<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83-%CF%83%CE%B5%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B7%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Thu, 29 Feb 2024 11:53:12 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/03/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%b5%cf%81%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/03/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%b5%cf%81%ce%b7%cf%83/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 29 Feb 2016 22:18:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=3008</guid>

					<description><![CDATA[ΣΤΡΟΦΗ (1931) APNHΣH Στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι διψάσαμε το μεσημέρι· μα το νερό γλυφό. Πάνω στην άμμο την ξανθή γράψαμε τ&#8217; όνομά της· ωραία που φύσηξεν ο μπάτης και σβύστηκε η γραφή. Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος, πήραμε τη ζωή μας· λάθος! κι αλλάξαμε ζωή. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/03/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%b5%cf%81%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<h2><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΡΟΦΗ (1931)</span></strong></h2>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>APNHΣH</strong></span></h2>
<p><span style="color: #000000;">Στο περιγιάλι το κρυφό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι άσπρο σαν περιστέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> διψάσαμε το μεσημέρι·</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα το νερό γλυφό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω στην άμμο την ξανθή</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράψαμε τ&#8217; όνομά της·</span><br />
<span style="color: #000000;"> ωραία που φύσηξεν ο μπάτης</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σβύστηκε η γραφή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τι καρδιά, με τι πνοή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι πόθους και τι πάθος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πήραμε τη ζωή μας· λάθος!</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αλλάξαμε ζωή.</span></p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΑΡΝΗΣΗ (ΣΤΟ ΠΕΡΙΓΙΑΛΙ ΤΟ ΚΡΥΦΟ) - ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/gHOpgJFc5rw?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Ἡ λυπημένη</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;">Στην πέτρα της υπομονής</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθισες προς το βράδυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> με του ματιού σου το μαυράδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δείχνοντας πως πονείς·</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι είχες στα χείλια τη γραμμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> που είναι γυμνή και τρέμει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν η ψυχή γίνεται ανέμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δέουνται οι λυγμοί·</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι είχες στο νου σου το σκοπό</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ξεκινά το δάκρυ</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ήσουν κορμί που από την άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυρίζει στον καρπό·</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε βόγκηξε κι εγίνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> το νόημα που στον κόσμο δίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> έναστρος ουρανός.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Α&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τ&#8217; αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ&#8217; αποχτήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Β&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ&#8217; ακρογιάλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ω μην ταράξεις&#8230; πρόσεξε ν&#8217; ακούσεις τ&#8217; αλαφρό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ξεκίνημά της&#8230; τ&#8217; άγγιξες το δέντρο με τα μήλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να &#8216;σουν εσύ που θα &#8216;φερνες την ξεχασμένη αυγή!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέρες ν&#8217; ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ&#8217; ουρανού,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η νύχτα να &#8216;ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Γ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής</span><br />
<span style="color: #000000;"> σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λησμονημένο ανάγνωσμα σ&#8217; ένα παλιό ευαγγέλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8220;Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ&#8217; όνειρο μένει απόντιστο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με του ματιού τ&#8217; αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ&#8217; αστέρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ακοή μου ως να &#8216;σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση</span><br />
<span style="color: #000000;"> που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου&#8230;&#8221;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ&#8217; ουρανού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ&#8217; αγκάθι</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">&#8230;Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> για μιαν αγάπη μυστική σ&#8217; ανεύρετα θολάμια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές</span><br />
<span style="color: #000000;"> αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)</span><br />
<span style="color: #000000;"> μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ε&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να &#8216;ναι για μας πλωτός;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ανοίγει τα επουράνια κι είν&#8217; όλα βολετά</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ&#8217; ανοιχτά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τριαντάφυλλα&#8230; Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρικύμισμα της θάλασσας&#8230; Ο κόσμος είναι απλός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αθήνα, Οχτώβρης &#8217;29 &#8211; Δεκέμβρης &#8217;30</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 90px;"><em><span style="color: #000000;">Si j&#8217; ai du gout, ce n&#8217; est gueres</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> Que pour la terre et les pierres.</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> ARTHUR RIMBAUD</span></em></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Α&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τον άγγελο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάζοντας πολύ κοντά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πεύκα το γιαλό και τ&#8217; άστρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σμίγοντας την κόψη τ&#8217; αλετριού ή του καραβιού την καρένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ&#8217; ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ&#8217; άσπιλα φτερά των</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύκνων που μας πληγώναν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> της ανατολής</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φέραμε πίσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτά τ&#8217; ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Β&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άλλοτε μας ήταν εύκολο ν&#8217; αντλήσουμε είδωλα και στολίδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να χαρούν οι φίλοι που μας έμεναν ακόμη πιστοί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έσπασαν τα σκοινιά μονάχα οι χαρακιές στου πηγαδιού το στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μας θυμίζουν την περασμένη μας ευτυχία:</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δάχτυλα στο φιλιατρό, καθώς έλεγε ο ποιητής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα δάχτυλα νιώθουν τη δροσιά της πέτρας λίγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η θέρμη του κορμιού την κυριεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μια στάλα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Γ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ&#8217; ακουμπήσω.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έπεφτε το όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξαναχωρίσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτάζω τα μάτια. Μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν έχω άλλη δύναμη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακρωτηριασμένα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ&#8217;</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Και ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν</span><br />
<span style="color: #000000;"> εις ψυχήν</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτή βλεπτέον:</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε καλά παιδιά οι σύντροφοι, δε φωνάζαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς ν&#8217; αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίδρωναν στο κουπί με χαμηλωμένα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανασαίνοντας με ρυθμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατά τη δύση, πέρα από τον κάβο των σκύλων</span><br />
<span style="color: #000000;"> που γαβγίζουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, έλεγαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> εις ψυχήν βλεπτέον, έλεγαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα κουπιά χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο ηλιόγερμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αράξαμε σ&#8217; ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά</span><br />
<span style="color: #000000;"> με καλαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τ&#8217; αυλάκι του τιμονιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ&#8217; ακρογιάλι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ε&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν τους γνωρίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;"> πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι φίλοι μας έφυγαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρα από τ&#8217; αγάλματα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΤ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μ.Ρ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το περιβόλι με τα συντριβάνια του στη βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα το βλέπεις μόνο από το χαμηλό παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίσω από το θολό τζάμι. Η κάμαρά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα φωτίζεται μόνο από τη φλόγα του τζακιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κάποτε, στις μακρινές αστραπές θα φαίνουνται</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ρυτίδες του μετώπου σου, παλιέ μου Φίλε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το περιβόλι με τα συντριβάνια που ήταν στο χέρι σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρυθμός της άλλης ζωής, έξω από τα σπασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μάρμαρα και τις κολόνες τις τραγικές</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ένας χορός μέσα στις πικροδάφνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοντά στα καινούργια λατομεία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα γυαλί θαμπό θα το &#8216;χει κόψει από τις ώρες σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δε θ&#8217; ανασάνεις, το χώμα κι ο χυμός των δέντρων</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ορμούν από τη μνήμη σου για να χτυπήσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στο τζάμι αυτό που το χτυπά η βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τον έξω κόσμο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ζ&#8217;</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΝΟΤΙΑΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πέλαγο σμίγει κατά τη δύση μια βουνοσειρά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ζερβά μας ο νοτιάς φυσάει και μας τρελαίνει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτός ο αγέρας που γυμνώνει τα κόκαλα απ&#8217; τη σάρκα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το σπίτι μας μέσα στα πεύκα και στις χαρουπιές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να γράφουμε τα γράμματα που σου γράφουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσους μήνες και τα ρίχνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στον αποχωρισμό για να γεμίσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άστρο της αυγής, όταν χαμήλωνες τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ώρες μας ήταν πιο γλυκιές από το λάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στην πληγή, πιο πρόσχαρες από το κρύο νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ουρανίσκο, πιο γαλήνιες από τα φτερά του κύκνου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κρατούσες τη ζωή μας στην παλάμη σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ύστερα από το πικρό ψωμί της ξενιτιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη νύχτα αν μείνουμε μπροστά στον άσπρο τοίχο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η φωνή σου μας πλησιάζει σαν έλπιση φωτιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πάλι αυτός ο αγέρας ακονίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στα νεύρα μας ένα ξυράφι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σου γράφουμε ο καθένας τα ίδια πράματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σωπαίνει ο καθένας μπρος στον άλλον</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάζοντας, ο καθένας, τον ίδιο κόσμο χωριστά</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φως και το σκοτάδι στη βουνοσειρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ&#8217; την καρδιά μας;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χτες βράδυ μια νεροποντή και σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαραίνει πάλι ο σκεπασμένος ουρανός. Οι στοχασμοί μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν τις πευκοβελόνες της χτεσινής νεροποντής</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην πόρτα του σπιτιού μας μαζεμένοι κι άχρηστοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> θέλουν να χτίσουν έναν πύργο που γκρεμίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα σε τούτα τα χωριά τ&#8217; αποδεκατισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω σ&#8217; αυτό τον κάβο, ξέσκεπο στο νοτιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη βουνοσειρά μπροστά μας που σε κρύβει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιος θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιος θα δεχτεί την προσφορά μας, στο τέλος αυτό του φθινοπώρου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">H&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε με τ&#8217; άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεμένες άθελα μ&#8217; ανύπαρχτα προσκυνήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> από λιμάνι σε λιμάνι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εκείνης της θάλασσας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς αφή</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς ανθρώπους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε δική σας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα ελάχιστο διάστημα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Θ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είναι παλιό το λιμάνι, δεν μπορώ πια να περιμένω</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε το φίλο που έφυγε στο νησί με τα πλατάνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε το φίλο που έφυγε για τ&#8217; ανοιχτά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χαϊδεύω τα σκουριασμένα κανόνια, χαϊδεύω τα κουπιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ζωντανέψει το κορμί μου και ν&#8217; αποφασίσει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα καραβόπανα δίνουν μόνο τη μυρωδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> του αλατιού της άλλης τρικυμίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν το θέλησα να μείνω μόνος, γύρεψα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μοναξιά, δε γύρεψα μια τέτοια απαντοχή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κομμάτιασμα της ψυχής μου στον ορίζοντα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτές τις γραμμές, αυτά τα χρώματα, αυτή τη σιγή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τ&#8217; άστρα της νύχτας με γυρίζουν στην προσδοκία</span><br />
<span style="color: #000000;"> του Οδυσσέα για τους νεκρούς μες στ&#8217; ασφοδίλια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μες στ&#8217; ασφοδίλια σαν αράξαμε εδώ-πέρα θέλαμε να βρούμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη λαγκαδιά που είδε τον Άδωνι λαβωμένο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ι&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και πού</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις προσκυνούμε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Κυριακή σαν κατεβούμε ν&#8217; ανασάνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν&#8217; αγαπήσουν.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΑ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> άπλωνε τις άσπρες του φτερούγες πάνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δέντρων και</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα σπίτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΒ&#8217;</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΜΠΟΤΙΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και παραπάνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και παραπάνω ακόμη πολλές φορές</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το παίξαμε στα ζάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΓ&#8217;</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΥΔΡΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Δελφίνια φλάμπουρα και κανονιές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το πέλαγο τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σήκωνε τα πολύχρωμα κι αστραφτερά καράβια</span><br />
<span style="color: #000000;"> λύγιζε, τα κλυδώνιζε κι όλο μαβί μ&#8217; άσπρα φτερά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόσο πικρό για την ψυχή σου κάποτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα γεμάτο χρώματα στον ήλιο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άσπρα πανιά και φως και τα κουπιά τα υγρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> χτυπούσαν με ρυθμό τυμπάνου ένα ημερωμένο κύμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήταν ωραία τα μάτια σου να κοίταζαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ήταν λαμπρά τα χέρια σου ν&#8217; απλώνουνταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ήταν σαν άλλοτε ζωηρά τα χείλια σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπρος σ&#8217; ένα τέτοιο θάμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το γύρευες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι γύρευες μπροστά στη στάχτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή μέσα στη βροχή στην καταχνιά στον άνεμο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα ακόμη που χαλάρωναν τα φώτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η πολιτεία βύθιζε κι από τις πλάκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σου &#8216;δειχνε την καρδιά του ο Ναζωραίος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι γύρευες; γιατί δεν έρχεσαι; τι γύρευες;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΔ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων</span><br />
<span style="color: #000000;"> που αγαπήσαμε.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΕ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Quid πλατανών opacissimus?</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ύπνος σε τύλιξε, σαν ένα δέντρο, με πράσινα φύλλα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάσαινες, σαν ένα δέντρο, μέσα στο ήσυχο φως,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στη διάφανη πηγή κοίταξα τη μορφή σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κλεισμένα βλέφαρα και τα ματόκλαδα χάραζαν το νερό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα δάχτυλά μου στο μαλακό χορτάρι, βρήκαν τα δάχτυλά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κράτησα το σφυγμό σου μια στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ένιωσα αλλού τον πόνο της καρδιάς σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω από το πλατάνι, κοντά στο νερό, μέσα στις δάφνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο ύπνος σε μετακινούσε και σε κομμάτιαζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> γύρω μου, κοντά μου, χωρίς να μπορώ να σ&#8217; αγγίξω ολόκληρη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενωμένη με τη σιωπή σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέποντας τον ίσκιο σου να μεγαλώνει και να μικραίνει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να χάνεται στους άλλους ίσκιους, μέσα στον άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόσμο που σ&#8217; άφηνε και σε κρατούσε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη ζωή που μας έδωσαν να ζήσουμε, τη ζήσαμε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λυπήσου εκείνους που περιμένουν με τόση υπομονή</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαμένοι μέσα στις μαύρες δάφνες κάτω από τα βαριά πλατάνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όσους μονάχοι τους μιλούν σε στέρνες και σε πηγάδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πνίγουνται μέσα στους κύκλους της φωνής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λυπήσου το σύντροφο που μοιράστηκε τη στέρησή μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τον ιδρώτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βύθισε μέσα στον ήλιο σαν κοράκι πέρα απ&#8217; τα μάρμαρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς ελπίδα να χαρεί την αμοιβή μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δώσε μας, έξω από τον ύπνο, τη γαλήνη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΣΤ&#8217;</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">όνομα δ&#8217; Ορέστης</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη σφενδόνη, πάλι στη σφενδόνη, στη σφενδόνη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πόσοι γύροι, πόσοι αιμάτινοι κύκλοι, πόσες μαύρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σειρές. Οι άνθρωποι που με κοιτάζουν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που με κοιτάζαν όταν πάνω στο άρμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σήκωσα το χέρι λαμπρός, κι αλάλαξαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι αφροί των αλόγων με χτυπούν, τ&#8217; άλογα πότε θ&#8217; αποστάσουν;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τρίζει ο άξονας, πυρώνει ο άξονας, πότε ο άξονας θ&#8217; ανάψει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πότε θα σπάσουν τα λουριά, πότε τα πέταλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα πατήσουν μ&#8217; όλο το πλάτος πάνω στο χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στο μαλακό χορτάρι, μέσα στις παπαρούνες όπου</span><br />
<span style="color: #000000;"> την άνοιξη μάζεψες μια μαργαρίτα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ήταν ωραία τα μάτια σου μα δεν ήξερες πού να κοιτάξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ήξερα πού να κοιτάξω μήτε κι εγώ, χωρίς πατρίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ που μάχομαι εδώ-πέρα, πόσοι γύροι;</span><br />
<span style="color: #000000;"> και νιώθω τα γόνατα να λυγίζουν πάνω στον άξονα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στις ρόδες πάνω στον άγριο στίβο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα γόνατα λυγίζουν εύκολα σαν το θέλουν οι θεοί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, τι να την κάνεις τη δύναμη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν μπορείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξεφύγεις τη θάλασσα που σε λίκνισε και που γυρεύεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> τούτη την ώρα της αμάχης, μέσα στην αλογίσια ανάσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα καλάμια που τραγουδούσαν το φθινόπωρο σε τρόπο λυδικό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη θάλασσα που δεν μπορείς να βρεις όσο κι αν τρέχεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσο κι αν γυρίζεις μπροστά στις μαύρες Ευμενίδες που βαριούνται,</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς συχώρεση.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΖ&#8217;</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΑΣΤΥΑΝΑΞ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες και έλαμπαν όπλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τ&#8217; άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν&#8217; αγγίξουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> την πράσινη επιφάνεια του νερού</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ&#8217; τα φύλλα εκείνου του πλατάνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μάθε του να μελετά τα δέντρα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΗ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα από τα δάχτυλά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχω άλλη συντροφιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΙΘ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ&#8217; το κυπαρίσσια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μας βαραίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.</span></p>
<h3></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Κ&#8217;</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">[ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ]</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν χαμηλώνουν τ&#8217; άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ως πού</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα με παρασύρουν;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των</span><br />
<span style="color: #000000;"> πεθαμένων</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΑ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο εύκολα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μια δική του δικαιοσύνη</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ&#8217; τον κύκλο και αναστήθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χαμογελάνε μέσα σε μία παράξενη ησυχία.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΒ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί περάσαν τόσα και τόσα μπροστά στα μάτια μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> που και τα μάτια μας δεν είδαν τίποτε, μα παραπέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πίσω η μνήμη σαν το άσπρο πανί μια νύχτα σε μια μάντρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που είδαμε οράματα παράξενα, περισσότερο κι από σένα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να περνούν και να χάνουνται μέσα στο ακίνητο φύλλωμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιας πιπεριάς</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γιατί γνωρίσαμε τόσο πολύ τούτη τη μοίρα μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες, τρεις ή έξι</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδες χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που θα ήταν ίσως</span><br />
<span style="color: #000000;"> το δικό μας σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσπαθώντας να θυμηθούμε χρονολογίες και ηρωικές</span><br />
<span style="color: #000000;"> πράξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα μπορέσουμε;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γιατί δεθήκαμε και σκορπιστήκαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και παλέψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες όπως λέγαν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΓ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λίγο ακόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν&#8217; ανθίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη θάλασσα να κυματίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγο ακόμα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΔ&#8217;</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ&#8217; ασφοδίλια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεκέμβρης 1933 &#8211; Δεκέμβρης 1934</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΓΥΜΝΑΣΙΟΠΑΙΔΑ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Α’ &#8211; Σαντορίνη</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σκύψε αν μπορείς στη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον ήχο μιας φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά</span><br />
<span style="color: #000000;"> που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μέρα τ&#8217; όνομα τον τόπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Bρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάζοντας τ&#8217; αναδυόμενα νησιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Eδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> της αδικίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φτέρνα της δύναμης θέληση ανίσκιωτη λογαριασμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια που ωριμάζουν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δρόμος της μοίρας με το χτύπημα της νέας παλάμης</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ωμοπλάτη•</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> βουλιάζουν τα νησιά σκουριά και στάχτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Bωμοί γκρεμισμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι φίλοι ξεχασμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύλλα της φοινικιάς στη λάσπη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι</span><br />
<span style="color: #000000;"> που άγγιξε τον ορίζοντα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στέγνωσε η αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε τρύπιες ψυχές•</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύκλο τα πόδια θερισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύκλο τα χέρια πεθαμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύκλο τα μάτια σκοτεινά•</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> το θάνατο που γύρευες δικό σου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακούγοντας μια κραυγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακόμη και του λύκου την κραυγή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το δίκιο σου•</span><br />
<span style="color: #000000;"> άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεκόλλησε απ&#8217; τον άπιστο καιρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βούλιαξε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Τετράδιο Γυμνασμάτων</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη.</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης δε θα γνωρίσουν ποτέ τη δροσούλα που κατεβαίνει στην</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κηφισιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα οι δυό καμινάδες που μ&#8217; άρεσαν στην ξενιτιά πίσω απ&#8217; τα κέδρα, γυρίζουν πάλι σα βλέπω τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δύο κυπαρίσσια πάνω από τη γνώριμή σου την εκκλησία</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έχει τους κολασμένους ζωγραφιστούς να τυραννιούνται μες στη φωτιά και στην αθάλη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βερίνα μας ερήμωσε η ζωή κι οι αττικοί ουρανοί κι οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν στο ίδιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα τοπία που κατάντησαν να παίρνουν πόζες από την ξεραϊλα κι από την πείνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν τους νέους που ξόδεψαν όλη τους την ψυχή για να φορέσουν ένα μονογυάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν τις κοπέλες ηλιοτρόπια ρουφώντας την κορφή τους για να γίνουν κρίνα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΦYΓH</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο πρωινό χορτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τόσο πάθος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Kι’ αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ&#8217; όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνου του ανθρώπου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στη φυγή.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Φωτιές του Αϊ-Γιάννη.</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> της μοναξιάς και της σιωπής</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ας ανάβουν οι φωτιές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ώρα που κόπηκε ο καιρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνον που από τώρα και πρίν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρέπει να τον εύρεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο κάποιος άλλος, όταν θα &#8216;χεις πεθάνει.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</span></strong></h2>
<h3><strong>ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</strong></h3>
<p>Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι<br />
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει<br />
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια<br />
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε</p>
<p>στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν<br />
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως<br />
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι<br />
στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές<br />
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν</p>
<p>χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.<br />
Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε<br />
στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.<br />
Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού<br />
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου</p>
<p>που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα<br />
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες·<br />
αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους<br />
απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,<br />
μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,</p>
<p>σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.<br />
Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τούς εδώ, αυτές τις κολόνες·<br />
κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά κοντά<br />
σε βούρλα και σε καλάμια νησιά<br />
που είχαν νερό στην άμμο να ξεδιψάει</p>
<p>ο κουπολάτης, κι ας γεννήθηκα κοντά<br />
στη θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου<br />
σαν είμαι κουρασμένος — δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα.<br />
Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι<br />
και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό</p>
<p>τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα<br />
μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·<br />
πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.<br />
Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι<br />
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου</p>
<p>λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ’ τη βροχή<br />
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.<br />
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα δεν τα καταλαβαίνω<br />
μιμούνται κάποτε το θάνατο κι έπειτα ξανά<br />
φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή</p>
<p>με μια προσπάθεια περιορισμένη ανέλπιδη<br />
σφιγμένη ανάμεσα σε δυο ρυτίδες<br />
σε δυο τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένα<br />
σκοτώνουνται το ένα με τ’ άλλο λιγοστεύουν<br />
κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια</p>
<p>τα πρόσωπα της άλλης φυλής.<br />
Περπατήσαμε μαζί μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο<br />
δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμού<br />
χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας<br />
πήραμε τα καράβια ξενιτευτήκαμε γυρίσαμε</p>
<p>βρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουν<br />
μας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει.<br />
Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ’ αγάλματα φόρεσαν τις γυμνές<br />
άδειες καρέκλες του φθινοπώρου, κι οι σύντροφοι<br />
σκοτώσανε τα πρόσωπά τους· δεν τα καταλαβαίνω.</p>
<p>Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι<br />
κύματα της άμμου φεύγοντας ώς τον τελευταίο κύκλο<br />
ένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος ατέλειωτος<br />
μάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιο<br />
χέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανό</p>
<p>χαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχής<br />
χαμένα σ’ ένα σημείο που δεν τ’ ορίζω και με κυβερνά·<br />
τα χέρια σου αγγίζοντας το ελεύθερο κύμα.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Φθινόπωρο, 1936</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τʼ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μεγάλη πέτρα κοντά στις αγριοσυκιές και τ’ ασφοδίλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρυσά’ τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδεβαράν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> καμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδιάζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κράτησα τη ζωή μου στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω</span><br />
<span style="color: #000000;"> γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές˙ o χιονισμένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρωτούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι</span><br />
<span style="color: #000000;"> δρόμοι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαλίκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των</span><br />
<span style="color: #000000;"> νερών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-</span><br />
<span style="color: #000000;"> στά πηγάδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού μου ξεφεύγουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ αγγίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρά του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνους</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙ κράτησα τη ζωή μου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το χιόνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.</span></p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="AΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ -  ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ (ΕΠΙΦΑΝΙΑ)" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/g8pyAHQwRW4?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;">Άνθη της πέτρας μπροστά στην πράσινη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυαλίζοντας στ&#8217; αργό ψιχάλισμα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μ&#8217; άφησαν να τις αγγίξω ύστερ&#8217; απ&#8217; τη σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχει μια έκσταση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα σκληρά σαν τα κοχύλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες.</span></p>
<p>https://youtu.be/7pgn66f1JsM</p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Α’</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρόνια ξενιτεμένος ήρθες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με εικόνες που έχεις αναθρέψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω από ξένους ουρανούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> μακριά απ&#8217; τον τόπο το δικό σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο•</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όμως σαν ήμουνα παιδί</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπαιζα πάνω στο χορτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω από τους μεγάλους ίσκιους</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώρα πολλή λαχανιασμένος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου</span><br />
<span style="color: #000000;"> σιγά-σιγά θα συνηθίσεις•</span><br />
<span style="color: #000000;"> θ&#8217; ανηφορίσουμε μαζί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα γνώριμά σου μονοπάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ξαποστάσουμε μαζί</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ&#8217; το θόλο των πλατάνων</span><br />
<span style="color: #000000;"> σιγά-σιγά θα &#8216;ρθούν κοντά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τ&#8217; αψηλά τα παραθύρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκοτεινιασμένα απ&#8217; τον κισσό</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυρεύω την αρχαία κολόνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κοίταζε ο θαλασσινός.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πώς θες να μπώ σ&#8217; αυτή τη στάνη;</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όσο μακριά και να κοιτάξω</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέπω γονατιστούς ανθρώπους</span><br />
<span style="color: #000000;"> λες κάνουνε την προσευχή τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">― Παλιέ μου φίλε δε μ&#8217; ακούς;</span><br />
<span style="color: #000000;"> σιγά-σιγά θα συνηθίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> γλυκά να σε καλωσορίσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;</span><br />
<span style="color: #000000;"> σήκωσε λίγο το κεφάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> να καταλάβω τί μου λες</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσο μιλάς τ&#8217; ανάστημά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ολοένα πάει και λιγοστεύει</span><br />
<span style="color: #000000;"> λες και βυθίζεσαι στο χώμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου</span><br />
<span style="color: #000000;"> σιγά-σιγά θα συνηθίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> η νοσταλγία σού έχει πλάσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> έξω απ&#8217; τη γης κι απ&#8217; τους ανθρώπους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">― Πια δεν ακούω τσιμουδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> παράξενο πώς χαμηλώνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα τριγύρω κάθε τόσο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εδώ διαβαίνουν και θερίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ</span></strong></h2>
<p style="padding-left: 150px;"><em><span style="color: #000000;">Ασίνην τε&#8230;</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> ΙΛlΑΔΑ</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω &#8211; γύρω το κάστρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι φλέβες του βρόχου κατέβαιναν από ψηλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στ&#8217; άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χάνοντας δύναμη ολοένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κανένα πλάσμα ζωντανό τ&#8217; αγριοπερίστερα φευγάτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγνωστος λησμονημένος απ&#8217; όλους κι από τον Όμηρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ&#8217; την προσωπίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8220;Ασίνην τε&#8230; Ασίνην τε&#8230;&#8221;</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα παιδιά του αγάλματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του</span><br />
<span style="color: #000000;"> αραγμένα σ&#8217; άφαντο λιμάνι&#8217;</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ&#8217; την προσωπίδα ένα κενό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα κενό παντού μαζί μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με σπασμένη φτερούγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκήνωμα ζωής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τ&#8217; αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχουν άραγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις αιχμές</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κοίλα και τις καμπύλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχουν άραγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> εδώ που συναντιέμαι το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράς</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> με την απεραντοσύνη του πελάγου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ποιητής ένα κενό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> χτύπησε πάνω στο φως, σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8220;Ασίνην τε Ασίνην τε&#8230;&#8221; Να&#8217; ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη</span><br />
<span style="color: #000000;"> αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β’</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΡΙΖΟΝΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Tο σπίτι γέμισε τριζόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> χτυπούν σαν άρρυθμα ρολόγια</span><br />
<span style="color: #000000;"> λαχανιασμένα. Kαι τα χρόνια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">που ζούμε σαν αυτά χτυπούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς οι δίκαιοι σιωπούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα να μην είχαν τί να πουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Kάποτε τ&#8217; άκουσα στο Πήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σκάβουνε γοργά ένα σπήλαιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στη νύχτα. Aλλά το φύλλο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">της μοίρας τώρα το γυρίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μας γνωρίσατε και σας γνωρίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τους υπερβόρειους ίσαμε</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τους νέγρους του ισημερινού</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έχουνε σώμα χωρίς νου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και που φωνάζουν σαν πονούν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Kι εγώ πονώ κι&#8217; εσείς πονείτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα δε φωνάζουμε και μήτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> καν ψιθυρίζουμε, γιατί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">η μηχανή είναι βιαστική</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη φρίκη και στην καταφρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο θάνατο και στη ζωή,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το σπίτι γέμισε τριζόνια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαριά μια νάρκη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σαλέρνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ξέφυγε κρυφά και φέρνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη Συρία∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κρατίδιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πρωτέα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος</span><br />
<span style="color: #000000;"> μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν έρθει ο θέρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν έρθει ο θέρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρεύουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σκέψη</span><br />
<span style="color: #000000;"> του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πεύκο, και τον βλέπεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> νύχτες και νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το</span><br />
<span style="color: #000000;"> δείχνουν οι στατιστικές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> λεύγες και λεύγες∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μνησιπήμων πόνος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε&#8230;»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Γ’</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;"><strong>Στον Κόσμο της Κύπρου Μνήμη και Αγάπη</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>…Κύπρον, ού μ’ εθέσπισεν…</strong></span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τις 6 Νοεμβρίου μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου του 1953 ο Σεφέρης κάνει το πρώτο ταξίδι του στην Κύπρο. Περιδιαβαίνει το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη· φωτογραφίζει, κρατάει συνοπτικές αλλά ακριβείς σημειώσεις για μετακινήσεις, συναντήσεις με επισήμους και ανεπισήμους, επισκέψεις σε ιστορικούς και αρχαιολογικούς τόπους και γνωρίζεται με τον Κύπριο ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ταξίδι αυτό θα φέρει ως αποτέλεσμα το Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’</span></p>
<p><img loading="lazy" width="1200" height="754" class="alignnone size-full wp-image-8759" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0001.jpg?w=500" alt="1-φωτο - 0001" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0001.jpg 1200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0001-300x189.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0001-1024x643.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0001-768x483.jpg 768w" sizes="(max-width: 1200px) 100vw, 1200px" /></p>
<p><img loading="lazy" width="1200" height="680" class="alignnone size-large wp-image-8760" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0002.jpg?w=500&amp;h=283" alt="1-φωτο - 0002" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0002.jpg 1200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0002-300x170.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0002-1024x580.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/09/1-cf86cf89cf84cebf-0002-768x435.jpg 768w" sizes="(max-width: 1200px) 100vw, 1200px" /></p>
<h2></h2>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ, A’</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Και βλέπεις το φως του ήλιου καθώς έλεγαν οι παλαιοί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωστόσο νόμιζα πώς έβλεπα τόσα χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">περπατώντας ανάμεσα στα βουνά και στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;">συντυχαίνοντας ανθρώπους με τέλειες πανοπλίες·</span><br />
<span style="color: #000000;">παράξενο, δεν πρόσεχα πώς έβλεπα μόνο τη φωνή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν το αίμα που τους ανάγκαζε να μιλούν, το κριάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">που έσφαζα κι έστρωνα στα πόδια τους·</span><br />
<span style="color: #000000;">μα δεν ήταν το φως εκείνο το κόκκινο χαλί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ότι μου λέγαν έπρεπε να το ψηλαφήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως όταν σε κρύψουν κυνηγημένο νύχτα σε στάβλο ίο</span><br />
<span style="color: #000000;">ή φτάσεις τέλος το κορμί βαθύκολπης γυναίκας</span><br />
<span style="color: #000000;">κι είναι γεμάτη ή κάμαρα πνιγερές μυρωδιές·</span><br />
<span style="color: #000000;">ότι μου λέγαν δορά και μετάξι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παράξενο, το βλέπω εδώ το φως του ήλιου· το χρυσό δίχτυ</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου τα πράγματα σπαρταρούν σαν τα ψάρια</span><br />
<span style="color: #000000;">που ένας μεγάλος άγγελος τραβά</span><br />
<span style="color: #000000;">μαζί με τα δίχτυα των ψαράδων.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΟΝΕΙΡΟ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμούμαι κι ή καρδιά μου ξάγρυπνα·</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιτάζει τ’ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι</span><br />
<span style="color: #000000;">και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ</strong></span></h3>
<h4><span style="color: #000000;">ΣΤΟΝ ΖΩΓΡΑΦΟ ΔΙΑΜΑΝΤΗ</span></h4>
<p><span style="color: #000000;">Η μικρή κουκουβάγια ήτανε πάντα εκεί</span><br />
<span style="color: #000000;">σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ’ Άγιου Μάμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;">εδώ ή άλλου, τώρα, στα περασμένα: χόρευε</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα τέτοιο ρυθμό το φθινόπωρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άγγελοι ξετυλίγανε τον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;">και χάζευε ένας πέτρινος καμαροφρύδης</span><br />
<span style="color: #000000;">σε μια γωνιά της στέγης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τότες ήρθε ό καλόγερος’ σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άρχισε απ’ το λαιμό: φοινικιές, λέπια, και δαχτυλίδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπειτα, κρατώντας στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">έβαλε τον παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά,</span><br />
<span style="color: #000000;">και τον κατάλαλο•</span><br />
<span style="color: #000000;">έβαλε την αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια•</span><br />
<span style="color: #000000;">και στην άκρη, σχεδόν άπόκρυφο, τ’ ακοίμητο σκουλήκι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν ωραία όλ’ αυτά, μια περιδιάβαση.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως το ξύλινο μαγγανοπήγαδο —τ’ αλακάτιν,</span><br />
<span style="color: #000000;">κοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">μισό στο χώμα και μισό μέσα στο νερό,</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις;</span><br />
<span style="color: #000000;">Είδες πώς βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή</span><br />
<span style="color: #000000;">βγαλμένη απ τα παλιά νεύρα του ξύλου</span><br />
<span style="color: #000000;">γιατί την είπες φωνή πατρίδας;</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΕΠΙΚΑΛΕΩ ΤΟΙ ΤΗΝ ΘΕΟΝ…</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Λάδι στα μέλη,</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως ταγγή μυρωδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως εδώ στο λιόμυλο</span><br />
<span style="color: #000000;">της μικρής εκκλησιάς</span><br />
<span style="color: #000000;">στους χοντρούς πόρους</span><br />
<span style="color: #000000;">της σταματημένης πέτρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λάδι στην κόμη</span><br />
<span style="color: #000000;">στεφανωμένη με σκοινί,</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσιος και άλλα αρώματα</span><br />
<span style="color: #000000;">που δε γνωρίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;">φτωχά και πλούσια</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αγαλματάκια στα δάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;">προσφέρνοντας μικρούς μαστούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λάδι στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;">τρόμαξαν τα φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;">στου ξένου το σταμάτημα</span><br />
<span style="color: #000000;">και βάρυνε η σιγή</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στα γόνατα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έπεσαν τα νομίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;">«Έπικαλέω τοι την θεόν…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λάδι στους ώμους</span><br />
<span style="color: #000000;">και στη μέση που λύγισε</span><br />
<span style="color: #000000;">γρίβα σφυρά στη χλόη,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αυτή η πληγή στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς σημαίναν τον εσπερινό</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς μιλούσα στον αυλόγυρο</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα σακάτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κουκλιά, Νοέμ. ’53</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΕΛΕΝΗ</strong></span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><em>ΤΕΥΚΡΟΣ … ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’ , αλλ’ είδωλον ήν.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>…………………………………………………….</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ</em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αηδόνι ντροπαλό, μες στον ανασασμό των φύλλων,</span><br />
<span style="color: #000000;">σύ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους</span><br />
<span style="color: #000000;">στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τυφλή φωνή, που ψηλαφείς μέσα στη νυχτωμένη μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;">βήματα και χειρονομίες. δε θα τολμούσα να πω φιλήματα·.</span><br />
<span style="color: #000000;">και το πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;</span><br />
<span style="color: #000000;">Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:</span><br />
<span style="color: #000000;">καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες των ανθρώπων</span><br />
<span style="color: #000000;">ή των θεών·.</span><br />
<span style="color: #000000;">η μοίρα μου που κυματίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στο στερνό σπαθί ενός Αίαντα</span><br />
<span style="color: #000000;">και μιαν άλλη Σαλαμίνα</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ έφερε εδώ σ’ αυτό το γυρογιάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">βγήκε απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει να ‘βρει</span><br />
<span style="color: #000000;">την καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πού είναι η αλήθεια;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης·.</span><br />
<span style="color: #000000;">το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αηδόνι ποιητάρη,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν και μια τέτοια νύχτα στ’ ακροθαλάσσι του Πρωτέα</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ άκουσαν οι σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι έσυραν το θρήνο,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ανάμεσο τους-ποιος θα το ‘λεγε-η Ελένη!</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτή που κυνηγούσαμε χρόνια στο Σκάμαντρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν εκεί, στα χείλια της ερήμου. την άγγιξα, μου μίλησε:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά, κι αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;">το ανάστημα</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσκιοι και χαμόγελα παντού</span><br />
<span style="color: #000000;">στους ώμους στους μηρούς στα γόνατα·.</span><br />
<span style="color: #000000;">ζωντανό δέρμα, και τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα μεγάλα βλέφαρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ήταν εκεί, στην όχθη ενός Δέλτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στην Τροία;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τίποτε στην Τροία-ένα είδωλο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι το θέλαν οι θεοί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν πλάσμα ατόφιο.</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια .</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τόσα κορμιά ριγμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσες ψυχές</span><br />
<span style="color: #000000;">δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;">για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη</span><br />
<span style="color: #000000;">μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου</span><br />
<span style="color: #000000;">για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ο αδερφός μου;</span><br />
<span style="color: #000000;">Αηδόνι αηδόνι αηδόνι,</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δακρυσμένο πουλί,</span><br />
<span style="color: #000000;">στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη</span><br />
<span style="color: #000000;">που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα,</span><br />
<span style="color: #000000;">άραξα μοναχός μ’ αυτό το παραμύθι,</span><br />
<span style="color: #000000;">αν είναι αλήθεια πως αυτό είναι παραμύθι,</span><br />
<span style="color: #000000;">αν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι Δε θα ξαναπιάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τον παλιό δόλο των θεών.</span><br />
<span style="color: #000000;">αν είναι αλήθεια</span><br />
<span style="color: #000000;">πως κάποιος άλλος Τεύκρος, ύστερα από χρόνια,</span><br />
<span style="color: #000000;">ή κάποιος Αίαντας ή Πρίαμος ή Εκάβη</span><br />
<span style="color: #000000;">ή κάποιος άγνωστος, ανώνυμος που ωστόσο</span><br />
<span style="color: #000000;">είδε ένα Σκάμαντρο να ξεχειλάει κουφάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει</span><br />
<span style="color: #000000;">μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε</span><br />
<span style="color: #000000;">πως τόσος πόνος τόση ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;">πήγαν στην άβυσσο</span><br />
<span style="color: #000000;">για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.</span></p>
<p>https://youtu.be/AVafJdgqkU4</p>
<h3></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ, Β’</strong></span></h3>
<h4><span style="color: #000000;"><em><strong>ΑΝΟΙΞΗ 1156</strong></em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>(ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ)</em></span></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τη γέρικη συκομουριά</span><br />
<span style="color: #000000;">τρελός ό αγέρας έπαιζε</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα πουλιά με τα κλωνιά</span><br />
<span style="color: #000000;">και δε μας έκρενε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ώρα καλή σου, ανάσα τής ψυχής,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανοίξαμε τον κόρφο μας</span><br />
<span style="color: #000000;">έλα να μπεις έλα να πιεις</span><br />
<span style="color: #000000;">από τον πόθο μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω άπ τη γέρικη συκομουριά</span><br />
<span style="color: #000000;">ο αγέρας σκώθη κι έφυγε</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά τα κάστρα του βοριά</span><br />
<span style="color: #000000;">και δε μας έγγιξε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάρι μου και δεντρολιβανιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">δέσε γερά το στήθος σου</span><br />
<span style="color: #000000;">και βρες σπηλιά και βρες μονιά</span><br />
<span style="color: #000000;">κρύψε το λύχνο σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι αγέρας τούτος του Βαγιού</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν είναι της ’Ανάστασης</span><br />
<span style="color: #000000;">μα είν’ της φωτιάς και του καπνού</span><br />
<span style="color: #000000;">της ζωής της άχαρης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω άπ’ τη γέρικη συκομουριά</span><br />
<span style="color: #000000;">στεγνός ο αγέρας γύρισε·</span><br />
<span style="color: #000000;">οσμίζουνταν παντού φλουριά</span><br />
<span style="color: #000000;">και μας επούλησε</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΜΝΗΜΗ, A</strong></span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><em>και η θάλασσα ουκ έστιν έτι</em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι·</span><br />
<span style="color: #000000;">ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση</span><br />
<span style="color: #000000;">και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψιθύρισα· «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεΐ,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα πια δεν υπάρχει,</span><br />
<span style="color: #000000;">ό,τι σκοτώνουν τη μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω άπ’ τη ράχη».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα δάχτυλά μου παίζανε ξεχασμένα μ’ αύτη τη φλογέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">που μου χάρισε ένας γέροντας βοσκός επειδή του είπα καλησπέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">οι άλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμό·</span><br />
<span style="color: #000000;">ξυπνούν, ξυρίζουνται, κι αρχίζουν μεροκάματο το σκοτωμό, ίο</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως κλαδεύεις ή χειρουργείς, μεθοδικά, χωρίς πάθος·</span><br />
<span style="color: #000000;">ο πόνος νεκρός σαν τον Πάτροκλο και κανείς δεν κάνει λάθος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συλλογίστηκα να φυσήξω ένα σκοπό κι έπειτα ντράπηκα τον άλλο κόσμο</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτόν πού με βλέπει πέρ’ άπ’ τη νύχτα μες άπ’ το φως μου</span><br />
<span style="color: #000000;">που υφαίνουν τα κορμιά ζωντανά, οι καρδιές γυμνές</span><br />
<span style="color: #000000;">κι η Αγάπη που ανήκει και στις Σεμνές</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο χορτάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το πάρει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι προχώρεσα στο σκοτεινό μονοπάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έστριψα στο περβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάλι ψιθύρισα· «Θα γίνει η ανάσταση μιαν αυγή,</span><br />
<span style="color: #000000;">πως λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η μαρμαρυγή,</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη·</span><br />
<span style="color: #000000;">είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει». Και μπήκα στ’ αδειανό μου το σπίτι.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ</strong></span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><em>…Nicosia e Famagosta per la lor bestia si lamenti e garra…</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>PARADISO …</em></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><em>ως γοιόν ηξεύρετε και ο δαίμων της πορνείας όλον τον κόσμον</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>πλημμελά τον εκόμπωσε τον ρήγαν και έππεσεν εις αμαρτίαν…</em></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><em>XPONIKO TOY MAXAIPA</em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">O Tζουάν Bισκούντης είχε γράψει την αλήθεια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς πλέρωσε μαυλίστρες ο κούντη Tερουχάς</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς βρέθηκαν αντάμα αυτός κι η ρήγαινα</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς άρχισε το πράμα, πώς ξετέλειωσε,</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα της Λευκωσίας τα κοπέλια</span><br />
<span style="color: #000000;">το διαλαλούσαν στα στενά και στις πλατείες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πως ήταν η γραφή σωστή που έστειλε στη Φραγκιά στο ρήγα</span><br />
<span style="color: #000000;">το ξέραν οι συβουλατόροι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">συνάχτηκαν και συντυχαίναν για να συβουλέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;">την Kορόνα της Κύπρου και των Ιεροσολύμων·</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα ήταν διαταμένοι για να κρίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τη ρήγαινα Λινόρα που κρατούσε</span><br />
<span style="color: #000000;">απ’ τη μεγάλη τη γενιά των Kαταλάνων·</span><br />
<span style="color: #000000;">κι είναι ανελέημονες οι Kαταλάνοι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αν τύχαινε κι ο ρήγας εκδικιούνταν</span><br />
<span style="color: #000000;">τίποτε δε θα το ‘χαν ν’ αρματώσουν και να ‘ρθούνε</span><br />
<span style="color: #000000;">και να τους ξολοθρέψουν αυτούς και το βιό τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες·</span><br />
<span style="color: #000000;">από τη γνώμη τους κρέμουνταν το ρηγάτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πως ο Bισκούντης ήταν τίμιος και πιστός</span><br />
<span style="color: #000000;">βέβαια το ξέραν· όμως βιάστηκε,</span><br />
<span style="color: #000000;">φέρθηκε αστόχαστα άμοιαστα άτσαλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν αψύς ο ρήγας, πώς δεν το λογάριασε;</span><br />
<span style="color: #000000;">και μπρούμυτα στον πόθο της Λινόρας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάντα μαζί του στα ταξίδια το πουκάμισό της</span><br />
<span style="color: #000000;">και το ‘παιρνε στην αγκαλιά του σαν κοιμούνταν·</span><br />
<span style="color: #000000;">και πήγε να του γράψει ο αθεόφοβος</span><br />
<span style="color: #000000;">πως βρήκαν με την άρνα του το κριάρι·</span><br />
<span style="color: #000000;">γράφουνται τέτοια λόγια σ’ έναν άρχοντα;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν μωρός. Τουλάχιστο ας θυμούνταν</span><br />
<span style="color: #000000;">πως έσφαλε κι ο ρήγας· έκανε το λιγωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">μα είχε στο πισωπόρτι και δυο καύχες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Aναστατώθη το νησί σαν η Λινόρα</span><br />
<span style="color: #000000;">πρόσταξε και της έφεραν τη μια, τη γκαστρωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άλεθαν με το χερομύλι πάνω στην κοιλιά της</span><br />
<span style="color: #000000;">πινάκι το πινάκι το σιτάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Kαι το χειρότερο – δεν το χωράει ο νους –</span><br />
<span style="color: #000000;">αφού το ξέρει ο κόσμος όλος πως ο ρήγας</span><br />
<span style="color: #000000;">γεννήθηκε στο ζώδιο του Αιγόκερω,</span><br />
<span style="color: #000000;">πήρε στα χέρια του ο ταλαίπωρος καλάμι</span><br />
<span style="color: #000000;">τη νύχτα που ήταν στον Αιγόκερω η σελήνη</span><br />
<span style="color: #000000;">να γράψει τι; για κέρατα και κριάρια!</span><br />
<span style="color: #000000;">O φρόνιμος τη μοίρα δεν τηνε ξαγριεύει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι· δεν είμαστε ταγμένοι για να πούμε</span><br />
<span style="color: #000000;">πού είναι το δίκιο. Το δικό μας χρέος</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι να βρούμε το μικρότερο κακό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κάλλιο ένας να πεθάνει από το ριζικό του</span><br />
<span style="color: #000000;">παρά σε κίντυνο να μπούμε εμείς και το ρηγάτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι συβουλευόντουσαν όλη τη μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">και κατά το βασίλεμα πήγαν στο ρήγα</span><br />
<span style="color: #000000;">προσκύνησαν και τού είπαν πως ο Tζουάν Bισκούντης</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι ένας διαστρεμμένος ψεματάρης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο Tζουάν Bισκούντης πέθανε απ’ την πείνα σε μια γούφα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα στην ψυχή τού ρήγα ο σπόρος της ντροπής του</span><br />
<span style="color: #000000;">άπλωνε τα πλοκάμια του και τον εκίνα</span><br />
<span style="color: #000000;">το ‘παθε να το πράξει και στους άλλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Kερά δεν έμεινε που να μη βουληθεί να την πορνέψει·</span><br />
<span style="color: #000000;">τις ντρόπιασε όλες. Φόβος κι έχτρα ζευγαρώναν</span><br />
<span style="color: #000000;">και γέμιζαν τη χώρα φόβο κι έχτρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, με το «μικρότερο κακό», βάδιζε η μοίρα</span><br />
<span style="color: #000000;">ως την αυγή τ’ Άγι’ Aντωνιού, μέρα Τετάρτη</span><br />
<span style="color: #000000;">που ήρθαν οι καβαλάρηδες και τον εσύραν</span><br />
<span style="color: #000000;">από της καύχας του την αγκαλιά και τον εσφάξαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Και τάπισα παρά ούλους ο τουρκοπουλιέρης</span><br />
<span style="color: #000000;">ήβρεν τον τυλιμένον το αίμαν» λέει ο χρονογράφος</span><br />
<span style="color: #000000;">«κι έβγαλεν την μαχαίραν του και κόβγει</span><br />
<span style="color: #000000;">τα λυμπά του με τον αυλόν και του είπε:</span><br />
<span style="color: #000000;">Για τούτα έδωκες θάνατον!».</span><br />
<span style="color: #000000;">Αυτό το τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;">όρισε για το ρήγα Πιέρ ο δαίμων της πορνείας.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ</strong></span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><em>(Σχέδιο για ένα «ειδύλλιο»)</em></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><em>But I’m dying and done for</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>What on earth was all the fun for?</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>For God’s sake keep that sunlight out of sight.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>JOHN BETJEMAN</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>Homer’s world, not ours.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>W. H. AUDEN</em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">—Της τηλεγράφησα λουλούδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ουίσκι; Τζίν;</span><br />
<span style="color: #000000;">—Σήμερα οι άργυροι της γάμοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Τό νοΰ σας</span><br />
<span style="color: #000000;">μην πηδήξει στο φουστάνι σας o σκύλος·</span><br />
<span style="color: #000000;">θα το λασπώσει· τον παραμελούν· γίνεται οικείος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Τζίν παρακαλώ. Μένει τώρα στό Κέντ. Πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;">θα τη θυμούμαι στην εκκλησιά. Σα βγήκαμε έβρεχε· μια μπάντα</span><br />
<span style="color: #000000;">έπαιζε στ’ άλλο πεζοδρόμιο· θαρρώ Στρατός της Σωτηρίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">— Μέρες του Μάη, ό χρόνος της Μεγάλης ’Απεργίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Δεν είχαμε ούτε εφημερίδες.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Δέστε το βουνό·</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όταν βυθίσει τέλος πάντων ο ήλιος θα είναι μονόχρωμο και ειρηνικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό είναι ο Άγιος Ιλαρίων. Το προτιμώ με το φεγγάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Γράφει πώς έχει κι ένα φάντασμα πού τριγυρνά μ’ ένα σβηστό φανάρι.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ο Άγιος Ιλαρίων;</span><br />
<span style="color: #000000;">—Όχι, το σπίτι της στο Κεντ.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Εδώ το φάντασμα θα πήγαινε καλύτερα. Κάποτε —δεν</span><br />
<span style="color: #000000;">μπορώ να το εξηγήσω —η μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ αυτό το φώς γίνεται πιο σκληρή, μια ζύμη</span><br />
<span style="color: #000000;">που τη στεγνώνει ό ήλιος…</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ζύμη από τί;</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχω κι εγώ πονοκεφάλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Γνωρίσατε τον ποιητή,</span><br />
<span style="color: #000000;">ή κάτι τέτοιο, πού έμενε τον περασμένο μήνα εδώ;</span><br />
<span style="color: #000000;">Το αίσθημα τ’ ονομάζει παλίμψηστη λιβιδώ·</span><br />
<span style="color: #000000;">πάρα πολύ ασυνήθιστος· τί θέλει</span><br />
<span style="color: #000000;">να πει, δεν το ξέρει κανείς· κυνικός και φιλέλλην.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Σώστροφος σνομπ.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Κάποτε αστείος· τώρα είναι στα λουτρά.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Στην ’Ιταλία καθώς άκουσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ναι, κάποιο «σπα».</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει πως ωφελούν την αφροδίσια ρώμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Του έδωσα σύσταση για τον Οράτιο στη Ρώμη.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Πολύ αθυρόστομος, πώς του επιτρέπετε;</span><br />
<span style="color: #000000;">—’Αλήθεια, πώς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίσως στην ηλικία μας να γίνεται κανείς συγκαταβατικός</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως ανάγκη να ξεφύγω τον τρεχάμενο εαυτό μου</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως αυτό το νησί που με πλήττει σαν αερόλιθος άλλου κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Γινόσαστε μελαγχολική, Μαργαρίτα. Μα είναι τόσο ωραία·</span><br />
<span style="color: #000000;">ο ήλιος, η θάλασσα· ένα παντοτινό καλοκαίρι…</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ά! τούτη η θέα</span><br />
<span style="color: #000000;">που όλο ρωτά κι όλο ρωτά. Προσέχετε κάποτε τον καθρέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς κάνει εντάφιο το πρόσωπό μας; Και τον ήλιο τον κλέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς παίρνει τα φτιασίδια μας κάθε πρωί; Θα προτιμούσα</span><br />
<span style="color: #000000;">τη ζεστασιά τού ήλιου χωρίς τον ήλιο· θ’ αποζητούσα</span><br />
<span style="color: #000000;">μια θάλασσα που δεν απογυμνώνει· ένα μαβί χωρίς φωνή,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς αυτή την ανάγωγη ανάκριση την καθημερινή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα με ξεκούραζε το σιωπηλό χάδι της ομίχλης στα</span><br />
<span style="color: #000000;">κρόσσια τού ονείρου·</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτός ο κόσμος δεν είναι ο δικός μας, είναι του Ομήρου,</span><br />
<span style="color: #000000;">η καλύτερη φράση πού άκουσα γι’ αυτό τον τόπο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήσυχα, Ρέξ!</span><br />
<span style="color: #000000;">—Ευχαριστώ, μην κάνετε τον κόπο,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέρω το δρόμο. Θα ήθελα να προλάβω ν’ αγοράσω πανί,</span><br />
<span style="color: #000000;">σαράντα πήχες δίμιτο, για τον περιβολάρη μας τον Παναγή·</span><br />
<span style="color: #000000;">απίστευτο! τόσο, λέει, του χρειάζεται για μια βράκα…</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθώς μιλούσατε θυμόμουν ένα Σάββατο, τον Μπιλ, στη βάρκα</span><br />
<span style="color: #000000;">στον Τάμεση… Κοίταζα το φουλάρι του όλο το δείλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σφύριζε καθώς έλαμνε, «Πες της το με το γιουκαλίλι».</span><br />
<span style="color: #000000;">Τί να ’γίνε άραγε;…</span><br />
<span style="color: #000000;">—Σκοτώθηκε στην Κρήτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Όμορφος, πολύ όμορφος… Θα σας περιμένω την Τρίτη…</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήσυχα πού κυλούσε ό Τάμεσης μέσα στους ίσκιους…</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλόν ύπνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">—Κρίμα πού δεν μπορέσατε να μείνετε για το δείπνο.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΔΩΝΑ</strong></span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><em>Η τάχα Κούρον</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>Κυπρίδος εύκόλποιο και Ερμάωνος ενίψεις.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ΧΡΙΣΤΟΔΩΡΟΥ ΕΚΦΡΑΣ1Σ</em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο νέος πραματευτής ήρθε από τη Σιδώνα</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς να φοβηθεί το θυμωμένο Ποσειδώνα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοράκου χρώμα τα τσουλούφια του, ο χιτώνας του πορφύρα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τον κρατάει στον ώμο του μια χρυσή πόρπη· μύρα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ανασαίνει και ψιμύθια κάθε πτυχή του σώματός του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μπήκε στην Κύπρο άπ’ τη θαλασσινή πόρτα της Αμμοχώστου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και τώρα χαίρεται μες στα στενά της Λευκωσίας τη λιακάδα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια τουρκοπούλα στην αυλή, και σείστηκε η περιπλοκάδα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">που κορφολόγαε με τα σιντεφένια δάχτυλά της.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνος διάβηκε του ήλιου τον ποταμό σαν ένας θείος περάτης,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">σαν όνειρο ψιθυριστά τραγουδώντας: «Ρόδα στο μαντίλι».</span><br />
<span style="color: #000000;">Λες γύρευαν του Δία τα πέδιλα τα βυσσινιά του χείλη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι προχώρεσε και κάθισε πλάι σ’ ένα γοτθικό παραστάτη</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου του Μάρκου το λιοντάρι κάρφωνε μ’ αλαφιασμένο μάτι</span></p>
<p><span style="color: #000000;">έναν κοιμάμενο βοσκό που μύριζε τραγί κι ιδρώτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ακούμπησε, έβγαλε από τον κόρφο του και κοίταξε μια τερακότα·</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ένα γυμνό πού γλιστρούσε αβέβαιο στη σαλμακίδα κοίτη</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα στον κοίλο Έρμη και την κυρτή Αφροδίτη.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΡΕΙΣ ΜΟΥΛΕΣ</strong></span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><em>Γράμμα στον Μάστρο</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>Και εκαβαλλίκεψεν η ρήγαινα απάνω της θαυμαστής μούλας</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>του ανδρός της του με Πιέρ, ονόματι Μαργαρίτα, και έκατσε</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>απάνω της θαυμαστής μούλας γυναικεία, και επαράγγειλεν</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>του σκουτιέρη της, ονόματι Πουτζουρέλλο, να κρατεί μετά του</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>τα φτερνιστήρια της, και άντα του νέψει, να γυρίσει το πόδιν</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>της να κάτσει ανθρωπινά…</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ</em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στη Δαμασκό μια νύχτα αγρύπνιας</span><br />
<span style="color: #000000;">μου φάνηκε το πέρασμα της Ουμ Χαράμ</span><br />
<span style="color: #000000;">της βαθυσέβαστης γενιάς του Προφήτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άκουγα πέταλα σαν αργυρά δηνάρια</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εκείνη λες και διάβαινε λόφους αλάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">κατά τη Λάρνακα, στη μούλα της καβάλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Περίμενα μέσα σε δροσερά κλωνάρια</span><br />
<span style="color: #000000;">δαγκώνοντας τον καρπό της μυρτιάς·</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάτια μου τ’ αγκύλωνε μια ασπράδα</span><br />
<span style="color: #000000;">ίσως τ’ αλάτι ίσως το φάσμα της. Και τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">στους θάμνους ένας ψίθυρος:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Έδώ ήταν</span><br />
<span style="color: #000000;">που γλίστρησε το ζο μου. Τούτη η πέτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">μου τσάκισε το διάφωτον αυχένα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έδωσα την ψυχή μου νικηφόρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άπ’ τη βουλή του θεού ήμουν γεμάτη·</span><br />
<span style="color: #000000;">μια μούλα δε σηκώνει τέτοιο βάρος·</span><br />
<span style="color: #000000;">μην το ξεχνάς και μην την αδικήσεις».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είπε κι εχάθη. Ωστόσο ακόμη τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">η μούλα της ολοένα βόσκει στο μυαλό μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς και η άλλη όπου σταμάτησε η καρδιά της</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν την ξεφόρτωσαν άπ’ τα δυο κιβούρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους δυο αδελφούς τους αδικοσφαγμένους</span><br />
<span style="color: #000000;">άπ’ τον τζελάτη εκεί στον Κουτσοβέντη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα η πιο τρανή, πως να την πω; Στον τόπο</span><br />
<span style="color: #000000;">που όσοι έζησαν πιο χαμηλά από τα καστέλια</span><br />
<span style="color: #000000;">λησμονήθηκαν σαν το χώμα του άλλου χρόνου,</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτή αρμενίζει ακόμη στα φτερά της φήμης·</span><br />
<span style="color: #000000;">το ξακουσμένο ζωντανό της ρήγαινας Λινόρας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην κοιλιά της τα χρυσά φτερνιστήρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">στη σέλα της τ’ αξεδίψαστα λαγόνια,</span><br />
<span style="color: #000000;">στο γλάκι της τραντά τα στήθια εκείνα</span><br />
<span style="color: #000000;">γεμάτα σαν τα ρόδια φονικό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι όταν Ναπολιτάνοι Γενοβέζοι καί Λομπάρδοι</span><br />
<span style="color: #000000;">φέραν άπάνω στο βασιλικό τραπέζι</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ ένα ασημένιο δίσκο, ματωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">του σκοτωμένου ρήγα το πουκάμισο</span><br />
<span style="color: #000000;">και ξέκαμαν τον ελεεινόν ’Ιωάννη ·</span><br />
<span style="color: #000000;">λογιάζω πώς χιχίνισε τη νύχτα εκείνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">έξω από την απάθεια της φυλής της,</span><br />
<span style="color: #000000;">καθώς ουρλιάζει το σκυλί,</span><br />
<span style="color: #000000;">διπλοεντέλινη, χρυσοκάπουλη, στο στάβλο,</span><br />
<span style="color: #000000;">η μούλα Μαργαρίτα.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΠΕΝΘΕΥΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο ύπνος τον γέμιζε όνειρα καρπών και φύλλων·</span><br />
<span style="color: #000000;">ο ξύπνος δεν τον άφηνε να κόψει ούτε ένα μούρο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι οι δυο μαζί μοιράσανε τα μέλη του στις Βάκχες.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ—</strong></span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><em>…τώ δε βασιλεί Ίσαακίφ κατακλείει εν καστελλίω καλουμένω</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>Μαρκάππω. Κατά δε του όμοιου αυτώ Σαλαχαντίνου</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ανύσας μηδέν ο αλιτήριος, ήνυσε τούτο και μόνον, διαπράσας</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>την χώραν Λατίνοις, χρυσίου χιλιάδων λίτρων διακοσίων. Διό</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>και πολύς ο όλο λυγμός, και αφόρητος ο καπνός, ως προείρηται,</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ο ελθών εκ του βορρά…</em></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><em>ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΧΩΡΑΝ ΚΥΠΡΟΝ ΣΚΑΙΩΝ</em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Υπέρογκες αρχιτεκτονικές· Λαρίων Φαμαγκούστα Μπουφαβέντο·</span><br />
<span style="color: #000000;">σχεδόν σκηνικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήμασταν συνηθισμένοι να το στοχαζόμαστε αλλιώς το</span><br />
<span style="color: #000000;">«’Ιησούς Χριστός Νικά»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">που είδαμε κάποτε στα τείχη της Βασιλεύουσας, τα φαγωμένα από γυφτοτσάντιρα και στεγνά χορτάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τους μεγάλους πύργους κατάχαμα σαν ενός δυνατού</span><br />
<span style="color: #000000;">που έχασε, τα ριγμένα ζάρια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για μας ήταν άλλο πράγμα ο πόλεμος για την πίστη του Χριστού</span><br />
<span style="color: #000000;">και για την ψυχή τού ανθρώπου καθισμένη στα γόνατα της Υπερμάχου Στρατηγού,</span><br />
<span style="color: #000000;">που είχε στα μάτια ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης,</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνου του πέλαγου τον καημό σαν ήβρε το ζύγιασμα της καλοσύνης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας παίζουν τώρα μελοδράματα στα σκηνικά των σταυροφόρων Λουζινιά</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ας φλομώνουνε με τον καπνό πού μάς κουβάλησαν από το βοριά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας’ τους να τρώγουνται και ν’ ανεμοδέρνουνται ωσάν το</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτεργο που δένει μούδες·</span><br />
<span style="color: #000000;">Καλώς μάς ήρθατε στην Κύπρο, αρχόντοι. Τράγοι και</span><br />
<span style="color: #000000;">μαϊμούδες!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έγκλείστρα, 21 Νοεμ. ’53</span></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΜΝΗΜΗ, Β’</span></h3>
<h4><span style="color: #000000;"><strong>ΕΦΕΣΟΣ</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο</span><br />
<span style="color: #000000;">που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·</span><br />
<span style="color: #000000;">απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος</span><br />
<span style="color: #000000;">ζερβά κατέβαιναν απ’ το βουνό τ’ απόσκια:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου</span><br />
<span style="color: #000000;">καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του</span><br />
<span style="color: #000000;">σον το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει</span><br />
<span style="color: #000000;">μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;">και πάλι χάνεται. Είναι παντού το ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τα φτερά τού αγέρα μες στον αγέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας, πως αλλάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο</span><br />
<span style="color: #000000;">γυναίκας πού γυμνώθηκε. Το ξέρει</span><br />
<span style="color: #000000;">οποίος αγάπησε· στο φως των άλλων</span><br />
<span style="color: #000000;">ο κόσμος φθείρεται· μα εσύ θυμήσου</span><br />
<span style="color: #000000;">Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο».</span><br />
<span style="color: #000000;">Είπε, και πήρε το μεγάλο δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;">που πάει στ’ αλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρα στα βούρλα. Το λυκόφως</span><br />
<span style="color: #000000;">θα ’λεγες για το θάνατο ενός ζώου,</span><br />
<span style="color: #000000;">τόσο γυμνό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμάμαι ακόμη·</span><br />
<span style="color: #000000;">ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μ’ αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου».</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:</span><br />
<span style="color: #000000;">«’Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!»</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αχάρακτη στο γυαλί του γαλάζιου.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ</strong></span></h3>
<h5><span style="color: #000000;"><em>…Σαλαμίνα τε</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>τας νυν ματρόπολις τώνδ’</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>αιτία στεναγμών.</em></span><br />
<span style="color: #000000;"><em>ΠΕΡΣΑΙ</em></span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες ή ψιλή βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;">και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ασήμαντες οι κολόνες• μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος</span><br />
<span style="color: #000000;">δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα νέα κορμιά περάσαν απ’ εδώ, τα ερωτεμένα•</span><br />
<span style="color: #000000;">παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά</span><br />
<span style="color: #000000;">τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό</span><br />
<span style="color: #000000;">κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριος επί υδάτων πολλών,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν είδα πρόσωπα• σα γύρισα είχαν φύγει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,</span><br />
<span style="color: #000000;">έμεινε εκεί στις φλέβες τ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ή γης δεν έχει κρικέλια</span><br />
<span style="color: #000000;">για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν</span><br />
<span style="color: #000000;">μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι</span><br />
<span style="color: #000000;">να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τούτα τα κορμιά</span><br />
<span style="color: #000000;">πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">έχουν ψυχές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,</span><br />
<span style="color: #000000;">δε θα μπορέσουν μόνο θα τις ξεκάμουν</span><br />
<span style="color: #000000;">αν ξεγίνουνται οι ψυχές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν αργεί να καρπίσει τ αστάχυ</span><br />
<span style="color: #000000;">δε χρειάζεται μακρύ καιρό</span><br />
<span style="color: #000000;">για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,</span><br />
<span style="color: #000000;">δε χρειάζεται μακρύ καιρό</span><br />
<span style="color: #000000;">το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο άρρωστος νους που αδειάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">δε χρειάζεται μακρύ καιρό</span><br />
<span style="color: #000000;">για να γεμίσει με την τρέλα,</span><br />
<span style="color: #000000;">νήσος τις έστι…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φίλοι του άλλου πολέμου,</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;">σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνοι που ‘έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι πού</span><br />
<span style="color: #000000;">έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη•</span><br />
<span style="color: #000000;">εκείνοι που είδαν την αυγή μες απ’ την πάχνη του θανάτου</span><br />
<span style="color: #000000;">ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ άστρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα</span><br />
<span style="color: #000000;">τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν</span><br />
<span style="color: #000000;">όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε</span><br />
<span style="color: #000000;">πώς έγινε τούτο το φονικό•</span><br />
<span style="color: #000000;">την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,</span><br />
<span style="color: #000000;">το στέγνωμα της αγάπης•</span><br />
<span style="color: #000000;">Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια•</span><br />
<span style="color: #000000;">δε φελά να μιλάμε•</span><br />
<span style="color: #000000;">τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει;</span><br />
<span style="color: #000000;">ποιος θα μπορέσει ν’ ακουστεί;</span><br />
<span style="color: #000000;">Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά</span><br />
<span style="color: #000000;">των άλλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">—Ναι• όμως ο μαντατοφόρος τρέχει</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όσο μακρύς κι αν είναι ό δρόμος του, θα φέρει</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ αυτούς πού γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο</span><br />
<span style="color: #000000;">το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Νήσος τις έστι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαλαμίνα, Κύπρος, Νοέμβρης ’53</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, ΑΘΗΝΑΙΟΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας</span><br />
<span style="color: #000000;">και στα λατομεία της Σικελίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Είδε τις φλέβες των ανθρώπων</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια-</span><br />
<span style="color: #000000;">προσπάθησε να το τρυπήσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι·</span><br />
<span style="color: #000000;">ήρθε ό καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΕΓΚΩΜΗ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν πλατύς ο κάμπος και στρωτός· από μακριά φαινόνταν</span><br />
<span style="color: #000000;">το γύρισμα χεριών που σκάβαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στον ουρανό τα σύννεφα πολλές καμπύλες, κάπου-κάπου</span><br />
<span style="color: #000000;">μια σάλπιγγα χρυσή και ρόδινη· το δείλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο λιγοστό χορτάρι και στ’ αγκάθια τριγυρίζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">ψιλές αποβροχάρισσες ανάσες· θά ‘χε βρέξει</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρα στις άκρες τα βουνά που έπαιρναν χρώμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εγώ προχώρεσα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">γυναίκες κι άντρες με τ’ αξίνια σε χαντάκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν μια πολιτεία παλιά· τειχιά δρόμοι και σπίτια</span><br />
<span style="color: #000000;">ξεχώριζαν σαν πετρωμένοι μυώνες κυκλώπων,</span><br />
<span style="color: #000000;">η ανατομία μιας ξοδεμένης δύναμης κάτω απ’ το μάτι</span><br />
<span style="color: #000000;">του αρχαιολόγου του ναρκοδότη ή του χειρούργου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φαντάσματα και υφάσματα, χλιδή και χείλια, χωνεμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα παραπετάσματα του πόνου διάπλατα ανοιχτά</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνοντας να φαίνεται γυμνός κι αδιάφορος ο τάφος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ανάβλεψα προς τους ανθρώπους που δουλεύαν</span><br />
<span style="color: #000000;">τους τεντωμένους ώμους και τα μπράτσα που χτυπούσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα ρυθμό βαρύ και γρήγορο τούτη τη νέκρα</span><br />
<span style="color: #000000;">σα να περνούσε στα χαλάσματα ο τροχός της μοίρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άξαφνα περπατούσα και δεν περπατούσα</span><br />
<span style="color: #000000;">κοίταζα τα πετούμενα πουλιά, κι ήταν μαρμαρωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">κοίταζα τον αιθέρα τ’ ουρανού, κι ήτανε θαμπωμένος</span><br />
<span style="color: #000000;">κοίταζα τα κορμιά που πολεμούσαν, κι είχαν μείνει</span><br />
<span style="color: #000000;">κι’ ανάμεσό τους ένα πρόσωπο το φως ν’ ανηφορίζει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Tα μαλλιά μαύρα χύνουνταν στην τραχηλιά, τα φρύδια</span><br />
<span style="color: #000000;">είχανε το φτερούγισμα της χελιδόνας, τα ρουθούνια</span><br />
<span style="color: #000000;">καμαρωτά πάνω απ’ τα χείλια, και το σώμα</span><br />
<span style="color: #000000;">έβγαινε από το χεροπάλεμα ξεγυμνωμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">με τ’ άγουρα βυζιά της οδηγήτρας,</span><br />
<span style="color: #000000;">χορός ακίνητος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Kι εγώ χαμήλωσα τα μάτια μου τριγύρω:</span><br />
<span style="color: #000000;">κορίτσια ζύμωναν, και ζύμη δεν αγγίζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">γυναίκες γνέθανε, τ’ αδράχτια δε γυρίζαν</span><br />
<span style="color: #000000;">αρνιά ποτίζουνταν, κι η γλώσσα τους στεκόταν</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω από πράσινα νερά που έμοιαζαν κοιμισμένα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο ζευγάς έμενε μ’ ανάερη τη βουκέντρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Kαι ξανακοίταξα το σώμα εκείνο ν’ ανεβαίνει·</span><br />
<span style="color: #000000;">είχανε μαζευτεί πολλοί, μερμήγκια,</span><br />
<span style="color: #000000;">και τη χτυπούσαν με κοντάρια και δεν τη λαβώναν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα η κοιλιά της έλαμπε σαν το φεγγάρι</span><br />
<span style="color: #000000;">και πίστευα πως ο ουρανός ήταν η μήτρα</span><br />
<span style="color: #000000;">που την εγέννησε και την ξανάπαιρνε, μάνα και βρέφος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα πόδια της μείναν ακόμη μαρμαρένια</span><br />
<span style="color: #000000;">και χάθηκαν· μια ανάληψη.</span><br />
<span style="color: #000000;">O κόσμος</span><br />
<span style="color: #000000;">ξαναγινόταν όπως ήταν, ο δικός μας</span><br />
<span style="color: #000000;">με τον καιρό και με το χώμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρώματα από σκίνο</span><br />
<span style="color: #000000;">πήραν να ξεκινήσουν στις παλιές πλαγιές της μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;">κόρφοι μέσα στα φύλλα, χείλια υγρά·</span><br />
<span style="color: #000000;">κι’ όλα στεγνώσαν μονομιάς στην πλατωσιά του κάμπου</span><br />
<span style="color: #000000;">στης πέτρας την απόγνωση στη δύναμη τη φαγωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;">στον άδειο τόπο με το λιγοστό χορτάρι και τ’ αγκάθια</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου γλιστρούσε ξέγνοιαστο ένα φίδι,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπου ξοδεύουνε πολύ καιρό για να πεθάνουν.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΟΙ ΓΑΤΕΣ ΤΟΥ ΑΙ ΝΙΚΟΛΑ</span></h3>
<h5><span style="color: #000000;">Τον δ’ άνευ λύρας όμως υμνωδεί</span><br />
<span style="color: #000000;">θρήνον Ερινύος</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτοδίδακτος έσωθεν</span><br />
<span style="color: #000000;">θυμός, ου το παν έχων</span><br />
<span style="color: #000000;">ελπίδος φίλον θράσος.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, 990 επ.</span></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Φαίνεται ο Κάβο-Γάτα…», μου είπε ο καπετάνιος</span><br />
<span style="color: #000000;">δείχνοντας ένα χαμηλό γιαλό μέσα στο πούσι</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ άδειο ακρογιάλι ανήμερα Χριστούγεννα,</span><br />
<span style="color: #000000;">«… και κατά τον Πουνέντε αλάργα το κύμα γέννησε την Αφροδίτη·</span><br />
<span style="color: #000000;">λένε τον τόπο Πέτρα του Ρωμιού.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τρία καρτίνια αριστερά!»</span><br />
<span style="color: #000000;">Είχε τα μάτια της Σαλώμης η γάτα που έχασα τον άλλο χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο Ραμαζάν πώς κοίταζε κατάματα το θάνατο,</span><br />
<span style="color: #000000;">μέρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι της Ανατολής</span><br />
<span style="color: #000000;">στον παγωμένον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;">κατάματα μέρες ολόκληρες ο μικρός εφέστιος θεός.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μη σταθείς ταξιδιώτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τρία καρτίνια αριστερά» μουρμούρισε ο τιμονιέρης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…ίσως ο φίλος μου να κοντοστέκουνταν,</span><br />
<span style="color: #000000;">ξέμπαρκος τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες</span><br />
<span style="color: #000000;">γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χτύπησε η καμπάνα του καραβιού</span><br />
<span style="color: #000000;">σαν τη μονέδα πολιτείας που χάθηκε</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ήρθε να ζωντανέψει πέφτοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλοτινές ελεημοσύνες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Παράξενο», ξανάειπε ο καπετάνιος.</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τούτη η καμπάνα ―μέρα που είναι―</span><br />
<span style="color: #000000;">μου θύμισε την άλλη εκείνη, τη μοναστηρίσια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Διηγότανε την ιστορία ένας καλόγερος</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας μισότρελος, ένας ονειροπόλος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">»Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,</span><br />
<span style="color: #000000;">―σαράντα χρόνια αναβροχιά―</span><br />
<span style="color: #000000;">ρημάχτηκε όλο το νησί·</span><br />
<span style="color: #000000;">πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μιλιούνια φίδια τούτο τ’ ακρωτήρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου</span><br />
<span style="color: #000000;">και φαρμακερά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το μοναστήρι τ’ Αϊ-Νικόλα το είχαν τότε</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγιοβασιλείτες καλόγεροι</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή·</span><br />
<span style="color: #000000;">τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Την κάθε αυγή χτυπούσε μια καμπάνα</span><br />
<span style="color: #000000;">και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη μέρα χτυπιούνταν ώς την ώρα</span><br />
<span style="color: #000000;">που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόδειπνα πάλι η καμπάνα</span><br />
<span style="color: #000000;">και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις, λένε,</span><br />
<span style="color: #000000;">άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα</span><br />
<span style="color: #000000;">πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος</span><br />
<span style="color: #000000;">χαθήκανε· δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ωσάν καράβι καταποντισμένο</span><br />
<span style="color: #000000;">τίποτε δεν αφήσαν στον αφρό</span><br />
<span style="color: #000000;">μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γραμμή!</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι να σου κάνουν οι ταλαίπωρες</span><br />
<span style="color: #000000;">παλεύοντας και πίνοντας μέρα και νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">το αίμα το φαρμακερό των ερπετών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιώνες φαρμάκι· γενιές φαρμάκι».</span><br />
<span style="color: #000000;">«Γραμμή!» αντιλάλησε αδιάφορος ο τιμονιέρης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 1969</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΤΡΙΑ ΚΡΥΦΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ε’</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιός βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μείναμε στο βυθό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τρέχει το ρέμα πάνω απ&#8217; το κεφάλι μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> λυγίζει τ άναρθρα καλάμια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">οι φωνές</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω απ&#8217; την καστανιά γίναν χαλίκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα πετάνε τα παιδιά.</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΘEPINO HΛIOΣTAΣI</span></strong></h2>
<p><span style="color: #000000;">H΄</span></p>
<p><span style="color: #000000;">T&#8217; άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">T&#8217; άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη δική σου φωνή</span><br />
<span style="color: #000000;"> όχι εκείνη που σ&#8217; αρέσει•</span><br />
<span style="color: #000000;"> μουσική σου είναι η ζωή</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτή που σπατάλησες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Mπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν καρφωθείς σε τούτο τ&#8217; αδιάφορο πράγμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που σε ρίχνει πίσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί που ξεκίνησες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένιωσες τον πόνο του παλικαριού</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το βογκητό της γυναίκας</span><br />
<span style="color: #000000;"> την πίκρα του άγουρου παιδιού &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;"> ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο•</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Zωή σου είναι ό,τι έδωσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> το άσπρο χαρτί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θ΄</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Mιλούσες για πράγματα που δεν τά &#8216;βλεπαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αυτοί γελούσαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω νερά•</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα τυφλά, πεισματάρης</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν το πολύροζο λιόδεντρο &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;"> άφησε κι ας γελούν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Kαι να ποθείς να κατοικήσει κι ο άλλος κόσμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη σημερινή πνιγερή μοναξιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στ&#8217; αφανισμένο τούτο παρόν &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;"> άφησέ τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">O θαλασσινός άνεμος κι η δροσιά της αυγής</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχουν χωρίς να το ζητήσει κανένας.</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><span style="color: #000000;">Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελούσε μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ&#8230;</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού</span><br />
<span style="color: #000000;">πάλι με την άνοιξη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες</span><br />
<span style="color: #000000;">το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι</span><br />
<span style="color: #000000;">δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">και τους κίτρινους ανθούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γαλήνη.</span><br />
<span style="color: #000000;">&#8211; Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τα’ αυλάκια·</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το βράδυ βρήκα την περικοπή:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει</span><br />
<span style="color: #000000;">«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν</span><br />
<span style="color: #000000;">τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν</span><br />
<span style="color: #000000;">απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους</span><br />
<span style="color: #000000;">και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του</span><br />
<span style="color: #000000;">ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Γιώργου Σεφέρη Επί ασπαλάθων, Μουσική Σταμάτης Σπανουδάκης" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/mdNx_0OW4EM?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe></div>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-3068" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/03/1-cebccf80cebfcf84ceb9cebbceb9ceb1.jpg" alt="1-ΜΠΟΤΙΛΙΑ" width="160" height="237" /></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα δώδεκα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν τη δεκαετία 2002-2012 και αποτελούν προϊόν μακρόχρονης και συστηματικής ενασχόλησης με το έργο του Γ. Σεφέρη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Η συνεισφορά του ανά χείρας βιβλίου συνίσταται πρωτίστως στην επισήμανση της βαθιάς και πολύπλευρης επιρροής της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στη διαμόρ-</span><br />
<span style="color: #000000;">φωση της ποίησης του σεφέρη· καταδεικνύεται ότι εικόνες, έννοιες αλλά και ρητορικά σχήματα και δομικά στοιχεία έχουν σφραγίσει τον ιδεολογικό κόσμο και τη μορφή πολλών Σεφερικών ποιημάτων. Επίσης, ο εντοπισμός ευδιάκριτων ιχνών από το ευρύ φάσμα της αρχαιο-γνωστικής παιδείας του ποιητή –αναφορές σε μύθους, στοιχεία και</span><br />
<span style="color: #000000;">σύμβολα λατρευτικών δρωμένων, αρχαιολογικά δεδομένα– συμβάλλει στην προσπέλαση ερμητικών στίχων και ποιημάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέλος, κομίζοντας άγνωστα βιογραφικά στοιχεία, ταυτί ζοντας τη σκηνογραφία ορισμένων ποιημάτων, αναδεικνύον τας τη σημασία πραγματολογικών στοιχείων, οι μελέτες του Γ.δ. Παναγιώτου συμβάλλουν στον φωτισμό πτυχών των σεφερικών ποιημάτων, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του ποιητή: «Τα ποιήματά μου είναι στενά δεμένα με τα πράγματα που είδα και έζησα».</span></p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Ημερολὀγια Καταστρώματος - Γιώργος Σεφέρης" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/vcpO94T11N8?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/03/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%cf%83%ce%b5%cf%86%ce%b5%cf%81%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>1</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
