταγιέρ σαν φιδόδερμα, ο πατέρας που γελά από το κάδρο του, κοριτσάκια κρεμασμένα από το γύψινο μανίκι των πατεράδων που επιζητούν μία απάντηση στην επίμονη ερώτησή τους. Κινούνται αργά όπως μέσα σε υδράργυρο και μας γνέφουν. Υπάρχουν παρουσίες που πάλλονται μέσα στα χαρτόδετα βιβλία τους και κατακλύζουν την κάμαρα με σπλάχνα από το αλκοόλ καμένα. Αυτή η αδελφοσύνη των ποιητών που υπήρξαν και αυτών που θα υπάρξουν, των ανθρώπων που είναι μάρτυρες, που καταγράφουν με τον δικό τους τρόπο τις εποχές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Δήμητρα Χριστοδούλου σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Η ειρωνεία της είναι λεπτή, αλλά σκληρή. Να δεις που θα έχω ένα εύθυμο τέλος/Ως κάποιος που του τραβάνε την καρέκλα του/ Και σωριάζεται φαρδύς πλατύς στο χώμα. Μιλάει για τα ανείπωτα, για τον Ιερό Τρόμο, για το Μεγάλο Τελικό Ανέκδοτο. Για την έρημη χώρα, για την απονέκρωση, για την μοναξιά. Για την ματαιότητα. Και ταυτόχρονα για την αλληλεγγύη του πηλού, την μαγεία της δημιουργίας, την αδελφότητα των ευαίσθητων ανθρώπων. Μιλάει για το πώς όλα περνούν και χάνονται. Αλλά και για το πώς μπορούν να διασωθούν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Δήμητρα Χριστοδούλου είναι μία ποιήτρια που παρατηρεί γύρω της, δεν ομφαλοσκοπεί, δεν περιεργάζεται από μέσα τα τοιχώματα του μικρόκοσμου της. Οι κεραίες της είναι ευαισθητοποιημένες, μεταφέρει στιγμιότυπα της ασφυκτικής και απάνθρωπης καθημερινότητας διαθλασμένα όμως από την καλειδοσκοπική ματιά της ποίησης. Τα φουσκωμένα λεωφορεία, η γραφειοκρατία, η απελπισία, η φτώχια, η ανεργία περνούν από τον εύκαμπτο σωλήνα της ποίησης και μετασχηματίζονται σε κοχλάζουσες εικόνες, που ζωντανεύουν πάνω στο χαρτί. Ο φακός της δεν καταγράφει, αλλά μεταμορφώνει την πραγματικότητα, χωρίς να την ωραιοποιεί, την μετουσιώνει σε τέχνη. Και αυτή ακριβώς είναι η ελπίδα που προτάσσει η ποιήτρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον επαναπροσδιορισμό της πραγματικότητας μέσα από την τέχνη. Καινούργια όρια, καινούργια γη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙ ΟΥ13 Νοεμβρίου 2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια ανάγνωση</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα μέρη μας, με τόση άγρια βλάστηση,</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι απλά ενσαρκώνεται όποιος λείπει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φοράει την πέτσινη ποδιά, τις γαλότσες,</span><br />
<span style="color: #000000;">Τις αποσιωπήσεις, τη θαμμένη οργή, τη θλίψη,</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλωτσάει τα σαπισμένα ξύλα προς το μέρος μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">Παραμερίζει τις τσουκνίδες και το βλέμμα του</span><br />
<span style="color: #000000;">Μας σημαδεύει ανάμεσα στα φρύδια».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Ο ξεναγός).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλη η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου “μας σημαδεύει ανάμεσα στα φρύδια”. Ο Ξεναγός μας στον “Παράκτιο οικισμό” της, είναι η ίδια, και πως αλλιώς θα μπορούσε να γίνει. Είναι ένας κουρασμένος έως απαυδισμένος κηπουρός-ξεναγός, συνεχώς μου θύμιζε τον Κάρολο Μπωντλαίρ, που αρκετά γνωρίζω, μιας και το περιβόλι της αρδεύουν επίσης τέσσερα πέντε Spleen, η βαθύτατη μελαγχολία της ποιήτριας, σπαρακτική και σχεδόν κατασπαράσσουσα το υποκείμενο “ποιήτρια”, αφού αφορά σχεδόν τα πάντα και μοιάζει με αποχαιρετισμό. Θαρρείς πως αισθάνθηκε στη στροφή ετούτη της ζωής και της τέχνης της το απόλυτο “μάταιον” του κόσμου, και κατόρθωσε να βρει και τις λέξεις για να το πει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άρχισε η μέρα κοιτάζοντας πίσω της</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το ανάστροφο βλέμμα του αρρώστου</span><br />
<span style="color: #000000;">Που κοιτάζει σ’ ένα μαύρο χωνί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…………………………………………..</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το καναρίνι ακουγόταν ακούραστο</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τον ενθουσιασμό του σκλάβου που πείστηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως είναι εδώ το σίγουρο τέλος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Διασπορά)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ή στο “Κατά κανόνα”:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βγήκα λοιπόν να δω το μαύρο άστρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Που είχε κρεμαστεί ψηλά. Τα ρουθούνια του</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάλλονταν μ’ ανυπόφορη θλίψη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τέτοια τελεσιδικία απόγνωσης και συμπερασμάτων οφείλεις να τα βγάλεις πέρα διαβάζοντας την καινούρια της δουλειά στον “Παράκτιο Οικισμό”. Αυτό που σε κρατά είναι μονάχα η ομορφιά των στίχων της. Αληθινή ‘πηγή λαλέουσα’ η Δ.Χ., θα εξορύξει την λέξη και θα την ενθέσει εκεί που είναι χρειαζούμενη και μόνο. Χαρά της ανάγνωσης λοιπόν, σπάνιο αίσθημα στις μέρες μας, που θάλλει μέσα στην απόλυτη, σχεδόν ασυμβίβαστη, θλίψη των ημερών και των στίχων ήδη από το εισαγωγικό ποίημα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια φωνή απ την κοιλιά ως το λαρύγγι</span><br />
<span style="color: #000000;">Τραβούσε τα ξέφτια της μέσα μου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τόση ορμή την είχε αρπάξει η νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">Που άφησε πίσω της ένα αυλάκι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">( Περί το τέλος της ημέρας)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα δυο αστικά ποιήματα, “Καρτ Ποστάλ” και “Μετά το σινεμά μια μπύρα”, ο σπαραγμός για την “ακατοίκητη πατρίδα” ανεβαίνει περισσότερο, “τρέμει ξεδοντιασμένο το χτενάκι της Ακρόπολης” και “η Αθήνα με το βλέμμα της άνοιας”….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">παιδιά κι εγγόνια δεν γνωρίζει πια</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο τον υδαρή πολτό θορύβων</span><br />
<span style="color: #000000;">που παρατείνει τον βίο της…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ώσπου η ποιήτρια θα τολμήσει πλέον “Το πανηγύρι”, μ’ ένα εγώ που οικτείρει ειρωνικά την ιδιότητά του:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να δω την πάνδημη κηδεία μου</span><br />
<span style="color: #000000;">…………………………………..</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν εδώ κυριαρχεί ο αυτοσαρκασμός, όσο και η καρυωτακική μνήμη της διασκέδασης στην κηδεία του ποιητή, πλην ανεστραμμένη και πανηγυριώτικη, μέχρι και των μικρών παιδιών ασχολία με “Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,” “Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά”, στο επόμενο ποίημα “Ανεπιστρεπτί”,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακούς τη θάλασσα να χτυπάει</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο κάτω κόσμος ανεβαίνει ανοιχτός</span><br />
<span style="color: #000000;">…………………………………………..</span><br />
<span style="color: #000000;">Παστώνει μια κομπρέσσα αρμύρα τον τρόμο σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Κειμήλιο βρώσιμο δακρύων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μεταφορά και η μετωνυμία, η πρωτοτυπία της εικόνας που αιφνιδιάζει τον αναγνώστη της, είναι τα όπλα της Δήμητρας στον “μάταιο”, όπως τον λέει, αγώνα της για αφύπνιση, πηγή τους όμως είναι η βαθύτατη απόγνωση ενός ανθρώπου που αρνείται να παραμυθιαστεί και να παραμυθιάσει, επειδή δεν αντέχει πια την βαριά αλυσίδα της αυταπάτης. “Ντυμένη απέριττα το λάλημα του γκιώνη” (Το κατάλληλο δώρο), γίνεται η Κασσάνδρα μας,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι κι αλλιώς, πίσω από κάθε ταυτότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρύβεται μια πικρή ιστορία χλεύης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως, κι όμως, στο ποίημα που τιτλοφορεί την συλλογή, το “Παράκτιος οικισμός”, αποκαλύπτεται με απόλυτη σαφήνεια το «γιατί» αυτής της απόγνωσης. Είναι η απώλεια “της ψυχής” αυτή “η αλητεία” που την σπρώχνει, αυτή η υλική προσήλωση “στο ψωμί προορισμό μας/ χωρίς ντροπή”, “στην καραβάνα”, που την εξοργίζει, αυτή η αδηφαγία, κι εκείνη η λήθη “Πόσο να ζήσουμε ξεχνώντας το πράο φεγγάρι ποτισμένο αλάτι”. Κι εκεί βρήκα, εγώ τουλάχιστον, τον όμοιό μου, την αδερφική της φωνή να υψώνεται ρωμαλέα, όσο και πικρή, για όσα χάνονται και κινδυνεύουν σαν οριστικά από τα πολύτιμα. Κι εδώ η καρδιά του μικρού αλλά σημαντικού αυτού βιβλίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου φτάνουμε στο εξαιρετικό “Συλλείτουργο”, όπου όλα θα κορυφωθούν για να αθωωθούν,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ’ ένα χαστούκι του παλιού θεού</span><br />
<span style="color: #000000;">Κυλάει απ’ το καμπαναριό η καμπάνα</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη σκοτεινή μου κάμαρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όπου ο σκληρός άγιος και ο υπότροπος μέθυσος θα οδηγηθούν μέσα από τα κλάματά τους, και την ποίησή της, σε μια συμφιλίωση σε αυτό το «… μέταλλο βαριά ταπεινωμένο” με έναν “ανεπαίσθητο παλμό εγκαρδίωσης” “Νταν Νταν, άλλος δεν έμεινε στη γη”.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και, Αφήνει στο κομό τον Ντοστογιέφσκι στο “Συμβαίνουν αυτά”.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακολουθεί η “Καλή Παρέα” όπου «μικρούληδες άνθρωποι σαν εμένα, αθροιζόμαστε σαν τα σπουργίτια πίσω από το τζάμι «, Τα κοτσιδάκια με φιόγκο”, και το καταπληκτικό “Το τελετουργικό”:</span><br />
<span style="color: #000000;">…</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήθελε να σημάνει κάτι αλλά</span><br />
<span style="color: #000000;">Μέσα στην υπνηλία της αλήθειας</span><br />
<span style="color: #000000;">Χανόταν του ονείρου η εγρήγορση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θέλω να πω άλλα, η πολλή ανάλυση βλάπτει την καλή ποίηση, ελπίζω να σας κέντρισα τόσο που να την διαβάσετε.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΑΥΓΗ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ 24/9/17</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ’ όλη τη θνητότητα, ένας λόγος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με το τελευταίο της ποιητικό πόνημα, η ποιήτρια Δήμητρα Χριστοδούλου, στην οποία έχει αποδοθεί ήδη μια ιδιαίτερη θέση μέσα στη γυναικεία ελληνική γραμματεία, εκθέτει για μια ακόμα φορά τις σταθερές ορίζουσές της που εμπεριέχουν μια υπαρξιακή και μια κοινωνική συνιστώσα, σε σφιχτοδεμένους πάντα πλοχμούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το πρώτο κιόλας ποίημα “Περί το τέλος της ημέρας” που διαλέγει να παρουσιάσει και που, με τον τίτλο του, δεν αποτελεί μόνο αρχή, αλλά συμπέρασμα και τελείωμα, καταδηλώνεται η απουσία και η μοναξιά. Κανένα ίχνος προσώπου που πέρασε από το δωμάτιο δεν υπάρχει και μόνη συντροφιά το αδιάφορο φεγγάρι. Πρωτύτερα το μαχαίρι που κείται στο τραπέζι σαν πτώμα, έχει κόψει ή τραυματίσει. Μια σπαρακτική φωνή του ποιητικού υποκειμένου αυλακώνει τη νύχτα. Σε αυτό το πρώτο, αλλά και στα περισσότερα επόμενα ποιήματα της συλλογής, μια δραματική σκηνοθεσία καθιστά φανερή την οδύνη της ύπαρξης, τη μόνωση του ανθρώπινου όντος που παλεύει με σχέσεις αδιέξοδες και με τον εαυτό του, ο οποίος όμως είναι τελικά η μόνη αξιόπιστη συντροφιά, κάτι που φυσικά στο πρόσωπο της ποιήτριας μας αφορά όλους. Οι άνθρωποι μακρινοί και ξένοι, “δυο χωριστά μνημεία από αλάτι” ακόμα και την θεωρητικά πιο ευτυχισμένη τους στιγμή (όπως απεικονίζονται π.χ. στις φωτογραφίες του γάμου τους), αλλού ένας άνθρωπος μιλάει στο τηλέφωνο μόνος του, ή το κινητό κάποτε “στέκει αχρείαστο στη θήκη”, η ποιήτρια γευματίζει με τον εαυτό της, ακόμα και οι χειρονομίες αγάπης μεταξύ προσώπων, κάποτε είναι δυνατόν να αποβούν άστοχες. Τα όντα ανταλλάσσουν μόνο το ακίνητο βλέμμα τους σε μια βουβή προσπάθεια επικοινωνίας. Οι μέρες μοιάζουν άρρωστες. Η έλευση και της ίδιας της άνοιξης μοιάζει σαν απλό αστείο, όταν δεν μπορεί να είναι εικόνα της καρδιάς, ο ήλιος “θλιμμένο μωρό που του ανεβαίνει ο πυρετός του”, οι “μαργαρίτες σε θρήνο έξαλλο”, ελάχιστες οι ενδείξεις αρμονίας και ευεξίας. Το σκηνικό είναι κυριολεκτικά πεισιθάνατο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάρα πολλές, στα σαράντα ποιήματα της συλλογής οι εκφράσεις που υπενθυμίζουν διαρκώς το αναπότρεπτο, το κραταιό γεγονός. “Δαχτυλίδι σε λειψανοθήκη”, “θάφτηκε στη μορφίνη της γύρης”, “ο λόφος σηκώνεται&#8230;σαν κάποιος που ξυπνά στο φέρετρό του”, “η θνητότητα απλώνεται”, “σαπισμένα ξύλα”, “ο κάτω κόσμος ανεβαίνει ανοιχτός”, “κάθε μου πόδι ένα μικρούλι φέρετρο”, “προσκυνητές θαμμένοι σε χοντρά βιβλία”, το βουνό που στέκεται “σαβανώνοντας” τις γενιές, η σκέψη “ρύζι με στάχτη”. “Αν είχα το θάνατο ξεχάσει” λέει κάπου η ποιήτρια, προφανώς στην περίπτωσή της αυτό δεν είναι δυνατό, η ματαιότητα είναι το σαράκι του πνεύματος, που δεν ανακουφίζεται ούτε με την Τέχνη. Διότι τι είναι η Τέχνη -εκτός των άλλων- από μια λήστευση αθανασίας; Αλλά εδώ, φαίνεται ότι η Τέχνη στιγμές-στιγμές πιο πολύ υπενθυμίζει αυτή την οδύνη, παρά την αποσιωπά και την ημερεύει. Το κεντρί της μέλισσας που αισθάνεται να έχει κάτω από το δέρμα η δημιουργός, αποτελεί έκφραση που καταδεικνύει την διαρκή ανησυχία και αγωνία της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρόντα επίσης το γήρας και η φθορά, με αναφορές πχ στην αρθρίτιδα και στην άνοια. Σε άσκηση μιας φιλοσοφικής μελέτης θανάτου, θα δοκιμάσει να φανταστεί τη μέρα της κηδείας της, σαν να κοίταζε από ψηλά την αναχώρηση ενός τρίτου. Τότε πάλι η τραγική διαπίστωση για τη ματαιότητα ακόμα και των στίχων. Των στίχων που “και ο θάνατος και η αθανασία θα χλευάσουν”. Ύστερα, σε άλλο σημείο όμως, μοιραία η αντιστροφή, επειδή :“Μ&#8217; όλη του τη θνητότητα ένας λόγος/ Τη φλόγα του ψελλίζει ανάμεσά μας”. Ναι λοιπόν: η Τέχνη μας είναι ακριβή. Η επίγνωση της συγγένειας με το χώμα, οδηγεί σε εξομοίωση των ανθρωπίνων υπάρξεων και στην τεταμένη ενσυναίσθηση. Τη συμπόνοια προς όλα τα ομοιοπαθή όντα, την αδελφοποίηση. “Να πατώ με συμπόνοια/ Ανάμεσα από τις κεφαλές/ Τόσων σωμάτων βυθισμένων στο χώμα.” διαβάζομε κάπου, ή “με ρίζες που γραπώνουν την καρδιά μου”, όταν μιλάει για τα θεωρούμενα αδέλφια της. Ακόμα και τα ζώα που υφίστανται κάποτε το αποτέλεσμα της ανθρώπινης διαστροφής (ο κρεμασμένος σκύλος, η αποκεφαλισμένη γάτα, το τουφεκισμένο γεράκι), υπεισέρχονται στον κόσμο του οίκτου της ποιήτριας. Γι’ αυτά, όπως και για τον άνθρωπο όμως, η σωτηρία είναι προσωρινή. Όπως άλλωστε προσωρινή και η ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο πλαίσιο της κοινωνικής συνιστώσας συναντάμε εμβόλιμα στίχους για ουρές με καραβάνες (ο σχετικός συνειρμός οδηγεί στη χώρα της οικονομικής κρίσης), την εξ ανάγκης ονομασία του ψωμιού σαν προορισμό (ενώ προφανώς δεν θα έπρεπε να είναι ο μόνος), για πατέρες που τους γηροκομούν βαρυγκωμώντας, παρούσα επομένως θεωρώ και η αξιακή κρίση (διότι δεν φαίνεται εδώ να ομιλεί απλώς για ένα βουνό), πουλιά που συντηρούνται με ένα κόκκο σιταριού (προτείνοντας θεωρώ και εδώ εικόνες αλληγορικές), τοπία με καμμένα σπίτια και ξεχασμένα φονικά, υπερήλικες που συνωστίζονται στα δημόσια ταμία, μηχανήματα τράπεζας που συμμετέχουν στην ταλαιπωρία των ανθρώπων, ένα έθνος άπραγο που περιμένει τη βοήθεια των θεών, μετρά τα τελευταία του τσιγάρα (τις τελευταίες δυνατότητες ή πόρους που διαθέτει), ενώ τα παιδιά του γερνούν χωρίς ελπίδα. Διαπιστώνει την περιρρέουσα μιζέρια, εντοπίζει τα προβλήματα, συμπάσχει. Εκφράζοντας έτσι με μέσα καθαρά ποιητικά -και χωρίς ποτέ αυτό να το απεμπολεί προς χάριν των σημαινομένων- τη μεγάλη μερίδα του κόσμου που υποφέρει. Ίσως λοιπόν ο τίτλος του βιβλίου, εκτός από τον τόπο του ομώνυμου ποιήματος, να αφορά ολόκληρη την με άφθονες ακτογραμμές χώρα μας που αυτή τη χρονική στιγμή βρίσκεται σε δυσκολία και στέρηση. Θα έλεγε κανείς ότι και η αναφορά στον Πλάτωνα σε κάποιο σημείο του κειμένου -υπό την σκιά του ανδριάντα του οποίου τελούνται τα τεκταινόμενα- αποτελεί μια διερώτηση εάν ο κόσμος των ιδεών έχει χρεοκοπήσει. Ή πάλι -και όπως τα moto που επιλέγει για την αρχή του βιβλίου αφήνουν να εννοηθεί- ίσως ο τίτλος να αφορά την αγωνιώδη προοδευτική προσέγγιση ενός αναπόφευκτου τέλους που ήδη το κατοικούμε, ή μας κατοικεί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιήτρια -με τον καθιερωμένο ήδη από ετών ιδιαίτερο τρόπο γραφής της- πλέκει τους στίχους της χρησιμοποιώντας πολλαπλές εναλλαγές εικόνων και σκέψεων, μη διστάζοντας να στολίζει κατά περίσταση τα ουσιαστικά της με καίρια επίθετα, που θα αναδείξουν τις σημασίες της. Αναμειγνύει σε αξεδιάλυτο σώμα εικόνες της καθημερινής πραγματικότητας της εποχής με άλλες κατασκευασμένες στη φαντασία και με τολμηρές μεταφορές και αφηγηματικούς ελιγμούς προχωρεί στις επισημάνσεις της αποφεύγοντας να γίνεται άμεσα διδακτική. Μάλιστα οι εναλλαγές αυτές συχνά οικοδομούν μια κρυπτικότητα των επί μέρους θεμάτων της προς όφελος όμως της ποιητικότητας του κειμένου. Αλλά καμία ευφορία δεν αποδίδει σε αυτή τη συλλογή η ποιητική γραφίδα. Ελάχιστες οι στιγμές της χαράς και διακόπτονται σχεδόν πάντα από το αντίθετό τους. Ένα “γλυκό φως φεγγαριού” συνοδεύεται από “χρήσιμες ενοχές”, κάποιος “κλαίει χαρούμενος” την πιο όμορφη μέρα, η άνθηση συμπορεύεται με τη δυσμορφία και μόνο κάπου κάπου μια τρυφερή εικόνα γλυκαίνει την καρδιά, πχ. η θύμηση της ηλικιωμένης δασκάλας, ή του πατέρα με το κοριτσάκι του που βαδίζουν παρέα “με πέδιλα από λευκές πεταλούδες”. Εν μέσω ενός δυστοπικού ρεαλιστικού περίγυρου, μόνο στον ύπνο, δηλαδή στα όνειρα, επιτρέπεται η πολυτέλεια “μιας πηγής με κυκλάμινα”, η πολυτέλεια δηλ. της ακέραιας ομορφιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σημειώνω επίσης (σε αυτήν μα και σε προγενέστερες συλλογές της) τη χρήση συχνά λέξεων όπως πάπλωμα, παντόφλες, νυχτικό, ρόμπα, μαξιλάρια, σεντόνια (αλλά όχι αυτά του έρωτα), και πίσω της να κλειδώνονται οι πόρτες, που παραπέμπουν σε οικείο περιβάλλον και επιτρέπουν ίσως την κειμενική δόμηση ενός ασφαλούς εσωτερικού χώρου κατάλληλου για την περίσκεψη που το ποιητικό υποκείμενο απαιτεί από τον εαυτό του, ή θέλοντας έτσι να υπονοήσει και εν συνεχεία να εξορκίσει έναν εφησυχασμένο εαυτό, που ωστόσο καθόλου στα δικά μας μάτια δεν είναι τέτοιος. Μετρώντας τις ώρες της, νοιώθει αδύναμο ανδρείκελο και βαριά τη σκιά της ευθύνης, “φοβάται όλα αυτά που αντέχει”, επειδή μάλλον θεωρεί ότι η αντοχή τελικά την αδρανοποιεί, ενώ η στάση της προς το ανώτατο ον -που, αν και αόρατο και φάντασμα, κατά συνεπαγωγή όντως υπάρχει- μοιάζει να είναι η γνωστή μιας θεοδικίας, αφού τα πλάσματα φαίνονται αφημένα στη δυσκολία και το θάνατο. Αλλού όμως και μόνο το φως του ήλιου φέρνει δάκρυα χαράς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς, με τον τρόπο της ποίησης και “υπέροχα μόνη” συνεχίζει να αγωνίζεται -και σε αυτό το βιβλίο- η Δ. Χριστοδούλου στον επίπονο στοχαστικό της στίβο, ανακαλούνται στη μνήμη μας τα λόγια του συναδέλφου της, παλαιότερου ποιητή Γιώργου Σαραντάρη- ότι “Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ”.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">BOOKPRESS 18/8/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ξυπνώ απ’ το γάβγισμα. Μετά/ Διακρίνω αμυδρά ένα πρόσωπο./ Θερμαίνεται με εξωανθρώπινο χρώμα./ Μοιάζει αργόσχολο και περιττό/ Σαν φως πάνω σε πατημένο χιόνι…» (Η κυρία με το σκυλάκι, σελ. 10).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Άρχισε η μέρα κοιτάζοντας πίσω της/ Με το ανάστροφο βλέμμα τού αρρώστου/ Που κοιτάζει σ’ ένα μαύρο χαρτί…» (Διασπορά, σελ. 11)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ξυπνά το έθνος και ανακλαδίζεται,/ Προσδοκά να του χαμογελάσουν οι θεοί/ Με αστραφτερή οδοντοστοιχία…» (Καλή εβδομάδα, σελ. 47)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάνοντας τη μικρή αυτή αναφορά στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, ξεκινώ από τρία χαρακτηριστικά δείγματα ποιημάτων της στα οποία στήνει εξαρχής ένα δυνατό σκηνικό και μπάζει μέσα σ’ αυτό τον αναγνώστη. Απ’ όπου στη συνέχεια τον ξεναγεί πότε σ’ έναν κόσμο απόντων (Η κυρία με το σκυλάκι), πότε στα μυστήρια του χρόνου (Περί το τέλος της ημέρας), άλλοτεσε καταστάσεις καθημερινές (Μετά το σινεμά μια μπίρα), στη ματαιότητα της γραφής (Το πανηγύρι) και στο χώρο και την ιστορία (Παράκτιος Οικισμός). Ενίοτε με αυτοσαρκασμό (Κοτσιδάκια με φιόγκο) . Πάντως όχι με νοσταλγία ούτε με τη θλίψη του επερχόμενου τέλους, ούτε καν με την αίσθηση μιας ματαιότητας. Αλλά με τη βεβαιότητα ότι «πάντα ρει». π.χ.: «Μ’ ένα χαμόγελο θνητό και δίβουλο / Μπήκε στη σκέψη μου το φεγγάρι. /Θα το ’χε σκάσει από καμένα σπίτια/ Ή από κάποιο ξεχασμένο φονικό/ Και τάχα ήθελε μια πρόσκαιρη ανακούφιση,/ Να παραστήσει μιαν επιτραπέζια λάμπα,/ ένα κουτό, παλιό φωτιστικό/ Που γέρασε ήσυχα σε τίμιο σπίτι. Τα χαρτιά μου αναρρίπισε ο ερχομός του/ Με την αναπνοή της Τέχνης./ Με τόσο γλυκό φως, τόσο γνώριμο/ Να σβήνει την αιωνιότητά του/ Και κάθε ενοχή να κάνει χρήσιμη / Σιγολάμποντας πάνω απ’ το πιάτο/ Όπου απόμειναν μικρές μπουκιές!/ Α, φαίνεται, αυτό θα λένε εκεί ψηλά/ Αθανασία.» (Ένας ρόλος, σελ. 31)</span><br />
<span style="color: #000000;">«Οι λέξεις της –μία και μία– συγκροτούν μια γλώσσα κρουστή, δυνατή. Σαν τη φυσική πνοή. Γι’ αυτό έχει κανείς την εντύπωση ότι παρακολουθεί έναν αγώνα αντοχής όπου το ποιητικό υποκείμενο κρατάει τον δυναμικό του ρυθμό αδιάπτωτο, ώσπου να φτάσει στο τέλος της ποιητικής του αφήγησης και να μπει η τελεία.» (Στην επόμενη ποιητική σύνθεση, το ίδιο).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου είναι χαμηλόφωνη αλλά με εσωτερική ένταση που οφείλεται, πιστεύω, σε δύο χαρακτηριστικά της γνωρίσματα: Πρώτον στην καθαρότητα των εικόνων της και δεύτερον στην ικανότητα να αφηγείται μια ιστορία με αρχή-μέση-τέλος με τη μέγιστη δυνατή ελλειπτικότητα, αλλά τόσο όσο να φτάνει ο ποιητικός λόγος στον αναγνώστη της και να τον κερδίζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλώντας γενικά, έχω την εντύπωση ότι κάθε ποιητική συλλογή είναι ένα πέρασμα μέσα σε δάσος. Σε άγνωστους, σκοτεινούς χώρους. Μπορεί να βγεις στο ξέφωτο αλλά μπορεί και να χαθείς. Και προκειμένου να τριγυρνάς άσκοπα έως βασανιστικά, πολλές φορές διακόπτεις τη δοκιμασία και σταματάς στη μέση την πορεία. Το ταξίδι σ’ ένα άλλον κόσμο έχει αποτύχει και ξαναγυρνάς στις γνώριμές σου βεβαιότητες. Στον ποιητικό κόσμο της Δήμητρας Χριστοδούλου μπαίνω πάντα με ενδιαφέρον και ευχαρίστηση.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΤΑ ΝΕΑ 10/06/2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λυρική καταγγελία, σφυροκόπημα ενοχής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Παράκτιος οικισμός», η δέκατη τρίτη συλλογή της πολυβραβευμένης ποιήτριας, είναι το πλέον μαχητικό, ευφυώς στρατευμένο βιβλίο της</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ταυτότητα του ευκίνητου, εξομολογητικού υποκειμένου, το οποίο μεταβαίνει όντως με ιδιαίτερη άνεση από το ένα γένος στο άλλο, συμπεριλαμβανομένου του ουδετέρου, παρέχεται με υποδειγματική σαφήνεια στο επιλογικό κομμάτι της συλλογής. Η ομολογία επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, το ποιητικό ήθος, το οποίο συνέχει το κείμενο από την υποβλητική του έναρξη ώς το εγκαυστικό τέλος του. Ασφαλώς το κύκνειο άσμα θα μπορούσε να διαβαστεί και στη θέση του προλόγου, αποδεικνύοντας αμέσως στην πράξη την αυστηρή κυκλική συνέπεια, η οποία διέπει το όλο έργο. Παραθέτω επί λέξει τα εξής χαρακτηριστικά αποσπάσματα για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής: «Είμαι ένα ρεύμα θερμό, ρόδινο, / Οπου κυλάνε τα πεσμένα φύλλα. / Και είμαι εκείνη που τραβάει τα δίχτυα / Και φέρνει πάνω τα θνητά [&#8230;] Είμαι τα ανέσπερα καντήλια / Πού κρέμασε ο αέρας σ&#8217; άδεια κάμαρα. / Κι είμαι ο σκύλος που κλεισμένος μέσα / Κουνάει την ουρά σ&#8217; ένα φάντασμα [&#8230;] Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη, / Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα; / Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα / που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα». Η επαγγελματική φιλολογική κατάρτιση της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έχει ήδη τεθεί ασμένως προ πολλού στην υπηρεσία του εξειδικευμένου ποιητικού τολμήματος: η καθ&#8217; όλα παραγωγική αυτή ώσμωση διαφαίνεται από την πρώτη κιόλας, επιμελή προσέγγιση και του παρόντος εγχειρήματος. Ο λόγος, φρονώ, ακούγεται με τη φυσικότητα, φέρ&#8217; ειπείν, του φλοίσβου. Η επαναφορά ιδρύει ακουστική ηδύτητα. Η δε επαφή με την πραγματικότητα προβλέπει, μεταξύ άλλων, την επαναδιαπραγμάτευση του προσώπου με ό,τι το ίδιο πιστεύει ότι είναι χρόνος. Εξού και η έντονη αίσθηση της ροής, η οποία σπεύδει την κατάλληλη στιγμή να επιστρέψει στην πηγή της. Ο ρυθμός αποτελεί το πρώτο μέλημα της σύνθεσης. Είναι το σφυροκόπημα μιας συλλογικής ενοχής. Αντιλαμβάνομαι ότι η διαρκής υπόμνηση του χρέους απέναντι στον Εαυτό προκαλεί τη διέγερση του ρήματος. Το κάθε ποίημα προοικονομεί εμμέσως πλην σαφώς το άλλο. Το επόμενο σχεδόν τεκμαίρεται, ενώ το προηγηθέν αφορά κατά κανόνα το κοντινό ή και απώτερο μέλλον.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι τρεις τρόποι</span><br />
<span style="color: #000000;">Με τρεις τρόπους φρονώ ότι μπορούμε να μελετήσουμε το σημερινό πολλαπλό μήνυμα της δικαίως πολυβραβευμένης αυτής δημιουργού, χαρακτηριστικής εκπροσώπου της πολυφωνικής γενιάς του &#8217;70, όπως κατατίθεται στην πρόσφατη αυτή, δέκατη τρίτη κατά σειρά, συλλογή της των σαράντα ποιημάτων. Πρώτον, ως λυρική καταγγελία για τα όσα θλιβερά συμβαίνουν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Δεύτερον, ως εκ βαθέων εξομολόγηση μιας αναστοχαζόμενης ύπαρξης για τα όσα την αφορούν κατ&#8217; αποκλειστικότητα. Δηλαδή, άμεσα και διαχρονικά. Και τρίτον, ως μονόπρακτο δράμα του ανθρώπου εν γένει, ο οποίος πασχίζει να αποδείξει ότι όντως είναι ο ζωτικός φορέας πολιτισμικών αξιών. Πολλές μάσκες ακυρώνονται από τη δράση της εμπνευσμένης αποδόμησης, εδώ και τώρα. Από την άποψη αυτή, η εν λόγω συλλογή είναι το πλέον μαχητικό, ευφυώς στρατευμένο βιβλίο της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου. Τα ποιήματα συνοψίζουν, κατά τα άλλα, τα κυριότερα κεφάλαια της βιοτής, όπως τη σπουδάζει ένας ομολογουμένως βαθύνους παρατηρητής. Συγκρατώ ότι η κατασταλαγμένη πείρα των αλλεπάλληλων σαρωτικών βλεμμάτων του συγκεκριμένου δημιουργικού λόγου εξακολουθεί να διοχετεύεται στις οδούς και στις παρόδους του ποιήματος με τάξη. Η προσήλωση στις προδιαγραφές της επιδέξιας συνύπαρξης χαρακτηριστικών δεδομένων της εξ αντικειμένου πραγματικότητας και των προϊόντων αμιγώς φαντασιακής υφής αποδίδει και πάλι καρπούς. Το τελικό αισθητικό προϊόν δεν αντανακλά, όπως θα περίμενε ο βιαστικός αναγνώστης, τη θλίψη ενός ισοπεδωτικού αφανισμού τού εγώ, αλλά την προοπτική της επανεμφάνισής του, μέσα από τα παρ&#8217; ολίγον ερείπιά του, ως του δικαιότερου κριτή των όσων δοκίμασαν να το παγιδεύσουν. Πρόκειται για την πνευματική αλκή, η οποία παραμένει αλώβητη και άφθιτη παρά τα όσα ενάντια έχουν κατά καιρούς υψωθεί. Εξού και η πτήση στην κατακλείδα του ποιήματος που τιτλοφορείται «Δώδεκα». Ητοι: «Κατακόκκινα σαν ρόδα σε κόλλυβα / Χώνονται στον αέρα δευτερόλεπτα. / Αν ήμασταν πουλιά, αν πετούσαμε, / Με ράμφη πεινασμένα καταπάνω τους / Πόσες ψυχές θα είχαμε σώσει». Ανάλογα ισχύουν για την ανάκτηση του πολυτιμότερου υλικού που διαθέτει εξ ορισμού η ύπαρξη, δηλαδή: «Πώς την καρδιά ενός γιγάντιου κήτους / Να ρίξουμε σ&#8217; ελεεινό τηγάνι, / Πώς, ύστερα, υπό τη θυμηδία των κυμάτων, / Να μπούμε στην ουρά με καραβάνα / Και πώς στο τέλος τέτοιαν αλητεία / να ξαναπείς ψυχή».</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αίσθηση της διαστολής</span><br />
<span style="color: #000000;">Επισημαίνω ότι η «ακατοίκητη πατρίδα» και η «κατάκοιτη χώρα», όπως ακριβώς προκύπτουν στο τρίτο και ενδέκατο κατά σειρά ποίημα, με τίτλους αντιστοίχως «Διασπορά» και «Ανεπιστρεπτί», εντοπίζονται ασφαλώς σε κάθε σημείο του πλανήτη μας, όπου η αλλοτρίωση, ο ατελεύτητος εξανδραποδισμός του ατόμου, προσπαθεί να αντικαταστήσει τη γνώση του όντος. Δεν ξεχνώ βέβαια ότι η ποιήτρια διακρίνεται τόσο για τις ευρύτερες υφολογικές της μέριμνες στο πεδίο των προωθημένων κειμενικών εμπεδώσεων όσο και για τη χρόνια τριβή της με θέματα της γενικής λογοτεχνίας. Εξού και η επιμονή μου να διαβάζω τον «Παράκτιο οικισμό» σαν να ήταν γραμμένος και για μια χώρα της Εγγύς Ανατολής, του Ειρηνικού Ωκεανού ή ακόμα και της Νότιας Αμερικής. Υφίσταται άλλωστε έντονη σε πλείστα σημεία και η αίσθηση της διαστολής της σκηνής, της διεύρυνσης των δεικτών σε ασυνήθη πέρατα, σε μια χωροταξία έξω από τα κατά κανόνα ισχύοντα στον χώρο της τρέχουσας παραγωγής στίχων. Εννοώ: «Μακρυά, στη γραμμή του ορίζοντα, / Ανοιγοκλείνει ένα στόμα. / Βλέπω την κόκκινη γλώσσα / Που πλαταγίζει στον φάρυγγα / Μιαν άυλη μπουκιά από κρότους». Το δε «μαύρο άστρο από το οποίο χύνεται καρβουνόσκονη», το οποίο απαντά σε κρίσιμο σημείο της συλλογής, θα μπορούσε να φανεί με την ίδια ευκολία και στο οπτικό πεδίο ενός κατοίκου των Αντιπόδων. Η εμβέλεια του ποιητικού ρήματος συνιστά αδιαμφισβήτητο κεκτημένο, κοντολογίς, η ταχύτητα πρόσληψης της ουσίας των σχέσεων που μας συνδέουν με τα πρόσωπα αλλά και με τα πράγματα ασφαλώς και αυξάνεται, όταν αξιοποιείται στο έπακρο το δίδαγμα από ποιητικές αποκρυσταλλώσεις, όπως αυτές τις οποίες παρέχει η ποιότητα των εκφάνσεων του «Παράκτιου οικισμού».</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η ΑΥΓΗ 8/11/2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν να υπήρχε λόγος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διακρίνω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τους εξής ενδεικτικούς αφορισμούς από το «Συνεκτικό υλικό», το εξηκοστό πέμπτο ποίημα του βιβλίου: « &#8230;ένα σύμπαν αναίτιο. / Ένα ανομολόγητο σφάλμα. / Να ζήσουμε σαν να υπήρχε λόγος. / Να πεθάνουμε σαν ν΄ αξίζει τον κόπο. / Να πειθαναγκαστεί η αιωνιότητα / Να ριχτεί για τα καλά στη βιοπάλη». Με τρεις τρόπους φρονώ ότι μπορούμε να διαβάσουμε την ειδική πρόταση της πολυβραβευμένης Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, όπως κατατίθεται στην ως άνω, πλέον πρόσφατη, συλλογή της. Πρώτον ως διερμηνεία ενός φαινομένου ατομικής και συλλογικής πτώσης, με εμφανείς όμως αναλαμπές ηθικής ανόρθωσης, η οποία ακυρώνει προσώρας την ολική ματαίωση του υποκειμένου. Δεύτερον ως εμπέδωση της παραγωγικής, απρόσκοπτης συνάρθρωσης του αβαρούς, ενίοτε διφορούμενου γράμματος με την ad hoc βαρύνουσα ποιητική έννοια. Και τρίτον ως ευθεία αναγωγή του τρέχοντος κρίσιμου ή δήθεν ασήμαντου συμβάντος σ΄ ένα σταθερό δείκτη νοσταλγίας των πρωτογενών κοιτασμάτων του εγώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο θέατρο της γλώσσας, η δυναμική του σωματικού ρήματος της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου παραμένει το υπογραμμίζω αυτό, αμείωτη. Με ιδιαίτερη συνέπεια τηρεί τις υφολογικές δεσμεύσεις, τις οποίες η ίδια θεωρεί ικανές και αναγκαίες εκ προοιμίου. Μόνιμος στόχος παραμένει η γόνιμη διαχείριση ακόμη και του ελάχιστου υλικού, ώστε μέσω αυτού να προκύψει το μέγα ποθούμενο, ήτοι το εννοιολογικά μείζον. Ο στίχος διατηρεί φανατικά τα του εαυτού, αρνούμενος ν΄ απεμπολήσει το παραμικρό από όσα δικαιωματικά του ανήκουν. Εξ ου και η ασφάλεια των εκφορών του καθοριστικού, καλώς συγκερασμένου λόγου. Ο τελευταίος γνωρίζει πώς να συνέχει το παρόν έργο σε όλη του την έκταση. Η οιονεί επιγραμματική, αποφθεγματική έκφανση εμπεριέχει, βάσει συγκεκριμένου προγράμματος της λεκτικής δράσης, τόσο την πανθομολογούμενη όσο και την άλλη, την απόκρυφη βάσανο ενός εξόφθαλμα ανορθολογικού βίου. Το ποίημα συνιστά κατά συνέπεια σκεύος οδύνης. Το δε απόθεμα των συναφών μαρτυριών κατανέμεται με γραμματική και συντακτική προσοχή. Άλλωστε η επαγγελματική φιλολογική κατάρτιση της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έχει ήδη τεθεί ασμένως προ πολλού στην υπηρεσία του ποιητικού τολμήματος. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό χωρίο από την κομβική «Διαθέσιμη ύλη»: «Πόνος μού κάθεται στο στήθος / Όπως αρνί μες στο χιόνι / Μου ανοίγει μια ρίζα φαγώσιμη / Κι ανάμεσα στα χάλκινα φύλλα / Αστράφτει θρεπτικό φθινόπωρο. / Λάμπουνε οι πάγοι σ΄ ένα θέρετρο / Kάτω από μαλακή βραχνάδα /Και βλέπω στην άμμο το χνάρι μου. / Εκεί παραθερίζω με μπαστούνι,/ Δυο πατημασιές και μια τρύπα». Τα ισόβαρα φορτία επιβεβαιώνουν στην πράξη την επιμέλεια που έχει ασκηθεί σε μακροχρόνια, είναι φανερό, βάση. Σκαρί επιτήδειο, εξειδικευμένο σε μεταφορές σημαινόντων, το ποίημα αποτελεί διακριτή ετεροτοπία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η κατασταλαγμένη πείρα των αλλεπάλληλων σαρωτικών βλεμμάτων του πρόσφατου και απώτερου παρελθόντος διοχετεύεται στις οδούς και στις παρόδους του ποιήματος με εργαλειακό μέτρο, με προσήλωση δηλαδή στις προδιαγραφές αρμονικών συσχετισμών. Κι εδώ ακριβώς η πολιτική της σύνθεσης στο Ελάχιστο ψωμί της συνείδησης συναντά ένα μέρος του συντάγματος των παλαμικών κανόνων, όπως διατυπώθηκαν το 1925. Εστιάζομαι στα εξής: «την ποίηση αδυνατώ να τη συλλάβω έξω από το στίχο. Και με την αντίληψη αυτήν, τα ζητήματα της μετρικής τέχνης είναι στην προοπτική μου ισομέγεθα και ισοδύναμα με τα προβλήματα της ποιητικής πνοής, είναι ομοούσια ή ομοιοούσια». Όπως έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο των δημιουργικών αποστάξεων των λογοτεχνών της γενιάς του εβδομήντα, η διεξοδική γραφή της Δ.Χ. Χριστοδούλου, στους αντίποδες των προσπαθειών πολλών ετέρων, οι οποίοι έμειναν οργανικά μάλλον ανεξέλικτοι, προβάλλει δεόντως την προσέγγιση μιας διαφορετικής πτυχής του προσώπου του κόσμου, ο οποίος κατ΄ ανάγκη μας περιβάλλει. Επιστρατεύεται βεβαίως, μεταξύ άλλων: οι αθέλητες μνήμες, οι εποικοδομητικοί συγκερασμοί ποικίλων αντιφάσεών μας, οι απαραίτητοι υπαινιγμοί, οι αποκρυπτογραφήσεις αρκετών μηνυμάτων από τον χώρο του υπέρλογου, οι επανακτήσεις αρκετών από όσα νοούνται ως αγαθά, οι άκρως φιλελεύθερες χρήσεις των συνειρμών, οι επινοήσεις φιλίων συντεταγμένων ονείρου, οι αποδελτιώσεις στιγμών έκστασης ενός χρόνου που δεν σπαταλήθηκε πλήρως. Η αλήθεια, η απόδοση της ταυτότητας, η οριοθέτηση της ατομικότητας συνιστούν εν τέλει εδώ υποθέσεις μουσικής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τον ένα τίτλο στον άλλο εξελίσσονται, επαναδιαμορφώνονται, ακινητοποιούνται προφανώς για να αυτοσυγκεντρωθούν, επανακάμπτουν, τυποποιούνται και αλληλοϋποστηρίζονται διαδοχικώς τα διαβήματα εκείνα της ύπαρξης, τα οποία θέλουν να την αναβαθμίσουν, παρά τις όποιες δεδηλωμένες, εγγενείς αδυναμίες, σε όντως Πρόσωπο. Στο μεταξύ, η γραφή στην προκειμένη περίπτωση συνεχίζει να υποστηρίζει ακράδαντα ότι οι όποιες αξίες, οι όποιες παράμετροι των ποιοτήτων του βίου διερμηνεύονται, αποκαθίστανται και κατοχυρώνονται πάντα στο πρόσφορο έδαφος της εξ υποκειμένου θέασης του περιρρέοντος είναι. Διακρίνω τα εξής από τη «Διαστρωμάτωση», το κατά σειρά εξηκοστό έκτο ποίημα της συλλογής: «Εμείς οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο, / Μωρά με αφέψημα παπαρούνας / Στην κούνια ενός αργού δευτερόλεπτου / &#8211; Βρέχει μελάνι&#8230;- καταγράφουμε / Την επιστήμη της δολιοφθοράς. / Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια». Όσο κι αν οι αισθήσεις μάς παγιδεύουν σε καθημερινή βάση, θα υφίσταται πάντα η δυνατότητα της απεμπλοκής του ένδον ψεύδους και της ακόλουθης προαγωγής της βιωμένης αλήθειας σε βάθρο αντοχής. Ό,τι δηλαδή καταδηλώνει σε μια προσέγγιση δεύτερου βαθμού το Ελάχιστο ψωμί της συνείδησης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Oanagnostis 23/4/2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πριν κοπάσει ο απόηχος της συζήτησης για τον Τρόμο ως απλή μηχανή (Πατάκης 2012) η Δήμητρα Χριστοδούλου (ΔΧ) επανέρχεται με Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης από τις εκδόσεις Μελάνι. Από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής γίνεται φανερό πως η σκέψη της ποιήτριας εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια δημιουργική εμπλοκή με την υπαρξιακή αγωνία, τη μοναχικότητα, το περιθώριο της ζωής, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Δηλαδή με θέματα καθόλου νεόκοπα, που κατά τεκμήριο απασχολούν την ποίηση διαχρονικά, και μάλιστα σε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά την έντεχνη γενικώς παραγωγή της εποχής μας. Άρα, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, η ΔΧ από την άποψη του περιεχομένου κινείται σε χώρο γνώριμο και χιλιοδουλεμένο από πολλούς συμπορευόμενους εργάτες του λόγου. Γι’ αυτό θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να διερευνηθεί το κατά πόσο με την παρούσα προσθήκη της βελτιώνονται τα ζητήματα ποίησης ή κατατίθεται κάποια ανατρεπτική πρόταση. Μάλλον όμως είναι νωρίς για να εκτιμηθεί κάτι τέτοιο. Άλλωστε, η ίδια η ποιήτρια μας καθοδηγεί, αφού δεν αποφεύγει να εμπλέξει την άκρως ευαισθητοποιημένη σκέψη της με τους άστεγους, τους πρόσφυγες, τους πεινασμένους, τους φτωχούς, τους ανίσχυρους ταλαιπωρημένους της τρίτης ηλικίας, τους εγκλωβισμένους στο θλιβερό διαμέρισμα κάποιας πολυκατοικίας, τους λυπημένους, για να στραφεί σε κάτι επαναστατικό που πιθανόν δεν θα αντιπροσωπεύει τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία σχετίζονται τόσο στενά με τις αγωνίες της, που δε λένε να κοπάσουν: Κι αν σιγήσει τούτη η πένθιμη άρια, / Πάλι θ’ ακούω με τα μάτια. / Πάλι με τα μαλλιά θα οσφραίνομαι. / Και θα ’μαι τόσο περιττή όσο η ζάχαρη / Μες στο ηχείο μιας μεγάλης καμπάνας. (σ. 83) Ωστόσο, από τους πρώτους στίχους των ποιημάτων μάς κατακλύζει μια διαφορετική αίσθηση, που καθιστά διακριτά τα ποιήματα της συλλογής: είναι η μοναδικότητα με την οποία εκφράζονται οι αναφορές της για πράξεις ασήμαντες και γεγονότα επουσιώδη που κατά συρροή εξελίσσονται δίπλα μας καθημερινά χωρίς να έλκουν την προσοχή μας. Παρατηρούμε δηλαδή με αμείωτο ενδιαφέρον τη ΔΧ να χρησιμοποιεί ως προσφιλές μέσο διατύπωσης την αποσταθεροποίηση της φυσικής κατάστασης των πραγμάτων, στα οποία αποδομεί την κλασική λειτουργία και με ευρηματικότητα να εκθέτει τα νοήματα ή να δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα με βάση την αντιστροφή της συμβατικότητας του λόγου: Ένα ζευγάρι βολικά παπούτσια / Βόσκουν ανάστροφα το νήμα στο χαλί / μηρυκάζοντας την πανίδα του σκώρου. (σ. 12) Ή Ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο / Ο Ύπνος το απίθωσε στη χλόη / Μέσα σ’ ένα απόβροχο κίτρινο / που δεν μπορούσαν να φθείρουν τα φώτα. (σ. 65) Φαίνεται ότι για τη ΔΧ ποίηση δεν είναι μόνο «η άλλη γλώσσα», είναι μια διαρκής ανατροπή των συμβάσεων και ορισμένες φορές μια σκόπιμη νέφωση των νοημάτων για να αποκαλυφθεί το άλγος και ο ζόφος που καταλαμβάνουν τον ατομικό και κοινωνικό μας βίο: Αυτό είναι χαρτόνι. Αυτό γύψος. / Αυτό ποτήρι που αναποδογύρισε. / Έχει γεύση συντηρημένου συμβάντος, / Σχήμα διαλυτό στο κρύο, / Φωνή πουλιού που επαναλαμβάνει / Κάποιο παράγγελμα: / Κάποιος πρέπει να εργαστεί με άγρια χέρια // Πόνος μου κάθεται στο στήθος / όπως αρνί στο χιόνι. / Μου ανοίγει μια ρίζα φαγώσιμη / Κι ανάμεσα στα χάλκινα φύλλα / Αστράφτει θρεπτικό φθινόπωρο. / Λάμπουνε οι πάγοι σ’ ένα θέρετρο / Κάτω από μαλακή βραχνάδα / Και βλέπω στην άμμο το χνάρι μου. / Εκεί παραθερίζω με μπαστούνι, // Δυο πατημασιές και μια τρύπα. («Διαθέσιμη ύλη», σ. 33)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ΔΧ σε πλείστες περιπτώσεις επιδιώκει να πραγματοποιήσει ένα μοναχικό ταξίδι στο χρόνο, θεωρώντας ότι η ταύτισή της με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που περιγράφει εμπλουτίζει τη μελαγχολική εικόνα της ποίησής της: Ήμουνα πάντα ένα άχαρο παιδί / Με μια βαλίτσα στο χέρι. / Άφηνα πίσω μου ένα απόγευμα / Χλωμό σαν γάλα στο πιατάκι της γάτας / Και μετακόμιζα σ’ ενηλικίωση / πιο ακατοίκητη απ’ τον ουρανό. Ακόμη και την ιδιότητα της ανθρώπινης φύσης, να αντιμετωπίζει με στωικότητα τους κινδύνους, τη φθορά, το απευκταίο, την κατατάσσει σε μια ψευδεπίγραφη γενναιότητα, που προκύπτει από φρούδες ελπίδες για κατάκτηση του Παραδείσου: Πόσο αργά γερνούν, πόσα λίγα μαθαίνουν, / Οι άνθρωποι ενώ σιγοπεθαίνουνε. / […] / Ακούνε των διαβόλων το τραύλισμα, Κάθε πρωί σκύβει στ’ αυτί τους η Κόλαση. / Κι αυτοί εκεί, με τα παιχνίδια, τα βιβλία τους, / Τόσο γενναία, τόσο πένθιμα νέοι… (σ. 71)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ρόλος της στην εξέλιξη της αφήγησης είναι μαρτυρικός. Ενώ ως πρόσωπο βιώνει τη θλίψη και την απομόνωση από το γκρίζο περιβάλλον της πόλης και της, εν πολλοίς, πληγωμένης φύσης που την περιβάλλει, έστω κι αν την αναπολεί από το περίκλειστο διαμέρισμα που διαμένει, ταυτόχρονα διατηρεί το βλέμμα της στραμμένο με τη μέγιστη συμπάθεια στην περιπέτεια των ανίσχυρων συνανθρώπων της, όχι μόνο οικείων, όπως η υπέργηρη μητέρα της, αλλά και όσων τα πάθη προβάλλονται στην κονίστρα της καθημερινότητας και στηλιτεύει τους συμπολίτες για την αδιαφορία τους: Άσιτη, κουβαλώντας την οργή της, / βαρώντας με τα τσόκαρά της το θώρακα / πόλης θαμμένης βιαστικά και για πάντα, / περνά η πομπή των συλληφθέντων […] // Εμείς οι ελεύθεροι στο οστεοφυλάκιο / [ …] // Καθένας μας ένα πηγάδι βατράχια. (σ. 77) Υποφέρει για τις ιδιαιτερότητές της στον ίδιο βαθμό που υποφέρει για τους άλλους. Ίσως υποφέρει περισσότερο επειδή υποφέρουν οι άλλοι. Όπως και να ’χει το πράγμα η πληγή βρίσκεται στο δικό της σώμα όπως και στο σώμα της πάσχουσας κοινωνίας. Ενώ η ματιά της είναι στραμμένη ενδοσκοπικά στον εαυτό της, στον κόσμο της, παρατηρεί τα κατάβαθα της ψυχής της και ανακαλύπτει πως εκεί συγκατοικούν μαζί της όλοι οι πάσχοντες, οι αδύναμοι, οι αποκλεισμένοι. Είναι ένα κομμάτι από εκείνους κι εκείνοι είναι κομμάτι από αυτήν. Η ποίηση που παράγει αφορά όλους, κι εκείνη και τους άλλους. Αφορά και τον τόπο, την πόλη, η οποία άλλοτε είναι προέκταση και άλλοτε αντικατοπτρισμός των δυστυχισμένων κατοίκων της: Μια ολόκληρη μουντζουρωμένη πόλη / που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια… Η καταβύθισή της σε μια αποπνικτική σκοτοδίνη έχει μοναδική διέξοδο τον ποιητικό λόγο όπως αναβλύζει σύντομος, δραματικός, συχνά άκρως αλληγορικός, έμμεσα εξομολογητικός, μια απλοϊκή μεταφορά σχεδιασμένη / Αδέξια στα χαρτιά ενός εγκλείστου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση της ΔΧ λάμπει από ανεπιτήδευτη καθαρότητα ζώντας σε μια εσωτερική μοναξιά. Εξαιτίας της ομολογεί ότι Γράφω για να ιδρύσω χειμώνα. (σ. 84) και λίγο μετά συμπληρώνει «Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι / «Γράψεις δε γράψεις, φαρμακώνεσαι» (σ. 88) Και μόνο γι’ αυτή τη συμπληρωματική στις προηγούμενες αναφορές στάση προς τη γραφή-ζωή αξίζει την προσοχή μας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">BOOKPRESS 22 /3/2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιητικά τοπία εν κινήσει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης, η 12η ποιητική κατάθεση της Δήμητρας Χριστοδούλου, ύστερα από «σαράντα χρoνάκια ρίσκου», όπως εκείνη επιμένει να δηλώνει, θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως υπόδειγμα ποιητικής συμπύκνωσης και αισθητικής. Ήδη η λέξη ελάχιστο στον τίτλο και η δυνατή μεταφορά ενός λιμασμένου και πάσχοντος υπαρξισμού σε κοινωνικό πλαίσιο δίνουν το στίγμα. Ο ποιητικός λόγος, γέννημα ή απόηχος της εποχής του, είναι δυνατόν να «κοινωνικοποιηθεί» και να κοινωνηθεί με τη δυναμική και ανατρεπτική του παρουσία, ως σχόλιο θέασης του κόσμου, χωρίς να εξαρτάται απαραίτητα από μία κραυγαλέα θεματική «καταγραφής της καθημερινότητας», για να τοποθετηθεί απέναντι στην εποχή του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">H θεματική της ποιήτριας, υπαρξιακή και κοινωνική, έβρισκε και συνεχίζει να βρίσκει έμμεσες διόδους και διακριτικούς διαύλους, για να υπηρετήσει τους στόχους της. Η παρατήρηση αυτή ενισχύει την πεποίθηση, που συνάδει και με μία προσωπική άποψη για την Αισθητική, ότι δεν είναι η ιδέα της «στρατευμένης» ή έντονα πολιτικοποιημένης, με την έννοια ενός μανιφέστου, ποίησης, που ανατρέπει, αλλά ο τρόπος της ποίησης που ανατρέπει την ιδέα, εισάγοντάς την σε έναν ιδεατό χώρο, που αντιτίθεται σε αυτόν από τον οποίο προέρχεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ακριβώς σε αυτήν την κλίμακα τοποθετείται η ποιητική γραφή της Χριστοδούλου. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να ανατραπεί η ιδέα, όταν ο τρόπος παρουσίασής της είναι στερεοτυπικός; Είναι σαν να πολεμούμε, ζωγραφίζοντας όπλα στο τετράδιο! Από τι είδους ποίηση, λοιπόν, έχουμε ανάγκη σήμερα όσοι αγαπούμε την ποιητική γραφή και ποια θέση καταλαμβάνει, άραγε, ο λόγος της Δήμητρας Χριστοδούλου; Έχουμε ανάγκη από τη στρατευμένη ποίηση, από την καθαρά κοινωνική ποίηση, από την ποίηση που διαμαρτύρεται προτάσσοντας ένα οργισμένο θυμικό και δημιουργώντας «στυλ», από την απέλπιδα ποίηση που κλείνεται στον εαυτό της θρηνώντας την απώλεια του υποκειμένου με διαφορετικούς κάθε φορά τρόπους, από εύθραυστους έως καθαρά παραληρηματικούς; Καθένας, ασφαλώς, μπορεί να δώσει την απάντησή του αναλόγως με τον τρόπο που ο ίδιος καθρεφτίζεται στην ποίηση που επιλέγει για να «αναμετρηθεί» μαζί της. Η όποια, ωστόσο, προσωπική προτίμηση δεν μας εμποδίζει να εντοπίσουμε χαρακτηριστικά που δίνουν, άλλωστε, και τον πολύ ιδιαίτερο τόνο στην ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθιστώντας την μία από τις σημαντικότερες εν ζωή ελληνίδες ποιήτριες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η συλλογή Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης (πολυσχιδής τόσο στη σύλληψή της όσο και στις επιλογές των τρόπων της, ώστε να μην μετατρέπεται σε απλοϊκή, πεζόμορφη, εγκεφαλική, στεγνή, επιθετική, απολογητικά αφηγηματική ή αφηγηματικά απολογητική, χλιαρή ή υπερβολικά συναισθηματική) λειτουργεί στον άξονα μιας ιδιαίτερης και αξιοσημείωτης προσωπικής διαλεκτικής. Σε αυτόν του λιτού-ανοίκειου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην παρούσα συλλογή, η ποιήτρια επιλέγει να αφηγηθεί με δύο τρόπους: είτε παρουσιάζει μία ανοίκεια ιστορία με λιτό τρόπο, ή μία λιτή, με την έννοια του οικείου, ιστορία, με ανοίκειο τρόπο. Ας δούμε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Στο ποίημα Ένοικοι βυθού, αν και το συμβάν για το οποίο μας προδιαθέτει ο τίτλος είναι υπερρεαλιστικό, οι περιγραφές είναι απλές, μεστές, δανεισμένες από εικόνες της καθημερινότητας. Σε 23 στίχους οι γλωσσικές ανατροπές είναι ελάχιστες, αν εξαιρέσουμε τον πρώτο στίχο, που δημιουργεί μία ιδιαίτερα εικόνα (Ήρθε η γυναίκα, με κλωστές στα δόντια) και την ψυχολογική ανατροπή των στίχων: Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλια/ Ματώνανε όσοι φτύνανε νερό. Αντιθέτως στη Διαστρωμάτωση, ποίημα με τίτλο, θα λέγαμε, άκρως τεχνοκρατικό και με τραχύ επίσης ήχο, ίσως και «αντιποιητικό», παρατηρείται ένας καταιγισμός από μαγικές εικόνες και ανατροπές, που καταφέρνουν να περάσουν τις γλωσσικές αποφάνσεις από το υλικό στο άυλο, από το πραγματικό στο φαντασιακό, από την εξωτερική πραγματικότητα στο συναίσθημα και εν τέλει στη συνείδηση. Κι όλα αυτά ισορροπημένα με λεπτότητα και ακρίβεια. Στη Διαστρωμάτωση, επιπλέον, διαφαίνονται καθαρά και με ποικίλους τρόπους τόσο η μαεστρία όσο και οι διαφορετικές τεχνικές της ποιήτριας. Ακολουθούν ενδεικτικά 3 στίχοι: Eμείς, οι ελεύθεροι, στο οστεοφυλάκιο, /Μωρά με αφέψημα παπαρούνας / Στην κούνια ενός αργού δευτερολέπτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κύρια είναι η χρήση απλών αλλά δυνατών ρημάτων, που δημιουργούν κίνηση και ήχο, ενεργοποιώντας τις αισθήσεις και δίνοντας ώθηση στη δράση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα ποιήματα της συλλογής στίχο με στίχο μετατρέπονται εντέλει στο σύνολό τους σε πίνακες, φωτογραφίες ή σκηνικά θεάτρου. Η Χριστοδούλου εν ολίγοις δημιουργεί και, εν συνεχεία, σκηνοθετεί ποιητικά τοπία εν κινήσει. Ο τόπος της ποίησης αποκτά χρόνο, διά μέσου των μεταβλητών στοιχείων του, ενώ ο χρόνος της δράσης του ποιητικού υποκειμένου ορίζεται σε έναν τόπο, διά μέσου μιας εμπράγματης οροθέτησής του με πολύ απλά και καθημερινά υλικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκ παραλλήλου δημιουργούνται ατμόσφαιρες, ακούγονται φωνές, βήματα, λόγια, σταλαγματιές, φτυσιές∙ τα φώτα χαμηλώνουν, ανάβουν κεριά, ήλιοι, φακοί, ζωγραφίζονται γαλάζιοι ουρανοί, σκούρες βροχές… με την τεχνική της εισαγωγής σε κάθε στίχο του υλικού εκείνου που μας ανοίγει με ένταση την πόρτα για την ιστορία/σκηνικό ήδη από τον πρώτο στίχο. Ας δούμε κάποια παραδείγματα έναρξης της δράσης:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ταχτοποιώντας τα χαρτιά καίω τα ξερόχορτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάθε μέρα επισκέπτομαι τον τάφο σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Άρχισε πάλι να σκουραίνει η βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">Φούσκωσε κι έπεσε το πρώτο άστρο</span><br />
<span style="color: #000000;">Aντί να μιλάς, φταρνίζεσαι</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέταξα το τετράδιο από τα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Λεκιάζει η Έμιλυ το Φόρεμά της</span><br />
<span style="color: #000000;">Μουσκεύει τα χαρτιά του στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">alt</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή ακριβώς η ποιητική επιλογή συνιστά και μία θέση ανατροπής: Το λιτό προσυπογράφει μια γεμάτη και τρισδιάστατη θέαση της Αισθητικής. Θα ήταν άστοχο να προσπαθήσουμε να ονοματίσουμε την ποιητική εικόνα που παράγεται ως ιμπρεσσιονιστική, ρομαντική, ρεαλιστική ή υπερρεαλιστική, για τον απλό λόγο ότι ο αναγνώστης βρίσκεται κάθε φορά απέναντι σε διαφορετικά σύμπαντα, που δημιουργούνται περισσότερο από την επιλεκτική μείξη υλικών που ανήκουν σε διαφορετικές συλλήψεις, οπτικές και κατ&#8217; επέκτασιν απεικονίσεις της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, μια ρεαλιστική εικόνα μπορεί να αναμιχθεί κάλλιστα με μία υπερρεαλιστική θέαση, η οποία πολύ συνειδητά κουβαλά ένα καλά προστατευμένο –από άποψη ποιητικής δόμησης– συναίσθημα και ταυτόχρονα το αναποδογύρισμα που προκαλεί την έκπληξη, και μας γαντζώνει αδύναμους στη δυνατότητα της γλώσσας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι άνθρωποι με τρύπα στο γάντι τους/ Κάνουν ανθοκομία στο χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα κοκόρια μεθυσμένα τραβούν / Από τις νυχτικιές τα φαντάσματα…</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι μου ’ρχεται να το σκάσω απ’ τον Θάνατο / Κουκουλώνοντας τη γειτονιά μ’ ένα σκούφο</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξεκαρδισμένοι σε κάτι γέλια/ Ματώνανε όσοι φτύνανε νερό</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν απουσιάζουν οι νεολογισμοί που εξυπηρετούν τη δημιουργία κυρίως της εικόνας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πείτε μου αν ζει ο φεγγαρόσκυλος του πόθου (…)</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι ακόμη εκεί ο αραχνοκέφαλος/ Με τα μαυρόφυλλα της τράπουλας στο χέρι;(…)</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ποιήτρια δεν διστάζει, επίσης, να δημιουργήσει με τη μεταφορά και τους εκρηκτικούς συνδυασμούς ένα καινούργιο σύμπαν χρησιμοποιώντας απλά υλικά, υλικά, όμως, που από μόνα τους είναι κοινότοπα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Oλόκληρο οικοδομικό τετράγωνο/ Ο ύπνος το απίθωσε στη χλόη/ Μέσα σ’ ένα απόβροχο κίτρινο/ Που δεν μπορούσαν να φθείρουν τα φώτα (…)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνο που ωστόσο είναι σημαντικό, στην προσπάθεια δημιουργίας ανατρεπτικής εικόνας, και που τοποθετεί την ποίηση της Χριστοδούλου σε υψηλά επίπεδα Αισθητικής, είναι η επανανοηματοδότηση του υλικού μέσα στο ποίημα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το φεγγάρι με άγρια κολόνια/ Τρίβει τις δακρυσμένες μουντζούρες/ Και φτερουγίζει μ’ όλα της τ’ αρώματα/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η αστροφεγγιά (…)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι οι άξονες όπου το υπερρεαλιστικό στοιχείο αποκτά νόημα και διανοίγεται για ερμηνεία στον αναγνώστη. Πρόκειται για μία μεγάλη αρετή της ποίησης της Δήμητρας Χριστοδούλου, καθώς κατορθώνει να βρίσκει το μέτρο και την ισορροπία ανάμεσα στο νόημα, που είναι αντιμέτωπο με τη λογική, και στην Αισθητική, η οποία σχετίζεται με τη φαντασία. Ελάχιστοι ενασχολούμενοι με την ποίηση κατορθώνουν να συνδυάσουν με επιτυχία και τις δύο παραμέτρους, δίνοντας από τη μία έναν φρέσκο και πρωτότυπο αέρα στην ποίηση και έχοντας τη δυνατότητα, από την άλλη, να διαφυλάξουν στο ακέραιο τεχνικά το οικοδόμημα. Είτε βρισκόμαστε, κατά κύριο λόγο, ενώπιον κοινότοπων και άνοστων αποφάνσεων είτε παραληρηματικών. Είναι, βεβαίως, εμφανής η κοπιαστική εργασία της κατασκευής των ποιημάτων και η έμφαση στη λεπτομέρεια, διότι πρόκειται πραγματικά περί ποιητικής κατασκευής και όχι περί «προσωπικής εκτονωτικής διαδικασίας».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι γνωστό ότι η ποίηση γράφεται κυρίως με ρήμα και ουσιαστικό, ενώ υποδέχεται φειδωλά, χωρίς να τα απορρίπτει, τα υπόλοιπα μέρη του λόγου. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης αποτελεί, κατά την άποψή μου, μία ποιητική συλλογή, η οποία, με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να έρθει σε επαφή με ξεχασμένα χαρακτηριστικά της ποίησης, λόγω εκείνης της ιδιαιτερότητας του δημιουργού, ο οποίος μετασχηματίζει με δύναμη τον κόσμο διά μέσου μίας αυστηρά προσωπικής, και γι’ αυτό αναγνωρίσιμης, σφραγίδας. Βασικές αρχές του ποιητικού λόγου, που συνιστούν εν τέλει και ζητούμενο, είναι αυτές της αμεσότητας, της μεστότητας και του καίριου, που οδηγούν στην πολυπόθητη, πολυσυζητημένη και παρεξηγημένη, σε πλείστες περιπτώσεις, έννοια της «σαφήνειας». Πού μπορούμε, άραγε, να τοποθετήσουμε την παρούσα συλλογή σε σχέση με τα προαναφερόμενα και για ποιου είδους «σαφήνεια» μπορούμε να συζητάμε, όταν αγγίζουμε το πεδίο της Αισθητικής; Είναι αυτός ο ίδιος τύπος της σαφήνειας που αγγίζει ένα δοκίμιο, μια ομιλία, ένα άρθρο, ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, έναν κατάλογο εστιατορίου; Eίναι, άραγε, η απόρριψη του ερμητικού και η αποδοχή ενός λόγου καθημερινού· η απόρριψη μιας ανατρεπτικής μεταφοράς και χρήσης μιας ιδιότυπης λέξης προς χάριν μιας κοινότοπης; Η απόρριψη μιας φιλοσοφικής ιδέας προς χάριν μιας εκλαϊκευμένης ιδεολογικής γενίκευσης; Η απόρριψη ενός συναισθήματος που παγιώνεται σε εξπρεσιονιστικές ή υπερρεαλιστικές εικόνες προς χάριν μιας «απλής» και «λιτής» ονομαστικής του παράθεσης;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα έλεγα ότι αυτά συνιστούν ψευτοδιλήμματα και αμήχανες, εν ολίγοις, θέσεις όταν προσπερνάμε αβασάνιστα το χώρο της Αισθητικής, αποδίδοντας μέγιστη σημασία στο «νόημα», σαν να εφηύραμε την ποίηση για να νοηματοδοτήσουμε τον κόσμο μέσα στην ασχήμια του! «Η τυφλή θέληση να περισωθεί το γόητρο της προσωπικής ύπαρξης μάλλον, παρά ν’ απελευθερωθεί τουλάχιστον από το φόντο της γενικής τύφλωσης με μιαν απερίφραστη καταδίκη της αδυναμίας και της εμπλοκής της, επιβάλλεται σχεδόν παντού. Γι’ αυτό κυκλοφορούν στον αέρα τόσες απόψεις για τη ζωή και κοσμοθεωρίες, και γι’ αυτό προβάλλουν εδώ τόσες αξιώσεις, επειδή τελικά σχεδόν πάντα στοχεύουν στην επικύρωση μιας εντελώς ασήμαντης ιδιωτικής κατάστασης», αναφέρει ο Walter Benjamin. Και, κατά τον ίδιο τρόπο, για να περάσουμε στο χώρο της λογοτεχνίας –ειδικά ύστερα από τη μεταμοντέρνα αποδόμηση–, και για την άμεση εξυπηρέτηση κάποτε «αδύναμων» προσωπικών επιλογών, δημιουργήσαμε μία καινούργια «θεωρία περί απλότητας», παρερμηνεύοντας κάποτε τα λόγια ταλαντούχων δημιουργών, που θέλουν την ποίηση «απλή», δηλαδή απαλλαγμένη από βερμπαλισμούς και ρητορείες κούφιες, όχι όμως και απαλλαγμένη από υψηλή και ραφιναρισμένη γλώσσα, όχημα υψηλών ταυτόχρονα νοημάτων· όχι όμως απαλλαγμένη από ήχους, συνδυασμούς, εικόνες, που σηματοδοτούν πολλαπλά το συγκείμενο, απαιτώντας αυξημένη ευαισθησία, φαντασία, ανατρεπτικό πνεύμα, συναισθηματική και πνευματική ωριμότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαρακτηριστικός επίσης είναι ο τρόπος διαπλοκής των εξωτερικών με τα εσωτερικά τοπία, καθώς δανείζουν το ένα στο άλλο την ετερότητά τους, η οποία στην ουσία συνιστά την διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος, τη στάμπα του κόσμου στο εγώ και του εγώ στον κόσμο, ιδωμένα όμως μέσα από το κάτοπτρο της Αισθητικής, που μόνον η ευαισθησία και η τολμηρή παρατήρηση του κόσμου μπορούν να εγγυηθούν. Στην παρούσα συλλογή, άλλωστε, διαφορετικές όψεις αναπτύσσονται σε ομάδες ποιημάτων, που είτε συνομιλούν μεταξύ τους είτε εξερευνούν μία διαφορετική οπτική ή λεπτομέρεια του ίδιου θέματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε. / Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου. / Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου, / Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα, / Περνάει μ’ έναν πόνο στα πλευρά / Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι. / Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση, / Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία…. (Απόσπασμα από το ποίημα Ήταν πάντοτε έτσι)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Tέλος, δεν είναι σπάνιες οι στιγμές υποδόριας ειρωνείας και αυτοσαρκασμού του ποιητικού υποκειμένου, που προσπαθεί να «εγγραφεί» στο χώρο διά μέσου του λόγου, απομυθοποιώντας μεν τη ρομαντική πλευρά της ποιητικής πράξης, αναδεικνύοντας δε την ίδια ακριβώς στιγμή το μεγαλείο της μέσα από τη δημιουργία ενός μακάβριου πίνακα εξαιρετικής ομορφιάς όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα Ο Κουασιμόδος ως φυσιολάτρης λόγιος, απ’ όπου και ο στίχος: «Ίχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Η Αυγή&#8221;, 1.3.2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπαρξιακή και κοινωνική αγωνία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αναφερόμενος στην αμέσως προηγούμενη συλλογή της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου (Ο τρόμος ως απλή μηχανή, 2012), μιλούσα για έναν περίτεχνο διακριτικό συγκερασμό που επιχειρούσε -και επιτυχώς πραγματοποιούσε- δύο στοιχείων ή, αλλιώς, δύο στάσεων ζωής εκ πρώτης όψεως αντίθετων μεταξύ τους και ασύμπτωτων, όπως είναι η υπαρξιακή αγωνία και ο εναγώνιος κοινωνικός προβληματισμός. Κι επισήμαινα ότι η αναμφισβήτητη ιδιοτυπία και η υψηλής στάθμης δραματικότητα που χαρακτηρίζει την ποίησή της οφείλεται, κατά ένα μεγάλο ποσοστό, στο γεγονός ότι οι συνεχείς καταβυθίσεις που πραγματοποιεί στα έγκατα της ύπαρξης -κάποτε και της ανυπαρξίας, αν σκεφτεί κανείς τη συλλογή της με τον δηλωτικό τίτλο Προς τα κάτω, 1999- δεν της περιορίζουν τη «θέα» προς τον κόσμο που την περιβάλλει και μέσα στον οποίο ζει και βιώνει την ατομικότητα και την κοινωνικότητά της, την υπαρξιακή μοναξιά της και την, δι&#8217; αυτής, συμμετοχικότητα στα δρώμενα της εποχής της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπως τότε, έτσι και τώρα, τα δύο αυτά στοιχεία, η αγωνία της ύπαρξης και ο κοινωνικός προβληματισμός αποτελούν δύο ομόκεντρα, ακατάπαυστα αλληλοκαλυπτόμενα πεδία, στις μεταβαλλόμενες διαστάσεις των οποίων η ποιήτρια εναποθέτει το προσωπικό της πάθος, επιδέξια και πειστικά ενσαρκωμένο, παρά το επίφοβο και επίβουλο υλικό που είναι οι λέξεις. Μόνο που τώρα δεν πλαγιοσκοπείται απλώς, με λέξεις σύμβολα και λέξεις-οδοδείκτες, η νοσηρή πραγματικότητα, αλλά διεμβολίζεται κάποτε άμεσα και επιθετικά, με σαφή την πρόθεση να καταδειχτούν τα αίτια αλλά, κυρίως, οι δυσβάσταχτες, λανθάνουσες ή προφανείς, συνέπειες μιας κοινωνικής ασχημίας ή ενός σκοτεινού μηχανισμού που αδιαλείπτως παράγει και στοιβάζει στο κέντρο και στις παρυφές της πόλης τα κοινωνικά του απόβλητα: επαίτες, λαθρομετανάστες, άστεγους, που «πάνε για συσσίτιο / Με το μυαλό στα χαρτοκούτια της στρωμνής τους», άνεργους, υποσιτισμένους ή νηστικούς, εγκαταλελειμμένους συνταξιούχους, ρακένδυτες ψυχές και άλλους αναξιοπαθούντες, θύματα της εποχής, που αναγκάζονται να εφευρίσκουν νέους τρόπους για την αντιμετώπιση παλιών, πάγιων αναγκών τους, με το ενεχυροδανειστήριο να προηγείται του αρτοποιείου και του θεραπευτήριου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε ένα της ποίημα μάλιστα δηλώνει ευθέως, απερίσπαστα, την αλλαγή, τη ρήξη μάλλον που αισθάνεται να έχει συντελεστεί μέσα της, με τη βίαιη εισβολή στη ζωή της εικόνων και ήχων μιας πραγματικότητας που σίγουρα γνώριζε την ύπαρξή της, της ήταν δύσκολο, ωστόσο, να τη φανταστεί τόσο κοντά της, τόσο στενά συνυφασμένη με την καθημερινότητά της και ως αιτία εσωτερικών ρωγμών και ανατροπών, που θα την οδηγούσαν σε υπαρξιακής βαρύτητας αναθεωρήσεις της σχέσης της με τον εαυτό της και με τους άλλους. Λέει: «Είχα κάποτε καταγωγή θηρίου, / Ορμούσα στην αθανασία ασυλλόγιστα, [&#8230;] / Τώρα σηκώνω τον ξένο πόνο / Όσο και τον δικό μου. Έκανα / Ξανά θνητό το ηλιοβασίλεμα». Κατόπιν αυτού στρέφεται προς τις μικρές, ασήμαντες αιωνιότητες της κάθε μέρας αφήνεται στους ακατάπαυστους, ρυθμικούς ήχους των πράξεων και των πικρών σκέψεων των ανώνυμων ηρώων της «μουτζουρωμένης πόλης», «που αργά διαλύει με το κουταλάκι της η φτώχεια», καταγράφοντας συμβάντα και καταστάσεις της ζωής τους, πλην όμως όχι όπως ακριβώς συμβαίνουν, αλλά παρατηρώντας τες από την πίσω μεριά της οθόνης της πραγματικότητας, αναπλασμένες κατά τις επιταγές της συνείδησης και της δεσπόζουσα υπαρξιακής της αγωνίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε ποίημα, τουλάχιστον κάθε ποίημα απ&#8217; αυτά που ανταποκρίνονται στο κυρίαρχο πνεύμα της συλλογής, δημιουργώντας το κιόλας, είναι και μια λυπημένη μπαλάντα γραμμένη για ανθρώπους ηττημένους, χαμένους στον βυθό της πόλης, που είναι σαν «κυβάκια της ζάχαρης / Μέσα σε μια τεράστια κούπα από τσιμέντο». Ακόμα και όταν γίνεται απολύτως προσωπική, ακόμα και όταν βυθοσκοπεί -όπως πολύ καλά ξέρει και κάνει- ακόμα και τότε αισθάνεται κανείς να παρεμβάλονται, φανερά ή υποδορίως, σκηνές, ήχοι ή απόηχοι της καθημερινότητας φοβισμένων απλών ανθρώπων, που εναγωνίως επιζητούν να αυτοεπιβεβαιωθούν ως υπάρξεις μέσα από τα μάτια των άλλων. Και δεν σταματάει να επιχειρεί αφηγηματικές προσεγγίσεις πτυχών της αιωνιότητας, όπως και όπου διαισθητικά την εντοπίζει στην καρδιά και των πιο ασήμαντων εκδοχών της κάθε μέρας, στον «σπαραγμό των φαινομένων», στα «λόγια ανθρώπων που κρύβουν το πρόσωπο». Τη στέργει σ&#8217; αυτό η ενδιάθετη μελαγχολία της, που η ίδια χαρακτηρίζει «αρπακτικό» «Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι / Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών», για να μπορεί να σκεπάζει και να θάλπει τον πόνο των άλλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποιήματα της συλλογής, όπως επισήμανα ήδη, δημιουργούν έναν πολύ γοητευτικό, συχνά και ιδιαιτέρως συγκινητικό, συνδυασμό προσωπικής οδύνης, υπαρξιακής και κοινωνικής αγωνίας. Και ο αναγνώστης τους δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί με την καθαρότητα με την οποία αποδίδεται, μάλλον δημιουργείται μία ατμόσφαιρα ζόφου, καθώς η απελπισία τείνει να γίνει μία αρραγής και συμπαγής ουσία που όμως, παρά το συμπαγές της ουσίας της, μοιάζει να γίνεται ευπρόσβλητη σε κάποιες αιφνίδιες ριπές νοσταλγίας για κάποιαν άλλη εποχή, για μιαν εποχή αθωότητας, όπου τα πρόσωπα, τα πράγματα και οι καταστάσεις περιβάλλονταν προστατευτικά από το ακόμη ανόθευτο όνομά τους. Επίσης, δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί από το πόσο περίτεχνα και με πόση νηφαλιότητα η ποιήτρια χειρίζεται, αντιμετωπίζει ένα πραγματικά επικίνδυνο υλικό, στην καρδιά του οποίου συναντώνται και συνυπάρχουν αρμονικά διαφορετικής προέλευσης αγωνίες, διαφορετικές ηλικίες και διαφορετικά πάθη διαφορετικών ανθρώπων. Κυρίως όμως δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί από τη σπάνια καθαρότητα της έκφρασής της, από το πόσο αδιαμαρτύρητα οι λέξεις προσαρμόζονται στο κειμενικό τους περιβάλλον, σαν οικειοθελώς υποταγμένες στις προθέσεις της, με απώτερη συνέπεια να μη φαίνεται μόνο το μέσον απόλυτα κατακτημένο, αλλά και ο εκάστοτε στόχος να είναι ευκρινής στο κέντρο ακριβώς του πεδίου στόχευσης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΟΥΠΡΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">diastixo.gr, 18.2.2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι ένα αρπαχτικό η μελαγχολία μου</span><br />
<span style="color: #000000;">Με το ράμφος καρφωμένο στο χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ανυπολόγιστο άνοιγμα φτερών&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νοσηλεία, τροφή, ποίηση και η εξάντληση&#8230; θάνατος. Αυτή η θεματική πύκνωση, κατά τη γνώμη μου, ταιριάζει (δεν τολμώ να πω αντιπροσωπεύει) στην τελευταία, προσώρας, ποιητική συλλογή τής, βραβευμένης με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Λιμός, το 2008, Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, επίμονης φιλολόγου αλλά και εμπνευσμένης σκηνοθέτιδος επαγγελματικά ερασιτεχνικών παραστάσεων, επιβραβευμένων, με τη σειρά τους, τόσο με την πάντα ενθουσιώδη υποδοχή του κοινού όσο και με την άκρως επαινετική κριτική συναδέλφων επαγγελματιών του θεατρικού χώρου. Η Χριστοδούλου, βέβαια, δεν επαναπαύεται σε οποιουδήποτε είδους δάφνες. Όχι μόνον διότι είναι περισσότερο σεμνή ή μετριόφρων από όσο συνηθίζεται, αλλά διότι ο λόγος για τον οποίο ασχολείται με τη γραφή δεν συνιστά μια στοχευμένη διαδικασία αλλά συνιστά ανάγκη υπαρξιακή, ανάγκη επικοινωνίας με τους λίγους ευτυχισμένους δυστυχείς που απολαμβάνουν το ίδιο το γεγονός της συν-εννόησης, μέσα στην τύρβη ενός κόσμου ελλιπούς νοήματος· με εκείνους, δηλαδή, με τους οποίους η Χριστοδούλου προσεύχεται να κόβει «το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης στα δυο».</span><br />
<span style="color: #000000;">Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να επιχειρήσω να σας εισαγάγω, έστω επί τροχάδην (ή μήπως είναι καλύτερα έτσι;), σε μία ποίηση η οποία, αν και φαίνεται συχνά κλεισμένη στον εαυτό της, διψά να παραδοθεί και, τελικά, παραδίδεται σε εκείνον και εκείνην που θα θελήσουν αληθινά να την πάρουν στα χέρια τους σαν ψωμί ζεστό, παρηγοριάς και αντοχής σημάδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ψωμί «που μας καίγεται στην πόρτα του φούρνου», στο, αντλημένο από την ποιητική συλλογή Οι μαύροι μαντατοφόροι του Σέσαρ Βαγιέχο, μότο, στέκεται επικεφαλής, ως έναυσμα, μιας σειράς αναφορών στην τροφή, υλική, πνευματική, ψυχική, και την έλλειψή της (ένα ανάλογο εγχείρημα, με τις δικές του συντεταγμένες, ήταν ο προαναφερθείς Λιμός), είτε αυτά σημαίνονται ήδη από τον τίτλο («Συσσίτια») είτε υπάρχουν στο σώμα του ποιήματος: «Μ&#8217; αυτά προσφέρω ένα έδεσμα/ Από μέλι και ζύμη κατάκοπη./ Δεν είναι λίγα, πίστεψέ με,/ Τα πουλιά που μαζεύονται γύρω μου». Ταυτόχρονα, τέτοιες αναφορές είναι φανερό πως λειτουργούν και ως δείκτες ποιητικής, με την έννοια της άμεσης εξομολόγησης της ποιήτριας σχετικά με τα εργαλεία της και τα «προϊόντα» τους, προϊόντα τα οποία, κάποτε, κοιτά με σαρκασμό και, άρα, βαθιά περίσκεψη: «Να τι απομένει απ&#8217; τις βαρύτιμες εκδόσεις,/ Μόχθος, γεμάτες αποθήκες, θάνατος». Ο θεματικός άξονας της Χριστοδούλου, ωστόσο, δεν εγκαθιδρύεται ποτέ μόνον στο ποιητικό υποκείμενο (κάτι το οποίο, εξάλλου, είναι αναπόφευκτο – όπως αναπόφευκτο είναι, αν όχι και επιθυμητό, να αποτίσει η ποιήτρια φόρο τιμής, ονομαστικά ή τεχνοτροπικά, στους ομοτέχνους που έβαλαν τη σφραγίδα τους στο έργο της), αλλά εξακτινώνεται με καθαρή, και γι&#8217; αυτό άφοβη, σατιρική ματιά στο ανθρώπινο περιβάλλον του, καταγράφοντας παρελάσεις αστέγων και αποικίες μικρών ανθρώπων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι όμως, πλέον, κοινός τόπος ότι τέτοιες εξακτινώσεις γίνονται ακόμα πιο ουσιαστικές, όταν περνούν μέσα από την προσωπική εμπειρία. Και η περί ης ο λόγος εδώ εμπειρία περιλαμβάνει, βέβαια, τι άλλο, την οδύνη της απώλειας και την, εξίσου μεγάλη, οδύνη της νοσηλείας ενός αγαπημένου προσώπου. Αναρωτιέμαι: ποιος θα είχε το κουράγιο να επιλέξει για τη γιορτή της μητέρας ένα ποίημα σαν το «Αυτοκρατορίες» ή το «Μέρα με τη μέρα». Και η οδύνη, βέβαια, γνωρίζει καλά πώς να ανανεώνεται, παρόμοια με το ρολόι: «Ταΐζει την αναμονή το ρολόι,/ Εξαντλείται και πάλι ακέραιο/ Επιπλέει». Στον χρόνο του καθενός μας, φυσικά, η προαναφερθείσα «εξάντληση» σημαίνει θάνατο, από τον οποίο μόνο για αστείο μπορεί κανείς να σκεφτεί «να το σκάσει».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με αυτήν τη συλλογή, αν όχι ήδη από νωρίτερα, η Χριστοδούλου εμφανίζεται αποστομωτικά σίγουρη για τα καλλιτεχνικά μέσα τα οποία διαθέτει, χάρη, αφενός, στην προίκα που της έδωσε η φύση και, αφετέρου, στην επιμέλεια με την οποία η ίδια εργάστηκε για να αξιοποιήσει το τάλαντο. Αυτή η κατακτημένη, πλέον, τέχνη δεν αποδεικνύεται μόνον μέσω των συμβόλων, ταυτόχρονα διάφανων και προσωπικών, που στίζουν, συγκροτώντας και συγχρόνως αναλύοντας, το έργο της, όπως το φίδι, τα γόνατα, τα βατράχια, οι κύβοι της ζάχαρης, το πουδραρισμένο πρόσωπο, τα κουμπιά των ρούχων, τα δόντια, το ποτάμι· ούτε μόνον μέσω μιας, συντελεσμένης εδώ, αποφθεγματικότητας, που προσφέρει στίχους όπως οι ακόλουθοι: «Πόσο αργά γερνούν, πόσα λίγα μαθαίνουν/ Οι άνθρωποι ενώ σιγοπεθαίνουνε./ Με μάτια διάπλατα και υγρές βλεφαρίδες/ Ακούνε των διαβόλων το τραύλισμα,/ Κάθε πρωί σκύβει στ&#8217; αυτί τους η Κόλαση./ Κι αυτοί εκεί, με τα παιχνίδια, τα βιβλία τους,/ Τόσο γενναία, τόσο πένθιμα νέοι&#8230;». Αποδεικνύεται και μέσω του χιούμορ, το οποίο η ποιήτρια χειρίζεται τόσο επιδέξια, ώστε αυτό να ανάβει και να σβήνει σαν διακόπτης φωτός (δείτε, επί παραδείγματι, τη συνομιλία των τριών τελευταίων στίχων από τα ποιήματα «Προσκυνήματα» και «Κατασκευαστής σε εξορία / Προσκυνήματα ΙΙ»). Και, βέβαια, αποδεικνύεται μέσω της, πραγματικά θαυμαστής, συνεκτικότητας της συλλογής της, η οποία μοιάζει να μην κάνει άλλο παρά να επεξηγεί τον τίτλο της, αλιευμένον εκ των υστέρων, όπως διαβάζουμε, από φίλη πολύτιμη. Έτσι, ο τίτλος εμπλουτίζεται ακατάπαυστα, με σχεδόν κάθε ποίημα που προστίθεται καθώς περνούν οι σελίδες και με κάθε καινούργια ανάγνωση των ήδη διαβασμένων. Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης φωτίζεται από το «Το ελάχιστο που μπόρεσα να είμαι», αλλά και, κομίζοντας διαφορετικές αποχρώσεις, ή και χρώματα, κάθε φορά, από τα «Μετά τη νύχτα», «Αρτοκλασία», «Χώμα και νερό», «Λαίμαργη φλόγα», «Διαθέσιμη ύλη», «Κουίντες», «Η τροφός», «Η προτομή», «Το σοφό δείπνο», «Ένα σώμα δεν ήθελε να κουβαλήσει την ψυχή του». Στο συνοπτικά περιγεγραμμένο από τα προαναφερθέντα ποιήματα νοηματικό δέντρο, τα έτερα της συλλογής συμπληρώνουν τα κλαδιά, τα παρακλάδια και τα φύλλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και επειδή η αληθινή ποίηση φωλιάζει βαθιά μέσα μας, και στους αναγνώστες και στους δημιουργούς, και τα σήματά της είναι ό,τι συγκεχυμένα προβάλλεται στην αμάθητη φαντασία μας (εμάς των αναγνωστών), το δέντρο που σας προανέφερα φανταστείτε το και κάπως έτσι: «Σε μεγάλες σταγόνες η βροχή διαιρέθηκε./ Κάθε μια την κρεμάει με τάξη/ Στην ορφάνια του το δέντρο του κήπου./ Η γυναίκα που θα είχε την όψη μου,/ Αν τα νερά δεν μου έριχναν παπλώματα,/ Περνάει μ&#8217; έναν πόνο στα πλευρά/ Αφήνοντας πατημασιές από ζυμάρι./ Πάντα μια κλίνη για μια βάδιση,/ Ιδού η συνοπτική μου βιογραφία&#8230;» Το έξοχο «Δέντρο του χειμώνα» του Μανώλη Αναστασάκου στο εξώφυλλο θα έλεγε κανείς πως εικονογραφεί, ιδανικά σχεδόν, την ως άνω, ποιητικά μεταγεγραμμένη, υπαρξιακή συνθήκη.</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">2012 Ο ΤΡΟΜΟΣ ΩΣ ΑΠΛΗ ΜΗΧΑΝΗ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Το Βήμα&#8221;/ &#8220;Βιβλία&#8221;, 10.3.2013</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τον γαλλικό Μάη ως την ελληνική κρίση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου προέρχεται από τους νεότερους κλώνους της γενιάς του 1970 και το ποιητικό της κλίμα θα πιάσει ευθύς εξαρχής το νήμα της εσωτερικής αναζήτησης για να καταλήξει πολλές φορές (ιδίως με τις συλλογές της Λιμός και Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 2007-2010) σε συνθέσεις υψηλού δραματικού σπαραγμού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με το Ο τρόμος ως απλή μηχανή η Χριστοδούλου θα δοκιμάσει ένα τολμηρό βήμα προς τον εξωτερικό κόσμο προσπαθώντας να συμπυκνώσει σε ορισμένες καίριες ποιητικές στιγμές τα συμπτώματα των καταστάσεων που ζούμε στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια. Παρακάμπτοντας οποιαδήποτε διάθεση στιγματισμού και καταγγελίας και βασισμένη σε μιαν απογυμνωμένη εικονοποιία που μετατρέπει τις ανθρώπινες φιγούρες της σε σιωπηλά συμβολικά ράκη, η ποιήτρια θα μιλήσει με στίχους τους οποίους θα αρδεύσει ένα απρόσμενο και ταυτοχρόνως παραλυτικό ρίγος: «Ο ήλιος βάζει το δάχτυλό του στο τζάμι/ Και κάνεις τη βουτιά. Αυτό ήταν. Θα δεις τώρα/ Σε όλη την απλότητά του τον τρόμο».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η κρίση έχει χάσει εν προκειμένω την πολιτική της επικαιρότητα, αλλά όχι και το βάθος με το οποίο αποτυπώνεται στην καθημερινή μας συνείδηση. Δουλειά του ποιητή δεν είναι να στηλιτεύσει τους οποιουσδήποτε υπεύθυνους, αλλά να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο θα γεννηθεί το τέρας στην καρδιά των αθώων.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221;, 2.3.2013</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εμείς και ο τρόμος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ενδέκατη ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου έρχεται πέντε χρόνια μετά τον τιμημένο με Κρατικό Βραβείο Ποίησης «Λιμό» και μόλις δύο μετά την προηγούμενη συλλογή της «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι». Θαρρώ πως τα τρία αυτά βιβλία –μαζί με το «Ελάχιστα πριν» του 2005– αποτελούν την επισφράγιση βαθιάς ωρίμανσης μιας από τις σπουδαιότερες ποιήτριες που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1970 αλλά και μία σαφή –θα έλεγα οριστική– αλλαγή τόνου από τον κομψό, εγκεφαλικό λυρισμό των πρώτων της έργων προς την τολμηρή μέθοδο ενός σαρκαστικού ελέους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν στους «Ασσύριους», η Χριστοδούλου επικεντρώθηκε στην απαξίωση της ύπαρξης μέσα από το πρόσχημα της εξαφάνισης πολιτισμών, στη νέα συλλογή εστιάζει στο επαχθές εδώ και τώρα της ελληνικής (και παγκόσμιας) κατάστασης, διατηρώντας και πάλι ως θέμα της την πτώση. Η οικονομική παράμετρος της κρίσης χρησιμοποιείται ως εύκαιρος κοινωνικός και πολιτικός διαθλαστικός φακός, που διανοίγει και πάλι το δράμα της ύπαρξης προς την οντολογία του πάντοτε («Πώς θα ισοσκελίσω τις δαπάνες / Με τόσο χώμα στις τσέπες μου;»). Το ανεπίδοτο του ανθρώπου έρχεται πια και φωλιάζει μες στη στυγνή επικαιρότητα, η οποία γίνεται έτσι –σαν κατά τύχη– μοχλός ανάδειξής του. Η οικονομική θεομηνία επιτείνει τον αβίωτο βίο και τον άδικο μόχθο, για τα οποία η Χριστοδούλου έχει ξαναμιλήσει στο παρελθόν. Αλλά είναι η συντριβή της ατομικής ηθικής συνείδησης και η εξοικείωσή μας με τον τρόμο (να η δόλια ιδιότητα του τρόμου ως απλής μηχανής) που οδηγεί μια χώρα στην απονέκρωση. Η Χριστοδούλου μοιάζει να προτείνει πως δεν είναι πια το άτομο που πεθαίνει σαν χώρα, αλλά η χώρα που πεθαίνει σαν άτομο. («Μέσα στην πόλη μόνο εμείς, εμείς. / Καθένας όλο του το σόι».)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ετσι, στα 94 ποιήματα της συλλογής ακτινογραφείται η άστεγη και απαρηγόρητη φύση του ανθρώπου στην άθρησκη ξηρότητα του 21ου αιώνα. Μέσα στον βιό-τοπο αυτόν –όπου το προσωπικό και το πολιτικό βρίσκονται σε αλληλοεγκόλπωση–, ο καθημερινός άνθρωπος και οι αφανείς του βίοι κατέρχονται έναν Αδη, γελοίοι και γελασμένοι («Τι κωμωδία των περιστάσεων… / Ποιος είναι ποιος; Τι εννοεί το ποίημα; Ποια γλώσσα ονομάζει τι; Ποιο καθεστώς και ποια αθανασία;»). Εδώ, ο άνεργος στέκει οντολογικά άεργος και αμήχανος απέναντι στον έσω-έξω τρόμο μιας αιωνίως νέας κατάστασης πραγμάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα ποιήματα αυτά –μέσω εναλλαγής περιστατικών, εξομολογήσεων, σπαραγμάτων αφήγησης, μονολόγων θεατρικής εκφοράς– θριαμβεύει η πολυεστιακή οπτική γωνία: όχι μόνο το πρώτο, αλλά και το τρίτο ενικό και πληθυντικό πρόσωπο της ποίησης. («Πάνω απ’ όλα μ&#8217; ενδιαφέρει / Αυτός που δεν είμαι εγώ».) Ομως τώρα η Χριστοδούλου τείνει και προς το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο του «εσείς»: η συλλογή κατέχεται από το ήθος μιας πολυφωνικής μαρτυρίας, η οποία καταλήγει σχεδόν σ’ ένα σπασμένο χορικό, χτισμένο για να μας εμπεριέχει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρά τη δυσκολία της θεματικής, που θα μπορούσε να εκτραπεί προς τη μεμψιμοιρία και τη συναισθηματολογία, και αν εξαιρέσει κανείς μια υποψία περίσσειας στο δεύτερο μέρος της συλλογής, η ματιά της Χριστοδούλου παραμένει θαυμαστά ακριβής, κυνικά ψύχραιμη και μαζί συμπάσχουσα. Το ειρωνικό, (αυτο)σαρκαστικό –σε περιπτώσεις ακόμη και σατιρικό–, απόθεμα αυτού του βλέμματος παράγει ποιήματα για τη συντριπτική θλίψη, που δεν θρηνωδούν ούτε γογγύζουν. Πυκνότητα ύφους, κυμαινόμενος ρυθμός, αναζήτηση της δραστικής μεταφοράς, μετωνυμική εκτίναξη των λέξεων, καβαφικού τύπου ειρωνεία και οικονομία, καθώς και μια κομψή αποφθεγματικότητα που πλησιάζει μάλλον την Ντίκινσον παρά τη Δημουλά. Ενδιαμέσως, η Χριστοδούλου επιτρέπει σοφά στο βιβλίο της μεμονωμένα ιντερμέδια κάλλους: λυρικές ή κρυπτικές εκτροπές που κατατείνουν προς την ομορφιά. Μια ομορφιά, ωστόσο, που τρομάζει και αυτή να εδραιωθεί ή να επιμείνει στη λυρική της βεβαιότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Προς το κλείσιμο της συλλογής επικρατεί αποκλιμάκωση, ένα coitus interruptus θαυμάσια ταυτισμένο με το θέμα της. Η Χριστοδούλου, με αυτοσπαρασσόμενο σαρκασμό, δηλώνει ανήμπορη να παράσχει για μιας τον τελικό αρμόδιο στίχο. Εχει όμως προλάβει να φτάσει στον επίφοβο στόχο. Λογαριάζω αυτή την εθελούσια ομολογία «αδυναμίας» ως ένα είδος ουσιαστικής φιλευσπλαχνίας προς όλους, αλλά και ως δυνάμει επαναστατική πράξη: Αποσυρόμενη, μας βοηθά να μείνουμε μόνοι και να καθρεφτιστούμε στον καθρέφτη μας, ώστε να αντέξουμε το άγριο είδωλό μας ανάμεσα στο φάρμακο και στο φαρμάκι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Το Βήμα&#8221;, 11.11.2012</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το άλυτο πρόβλημα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το προκείμενο συντάχθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο (3-4 τρέχοντος μηνός), απηχεί επομένως συνθήκες ενός διημέρου τόσης και τέτοιας πολιτικής ασυναρτησίας, που δύσκολα αντέχεται, αν δεν έχεις ατσάλινα νεύρα. Συνέπεσε εξάλλου και το κατακούτελο σοκ της διεθνικής Οδύσσειας στο Εθνικό Θέατρο, επιδεινώνοντας την γενική παραζάλη, που εμποδίζει ν&#8217; ακουστούν εγκαίρως κάποια μετωπικά σχόλια. Αντ&#8217; αυτού προκρίνεται ένα γενναίο ποίημα, που μπορεί, καθυστερημένα έστω, να τα εκμαιεύσει. Επιγράφεται «Η απλότητα του τρόμου»:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Είναι απλό: Δεν σε πεθαίνει ο τρόμος. / Ο τρόμος μόνο σε ξεγεννάει. / Βγάζει το φίδι απ&#8217; την κοιλιά σου. / Ο μαιευτήρας σού χαμογελά, / που ζεις μια τέτοια αιθέρια νύχτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι απλό. Ο τρόμος δεν σε ταπεινώνει. / Σε αίρει στο ύψος των περιστάσεων. / Απλώς πατάς πάνω στον εαυτό σου. / Ο τρόμος δεν επείγεται. Σε περιμένει. / Μπορείς σκεπτόμενος να διαφύγεις. / Απλώς δεν μπορείς να σκεφτείς. / Στον τρόμο ένα κι ένα κάνουν δύο. / Απλώς δεν βρίσκεις το πρώτο και το δεύτερο: / τη στιγμή αυτή ο ένας σε ψάχνει / κι ο δεύτερος του φανερώνει τη θέση σου. / Ο τρόμος προνοεί. Ο τρόμος είναι ψύχραιμος. / Εξάλλου ξέρετε κι οι δυο τί θ&#8217; αξιώσει. / Πίνει ακόμη μια γουλιά απ&#8217; τον καφέ του / κι απλώς σηκώνει τα μάτια του πάνω σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι απλό. Η φωνή του αέρα, / οι ψίθυροι οι σοφοί των ερειπίων, / το κουρέλι από την υγρασία που απομένει / σε κάποια σκιερή γωνιά του πυρετού, / όλα γλιστράνε μέσα στο φρεάτιο. / Ο ήλιος βάζει το δάχτυλό του στο τζάμι / και κάνεις τη βουτιά. / Αυτό ήταν. Θα δεις τώρα / σε όλη την απλότητά του τον τρόμο».</span><br />
<span style="color: #000000;">Επεται ένα πεζό (ομόλογο όμως) παράθεμα, από την άλλη όχθη, με τίτλο ερωτηματικό: «Πιστεύεις στα θαύματα;» Το παραθέτω: «Αν από θαύμα, δηλαδή, η κρίση γινόταν αύριο το πρωί πικρή ανάμνηση, τι θα είχε αλλάξει στη χώρα από εκείνα που θα έπρεπε αλλάξουν, από εκείνα που μας οδήγησαν στη σημερινή δεινή θέση; Η σύντομη απάντηση είναι: τίποτε».</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ποίημα είναι της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, και λειτουργεί ως πρόγραμμα της τελευταίας αποκαλυπτικής συλλογής της, που επιγράφεται Ο τρόμος ως απλή μηχανή. Αυτοσυστήνεται εξάλλου απερίφραστα στο συνημμένο δελτίο Τύπου: «Οταν ο τρόμος φαντάζει οικείος, καθημερινός ή και μοιραίος, όταν το αποτρόπαιο επιβάλλεται με την απλότητα φυσικού νόμου, τότε μπορεί κάποιος να μιλά για &#8220;κρίση&#8221; ή, ακόμη πιο στενοκέφαλα, για &#8220;οικονομική κρίση&#8221;. Η ποίηση όμως έχει το δικαίωμα, αναζητώντας τη δραστική μεταφορά, να προσπεράσει κάθε μίζερη κυριολεξία προς την κατεύθυνση της πιο καθολικής αποτύπωσης του θανάτου μιας χώρας, μέσα από τη φοβική συντριβή των συνειδήσεων».</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δεύτερο παράθεμα ανήκει σε άρθρο του Παύλου Τσίμα, δημοσιευμένο στο Σαββατοκύριακο 3-4 Νοεμβρίου των «Νέων», και επαναλαμβάνεται στο τέλος οξύτερα: «Αν αύριο το πρωί, λοιπόν, από θαύμα, η κρίση τέλειωνε, τι στ&#8217; αλήθεια θα είχε αλλάξει στη χώρα; Πόσα βήματα θα είχε κάνει προς την κατεύθυνση του πραγματικού, του πολιτικού δηλαδή προβλήματός της;».</span><br />
<span style="color: #000000;">Προφανώς για άλυτο πολιτικό πρόβλημα τελικώς μιλούν και τα δύο παραθέματα, καθένα με τον τρόπο του. Σχολιάζοντας κι εγώ τις προάλλες προφορικά την περί απλού τρόμου συλλογή της Χριστοδούλου, βαθύτατα πολιτική, αναγνώρισα την τολμηρή πρωτοτυπία της και σ&#8217; αυτό το κρίσιμο κεφάλαιο: αντιστέκεται σθεναρώς σε κάποιες βολικές διχοτομίες της πλήθουσας ποιητικής μας παραγωγής, όπου εφαρμόζεται, ως υποχρεωτική, η διαφορά ανάμεσα στον ποιητικό λόγο και στον πολιτικό βίο, μήπως και χάσει την αυταξία και την ακεραιότητά της η ποίηση. Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει στις μέρες μας και με την παραπαίουσα πολιτική μας πρακτική, όπου ο πολιτικός λόγος φαίνεται να έχει πάρει διαζύγιο από τον πολιτικό βίο, ο οποίος βαίνει μάλλον προς κατάργηση. Αποτέλεσμα: έχουμε έλλειμμα πολιτικού βίου, αλλά πλεόνασμα παραπολιτικού λόγου, έντυπου και ηλεκτρονικού. Αυτή ωστόσο η σκόπιμη διάζευξη των δύο όρων οδηγεί εντέλει στην παραποίηση, τόσο στην περιοχή του λόγου όσο και στην περιοχή του βίου (ποιητικού και πολιτικού). Αποτέλεσμα: ο πολιτικός λόγος ολισθαίνει στον λαθραίο παραλογισμό, ενώ ο πολιτικός βίος καταλήγει αβίωτος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το δυστύχημα είναι ότι η διπλή αυτή παραποίηση ασκείται και στο απόκομμα της Δημοκρατικής Αριστεράς, παρότι φάνηκε πως είχε υποχωρήσει στο μεταξύ, ύστερα από την απερίσκεπτη εφαρμογή της στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Μαΐου, με τα γνωστά (μοιραία μάλλον) αποτελέσματα. Τώρα δυστυχώς επαναλαμβάνεται, με την απόφασή της να μην ψηφίσει στο σύνολό τους τα (δυσβάστακτα πράγματι αλλά αναπόφευκτα πλέον) προτεινόμενα μέτρα, παραμένοντας όμως συνάμα σύμμαχο μέλος της τρικομματικής κυβέρνησης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρόκειται για πραγματο-λογική αντίφαση, που δικαιώνει όσους πιστεύουν ότι ο πολιτικός μας βίος χρειάζεται γενικώς και επειγόντως βιοψία.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Το Βήμα&#8221;, 26.8.2012</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άτυπη στάση,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από όλους τους όρους που έχουν τα τελευταία χρόνια πολιτογραφηθεί για να επονομάσουν όψεις, κατόψεις και προσόψεις της οικονομικής μας εξαθλίωσης (κατά σειρά εμφανίσεως: κρίση, μνημόνιο, τρόικα, λιτότητα, χρεοκοπία, κούρεμα, επί-ανά-διά-πραγμάτευση, επιμήκυνση) κόλλησε στο μυαλό μου περισσότερο η άγνωστή μου ως χτες ακόμη έκφραση «άτυπη στάση». Απωθώντας γρήγορα τη συνημμένη γενική «πληρωμών» και το παυσίπονο ματζούνι ότι δεν σταματούν ακόμη οι μισθοί και οι συντάξεις, έστω κι αν πετσοκόβονται, πήρα να αναρωτιέμαι τι μπορεί άραγε να σημαίνει μόνη της η δίλεξη αυτή διατύπωση, ψάχνοντας πιθανές και απίθανες εκδοχές και εφαρμογές της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην αρχή φαντάστηκα πως πρόκειται για κόλπο της Τροχαίας: να κόβει πρόστιμο σε όποιον παρκάρει πάνω σε διάβαση. Μετά πήρα φωτιά και φόρα: άτυπη στάση, είπα, είναι να κοιμάσαι όρθιος, να στέκεσαι στο ένα πόδι, να κυκλοφορείς γυμνός, να γράφεις «απολίτιστα μονοτονικά». Εντέλει προσγειώθηκα, παίρνοντας το λεξικό στο χέρι, να δω τι πάει να πει η καθεμιά από τις δύο λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρώτα το «άτυπη», ως διαφυγή από το δίλημμα ανάμεσα στο «παράτυπη» και στο «τυπική». Υστερα η «στάση», ως ανάπαυλα μετά από υποχρεωτική ή προαιρετική κούρσα. Καταλήγοντας στα νερά μου, μουρμούρησα εντέλει μέσα μου: υπάρχει εντούτοις ένας τύπος άτυπης συμπεριφοράς (έκφρασης, ομιλίας, γραφής) πλάι στον τυπικό και τον συνηθισμένο. Σ&#8217; αυτόν ανήκουν πολλά άλλα παράδοξα, αλλά και η παραβατική λογοτεχνία• η γνήσια ποίηση κατεξοχήν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Οπότε έσκυψα στην τελευταία ποιητική συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου, που επιγράφεται «Ο τρόμος ως απλή μηχανή», αποκαλύπτοντας την άτυπη όψη-κόψη τόσο του τρόμου όσο και της μηχανής του. Οδηγός πρώτης ανάγνωσης το επόμενο ποίημα, υπό τον τίτλο «Νέα Πίστη»:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Αφού δεν είναι βέβαιο το φύλο μας, / Ας είναι τότε η φυλή μας. / Ας ανήκουμε στο δυνατό συνδικάτο / Που χορηγεί στα χρωμοσώματα οικόσημο, / Που πλένει το νερό με το κάρβουνο / Και σβήνει τη δίψα της τιμής… // Αφού δεν είναι ασφαλής η αίρεση, / ας είναι τότε η πυρά της αλήθειας. / Ας σφίξουμε το λαιμό του με τα χέρια μας / Εκείνου που μας εγκαταλείπει. / Που τολμά με τα πεταγμένα του μάτια / να βλέπει στα έγκατα της μοναξιάς».</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρειάστηκε στο μεταξύ ένα ακόμη ποίημα, από την ίδια συλλογή: τυπωμένο και στο οπισθόφυλλο, σαν διαμαρτυρία ή μανιφέστο. Τίτλος του κεφαλαιογράμματος: ΕΠΑΙΤΗΣ.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Δες τον. Με πτυχία και πέτρινο μουστάκι. / Σέρνει δυο τρία πεινασμένα κουτσούβελα / Και νιώθει παντελώς αγράμματος / Μπρος στον Παλαιό των Ημερών. Τον Πιστωτή του. // Σπρώχνει ένα κουτάβι στην κοιλιά του. / Μισεί και ντρέπεται και φοβάται./ Χάσκει το στόμα του από δύσπνοια. / Δεν προσδοκά καθαρό αέρα. // Ολη του η σκέψη μια μουντζούρα με το δάχτυλο / Πάνω στο όνομα, στην καταγωγή, στα κιλά του. / Σκιαγραφούμενος σ&#8217; ένα γραμμάτιο / Περνά κατευθείαν στον Χάρο. // Ούτε κι εκεί δεκτός. Πρέπει πρώτα / Να ζητιανέψει τα ναύλα».</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό είναι σίγουρα άτυπη ποίηση, σπάνια και γενναία. Που θα μπορούσε να την πει κανείς και «άτυπη αντίσταση». Υπό τον όρο πως αντιστέκεται καταρχήν στον εαυτό της. Μια στάση-αντίσταση δηλαδή, που βγαίνει θεληματικά έξω από τον οχυρωμένο χώρο, ο οποίος θα μπορούσε να την στεγάσει και να την προστατέψει. Εισβάλλοντας σε μια περιοχή που δεν ανήκει σε κανέναν, παραπέμποντας σ&#8217; ένα περίεργο κενό, όπου αράζει ο τρόμος της απλής μηχανής, που λέγεται αλλιώς και χρόνος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είπα «κενό» κι ο νους μου πήγε αυτόματα στο πιο σημαντικό ίσως ποίημα του Σεφέρη, που πολύ τον παίδεψε, ώσπου να βρει το σχήμα της υποδοχής του. Ο λόγος για τον «Βασιλιά της Ασίνης», όπου η λέξη «κενό» ακούγεται δύο φορές. Την πρώτη στον πρώιμο στίχο 20: «Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ&#8217; την προσωπίδα». Τη δεύτερη, λίγο πριν φτάσει το ποίημα στην έξοδό του. Αντιγράφω επακριβώς τις ερωτήσεις που καταλήγουν, χωρίς ενδιάμεση στίξη, στην κρίσιμη λέξη:</span><br />
<span style="color: #000000;">«υπάρχουν άραγε / εδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς / υπάρχουν η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής / εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας / αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την απεραντοσύνη του πελάγου / ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος / η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής / εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας / σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας / ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στον βούρκο / εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής. / Ο ποιητής ένα κενό».</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μεταξύ γεμίζει ο Αύγουστος το δεύτερο φεγγάρι του, αδειάζοντας ένα δύστροπο, άτυπο καλοκαίρι, πνιγμένο στους καύσωνες.</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΩΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ ΟΙ ΑΣΣΥΡΙΟΙ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ελευθεροτυπία&#8221;/ &#8220;Βιβλιοθήκη&#8221;, τχ. 632, 4.12.2010</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τα εύρετρα της ποιητικής τέχνης για κτερίσματα από άλλες εποχές, &#8220;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ουράνια σώματα που λειτουργούν ως προκλήσεις ή προσκλήσεις της θνητής φύσης της ποιήτριας για/σε παράδοξες υπερβάσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων της παρέχεται η δυνατότητα να ψαύσει ή να διαισθανθεί σκοτεινές πτυχές της πνευματικής της υπόστασης (κι αν τις χαρακτήρισα παράδοξες, είναι επειδή, ενώ ώς τώρα θεωρούσα την υπέρβαση συνώνυμο της αναβάσεως, διαβάζοντας τα ποιήματα της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου, συχνά την αισθάνθηκα -την υπέρβαση- να πραγματοποιείται διά της καταβάσεως). Συμπαντική αντίληψη της ζωής και του κόσμου (η οποία δημιουργείται από την κατόπτευση επιμέρους στοιχείων της μιας και του άλλου), με όλα να τελούν υπό την εποπτεία ενός επίβουλου και επίφοβου Αγνώστου. Μπεκετικές εκδοχές γύρω από το ζήτημα της ύπαρξης και της ανυπαρξίας, με τις δύο αυτές να εναλλάσσονται, όχι αντιμαχόμενες, αλλά σαν συναποφασισμένες να διασαλεύουν και να θέτουν σε δοκιμασία την εσωτερική τάξη τού μονίμως εν απορία διατελούντος ανίσχυρου υποκειμένου. Διασάλευση των, ούτως ή άλλως, συγκεχυμένων διαχωριστικών ορίων ανάμεσα στο ύψος και το βάθος -ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω ανάμεσα στο ύψος και στον βυθό του;-, ανάμεσα στο εν μέρει γνωστό και ανοίκειο εδώ και στο διαισθητικά συλλαμβανόμενο, άγνωστο, κι όμως περισσότερο οικείο, εκεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτές είναι μερικές μόνον από τις σκέψεις που έκανα διαβάζοντας τα ποιήματα της πρόσφατης ποιητικής συλλογής της Χριστοδούλου, ενώ, παράλληλα, ένιωσα να επιβεβαιώνονται όσα είχα σημειώσει για την υφολογική της ιδιαιτερότητα, αναφερόμενος στην αμέσως προηγούμενη συλλογή της, Λιμός (2007): «Πρόκειται για έναν λόγο εντελώς ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο -παρατηρούσα-, έτσι καθώς διατυπώνεται-εκδιπλώνεται σαν προστατευτικός του δονούμενου σώματος και της ακατάπαυστα ταλανιζόμενης σκέψης του ποιητικού υποκειμένου. Χωρίς να είναι χαμηλόφωνος, ελάχιστα απέχει από τη σιωπή· σχεδόν την αγγίζει, ενστερνίζεται την αμφισημία της και είναι φορές που, θερμαινόμενος απ&#8217; αυτήν, αποκτά κάτι από την υφή του ονείρου. Είναι σταθερός, χωρίς, ωστόσο, η σταθερότητά του να τον εμποδίζει να διαχέεται μουσικά· μοιάζει αβέβαιος, αλλά δεν είναι, δεν κλυδωνίζεται μέσα στην αβεβαιότητα· απλώς διατηρεί το λίκνισμα κάποιων λυγμικών συναισθημάτων, αβίαστα και διακριτικά υποταγμένων στη νόηση, ενώ στις κλειδώσεις των αρμών που τον συνέχουν διακρίνονται ζωηρές ανταύγειες ενός υπερκόσμιου φόβου, αλλά ενός φόβου αποφασισμένου να μην παραδοθεί, ούτε να αφεθεί να παρασυρθεί στα/από τα αίτια που τον προκάλεσαν».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πράγμα, ωστόσο, δεν σταματάει εδώ. Υπάρχουν και πολλά πρωτοφανέρωτα -στα νέα ποιήματα της Χριστοδούλου- στοιχεία, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονται με τη βιολογική και, κατ&#8217; επέκταση πνευματική της ωρίμανση, η οποία την ωθεί σε ιλιγγιώδεις μετεωρισμούς, ανάμεσα σε αντιθετικά μεταξύ τους δίπολα σχήματα, όπως ζωή-θάνατος, ύπαρξη-ανυπαρξία, φως-σκοτάδι, πραγματικότητα-κόσμος του ονείρου και της φαντασίας, εδώ- επέκεινα κ.λπ., καθώς και με μιαν έντονη διάθεση να επαναπροσδιορίσει πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις που διαδραμάτισαν ή που εξακολουθούν να διαδραματίζουν ρόλο στη ζωή της και να επαναπροσδιοριστεί σε σχέση με αυτά. Υπάρχουν επίσης νέα στοιχεία που οφείλονται στην πρόθεσή της να επανεκτιμήσει ρόλους και θυσίες που επέλεξε και δέχτηκε να κάνει, ενεχυριάζοντας τον εαυτό της στην υπόθεση της ποίησης, παρακινημένη από τη σαγηνευτική ψευδαίσθηση ότι ίσως έτσι θα της δινόταν η δυνατότητα να επικοινωνήσει με το «υπέρτερο»· για να καταλήξει στην επώδυνη απομυθοποίηση των τροφοδοτικών της ποιητικής της διάθεσης ψευδαισθήσεων· ψευδαισθήσεων απολύτως συνυφασμένων με μία ομολογημένη ή τεκμαιρόμενη αίσθηση ανωτερότητας και με έναν αμετάκλητα ματαιωμένο πνευματικό ναρκισσισμό. Και άλλα, ακόμα, ενδεικτικά της προσπάθειάς της να ακινητοποιήσει και να συγκεκριμενοποιήσει στιγμιότυπα-φάσεις της υπαρξιακής αγωνίας που τη διακατέχει μπροστά στα επικείμενα· αγωνίας που την καθηλώνει στη μετέωρη στάση του αποχωρισμού ή του αποχαιρετισμού, που τη στερεί από κάθε κατακτημένη ή νομιζόμενη βεβαιότητα και την ωθεί σε συνεχείς επαναδιαπραγματεύσεις των όρων της ζωής. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρωτεργάτης της αποκαθηλωτικής διαδικασίας των βεβαιοτήτων, η διαίσθηση, όσο κι αν συμβάλλει στη διάβρωση του στερεώματος του ορθού λόγου, δεν κατορθώνει να τον κατακρημνίσει, με συνέπεια ο ίσκιος του, τα έστω συγκεχυμένα και διαρκώς μετακινούμενα όρια του ίσκιου του, να διαδραματίζουν ρόλο προστατευτικό και συγκρατητικό των αισθημάτων και των ενίοτε απειλητικών συγκινησιακών φορτίσεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εχει κανείς την αίσθηση ότι η ποιήτρια, κινούμενη με μοναδικό εφόδιο τις βεβαιωμένες της αβεβαιότητες, κινείται και συμπεριφέρεται ως καλόπιστη, πλην όμως αναποφάσιστη και διχασμένη, οφειλέτρια, που δεν ξέρει πού οφείλει τα περισσότερα και τα ουσιωδέστερα: στη ζωή ή στον θάνατο· στον λόγο ή στη σιωπή. Σε αντίθεση με τον χρόνο, ο οποίος είναι ένας πιστοποιημένα κακόπιστος οφειλέτης, που ποτέ δεν επιστρέφει τα οφειλόμενα, κι αν, καμιά φορά, τα επιστρέψει (ένα «χρεόγραφο κατάστικτο από διαδρομές εντόμων»), είναι τόσο αλλοιωμένα που ο δανειστής αδυνατεί να τα αναγνωρίσει. Η ίδια, ωστόσο, φροντίζει να είναι απολύτως συνεπής απέναντι στον χρόνο· περιβάλλεται υποτακτικά τα δέρματα όλων των ηλικιών που διάνυσε, χωρίς ποτέ καμιά να απαρνηθεί και να εγκαταλείψει απόδειξη ότι η παρούσα, η διανυόμενη ηλικία της, είναι το αξεδιάλυτο -κι ωστόσο με αναγνωρίσιμα τα επιμέρους γνωρίσματα της καθεμιάς- άθροισμά τους. Ευφρόσυνα την αποδέχεται, μολονότι το ξέρει και το διαισθάνεται, ότι σ&#8217; αυτήν είναι που ο πόνος θα εγκαθιδρύσει την οριστική δυναστεία του, θα γίνει μόνιμος εγκάτοικος του σώματός της και, σιγά σιγά, ο μοναδικός ιδιοκτήτης του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο χρόνος, ο πόνος και, βέβαια, η φθορά και ο θάνατος -αυτός ο αμείλικτος και αδέκαστος ρυθμιστής των πάντων, που ερευνά, εντοπίζει και ψαύει τις πλέον ευπρόσβλητες πλευρές του καθενός για να εναποθέσει τις προϋποθέσεις του-, μπορεί να τείνουν στην κατάργηση της ζωής, παράλληλα όμως την πιστοποιούν και τη μεγαλύνουν και, το παράδοξο: παρά την παντοδυναμία τους, όχι μόνο δεν μπορούν να στερήσουν τον φθαρτό και καθημερινό άνθρωπο από την ασίγαστη, κάποτε παράλογη, πίστη στο ενδεχόμενο ενός προσωπικού θαύματος, αλλά τον ωθούν προς αυτήν και του την ενισχύουν. Μάλιστα ο ονομαστικός θάνατος, θέλω να πω ο θάνατος ως συντελεσθείσα απώλεια ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, επιτελεί και έναν ακόμα, επιπρόσθετο, σημαντικότατο προορισμό: κινητοποιεί τους επιζώντες, γεννώντας, με τον φόβο του, πρόσκαιρα συναισθήματα τρυφερότητας και αλληλεγγύης και ενισχύοντάς τους την, έστω φευγαλέα, βεβαιότητα ότι υπάρχουν. Ο συγκεκριμενοποιημένος θάνατος του ενός στερεώνει τη ζωή των επιζώντων και ξυπνά μέσα τους το ένστικτο ή την αίσθηση του χορτασμένου ζώου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι τα ποιήματα της τελευταίας συλλογής της Δήμητρας Χ. Χριστοδούλου είναι, στην πλειονότητά τους, ποιήματα λυπημένα («και πότε -άλλωστε- δεν ήσαν;»), χωρίς, ωστόσο, να χάνουν την εγκαρδιότητά τους και χωρίς να βυθίζονται στο πένθος και στην ασάφεια των, όχι πάντα προσδιορίσιμων αισθημάτων που τα προκάλεσαν. Ισως γιατί μονίμως ηνιοχούνται από την πρόθεση της ποιήτριας να αποδείξει και να καταδείξει τα βαθύτερα, υπαρξιακής υφής, αίτια που την υποκινούν και την κινητοποιούν ποιητικά. Οι στίχοι της μπορεί να είναι μελαγχολικοί, ο ήχος τους ωστόσο δεν είναι μονοδιάστατα μελαγχολικός· διαπερνάται, εμπλουτίζεται και απαλύνεται από κάτι εντελώς ιδιότυπους, προσωπικούς ιριδισμούς, συναισθηματικούς και της νόησης. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν έλεγα ότι ο τρόπος με τον οποίο στέκεται και εκφράζεται μπροστά στο αχανές των κατακερματισμένων βεβαιοτήτων της, είναι ένας τρόπος καταργητικός του μαύρου· διασταλτικός της συμπαγούς και της αρραγούς ουσίας του, όσο χρειάζεται για τη δημιουργία ρωγμών, από τις οποίες διαπερνούν ακατάπαυστα χρώματα που, ίσως για λόγους σεμνότητας, υποδύονται το γκρίζο, κρύβοντας, αλλά όχι αποβάλλοντας τη χρωματική τους ένταση. Η ποίηση της Χριστοδούλου είναι μια ποίηση ποικίλων χρωματικών αποχρώσεων -της σκέψης και των συναισθημάτων της-, υποσκαπτικών του, νομιζόμενου αμετακίνητου και δεσπόζοντος, μαύρου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Ελευθεροτυπία&#8221;/ &#8220;Βιβλιοθήκη&#8221;, τχ. 614, 31.7.2010</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με δέκα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της, που σηματοδοτούν μια τριακονταπενταετή παρουσία στα γράμματα, η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου προχωρεί από καιρό σταθερά προς την ωριμότητά της, έχοντας δοκιμάσει ήδη κάποιες κρίσιμες (αν και τελείως αφανείς ή αθόρυβες) τροποποιήσεις στην οπτική και στη σύνθεση της στιχουργικής της. Αν, επί παραδείγματι, για ένα μεγάλο διάστημα κατά την εξέλιξη της πορείας της, το οποίο ξεκινάει με τα «Αλογα του Μυροβλήτου» (1974), σταθμεύει στην «Ηγησώ» (1979) και στο «Χώμα» (1985) και φτάνει μέχρι το «Κυπαρίσσι των εργατικών» (1995), το «Προς τα κάτω» (1999) και το «Ελάχιστα πριν» (2005), η ποιήτρια δουλεύει τα κομμάτια της με βάση ένα σκηνικό χέρσας γης, όπου κάθε ελπίδα και απαντοχή έχουν στραφεί προς έναν στεγνό ουρανό (η ελπίδα τρέφεται για να χάσει τα φτερά της προτού προλάβει να πάρει σάρκα και οστά), στον «Λιμό», που δημοσιεύεται το 2007, εκπροσωπώντας την προτελευταία δουλειά της, ο κόσμος της παύει να ιεραρχείται από πάνω προς τα κάτω (το κάτω μηδενίζει το πάνω και το πάνω συντρίβει έως στραγγαλισμού το κάτω), ενώ ο θρήνος για την απώλεια της ύπαρξης τείνει να παραχωρήσει τη θέση του στη σμίλευση ενός σαφώς αποδραματοποιημένου κλίματος, διαποτισμένου από μιαν έντονη απροσδιοριστία και ρευστότητα. Το τοπίο του «Λιμού» κυριαρχείται από αμφίρροπες και μονίμως εκκρεμείς εικόνες ή καταστάσεις, οι οποίες βαθμιαία σχηματίζουν ένα υπαινικτικό (ακόμη και κρυπτικό) τοπίο, όπου η ποίηση της Χριστοδούλου ανακαλύπτει έναν καινούργιο τρόπο αναπνοής και λειτουργίας: την ειρωνεία και τον αυτοσαρκασμό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός και η ατμόσφαιρα της αιώρησης και της αμφισημίας, σε συνδυασμό με τη διακίνηση μιας σειράς διφυών υποστάσεων, που άλλοτε εμφανίζονται με έναν καθαρώς συμβολικό ρόλο και άλλοτε υπέχουν αποφασιστική θέση στην ανέλιξη της πλοκής, αποτελούν τα απαραγνώριστα χαρακτηριστικά της καινούριας συλλογής τής Χριστοδούλου, η οποία τιτλοφορείται «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι». Το βιβλίο πιάνει κατά τόπους επαφή, όπως φροντίζει να μας προειδοποιήσει ο τίτλος, και με δύο σαφώς καινούρια στοιχεία σε ό,τι αφορά την προγενέστερη αγωγή της ποιήτριας: το άλογο και το παράλογο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απαγορευμένη διαφυγή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει εκ νέου στο «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι» ο εγκλωβισμός τού εγώ σ&#8217; έναν περίκλειστο και αδιέξοδο χώρο, από τον οποίο η οποιαδήποτε διαφυγή έχει απαγορευτεί ως παραπλανητική προσδοκία. Το υποκείμενο συνθλίβεται για μία ακόμη φορά από τις μυλόπετρες της εξωτερικής του απομόνωσης (της απομάκρυνσης από τους άλλους) και της εσωτερικής του αφυδάτωσης (του καταναγκαστικού περιορισμού στην ιδιωτική του περίμετρο), σε μια τροχιά η οποία δεν καταφέρνει να εγγυηθεί το παραμικρό για την πραγματική του επιβίωση. Κι αν τα πράγματα μοιάζει να πονούν και πάλι λιγότερο επειδή τείνουν να χάσουν το σχήμα τους μέσα στην ομίχλη, η οποία τα περιβάλλει, αλλά και εξαιτίας του ειρωνικού τονισμού τους, που σπεύδει να αποκαθηλώσει το αίσθημα ελευθερίας, το οποίο τυχόν τα συνέχει, ο τελικός τους ορίζοντας δεν παύει να παραμένει βαρύς και αποπνιχτικός. Οσο για τις διφυείς υποστάσεις, τις οποίες συναντούμε κυρίως στο δεύτερο, αφηγηματικό μέρος της συλλογής (τιτλοφορημένο «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών»), συναιρούν κάποια στιγμή τη συμβολική και τη σκηνική τους δράση σε μια παγωμένη επιφάνεια, κάτω από την κρούστα της οποίας σαλεύει ένα εξαιρετικά ανησυχαστικό ρίγος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ενάντια στην έξαρση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οσο πολεμά η Χριστοδούλου, από συλλογή σε συλλογή και από στίχο σε στίχο, την αισθηματική και την εκφραστική έξαρση του λόγου της τόσο μεγαλώνει το πεδίο της υπαρξιακής της δυσφορίας. Η ανάγκη για περιστολή της διάτασης σε βαθμό εκμηδενισμού οδηγεί στο «Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι» σ&#8217; έναν διακριτικό εναγκαλισμό με το άλογο και το παράλογο. Οπως το έλεγα πρωτύτερα, πρόκειται για έναν καινούριο προσανατολισμό, με τις ποιητικές παραστάσεις να διασπούν κατ&#8217; επανάληψη τη συνέχεια και τη συνοχή τους, διαλύοντας οριστικά τους δεσμούς του ποιητικού εγώ με τον περίγυρό του. Αν στο σημείο αυτό συνυπολογίσουμε τη διαρκή εναλλαγή αλόγου και παραλόγου σ&#8217; ένα τόξο το οποίο αποφεύγει εσκεμμένα τον αιφνιδιασμό και την έκπληξη (η καταστρατήγηση της λογικής έχει εν προκειμένω μπεκετική και όχι υπερρεαλιστική ή λετριστική καταγωγή), το συμπέρασμα προκύπτει μάλλον αβίαστα. Το άλογο και το παράλογο υπερβαίνουν, παραποιούν ή διαστρέφουν την πραγματικότητα, όχι για να αποκαλύψουν και να στιγματίσουν τη βασανιστική μορφή της, αλλά για να εξοικειωθούν με τα βαθύτερα, οργανικά γνωρίσματά της, που ηθελημένα ή αθέλητα έχουν πλέον ενσωματωθεί στον καθημερινό ψυχισμό του υποκειμένου, γεννώντας ένα είδος δεύτερης φύσης. Οπως το θέλει ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στο ποίημα «Ο απόστολος» (από το πρώτο μέρος της συλλογής υπό τον τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος»):</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απ&#8217; το παράθυρο που βλέπει στον ακάλυπτο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι απ&#8217; το φαράγγι που βλέπει στο Γενάρη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέρασε μισοσκόταδο κι αέρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γύρω από τη μούχλα της πηγής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακούστηκαν ταραγμένα ποτήρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα έλθω στον ύπνο σου και θα&#8217;μαι βρόμικος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα έχω στα νύχια μου χώμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα αστράφτουν σαν θρυμματισμένος πάγος τα σεντόνια σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο κρότος της σπονδυλικής σου στήλης θα αλλάξει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε μια σειρά δαχτυλιδάκια του καπνού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θες δεν θες, θα ξυπνήσεις και θα δεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με λέξεις που έχουν καταλήξει σε ατόφιο κρύσταλλο ή σε κοφτερό γυαλί, με εικόνες που συνταιριάζουν τα ετερογενή και τα ανόμοια ψηφία τους δίχως να διαταράσσουν τη βαθύτερη ενότητά τους (γεγονός το οποίο ενισχύει την αίσθηση του παραλογισμού), με πρόσωπα που κινούνται ανάμεσα στην ψευδαίσθηση, το όνειρο και το παραμύθι, με ποιητικές ιστορίες που φτάνουν στο τέρμα έχοντας τινάξει στο αέρα την αφετηρία τους, όπως και με μιαν υποβλητική εκφορά δωματίου (η ποίηση ως ακουστικό κτήμα μιας μικρής συντροφιάς), η Χριστοδούλου κατορθώνει να φτιάξει ένα άκρως σημαντικό ποιητικό βιβλίο (καλύτερο και από τον σημαδιακό «Λιμό»): ένα βιβλίο το οποίο την αναδεικνύει σε μιαν από τις πιο αξιοπρόσεκτες φωνές όχι μόνο της γενιάς της, αλλά και της νεότερης ελληνικής ποίησης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Ελευθεροτυπία&#8221;/ &#8220;Βιβλιοθήκη&#8221;, τχ. 614, 31.7.2010</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τη ζέστη, που την έλεγα πείνα, / Την τρέφω τώρα και μ&#8217; έναν καφέ&#8230;». Διαβάζω από το παραπάνω βιβλίο το δίστιχο ποίημα με τίτλο «Τα μεσάνυχτα». Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου συγκαταλέγεται στους αντιπροσωπευτικότερους δημιουργούς της γενιάς του &#8217;70. Το 2008, το αμέσως προηγούμενο ποιητικό της έργο, με τίτλο Λιμός, που εξέδωσε η Νεφέλη, απέσπασε, ως γνωστόν, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Η γραφή της διακρίνεται για την προωθημένη λεκτική της ευθύτητα και την εμμονή της στη διερεύνηση των ειδοποιών ποσοτήτων και των κρισίμων ποιοτήτων τής εξ αντικειμένου πραγματικότητας. Μάλιστα έχει διατυπωθεί δικαίως η άποψη ότι «θα μπορούσε, αν δεχτούμε ότι υπάρχουν σχέσεις που επιβιώνουν μέσω άλλων, να είναι η εγγονή της Ζωής Καρέλλη, η θυγατέρα της Ελένης Βακαλό και η μικρή αδελφή της Κικής Δημουλά, ωστόσο, επιμένοντας περισσότερο στο ζήτημα των κληρονομικών αποταμιεύσεων, θα έλεγα ότι εμφανέστερες είναι οι συγγένειες του λόγου, της ρητορικής και της τεχνικής της με τις πρωτοπόρες Αμερικανίδες, την παλαιότερη Εμιλι Ντίκινσον και τη νεότερη Σίλβια Πλαθ» (ιδέτε Αλέξης Ζήρας, περιοδικό Διαβάζω, τ. 507, Μάιος 2010). Και σ&#8217; αυτή, τη δέκατη ποιητική της συλλογή είναι ευδιάκριτος ο ανατρεπτικός σαρκασμός, ο οποίος απαντά στα τελευταία έργα της. Δείγμα: «Κάποια εγκάρδια ερείπια, / Μια θάλασσα χωρίς το χρήμα, / Πέτρες και χόρτα, κάνα δυο κηλίδες φως. / Το μέλλον του παιδιού να με τρομάζει, / Η γη που τρίβεται σαν το τυρί στο πιάτο, / Ποιο πιάτο, του γαλαξία το φέρετρο&#8230;/ Πρέπει με τα ορύγματα των σπλάχνων / Να πίνει πια κανείς το ουζάκι του&#8230;». Οι διαδοχικές αισθητικές συναιρέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζουν εν γένει την προσέγγιση των διακεκριμένων ινδαλμάτων της ποιήτριας, επιτρέπουν στις αλληγορικές αποτυπώσεις, αλλά και στις αναπόφευκτες παρωδίες να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω ιδιαίτερα εποικοδομητική τους ανάπτυξη. Ο στίχος τείνει να ανταποκριθεί στο όνειρο της δημιουργού του, να δώσει δηλαδή κάποια ευτυχή στιγμή την εντύπωση ότι μπορεί να ορθωθεί ενδεχομένως τρισδιάστατος. Σε συνδυασμό μάλιστα μ&#8217; ένα είδος συναινετικής κριτικής, η οποία ασκείται διακριτικά, αλλά σταθερά στα δρώμενα στο εσωτερικό της κοινωνικής κυψέλης, ο καλώς συγκερασμένος σαρκασμός λειτουργεί ως ιδεώδης Δάσκαλος ήθους. Τα δε πεζόμορφα ποιήματα, που καλύπτουν το δεύτερο μέρος της σύνθεσης, με τίτλο «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών», σπεύδουν να υλοποιήσουν την κυρίαρχη ποιητική πρόθεση. Ετσι, ο συγκεκριμένος μικρόκοσμος, δηλαδή ό,τι απαρτίζει τα καθέκαστα του συγκινησιακού δρώντος που κατά σύμπτωση γράφει και ο μακρόκοσμος, ό,τι πιθανότατα εκλαμβάνεται ως όλον, επικοινωνούν μέσω της λεκτικής μουσικής. Η εν λόγω πρόθεση φρονώ ότι δικαιώνεται πλήρως: η δόκιμη επινοητικότητα του υποκειμένου αναδιανέμει τις καλειδοσκοπικές πτυχές των διακριτών κόσμων του κατά τρόπο χαρίεντα, αβίαστα αμφίσημο, αλλά και ανατρεπτικό ταυτοχρόνως. Αν το πρώτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος», συνιστά επαρκέστατη επιτομή της δεξιοτεχνίας της Δ. Χ. Χριστοδούλου να αποφαίνεται επιγραμματικά για τη φύση των εμμονών-ειδώλων της, τότε το προαναφερθέν δεύτερο μέρος συνιστά υβριδικό επίτευγμα συνθετικής αβρότητας. Αποφεύγοντας σιωπηρώς πλην σαφώς τις μιμήσεις πράξεων, οι οποίες τελέστηκαν πανηγυρικά στα προηγούμενα βιβλία της, η ποιήτρια διερευνά με τακτ την ενδοχώρα νέων αλληλουχιών, ωσμώσεων και ισορροπιών.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 23/4/ 2010</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα μουσικό στοίχημα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα βιβλία αυτοσυστήνονται; Ο συγγραφέας είναι ο επαρκέστερος πληρεξούσιος ανάμεσα στο έργο του και στον αναγνώστη; Οι λέξεις και τα πράγματα του συγγραφέα πώς συναντούν τις λέξεις και τα πράγματα του ήρωα ή του αφηγητή;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η στήλη «Τυπωθήτω» προκαλεί και απαντά σε τέτοιας υφής ερωτήματα. Βιβλία όλου του φάσματος, πριν φτάσουν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, εξομολογούνται λεπτομέρειες της γραφής τους. Πεζογράφοι, ποιητές, δοκιμιογράφοι, μεταφραστές, ανθολόγοι, σε πρώτο πρόσωπο, πριν παραδοθούν στον συστηματικό και στον απλό αναγνώστη &#8211; βιβλία πριν αρχίσουμε να τα φυλλομετράμε.</span></p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μπορούν αρχαίοι λαοί να επιβιώνουν ως ψυχικές διαδρομές; Είναι αρχοντιά ή παραφροσύνη; Επιλογή ή ψυχαναγκασμός; Κλίση ή τυφλότητα; Μπορούν οι ψυχικές διαδρομές να αισθητοποιούνται &#8230;ως έπος; Το έπος της μιζέριας; Ή το έπος της επίμονης ανάνηψης; Πώς βιώνεται και πώς -το κυριότερο&#8230;- εκφράζονται η ντροπή, ο πόνος, η οργή, η αγωνία για την παρακμή και τον θάνατο ενός βαριά άρρωστου τόπου, ενός βαριά άρρωστου λαού, ενός βαριά άρρωστου πατέρα; Πόσο πολιτική είναι η πιο προσωπική μας θλίψη, πόσο προσωπική είναι η πιο πολιτική δυσπλασία; Αλλά το κυριότερο -πάντα το κυριότερο&#8230;- ποια μέσα, ποιοι φυσικοί μηχανισμοί, που να μην εκβιάζονται, αλλά να προκύπτουν και να λειτουργούν πηγαία ως συνεπής εξέλιξη μιας πορείας κάπου τριάντα έξι χρόνων πια, θα επιτρέψουν να μορφοποιηθεί αυτό το πλαίσιο ζωής σε ποίηση που να πείθει ως τέτοια;</span><br />
<span style="color: #000000;">Γράφοντας το Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι είχα να αναμετρηθώ με όλα αυτά τα ερωτήματα, που, όπως είναι φυσικό, ξεπηδούσαν κάθε λεπτό αυτής της διαδικασίας αναπόσπαστα δεμένα, σάρκα με κόκαλο, με κάθε φάση της, από τη βιωματική της αφόρμηση ώς τη στιγμή που αφήνει κάποιος το στυλό στο χαρτί και λέει «δεν πάει άλλο για τώρα» ή «δεν πάει άλλο για μένα». Είναι επίσης αυτονόητο ότι είχα να αναμετρηθώ και με την εύλογη (φαντάζομαι&#8230;) φιλοδοξία να μην ξαναμασήσω το Λιμό ή το Ελάχιστα πριν ή το Προς τα κάτω, για να αναφέρω μόνο τα τρία τελευταία βιβλία μου, που εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι ότι σημειώνουν μιαν άλλη φάση, έναν νέο προσανατολισμό στη δουλειά μου. Η ανάγκη βέβαια της σαφήνειας του θέματος και η αναζήτηση της μεγαλύτερης δυνατής πυκνότητας, από τη μια, και από την άλλη, η παράλληλη αγάπη -ακριβώς όπως λέμε «παράλληλη σχέση» ή «διπλή ζωή»- προς το πεζόμορφο ποίημα παραμένουν. Ομως στο Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι πιστεύω πως και τα δύο αυτά στοιχεία διαφοροποιούνται αισθητά ως προς την αυστηρότητά τους. Τα μεν ολιγόστιχα ποιήματα γίνονται πεισματικά πιο ολιγόστιχα, τόσο που συχνά ο τίτλος στέκει ως άλλος Κέρβερος πάνω από τα κεφάλια τους, μπας και ξεφύγουν από το θέμα τους, από τον αρχικό παλμό που τα γέννησε, και το ρίξουνε στις λυρικές εξομολογήσεις, προς τις οποίες τόση κλίση είχα στα νιάτα μου. Τα δε πεζόμορφα ποιήματα συγκροτούνται γύρω από έναν ευδιάκριτο μύθο, μια μικρή περιπέτεια με αρχή, μέση και τέλος, με πρόσωπα που δρουν (;) σε χώρο και χρόνο, αλλά με ένα μουσικό στοίχημα, που, είτε κερδηθεί είτε χαθεί, πάντως τα τοποθετεί ευθέως στην περιοχή της ποιητικής πρόθεσης. Και, για να είναι ακόμη πιο στρατιωτική η πειθαρχία, το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, τα ολιγόστιχα μόνα τους και τα πεζόμορφα μετά. Χώρια, δηλαδή, το ιππικό, χώρια η πυροβολαρχία, και οι καλές μούσες να βάλουν το χέρι τους, να μην εξελιχθεί το όλο πράγμα σε εμφύλιο πόλεμο ή συμμαχία και των δύο για ανταρσία κατά της ποιήτριας. Αλλά κι αν έτσι συμβεί -έχω όλη την έπαρση να αμφιβάλλω- θα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαπιστώσω αν ο σαρκασμός, που λίγο ώς πολύ, φανερά ή υπόγεια, διατρέχει τα τελευταία βιβλία μου, μπορεί να μου σταθεί και στην τέχνη τόσο αποτελεσματικός μηχανισμός άμυνας όσο μου έχει σταθεί ώς τώρα στη ζωή. Να δούμε&#8230;</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΛΙΜΟΣ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Από τις πιο ολοκληρωμένες γυναικείες νέες ποιητικές φωνές , η Δήμητρα</span><br />
<span style="color: #000000;">Χριστοδούλου (1953) δημιούργησε ιδιαίτερη αίσθηση ακόμα και με την</span><br />
<span style="color: #000000;">πρώτη (της συλλογή, δημοσιευμένη το 1974. Ένας πυκνός λόγος που</span><br />
<span style="color: #000000;">υποδηλώνει την ένταση του γυναικείου πάθους, χωρίς ωστόσο να παίρνει</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτό το πάθος τη μορφή του μελοδράματος. Και τούτο οφείλεται κυρίως</span><br />
<span style="color: #000000;">στο αστραφτερό χιούμορ και στην ενίοτε σαρδόνια ειρωνεία, με την οποία</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμα και το συναρπαστικότερο ερωτικό συναίσθημα περιγράφεται ως</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτι τελειωμένο και δοσμένο ολοκληρωτικά στην περίσκεψη και στον</span><br />
<span style="color: #000000;">στοχασμό. Στον Λιμό (2007) η Χριστοδούλου συγκέντρωσε μερικά από τα</span><br />
<span style="color: #000000;">πιο καλοδουλεμένα ποιήματά της, όπου παριστάνει τις διάφορες μορφές</span><br />
<span style="color: #000000;">της σωματικής και της συναισθηματικής έλλειψης, συνεπώς την βαθύτερη</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάγκη του ανθρώπου να αγγίξει το ουσιώδες της ζωής που παραμένει</span><br />
<span style="color: #000000;">ωστόσο φευγαλέο και ασύλληπτο. Πρόκειται για ποιήματα γραμμένα με</span><br />
<span style="color: #000000;">το πάθος της διαύγειας και ταυτόχρονα με την προσδοκία να συναντήσει</span><br />
<span style="color: #000000;">η ζωή την πιο ονειρεμένη φαντασία.</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΠΡΙΝ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΣΙΛΗΣ K. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ξεφυλλίζοντας 12/8/2005</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δαιμονόπληκτη και δαιμονιακή, η όγδοη ποιητική συλλογή μιας γνήσιας εκπροσώπου του 70, που επί τριάντα και ένα έτη κερδίζει την προσοχή μας. Οι επιλογές της δικαιώνονται από το αποτέλεσμα, που δίνει σάρκα στον άυλο λόγο και με τον λόγο πάλι ως πέρασμα στην πράξη την ποιητική, η οποία εντεύθεν της πραγματικότητας συντελείται. Η μεταφυσική της προέρχεται από τη χριστιανική θεολογία, μόνον που ο φύλακας άγγελός της είναι ο εκπεπτωκώς διάβολος και στήνει τη σκηνοθεσία της στην προνομιακή σκηνή του, στο νεκροταφείο: «Ένα χαρούμενο πρωινό μέσα στον τάφο;/Γιατί όχι; Και η θρησκεία το επιτρέπει/ Και οι ποιητικές μας αξιώσεις./ Καλείς τους νέους φίλους, μαζεύεστε/ Σαν τα πουλιά πάνω απ’ το στάρι/ Και τιτιβίζετε και σιγοπετάτε/ Κι ανακαλύπτετε πως μια φιλία/ Ως και την αιωνιότητα μπορεί να κάνει υποφερτή». 0 άνθρωπος της Δήμητρας X. Χριστοδούλου είναι ο όμηρος των νέων τεχνολογικών αιώνων, που αποθεώνουν την κίνηση των μηχανών ψηφιακής επινόησης, μα αυτή η ομηρεία του τον έχει οδηγήσει σε παραίτηση. Ναι, βεβαίως και ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού κατέλυσε τα σύμβολα της θρησκείας, όμως, καθόλου παράξενα αυτά επανέρχονται σαν απαξίωση της λογικής: «Όλους μάς φτάνει η ματιά του θεού./ Σαν μια στυγερή τηλεόραση». Έτσι, το νέο ποιητικό της βιβλίο ακούγεται σαν ανώμαλη</span><br />
<span style="color: #000000;">προσγείωση στην καθημερινότητα της θνητότητας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Metro 13/2/2006</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Εδώ είμαι, στο σπιτάκι του σκύλου / Τρώω χώμα, πίνω φόβο / Καμιά φορά κοιτάζω τα άστρα / Ποτέ δεν έχασα το σεβασμό μου προς αυτά / Κι αν τα</span><br />
<span style="color: #000000;">γαυγίζω, δεν μου μένει πλέον / Άλλος τρόπος να γράψω στίχους». Η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου, μιας απ’ τις σημαντικότερες φωνές της γενιάς του ’70, κουβαλάει λάσπη για μια επανάσταση που δεν φάνηκε ούτε καν</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πόρτα, μια επανάσταση του παρελθόντος και του μέλλοντος που θάλλει και μελωδεί σαν «ραψωδίες αναπνοής για το ακροατήριο των χοίρων» Το όγδοο ποιητικό της βήμα αποδελτιώνει όνειρα και επιθυμίες που δεν συνέβησαν, παρά ελάχιστα πριν χαθούν, αφήνοντάς μας έναν κενό χρόνο, όλως διόλου περιττό. Απελπιστικά ειλικρινές και οικείο.</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣ ΤΑ ΚΑΤΩ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ Τ.57 4-6/2002</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίμεροι, αποκαθηλώσεις, αγωνίες</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό νεκρός μέ το γαλήνιο πρόσωπο</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαθαίνω άτι είναι ό &#8220;Ηλιος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δήμητρα X. Χριστοδούλου,</span><br />
<span style="color: #000000;">«Ή προσωπίδα», [Φορτίο, 1997]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τη λεκτική ευθύτητα και την υφολογική αυτάρκεια που διέκριναν ανέκαθεν τις ποιητικές της εκδοχές, η Δήμητρα Χριστοδούλου επανεξετάζει εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;">ορισμένα εμφανή συστατικά μέρη του ηρακλείτειου σάρματος της εποχής μας,</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι δηλαδή συνιστά κατά βάθος τα σημασιολογικά διφορούμενα, τις δήθεν αμελητέες ποιότητες του καθ’ ημέραν βίου και τις ευκαταφρόνητες για τους πολλούς εσωτερικές εμπειρίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ανέλιξη του κόσμου των αισθήσεων από ένα σύνολο τυχαίων, ατάκτων περιστατικών σε πολύπτυχη εννοιολογική τάξη, η επίκληση, συστηματικά και απροκάλυπτα, ενός ευέλικτου, βελτιωμένου ανθρωπισμού και η ανάδειξη τού πνευματικού στοιχείου που συνέχει έναν αναθεωρημένο υλοζωισμό αποτελούν τους εμφανέστερους πόλους της κειμενικής δράσης. Η αναβαθμισμένη ποιητική ηθική είναι στην προκειμένη περίπτωση υπόθεση συνοχής μερικών κατά τα φαινόμενα αλόγων ή αδιανόητων ποσοτήτων. Απομονώνω ενδεικτικά: Η θεία φύση ενός ποταμού, το πνεύμα στην κουφάλα ενός δέντρου, η πολυσημία του κεραυνού, η έλλογη δράση των άνεμων&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">πράγματα απίστευτα ευγενικά σε σύγκριση με το αγέρωχο ομοίωμα που ιπτάμενο πάνω από το βίο μάς συνάπτει τις ηθικές συμμαχίες. Ένα σκόρπισμα, μια απεριόριστη διασπορά της θεότητας σ’ αναρίθμητες σπίθες, μια κοινοκτημοσύνη της φωτιάς, φαντασμαγορική δημοκρατία, [σελ. 60.]</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο απόηχος της αγωνίας του Ιμάνουελ Καντ, ο όποιος μεταξύ των άλλων θέλησε να μελετήσει τα ποικίλα φυσικά φαινόμενα κατά τρόπο μάλλον διαισθητικό, ακούγεται καθαρά: Ο καιρός εξελίσσεται υπάκουος. Φαίνεται</span><br />
<span style="color: #000000;">αναπτύσσω επικοινωνία με τα μετεωρολογικά φαινόμενα ή διαισθάνομαι</span><br />
<span style="color: #000000;">τη νοήμονα φύση τους με τη δύναμη της φαντασίας, [δ.π.]. Κι εδώ όπως και</span><br />
<span style="color: #000000;">στο πέμπτο έργο της ποιήτριας, Το κυπαρίσσι των εργατικών (1995), ή στο</span><br />
<span style="color: #000000;">Φορτίο, πού ακολούθησε δύο χρόνια μετά, τόσο ή αποδελτίωση των ενδοψυχικών ανακατατάξεων, που σημειώνονται στην όχθη τού ονειρικού, όσο και η απρόοπτη προβολή μυθολογικών ενίοτε χαρακτήρων ή και ταπεινών μελών τού ζωικού βασιλείου λειτουργούν παραπληρωματικά, προσδίδοντας ευρύτερες διαστάσεις στα σημαινόμενα που κομίζουν οι παράγραφοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γειώνοντας προσεκτικά τα διαδοχικά ευρήματα στο έδαφος ενός εύληπτου νοήματος, η εξομολογητική περσόνα υποβάλλει πολύ συχνά ερωτήματα, που αν και τις περισσότερες φορές παραμένουν αναπάντητα, στηρίζουν ικανοποιητικά την όλη ανάπτυξη των επιμέρους συλλογισμών. Παραδείγματα: Πώς γίνεται η καρτερία αρετή, αυτή η ιδιοτελής γενναίοτης, κι ολόκληρος ο ουρανός περιφέρεται σε ιδιωτική προετοιμασία; [σελ. 21]· Σε ποιό φύλλο θα μπορούσα να διαβάσω μια τόσο φυσική ιστορία χωρίς να δω πίσω απ’ τα δέντρα τα βλέμματα, ασώματα, κάρβουνα οργής, κλεφτές ματιές επιφύλαξης προς κάθε πρόσχημα αγάπης; Πώς να στηρίξω ένα χάδι, μια τόσο</span><br />
<span style="color: #000000;">εμπράγματη απόλαυση. στην αυθυποβολή πως ο θάνατος δεν είναι παρά η</span><br />
<span style="color: #000000;">διάρκεια, τα όρια αντοχής μιας φιλίας; [σελ. 27]· Αν ο κόσμος δεν μπορεί να</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι το έργο ενός νεαρού χειρώνακτα, γιατί θα έπρεπε να τον δικαιολογήσω;</span><br />
<span style="color: #000000;">[σελ. 58 έπ.]· Όμως μπορεί ο νέος αιώνας να μην πατά τις μυρμηγκοφωλιές;</span><br />
<span style="color: #000000;">[σελ. 63]&#8217; και Αυτό να είναι άραγε οΤόπος; [&#8230;] Ένα αρχείο φυσικών απολαύσεων; Ένα μουσείο παραδείσου; [σελ 87], Η στρατηγική του πολύτροπου αυτού εγώ, που έχει μάθει να στοχάζεται με την ευκολία που οι άλλοι τρώνε ή κοιμούνται, είναι έκδηλη: το αναπτυγμένο, πολυεπίπεδο κείμενο επιδιώκει και κατορθώνει τη συμμετοχή μας. Ο μονόλογος διαρρηγνύεται τελικά: ο διάλογος με την ετερότητα είναι όχι μόνο αναγκαίος αλλά εφικτός, διατείνεται με όλη την αλκή της ευθυκρισίας της η ποιήτρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς να υπακούει στους ρυθμούς μιας καταναγκαστικής επικαιρότητας ή στις επιταγές του χυδαίου ντετερμινισμού των θλιβερών καιρών μας, το Προς τα κάτω αναδεικνύει και αξιολογεί τη σημασία του ενοφθαλμισμού στις ενδότερες πτυχές μιας διαρκώς αναστοχαζόμενης ύπαρξης. Προσβλέποντας πάντα σε έναν ουρανό που ακόμη /Δεν έχει φθαρεί μες στο χαρτί, όπως τονίζεται εμφατικά στο «Τραγούδι για κουβάρι και φωνή» της τέταρτης ποιητικής συλλογής της Δ. Χριστοδούλου, Η προσευχή του αναιδούς, η γραφή θέλει να δει από κοντά την απαραβίαστη αθωότητα του Φανταστικού. Έτσι τουλάχιστον αντιλαμβάνομαι τον συσχετισμό: Ίσως και αυτό να μην ήταν αβίωτο, αν υπάκουε σε κάποια Ανάγκη, αν όλα τα κείμενα του ουρανού εμπεριείχαν τον ουρανό τον ίδιο και όχι την εφεύρεσή του στιχουργημένη προσωδιακά, [σελ. 40 έπ.].</span><br />
<span style="color: #000000;">Η ρηματική συνέπεια, η ακριβολογία, που αγγίζει συχνά τα όρια της απόλυτης πιστότητας, και ο συναινετικός διακριτικός πάντα ποιητικός λόγος ενισχύουν το έργο της δημιουργικής αυτής κατάθεσης: η υποβλητική</span><br />
<span style="color: #000000;">χωροταξία που αναπτύσσεται από ενότητα σε ενότητα είναι αποτέλεσμα</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτών ακριβώς των μορφολογικών επιλογών της Δ. Χριστοδούλου: Πώς γίνεται να έχουμε υπομείνει δύο τόσο πληκτικές χιλιετίες, χωρίς να έχουμε</span><br />
<span style="color: #000000;">αποχτήσει δεξιότητα σ’ αυτήν την πρακτική αρετή; Δικαιοσύνη είναι ή αλληγορία [&#8230;] Με τα αλληγορικά μας σημάδια κι έναν τεράστιο ρεαλιστικό λεκέ ας ηγηθούμε λιλιπούτειων σταυροφοριών που μάς ελευθερώνουν από τις</span><br />
<span style="color: #000000;">τύψεις. [&#8230;] Θα εγκαταλείψουμε τις αποσκευές και της πιο αθώας απαίτησης. Ένα οργανωμένο πια χωράφι το οροπέδιο του εγώ. [σελ. 100 έπ.]</span><br />
<span style="color: #000000;">Η αντιστικτική χρήση τού λόγου επαληθεύει τις δυνατότητές της: το κείμενο συναιρεί τα ετερόκλητα δεδομένα του κόσμου για να τον ανανεώσει. Χωρίς έπαρση ακούγεται ένας θρύλος των γνωστικών: Άλλοι άνοια, άλλοι ανία, κανείς δεν έχει το θάρρος να το ονομάσει ντροπή. Δεν είναι δυνατό να είμαστε το έργο μιας αξιοθαύμαστης εξέλιξης. Θα ’πρεπε τότε να υπάρχει το Νόημα που έχει για τον αρουραίο η φωλιά του. Αλλά ο κόσμος δεν χρειάζεται</span><br />
<span style="color: #000000;">[σελ. 79], Μετριάζοντας αισθητά το μένος του ανεπανάληπτα αλκοολικού</span><br />
<span style="color: #000000;">αποδομητή Τζόφρεϋ Φέρμιν, που δεν θα διστάσει κάποια στιγμή να φωνάξει</span><br />
<span style="color: #000000;">«Κάψε τον κόσμο!», σε μία από τις σκληρότερες σελίδες του Κάτω από το</span><br />
<span style="color: #000000;">ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόορυ (1945), η Δήμητρα Χριστοδούλου επιχειρεί μία</span><br />
<span style="color: #000000;">επιεικέστερη επαναπροσέγγιση του πραγματικού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το Προς τα κάτω, με το εσωτερικό μήνυμά του, που δεν αποκλείει μία</span><br />
<span style="color: #000000;">απώτερη οικολογική έμφαση, συνδιαλέγεται στο σύνολό του με ουσίες και</span><br />
<span style="color: #000000;">αλήθειες που επιμένουμε συχνά να προσπερνάμε βιαστικά ή να αγνοούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">συνειδητά. Απ’ αυτήν την άποψη, υπαινίσσεται μία εκλεκτική συγγένεια με την άρτια οργανωμένη προβληματική που απασχόλησε επί δεκαετίες τον Γουάλας Στήβενς: μπορούν άραγε όλοι οι άνθρωποι μαζί να πάρουν εκδίκηση για ένα φύλλο που έπεσε το φθινόπωρο; (από τις Ιδέες τάξης, 1935).</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΚΤΗ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 90px;"><strong><span style="color: #000000;">Διηγήματα</span></strong></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΜΗΠΩΣ, τελικά, θα πρέπει να δεχθούμε ότι η ποίηση είναι η πιο ζηλότυπη απ’ όλες τις τέχνες του λόγου; Μήπως όσοι τη διακονούν, δεν κατορθώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">να εξαφανίσουν τα στοιχεία της ποιητικής τους ταυτότητας, όταν τολμήσουν να εκφραστούν με διαφορετικά μέσα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είναι η αλήθεια ότι η δύσβατη και επίπονη διαδρομή ενός άξιου λυρικού βίου υποβάλλει το δημιουργό σε μια σειρά από δοκιμασίες: κυριότερες, ίσως, η πύκνωση και η εξαντλητική διύλιση της συγκίνησης. Η πρόσμειξη του αρχικού εξωτερικού ερεθίσματος με ό,τι πιο βαθύ και προσωπικό κρύβει μέσα του ο ποιητής και ακόμα, η οριοθέτηση της εκφραστικής του ανάγκης σ&#8217; ένα χώρο αυστηρά περιορισμένο, με αποτέλεσμα – σε κάποιες περιπτώσεις -να μην υπερβαίνει τις δέκα επτά συλλαβές. Αυτά και πολλά άλλα, εξίσου σημαντικά, διαμορφώνουν ένα τρόπο γραφής που, τις περισσότερες φορές, επιδρά ανασταλτικά στη μεταπήδηση σε άλλο είδος λόγου, χωρίς αυτό να αποκλείει κάποιες εξαιρέσεις, που αφαιρούν από την άποψη το δογματικό της χαρακτήρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ αυτά τα δεδομένα, η αιφνίδια είσοδος της ποιήτριας Δήμητρας X. Χριστοδούλου (Αθήνα, 1953) στην πεζογραφία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή,</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο για μια χωρίς προκαταλήψεις προσέγγιση, όσο και για μια &#8211; όσο γίνεται &#8211; πιο λογική αποτίμηση του εγχειρήματος της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ύστερα από πέντε ποιητικά βιβλία, που καταθέτει σε διάστημα μιας εικοσαετίας, βιβλία που έτυχαν θερμής υποδοχής από την κριτική, η συγγραφέας παρουσιάζει την πρώτη της συλλογή διηγημάτων. Την αποτελούν έντεκα αφηγηματικά κείμενα, έκτασης μιας έως πενήντα επτά σελίδων το καθένα, στεγασμένα κάτω από τον εικαστικής υφής τίτλο «Ακτή στο φως του χειμώνα».</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα μπορούσε να πει κανείς χωρίς δισταγμό, ότι στα μικρά και μεγάλα αυτά διηγήματα υπάρχει σχεδόν πάντοτε ένα πλέγμα μύθου, όπου ρεαλιστικά στοιχεία έρχονται να ενδυναμώσουν τους αφηγηματικούς ιστούς των. Η αποστολή τους είναι αποκλειστικά και μόνον αυτή, γιατί από κει και πέρα, η</span><br />
<span style="color: #000000;">συγγραφέας θα αφεθεί στο επικίνδυνο, αλλά θελκτικό παιχνίδι των αντιθέσεων. Πρώτα απ’ όλα θα χρησιμοποιήσει τη ρεαλιστική αυτή βάση ως-εφαλτήριο, για να εκτινάσσεται σε χώρους του φανταστικού και σε συνέχεια με ένα δεξιοτεχνικό συγκερασμό αυτών των δύο, να περνάει στη σφαίρα του</span><br />
<span style="color: #000000;">συμβόλου, με αποτέλεσμα να φθάνει στον αναγνώστη η αίσθηση καταστάσεων και όχι αυτών καθαυτών των γεγονότων που τις προκάλεσαν. Γι’ αυτό επιμένει συχνά περισσότερο στην ανάλυση μιας κίνησης ή μιας χειρονομίας, παρά μιας ολοκληρωμένης πράξης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια δεύτερη αντίθεση επισημαίνεται στο ότι, ενώ χαράζει με την παραμικρή λεπτομέρεια τους χώρους που περιγράφει, δεν κάνει το ίδιο και με τα πρόσωπα που κινεί. Αυτά, τυλιγμένα σε μιαν αχλή, χωρίς σχεδόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, συντηρούν και τονώνουν την έννοια του συμβόλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν επιμείνει κανείς στα αίτια μεταπήδησης της συγγραφέως από τον ποιητικό στον πεζό λόγο, θα μπορούσε, ίσως να τα εντοπίσει σε μια προσπάθεια προέκτασης και ανάπτυξης των αφηγηματικών στοιχείων της ποίησής της. Αν η άποψη θεωρείται ανεπαρκής, τότε θα πρέπει να καταφύγει στην κάπως μεταφυσική αντίληψη του Ε. Παπανούτσου: «&#8230; Στην ψυχή του αληθινού καλλιτέχνη δεν αποσαφηνίζεται πρώτα το νόημα και ύστερα αρχίζει η αναζήτηση της μορφής, αλλά το αρχικό νεφέλωμα της έμπνευσης περιέχει θολά ακόμη και όμως ενωμένα: ένα «σχεδίασμα» νοήματος μέσα σε ένα</span><br />
<span style="color: #000000;">«σχεδίασμα» μορφής. Σύλληψη και εκτέλεση συνανήκουν στην ίδια ψυχική ενέργεια&#8230;» (Αισθητική, σελ. 71).</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλος, αν δεχθούμε ότι το τελευταίο βιβλίο της Δήμητρας X. Χριστοδούλου δεν ανήκει κατά κανένα τρόπο στην πεζόμορφη ποίηση ή έστω στη λυρική πεζογραφία, θα πρέπει να καταλήξουμε στο ότι αποτελεί ένα άξιο δείγμα – ιδιαίτερα στα λιγοσέλιδα διηγήματα &#8211; ποίησης του πεζού λόγου.</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 13/49/1995</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται στη Πέμπτη κατά συλλογή της η Δήμητρα Χριστοδούλου ξεκίνησαν ουσιαστικό πριν από μια δεκαετία, όταν κυκλοφόρησε το τρίτο τότε Βιβλίο της, υπό τον τίτλο «Χώμα». Εκεί ήταν προφανές ένα τουλάχιστον στοιχείο: η σκηνοθεσία της φύσης από μια πολύ «χαμηλή» οπτική γωνία, από το ύψος μιας σφηνωμένης στο έδαφος θέσης, όπου ο παρατηρητής- αφηγητής ταυτιζόταν με ένα είδος ζωντανού-νεκρού, ο οποίος προέβαλλε τα ερωτήματά του για την ύπαρξη και το θάνατο στο περιβάλλον, μιλώντας μέσα από τις φωνές των οργανικών συστατικών που ένδεια και άβια έστηναν στο Χώμα έναν αρμονικό χορό με τις αναλυτικές έννοιες και το στοχαστικό λόγο, για να καταλήξουν σ’ ένα πένθιμο αλλά υποβλητικό μουσικό σύνολο, που στερέωνε τους στίχους του σε μια καλά χτισμένη σύνθεση και σε μια γερά δουλεμένη γλώσσα. Με ανάλογο τρόπο συνέχισε η Χριστοδούλου και στην Προσευχή του Αναιδούς (1991), συνδέοντας -εύλογο- το θέμα του θανάτου με την αναζήτηση του Θεού, σε μια προοπτική μετριοπαθούς πλην περίπλοκου και εν τέλει διαπεραστικού μηδενισμού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια τέτοια προϊστορία, το τωρινό Κυπαρίσσι των εργατικών δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει, αλλά ούτε και να μας απογοητεύσει. Η Χριστοδούλου χρησιμοποιεί για άλλη μια φορά το οικείο εικονοπλαστικό και συμβολικό- αλληγορικό της υλικό, για να το ανανεώσει εσωτερικά και να οδηγηθεί μέσω αυτής της ανανέωσης σε μια καινούργια θεματική περιοχή, που αναχωνεύει λειτουργικά τα δύο προηγούμενα Βιβλία, αξιοποιώντας τις πιο γόνιμες κατακτήσεις τους. Ο τίτλος θα μας δώσει αμέσως το μέτρο και τον τύπο της σύμπηξης ποιητικού παρελθόντος και παρόντος: το Κυπαρίσσι παραπέμπει στην ακινησία και τον υπαρξιακό εγκλωβισμό του Χώματος- οι εργατικοί αντιπροσωπεύουν το νέο αίμα -μια σαφώς ανθρωπολογική ή κοινωνική διάσταση, που χωρίς να βγαίνει στην πρώτη γραμμή της δραματικής σκηνής των ποιημάτων, είναι πάντοτε παρούσα κατά την εξέλιξή τους, καθορίζοντας τόσο τον τόνο όσο και την κατεύθυνσή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλες οι παλαιότερες αναφορές (η θεϊκή έκπτωση, ο ρημαγμένος ατομικός χώρος, η οξεία επίγνωση της φθοράς, ο ανεκπλήρωτος πόθος για μια βαθιά και ελεύθερη αναπνοή ή η μελαγχολική εξοικείωση με την έλλειψη οιουδήποτε ζωτικού πόρου) έρχονται ξανά στην επιφάνεια, για να τοποθετηθούν σ’ ένα πλαίσιο το οποίο μας δείχνει ότι τίποτε ως τώρα δεν έγινε αδιάφορα ή τυχαία. Η συνθήκη του ψυχικού εξανδραποδισμού που προσδιόρισε το Χώμα και την Προσευχή του Αναιδούς αποκτά εν προκειμένω μια σχεδόν αντικειμενική υπόσταση, αφού μεταφέρεται (και εγκαθίσταται) σ’ ένα συλλογικό σώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">που παραδίδεται αδύναμο και ανυπεράσπιστο σ’ ένα θανατηφόρο πεδίο</span><br />
<span style="color: #000000;">βολής, έχοντας χάσει εκ των προτέρων κάθε παιχνίδι. Παιχνίδι που θα</span><br />
<span style="color: #000000;">ανασταλεί όχι ανάμεσα σε εκκωφαντικές κραυγές και μεγαλόστομες</span><br />
<span style="color: #000000;">διαμαρτυρίες, αλλά στην κόψη μιας απατηλής (οιονεί προδοτικής) ανθοφορίας: Όλη τούτη την ατέλειωτη άνοιξη/ Θ’ ακούς τη Βοή της χλόης/Που όλο κυλάει στην πλαγιά και ξετυλίγει/ Τα ρείκια, τα νερά, τα Βελάσματα./ Λεία και δροσερή περνά σαν φόρεμα/ Πάνω από το σώμα μιας μικρής κοπέλας/ Την ώρα που τραβάει ο κατάδικος/ Τη μαχαιριά στο λαιμό της./Το αίμα κυλάει ως το καλοκαίρι./ Ψοφάνε από το θειάφι του τα χόρτα/ Και σέρνει εδώ κι εκεί ξέφτια απ’ το ρούχο της/ Ένας απαρηγόρητος ήλιος./Μα όταν οι πρώτες Βροχές/ Θ’ αρχίσουνε το σάρωμα των φύλλων/ Όταν δέσουν σταφύλια και κάστανα/ Κι όταν, φτυαριές φτυαριές, ο χειμώνας/ Σκεπάσει ως και στη φωλιά τους τ’ αετόπουλα/ Κουκουλωμένη κάτω από το χιόνι/ Πάλι βαριά θ’ αναστενάζει η χλόη/Για ένα πέρασμα με πόνο θερμό/ Πάνω από τ’ απαλά της στήθη/ Για ένα τύλιγμα γύρω από τη μέση της/ Για μια λιγόζωη χλιδή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η συλλογή μοιράζεται, σχεδόν εξίσου, σε στιχόμορφα και αφηγηματικά</span><br />
<span style="color: #000000;">μέρη (σύντομα σύνολα με στοιχειώδη πλοκή και δράση), τα οποία δένουν</span><br />
<span style="color: #000000;">σωστά μεταξύ τους, χωρίς να δυσκολεύουν ποτέ τον αναγνώστη στα «περάσματα». Η δύναμη, πάντως, της Χριστοδούλου αναβρύζει κυρίως από</span><br />
<span style="color: #000000;">το στίχο, όπου στις καλύτερες ώρες της μας προσφέρει κυριολεκτικώς</span><br />
<span style="color: #000000;">κομψοτεχνήματα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σε άλλους χώρους μας ξεναγεί η Δήμητρα Χριστοδούλου με την πέμπτη συλλογή της «Το κυπαρίσσι των εργατικών». Τα σαράντα τέσσερα ποιήματα που τη συνθέτουν &#8211; κάποια από αυτά πεζόμορφα – δικαιώνουν ακόμα μια φορά τις αισιόδοξες προσδοκίες του αναγνωστικού της κοινού. Παρόλο που ο θεματικός κύκλος της ποιήτριας δεν παρουσίασε έως σήμερα ίχνος στατικότητας, κάποια αόρατα νήματα συνδέουν διακριτικά τους τελευταίους σταθμούς της πορείας της. Το γήινο στοιχείο επικρατεί κυριαρχικά πάνω στους υπαρξιακούς προβληματισμούς της, με αποτέλεσμα η κάθε εικόνα του άμεσου ή έμμεσου περίγυρου της να μην περιορίζεται στο σκηνογραφικό της ρόλο, αλλά να συμπράττει και να δίνει ένταση στους κραδασμούς της ανθρώπινης αγωνίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι, η ανθρωποκεντρική αυτή ποίηση κατορθώνει να αποκτήσει μια πολυεπίπεδη μορφή, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ιδιαίτερη υφή των</span><br />
<span style="color: #000000;">οραματισμών της δημιουργού. Αλλά η μεγαλύτερη ίσως αρετή της ποιήτριας εδράζεται στην ικανότητα, να μην αφήνει ανεξέλεγκτη τη συγκινησιακή της</span><br />
<span style="color: #000000;">φόρτιση. Θέματα όπως η φθορά ο θάνατος, οι καθημερινές ή και οι μεταφυσικές ακόμα αγωνίες, διυλίζονται εξαντλητικά, έτσι ώστε μόνο η υποψία της οσμής των να φθάνει στην αντίληψή μας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Δήμητρα Χριστοδούλου με «Το κυπαρίσσι των εργατικών» έρχεται να αποδείξει πάλι πόσο γόνιμα μπορεί να χρησιμοποιεί το παιχνίδι των αντιθέσεων: τον πλούτο των λέξεων απαλλαγμένο από λεξιθηρίες, την αρμονική σύζευξη παραδοσιακών στοιχείων με τον μοντερνισμό, τη λειτουργία</span><br />
<span style="color: #000000;">των συμβόλων που δεν μετατρέπονται σε αυτοσκοπό, την επίμονη επεξεργασία της μορφής του, όμως, δεν αφαιρεί τη δροσιά και τη ζωντάνια του αρχικού πηγαίου ερεθίσματος. Τέλος είναι βέβαιο πια ότι η ποιήτρια</span><br />
<span style="color: #000000;">σε κάθε καινούργιο βήμα χρησιμοποιεί την πείρα των έως τώρα κατακτήσεών της και ίσως εκεί να οφείλεται η σταθερά ανοδική της πορεία.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΔΕΕΣ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Λογοτεχνία μας με μικρές διακυμάνσεις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η καμπύλη την οποία διέγραψε η λογοτεχνία μας από τον Οκτώβριο του &#8217;94 μέχρι και τον περασμένο Αύγουστο δεν παρουσιάζει σημαντικές ή έστω ευδιάκριτες διακυμάνσεις. Αν, πάντως, πρέπει να την αποδώσουμε οπωσδήποτε με μια συνοπτική εικόνα, τότε στις ανοδικές της γραμμές θα βρούμε ορισμένα καλά μυθιστορήματα ή διηγήματα, ενώ στην καθοδική της διαδρομή θα δούμε τον τρόπο με τον οποίο απέτυχαν να αναζωογονηθούν κάποιοι από τους νεότερους ποιητές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τους ποιητές της μεσαίας γενιάς αισθητά ξεχώρισε η Δήμητρα Χριστοδούλου με το Κυπαρίσσι των εργατικών, όπου ανανέωσε εύρυθμα την πένθιμη μουσική της, προσθέτοντας στη δουλειά της κι ένα κοινωνικό ή συλλογικό στοιχείο, που φώτισε εκ των ένδον τις προηγούμενες υπαρξιακές αναζητήσεις της και έδωσε στη γλώσσα της δραματικό βάθος και ουσία.</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΑΙΔΟΥΣ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΓΡΑΜΜΑΤΑ-ΙΔΕΕΣ 1995</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο γυναικείος λυρικός λόγος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τη Δήμητρα Χριστοδούλου κλείνει ο κύκλος των ποιητριών, που παρουσιάζουν το έργο τους στη δεκαετία του 70. Εμφανίζεται στα γράμματα το 1974 με τη συλλογή &#8220;Τα άλογα του Μυροβλήτου&#8221; και έως σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;">έχει δώσει άλλα τέσσερα ποιητικά βιβλία, όπου στο καθένα γίνεται όλο και πιο φανερή η ανέλιξή της και η βελτίωση των εκφραστικών της μέσων. Ακόμα, φαίνεται να εγκαταλείπει τη χαρακτηριστική για τη δεκαετία</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8220;αμφισβήτηση&#8221; και να στρέφεται σε άλλα θέματα. Χρησιμοποιεί τα βιώματά της και τον γήινο και σκληρό κόσμο που την περιβάλλει σαν βάση, για να απογειωθεί προς το ονειρικό κι εκεί, χαμένη μέσα στην αχλύ του,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανακαλεί την πραγματικότητα. Στην τέταρτη συλλογή της «Η προσευχή του αναιδούς», που αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τις ποιητικές της αρετές, αντιδρά στην υπαρξιακή αγωνία, όχι με την κατάρριψη των συμβόλων, αλλά καλώντας με τρυφερότητα και με ιδιαίτερα λεπτυσμένη ευαισθησία τη θεία παρουσία να εγκαταλείψει την υπεροψία της, να δει από κοντά την ανθρώπινη περιπέτεια και να σηκώσει κι εκείνη ένα μέρος από το βάρος της οδύνης. Ακόμα πιο γήινη στο τελευταίο βιβλίο της, που μόλις κυκλοφόρησε με τίτλο</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8220;Το κυπαρίσσι των εργατικών&#8221; (εκδ. Καστανιώτη, 1995) αφιερώνει τα σαράντα τέσσερα ποικιλόμορφα ποιήματά της στον ανθρώπινο μόχθο, αποδεικνύοντας πώς ένα τόσο σοβαρό αλλά κοινό θέμα μπορεί, βαπτισμένο στα νάματα μιας γνήσιας ποίησης, να δώσει ένα πραγματικά αξιοζήλευτο αισθητικό αποτέλεσμα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">το σταθερό αίτημα της αποκατάστασης των πάντων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η «Προσευχή του Αναιδούς» είναι η τέταρτη συλλογή της ολιγογράφου αλλά ουσιαστικής ποιήτριας Δήμητρας X. Χριστοδούλου. Προηγήθηκαν «Τα Άλογα του Μυροβλήτου» το 1974, η «Ηγησώ» το 1979 και το «Χώμα» το 1985.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η «Προσευχή του αναιδούς» απαρτίζεται από δύο μέρη. Το πρώτο, που επιγράφεται «Ορυχείο», περιέχει είκοσι έξι ποιήματα, ενώ το δεύτερο, που έδωσε τον τίτλο του στη συλλογή, περιλαμβάνει μόνο ένα εκτενές ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">472 στίχων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η υπερρεαλιστική καταγωγή του βιβλίου είναι εμφανής: τα πράγματα είτε εξισώνονται με τα πρόσωπα είτε επιβάλλονται σ’ αυτά, η μετονομασία του χώρου είναι συστηματική και ασίγαστη. 0 λόγος, υποβλητικός και παρηγορητικός ταυτόχρονα, είναι ο ξανακερδισμένος παράδεισος του εγώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα διαυγή τοπία που ανοίγονται διακριτικά μπροστά μας, από τους πρώτους κιόλας στίχους της συλλογής, προέρχονται από ένα σαφώς δικαιότερο κόσμο, αισθητικά ανώτερο, που θέλει να τον περιηγηθούμε &#8211; και να τον κατοικήσουμε χωρίς φόβο. Το ποιητικό πρόσωπο ξέρει πώς να δικαιώνει, χωρίς αναστολές, μέσα από τις περιπέτειες και τα πάθη του την αληθινή του φύση:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κάτω από τα τιποτένια τούτα ρούχα/Το κορμί γυρεύει το κορμί/</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι φίλοι ψάχνουνε τους φίλους/Τα σπίτια γίνονται τιμημένα./Ακόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ένας νεκρός μπορεί ν’ αγαπήσει/Και να πάρει το πουκάμισό του</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτιά./Αυτή η μαύρη άθλια σάρκα/Ψέματα πως είναι δική μας./</span><br />
<span style="color: #000000;">Δικό μας είναι αυτό που αξίζουμε./Όχι αυτά τα βρώμικα νομίσματα./</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι το φάντασμα του κυβερνήτη./Θα &#8216;ρθει απ’ τ’ ορυχείο ένα ποτάμι/</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μέσα θα κυλάει η μολυβόσκονη/Και θα φτάσει σ’ ένα σπίτι από ξύλο/</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μέσα κει θα &#8216;χει αναμμένη φωτιά./Πάνω απ’ τη στέγη θα πηγαινοέρχονται τ’ άστρα. /Το ντέφι τους θ’ ακούγεται καθαρά./Ποιος ξέχασε την παγερή τους φρεσκάδα;/Ποιος τα είπε τάφο του νερού; [&#8230;] Πιο ταπεινός απ’ τη χαρά είν&#8217; ο θάνατος./Λίγο κρατάει, ενώ εκείνη αιώνια».</span><br />
<span style="color: #000000;">(απόσπασμα από το ποίημα «Ορυχείο», σελ. 12 επ.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ενότητα «Ορυχείο» προεκτείνει, μεταξύ των άλλων, την προσωπική μυθολογία της ποιήτριας, αναπλάθοντας ή σχολιάζοντας μερικά συγγενικά ποιήματα από το «Χώμα», όπως είναι φερ&#8221; ειπείν οι «Κύβοι», η «Βάπτιση» και η «Άμμος». Η καθαρότητα των περιγραφών, η πηγαία ευγένεια των μεταφορών, οι ισόρροπες αναπτύξεις του κυρίου θέματος και των παραλλαγών του και η αμεσότητα γενικότερα των ποιητικών αποδόσεων χαρακτηρίζουν την ποίηση αυτή που γνωρίζει πώς να ανανεώνεται χωρίς να</span><br />
<span style="color: #000000;">χάνει τα πρωταρχικά της συστατικά, εκείνα ακριβώς που την έκαναν να ξεχωρίσει γρήγορα μέσα απ’ ό,τι γραφόταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το πνευματικό φορτίο δεν επιβαρύνει δυσανάλογα τις εκφορές</span><br />
<span style="color: #000000;">του λόγου. Ιδίως στην πολύστιχη «Προσευχή του αναιδούς», που</span><br />
<span style="color: #000000;">αποτελεί μία κατά πολύ διευρυμένη μορφή των «θεολογικών» ποιημάτων</span><br />
<span style="color: #000000;">του «Χώματος» &#8211; όπως για παράδειγμα είναι ο διπλός «Στοχασμός του Αγιογράφου» &#8211; η αυτοελεγχόμενη τεχνική της Δήμητρας X. Χριστοδούλου επιτελεί υποδειγματικά το έργο της. Γι’ αυτό κι ένα τόσο απαιτητικό θέμα όπως είναι η αμφισβήτηση των ηθικών εξαναγκασμών και των υποχρεώσεων που επιβάλλει το ανελαστικό δόγμα στον πιστό, χωρίς όμως και να εκθειάζεται η απόρριψη της σχέσης με το θείο, δεν κινδυνεύει στα χέρια της</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιήτριας να γίνει μία ακόμη φιλόδοξη μπαρόκ σύνθεση που αστοχεί συνεχώς. Ο «ασεβής» που είναι τελικά ο ευσεβής, που αφήνει τη φύση να μιλήσει ανοιχτά στο Θεό, έχει με το μέρος του τα εκφραστικά μέσα της Δήμητρας X. Χριστοδούλου: το θεολογικό σταυρόλεξο λύνεται με μουσική που υπερβαίνει τις εγγενείς δυσκολίες του εγχειρήματος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκεί όπου μπορούν να συνυπάρξουν τα αίτια και τα αιτιατά της</span><br />
<span style="color: #000000;">αναλυτικής μας σκέψης με τις παρορμητικές εκδηλώσεις ενός ανυπότακτου θυμικού, εκεί όπου συμφιλιώνονται οριστικά οι φόβοι με τις ελπίδες μας, η απογοήτευση με το θάρρος, εκεί παράγεται η συναινετική ποίηση της Δήμητρας X. Χριστοδούλου:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Έλα, καρδιά μου, να προσευχηθούμε./Πού; Στο ζεστό μας κορμί./</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν κουράστηκε, δεν είπε φτάνει./Έρχεται μπάρα. Τα πουλιά ταράζονται./</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι κρωξιές τους μυρίζουν νερό./Να ’χα μια θέση μες στο σπίτι σας./</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μάτια μου κλαίνε για σας./Περνάν τα φύλλα, τα τρελά κοπάδια τους./</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω μένουν τα κλαριά./Το κάθε ορατό σιγοφέγγει/Μες στην κρυφή του</span><br />
<span style="color: #000000;">χρήση ακέραιο,/Μες στον προορισμό του φιλικό./Ποια πόρτα θα μ ’ αφήσει απ’ έξω,/Ποιο παιδί δε θα τρέξει στα πόδια μου&#8230;/Εγώ θα του πω: αυτά είναι</span><br />
<span style="color: #000000;">τα βουνά./Αυτά τα σπίτια./Εκεί κάτω φουσκώνει η θάλασσα./Ποιος φθονεί το θερμό αεράκι/Που μέσα μας μπαινοβγαίνει για να μιλούμε;/Ήρθα να μείνω. Σφίγγομαι στο ρούχο μου./Λοιπόν, ας με δεξιωθεί το χιόνι».</span><br />
<span style="color: #000000;">(από τον «Επισκέπτη», σελ. 21)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αφαιρώντας με προσοχή από τα τοπία που μας περιβάλλουν τα χρόνια ιζήματα και τη σκουριά τους, η ποιήτρια φωτίζει σταθερά μερικές άσημες πλευρές τους για να ανακαλύψει εκεί, τελικά, τις αληθινές εικόνες. Η παραμυθία των εύστοχων επιθέτων της Δήμητρας X. Χριστοδούλου, οι ανεπιτήδευτοι λεκτικοί σχηματισμοί, τα πράα ουσιαστικά της, τα νυχτοπούλια, οι κύκνοι, οι σπίνοι, οι καλογιάννοι, οι γλάροι, οι κορυδαλλοί, τ’ αγριοπερίστερα που φωλιάζουν στους στίχους της, θέλουν να μας βεβαιώσουν ότι ο κατακερματισμός αυτής της ζωής δεν μπορεί να είναι τελεσίδικος, ότι είναι στο χέρι μας να μαζέψουμε ξανά τα σπαταλημένα αποθέματα του βίου μας και να δούμε τα πράγματα από την αρχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η «Προσευχή του αναιδούς» είναι η τόλμη και η εγκαρτέρηση που</span><br />
<span style="color: #000000;">μας αρμόζει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΕ ΤΗΝ Προσευχή του αναιδούς, το τέταρτο ποιητικό της βιβλίο, η Δ.Χ.</span><br />
<span style="color: #000000;">κατορθώνει να συγκεράσει και να προαγάγει σε μεστή ποιητική μορφή</span><br />
<span style="color: #000000;">μια σειρά χαρακτηριστικών στοιχείων που διέκριναν — άλλοτε με μεγαλύτερη</span><br />
<span style="color: #000000;">και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία — τις προηγούμενες συλλογές της. Είναι αλήθεια η ποιήτρια απέχει τώρα πολύ από την πρώτη της ποιητική συλλογή, Τα άλογα του μυροβλήτου (1974), με τον ανεπιτυχή — κατά την γνώμη μου —</span><br />
<span style="color: #000000;">υπερρεαλιστικό προσανατολισμό της. Ήδη, όμως, διαπιστώνουμε εκεί μια</span><br />
<span style="color: #000000;">χαρακτηριστική μουσική διάθεση και έντονη κλίση προς την έκφραση χοϊκών</span><br />
<span style="color: #000000;">και γενικότερα φυσικών στοιχείων που έκτοτε δεν εγκατέλειψε την ποιήτρια</span><br />
<span style="color: #000000;">ποτέ. Η Ηγησώ (1979), το δεύτερό της βιβλίο, μοιάζει σαν άσκηση συνειδητής αντιστροφής η αποκήρυξης των μειονεκτημάτων της πρώτης. Το ανεξέλεγκτο ροϊκό κύμα των υπερρεαλιστικών μεταφορών, την λεξική —- σε καθαρεύουσα γλωσσική απόχρωση — λαγνεία έρχεται να αντικαταστήσει γλώσσα μεγαλύτερης ακρίβειας. όπου σε σφιχτή ολιγόστιχη φόρμα κατορθώνεται συχνά η εξισορρόπηση νοήματος, μουσικής και συγκίνησης. ’Εδώ, πιστεύω, εντοπίζεται και η γέννηση αυτού του ιδιαίτερου ποιητικού τόνου, μια στάση της φωνής στην εκφορά του λόγου που είναι συνάμα και στάση ψυχική, από τον όποιο κυριαρχείται πλέον το τελευταίο της βιβλίο. Τον ακούμε με ευκρίνεια από τον πρώτο κιόλας στίχο του τέταρτου ποιήματος της Ηγησούς: Πέθανε χρεωμένος, ναι, στην αγάπη της/Τα στρογγυλά της στήθη βουερά τραγουδούσαν / Σαν θηρία κύματα που τα καράβια / Με το φορτίο του καφέ και της μπανάνας / Τσακίζουν πρώτα σε κατάκορφα βράχια / Και τα ρουφούν μετά ξύλο-ξύλο. («Είπε ο Γέρος»),</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο Χώμα (1984), την τρίτη της ποιητική συλλογή, όπου μικρότερες φόρμες εναλλάσσονται με μεγαλύτερες, ποιήματα σε στίχο με ποιήματα σε πρόζα, θα δούμε, υπό τον τίτλο «Μπαλάντα για τους μελλόνυμφους», την πρώτη από εκείνες τις συνθέσεις που στο τελευταίο βιβλίο της Δ.Χ. μας έδωσαν εξαιρετικούς καρπούς και που η ποιήτρια τιτλοφορεί — με εσωτερικά πρωτίστως κριτήρια — «Μπαλάντες». Θα δούμε, επίσης, εντονότερη και πιο οργανωμένη την παρουσία ενός αγροτικού παραμυθικού χώρου, πραγματικά </span><span style="color: #000000;">πρωτόφαντου (όσο και απρόσμενου) σε εργασίες ποιητών της γενιάς της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως κι εδώ το ποιητικό αποτέλεσμα μοιάζει να υπολείπεται από τις ποιητικές δυνατότητες. Σαν να κατασκευάστηκε το όργανο, να εντοπίστηκε ο</span><br />
<span style="color: #000000;">σωστός τόνος αλλ’ όχι ακόμη το σωστό τραγούδι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η προσευχή του αναιδούς είναι η ώριμη συγχώνευση όλων αυτών των</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιητικών υποσχέσεων και μιας λυρικής ιδιοσυγκρασίας (με ιδιαίτερη έφεση στην εκστατική επίκληση) γύρω από ένα συγκεκριμένο θέμα: το πρόβλημα</span><br />
<span style="color: #000000;">της θεοδικίας, δηλαδή του ζητήματος της δικαίωσης του κακού στον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η λέξη «θέμα» ωστόσο αδικεί την ποιήτρια, καθώς δεν έχουμε μπροστά</span><br />
<span style="color: #000000;">μας μια φιλοσοφική πραγματεία αλλά μια εκ βαθέων ποιητική υπεράσπιση</span><br />
<span style="color: #000000;">ενός υπέροχου αισθήματος για τη ζωή μπροστά στην απουσία ενός προφανούς μεταφυσικού θεμελίου η ενός υπέρτερου θεϊκού νοήματος:</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάμε ψυχή μου και χωρίς ψυχή. / Χωρίς νόημα περνάει ο ουρανός [)</span><br />
<span style="color: #000000;">η άλλου: (] Και κλαίω. Δάκρυα φέρνει το μεθύσι. / Λένε πως κάνει το σφυγμό να δίνει / Επίμονο σήμα προς το ελάχιστο / Κι από το πέτρινο αυτό πεζούλι να κινάνε / Σιγά σιγά, σαν πρόβατα, τα σπίτια / Πίσω) από, ποιος ξέρει ποιανού, την άδεια κάπα. []</span><br />
<span style="color: #000000;">Εντούτοις, η ποίηση αυτή δεν έχει τίποτα το εωσφορικό. Ο «άσεβής»,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως ορθά επισημαίνει ο Γιώργος Βέης1 , είναι «τελικά ο ευσεβής, που</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνει τη φύση να μιλήσει ανοιχτά στο Θεό».</span><br />
<span style="color: #000000;">Η φύση αυτή εμφανίζεται διαρκώς σαν ένα θαύμα. Τα ζώα, τα ψάρια, τα πουλιά, τα δέντρα, τα νερά, τα σύννεφα, οι άνθρωποι &#8211; όλα παρουσιάζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">εμψυχωμένα να μιλούν εκστατικά μέσα σ’ ένα μεγάλο κυκλικό παραμύθι (κι</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι γεμάτη η ποίηση αυτή από τα παραδοσιακά στοιχεία του παραμυθιού: τον μύθο, τον διάλογο, την επανάληψη, την εμψύχωση, την επίκληση).</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη η δημιουργία εμφανίζεται ανώτερη του τεμπέλη δημιουργού της. Το</span><br />
<span style="color: #000000;">θαύμα ενός ανάξιου Θεού:</span><br />
<span style="color: #000000;">[ ] Δοκίμασες, λεν οι παραβολές, έναν πατέρα / Ζητώντας το παλικαράκι του. / Κι εκείνος πήγε με φτερά στο βουνό /Κι εσύ του κράτησες το χέρι. / Ούτε μια τρίχα από τον &#8216;Ισαάκ δε θα σου &#8216;δινα. /Το σκύλο μου θ&#8217; αμόλαγα / Πίσω απ&#8217; το φοβερό άγγελό σου. / θα ‘κρυβα του παιδιού το πρόσωπο, μη δει [].</span><br />
<span style="color: #000000;">Το κακό μένει ανεκδίκητο στον κόσμο, και μόνο τα θερμά δάκρυα των</span><br />
<span style="color: #000000;">ανυπεράσπιστων πλασμάτων φαίνονται ικανά να το ξορκίσουν:</span><br />
<span style="color: #000000;">|] Αχ, πλατεία&#8230; πλατεία&#8230; / Ένα κουμπί απ ’ το σακάκι / Ανθρώπου που</span><br />
<span style="color: #000000;">τον σύραν και τον ξέσκισαν. / Και πια το σπίτι του δεν τον ξανάδε. / Εσύ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριε, δεν ήσουν εκεί. Το ένα το παπούτσι του παιδιού / Που έτρεξε μα</span><br />
<span style="color: #000000;">δε γλίτωσε. / Και τώρα θέλει όλα να τα πει / Και κλαίει δε σε νιώθει με το</span><br />
<span style="color: #000000;">μέρος του [].</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ποιητικό τάλαντο της Δ.Χ. βρίσκει σ’ αυτό το βιβλίο μια ανώτερη</span><br />
<span style="color: #000000;">κλήση, έναν βαθύτερο προορισμό. Με εικόνες όπως αυτή: «Στέκεται ο χωρικός με το τσεκούρι/Κι ακούει το κλάμα ενός γιγάντιου ψαριού. / Όμοια κι ο χρόνος / Ανοίγει με τη λυπημένη του ούρα γούβα / Και πάλι του τηνε σκεπάζει το νερό», κάνει κατανυκτική προσευχή τον ποιητικό λόγο που έρχεται θαυματουργικά αυτόκλητος, χωρίς γνωστή θρησκεία ευλαβικός, να «σώσει τα φαινόμενα», να δεηθεί και να παρηγορήσει τον κουρασμένο, τον δίχως αγάπη. τον ματαιωμένο, τον ασήμαντο λογιστή, τον νεαρό βοηθό του γραφείου και την μικρή υπάλληλο του υφασματάδικου, να αντιστρέψει — τέλος — με την ευγένεια του αισθήματος την μοιραία κλεψύδρα: Κι ο σκύλος, άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;">άκρη στο λιμάνι, / τον αφέντη του θα ξαναδεί και θα ζήσει [].</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην «Μπαλάντα του καταδικασμένου», η Δ.Χ. ξαναπιάνει το μοτίβο του νεαρού φυλακισμένου’ που είχε πρωτοδοκιμάσει, με άλλα ποιητικά μέσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ποιητική πρόζα «Σταθερά επί τα ίχνη» της προηγούμενης συλλογής. Μια απλή αντιπαραβολή των δύο κειμένων μπορεί να μας πείσει αμέσως για τον δρόμο που έχει εντωμεταξύ κερδηθεί. Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο ποίημα που ως προς τη γνησιότητα του αισθήματος και την μεγάλη συμπαθητική δύναμη που αναπτύσσει προς την παράλογη συντριβή μιας ζωής στο άνθισμα της, θα άξιζε να υπομνηματίσει την υπέροχη «Μπαλάντα της φυλακής του Ρήτινγκ» του Ούάιλντ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως το ποιητικό κατόρθωμα είναι της Δ.Χ. Η παραμυθητική δύναμη των</span><br />
<span style="color: #000000;">στίχων της στηρίζεται γενικότερα σε μια ρηματική απλότητα που στοιχεί</span><br />
<span style="color: #000000;">απολύτως σε μια ψυχική άφεση και ταπείνωση του εγώ (συμπεριλαμβανομένου και του ποιητικού) για την όποια τα φιλολογικά άλλοθι δεν είναι ποτέ αρκετά: Έτσι ακούμε στο « Τραγούδι για κουβάρι και φωνή»:</span><br />
<span style="color: #000000;">[] Και που δε βρήκαμε πολλά, αυτός δεν είναι /Λόγος να ζούμε με τα λίγα. /</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάτω απ&#8217; τον άπληστο ουρανό / Γιατί να ντρέπομαι και να φοβάμαι; / Με τα</span><br />
<span style="color: #000000;">πολλά που τόλμησα να φανταστώ /Πηγαίνω /Και που είναι /— Σαν να τα</span><br />
<span style="color: #000000;">έχω αξιωθεί — Μεγάλα. []</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, πως η συλλογή κατορθώνεται χεδόν</span><br />
<span style="color: #000000;">αποκλειστικά στην πρώτη και μεγαλύτερη ενότητά της (από είκοσι έξι ποιήματα) που τιτλοφορείται «’Ορυχείο». Η δεύτερη ενότητα, «Η προσευχή του αναιδούς», που δίνει και το όνομα στη συλλογή και αποτελεί μονάχη της μια πολύστιχη σύνθεση δεκαεφτά σελίδων υστερεί σημαντικά. Αν εξαιρέσει κανείς την υποενότητα «Κύριε, θα σου πω μιαν ιστορία&#8230;», ο ρυθμός χαλαρώνει εντυπωσιακά, ο λόγος γίνεται περισσά αφηγηματικός, και κοντά</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ αυτό οι εικόνες ωχραίνουν, ενώ η φωνή χάνει σε μεγάλο βαθμό την τόσο χαρακτηριστική στο πρώτο μέρος παραμυθητική της πειθώ. Όμως το ποιητικό όφελος από το πρώτο μέρος, αυτή τη δεύτερη ενότητα την υπερβαίνει αποφασιστικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ της Δ.Χ. συνιστά ένα παράδοξο. Το απαρηγόρητο αίσθημα</span><br />
<span style="color: #000000;">του ανεκδίκητου κακού που χλευάζει την ανυπεράσπιστη αγνότητα και ομορφιά δεν οδηγεί το ποίημα στη μηδενιστική βλασφημία ή στην αρνητική μεταφυσική &#8211; κατά τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρότυπα του περιώνυμου μαρκησίου ή του Νίτσε. ’Αντίθετα στρέφεται προς έναν κατανυκτικό γεμάτο ηδύτητα και ταπείνωση λόγο, εκστατικό μπροστά στο μυστηριακό και ανεπανάληπτο θαύμα της ζωής. Έτσι η ποίηση αυτή εκβάλλει από ένα δικό της, απάτητο μέχρι στιγμής μονοπάτι, σ’ αυτό το σπάνιο είδος καταφατικής (δηλαδή βαθύτερα παραμυθητικής και υπεραναπληρωτικής) ποίησης στον τόπο μας, όπως αυτό ορίζεται από λίγους αυθεντικούς ποιητές. (Και για να μην πάρεξηγηθώ, τονίζω τα ρήματα: εκβάλλει, δεν την ορίζει). Ειδικότερα, κατά την</span><br />
<span style="color: #000000;">εντύπωση μου, το βιβλίο αυτό μοιάζει να υπαινίσσεται ως είδος μια περίεργη</span><br />
<span style="color: #000000;">σύνθεση του ύστερου Λειβαδίτη με τον Παπατσώνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χωρίς φόβο, μήπως διαπράξω — κι εγώ — «κριτική βλασφημία», θα πω πως αν αυτή η βολεμένη και μάλλον μέτρια στο σύνολό της γενιά, η «γενιά</span><br />
<span style="color: #000000;">του ’70», έδωσε μερικά καλά βιβλία, το βιβλίο της Δ.Χ., για την αίσθησή μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">δικαιούται να είναι ένα από αυτά. Ίσως ένα από τα καλύτερα Δεν θα πω,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως συνηθίζεται στις μέρες μας, ότι είναι το καλύτερο βιβλίο&#8230; εβδομήντα-</span><br />
<span style="color: #000000;">πέντε σελίδων των τελευταίων πενήντα χρόνων. Ούτε ότι θα ήταν το ένα από</span><br />
<span style="color: #000000;">τα τρία βιβλία που θα έπαιρνα μαζί μου στην&#8230; κόλαση. Ούτε, επίσης, πιάνοντας αγκαζέ τον Χρόνο, πως θα διαβάζεται ακόμη μετά από δέκα η</span><br />
<span style="color: #000000;">έστω και πέντε χρόνια. ’Αρκεί ότι το διαβάζω σήμερα με συγκίνηση και κατάνυξη που νικά τον έλεγχο μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">1 «Το σταθερό αίτημα της αποκατάστασης των πάντων», περ. Διαβάζω,</span><br />
<span style="color: #000000;">αρ. 285, 15/4/92, σελ. 128.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΚΗΣ ΜΕΝΔΡΑΚΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μια προσευχή αλλοιώτικη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΕΣΑ σε μια υπεραφθονία συλλογών, στις οποίες εντελώς ετερόκλητα στοιχεία επιχειρούν μάταια να προσκολληθούν σε ό,τι άξιο τείνει να διαμορφώσει το ποιητικό σώμα των τελευταίων χρόνων, στις οποίες οι (ήκιστα ποιητικοί) παφλασμοί έρχονται να υποκαταστήσουν τον ποιητικό λόγο, «Η προσευχή του αναιδούς» της Δήμητρας X. Χριστοδούλου αποτελεί μια πραγματική όαση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλείνοντας, μαζί με τρεις – τέσσερις άλλους &#8211; σχεδόν συνομήλικούς της &#8211; ποιητές, τον κύκλο της λεγάμενης γενιάς του ’70, η Δήμητρα Χριστοδούλου (γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953) πρωτοεμφανίζεται το 1974 με την ιδιωτικής έκδοσης συλλογή «Τα άλογα του Μυροβλήτου» και το 1979 καταθέτει μια δεύτερη, την «Ηγησώ». Από τα πρώτα της ακόμα βήματα η</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιήτρια αφήνει να διαφανεί ότι τόσο η θεματική της όσο και τα εκφραστικά</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα που χρησιμοποιεί για να την επενδύσει τη διαφοροποιούν από τους</span><br />
<span style="color: #000000;">υπόλοιπους &#8211; κυρίως τους πρώτους &#8211; ποιητές της δεκαετίας, κάτι που γίνεται πιο φανερό στο τρίτο βιβλίο της, που κάτω από τον τίτλο «Χώμα» κυκλοφορείτο 1985. Παράδειγμα: παρόλο που ο θάνατος είναι θέμα ιδιαίτερα</span><br />
<span style="color: #000000;">προσφιλές ακόμα και στους πολύ νέους ποιητές στη Χριστοδούλου παίρνει άλλες διαστάσεις και κρατάει μια ιδιαιτερότητα. Κοντά στο φάσμα του, που διακριτικά υποδηλώνεται, υπάρχει ένας καταιγισμός εικόνων, που τονίζει μια χυμώδη γονιμότητα. Αλλά και οι μορφολογικές δοκιμές, μέσα στην ποικιλία τους, δείχνουν την ανησυχία της ποιήτριας που, τις περισσότερες φορές, την οδηγεί σε ένα ευτυχισμένο αποτέλεσμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έξι χρόνια μετά την τρίτη συλλογή, με την «Προσευχή του αναιδούς»</span><br />
<span style="color: #000000;">έρχεται να δικαιώσει τις προσδοκίες του αναγνωστικού της κοινού. Έχοντας επιτύχει σημαντικές κατακτήσεις στο χώρο της τεχνικής και διευρύνοντας την εποπτική της ενόραση, δεν ανεβαίνει αλλά διασκελίζει αναβαθμούς αξιοσημείωτης ποιότητας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Δ. Χριστοδούλου χωρίζει τη συλλογή της σε δύο μέρη: Είκοσι έξι ποιήματα, τα περισσότερα πολύστιχα και όχι της ίδιας στάθμης, συνθέτουν την</span><br />
<span style="color: #000000;">πρώτη ενότητα, ενώ τη δεύτερη αποτελεί μια μεγαλύτερη σύνθεση, που δίνει όχι μόνον τον τίτλο αλλά και το βάρος σε ολόκληρο το βιβλίο. Φλέβες</span><br />
<span style="color: #000000;">λεπτότατες και σχεδόν αδιόρατες από την ποιητική μας παράδοση διακλαδίζονται, συμπλέκονται και αφομοιώνονται γόνιμα μέσα σε στοιχεία συμβολισμού και υπερρεαλισμού, για να δώσουν τελικά στο ποιητικό αυτό κείμενο&#8230;&#8230;&#8230;..</span></p>
<p><span style="color: #000000;">δεν υπάρχει η πληθώρα των εικόνων, αλλά η επιλεγμένη εικόνα και λέξη, με</span><br />
<span style="color: #000000;">το ειδικό τους βάρος, πασχίζουν – και συχνά πετυχαίνουν &#8211; να φέρουν με</span><br />
<span style="color: #000000;">λιτά μέσα το αισθητικό και συγκινησιακό αποτέλεσμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά ο μετασχηματισμός γίνεται ορατός και στο βιωματικό και ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της ποίησης. Παρόλο που με τον τίτλο «Χώμα» της προηγούμενης συλλογής της η ποιήτρια προϊδεάζει τον αναγνώστη για το</span><br />
<span style="color: #000000;">γήινο στοιχείο που κυριαρχεί στο κείμενο, στην «Προσευχή του αναιδούς»</span><br />
<span style="color: #000000;">στρέφεται σε ακόμα πιο γήινους και υπαρξιακούς προβληματισμούς. Εδώ,</span><br />
<span style="color: #000000;">ακόμα και η θεία παρουσία καλείται&#8230;&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ουράνιας εξουσίας και να μοιραστεί το ανθρώπινο άλγος. Σε αντιδιαστολή με</span><br />
<span style="color: #000000;">την «Προσευχή του ταπεινού», μια διαμαρτυρία υψώνεται, μεστή από</span><br />
<span style="color: #000000;">κούραση και πικρία, αλλά απαλλαγμένη από τις μεγαλοστομίες και τις</span><br />
<span style="color: #000000;">κραυγές της κοινωνικής κριτικής μια διαμαρτυρία έντονα χαραγμένη, που</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως δεν απαρνιέται τίποτα από την ποιητική της ταυτότητα:</span><br />
<span style="color: #000000;">«&#8230;Δε θέλω, Κύριε, μπροστά σου</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν μέθυσος να &#8216;ρθω, μα σαν πουλάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">Που οι τρίλιες του τον ύπνο σου ενοχλούν</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έχει το φάλτσο του εμποδίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">Πίσω να γείρει<br />
Η λευκή σου κεφαλή.<br />
</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 6/5/1992</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο φθόνος των θεών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ άραγε από το εν μέρει οργίλο και εν μέρει αμήχανο</span><br />
<span style="color: #000000;">πνεύμα, το οποίο έθρεψε κάποιες νέες καλλιτεχνικές παρουσίες στις αρχές του ’70 και δημιούργησε έναν κριτικό λόγο που κόντεψε να γίνει μύθος δέκα περίπου χρόνια αργότερα; Νομίζω ότι κανείς πια σήμερα δεν θα τολμούσε να μιλήσει για «αμφισβήτηση», μορφής ή περιεχομένου, τουλάχιστον σε ό,τι</span><br />
<span style="color: #000000;">αφορά τους ποιητές που εμφανίστηκαν κατά το εν λόγω διάστημα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η πρώτη νεανική ορμή – με τις υψηλότονες έως φωνασκούντες κοινωνικές καταγγελίες, τη σκόπιμη πεζολογία και τη διατήρηση, γενικότερα, της φόρμας- έχει εδώ και καιρό δώσει τη θέση της στην ιδιοτυπία της προσωπικής φωνής, στην επίμονη μέριμνα για την τεχνική αρτιότητα του στίχου και στην ατομική, συστηματικά κατεργασμένη και κάθε άλλο παρά ευκαιριακή θεματογραφία. Εννοείται ότι αναφέρομαι στις καλές περιπτώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">σε όσους, δηλαδή, κατόρθωσαν μέσα σε δύο πάνω-κάτω δεκαετίες να διαμορφώσουν καινούργια χαρακτηριστικά, ορίζοντας σταθερά το στίγμα τους και αποδεικνύοντας ανοδική σχετικά πορεία. Τέτοια είναι και η περίπτωση της Δήμητρας Χριστοδούλου, η οποία με την τελευταία &#8211; τέταρτη κατά σειρά &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">συλλογή της επιβεβαιώνει όχι μόνον το ταλέντο, αλλά και την ικανότητά της να κινείται στην ίδια πάντοτε γραμμή, χωρίς να πέφτει στην παλιλλογία και, το κυριότερο. χωρίς να επαναπαύεται στα κόποις κεκτημένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Η προσευχή του αναιδούς» είναι αυτό που κατονομάζει ο τίτλος της: η εξέγερση ενός πιστού κατά των ιερών και των οσίων που βάρυναν υπέρμετρα στη συνείδησή του και δεν τον άφησαν να δει την αλήθεια, απαλλαγμένη από τις πλάνες των ιδεών και τη νάρκωση της προγραμματισμένης σωτηρίας. Προσοχή, όμως, διότι ήδη διαγράφεται κίνδυνος σοβαρών παρεξηγήσεων: το βιβλίο δεν αντικατοπτρίζει μιαν αρνητική-χριστιανική ή άλλη θεολογία, ούτε αναλώνεται σε θρήνους της ένδοθεν απώλειας. Ο θεός αποτελεί για τη Χριστοδούλου ένα είδος συμβολικής πρόφασης: την πηγή &#8211; αν μπορώ να το πω έτσι &#8211; που προσφέρει το υλικό για την εικονογράφηση μιας απολύτως γήινης περιπέτειας. Ο έρωτας που δεν θα ανεβάσει ποτέ το σώμα στον έναστρο ουρανό, οι επιθυμίες που έχασαν τόσο την ένταση όσο και τον προσανατολισμό τους, τα όνειρα που εξατμίστηκαν εν μια νυκτί και οι αξίες που κατέρρευσαν προτού καν αποκρυσταλλωθούν σε ορισμένο σχήμα διαγράφουν ένα στεγνό υπαρξιακό τοπίο, το οποίο εξισώνεται μεταφορικά με το θάνατο των θεών, αντλώντας από τη γλώσσα της θεοφαγίας τις λέξεις και τις εικόνες της μεγάλης ύβρεως: «Ω, Κύριε, / Δε θα σου έλεγα τα μυστικά μου. / Δε θ’ άφηνα να μπεις μέσα στην κάμαρα. / Πίσω απ’ την πόρτα θα στοίβαζα τα έπιπλα / Κι ας ξέρω πως μονάχα η επιθυμία σου / Αρκεί να σπρώξει και να τα σωριάσει./Πόσο αδύναμοι οι δικοί μου οι πόθοι, τι είμ’ γώ/ Που έτσι σπρώχνεις, που ζητάς να πάρεις&#8230; / Ω, Κύριε, δεν έχεις μεγαλείο, / Μα ένα μακρύ μακρύ χέρι. / Τόσο φτωχό σε κάνει η απληστία σου, / Που φθόνος, λέω, θα ’ταν κι η ενσάρκωσή σου /.Κι όχι αγάπη».</span><br />
<span style="color: #000000;">Η Χριστοδούλου δεν φοβάται την αφηγηματική ποίηση: ολόκληρο το δεύτερο μέρος της συλλογής είναι ένα και μοναδικό ποίημα, με τοπικές ενότητες πλοκής στενά δεμένες μεταξύ τους, αλλά και ανεξάρτητες ως προς την εικονοποιία και τις υπερβάσεις τους. Από σκηνική άποψη στην «Προσευχή του αναιδούς» κυριαρχούν τα φυσικά στοιχεία, που συνδέονται λειτουργικά με έννοιες φιλοσοφικής ή οντολογικής ενατένισης. Εκείνο, όμως, που δίνει συγκινησιακή υπόσταση σε αυτό το κατά βάσιν μη ανθρωποκεντρικό ποιητικό περιβάλλον είναι τα τρυφερά υποκοριστικά και οι ανάερες επικλήσεις, οι οποίες διατηρώντας το σεβαστικό ένδυμα του προσευχηταρίου, κάνουν δραστικότερη και πιο υποβλητική την ατμόσφαιρα της θεοδικίας:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Δε θέλω, Κύριε, μπροστά σου / Σαν μέθυσος να &#8216;ρθω, μα σαν πουλάκι / Που οι τρίλιες του τον ύπνο σου ενοχλούνε/Κι έχει το φάλτσο του εμποδίσει /Πίσω να γείρει/Η λευκή σου κεφαλή».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμη και όταν κάποτε οδηγείται στην κατάχρηση, η Χριστοδούλου δεν υπολείπεται ποτέ σε ουσία: στο φυτώριό της υπάρχουν λεπτές καλλιέργειες που αποδίδουν ακριβά άνθη.</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΧΩΜΑ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΡΙΚΟΣ ΜΠΕΛΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκδήλωση στo Γαλλικό Ινστιτούτο, 21/1/89</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πρώτη διαπίστωση που κάνει κανείς μετά την ανάγνωση</span><br />
<span style="color: #000000;">των ποιητικών συλλογών της Δήμητρας Χριστοδούλου &#8221; &#8216;Ηγησσώ&#8221;</span><br />
<span style="color: #000000;">και &#8221; Χώμα&#8221;, είναι ;oτι έντονα χρωματίζονται από το ερωτικό</span><br />
<span style="color: #000000;">στοιχείο, την ερωτική σχέση με τα πράγματα, μια σχέση που</span><br />
<span style="color: #000000;">λειτουργεί ως υποψία και υπαινιγμός, ποτέ ως βεβαιότητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί αυτά τα ίδια τα πράγματα έχουν τη δυνατότητα ν’ αποκτούν</span><br />
<span style="color: #000000;">πάλι την παρθενικότητά τους:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και με τον άνεμο και με την ανεμώνη</span><br />
<span style="color: #000000;">η Άννα την ανέμη της γυρνά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">‘Η καθαρότητα των λέξεων αντιστοιχεί και σε μια καθαρότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">εννοιών: ο κόσμος της ποιήτριας είναι συνήθως μικρόκοσμος,</span><br />
<span style="color: #000000;">ή έστω το πραγματικό σύμπαν ιδωμένο με τα μάτια ενός μικρού</span><br />
<span style="color: #000000;">παιδιού. Ενδεικτική, άλλωστε, σ’ αυτό είναι η χρήση υποκοριστικών:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεκινήσαμε με τη μικρή Ανδριανή</span><br />
<span style="color: #000000;">και κάτι σκουριασμένα βουναλάκια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω ανήμερη Βαβυλώνα</span><br />
<span style="color: #000000;">τη νυφούλα αυτή να δεχτείς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκηνοθετικός χώρος των ποιημάτων της είναι συνήθως το ύπαιθρο, ενώ η γραφή είναι υποψιασμένα αστική. Κι εδώ θα μπορούσε κανείς να θυμηθεί, μέσα από την τοπιογραφία της, το αίτημα του Ζαν Ζακ Ρσυσσώ για &#8220;επιστροφή στη Φύση&#8221;. Αυτή η φύση όμως δεν αποτελεί ουσιαστικά αισθητικό αίτημα της</span><br />
<span style="color: #000000;">Χριστοδούλου – όπως επιφανειακά φαίνεται &#8211; αλλά αίτημα καθαρά</span><br />
<span style="color: #000000;">ηθικό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα φανταζόμουν ως στίγμα επιρροής της ένα κράμα Πώλ Βαλερύ</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ’Ανδρέα Εμπειρίκου σε ελάσσονα τόνο. Αυτός ο ελάσσων τόνος, συνδυασμένος με την πολύ διακριτική χρήση τύπων της</span><br />
<span style="color: #000000;">καθαρεύουσας, δημιουργεί ένα είδος αποστασιοποίησης του αναγνώστη από το ποιητικό υποκείμενο, γεγονός στο οποίο και οφείλεται η άκρα υποβλητικότητα του κλίματος της Χριστοδούλου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νεόνυμφη</span><br />
<span style="color: #000000;">Φαλλέ, φαλλέ</span><br />
<span style="color: #000000;">επιτέλους κερδίζω</span><br />
<span style="color: #000000;">την αξιοπρέπεια και το ψωμί μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα από ένα κλίμα αδιόρατης μελαγχολίας, που επικαλύπτει ως επενδύτης όλο του υλικό του ποιητικού σώματος, φαίνεται το νόμισμα και οι δύο όψεις του: το καταλυτικό όνειρο κι ο σαγηνευτικός βυθός. Ή, μ’ άλλα λόγια, ο άνω</span><br />
<span style="color: #000000;">κόσμος, ο γαλήνιος, άλλα με πλούσιες εντάσεις, κι ο κάτω κόσμος, ο καταλυτικός, αλλά μ’ ερεβώδεις αλλοιώσεις, Κι ανάμεσα: Χώμα. 0 τίτλος της τελευταίας ποιητικής προσφοράς της Δήμητρας Χριστοδούλου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποίηση σημαντικότατη, διαποτισμένη όχι μόνο από κοινωνικό προβληματισμό, αλλά κι από συνειδητές προσωπικές επιλογές.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στη των αισθήσεων ζώνη μια χούφτα ποίηση &#8211; χώμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η τέλεια γεύση της επικοινωνίας που παράγεται μέσα απ’ τα είδωλα του καθρέφτη της ποίησης, το οξύτατα προετοιμασμένο και διαμορφωμένο γλωσσικό όργανο που αγγίζει τα όρια της τελειότητας, η επιστροφή σε τρόπους έκφρασης που άνθισαν στο παρελθόν με μια καινούρια όμως αντίληψη για την κατασκευή του θεματολογικού υλικού και τέλος οι πειραματικές διέξοδοι της πεζοποίησης και των νεο-υπερρεαλιστικών διαδρόμων, δείχνουν πόσο σίγουρο είναι το χέρι που προσπαθεί να αναδιπλώσει στο χαρτί τα αναμφισβήτητα σοβαρά του κίνητρα και, επιπλέον, προσδιορίζουν το αισθητικό ύψος της συγκεκριμένης ενότητας, μέσα απ’ το</span><br />
<span style="color: #000000;">οποίο θα λειτουργήσει η διαχρονική μέθεξη εκπομπής και πρόσληψης ερεθισμάτων..</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ την αρχή λοιπόν και χωρίς επιφυλάξεις οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το «Χώμα» της Δήμητρας X. Χριστοδούλου σαν ένα άρτιο τεχνικά και αριστουργηματικά τεκμηριωμένο επίτευγμα, ώστε πάνω απ&#8217; όλα να πλησιάσουμε και να διαισθανθούμε τις λεπτότατες εκφάνσεις του και τις δαιδαλώδεις του αποκλίσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το χώμα, μια απ’ τις λιγότερο χρησιμοποιημένες λέξεις στην ελληνική ποίηση, που καταφατικά ορίζει τη ζωή και το θάνατο, που καθημερινά γεννάει μέσα στην υγρασία του νέα «κύτταρα» έτοιμα να δηλώσουν την αρχή της ζωής και που, ταυτόχρονα, σχεδόν χωρίς αντίδραση, φιλοξενεί κάθε αιμάτινο όγκο που έχει τελειώσει ή μισοτελειώσει τον κύκλο του, που γίνεται συμβολικά αιτία κυοφορίας «εμβρύων» προορισμένα για τη νίκη απέναντι στη στέρηση ως την ολοκλήρωση ανώτερων πνευματικών και ψυχικών αναγκών, που αποτελεί την πρώτη φροντίδα εκατομμυρίων ανθρώπων και δέχεται με τη</span><br />
<span style="color: #000000;">μεγαλύτερη ευχαρίστηση να ανταποδώσει το χρέος του σ’ αυτούς που το «καλλιεργούν», αποτελεί για τον ποιητικό κόσμο της ποιήτριας, φερμένο απ’ την «Ηγησώ» κι ίσως ακόμα νωρίτερα, το κυριότερο όπλο για να οξυνθούν μέχρι την έκσταση, πλασματικά, εικόνες και συναισθήματα σχεδόν μεταβολισμένα. Το «Χώμα» θα περάσει από τις ρίζες των δέντρων, το βυθό της θάλασσας και των ποταμών, απ’ τις ψηλές κορυφές των βουνών, τις</span><br />
<span style="color: #000000;">πλαγιές και τις πεδιάδες, τα σκονισμένα σοκάκια βρώμικων κωμοπόλεων, στις καρδιές μοναχικών ανθρώπων, σε νοτισμένα μάτια κοριτσιών, σε άσκοπα παιδικά χρόνια, σε ατομικές εξάρσεις υψηλών επιπέδων, με τη μοναδικότητα που το διακρίνει και τις ιδιότητες που το διέπουν. Λέει τόσα όσα ολόκληροι</span><br />
<span style="color: #000000;">ζώντες οργανισμοί· και συνάμα γίνεται χρεώστης μιας μορίρας καθώς δείχνει να στηρίζει τη μοναδική αλήθεια της ζωής που είναι εκτός από το θάνατο, η βιολογική και πνευματική σήψη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το «Χώμα» λοιπόν, με βαθιά ριζωμένη στις φλέβες της ποιήτριας ολόκληρη τη διαδικασία της γέννησης, της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής, ακόμα και της καταβολής του ανθρώπινου, ζωικού και φυτικού σύμπαντος, θα προσπαθήσει να δαμάσει για χάρη της, με επιμέλεια γλωσσική και ύφος διεσπαρμένο, με φόρμες διαφορετικές και μορφές ως μοντέρνες, κινήσεις ντυμένες το ρούχο του φύλου, εκδηλώσεις φορτισμένες με τρυφερή ανταπόκριση, επαφές μεταβλητές, επεισόδια που δεν επιδέχονται ανθρώπινη αντίδραση, γεγονότα που αξίζουν και επιζητούν την κριτική παρέμβαση. Και πέρα απ’ όλα αυτά, θα προσπαθήσει να απελευθερώσει, πάλι για χάρη της, όλο το υλικό της ψυχικής της υπόστασης, την έντονη θεωρητική και φιλοσοφική σχέση της με την ποίηση και την αταλάντευτη διάθεσή της για συνεχείς προβληματισμούς στον οικείο της χώρο. Στο «Χώμα», η ποιήτρια</span><br />
<span style="color: #000000;">θα διασκεδάσει μια σειρά από ερωτηματικά που δεν πρόκειται ποτέ να εκφραστούν από κανέναν και ταυτόχρονα δεν πρόκειται ποτέ ν’ απαντηθούν, θα διαλέξει όλα τα είδη της ποίησης για να εκτοπίσει το απόθεμά της, το οποίο δεν επιθυμεί να το εναποθέσει σαν βάρος πουθενά. Θα δοκιμάσει με την άριστη τεχνική της να μεταδώσει μια αισθητική μεγάλων απαιτήσεων</span><br />
<span style="color: #000000;">και τέλος θα μείνει αδιάφορη σε ό,τι ο μέσος άνθρωπος δέχεται ως</span><br />
<span style="color: #000000;">συναισθηματική λειτουργία. Η ποιήτρια και το «Χώμα», θα αναπλάσουν για μια τραγικά περιορισμένη τροχιά, αφενός βιώματα κοινά και καθοριστικά, αφετέρου επεξεργασίες άλλων σφαιρών, για να μην εκφυλιστεί η ποίηση αλλά αντίθετα μέσα από τις διαρκείς αναζητήσεις να προχωρήσει προς μιαν</span><br />
<span style="color: #000000;">ιδανική επανατοποθέτηση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και πράγματι με την τελευταία προσθήκη της Δήμητρας X. Χριστοδούλου μοιάζει η ποίηση να αναπαλαιώνει τους ρυθμούς της, να ανακατασκευάζει τα μηνύματά της, να αντιδρά κάτω απ’ τον ίσκιο περασμένων εποχών, να αναδημιουργεί παλιότερες εκφραστικές μέθοδες και προπάντων να συγκρίνει, να συγκρούεται και να ενσωματώνει κάθε νέα προοπτική που</span><br />
<span style="color: #000000;">πάει να διαφανεί, κάθε καινούρια διάσταση προς όφελος της. Η συμβολή της ποιήτριας σ’ αυτόν τον έξοχο παροξυσμό που παρασύρει θετικά μέρος των σύγχρονων ποιητών και που σίγουρα θα τονώσει τις αισθητικές και συγκινησιακές τομές στο φάσμα της προβληματικής, έγκειται στο γεγονός ότι αφήνει να διαφανεί η κατακτημένη πια περιοχή, ο πλήρης έλεγχος στο αντικείμενο που χειρίζεται και το ποιοτικό αποτέλεσμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θα ήταν ίσως υπερβολικό να πούμε ότι η βαθύτατη γνώση και η</span><br />
<span style="color: #000000;">ανιδιοτελής άσκηση της ποιήτριας Δήμητρας X. Χριστοδούλου, φάνηκαν με το τρίτο της κιόλας βιβλίο, όταν άλλοι ποιητές χρειάστηκαν πολύ περισσότερες απόπειρες και πολλές φορές περιπλανήθηκαν άσκοπα με κατάληξη το ξαναμάσημα ήδη λεχθέντων πραγμάτων με ήδη γνωστό τρόπο και συνεπώς την επανάληψη. Έτσι η αξία του έργου της γίνεται αδιαφιλονίκητη. Τόσο</span><br />
<span style="color: #000000;">για τα πρωτόγνωρα στοιχεία που περιέχουν τα πέντε τελευταία χρόνια της ποίησής μας όσο και για κάποια μη αφομοιώσιμα πάλι στοιχεία που ενίοτε γίνονται στόχος μιας όχι και τόσο άδικης παρέμβασης, μιλάνε καλύτερα απ’ τον καθένα τα ίδια τα έργα. Εκείνο που αξίζει αληθινά να προσεχτεί, έστω</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν δεν γίνεται πλήρως αποδεκτό, είναι το φαινόμενο της μεγάλης διαφοροποίησης των νεότερων ποιητών από τις πρώτες τους καταθέσεις και εκτιμήσεις. Εξέλιξη σαφώς θετική που δείχνει ότι κι αν μερικές φορές οι πειραματισμοί πέφτουν στο κενό πρέπει κανείς να τους επιχειρεί.</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΗΓΗΣΩ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΒΑΣΙΛΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ποιήτρια αυτόνομη στο χώρο της νεότατης ποίησής μας η Δήμητρα Χριστοδούλου , και χαρακτηριστικά ολιγογράφος με τη συλλογή της «Τα άλογα</span><br />
<span style="color: #000000;">του Μυροβλήτου», που είχε κυκλοφορήσει στα 1974 εμφανίζεται για δεύτερη, φορά μόλις τώρα με την «Ηγησώ». Στα καινούργια ποιήματα της όπως και στα παλιά η Χριστοδούλου λειτουργώντας, με αφαιρετικό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι απέριττο λόγο, με μια γλώσσα,&#8217; που την κατέχει και την κατευθύνει, παίρνει μια απόσταση από τα πράγματα, τα απομονώνει χωρίς ποτέ να κόβει ένα μόλις διαφαινόμενο ομφάλιο λώρο, ανθεκτικότατο όμως που την ενώνει μαζί τούς. Η ποιήτρια αυτή κατορθώνει και τα τόσο απλά πράγματα, τα τόσο δύσκολα να μετουσιωθούν σε ποίηση να μας τα παρουσιάζει μ’ ένα τέλεια προσωπικό τόνο, να ψαύει τον πυρήνα τους σε σημεία, που μόνο μια εκλεκτική φύση σαν και τη δική της μπορεί να το επιχειρήσει, πράγμα που συμβαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;">δειγματολογικά στους παρακάτω στίχους:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">H ευχή της μάνας. Η αρθρίτις της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βγάζει στα σκοτεινά aπ’ το δάχτυλό της</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μου φορά τον πατρικό μας σπόνδυλο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ράβει ένα κουμπί. Στο δάχτυλο αίφνης</span><br />
<span style="color: #000000;">Παχιά στρογγυλή σταγόνα αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι η βελόνα προχωρεί στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">Με μια μπαμπακερή κλωστή απ’ το καλάθι. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">ή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νυχθημερόν κατέγραφεν ο συμβολαιογράφος</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπιπλα, σκευή των κεκοιμημένων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα άνεμος υγρός καταγράφει</span><br />
<span style="color: #000000;">Το επανωφόρι και το επίχρυσο στυλό του. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Χριστοδούλου ξεπερνώντας ορισμένες εκζητήσεις του ύφους της θα πρέπει να προχωρήσει σε πιο συνθετικές προσπάθειες σε μια σφαιρική θέαση του κόσμου της για να πει όλα εκείνα, που κρύβει η παλλόμενη ευαισθησία της. Κι αυτά φαίνονται πώς είναι πολλά.</span></p>
<h2 style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ</span></h2>
<p><span style="color: #000000;">500 λέξεις με τη Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ/ΒΙΒΛΙΟ 30.08.2015</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία και εργάστηκε, μέχρι τη συνταξιοδότησή της, ως καθηγήτρια στη δημόσια μέση εκπαίδευση. Εχει εκδώσει δώδεκα βιβλία ποίησης, ένα με πεζά κείμενα και ένα ανθολόγιο μεταφρασμένης αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης. Ποίησή της έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Της έχει απονεμηθεί το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2008). Τελευταίο της βιβλίο ποίησης «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης», Μελάνι 2014 (Βραβείο Ποίησης του Αναγνώστη για το 2015).</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν τα έχω πλάι. Τα έχω πάνω στο κρεβάτι μου. Το μοιραζόμαστε. Στο κομοδίνο ακουμπώ όσα μου στέλνουν, μέχρι να τα διαβάσω.Το κρεβάτι μου, όμως, το μοιράζομαι μ’ αυτά που επιλέγω. Και κάνα δυο που δεν αποχωρίζομαι. Είναι αρκετά.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μακάρι να ήμουν ακόμη τόσο νέα, ώστε να παθιάζομαι με λογοτεχνικές ηρωίδες&#8230; Εξέλιπε αυτή η αθωότητα. Πάντως, και παιδί που ήμουν, πιο πολύ θαύμαζα τους συγγραφείς παρά τους ήρωές τους. Ως τα δεκατέσσερα, π.χ., ήθελα τρελά να είμαι&#8230; η Πολυδούρη. Αργότερα αγάπησα –και διά βίου ζηλεύω– το λευκό φορεματάκι της Ντίκινσον.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Με ποιον συγγραφέα θα θέλατε να δειπνήσετε;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την ποιήτρια Παυλίνα Παμπούδη. Διαθέτει ιδιότυπο χιούμορ και μια σοφή παιδικότητα. Και δεν μου είναι μακρινή. Δεν τα αντέχω τα επίσημα δείπνα! Εξάλλου είμαι πολύ δειλή απέναντι σε αγνώστους και φοβάμαι πως τελικά θα έμενα νηστική.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που σας έκανε να θυμώσετε;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θυμώνω με τα άτυχα βιβλία. Απογοητεύομαι. Τα παρατώ έπειτα από μερικές σελίδες. Η καλλιτεχνική αποτυχία έχει πάντα ένα μεγαλείο, είναι κάτι από Μοίρα. Κάποιοι θυμώνουν με τα κακά βιβλία, μα αυτά δεν αφορούν στην τέχνη, γιατί να τα βάζει κανείς με τους «μπεστ-σελερίστες»; Θα μπορούσε να τα βάλει και με τους υδραυλικούς.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Και το τελευταίο που σας συγκίνησε;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">«Η σπηλιά με τα βεγγαλικά», της ποιήτριας Ζέφης Δαράκη. Τι εξαίσια ποιήτρια! Πόσο λίγο την έχουμε ανακαλύψει.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ποιο κλασικό βιβλίο δεν έχετε διαβάσει και ντρέπεστε γι’ αυτό;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τους «Αθλίους» του Βίκτωρος Ουγκώ. Το είχα διαβάσει στη μαγική εκείνη σειρά «Κλασικά Εικονογραφημένα», που κυκλοφορούσε όταν ήμουν παιδί. Οταν ο πατέρας μου έφερε το κανονικό βιβλίο στο σπίτι, τρόμαξα, δεν ήθελα να μου χαλάσει την ωραία μου εικόνα! Αργότερα συμπλήρωσα τις γνώσεις μου από τον κινηματογράφο&#8230;</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Δυο λόγια για το τελευταίο σας ποιητικό βιβλίο;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Με «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης» συμπληρώνονται πια σαράντα χρόνια από τότε που εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο ποίησης. Μου φαίνεται πως είναι αυτό που λέει ο τίτλος του: Ποίηση ως ελάχιστη θεραπεία της πείνας για νόημα. Μέσα μας και γύρω μας. Εχω την ελπίδα ότι είναι επίσης ποίηση οικονομική, «ελάχιστη», ως προς τα μέσα της. Δεν μπορώ πια τις μακρές εξομολογήσεις, τις περιγραφές, την ευφυΐα εργαστηρίου. Υποτάχτηκα στη συγκίνηση. Και θα δείξει&#8230;</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Αγαπημένος ποιητής ή αγαπημένο ποίημα;</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Βαγιέχο, για την παντοδύναμη φαντασία, η Ντίκινσον, για την απίστευτη σκηνοθεσία. Ο Καβάφης για τη βαθύτατα πολιτική ματιά. Και τόσοι άλλοι.</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2020/03/%ce%b4hmht%cf%81a-xpi%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%b4oy%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>1</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
