<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B1-%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Thu, 11 Jul 2024 14:10:09 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%81%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%81%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 08 Aug 2017 18:17:24 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=8289</guid>

					<description><![CDATA[Η Γιώτα Αργυροπούλου γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και εργάστηκε  στη Μέση Εκπαίδευση στην Καλαμάτα. Για την ποιητική της συλλογή Διηγήματα τιμήθηκε το 2010 από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Γεωργίου Αθάνα του Ιδρύματος Ουράνη. Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2017/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%81%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Η Γιώτα Αργυροπούλου γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας. Σπούδασε Φιλολογία στην Αθήνα και εργάστηκε  στη Μέση Εκπαίδευση στην Καλαμάτα. Για την ποιητική της συλλογή Διηγήματα τιμήθηκε το 2010 από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Γεωργίου Αθάνα του Ιδρύματος Ουράνη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, τα ουγγρικά και τα γερμανικά.<br />
Έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 19 Ιουλίου 2018 σε ηλικία 57 ετών.<br />
</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΒΙΒΛΙΑ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τοιχογραφία της άνοιξης, (1998)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νερά απαρηγόρητα, (2004)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διηγήματα, (2010)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιητών και Αγίων Πάντων, (2013) (Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό (2017)</span></p>

<a href='https://whenpoetryspeaks.gr/untitled-fr12-0001-2/'><img width="212" height="300" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/07/untitled-fr12-0001-212x300.jpg" class="attachment-medium size-medium" alt="" loading="lazy" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/07/untitled-fr12-0001-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/07/untitled-fr12-0001.jpg 564w" sizes="(max-width: 212px) 100vw, 212px" /></a>
<a href='https://whenpoetryspeaks.gr/untitled-fr12-0002-2/'><img width="194" height="300" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/07/untitled-fr12-0002-194x300.jpg" class="attachment-medium size-medium" alt="" loading="lazy" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/07/untitled-fr12-0002-194x300.jpg 194w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/07/untitled-fr12-0002.jpg 517w" sizes="(max-width: 194px) 100vw, 194px" /></a>

<h2></h2>
<h2></h2>

<a href='https://whenpoetryspeaks.gr/1-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b1%ce%b3-%cf%80%ce%b1%ce%bd%cf%84%cf%89%ce%bd-2-2/'><img width="160" height="240" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/07/1-cf80cebfceb9ceb7cf84cf89cebd-cebaceb1ceb9-ceb1ceb3-cf80ceb1cebdcf84cf89cebd1-1.jpg" class="attachment-large size-large" alt="" loading="lazy" /></a>
<a href='https://whenpoetryspeaks.gr/1-%cf%84%ce%bf%ce%b9%cf%87%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%b9%ce%b5%cf%83/'><img width="160" height="251" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/07/1-cf84cebfceb9cf87cebfceb3cf81ceb1cf86ceb9ceb5cf83.jpg" class="attachment-large size-large" alt="" loading="lazy" /></a>

<h2 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΣΙΚΙΝΟ, ΑΝΑΦΗ, ΑΜΟΡΓΟ (2017)</span></strong></h2>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΚΤΑΙΩΡΟΣ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όσα ταξίδια έκανε στη γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήταν με το άλογό του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν κάποτε ρώτησα πώς είναι η θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> άφησε το αλέτρι από τα χέρια του</span><br />
<span style="color: #000000;"> μου έδειξε τον ουρανό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα ο καλός μου ζευγολάτης κατέβηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κούρος αρχαϊκός</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαθιά μέσα στα χώματα που όργωνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> με δυνατό ζευγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> βόδι και άλογο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και δεν αντίκρισε ποτέ τη θάλασσα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΗΣΙ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαντρότοιχος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξερολιθιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέτρινο αλωνάκι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ο τόπος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στρατολόγησε τις πέτρες του</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατάντικρύ στο φως.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΩΡΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σπαρμένα στο ’Αρχιπέλαγος</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ξέρες, φοβερά γκρεμνά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις Χώρες μέσα αγκαλιασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γλυπτά θαρρείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξωκλήσια ασβεστωμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκκλησίες ανάγλυφες της Παναγιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Παραπορτιανή στη Μύκονο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ’Αμοργό η Χοζοβιώτισσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Παντάνασσα στη Σίκινο, Χρυσοπηγή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη Φολέγανδρο η Κοίμηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκαρφαλωμένη στα ψηλά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Καλαμιώτισσα στον μονολιθικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> πελώριο βράχο της ’Ανάφης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τάματα και αντίδωρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> της πίστης αντιστύλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με όποιο φως και να σταθείς αντίκρυ τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον κυκλαδίτικο ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξημέρωμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> απόβραδο</span><br />
<span style="color: #000000;"> άπλετο μεσημέρι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> — μια γλώσσα μιλά η ομορφιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα ουρανού και γης</span><br />
<span style="color: #000000;"> από γεννησιμιού του κόσμου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατάσαρκα πυρπόλησε τη νιότη τους το φως</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στον Άη Νικόλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο Σαρακήνικο Καράβι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο Κατάρτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα βράχια πάνω τα κατάπληκτα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">έρωτας αλμυρός.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν ζήλεψα την Μαρία Καλογεροπούλου</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κατάγονταν από ένα άσημο Νιοχώρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου Μελιγαλά τις παρυφές</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι μόνο γιατί ενσάρκωσε το θεϊκό ταλέντο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και έμεινε η Κάλλας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ντίβα η απόλυτη σ’ όλες τις εποχές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι διότι το ’σκάσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το σήμα και τον τάφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δονείται στο Αιγαίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στων κυμάτων το βιμπράτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι αντηχώντας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">— στις σπηλιές!</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΠΛΟΥΣ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΠΛΟΥΣ 1987</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Άφησες πίσω το λιμάνι, την κουρασμένη πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τα μικρά Δωδεκάνησα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πρώτος σταθμός η Πάτμος, περπατημένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> από άκρου εις άκρον προηγούμενη χρονιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πρωτοϊδωμένη η Νίσυρος, η Σύμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Χάλκη, η Τήλος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σαν τις γυναίκες του ποιητή όλες ωραίες μέσα στη</span><br />
<span style="color: #000000;"> νύχτα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα προκειμένου για νησιά, το χάραμα αναδεύονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στης αυγής τα σπάργανα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μεσημέρια πλέουν μετέωρα στο φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήταν κρίμα να μαυρίσει τέτοια στίλβη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σε περίμενε φαιός ο Πειραιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το τραίνο, ο σταθμός Πελοποννήσου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάνω στο πλοίο της γραμμής άλλαξες ρότα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χάραξες πλου ανήκουστο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απ’ το Καρπάθιο, την Κρήτη, το Μυρτώο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρεις μέρες Τήλος &#8211; Γύθειο, παραμονή Δεκαπενταύγουστου</span><br />
<span style="color: #000000;"> έφτασες στο στεριανό χωριό σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είδες την Κάσο και την Κάρπαθο — μετά από δέκα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σήμανε και η ώρα για την Όλυμπο, τη σπηλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> του Άη Γιάννη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διέσχισες την Κρήτη, από τον Άγιο ως τα Χανιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα Κύθηρα νόμισες πως ήσουν πάλι πίσω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όσα ακλούθησαν μετά, πρόσωπα, τόποι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πέρασμα του χρόνου ας συμφυρθούν στη μνήμη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως αυτό το μυρωμένο καλοκαίρι, πού ακόμα το ανασαίνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> βράχια φωτόλουστα, ομήλικοι ταξιδευτές</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλοία νυσταγμένα, το καθετί να κρατηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη θέση του. Σε σχέδιο ονείρου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Φύσηξε απ&#8217; όλες τις μεριές</span><br />
<span style="color: #000000;"> κυκλαδικός αέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαλάγησε νομή σπιτιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στο φρύδι του γκρεμού</span><br />
<span style="color: #000000;"> καταντικρύ στα αστέρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ας αντικρίζουν κίνδυνο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μετράς τα σπίτια, όλα σωστά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μετράς νησιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> καράβια</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετράς τα αστέρια του ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;"> και περισσεύουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φέγγουν ψηλά και οι εκκλησιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου γαλαξία τις πόρτες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΕΜΟΤΑΦΙΑ ΙΚΑΡΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ ένα ασκί παρέδωσε στον Οδυσσέα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Αίολος κλεισμένους τους ανέμους του</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα οι νήπιοι τους έλυσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πώς να τους μαζέψεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μ’ άγρια σφυρίγματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρυγάνε τα νησιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γραίγος, Βοριάς, Σιρόκος;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ανεμόδαρτη Ικαρία</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ολοχρονίς τη μαστιγώνουν οι ανέμοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε στάμνα έθαβαν τον άνεμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με χώμα, πέτρες κι αναθέματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξόρκια και μαγικά, χειρονομίες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αλαφροΐσκιωτοι νησιώτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> βουλήθηκαν να τον δαμάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον κραταιό μαστιγωτή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τύμβοι από χώματα και πέτρες χαλαζία</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα Ανεμοτάφια στην Ικαρία</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως είμαστε αθύρματα θυμίζουν</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΛΤΕΜΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μετά από χρόνια αν ξαναπάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην Αμοργό</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα είσαι πάλι δεκαεννιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στη Χώρα οι δρόμοι δεν θα σ&#8217; έχουν λησμονήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον άνεμο που σφύριζε θαυμαστικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα φουστάνι σου, που φόραγες, λευκό</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχες χαρίσει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;"> ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα καλοκαίρια του έδειχνε φωτογραφίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα νησιά. Τα κάστρα, τα σοκάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραλίες. Ψιλή άμμος, Πλατύ-γιαλός</span><br />
<span style="color: #000000;"> αντίσκηνα, αρμυρίκια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτός δεκατεσσάρων, γειτονόπουλο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μια μέρα πρόσεξε δύο απλωμένα κομματάκια το μαγιό της</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πάνω ολοκαίνουργιο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από τότε όλο την φαντάζεται με στήθος γυμνό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κολυμπά, να κάθεται στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλο αυτό σκεφτόταν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι απόψε, Αύγουστος με φεγγάρι στο μπαλκόνι της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν άντρας γύρεψε το βλέμμα της</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν παιδί την παρακάλεσε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μυστικό όλη του τη ζωή θα το κρατούσε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του ‘πε δεν είναι το ίδιο με τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη θάλασσα — εκεί κανείς δεν σε κοιτάζει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σαν άντρας υποσχέθηκε, σαν παιδί ορκίστηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν θα ζητούσε τίποτα πια, ποτέ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνο να δει στο φεγγαρόφωτο το στήθος της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να μην το αγγίξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να το δει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να δει το στήθος της μονάχα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΠΛΟΥΣ 2017</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Σειρήνες δεν θα ακούσεις πια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μπορεί να φταίει που δεν είσαι δεκαεννιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν έχεις στο σακίδιο βιβλία</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο ρούχα, μπουκαλάκια, αξεσουάρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ταξίδι είναι οι ώρες μοναχά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέχρι να φτάσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμα θαρρώ, ελπίζω ακόμα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> για όσους είναι δεκαεννιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχει χρόνο το ταξίδι, δεν έχει προορισμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχει μόνο τις γλυκόλαλες σειρήνες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτοί που σκαρφαλώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν πρωτόπλαστοι στα βράχια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόντρα στο φως, γεμάτοι αλάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αγαπιούνται στις σπηλιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα έρθει μέρα, θα νοσταλγούν τη νιότη τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> αριθμημένα, χάι-σπιντ, μπλου σταρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σούπερ φέρι.</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανέστιοι νεκροί</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι πνιγμένοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανένας ξύλινος σταυρός δεν θα δηλώνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη βάσανό τους επί γης</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τον απελπισμένο διάπλου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα μωρά στην αγκαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μού &#8216;ρχονται στο μυαλό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κατ&#8217; αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μνημόρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε τοποθεσίες περίοπτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φαντασία ένοχη, για τούτο γενναιόδωρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τους προσφέρει μετά θάνατον</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτήν την καλοσύνη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Σαν φουσκοθαλασσιά]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σαν φουσκοθαλασσιά σηκώνει κάθε τόσο ο Καιρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> με μπόγους, μωρά στην αγκαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και την καρδιά ξεριζωμένη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πόλεμοι, λάβες ηφαιστείων, αποικισμοί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> λοιμοί, μεταναστεύσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ταραχή αέναη συνέχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο Αιγαίο τη ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τη ρίζα της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μυρίπνοα νησιά σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου άσωτου νερού το δρόμο.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (2013)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Συγχώρεσε με που σε ξέχασα]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Συγχώρεσε με που σε ξέχασα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βελούδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αν σε ξεχνώ και τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τα τραχιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ερημικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μοναξιά, το φόβο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πέτρα που κρύβεται ο λαγός</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο κυνηγός</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξαστοχήσει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μας δίναν εικονίτσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τις βαστούσα στην παλάμη μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Παρηγορούσα κάθε πίκρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως χαλεπόν η νεότης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι ζεστασιά. Τι βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους παρηγορητές και τους προστάτες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευλογημένο το όνομά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλύτης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άγιοι Πάντες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΕΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε φορά που ταχυδρομεί ένα βιβλίο του</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8211; αφιερωμένο εξαιρετικά &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;"> για την τύχη του αγωνιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα διαβαστεί;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα πεταχτεί;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα ξεχαστεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε μια γωνιά;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και σκέφτεται μοιραία</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη συλλογή του Καρυωτάκη</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφιερωμένη &#8211; κι άκοπη &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Ακολουθώ τις νύχτες &#8230;]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ακολουθώ τις νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φεγγάρι, τις σκιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> παίρνω από πίσω τη σκιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί τι είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ποιητής;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα υπάκουο σκυλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ιχνεύει τη σκιά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψάχνει τα θηράματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που χτύπησε ο Θεός</span><br />
<span style="color: #000000;"> να του τα πάει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σε σχολική γιορτή μαθήτρια μεγαλύτερη</span><br />
<span style="color: #000000;"> απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να πω τολμηρά άστραψε φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> και είδα την ψυχή μου;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το βράδυ στο μπαλκόνι μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα που η μάννα μου ξέχναγε σιγά σιγά –</span><br />
<span style="color: #000000;"> την κούραση της μέρας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πήρα να της διηγηθώ της ιστορίας τα καθέκαστα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> H μάννα για λίγο μ’ άφησε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Το είπα και εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δε με ξαναστείλανε σχολείο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έλα, μου λέει, να σ’ το πω και ’γω για να το μάθεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> με λίγα φώτα αχνά μπροστά μας από τα σπίτια του χωριού</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γύρω μας καλαμωτά με τρυφερά μουρόφυλλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τους μεταξοσκώληκες να θρέφονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να θροΐζουν νύχτα μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπεσαν στάλες τα δάκρια από τα μάτια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τη μάννα και την Αρετή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τη δική της μάννα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αργότερα στο Γυμνάσιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν μαθαίναμε πια απέξω τα ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> – αν έχει κανείς άλλο μ’ αυτά να κάνει .</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σχεδόν σε κάθε στίχο, στην ερώτηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> τί εννοεί εδώ ο ποιητής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ολονών οι γνώμες υψώνονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν χαρταετοί στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τί εννοεί ο ποιητής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτήν που αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιλήσαν ώς και τα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όσο για τις βραδιές ποίησης</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στην ευλογημένη περίπτωση</span><br />
<span style="color: #000000;"> που νιώθω τί λέει ο ποιητής</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τότε, ο καλπασμός του Κωσταντή</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκέπασε το θρόισμα του μεταξοσκώληκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στα φρέσκα φύλλα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς τις νύχτες καθρεφτίζομαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις σελίδες με τα παλιά μου ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> -δεν είναι παρά λίγοι επίμονοι στίχοι-</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέπω πως η σκιά μου μεγάλωσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δε χωρώ στο ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> περισσεύω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τότε έγραφα στις αμμουδιές με ήλιο τη σκιά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και όπως είπε ο ζωγράφος-χρόνια θήτευε στο φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φεγγάρι γεννά τις μεγάλες σκιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ήλιος τις επίμονες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μεγάλωσαν οι νύχτες μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα σύνεργα πανάλαφρα, βγαίνω με το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλο προβάρω και φορώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> παλιά, καινούργια ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μακριές μεγάλες νύχτες.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ (2010)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤ&#8217; ΟΝΕΙΡΟ ΠΑΛΙ ΠΑΣΧΑΛΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έρχονται από το σόι της το πλατύφυλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κοντοκλαδεμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι θειοί και τα ξαδέρφια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στρώνει υφαντό τραπεζομάντιλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γυαλικά, πιατέλες, χάρες από το γάμο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα τούτες τις νερόκουπες με τις επάλληλες γραμμές</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις επιχρυσωμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα λεπτούλια κρασοπότητα με λουλουδάκια χάραγμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στα χρόνια τα &#8216;σπασα μ&#8217; αδέξια προθυμία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πώς βρέθηκαν κι αστράφτουνε μαζί με τις κανάτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και με τι χέρια θα τσουγκρίσουνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο στήθος σταυρωμένα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα σήμερα είναι Πασχαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ&#8217; έχουν στα γόνατά τους ψίχαλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εκείνοι λένε φωναχτά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μωραϊτικα τραγούδια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι σαν τότε Πασχαλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η μάννα μου τους έστρωσε τραπέζι να φιλιώσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσοι φύγαν αμίλητοι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα πιούν, θα τραγουδήσουνε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάνει η ίδια την αρχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> το γιορτινό τραγούδι της</span><br />
<span style="color: #000000;"> σώπαινε μάννα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σώπαινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τούτο το μοιρολόι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">από τη συλλογή</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ι</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αέρισα καλά το ξένο σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλά μυρίζει ακόμα φαγητό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσιγάρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αναπνοές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χτες μετακόμισα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια μοναξιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πιο πέρα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξαγρυπνούσα κι άκουγα ερωτευμένο αηδόνι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είχε τη φωλιά του στα φυλλώματα ενός δέντρου ταπεινού</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μέρα δεν το πρόσεχες</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν το &#8216;πιανε το μάτι σου για δέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τώρα το αηδονάκι με τις τρίλιες του</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αποκάλυψε στα μάτια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δέντρο μικρό κι ασήμαντο</span><br />
<span style="color: #000000;"> καχεκτικό δεντράκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκονισμένο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξαγρυπνούσα κι άκουγα το ερωτευμένο αηδόνι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αναπολούσα τον καιρό που ήμουνα πουλί</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αηδόνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοίταζα μόνο το τραγούδι μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο δώμα που ξαγρύπναγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικρό και σκονισμένο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΣΤΩ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν προ ετών απηύθυνα νερά απαρηγόρητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε οίκο εκδοτικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ειλικρινώς μας ενδιαφέρει η γραφή σας είπε η υπεύθυνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλά ξέρετε δεν κινείται η ποίηση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μήπως έχετε κάποιο πεζό, νουβέλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύη μυθιστόρημα; Διηγήματα έστω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποίηση δεν κινείται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και όμως κινείται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αντέτεινα ασυναίσθητα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν είχα υπόψη μου στατιστικά κι ευπώλητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχα αποστολές των ποιητών με τα ταχυδρομεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ακόμη της αμέτρητες μποτίλιες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που αφήνουν κάθε βράδυ ναυαγοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου διαδικτύου τους ιστότοπους</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτούς τους έστω τόπους</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ίδιο για μένα ακατανόητους</span><br />
<span style="color: #000000;"> με αυτούς που όριζε ο μαθηματικός στον πίνακα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ένα μαύρο πουθενά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη στερεομετρία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και όμως κινείται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Υπερασπίστηκα ασυναίσθητα την ταπεινή μου τέχνη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασυναίσθητα της αφιέρωσα τις ιστορίες μου όλες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διηγήματα λοιπόν. Διηγήματα έστω.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΡΑ ΑΠΑΡΗΓΟΡΗΤΑ (2009)</span></strong></h2>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Α’ Νερά απαρηγόρητα</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Τοπίο</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ι</span></strong><br />
<span style="color: #000000;"> Υγροί πράσινοι λόφοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και οι σταγόνες της βροχής</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικρές εγκυμονούσες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άπλωνα τα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> έδινα την καρδιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δέκα χρονών μέσα στο θαύμα.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;"> Μόλις ξεδιάλυνε η ομίχλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> φάνηκαν οι αμυγδαλιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίδιο ανάερο άστρο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιο κάτω σπίτια νοτισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αραιός καπνός στις καμινάδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κεραμίδια υγρά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Άνοιξη</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Πλένουν οι μανάδες μας στρωσίδια τοϋ χειμώνα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ολόκληρη ημέρα στο ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πρώτο πανηγύρι στο νερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα πέρασε πλανόδιος φωτογράφος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> ’Αγκαλιασμένες με το νερό ως το γόνατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> — Η Δέσπω με περνάει ένα κεφάλι —</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ’μαστέ δέκα-έντεκα χρόνων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> “Φίλες αχώριστες μέχρι θανάτου”.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είκοσι χρόνια Δέσπω</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχω να σε δω.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Καλοκαίρι</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Νεράκι κελαηδιστικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και οι καβουρομάνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> θολώνουν λίγο το νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς τρυπώνουν στη φωλιά τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψηλά στον αναβαθμό τα αγόρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνουν βουτιές με σαματά</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαλούν τον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δοξάζουνε την εποχή και το ποτάμι.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Φθινόπωρο</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήρθαν οι τσιγγάνοι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έστησαν στις όχθες τα τσαντίρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βροχή τους ρήμαξε όλη νύχτα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ηλεκτρισμένο πρωτοβρόχι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνοι όμως το πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;"> απλώσανε στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μελαχρινό χαμόγελο.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Χειμώνας</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ιτιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλατάνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> άσπρο το χνώτο του</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον κάμπο το πρωί.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ιούλιος</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Το αλώνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δεμάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> το άλογο ιδρωμένο στου φεγγαριού το φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ τραγούδησαν τη γη για να καρπίσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>Αύγουσ</strong>τος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αδειάζει το καπέλο του γεμάτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ποδιά μου. Σταλαγματιές οπώρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευωδιάζει η μνήμη μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θάλλουν τα τζιτζίκια, δονείται ο ελαιώνας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λίγα καρποφόρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στενοί μου φίλοι παιδικοί.</span></p>
<h3 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Β’ Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στο κόσμο</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Κόκκινη κλωστή δεμένη</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ι.</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τις άγγιξα παιδί και έλυσα στον ώμο τα μαλλιά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην αγκαλιά τους στερεώθηκα στον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τασία Καίτη Ελένη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ζεστό χρώμα γυναικείας σάρκας</span><br />
<span style="color: #000000;"> άρωμα αλωμένης τρυφεράδας.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύφαιναν στον αργαλειό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μυστικά του κόσμου με τραγούδια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με νήματα βαμμένα στις φλούδες του ευκάλυπτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στης καρυδιάς τα φύλλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έπαιζα ή κρυφάκουγα λιγάκι παραπέρα;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ας ήταν όλα φανερά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εγώ κρυφά τα άκουγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρυφά τα κελαηδούσα.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι’ ας φύλαξες ευλαβικά προγονικό αδράχτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και του αργαλειού εξαρτήματα όσα βρήκες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ήχος που ύφαινε ξερός των γυναικών το πεπρωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάει και πια δεν θ&#8217; ακουστεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> η γειτονιά τα γέλια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Κυριακή</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Φοράω κάθε μέρα τα καλά μου στη δουλειά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάει χρόνια που διορίστηκα σε μια στενοχωρία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δάσκαλε τι μ&#8217; έθελγες σε τούτο το εύ ζην;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βουίζει τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζην ζην ζην</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασίγαστο μελίσσι η καρδιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η καρδιά μου δίψασε η καρδιά μου αρρώστησε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στη χειροποίητη ζωή θα σμηνουργήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να ανθοφορεί ο λόγγος το σπάρτο και το σφάλαχτρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να &#8216;ναι η βδομάδα Κυριακή</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα μέλπει ο πετροκότσυφας</span><br />
<span style="color: #000000;"> βου γα δη κε με πεταστές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το ζην</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα αντιφωνεί θριαμβικά η καρδιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γλώσσα περισπώμενη</span><br />
<span style="color: #000000;"> των μελισσών και των πουλιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και των αγγέλων.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">— Το έμαθες το πήμα σου;</span><br />
<span style="color: #000000;"> — Ποί-η-μα τη διόρθωνα, της έλεγα το ξέρω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και νόμιζα ότι το ’ξέρα, μα εκεί μπροστά στον κόσμο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην πρώτη του δημοτικού, στην ξύλινη εξέδρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> προπάντων στον παππούλη μου μπροστά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ’ταν σαν ψάρι στη στεριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί στην πρώτη τη σειρά μακριά απ’ τα χωράφια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εσάστισα ολότελα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το ’χασα το ποίημα με το βαρύ φορτίο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> — γίνεται να ’ναι ελαφρύ το ελληνικό το χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή μία χούφτα ειδικά για τον ξενιτεμένο;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τριάντα χρόνια αργότερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μάνα πια το έμαθε, λέει σωστά το ποίημα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα απ’ το παλιό μου πάθημα και τη στερνή τη γνώση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ξέρω πια τη γλύκα του</span><br />
<span style="color: #000000;"> — τότε το έλεγες σωστά. Πήμα της λέω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πήμα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα μήλα ήταν μέλι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε μάλωναν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν τα ’παίρνε ο πατέρας στο χωράφι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά ή βασίλισσα στο κάδρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν άλλαξε η γεύση του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνήθισα μονάχα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ σ&#8217; αδειανά καφενεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> και η παλιά πελατεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτογραφία στον τοίχο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ξεχασμένα τζούκ-μπόξ</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς ήχο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυσίαζα σε σας το χαρτζιλίκι μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και τι δε θα θυσίαζα και τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έμεινε η Κυριακή</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν καλαμιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον κάμπο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">(Μετακομίζω στα όνειρα τις νύχτες)</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ στα όνειρα τις νύχτες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στα όνειρά μου κυλούν νερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τοπία φτερά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κυλούν απαρηγόρητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και το χωριό μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ολοένα μετακομίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετακομίζει στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όσοι προλάβαν στην Αθήνα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τα νερά κυλούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> απαρηγόρητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ύπνο μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο ασφοδελό χωριό μου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Κλεινόν άστυ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">IV</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγνάντευες εφτά χωριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα βουνά γαλάζια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Άνω Μεσσηνιακή πεδιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα φώτα της</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα χωριά της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να υποστείλεις τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη ματιά σου ως το κάδρο;</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">V</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ας πήρες την απόφαση</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τελειώσεις τη ζωή σου στο τριάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχεις τον ανοιχτό ορίζοντα εγγεγραμμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εντός σου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλώνι και πηγάδι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον ίσκιο μιας κληματαριάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σεργιανάς στον ύπνο σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα παιδιά σου όμως,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν θα έχουν πού την κεφαλήν κλίναι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι αν έχεις ώτα ακούειν</span><br />
<span style="color: #000000;"> άκου με.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τζάμπα παιδεύεσαι και χτίζεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> και συνταιριάζεις όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τους μυαλού παλιές φωτογραφίες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Η Αγάπη δυναμώνει και την πέτρα]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ανθίζουν σπίτια ταπεινά</span><br />
<span style="color: #000000;"> όρθια μετράνε τούς αιώνες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κυλάει το ποτάμι της αγάπης</span><br />
<span style="color: #000000;"> το αίμα που δε γίνεται νερό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όπως στεριώνει τις γενιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> την πέτρα δυναμώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αρχοντικά περήφανα ρημάξαν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μεσοτοιχίες εχθρικές μοιράσανε τις σάλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> —πού να περάσουν οι ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού να βρει κοίτη η αγάπη —</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαλεύουν απ’ τη θέση τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> γκρεμίζονται και οι πέτρες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί η αγάπη στερεώνει και την πέτρα</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Γ΄ Σαν τη δροσιά στο φύλλο</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Εις μνήμην</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;"> Αναστασίας</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να χαρώ είπε πια εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πώς να ζήσω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ’ ένα συρτάρι στον κομό</span><br />
<span style="color: #000000;"> έβαλε τα ασπρόρουχα που τύλιξαν τα νιάτα της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Την καλημέρα χειροποίητη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα γυαλικά του γάμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έδεσε τα μυστικά κόμπους μες στην παλάμη της</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κλείδωσε το σπίτι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δημητρίου</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217; αυτό εδώ το τραπέζι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσουγκρίσαμε της Παναγιάς ξέχειλα τα ποτήρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ήταν για τελευταία φορά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα χτυπάει αύριο στο χωριό λυπητερά η καμπάνα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάει κι ο Μίμης σα δροσιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα πουν οι χωριανοί μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έσβησε ο Μίμης σα δροσιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν τη δροσιά στο φύλλο.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">7-12-99</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Το ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ βράδυ τους κοιμήθηκαν στη σάλα]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το τελευταίο βράδυ τους κοιμήθηκαν στη σάλα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνο δεν άλλαξαν πλευρό μες στη στενή τους κάσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τούς σκέπαζαν τα άνθη ελαφριά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> υγρά τα μοιρολόγια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κει κοντά στα πόδια τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ψυχοκέρια καίγαν στο σιτάρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχε τη λύπη γιορτινή</span><br />
<span style="color: #000000;"> τό τελευταίο τους βράδυ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ύστερα τι ανάερη μετατόπιση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με αρχαϊκό χαμόγελο ανάμεσα στους συγγενείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτούν από το κάδρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και οι πίκρες πού τους κέρασαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα περάσαν όλα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ βοριά μου]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σε παρακαλώ βοριά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύσα δυνατά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μαζέψεις τα κλαράκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το λινάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μετάξι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τό κουκούλι του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ανέμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον αργαλειό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το τραγούδι του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε παρακαλώ βοριά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύσα ταπεινά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ αρμενίσουν οι ψυχές τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ’ρθουνε κοντά.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ (1998)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Στου γέλιου σου την άκρη &#8230;]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στου γέλιου σου την άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ματώνει άσπρο μετάξι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δόντια πυκνά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μαργαριταρένια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΄</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έτσι αστράφτουν με το χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βουνά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι λιποθυμούν μες στ&#8217; άνθη τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ακακίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι αστράφτει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι λιποθυμάει το στόμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> βελούδο παπαρούνας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όραμα πυρκαγιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ολάνθιστο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ</span></strong></h3>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Στον Δημήτρη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ευφημισμός ο τίτλος στο εξώφυλλο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ευφημισμός η εικόνα. Τα χελιδόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ερωτοτροπούν στην ευωδία των κρίνων</span><br />
<span style="color: #000000;"> και εικονίζουν αισιόδοξα</span><br />
<span style="color: #000000;"> την εποχή του έρωτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τα υποσχόταν όλα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να ξαναγράψεις ερωτικά ποιήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα ερωτικά είναι το στοιχείο σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> είπε φίλος αργότερα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα ο φτερωτός θεός</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι το παιδί που παριστάνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να το ξεγελάσεις με ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνταγογραφημένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δε θέλει θυσία αναίμακτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους στίχους που θα γράψεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτώ τον σύντροφό μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> παρακαλώ βουβά να μη γράψω ποτέ πια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ερωτικά ποιήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να μείνει αυτός το ζωντανό σημάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως ο θεός</span><br />
<span style="color: #000000;"> εξευμενίστηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τους φτωχούς μου στίχους.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΤΖΗΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΚΩ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καμιά φορά γυρίζεις και θυμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όχι φορέματα που ντύθηκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και καθρεφτίστηκες φιλάρεσκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στον αντρών τα μάτια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα κάτι ρούχα ταπεινά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού &#8216;χες μ&#8217; αυτά τα χρόνια σου τα δεκαεννιά ντύσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πέσαν από πάνω σου αργά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η κοριτσίστική ντροπή σου τα κρατούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σώμα με σώμα δύσκολα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο έρωτας νικούσε στο τρυφερό το πάλεμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σώμα με σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αίμα με αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέθαγε στα χέρια του το ξαφνιασμένο δέρμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πήγαινε από πάνω σου να πέσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αυτό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα τζην και τα μακώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ταπεινά σου ρούχα γυρίζεις και θυμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ρίγος του κορμιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> των δεκαεννιά χρόνων.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">[Κάπου εδώ έλαβε τέλος &#8230;]</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάπου εδώ έλαβε τέλος η μικρή ιστορία</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιας μεγάλης μου αγάπης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο δωμάτιο αυτό αγαπούσα τα νιάτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και στα απέναντι σπίτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξέρω σ΄ όλη την πόλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε σταθμούς και σε πάρκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάπως έτσι τελειώνουν κι αλλονών οι αγάπες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με ασυντρόφευτα δάκρυα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μ&#8217; αδιάφορους ώμους.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΛΟΝΥΧΤΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ολονυχτίς</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον καναπέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> λες και θα ακούσω νέα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο τελευταίο δελτίο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πώς τάχατε</span><br />
<span style="color: #000000;"> νυχτώθηκες σε χώρα λωτοφάγων</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μόλις ξεμυτίσει λίγη μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα γυρίσεις.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:</span></h2>
<h3 style="padding-left: 90px;"><strong><span style="color: #000000;">Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">FRACTAL 26/07/2017</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια απίστευτη αιθρία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό» της Γιώτας Αργυροπούλου, εκδόσεις Gutenberg</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιο είναι το χρώμα της ποίησης; Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου αποφασίζεις ότι θα μπορούσε το χρώμα της να είναι το λευκό. Το φως διάσπαρτο στους στίχους της, σε κάνει να αναρωτιέσαι για τη σπατάλη της απλόχερης και γενναιόδωρης φύσης στα ξερά αιγαιοπελαγίτικα νησιά, που δάνεισαν κάτι από αυτό το αυτοφυές φως στην ποίηση. Και ας ξέρουμε ότι από τα πιο σκοτεινά εσώτερα κι απύθμενα αντλεί το ποίημα πάντα. Εδώ αποκαλύπτεται μια αλήθεια αποστομωτική: ετούτο το ξερό τοπίο, μ’ αυτό το φως που το στεφανώνει, ίσως να μεταλλάσσει το μέσα σκότος, και έτσι όλο το ποίημα πλέον να θάλλει από απαύγασμα ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το αιγαιοπελαγίτικο τοπίο βρίσκεται σε κάθε ποίημα, δίνοντας έτσι την απαραίτητη συνοχή. Τα ποιήματα δεν επικοινωνούν μεταξύ τους μόνο με τα τοπωνύμια, τις εκκλησιές, τα πλήθος των προσκυνημάτων που διάσπαρτα στη θάλασσα δίνουν το απαραίτητο γαλάζιο πλάι στο λευκό των ασβεστωμένων τοίχων. Μια δέσμη φωτός τα δένει το ένα με το άλλο και έτσι τα ταξιδεύεις, σαν να σε προσκαλούν σ’ αυτό το αντάμωμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Γιώτα Αργυροπούλου δεν ελκύεται μόνο από το φως. Δίνει μέσα από τους στίχους της μια συνολική εικόνα του τοπίου, με βαθιά ριζωμένες τις μνήμες από τα συναπαντήματα μαζί του μέσα στα χρόνια. Άλλωστε θα πει ξεκινώντας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς γίνεται να την ξεχάσεις έπειτα; Κι εκείνη η εικόνα του πλοίου στον ορίζοντα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ίσαλο πλοίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ορίζοντα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το άρπαξε ο ουρανός</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όσοι ευλογήθηκαν να γεννηθούν με τέτοιες εικόνες στα πρώτα τους κοιτάγματα έχουν εννοήσει ήδη. Αλλά και οι υπόλοιποι που μάθαμε τα βήματα στο ελληνικό θαλασσινό τοπίο από ταξίδια επιλογής στα άγονα κυκλαδονήσια, κατανοούμε το άγγιγμα το μαγικό, κι ας μην τα έχουμε γενέθλιο τόπο. Όπου τη συναντήσεις την ομορφιά ίδια θα είναι:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Μια γλώσσα μιλά η ομορφιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα ουρανού και γης</span><br />
<span style="color: #000000;"> από γεννησιμιού του κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τούτο το ξερό τοπίο λες και απλώνει τις ξερολιθιές του (το πέτρινο αλωνάκι για την ποιήτρια) απέναντι στον ήλιο σαν ασπίδα, αυτές όμως όλο και πιο πολύ ρουφάνε και αποθηκεύουν φως, για να ξορκίσουν τα σκοτάδια της ψυχής. Ανοίγει η ψυχή σου σαν βρεθείς στα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Να γιατί πάντα θα κερδίζουν έδαφος στην ελληνική συνείδηση οι Κυκλάδες αλλά και τα μικρά τα Δωδεκάνησα, ακόμα και τα άλλα τα κοντινά στην όχθη την απέναντι, τα φορτωμένα μνήμες από ξεριζωμούς αλλά και ποίηση αλλοτινή, έτσι σπαρμένα που είναι, λες αφημένα στην τύχη τους μεσοπέλαγα να αρμενίζουν με απλό πανί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]Κι όπως κοιτούσα θαμπωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ψάπφα του μέλους</span><br />
<span style="color: #000000;"> συστήθηκε ψιθυριστά</span><br />
<span style="color: #000000;"> χάθηκε στο πανηγύρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως σ’ αυτά τα ξερονήσια κάποτε, χρόνια μακρινά, ακούμπησαν να ξαποστάσουν κυνηγημένοι, στης εξορίας το ανέλπιδο τοπίο. Δεν τα ξεχνά κι αυτά η ποιήτρια, γιατί κι εδώ έχει το δικό του μερίδιο το φως, κι ας μην το θέλησαν έτσι οι θύτες των ψυχών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Να πλένουνε το πουκάμισο στο κύμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να το στεγνώνουνε στα βράχια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να στρίβουνε καπνό φαρμάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλο να κοιτάζουν μακριά.)</span><br />
<span style="color: #000000;"> […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Στην ανέσπερη αιθρία!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μην μπορούν να της ξεφύγουν πουθενά.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά ούτε μπορεί να αγνοήσει τον θάνατο που -αθέλητα πολύ αυτός- έβαψε με το χρώμα του πλεούμενες ψυχές, που είδανε τη θάλασσα και νόμιζαν πως καταργεί τα σύνορα. Μα λάθεψαν και βρέθηκαν, παιδάκια μόλις, να παίζουνε παιχνίδια στον βυθό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν τους συλλογίζομαι απάτριδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα μωρά στην αγκαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στου Αιγαίου τα νερά πνιγμένους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μου ’ρχονται στο μυαλό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μνημόρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διάσπαρτα στις βουνοπλαγιές, μες στα χωράφια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε τοποθεσίες περίοπτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί θα τους φαντάζομαι θαμμένους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έτσι με τη γενναιόδωρη φαντασία της η ποιήτρια δένει μεταξύ τους, απρόσμενα πολύ, χρόνους και λαούς, σήματα μνήμης, κατάλοιπα σπουδαία στον χώρο του Αιγαίου. Η ποίηση όμως έχει τέτοια δικαιώματα και τα εξαντλεί κάθε που θα βρεθεί αυθεντική φωνή, όπως αυτή εδώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια έχει διαλέξει τον χώρο που θα διασώσει με τους στίχους της και δεν τον αλλάζει με τα καταπράσινα τοπία αλλού της ελληνικής γης. Όμορφα είναι όλα, αλλά ετούτο εδώ πιο ελληνικό από όλα. Και αφουγκράζεται και ακούει τη θεϊκή φωνή να βγαίνει στον αέρα και πάνω από τα κύματα να δίνει την απόλυτη απόλαυση των αισθήσεων. Η Κάλλας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]το ’σκασε</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το σήμα και τον τάφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δονείται στο Αιγαίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στων κυμάτων το βιμπράτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι αντηχώντας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– στις σπηλιές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι’ αυτό το τοπίο θα ήθελε να μιμηθεί τον λυρικό Αρχίλοχο, που (όχι ασυλλόγιστα αλλά ίσα ίσα μετά από σκέψη σοβαρή) όλα τα χάρισε δίνοντας την ασπίδα του στη μάχη, μόνο για να αντικρίσει λίγο ακόμα τη ζωή που λάτρεψε. Έτσι, όταν νιώθεις να λιγοστεύει μέσα σου το φως, ανοίγεις και διαβάζεις. Και τότε κύματα έρχονται και σε φέρνουν στη απίστευτη αυτή αιθρία. Και λες: μακάρια η ποίηση που όλο αυτό μπορεί να το μετουσιώνει και να το δίνει προσφορά σε όποιον το αναζητά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">diastixo07 Ιουλίου 2017</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μες στου Αιγαίου τα νερά τρία νησιά αρμενίζουν. Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό μας καλεί ο τίτλος της Γιώτας Αργυροπούλου, την άγονη κάποτε γραμμή και σήμερα στολίδι του Αιγαίου, γόνιμη και τουριστική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολυταξιδεμένο, πολυτραγουδισμένο, φωτεινό και φρέσκο, νέο και παλαιό, πολύπαθο, πικρό, αλλά πάντα γαλανό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια σε τρεις ενότητες θα τραγουδήσει το Αιγαίο, θα ξετυλίξει τον μύθο του, το θαύμα του, τον πολιτισμό του και τα πάθη του, παλιά και νέα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχει σημασία αν άλλοι μεγάλοι ή μικροί έψαλλαν τα νησιά. «Ο καθείς και τα όπλα του» είπε ο Ελύτης και Άξιον Εστί το τόλμημα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ενότητα πρώτη –«Ακταιωρός»–, πλεούμενο για την περιφρούρηση ακτών: «εφτά χρονών αντίκρισα τη θάλασσα», ενώ ο πατέρας, στο άλογο καβάλα, ποτέ του δεν την είδε. Και το θαύμα αρχίζει: το πλοίο «το άρπαξε ο ουρανός / στο φως» και αναλήφτηκε. Όταν δυο πλοία της άγονης γραμμής διασταυρώνονται μοιάζουν «αντικριστή φιγούρα μπάλου». «Σίκινο-Ανάφη αναμεσίς / έπιασαν δυο δελφίνια» σαν να είναι εκείνα «της ζωφόρου / που περιτρέχει τη Δυτική οικία / του Ακρωτηρίου Θήρας», τα «ζωνοδέλφινα… σαν μισοφέγγαρα… αέναη Τοιχογραφία Στόλου». Αυτά στη θάλασσα∙ και στη στεριά, η «ξερολιθιά», ο «Ιούλιος», «η δροσιά της νύχτας», «το σπίτι με τη στέρνα του», «το πέτρινο αλωνάκι», ο τόπος που «στρατολόγησε τις πέτρες του / καταντικρύ στο φως». Οι βράχοι με το αλάτι, σαν έφηβοι ηλιοκαμένοι και «γυμνοί». Οι γλάροι που «ζυγίζουν τα φτερά τους», η Παναγιά με τα ονόματά της, η «ραψωδία με βιολί και λαούτο». Το αστραφτοβόλημα του Αιγαίου θαμπώνει τα μάτια, η αίσθηση ξυπνάει τη διαίσθηση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το χρώμα και το φως, το όνειρο και το θαύμα, έρχονται να σχολιάσουν δυο σύγχρονοι ποιητές με προφανείς αιτίες: «Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου» (Αναγνωστάκης) και «Όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση / να πλημμυρίζει τα σαλόνια, εγώ σωπαίνω» (Κατσαρός) και η Αργυροπούλου: «Στίχοι εμβληματικοί / που αποστήθισα και εγώ / ματαίως». Ματαίως, γιατί ξένη αίσθηση δεν αποστηθίζεται, απλώς παπαγαλίζεται. Ο κάθε ποιητής και οι αφετηρίες του∙ πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και άλλες. Ανάλογοι και οι στίχοι. Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κακοσμημένον Και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα έπρεπε μήπως να ακυρώσουμε τον Όμηρο επειδή «στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα» δεν έχουν πέραση τα κλέα; Ευτυχώς που η ποιήτρια μας καταθέτει εκείνο το «ματαίως», ζωσμένο ασφυκτικά από την περίσταση. «Δεν τον αντέχει η ψυχή μου, περισσά ωραίος στέκει στα πόδια του» έλεγε ο Καζαντζάκης για τον Παρθενώνα∙ μήπως θα έπρεπε να τον γκρεμίσει επειδή ξεπερνά το μπόι του; Είτε μας αρέσει είτε όχι, το Αιγαίο, Αιγαίο είναι. «Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη» και ας είναι παραμονή θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιο κάτω θα αναρωτηθεί: «Τι ξέρω εγώ από το αιγαίο φως; / Από τη μεταφυσική του φοβάμαι δεν ξέρω τίποτα»∙ σαν τον Σωκράτη, «εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Γιατί πολύ καλά αναγνωρίζει τη μεταφυσική, όταν με φως «τοιχογραφία βυζαντινή τα δειλινά / αγιογραφεί τους βράχους». Όταν με αληθινή κατάπληξη «από το χρώμα του Απόλλωνα… αναπολούσα δρυς και τα πλατάνια του Μοριά». Όταν «Άνοιξε και η δική μου η καρδιά στο θαύμα», όταν η Κάλλας «το ’σκασε / από το σήμα και τον τάφο / και δονείται στο Αιγαίο / στων κυμάτων το βιμπράτο / πάλι αντηχώντας». Μα αφού η ψυχή του Έλληνα είναι πάντα συνδεδεμένη με το μεταφυσικό, και το θαύμα είναι προέκταση της καθημερινής ζωής του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ενότητα δεύτερη, «Απόπλους». Τώρα πια μπαίνουν στους στίχους και άλλα νησιά που «το χάραμα αναδεύονται / στης αυγής τα σπάργανα». Από τη μακρινή Τήλο έρχεται η δεκαεννιάχρονη Ήριννα με την Ηλακάτη της. Κι ο πατέρας: «Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας και οργώνεις τα ξερονήσια. / Εκεί πηγαίνανε τους εξορίστους παλιά». Σωστά, αυτά τα νησιά, που σαν πολύτιμους λίθους έσπειρε από ψηλά ο Θεός, όπως είπε ο Ζακ Λακαριέρ, στιγμάτισε η ιδιοτροπία της ιστορίας, μέχρι να έρθει η ίαση και αναβάπτισή τους με του ποιητή το ανάβλεμμα ή έστω και του ορθολογισμού το συνάλλαγμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήδη, όμως, το κλίμα έχει αλλάξει. Στην Ικαρία οι άνεμοι βγήκαν από το ασκί, γιατί «οι νήπιοι τους έλυσαν / και πώς να τους μαζέψεις», «τα Ανεμοτάφια» πιο πέρα «πως είμαστε αθύρματα θυμίζουν», κάτω από τον άσπρο ασβέστη το λουλακί παραμονεύει: Λουλάκι ο τοίχος, «λουλάκι ο ουρανός / η θάλασσα λουλάκι / λουλάκι κι ο καημός στην Αμοργό», κι ο Γκάτσος: μια καμπάνα βάφει τον ουρανό με λουλάκι και όλα του θανάτου μοιάζουν. Αν και η Αμοργός-νησί δεν σχετίζεται με την Αμοργό-συλλογή, ο συνειρμός, τόσο στενός και τόσο υπαινικτικός, σαν μίτος μας τραβάει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο χρόνος τρέχει. Ένα δεκατετράχρονο αγόρι κάποτε, που τώρα έγινε άντρας, ήθελε «Μόνο να δει στο φεγγαρόφωτο το στήθος της» («Το στήθος νέας γυναίκας άρθρο μελλοντικού συντάγματος» είπε ο ποιητής), σ’ ένα σοκάκι «φιλήθηκαν παράφορα στο στόμα» και τώρα όχι πια. Στο λιμάνι τα καράβια με τα παράξενα ονόματα, «χάι-σπιντ, μπλου σταρ, και σούπερ φέρι» εκτόπισαν τον «Ταξιάρχη», την «Ελεούσα», τον «Πανορμίτη». Χάθηκε η μεταφυσική, η πίστη πως και μόνο το όνομα αρκεί για το καλό ταξίδι, την κατάπιε η εξέλιξη. Ωστόσο, η «Κυρία Μαρία» και η «Ζαμπέτα» είναι εκεί∙ και ο «Αρχίλοχος» με την ασπίδα του από πάντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έρχεται η τρίτη ενότητα, «Σαν φουσκοθαλασσιά». Το Αιγαίο γίνεται η θάλασσα των μεταναστών και των προσφύγων, των απελπισμένων που τρέχουν να πνιγούν στα γαλανά νερά του. «Κανένας ξύλινος σταυρός δεν θα δηλώνει / τη βάσανό τους επί γης». Μια περιδιάβαση στα αρχαία νεκροταφεία και στα μνημόρια αρκεί για να μελετά η ποιήτρια τα «μαύρα λουλούδια»που πνίγηκαν. Σαν φουσκοθαλασσιά ο καιρός φέρνει «μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους / με μπόγους, μωρά στην αγκαλιά / και την καρδιά ξεριζωμένη».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια, / η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό» είπε ο Σεφέρης, γιατί, όσο και να κοιτάξουμε από κοντά δεν θα δούμε τι κρύβει ο βυθός της. Και όσο και αν «σηκώνεται κι ουρλιάζει» πάντοτε παραμένει «Θάλασσα της θαλάσσης» λέει ο Εμπειρίκος που ξέρει και από καράβια και από θάλασσες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό, σε όλα τα νησιά του Αιγαίου η Γιώτα Αργυροπούλου μας ξενάγησε στα θαύματα της φύσης και του ανθρώπου, πλασμένη η ίδια από ιδέα, χώμα και ποιητικό νερό και μια καρδιά που όλα τα χωράει. Το όνειρο, το θαύμα, τη ζωή όπως είναι και τη θλίψη που δεν είναι, όπως έπρεπε να είναι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και οι αντινομίες ισχύουν πάντα. Και η ποιήτρια αργοπορεί στο ωραίο Αιγαίο με τη σύγχρονη θλίψη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">FRACTAL 23/8/2017</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Απόπλους σε αναζήτηση ταυτότητας</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια ώριμη έφηβη το ποιητικό υποκείμενο αρμενίζει στον καιρό, σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αυτοψία στους τόπους της νεότητας απ’ όπου περνά περιπολώντας (ΑΚΤΑΙΩΡΟΣ.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι./ Νησάκια θεοφύλακτα./ Ξεφύλλισες τις Χώρες τους / συλλάβισες ξερολιθιές / κάθε αμμουδιάς τους φθόγγους./ Σχεδόν τα αποστήθισες – /ραψωδία με βιολί και με λαγούτο./ Και όπως στα αγαπημένα ποιήματα / κάθε φορά ξαναγυρνάς / και σαν καινούργια τα διαβάζεις, / κι αυτά, με το ίδιο αίσθημα / τα επισκέπτεσαι και πάλι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βρίσκει τώρα εκεί των άλλων την νεότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ηλιοκαμένοι έφηβοι. Ηλιοκαμένοι βράχοι / σπηλιές των κούρων/ των κορών / των ειδωλίων).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάντως οι νέοι του τότε που φιλήθηκαν παράφορα στο στόμα (ΣΟΚΑΚΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ),</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν φιλιούνται πια στο στόμα/ το ρίγος του φιλιού πλάι στις ροδοδάφνες/ βαθιά το νοσταλγούν. Αποκαθήλωση, απομυθοποίηση, ο χρόνος σήμερα ορίζει αλλιώς (ΑΠΟΠΛΟΥΣ 2017.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλα τώρα ονόματα οργώνουν τα νερά / Αριθμημένα χάι-σπιντ, μπλου σταρ και σούπερ φέρι ./ Καράβια οικεία σαν άγγελοι / τι Ταξιάρχης / Ελεούσα / Πανορμίτης / πάνε πια/ ……………Με άλλα τώρα ονόματα βουλιάζουν τα καράβια– προοικονομεί η τελευταία στροφή την επερχόμενη δυστυχία των προσφύγων (ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο γεωμετρικός τόπος που λέγεται «γαλάζια αιθρία του Αιγαίου», όπως τον όρισαν και τον ξόρκισαν οι ποιητές μας, την αιχμαλωτίζει, παρόλο που ξέρει τον κίνδυνο, έχει διαβάσει καλή ποίηση. Σαν φανατική της θρησκείας έρχεται</span></p>
<p><span style="color: #000000;">……κάθε καλοκαίρι κι ένα τάμα /Ακόμα ένα προσκύνημα / στις Κυκλάδες και τα μικρά Δωδεκάνησα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυθαδιάζοντας στο δικηγόρο του διαβόλου, εδώ κι όχι αλλού – Ας πάει στην ευχή το πράσινο και τα καλά του, δηλώνει πως αξίζει να το σκάσεις… από το σήμα και τον τάφο, διαλέγοντας το Αιγαίο για να ζήσεις και για να πεθάνεις, στο γυμνό τοπίο και το απόλυτο φως, με το βιολί και το λαούτο και τη χαρά της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας τολμηρός απόπλους είχε λάβει χώρα στην ηρωική εποχή της νεότητας (ΑΠΟΠΛΟΥΣ 1987)- Χάραξες πλού ανήκουστο, που στοίχειωσε τη μνήμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως αυτό το μυρωμένο καλοκαίρι, που ακόμα το / ανασαίνεις / βράχια φωτόλουστα, ομήλικοι ταξιδευτές / πλοία νυσταγμένα, το κάθετί να κρατηθεί / στη θέση του. Σε σχέδιο ονείρου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σημείο αναφοράς για αναστοχασμό ας μείνει αυτό το καλοκαίρι της ηρωικής εποχής Συγκινητική βιωματικότητα (ΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ), ως προεξαγγελτική παράθεση στο πρώτο ποίημα του πρώτου κεφαλαίου αλλά και στο επόμενο κεφάλαιο (ΑΠΟΠΛΟΥΣ ) (ΠΑΡΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ), ιερό το εικόνισμα του αγαπημένου πατέρα, εργάτη της γης, που έφυγε χωρίς να αντικρύσει ποτέ θάλασσα. Ένας απλός αταξίδευτος άνθρωπος είναι ο πατέρας, που κάνει το πέρασμά του από την ηρωική νεανική εποχή των ταξιδιών της ηρωίδας (ΠΑΡΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ), ταξίδια στον εαυτό της, στη λογοτεχνία και στα νησιά. Αιχμάλωτη από τότε στην ποίηση και τους τόπους. Αφοπλιστικά εκείνος εναντιώνεται στις επιλογές της για τα ξερά κυκλαδονήσια όταν πια αυτές είναι ήδη μια αισθητική και υπαρξιακή επιλογή, ορίζοντας πια την ταυτότητά της μέσα από τις σπουδές και τα διαβάσματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έκλεισε απηυδισμένος./ Πού ήμουνα εντέλει δεν καάλαβε. / Το μόνο του παράπονο./ Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας κι οργώνεις τα ξερονήσια. / Εκεί πηγαίνανε τους εξορίστους παλιά./ ( Να πλένουν το πουκάμισο στο κύμα / να το στεγνώνουνε στα βράχια./ Να στρίβουνε καπνό φαρμάκι / όλο να κοιτάζουν μακριά. ) / Άμα ήταν καλά, εκεί θα τους στέλνανε; / (Στην ανέσπερη αιθρία! / Να μην μπορούν να της ξεφύγουν πουθενά.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φολέγανδρος, Αστυπάλαια, Νάξος, Ικαρία, Χίος , Λέσβος κι Αμοργός, Λεύκες Πάρου, διάσπαρτοι τίτλοι τα ποιήματα σαν τα νησιά τα μικρά και τα μεγάλα που ιστορούνται..</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα είναι στη θέση τους και αυτό το καλοκαίρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μικρές εξομολογήσεις (ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ- ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΧΩΡΑ ) και (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ), όπου ξεφυλλίζει η ηρωίδα τα πάθη της, τις πρωταρχικές ερωτικές της ιστορίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">….Εκεί ένα μελαχρινό παιδί απ’ τη Λαμία, ένας Γιάννης / διάβαζε «Τα άνθη του κακού και τον Λωτρεαμόν/ ήθελε να σωθεί από μια Μαρία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την ελεγεία του τέλους (ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΟΘΑΛΑΣΣΙΑ.)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες / ανέστιοι νεκροί / ……………………….Δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μην ξανανθίσεις θάλασσα / μ’ ενός παιδιού το σώμα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια ποίηση που αστράφτει από γνώση και πείρα ζωής και συγχρόνως βαθιά πεισματωμένη νεανικότητα. Αξιανάγνωστη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">TVXS 12/10/ 2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το Αιγαίο ως υπερχρονικό σύμβολο στην ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το Αιγαίο πέλαγος υμνήθηκε όσα λίγες θάλασσες στην παγκόσμια ποίηση. Από την αρχαιότητα ακόμη βρέθηκε στο επίκεντρο επικών και λυρικών ποιητών. Η αγριότητά του, η φωταύγειά του και η διαρκής κίνηση ως μέσο συνένωσης πολιτισμικών κι εμπορικών/πειρατικών οδών τροφοδότησαν την τέχνη όσο λίγοι τόποι. Αξιόλογοι σύγχρονοι ποιητές με πρωτεργάτη τον Οδυσσέα Ελύτη αφιέρωσαν πολλούς στίχους στο Αιγαίο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακολουθώντας τον δρόμο του Ελύτη και η Γιώτα Αργυροπούλου στη νέα της ποιητική συλλογή, «για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό» (Gutenberg, 2017) δοξάζει το αιγαιοπελαγίτικο φως και ταξιδεύει στους βράχους που έσπειρε η φύση μέσα στη θάλασσα[1]. Με μία λυρική φωνή που αντανακλά το Αιγαίο φως[2] και τα χρώματα του πελάγους υμνεί την ελληνική φύση με μία λανθάνουσα μεταφυσική χροιά[3].</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ομορφιά του Αιγαίου έρχεται να αγκαλιάσει με τόση θέρμη τη δημιουργό, ώστε την πλημμυρίζουν συναισθήματα και μία παλίρροια αισθήσεων. Αρνείται κάθε απόπειρα μίμησης[4], μα δηλώνει συγκλονισμένη όπως την πρώτη φορά· άλλωστε, τέτοια ηλιόλουστη βραχογραφία δεν αντάμωσε άλλη φορά[5].</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Αργυροπούλου σαν αοιδός του Αιγαίου ψάλλει το έπος που της ενέπνευσε ο ζευγολάτης που όργωσε τη θάλασσα με τ’ αλέτρι του[6]. Τραγουδά τους επίγειους μύθους και τον πολιτισμό του, από τους πρώτους κατοίκους του. Τραγουδά το κλέος των ηρώων που ζωντανεύουν τους βράχους του πελάγου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποίησή της είναι βαθιά ανθρωποκεντρική κι ελληνική. Με οδηγό το βίωμα στιχουργεί για το πέλαγος και τους νησιώτες που ντύνονται τη θάλασσα και τον άνεμο. Η εμπειρία όμως στην ποιητική της αποκτά υπαρξιακά χαρακτηριστικά, καθώς το πέλαγος γίνεται ένα αντικείμενο πέρα από την έννοια του χρόνου. Και σε τούτο το πλέγμα εισέρχεται και η υπαρξιακή διάσταση της μνήμης[7]. Και το πέλαγος με τα ξερονήσια του –γυμνά βράχια[8], αγριότοποι εξορίας[9] και ποίησης[10] – απλώνονται από την αρχαιότητα ως το σήμερα[11] παραδαρμένα από τους ανέμους[12]. Έτσι, όμως το Αιγαίο αποκτά μία συμβολοχρονική υφή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι το πέλαγος στην ποίηση της Αργυροπούλου δεν είναι ένα &#8220;τουριστικό αξιοθέατο&#8221; σαν εκείνα τα λυρικά τοπία που μαγεύουν τους κατοίκους των άστεων. Αποτελεί ένα υπερχρονικό στοιχείο που συνδέει το παρελθόν με το παρόν. Κούροι και κόρες[13], εκκλησίες[14] και ξερολιθιές[15] γίνονται τα σύμβολα του χρόνου που ποτίζει το Αιγαίο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα το Αιγαίο μέσα στην ελληνικότητά του ξεπερνά τα στενά χωρικά ύδατα ως σύμβολο. Γίνεται η δίοδος σωτηρίας ανθρώπων πέρα από το λιβυκό[16], ανέστιων και ναυαγών που χαθήκαν στο βυθό του[17]. Γιατί αν το Αιγαίο αξίζει να υμνηθεί για την ομορφιά του, αξίζει άλλο τόσο να γίνει θρήνος και μοιρολόι για τους χαμένους πρόσφυγες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Αργυροπούλου είναι μία τρυφερή κι ευγενική ποιητική φωνή, που χειρουργεί την ποιητική με έναν λόγο σπάνιας διαύγειας. Η αμεσότητα του βιώματος και οι καθαρές εικόνες της σε συνδυασμό με τον επιμελημένο στίχο μαγεύουν τον ακροατή/αναγνώστη. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στην έκφρασή της, καμία λέξη δεν θα προσέδιδε τέτοιο συναισθηματικό βάρος αν ήταν σε άλλη θέση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διατηρεί μία αρμονία ανάμεσα στο εικονιστικό στοιχείο και το υπαρξιακό και ελέγχει τη συναισθηματική ένταση και τη ρυθμικότητα του στίχου[18]. Ο πυκνός της λόγος χαρακτηρίζεται από μία ζωηρή εξωστρέφεια που ισορροπεί με τη σεμνότητα και την ποιητική ειλικρίνεια. Η έκφρασή της οικοδομημένη στην λυρική προφορικότητα διαμορφώνει μία μονολογική σκηνικότητα. Η στιχουργική της αποπνέει τη δροσιά των μελτεμιών και τη δραματική ζωντάνια της προφορικής ποίησης, συνεχίζοντας την παράδοση που τα πρώτα ακόμα έπη. Αφήνει τους φθόγγους και τη φωνή της ποίησης, εκείνοι να οπτικοποιήσουν το αρχαίο μαγικό φως του Αιγαίου στους ξερόβραχους, καθώς οι λέξεις δαμάζουν την εικόνα[19].</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η λιτή εικονοποιία της αφήνει το φως να λούζει τους στίχους της[20]. Μοιάζει σαν ο αιγιακός ήλιος να θρυμματίζει τη στιχουργία της με τους γλάρους να διασχίζουν[21] τους χορευτές π’ ανταμώνουν με το βιολί του μπάλου[22] ή του έρωτα[23].</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και το κάδρο της Αργυροπούλου είναι γεμάτο κίνηση και φως ζωντανό που πλουμίζει τους πάντα ανοιχτούς χώρους των στίχων της. η κίνηση συχνά δίνεται με τη θάλασσα ή με τον άνεμο, ενώ συχνά το βιολί γεμίζει με ήχους το καναβάτσο της, που σέρνει σε χορό τους κατοίκους των νησιών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ζωή και η τέχνη στην ποίηση Αργυροπούλου προχωρούν σε μία ενότητα αξεχώριστη. Τροφοδοτούν με εικόνες και μελωδία, χρώματα, ρυθμό και νοηματικό υλικό η μία την άλλη. Το παρελθόν και το παρόν συνταιριάζονται με συνεκτικό δεσμό τη θάλασσα του Αιγαίου και τα γυμνά του βράχια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποίησή της είναι το παράδειγμα μίας ποιητικής που απηχεί μια κοινωνία σε κίνηση, σε αναβρασμό. Χωρίς να διαμαρτύρεται δημιουργεί το δικό της εθνικό χωροχρονικό σύμβολο με πρώτη ύλη τη δράση της θάλασσας μέσα από έναν λόγο κοινό και συλλογικό για μία κοινωνία με μνήμη, παρελθόν και παρόν αδιαχώριστα. Ο ακροατής/αναγνώστης αισθάνεται σαν ένας λλόκοτος ταξιδευτής στο αλλόκοτο πέλαγος της γλώσσας, στον συναρπαστικό κόσμο των αλλόκοτων μα κι αυθεντικών συναισθημάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο λόγος της Αργυροπούλου συναντάται με τον εικαστικό λόγο σε μία κοινή πορεία παράλληλης αναζήτησης και ώσμωσης των τεχνών. Η εικαστική της γλώσσα διαφυλάσσει την αυτοτέλεια, τον εκφραστικό πλούτου και της μορφολογική της ιδιομορφία, σε μία προσπάθεια να ανασκάπτει διαρκώς το κοινό υπέδαφος ευαισθησίας και να αναζητά εναγωνίως τα όρια ζωής και τέχνης, τα όρια λόγου και εικόνας, τη σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο, του ατομικού με το συλλογικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[1] βλ. τάματα και αντίδωρα, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, νησί ΙΙΙ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [2] βλ. τι ξέρω εγώ από το αιγαίο φως;, Αστυπάλαια, Φολέγανδρος, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, δεν είχαν δει ποτέ τη θάλασσα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [3] βλ. Φολέγανδρος, λεύκες Πάρου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [4] βλ. τι θέλω εγώ με το αιγαίον φως;</span><br />
<span style="color: #000000;"> [5] βλ. τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;</span><br />
<span style="color: #000000;"> [6] βλ. εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [7] βλ. μελτέμι, στην Πάτμο – κοιτάζοντας τη Χώρα, σοκάκι στο νησί, ηλιοκαείς αγαπημένοι χράχοι, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;</span><br />
<span style="color: #000000;"> [8] βλ. ο έρωτας πυρπόλησε τη νιότη τους κατάκαρδα, εδώ-εκεί στα βράχια, ηλιώτες βράχοι, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, ηλιοκαμένοι έφηβοι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [9] βλ. πάρε το μηδέν ΙΙΙ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [10] βλ. πάρε το μηδέν ΙΙ, στο κατάστρωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [11] βλ. στο καφενείο &#8220;η ωραία πλατεία&#8221;, δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [12] βλ. ανεμοτάφια Ικαριάς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [13] βλ. ηλιοκαμένοι έφηβοι, εφτά χρονώ αντίκρισα τη θάλασσα, δελφίνια, εδώ-εκεί στα βράχια, Νάξος, στο κατάστρωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [14] βλ. τάματα και αντίδωρα, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;</span><br />
<span style="color: #000000;"> [15] βλ. νησί Ι &amp; ΙΙ, λεύκες Πάρου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [16] βλ. στην προκυμαία, στο κατάστρωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [17] βλ. δεν ξέρω πού θαφτήκανε οι πλάνητες, δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά, σαράντα πέντε κύματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [18] βλ. ανάληψη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [19] βλ. ανεμοτάφια Ικαριάς, Λέσβος Αιολίς, Νάξος, Φολέγανδρος, δεν ξέρω πού θαφτήκαν τα παιδιά, δεν είχαν δει ποτέ τη θάλασσα, ειδώλιο και κόρη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [20] βλ. ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι, τι ξέρω εγώ από το αιγαίον φως;</span><br />
<span style="color: #000000;"> [21] βλ. νησί ΙΙΙ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [22] βλ. χώρα, δελφίνια, Αμοργός ΙΙ, Λέσβος Αιολίς, ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> [23] βλ. ηλιοκαμένοι βράχοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221;, 19.11.2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μπορεί και να μη φταίνε τα καράβια»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε ένα καλαίσθητο τυποτεχνικά τομίδιο, με ενισχυτικό του τίτλου το δακτυλιόσχημο πήλινο αγγείο της Κυπρο-Γεωμετρικής ΙΙΙ περιόδου, και με διακριτικά καραβόσχημα σκίτσα της Κυριακής Καρσαμπά στο εσωτερικό, κυκλοφόρησε το πέμπτο βιβλίο της εκ Μεσσηνίας ποιήτριας Γιώτας Αργυροπούλου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τον τίτλο κιόλας, Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό, η καινούργια ποιητική της σύνθεση μας προετοιμάζει για ένα οδοιπορικό στα νησιά του Αρχιπελάγους, της θάλασσας που έχει τόσο συνδεθεί με τον ηλιοπότη Ελύτη, τον δεύτερο κατά σειρά νομπελίστα ποιητή μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι η ίδια θάλασσα που μας ενώνει με τον κόσμο αλλά και μας χωρίζει απ’ αυτόν∙ που προσφέρεται για προϊστορικές, ιστορικές, λαογραφικές και φυσιολατρικές περιπλανήσεις και συντηρεί αναμνήσεις από αξέχαστα καλοκαίρια. Από την άλλη όμως δίνει αφορμή στον γείτονα για προκλήσεις ή διευκολύνει μεταναστευτικά ρεύματα της τελευταίας ελπίδας και γίνεται κάποτε υγρή θανάσιμη αγκαλιά για άμοιρα κορμιά απελπισμένων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οπως μας πληροφορεί η ποιήτρια στις σημειώσεις του τέλους: «Ο τίτλος της συλλογής αφορμάται από το βιβλίο της αρχαιολόγου Φωτεινής Ζαφειροπούλου Διά Σίκινον, Πάρον, Νάξον, Ιον, Οίαν-Θήραν. Στη συλλογή πρόκειται για εσωτερική διαδρομή και όχι για κανονικό δρομολόγιο πλοίων» διευκρινίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και στη σελίδα 23 προλαβαίνει τις ενστάσεις του δύσπιστου αναγνώστη που θα διαμαρτυρηθεί: Καλά, κι άλλη συλλογή για το Αιγαίο; Δεν εξαντλήθηκε πια το ενδιαφέρον μας; Διατυπώνει τη θέση αλλά και την ενοχή της η Αργυροπούλου, κλείνοντας με μια δόση ειρωνείας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου</span><br />
<span style="color: #000000;">Εγραφε στις Εποχές ο Αναγνωστάκης</span><br />
<span style="color: #000000;">και ο Μιχάλης Κατσαρός</span><br />
<span style="color: #000000;">Οταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;">Να πλημμυρίζει τα σαλόνια, εγώ σωπαίνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στίχοι εμβληματικοί</span><br />
<span style="color: #000000;">που αποστήθισα και εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">εις μάτην».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και συνεχίζει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τι θέλω εγώ με το αιγαίον φως;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πήγα θα πουν να παραβγώ τον ποιητή;</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ύμνησε</span><br />
<span style="color: #000000;">το δόξασε</span><br />
<span style="color: #000000;">φως εκ φωτός ανέσπερον</span><br />
<span style="color: #000000;">περίσσεψε λιγάκι και για μένα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και προς συνάντησή του που ταξίδεψα</span><br />
<span style="color: #000000;">οι πιο πικροί ελάσσονες</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνοι με συντρόφεψαν</span><br />
<span style="color: #000000;">στο πιο πικρό αρμυρίκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα είδα και ελόγου μου το φως</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ούτε μπορώ να το σιωπήσω» (σ. 24)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εφιστώ την προσοχή του αναγνώστη στην απροσδόκητη χρήση του ρήματος σιωπώ ως μεταβατικού, όχι με τη γνωστή σημασία του: παραμένω σιωπηλός, δεν εκφράζομαι. Πρόκειται, ίσως, για lapsus calami που παραπέμπει στο σύνθετο «αποσιωπώ», παραλείπω σκόπιμα να αναφερθώ σε κάτι ή να το κοινοποιήσω. Αρα με την άρνηση «Κι ούτε μπορώ να το σιωπήσω», σημαίνει: θα σας το φωνάξω, γιατί τι άλλο είναι αυτό το βιβλίο, παρά οι σκέψεις και τα συναισθήματα που μου γέννησε αυτό το φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκτός της αναγνωστικής απόλαυσης, το βιβλίο της Γιώτας Αργυροπούλου προσφέρει μαθήματα ποιητικής πατριδογνωσίας∙ κάθε νησί και τα σημάδια του, κάθε τόπος τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τα έθιμά του: Στη Νάξο τα αρχαϊκά αγάλματα, στην Ικαριά τα Ανεμοτάφια, στη Χίο τα μαστιχόδεντρα, στη Λέσβο ο Χορός των αλόγων, «Τα κατ’ αγρούς μοναχικά οστεοφυλάκια της Ανάφης / τα μνημόρια», «Το αρχαίο βρεφικό νεκροταφείο της Αστυπάλαιας / που ανασκαμμένο κείτεται στην πλαγιά Κυλίνδρα / στης παρυφές της Χώρας της περίοπτης».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά και μαθήματα φυσικής ομορφιάς και οικιστικής αποτύπωσης θα συναντήσουμε. Πρώτα οι ξερολιθιές, σήμα κατατεθέν. Υστερα τα βράχια, οι γλάροι, το αλάτι στις αλυκές. Και μετά η ξηρασία των νησιών. Εικόνες ολόφωτες στις αντανακλάσεις του ήλιου: «Ισαλο πλοίο / στον ορίζοντα / το άρπαξε ο ουρανός / στο φως».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η συλλογή είναι αρθρωμένη σε τρεις ενότητες: Ακταιωρός, Απόπλους, Σαν φουσκοθαλασσιά. Η κάθε ενότητα περιέχει μικρότερα σύνολα ή αυτόνομα ποιήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα χαρακτηριστικά της γραφής της Αργυροπούλου θα πιστώναμε την ικανότητα που έχει να χειρίζεται με γνώση και τον ελεύθερο στίχο και τον παραδοσιακό. Ακόμη την ανάγλυφη εικονοποιία και τη λεκτική οικονομία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γράφοντας για την προηγούμενη συλλογή της: Ποιητών και Αγίων Πάντων, Μεταίχμιο &lt;2013&gt;, σημείωνα: «Στοιχεία ευδιάκριτα της ποίησής της, η βιωματική γραφή, η τρυφερότητα της ματιάς και η γεμάτη χυμούς απλότητα της γλώσσας».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ίδια πύκνωση και συμπύκνωση διαβλέπουμε και στην τωρινή συλλογή της, διανθισμένη όμως με ευρύτερες γνώσεις καλλιέργειας και ωρίμανσης. Με έκδηλη ανησυχία για τον τόπο της και τον λαό του, αλλά και με ανοιγμένες τις κεραίες στο ανθρώπινο πάθος των ημερών μας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΚΟΥΡΟΥ-ΧΡΟΝΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">www.bookpress.gr, 30.9.2017</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας και οργώνεις τα ξερονήσια»,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η νέα ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου συνίσταται από τρία μέρη που τιτλοφορούνται: «Ακταιωρός», «Απόπλους» και «Σαν φουσκοθαλασσιά». «Ακταιωρός»· ακταιωρός, η ίδια η ποιήτρια με πολλαπλή σημασία του όρου: φυλάττει την προαιώνια, ιερή ομορφιά που μεταγγίζουν στις λέξεις τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά· γι’ αυτό και υποκλίνεται στους μείζονες της ποίησης προλαμβάνοντας ταυτόχρονα και την ερμηνευτική πρόθεση του αναγνώστη με την ερώτηση «Πήγα θα πουν, να παραβγώ στον ποιητή;», στην οποία η ίδια ευθαρσώς απαντά, δικαιολογώντας και δικαιώνοντας το εγχείρημά της: «Μα είδα και ελόγου μου το φως / κι ούτε μπορώ να το σιωπήσω»· ακτοφυλακεί επίσης υπερασπιζόμενη κι άλλες επιλογές της, όπως εκείνη την αντίδραση: «Τόσες θάλασσες εδώ κοντά, πας και οργώνεις τα / ξερονήσια». Υπενθυμίζω ότι η ποιήτρια γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους της Μεσσηνίας και ζει στην Καλαμάτα, όπου εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η απάντηση για τις επιλογές της απευθύνεται στον αναγνώστη, αλλά και σε εκείνους τους καλούς ζευγολάτες (υποθέτω ανάμεσά τους και ο πατέρας της ποιήτριας) που, κούροι αρχαϊκοί, κατέβηκαν στα χώματα χωρίς να αντικρίσουν τη θάλασσα· την ήξεραν, ωστόσο, γιατί στην ερώτηση του παιδιού «πώς είναι η θάλασσα;» έδειχναν τον ουρανό. Δεμένοι με τη γη, έδεναν κόμπο κόμπο μαζί με τον ιδρώτα όλη τη σοφία στο αλέτρι τους· πολυταξιδεμένοι αταξίδευτοι, στη μικρογραφία του κόσμου τους ήταν απεικασμένος ο κόσμος όλος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αναγνωρίσιμη ανθρωπογεωγραφία του ελληνικού νησιού από τη «Δεύτερη χιλιετία προ Χριστού» έως τις μέρες μας καταγράφεται και για εκείνους: ζωνοδέλφινα, σκληρό φως, ο πυρπολών τα πάντα Ιούλιος, στέρνες και ξερικά περιβόλια, ξερολιθιές και πέτρινα αλώνια, μύλοι και καλντερίμια, λιαστό κρασί και σούμα, το αλάτι στα βράχια, οι γλάροι, ο μπάλλος, οι γυμνοί, ηλιώτες, ηλιοκαείς βράχοι και οι ηλιοκαμένοι έφηβοι· μοιάζει γνώριμη η τοπιογραφία. Αλλά, όσο γνώριμη κι αν είναι, η ποιητική γλώσσα σε προσκαλεί να σταθείς και να την ξανακοιτάξεις, γιατί οι πινελιές που την διαφοροποιούν από άλλες σού είχαν διαφύγει. Δεν είχες αίφνης ακούσει το βιμπράτο της Κάλλας να αντηχεί στις σπηλιές· ούτε είχες συνειδητοποιήσει ότι: «ο τόπος / στρατολόγησε τις πέτρες του / καταντικρύ στο φως» ή σκεφθεί τα ασπρισμένα ξωκλήσια σαν «Τάματα και αντίδωρα / της πίστης αντιστύλια / σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νησιά της εφηβείας, των περιπλανήσεων και των «αλμυρών» ερώτων που επιτάσσουν την επιστροφή κατά την ωριμότητα όχι νοσταλγικά (και νοσταλγικά), προκαλώντας καινούργιες αναγνώσεις («σαν καινούργια τα διαβάζεις»)· ο παρών χρόνος καθίσταται θεοφανικός χρόνος γι’ αυτά τα «τάματα-προσκυνήματα» που επαναλαμβάνονται κάθε καλοκαίρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι ο «Απόπλους» (η δεύτερη ενότητα) καθίσταται κατάπλους με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς και προσεγγίσεις: Πάτμος, Νίσυρος, Σύμη, Χάλκη, Τήλος, Κάρπαθος, Κρήτη, Κύθηρα, Φολέγανδρος, Αστυπάλαια, Νάξος, Ικαριά, Χίος, Λέσβος, Αμοργός. Η τοπιογραφία αποκτά τώρα και χρονικό προσδιορισμό με το πρώτο ποίημα της ενότητας που τιτλοφορείται «Απόπλους 1987». Ο δεύτερος «Απόπλους 2017» (καλύτερα τα έξι τελευταία ποιήματα αυτής της ενότητας) προσθέτει στην τοπιογραφία της τις αλλαγές που επέφεραν τα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στις δυο αναχωρήσεις. Οι αλλαγές του χρόνου είναι εκεί, ορατές σε όλους, από τα καράβια που με άλλα πια «ονόματα οργώνουν τα νερά / Αριθμημένα χάι-σπιντ, μπλου σταρ και σούπερ φέρι» έως τις σειρήνες «που δεν θα ακούσεις πια / με αυτά τα νέα πλοία». Αλλά υπάρχουν και οι άλλες αλλαγές –περισσότερες και οδυνηρότερες– που έχουν συντελεστεί στο ποιητικό υποκείμενο και προβάλλονται σ’ εκείνη την προ τριακονταετίας τοπιογραφία. Κι ωστόσο, μια πιο εξονυχιστική ματιά που διεισδύει κάτω από την επιφάνεια της παλιάς εκείνης εικόνας, καλυμμένης από τις αλλαγές, διαπιστώνει ότι «Όλα είναι στη θέση τους και αυτό το καλοκαίρι / και το σπουδαίο αληθινά κι ευγνωμονώ για τούτο / είναι ότι έλαβα τη θέση μου / κι εγώ ανάμεσά τους».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και στη νέα, την τριαντάχρονη, τοπιογραφία η ποιήτρια θα προσθέσει το δικό της εικονοστάσι των προσωπικών της ανωνύμων αγίων: τη Μαρία Χανιώτη που για χρόνια «μετέφερε αγκαλιά, βράδυ πρωί, στο καλντερίμι» τη μάνα της, τις «Δυο γενιές αγάλματα / [&#8230;] στης Παροναξίας το φέγγος», τον Καρίμ «πλάι στον Ρέμωνα, τον Ιασή, τον Λάνη» και τέλος τα μικρά παιδιά που «στην άκρη εκεί στην αμμουδιά / γίναν μαύρα λουλούδια».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Σαν φουσκοθαλασσιά», η τρίτη ενότητα· ονοματίζεται από την αρχή του πρώτου στίχου του τελευταίου ποιήματος της συλλογής. Η φουσκοθαλασσιά είναι η εικόνα του Αιγαίου που προσπερνάμε· αυτή της αέναης ταραχής που «συνέχει / στο Αιγαίο τη ζωή / από τη ρίζα της». Τη θυμηθήκαμε για λίγο τον τελευταίο καιρό με τους θανάτους των μεταναστών και των προσφύγων, με τις ηχηρές παρουσίες μεγάλων καλλιτεχνών και celebrities, για να την ξεχάσουμε κιόλας, εν μέσω των διακοπών του Αυγούστου. Πρόκειται για τα «νηολόγια του καιρού» που καταγράφει «το μελάνι» της ποιήτριας από τα εγχυτρισμένα μωρά της Αστυπάλαιας έως τους τωρινούς πνιγμένους του «απελπισμένου διάπλου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απόπλους-κατάπλους-διάπλους· αυτός ο τελευταίος είναι η νοερή ταφή των απάτριδων βρεφών του Αιγαίου: «Και η Άρτεμις Λοχεία, μαυροφόρα, / καβάλα γυναικεία στο γαϊδούρι της / από το δρόμο θα περνά / θα τα θρηνεί εις τους αιώνες».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια, όπως συμβαίνει στη μοντέρνα ποίηση, προβάλλει τις ενδόμυχές της συγκινήσεις, αλλά επιτυγχάνει να συναντήσει τον αναγνώστη στην προβολή και των δικών του συγκινήσεων. Συνομιλεί με τους μείζονες εκπροσώπους της ποίησής μας, αλλά και τους ήσσονες («οι πιο πικροί ελάσσονες / εκείνοι με συντρόφεψαν»), με την οικειότητα της βαθιάς γνωριμίας μαζί τους που έχει υπολογίσει μέτρα και σταθμά και γι’ αυτό ο ιδιαίτερός της λόγος ακούγεται πλήρως αποδεκτός και από εκείνους· οικείος, βιωμένος, συντροφευμένος με όλες αυτές τις φωνές σε κύματα και αρμυρίκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ανθρωπογεωγραφία των νησιών του Αρχιπελάγους συμπυκνωμένη στους στίχους της «Γνωρίζω μόνο ότι [το αιγαίον φως] με τεχνοτροπία βυζαντινή τα δειλινά / αγιογραφεί τους βράχους» δεν μπορεί να ιδωθεί χωρίς το κόκκινο που δεν είναι από το λιόγερμα, αλλά που και πάλι «στις μέρες μας είναι αίμα», κατά τον λόγο του Γιάννη Ρίτσου. Δεν γίνεται αλλιώς· «ακταιωρός» και στο τέλος της ποιητικής της συλλογής η Γιώτα Αργυροπούλου επισημαίνει ότι «Στα νηολόγια του καιρού / ανθίζει το μελάνι».</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΩΣΤΕΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η διαδρομή της ποίησης σε ηλιοπερίχυτα νερά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη νέα συλλογή της Αργυροπούλου, η ανάγκη δραπέτευσης από τη μονότονη καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων και η αναζήτηση της χαμένης ξεγνοιασιάς αισθητοποιούνται με οπτικοακουστικές και κινητικές εικόνες</span><br />
<span style="color: #000000;">περίτεχνης πλαστικότητας. Η ζωτικότητα της παραστατικής αυτής συναισθησίας δεν μας αφήνει αμέτοχους, καθώς οι Αιγαιοπελαγίτικες ακρίτες, οι ταξιδιώτες, οι γλάροι, τα δελφίνια και η φύση, αναπαριστούν ένα ιδανικό κοσμοείδωλο που απέχει από τη στυγνή καθημερινότητα που μας συνθλίβει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ας αναφερθούν ενδεικτικά οι τονωτικές —για μας που ριζώσαμε στις πόλεις &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;">φράσεις: «ηλιοκαείς αγαπημένοι βράχοι», «γυμνοί ηλιώτες βράχοι», «αναπαλμός του κύματος», «ανέσπερη αιθρία», «μυροβόλος άνεμος», «μυρίπνοα νησιά», «σκαριά σαν μισοφέγγαρα», «αέναη τοιχογραφία στόλου στα δώματα του Αείζωου». Στρέφοντας το βλέμμα στην περίτεχνη μικρογραφία του Αιγαίου που αφειδώλευτα μας χαρίζει η ποιήτρια, μαγευόμαστε από την πρωτοκαθεδρία και την ακατάλυτη δύναμη του</span><br />
<span style="color: #000000;">φωτός. Αυτό στεφανώνει τους αλμυρούς έρωτες των πρωτόπλαστων νιάτων δίπλα στο κύμα. Αυτό κάνει τα κυκλαδίτικα νησιά το «χάραμα ν’ αναδεύονται στης αυγής τα σπάργανα και το μεσημέρι να πλέουν μετέωρα στον ορίζοντα». Μ’ αυτό τα σοκάκια και τα σπίτια γίνονται του γαλαξία απείκασμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο Μιχάλης Κατσαρός και ο Μανόλης Αναγνωστάκης στηλίτευαν με τους στίχους τους τη μεταφυσική που εισήγε ο Οδυσσέας Ελύτης στα χρόνια κατά τα οποία τα ξερονήσια έγιναν στρατόπεδα «εθνικής αναμορφώσεως». Παρότι η ποιήτρια αποστήθισε τους στίχους τους, δεν μπόρεσε να σιωπήσει. Δαμασμένη για το φως, που στη σολωμική ποιητική «πατεί χαρούμενο τον Άδη και τον Χάρο», είδε την καθαρότητά του στην άγονη κυκλαδική γη και το</span><br />
<span style="color: #000000;">μετουσίωσε σε τέχνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς περιπλανιόμαστε στην καλαίσθητη αυτή έκδοση, μερίμνη του τυπογράφου Γιάννη Μαμάη (με κοσμήματα εξωφύλλου και τίτλων από την αρχαία ελληνική τέχνη και σκίτσα της Κυριακής Καρσαμπά), η οπτική μας κεντρίζεται από τα ξωκκλήσια και τα κάστρα που μας παραστέκουν σαν προαιώνια σύμβολα της γήινης αρμονίας. Άλλοτε έρχονται στο προσκήνιο οι σπηλιές, οι βράχοι, και οι γκρεμοί που δικαίως καλούνται «η ομορφιά ανάμεσα ουρανού και γης», θυμίζοντάς μας τη διττή διάσταση του ποιητή που μετεωρίζεται ανάμεσα στα εγκόσμια και τα υπερκόσμια. Από τον υπερβατικό αυτόν χώρο αφουγκραζόμαστε και το βιμπράτο της πανταχού παρούσας Μαρίας Κάλλας, η οποία ενώθηκε με το κύμα για να μας συντροφεύσει στον έντυπο περίπλου του Αιγαίου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενίοτε η ποιητική γραφίδα ξεφεύγει από την ειδυλλιακή πανδαισία και την</span><br />
<span style="color: #000000;">παιγνιώδη διάθεση. Έτσι, οι ταξιδιώτες που «βουλιμικά κατάπιαν τον χρόνο», όταν διαβαίνουν τα γραφικά νησιώτικα σοκάκια νιώθουν καταπονημένοι από την πλημμυρίδα των επιθυμιών. Πλέον δεν φιλιούνται στο στόμα. Μονάχα νοσταλγούν «το νεανικό ρίγος του φιλιού πλάι στις ροδάφνες». Παρόμοια μοίρα φαίνεται να δονεί και τα άψυχα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα ημίεργα, αταξίδευτα αρχαϊκά αγάλματα που στέκουν αναγερτά στο χώμα της Νάξου</span><br />
<span style="color: #000000;">και αφουγκράζονται τους ατελείωτους θανάτους και αγερμούς της πλάσης.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αλλά και το ταξίδι στις μέρες μας, όπως φαίνεται στο ποίημα «Απόπλους 2017», δεν είναι παρά «οι ώρες μοναχά μέχρι να φτάσεις», καθώς «τα νέα πλοία βιάζουν το ταξίδι» και τη θέα από το κατάστρωμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν πρέπει να παραλείψουμε τις φιλολογικές και αρχαιολογικές αναφορές,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς περνούν από μπροστά μας κυκλαδικά ειδώλια, καλλίγραμμοι Κούροι, ηνίοχοι, και κόρες κατάστικτες από όστρακα και πετράδια. Αναδύονται</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα από τα βάθη του χρόνου ποιητές του Αιγαίου: η «Ψάπφα του Μέλους»,</span><br />
<span style="color: #000000;">η λυρική ποιήτρια Ήριννα από την Τήλο που θρηνεί τη φίλη της Βαυκίδα</span><br />
<span style="color: #000000;">(χαμένες και οι δυο στα 19), ο Όμηρος και ο Αρχίλοχος. Επίσης εμφανίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;">μυθικοί ήρωες, όπως οι Αργείοι αδερφοί Κλέοβις και Βίτων και ημιουργήματα</span><br />
<span style="color: #000000;">της καβαφικής φαντασίας (Ρέμων, Λάνης, Ιασής). Αλλού αξιοποιείται και η</span><br />
<span style="color: #000000;">δημοτική μας παράδοση, καθώς παραδίδονται άρτιοι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι: «Σαρανταπέντε κύματα/ σαρανταπέντε μνήματα/ στου μαντηλιού την άκρη.// Στα νηολόγια του καιρού/ ανθίζει το μελάνι.»</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακόμα, η αναφορά στα ανεμοτάφια της Ικαρίας, χώρο που οι αρχαίοι κάτοικοι της νήσου «με χώμα, πέτρες κι αναθέματα, ξόρκια μαγικά, και χειρονομίες» πάσχιζαν να θάψουν τον άνεμο θυμίζει ότι είμαστε αθύρματα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην τελευταία ενότητα της συλλογής, με ψευδότιτλο «Σαν φουσκοθαλασσιά», το Αιγαίο χάνει την αθωότητά του, καθώς η ποιήτρια διεκτραγωδεί το δράμα της προσφυγιάς. Για να διορθώσει μάλιστα τα φονικά λάθη της ανθρωποκίνητης ιστορίας, προβαίνει σε μία νοερή ταφή αυτών που χάθηκαν στο κύμα, στα «μνημόρια», τα μικρά διασκορπισμένα πέτρινα ή μαρμάρινα οστεοφυλάκια της πτωχικής Ανάφης. Άλλοτε, ενταφιάζει τα ξεβρασμένα παιδιά στο αρχαίο βρεφικό κοιμητήριο της Αστροπαλιάς, για να σημάνει ότι δεν «έχουν τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου». Τέλος, υπενθυμίζοντας τους αποικισμούς, τους πολέμους, τις λάβες των ηφαιστείων και τους λοιμούς ως αιτίες που οδηγούν στην εκρίζωση από τις πατρογονικές εστίες, επικαλείται την αδάμαστη θάλασσα, παρακαλώντας τη να έχει ερατεινά νερά για να μη θυσιάζεται άδικα ο πάσχων άνθρωπος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σαν φουσκοθαλασσιά σηκώνει κάθε τόσο ο Καιρός/ μπουλούκια τους ανθρώπους απ’ τον τόπο τους/ με μπόγους , μωρά στην αγκαλιά/ και την καρδιά ξεριζωμένη./ Πόλεμοι, λάβες ηφαιστείων, αποικισμοί,/ λοιμοί, μεταναστεύσεις/μια ταραχή αέναη συνέχει/ στο Αιγαίο τη ζωή/ από τη ρίζα της.// Μυρίπνοα νησιά σπαρμένα στο Αρχιπέλαγος/στου άσωστου νερού το δρόμο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ</span></strong></h3>
<h3><span style="color: #000000;">ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">diastixo 30/9/2014</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο βιβλίο αυτό αναπολώ την καθημερινότητα των νεανικών μου χρόνων μέσα στο έργο ποιητών που μου χάριζαν παρηγόρηση. Αυτό που ένιωθα τότε, το διάβασα αργότερα σε μια συνέντευξη του Εγγονόπουλου: οι ποιητές είναι οι μεγάλοι παρηγορητές της ανθρωπότητας. Ο κόσμος των Αγίων είναι βέβαια υψηλότερος από τον κόσμο των ποιητών μα, ποιητική αδεία, έφτιαξα το εικονοστάσι των δικών μου αγίων ποιητών, επωνύμων και ανωνύμων. Εξάλλου «ο ίδιος ο Θεός Ποιητής εκλήθη»! Από τον Όμηρο στα προοίμιά του «Μήνιν άειδε, θεά&#8230;» και «Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα&#8230;» έως τον Ελύτη («Ποίηση, ω Αγία μου») και τον Καβάφη, που της απευθύνεται με προσευχητικό τρόπο («Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως που κάπως ξέρεις από φάρμακα»), οι ποιητές καταφεύγουν στον τόσο παλιό και πάντα νέο δρόμο της. Την υπηρετούν ως κάτι ιερό, δαπανώνται. Όσοι τυχεροί δέχονται και με τη σειρά τους προσφέρουν την ιαματική της χάρη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στα ποιήματα αυτού του βιβλίου πήραν θέση αγαπημένοι ποιητές, κορυφαίοι και ελάσσονες – κάποιοι συναπαντημένοι στους δρόμους ή τα καφενεία της Αθήνας. Πρόσωπα που με συντρόφεψαν επίσης στο ταξίδι της αναζήτησης της ποίησης, συμφοιτητές, βιβλία, βιβλιοπωλεία, δρόμοι, τυπογραφεία, αμφιθέατρα, δάσκαλοι-μύστες, χώροι εκδηλώσεων. Από την άλλη, εκφράστηκαν σε αυτά τα ποιήματα σκέψεις και προβληματισμοί που αφορούν την ποίηση και τη λειτουργία της, την αδυναμία πρόσληψής της: «Τι εννοεί εδώ ο ποιητής;» Παρότι η ποίηση γεννήθηκε σε αυτόν τον τόπο και η γλώσσα μας είναι η γλώσσα της ποίησης, η τέχνη αυτή έχει πάψει πια να είναι η τέχνη η φιλάνθρωπη. Έγινε ερμητική και ακατανόητη, «ακατάδεχτη», και οι συνέλληνες, που γονιδιακώς έχουν ευήκοον ους στον ποιητικό λόγο, της έστρεψαν με τη σειρά τους τα νώτα – έχουν τόσους μπελάδες στο κεφάλι τους, να προσθέσουν και τον γρίφο μιας συλλογής ποιημάτων που τους κάνει να νιώθουν ανεπαρκείς; Από την άλλη, οι ποιητές έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν το δικό τους όργανο, τον δικό τους τρόπο ο καθένας προκειμένου να εκφραστούν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως και να έχει, το ποίημα είναι μια στιγμή δωρεάς, μια στιγμή χάριτος· είναι τρόπον τινά η προσευχή του ποιητή μπροστά στο μυστήριο του κόσμου, με την ομορφιά και την ασχήμια του, το μεγαλείο και τη μικρότητά του. Κάθε προσευχή είναι ενέργεια και η πλάση χρειάζεται τις προσευχές όλων μας – ποιητών και μη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακολουθώ τις νύχτες το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις σκιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> παίρνω από πίσω τη σκιά μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί, τι είναι ο ποιητής;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα υπάκουο σκυλί που ιχνεύει τη σκιά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψάχνει τα θηράματα που χτύπησε ο Θεός</span><br />
<span style="color: #000000;"> να του τα πάει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ.</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;"> Καίρια μαγνητίζει με την πρωτοτυπία και την ατμόσφαιρα των συναισθηματικών εκμυστηρεύσεων η καινούργια συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου»Ποιητών και Αγίων Πάντων». Διαθέτει αξιοσημείωτες αρετές, όπως η αμεσότητα του βιώματος, η ενάργεια, ο ευθύβολος, καλοδουλεμένος, διαυγέστατος ποιητικός λόγο, ένας λόγος και μια δική της ιδιότυπη έκφραση που δένει τέλεια, αρμονικά με το παλλόμενο από χυμούς ζωής περιεχόμενο. Φυσάει αναζωογονητικό αεράκι γνήσιας ποιητικής κατάθεσης, που ευχάριστα μας εκπλήσσει κι ενσταλάζει βάλσαμο στην κουρασμένη ψυχή μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια βάζει βαθιά το νυστέρι μέσα της και εξομολογείται ότι οι σκιές και τα σκοτάδια που την περιβάλλουν συνεχώς μεγαλώνουν καθώς περνούν τα χρόνια. Οι σκιές και τα σκοτάδια αντιπροσωπεύουν την αίσθηση της απώλειας και των ελλείψεων σε δυνατά αισθήματα, όπως ο έρωτας, οι σαγηνευτικές συναναστροφές, οι εξάρσεις, οι ενθουσιασμοί σε δράσεις, συμμετοχές και γεγονότα. Αν μαθήτευσε στο φως για να γράψει ποίηση, άλλο τόσο και περισσότερο εμποτίστηκε από «το σκοτεινό μέρος του φεγγαριού» που τραγικά της αποκάλυψε το ανυπόφορο, το μοιραία ανυπόφορο που κυκλοφορεί και απειλητικά μας πνίγει στη ζωή. «Γιατί τι είναι ο ποιητής;/ Ένα υπάκουο σκυλί/που ανιχνεύει τη σκιά του/ψάχνει τα θηράματα/που χτύπησε ο θεός/ να του τα πάει», εν πλήρει γνώσει και με επιγραμματική δύναμη το δηλώνει η ποιήτρια. Ασφαλώς η λέξη «σκιά» που αρκετές φορές επαναλαμβάνεται στη συλλογή έχει ευρύτερη σημασία. Συμβολίζει και υπαινίσσεται την ανίχνευση των εσώτερων τοπίων του ψυχικού της κόσμου, στη χαρά ή στη λύπη, τις ευφρόσυνες στιγμές αλλά και «τα δύσκολα, τα τραχιά, τα ερημικά, τη μοναξιά, το φόβο».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια δραματική χροιά αναδύεται από τα ποιήματα. Η υπέροχη εποχή των νεανικών της χρόνων με την πίστη σε ιδέες για έναν καλύτερο κόσμο, με τις αισθησιακές συγκινήσεις του έρωτα, με τη μοναδική ομορφιά των λογοτεχνικών συνάξεων και εκδηλώσεων φαντάζει μακρινή και χαμένη. Κάτι άλλαξε, κάτι σβήστηκε, κάτι έδειξε το κενό της απώλειας και των αναπότρεπτων ψευδαισθήσεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στα τόσα που τη συντάραξαν σε ιδέες, βιώματα κι αισθήματα από τα νεανικά της χρόνια μέχρι τώρα η ποίηση είναι στοιχείο πανταχού παρόν, εμποτίζει το κάθε τι στη ζωή της. Βιβλία, βιβλιοπωλεία, τυπογραφεία, αμφιθέατρα, ποιητικά συμπόσια, δρόμοι, αίθουσες, μέσα συγκοινωνίας, ερωτικές σχέσεις, πρόσωπα της πόλης εισχωρούν μέσα στους στίχους και συναρπαστικά σχετίζονται με την σαρωτική δύναμη που έχει η ποίηση. Η συλλογή αποτελεί έναν ύμνο στη διαδικασία της έμπνευσης και το απτό αποτύπωμά της σε στίχους.. Για την Αργυροπούλου η ποίηση είναι ουσία ζωής. Ως γνήσια δημιουργός γνωρίζει ότι τέχνη και ζωή συνυπάρχουν, συνυφαίνονται και αδιάλειπτα «συγκοινωνούν» μεταξύ τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με κατάνυξη η ποιήτρια υποκλίνεται στην ιερότητα της τέχνης, όπως ένας αφοσιωμένος πιστός προσέρχεται στα ιερά και όσια της θρησκείας του. Αντίστοιχα οι ποιητές με τη μαγευτική γραφή τους ( Καβάφης, Σολωμός, Κάλβος, Σικελιανός, Σαχτούρης, Καριωτάκης, Πολυδούρη, Κατσαρός, Εγγονόπουλος κ.α) είναι οι άγιοι, οι ιερομάρτυρες, οι ήρωες, οι ημίθεοι, τα μυθικά πρόσωπα που της χαρίζουν ανάταση, ευφορία, ευδαιμονία, γνώση της ενδοχώρας του βαθύτερου είναι της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ρεαλιστικός τρόπος γραφής της ποιήτριας με εκλεκτή αφηγηματική μαστοριά μας ξετυλίγει σπαρταριστές από αισθησιασμό και πεμπτουσία πνεύματος σκηνές, στιγμιότυπα, σκέψεις, τολμήματα, επιθυμίες, τόπους, χώρους, χρονολογίες, των ποιητών που λατρεύει. Διαβάζουμε τους στίχους από το πολύ αισθησιακό ποίημα «Οι ανερούσες»: Ένα μεσημέρι/ η Γαλάτεια με την Εύα μπήκανε κατάγυμνες/στη ρηχή, την κρύα θάλασσα/…Ολόδροσες και λαμπερές/σαν ανερούσες, /κείνο το βράδυ τους περίμεναν, /αμίλητοι να μην τους πάρουν τη λαλιά/ σαν ανερούσες ’κείνο το βράδυ τις κοιμήθηκαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν πολύτιμα συναξάρια οι λαμπρές παρουσίες, οι πράξεις, η μοναξιά, οι στοχασμοί, η εγρήγορση, η αγρύπνια, οι ηρωισμοί, η ίδια η γραφή των ποιητών, μεταπλασμένα μέσα από τον ψυχισμό της Αργυροπούλου πλημμυρίζουν τη συλλογή. Απολαμβάνουμε το πανδαιμόνιο των εικόνων από τον βίο των ποιητών, συμμετέχουμε στην φαντασμαγορία της ποιητικής ενδοχώρας, στη μέθη που μας μεταλαμπαδεύει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιήτρια δεν φείδεται με λεπτή ειρωνεία και αιχμηρό σαρκασμό σε αρκετά ποιήματά της να καταγγείλει την οίηση, τη μίζερη συμπεριφορά, την εντελώς αδικαιολόγητη αλαζονεία που συναντά σε σύγχρονους ποιητές. Συγχρόνως προβάλλει και την άλλη όψη, το τελείως αντίθετο, που εκείνη θαυμάζει στους «άγιους» ποιητές της και ακολουθεί η ίδια στο έργο της, όπως η ταπεινοφροσύνη, ο στοχασμός, η περισυλλογή, η ασκητική αφοσίωση στην τέχνη- γιατί πάντα η τέχνη είναι δυσκολοκατάκτητη. Το βλέπουμε ξεκάθαρα στο ποίημα: «Η πιο ωραία μας στιγμή δεν είναι όταν/ έμπνευση γοργόφτερη έρχεσαι κοντά μου/ αλλά όταν μέρα νύχτα με παιδεύεις/ και σιγά σιγά μου παραδίνεσαι…κι ας μένεις χρόνια κάποτε/ ποίημα/ ημίεργο στα χαρτιά μου».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αποτελεί κατάκτηση το γεγονός ότι η Αργυροπούλου μιλάει με απλή και κατανοητή έκφραση («Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση μόνο οι ειδικοί» ευθαρσώς το δηλώνει ο στίχος στη σελ. 20) για τα βαθιά και ουσιαστικά της υπαρξιακής μας υπόστασης. Σε χαλεπούς καιρούς, της πείνας, της καταστροφής, του μίσους και των δεινών, που «σαν χιόνια πέφτουν», πιστεύει ότι «την ποίηση ξανά θα χρειαστούμε…κι έτσι νέο δένδρο στην αυλή μας θα φυτρώσει». Με σθένος επίσης πιστεύει στο ρήμα «ανθίσταμαι», που σαν φρόνημα οφείλει να μετατρέπεται σε έργο και πράξεις. Και για κάθε όνειρο που πεθαίνει προβάλλει τον δυναμικό σαν αστραπή στίχο: «θα μείνουμε. Θα παλέψουμε. Δεν θα ξεριζωθούμε».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς μεγαλοστομίες, υψιπετείς λυρισμούς, ρητορικές φλυαρίες, εντυπωσιακούς πειραματισμούς που πέφτουν στο κενό, η Αργυροπούλου συνθέτει- και σε αυτή τη συλλογή της- μεστή, άρτια επεξεργασμένη, ώριμη και πρωτότυπη ως σύλληψη ποίηση.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">diastixo 28/10/2013</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Με το μότο «Ανθίζει το άσπρο/ γιασεμί/ που καταπίνει/ το σκοτάδι», η βραβευμένη ποιήτρια Γιώτα Αργυροπούλου (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών) επανέρχεται στον ποιητικό στίβο με μια αλλιώτικη συλλογή, με τον τίτλο Ποιητών και Αγίων Πάντων, προδηλώνοντας την απότισηφόρου τιμής στην ποιητική της οικογένεια. Αν και ο Γιώργος Σεφέρης δεν περιλαμβάνεται στους Άγιους Πάντες Ποιητές της, μοσχοβολάμέσα στο μότο της με το δικό του γιασεμί –«είτε βραδιάζει είτε φέγγει μένει λευκό το γιασεμί»– από το οποίο ξεκλαδίζεται και αναρριχάται τοάρωμα του δικού της γιασεμιού. Και μια και βρισκόμαστε στις διακειμενικές σχέσεις, δεν μπορώ να μην αναφέρω του Εμπειρίκου την Οκτάνα (Ίκαρος, 1987), «Οι Μπεάτοι ή της μη συμμορφώσεως οι Άγιοι», ούτεκαι την πρόσφατη έκδοση του Γιάννη Κουβαρά, Της μη συμμορφώσεως άγιοι, Εμπειρίκος Γκόρπας Καρυωτάκης (Άγρα, 2012).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και είναι προφανέστατο τι σημαίνει αυτή η ποιητική αγιοσύνη στην οποία προσπίπτουν οι ποιητές μας. Η Αργυροπούλου ως πιο νέα, αλλά και ως ταλαντούχα ποιήτρια, ξέρει τι χρωστάει στους ποιητικούς της προγόνους και αποδίδει τιμές όχι μόνο στους μεταστάντες αλλά και σ’ αυτούς που ακόμα κυκλοφορούν γύρω της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δύο είναι οι ενότητες που απαρτίζουν τη συλλογή. Η πρώτη, με τον τίτλο «Μια βραδιά ποίησης», και η δεύτερη, με τον τίτλο που ονοματίζει και τη συλλογή «Ποιητών και Αγίων Πάντων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην πρώτη,«Μια βραδιά ποίησης», καταθέτει σκέψεις πάνω στο οντολογικό θέμα τού τι είναι ο ποιητής, πώς η«έλλειψη» γίνεται δημιουργία,πώς γεννά τον ποιητή και το παρηγορητικό ποίημα, πώς αυτό που «ανθίζει στο χαρτί»ο ποιητής, εν προκειμένω η ποιήτρια, σαν «υπάκουο σκυλί» ιχνεύει τη σκιά του/ ψάχνει τα θηράματα/ που χτύπησε ο Θεός/ να του τα πάει». Με άλλα λόγια, μας βάζει στο ποιητικό της εργαστήρι να παρακολουθήσουμε από κοντά το θαύμα της γέννησης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως στο ποίημα «Μια βραδιά ποίησης» θίγει ένα ιδιαιτέρως σημαντικό θέμα, το οποίο σχετίζεται με την πρόσληψη της ποίησης και με τη συναισθηματική αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ ποιητή και αναγνώστη. Σημείο αναφοράς το τραγούδι του νεκρού αδελφού που η κόρη, μαθήτρια, μαθαίνει, αλλά και η μάνα ως μαθήτρια είχε απαγγείλει και το ξαναθυμάται:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το είπα κι εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δε με ξαναστείλανε σχολείο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έλα, μου λέει, να στο πω και γω για να το μάθεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδελφού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δυο</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπεσαν στάλες τα δάκρυα από τα μάτια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τη μάννα και την Αρετή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τη δική της μάννα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέχρι εδώ φαίνεται ότι μια απλή γυναίκα κατανοεί βιωματικά το ποίημα. Υπήρξε η ίδια «Αρετή» και τώρα είναι μάνα που έχει ζήσει πολλά, αφού ο Χάροντας κι ο πόλεμος φρόντισαν γι’ αυτό.Στη συνέχεια όμως η Αργυροπούλου, αναφερόμενη στις σύγχρονες και επίσημες ποιητικές βραδιές, με το κοινότοπο και συχνά ειρωνικά επανερχόμενο ερώτημα «τι εννοεί εδώ ο ποιητής», στοχάζεται πως ο παλιός εκείνος στίχος κι ο άγνωστος δημιουργός του είχε τον τρόπο ναμιλήσει κατευθείαν στην ψυχή του αναγνώστη, γιατί το συναίσθημα δεν αλλάζει. Σήμερα όμως το κανάλι έχει πια αλλάξει κι εκείνο που μεταφέρει δεν είναι η συγκίνηση, αλλά ηεπιτηδευμένη ασάφεια.Το παραδοσιακό ποίημα, σαφές στη διατύπωση, εύκολα έφτανε από τον ποιητή στην όποια μάνα, όταν μάλιστα η εμπειρία της ήταν συγγενής. Και η ποιήτρια συνεχίζει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι εννοεί ο ποιητής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτήν, που, αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιλήσαν ως και τα πουλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όσο για τις βραδιές ποίησης</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στην ευλογημένη περίπτωση</span><br />
<span style="color: #000000;"> που νιώθω τι λέει ο ποιητής</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διότι, όπως λέει στο αμέσως επόμενο ποίημα:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο οι ειδικοί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν πιστεύουν στο Θεό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχα οι θεολόγοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλωστε κανέναν δεν ξεχνάει, όπως τονΙ.Θ. Κακριδή όταν μιλούσε για Σαπφώ κι όλοι καταλαβαίναν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι από την απαγγελία της ποίησης στη διδασκαλία της ή στην ποιητική παρουσία. Η Αργυροπούλου θυμάται τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο, τον Σαββίδη που δίδασκε Καρυωτάκη, τον Μαρωνίτη που δίδασκε Σαχτούρη, τον συνταξιδιώτη στο τρένο που μιλούσαν για ποίηση, τον Κατσαρό σαν μάντη Τειρεσία στο τρόλεϊ, τον Σαχτούρη στη Φωκίωνος Νέγρη.Και, βέβαια, εκείνον τον φίλο που δεν «ταίριαξε» γιατί του άρεσαν τα «δελφινοκόριτσα» και τα «νερατζοκόριτσα» του Ελύτη κι εκείνης τα «σκοτεινά» και τα «πνιγμένα» του Σαχτούρη. Πιο κάτω, ο Μπαμπινιώτης, ο Σκιαδάς, η αθρόα προσέλευση αρσενικών από τις άλλες σχολές, οι φοιτητές αγορητές, οι λογομάχοι των αμφιθεάτρων, το Συμπόσιο Ποίησης στην Πάτρα το ’83, οι δρόμοι, τα πρόσωπα, όλα που τώρα πια έχουν αλλάξει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ενότητα δεύτερη, «Ποιητών και Αγίων Πάντων», πρώτος ο Καβάφης με το «πρώτο σκαλί» του και ωραία η παρατήρηση:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι υψηλή της ποιήσεως η σκάλα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στο ασανσέρ μεγάλο στριμωξίδι,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πράγμα που είχε εύστοχα επισημάνει κι ο Κώστας Καρυωτάκης:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όλοι μαζί κινούμε, συρφετός/ γυρεύοντας ομοιοκαταληξία».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πιο κάτω, στους στίχους:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ισοψήφισαν στην πρώτη θέση όλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με έναν ψήφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον δικό του ο καθείς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ανακάμπτει οΓιάννης Σκαρίμπας που, κρίνοντας τους κρίνοντες (τα πρώτα βραβεία αυτοί, τα δεύτερα οι άλλοι) ανέτρεχε σε μια χαρακτηριστική παροιμία του καιρού του:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Αν είν’ να φάω να ’ναι αρνί κι αν αρτυθώ μπαρμπούνι».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακολουθούν και άλλα καβαφικής έμπνευσης, εκατόν πενήντα χρόνια εφέτος από τη γέννηση του Αλεξανδρινού κι ογδόντα από τον θάνατό του, ο οποίος κόντρα στον Παλαμά κερδίζει έδαφος συνεχώς. Στη συνέχεια, η ποιήτρια μέσα στο αντρικό της σχήμα λόγου μιλάει για την «ξεγνοιασιά» του ποιητή, για την «έγνοια» του, για τη συμβουλή σε κάποια που δυσκολεύεται «να γράψει»:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Της είπα να κοιτάξει άλλα ρήματα. (Βαδίζω ας πούμε, κολυμπώ κλαδεύω, μαγειρεύω.)/ Απ’ άκρη σ’ άκρη η μέρα της θα μοσχοβολούσε. Και μια επιθυμία:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν τις μανιάτικες ελιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα κλαδιά κοντά και κλαδεμένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκεί κοντά στο Οίτυλο τα λιόδεντρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μοιάζουνε στο ανάστημα σαν τριανταφυλλιές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τέρψη στον ουρανίσκο σου το λάδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και μια ποιήτρια επιφανής, που πήγε, διάβασε, σιώπησε, έφαγε, ήπιε κι αναχώρησε χωρίς να πει ένα «ευχαριστώ», σιβυλλική και ακοινώνητη, σαν τα ποιήματά της, τούτη στα σίγουρα δεν θα ’ναι των Ποιητών και των Αγίων Πάντων. Αντίθετα αεράκι δροσερό έρχεται από μακριά, θυμίζοντας Παπαδιαμάντη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαβάζω βίους ποιητών</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα συναξάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> *</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του Διονυσίου Σολωμού</span><br />
<span style="color: #000000;"> και του Ανδρέα Κάλβου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καβάφη Αλεξανδρέως</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλων που βρίσκονται εν ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ενεργούνε θαύματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> *</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διαβάζω βίους ποιητών στα συναξάρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελάχιστη εγώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα τόσα που ’χουν για την ποίηση γραφτεί, ας προσθέσουμε κι αυτό που στην ψυχή μοσχοβολά, είτε σαν μυρωδάτο γιασεμί, είτε σαν στίχος από πέρα, Ιόνιο, Αιγαίο, Αλεξάνδρεια, είτε φέρνει παράπονο, είτε και σχόλιο κομψό για τους επηρμένους, είτε ανάμνηση παλιά Σικελιανού και Καζαντζάκη, είτε…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγιοι πάντες…</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σίγουρα δεν είναι βλάσφημο, ο Ελύτης μάς το λέει: «Ένα κορίτσι που κρατάει κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ’ έναν πίνακα του Matisse… και μια Παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δε διαφέρει πολύ». Οι Ποιητές και Άγιοι Πάντες στο πλευρό μας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 08/09/13</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στοιχεία ευδιάκριτα, που συνδέουν τις δύο συγγραφείς οι οποίες παρουσιάζονται σήμερα, είναι η βιωματική γραφή, η τρυφερότητα της ματιάς και η γεμάτη χυμούς απλότητα της γλώσσας∙ σ’ αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και την επαγγελματική τους ιδιότητα, εκείνη του συνειδητού δασκάλου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιήτρια με σταθερό βηματισμό ανοδικής πορείας, όπως αποδεικνύουν οι τέσσερις έως τώρα συλλογές της («Τοιχογραφία της άνοιξης», «Νερά απαρηγόρητα», «Διηγήματα» και το πρόσφατο «Ποιητών και Αγίων Πάντων»), η Γιώτα Αργυροπούλου συγκεντρώνει στο νέο της βιβλίο ποιήματα ποιητικής. Ειλικρινής κατάθεση, διανθισμένη με μεράκι και συγκίνηση, αλλά χωρίς άκαιρους συναισθηματισμούς, αποτελεί το προσωπικό της εικονοστάσι και ανάβει κεριά αγάπης και σεβασμού προς απόντες (κατά κανόνα) προηγούμενους απ’ αυτήν ποιητές, μα και φιλολόγους ή συνοδοιπόρους από τα φοιτητικά χρόνια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο τίτλος της νέας της συλλογής παραπέμπει στην «Οκτάνα» του Ανδρέα Εμπειρίκου και χωρίζεται σε δύο ενότητες: «Μια βραδιά ποίησης» η πρώτη, «Ποιητών και Αγίων Πάντων» η δεύτερη (όπως και ο τίτλος) και αναφέρεται στο ποιητικό γίγνεσθαι και τους δημιουργούς του. Ποιήματα αφιερωμένα, που αντλούν το θέμα τους από τη ζωή και το έργο ποιητών (Καβάφης, Σικελιανός, Σολωμός, Πολυδούρη, Σαπφώ). Η Αργυροπούλου θυμάται ομοτέχνους της που πρόλαβε (Σαχτούρη, Καρούζο) να περιδιαβαίνουν στους δρόμους, να μετακινούνται με τρόλεϊ ή να τους αναλύουν στις πανεπιστημιακές αίθουσες έμπειρα χείλη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τρυφερή ποιήτρια της επαρχίας (χρησιμοποιώ με πολύ σεβασμό τον τοπικό προσδιορισμό)∙ δασκάλα παθιασμένη με τα παιδιά της∙ «διά βίου» μαθήτρια στα μονοπάτια της ποίησης και των δασκάλων της ποιητών, η Αργυροπούλου προκαλεί συγκίνηση με τους στίχους της. Γράφει ποίηση απλή που την καταλαβαίνουν όλοι, κάποιοι περισσότερο. Εξάλλου, όπως μας λέει η ίδια: «Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση/ μόνο οι ειδικοί./ Δεν πιστεύουν στο Θεό/ μονάχα οι θεολόγοι». Ποίηση χειροποίητη, που φθέγγεται απλά, αναβιώνει μνήμες, ξαναζωντανεύει στιγμές και συνδιαλέγεται με το χειροπιαστό και με το βιωμένο. «Σαν τις μανιάτικες ελιές/ θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα/ με τα κλαδιά κοντά και κλαδεμένα» (σ. 47). Υποκύπτοντας στον πειρασμό του βέλτιστου θα έλεγα ότι το ωραιότερο ποίημα του βιβλίου και το μεγαλύτερο (μαζί με την επταμερή σύνθεση για τον Καβάφη) είναι το «Μια βραδιά ποίησης» (σ. 17).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χωνεμένοι απόηχοι δημοτικού τραγουδιού, του οποίου τα κοιτάσματα η ποιήτρια δείχνει να κατέχει και να αξιοποιεί∙ τοπία της Πελοποννήσου και δη της γενέτειρας Μεσσηνίας μπαινοβγαίνουν στις σελίδες της. Θαυμαστικά στέκεται στη Μάνη και τον Ταΰγετο. Διακρίνεται κάποτε ένας πεζολογικός χαρακτήρας που τον υπαγορεύει η αυτοβιογραφική, απολογιστική σχεδόν χροιά, η οποία υπόκειται σε όλη τη σύνθεση. Πρόκειται τελικά για ένα είδος σχεδιάσματος ποιητικής αυτοβιογραφίας ή, για να θυμηθούμε και τον Νάσο Βαγενά, για έναν διαφορετικό «κήπο μακάρων». Η Κλεοπάτρα Δίγκα, ζωγράφος, σκηνογράφος, αλλά και εμπνευσμένη δασκάλα καλλιτεχνικών, εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1992 με τη νουβέλα «Ξέρεις, τα σπίτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στιγμιότυπα ζωής στον χρόνο τον ατέρμονα είναι το καινούργιο της βιβλίο. Σύντομες ιστορίες γραμμένες μέσα στα υπεραστικά λεωφορεία των γραμμών Καλαμάτα-Αθήνα-Πάτρα, στη θέση 44, στο παράθυρο, εμμονή που επεδίωκε να καλύπτει σε κάθε της ταξίδι. «Σημειώσεις στη θητεία του ονείρου» τις χαρακτηρίζει η ίδια. Με τη λέξη όνειρο χαρακτηρίζει τη δουλειά της ή, καλύτερα, μια συγκεκριμένη δραστηριότητα στην επαγγελματική της πορεία: την Οργάνωση Εικαστικών Εργαστηρίων του ΥΠΠΟ. Ενας άνθρωπος που δούλεψε για τον πολιτισμό, όπως και όσο μπορούσε. Μια δασκάλα που αγάπησε τον άνθρωπο και τα παιδιά του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ματιά καλλιτεχνική που ξέρει να παρατηρεί και να μεταμορφώνει με προσωπικό τρόπο. Διάθεση ποιητική ή ποιητικίζουσα. «Αν δεν έχει ο καλλιτέχνης βιωμένο υλικό, δεν μπορεί να δημιουργήσει. Αλλά και το βιωμένο υλικό, αν δεν συναντηθεί με τον καλλιτέχνη, μένει απλός βίος», μας λέει η Δίγκα σε ένα σύντομο κείμενό της με τίτλο «Μια σκέψη». Μνήμες ξετυλίγονται με αφορμή μια φωτογραφία∙ σκέψεις αναδεύονται στη θέα μιας σκηνής του δρόμου ή στην κίνηση του τοπίου καθώς τρέχει το τρένο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο λόγος της μικροπερίοδος, με σύντομες κοφτές φράσεις. Κείμενα γραμμένα σε πορεία ζωής. Κάποιες εγγραφές χρονολογημένες: Αύγ. ’86, Μάρτης ’93, Καλοκαίρι ’85, όχι υποχρεωτικά σε χρονική ακολουθία. Πρώτη ημερολογιακή ένδειξη Δεκέμβρης ’67, τελευταία 2013. Τα περισσότερα μετά το 1985. Τα πιο μικρά κείμενα τρεις – τέσσερις αράδες, τα πιο μεγάλα τέσσερις – πέντε μικρόσχημες σελίδες. Η ποιότητα των κειμένων είναι άνιση. Κάποια αποτελούν ευτυχείς λογοτεχνικές στιγμές και κάποια άλλα παρουσιάζουν μικρότερο ενδιαφέρον. Στα εύστοχα, ενδεικτικά, θα κατέτασσα: τα Ημερολόγια 1, 2, 3, 4, 5, 6∙ και τα κείμενα με τίτλους: «Λιοσίων», «Ονειρο», «Το πορτρέτο του Δ.Π.», «Εμμονές», «Πάτρα-Αθήνα», «Για τον δάσκαλο», «Κοιτάζοντας». Κάποτε νιώθεις ότι ήθελε λίγο ακόμη δούλεμα η γλώσσα. Στην αρχή μάλιστα αυτό είναι πιο έντονο. Μία μίξη ποικιλότροπων σημειώσεων γραμμένων με αγάπη και τρυφερότητα: σκέψεις, ημερολογιακές καταγραφές, αναμνήσεις, με σαφές αυτοβιογραφικό και βιωματικό υπόβαθρο. Κάποια έχουν δομή διηγήματος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι διαδρομές με λεωφορείο και οι σκέψεις που ενεργοποιεί και στροβιλίζει στο μυαλό του ο αφηγητής συνιστούν τον εσωτερικό αρμό της γραφής. Η συγγραφέας, στη «Θέση 44, παράθυρο», σκέπτεται από τη μια και από την άλλη κρυφακούει και κρυφοκοιτάζει τους συνταξιδιώτες της. Η ζωή μια διαδρομή, πολλές διαδρομές∙ τροχιές παράλληλες αλλά και διασταυρούμενες. Ενα βιβλίο της καρδιάς.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το τελευταίο βιβλίο της Γιώτας Αργυροπούλου είναι μια ποιητική συλλογή, ένας κομψός τόμος σε πολυτονικό με ξεχωριστό εξώφυλλο –μια αγιορείτικη εικόνα– που αποπνέει καλό γούστο, χιούμορ, καλόδεχτη ειρωνεία και απλότητα ως τρόπο και ως άποψη. Και, προπάντων, γραμμένο σε θαυμαστή γλώσσα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκεί, στην «τοπιογραφία των νεανικών της χρόνων», όπως σχολιάζει στο σημείωμά της, τη συναντώ σαν παλιά γνωστή στη Θεσσαλονίκη, στην παλιά Φιλοσοφική όπου ιδανικές φωνές κι αγαπημένες παλιών δασκάλων διδάσκουν τους ποιητές: «Στη Φιλοσοφική / ο Σαββίδης δίδασκε Καρυωτάκη / Σαχτούρη ο Μαρωνίτης./ Πολλά δεν καταλάβαινα, μα είχα μαγευτεί.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποια είναι, πώς μυήθηκε στην τέχνη, ποια η ταυτότητά της: «με θαυμασμό περιεργάστηκα στα νιάτα μου / του υπερρεαλισμού το άλογον./ Όμως εγώ / επέπρωτο να πορευτώ / με γαϊδουράκι.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανεβαίνοντας της ποιήσεως τη σκάλα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν δασκάλα που είναι, μας διδάσκει –καθώς έλαβε κι η ίδια ξεχωριστά μαθήματα από τη μάνα της στο γενέθλιο τόπο–, τη βιωμένη ποίηση: «δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά / στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας».</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση / μόνο οι ειδικοί» – δίνει μάλιστα κι έναν πρωτότυπο ορισμό του ποιητή: « Γιατί τι είναι / ο ποιητής; / Ένα υπάκουο σκυλί / που ιχνεύει τη σκιά του / ψάχνει τα θηράματα / που χτύπησε ο θεός / να του τα πάει».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μας συστήνει τους αγαπημένους της ποιητές, εμπλέκοντάς τους σε καθημερινά βιώματα: «του έστελνε μονάχα ποιήματα του Σαχτούρη / σκοτεινά κορίτσια / πνιγμένα, παγωμένα», και παρακάτω, «χάθηκαν τα δελφινοκόριτσα / και τα νεραντζοκόριτσα;» και καταλήγει με καβαφική ειρωνεία: «το πήρε πια απόφαση. / Προπάντων δεν ταιριάζανε / στα ποιητικά».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σε ποίημα άλλης ενότητας παρωδεί τον αγαπημένο ποιητή: «Είναι υψηλή της ποιήσεως η σκάλα. / Στο ασανσέρ μεγάλο στριμωξίδι.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από τους αγαπημένους ο Κ.Π. Καβάφης, έχει το μεγαλύτερο μερίδιο σε ποιήματα υπεράσπισης, αν και ο Αλεξανδρινός «δεν χρήζει υπερασπίσεως».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακολουθεί ο αγαπημένος Καρυωτάκης, η Σαπφώ κι η Πολυδούρη. Ιδού και το ποιητικό της credo: Να διαβαστεί το ποίημα, αυτή είναι « η έγνοια του ποιητή»: «Και σκέφτεται μοιραία / τη συλλογή του Καρυωτάκη / αφιερωμένη –κι άκοπη– /στη βιβλιοθήκη του Καβάφη.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μια ποίηση κι ένας ποιητής που κι «Άνθρωποι του δημοτικού θα τον καταλαβαίναν». Μια ποίηση απλότητας κι όχι «με το π κατάμικρο, το -οίηση κεφαλαία». «Σαν τις μανιάτικες ελιές / θέλω να μοιάζουν τα ποιήματα.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχοντας μελετήσει την ελληνική λογοτεχνία, περιδιαβάζοντας στις σελίδες αναλύσεων και βιβλιογραφίας επιλέγει τους αγαπημένους από τους πεθαμένους ποιητές και τους βάζει έναν έναν στο εικονοστάσι της καρδιάς, τους δικούς της Άγιους Πάντες: «να με παρηγορούν / τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι εμάς το ίδιο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Περιοδικό &#8220;Ο Σίσυφος&#8221;, τχ. 6</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ανθρωπινή ομιλία της ποιήτριας Γιώτας Αργυροπούλου: μιλώντας τη γλώσσα που μιλούσαν τα πουλιά στο τραγούδι του νεκρού αδελφού. (Ποιητών και Αγίων Πάντων)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχω στα χέρια μου την ποιητική συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου, «Ποιητών και Αγίων Πάντων» και την έχω από τον Ιούλιο, ένα μήνα νομίζω μετά που πρωτοκυκλοφόρησε. Ξεφύλλισα τότε , διάβασα μερικά σκόρπια μερικά ποιήματα και στάθηκα στο ποίημα του τίτλου – αντιγράφω […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευλογημένο το όνομά τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καμμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα, γοργοεπήκοος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγιοι πάντες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κατάλαβα, το γιατί το έγραψε, κατάλαβα πώς πρόκειται για μια φλέβα με πολύτιμο χρυσάφι…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γνώριζα εξ όψεως και τον άνθρωπο. Είχαμε συναντηθεί με τη Γιώτα στην κοινή ανάγνωση που έκανε στην Αθήνα πριν δυο χρόνια, με τη Χλόη Κουτσουμπέλη και την Αλεξάνδρα Μπακονίκα και με είχε εντυπωσιάσει η σεμνότητά της, η πυκνότητα των στίχων της, η αμεσότητά τους. Επρόκειτο για ερωτική ποίηση. Δεν ήταν όμως η καλύτερη συνθήκη για να διακρίνει κανείς εύκολα τη λαλιά της καθεμιάς τους τότε. Ήταν και που τις άλλες δυο τις εγνώριζα καλύτερα, ήταν και που είχαν χωρίσει την ανάγνωση σε ενότητες, σε στάδια περίπου της ερωτικής σχέσης και έτσι ήταν η τιμητική του έρωτα και της ποιήσεως γενικώς, όχι του κάθε Ποιητή…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν να ισοπεδώθηκε η κάθε χωριστή φωνή μπροστά στην αρμονία. Μου έμεινε η αίσθηση ενός πνεύματος ζεστού και φιλικού, μιλήσαμε για την Ελένη Κοφτερού την κοινή φίλη την ποιήτρια που ζει στην Καλαμάτα κι μετά χώρισαν οι δρόμοι μας πριν γνωριστούμε στ’ αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πριν λοιπόν διαβάσω το βιογραφικό της, πριν διαβάσω και άλλα της ποιήματα, πριν μάθω για το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών αλλά και για την επιλογή της να ζει στην Καλαμάτα, μακριά από τις σχέσεις της Πρωτεύουσας, τις δημόσιες σχέσεις, αφοσιωμένη στο έργο της και πλαισιωμένη από τη ζωή της μικρής της πόλης, όπου ζει και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση, συνέβη αυτή η φευγαλέα συνάντηση. Αρκετή για νοιώθω εσαεί σεβασμό για την Γιώτα Αργυροπούλου. Ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, μετά δυο μήνες και με την αλλαγή του μήνα, στο έμπα του Σεπτέμβρη, εν τω μέσω της νυκτός, αγωνιώντας προχτές πολύ – αγωνιώ ακόμα &#8211; για τη Συρία και την πολεμική μηχανή που στήνεται, νοιώθοντας αυτό το σφίξιμο που μας παραλύει όλους, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, και άρχισα να διαβάζω τα ποιήματα της Γιώτας, άρχισα να κοινωνώ την παρηγορία…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτή η λέξη ερχόταν συνεχώς στο νου μου, παρηγορία, πριν μάθω αργότερα στο διαδίκτυο από την εξαιρετική παρουσίαση του πατρός Παν. Καποδίστρια στο ιστολόγιο του για την Απαρηγόρητη Ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου, με αφορμή μια προηγούμενη συλλογή, νερά απαρηγόρητα…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατί δεν το κρύβω, άρχισα να διαβάζω για την Ποιήτρια εκείνο το βράδυ, βρήκα και άλλα ποιήματα, από προηγούμενες συλλογές, διάβασα παρουσιάσεις, ευτυχώς η κριτική έχει σταθεί με γενναιοδωρία απέναντί της, διάβασα ανθολογημένα της ποιήματα, ένοιωσα ότι πρόκειται για μια φωνή καθαρή, χαμηλόφωνη, της καρδιάς, μια ποίηση που σε θερμαίνει και σε παρηγορεί…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θέλω να χρησιμοποιήσω εκφράσεις που να μην τιμούν την αξία και την λάμψη της ποίησής της. Δεν αρκεί η ανθολόγηση από τις παρουσιάσεις για να μιλήσω για την ποίησή της &#8211; γενικώς – που θαύμασα ωστόσο, δεν αρκεί να πω για τη γείωση στα πάθη της μοίρας μας της κοινής, την επίδραση από τη Δημοτική Ποίηση, το Διονύσιο Σολωμό, τη Σαπφώ που διακρίνουν άλλοι… Αναπνέουν και πάλλονται οι αρχαίες ψυχές στους στίχους της, ακούγονται οι ψίθυροι οι απόηχοι της επίδρασης, οι άλλες φωνές να τραγουδούν τα πάθια και τους καημούς του κόσμου, να λεν για συναντήσεις με της μάνας με την κόρη, για οι νύφες της φωτογραφίας, τη μετανάστευση, η ελληνικότητα, η τραγικότητα που δεν έχει τελειωμό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακούς το ράμφισμα της σιωπής του ποιητή, ακούς τα πουλάκια του τραγουδιού, ακούς τον υπόηχο του κελαηδίσματος που εκφράζει τον νέο λόγο, που όλα τα βάφει, κατά πως γράφει ο Άγγελος Σικελιανός…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακούς τη Σαπφώ, την Πολυδούρη, τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, τα πουλιά του δημοτικού τραγουδιού…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ακούς την ποιήτρια να κάνει την ομολογία της πτηνότητας. Να παρουσιάζει τον εαυτό της. Δένεται ο λόγος του κριτικού αναγνώστη &#8211; πώς να το μιλήσει αυτό; &#8211; μπροστά στο κελάηδισμα του ποιητή που κρατά μπροστά στον εαυτό του τον καθρέφτη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ψιθυρίζει τα βήματά της στην ποίηση. Η τόσο προσωπική σχέση με την τέχνη της, η μαθητεία της στου μεγάλους, οι αναγνώσεις της, οι μυστικές συναντήσεις. Ενδον και έξω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα βιωματικά της βήματα σε αυτό το μονοπάτι. Τι επηρεάζει τον Ποιητή, πώς νιώθεται η ποίηση από τον αναγνώστη, πώς από τον ποιητή. Πώς καρδιοχτυπά ο τελευταίος όταν έχει στείλει μια ποιητική του συλλογή κάπου, ποια είναι η σχέση του με την έμπνευση, ποια είναι η σχέση του με τα πρόσωπα, τους ομοτέχνους του, με τους μεγάλους, με τους μικρούς… Αυτό είναι το πρώτο μέρος της συλλογής με τον επί μέρους τίτλο «Βραδιά ποίησης»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακολουθεί το δεύτερο, η ποιητική αγωνία της επίδρασης, της αναγνώρισης της οφειλής, τα πορτρέτα και η σχέση της με τους μεγάλους… «Συνομιλίες με αξιοσημείωτους ανθρώπους» για να θυμηθούμε τον Γκουρτζιέφ. Αυτοβιογραφική αλληλεπίδραση. Εικόνες, σαν χάρτινα εικονίσματα των άλλων των πριν, συνομιλίες και πορτρέτα τους, αφηγήσεις ιδιαίτερες και σπάνιες όπως αυτή με την Κυρά και το βοτάνι στη Μάνη ή τις Νεράιδες, που αφορά Καζαντζάκη και Σικελιανό, ποιήματα με τον τρόπο και για λογαριασμό θα έλεγα του Καβάφη, για τον Σαχτούρη, την Πολυδούρη, τον Διονύσιο Σολωμό και τόσους άλλους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πνευματικές οφειλές, συνομιλίες πνευμάτων, συνομιλίες με φαντάσματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλάζει η γλώσσα της, αλλάζει το ύφος της κάθε φορά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γλωσσολαλιές μιλά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γίνεται πουλί…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας μικρός θησαυρός, μια πολύτιμη καταβύθιση, μια εξομολόγηση του ποιητή για την ποίηση και την ποιητική γραφή του, μέσω της ίδιας ποιητικής γραφής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί και να αγαπηθεί…</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">ΕΝΕΚΕΝ τ. 19/2011</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Γιώτα Αργυροπούλου δεν είναι καινούργια στα γράμματα. Έχει ήδη εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τα Νερά απαρηγόρητα και την Τοιχογραφία της Άνοιξης. Στην πραγματικότητα πρόκειται για δόκιμη ποιήτρια που έχει φτάσει να κατέχει και να ελέγχει πλήρως τα εκφραστικά της μέσα, συνεπώς μιλούμε για τεχνική, για εμπειρία, για γνώση. Κυρίως όμως μιλάμε για έμπνευση στην καθαρή ατόφια μορφή της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και εδώ είναι το παράδοξο. Ενώ δηλαδή η ποιήτρια προσδίδει έναν αφηγηματικό χαρακτήρα στα ποιήματά της και ενώ κάποια από αυτά και εκτενή είναι και έχουν πλοκή και δομή διηγήματος και ενώ ο ίδιος ο τίτλος της ποιητικής συλλογής «διηγήματα» επιβεβαιώνει τον πεζολογικό τους χαρακτήρα, ξαφνικά έχουμε σε αυτή τη συλλογή όλα τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν την ποίηση από την πεζογραφία, δηλαδή έναν ποιητικό λόγο συμπυκνωμένο, με άρτιο εσωτερικό ρυθμό, μία δωρική λιτότητα, την έκπληξη και το σάστισμα, την αλληγορία, τη μεταφορά, τον συμβολισμό, την ένταση των συναισθημάτων και ταυτόχρονα το βύθισμα στο καθολικό, στα προαιώνια ερωτήματα του χώρου και του χρόνου, της μετακόμισης των ψυχών σε δωμάτια υπαρξιακής μοναξιάς αλλά και τη σημασία ενός μόνου αηδονιού σε μία πόλη από μπετόν. Ενώ λοιπόν αρχικά η ποιήτρια ονομάζει διηγήματα τα ποιήματα αυτού του βιβλίου, στη συνέχεια συναντούμε μία συλλογή άκρως ποιητική που πραγματώνει κυρίως τον πιο βασικό στόχο της ποίησης, δηλαδή το να γίνει ο λόγος αγωγός των πιο βαθιών συγκινησιακών κραδασμών και να πετύχει τη συναισθηματική ταύτιση πομπού και δέκτη, ποιητή και αναγνώστη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποίηση της Γιώτας Αργυροπούλου καταφέρνει να μας κλονίσει, να μας μαγνητίσει, να μας ταρακουνήσει και τέλος να μας συγκινήσει. Η γλώσσα της είναι ακριβής και καθημερινή, οι λέξεις έως και κοινότοπες κάποιες φορές, όμως ο τρόπος που συνορεύουν μεταξύ τους κάνει την ανατροπή στην ποιητική φράση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Χθες μετακόμισα/ μια μοναξιά/πιο πέρα.» «Σα να στενάξαν τα βουνά/. Και μαζί του άκουσα όλους τους γιούς του κόσμου».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως η Γιώτα Αργυροπούλου γνωρίζει βαθιά τη γλώσσα μας, την έχει παρακολουθήσει από παλιά, την έχει ενσωματώσει, μέσα της υπάρχουν οι αρχαιοελληνικές λέξεις, λέξεις από εκκλησιαστικά κείμενα, από το δημοτικό τραγούδι, από λόγιους ποιητές και συγγραφείς, διασχίζει με άνεση τις εποχές και μεταχειρίζεται με άνεση τον λόγο. « Τα σιγανά της τα τραγούδια τα θλιμμένα/ που την καρδιά μου/ ριξοπότισαν» και αλλού «οι συγγενείς απόλιγοι, χέρσα χωράφια/ Οβριές στους όχτους και σπαράγγια,/ ανθισμένες κακαλήθρες, μαργαρίτες, παπαρούνες/ και σε άλλο σημείο «ξαστοχήσαμε ολότελα απ&#8217; το φαίνου/ στην επικράτεια κάδε τόσο του λυπού».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ποιητική συλλογή είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες, α) Διηγήματα, β) Η μετακόμιση, γ) Στο όνειρο πάλι πασχαλιά, με πιο πρόσφατη την τελευταία ενότητα που περιλαμβάνει ποιήματα που έχουν γραφεί τα δύο τελευταία χρόνια όπως δηλώνει η ίδια η ποιήτρια σε μία συνέντευξή της. (Εφημ. Ελευθερία 24-8-2010).</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γόμοι, κηδείες, ένα τελετουργικό με χορούς και τραγούδια της υπαίθρου, ήθη και έθιμα της Μεσσηνίας και της Μάνης, μία στενή σχέση της Γιώτας Αργυροπούλου με την παράδοσή μας, την ύπαιθρο, τη φύση. Επίσης, είτε αφιερώνοντάς τους ποιήματα είτε μνημονεύοντάς τους ονομαστικά, η Γιώτα Αργυροπούλου αναφέρεται σε άλλους ποιητές που την καθόρισαν και τη σημάδεψαν. «Δύο ποιητές στην ηλικία του πατέρα μου ο Θανάσης Βένετης και ο Τάσος Πορφύρης».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σ’ αυτή την ποιητική της συλλογή η Γιώτα Αργυροπούλου μετακομίζει για μια ακόμα φορά προς τα ενδότερα στρώματα της ποιητικής αλλά και του εαυτού, σε χώρους μοναχικούς αλλά και τρυφερούς, περισυλλογής και στοχασμού για τα μικρά και τα μεγάλα, για τα καθημερινά και τα παντοτινά, για τα ανθρώπινα. «Ω εκείνη η μετακόμιση/ με τη βροχή, το πισωγύρισμα/ με το</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωριό μου που ξεμάκραινε/ βρέξει δε βρέξει πια σε κάδε μετακόμιση/ το ίδιο εκείνο σπίτι αφήνω».</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%84%ce%b1-%ce%b1%cf%81%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>1</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
