<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%83%CE%BA%CE%B7%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Wed, 19 Mar 2025 21:31:07 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%83%ce%ba%ce%b7%cf%83-2/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%83%ce%ba%ce%b7%cf%83-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 18 Aug 2017 17:57:14 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/2017/08/18/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%83%ce%ba%ce%b7%cf%83-2/</guid>

					<description><![CDATA[Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στη Λύση το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Είναι κάτοχος πτυχίου M.A. στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία και Ph.D. στη Λογοτεχνία. Εργάστηκε ως Πολιτιστικός Λειτουργός στον Δήμο Λάρνακας και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπου κατείχε τη θέση του Ανώτερου &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2017/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%83%ce%ba%ce%b7%cf%83-2/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στη Λύση το 1946. Φοίτησε στο Αγγλικό Κολλέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόσχας – Λομονόσοφ. Είναι κάτοχος πτυχίου M.A. στη Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία και Ph.D. στη Λογοτεχνία. Εργάστηκε ως Πολιτιστικός Λειτουργός στον Δήμο Λάρνακας και στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, όπου κατείχε τη θέση του Ανώτερου Μορφωτικού Λειτουργού. Εργάστηκε, επίσης, στο Ίδρυμα Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, όπου κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Διετέλεσε πρόεδρος και μέλος σε διάφορα συμβούλια πολιτιστικών σωματείων, πρόεδρος και μέλος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και από το 2013 είναι Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μερικές από τις ποιητικές του συλλογές μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία και Αλβανία. Τιμήθηκε με κρατικό έπαινο και κρατικό βραβείο ποίησης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμορφη χώρα, Κύπρος 1967</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο δρόμος, Κύπρος 1970</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτοβιογραφία, Κύπρος 1972</span><br /><span style="color: #000000;"> Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι, Κύπρος 1980</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα δέντρα στο βορρά, Κύπρος 1981</span><br /><span style="color: #000000;"> Περαστική άνοιξη, Κύπρος 1984</span><br /><span style="color: #000000;"> Σκαλιώτικα σχέδια, Κύπρος 1987</span><br /><span style="color: #000000;"> Η στέρνα των ερώτων, Κύπρος1987</span><br /><span style="color: #000000;"> Το σπίτι κι ο χρόνος, Κύπρος 1990</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιήματα 1980-1990 (συγκεντρωτική έκδοση), Κύπρος 1993</span><br /><span style="color: #000000;"> Το νερό της μνήμης, Λευκωσία 1998</span><br /><span style="color: #000000;"> Από το Ελάχιστο, Λευκωσία 2001</span><br /><span style="color: #000000;"> Αναμονή βροχής, Ποιήματα 1980—2001, Μεταίχμιο, Αθήνα 2008</span><br /><span style="color: #000000;"> Μες στη ροή, ποιήματα, Δίβατον, Λευκωσία 2009</span><br /><span style="color: #000000;"> Το ημιτελές ποίημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014<br />Ανοιχτός ουρανός, Βακχικόν, 2022 <br />Τρία προσωπικά ποιήματα  Βακχικόν   2024</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα κλεμμένα σταφύλια, Κύπρος 1985<br />Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο  Βακχικόν (2017)<br />Κάθε Ιούλιο επιστρέφω Βακχικόν (2019)</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΛΕΤΕΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Παύλος Λιασίδης, Η δύναμη του ποιητικού ταλέντου, Κύπρος 1995</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκατό χρόνια ρωσικής ποίησης, ανθολογία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, Λευκωσία 1989</span><br /><span style="color: #000000;"> Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια – εισαγωγή –</span><br /><span style="color: #000000;"> μετάφραση – σχόλια, Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1995</span><br /><span style="color: #000000;"> Ατάλ Μπιχαρί Βαζπεί\ 21 ποιήματα, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού –</span><br /><span style="color: #000000;"> Πολιτιστικές Υπηρεσίες, Λευκωσία 2002</span><br /><span style="color: #000000;"> Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα, ανθολογία — εισαγωγή — μετάφραση</span><br /><span style="color: #000000;"> σχόλια, Εκδόσεις Μεσόγειος, Αθήνα 2004</span><br /><span style="color: #000000;"> Σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι ποιητές Απόπειρα επικοινωνίας, Τόπος 2010<br />Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Προεπαναστατικά ποιήματα, Βακχικόν 2019<br />Δαβίδ ο Σασούνιος Το Αρμενικό λαϊκό έπος  Βακχικόν 2021</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-21050 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/ΤΡΙΑ-ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-208x300.jpg" alt="" width="314" height="452" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17785 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/ποιηση11.jpg" alt="" width="551" height="442" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/ποιηση11.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/ποιηση11-300x240.jpg 300w" sizes="(max-width: 551px) 100vw, 551px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="size-full wp-image-17787 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/ποιηση12.jpg" alt="" width="640" height="401" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/ποιηση12.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/ποιηση12-300x188.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17788 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/πεζα1.jpg" alt="" width="551" height="441" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/πεζα1.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/πεζα1-300x240.jpg 300w" sizes="(max-width: 551px) 100vw, 551px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-17789 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/μεταφρασεις.jpg" alt="" width="550" height="440" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/μεταφρασεις.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/μεταφρασεις-300x240.jpg 300w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="wp-image-17790 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/μεταφρασεις1-001.jpg" alt="" width="550" height="440" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/μεταφρασεις1-001.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/μεταφρασεις1-001-300x240.jpg 300w" sizes="(max-width: 550px) 100vw, 550px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></h4>
<h3> </h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2024)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 120px;">I</h6>
<p>Μέρες του ήλιου με χρυσό πολύ κι ασήμι αμέτρητο<br />επενδυμένα σε τράπεζα ασφαλή από κάθε πτώχευση.</p>
<p>Γούβα κρύου νερού, αγριόχορτα, σφήκες και μέλισσες,<br />πόδια γυμνά, αγκάθια<br />και πέταγμα της πέρδικας στον πλατύ κάμπο.</p>
<p>Το καλοκαίρι ένα κίτρινο χαλί<br />απλωμένο πάνω από τον κόσμο με το χέρι του ήλιου.</p>
<p>Το χόρτο κλωστές χρυσού που ανεμίζουν στον αγέρα,</p>
<p>ο δρόμος στρωμένος με ψιλοαλεσμένο αλεύρι<br />που μέσα του βουλιάζουν οι τροχοί του αμαξιού<br />και του παλιού μου ποδηλάτου.</p>
<p>Τα πουλιά πολιορκούν τον κάδο του νερού<br />πάνω από το πηγάδι,<br />ο κορυδαλλός τραγουδά καθισμένος στον σβόλο<br />και το φίδι αφήνει το παλιό του ντύμα<br />πάνω στο καυτό χώμα.</p>
<p>Γύριζα μες στα χρυσωμένα στάχυα γυμνός<br />και μάζευα ήλιο να ζεσταίνω<br />τα χρόνια που θα έρχονταν,<br />μάζευα φως, για να το αντιπαραβάλω<br />στο επερχόμενο σκοτάδι.</p>
<p>Καθαρό πολύ το πρώτο φως,<br />για να πολλαπλασιάζεται η πρώτη μέρα<br />και να χρωματίζει όλες τις άλλες.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>X</strong></p>
<p>Στην ηλικία των ονείρων το όνειρο έχτισα<br />και το κουβαλούσα τα πρωινά και το έριχνα<br />μες στο καμίνι της φωτιάς που έλιωνε τα σίδερα<br />και το έβαφα με όλα τα χρώματα της ίριδας<br />ως το διάφανο της ελπίδας.</p>
<p>Τι ωραίος<br />που είναι ο κόσμος σαν τον πλάθεις<br />με λέξεις πολύχρωμες και φτερωτές,<br />έτοιμες να πετάξουν σε άλλους ορίζοντες,<br />με λέξεις λαμπερές σαν το χρυσάφι των ονείρων.</p>
<p>Σιγά σιγά, όπως ανοίγει την αυγή<br />τα πέταλά του το λουλούδι και μελωδεί<br />των μελισσών ο βόμβος που ξεχύνονται<br />να κατακτήσουν τη συνέχεια<br />των ημερών της άνοιξης,<br />να περιμένεις την ενηλικίωσή σου<br />κι ας βραχυκυκλωθείς με τα σχοινιά<br />που περιμένει<br />να. απλώσει γύρω σου η πραγματικότητα.</p>
<p>Χα έχεις με τι να παλεύεις μια ζωή<br />κυνηγώντας το θαύμα.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΣΑΚΟΣ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 160px;"><strong>II</strong></h6>
<p>Κάθε μέρα συνεχίζω ένα ταξίδι στον κόσμο.<br />Ταξιδεύω με αεροπλάνα, πλοία, τρένα, λεωφορεία,<br />μπαίνω σε θέατρα, βλέπω παραστάσεις,<br />ακούω συναυλίες,<br />τρώω εθνικά φαγητά σε παλιά εστιατόρια,<br />επισκέπτομαι τόπους που δεν θα ξαναδώ ποτέ,<br />περπατώ σε δρόμους που δεν θα ξαναπεράσω,<br />επισκέπτομαι εκθέσεις και μουσεία,<br />συναντώ φίλους που έφυγαν μακριά<br />και άλλους που έφυγαν για πάντα,<br />συναντώ ξένους ανθρώπους&#8230;</p>
<p>Συνεχίζω κάθε μέρα αυτό το ταξίδι.</p>
<p>Τα εισιτήρια όλα πληρωμένα,<br />όλα τα αρώματα κι όλες οι γεύσεις δοκιμασμένα,<br />τα χρώματα κι οι μουσικές καταγραμμένα<br />σ’ έναν δίσκο που παίζει διαρκώς<br />και με κρατά ξάγρυπνο<br />να περπατώ πάνω σ’ αυτό το άνισο<br />και ταλαιπωρημένο σώμα του κόσμου.</p>
<p>Όλα είναι παρόντα στην κάθε μου μέρα,<br />που την ανεβαίνω<br />ως ένας Οδυσσέας ή ένας Λεοπόλδος Μπλουμ<br />και γυρίζω φορτωμένος τις νύχτες<br />στο σπίτι μου και στη ζωή μου&#8230;</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>VI</strong></p>
<p>Στις αποσκευές μου εκατοντάδες επιστολές<br />γραμμένες σε πόλεις και χώρες του κόσμου<br />που ήρθαν και με βρήκαν σε τόπους<br />που όλο ξεμακραίνουν,<br />με το μελάνι τους να ξεθωριάζει σαν τις μνήμες<br />κι όμως να κρατούν ακόμη<br />κάτι από τα χρώματα και τις αρχιτεκτονικές,<br />κάτι από τις γεύσεις και τ’ αρώματα άλλων τόπων,<br />από τα χαμόγελα κι από τους ήχους της φωνής<br />ανθρώπων που όλο φεύγουν.</p>
<p>Συναντήσεις, φιλίες, εξομολογήσεις<br />με τόσους που χάθηκαν στις στράτες του κόσμου<br />κι άλλους που έκαναν πανιά<br />για τη σκοτεινή θάλασσα στην άλλη όχθη.</p>
<p>Μπερδεύονται στη μνήμη μου<br />άνθρωποι που ήρθαν και που έφυγαν,<br />άνθρωποι που ήταν και δεν είναι.</p>
<p>Άλλες φορές μπερδεύονται οι νεκροί κι οι ζωντανοί<br />κι αρχίζουν να επαναλαμβάνουν ιστορίες<br />που συνέβησαν κάποτε,<br />συγχύζοντας το πού και το πότε,<br />ιστορίες μισοξεχασμένες που περιμένουν ένα τέλος.</p>
<p>Κάποτε χάνεται η αρχή, κάποτε μακροτραβά το τέλος<br />κι όλο περιμένουμε την τελευταία ιστορία<br />για τη μέρα εκείνη που έπεσε στον κλήρο,<br />που βάρεσε πιο πολύ στη ζυγαριά απ’ όλες τις άλλες.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗ ΝΟΝΑ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 160px;"><strong>I</strong></h6>
<p>Πρωί. Η μέρα καθαρή σαν διάφανο γυαλί<br />να βλέπεις μέσα της τη μοίρα σου.<br />Το φως απλώνεται ολόγυρα,<br />λάμπει η μέρα και μπροστά σου<br />ξεδιπλώνει όλα τα χρώματά της.</p>
<p>Τι θαύμα αυτό το φως που σε τυλίγει,<br />που εισχωρεί μέσα σου<br />και διαλύει όλες τις φανταστικές μορφές<br />και όλους τους μύθους που σου υποβάλλουν<br />έναν άλλο κόσμο πέρα απ’ αυτόν<br />που σε κουβαλά σαν φύλλο μέσα στον αέρα του.<br />Τι θαύμα αυτά τα χρώματα<br />που αντιμάχονται την αχρωμία του κόσμου<br />και δοξάζουν την καθαρή ετούτη μέρα.</p>
<p>Αυτή, αυτή η μέρα είναι όλη δική σου,<br />άπλωσε τις αισθήσεις σου και ρούφηξέ την,<br />αγκάλιασέ την, μύρισέ την, όπως ένα ρόδο<br />που προβάλλει ανάμεσα στις αιχμηρές πέτρες<br />και τα τσουχτερά αγριόχορτα. Έξω απ’ αυτήν,<br />και σήμερα και μέσα στους αιώνες,<br />ένα ερωτηματικό που επαναλαμβάνεται.</p>
<p>— Η αρρώστια που έρχεται ξαφνικά, ο θάνατος,<br />ο διαρκής πόλεμος θεών, ανθρώπων και λαών,<br />τα καινούρια όπλα, οι σφαγές, τα κρεματόρια<br />εδώ,<br />αλλού,<br />πιο πέρα,<br />στων άλλων το εδώ,<br />στο δικό σου ή στων άλλων το παρόν.</p>
<p>Μόνο η μέρα αυτή,<br />η καθαρή σαν διάφανο γυαλί,<br />που σου χαρίστηκε τούτο το πρωί,<br />με το φως της, με τον ήλιο της, τα χρώματά της,<br />αυτή η μέρα είναι όλη δική σου,<br />κρατήσου από αυτήν και κράτησέ την.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>IV</strong></p>
<p>Έρχεται η ώρα, πέφτει η αστραπή,<br />ανοίγει όρυγμα βαθύ<br />στο συμπαγές που πίστευες<br />για να φωλιάσει μαύρο πουλί σαρκοβόρο.</p>
<p>Μόνο το φως επιμένει<br />να υπενθυμίζει το διαρκές μες στη φθορά<br />και τη ζωή πέρα από το όριο του θανάτου<br />— μια συνέχεια, καρπός<br />που ωριμάζει και πέφτει για να γεννηθεί<br />από τον σπόρο του άλλη ζωή.</p>
<p>Πολλά πράγματα βλέπεις<br />σαν βρεθείς μέσα στο ρεύμα<br />και οι αισθήσεις σου ασκούνται<br />να συλλαμβάνουν την κρυφή ουσία<br />που τα κατευθύνει όλα<br />μέσα σ’ αυτήν τη διαρκή διαδικασία<br />της τυχαιότητας.</p>
<p>Τότε σκύβεις βαθιά μέσα σου να βρεις<br />τις κρυφές αλήθειες, να τις βγάλεις στο φως,<br />να συνεχίσεις μαζί τους ώς την άκρη.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>XII</strong></p>
<p>Μες στον ταξιδιωτικό σου σάκο κουβαλάς<br />έρωτες περασμένους,<br />μιλήματα σε ξένες γλώσσες,<br />ταξίδια σε άλλους τόπους,<br />δωμάτια που αιωρούνται στον αέρα,<br />πυκνές πρασιές σε ανθισμένα δάση,<br />θάλασσες και ποτάμια.<br />Κρατάς αρώματα και γεύσεις από φιλιά,<br />αισθήσεις από την αύρα των σωμάτων,<br />χρώματα ρούχων πεταμένων στα πατώματα,<br />ονόματα που χάθηκαν<br />στον χρόνο και τις αποστάσεις.</p>
<p>Τα αγγίζεις όλα ένα ένα και το βλέπεις καθαρά:<br />μια στιγμή η ζωή που όλο ξεδιπλώνεται<br />τεντώνοντας το σχοινί που τα δένει όλα<br />σε μια γραμμή που χάνεται στον χρόνο.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>XΙV</strong></p>
<p>Αδειάζει σιγά σιγά η κλεψύδρα.<br />Η κάθε σταγόνα μνήμη ζωής που πέρασε,<br />ονόματα ανθρώπων που είναι, που ήταν,<br />που ήρθαν για να συνεχίσουν την πορεία,<br />τόπων που περπάτησες, φίλων που είναι<br />και άλλων που έφυγαν. Όλα περνούν, φωτεινά<br />μέσα από το στόμιο της κλεψύδρας.</p>
<p>Δεν σε τρομάζει πια το άδειασμά της,<br />το σταθερό της μέτρημα στο πλην.<br />Αυτό που μετρά είναι οι φωτεινές σταγόνες,<br />το σταθερό τους μέτρημα στο συν,<br />οι αναλαμπές στο φως, τα μυστικά τους λόγια<br />που έρχονται φορτωμένα αποκαλύψεις,<br />παίζουν μεταξύ τους σαν παιδιά<br />στο φωτεινό αλώνι<br />και διαλύονται στο φως<br />σε χίλια κομμάτια η κάθε μια.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>XXI</strong></p>
<p>Έφυγες κι όμως συνεχίζεις να είσαι εδώ.<br />Φεύγεις κάθε μέρα και πάντα είσαι εδώ.<br />Σαν το νερό<br />που έσπασε την όχθη του ποταμού και βγήκε<br />συνεχίζοντας να κυλά παράλληλα μαζί του.<br />ακολουθώντας την ανεπίστρεπτη πορεία του<br />προς τη μεγάλη λίμνη ή,<br />τη θάλασσα, για να είναι πάντα παρόν.</p>
<p>Σημαδεύουμε τον χρόνο με τον ερχομό μας<br />με μια ασήμαντη, έστω, χαρακιά<br />και προχωρούμε δεμένοι μαζί του<br />μέσα στην αέναη κίνηση που κι αυτόν τον όριζε<br />Έτσι μένουμε για πάντα στο διαρκές παρόν.</p>
<p>Ο πάντα παρών χρόνος<br />σημάδεψε τη στιγμή που έφυγες<br />και συνεχίζεις να φεύγεις μ’ εκείνην τη στιγμή<br />διαρκώς παρούσα.</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>XXIII</strong></p>
<p>Είναι αργά. Κλείνω τις πόρτες και τα παράθυρα,<br />μπάζω μέσα τη σιωπή.<br />Μιλώ με τη σιωπή. Κι εσύ με κοιτάζεις.</p>
<p>Πάω από το ένα δωμάτιο στο άλλο,<br />με ακολουθείς. Μου μιλάς με τη σιωπή.<br />Η σιωπή μού μιλά με τη φωνή σου.</p>
<p>Λες πράγματα παλιά, που ειπώθηκαν εδώ<br />ή αλλού, στο ένα ή στο άλλο μέρος του κόσμου<br />και έχουν τώρα ένα άλλο νόημα. Η σιωπή<br />δίδει προέκταση στο τελειωμένο<br />που δεν έχει παρά να επαναλαμβάνεται<br />δοκιμάζοντας καινούριες εκδοχές,<br />μια μορφή συνέχειας μέσα στο τέλος.</p>
<p>Έγιναν αργές πολύ οι νύχτες, δεν προχωρούν.<br />Οι ώρες κάθονται βαριές μέσα στο σπίτι<br />με τη σιωπή τους βασανιστική κι αμετακίνητη<br />κι εσύ είσαι παντού.<br />Σε συναντώ<br />στο δωμάτιο, στην κουζίνα, στους πίνακες<br />πάνω στους τοίχους, στα βιβλία,<br />πάνω στα ράφια της βιβλιοθήκης,<br />στο τραπέζι με φίλους, καθισμένη<br />στο πάτωμα με τα παιδιά.<br />Έγινες ένα με όλα,<br />καθώς περιφέρονται γύρω μου, με κοιτάζουν <br />και σιωπούν. Μια σιωπή<br />που φλυαρεί ακατάπαυστα και με πληγώνει.</p>
<p style="padding-left: 320px;">Λευκωσία,<br />Μάρτιος 2021 &#8211; Ιούλιος 2023</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΒΙΟΓΡΑΦIKO NONΑΣ ΜΟΛΕΣΚΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-21052" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/νονα-300x207.jpg" alt="" width="300" height="207" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/νονα-300x207.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2017/08/νονα.jpg 640w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></p>
<p>Η Νόνα Μολέσκη γεννήθηκε στις 9 Ιανουάριου 1956 στο Ερεβαν της Αρμενίας. Σε ηλικία δέκα χρονών μετακόμισε στη Μόσχα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοβ της Μόσχας κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές με θέμα τη «Συγκριτική ετυμολογία των αρχαίων βαλκανικών γλωσσών» στο Ινστιτούτο Σλαβικών και Βαλκανικών Σπουδών.<br />Από το 1982 ζούσε μόνιμα στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως καθηγήτρια ελληνικής φιλολογίας στη Μέση Εκπαίδευση. Από το<br />1989 ασχολήθηκε με την κριτική θεάτρου δημοσιεύοντας κριτικές στην εφημερίδα Εμπρός, και από τις αρχές του 1993 μέχρι το Φθινόπωρο του 2022 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην κυριακάτικη έκδοση της εφημερίδας Ο Φιλελεύθερος.<br />Διετέλεσε για δυο θητείες μέλος του ΔΣ του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου, καθώς και μέλος της Επιτροπής Βραβείων Θεάτρου.<br />Έχει μεταφράσει θεατρικά έργα από τα ρωσικά και τα αγγλικά για παραστάσεις που ανέβηκαν από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου και άλλα θεατρικά σχήματα της Κύπρου.<br />Έφυγε από τη ζωή στις 17 Ιανουάριου 2023.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΟΙΧΤΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ (2022)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>Ι</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΟΙΧΤΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ</strong></h5>
<p>Είμαι στο μέσο του αυτοκινητόδρομου,<br />στο μέσω δύο πόλεων, δύο καταστάσεων,<br />στο μέσω δύο αποφάσεων, δύο δρόμων<br />που κανένας δεν οδηγεί προς τα πάνω,<br />κανένας δεν οδηγεί προς καμιά έξοδο.</p>
<p>Ένα αχάραγο, πυκνό, μαύρο σύννεφο<br />κάθισε επάνω μου σαν πηχτό μολύβι<br />κι έκλεισε όλες τις εξόδους προς τον κόσμο.<br />Βλέπω μόνο τα φώτα των αυτοκινήτων<br />σαν μάτια νεκρών που ψάχνουν δρόμο στο σκοτάδι<br />του αρχαίου και του ομηρικού ερέβους.</p>
<p>Δεν υπάρχει φυγή, μήτε στο όνειρο,<br />μήτε στη φαντασία. Κανένα σημάδι φωτός,<br />μια χαραμάδα για να περάσεις στην άλλη διάσταση,<br />ν’ αναζητήσεις τον ατέλειωτο κόσμο του σύμπαντος<br />που χάθηκε και δεν τον βρίσκεις με τίποτε.<br />Είναι η ώρα που θέλεις ν’ αναζητήσεις τον θεό<br />ακόμη κι αν είσαι άθεος. Κι ο κόσμος βαρύς<br />σαν τη μοναξιά και σαν τη θλίψη σου.</p>
<p>Γιατί το φως κι ο ανοιχτός ουρανός<br />είναι πάντα μια διέξοδος.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ</strong></h5>
<p>Με τόσο φως ξημέρωσε του Μάη η μέρα<br />και άπλωσε στα μάτια μας μπροστά<br />και στις αισθήσεις τόσα χρώματα<br />και τόσες μυρωδιές που η φύση όλη<br />χαίρεται τη γιορτινή της μέρα.</p>
<p>Ανθίζει κάθε κλαδί και κάθε χόρτο,<br />ανθίζουνε ακόμη και οι πέτρες<br />κι ακούγονται μουσικές<br />από πουλιά που κελαηδούν και από έντομα<br />που πετούνε πάνω στους ανθούς<br />και πάνω στα πράσινα και τα χρωματιστά χαλιά<br />που απλώνονται ολόγυρά μας.</p>
<p>Με τόσους κρίνους και με τόσες παπαρούνες<br />όλα μοιάζουνε Χριστός Ανέστη<br />και Κόκκινη Πρωτομαγιά. Μπορείς να δεις<br />μέσα σε κάθε ανθό μια νέα ανάσταση,<br />σε κάθε πέταγμα πουλιού μια νέα επανάσταση.</p>
<p>Μπορείς ν’ αρμέξεις απ’ το στήθος της μέρας<br />την πρώτη λέξη, που θα γεννήσει<br />ένα καινούριο ποίημα.</p>
<p>Μάιος 2020</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ</strong></h5>
<p>Μέρα με πολύ ήλιο<br />ανεβαίνω στην Ακρόπολη.<br />Περπατώ<br />ανάμεσα σ’ ένα πολύχρωμο πλήθος<br />από τουρίστες, πλανόδιους μουσικούς,<br />επαίτες, μετανάστες.</p>
<p>Μέσα στο φως που ασημώνει τα πράγματα<br />όλα γίνονται ένα σώμα,<br />ο κόσμος γίνεται διάφανος,<br />εξαϋλώνεται μες στη στιγμή<br />που επεκτείνεται ως την αιωνιότητα.</p>
<p>Γίνονται όλα ένα ποτάμι<br />που ρέει ανάστροφα,<br />το φως ανεβαίνει από τη γη<br />κι από τις πέτρες στον ουρανό,<br />η ιστορία κατεβαίνει από το βάθρο της<br />και περπατά ανάμεσά μας,<br />ο κόσμος επιστρέφει από το παρελθόν.</p>
<p>Τ’ αγάλματα<br />κατεβαίνουν από τα βάθρα τους,<br />μας παίρνουν από το χέρι<br />και σταθερά μας ταξιδεύουν<br />στο δικό μας μέλλον. </p>
<p> </p>
<h5><strong>ΙΣΛΑΝΔΙΑ</strong></h5>
<p>Ηφαίστεια καπνίζουν, αναταράζονται<br />τα σπλάχνα της γης, βράζουν βαθιά μέσα της τα νερά,<br />πετιούνται έξω σε νέφη υδρατμών<br />και σε κοχλάζουσες στήλες.</p>
<p>Καταρράκτες παίζουν μουσικές<br />πρωτόγονης αρμονίας<br />και ζωγραφίζουν ουράνια τόξα στον ορίζοντα.</p>
<p>Βαθύ ρήγμα τεκτονικών πλακών<br />εκτείνεται ανάμεσα στα βρύα πλαταίνοντας ολοένα.</p>
<p>Φάλαινες διαπλέουν τις θάλασσες,<br />σολομοί βόσκουν στα φιόρδ<br />και μυθικά πουλιά διασχίζουν τους ουρανούς.</p>
<p>Κι ούτε σημάδι αρχαίων χτισμάτων,<br />κατάλοιπα ναών, θραύσματα αγαλμάτων,<br />απομεινάρια θεών, τόποι μαρτυρίων,<br />μνημεία ηρώων, τίποτε. Κανένας θεός<br />δεν σταυρώθηκε, κανένας άγιος δεν λιθοβολήθηκε,<br />κανένας δεν κάηκε στην πυρά,<br />κανένας ήρωας δεν έπεσε μαχόμενος.</p>
<p>Δεν πέρασε απ’ εδώ η ιστορία του ανθρώπου. </p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΙ</strong></h5>
<h5><strong>ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">Στη μνήμη του Μιχάλη Πασιαρδή</p>
<p>Όταν πεθαίνουν οι ποιητές<br />οι στίχοι τους<br />βγαίνουν από τις σελίδες σκονισμένων βιβλίων,<br />κατεβαίνουν από τα ράφια των βιβλιοθηκών,<br />ανοίγουν πόρτες, ανοίγουν παράθυρα,<br />βγαίνουν έξω και παίρνουν τους δρόμους.</p>
<p>Κάθονται σε απόμερα παγκάκια, σε πλατείες,<br />μπαίνουν σε καταστήματα,<br />κολλούν σε περαστικούς,<br />ανοίγουν πόρτες, στρογγυλοκάθονται σε σπίτια,<br />μιλούν σε βαριεστημένους ενοίκους,<br />ορμούν στο διαδίκτυο, χειρονομούν<br />μιλώντας σε σχετικούς και άσχετους.</p>
<p>Αυτό που μια ζωή αποζητούσαν οι ποιητές<br />συμβαίνει τώρα ερήμην τους.<br />Όχι πως δεν το ήθελαν κι αυτό, αλλά πιο πολύ<br />μια καλημέρα ζωντανή αποζητούσαν<br />μ’ έναν στίχο τους να πέφτει μες στη ζυγαριά<br />του έμπορα στην αγορά και του πλανοδιοπώλη<br />στον δρόμο όπου περιφέρονται τα πλήθη<br />κι ερωτεύονται οι νέοι.</p>
<p>Αλλά ας είναι κι έτσι, κάπου, σε κάποιο παγκάκι,<br />μπορεί σαν το σπουργίτι για λίγο να χορέψει,<br />ανάμεσα σε δυο ερωτευμένους ένας στίχος.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">Στη Νόνα</p>
<p>Σαράντα πέντε χρόνια πριν και ήρθες<br />μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι<br />που έλαμπε στο φόντο του λευκού χιονιού.</p>
<p>Ερχόταν η άνοιξη, λιώναν τα χιόνια,<br />οι δρόμοι λασπωμένοι, σύννεφα στον ουρανό,<br />λίγες σταγόνες βροχής, γυμνά τα δέντρα,<br />οι χυμοί τους παγωμένοι μέσα στους κορμούς<br />και τα γυμνά κλαδιά τους τεντώνονταν στον ουρανό<br />σαν χέρια σε ικεσία για τον ζεστό καιρό.</p>
<p>Σαράντα πέντε χρόνια πριν και ξαναγυρνώ<br />στους ίδιους δρόμους που δεν υπάρχουν πια,<br />στην ίδια πόλη που δεν υπάρχει πια.<br />Αναζητώ ανθρώπους που έφυγαν για πάντα,<br />άλλους που τους σκόρπισε η ζωή σ’ άγνωστα μέρη.</p>
<p>Σαράντα πέντε χρόνια και νέος,<br />είκοσι εννιά χρονών, έγχρωμα κρατώ<br />τα δεκαεννιά σου χρόνια στην αγκαλιά μου.</p>
<p>Τίποτε άλλο πια δεν είναι το ίδιο στην πόλη εκείνη<br />και σε όλες τις άλλες πόλεις που περπατήσαμε,<br />στα δάση που χαθήκαμε,<br />στους σταθμούς των τρένων που ξενυχτήσαμε,<br />στα δωμάτια ξενοδοχείων που ερωτευτήκαμε.</p>
<p>Περπατούμε, ταξιδεύουμε,<br />πέφτουμε, σηκωνόμαστε, κοιταζόμαστε,<br />και τα σαράντα πέντε χρόνια γίνονται μια στιγμή<br />ή<br />ένα κόκκινο τριαντάφυλλο<br />πάνω στο άσπρο χιόνι.</p>
<p>2019</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ</strong></h5>
<p>Κοιτάζω μια σειρά από παλιές φωτογραφίες:<br />Πόλεις ξένες και μακρινές,<br />δρόμοι και πλατείες του κόσμου,<br />πάρκα, δάση και ποτάμια,<br />παγκάκια πλάι σε παρτέρια ανθισμένα,<br />δωμάτια κοινοβίων<br />μ’ ένα κρεβάτι κι ένα τραπέζι,<br />μια μπουκάλα με κρασί κι ένα βάζο<br />με κόκκινα τριαντάφυλλα&#8230;<br />Χιόνι στο παράθυρο&#8230;<br />Τα πρόσωπα νέα και χαμογελαστά,<br />κι οι υποσχέσεις να πετούν<br />σαν τα πουλιά ολόγυρά μας&#8230;</p>
<p>Πράγματα καλυμμένα<br />από την ομίχλη του χρόνου,<br />πρόσωπα χαμένα σε ξένες πόλεις,<br />φίλοι που ξεμάκρυναν, πρόσωπα θολά,<br />χειρονομίες μετέωρες στον χρόνο,<br />ιστορίες μισοσβησμένες στη μνήμη&#8230;</p>
<p>Κι όμως όλα είχαν τον ρόλο τους, όλα<br />από τον δικό τους χρόνο προετοίμαζαν<br />την παρουσία τους στον χρόνο τούτο,<br />που και ξεχασμένα είναι παρόντα.</p>
<p>Τίποτε δεν έγινε άδικα,<br />όλα τ’ αποτυπώματα είναι εδώ,<br />ούτε κι ο φωτογράφος βρέθηκε άδικα <br />στη θέση εκείνη, ούτε κι εγώ<br />που σήμερα βλέπω τούτες τις φωτογραφίες<br />σάμπως να κοιτάζω από πόρτα μισάνοιχτη,<br />κρυφά, μέσα στον χρόνο.</p>
<p>Κι ας αναρωτιέμαι κάποτε αν όλα τούτα<br />είμαι εγώ, ή αν είναι μια άλλη πια<br />ξεχωριστή και ξένη ιστορία.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Την ιστορία της γενιάς μου δεν τη σημαδεύουν<br />δοξασμένοι στρατηγοί, πολιτικοί,<br />έμποροι, ταξιδευτές, τοκογλύφοι ή, έστω,<br />ονομαστοί φονιάδες και ληστές. Τίποτε.<br />Ούτε κι ένας ποιητής<br />που να άφησε πίσω του κάποιον στίχο.</p>
<p>Στη μια άκρη ένας παππούς<br />που έμοιαζε ποιητής<br />κι όμως δεν έγραψε ούτε έναν στίχο<br />να μου τραγουδά ένα τραγούδι που το ξέχασα.<br />Στην άλλη άκρη ένας πλανόδιος αγιογράφος,<br />που έζησε τη ζωή του μακριά από την αγιότητα<br />και γύρισε μόνο για να πεθάνει,<br />δίχως έναν άγιο μαζί του.</p>
<p>Οι άλλοι που ακολούθησαν ξόδεψαν τη ζωή τους<br />σκυφτοί μέσα στον κάμπο και πάνω απ’ τα πηγάδια<br />που στέγνωναν ολοένα κι όλο τα σκάφτανε πιο βαθιά<br />ώσπου στο τέλος χάνονταν μέσα τους.</p>
<p>Μερικές φορές μου φαίνεται πως γράφω ποιήματα<br />για να ξοφλήσω το χρέος μου προς όλους τους. </p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΙΙΙ</strong></h5>
<h5><strong>ΟΤΑΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ!&#8230;</strong></h5>
<p>Όταν γεννήθηκα<br />μαύροι γύπες πετούσαν πάνω από την Ευρώπη<br />και πάνω από την Ασία<br />κι έτρωγαν τις σάρκες άταφων νεκρών.<br />Φονικοί ατμοί μάτωναν την ανατολή<br />κι η μυρωδιά της καμένης σάρκας<br />αναδυόταν μέσα από τα κρεματόρια<br />του Άουσβιτς και του Μπίρκεναου.</p>
<p>Το ραδιενεργό νέφος<br />της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι<br />έβρεχε θάνατο στην Ασία,<br />στην Ευρώπη ξεκάπνιζαν οι καμένες βιβλιοθήκες<br />και μύριζαν ιώδιο τα βομβαρδισμένα νοσοκομεία.</p>
<p>Στις γκρεμισμένες πόλεις<br />μύριζαν οι σάρκες άταφων νεκρών,<br />στρατιές προσφύγων διέσχιζαν τα σύνορα,<br />καράβια προσφύγων πνίγονταν στις θάλασσες<br />κι οι μαύροι γύπες καραδοκούσαν<br />κοιτάζοντας με αχόρταγο μάτι<br />παιδιά εγκαταλειμμένα στις ερήμους<br />να πεθαίνουν απ’ την πείνα.</p>
<p>Άνθρωποι περπατούσαν με ξύλινα πόδια,<br />ζητιάνευαν με δίχως χέρια,<br />έψαχναν τον προορισμό τους δίχως μάτια&#8230;</p>
<p>Όταν γεννήθηκα<br />οι δυνατοί διαμοίραζαν τον κόσμο,<br />ξεσπούσαν εμφύλιοι πόλεμοι,<br />γέμιζαν οι φυλακές και λειτουργούσαν ξανά<br />τα πεδία τουφεκισμού και θανάτου.<br />Τα εργοστάσια όπλων δούλευαν μέρα-νύχτα,<br />οι επιστήμονες επεξεργάζονταν<br />καινούριες τεχνολογίες θανάτου,<br />οι έμποροί τους αλώνιζαν τον κόσμο,<br />οι κυβερνήσεις έκοβαν το ψωμί κι αγόραζαν όπλα.</p>
<p>Όταν γεννήθηκα!&#8230; Όταν γεννήθηκα!&#8230;</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΝΕΚΡΗ ΜΑΣ ΖΩΝΗ</strong></h5>
<p>Σαν ρήγμα ανάμεσα σε δυο τεκτονικές πλάκες<br />που διαρκώς αποκλίνουν<br />η νεκρή μας ζώνη ολοένα επεκτείνεται<br />προς τη μια και προς την άλλη πλευρά.<br />Σηκώνει σκόνη τοξική της ερήμου,<br />εκπέμπει δηλητηριώδη αέρια,<br />μολύνει τη γη βαθιά και τα νερά,<br />θέλει να καταλάβει όλο τον τόπο,<br />να μας μετατρέψει σε δυο νησιά<br />που μεταξύ τους όλο απομακρύνονται.</p>
<p>Σπαρμένη με κόκαλα νεκρών η νεκρή μας ζώνη<br />που όλο ασπρίζουν στη βροχή και στον ήλιο<br />κι όλο αδειάζουν από τις ιστορίες και τα ονόματά τους.</p>
<p>Στην κάθε της πλευρά περπατά η Λήθη.<br />Άνθρωποι κάποτε ζωντανοί περνούν το κατώφλι<br />και γίνονται μνήμες.<br />Τα σπίτια ξεχνούν τους κατοίκους τους,<br />τα περιβόλια ξεχνούν τους καρπούς τους,<br />τα δέντρα τους ίσκιους τους,<br />τα τριαντάφυλλα το άρωμά τους,<br />το λάδι τους οι ελιές, οι ανθοί το μέλι τους&#8230;</p>
<p>Μηνύματα θανάτου τη διαπερνούν, ταξιδεύουν μακριά,<br />μπαίνουν σε σπίτια, σε γραφεία,<br />σε αυτοκίνητα κι αεροπλάνα, φτάνουν σε ξένες χώρες: </p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Απεβίωσε ο Κώστας, ο Γιάννης, η Μαρία,</em><br /><em>ο Φικρέτ, ο Γιουτζέλ, ο Χικμέτ,</em><br /><em>του τάδε, του δείνα, του άλλου&#8230;</em><br /><em>Η κηδεία του αύριο, μεθαύριο, την επόμενη μέρα,</em><br /><em>στο τάδε χωριό, στην τάδε πόλη, στην τάδε χώρα&#8230;</em></p>
<p>Τώρα μόνο νεκρός θα επιστρέφει στη γη του<br />και θα περιφέρεται ανέστιος και βωβός.</p>
<p>Και η ελπίδα μας όλο να λιγοστεύει,<br />να φεύγει ο καιρός που κατεβαίναμε με τα όνειρά μας,<br />καθόμασταν επάνω της σαν τα πουλιά<br />και φυτεύαμε σπόρους τα ποιήματά μας:</p>
<p style="padding-left: 40px;"><em>Ν’ αφοπλίσουμε τις νάρκες,</em><br /><em>να γίνουν παιχνίδια παιδικά,</em><br /><em>το πράσινο να σκεπάσει το αίμα,</em><br /><em>οι νεκροί να σηκωθούν</em><br /><em>και να φωνάζουν τα ονόματά τους,</em><br /><em>να κατεβούν τα περιστέρια να τσιμπολογούν</em><br /><em>τους σπόρους της ειρήνης.</em><br /><em>Οι εξόριστοι μας στίχοι</em><br /><em>να επιστρέφουν στο ποίημα.</em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ (2014)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ένας γορίλας στο ζωολογικό κήπο του Βερολίνου</span><br /><span style="color: #000000;"> περιφέρεται οργισμένος μέσα στον περίκλειστο</span><br /><span style="color: #000000;"> από τοίχους και σίδερα λάκκο του. Μας κοιτάζει</span><br /><span style="color: #000000;"> με βλέμμα σκοτεινό, όπως ο φυλακισμένος σε ισόβια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σίγουρα έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασής του</span><br /><span style="color: #000000;"> και μισεί τη μοίρα του, όπως κι εμάς,</span><br /><span style="color: #000000;"> που τον κάναμε θέαμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν μπορούσε να μας φωνάξει κατάμουτρα</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτά που σκέφτεται για μας</span><br /><span style="color: #000000;"> δε θα ξέραμε που να κρύψουμε το πρόσωπό μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιο πολύ όμως θα ήθελε να βρεθεί ελεύθερος</span><br /><span style="color: #000000;"> έξω από το λάκκο του</span><br /><span style="color: #000000;"> και σαν ένας φοβερός θεός, απελευθερωμένος,</span><br /><span style="color: #000000;"> να μας σκορπίσει όλους δεξιά κι αριστερά</span><br /><span style="color: #000000;"> και να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω από την περίφραξη του κήπου, τους δρόμους,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα σπίτια, τις πολυκατοικίες, τα εργοστάσια,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα τρένα και τα αυτοκίνητα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και να βρεθεί μέσα στο παρθένο του δάσος</span><br /><span style="color: #000000;"> χίλια χρόνια πριν απ’ όλα τούτα, μόνος,</span><br /><span style="color: #000000;"> πρόσωπο με πρόσωπο με το θεό του.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">2012</span></p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΚΥΛΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή</span><br /><span style="color: #000000;"> στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους</span><br /><span style="color: #000000;"> έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είχε ένα βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ήταν ψηλό κι αδύναμο – μου φάνηκε πεινασμένο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το κοίταξα για λίγο – με κοίταξε κι αυτό,</span><br /><span style="color: #000000;"> έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά</span><br /><span style="color: #000000;"> και του αγόρασα ένα κουλούρι</span><br /><span style="color: #000000;"> από τον πλανόδιο πωλητή</span><br /><span style="color: #000000;"> που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> το κράτησε για λίγο και το άφησε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα τον δρόμο</span><br /><span style="color: #000000;"> περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, με τη χειρονομία του αυτή,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη</span><br /><span style="color: #000000;"> ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξεγύμνωσε όλη τη ματαιοδοξία μου</span><br /><span style="color: #000000;"> και μου στέρησε το αίσθημα ικανοποίησης</span><br /><span style="color: #000000;"> για μια φτηνή χειρονομία,</span><br /><span style="color: #000000;"> για την ελεημοσύνη μιας δεκάρας.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">Θεσσαλονίκη, 13 Οκτωβρίου 2010</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 210px;"><span style="color: #000000;">Στη Νόνα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλες ιστορίες κι όλο επανέρχονται</span><br /><span style="color: #000000;"> τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μες στη ρευστότητα του κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο σταθερό σημείο εσύ</span><br /><span style="color: #000000;"> που ήρθες και με βρήκες ένα πρωί</span><br /><span style="color: #000000;"> σ’ ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη</span><br /><span style="color: #000000;"> μ’ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ένα δωμάτιο φωτισμένο από την αντανάκλαση</span><br /><span style="color: #000000;"> των αχτίδων του ήλιου στο άσπρο χιόνι</span><br /><span style="color: #000000;"> όπου μπήκες ένα άλλο πρωινό</span><br /><span style="color: #000000;"> και πέταξες όλα τα ρούχα σου στο πάτωμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι κι ένα παιδί</span><br /><span style="color: #000000;"> που στη μια και στην άλλη γλώσσα</span><br /><span style="color: #000000;"> μαθαίνει τα χρώματα και τα ονόματα του κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως</span><br /><span style="color: #000000;"> και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,</span><br /><span style="color: #000000;"> γι’ αυτό κι η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.</span></p>
<p style="padding-left: 300px;"><span style="color: #000000;">2013</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στον ποιητή Τόλη Νικηφόρου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη</span><br /><span style="color: #000000;"> και τρέφουνε τον λόγο του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά τι το ήθελες εκείνο το Σαλιχλί</span><br /><span style="color: #000000;"> -τόπο χαμένο μες στη Μικρασία-</span><br /><span style="color: #000000;"> να μου θυμίζει τη δική μου Λύση,</span><br /><span style="color: #000000;"> τη χαμένη μέσα στη Μεσαορία…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί οι ψυχές των θαμμένων μου προγόνων</span><br /><span style="color: #000000;"> γυρίζουν σαν εικόνες διάφανες μέσα στο φως,</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν μουσικές μες στον αγέρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> κυκλοφορούν σε τόπους που στέκουνε βουβοί</span><br /><span style="color: #000000;"> μες στην ομίχλη του χρόνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη φυγή στο όνειρο αναζητώ</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα περασμένα χρόνια</span><br /><span style="color: #000000;"> μες στο όνειρο τα ζωντανεύω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περπατώ μέσα σ’ έναν κόσμο</span><br /><span style="color: #000000;"> που είναι την ίδια στιγμή</span><br /><span style="color: #000000;"> παρελθόν, παρόν και μέλλον,</span><br /><span style="color: #000000;"> αύρα θαλασσινή, ήχος από αόρατο κύμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> δάσος από ανθρώπους,</span><br /><span style="color: #000000;"> πράγματα και μνήμες…</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μπροστά μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω στο γραφείο που εργάζομαι,</span><br /><span style="color: #000000;"> βρίσκονται παραταγμένα σε σειρά</span><br /><span style="color: #000000;"> διάφορα άψυχα πράγματα: τρεις μικρές πέτρες</span><br /><span style="color: #000000;"> που κουβάλησα από τρεις θάλασσες</span><br /><span style="color: #000000;"> δυο θραύσματα ηφαιστειογενών πετρωμάτων,</span><br /><span style="color: #000000;"> που περιμάζεψα από τα κράσπεδα</span><br /><span style="color: #000000;"> δυο μακρινών ηφαιστείων,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα κομμάτι παλιού κεραμικού</span><br /><span style="color: #000000;"> με κάποια ίχνη κλασικότροπης διακόσμησης,</span><br /><span style="color: #000000;"> που ξεκόλλησε από παλιό κτίριο μεγαλούπολης</span><br /><span style="color: #000000;"> που με φιλοξένησε για χρόνια,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα κομμάτι σίδερο κι ένα άλλο από χαλκό,</span><br /><span style="color: #000000;"> που μάζεψα από μηχανουργεία</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οικοδομές που δούλεψα κάποτε…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι όλα εδώ μπροστά μου, χρόνια τώρα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τις μέρες φωτίζονται από το βόρειο φως</span><br /><span style="color: #000000;"> που μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο,</span><br /><span style="color: #000000;"> τις νύχτες απ’ το φως της επιτραπέζιας λάμπας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάποτε απλώνω το χέρι μου και τα αγγίζω,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα ανακατεύω σαν τις αναμνήσεις από μακρινά ταξίδια</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ύστερα τα επανατοποθετώ στις θέσεις τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το καθένα είναι και μια ιστορία,</span><br /><span style="color: #000000;"> με την αρχή, το τέλος, τη διάρκειά της….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το καθένα κρύβει μέσα του μια ζεστασιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα ίχνος ψυχής, μια σπίθα φωτιάς,</span><br /><span style="color: #000000;"> μια αίσθηση σταθερότητας</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στην ανελέητη ρευστότητα του κόσμου,</span><br /><span style="color: #000000;"> μια ανθρώπινη ανάσα, μια χειρονομία</span><br /><span style="color: #000000;"> που προεκτάθηκε στο χρόνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πιο σημαντικό, ωστόσο,</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι που τα άψυχα τούτα πράγματα</span><br /><span style="color: #000000;"> μπορούν να γίνονται μνήμες, λόγια και μουσικές,</span><br /><span style="color: #000000;"> χάρτες των διαστάσεων του κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;"> και του βάθους της μνήμης,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">να δίνουν την αίσθηση της διάρκειας του χρόνου</span><br /><span style="color: #000000;"> στο τέλος μια άλλης εφήμερης μέρας.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε κάθε πόλη υπάρχει μια αγάπη που έφυγε,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένας έρωτας που εξατμίστηκε, ένας φίλος</span><br /><span style="color: #000000;"> που χάθηκε και δεν απαντούνε τα τηλέφωνά του,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένας δρόμος με σβησμένο τ’ όνομά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει ένα παγκάκι μ’ ένα φιλί</span><br /><span style="color: #000000;"> πεταμένο πλάι του πάνω στο χώμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένας δρόμος που κόβεται στα δυο</span><br /><span style="color: #000000;"> και δεν σμίγει πια με τίποτε,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα δωμάτιο όπου ένα λουλούδι</span><br /><span style="color: #000000;"> στέκει ξερό μέσα στη γλάστρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε κάθε πόλη υπάρχει μια ξεχασμένη μουσική</span><br /><span style="color: #000000;"> που αιωρείται σαν φύλλο στον αγέρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> γεύσεις και μυρωδιές κι αρώματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> αίμα, δάκρυα και τύψεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχουν δυο στίχοι που πετιούνται ξαφνικά</span><br /><span style="color: #000000;"> απ’ τη γωνιά της μνήμης</span><br /><span style="color: #000000;"> και παίρνουν τη φωνή και το νόημα άλλων ημερών,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα κομμάτι του εαυτού σου</span><br /><span style="color: #000000;"> που σου φωνάζει από μακριά,</span><br /><span style="color: #000000;"> που σε καλεί να επιστρέψεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα το ξέρεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν έχεις τρόπο να επιστρέψεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν έχεις πού να επιστρέψεις.</span></p>
<p style="padding-left: 210px;"><span style="color: #000000;">Οκτώβριος 2010</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΥΚΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τίποτε δεν έχει τελειώσει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ξαναπερνούν και θερίζουν οι τυφώνες,</span><br /><span style="color: #000000;"> αναταράζουν τα σπλάχνα της γης οι σεισμοί,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξυπνούν ξαφνικά οι επαναστάσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ανεμίζουν το ματωμένο τους λάβαρο</span><br /><span style="color: #000000;"> για να δοξάσουν και πάλι το όνειρο…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμη και οι θεοί που πέθαναν</span><br /><span style="color: #000000;"> έρχονται ξανά με καινούργιο πρόσωπο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και μας βρίσκουν πάντα τους ίδιους,</span><br /><span style="color: #000000;"> όσο κι αν είμαστε διαφορετικοί.</span></p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΗΣΣΟ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1974</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σαν τέλειωσε ο πόλεμος</span><br /><span style="color: #000000;"> ήρθε στη Λάρνακα</span><br /><span style="color: #000000;"> με τη μορφή πλοίου σοβιετικού</span><br /><span style="color: #000000;"> ο Γεωργιανός ποιητής Σιότα Ρουσταβέλι</span><br /><span style="color: #000000;"> και μας πήρε για την Οδησσό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στην Κωνσταντινούπολη έκανε στάση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Βγήκα στον δρόμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα λεωφορείο έκανε τη διαδρομή</span><br /><span style="color: #000000;"> ΚΕΡΥΝΕΙΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ</span><br /><span style="color: #000000;"> και τη διαφήμιζε ελληνικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήθελα να το σταματήσω,</span><br /><span style="color: #000000;"> να πω στον οδηγό</span><br /><span style="color: #000000;"> πως δεν υπάρχει πια αυτός ο δρόμος,</span><br /><span style="color: #000000;"> πως είναι κομμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> με νεκρούς και οδοφράγματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> ήθελα να του πω ν’ αλλάξει διαδρομή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήθελα, μα δεν σταμάτησε. Έτρεχε,</span><br /><span style="color: #000000;"> έτρεχε αναπτύσσοντας ταχύτητα,</span><br /><span style="color: #000000;"> οδηγώντας την εγκλωβισμένη μέσα του ζωή μας</span><br /><span style="color: #000000;"> σε μια πορεία στην άκρη του γκρεμού,</span><br /><span style="color: #000000;"> διαγράφοντας ιστορία και γεωγραφία,</span><br /><span style="color: #000000;"> έργα ανθρώπων και χειρονομίες…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε πια κι αυτό μέρος της ιστορίας</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έτρεχε, έτρεχε όπως ο χρόνος, αμείλικτα,</span><br /><span style="color: #000000;"> δίχως να κοιτάζει πίσω…</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στον Χρίστο Χατζήπαπα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσα χρόνια μέσα στο πηγάδι</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ούτε μια χούφτα νερό να τους δροσίσει,</span><br /><span style="color: #000000;"> ούτε ένα δάκρυ πόνου να τους ράνει,</span><br /><span style="color: #000000;"> μήτε ο ήλιος να τους αγγίζει μήτε η βροχή,</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο ο χρόνος να τους τρώει τη σάρκα</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα κόκαλα να πριονίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε ένα φίδι,</span><br /><span style="color: #000000;"> κάποτε ένα τρωκτικό</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα υπόγεια σκουλήκια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λίγες σταγόνες βροχής σε βροχερούς χειμώνες</span><br /><span style="color: #000000;"> και μια ηλιαχτίδα τη μια και μοναδική</span><br /><span style="color: #000000;"> μεγάλη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου</span><br /><span style="color: #000000;"> να τους επισκέπτεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τίποτε άλλο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μήτε χόρτο χλωρό,</span><br /><span style="color: #000000;"> μήτε λουλούδι,</span><br /><span style="color: #000000;"> μήτε άρωμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσα χρόνια τώρα</span><br /><span style="color: #000000;"> να χρεώνουν τους ζωντανούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> να χρεώνουν τον τόπο</span><br /><span style="color: #000000;"> και να χρεοκοπούμε όλοι μας.</span></p>
<p style="padding-left: 210px;"><span style="color: #000000;">Ιούλης 2010</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΔΩΡΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε</span><br /><span style="color: #000000;"> στην καρδιά του -εκείνες τις δυο ώρες</span><br /><span style="color: #000000;"> μεταξύ μεσονυχτίου και πρωινού</span><br /><span style="color: #000000;"> της διακοπής από τη σκοπιά- ήρθε</span><br /><span style="color: #000000;"> και κάθισε δίπλα μου. Ήμουν εγώ, είπε,</span><br /><span style="color: #000000;"> αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος,</span><br /><span style="color: #000000;"> εσύ, για παράδειγμα, ή ο Μιχάλης, ή ο Ευάγγελος…</span><br /><span style="color: #000000;"> Ήθελα να του πω πως ναι, θα μπορούσε,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα η φωνή μου δεν έβγαινε, σάμπως να βρισκόμουν</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα σε βαθύ πηγάδι</span><br /><span style="color: #000000;"> και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι εκείνος με ακλουθούσε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν μας χτύπησε η πρώτη καλοκαιρινή ηλιαχτίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> -ήτανε Αύγουστος- εκείνος</span><br /><span style="color: #000000;"> βγήκε γρήγορα και χάθηκε, ενώ εγώ</span><br /><span style="color: #000000;"> προσπαθούσα, μάταια, για ώρα πολλή,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα δεν μπορούσα να βγω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από μια άποψη δεν έχω βγει ακόμη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όποτε θυμηθώ τον Δώρο</span><br /><span style="color: #000000;"> πέφτω μέσα στο ίδιο εκείνο πηγάδι</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αναζητώ διέξοδο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε φορά από την αρχή.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ</span><span style="color: #000000;"> ΤΗ</span><span style="color: #000000;">Ν</span><span style="color: #000000;"> ΕΙΡΗΝΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται</span><br /><span style="color: #000000;"> μετά τον πόλεμο. Την ώρα του πολέμου</span><br /><span style="color: #000000;"> τίποτε δεν χτίζεται,</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο χαλιέται. Ακόμη και οι νεκροί</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν αξιώνονται ένα αποχαιρετιστήριο φιλί,</span><br /><span style="color: #000000;"> έναν λόγο, ένα δάκρυ, έναν τάφο. Τίποτε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποιήματα για την ειρήνη γράφονται</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν αρχίσουν οι περιπέτειες του πρόσφυγα,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο δύσβατος δρόμος του ακρωτηριασμένου,</span><br /><span style="color: #000000;"> η αναζήτηση των νεκρών. Γράφονται</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν οι δρόμοι γεμίζουν</span><br /><span style="color: #000000;"> με πικραμένους του χάρου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τότε γράφονται τα ποιήματα για την ειρήνη,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα τι να τα κάνεις; Ούτε κανένα φέρνουν πίσω,</span><br /><span style="color: #000000;"> μήτε και τον επόμενο πόλεμο μπορούν να ματαιώσουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτός, όπως και όλοι οι άλλοι, θα γίνει</span><br /><span style="color: #000000;"> για αποκατάσταση της δικαιοσύνης</span><br /><span style="color: #000000;"> και για την ειρήνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τελικά και τα ποιήματα για την ειρήνη</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι κι αυτά μέρος της τραγωδίας,</span><br /><span style="color: #000000;"> χρειάζονται για την ολοκλήρωση της πράξης</span><br /><span style="color: #000000;"> και την καταγραφή της στην ιστορία.</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2010</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΜΟΥ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">Στη μνήμη του ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποιήματά μας είναι σαν τα πουλιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> πετούν πάνω από τα συρματοπλέγματα</span><br /><span style="color: #000000;"> και συναντιούνται στον αέρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> κάθονται ύστερα πάνω στη γη</span><br /><span style="color: #000000;"> που αυλάκωσαν οι ερπύστριες,</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω σε τάφους άγνωστων νεκρών,</span><br /><span style="color: #000000;"> περιφέρονται ανάμεσα στα ερείπια</span><br /><span style="color: #000000;"> τσιμπολογώντας ξεχασμένους σπόρους</span><br /><span style="color: #000000;"> μιας ελπίδας που πέρασε για να επιβιώσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα κατεβαίνουν στις πλατείες σαν γελωτοποιοί</span><br /><span style="color: #000000;"> και σαρκάζουν με τα αποθέματα της αισιοδοξίας τους</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στην περιφρόνηση και τον διασυρμό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά κι έτσι ακόμη η ποίησή μας</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι μια χειρονομία που προεκτείνεται στο μέλλον,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως ένα απλωμένο χέρι που περιμένει</span><br /><span style="color: #000000;"> το άλλο να έρθει να το σφίξει.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πολλές φορές τον χρόνο το φεγγάρι</span><br /><span style="color: #000000;"> κάνει τον κύκλο του</span><br /><span style="color: #000000;"> και γίνεται πανσέληνος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το επιθανάτιο χλωμό του φως</span><br /><span style="color: #000000;"> πέφτει πάντα το ίδιο πάνω στον κόσμο,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όμως ο κόσμος κάτω</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι κάθε φορά διαφορετικός,</span><br /><span style="color: #000000;"> το φως διαγράφει άλλα περιγράμματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> σκιάζει άλλους τάφους, άλλα ερείπια</span><br /><span style="color: #000000;"> σε γειτονιές πολέμων,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε συνοικισμούς προσφύγων,</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλους κρατήρες, άλλα ναυάγια…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κάθε φορά</span><br /><span style="color: #000000;"> που επαναλαμβάνεται η πανσέληνος</span><br /><span style="color: #000000;"> γίνονται όλο και πιο άσπρα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα κόκαλα των άταφων νεκρών.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">Αύγουστος 2010</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;"> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  (2009)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μες στα σκοτεινά πηγάδια και στα βαθιά νερά</span><br /><span style="color: #000000;"> όπου πρωτογεννιούνται του κόσμου τα στοιχειά,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στης ιστορίας το σκίρτημα, στου μύθου τις πηγές,</span><br /><span style="color: #000000;"> στων ηφαιστείων τη λάβα, στις άγριες φωτιές,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όπου φωνάζει το αίμα και μιλούνε οι νεκροί,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα θεμέλια κείτονται της μνήμης κι οι μικροί θεοί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί πηγάδια ανοίγω για το μαγικό νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> και βρίσκω δράκου πόδι, στόμα αχόρταγο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η φωνή μου σβήνει σ΄ άγριο βουητό,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε τρόμο για το θάνατο, για το άγνωστο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δρόμοι σκοτεινοί της ύπαρξής μου, αδιέξοδοι,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα μου φυλακισμένοι, αφιλόξενοι,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">θα μιλήσουνε μια μέρα με τη μουσική τους</span><br /><span style="color: #000000;"> και θ΄ ανοίξουν δίχως λόγια τη μυστική πηγή τους</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι ό, τι έχει μέλλον θα φανεί διάφανο</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ό, τι είναι του θανάτου θα πάει στο θάνατο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΝΕΚΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο νεκρός εκείνης της άνοιξης ήταν νέος</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ωραίο παιδί, καμάρι των γονιών του</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έρωτας κρυφός των κοριτσιών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα τόσο νέος πώς να κρατηθεί μέσα στην κάσα του!</span><br /><span style="color: #000000;"> Άδεια την κουβαλήσανε στην εκκλησιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> άδεια την κατεβάσανε στον τάφο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτός βγήκε κρυφά και γύριζε στους δρόμους</span><br /><span style="color: #000000;"> ντυμένος την πιο καινούρια του αλλαξιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> με πρόσωπο βαθιά θλιμμένο</span><br /><span style="color: #000000;"> και μια πληγή ανοιχτή κάτω απ’ το στήθος</span><br /><span style="color: #000000;"> απ’ όπου βγήκε και του ‘φυγε η ψυχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με παρουσίες που όλο πύκνωναν τα βράδια</span><br /><span style="color: #000000;"> γέμισαν οι δρόμοι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Λέξεις πολλές μέσα στο λόγο των ανθρώπων</span><br /><span style="color: #000000;"> άρχισαν να σημαίνουν θάνατο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έγινε κι αυτός πρόσωπο του χωριού,</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν το γέροντα του διπλανού σπιτιού,</span><br /><span style="color: #000000;"> τον ιερέα, το δάσκαλο ή το μαύρο γύπα</span><br /><span style="color: #000000;"> στην κορυφή του κυπαρισσιού στο κοιμητήρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τότε κάθε άνοιξη</span><br /><span style="color: #000000;"> πεθαίνει μέσα μου ένας νέος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο θάνατος ειρωνεύεται την ταραχή μου</span><br /><span style="color: #000000;"> και ο θεός αθέατος σιωπά.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΚΗΔΕΙΑ ΣΕ ΜΕΡΑ ΒΡΟΧΕΡΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Βρέχει, πατέρα».</span><br /><span style="color: #000000;"> «Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω».</span><br /><span style="color: #000000;"> (Διάλογος του ποιητή με τον πατέρα του)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον τόπο μας είναι λίγες οι βροχές, πιο πολλή</span><br /><span style="color: #000000;"> η κάψα του ήλιου κι η αιώνια σκόνη</span><br /><span style="color: #000000;"> που σκεπάζει ιστορία και μύθο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όμως τη μέρα εκείνη της κηδείας</span><br /><span style="color: #000000;"> έβρεχε ασταμάτητα από το χάραμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Βρεχότανε ο κόσμος όλος κι όσοι μαζεύτηκαν</span><br /><span style="color: #000000;"> να συνοδεύσουν το νεκρό στον τάφο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μισοβρεγμένο τον πήγαμε στην εκκλησιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> καταβρεγμένο τον εβάλαμε στο λασπωμένο χώμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> «Είναι η ευλογία του Θεού», λέγαν οι γέροντες,</span><br /><span style="color: #000000;"> «είναι η συγχώρεση στις αμαρτίες του…».</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα ήτανε τόσες πολλές οι αμαρτίες του</span><br /><span style="color: #000000;"> ή μήπως η ευλογία του Θεού ήτανε τόσο μεγάλη</span><br /><span style="color: #000000;"> για να χαρεί κι η διψασμένη γη μας!…</span><br /><span style="color: #000000;"> «Κύριε ελέησον!… Κύριε ελέησον!…»</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιος αξιώθηκε τόση ευλογία!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσες φορές είχε σπείρει όλο το βιος του</span><br /><span style="color: #000000;"> και περίμενε τη βροχή να το πολλαπλασιάσει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έβγαινε μες στο χάραμα κι άπλωνε τα χέρια</span><br /><span style="color: #000000;"> ικετεύοντας να φυσήξει ο αγέρας</span><br /><span style="color: #000000;"> να φέρει το σύννεφο, να φέρει ψωμί για τα παιδιά…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όση βροχή του αρνήθηκε ο Θεός</span><br /><span style="color: #000000;"> του την έδωσε όλη μονομιάς την τελευταία του μέρα.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΙΝΔΙΑ ΘΑ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό</span><br /><span style="color: #000000;"> στην Ινδία θα τον συναντήσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καίγεται στις όχθες των ποταμών με τους νεκρούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλά με την τέφρα τους μες στα νερά,</span><br /><span style="color: #000000;"> κάθεται μέσα στον κάθε σβώλο γης,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο κάθε φύλλο, στον ανθό και τον καρπό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυκλοφορεί στις αγορές με τους ζητιάνους,</span><br /><span style="color: #000000;"> τους πωλητές, τα πλήθη των ανθρώπων,</span><br /><span style="color: #000000;"> τις αγελάδες, τα γουρούνια, τους ελέφαντες</span><br /><span style="color: #000000;"> τους σκύλους, τους πιθήκους, όπου ξαφνικά</span><br /><span style="color: #000000;"> μια νεκρική πομπή ανοίγει δρόμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχει ακόμη στους ναούς με τους ζωόμορφους θεούς</span><br /><span style="color: #000000;"> και στα πολλά ομοιώματά τους</span><br /><span style="color: #000000;"> που φτωχοί τεχνίτες φτιάχνουνε για τους τουρίστες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πουθενά αλλού δε συναντάς τόση ποσότητα Θεού</span><br /><span style="color: #000000;"> που ακόμη κι αν δεν πιστεύεις</span><br /><span style="color: #000000;"> τον βλέπεις να αγκομαχά σα βόδι</span><br /><span style="color: #000000;"> σέρνοντας καθημερινά το άροτρο της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμη κι αν δεν πιστεύεις στο Θεό</span><br /><span style="color: #000000;"> στην Ινδία θα τον συναντήσεις.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στη Νόνα, που μου έδωσε την ιδέα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον είδα παντού. Στα ιερά του Πάπα και του Πατριάρχη,</span><br /><span style="color: #000000;"> στους βουδιστικούς ναούς της Κίνας με τις πολλές λαμπάδες</span><br /><span style="color: #000000;"> και στους ινδουιστικούς των Ινδιών με τα πολλά πρόσωπα</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα μαραμένα λουλούδια των προσκυνητών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μια κούκλα είναι ο Θεός κι ο άνθρωπος</span><br /><span style="color: #000000;"> τον κρατά από το χέρι και το σέρνει</span><br /><span style="color: #000000;"> στους δρόμους της δικής του αγωνίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μικρό το νανουρίζει σαν παιδί στην κούνια,</span><br /><span style="color: #000000;"> έφηβο το θαυμάζει για τη δύναμή του,</span><br /><span style="color: #000000;"> γέροντα το φοβάται για τη σοφία του.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το λούζει, τον αρωματίζει, το στολίζει,</span><br /><span style="color: #000000;"> τον ντύνει στα χρυσά, τον αγαπά,</span><br /><span style="color: #000000;"> θυμώνει και το βάζει στη γωνιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> το θάβει και τον ανασταίνει,</span><br /><span style="color: #000000;"> τον οδηγεί στον πόλεμο, τον προσκαλεί</span><br /><span style="color: #000000;"> στη γέννηση, στο γάμο, στην κηδεία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια κούκλα είναι ο Θεός με χίλια πρόσωπα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έχει ο καθένας το δικό του. Με τον καιρό</span><br /><span style="color: #000000;"> τον κάνει να του μοιάζει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γίνεται και παιδί του και πατέρας και κριτής του.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σκόνη, σκόνη, σκόνη παντού.</span><br /><span style="color: #000000;"> Φυσά ο αγέρας της ερήμου ως εμάς</span><br /><span style="color: #000000;"> και την ταξιδεύει άπλυτη</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω απ’ τη θάλασσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ταξιδεύει σαν τα διαβατάρικα πουλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> μα δε διαβαίνει. Εδώ κάθεται.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ταξιδεύει σαν τα αποδημητικά πουλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> μα δεν αποδημεί. Μένει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έρχεται σήμερα, χθες, από πάντα</span><br /><span style="color: #000000;"> και κάθεται πάνω στα μάρμαρα</span><br /><span style="color: #000000;"> και στα μωσαϊκά. Καλύπτει τα χρώματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> εισχωρεί μέσα τους, γίνεται μέρος τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αιώνες η έρημος</span><br /><span style="color: #000000;"> μαζεύεται μέσα μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τώρα μονάχα ένας κατακλυσμός</span><br /><span style="color: #000000;"> μπορεί να μας ξεπλύνει.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΗΝ ΤΑ ΠΥΡΟΒΟΛΕΙΤΕ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> που ταξιδεύουνε με τη σοφία αστροναύτη</span><br /><span style="color: #000000;"> και σχηματίζουν νι κι ευθείες γραμμές</span><br /><span style="color: #000000;"> και άλλα σχήματα αρμονικά στην κίνηση,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> που πρώτα γνώρισαν την αρμονία</span><br /><span style="color: #000000;"> και την ενότητα του κόσμου,</span><br /><span style="color: #000000;"> πώς ο χρόνος κυλά μέσα στο σύμπαν</span><br /><span style="color: #000000;"> και παίρνει και φέρνει τη ζωή,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> που έρχονται να πιουν νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> και να γευτούν πράσινο χόρτο,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξέρουν να φέρνουν με τον ερχομό τους</span><br /><span style="color: #000000;"> λίγη χαρά και λίγη θλίψη</span><br /><span style="color: #000000;"> να δίνουμε με το φευγιό τους</span><br /><span style="color: #000000;"> υπογραμμίζοντας το πέρασμα του χρόνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> κινούν το χρόνο και τις εποχές</span><br /><span style="color: #000000;"> κινούν τη γη, ομορφαίνουν τη ζωή</span><br /><span style="color: #000000;"> και ξυπνούνε την κυνηγημένη ελπίδα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά τα ωραία αποδημητικά πουλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> μην τα πυροβολείτε.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί να πάρεις την απόφαση</span><br /><span style="color: #000000;"> να πορευτείς σε λάθος δρόμο</span><br /><span style="color: #000000;"> είτε να μπεις σε λάθος πόλεμο</span><br /><span style="color: #000000;"> και προχωρώντας</span><br /><span style="color: #000000;"> να κερδίζεις καθημερινά και κάποιες μάχες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τις επιτυχίες σου αυτές</span><br /><span style="color: #000000;"> μπορεί να επαίρεσαι</span><br /><span style="color: #000000;"> νομίζοντας πως προχωρείς μπροστά,</span><br /><span style="color: #000000;"> αγνοώντας πως σε μια πορεία με μικροκέρδη</span><br /><span style="color: #000000;"> θεμελιώνεις τη μεγάλη</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αναπότρεπτη ζημιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πιο τραγικό είναι, ωστόσο,</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν καταλάβεις πού πηγαίνεις –</span><br /><span style="color: #000000;"> δέσμιος των επιλογών σου πια –</span><br /><span style="color: #000000;"> να συνεχίσεις να πανηγυρίζεις</span><br /><span style="color: #000000;"> μ΄ αυτές τις μικρονίκες</span><br /><span style="color: #000000;"> που όλο και πιο κοντά σε οδηγούνε</span><br /><span style="color: #000000;"> στη μεγάλη κι αναπότρεπτη σου ήττα.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΑΨΕΥΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σα φύλλα σε στάσιμα νερά επιπλέουν</span><br /><span style="color: #000000;"> ονόματα ατεκμηρίωτων αγίων και ηρώων,</span><br /><span style="color: #000000;"> εμπορικοποιημένες πράξεις άλλων εποχών,</span><br /><span style="color: #000000;"> προσοδοφόρες επενδύσεις συνθημάτων –</span><br /><span style="color: #000000;"> αλαλαγμοί νίκης σε μια πορεία ήττας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ιστορικός ο τόπος κι ανιστόρητος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάθε φορά πιστεύει πως ξεκινά κάτι καινούριο</span><br /><span style="color: #000000;"> ενώ συνεχίζει να ξύνει μια παλιά πληγή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα πια ούτε που τολμούμε να ομολογήσουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> πως μέσα σε όλα τούτα άλλο τίποτε δεν κάναμε</span><br /><span style="color: #000000;"> από το να εξαργυρώνουμε συνέχεια</span><br /><span style="color: #000000;"> την παραφουσκωμένη προσφορά μας</span><br /><span style="color: #000000;"> με ότι είχε πέραση κάθε φορά, έτσι που τώρα</span><br /><span style="color: #000000;"> καταντήσαμε χρεωμένοι κι από πάνω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βαραίνει η ψυχή μας και πώς να πετάξει</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν το σώμα ασήκωτο πια</span><br /><span style="color: #000000;"> φυτεύεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα!</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span style="color: #000000;">2004</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΞΕΝΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">«Η αλήθεια είναι» – είπε ο ξένος συνομιλητής μου –</span><br /><span style="color: #000000;"> «πως εσείς μπορεί να φύγετε ή να ‘ρθουν άλλοι</span><br /><span style="color: #000000;"> και να πάρουνε τα σπίτια σας,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα τούτες οι αρχαίες κολώνες και το θέατρο</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η αγορά με τα μωσαϊκά και τα αγάλματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> πάλι εδώ θα είναι – μια πρόκληση</span><br /><span style="color: #000000;"> για τους αρχαιολόγους και τους τουρίστες –</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αυτός ο ήλιος του καλοκαιριού</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η θάλασσα τις νύχτες με το φεγγάρι</span><br /><span style="color: #000000;"> που κρεμάζεται από πάνω της ολόχρυσο πανέρι,</span><br /><span style="color: #000000;"> όλα εδώ θα είναι, αρχαία και σημερινά,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως ο χρόνος, που σαν παιδί</span><br /><span style="color: #000000;"> γεννιέται με τον ήλιο κάθε αυγή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όσο και αν σου φαίνεται τούτο κυνικό,</span><br /><span style="color: #000000;"> όλα αυτά θα δίνουν πάντα μια καλή προοπτική</span><br /><span style="color: #000000;"> γι΄ ανάπτυξη και για τουριστική αξιοποίηση».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Το ξέρω, αυτό είναι σκληρό για σένα» – πρόσθεσε –</span><br /><span style="color: #000000;"> «που έχεις τις ρίζες σου εδώ τόσους αιώνες,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα μόνο ο τρελός νομίζει πως το δίκαιο ή ο Θεός,</span><br /><span style="color: #000000;"> είτε ακόμη η ίδια η ιστορία του,</span><br /><span style="color: #000000;"> μπορούνε να τον προστατεύσουν σ΄ ένα κόσμο</span><br /><span style="color: #000000;"> με τόση δύναμη στα χέρια του,</span><br /><span style="color: #000000;"> με τόσο πλούτο</span><br /><span style="color: #000000;"> και με ψυχή τόσο φτωχή!».</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στους τοίχους του χωριού</span><br /><span style="color: #000000;"> μισοδιαβάζονται ακόμη τα παλιά συνθήματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> προβάλλουν οι σκιές αυτών που ‘φύγαν:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο δεξιό σωματείο ο Χατζηκώστας,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο κεντρώο ο Σουρουλάς,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο αριστερό ο Κολάνης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο Αυξεντίου άγαλμα στην πλατεία,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο Μιχάλης Πέτρου ένας στιγματισμένος νεκρός</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ο Λιασίδης ένας αλλόκοτος ποιητής</span><br /><span style="color: #000000;"> που μεταθανάτια επιστρέφει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανένας δεν υπάρχει πια. ΄Ερημος ο δρόμος,</span><br /><span style="color: #000000;"> γεμάτος με χαλάσματα σπιτιών</span><br /><span style="color: #000000;"> που τριάντα χρόνια τώρα όλο πληθαίνουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κομμένο σύρριζα το κυπαρίσσι</span><br /><span style="color: #000000;"> των παιδικών μου χρόνων</span><br /><span style="color: #000000;"> ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα</span><br /><span style="color: #000000;"> μες στον ύπνο μου φορτωμένο</span><br /><span style="color: #000000;"> πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών,</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν η ποίηση ήταν σημαία</span><br /><span style="color: #000000;"> και λάβαρο και θυμίαμα και μοιρολόι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα πηγαίνω επίσκεψη σαν ξένος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άλλα μνημεία τώρα με υποδέχονται,</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλα συνθήματα φωνάζουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στρίβει και πάλι αδίστακτα και φονικά</span><br /><span style="color: #000000;"> η ιστορία. Εκεί στα ίδια σπίτια</span><br /><span style="color: #000000;"> γράφουν ποιήματα ο Γκουργκέντς και ο Τζενάν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτάζω γύρω, αμνήμονα μνημεία,</span><br /><span style="color: #000000;"> στομφώδη, υπερφίαλα,</span><br /><span style="color: #000000;"> τσιμπούρια στο σώμα του μέλλοντος</span><br /><span style="color: #000000;"> να σκοτώνουν καθημερινά τη μνήμη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κοιτάζουν πίσω και θέλουν</span><br /><span style="color: #000000;"> να προχωρούν μπροστά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φεύγουν οι άνθρωποι που θυμούνται,</span><br /><span style="color: #000000;"> έρχονται άλλοι που δεν ξέρουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου,</span><br /><span style="color: #000000;"> τελειώνει ο καιρός. Όποιος προλάβει</span><br /><span style="color: #000000;"> ν’ αναστηθεί αναστήθηκε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μπροστά στη βαριά πόρτα του μέλλοντος</span><br /><span style="color: #000000;"> όλο και περισσότεροι υποψήφιοι νεκροί</span><br /><span style="color: #000000;"> μαζεύονται και περιμένουν</span><br /><span style="color: #000000;"> χάνοντας σιγά – σιγά την ελπίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> χάνοντας το όνομά τους</span><br /><span style="color: #000000;"> και την ιστορία τους.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΖΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Περπατήσαμε πολύ δρόμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> ζήσαμε μεγάλο μέρος της ζωής,</span><br /><span style="color: #000000;"> πεθάναμε μεγάλο μέρος του θανάτου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πού είμαστε τώρα;</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι είναι παρελθόν,</span><br /><span style="color: #000000;"> τι είναι μέλλον</span><br /><span style="color: #000000;"> και που ισορροπούν;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λουλουδιάζει ο χρόνος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όπου να ‘ναι</span><br /><span style="color: #000000;"> θα δούμε ρίζες να γεννιούνται</span><br /><span style="color: #000000;"> λευκές μες στο ουδέτερο…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…φτερά της ψυχής</span><br /><span style="color: #000000;"> οιμωγές της καρδιάς</span><br /><span style="color: #000000;"> ρανίδες του λόγου</span><br /><span style="color: #000000;"> που τόλμησε και πόνεσε</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έπεσε.</span></p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong>ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ</strong>   </span></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όπου κάηκες μια, καίγεσαι πάλι</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όπου βρέχτηκες βρέχεσαι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα όπου δεν, ποτέ και τίποτε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα μια φορά συμβαίνουν</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ό, τι κρατήσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> μες στη ροή που ρέεις.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ   (2001)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Την ποίηση, όπως και την καλή διάθεση,</span><br /><span style="color: #000000;"> μπορείς να την αντλήσεις κι απ’ το ελάχιστο,</span><br /><span style="color: #000000;"> σχεδόν από το τίποτε. Και τότε</span><br /><span style="color: #000000;"> το τίποτε αυτό θα πάρει υπόσταση</span><br /><span style="color: #000000;"> και θ’ αποκτήσει σώμα όπως στο θαύμα της Κανά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολλά δεν θέλει να υπάρξει η ποίηση. Τα γεγονότα</span><br /><span style="color: #000000;"> πιο συχνά τη βαραίνουν και την πνίγουν</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως οι κάθε λογής υπολογισμοί τον έρωτα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αλλά όταν υπάρξει είναι μια σκάλα</span><br /><span style="color: #000000;"> που ανεβάζει σε τραπέζι με φωμί</span><br /><span style="color: #000000;"> σε κανάτι με κρασί</span><br /><span style="color: #000000;"> ή στο κρεβάτι του έρωτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δίνει ακόμη λίγη από τη γεύση της αθανασίας</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς η ερωτική πράξη με γυναίκα αγαπημένη</span><br /><span style="color: #000000;"> που ρίχνει το έμβρυο μέσα στη μήτρα.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος</span><br /><span style="color: #000000;"> με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα στροβίλισμα συγκίνησης</span><br /><span style="color: #000000;"> μια υπόσχεση αθανασίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,</span><br /><span style="color: #000000;"> το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,</span><br /><span style="color: #000000;"> το κοινωνικοποιούμε…</span><br /><span style="color: #000000;"> Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε</span><br /><span style="color: #000000;"> αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο</span><br /><span style="color: #000000;"> να το κάνουμε να υπάρξει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,</span><br /><span style="color: #000000;"> η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι να καταφέρει να προβάλλει</span><br /><span style="color: #000000;"> πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος</span><br /><span style="color: #000000;"> να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΑΠΟΔΩΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο κάθε ποιητής πρέπει να τραγουδήσει το τραγούδι του</span><br /><span style="color: #000000;"> πριν ο θάνατος τον κλείσει μέσα στην κάσα του.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το κάθε καλάμι στην ακροποταμιά</span><br /><span style="color: #000000;"> πρέπει να σφυρίξει με τον άνεμο όσο μπορεί</span><br /><span style="color: #000000;"> πριν ο άνεμος το τσακίσει και σωπάσει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το κάθε όργανο πρέπει να παίξει τη μουσική του</span><br /><span style="color: #000000;"> πριν Ιάπωνας εκατομμυριούχος</span><br /><span style="color: #000000;"> το κλείσει σε θησαυροφυλάκιο τράπεζας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σιωπή είναι τρόμος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένα Στραντιβάριους σε θησαυροφυλάκιο</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι χειρότερο κι από ένα πουλί σε κλουβί,</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι ένας αδικαίωτος ποιητής μέσα στο φέρετρό του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό, τι πήρε ο καθένας πρέπει να το ανταποδώσει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το βιολί να παίξει για χάρη του δασοφύλακα,</span><br /><span style="color: #000000;"> για χάρη του ξυλοκόπου, του μαραγκού, του μάστορα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ακόμη για κείνη τη ξεχωριστή χάρη που του δόθηκε</span><br /><span style="color: #000000;"> ν΄ αγγίζει με τον ήχο του τη μυστική πηγή του κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να τραγουδήσει ο ποιητής και με τους στίχους</span><br /><span style="color: #000000;"> την πείνα να χορτάσει της ψυχής του ανθρώπου,</span><br /><span style="color: #000000;"> το πρωινό, τον ήλιο, τη βροχή να πολλαπλασιάσει,</span><br /><span style="color: #000000;"> ως την άκρη της χαράς τον πόνο να οδηγήσει,</span><br /><span style="color: #000000;"> ως την άκρη της ελπίδας την απελπισία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με την ανταπόδοση κερδίζεται η δικαίωση,</span><br /><span style="color: #000000;"> με το ξόδεμα συσσωρεύεται το κέρδος.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΡΌΔΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο το πνεύμα μπορεί να γεννήσει ρόδα αμάραντα</span><br /><span style="color: #000000;"> και η τέχνη να πλάσει το τελειωμένο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Με όλα τα συν και τα πλην της ιστορίας</span><br /><span style="color: #000000;"> και της ψυχής του ανθρώπου</span><br /><span style="color: #000000;"> διευρύνονται ολοένα οι στίχοι του Ομήρου,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα μάρμαρα του Μιχαήλ Αγγέλου</span><br /><span style="color: #000000;"> και το γκρίζο του Θεοτοκόπουλου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο πράγματα ανώφελα από τη μεριά του υλικού κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;"> μπορούν να παραμένουν τα ίδια και να αλλάζουν</span><br /><span style="color: #000000;"> ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι και το χρόνο,</span><br /><span style="color: #000000;"> την αγωνία της ψυχής και την προέκταση του μυαλού</span><br /><span style="color: #000000;"> και μονάχα πρόσθεση και πολλαπλασιασμό επιδέχονται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα τα άλλα ξεπέφτουνε συχνά στο πλην</span></p>
<p><span style="color: #000000;">και στη διαίρεση, γίνονται στάδια μεταβατικά</span><br /><span style="color: #000000;"> για την κατασκευή του εγκλήματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν υπάρχει ελπίδα κάτι να σωθεί στο τέλος</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι η ψυχή κι αυτά τα ανώφελα κατά τα άλλα πράγματα</span><br /><span style="color: #000000;"> που είναι το ψωμί της, το νερό της και το μέλι της.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΘΡΕΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Και ο φωναχτός ανθός της μηλιάς και ο σιωπηλός του σταχυού</span><br /><span style="color: #000000;"> μετατρέπουν την ωριμότητά τους σε σώμα και σε πνεύμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα σοφά και τα τρελά που του συμβαίνουν</span><br /><span style="color: #000000;"> σε στίχους τα μετατρέπει ο ποιητής</span><br /><span style="color: #000000;"> για να ΄ναι η ποίηση μήλο και σιτάρι και σταφύλι</span><br /><span style="color: #000000;"> να ΄ναι ψωμί και κρασί και το θαύμα που τα αυξάνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σα ζωγραφιά και σαν ποίηση</span><br /><span style="color: #000000;"> για ν΄ αποκτήσει χρώμα το άχρωμο και νόημα το αμίλητο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το φως στους πίνακες του Βαν Γκογκ</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι τόσο θρεπτικό όσο και το σιτάρι</span><br /><span style="color: #000000;"> και το μήλο του Σεζάν είναι σαν το ουσιαστικό</span><br /><span style="color: #000000;"> που σημαίνει όλα τα μήλα του κόσμου και κάτι παραπάνω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό το κάτι παραπάνω είναι το όνειρο</span><br /><span style="color: #000000;"> που μέσα του μπορείς να μπαίνεις και να βγαίνεις</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως μέσα στη θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλο να ανακαλύπτεις το πολύπλευρο</span><br /><span style="color: #000000;"> και το ατελεύτητο του κόσμου.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τρεις χιλιάδες χρόνια κυλάει το ποτάμι του Ηράκλειτου</span><br /><span style="color: #000000;"> με την πιο σοφή ρήση των αιώνων</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλο θέλουμε να μπούμε μέσα του μια δεύτερη φορά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γνωρίζει ο νους κι αμφισβητεί το όνειρο</span><br /><span style="color: #000000;"> αφού πολλές φορές όλα συμβαίνουν μέσα του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο ποτέ δε θα ξανασυναντήσεις μια γυναίκα που ερωτεύτηκες</span><br /><span style="color: #000000;"> ακόμη και αν την συναντήσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ούτε την πόλη που άφησες την ξαναβρίσκεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα χρόνια δε φεύγουν αδειανά. Είναι τόσο φορτωμένα</span><br /><span style="color: #000000;"> που γκρεμίζονται ένα ένα και τσακίζονται</span><br /><span style="color: #000000;"> έτσι που δεν μπορείς να επανενώσεις τίποτε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο το όνειρο ξαναγυρίζει πίσω τα αγύριστα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η ποίηση τα τσακισμένα επανασυναρμολογεί.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μια μέρα που βρήκε ευκαιρία, μίλησε ο ποιητής στο Θεό:</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάνε, του λέει, μια καινούρια σφαίρα</span><br /><span style="color: #000000;"> και βάλε μέσα της όλο τον κόσμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα προπαντός, βάλε στον ένα πόλο</span><br /><span style="color: #000000;"> την απόλυτη φωτιά του έρωτα</span><br /><span style="color: #000000;"> που λιώνουν μέσα της τα σώματα</span><br /><span style="color: #000000;"> και γίνονται λάβα που διαπλέει τους αιώνες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και βάλε στον άλλο πόλο</span><br /><span style="color: #000000;"> την απόλυτη παγωνιά της αιωνιότητας</span><br /><span style="color: #000000;"> που μέσα της τα σώματα και οι ψυχές</span><br /><span style="color: #000000;"> γίνονται μια παγωμένη στήλη μες στο άπειρο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και χάρισέ μου αυτή τη σφαίρα</span><br /><span style="color: #000000;"> βάλσαμο να γίνει στην αγιάτρευτη πληγή μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν θα δω το χάροντα με το γυμνό σπαθί του</span><br /><span style="color: #000000;"> καβαλάρη να πηδά πάνω απ΄ το φράκτη</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ένα φεγγάρι σα δρεπάνι πίσω να τον ακολουθεί</span><br /><span style="color: #000000;"> όρθιος μπροστά να βγω στον κήπο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσες φορές που έλιωσα μες στην πυρά του έρωτα</span><br /><span style="color: #000000;"> στην παγωνιά ξανά να λιώσω της αιωνιότητας</span><br /><span style="color: #000000;"> και σαν ένα κοντάρι φως</span><br /><span style="color: #000000;"> να επιμηκυνθώ στο σύμπαν</span><br /><span style="color: #000000;"> στήλη να γίνω μες στο άπειρο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Τ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τόσο πολύ εγέμισα με άστρα</span><br /><span style="color: #000000;"> αφού μεγάλωσα τρώγοντάς τα σαν καραμέλες</span><br /><span style="color: #000000;"> που τα κουβαλώ μέσα μου ακόμη και τη μέρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μες στην αυλή μας με τα γέρικα δέντρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> τους μισοχαλασμένους τοίχους και τους γέροντες</span><br /><span style="color: #000000;"> που κάθε μέρα φεύγαν</span><br /><span style="color: #000000;"> τ΄ αστέρια ήταν κάθε βράδυ το μόνο καινούριο πράγμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα τραγούδια της γιαγιάς</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς επαναλαμβάνονταν με τ΄ άστρα</span><br /><span style="color: #000000;"> ανεβαίνανε κάθε βράδυ στον ουρανό</span><br /><span style="color: #000000;"> αναζητώντας το καθένα το δικό του αστέρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πρωί πέφτανε όλα μέσα μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα που δεν υπάρχει πια</span><br /><span style="color: #000000;"> μήτε η αυλή μήτε το σπίτι</span><br /><span style="color: #000000;"> και φύγανε οι γέροντες</span><br /><span style="color: #000000;"> τα κουβαλώ όλα μέσα μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> το καθένα με το δικό του αστέρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κάθε βράδυ,</span><br /><span style="color: #000000;"> ύστερα από μια κουραστική μέρα</span><br /><span style="color: #000000;"> με κέρδη και ζημιές και μόνιμες απώλειες,</span><br /><span style="color: #000000;"> τίποτε δε βρίσκω πιο καινούριο</span><br /><span style="color: #000000;"> από τ΄ αστέρια.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΡΩΜΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Περπατώ και νιώθω να επιμηκύνεται το σώμα μου</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν τη ρίζα της κάπαρης και να φτάνει τα υπόγεια ρεύματα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Επιμηκύνεται το όνομά μου και φτάνει ως τις ρίζες της γλώσσας,</span><br /><span style="color: #000000;"> πέφτω ολόκληρος μες στη λιωμένη λάβα της ιστορίας</span><br /><span style="color: #000000;"> που ποτέ της δεν κρυώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε μου φαίνεται πως ήμουν με τους μονομάχους,</span><br /><span style="color: #000000;"> κάποτε με τους ριγμένους στην αρένα σκλάβους</span><br /><span style="color: #000000;"> όμως ποτέ δεν ήμουν με το αλαλάζον πλήθος στην κερκίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι από τους κυβερνήτες προτιμούσα τους ποιητές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ίδια μέρα γεννούσε τα μεγάλα έργα και τα μεγάλα εγκλήματα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλα μαζί παράλληλα και την ίδια στιγμή</span><br /><span style="color: #000000;"> φωνάζουν στους αιώνες από τα χτίσματα του Κολοσσαίου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απλωμένη σα ρούχο η ψυχή του ανθρώπου</span><br /><span style="color: #000000;"> μαζεύει αλλού το φως κι αλλού το σκοτάδι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένα πανέρι πανσπερμίας η Ιστορία,</span><br /><span style="color: #000000;"> με μεγάλες προσθέσεις και μεγάλες αφαιρέσεις προχωρεί.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΓΙΑ ΣΕΒΕΡΗΝΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αίθουσα μεσαιωνική κάστρου παλαιού,</span><br /><span style="color: #000000;"> χώρος ταφής λαϊκών και επισκόπων,</span><br /><span style="color: #000000;"> τώρα φιλοξενεί μια συναυλία μουσικής.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι τάφοι ανοιχτοί με ό,τι απόμεινε</span><br /><span style="color: #000000;"> από τους παλαιούς κατοίκους τους</span><br /><span style="color: #000000;"> και σκεπασμένοι με διάφανο γυαλί</span><br /><span style="color: #000000;"> που κάθεται απάνω ο κόσμος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήχοι από Μπαχ, σόλο βιολί και έγχορδα</span><br /><span style="color: #000000;"> γεμίζουνε όλη την αίθουσα που πάει να πετάξει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πολύ δρόμο διάνυσε το ξύλο όσο να γίνει βιολί</span><br /><span style="color: #000000;"> και πιο πολύ ο άνθρωπος όσο να φτάσει</span><br /><span style="color: #000000;"> ν΄ αναλύει σε τέτοιους ήχους την ψυχή του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν ένα θαύμα αυτό που ζούσαμε,</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί με τόσους νεκρούς κάτω απ΄ τα πόδια σου</span><br /><span style="color: #000000;"> να σε κοιτάζουν από δέκα αιώνες μακριά χωρίς ελπίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> θα ‘τανε δύσκολο πολύ, δίχως αυτή τη μουσική</span><br /><span style="color: #000000;"> να πιστέψεις στην ανάσταση.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η αλήθεια δεν είναι ευθεία γραμμή, ούτε και το ψέμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> έχουν και τα δυο ένα κοίλο. Μέσα στο κοίλο της αλήθειας</span><br /><span style="color: #000000;"> εισχωρεί το ψέμα και μέσα στο κοίλο του ψέματος</span><br /><span style="color: #000000;"> εισχωρεί η αλήθεια και αλληλοεφάπτονται. Έτσι</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στην ομορφιά εισχωρεί η ασχήμια</span><br /><span style="color: #000000;"> και μέσα στην ασχήμια η ομορφιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως στο κέρδος εισχωρεί η ζημιά</span><br /><span style="color: #000000;"> και στη ζημιά το κέρδος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα παίζουν ένα παιχνίδι, ο πιστός και ο άπιστος,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο νόμος και η παρανομία, ο εγκληματίας</span><br /><span style="color: #000000;"> και ο διώκτης του. Έτσι καθώς εφάπτονται διαρκώς</span><br /><span style="color: #000000;"> το ένα μέσα στο άλλο λίγο εισχωρεί,</span><br /><span style="color: #000000;"> το ένα από το άλλο λίγο χωματίζεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μετά που είδαμε ν’ ανάβουν οι φούρνοι για ανθρώπους</span><br /><span style="color: #000000;"> και τις βόμβες να πέφτουν μέσα στο πλήθος</span><br /><span style="color: #000000;"> χάσαμε τη γραμμή που ορίζει το συν και το πλην,</span><br /><span style="color: #000000;"> το μπροστά και το πίσω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάθε φορά μέσα απ΄ τη λάσπη περιμαζεύουμε τον άγγελο,</span><br /><span style="color: #000000;"> τον πλένουμε και τον χάνουμε. Όλο και ψάχνουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> να βρούμε να ακολουθεί πορεία ανόδου είτε πτώσης,</span><br /><span style="color: #000000;"> πόσα κέρδισε στην πάλη με το σατανά και πόσα έχασε,</span><br /><span style="color: #000000;"> τι σατανικό πήρε και τι αγγελικό έδωσε</span><br /><span style="color: #000000;"> σε τούτο το παιχνίδι των διδύμων.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το μισό φεγγάρι στον κρύο ουρανό</span><br /><span style="color: #000000;"> δείχνει πόσο στενός είναι ο χώρος και ο χρόνος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο αίμα μας πιο πολύ κυλά η Ανατολή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μεσ’ απ’ τη μυρωδιά του γιασεμιού και του πακιστανού</span><br /><span style="color: #000000;"> έρχεται ο Νιζαμί και ο Τζελαλουτίν Ρουμί</span><br /><span style="color: #000000;"> να σμίξουνε το λόγο του Χριστού και του Μωάμεθ</span><br /><span style="color: #000000;"> αναζητώντας δύναμη μες στις αδυναμίες του ανθρώπου,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα συν που να αντισταθμίζει στη φθορά του κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αμφισβητώντας το «μπροστά», το «πίσω»,</span><br /><span style="color: #000000;"> το «πάνω» και το «κάτω»</span><br /><span style="color: #000000;"> τη φωτεινή ουσία της ψυχής</span><br /><span style="color: #000000;"> αναζητούν στο «είναι».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα κάποιο συν αναζητά ο ιστορικός</span><br /><span style="color: #000000;"> για να χαρακτηρίσει τον αιώνα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> τον Παρθενώνα και την Πιετά,</span><br /><span style="color: #000000;"> το Χριστό και το Σωκράτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το συν που διευρύνει το νόημα των λέξεων</span><br /><span style="color: #000000;"> αναζητά ο ποιητής</span><br /><span style="color: #000000;"> που χτίζει κόσμο από το τίποτε και βλέπει</span><br /><span style="color: #000000;"> πως ένας πάπυρος με μια τραγωδία του Αισχύλου</span><br /><span style="color: #000000;"> αξίζει όσο και μια θρησκεία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα μια παράλληλη πορεία ακολουθούν,</span><br /><span style="color: #000000;"> γι΄ αυτό και περιπλέκονται συχνά</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ο ένας βαδίζει στη γραμμή του άλλου</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς γεμίζει, αδειάζει, χάνεται</span><br /><span style="color: #000000;"> και πάλι βγαίνει το φεγγάρι.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΤΑΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε μου φαίνεται πως είμαι κλέφτης</span><br /><span style="color: #000000;"> κι άλλοτε λέω πως είμαι ο ίδιος κατακλεμμένος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγροίκος ήρθα μέσ’ από τη χέρσα γη μου και το δάσος</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έκλεψα λέξεις και χρώματα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έπλασα κόσμο από το τίποτε και σημαία απ΄ το μηδέν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπήκα κλέφτης μες στις συγκινήσεις της ποίησης,</span><br /><span style="color: #000000;"> κλέφτης διπλός και τριπλός στον έρωτα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ταξίδεψα πολύ και γεύτηκα σπάνιες γεύσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> ποτών και φαγητών</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αρώματα κόσμων μακρινών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κλέφτης του φεγγαριού, του ήλιου και της θάλασσας,</span><br /><span style="color: #000000;"> του πράσινου χόρτου και της άσπρης πέτρας,</span><br /><span style="color: #000000;"> της γνώσης κλέφτης σταυρωμένων ποιητών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως στο τέλος τίποτε δεν πήρα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όλα είναι εδώ σε τούτο το ανοιχτό πανέρι των στίχων</span><br /><span style="color: #000000;"> ενώ κρυφά κι επίμονα</span><br /><span style="color: #000000;"> έρχεται και με κατακλέβει ο χρόνος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο χρόνος είναι δυσανάλογα μικρός απ΄ την επιθυμία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σαν αρχικλέφταρος κατηφορίζει πάνω στην κλίση της γης</span><br /><span style="color: #000000;"> και χάνεται γρήγορα στον ορίζοντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τα κέρδη μου τρώει και προχωρεί</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν ασυνείδητος καταχραστής</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς η γη όλο και περιστρέφεται στο σύμπαν.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΜΑΙ ΚΕΡΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι κερί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μ΄ άναψε μια στιγμή</span><br /><span style="color: #000000;"> το πάθος του έρωτα</span><br /><span style="color: #000000;"> που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,</span><br /><span style="color: #000000;"> με θρέφει και με εξαντλεί</span><br /><span style="color: #000000;"> ο άνεμος της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καίγομαι και φωτίζω,</span><br /><span style="color: #000000;"> καίγομαι και εξαντλούμαι</span><br /><span style="color: #000000;"> καθημερινά</span><br /><span style="color: #000000;"> προχωρώντας στο σκοτάδι</span><br /><span style="color: #000000;"> που όλο μετατοπίζεται</span><br /><span style="color: #000000;"> και δεν εξαντλείται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;</span><br /><span style="color: #000000;"> Πού επενδύεται;</span><br /><span style="color: #000000;"> Το καθημερινό τι θα απογίνει;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και είναι τούτο αρκετό;</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ευτυχώς που οι ήρωες δεν περιμένουνε δικαίωση</span><br /><span style="color: #000000;"> από το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα τους</span><br /><span style="color: #000000;"> διαφορετικά θα ήταν όλοι τους χαμένοι όπως τους πολιτικούς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτοί αρκούνται με την απόδοση της πράξης τους μονάχα,</span><br /><span style="color: #000000;"> με την απόδοση της μιας στιγμής που απομόνωσαν στο χρόνο,</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν κάποιος που βγαίνει απ΄ το παιχνίδι</span><br /><span style="color: #000000;"> τη στιγμή του μέγιστου κέρδους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εμείς που μείναμε να συνεχίσουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> θα πληρώσουμε και τη ζημιά.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΦΩΤΟΣΤΕΦΑΝΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σπάνια κάποιος άγιασε για το σύνολο της ζωής του,</span><br /><span style="color: #000000;"> οι περισσότεροι ήταν για κάποιο μέρος της μονάχα,</span><br /><span style="color: #000000;"> για λίγες πράξεις ή και για μια μόνο απόφαση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ούτε κανένας έγινε ήρωας για όλη του τη ζωή</span><br /><span style="color: #000000;"> παρά για κάποιες πράξεις ή και μια μονάχα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όλη η άλλη ζωή είναι με τα λάθη και τις αμαρτίες της,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα συν και τα πλην, τα πάνω και τα κάτω της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γι΄ αυτό κανένας μύθος δεν είναι πλήρης</span><br /><span style="color: #000000;"> και καμιά μυθοποίηση δεν είναι δίχως ψέμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πρέπει, λοιπόν, το φωτοστέφανο να αφαιρείται</span><br /><span style="color: #000000;"> κι από αγίους κι από ήρωες</span><br /><span style="color: #000000;"> και να φυλάγεται σε σκοτεινό ντουλάπι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Να τους φοράμε μόνο όταν μιλούμε</span><br /><span style="color: #000000;"> για τη μέρα ή την ώρα που το αξιώθηκαν.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αναστρέψαμε τη γη και γυρίσαμε τα μέσα έξω,</span><br /><span style="color: #000000;"> ενέργειες φυλακισμένες σε πέτρες και σε μέταλλα</span><br /><span style="color: #000000;"> ασύλληπτες περιπολούν στο σύμπαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα ποιος μπορεί να μετρήσει</span><br /><span style="color: #000000;"> αν μεγαλώνει η χαρά</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αν λιγοστεύει ο φόβος του θανάτου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα έγιναν για την ελευθερία</span><br /><span style="color: #000000;"> μα μια μοιραία απόκλιση</span><br /><span style="color: #000000;"> εμφυτεύτηκε στο ξεκίνημα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλα προς μια αναπόφευκτη μεταβολή κινούνται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πού είναι ο τυχερός ψαράς</span><br /><span style="color: #000000;"> που θα πιάσει το χρυσό ψάρι</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αφού πλουτίσει με την πρώτη επιθυμία</span><br /><span style="color: #000000;"> και αποκτήσει δόξα με τη δεύτερη</span><br /><span style="color: #000000;"> με την τρίτη να τ΄ απαρνηθεί</span><br /><span style="color: #000000;"> και να σώσει τον κόσμο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό</span><br /><span style="color: #000000;"> πάντα μένει ένα σύννεφο</span><br /><span style="color: #000000;"> που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει</span><br /><span style="color: #000000;"> μια φλέβα φωτιάς</span><br /><span style="color: #000000;"> για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκάψε σκάψε,</span><br /><span style="color: #000000;"> ανατίναξε ανατίναξε</span><br /><span style="color: #000000;"> και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος</span><br /><span style="color: #000000;"> που θα μετατοπιστεί</span><br /><span style="color: #000000;"> για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο</span><br /><span style="color: #000000;"> όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις</span><br /><span style="color: #000000;"> παραμένει μια φλέβα περηφάνιας</span><br /><span style="color: #000000;"> που μπορεί να γίνει ποτάμι</span><br /><span style="color: #000000;"> και να ξεπλύνει τον κόσμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων</span><br /><span style="color: #000000;"> η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της</span><br /><span style="color: #000000;"> που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία</span><br /><span style="color: #000000;"> μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει</span><br /><span style="color: #000000;"> είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο τόπος μας είναι μικρός και γύρω η θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα σύνορα του άλλου κόσμου δεν τα βλέπεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι βροχές κάνουν πως έρχονται και φεύγουν ξαφνικά</span><br /><span style="color: #000000;"> και μένουμε στεγνοί και διψασμένοι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι αγέρηδες φυσούνε απ’ όλες τις διευθύνσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> μα ποτέ δεν παίρνουμε μια σωστή κατεύθυνση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο τόπος μας είναι μικρός και μας μικραίνει επικίνδυνα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ισορροπούμε για λίγο κι ύστερα πέφτουμε και πάλι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Φοβισμένοι, πιο πολύ κοιτάζουμε πίσω παρά μπροστά</span><br /><span style="color: #000000;"> ξεθάβοντας ξεχασμένους αγίους και ήρωες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μικραίνει ο τόπος και πληθαίνουν οι ήρωες</span><br /><span style="color: #000000;"> φτωχαίνουν οι ψυχές μας και πληθαίνουν οι άγιοι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σε τι μας ωφέλεσαν και τους επικαλούμαστε</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτούς που έχουνε με όλα πια ξοφλήσει!</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι ήρωες έγιναν στρατιά και σκοτώνουν τον άνθρωπο μέσα μας</span><br /><span style="color: #000000;"> οι άγιοι έγιναν στρατιά και σκοτώνουν το θεό μέσα μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ελευθερία! Ελευθερία! Από πού να ‘ρθεις να μας λυτρώσεις!</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ     (1998)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Περιμένουμε τη βροχή. Χρόνια περιμένουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> κοιτάζοντας τον άδειο ουρανό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σκόνη σκέπασε τον κόσμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα φύλλα χάσανε το χρώμα τους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άτροφη μήτρα η γη προσμένει τον οργασμό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ως κι ο ήλιος θέλει να πλυθεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τούτη η αναβροχιά κάθεται στην ψυχή μας</span><br /><span style="color: #000000;"> και τη σκεπάζει όπως η σκόνη τις αρχαίες πέτρες</span><br /><span style="color: #000000;"> που καίγονται άπλυτες στον ήλιο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η ψυχή μας κατάντησε κι αυτή</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα αρχαίο μωσαϊκό σκεπασμένο από τη σκόνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περιμένουμε τη βροχή να μας καθαρίσει,</span><br /><span style="color: #000000;"> να βρούμε το χρώμα μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτή τη λάμψη που φυλακίστηκε μέσα μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> το φως</span><br /><span style="color: #000000;"> που γεννιέται από τις πέτρες και το χώμα μας.</span></p>
<p style="padding-left: 330px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΣΤΙΧΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο στίχος είναι όνειρο</span><br /><span style="color: #000000;"> επιθυμιά κρυφή</span><br /><span style="color: #000000;"> επιθυμιά φανερή</span><br /><span style="color: #000000;"> λαχτάρα για το υπαρκτό</span><br /><span style="color: #000000;"> λαχτάρα για το ανύπαρκτο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο στίχος είναι πάθος</span><br /><span style="color: #000000;"> να ζήσεις ο,τι ζεις</span><br /><span style="color: #000000;"> να ξαναζήσεις ό,τι έζησες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο στίχος είναι πόθος</span><br /><span style="color: #000000;"> για κείνο το δικό σου</span><br /><span style="color: #000000;"> που δεν έζησες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έτσι</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως</span><br /><span style="color: #000000;"> ο κάθε κτύπος της καρδιάς</span><br /><span style="color: #000000;"> μακραίνει τις μέρες μας</span><br /><span style="color: #000000;"> ολοένα</span><br /><span style="color: #000000;"> πληθαίνουν οι στίχοι</span><br /><span style="color: #000000;"> οι επιθυμίες</span><br /><span style="color: #000000;"> τα όνειρα!…</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΓΥΜΝΗΣ ΨΥΧΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">΄Όταν η ψυχή βγαίνει από το σώμα</span><br /><span style="color: #000000;"> φεύγει καθώς γυναίκα απατημένη</span><br /><span style="color: #000000;"> που ποτέ πια δε θέλει να επιστρέψει</span><br /><span style="color: #000000;"> στο σπίτι αυτό που την κρατούσε</span><br /><span style="color: #000000;"> δέσμια των πραγμάτων</span><br /><span style="color: #000000;"> και των τριών διαστάσεων του κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περιφέρεται γυμνή σαν πεταλούδα</span><br /><span style="color: #000000;"> από ανθό σ΄ ανθό,</span><br /><span style="color: #000000;"> γυρίζει μες στους δρόμους,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε ποτάμια ταξιδεύει και σε θάλασσες,</span><br /><span style="color: #000000;"> ερωτεύεται τον κόσμο απ΄ την αρχή,</span><br /><span style="color: #000000;"> τραγουδά, επαναστατεί…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αφήνει το σώμα στην αγκάλη του φωτός,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο νερό το αφήνει και στη γη</span><br /><span style="color: #000000;"> και προχωρεί σιωπηλή μες στη βροχή</span><br /><span style="color: #000000;"> να συνδεθεί με την αιώνια μουσική του σύμπαντος</span><br /><span style="color: #000000;"> απ΄ όπου πια δε θα ‘χει επιστροφή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θα ‘θελε, ωστόσο, να επιστρέψει</span><br /><span style="color: #000000;"> εκεί που γνώρισε το φως και τη χαρά,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε όλα όσα έζησε να επιστρέψει</span><br /><span style="color: #000000;"> και να γίνει όλα τούτα</span><br /><span style="color: #000000;"> ενωμένα σε μια άπειρη στιγμή,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε μια ύπαρξη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και να συνεχίσει να είναι εδώ,</span><br /><span style="color: #000000;"> άφωνη,</span><br /><span style="color: #000000;"> αθέατη,</span><br /><span style="color: #000000;"> μυστική,</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς δικαίωμα ψήφου είτε επέμβασης,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα πάντα,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα σε όλα,</span><br /><span style="color: #000000;"> μια θέση,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα δάκρυ,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα χαμόγελο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μισά τα σχέδια των κυριακάτικων μας εξόδων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Φεύγουμε πάντα για το νότο</span><br /><span style="color: #000000;"> κι επιστρέφουμε σε μια Λευκωσία που αδρανεί</span><br /><span style="color: #000000;"> κοιτάζοντας τον Πενταδάκτυλο</span><br /><span style="color: #000000;"> μες στο λιλά του δειλινού…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έτσι όπως σε κοιτάζω και με κοιτάζεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> Πενταδάχτυλε,</span><br /><span style="color: #000000;"> περιπλανιέμαι ανάμεσα στις κορφές σου</span><br /><span style="color: #000000;"> με το δικό μου παραμύθι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Διαβαίνω στην αντίπερα όχθη και βυθίζομαι</span><br /><span style="color: #000000;"> σε χρόνους άλλους,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε μέρες που η θάλασσα άνθιζε χαμόγελα,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε άλλες τραγωδίες,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε άλλες εξάρσεις…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και στα παιδιά που όλο ρωτούν γι΄ αυτό το τείχος</span><br /><span style="color: #000000;"> λέω ένα παραμύθι</span><br /><span style="color: #000000;"> με τον καλό, με τον κακό</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αυτό που πάντα γίνεται στα παραμύθια,</span><br /><span style="color: #000000;"> πώς το καλό θριαμβεύει</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ο ήρωας μπαίνει στο παλάτι,</span><br /><span style="color: #000000;"> είτε,</span><br /><span style="color: #000000;"> φέρνει την τελευταία στιγμή</span><br /><span style="color: #000000;"> τ΄ αθάνατο νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> και το νερό της μνήμης.</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΥΦΛΟΣ ΟΜΙΛΗΤΗΣ</span></strong><br /><strong><span style="color: #000000;"> ΣΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τυφλός ομιλητής ανέβηκε στο βήμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> άνοιξε το χειρόγραφό του</span><br /><span style="color: #000000;"> κι άρχισε να μιλά αγγίζοντας μια μια τις λέξεις</span><br /><span style="color: #000000;"> με τα δάχτυλά του. Ήτανε Τούρκος</span><br /><span style="color: #000000;"> και μιλούσε ελληνικά. Οι λέξεις του,</span><br /><span style="color: #000000;"> ελληνικές και τούρκικες μαζί,</span><br /><span style="color: #000000;"> πετούσανε σαν τα πουλιά πάνω από σύνορα</span><br /><span style="color: #000000;"> που δεν μπορείς να πεις την εθνικότητά τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όσο μιλούσε αγγίζοντας τις λέξεις με τα δάχτυλά του</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αφήνοντας τες στον αέρα</span><br /><span style="color: #000000;"> έμοιαζε όλο και πιο πολύ με τον αγγειοπλάστη</span><br /><span style="color: #000000;"> που έπλαθε μια γη στρογγυλή, μια πατρίδα ενωμένη,</span><br /><span style="color: #000000;"> δίχως ζώνες θανάτου, ένα περιστέρι της ειρήνης…</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα έπλαθε ένα ένα με τα δάχτυλά του,</span><br /><span style="color: #000000;"> τους εμφυσούσε πνοή και τ΄ άφηνε</span><br /><span style="color: #000000;"> να πετούν μέσα στην αίθουσα,</span><br /><span style="color: #000000;"> ν΄ αναζητούν παράθυρα και πόρτες ανοιχτές</span><br /><span style="color: #000000;"> για να πετάξουνε στον κόσμο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΦΑΝΙΑ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Στη μνήμη της μητέρας μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το σώμα σου στο παγωμένο τραπέζι του νεκροτομείου</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι ξένο και μακρινό</span><br /><span style="color: #000000;"> μα όλη σου η ζωή είναι τώρα πιο πολύ δική μου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μέσα μου όλα σου τα βάσανα κι όλες οι πίκρες</span><br /><span style="color: #000000;"> καρφιά που με ματώνουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δε χάρηκε ποτέ στη ζωή της, είπε ο γέρο Ιωνάς.</span><br /><span style="color: #000000;"> υπενθυμίζοντας χρόνια ορφάνιας,</span><br /><span style="color: #000000;"> χρόνια σκληρής δουλειάς και ταπείνωσης μέσα στη φτώχεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ορφάνια είναι ένα κενό</span><br /><span style="color: #000000;"> που πέφτει αμείλικτο και σε τυλίγει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κόβεται πίσω σου το νήμα και μένει</span><br /><span style="color: #000000;"> να το ξετυλίγεις μονάχα μπροστά,</span><br /><span style="color: #000000;"> να πορεύεσαι καθώς ο πρόσφυγας</span><br /><span style="color: #000000;"> όλο και πιο μακριά απ΄ το σπίτι του,</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς ο ξενιτεμένος που δεν έχει πια δυνάμεις να γυρίσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">I am an orphan, έλεγε ο γέρο Κεβόργκ</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα υγρά του μάτια κι η τρεμάμενη φωνή του</span><br /><span style="color: #000000;"> γράφανε ένα κενό ογδόντα χρόνων</span><br /><span style="color: #000000;"> που πορεύτηκε στην προσφυγιά</span><br /><span style="color: #000000;"> αφήνοντας στο δρόμο μάνα και πατέρα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ύστερα από χρόνια γύρισε στον τόπο που χαθήκαν</span><br /><span style="color: #000000;"> και προσκύνησε το χώμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">It was a pilgrimage, έλεγε,</span><br /><span style="color: #000000;"> να φτάσω εκεί, στη γη που τους πήρε,</span><br /><span style="color: #000000;"> να φιλήσω το χώμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> να εκπληρώσω το χρέος μου…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι χρεωμένος, μάνα, είμαι ανεξόφλητα χρεωμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> με όλα σου τα βάσανα,</span><br /><span style="color: #000000;"> με την ορφάνια και την προσφυγιά σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> μ΄ αυτό τον πρόωρό σου θάνατο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέφτει η βροχή, υγραίνεται το χώμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> διαλύονται τα σώματα και οι ψυχές μας</span><br /><span style="color: #000000;"> διψασμένες πορεύονται περιμένοντας</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα κατακλυσμό να τις ξεπλύνει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η γη ν΄ ανοίξει μέσα της δρόμους μυστικούς</span><br /><span style="color: #000000;"> τον ένα νεκρό να δέσει με τον άλλο,</span><br /><span style="color: #000000;"> να μιλήσει ο παππούς ο εκατοντάχρονος</span><br /><span style="color: #000000;"> και ο πατέρας που πήγε να το βρει</span><br /><span style="color: #000000;"> κι εσύ που ακολουθείς</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ο θεριστής και ο σποριάς κι ο λακοτρύπης</span><br /><span style="color: #000000;"> και ο βοσκός κι ο γεωργός</span><br /><span style="color: #000000;"> και οι γυναίκες οι σταχομαζώχτρες</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οι πλύστρες κι οι γαλακτοκόμες</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλοι οι ορφανοί και οι βασανισμένοι,</span><br /><span style="color: #000000;"> να μας δώσουν την ευχή τους,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">να εξαγνιστούμε κι εμείς</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η γη που τους επήρε.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΜΕ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΠΟΔΙ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Στη μνήμη του πατέρα μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">… Προχωρούσα μέσα στη νύχτα</span><br /><span style="color: #000000;"> από τη μια στάση του ύπνου στην άλλη</span><br /><span style="color: #000000;"> κυνηγημένος από έναν πυρωμένο καιρό</span><br /><span style="color: #000000;"> που με πίεζε σαν λιωμένο μολύβι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ανοίγοντας μαύρα φτερά νυχτερίδας</span><br /><span style="color: #000000;"> ο Ιούλιος έμπαινε μέσα στον Αύγουστο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ύστερα οι δυο αλλάζανε σειρά,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο Αύγουστος έμπαινε μέσα στον Ιούλιο</span><br /><span style="color: #000000;"> και συνωμοτώντας διαμέλιζαν το σώμα μου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα χέρια μου δεν είχαν που ν΄ απλώσω</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η φωνή μου έπηξε στο κρύο πρωινό σαν το μολύβι…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς ξύπνησε πρωί στο προσφυγικό του σπίτι</span><br /><span style="color: #000000;"> και πριν προλάβει ακόμα να γυρίσει από το άλλο,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπου περιφερότανε ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών,</span><br /><span style="color: #000000;"> στην αυλή και στον κήπο με τα διψασμένα δέντρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> φύσηξε ένας αγέρας δυνατός που χτυπούσε τα παράθυρα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έτρεχε να τα κλείσει…</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα ποιου σπιτιού ήταν τα παράθυρα;</span><br /><span style="color: #000000;"> Εκείνου του αληθινού είτε τούτου;</span><br /><span style="color: #000000;"> Και τι αγέρας ήταν αυτός;…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι απάνω που έτρεχε να κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα</span><br /><span style="color: #000000;"> παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του και τον έσπρωξε</span><br /><span style="color: #000000;"> έτσι που έπεσε κι έσπασε το πόδι του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαστούκι του χάρου, σκέφτηκε,</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς μέσα στον πόνο του είδε</span><br /><span style="color: #000000;"> πως το σπασμένο πόδι ήταν εδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> και τον έριξε χάμω στο προσφυγικό του σπίτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αϊ, αϊ, αϊ … χαστούκι του χάρου,</span><br /><span style="color: #000000;"> λέγανε κι οι άλλοι γέροντες</span><br /><span style="color: #000000;"> που μαζεύτηκαν απ΄ το συνοικισμό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα προσπαθούσε να σηκωθεί μα δεν μπορούσε,</span><br /><span style="color: #000000;"> ήθελε να βγει στην αυλή μα δεν μπορούσε</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όμως ήταν εκεί, μες στο παλιό του σπίτι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πολεμούσε τη βροχή που έσταζε απ΄ τη στέγη,</span><br /><span style="color: #000000;"> την ξέρα του καλοκαιριού,</span><br /><span style="color: #000000;"> την πείνα και τις αρρώστιες των παιδιών…</span><br /><span style="color: #000000;"> Καλλιεργούσε την πέρα κι έσπερνε τον άνεμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> έσβηνε μια πυρκαγιά που δεν έλεγε να σβήσει</span><br /><span style="color: #000000;"> και πάντα μόνος… μόνος… μόνος…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ΄ όσους πολλούς κι αν έζησε,</span><br /><span style="color: #000000;"> μ΄ όσους κι αν περπάτησε ως εδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όσοι κι αν ήταν τώρα γύρω του και τον πονούσαν,</span><br /><span style="color: #000000;"> τον άνεμο αυτό και τη φωτιά</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλη την πείνα κι όλες τις αρρώστιες</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνος τώρα θα τα πολεμούσε,</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνος θα περπατούσε</span><br /><span style="color: #000000;"> και το στερνό ετούτο δρόμο</span><br /><span style="color: #000000;"> με σπασμένο το ποδάρι…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στους δρόμους του χωριού του γεωργοί κουβαλούσαν καρπούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> καθόντουσαν ξυπόλυτοι στο καφενείο</span><br /><span style="color: #000000;"> ακουμπώντας κάτω τα ζεμπίλια τους,</span><br /><span style="color: #000000;"> πίναν καφέ, πίναν ρακή και διώχνανε την κούρασή τους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ύστερα φεύγαν για τα σπίτια και για τα χωράφια τους</span><br /><span style="color: #000000;"> μα δεν φτάναν πουθενά</span><br /><span style="color: #000000;"> αφού τα σώματά τους διαλύονταν</span><br /><span style="color: #000000;"> στο φως του ήλιου και στον άνεμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και τους ακολουθούσε με σπασμένο το ποδάρι…</span></p>
<p style="padding-left: 330px;"><span style="color: #000000;">1998</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ  ΣΠΙΤΙ ΚΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ   (1990)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΠΙΤΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα πια έχουν αλλάξει τόσα πολλά,</span><br /><span style="color: #000000;"> μετατοπίστηκαν τα οπτικά σημεία,</span><br /><span style="color: #000000;"> μεταβλήθηκαν οι προοπτικές.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το σπίτι στέκει ή δε στέκει,</span><br /><span style="color: #000000;"> άντεξε τις βροχές του περασμένου χειμώνα ή υποχώρησε;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαλεύει σαν κουρτίνα στη μνήμη και διαθλάται</span><br /><span style="color: #000000;"> όλη εκείνη η σειρά των γεγονότων:</span><br /><span style="color: #000000;"> πότε και ποιος μπήκε και βγήκε,</span><br /><span style="color: #000000;"> πότε και με ποια σειρά γεννηθήκαν τα παιδιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> πότε πέρασε ο θάνατος…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνο που μένει πάντα και με βασανίζει πιο πολύ</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι το πόσο δύσκολα μεγάλωναν όλα και όλοι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το χειμώνα σφύριζε ο αγέρας μέσα από τις τρύπιες πόρτες και τα παράθυρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> έμπαινε η βροχή, η αστραπή και η βροντή από τις ίδιες τρύπες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τις κλείναμε, πότε με κουρέλια και πότε με χαρτιά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έμπαινε και το κρύο και μας πάγωνε τα κόκκαλα προχωρώντας</span><br /><span style="color: #000000;"> ως μέσα στον ύπνο μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε τέτοιες νύχτες γυρίζανε μέσα στο σπίτι</span><br /><span style="color: #000000;"> τα κλάματα και οι φωνές σαν τα φαντάσματα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το μίσος μας άλλαξε θέση με τον οίκτο:</span><br /><span style="color: #000000;"> μάνα-πατέρας, πατέρας-μάνα… Ποιος φταίει;</span><br /><span style="color: #000000;"> Με την επίμονη άρνηση του Θεού, την απουσία του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα καλοκαίρια στέγνωνε η γη κι έσχιζε όπως το σώμα μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Καίγανε όλα: οι πέτρες κάτω απ΄ τα γυμνά πόδια,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα δέντρα, το χώμα, το νερό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ό, τι πείσμωνε να μεγαλώσει σερνότανε αργά</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν το φίδι μέσα στο οργωμένο χωράφι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο χρόνος ο ίδιος σερνότανε αργά</span><br /><span style="color: #000000;"> και δεν έλεγε να βιαστεί να μεγαλώσουμε,</span><br /><span style="color: #000000;"> να δυναμώσουν τα χέρια και τα πόδια μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> να δυναμώσει η ψυχή μας</span><br /><span style="color: #000000;"> και να πάμε στο δρόμο των ονείρων μας.</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span style="color: #000000;">1990</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> ─ Γιατί κλαίς Ελένη;</span><br /><span style="color: #000000;"> ─ Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός και φοβήθηκα.</span><br /><span style="color: #000000;"> ─ Πώς ήταν ο κακός;</span><br /><span style="color: #000000;"> ─ Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα</span><br /><span style="color: #000000;"> και μπήκε απ΄ τ΄ ανοιχτό παράθυρο,</span><br /><span style="color: #000000;"> άπλωσε τα βελούδινα φτερά της</span><br /><span style="color: #000000;"> και σκέπασε όλο τον κόσμο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ό, τι θέλει τώρα να υπάρξει</span><br /><span style="color: #000000;"> γράφεται με φως χρυσό,</span><br /><span style="color: #000000;"> στα ανοιχτά φτερά της…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο λύκος έρχεται απ΄ το δάσος του,</span><br /><span style="color: #000000;"> η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,</span><br /><span style="color: #000000;"> ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,</span><br /><span style="color: #000000;"> που σ΄ ενοχλούσε μες στο στόμα</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν φυτρώνανε τα δόντια σου</span><br /><span style="color: #000000;"> πηδά απ΄ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα τα δώρα είναι δικά σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μην κλαις. Ανέβα τη σκάλα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όταν δεις τον κακό</span><br /><span style="color: #000000;"> κλείσε την πόρτα.</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">1990</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου μπαίνει το φως</span><br /><span style="color: #000000;"> κομματιασμένο – παίζει ανάμεσα στη στιγμή και το άπειρο,</span><br /><span style="color: #000000;"> ανάμεσα στον κόσμο αυτό και τον άλλο</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς πέφτει πάνω στο αποκαλυμμένο πρόσωπο</span><br /><span style="color: #000000;"> του νεκρού εφήβου</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω απ’ το θόλο της εκκλησίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στέκει η μάνα ένα χρόνο στο ίδιο μέρος</span><br /><span style="color: #000000;"> και μπαίνει το φως κομματιασμένο και φωτίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> τη σκιά του θανάτου στο πρόσωπο της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπροστά της στέκει ο άλλος γιος γαμπρός</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω απ’ το μεγάλο θόλο, καθώς το φως</span><br /><span style="color: #000000;"> απ’ το πολύχρωμο βιτρό του νότου</span><br /><span style="color: #000000;"> διαθλάται πάνω στο άσπρο φόρεμα και τα λουλούδια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι, από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα, πόσους καιρούς</span><br /><span style="color: #000000;"> σ’ αυτή τη θέση, κάτω απ’ το μεγάλο θόλο</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλούν τα πρόσωπα, το μαύρο και το άσπρο εναλλάσσονται</span><br /><span style="color: #000000;"> και συνυπάρχουν</span><br /><span style="color: #000000;"> και όλα καταγράφονται</span><br /><span style="color: #000000;"> στο αιώνιο βιβλίο του φωτός!</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γρήγορα ξεχνούμε δίχως το αγκάθι να μας τρυπά τη μνήμη,</span><br /><span style="color: #000000;"> δίχως την πέτρα να μας καθηλώνει στο σχήμα της,</span><br /><span style="color: #000000;"> το χώμα που βουλιάζει το πόδι μας, το δέντρο που ανεβαίναμε παιδιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> δίχως το λόγο που αποκαλύφθηκε πέφτοντας νύχτα από τ’ αστέρια</span><br /><span style="color: #000000;"> λόγος βαρύς απ’ την ταφόπετρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> λευκός απ’ τα φτερά των αγγέλων…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατεβαίνουμε απ’ τον κόσμο της μάνας,</span><br /><span style="color: #000000;"> αφήνουμε το στήθος που μας έθρεψε και γρήγορα ξεχνούμε</span><br /><span style="color: #000000;"> η ζεστασιά του κόρφου, τη γεύση του γάλακτος, το σχήμα του στήθους</span><br /><span style="color: #000000;"> και φεύγουμε σ’ έναν κόσμο που μας στριφογυρίζει διαρκώς,</span><br /><span style="color: #000000;"> φεύγουμε χωρίς επιστροφή, χωρίς επανάληψη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα η ελπίδα είναι εκεί, όταν επαναλαμβάνεις αυτή τη γλώσσα</span><br /><span style="color: #000000;"> που έρχεται απ’ το στόμα της μάνας σου κι απ’ τους αιώνες,</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν χτίζεις καινούργιο σπίτι στα θεμέλια του παλιού,</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν ανεβαίνεις στο δέντρο που φύτεψε ο παππούς, κατεβαίνεις</span><br /><span style="color: #000000;"> και φυτεύεις ένα καινούργιο.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Διασχίζοντας βουνά και πεδιάδες περνούν τα σύνορα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Από φυλάκιο σε φυλάκιο προεχτείνονται νεκρές λωρίδες</span><br /><span style="color: #000000;"> κόβοντας το δάσος και τα χόρτα που οργιάζουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΜΕ την κοινή συναίνεση και των δυο πλευρών</span><br /><span style="color: #000000;"> περνά το τσεκούρι κάθε τόσο και καθαρίζει τις γραμμές.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτός είναι ένας πόλεμος ενάντια στις ρίζες</span><br /><span style="color: #000000;"> που κάτω από τη γη βαθιά πλέκονται μεταξύ τους</span><br /><span style="color: #000000;"> και προχωρούν πετώντας νέους βλαστούς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είναι ένας πόλεμος ενάντια στις κορφές</span><br /><span style="color: #000000;"> που ανεβαίνουνε ψηλά και ρίχνουνε σπόρους σ’ όλο το κενό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγώνας γίνεται πολύς για να κρατιούνται καθαρές</span><br /><span style="color: #000000;"> οι γραμμές των συνόρων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και καλά, το χώμα δεν κινείται. Τα δέντρα ξεριζώνονται.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όμως τα νερά των ποταμών που κυλούν διαρκώς,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα νερά των λιμνών που εναλλάσσονται</span><br /><span style="color: #000000;"> διαπλέοντας τα σημεία των συνόρων πάνω απ’ τα νερά!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις περιοχές αυτές των συνόρων</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως τα δέντρα είναι και οι άνθρωποι,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως το νερό. Ρευστές οι ανθρώπινές τους γλώσσες,</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλούν από τη μια στην άλλη πλευρά</span><br /><span style="color: #000000;"> μαζί με τις συνήθειες και τις ιστορίες τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συχνά η ιστορία ενοχλεί, επεμβαίνει, παροτρύνει…</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΡΗΝΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πρωί. Ο ήλιος βγήκε χαμηλά και βόσκει μες στον κάμπο</span><br /><span style="color: #000000;"> την πρωινή δροσιά των δέντρων και των χόρτων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το ξενοδοχείο στις όχθες της Οχρίδας κατειλημμένο</span><br /><span style="color: #000000;"> από πολύχρωμες σημαίες μιλά σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ήρθε και ‘στάθη κάτω απ’ τα μπαλκόνια ένα φορτίο ζεστού ψωμιού</span><br /><span style="color: #000000;"> και με τη μυρωδιά του πυροβόλησε κάθε παράθυρο</span><br /><span style="color: #000000;"> και μας πέτυχε όλους. Καλύτερα κι από τους ήχους της ποίησης</span><br /><span style="color: #000000;"> μας πέτυχε όλους με τον ίδιο τρόπο. Και είπα:</span><br /><span style="color: #000000;"> Αλήθεια, η μυρωδιά αυτή δεν έχει σύνορα, δεν έχει χρώμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> η μυρωδιά αυτή σε όλα προηγείται…</span><br /><span style="color: #000000;"> Διατρέχει τον κόσμο, διαπλέει τις θάλασσες,</span><br /><span style="color: #000000;"> γεμίζει σπίτια και αυλές, παλάτια και τσαντίρια</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι το όνειρο του κόσμου το πιο δυνατό μες στους αιώνες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και δεν ξέρω γιατί, αλλά περισσότερο κι από τους ήχους της</span><br /><span style="color: #000000;"> ποίησης,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο ήχος αυτής της μυρωδιάς του ζεστού ψωμιού μες στο πρωί</span><br /><span style="color: #000000;"> έδωσε το σχήμα κι έπλασε χειροπιαστή τη μορφή της ειρήνης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ  (1987)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στάθηκε ξυπόλυτη στην άκρη του νερού,</span><br /><span style="color: #000000;"> μικρή παιδούλα,</span><br /><span style="color: #000000;"> περιβεβλημένη την αθωότητα</span><br /><span style="color: #000000;"> των δώδεκά της χρόνων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι έφηβοι την πείραζαν,</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς να ξέρουν ακόμα το γιατί,</span><br /><span style="color: #000000;"> πονώντας την. Κι αυτή χαμογελούσε</span><br /><span style="color: #000000;"> της θάλασσας, του ήλιου και της μέρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μεγάλη μπροστά της απλωνότανε η μέρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> κρατώντας στάλες πρωινής ομίχλης</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αρώματα της αυγής.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μεγάλη κι η ζωή απλωνότανε μπροστά της</span><br /><span style="color: #000000;"> αρχίζοντας μόλις να μαζεύει</span><br /><span style="color: #000000;"> το χνούδι από το σώμα της…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα όλα τούτα κράτησαν τόσο λίγο,</span><br /><span style="color: #000000;"> όσο που άρχισε να ξεντύνεται . Όσο</span><br /><span style="color: #000000;"> που ξεντύθηκε, αποκαλύπτοντας</span><br /><span style="color: #000000;"> σώμα ώριμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> σώμα γυναίκας πλήρες,</span><br /><span style="color: #000000;"> σχήμα τέλειο ─ μήτε να προσθέσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> μήτε ν΄ αφαιρέσεις ─</span><br /><span style="color: #000000;"> γυμνό σπαθί μες στη φωτιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> στήλη νερού πάνω στον ήλιο,</span><br /><span style="color: #000000;"> ψυχή αιωρούμενη ανάμεσα στα λουλούδια…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φωτιά πήρανε όλοι οι πόθοι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Καίγονται και δεν την αγγίζουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αδιαμφισβήτητη πορεύεται η ουσία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γίνεται το κέντρο των πραγμάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί το σώματα τούτο όλα τα έχει,</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί το σώμα τούτο αθάνατο είναι</span><br /><span style="color: #000000;"> κι άφθαρτο</span><br /><span style="color: #000000;"> στέκει απέναντι στο θάνατο</span><br /><span style="color: #000000;"> και με ζωή τον προκαλεί.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η θάλασσα γυμνή να τη χαϊδεύει ο ήλιος</span><br /><span style="color: #000000;"> και στήθια κοριτσιών μαρμάρινα</span><br /><span style="color: #000000;"> ρίχνουν δροσιά στη δίψα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήμουν ξανά εδώ.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πέρασα αόρατη ανάσα έρωτα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι άναψα φωτιά</span><br /><span style="color: #000000;"> και γέννησα στίχο</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έπλασα κόσμο</span><br /><span style="color: #000000;"> να περιφέρεται ανάμεσα στην ομορφιά αυτή</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου</span><br /><span style="color: #000000;"> ασημώνουν το νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> και βάφουν κόκκινα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα στήθια των γυμνών κοριτσιών</span><br /><span style="color: #000000;"> και τον πόθο μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…Τίποτε πιο εφήμερο απ’ το γυμνό σου σώμα</span><br /><span style="color: #000000;"> γυναίκα του καλοκαιριού</span><br /><span style="color: #000000;"> και τίποτε πιο αιώνιο</span><br /><span style="color: #000000;"> από τον πόθο για τούτο το σώμα.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΩΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πρωί. Η θάλασσα καθρέφτης. Τυφλώνει ο ήλιος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το πρωί, η θάλασσα και ο ήλιος</span><br /><span style="color: #000000;"> όλη την αιωνιότητα της γης θ’ αντέξουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα η κοπέλα που στέκει ακίνητη, φυτεμένη</span><br /><span style="color: #000000;"> ως τη μέση στο αιώνιο νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> με τ’ όρθιο στήθος της γυμνό, να λάμπει</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω απ’ τον απειροαιώνιο ήλιο</span><br /><span style="color: #000000;"> σα δίκοπο σπαθί; Η ίδια –</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα ολόδροσο και γελαστό πρωί;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή περαστική κι ο ποιητής περαστικός.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σε ποιο πρωί, σε ποια θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> και σε ποιον ήλιο να επαναλαμβάνονται</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΘΑΡΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μες στον καθρέφτη του σώματος</span><br /><span style="color: #000000;"> του άλλου φύλου</span><br /><span style="color: #000000;"> ανακαλύπτει</span><br /><span style="color: #000000;"> τη φωτιά που τον καίει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και δίχως να ξέρει από αγάπη</span><br /><span style="color: #000000;"> πέφτει μέσα της</span><br /><span style="color: #000000;"> και καίει τα φτερά του –</span><br /><span style="color: #000000;"> σέρνεται γονατιστός στα πόδια της</span><br /><span style="color: #000000;"> και χύνει δάκρυα πικρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως η φωτιά αυτή τον καθαρίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> και γίνεται</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα φωτεινό πλυμένο τριαντάφυλλο</span><br /><span style="color: #000000;"> που χαμογελά</span><br /><span style="color: #000000;"> όλης της γης</span><br /><span style="color: #000000;"> του σύμπαντος</span><br /><span style="color: #000000;"> και όλων των αιώνων.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΩΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η θάλασσα λουσμένη σε μια πλημμύρα ήλιου</span><br /><span style="color: #000000;"> σ΄ ένα καταμεσήμερο που κρατούσε αιώνες</span><br /><span style="color: #000000;"> κι εσύ με πόδια γυμνά να τρέχεις</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω στους βράχους που απλώνονταν</span><br /><span style="color: #000000;"> ως το λεπτό σου φόρεμα να το ξεσκίσουν</span><br /><span style="color: #000000;"> σάμπως να μην τους έφτανε που αγγίζανε τα πόδια σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> πίνοντας στάλες κόκκινες ερωτευμένου αίματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτά κερδήθηκαν. Γράφτηκαν</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω στη χρυσή πλάκα μιας υποδιαίρεσης ζωής</span><br /><span style="color: #000000;"> που δε χάνεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όσο περνούν τα βράδια και οι χειμώνες</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όσο η θάλασσας μετατοπίζεται</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οι βράχοι ντύνονται παράξενα χρώματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> παρδαλά κουρέλια, καθώς παραλίες τουριστικές</span><br /><span style="color: #000000;"> και δεν τους φτάνει πια η μνήμη,</span><br /><span style="color: #000000;"> μένεις εσύ να τρέχεις ανάερα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι απ΄ το σχισμένο φόρεμά σου να προβάλλει</span><br /><span style="color: #000000;"> πόδι γυμνό, καθώς σπαθί στην αιωνιότητα</span><br /><span style="color: #000000;"> και τρεις σταγόνες αίμα</span><br /><span style="color: #000000;"> να πετούν με τα φτερά των αγγέλων,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ενώ το τραγούδι της γοργόνας επιστρέφει,</span><br /><span style="color: #000000;"> σάμπως από φωνόγραφο, στο σύμπαν.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΥΘΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Χρόνια πριν, όταν ακόμα περπατούσαμε</span><br /><span style="color: #000000;"> με γυμνά πόδια όλες μας τις ακρογιαλιές,</span><br /><span style="color: #000000;"> γλιστρώντας μέσα από τ’ αγκάθια και τους βράχους,</span><br /><span style="color: #000000;"> χρόνια πριν</span><br /><span style="color: #000000;"> είδα το νησί απ’ την κορφή του Πενταδάχτυλου</span><br /><span style="color: #000000;"> να ταξιδεύει προς τα στενά</span><br /><span style="color: #000000;"> της Σκύλλας και της Χάρυβδης</span><br /><span style="color: #000000;"> και τ’ αυτιά του ανοιχτά στις Σειρήνες</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς να προβλέπει…</span><br /><span style="color: #000000;"> Και άκουσα τη Γοργόνα να κλαίει</span><br /><span style="color: #000000;"> τη μοίρα δυο ερωτευμένων</span><br /><span style="color: #000000;"> κι άλλα πολλά…</span><br /><span style="color: #000000;"> Ύστερα ταξιδέψαμε όλοι μας πολύ</span><br /><span style="color: #000000;"> και σήμερα δεν ξέρω καν τι να ‘γιναν οι ερωτευμένοι,</span><br /><span style="color: #000000;"> πού να βρίσκεται η Γοργόνα,</span><br /><span style="color: #000000;"> πού σκάλωσε ταξιδεύοντας το νησί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι αναζητώ κορφή να σταθώ,</span><br /><span style="color: #000000;"> θάλασσα να φουρτουνιάζει,</span><br /><span style="color: #000000;"> νησί να ταξιδεύει,</span><br /><span style="color: #000000;"> έρωτα που η Γοργόνα</span><br /><span style="color: #000000;"> φοβισμένη απ’ τη φωτιά του να τον κλαίει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ  (1984)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΟΙΞΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στην ομορφιά σου και στη νιότη σου καρφώνεται το βλέμμα μου βαθύ</span><br /><span style="color: #000000;"> κι απ’ την αντιστροφή ετούτη του φωτός</span><br /><span style="color: #000000;"> πληγές ανοίγονται μες στην ψυχή μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγάπησα πολύ, όχι εσέ, αλλά την άνοιξη</span><br /><span style="color: #000000;"> που ανθίζει γύρω στο κορμί σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> αγάπησα πολύ την ομορφιά που φώλιασε μέσα στη νιότη σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γύρω σου σαν κατάδικος γυρίζω σάμπως πάνω στον τροχό</span><br /><span style="color: #000000;"> με δύναμη φυγόκεντρη. Κι όλο φεύγω,</span><br /><span style="color: #000000;"> ενώ εσύ γυρίζεις στον τόπο, ίδια πάντα,</span><br /><span style="color: #000000;"> λάμπεις κι ανθίζεις ασταμάτητα</span><br /><span style="color: #000000;"> κρατώντας κοντά σου σκλάβα την καρδιά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το νήμα τεντώνεται. Φεύγει ο δικός μου φυγόκεντρος χρόνος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και πρέπει να προλάβω να συμβιβαστώ.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ν αγαπήσω τούτη τη φυγόκεντρη πορεία,</span><br /><span style="color: #000000;"> να δοθώ σε κάποια άλλη έλξη. Και να προλάβω,</span><br /><span style="color: #000000;"> γιατί αυτοί που αγάπησαν πολύ την άνοιξη φύγανε νέοι.</span></p>
<p style="padding-left: 300px;"><span style="color: #000000;">Μόσχα, Άνοιξη 1982</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">Στη Μαρία</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωχ και να ‘ξερα ποιος φέρνει</span><br /><span style="color: #000000;"> το κλάμα μες στον ύπνο σου!</span><br /><span style="color: #000000;"> Τάχα μέσα στη ζούγκλα τους ξυπνούν</span><br /><span style="color: #000000;"> άγρια τα παιχνίδια σου</span><br /><span style="color: #000000;"> και ύφος παίρνουν απειλητικό!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμήσου. Το μικρό λυκόπουλο</span><br /><span style="color: #000000;"> που ήρθε να σε πάρει σε δάσος άλλης εποχής,</span><br /><span style="color: #000000;"> να σε πάρει στη μάνα του για να σε νανουρίσει,</span><br /><span style="color: #000000;"> να σε βυζάξει με το γάλα της</span><br /><span style="color: #000000;"> πια δεν υπάρχει… Υπάρχει μόνο</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στο βάθος του κόσμου απ΄ όπου έρχεσαι,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο βάθος του κόσμου που φέρνεις μέσα σου</span><br /><span style="color: #000000;"> και που ποτέ δε θα γνωρίσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εγώ καλά τον έφραξα τον κόσμο εκείνο,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα του δε θα μπεις ποτέ. Κοιμήσου</span><br /><span style="color: #000000;"> και θα δέσω πάνω σε κόκκινη κορδέλα</span><br /><span style="color: #000000;"> το λύκο που ήρθε στο δάσος να σε πάρει</span><br /><span style="color: #000000;"> και ζαχαρένιο το πρωί θα στον χαρίσω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμήσου για να μεγαλώσεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> να μεγαλώσει μαζί σου και ο κόσμος τούτος</span><br /><span style="color: #000000;"> που τόσο έχει μικρύνει.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα</span><br /><span style="color: #000000;"> που έρχεται ν’ αναστήσει το χαμένο σπίτι,</span><br /><span style="color: #000000;"> την αυλή με το νεκρό σκύλο,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα βράδια τα γεμάτα με θανάτους</span><br /><span style="color: #000000;"> και τις φωνές που σπάζανε</span><br /><span style="color: #000000;"> τα πιάτα και τα γυαλικά μέσα στο σπίτι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πονεί η μνήμη που αποζήτησε τη λήθη</span><br /><span style="color: #000000;"> οξειδωμένη σαν την παλιά λακάτη πάνω στο άδειο πηγάδι</span><br /><span style="color: #000000;"> ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και τις ξερές συκομουριές.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι θέλεις και τη σπρώχνεις ανελέητα</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν μουγκρίζει σαν τροχός χρόνια ακίνητος</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω στον άξονά του οξειδωμένος;…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θ’ αντλήσει το νερό που πίνεις και θυμάσαι,</span><br /><span style="color: #000000;"> το νερό που καταλάγιασαν μέσα του</span><br /><span style="color: #000000;"> τόσες και τόσες ιστορίες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και δεν υπάρχει πια φυγή ούτε λήθη,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι</span><br /><span style="color: #000000;"> και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> Αμμόχωστος Βασιλεύουσα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη,</span><br /><span style="color: #000000;"> μου λαχαίνει και τώρα να ψηλαφώ</span><br /><span style="color: #000000;"> με το αποστασιοποιημένο μου βλέμμα</span><br /><span style="color: #000000;"> την πόλη σου μες στην ομίχλη που σιγά σιγά</span><br /><span style="color: #000000;"> την πνίγει ως το θάνατο της λησμονιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα τι τα θες; Ήμουνα στην πόλη σου</span><br /><span style="color: #000000;"> ένας πληβείος. Πολλά έχτισα κτίρια</span><br /><span style="color: #000000;"> ─ βλέπεις και τώρα τις κορφές τους</span><br /><span style="color: #000000;"> απ΄ το γύρισμα της Δερύνειας ─</span><br /><span style="color: #000000;"> που καθόλου πια δε μου μιλούνε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι αναμνήσεις μου</span><br /><span style="color: #000000;"> μηχανουργεία κι οικοδομές,</span><br /><span style="color: #000000;"> νυσταγμένα λεωφορεία και φτωχοί εργάτες</span><br /><span style="color: #000000;"> ─ Τούρκοι κι Έλληνες ─</span><br /><span style="color: #000000;"> να σκληραίνουν την ψυχή τους</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω από την εκμετάλλευση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι αναμνήσεις μου</span><br /><span style="color: #000000;"> εργολάβοι, χρηματιστές κι ιδιοκτήτες που θησαύριζαν</span><br /><span style="color: #000000;"> την πόλη εκδίδοντας</span><br /><span style="color: #000000;"> σε ντόπιους εκποιητές και ξένους εραστές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">… Τη θάλασσα, τη θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αυτή την εξαντλούσαν…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Λες, γιατί να τα θυμάμαι τώρα όλα τούτα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα πώς να μην τα θυμηθώ. Τέτοια που ήταν η πόλη τούτη</span><br /><span style="color: #000000;"> τη βλέπω και τώρα, σαν μην έφτανε</span><br /><span style="color: #000000;"> το μερτικό της στην καταστροφή,</span><br /><span style="color: #000000;"> ν΄ απλώνεται και να με κυνηγά;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μιλώ, καταλαβαίνεις, για εργολάβους</span><br /><span style="color: #000000;"> χρηματιστές κι ιδιοκτήτες</span><br /><span style="color: #000000;"> που συνεχίζουνε κι εδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> αδιάφοροι για το πού θα μας σπρώξουν οι ανέμοι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τέτοια που έγινε η πόλη τούτη μας ακολουθεί,</span><br /><span style="color: #000000;"> ψηφίζει ακόμα τους παλιούς εκποιητές.</span><br /><span style="color: #000000;"> και ονειρεύεται δωσίλογα παιχνίδια είτε στέμματα</span><br /><span style="color: #000000;"> με την ψυχολογία την εμπορική της ευκαιρίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και λέω μια τέτοια πόλη</span><br /><span style="color: #000000;"> φωτιά να πάρω να την κάψω</span><br /><span style="color: #000000;"> τους δίκαιους προστάζοντας να πάρουνε αλλού τα μάτια τους</span><br /><span style="color: #000000;"> να λυτρωθούν κι αυτοί, κι εγώ, κι ο τόπος.</span></p>
<p style="padding-left: 210px;"><span style="color: #000000;">14-17 Ιανουαρίου 1983</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το νερό στον κήπο λιγοστεύει,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξεραίνονται τα δέντρα</span><br /><span style="color: #000000;"> και μαραίνονται στον ήλιο τα λαχανικά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα μαλλιά ασπρίζουν του πατέρα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η μάνα τους θανάτους μετρά του χρόνου</span><br /><span style="color: #000000;"> που ήτανε πολλοί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα χείλη της δαγκώνει η σιωπή</span><br /><span style="color: #000000;"> και βάφει το ηλιοκαμένο μάγουλο της</span><br /><span style="color: #000000;"> και το μαύρο της τσεμπέρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έμεινε νερό, δεν έμειναν τα δέντρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> πήγε κι ο κήπος… Το καλοκαίρι γυμνό</span><br /><span style="color: #000000;"> καίει το σώμα του μέσα στους κάμπους,</span><br /><span style="color: #000000;"> καίει τις πέτρες και το αίμα</span><br /><span style="color: #000000;"> που στεγνώνει πάνω στη γη,</span><br /><span style="color: #000000;"> καίει τα άγουρα σώματα</span><br /><span style="color: #000000;"> τούτων των πρόωρων νεκρών…</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κάτω απ’ τους λόφους του Αλασσού</span><br /><span style="color: #000000;"> όπου έσπερνε ο πατέρας, μες στις πέτρες</span><br /><span style="color: #000000;"> θαμμένη αρχαία πόλη. Και που δεν είναι</span><br /><span style="color: #000000;"> θαμμένη μια πόλη! Στη θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> όπου κατεβαίνουμε τις Κυριακές</span><br /><span style="color: #000000;"> για να ξεπλύνουμε την πόλη μιας βδομάδας,</span><br /><span style="color: #000000;"> στον κάμπο που καρβούνιασε</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω από το σαραντάβαθμο αυγουστιάτικο λιοπύρι</span><br /><span style="color: #000000;"> και μας άφησε διψασμένους;</span><br /><span style="color: #000000;"> Στους κάμπους της προσφυγιάς,</span><br /><span style="color: #000000;"> στα ξένα, μες στον καημό του γυρισμού;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παντού μια πόλη είναι θαμμένη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και πέφτουνε ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,</span><br /><span style="color: #000000;"> ανοίγουνε ποτάμια και αποκαλύπτουν</span><br /><span style="color: #000000;"> λέξεις, επιγραφές και χρώματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,</span><br /><span style="color: #000000;"> φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,</span><br /><span style="color: #000000;"> μήπως τον είδατε; Μην έπιασε φωτιά;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συχνά σαν μ’ αγαπούσε βρισκότανε στα πρόθυρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> συχνά σαν μ’ αγαπούσε έσβηνε την τελευταία στιγμή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κανένας δεν τον είδε. Όμως σαν βράδιασε</span><br /><span style="color: #000000;"> «εκεί είναι και ανάβει» φώναξε</span><br /><span style="color: #000000;"> «εκεί είναι και ανάβει» φωνάξαμε</span><br /><span style="color: #000000;"> κοιτάζοντας κατά τη σκλαβωμένη γη μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φωτιά στο σχήμα του κυπαρισσιού,</span><br /><span style="color: #000000;"> φλόγες ξανθές, θαλασσινές, λαδιές…</span><br /><span style="color: #000000;"> Έτσι ανάβει δέκα χρόνια τώρα</span><br /><span style="color: #000000;"> και γίνεται μύθος.</span></p>
<p style="padding-left: 210px;"><span style="color: #000000;">1984</span></p>
<h3> </h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong>ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ  (1980</strong>)</span></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><strong><span style="color: #000000;">α’</span></strong></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΝΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στο νότο του νησιού αραγμένα τα πανιά και καρτερούν</span><br /><span style="color: #000000;"> πότε θα φυσήξει, πότε θα φυσήξει…</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όλοι το ξέρουν πως οι θυσίες δεν ωφέλεσαν σε τίποτα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η γνώμη των δυνατών παρέμεινε αμετάκλητη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιο το όφελος τώρα να γυρέψουμε νέες θυσίες,</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν το βλέπουμε καθαρά πως θα ‘ναι άδικες;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ωστόσο, σήμερα, αύριο, ύστερα από χρόνια,</span><br /><span style="color: #000000;"> αν θα ‘ναι το μόνο που μας απομένει,</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν θα ‘χουμε άλλη εκλογή παρά να κάνουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> και την τελευταία θυσία.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΡΙΖΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ένα λουλούδι</span><br /><span style="color: #000000;"> που πέταξε μίσχο και άνθισε</span><br /><span style="color: #000000;"> γυρίζει κατά τη γη</span><br /><span style="color: #000000;"> τσακισμένο από το βάρος</span><br /><span style="color: #000000;"> της ίδιας του της ύπαρξης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θέλει ν’ αγγίξει τις ρίζες του,</span><br /><span style="color: #000000;"> να βεβαιωθεί…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα πού</span><br /><span style="color: #000000;"> θα βρει τις ρίζες</span><br /><span style="color: #000000;"> που χώθηκαν σε τόσο βάθος,</span><br /><span style="color: #000000;"> που σκόρπισαν σε τόσες κατευθύνσεις;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όμως το ξέρει,</span><br /><span style="color: #000000;"> οι ρίζες του το τρέφουν.</span></p>
<p style="padding-left: 90px;"><span style="color: #000000;">Λευκωσία, Φυλάκιο Νο 3, οδός Πάφου</span><br /><span style="color: #000000;"> Αύγουστος 1974</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 210px;"><span style="color: #000000;">Στη Νόνα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τούτος ο τόπος είναι σκληρός, μικρή Μήδεια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είναι τραχύς σαν πεδίο ηφαιστείου —</span><br /><span style="color: #000000;"> τα λουλούδια ανθίζουν πάνω στην πέτρα</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα δέντρα ριζώνουν στην ξέρα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένας δράκος κρατάει το νερό,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένας ληστής κλείνει τους δρόμους,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα πουλί από σπαθιά κόβει τον ουρανό κομμάτια</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ένας κήτος σιδερένιο κλείνει τη θάλασσα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν μπορείς να ζήσεις εδώ χωρίς αγάπη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν αρκεί η αγάπη για το παραμύθι,</span><br /><span style="color: #000000;"> τ΄ ακρογιάλια τα δαντελλωτά,</span><br /><span style="color: #000000;"> τις ανθισμένες λεμονιές, τα πορτοκάλια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ούτε και για τον πρίγκιπα</span><br /><span style="color: #000000;"> τον καβαλάρη της Αργώς η αγάπη,</span><br /><span style="color: #000000;"> που πατρίδες λησμονά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ θα βρεις μονάχα τα κρανία των σοφών,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα κόκκαλα των πολεμιστών,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα θέατρα αδειανά και τους ναούς</span><br /><span style="color: #000000;"> απ΄ τους θεούς εγκαταλειμμένους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τη φωνή του ποιητή θα την ακούς</span><br /><span style="color: #000000;"> μονάχα όταν πιστεύεις</span><br /><span style="color: #000000;"> και πολύ πρέπει να πιστεύεις</span><br /><span style="color: #000000;"> για να δεις το φως,</span><br /><span style="color: #000000;"> να δεις τη λάμψη, τη γαλήνη,</span><br /><span style="color: #000000;"> την ομορφιά που μας σκλαβώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαστε εδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> αχθοφόροι</span><br /><span style="color: #000000;"> και φύλακες</span><br /><span style="color: #000000;"> τούτων των καταλοίπων</span><br /><span style="color: #000000;"> του πολιτισμού.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τσακισμένοι</span><br /><span style="color: #000000;"> απ΄ το βαρύ τους φορτίο,</span><br /><span style="color: #000000;"> με ματωμένα τα χέρια</span><br /><span style="color: #000000;"> κυρτωμένες τις πλάτες,</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν είμαστε εμείς</span><br /><span style="color: #000000;"> της ζωής</span><br /><span style="color: #000000;"> απλοί διαβάτες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να σου εξηγήσουμε αλλιώς,</span><br /><span style="color: #000000;"> και πώς να καταλάβεις, μικρή Μήδεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τούτος ο τόπος είναι σκληρός</span><br /><span style="color: #000000;"> και για να ζήσεις πρέπει πολύ ν΄ αγαπάς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ν΄ αγαπάς με τούτη την αγάπη την παράλογη,</span><br /><span style="color: #000000;"> τη μυστική, την ανεξήγητη —</span><br /><span style="color: #000000;"> αγάπη για την πέτρα, την ξέρα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα ερείπια,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα χτεσινά και τα σημερινά,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα ερείπια που όλο πληθαίνουν,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα κόκκαλα,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα σύνορα που όλο μικραίνουν,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα λάθη, τα λάθη κι όλα…</span><br /><span style="color: #000000;"> Το αποπροσανατόλισμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα δάρσιμο στους βράχους,</span><br /><span style="color: #000000;"> την πιθανότητα</span><br /><span style="color: #000000;"> μιας τελικής καταστροφής…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αν έτσι δεν αγαπάς</span><br /><span style="color: #000000;"> εδώ σε τούτο τον τόπο</span><br /><span style="color: #000000;"> χάθηκες κι εσύ</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ο τόπος.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο κόσμος που αγαπήσαμε</span><br /><span style="color: #000000;"> απομένει πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα</span><br /><span style="color: #000000;"> και τους ξένους στρατούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> ζει σαν φάντασμα μέσα σε έρημα τοπία,</span><br /><span style="color: #000000;"> μπαινοβγαίνει μέσα σε χαλασμένα σπίτια,</span><br /><span style="color: #000000;"> δειπνάει σε εγκαταλειμμένα τραπέζια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κόσμος που αγαπήσαμε απόμεινε</span><br /><span style="color: #000000;"> ένας δρόμος σπαρμένος με πτώματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα ξερό πηγάδι με τρεις αγνώριστους νεκρούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> μια πόρτα ανοιχτή σε μισοχαλασμένο σπίτι,</span><br /><span style="color: #000000;"> που τη χτυπά αδιάκοπα ο αγέρας,</span><br /><span style="color: #000000;"> ένας νεκρός σκύλος</span><br /><span style="color: #000000;"> με φουσκωμένη την κοιλιά του, σαν σακκί, πλάι στην εξώπορτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μπορούμε να το συλλογιστούμε αλλιώς</span><br /><span style="color: #000000;"> παρά μονάχα όπως τον αφήσαμε τούτο τον κόσμο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κι όλο θέλουμε να γυρίσουμε</span><br /><span style="color: #000000;"> για να βάλουμε τάξη.</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong><span style="color: #000000;">β’</span></strong></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΝΑΠΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές κουρνιάζουνε τα περιστέρια,</span><br /><span style="color: #000000;"> κουρνιάζει το κύμα στο βυθό</span><br /><span style="color: #000000;"> και μπαίνει να κρυφτεί τα βράδια ο ήλιος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στην Αγία Νάπα μες στις σπηλιές</span><br /><span style="color: #000000;"> καταπλέουνε ξύλα από τσακισμένα καράβια,</span><br /><span style="color: #000000;"> καταπλέουνε κόκαλα. Αδιάφορη</span><br /><span style="color: #000000;"> -ένας κόσμος που δεν ξέρει την αρχή και το τέλος του-</span><br /><span style="color: #000000;"> στέκει η θάλασσα καθώς το φως</span><br /><span style="color: #000000;"> σαλεύει μέσα στα σπλάχνα της</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν τον πόθο μέσα στο νέο κορμί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω με τούτο το φως</span><br /><span style="color: #000000;"> για την αλήθεια που γυρεύω μια ζωή</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα σε πολιτείες, ερείπια, άδειους ναούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα σε άλλες θάλασσες!</span><br /><span style="color: #000000;"> θα ‘θελα να μιλήσω για όλ’ αυτά,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα μαραμένα σώματα, τα σπασμένα κόκαλα, τα σανίδια,</span><br /><span style="color: #000000;"> για τη νιότη που όλο φεύγει χωρίς επιστροφή</span><br /><span style="color: #000000;"> και τούτη την ομορφιά που με περιζώνει</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ωστόσο δεν μπορώ</span><br /><span style="color: #000000;"> να τη σφίξω μέσα στα χέρια μου</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν τη ρώγα του σταφυλιού</span><br /><span style="color: #000000;"> για να στάξει ο χυμός της μέσα στην ποίησή μου…</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΤΡΙΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗ</span></strong></h5>
<h6><strong><span style="color: #000000;">Αρμενία</span></strong></h6>
<p><span style="color: #000000;">1</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ξέρω την αγάπη τούτη</span><br /><span style="color: #000000;"> που βγάζει από την πέτρα</span><br /><span style="color: #000000;"> αίμα και νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> και πλάθει τη ζωή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Την ξέρω την αγάπη τούτη</span><br /><span style="color: #000000;"> που βγάζει από την πέτρα</span><br /><span style="color: #000000;"> ήχους και χρώματα</span><br /><span style="color: #000000;"> και πλάθει την τέχνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι τούτη η αγάπη</span><br /><span style="color: #000000;"> που γεμίζει τ’ άδεια θέατρα</span><br /><span style="color: #000000;"> που φέρνει τους θεούς</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στους εγκαταλειμμένους ναούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> τους νεκρούς</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στους άδειους τάφους</span><br /><span style="color: #000000;"> και που ατέλειωτα πλαταίνει</span><br /><span style="color: #000000;"> τα σύνορα της κουρσεμένης πατρίδας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι τούτη η αγάπη</span><br /><span style="color: #000000;"> που αποκαλύπτει το φως</span><br /><span style="color: #000000;"> την ομορφιά που φανερώνει</span><br /><span style="color: #000000;"> και τη δύναμη</span><br /><span style="color: #000000;"> και που σκλαβώνει την ψυχή</span><br /><span style="color: #000000;"> σε τούτο το φανερωμένο θαύμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">2</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θυσίες, θυσίες, θυσίες…</span><br /><span style="color: #000000;"> Κυλάει το αίμα πάνω στο βράχο,</span><br /><span style="color: #000000;"> σταυρώνει τα μέτωπα,</span><br /><span style="color: #000000;"> χαράζει τη γη,</span><br /><span style="color: #000000;"> σμίγει με το ποτάμι</span><br /><span style="color: #000000;"> από τη μυστική που κυλάει πηγή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κυλάει το νερό,</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλούν οι αιώνες,</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλάει το αίμα…</span><br /><span style="color: #000000;"> Κυλάει σαν τον ουρανό,</span><br /><span style="color: #000000;"> τις εποχές, το χόρτο,</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν τη μοίρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">………………………..</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυλάει το νερό,</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλάει το αίμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> το θολώνει,</span><br /><span style="color: #000000;"> μετράς μπροστά</span><br /><span style="color: #000000;"> (βήματα, χρόνια)</span><br /><span style="color: #000000;"> κρυστάλλινο και πάλι</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλάει…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">3</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέτρες, σταυρόπετρες,</span><br /><span style="color: #000000;"> με τόσους σταυρούς χαραγμένους,</span><br /><span style="color: #000000;"> όσο και νεκρούς σφαγμένους</span><br /><span style="color: #000000;"> σε διαλυμένες πολιτείες</span><br /><span style="color: #000000;"> και βρύσες με γάργαρο νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> να πίνουνε οι περαστικοί και να θυμούνται:</span><br /><span style="color: #000000;"> «Τα χτίζω εγώ… ο μόνος επιζήσας,</span><br /><span style="color: #000000;"> στη μνήμη…</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα χτίζω εγώ… ο μόνος εναπομείνας,</span><br /><span style="color: #000000;"> στη μνήμη…</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα χτίζω εγώ… ο αρχηγός καινούργιας οικογένειας,</span><br /><span style="color: #000000;"> στη μνήμη…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι η μνήμη,</span><br /><span style="color: #000000;"> βαριά σαν πέτρα, σαν σταυρός</span><br /><span style="color: #000000;"> κυλάει με το νερό…</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Ερεβάν, Μόσχα, 1978</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ  (1972)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΦΙΔΙ</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Στο φίλο Θεόδωρο Στυλιανού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα βασιλεύει στο χωριό ένα μαύρο φίδι</span><br /><span style="color: #000000;"> που έχει παλάτι του το παλιό αρχοντικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα μαύρα φίδια</span><br /><span style="color: #000000;"> μερεύουν με ψωμί σταρένιο</span><br /><span style="color: #000000;"> ή με το μαύρο το ψωμί του κριθαριού</span><br /><span style="color: #000000;"> μες στους καιρούς της φτώχειας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως τώρα, τόσο μόνο,</span><br /><span style="color: #000000;"> πιστός ακόμα φύλακας,</span><br /><span style="color: #000000;"> πιο πολύ την ερημιά τονίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> κρατώντας την πικρή ιστορία του:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε χρόνια πριν, τότε που στο χωριό</span><br /><span style="color: #000000;"> κατοικούσε ο τελευταίος νοικοκύρης</span><br /><span style="color: #000000;"> σε τούτο δω τ΄ αρχοντικό. Θυμάται, Σχέδιο</span><br /><span style="color: #000000;"> γεννήθηκε το τελευταίο τους παιδί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τότε συχνά μιλούσαν για φευγιό,</span><br /><span style="color: #000000;"> για τα χωράφια που δεν δίναν να τους θρέψουν,</span><br /><span style="color: #000000;"> για το παιδί και το σχολειό που θα το ‘στέλναν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τότε παιδί και φίδι πιάσαν φιλία μεγάλη</span><br /><span style="color: #000000;"> και κάθε βράδυ στου παιδιού μαζί</span><br /><span style="color: #000000;"> κοιμόντουσαν την κούνια αγκαλιασμένα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το ένα περίμενε το άλλο</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα δυο περίμεναν το βράδυ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όταν το παιδί μπορούσε να μιλήσει</span><br /><span style="color: #000000;"> και τα ονόματα να λέει των γονιών</span><br /><span style="color: #000000;"> χαρά γεμίζοντας το σπίτι,</span><br /><span style="color: #000000;"> επίμονα μιλούσε για το φίλο του</span><br /><span style="color: #000000;"> που τον καρτέραε κάθε βράδυ.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα ποιος πιστεύει ένα παιδί σαν λέει:</span><br /><span style="color: #000000;"> Θα ‘ρθει το φίδι και μαζί θα κοιμηθούμε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ώσπου μια μέρα η μάνα βλέπει</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν ήταν ξαπλωμένο το παιδί στην κούνια</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα φίδι ν΄ ανεβαίνει</span><br /><span style="color: #000000;"> και το παιδί με μια κραυγή χαράς</span><br /><span style="color: #000000;"> ν΄ απλώνει τα χεράκια του,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα δυο να σμίγουν σαν αδέρφια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τρόμαξε η μάνα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλο το σπίτι τρόμαξε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Να καταλάβουν τι μπορούσαν</span><br /><span style="color: #000000;"> απ΄ το παιχνίδι τούτο της ζωής;</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλοι μαζί , πήραν το παιδί και φύγαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι μονάχο του ένα φίδι</span><br /><span style="color: #000000;"> γυρίζει τα χαλάσματα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κοιμήθηκε χειμώνες,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξύπνησε καλοκαίρια,</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλαξε ντύματα πολλά και πάντα</span><br /><span style="color: #000000;"> θυμάται ένα παιδί, μια κούνια</span><br /><span style="color: #000000;"> και τη ζωή που ήταν άλλοτε</span><br /><span style="color: #000000;"> φίδι και παιδί αγκαλιασμένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και το παιδί, άντρας πια,</span><br /><span style="color: #000000;"> άκουσε κάποτε σαν ένα παραμύθι</span><br /><span style="color: #000000;"> την παλιά ιστορία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τώρα, σαν επιστρέφει κάποτε να δει</span><br /><span style="color: #000000;"> το σπίτι, που ήταν άλλοτε το σπίτι του,</span><br /><span style="color: #000000;"> βλέπει το φίδι και τρομάζει.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h4>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΘΕ ΙΟΥΛΙΟ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ (2019)</span></strong></h4>
<p>Απόσπασμα</p>
<p><span style="color: #000000;">…/…</span><br /><span style="color: #000000;">«Ξύπνα, ήρταν οι Τούρτζοι. Φωνάζουν σας να πάτε στον στρατόν».</span><br /><span style="color: #000000;">Ήταν η μάνα μου. Στεκόταν πάνω από το κρεβάτι και μου μιλούσε με τρεμάμενη φωνή.</span><br /><span style="color: #000000;">Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω ποιοι μας φώναζαν. Από τα μεγάφωνα που ήταν στερεωμένα πάνω στα αυτοκίνητα των πραξικοπηματιών και αναμετέδιδαν το πρόγραμμα του ραδιοφώνου, ακούγονταν εμβατήρια, τα οποία διακόπτονται για να μεταδοθεί το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν, πως η Τουρκία, απροειδοποίητα και άνανδρα είχε επιτεθεί στην Κύπρο και πως «αι ημέτεραι δυνάμεις» αντιμετώπιζαν με επιτυχία την όλη κατάσταση. Οι έφεδροι καλούνταν να παρουσιαστούν αμέσως για κατάταξη στις μονάδες τους στην Εθνική Φρουρά.</span><br /><span style="color: #000000;">Σηκώθηκα και ντύθηκα βιαστικά. Το χωριό βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση. Σε τακτά διαστήματα το ραδιόφωνο έκλεινε και ακούγονταν οι διαταγές των δικών μας οπλοφόρων, που απευθύνονταν προς όλους τους έφεδρους του χωριού και τους καλούσαν να παρουσιαστούν αμέσως στην κεντρική </span><span style="color: #000000;">πλατεία για να μεταφερθούν στον χώρο κατάταξής τους.</span><br /><span style="color: #000000;">Η μητέρα μου έβαλε μέσα σε μια τσάντα ψωμί, ελιές, χαλούμι κι ένα πλαστικό παγούρι με νερό. Ο πατέρας μου φώναζε ανάστατος και καταριόταν τους υπαίτιους του κακού που βρήκε τον τόπο, ενώ η μικρή μου αδελφή, που ήταν η μόνη που ζούσε μαζί μας, έκλαιγε για μένα, για τον άλλο μας αδελφό και για τον αρραβωνιαστικό της, που υπηρετούσαν τη θητεία τους στον στρατό.</span><br /><span style="color: #000000;">Βγαίνοντας στον δρόμο, είδα διάφορους χωριανούς να τρέχουν προς την κεντρική πλατεία και από πίσω να τους ακολουθούν οι δικοί τους με κλάματα και κατάρες. Κρατώντας την τσάντα με το ψωμί και το νερό που μου ετοίμασε η μητέρα μου κατευθύνθηκα προς την πλατεία. Από πίσω με ακολουθούσαν ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή μου για να με αποχαιρετήσουν.</span><br /><span style="color: #000000;">Στην πλατεία του χωριού βρίσκονταν ήδη πέντε φορτηγά αυτοκίνητα, επιστρατευμένα για τη μεταφορά των εφέδρων στον χώρο κατάταξής τους. Γύρω τους έστεκαν αυστηροί και αγέλαστοι, με ύφος αρχηγικό, οι ίδιοι οπλοφόροι της ΕΟΚΑ Β, αυτοί που γύριζαν τις προηγούμενες μέρες και φοβέριζαν το χωριό. Φώναζαν στους εφέδρους που έρχονταν να ανεβούν</span><br /><span style="color: #000000;">γρήγορα στα φορτηγά. Γύρω στην πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος πολύς που είχε έρθει ν’ αποχαιρετήσει δικούς και ξένους. Ακούγονταν φωνές, κλάματα, αποχαιρετισμοί, νουθεσίες, ευχές, κατάρες. Οι έφεδροι αποχαιρετούσαν τον κόσμο και ανέβαιναν στα φορτηγά. Αποχαιρέτησα κι εγώ τους δικούς μου και κάποιους συγγενείς που ήταν μαζεμένοι στην πλατεία και προχώρησα προς τα φορτηγά. Σε λίγο είχαν όλα γεμίσει με έφεδρους, όμως παρέμεναν ακίνητα, αναμένοντας ίσως κάποια διαταγή. Πέρασε περισσότερο από μια ώρα και τα φορτηγά παρέμεναν εκεί, με τους άντρες στριμωγμένους στις κάσες τους, ενώ ο κόσμος που είχε μαζευτεί για να μας αποχαιρετήσει, αυξανόταν διαρκώς. Τελικά δόθηκε η διαταγή και ξεκινήσαμε. Ο κόσμος μάς αποχαιρετούσε κουνώντας τα χέρια του, μας αποχαιρετούσαν και οι οπλοφόροι, οι οποίοι παρέμειναν στο χωριό για επιβάλουν την τάξη.</span><br /><span style="color: #000000;">Αποφεύγοντας τα τουρκοκυπριακά χωριά της περιοχής, κατευθυνθήκαμε βόρεια, προς τη μεριά του Πενταδαχτύλου, περάσαμε μέσα από κάτι στενούς χωματόδρομους και βγήκαμε στον νέο αυτοκινητόδρομο που συνέδεε τη Λευκωσία με την Αμμόχωστο. Στρίψαμε δεξιά και πήραμε τον δρόμο προς</span><br /><span style="color: #000000;">την Αμμόχωστο. Ταξιδεύαμε διασχίζοντας τη γυμνή από δέντρα και κατακίτρινη από την ξηρασία του καλοκαιριού πεδιάδα της Μεσαορίας. Οι κάσες των φορτηγών ήταν ακάλυπτες και στην καθεμιά βρίσκονταν στριμωγμένοι, όρθιοι, καμιά πενηνταριά άντρες. Ο ήλιος είχε ήδη ανεβεί αρκετά ψηλό στον ουρανό και μας έψηνε σιγά σιγά. Από τη μεριά του Πενταδακτύλου και της Κερύνειας, δέκα-δεκαπέντε χιλιόμετρα στα</span><br /><span style="color: #000000;">αριστερό μας, ακούγονταν ήχοι πυροβόλων και εκρήξεις όλμων και βομβών, που πύκνωναν ολοένα. Στον ουρανό πετούσαν σμήνη πολεμικών αεροπλάνων, τα οποία έκαναν κύκλους πάνω από την περιοχή. Κάποτε χαμήλωναν κι έριχναν βόμβες και πολυβολισμούς. Σε μια περιοχή κοντά στον Πενταδάκτυλο έριχναν αλεξιπτωτιστές.</span><br /><span style="color: #000000;">Ήταν φανερό πως ο πόλεμος μαινόταν στην περιοχή της Κερύνειας, ενώ εμείς, άοπλοι κι απροετοίμαστοι, κατευθυνόμασταν προς κάποιο άγνωστό μας μέρος, για να καταταγούμε στον στρατό και να πάρουμε όπλα. Με αγωνία κοιτάζαμε στον ουρανό, περιμένοντας να δούμε τα ελληνικά αεροπλάνα να έρχονται και να διώχνουν τα τουρκικά. Όμως αυτά αργούσαν και η αίσθηση της απελπισίας και της εγκατάλειψης μεγάλωνε μέσα μας.</span><br /><span style="color: #000000;">Σε κάποια στιγμή μάς εντόπισαν τα τουρκικά αεροπλάνα κι ένας σχηματισμός με έξι από αυτά πέταξαν χαμηλά από πάνω μας κι έφυγαν προς τη μεριά του Πενταδακτύλου. Σε λίγο επέστρεψαν. Πετούσαν χαμηλά, σε σχηματισμούς ανά δύο. Ξαφνικά μπήκαν σε φάλαγγα, το ένα πίσω από το άλλο, περνούσαν από πάνω από τα φορτηγά, έκαναν στροφή αριστερά κι έφευγαν αφήνοντας πίσω τους έναν τρομαχτικό ήχο.</span><br /><span style="color: #000000;">Ξαφνικά, το τελευταίο από αυτά χαμήλωσε περισσότερο κι έριξε με το πολυβόλο του μια ριπή πάνω στα αυτοκίνητα. Στα λίγα δευτερόλεπτα που διήρκεσε αυτό, οι έφεδροι που βρισκόμασταν στο τελευταίο φορτηγό ακούσαμε σφαίρες να χτυπούν πάνω στην άσφαλτο και να την κόβουν κομμάτια και είδαμε να θερίζουν τους χαμηλούς θάμνους που βρίσκονταν μέσα στα χωράφια. Κάποιες από τις σφαίρες χτύπησαν ένα από τα φορτηγά. Ο θόρυβος των αεροπλάνων και ο κρότος που έκαναν οι σφαίρες χτυπώντας πάνω στο μέταλλο του αυτοκινήτου, έφεραν ταραχή και αναστάτωση σε όλους. Ήμασταν εντελώς απροστάτευτοι.</span><br /><span style="color: #000000;">Τα φορτηγά έκαναν κάποιους ελιγμούς και σταμάτησαν στην άκρη του δρόμου. Πηδήξαμε έξω από αυτά και αναζητήσαμε καταφύγιο μέσα στα χαντάκια που βρίσκονταν δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Φοβόμασταν μήπως τα αεροπλάνα επιστρέφουν, αφού πια είχαμε γίνει στόχος. Σε λίγο είδαμε τους επιβάτες του πρώτου φορτηγού να κατευθύνονται μέσα από τα χωράφια σ’ ένα χωριό που βρισκόταν στα δεξιά, ένα ή δυο χιλιόμετρο πιο μέσα από τον αυτοκινητόδρομο. Κάποιος φώναξε πως ήταν διαταγή να πάμε όλοι προς τα εκεί.</span><br /><span style="color: #000000;">Περνώντας δίπλα από το φορτηγό που προπορευόταν του δικού μας, είδα κάποιον να προσπαθεί να κατεβεί από την κάσα του αυτοκινήτου. Τον πλησίασα. Πριν προλάβω να τον ρωτήσω τι του συνέβαινε, είδα το πουκάμισό του μπροστά ματωμένο. Ήταν τρομαγμένος και πονούσε. Ένας άλλος έφεδρος πλησίασε. Τον κατεβάσαμε όσο πιο προσεκτικά μπορούσαμε και τον ξαπλώσαμε πάνω στην άσφαλτο. Είχε τις αισθήσεις του και βογκούσε από τον πόνο και την ταραχή του. Αιμορραγούσε, όμως δεν ξέραμε από ποιο μέρος του σώματός του και δεν είχαμε ούτε επίδεσμο ούτε άλλον τρόπο να τον βοηθήσουμε. Έπρεπε να πάει αμέσως σε νοσοκομείο αλλά πώς;</span><br /><span style="color: #000000;">Στεκόμασταν και κοιτάζαμε αμήχανοι τον δρόμο. Ο πληγωμένος είχε αρχίσει να χάνει σιγά σιγά τις αισθήσεις του. Του μιλούσαμε, προσπαθούσαμε να του δώσουμε κουράγιο, αλλά ήμασταν και οι ίδιοι σε απόγνωση.</span><br /><span style="color: #000000;">…/…</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ (2017)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">       Ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην εντός των τειχών πόλη, στον πρώτο όροφο μιας παλιάς παραμελημένης πολυκατοικίας, χωρίς ανελκυστήρα και με μακριούς ανοιχτούς στην εξωτερική τους πλευρά διαδρόμους, στους οποίους άνοιγαν οι εξώπορτες των τεσσάρων διαμερισμάτων τού κάθε ορόφου, καθώς και τα παράθυρα των κουζινών τους. Αυτό της επέτρεπε να παρακολουθεί την κίνηση των ενοικιαστών των διαμερισμάτων τού δικού της ορόφου. Πότε έφευγαν, πότε έρχονταν, πότε μαγείρευαν στις κουζίνες τους, πότε έσβηναν το φως για να κοιμηθούν. Ζούσε μόνη και οι λίγες επισκέψεις που δεχόταν ήταν από τον γιο της, που ήταν γιατρός, οικογενειάρχης και πολυάσχολος.</span><br /><span style="color: #000000;">       Ήταν μια γυναίκα περασμένης ηλικίας, όπως και οι περισσότεροι ένοικοι του κτιρίου, μοναχική, όπως και όλοι οι άλλοι, οι οποίοι, ακόμη κι αν ήταν μικρότερης ηλικίας από εκείνη, της φαίνονταν γέροι. Δεν είχε καμιά επιθυμία και κανένα ενδιαφέρον να συναναστρέφεται μαζί τους. Στον ίδιο όροφο μ’ αυτήν ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα, έτσι την έβλεπε, κι ας ήταν νεότερη ή τουλάχιστον συνομήλικη της, καθώς κι ένα ζευγάρι λίγο πιο πάνω από τη μέση ηλικία, με τους οποίους δεν είχε καθόλου πάρε δώσε και δεν αντάλλαζε πολλά λόγια, πέρα από έναν χαιρετισμό όταν τύχαινε να συναντηθούν στον διάδρομο. Εξάλλου, τι θα είχε να πει μαζί τους; Ήταν όλοι τους άνθρωποι απλοϊκοί, ανήκαν σε άλλη τάξη, πιο λαϊκή, πέρασαν τη ζωή τους εργαζόμενοι σε οικοδομές, σε χειροτεχνίες και σ&#8217; εστιατόρια. Ενώ αυτή, σύζυγος γιατρού, που πέθανε κάπως νωρίς και την άφησε χήρα, μ&#8217; έναν γιο επίσης γιατρό κι έναν άλλο οικονομολόγο, που ζούσε στο εξωτερικό, έζησε διαφορετικά, είδε άλλα πράγματα στη ζωή της, ταξίδεψε σε άλλες χώρες, επισκέφτηκε μεγάλα μουσεία, παραβρέθηκε σε πλούσιες κοσμικές δεξιώσεις, παρακολούθησε μουσικές συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις σε μεγάλα λαμπερά θέατρα, συνάντησε ενδιαφέροντες ανθρώπους.</span><br /><span style="color: #000000;">       Παρόμοιοι με τους διπλανούς της ήταν και οι ένοικοι των άλλων δύο ορόφων της πολυκατοικίας, οι οποίοι ζούσαν χρόνια εκεί, στα ίδια διαμερίσματα. Μόνη εξαίρεση αποτελούσε ένα διαμέρισμα στον ίδιο όροφο με τον δικό της, όπου οι ένοικοι εναλλάσσονταν κάθε λίγο. Το παρακολουθούσε με ενδιαφέρον και εξέταζε με προσοχή κάθε καινούργιο πρόσωπο που ερχόταν. Ήταν συνήθως άντρες μέσης ηλικίας, άτομα μοναχικά, χωρίς οικογένεια, τεχνίτες που εργάζονταν σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, είτε υπάλληλοι σε κάποια υπηρεσία, όλοι τους κατά κανόνα σοβαροί και λιγομίλητοι. Δεν έβλεπε κανένα ενδιαφέρον πρόσωπο, με το οποίο να ήθελε να αναπτύξει κάποια σχέση. Έτσι η ζωή της στην πολυκατοικία κυλούσε μοναχική και πληκτική, περιμένοντας πότε θα ερχόταν ο γιος της να την επισκεφτεί ή να την πάρει στο σπίτι του για φαγητό κάποια Κυριακή ή γιορτή το μεσημέρι, κι αυτό όχι και πολύ συχνά.</span><br /><span style="color: #000000;">       Μια μέρα μετακόμισε στο τέταρτο εκείνο διαμέρισμα του ορόφου της, το οποίο είχε αδειάσει τελευταία, ένας νέος άντρας. Τον κοίταξε καθώς περνούσε μπροστά από την πόρτα της και τον χαιρέτησε ευγενικά. Εκείνος ανταπέδωσε, μ&#8217; ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη. Τον κοίταξε ξανά, της φάνηκε διαφορετικός από τους άλλους. Από τη μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματος της τον παρακολουθούσε να μεταφέρει τα πράγματά του στο διαμέρισμα: ράφια για βιβλία, βαριά χάρτινα κιβώτια διαφόρων μεγεθών, τα οποία, ήταν σίγουρη, περιείχαν τα βιβλία του, τελάρα ντυμένα με κανναβάτσο</span><br /><span style="color: #000000;"> για ζωγραφική, ένας τρίποδας, ένα κιβώτιο μεταλλικό, που θα πρέπει να είχε μέσα μπογιές, πινέλα και άλλα πράγματα σχετικά με τη ζωγραφική. Έτσι φανταζόταν το περιεχόμενο του κιβωτίου. Όλα αυτά της κίνησαν την περιέργεια και βάλθηκε να παρακολουθεί, πότε από τη μισάνοιχτη εξώπορτα </span><span style="color: #000000;">του διαμερίσματος της, πότε από το παράθυρο της κουζίνας της, το οποίο έβλεπε στον διάδρομο, όλη την κίνηση. Παρακολουθούσε το διαμέρισμα ακόμη και το βράδυ και πρόσεξε πως το φως, όπως μπορούσε να διακρίνει από το γυάλινο παράθυρο της κουζίνας, ήταν αναμμένο ως αργά. Θα δουλεύει, σκεφτόταν, ζωγραφίζει ή διαβάζει, μπορεί και να γράφει κιόλας. Ίσως να είναι ένας συγγραφέας ή ένας ποιητής. Και ζωγράφος, βέβαια&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">       Όλη τη νύχτα η φαντασία της ήταν σε έξαρση και δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου. Το πρωί παραφύλαγε, καθισμένη μπροστά από την ανοιχτή της πόρτα, περιμένοντάς τον να βγει. Εκείνος βγήκε. Φορούσε ρούχα οικοδόμου, μάλλον ελαιοχρωματιστή, κρίνοντας από τις μπογιές στο παντελόνι του. Πώς ήταν δυνατό να είναι ελαιοχρωματιστής και να κουβαλήσει όλα εκείνα τα βιβλία, τις μπογιές και τα τελάρα με το κανναβάτσο; Ή μήπως οι μπογιές στα ρούχα του ήταν από αυτές της ζωγραφικής; Ναι, συμβαίνει κι αυτό, αφού δουλεύει με χρώματα.</span><br /><span style="color: #000000;">       Τον παρατηρούσε με προσοχή. Ήταν νέος πολύ, θα μπορούσε να ήταν και γιος της, σκέφτηκε, μα έδιωξε γρήγορα τη σκέψη. Τι σημασία είχε αυτό; Της φάνηκε συμπαθητικός, ίσως και ωραίος, και σίγουρα με κάποια καλλιέργεια.</span><br /><span style="color: #000000;">       Εκείνος πέρασε από μπροστά της και τη χαιρέτησε ευγενικά, της χαμογέλασε κιόλας. Ξαφνικά κάτι σκίρτησε μέσα της. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Καθόταν όλη μέρα και τον περίμενε να επιστρέψει, να τον χαιρετήσει, να του ανταποδώσει το χαμόγελο&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">       Οι μέρες περνούσαν. Τον περίμενε και το πρωί και το βράδυ και τα Σάββατα και τις Κυριακές&#8230; Ντυνόταν με ιδιαίτερη φροντίδα, χτένιζε τα μαλλιά της, περιποιόταν τα νύχια της, έβαφε τα μάγουλά της, και τον περίμενε. Για ένα καλησπέρα ; το βράδυ, για μια καλή μέρα το πρωί. Έτσι, κάθε μέρα&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">       Τον βλέπει και η καρδιά της ταράζεται. Τον χαιρετά, του χαμογελά, αυτός ανταποδίδει&#8230; Θέλει να τον καλέσει για καφέ, ή να του μαγειρέψει κάτι. Να τον ρωτήσει, να μάθει γι&#8217; αυτόν. Φαίνεται τόσο μόνος. Το σκέφτεται και ντρέπεται για τις σκέψεις της και την επιμονή της. Τι μπορεί να ζητά από αυτόν; Είναι τόσο νέος. Κοκκινίζει όλο της το πρόσωπο καθώς κοιτάζεται στον καθρέφτη, για πολλοστή φορά, φτιάχνοντας τα μαλλιά της. Μέσα της ξυπνούν τόσα πολλά!&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">       Ξέρει. Όλα τα ξέρει&#8230; Αλλά πόσο θα ήθελε να γίνει, έστω για μια στιγμή, και μάνα και γυναίκα κι ερωμένη του!&#8230;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">       Καλύτερα να μην έρθει μαζί μας η γυναίκα σας, είναι νέα, είναι και έγκυος, δεν ξέρεις τι συναισθήματα μπορεί να προκαλέσει στις φυλακισμένες» είπε ο Σταύρος. Εργαζόταν στο υπουργείο Πολιτισμού και ήταν υπεύθυνος του προγράμματος «Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο», που λειτουργούσε τότε και κάλυπτε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Αν και είχα δεχτεί την πρόσκληση με κάποιες επιφυλάξεις και αυτό που επικράτησε τελικά στην αποδοχή της ήταν το στοιχείο της πρόκλησης που εμπεριείχε, η τοποθέτηση αυτή έδινε μια άλλη διάσταση στο όλο εγχείρημα. Το κατάλαβε και η γυναίκα μου, χωρίς άλλες εξηγήσεις. Θα έμενε στο ξενοδοχείο μέχρι να γυρίσω.</span><br /><span style="color: #000000;">       Το φθινόπωρο μόλις είχε ξεκινήσει και οι μέρες ήταν ακόμη μεγάλες και ζεστές. Μαζί με τον Σταύρο, ο οποίος ήταν και ο οδηγός του αυτοκινήτου, και την Άννα, μια συνεργάτιδά του κοινωνιολόγο, ξεκινήσαμε λίγο μετά το μεσημέρι από το ξενοδοχείο που μέναμε στο κέντρο της Αθήνας. Διασχίσαμε την πόλη και κατευθυνθήκαμε προς τις φυλακές. Αφήσαμε το αυτοκίνητο σ’ έναν χώρο στάθμευσης έξω από τη γυναικεία πτέρυγα και προχωρήσαμε προς μια βαριά σιδερένια πόρτα, η οποία άνοιξε αμέσως και έκλεισε πίσω μας μόλις μπήκαμε μέσα. Μας υποδέχτηκαν δυο γυναίκες αξιωματικοί, οι οποίες φάνηκε πως γνωρίζονταν με τους συνοδούς μου. Προχωρήσαμε μέσα από έναν διάδρομο με πολλές κλειστές πόρτες στη δεξιά του πλευρά και μεγάλα παράθυρα, που έβλεπαν σε μια ανοιχτή αυλή, στην άλλη, προς την αίθουσα ψυχαγωγίας, όπως λεγόταν. Εκεί βρίσκονταν κιόλας μαζεμένες αρκετές γυναίκες, ενώ άλλες έρχονταν κι έπαιρναν θέση στα χαμηλά και χωρίς πλάτη καθίσματα που ήταν τοποθετημένα ακανόνιστα μέσα στην αίθουσα. Τελικά μαζεύτηκαν καμιά σαρανταριά, μπορεί και περισσότερες. Αυτές θα ήταν το ακροατήριό μου κι εγώ θα τους μιλούσα για ποίηση.</span><br /><span style="color: #000000;">       Μαζί με τον Σταύρο και την Άννα πήραμε τη θέση μας μπροστά από ένα τετράγωνο τραπέζι, γύρω από το οποίο υπήρχαν τρεις κανονικές ξύλινες καρέκλες. Στην πλευρά της αίθουσας που βρισκόταν στα αριστερά μας υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην ίδια εσωτερική αυλή, η οποία φαινόταν από τον διάδρομο. Από εκείνο το παράθυρο έμπαινε το φως που φώτιζε την αίθουσα. Στην αυλή κυκλοφορούσαν μερικές γυναίκες, αυτές που δεν θέλησαν να έρθουν στη συνάντηση, αφού η συμμετοχή ήταν εθελοντική.</span><br /><span style="color: #000000;">       Πριν αρχίσω την ομιλία μου, για την οποία είχα αποφασίσει να μην χρησιμοποιήσω γραπτό κείμενο, κοίταξα ξανά το ακροατήριο: ήταν όλες γυναίκες, διαφορετικής ηλικίας και εμφάνισης, κάποιες ήταν επιδεικτικά ατημέλητες και απεριποίητες και κάποιες άλλες ήταν εντελώς το αντίθετο, βαμμένες και περιποιημένες, με φροντισμένη ενδυμασία. Ανάμεσά τους ήταν και κάποιες πολύ όμορφες, πράγμα που ένας άντρας δεν μπορούσε να αφήσει να περάσει απαρατήρητο. Υπήρχαν και μερικές που εμφανίστηκαν, σε διαφορετικό βαθμό η καθεμία, με υπερβολικά ανοιχτά ντεκολτέ είτε υπερβολικά κοντές φούστες και κάθισαν με τρόπο ώστε να προκαλέσουν και να τραβήξουν τα βλέμματά μας. Τουλάχιστον εμάς, των δύο ανδρών, που βρισκόμασταν στην αίθουσα. Όπως με είχαν ενημερώσει οι συνοδοί μου καθώς κατευθυνόμασταν προς τις φυλακές, οι πιο πολλές γυναίκες βρίσκονταν εκεί για ναρκωτικά, κάποιες για ερωτικές ιστορίες και εγκλήματα πάθους, ακόμη και για φόνους. Η όλη σκηνή είχε κάτι το θεατρικό κι εμείς παίζαμε έναν ρόλο. Ταυτόχρονα όμως ήμασταν και θεατές, που παρακολουθούσαν τον παρδαλό και εν μέρει απρόβλεπτο αυτό θίασο.</span><br /><span style="color: #000000;">       0 Σταύρος με παρουσίασε στο ακροατήριο, με λίγα βιογραφικά σε συντομία και χωρίς υπερβολές, όπως είχαμε συνεννοηθεί, και μπήκα κατευθείαν στο θέμα. Μιλούσα έχοντας μπροστά μου πάνω στο τραπέζι κάποιες σημειώσεις και μερικά φύλλα με ποιήματα, τα οποία ήθελα να διαβάσω:</span><br /><span style="color: #000000;">       «Η ποίηση προσεγγίζει, μελετά και γνωρίζει τον κόσμο μ’ έναν δικό της τρόπο. Τον προσεγγίζει μέσα από λέξεις και εικόνες συγκινησιακά φορτισμένες, που συχνά κρύβουν μέσα τους τα στοιχεία του ξαφνικού και του παράδοξου, ή που αποκαλύπτουν πολλές φορές διάφορα επάλληλα στρώματα νοημάτων. Είναι τα νοήματα που ταυτίστηκαν και ενσωματώθηκαν μέσα στις λέξεις στους αιώνες της χρήσης τους από ανθρώπους διαφορετικών ιστορικών περιόδων και κοινωνικών πραγματικοτήτων&#8230;. Η ποίηση είναι μια άλλη ματιά στον κόσμο. Μέσα από το ξαφνικό και το παράδοξο ανοίγει κάποιες διόδους για να γνωρίσουμε άλλες πλευρές της ζωής μας&#8230; Να, στο ποίημα που θα σας διαβάσω τώρα, ο ρώσος ποιητής Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι μπαίνει σ’ έναν διάλογο με τον ήλιο. Τον προσκαλεί και τον προκαλεί συνάμα να κατέβει στο δωμάτιό του να μιλήσουν, και ο ήλιος δέχεται την πρόκληση και κατεβαίνει&#8230;»</span><br /><span style="color: #000000;">       Στο σημείο αυτό διάβασα κάποιους στίχους από το ποίημα. Μερικές γυναίκες παρακολουθούσαν με προσοχή, άλλες άκουγαν σιωπηλά. Εξαίρεση αποτελούσε μια νέα, ψηλή και λεπτή γυναίκα με ωραίο πρόσωπο, που καθόταν μόνη, βυθισμένη στον εαυτό της, και δάκρυζε. Την κοίταζα και σκεφτόμουν πως δεν ήταν δυνατό να τη συγκίνησε τόσο πολύ ο Μαγιακόφσκι. Μάλλον κάτι άλλο θα την απασχολούσε, και το όλο κλίμα που είχε διαμορφωθεί την έκανε να το νιώθει πιο έντονα.</span><br /><span style="color: #000000;">       Ενώ μιλούσα, ένιωθα τα βλέμματα των ακροατριών μου να με εξερευνούν επίμονα. Δεν κοίταζαν έναν ομιλητή, αλλά έναν άντρα. Σίγουρα είχε δίκιο ο Σταύρος όταν μου είπε πως καλύτερα να μην μας συνόδευε η γυναίκα μου, στην κατάσταση της προχωρημένης εγκυμοσύνης που βρισκόταν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τόσο ο ίδιος όσο και η Άννα συνόδευαν ομιλητές στις γυναικείες φυλακές. Ήταν ωστόσο η πρώτη φορά που το θέμα της ομιλίας αφορούσε τη λογοτεχνία, και ήταν περίεργοι να δουν τις αντιδράσεις των φυλακισμένων γυναικών. Μερικές έσκυβαν μπροστά, έτσι που τα στήθη τους να προβάλλονται μέσα από το βαθύ ντεκολτέ τους, άλλες μετακινούνταν ή άλλαζαν τη στάση που κάθονταν, αποκαλύπτοντας όσο περισσότερο μπορούσαν τα γυμνά τους πόδια. Σκεφτόμουν πως η στάση και η συμπεριφορά τους πρόδιδε τις σκέψεις, ίσως και τις φαντασιώσεις που έτρεφαν μέσα τους.</span><br /><span style="color: #000000;">       Κάποια στιγμή, μία από τις όμορφες νεαρές γυναίκες ζήτησε τον λόγο:</span><br /><span style="color: #000000;">       «Μήπως ο ποιητής έπαιρνε κάποιο ναρκωτικό, κάτι σαν LSD;» ρώτησε.</span><br /><span style="color: #000000;">       Ομολόγησα πως δεν γνώριζα αν ο ποιητής έπαιρνε ναρκωτικά και αν την εποχή εκείνη, αρχές του 20ού αιώνα, υπήρχε τέτοιο ναρκωτικό. Μια άλλη γυναίκα, κάπως μεγαλύτερης ηλικίας, που φαινόταν να διαθέτει κάποια μόρφωση, είπε πως την εποχή εκείνη δεν υπήρχε αυτό το ναρκωτικό. Τότε η πρώτη παρατήρησε πως ναι, πιθανόν να μην υπήρχε, αλλά ο ποιητής θα πρέπει να είχε βρει κάποια δική του φόρμουλα, που έδινε το ίδιο αποτέλεσμα, αφού και αυτή, ύστερα από κάποια δόση LSD, είχε αναφέρει και κάποιους αριθμούς, δοκίμασε ακριβώς την ίδια εμπειρία που περιγράφεται στο ποίημα. Την είχε επισκεφτεί ο ήλιος, με τη μορφή ολόλαμπρου νέου, στο δωμάτιό της.</span><br /><span style="color: #000000;">       Στη συνέχεια κάποιες άλλες γυναίκες πήραν τον λόγο και άρχισαν να περιγράφουν τις δικές τους εμπειρίες από τις συναντήσεις τους με τον ήλιο. Όλα αυτά έκαναν τη δική μου δουλειά ως ομιλητή πολύ πιο εύκολη, αλλά και ενδιαφέρουσα. Αντί να διδάξω, διδασκόμουν ο ίδιος&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">       Η Άννα, ως κοινωνιολόγος, παρακολουθούσε με επαγγελματικό ενδιαφέρον τη συζήτηση και σημείωνε κάτι στο ημερολόγιο που κρατούσε.</span><br /><span style="color: #000000;"> &#8211; Ξαφνικά η αίθουσα γέμισε φως. Στο πλατύ ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε στην εσωτερική αυλή των φυλακών εμφανίστηκε ο ήλιος, ο οποίος έμπαινε ολόλαμπρος και στη δική μας αίθουσα.</span><br /><span style="color: #000000;">       «Να και ο ήλιος» είπα, «μπήκε και στο δικό μας δωμάτιο».</span><br /><span style="color: #000000;">       Κάποιες χαμογέλασαν, άλλες κοίταζαν σιωπηλές, και η κουβέντα μας συνεχίστηκε με την ανάγνωση και τον σχολιασμό άλλων ποιημάτων. Η συνάντησή μας κράτησε δύο σχεδόν ώρες, λίγο περισσότερο απ&#8217; όσο προβλεπόταν, και μάλλον πήγε καλά. Ήταν όλες οι γυναίκες εκεί, εκτός από τη νέα εκείνη που δάκρυζε και η οποία, σε κάποιο στάδιο της ομιλίας, σηκώθηκε και σχεδόν κλαίγοντας βγήκε από τη αίθουσα. Την είδα, αλλά δεν έδωσα σημασία. Εξάλλου, τι μπορούσα να κάνω; Όλες ήταν ελεύθερες να μείνουν ή να φύγουν.</span><br /><span style="color: #000000;">       Κι όμως, εκείνη η νέα και όμορφη γυναίκα με τα δακρυσμένα μάτια ήταν που ακύρωσε, με ό,τι ακολούθησε, κάθε αίσθηση επιτυχίας αυτής της προσπάθειας. Γιατί, φεύγοντας, δίπλα ακριβώς από τη βαριά σιδερένια πόρτα απ&#8217; όπου είχαμε μπει, καθόταν πάνω σε μια ξύλινη καρέκλα, φρουρούμενη από δύο γυναίκες δεσμοφύλακες, η ίδια εκείνη γυναίκα. Είχε τα δυο της χέρια τυλιγμένα με χοντρές γάζες γύρω από τους καρπούς. Το αίμα είχε βάψει τις γάζες και το ελαφρύ της φόρεμα.</span><br /><span style="color: #000000;">       «Έκοψε τις φλέβες της πριν από λίγο» είπε μία από τις γυναίκες δεσμοφύλακες.</span><br /><span style="color: #000000;">       «Απόπειρα αυτοκτονίας» πρόσθεσε ή άλλη, «ευτυχώς την προλάβαμε, περιμένουμε το νοσοκομειακό να την πάρει».</span><br /><span style="color: #000000;">       Βγήκαμε από τη σιδερένια πόρτα, που έκλεισε πίσω μας με μεταλλικό θόρυβο.</span><br /><span style="color: #000000;">       Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τους ψηλούς τοίχους τηςφυλακής.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ</strong></h4>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΑΒΙΔ Ο ΣΑΣΟΥΝΙΟΣ</strong><br /><strong>ΤΟ ΑΡΜΕΝΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΕΠΟΣ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>Εισαγωγή-Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης</strong></h5>
<h5><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΗ</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>«Δαβίδ ο Σασούνιος» είναι ο τίτλος του λαϊκού ηρωικού έπους της Αρμενίας. Για το έπος αυτό χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς και άλλες ονομασίες, όπως: «Οι ατρόμητοι του Σασούν» είτε οι «Τρελοί του Σασούν». Τελικά επικράτησε ο τίτλος «Σασουντσί Νταβίντ», τον οποίον επέλεξα να αποδώσω στα ελληνικά ως «Δαβίδ ο Σασούνιος». Επικράτησε ο τίτλος αυτός ίσως γιατί ο Δαβίδ είναι ο πιο λαϊκός, ο πιο τρελός και ο πιο δημοφιλής ήρωας του έργου.<br />Το ογκώδες αυτό αφηγηματικό έργο αποτελείται από τέσσερις θεματικούς κύκλους, που μιλούν για τη ζωή τεσσάρων γενεών ηρώων, τη γέννηση, την ενηλικίωση, τους αγώνες τους ενάντια στους ξένους κατακτητές, τα ηρωικά και υπεράνθρωπα κατορθώματά τους, τους έρωτές τους, τον θάνατό τους.<br />Οι αγώνες αυτοί και οι εξεγέρσεις ενάντια στο αραβικό χαλιφάτο αποτέλεσαν το ιστορικό πλαίσιο του έργου. Πρόκειται για ένα μνημειώδες έργο, γνήσιο δημιούργημα της προφορικής λαϊκής παράδοσης. Αντανακλά, μέσα από τη ζωή των ηρώων του και μέσα από τους μύθους και τις ιστορίες που αφηγείται, τους αγώνες του λαού για επιβίωση, τις αντιλήψεις του για τη ζωή και τον θάνατο, για τον κόσμο γενικά.<br />Ως ένα προφορικό λαϊκό έργο, το οποίο χτιζόταν σταδιακά στη διάρκεια των αιώνων, διατηρεί μέσα του ένα προχριστιανικό μυθολογικό υπόστρωμα, πάνω στο οποίο επικάθονται τα χριστιανικά στοιχεία, έτσι όπως πάνω στα χαλάσματα προχριστιανικών ναών χτίστηκαν χριστιανικές εκκλησίες. Τα στοιχεία αυτά έχουν λειτουργικό ρόλο στο έργο· διαφοροποιούν τους χριστιανούς Αρμένιους από τους μουσουλμάνους Άραβες κατακτητές, αφού η Αρμενία είχε δεχτεί τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία από τις αρχές του τετάρτου αιώνα και τον όρισε ως συστατικό στοιχείο της αυτοεικόνας της.</p>
<p>Τον ιστορικό πυρήνα του έργου, σύμφωνα με διάφορους μελετητές, αποτέλεσε μια εξέγερση ενάντια στους Άραβες φοροσυλλέκτες το 851 στην περιοχή του Σασούν, μια ορεινή και αφιλόξενη περιοχή της Αρμενίας, που συμμετείχε ενεργά σε όλες τις εξεγέρσεις των Αρμενίων και κατακτήθηκε από τους Άραβες εισβολείς με δυσκολία, ύστερα από πολλούς και σκληρούς αγώνες. Η γεωγραφική θέση της περιοχής, αλλά και ο χαρακτήρας, η θέληση και η επιμονή των ανθρώπων που μεγάλωσαν σ’ ένα τόσο σκληρό φυσικό περιβάλλον έκαναν το Σασούν ένα σημαντικό οχυρό σε κάθε εξέγερση. Διαβάζουμε στο έπος:</p>
<p style="padding-left: 80px;">Νόμιζα πως το Σασούν είναι σαν κάμπος ανοιχτό,<br />Δεν ήξερα ότι είναι από άγριους βράχους κλειστό.<br />Εκεί γίγαντας είναι και το μικρό παιδί,<br />Εκεί το χόρτο ανοίγει στον άνθρωπο πληγή,<br />Εκεί το σπαθί κόβει σαν αστραπή.</p>
<p>Στον ιστορικό αυτόν πυρήνα προστέθηκαν ιστορίες και μύθοι από άλλες εξεγέρσεις, παλαιότερες και νεότερες από αυτή του 851. Σε μια επιδρομή το 640 οι Άραβες κατέλαβαν την τότε πρωτεύουσα της Αρμενίας, την πόλη Ντβιν. Ακολούθησαν, κατά τον έβδομο και τον όγδοο αιώνα, μια σειρά από εξεγέρσεις ενάντια στους ξένους κατακτητές. Οι εξεγέρσεις αυτές πνίγηκαν, κυριολεκτικά, στο αίμα, ήταν όμως γεμάτες από ηρωικά κατορθώματα και ανέδειξαν πραγματικούς ήρωες. Τα κατορθώματα αυτά τα πήρε ο λαός και τα έκανε διαχρονικούς μύθους και θρύλους. Μυθοποίησε και μεγέθυνε τους ήρωές τους και τους έκανε τραγούδια. Πρόκειται για αφηγηματικά πεζοτράγουδα, για την ακρίβεια, στα οποία διατηρούνται όλα τα στοιχεία της προφορικότητας: επαναλήψεις, διαλογικά μέρη, αναλυτικές περιγραφές γεγονότων και άλλα που κρατούν το ενδιαφέρον ζωντανό κατά την αφήγηση και εξάπτουν τη φαντασία, καλλιεργώντας ταυτόχρονα την εθνική περηφάνια και την πίστη στη θρησκεία του λαού.<br />Το έπος Δαβίδ ο Σασούνιος, σύμφωνα με τους μελετητές του, ολοκληρώθηκε, στην προφορική του μορφή, στα τέλη του ενάτου ή στις αρχές του δεκάτου αιώνα. Μέσα του, ωστόσο, ενσωματώθηκαν μύθοι και ήρωες που έρχονται από πολύ παλιά και η γέννησή τους βρίσκεται συχνά πέρα από τα εθνικά σύνορα, σε μια δια-εθνική σφαίρα και είναι κοινοί για πολλούς λαούς. Σ’ αυτό συναντιούνται περιπλανώμενα μυθικά μοτίβα και τυπολογικά όμοιοι ήρωες με αυτούς που υπάρχουν σε μυθολογίες και έπη άλλων λαών, όπως τους Ασσύριους και τους Αραβες. Στο έργο υπάρχουν, επίσης, στοιχεία από παλαιότερους αρμένικους μύθους. Ενσωματώνονται μοτίβα που η συγκριτική δομή τους και οι αντιλήψεις που εκφράζουν για τη δημιουργία του κόσμου, τα φυσικά φαινόμενα και άλλα δείχνουν ότι είναι πολύ πιο παλιά από τα ιστορικά γεγονότα για τα οποία μιλά το έργο.<br />Παράλληλα, στο έπος αντικαθρεφτίζεται η ιστορική πείρα του λαού, η εξέλιξη του τρόπου ζωής του, οι πνευματικές του αναζητήσεις, το πέρασμα από την ειδωλολατρία στον χριστιανισμό. Σε πολλά σημεία του έργου συνυπάρχουν τα ειδωλολατρικά με τα χριστιανικά στοιχεία, σε άλλα διεξάγεται αγώνας μεταξύ τους, για να επικρατήσει, τελικά, το χριστιανικό ως το νεότερο στοιχείο, αυτό που έρχεται να αντικαταστήσει το παλιό.<br />Το έπος Δαβίδ ο Σασούνιος έζησε για αιώνες στον προφορικό λόγο. Απαγγελλόταν από τους λαϊκούς ραψωδούς και μεταφερόταν από τον έναν τόπο στον άλλον και από τη μια γενιά στην άλλη. Έτσι δημιουργήθηκαν δεκάδες παραλλαγές ολόκληρου του έπους ή των διαφόρων μερών του.<br />Ως προφορικό έργο χαρακτηριζόταν από μια χαλαρή δομή, η οποία του επέτρεπε να ενσωματώνει, μαζί με τα παλιά, και νεότερα μοτίβα, νεότερα ιστορικά γεγονότα, καθώς και τις γλωσσικές και κοινωνικές ιδιομορφίες της κάθε περιοχής.<br />Το έργο πήρε την πρώτη γραπτή μορφή του δέκα αιώνες αργότερα, στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα. Το 1873 ο επίσκοπος και λαογράφος Γκαρεγκίν Σερβαντστιάν συνάντησε έναν αφηγητή με το όνομα Γκαρμπό, από το στόμα του οποίου κατέγραψε μια πρώτη παραλλαγή του έργου, την οποία δημοσίευσε το 1874 στην Κωνσταντινούπολη. Στα κατοπινά χρόνια άλλοι λαογράφοι κατέγραψαν δεκάδες παραλλαγές του έργου από το στόμα διαφόρων αφηγητών. Το 1939 γιόρτασαν στην Αρμενία τη χιλιετηρίδα του έπους. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε και το επιμελημένο κείμενο του έργου, το οποίο υπήρξε αποτέλεσμα επίμονης σπουδής και επεξεργασίας των διαφόρων παραλλαγών του από μια ομάδα μελετητών της Ακαδημίας Επιστημών της Αρμενίας, τους καθηγητές Γκεβόργκ Αμπόβ και Μανούκ Αμπεχιάν και τον Αράμ Γκαναλανιάν. Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας ήταν εντυπωσιακό και η δημοσίευση προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, μεγάλο ενδιαφέρον για το έργο. Ένας τεράστιος πλούτος, γλωσσικός, μυθολογικός, ιστορικός, εθνογραφικός, βρέθηκε μαζεμένος μέσα στο έργο αυτό προσφέροντας έτσι το υλικό και δημιουργώντας τη βάση για παραπέρα μελέτες και έρευνες σε διάφορους τομείς.<br />Το έπος αποτελείται από τέσσερα μέρη, τα οποία μιλούν για τη γέννηση, την ενηλικίωση, τους έρωτες, τους αγώνες ενάντια στο αραβικό χαλιφάτο και τα κατορθώματα τεσσάρων γενεών ηρώων, με έναν κεντρικό ήρωα στο κάθε μέρος. Παράλληλα δρουν στο έπος μια σειρά από ήρωες δεύτερης γραμμής, οι οποίοι, υπερβαίνοντας τα ηλικιακά όρια, δρασκελίζουν τα χρονικά σύνορα και περνούν από το ένα μέρος στο άλλο ενώνοντας τις αφηγηματικές γραμμές και τη δράση του έργου. Το πρώτο μέρος έχει ως κεντρικό ήρωα τον Σανασάρ, που μαζί με τον δίδυμο αδελφό του, τον Μπαγντασάρ, αποτελούν τους γενάρχες του Σασούν, το δεύτερο μέρος τον γιο του Σανασάρ, τον Μγκερ τον Πρεσβύτερο, το τρίτο τον γιο του Μγκερ, τον Δαβίδ και το τέταρτο τον γιο του Δαβίδ, τον Μγκερ τον Νεότερο. Οι τέσσερις αυτοί ήρωες είναι αυτοτελείς, αρχίζουν και τελειώνουν τη δράση τους στο πλαίσιο του δικού τους μέρους, τους συνδέει όμως το γένος, η συγγενική τους καταγωγή, ο γεωγραφικός χώρος μέσα στον οποίον δρουν, το μυθολογικό και ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Ο χρόνος, ωστόσο, που καλύπτει το έπος, είναι πολύ ευρύτερος από τη διάρκεια της ζωής των τεσσάρων γενεών των ηρώων. Έτσι βλέπουμε να συγκεντρώνεται μέσα σ’ αυτό η κοινωνική και η ιστορική εμπειρία πολλών αιώνων. Στα πρώτα μέρη, λόγου χάρη, παράλληλα με τις χριστιανικές, υπάρχουν πολλές προχριστιανικές ειδωλολατρικές τελετές. Υπάρχουν, επίσης, και κάποιες αντιφατικές αναφορές, όπως για παράδειγμα στο τελευταίο μέρος του έργου, όπου ο ήρωάς του, ο Μγκερ ο Νεότερος, παρουσιάζεται αρχαιότερος από τον πατέρα του τον Δαβίδ, ακόμη και από τον παππού του, τον Μγκερ τον Πρεσβύτερο.<br />…/…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ</strong><br /><strong>ΣΑΝΑΣΑΡ ΚΑΙ ΜΠΑΓΝΤΑΣΑΡ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,<br />Τσοβινάρ-χατούν.<br />Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,<br />Σανασάρ.<br />Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,<br />Μπαγντασάρ.<br />Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,<br />Θείε Τορός,<br />Ευλογημένο να ’ναι τ’ όνομά σου,<br />Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ,<br />Ευλογημένα να ’ναι τα ονόματα<br />Των γονιών σας που με ακούτε.</p>
<h5><strong>Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΝΑΣΑΡ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΠΑΓΝΤΑΣΑΡ</strong></h5>
<p>Πέρασαν οι μέρες, ήρθε ο καιρός.<br />Κατάλαβε η Τσοβινάρ πως είχε γκαστρωθεί.<br />Από την αφρισμένη θάλασσα ήταν, το κατάλαβε,<br />Μα ούτε λέξη δεν είπε στον Χαλίφη.<br />Σε υποψίες μπήκε ο Χαλίφης, είπε:<br />«Δεν είναι από μένα το παιδί!»<br />Πήγε, κάθισε στον θρόνο, όλα τα είπε στον βεζίρη:<br />«Τώρα τι θα κάνω;» ρώτησε.<br />Ο βεζίρης είπε: «Ζωή σ’ εσένα, βασιλιά!<br />Πρέπει να πεθάνει!»<br />Τον δήμιο κάλεσαν, οδηγίες έδωσαν.</p>
<p>Μπήκε ο δήμιος στο παλάτι, είπε στη χατούν:<br />«Διαταγή έχω, το κεφάλι να σου πάρω».<br />Λέει η Τσοβινάρ:<br />«Αχ, δεν υπάρχει εδώ δικαιοσύνη!<br />Ετοιμόγεννη είμαι, αν με σκοτώσουν,<br />Με μια σπαθιά δυο ανθρώπους θα σκοτώσουν.<br />Πες στον Χαλίφη να περιμένει<br />Μέχρι που να γεννήσω το παιδί.<br />Να δούμε τότε,<br />Άνθρωπος θα είναι ή κάτι άλλο,<br />Κι ύστερα ας με εκτελέσουν.<br />Μα αν την αλήθεια θέλετε να ξέρετε,<br />Ανέγγιχτη ήρθα στη Βαγδάτη<br />Και τέτοια είμαι ακόμη.<br />Το παιδί μου &#8211; ο θεός το στέλνει,<br />Από την αφρισμένη θάλασσα έχω γκαστρωθεί».</p>
<p>Πήγε ο δήμιος στον κύριό του,<br />Του είπε: «Να σε φυλάει, βασιλιά, ο Θεός.<br />Η γυναίκα σου, του βασιλιά Γκαγκίκ η κόρη,<br />Μου είπε αυτό κι αυτό».<br />Και οι βεζίρηδες ψιθύρισαν στον βασιλιά:<br />«Σωστά είναι τα λόγια της Τσοβινάρ-χατούν<br />Ας περιμένουμε, ας γεννήσει πρώτα το παιδί<br />Και μετά παίρνουμε το κεφάλι της».</p>
<p>Έδωσαν χρόνο, το παιδί να γεννηθεί.<br />Είπε ο Χαλίφης: «Να την προσέχετε!<br />Ως τη μέρα της γέννας είναι ελεύθερη.<br />Είμαι ο άντρας της, η Τσοβινάρ είναι η γυναίκα μου.<br />Εσείς άλλο να μην ανακατεύεστε!»</p>
<p>Πέρασαν μήνες εννιά και μέρες εννιά,<br />Εννιά ώρες<br />Κι εννιά λεπτά<br />Και τότε<br />Δύο αγόρια γέννησε η Τσοβινάρ.<br />Ολοκληρωμένος ο ένας, λιγότερο ο άλλος.<br />Ο πνευματικός ήρθε, ο Μελικσέτ,<br />Πάνω από λαξευτό τους βάφτισε φούρνο.</p>
<p>Στον μεγαλύτερο το όνομα έδωσε &#8211; Σανασάρ<br />στον μικρότερο — Μπαγντασάρ.<br />Στον Χαλίφη έφτασαν τα νέα:<br />«Δυο γιους έχεις, δυο αγόρια!»<br />Οι άνθρωποι όλοι μεγαλώνουν με τα χρόνια,<br />Τα παιδιά τούτα μεγαλώνουν με τις μέρες.<br />Μόλις τα κοίταξε ο Χαλίφης,<br />Μόλις τα είδε, τα μάτια του σκοτείνιασαν.<br />Λέει: «Φέρτε τον δήμιο,<br />Τη μάνα τους να αποκεφαλίσει».</p>
<p>Ήρθε ο δήμιος στην Τσοβινάρ,<br />Της είπε: «Ήρθα να σου πάρω το κεφάλι».<br />Του απάντησε η Τσοβινάρ:<br />«Ξέρω, νόμους δίκαιους δεν έχετε εσείς!<br />Πώς θα μεγαλώσουν τα βυζανιάρικα μωρά<br />Αν μου κόψετε εμένα το κεφάλι;<br />Αφήστε να μεγαλώσουν πρώτα τα παιδιά μου<br />Και τότε το κεφάλι να μου πάρετε,<br />Από εδώ να φύγω, το ξέρετε, δεν μπορώ».</p>
<p>Έφυγε ο δήμιος, στον Χαλίφη πήγε.<br />Τον βεζίρη κάλεσαν, του λέει ο Χαλίφης:<br />«Δώσε μου συμβουλή!»<br />Και είπε ο βεζίρης:<br />«Δέκα χρόνια της δίνουμε να ζήσει,<br />Μεγαλώνουν τα παιδιά — την εκτελούμε,<br />Έτσι κι αλλιώς να φύγει δεν μπορεί.<br />Ας κάθεται μέσα κλειδωμένη,<br />Βήμα να μην κάνει έξω απ’ το παλάτι».</p>
<p>Μήνυμα στέλλει στον Χαλίφη η Τσοβινάρ:<br />«Μήπως είμαι αιχμάλωτη εδώ μέσα;<br />Γιατί να μη βγούμε έξω με τα παιδιά;</p>
<p>Μόνο από της στέγης το παραθυράκι<br />Λίγο βλέπουμε τον ήλιο,<br />Μόνο από της στέγης το παραθυράκι<br />Βλέπουμε το φως!»<br />Λέει ο Χαλίφης: «Δίκιο έχει η Τσοβινάρ!<br />Ας βγαίνει έξω με τα παιδιά».<br />Άνοιξε την πόρτα ο φρουρός,<br />Βγήκαν να περπατήσουν.</p>
<p>Στη Βαγδάτη κύλησαν και πάλι οι μέρες,<br />Τα παιδιά μεγάλωναν μέρα με τη μέρα.<br />Χρονιάρικα ήταν —<br />Με πεντάχρονα αγόρια μοιάζαν.<br />Βγαίναν έξω να παίξουν με τ’ άλλα παιδιά,<br />Τα δέρναν, τα χτυπούσαν,<br />Εκείνα άρχιζαν το κλάμα.</p>
<p>Μόλις πέρασαν πέντε ή έξι χρόνια,<br />Ο Σανασάρ κι ο Μπαγντασάρ<br />Μεγάλωσαν, γιγαντώθηκαν.<br />Είπε η μάνα: «Πατέρα Μελικσέτ,<br />Δεν είναι μήπως καιρός<br />Τα παιδιά να μάθουν γράμματα;»<br />Άρχισε τότε ο πνευματικός να τα διδάσκει,<br />Να διαβάζουν τα έμαθε και να γράφουν.<br />Και να μια μέρα ο Χαλίφης<br />Τ’ αγόρια κάλεσε κοντά του,<br />Στο σπίτι τα πήρε, τα κοίταξε.<br />Τα δυνατά τους μπράτσα μόλις είδε,<br />Τη φωνή και τη λαλιά τους μόλις άκουσε,<br />Φόβος τον έπιασε μεγάλος,<br />Να φύγουν τ’ άφησε. Φύγαν.</p>
<p>Σαν έγιναν τ’ αγόρια εφτά χρονών<br />Έξω στον δρόμο έπαιζαν μ’ άλλα παιδιά.<br />Μια μέρα έναν μπάτσο έδωσε ο Σανασάρ<br />Στου βεζίρη τον γιο, τον λαιμό του έσπασε,<br />Για πάντα τον σακάτεψε.<br />Πήγε ο βεζίρης στον Χαλίφη,<br />Του είπε: «Τι τιμωρία ο Θεός μας έστειλε;<br />Τούτα τα παιδιά σκοτώνουν τα παιδιά μας!»<br />Είπε ο Χαλίφης: «Τι να κάνω;<br />Μου φαίνεται πως σαν μεγαλώσουν λίγο ακόμη<br />Πάνω στα γένια μου θα κρεμαστούν.<br />Κάνε υπομονή, θα βρούμε τρόπο<br />Να τους κανονίσουμε μια και καλή!»</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ</strong><br /><strong>ΜΓΚΕΡ Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ, χίλιες φορές.<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Θείε Τορός, χίλιες φορές.<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Φωνακλά Οβάν, χίλιες φορές.<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Μγκερ Πρεσβύτερε, χίλιες φορές.<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Αρμαγκάν, χίλιες φορές.<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Ισμίλ-χανούμ.</p>
<h5><strong>Η ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΤΟΥ ΜΓΚΕΡ ΜΕ ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ</strong></h5>
<p>Τα δεκαπέντε δεν είχε κλείσει ακόμη ο Μγκερ<br />Κι ήρθε μια μέρα<br />Που το ψωμί χάθηκε απ’ το Σασούν.<br />Ο κόσμος ξεσηκώθηκε,<br />Ήρθε στου Μγκερ μπροστά την πόρτα,<br />Παρακαλεί: «Μα τον Θεό, Μγκερ,<br />Πεθαίνουμε απ’ την πείνα!<br />Πήγαινε, σώσε μας από τον θάνατο!»<br />Είπε ο Μγκερ: «Το πρόσωπο δεν βλέπω του κακού,<br />Θα πάω στον θείο Τορός,<br />Ίσως αυτός να ξέρει την πηγή της συμφοράς,<br />Εγώ τίποτε δεν γνωρίζω».</p>
<p>Πήγε στον θείο Τορός ο Μγκερ,<br />Του μίλησε: «Θείε, ακρίβυνε το σιτάρι στο Σασούν!<br />Μήπως θα μπορούσες εσύ να βοηθήσεις;»<br />Απάντησε ο Τορός: «Μγκερ!<br />Τι μπορώ εγώ να κάνω; Πώς να βοηθήσω;<br />Δεν υπάρχει σπόρος σιταριού στη χώρα,<br />Κι αν υπάρχει<br />Βρίσκεται στις αποθήκες του πατέρα σου».<br />Ρώτησε ο Μγκερ: «Και πού είναι το σιτάρι μας;<br />Άνεμος το πήρε; Χαλάζι το τσάκισε;<br />Ήλιος το έκαψε;»<br />Κι ο γέροντας απάντησε: «Όχι!<br />Στο Σασούν ποτέ δεν σπέρνουμε τη γη,<br />Κοπάδια αίγες βόσκουμε στους αγρούς<br />Και το ψωμί το φέρνουμε από το Σιάμ και το Αλέπο.<br />Όμως ένα τεράστιο λιοντάρι έκλεισε τους δρόμους,<br />Τους έκοψε σε πεζούς και καβαλάρηδες,<br />Μήτε να πάμε μήτε να έρθουμε μπορούμε,<br />Τρόμος έπιασε τους εμπόρους<br />Που από το Σιάμ έρχονται στο Σασούν<br />Κι απ’ το Σασούν πηγαίνουν στο Σιάμ.<br />Να πώς προέκυψε η ακρίβεια στο σιτάρι».<br />Λέει ο Μγκερ: «Θείε, τι πράγμα είναι το λιοντάρι,<br />Πώς είναι, με τι μοιάζει αυτό που λεν λιοντάρι;»<br />Απάντησε ο θείος: «Θηρίο είναι, πάνω απ’ τα θηρία,<br />Ανθρώπους τρώει».<br />Ρώτησε ο Μγκερ: «Από μακριά τους τρώει,<br />Ή τους πλησιάζει πρώτα και μετά;»<br />Απάντησε ο θείος:<br />«Τους πλησιάζει πρώτα και μετά τους τρώει!»<br />Είπε ο Μγκερ: «Αν είναι έτσι,<br />Την αυγή θα πάω στο λιοντάρι!»<br />Ο θείος του λέει: «Όχι, μην πας, θα σε ξεσκίσει!»<br />Ο Μγκερ δεν άκουσε τον θείο του, πήγε&#8230;</p>
<p>Όλοι όσοι μπορούσαν<br />Με το πόδι να πατήσουν στους ζυγούς,<br />Όσοι στ’ άλογα μπορούσαν ν’ ανεβούν<br />Στη σέλα κάθισαν, τον Μγκερ ακολούθησαν,<br />Ως την κρύπτη κάλπασαν του λιονταριού.<br />Είδε το λιοντάρι από μακριά τον Μγκερ,<br />Σηκώθηκε από κάτω, τεντώθηκε<br />Το χώμα με την ουρά του χτύπησε,<br />Σκόνη και καταχνιά ξεσήκωσε,<br />Ορθώθηκε, κατά του Μγκερ κίνησε.</p>
<p>Ρώτησε ο Μγκερ τον στρατό:<br />«Τι είναι εκείνο εκεί που το χώμα σηκώνει;»<br />Του είπαν: «Είναι το λιοντάρι,<br />Αυτό για το οποίο μιλά ο κόσμος όλος».<br />Λέει ο Μγκερ: «Αν κάποιος το χτυπήσει με σπαθί<br />Θ’ αφήσω το λιοντάρι,<br />Ενάντιά του θα στραφώ,<br />Θα τον σκοτώσω».<br />Ύστερα είπε: «Η μάνα αυτού του λιονταριού<br />Τον Θεό επικαλέστηκε, το γέννησε,<br />Η δική μου μάνα τον Θεό επικαλέστηκε, με γέννησε!<br />Το σπαθί μου πρέπει στη γη να ακουμπήσω,<br />Δίχως όπλο να το πολεμήσω!»<br />Υποχώρησε το πλήθος,<br />Ξεπέζεψε απ’ τ’ άλογο ο Μγκερ,<br />Προχώρησε μπροστά,<br />Αναφώνησε:<br />«Ψωμί και κρασί και των πάντων πατέρα!»<br />Αρπάχτηκαν οι δυο τους.<br />Με το ένα χέρι την πάνω σιαγόνα<br />Την κάτω με το άλλο έπιασε ο Μγκερ<br />Στα δυο τις ξέσκισε,<br />Σε δυο μέρη το λιοντάρι χώρισε.<br />Το αριστερό μέρος αριστερά πέταξε,<br />Το δεξιό μέρος δεξιά πέταξε!<br />Έτρεξαν όλοι γύρω από τον Μγκερ.<br />Ένας στο Σασούν έτρεξε,<br />Στη μάνα του Μγκερ το νέο έφερε:<br />«Φως στα μάτια σου! Χαίρε!<br />Ο γιος σου το λιοντάρι σκότωσε!»<br />Αν μέχρι τότε ήταν απλώς ο Μγκερ,<br />Τώρα έγινε ο Μγκερ ο λιονταροξεσχιστής!</p>
<p>Επέστρεψε ο Μγκερ στο Σασούν,<br />Έτρεξε κοντά του ο κόσμος,<br />Του είπαν: «Είσαι ο νοικοκύρης μας,<br />Είσαι ο άρχοντάς μας.<br />Τώρα εσύ μας κυβερνάς».<br />Όταν ο λαός τον έκανε αρχηγό του,<br />Η μάνα του, η Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ,<br />Του έδωσε το άλογο Τζιαλαλί,<br />Το Σπαθί-Αστραπή,<br />Την περικεφαλαία και την πανοπλία,<br />Την κάπα-χαντιφέ,<br />Τη ζώνη τη σιδερόπλεχτη.<br />Ανέβηκε ο Μγκερ στο άλογο Τζιαλαλί,<br />Το Σπαθί-Αστραπή στα χέρια του πήρε,<br />Περιήλθε του πατέρα του τη γη,<br />Έσκυβαν τα κεφάλια οι εχθροί.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ</strong><br /><strong>ΔΑΒΙΔ Ο ΣΑΣΟΥΝΙΟΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Ντεχτσούν-Τσουχ-Τσαμ, σαράντα φορές!<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Θείε Τορός, σαράντα φορές!<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Φωνακλά Οβάν, σαράντα φορές!<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Σοφή γριά του τόπου, σαράντα φορές!<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω, Ισμίλ-χανούμ,<br />Δίχως σεβασμό σε μνημονεύω<br />Τσιμσκίκ-σουλτάν!<br />Δίχως σεβασμό σε μνημονεύω<br />Δόλιε Μσρα-Μελίκ!<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Λατρεμένε μας Δαβίδ, χίλιες φορές!<br />Με σεβασμό σε μνημονεύω<br />Χαντούτ-χατούν, σαράντα φορές!</p>
<h5><strong>ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ</strong></h5>
<p>Χάρηκε η χανούμ σαν είδε τον Δαβίδ,<br />Το βυζί της του έδωσε,<br />Ο Δαβίδ το βυζί πήρε.<br />Όμως μια μέρα το βυζί το παιδί δεν έπαιρνε.<br />Όσο κι αν στο στόμα του το ’βάζε<br />Το παιδί δεν το έπαιρνε.<br />Του δίνει το άλλο — και πάλι το αρνιού,<br />Τρία μερόνυχτα τίποτε δεν έφαγε.</p>
<p>Στεναχωριόταν, έκλαιγε η χανούμ,<br />Τι να κάνει δεν ήξερε.<br />Κάλεσε τον Μελίκ, του είπε:<br />«Τρεις μέρες ο Δαβίδ δεν παίρνει το βυζί μου,<br />Από την πείνα θα πεθάνει.<br />Τι να κάνουμε; Πώς να τον θρέψουμε;»</p>
<p>Λέει ο Μελίκ: «Να το, το αρμένικο γινάτι!<br />Το νιώθω, σε μπελάδες θα μας βάλει&#8230;<br />Εμείς &#8211; Άραβες, αυτός &#8211; Αρμένης,<br />Το βυζί σου μην του δίνεις».<br />Λέει η Ισμίλ-χανούμ: «Θα πεθάνει!<br />Στον λαό μας μπροστά θα ντροπιαστούμε!<br />Τι να κάνω, τι να κάνω μ’ αυτόν;<br />Στη συμφορά μου δεν βλέπω τέλος».</p>
<p>Κι ο Μελίκ απαντά:<br />«Μήπως είναι λίγα του πατέρα του τα ζώα;<br />Μήπως είναι λίγο<br />Το μέλι και το βούτυρο στο σπιτικό τους;<br />Μήπως λίγα έχουν νόστιμα κι ωραία φαγητά;<br />Στείλε τον Μπατμάν-Μπουκά να πάει στο Σασούν,<br />Στου Μγκερ το σπίτι,<br />Μέλι να φέρει ένα ασκί<br />Και βούτυρο να φέρει ένα ασκί,<br />Το βούτυρο με το μέλι ανακάτεψε,<br />Στο παιδί δώσε».</p>
<p>Έστειλε η χανούμ τον Μπατμάν-Μπουκά<br />Για βούτυρο και μέλι στο Σασούν<br />Και ό,τι άλλο μπορεί να φάει το παιδί.<br />Του έδωσε απ’ όλα ο Φωνακλάς Οβάν.<br />Βούτυρο ασκί, μέλι ασκί έφερε ο Μπατμάν-Μπούκα,<br />Μπροστά στην Ισμίλ-χανούμ τα έβαλε.<br />Είδε τα ασκιά ο Μσρα-Μελίκ, είπε:<br />«Ορίστε, βλέπεις πόσα πολλά έχει το Σασούν αγαθά;<br />Ας τρώει κι ας μεγαλώνει!»</p>
<p>Με βούτυρο και μέλι τον έτρεφε η Ισμίλ-χανούμ.<br />Τα άλλα παιδιά μεγαλώνουν με τα χρόνια,<br />Με τις μέρες μεγαλώνει ο Δαβίδ.<br />Με αγάπη τον μεγάλωνε η χανούμ,<br />Σκεφτόταν πως του γιου της βοηθός θα γίνει,<br />Μαζί να κατακτήσουνε τον κόσμο όλον!</p>
<p>Τόσο δυνατός ήταν ο Δαβίδ<br />Που της κούνιας έσχιζε τις ζώνες.<br />Με σιδερένια τον ζώναν αλυσίδα<br />Μα ήταν τόσο δυνατός<br />Που δεν τον κρατούσε η αλυσίδα — έσπαζε,<br />Με ό,τι κι αν τον έδεναν &#8211; όλα τα έκοβε.<br />Έπλεξαν σχοινί με τένοντες ταυρίσιους,<br />Τον έδεσαν με το σχοινί στην κούνια,<br />Αέρα εισπνέει το παιδί — τεντώνεται<br />Το σχοινί από τένοντες ταυρίσιους,<br />Αέρα εκπνέει το παιδί — μαζεύεται<br />Το σχοινί από τένοντες ταυρίσιους.</p>
<h5><strong>Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΝΤΟΥΤ</strong></h5>
<p>Καθώς με τον Μγκερ χτυπιόταν ο Δαβίδ<br />Με αίμα ολόκληρος βάφτηκε.<br />Είπε: «Χαντούτ, φέρε νερό για να πλυθώ».<br />Τα ρούχα του έβγαλε ο Δαβίδ για να πλυθεί,<br />Κοίταξε η γυναίκα, στο χέρι του ο πολεμικός σταυρός<br />Μαύρισε ολόκληρος, κάρβουνο έγινε.<br />Έκλαψε, μαράζωσε η Χαντούτ.<br />Είπε ο Δαβίδ: «Γυναίκα,<br />Γιατί κλαις και μαραζώνεις;»<br />Αυτή του λέει: «Ο πολεμικός σταυρός στο χέρι σου<br />Μαύρισε, κάρβουνο έγινε»<br />Κι αυτός: «Χαντούτ-χατούν,<br />Αυτό δεν είναι από του Μγκερ το χτύπημα,<br />Είναι που ο δικός μου ο σταυρός με χτύπησε.<br />Γυναίκα, το χρέος μου είναι τώρα<br />Να πάω στην Τσιμσκίκ-σουλτάν,<br />Όρκο πήρα σε εφτά μέρες να επιστρέφω<br />Και πέρασαν χρόνοι εφτά, τη γέλασα,<br />Πάω, γυναίκα».<br />Κι εκείνη την ώρα σηκώθηκε,<br />Το άλογο Τζιαλαλί σέλωσε,<br />Το Σπαθί-Αστραπή ζώστηκε, έτρεξε.<br />Έτρεχε, έτρεχε,<br />Στο παλάτι της Τσιμσκίκ-σουλτάν έφτασε.<br />Είδε αυτή<br />Πως στο παλάτι της έφτασε ο Δαβίδ, είπε:<br />«Δαβίδ, όρκο μου έδωσες σ’ εφτά μέρες να γυρίσεις<br />Και πέρασαν χρόνοι εφτά,<br />Δίχως άντρα έμεινα,<br />Τον δρόμο κοίταζα, περίμενα».<br />Είπε ο Δαβίδ: «Ετοιμάσου,<br />Στο πεδίο της μάχης να παλέψουμε».<br />Είπε αυτή: «Μια ώρα δώσε μου,<br />Για τη μάχη να ντυθώ,<br />Τ’ άρματα να ζωστώ, περίμενέ με».</p>
<p>Στην πόρτα της Τσιμσκίκ-σουλτάν έδεσε ο Δαβίδ<br />Το άλογο Τζιαλαλί και είπε:<br />«Το άλογο ας μείνει εδώ,<br />Εγώ θα κατέβω στο ποτάμι να πλυθώ<br />Όσο τις πανοπλίες σου θα φοράς».</p>
<p>Ξεντύθηκε ο Δαβίδ,<br />Στο ποτάμι μπήκε,<br />Εκεί που καλαμιές στην όχθη του φυτρώναν.<br />Και να, η κόρη της Τσιμσκίκ-σουλτάν<br />Πήρε στα χέρια της σαΐτα, σε δηλητήριο τη βούτηξε,<br />Στις καλαμιές μπήκε, κρύφτηκε.<br />Όσο ο Δαβίδ λουζόταν στο ποτάμι<br />Το κορίτσι παραμόνευε κρυμμένο<br />Κι έριξε το βέλος στον Δαβίδ,<br />Από την πλάτη του μπήκε<br />Κι από το στήθος του μπροστά βγήκε.</p>
<p>Σαν τον τρύπησε το βέλος, φώναξε ο Δαβίδ<br />Και η φωνή του σαν εφτά βοδιών ήχησε δυνατή,<br />Έφτασε μέχρι το Σασούν.<br />Την άκουσε ο θείος Τορός,<br />Είπε: «Σηκωθείτε, παλικάρια!<br />Σκότωσαν τον Δαβίδ».</p>
<p>Ο θείος Τορός, ο Φωνακλάς Οβάν,<br />Ο Τσιχά-Πορίκ, ο Κοτότ-Μοτότ,<br />Ο Χορ-Μανούκ, ο Χορ-Γκουσάν,<br />Κίνησαν όλοι.<br />Κι ο Φωνακλάς Οβάν από το Σασούν φώναξε:<br />«Δαβίδ, ερχόμαστε!»<br />Σε βοήθεια έτρεξαν του Δαβίδ,<br />Έφτασαν στο ποτάμι εκείνο,<br />Ρώτησε τον Δαβίδ ο θείος Τορός:<br />«Παλικάρι μου, ποιος σε χτύπησε;»<br />Κι αυτός απάντησε: «Δεν ξέρω ποιος,<br />Κάποιος μέσα απ’ τον καλαμιώνα».</p>
<p>Πήγαν στον καλαμιώνα,<br />Πήγαν, περπάτησαν, βλέπουν:<br />Μια γαλανομάτα κόρη είναι εκεί<br />Απ’ τη φωνή του Δαβίδ τρομαγμένη,<br />Πεθαμένη.</p>
<p>Σαν έμαθε ο Δαβίδ πως τον χτύπησε<br />Της Τσιμσκίκ-σουλτάν η κόρη, είπε:<br />«Το σκουλήκι μου μέσα μου είναι,<br />Το δικό μου αίμα με σκότωσε».</p>
<p>Αυτά είπε ο Δαβίδ,<br />Σώπασε, την ψυχή του άφησε να βγει,<br />Στα παιδιά σας τον ήλιο του κληροδότησε!<br />Πέθανε ο Δαβίδ. Το άλογο αφήνιασε,<br />Τα σχοινιά έκοψε, κάλπασε μακριά.<br />Όσους στον δρόμο συναντούσε, ανθρώπους είτε ζώα,<br />Με τα καπούλια του ποδοπατούσε.<br />Έφτασε, μπρος στην πόρτα της Χαντούτ-χατούν<br />Στάθηκε, βγήκε η Χαντούτ-χατούν, κοίταξε:<br />Το άλογο ήρθε, ο νοικοκύρης δεν ήρθε,<br />Τότε το μήνυμα πήρε<br />Πως χάθηκε ο Δαβίδ,<br />Πως ο Δαβίδ πια δεν υπάρχει.<br />………………………………………………..<br />Φώναξε η Χαντούτ:<br />«Δεν είναι πια για μένα το φως του ήλιου!»<br />Ανέβηκε ψηλά στο κάστρο<br />Κι από τον πύργο πήδηξε κάτω,<br />Με το κεφάλι πάνω στον βράχο έπεσε,<br />Πάνω στην πέτρα λάκκο άνοιξε.<br />Άρχισαν οι Σασούνιοι σπόρους στον λάκκο να ρίχνουν,<br />Μέσα σε γουδί τους χτυπούν, στον λάκκο τους ρίχνουν.</p>
<p>Εκεί που τα στήθια της Χαντούτ έπεσαν,<br />Δυο παγωμένες αναβλύζουν βρύσες<br />Και στη θέση των εφτά της κοτσίδων ως σήμερα,<br />Εφτά μαύροι ορθώνονται στύλοι<br />Κι ως σήμερα κείτεται<br />Δίπλα στο κάστρο ένα γουδί.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ</strong><br /><strong>ΜΓΚΕΡ Ο ΝΕΟΤΕΡΟΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Αιώνια σου η μνήμη, Νεότερε Μγκερ!<br />Αιώνια σου η μνήμη, Γκοάρ-χατούν!<br />Αιώνια σου η μνήμη, Φωνακλά Οβάν!<br />Αιώνια σου η μνήμη, θείε Τορός!<br />Εφτά τραγούδια για τον Δαβίδ τραγουδήσαμε,<br />Ας έρθουμε τώρα στην ιστορία του Μγκερ.</p>
<h5><strong>Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΓΚΕΡ ΤΟΥ ΝΕΟΤΕΡΟΥ</strong></h5>
<p>Εφτά αγγέλους καβαλάρηδες ο Θεός έστειλε<br />Με τον Μγκερ να παλέψουν.<br />Από το πρωί ως το βράδυ χτυπιούνταν.<br />Με το Σπαθί-Αστραπή ο Μγκερ χτυπούσε,<br />Των αγγέλων το σπαθί δεν άγγιζε.<br />Με το Σπαθί-Αστραπή ο Μγκερ χτυπούσε,<br />Ανάμεσα στους αγγέλους το σπαθί περνούσε.<br />Τ’ άλογο του Μγκερ δεν μπορούσε<br />Στη γη άλλο να σταθεί,<br />Τα πόδια του πατούσε — βουλιάζανε στη γη.<br />Μαλακή έγινε η γη πολύ,<br />Τον Μγκερ δεν άντεχε άλλο να κρατεί.<br />Αναστέναξε ο Μγκερ: «Αχ-βαχ, άδικα όλα!<br />Γέρασε η γη κι άλλο δεν με σηκώνει».<br />Όλη τη μέρα ο Μγκερ προχωρούσε,<br />Τ’ άλογό του όλο και πιο βαθιά στη γη κολλούσε.<br />Απ’ το χαλινάρι το πήρε, το οδήγησε,<br />Στους πρόποδες του βουνού έφτασε.<br />Ξαφνικά βλέπει μπροστά του:<br />Βράχος ψηλός ορθώνεται.<br />Και λέει ο Μγκερ:<br />«Με το σπαθί τον βράχο θα χτυπήσω,<br />Αν σχιστεί — αμαρτία δεν έχω!»<br />Με το σπαθί τον βράχο χτύπησε,<br />Στα δυο ο βράχος σχίστηκε,<br />Τ’ άλογο Τζιαλαλί κι ο Μγκερ μέσα μπήκαν,<br />Τα δυο κομάτια του βράχου ξανά ενωθήκαν.</p>
<h5><strong>ΕΠΙΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>Λένε πως κάθε χρόνο δυο φορές<br />Ανοίγει αυτός ο βράχος,<br />Τη μέρα των Ψυχών<br />Και τη μέρα της Ανάληψης.<br />Μόλις ανοίξει ο βράχος, βγαίνει ο Μγκερ,<br />σαρανταήμερο ταξίδι σε μια ωρα κάνει<br />Πάνω στις πέτρες προχωρεί,<br />Στη γη πατά &#8211; βουλιάζει τ’ άλογο,<br />Δεν προχωρεί, πίσω γυρίζει.</p>
<p>Λένε πως μια φορά<br />Τη νύχτα της Ανάληψης<br />Ένας βοσκός ήταν εκεί.<br />Βλέπει, του Μγκερ ο βράχος άνοιξε,<br />Μέσα μπήκε, κοίταξε,<br />Στη σπηλιά κάτω ο Μγκερ κάθεται.<br />Ρώτησε ο βοσκός:<br />«Πότε από εδώ μέσα βγαίνεις, Μγκερ;»<br />Απάντησε ο Μγκερ:<br />«Αν σηκωθώ και βγω στο φως<br />Η γη δεν με σηκώνει!<br />Ενόσω στον κόσμο βασιλεύει το κακό,<br />Ενόσω η γη κρατιέται από το ψέμα,<br />Δεν έχω θέση εγώ έξω στο φως.<br />Όταν χαλαστεί ο κόσμος και χτιστεί ξανά,<br />Όταν το σιτάρι θα ’ναι σαν καρύδι,<br />Το κριθάρι σαν κουκούτσι τριανταφυλλιάς,<br />Τότε θα ’ρθει και η δική μου μέρα!»<br />Βγήκε έξω ο βοσκός,<br />Ενώθηκε ξανά ο βράχος.<br />Λένε πως κάθε Παρασκευή<br />Τρέχει νερό απ’ τον βράχο,<br />Πως το νερό είναι από το άλογο Τζιαλαλί<br />Και πως περνώντας οι διαβάτες<br />Ακούνε το χλιμίντρισμα του αλόγου Τζιαλαλί!</p>
<p>Τους μεγάλους μας προπάππους<br />Σαράντα φορές ευλογούμε!<br />Τον Σανασάρ και τον αδελφό του τον Μπαγντασάρ<br />Σαράντα φορές ευλογούμε!<br />Τον Μγκερ τον Πρεσβύτερο<br />Σαράντα φορές ευλογούμε!<br />Εσένα, ακριβέ μας Δαβίδ,<br />Σαράντα φορές ευλογούμε!<br />Τον Μγκερ τον Νεότερο<br />Σαράντα φορές ευλογούμε!<br />Χίλιες φορές ευλογούμε<br />Το σπίτι των μεγάλων Σασούνιων!<br />Χίλιες φορές ευλογούμε<br />Και τον γέρο μάστορα<br />Που τον μύθο αυτόν ζωντανό μας μετέφερε!</p>
<p>Σε όλους όσοι μας άκουσαν — πολύχρονη ζωή!<br />Σε όλους όσοι τους γέννησαν — αιώνια ανάπαυση!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ</strong><br /><strong>ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  (2019)</strong></h4>
<p><strong>Εισαγωγή-Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης</strong></p>
<h5><strong>ΣΥΝΝΕΦΟ ΜΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ</strong></h5>
<h6><strong>ΤΕΤΡΑΠΤΥΧΟ</strong></h6>
<p>Τη σκέψη σας,<br />που ονειροπολεί σε πλαδαρό μυαλό<br />σαν κοιλαράς λακές σε λιγδιασμένο καναπέ,<br />θα την τρίβω πάνω σ’ ένα κομμάτι της καρδιάς μου ματωμένο<br />χλευάζοντας ως να χορτάσω, αγροίκος και φαρμακερός.</p>
<p>Δεν έχω στην ψυχή μου ούτε μια άσπρη τρίχα<br />και γεροντίστικη ευγένεια μέσα της δεν υπάρχει!<br />Με της φωνής τη δύναμη τον κόσμο κεραυνώνοντας<br />προχωρώ — ωραίος,<br />είκοσι δυο χρονών.</p>
<p>Τρυφεροί!<br />Τον έρωτα πάνω στα βιολιά ξαπλώνετε.<br />Τον έρωτα πάνω στους δίσκους ξαπλώνει ο αγροίκος.<br />Μα εσείς, όπως εγώ, τον εαυτό σας δεν μπορείτε ν’ αντιστρέψετε<br />έτσι που να γίνετε ολάκεροι δυο τεράστια χείλη!</p>
<p>Ελάτε να σας διδάξω —<br />του σαλονιού η εύθραυστη<br />καμαρωτή υπάλληλος της κοινωνίας των αγγέλων.</p>
<p>Κι εσείς που τα χείλη σας ήσυχα ξεφυλλίζετε<br />σαν μια μαγείρισσα τις σελίδες της μαγειρικής.</p>
<p>Θέλετε —<br />θα γίνω από κρέας λυσσασμένος<br />&#8211; και σαν ουρανός αλλάζοντας απόχρωση —<br />θέλετε —<br />θα γίνω όλος τρυφερότητα,<br />όχι άντρας, μα — σύννεφο με παντελόνια!</p>
<p>Δεν πιστεύω στην ανθισμένη Νίκαια!<br />Σήμερα και πάλι από μένα δοξάζονται<br />άντρες πολυχρησιμοποιημένοι σαν κλινικές,<br />γυναίκες παραχρησιμοποιημένες σαν παροιμίες.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>1</strong></h5>
<p>Νομίζετε πως παραμιλά η μαλάρια;</p>
<p>Αυτό έγινε,<br />έγινε στην Οδησσό.</p>
<p>Θα ‘ρθω στις τέσσερις &#8211; είπε η Μαρία.</p>
<p>Οχτώ.<br />Εννέα.<br />Δέκα.</p>
<p>Να και το βράδυ<br />στης νύχτας τ’ ανατρίχιασμα<br />έφυγε απ’ τα παράθυρα<br />συνοφρυωμένο,<br />δεκεμβριανό.</p>
<p>Πίσω από τη γερασμένη του πλάτη χλιμιντρούν και χαχανίζουν<br />τα κηροπήγια.</p>
<p>Τώρα δεν θα μπορούσατε να με αναγνωρίσετε:<br />είμαι ένας όγκος από φλέβες<br />που στενάζει,<br />συστρέφεται.<br />Τι μπορεί να θέλει ένας τέτοιος όγκος;<br />Μα ο όγκος πολλά θέλει!</p>
<p>Δεν τον νοιάζει<br />που είναι μπρούντζινος<br />και η καρδιά του — κρύο σίδερο.<br />Τη νύχτα θέλει την καμπάνα του<br />να κρύψει στο μαλακό,<br />στο γυναικείο.</p>
<p>Και να<br />τεράστιος<br />καμπουριάζω στο παράθυρο,<br />λιώνω με το μέτωπο το τζάμι.<br />Θα υπάρξει έρωτας ή όχι:<br />Τι έρωτας —<br />μικρός ή μεγάλος;<br />Πού να βρεθεί μεγάλος σ’ ένα τέτοιο σώμα!<br />Πρέπει να ’ναι μικρός,<br />ήρεμο ερωτάκι.<br />Να ταράζεται απ’ το κορνάρισμα των αυτοκινήτων,<br />να του αρέσουν τα κουδουνάκια των τραμ.</p>
<p>…/…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>2</strong></h5>
<p>Δοξάστε με!<br />Εγώ με τους μεγάλους δεν συγκρίνομαι.<br />Εγώ πάνω σε όλα, όσα έχουν γίνει,<br />βάζω “nihil”.</p>
<p>Ποτέ<br />τίποτε δεν θέλω να διαβάσω.<br />Βιβλία;<br />Τι είναι τα βιβλία;</p>
<p>Πιο παλιά σκεφτόμουν —<br />τα βιβλία γίνονται έτσι:<br />έρχεται ο ποιητής<br />ελαφρά το στόμα ανοίγει<br />κι αμέσως εμπνευσμένος τραγουδά ο χαζός &#8211;<br />ορίστε!<br />Αλλά φαίνεται &#8211;<br />πριν αρχίσει να τραγουδά,<br />για καιρό περπατά, βγάζει κάλλους<br />και ήρεμα λαχταρά στη λάσπη της καρδιάς<br />το ηλίθιο ψάρι της φαντασίας.<br />Και καθώς κοχλάζουν, ομοιοκαταληξίες γρατζουνώντας,<br />από έρωτες και αηδόνια βγάζοντας κάποιο ζουμί,<br />ο δρόμος όλος σφίγγεται άγλωσσος —<br />δεν έχει με τι να φωνάξει ή να μιλήσει.</p>
<p>Τις πόλεις πύργους της Βαβέλ<br />με ενθουσιασμό ξαναχτίζουμε κομπάζοντας<br />κι ο θεός<br />σε λιβάδια τις ισοπεδώνει,<br />τις γκρεμίζει<br />τον λόγο ανακατεύοντας.</p>
<p>…/…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>4</strong></h5>
<p>Μαρία! Μαρία! Μαρία!<br />Άσε με να μπω, Μαρία!<br />Δεν μπορώ άλλο στους δρόμους!<br />Δεν θέλεις;<br />Περιμένεις<br />να τραβιέμαι μ’ όλες τις άλλες<br />μέχρι που να βουλιάξουνε τα μάγουλά μου,<br />κι ύστερα έτσι ανούσιος<br />και φαφούτης<br />να ’ρθω και να ψελλίσω<br />ότι σήμερα εγώ<br />«είμαι απίστευτα έντιμος».<br />Μαρία,<br />κοίταξέ με &#8211;<br />άρχισα κιόλας να καμπουριάζω.</p>
<p>Στους δρόμους ,<br />οι άνθρωποι μέσα από το λίπος τετραωρόφων προγουλιών<br />ξετρυπώνουν τα μάτια τους<br />τα τετριμμένα από σαραντάχρονη χρήση &#8211;<br />και με περιγελούν<br />πως έχω στο στόμα μου<br />_ πάλι! —<br />το μπαγιάτικο ψωμί απ’ το χτεσινό σου χάδι.</p>
<p>Η βροχή κατάκλαψε τα πεζοδρόμια,<br />σαν λασπωμένος αλήτης<br />γλείφει το πατικωμένο με πέτρες πτώμα των δρόμων,<br />και στα γκρίζα ματόφυλλα &#8211;<br />ναι! —<br />στα ματόφυλλα παγωμένες σταγόνες —<br />δάκρυα απ’ τα μάτια &#8211;<br />ναι! —<br />δάκρυα απ’ τους πεσμένους των ματιών υδροσωλήνες.</p>
<h5><strong>ΦΛΑΟΥΤΟ-ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>Για όλες εσάς<br />που αρέσατε είτε αρέσετε ακόμη,<br />εικονίσματα φυλαγμένα στης ψυχής τη σπηλιά,<br />σαν κούπα κρασιού σε επιτραπέζια πρόποση<br />υψώνω με στίχους γεμάτο το κρανίο μου.</p>
<p>Όλο και πιο συχνά σκέφτομαι —<br />να μη βάλω καλύτερα<br />την τελεία μιας σφαίρας στο δικό μου τέλος.<br />Σήμερα, εγώ,<br />για κάθε ενδεχόμενο<br />δίνω αποχαιρετιστήρια συναυλία.</p>
<p>Μνήμη!<br />Μάζεψε στο σαλόνι του μυαλού μου<br />των αγαπημένων μου τις αστείρευτες ουρές.<br />Το γέλιο από μάτια σε μάτια χύσε.<br />Με παλιούς γάμους τη νύχτα στόλισε,<br />από κορμί σε κορμί κάνε το κέφι να χυθεί.</p>
<p>Αξέχαστη σε όλους τούτη η νύχτα ας μείνει.<br />Σήμερα εγώ θα παίξω φλάουτο.<br />Πάνω στην ίδια μου τη σπονδυλική.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>1</strong></h5>
<p>Χιλιόμετρα δρόμων με των βημάτων μου τη φόρα τσαλακώνω.<br />Πώς θα ξεφύγω με μια τέτοια κόλαση μέσα μου!<br />Σε ποιου ουράνιου Χόφμαν<br />τη φαντασία γεννήθηκες, καταραμένη;!<br />Για τη θύελλα του κεφιού είναι στενοί οι δρόμοι.<br />Τους καλοντυμένους η γιορτή μάζευε ολοένα.<br />Σκέφτομαι.<br />Οι σκέψεις, θρόμβοι αίματος,<br />αρρωστημένοι και πηχτοί σταλάζουν απ’ το καύκαλό μου.</p>
<p>Εγώ,<br />ο θαυματουργός όλων των γιορτινών πραγμάτων<br />δεν έχω με ποια να βγω στη γιορτή.<br />Κι έτσι μου έρχεται να ριχτώ κάτω στη γη,<br />το κεφάλι μου να λιώσω στην πέτρινη Νέφσκι!<br />Βλασφημούσα,<br />φώναζα πως θεός δεν υπάρχει,<br />μα ο θεός μια τέτοια έβγαλε από τα πυρωμένα βάθη,<br />που μπροστά της και το βουνό ταράζεται και τρέμει,<br />και πρόσταζε:<br />Αγάπα την!</p>
<p>…/…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>3</strong></h5>
<p>…/…</p>
<p>Ωχ, αυτή<br />η νύχτα!<br />Την απόγνωσή μου έσφιγγα όλο και πιο στενά.<br />Από το κλάμα και το γέλιο μου<br />του δωματίου τρομαγμένο στράβωσε το μούτρο.</p>
<p>Σαν οπτασία το πρόσωπό σου στάθηκε μπροστά μου,<br />εσύ με τα μάτια σου το πρόβαλες στο χαλί<br />σάμπως την εκτυφλωτική εβραία βασίλισσα της Σιών<br />να ονειρευόταν κάποιος καινούργιος Μπιάλικ.</p>
<p>Βασανισμένος<br />μπροστά σ’ εκείνη, την οποία παρέδωσα,<br />ξεψυχώ, στα γόνατα πεσμένος.<br />Ο Βασιλιάς Άλμπερτ,<br />που τις πόλεις όλες<br />έχασε,<br />γιορτάρης μοιάζει δίπλα μου, με δώρα φορτωμένος.</p>
<p>Χρυσώστε στον ήλιο, άνθη και χόρτα!<br />Την άνοιξη χαρείτε, ζωές όλων των στοιχείων!<br />Εγώ ένα φαρμάκι μόνο θέλω —<br />να πίνω και να πίνω ποιήματα.</p>
<p>Της καρδιάς μου κλέφτρα εσύ,<br />που τα πάντα της στέρησες<br />και την ψυχή μου σε βασανιστικό έριξες παραμιλητό,<br />δέξου το δώρο μου, αγαπημένη,<br />τίποτε άλλο ίσως να μην μπορέσω πια να σκεφτώ.</p>
<p>Σε γιορτινά χρώματα τη σημερινή ημέρα βάψτε<br />Συντελέσου,<br />της σταύρωσης ισάξια μαγεία.<br />Βλέπετε —<br />με τα καρφιά των λέξεων<br />καρφωμένος είμαι στο χαρτί.</p>
<h5><strong>Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p>Εσείς καλά την έχετε.<br />Οι νεκροί από ντροπή δεν ξέρουν.<br />Την οργή σας<br />για τους νεκρούς φονιάδες σβήστε.<br />Με καθαρτήριο υγρό ξεπλύθηκαν<br />οι αμαρτίες των ψυχών που αποδήμησαν.</p>
<p>Εσείς καλά την έχετε!<br />Αλλά εγώ<br />μέσα από τη στρατιωτική παράταξη,<br />μέσα από τούτο τον ορυμαγδό,<br />πώς να κρατήσω την αγάπη μου για κάθε ζωντανό;<br />Υποχωρώ —<br />το τελευταίο της αγαπούλας ψίχουλο<br />για πάντα χάνεται σε μια ρουφήχτρα από καπνό.</p>
<p>Τι τους νοιάζει αυτούς<br />που γύρισαν πίσω<br />η δική σας θλίψη,<br />τι τους νοιάζουν κάποιων στίχων τα κρόσσια;!<br />Το μόνο που θέλουν είναι<br />να κουτσοπερνούν τη μέρα τους!<br />με δυο ξύλινα δεκανίκια.</p>
<p>Φοβάσαι;!<br />Δειλέ!<br />Θα σε σκοτώσουν;!<br />Ενώ θα μπορούσες<br />και μισόν αιώνα ακόμη ως δούλος να μεγαλώνεις.<br />Ψέματα!<br />Το ξέρω<br />και μέσα στης μάχης τη φωτιά<br />θα είμαι πρώτος<br />σε ηρωισμό<br />κι ανδρεία.<br />…/…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ II</strong></h5>
<p>Αυτό συνέβητε ένα φθινόπωρο<br />κι ήταν<br />ξεροί-προσάναμμα<br />όλοι.<br />Παράδερνε ο ήλιος<br />τρελός μπογιατζής<br />και με την πορτοκαλιά μπογιά του λέρωνε τους σκονισμένους.<br />Από κάπου<br />στη γη<br />ξεχύθηκαν φήμες.<br />Χαμηλόφωνες.<br />Περπάτησαν στις μύτες των ποδιών τους.</p>
<p>Ο ψίθυρός τους εγκατέστησε την αγωνία στα στήθια,<br />κι ο φόβος<br />κάτω απ’ το κρανίο<br />με χέρι κόκκινο,<br />ξέμπλεκε, ξέμπλεκε και ξέμπλεκε τις σκέψεις.<br />Κι έγινε τότε αβάσταχτα καθαρό:<br />αν δεν μαζέψουν τους ανθρώπους στις δέσμες των λόχων,<br />αν δεν τους πάρουν και τους κόψουν τις φλέβες —<br />η μολυσμένη γη<br />μόνη της θα πεθάνει —<br />θα ψοφήσουν τα Παρίσια,<br />τα Βερολίνα,<br />οι Βιέννες!</p>
<p>Γιατί μαραζώσατε;!<br />Είναι αργά για κλάψες!<br />Πιο πριν έπρεπε να μετανοήσετε!<br />Τώρα σε χιλιοχέρηδες γιατρούς<br />από τα οπλοστάσια όπλα<br />για νυστέρια μοιράστηκαν.</p>
<p>Ιταλία!<br />Και στον βασιλιά<br />και στον κουρέα<br />είναι ξεκάθαρο —<br />δεν θα ξεφύγει!<br />Σήμερα κιόλας<br />πετούν οι Γερμανοί<br />πάνω από τη Βενετία.</p>
<p>…/…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ IV</strong></h5>
<p>Έι!<br />Εσείς!<br />Τα ματάκια σας τα ενθουσιασμένα σβήστε!<br />Των χεριών σας τις βαρκούλες στην τσέπη χώστε!<br />Αυτό είναι<br />το άξιο βραβείο<br />για τούτο που στραγγίχτηκε από χαρτί και μελάνι.</p>
<p>Κι εμένα γιατί να με χειροκροτήσετε;</p>
<p>Εγώ τίποτε δεν συνέθεσα.<br />Σκέφτεστε:<br />ψεύδεται!<br />Δεν είναι πουθενά λαβωμένος.<br />Στα γερά μηνίγγια του δεν σταματά ο χτύπος<br />όταν χειροκροτούν<br />στις τρίλιες των τυμπάνων του,<br />στους καταραμένους ρυθμικούς λαρυγγισμούς του.</p>
<p>Αξιότιμοι κύριοι!<br />Καταλαβαίνετε;<br />Πιάνεις τον πόνο,<br />τον μεγαλώνεις και τον μεγαλώνεις:<br />με όλες τις λόγχες του να μπήγονται στο στήθος σου,<br />με όλα του τα αέρια να παραμορφώνουν το πρόσωπο σου,<br />με όλες του τις πυροβολαρχίες να γκρεμίζουν<br />του κεφαλιού σου το κάστρο —<br />αυτό είναι το κάθε μου τετράστιχο.</p>
<p>Δεν είναι γι’ αυτό<br />που μ’ ανέβασε<br />πάνω στα στοιβαγμένα κορμιά<br />για να στάζω δακρύβρεχτη σιχασιά.<br />Κάτω από το ασήκωτο βάρος όλων όσων έγιναν,<br />χωρίς τα διάφορα<br />«ωραίο»,<br />πατημένος, λυγίζω.</p>
<p>Σκοτωμένοι —<br />το ίδιο μου κάνει —<br />εγώ είτε αυτός<br />τους σκότωσε.<br />Στο αδελφικό κοιμητήρι,<br />στης καρδιάς τον λάκκο,<br />ξάπλωσαν εκατομμύρια, &#8211;<br />σαπίζουν,<br />σαλεύουν ανασηκωμένοι απ’ τα σκουλήκια!<br />…/…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ V</strong></h5>
<p>…/…</p>
<p>Σε αμπάρια,<br />που ξέχασαν για πάντα το μπαρούτι,<br />τα θωρηκτά<br />κουβαλούν στα ήσυχα λιμάνια<br />σωρούς λαμπερά μπιχλιμπίδια.</p>
<p>Ποιον τρομάζουν των κανονιών οι μπάντες-<br />αυτά,<br />τα τόσο συνεσταλμένα,<br />διαμέλιζαν κάποτε ανθρώπους;<br />Αυτά<br />που μπροστά στο σπίτι<br />στο ξάγναντο,<br />τόσο ειρηνικά<br />τσιμπολογούν χορτάρι.</p>
<p>Κοιτάτε,<br />δεν είναι ούτε γι’ αστείο,<br />ούτε για γέλια —<br />στη μέση της μέρας<br />ήσυχα,<br />ζευγαρωτά<br />τσάροι-νταήδες<br />περπατάνε με τη φροντίδα νταντάδων.</p>
<p>Γη,<br />από πούθε τέτοια αγάπη για μας;<br />Φαντάσου —<br />εκεί<br />κάτω απ’ το δέντρο<br />είδαν<br />με τον Κάιν<br />να παίζει ντάμα ο Χριστός.<br />Δεν βλέπεις,<br />μισοκλείνεις τα μάτια, ψάχνεις;<br />Ματάκια &#8211; χαραμάδες δυο.<br />Πιο ανοιχτά!<br />Κοίτα<br />τις δικές μου ματάρες —<br />είναι σαν καθεδρικού ναού ορθάνοιχτες πύλες.</p>
<p>Άνθρωποι!<br />Αγαπημένοι<br />μη αγαπημένοι,<br />γνωστοί<br />άγνωστοι,<br />μέσα από τις πύλες τούτες σε πλατιά πομπή περάστε.<br />Κι αυτός,<br />ελεύθερος,<br />αυτός για τον οποίο φωνάζω εγώ,<br />ο άνθρωπος —<br />έρχεται,<br />πιστέψτε με,<br />πιστέψτε!</p>
<p>1915-1916</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΡΩΣΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ  (2004)</span></strong></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΕΞΑΝΤΡ ΜΠΛΟΚ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΓΝΩΣΤΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> Το βράδυ πάνω απ’ τις ταβέρνες</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο ζεστός αγέρας άγριος και πνικτικός,</span><br /><span style="color: #000000;"> Σκορπά παντού κουβέντες μεθυσμένες</span><br /><span style="color: #000000;"> Άνεμος της σήψης ανοιξιάτικος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιο πέρα, σε δρομάκια που η σκόνη τα γεμίζει,</span><br /><span style="color: #000000;"> Πάνω απ’ την πλήξη σπιτιών εξοχικών,</span><br /><span style="color: #000000;"> Το κουλούρι στο ψωμάδικο μόλις χρυσίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ακούγεται το κλάμα των παιδιών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κάθε βράδυ πάνω στις γραμμές των τρένων,</span><br /><span style="color: #000000;"> Φορώντας τα καπέλα τους στραβά,</span><br /><span style="color: #000000;"> Γυναικάδες περπατούν με ύφος ερωτευμένων</span><br /><span style="color: #000000;"> Γυναίκες κρατώντας αγκαλιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω από τη λίμνη τρίζουν τα κουπιά</span><br /><span style="color: #000000;"> Και μια γυναίκα μακριά στριγκλίζει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στον ουρανό συνηθισμένοι σε όλα αυτά</span><br /><span style="color: #000000;"> Και το φεγγάρι δίχως νόημα στριφογυρίζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κάθε βράδυ ο φίλος μου ο μοναδικός</span><br /><span style="color: #000000;"> Μες στο ποτήρι μου είναι καθισμένος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Απ’ το μυστήριο υγρό είναι κι αυτός</span><br /><span style="color: #000000;"> Όπως κι εγώ, σκλάβος και ζαλισμένος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα τραπεζάκια τα διπλανά</span><br /><span style="color: #000000;"> Στέκουν οι σερβιτόροι και νυστάζουν</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι οι μεθυσμένοι με μάτια μισάνοιχτα</span><br /><span style="color: #000000;"> «In vino veritas» φωνάζουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και κάθε βράδυ, σε ώρα τακτική,</span><br /><span style="color: #000000;"> (Ή μήπως τ’ ονειρεύομαι κάθε φορά;)</span><br /><span style="color: #000000;"> Στα μετάξια τυλιγμένη, με λαμπρό κορμί,</span><br /><span style="color: #000000;"> Απ το θαμπό παράθυρο περνά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσ’ απ’ τους μεθυσμένους αργοδιαβαίνοντας,</span><br /><span style="color: #000000;"> Πάντα με δίχως συνοδούς, μονάχη</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι αρώματα και δρόσους αναδίνοντας</span><br /><span style="color: #000000;"> Στου παραθύρου κάθεται την άκρη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αναδίνουν μύθους αρχαίους</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα μετάξια της τα στητά,</span><br /><span style="color: #000000;"> Το καπέλο με τα φτερά του πάθους,</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα δαχτυλίδια στα δάχτυλα τα λεπτά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απ’ την παράξενη ομορφιά της μαγεμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> Πίσω απ’ το δίχτυ κοιτώ το σκοτεινό·</span><br /><span style="color: #000000;"> Σε μαγεμένη όχθη βρίσκομαι χαμένος,</span><br /><span style="color: #000000;"> Σε μαγεμένο πλανιέμαι ωκεανό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μυστικά μου αποκαλύφθηκαν κρυφά,</span><br /><span style="color: #000000;"> Τον ήλιο του κάποιος μου έχει δώσει</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ως της ψυχής μου τα σωθικά</span><br /><span style="color: #000000;"> Η στυφάδα του κρασιού έχει απλώσει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φτερά στρουθοκαμήλου γέρνοντας</span><br /><span style="color: #000000;"> Μες στο κεφάλι μου κουνιούνται</span><br /><span style="color: #000000;"> Και μάτια γαλανά, στο βάθος φεύγοντας,</span><br /><span style="color: #000000;"> Σε όχθες μακρινές πλανιούνται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θησαυρό έχω στην ψυχή κρυμμένο</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι έχω εγώ μονάχα το κλειδί!</span><br /><span style="color: #000000;"> Έχεις δίκιο, τέρας μεθυσμένο,</span><br /><span style="color: #000000;"> Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στο κρασί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">24 Απριλίου, 1906, Οξιόρκι</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΣΙΠ ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αϋπνία. Όμηρος. Τεντωμένα τα πανιά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τον κατάλογο των καραβιών διάβασα ως τη μέση:</span><br /><span style="color: #000000;"> Τούτη η μακρά ουρά, τούτο το τρένο γερανών</span><br /><span style="color: #000000;"> Που πέρασε κάποτε πάνω απ’ την Ελλάδα…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπως το «νι» που σχηματίζει σμάρι γερανών σε ξένα σύνορα,</span><br /><span style="color: #000000;"> Θεϊκός αφρός στις κεφαλές των βασιλιάδων —</span><br /><span style="color: #000000;"> Πλέγετε για πού; Με δίχως την Ελένη</span><br /><span style="color: #000000;"> Η Τροία τι θα ‘ταν για σας, άντρες Αχαιοί;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι η θάλασσα κι ο Όμηρος — όλα κινούνται απ΄ την αγάπη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιος θα μ’ ακούσει; Ο Όμηρος σιωπά</span><br /><span style="color: #000000;"> Μαγεμένη, όλο βουίζει η Μαύρη Θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> Και με βρόντο βαρύ πλησιάζει το προσκέφαλό μου.</span></p>
<p style="padding-left: 360px;"><span style="color: #000000;">1915</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΒΕΛΙΜΙΡ ΧΛΕΠΝΙΚΟΒ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΜΝΟΤΟΠΟΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> Στους θαμνότοπους ακούγονταν ήχοι</span><br /><span style="color: #000000;"> Κουδούνιζε και μούγκριζε το δάσος</span><br /><span style="color: #000000;"> Ώστε</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο κυνηγός το ζώο να πετύχει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γιατί με τόσο κόπο το ελάφι, το ελάφι</span><br /><span style="color: #000000;"> Στα κέρατά του μεταφέρει την αγάπη;</span><br /><span style="color: #000000;"> Στο μηρό βυθίστηκε του βέλους ο χαλκός,</span><br /><span style="color: #000000;"> Αλάθευτος στάθηκε ο υπολογισμός.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τώρα τα πόδια του στη γη θα τσακιστούνε,</span><br /><span style="color: #000000;"> Το θάνατό του θα προαισθανθεί</span><br /><span style="color: #000000;"> Και τα’ άλογα φλύαρα θα πούνε:</span><br /><span style="color: #000000;"> «Παλικάρια άδικα δεν κουβαλούμε!»</span><br /><span style="color: #000000;"> Άδικα με των κινήσεών του τη χάρη προσπαθεί</span><br /><span style="color: #000000;"> Και του προσώπου του την κάπως κοριτσίστικη ομορφιά</span><br /><span style="color: #000000;"> Απ’ τους διώχτες του λύτρωση να βρει</span><br /><span style="color: #000000;"> που με τ’ ακόντια κυνηγούνε το φυγά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το χνώτο των αλόγων όλο και πιο κοντά,</span><br /><span style="color: #000000;"> Όλο κρεμάζονται τα κέρατα πιο χαμηλά,</span><br /><span style="color: #000000;"> Του τόξου το τρέμουλο ακούγεται πιο συχνά</span><br /><span style="color: #000000;"> Και δεν έχει, δεν έχει σωτηρία καμιά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα ξαφνικά απ το σβέρκο του προβάλλει χαίτη</span><br /><span style="color: #000000;"> Και κοφτερά σαγόνια δείχνει λιονταρίσια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μ΄ άγρια νύχια παίζοντας τους άγγιξε με τρόπο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χωρίς διαμαρτυρίες και φωνές περίσσιες</span><br /><span style="color: #000000;"> Στα φέρετρά τους ξάπλωσαν μονάχοι</span><br /><span style="color: #000000;"> Ενώ αυτό στεκότανε μ ανάστημα αφέντη —</span><br /><span style="color: #000000;"> Γύρω φαινόντουσαν να σέρνονται οι σκλάβοι.</span></p>
<p style="padding-left: 330px;"><span style="color: #000000;">1910</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ «ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ»</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ας είναι όσο θέλετε μακριά η αναμονή –</span><br /><span style="color: #000000;"> το βλέπω καθαρά,</span><br /><span style="color: #000000;"> καθαρά καθώς παραίσθηση</span><br /><span style="color: #000000;"> τόσο</span><br /><span style="color: #000000;"> που μου φαίνεται –</span><br /><span style="color: #000000;"> από τη ρίμα τούτη να γλυτώσω</span><br /><span style="color: #000000;"> και θα τρέξω</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω στο στίχο</span><br /><span style="color: #000000;"> σε καταπληκτική ζωή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Εγώ τάχα θα ρωτώ –</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι τούτο;</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι κείνο;!</span><br /><span style="color: #000000;"> Βλέπω,</span><br /><span style="color: #000000;"> βλέπω καθαρά, με κάθε λεπτομέρεια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αγέρας στον αγέρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως πέτρα σε πέτρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> απρόσιτο στη φθορά και στη σήψη</span><br /><span style="color: #000000;"> λάμποντας</span><br /><span style="color: #000000;"> υψώνεται αιώνες</span><br /><span style="color: #000000;"> το εργαστήρι των ανθρώπινων αναστάσεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να τον,</span><br /><span style="color: #000000;"> πλατυμέτωπος,</span><br /><span style="color: #000000;"> ήρεμος χημικός</span><br /><span style="color: #000000;"> πριν απ’ το πείραμα τα φρύδια του σουφρώνει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στο βιβλίο —</span><br /><span style="color: #000000;"> «Όλη η γη» —</span><br /><span style="color: #000000;"> ψάχνει για όνομα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αιώνας εικοστός</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποιον ν΄ αναστήσει;</span><br /><span style="color: #000000;"> – Ο Μαγιακόφσκι εδώ…</span><br /><span style="color: #000000;"> Ας ψάξουμε για πιο λαμπρές φιγούρες, —</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν είναι αρκετά ωραίος ποιητής –</span><br /><span style="color: #000000;"> Φωνάζω εγώ</span><br /><span style="color: #000000;"> από τούτη να</span><br /><span style="color: #000000;"> τούτη τη σελίδα.</span><br /><span style="color: #000000;"> — Μη γυρίζεις τις σελίδες!</span><br /><span style="color: #000000;"> Ανάστησε εμένα!</span><br /><span style="color: #000000;"> …………………………………………………………………….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανάστησέ με</span><br /><span style="color: #000000;"> τουλάχιστον γιατί</span><br /><span style="color: #000000;"> εγώ</span><br /><span style="color: #000000;"> ποιητής</span><br /><span style="color: #000000;"> σε πρόσμενα</span><br /><span style="color: #000000;"> παραμερίζοντας της καθεμέρας τη ρουτίνα!</span></p>
<p style="padding-left: 300px;"><span style="color: #000000;">1923</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">* * *</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ το αίνιγμα το μυστικό του νύχι έχει ρίξει.</span><br /><span style="color: #000000;"> — Είναι αργά, όμως θα κοιμηθώ, παρά το φως αυτό να μελετώ.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όσο θα κοιμούμαι, την αγαπημένη μου ν’ αγγίξει</span><br /><span style="color: #000000;"> Κανένας δεν μπορεί, ούτε και ν΄ αγκαλιάσει όπως εγώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς σ’ άγγιζα! Ακόμα και των χειλιών μου ο χαλκός</span><br /><span style="color: #000000;"> Σ΄ άγγιζε έτσι, όπως την αίθουσα αγγίζει η τραγωδία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ήταν σαν καλοκαίρι το φιλί μου, κυλούσε αργός ρυθμός</span><br /><span style="color: #000000;"> Και μόνο ύστερα από ώρα πολλή ξέσπασε η καταιγίδα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έπινα σαν τα πουλιά, μέχρι που τις αισθήσεις μου έχανα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Απ’ το λαιμό στον οισοφάγο αργά κυλούσανε τ΄ αστέρια,</span><br /><span style="color: #000000;"> Τρομαγμένα τ΄ αηδόνια τα μάτια τους έπαιρναν,</span><br /><span style="color: #000000;"> Σταγόνα – σταγόνα νιώθοντας του θόλου τα σκοτάδια.</span></p>
<p style="padding-left: 390px;"><span style="color: #000000;">1918</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΕΡΓΚΕΪ ΓΕΣΕΝΙΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">* * *</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο ξύπνα με νωρίς,</span><br /><span style="color: #000000;"> Υπομονετική μου μάνα!</span><br /><span style="color: #000000;"> Φίλος ακριβός θα ΄ρθει</span><br /><span style="color: #000000;"> Από μακριά κοντά μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο δάσος είδα στο φως της μέρας</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα σημάδια πλατιών τροχών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάτω απ΄ τα σύννεφα ο αγέρας</span><br /><span style="color: #000000;"> Το χρυσό του σφυρίζει αυλό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αύριο την αυγή θα ορίσει</span><br /><span style="color: #000000;"> Με το καπέλο σκύβοντας κάτω απ’ το θάμνο</span><br /><span style="color: #000000;"> Και τ’ άλογο παίζοντας θα κουνήσει</span><br /><span style="color: #000000;"> Την ουρά του πάνω απ’ τον κάμπο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξύπνα με αύριο νωρίς,</span><br /><span style="color: #000000;"> Φώτισε την καλύβα τη φτωχή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σύντομα λένε θα με δεις</span><br /><span style="color: #000000;"> Μεγάλο Ρώσο ποιητή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα τραγουδήσω εσένα και τον ξένο,</span><br /><span style="color: #000000;"> Την καλύβα μας, το φούρνο, τη φοράδα</span><br /><span style="color: #000000;"> Και με τα τραγούδια μου θα ρέει μυρωμένο</span><br /><span style="color: #000000;"> Το γάλα από την ξανθή σου αγελάδα.</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span style="color: #000000;">1917</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΡΣΕΝΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γιορτάζαμε σαν των Θεοφανείων τη γιορτή</span><br /><span style="color: #000000;"> Των ραντεβού μας την κάθε μια στιγμή,</span><br /><span style="color: #000000;"> Μόνοι σ’ όλο τον κόσμο. Ήσουν πιο δυνατή</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ανάλαφρη από φτερό πουλιού,</span><br /><span style="color: #000000;"> Πάνω στη σκάλα, σαν τρελή,</span><br /><span style="color: #000000;"> Έτρεχες κι οδηγούσες με χαρά</span><br /><span style="color: #000000;"> Μέσ’ από την υγρή την πασχαλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> Στην άλλη άκρη του καθρέφτη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σαν ήρθε η νύχτα ήτανε για με χαρά</span><br /><span style="color: #000000;"> Δοσμένη. Οι πύλες ανοιχτές του ιερού</span><br /><span style="color: #000000;"> Και στο σκοτάδι φώτιζε απαλά</span><br /><span style="color: #000000;"> Η γύμνια κι έσκυβε σιγαλά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και ξυπνώντας – «ας είσαι ευλογημένη!»–</span><br /><span style="color: #000000;"> Είπα κι ήξερα ότι η ευλογία τούτη</span><br /><span style="color: #000000;"> Παράτολμη ήταν. Κοιμόσουν κι απ’ τα βλέφαρα</span><br /><span style="color: #000000;"> Του σύμπαντος του γαλανού αγγιγμένη</span><br /><span style="color: #000000;"> Απλωνότανε σε σένα απ΄ το τραπέζι η πασχαλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> Και τα γαλαζοταραγμένα βλέφαρα ήσυχα ήταν</span><br /><span style="color: #000000;"> Και ζεστό το χέρι απλωνότανε απαλά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο κρύσταλλο χτυπούσαν τα ποτάμια,</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάπνιζαν τα βουνά, αχνόφεγγαν οι θάλασσες</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι εσύ κρατούσες την υδρόγειο στην παλάμη</span><br /><span style="color: #000000;"> Κρυσταλλένια και κοιμόσουνα στο θρόνο</span><br /><span style="color: #000000;"> Και Θεέ μου – ήσουνα δικιά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξύπνησες εσύ και μεταμόρφωσες</span><br /><span style="color: #000000;"> Τ΄ ανθρώπινο λεξιλόγιο το καθημερινό</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι ο λόγος παντοδύναμος ορθώθηκε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μίλησες κι η λέξη «εσύ» πλάτυνε</span><br /><span style="color: #000000;"> Και νέο νόημα πήρε: «βασιλιά».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλα στον κόσμο μεταβλήθηκαν, ακόμη</span><br /><span style="color: #000000;"> Πράγματα καθημερινά – λεκάνη, βάζο, – όταν</span><br /><span style="color: #000000;"> Στεκότανε ανάμεσά μας σαν φρουρός</span><br /><span style="color: #000000;"> Σκληρό σαν μέταλλο απλωμένο το νερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τραβούσαμε στ΄ άγνωστο αντάμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μπροστά μας παραμέριζαν, καθώς οφθαλμαπάτες</span><br /><span style="color: #000000;"> Πόλεις χτισμένες μ΄ ένα θαύμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> Το χόρτο έγερνε στα πόδια μας</span><br /><span style="color: #000000;"> Και τα πουλιά ακολουθούσανε στο δρόμο μας</span><br /><span style="color: #000000;"> Και στα μάτια μας μπροστά γύριζε ο ουρανός…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">΄Οταν η μοίρα σαν τρελή μας ακολουθούσε</span><br /><span style="color: #000000;"> Στα χέρια της κρατώντας το ξυράφι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΤΡΕΪ ΒΟΖΝΕΣΕΝΣΚΙ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΕΡΛΙΝ ΜΟΝΡΟΕ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι η Μέρλιν, η Μέρλιν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είμαι ηρωίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> της αυτοκτονίας και της ηρωίνης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι δάλιες μου για ποιον να καίνε;</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα τηλέφωνά με ποιον μιλούν;</span><br /><span style="color: #000000;"> Στο ιματοφυλάκιο ποιος θορυβεί;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αβάσταχτο,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αβάσταχτο, να μην ερωτευτείς,</span><br /><span style="color: #000000;"> αβάσταχτο, στις αγριόλευκες να μη χωθείς,</span><br /><span style="color: #000000;"> η αυτοκτονία αβάσταχτη,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα πιο αβάσταχτη</span><br /><span style="color: #000000;"> η ζωή!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεπουλήματα.. Μούτρα. Σαν πουλάρι χλιμιντρίζει ο διευθυντής..</span><br /><span style="color: #000000;"> (Θυμούμαι τη Μέρλιν,</span><br /><span style="color: #000000;"> την κοιτούσαν τ’ αυτοκίνητα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πάνω στην εκατοντάμετρη οθόνη,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο βιβλικό ουρανό,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στην αφθονία των αστεριών,</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω από τη στέππα των μικρών ρεκλάμων</span><br /><span style="color: #000000;"> ανάπνεε η Μέρλιν,</span><br /><span style="color: #000000;"> την αγαπούσαν…</span><br /><span style="color: #000000;"> Εξαντλούνται, φεύγουν τ’ αυτοκίνητα.</span><br /><span style="color: #000000;"> (Αβάσταχτο),</span><br /><span style="color: #000000;"> αβάσταχτο</span><br /><span style="color: #000000;"> με το πρόσωπο στο κάθισμα με τη σκυλίσια μυρωδιά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αβάσταχτο</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν είναι με τη βία</span><br /><span style="color: #000000;"> και με τη θέλησή σου – πιο αβάσταχτο!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αβάσταχτο να ζεις δίχως να σκέφτεσαι,</span><br /><span style="color: #000000;"> πιο αβάσταχτο να εμβαθύνεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πού είναι η πίστη μας; Μας ξεγέλασαν,</span><br /><span style="color: #000000;"> Η ύπαρξη είναι – αυτοκτονία,</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτοκτονία να πολεμάς με τη βρομιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτοκτονία να συμφιλιωθείς μαζί της,</span><br /><span style="color: #000000;"> αβάσταχτο, να ΄σαι χωρίς ταλέντο,</span><br /><span style="color: #000000;"> μα όταν έχεις ταλέντο – πιο αβάσταχτο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σκοτωνόμαστε να κάνουμε καριέρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> λεφτά, ηλιοκαμένες ερωμένες…</span><br /><span style="color: #000000;"> Είμαστε ηθοποιοί</span><br /><span style="color: #000000;"> και δε θα ζήσουμε με τους απογόνους</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οι σκηνοθέτες – όλοι καθάρματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πνίγουμε τους αγαπημένους μας στις αγκαλιές μας</span><br /><span style="color: #000000;"> και αποτυπώνονται τα μαξιλάρια στα νεανικά τους πρόσωπα</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς σημάδια από λάστιχα τροχών,</span><br /><span style="color: #000000;"> αβάσταχτο,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αχ, γιατί γεννούν οι μάνες•</span><br /><span style="color: #000000;"> Το ‘ξερε η μάνα μου πως θα με λιώναν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ω, ο αέρας του κινηματοαστέρα</span><br /><span style="color: #000000;"> Είναι αδύνατη η απομόνωση</span><br /><span style="color: #000000;"> στο μετρό,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο τρόλεϊ,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο κατάστημα –</span><br /><span style="color: #000000;"> «Γεια σας, είστε εσείς!» – και κοιτούν αποχαυνωμένοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αβάσταχτο όταν είμαστε γυμνοί</span><br /><span style="color: #000000;"> σ΄ όλες τις αφίσες, σ’ όλες τις εφημερίδες</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όταν ξεχνώντας</span><br /><span style="color: #000000;"> πως έχεις καρδιά</span><br /><span style="color: #000000;"> σε κάνουν περιτύλιγμα για ρέγγες,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τσαλακώνεται το πρόσωπο,</span><br /><span style="color: #000000;"> σχίζονται τα μάτια…</span><br /><span style="color: #000000;"> (Πόσο σκληρό να θυμάσαι στη «Γαλλική Ομπσέρβερ»</span><br /><span style="color: #000000;"> τη φωτογραφία σου με πρόσωπο</span><br /><span style="color: #000000;"> όλο αυτοσιγουριά</span><br /><span style="color: #000000;"> στην άλλη πλευρά της νεκρής Μέρλιν!).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο παραγωγός φωνάζει, τρώγοντας ένα γλύκισμα:</span><br /><span style="color: #000000;"> «Είστε χάρμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> έχετε ένα μέτωπο σα χάντρα»!</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα ξέρετε μήπως τι μυρίζει η χάντρα!</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτοκτονία!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτόχειρες – μηχανόβιοι φοβεροί,</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτόχειρες τρέχουν να σκοτωθούν ,</span><br /><span style="color: #000000;"> από τις λάμψεις των φλας χλωμοί οι υπουργοί, –</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτόχειρες,</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτόχειρες</span><br /><span style="color: #000000;"> προχωρεί η παγκόσμια Χιροσίμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> αβάσταχτο,</span><br /><span style="color: #000000;"> αβάσταχτο όλο να καρτεράς,</span><br /><span style="color: #000000;"> για να ‘ρθει,</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ακόμα –</span><br /><span style="color: #000000;"> ανεξήγητα αβάσταχτη</span><br /><span style="color: #000000;"> στα χέρια της βενζίνης η βρόμα!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αβάσταχτα</span><br /><span style="color: #000000;"> λάμπουν στο γαλάζιο ακέραια</span><br /><span style="color: #000000;"> τα πορτοκάλια σου τα’ αποχαιρετιστήρια…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι γυναίκα αδύναμη. Θ΄ αλλάξω μήπως;</span><br /><span style="color: #000000;"> Καλύτερα τώρα – τώρα αμέσως!</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span style="color: #000000;">1963</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΕΒΤΟΥΣΙΕΝΚΟ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΙΑΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΟΝΤΓΟΥΕΪ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είπε μια ηθοποιός του Μπρόντγουεϊ</span><br /><span style="color: #000000;"> καταρρέοντας, σαν την αρχαία Τροία:</span><br /><span style="color: #000000;"> «Δεν υπάρχει ρόλος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος, που να δώσω την ψυχή μου!</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει τέτοιος ρόλος,</span><br /><span style="color: #000000;"> που να χύσω όλα τα δάκρυά μου!</span><br /><span style="color: #000000;"> Παρά τέτοια ζωή καλύτερα</span><br /><span style="color: #000000;"> να χαθείς σ΄ άγονη γη…</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει ρόλος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Το Μπρόντγουεϊ τρέμει σαν καπέλο στο κεφάλι του κλέφτη…</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει ρόλος,</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν υπάρχει ρόλος</span><br /><span style="color: #000000;"> ανάμεσα σ΄ εκατοντάδες ρόλους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πνιγόμαστε με δίχως ρόλους…</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχουν μεγάλοι συγγραφείς!</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι οι κλασικοί ιδροκοπούν</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς ναυαγοσώστες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα τι ξέραν εκείνοι</span><br /><span style="color: #000000;"> για τη Χιροσίμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> για τους θανάτους αθώων,</span><br /><span style="color: #000000;"> τους δικούς μας πόνους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μήπως όλα αυτά δε θέλουν έκφραση;</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχουν ρόλοι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δίχως ρόλο —</span><br /><span style="color: #000000;"> είσαι σάμπως δίχως πυξίδα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ξέρεις πόσο είναι τρομερό το φως</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν μαζεύεται μέσα σου</span><br /><span style="color: #000000;"> ολοένα</span><br /><span style="color: #000000;"> και διέξοδος δεν υπάρχει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ορίστε – τουρνέ.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ορίστε – ανέσεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι ρόλοι πιασμένοι</span><br /><span style="color: #000000;"> και πετάνε ρολάκια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πίνω…</span><br /><span style="color: #000000;"> Το ξέρω πως είναι ανώφελο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα τι να κάνω,</span><br /><span style="color: #000000;"> με δίχως κοινό, με δίχως ρόλο!</span><br /><span style="color: #000000;"> Πίνει κάπου ο εργάτης</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα απ’ το θαμπό ποτήρι…</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει ρόλος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Πίνει ο γεωργός,</span><br /><span style="color: #000000;"> στενάζοντας από αδυναμία και πόνο…</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει ρόλος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι το μαχαίρωσαν οι φίλοι του</span><br /><span style="color: #000000;"> από πλήξη…</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει ρόλος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Σιωπώντας για κτηνώδεις φόνους,</span><br /><span style="color: #000000;"> παθιασμένα φωνάζει κάποιος στο διαιτητή</span><br /><span style="color: #000000;"> μα πού;</span><br /><span style="color: #000000;"> στο ποδόσφαιρο…</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν υπάρχει ρόλος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Δίχως ρόλο η ζωή είναι φθορά και μόνο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είμαστε όλοι διάνοιες μέσα στη μήτρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όμως πεθαίνουν τόσες ιδιοφυΐες</span><br /><span style="color: #000000;"> στην ανυπαρξία ρόλου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δε ζητώ το αίμα κανενός –</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα ρόλο</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο</span><br /><span style="color: #000000;"> ζητώ»!</span></p>
<p style="padding-left: 210px;"><span style="color: #000000;">1967</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τηλέμαχέ μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο Τρωικός πόλεμος</span><br /><span style="color: #000000;"> τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θα πρέπει να ‘ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς</span><br /><span style="color: #000000;"> αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…</span><br /><span style="color: #000000;"> Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,</span><br /><span style="color: #000000;"> σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί</span><br /><span style="color: #000000;"> χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο..</span><br /><span style="color: #000000;"> Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,</span><br /><span style="color: #000000;"> τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρώμικο νησί,</span><br /><span style="color: #000000;"> θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,</span><br /><span style="color: #000000;"> πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,</span><br /><span style="color: #000000;"> χόρτα και πέτρες… Γλυκέ Τηλέμαχε,</span><br /><span style="color: #000000;"> όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό</span><br /><span style="color: #000000;"> αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,</span><br /><span style="color: #000000;"> το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δε θυμάμαι,, πώς τέλειωσε ο πόλεμος</span><br /><span style="color: #000000;"> και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμούμαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί</span><br /><span style="color: #000000;"> που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όμως μπορεί και να ‘χε δίκιο. Χωρίς εμένα</span><br /><span style="color: #000000;"> από τα Οιδιπόδεια πάθη γλύτωσες,</span><br /><span style="color: #000000;"> κι είναι, Τηλέμαχέ μου, αθώα τα όνειρά σου.</span></p>
<p style="padding-left: 330px;"><span style="color: #000000;">1972</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΓXΡΟΝΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ  (2010)<br /></span></strong><strong><span style="color: #000000;"> ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ</span></strong></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΧΜΕΤ ΚΑΝΣΟΥ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">VERUM DICERE</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> (Να λες την αλήθεια)</span><br /><span style="color: #000000;"> Όταν προφέρω τ’ όνομά σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> απαντώντας στην ερώτηση κάποιου αγνώστου,</span><br /><span style="color: #000000;"> μια παρατεταμένη σιωπή παίρνει μορφή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ΄ αυτό το διάστημα το ποίημα αρχίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> να σαλεύει, ύστερα μετατρέπεται σε λέξεις</span><br /><span style="color: #000000;"> ή, τίποτε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τη σκιά που έπεφτε πίσω μου</span><br /><span style="color: #000000;"> μια σταθερή φωνή ψιθύρισε : «κι εγώ</span><br /><span style="color: #000000;"> το ίδιο σκέφτομαι όπως κι εσύ».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καθώς περπατούσαμε πλάι πλάι</span><br /><span style="color: #000000;"> είπε και πάλι: «Εγώ δεν είμαι η σκιά σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> επιστρέφω εδώ κάθε φορά που ακούω τ’ όνομά μου</span><br /><span style="color: #000000;"> για να ξεφύγω απ’ τη σιωπή».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΦΙΚΡΕΤ ΝΤΕΜΙΡΑΓ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΜΕ ΒΗΜΑΤΑ ΧΟΡΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> Στις άκριες δύο διασταυρωνόμενων ουράνιων τόξων</span><br /><span style="color: #000000;"> Ανγκόνα! Θελέτρα! Κάτω πέτρα! Διόριγος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Το φως έπεφτε απάνω τους κάποτε άγιο κάποτε σκληρό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα πατήματά μου στο χώμα τους: Μπάτα, μπότες, Αντίντας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα μυστικά της ζωής μου είναι τα χαμένα μου πνεύμα που</span><br /><span style="color: #000000;"> περιπλανιούνται τριγύρω.</span><br /><span style="color: #000000;"> Βρίσκομαι σε τόπο όπου η ελονοσία της βαρβαρότητας απλώνεται,</span><br /><span style="color: #000000;"> πεθαίνω μα δεν μπορώ να γίνω το ίδιο σκληρός,</span><br /><span style="color: #000000;"> ό, τι κουβαλώ μαζί μου είναι η χαμένη μου μνήμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περπατώ πάνω στη γη με βήματα χορού</span><br /><span style="color: #000000;"> σάμπως πάνω στα κλειδοκύμβαλα του πιάνου,</span><br /><span style="color: #000000;"> Θέλω να φυτέψω ποιήματα να στεγνώσω τα έλη,</span><br /><span style="color: #000000;"> φτερωτούς ρυθμούς να ελευθερώσω απ’ τις χορδές της ψυχής μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> να βρω το χαμένο μου όνομα να το φορέσω</span><br /><span style="color: #000000;"> καθώς στέμμα στο κεφάλι μου και να βαδίσω</span><br /><span style="color: #000000;"> ενάντια σ’ αυτούς που με σκλάβωσαν και με παρέδωσαν σκλάβο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δε θέλω να βαραίνουν την ψυχή μου οι πληγές του σταυρού</span><br /><span style="color: #000000;"> ή της ημισελήνου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θέλω να ζήσω τη ζωή μου φορτωμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> με τις πληγές της Αγάπης και της Ποίησης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όταν το αίμα μου χυθεί</span><br /><span style="color: #000000;"> να κυλήσει με τους ήχους της λύρας</span><br /><span style="color: #000000;"> και να τρέξει στο ιερό της Αγάπης και της Ποίησης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μαζί με τις γάτες, τα σκυλιά και τα γεράνια μου</span><br /><span style="color: #000000;"> να κοιτάζω τις νύχτες του καλοκαιριού το δικό μου αστέρι</span><br /><span style="color: #000000;"> με την ευχή ως άνθρωπος να μεγαλώσω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Της ειρήνης το αστέρι και της αγάπης να λάμπει στον ουρανό.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΖΕΚΙ ΑΛΙ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΘΑΛΑΣΣΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> Είμαι εδώ,</span><br /><span style="color: #000000;"> γαλάζιος σα θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> μες στην παλίρροια της.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ξέρω πως δε με ξέχασες,</span><br /><span style="color: #000000;"> πως έχεις υποχρεώσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> για την ευτυχία άλλων ανθρώπων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ στη σκοτεινή άμμο</span><br /><span style="color: #000000;"> τα βήματα του χρόνου</span><br /><span style="color: #000000;"> δε φαίνονται, όμως τα αισθάνεσαι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάτω απ’ τα γυμνά μου πόδια ένα τοπίο</span><br /><span style="color: #000000;"> που βυθίζεται στη μνήμη</span><br /><span style="color: #000000;"> χιλιάδων εκλείψεων του φεγγαριού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα βογκητό κατηφορίζει απ’ το βουνό,</span><br /><span style="color: #000000;"> ίσως μια λύρα μακρινή να συναντά μια ανθρώπινη φωνή,</span><br /><span style="color: #000000;"> είτε ένα μοναχικό αγριοκάτσικο, που ξέμεινε</span><br /><span style="color: #000000;"> κατά τις μέρες του άγριου κυνηγητού.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο ήχος ανεβαίνει και κατεβαίνει</span><br /><span style="color: #000000;"> στην παλίρροια και την άμπωτη της σκοτεινής θάλασσας,</span><br /><span style="color: #000000;"> σκοτεινής σαν το αποχαιρετιστήριο άγγιγμά σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα χέρια σου που παίζουν μια αόρατη λύρα</span><br /><span style="color: #000000;"> με λεπτές κινήσεις αποχαιρετισμού, κρύβοντας κάθε απολογία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τώρα τα κοχύλια είναι άδεια,</span><br /><span style="color: #000000;"> η Αφροδίτη είναι κλειδωμένη σ’ ένα μουσείο</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω από άδεια βλέμματα</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς εμάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξέρω πως δε με ξέχασες,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξέρω πως οι μέρες της ευτυχίας σου πληρώνονται</span><br /><span style="color: #000000;"> απ’ όλους εκείνους που μαγεύεις με τη χάρη σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έχω άσπρες πέτρες μες στην τσέπη μου</span><br /><span style="color: #000000;"> που προσπαθούν τη μοναξιά μου ν΄ απαλύνουν</span><br /><span style="color: #000000;"> συνομιλώντας μεταξύ τους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η σκιά μου μού λέει</span><br /><span style="color: #000000;"> πως εγώ είμαι ο πιο πραγματικός</span><br /><span style="color: #000000;"> απ’ όλα τα φαντάσματα τις ακροθαλασσιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως δε θα μπορούσα να γίνω τόσο πραγματικός</span><br /><span style="color: #000000;"> ώστε να σε συναντήσω ξανά, αντί να ονειρεύομαι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι εδώ,</span><br /><span style="color: #000000;"> να με καθοδηγεί το αστέρι του βορρά,</span><br /><span style="color: #000000;"> απογυμνωμένος απ’ όλα μου τα υπάρχοντα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είμαι εδώ</span><br /><span style="color: #000000;"> πιο γαλάζιος κι απ’ τη θάλασσα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάποτε ήμουν φίλος του Διόνυσου,</span><br /><span style="color: #000000;"> τώρα</span><br /><span style="color: #000000;"> δεν μπορώ να μεθύσω δίχως εσέ στην αγκαλιά μου.</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span style="color: #000000;">Αύγουστος 2003</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΧΜΕΤ ΓΙΑΣΙΝ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όταν βγήκαμε απ’ το καταφύγιο δεν αναγνωρίσαμε τη χώρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> είχαν αλλάξει οι ήχοι και τα χρώματα,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα ονόματα των δρόμων και των χωριών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πώς θα βρούμε τώρα το σπίτι μας;</span><br /><span style="color: #000000;"> Όπου περπατήσουμε είναι αδιέξοδος δρόμος</span><br /><span style="color: #000000;"> κομμένος με οδοφράγματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αρχίσαμε ν’ αναζητούμε γνωστά σημεία:</span><br /><span style="color: #000000;"> Το σχολείο βρισκόταν στη γωνιά… δίπλα στο μπαρ «Ατλαντίς»…</span><br /><span style="color: #000000;"> μετά τους τρεις μεγάλους πεύκους…</span><br /><span style="color: #000000;"> Στρατόπεδο χτίστηκε στη γωνιά, τα δέντρα είναι καμένα,</span><br /><span style="color: #000000;"> θα πρέπει να ονειρευτήκαμε την Ατλαντίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> ούτε σημάδι της δεν βρίσκεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μας έδωσαν άλλα σπίτια με τα πτώματά τους,</span><br /><span style="color: #000000;"> ήμασταν αρκούδες που γυρεύαμε κρύπτη για τη χειμέρια νάρκη,</span><br /><span style="color: #000000;"> με νέες ταυτότητες, νέα πιστοποιητικά γεννήσεως.</span><br /><span style="color: #000000;"> Συνεχίζαμε να λέμε «εμείς» – αλλά ποιοι «εμείς»;</span><br /><span style="color: #000000;"> Αν χαρακτηριζόμαστε μόνο ως το αντίθετο των… γειτόνων μας</span><br /><span style="color: #000000;"> υπήρξαμε, μήπως, πότε;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σάμπως να βρισκόμαστε σε ταξίδι στην Ανατολή</span><br /><span style="color: #000000;"> τρέχουμε στο λιμάνι με τη φωτογραφική μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> οι κάτοικοι μας πλησιάζουν,</span><br /><span style="color: #000000;"> τους φωνάζουμε «εσείς»</span><br /><span style="color: #000000;"> προσποιούμενοι πως αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα όταν πετούμε τα κράνη των στρατιωτών μας είμαστε γυμνοί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σηκώνω το τηλέφωνο ενός σπιτιού εγκαταλειμμένου στον πόλεμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> -Κανείς δεν απαντά, μήπως είναι όλοι νεκροί;-</span><br /><span style="color: #000000;"> Μήπως εγώ μόνος επέζησα απ’ αυτόν τον όχλο;</span><br /><span style="color: #000000;"> Οι γέροντες βρίσκουν παράξενους</span><br /><span style="color: #000000;"> αυτούς που μπαίνουν στις γραμμές των στίχων μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως ξεχασμένες επιγραφές σε παλιά ταφόπετρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε τέτοια καταστροφή μόνο η θάλασσα ίσως να δίνει ελπίδα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μέσα μου ακούω συνέχεια μια φωνή:</span><br /><span style="color: #000000;"> -Ποτέ δεν θα εξαλειφθούν οι Κύπριοι</span><br /><span style="color: #000000;"> από τούτο τον κήπο που ανθίζουν οι πορτοκαλιές.</span><br /><span style="color: #000000;"> Εμείς και η πατρίδα μας αναζητούμε τον εαυτό μας κι ένα διαβατήριο</span><br /><span style="color: #000000;"> για να περάσουμε τις πύλες του κόσμου.</span></p>
<p style="padding-left: 300px;"><span style="color: #000000;">Λευκωσία, 1984</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΝΕΣΙΕ ΓΙΑΣΙΝ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΜΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα λόγια σου κούρνιασαν στο στήθος μου</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν το πουλί στο κλαδί του</span><br /><span style="color: #000000;"> (πίσω σου έκλεισα το παράθυρό μου).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο γυάλινος έρωτάς μας θρυμματίστηκε,</span><br /><span style="color: #000000;"> το είδωλό του κολυμπά μες στο νερό,</span><br /><span style="color: #000000;"> το φιλί του πέταξε μακριά,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στον ύπνο μείνανε τα φώτα του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ποτήρι του κρασιού γεμάτο αίμα</span><br /><span style="color: #000000;"> χύθηκε ανάμεσά μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> αγκαλιαστήκαμε</span><br /><span style="color: #000000;"> τα ανάκατα μαλλιά μας πήρανε φωτιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> στο νόμο υποκύψαμε της σάρκας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θρύψαλα έγινε ο γυάλινος έρωτάς μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> η βασίλισσα των άγριων λουλουδιών</span><br /><span style="color: #000000;"> μάταια περίμενε το τηλεφώνημά σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα πλήκτρα έγραψαν στη γραφομηχανή:</span><br /><span style="color: #000000;"> «Ο έρωτας λερώθηκε», τελεία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τη νύχτα εκείνοι ξαγρυπνήσαμε κι οι δυο,</span><br /><span style="color: #000000;"> οι νεκροθάφτες πήρανε την πληρωμή τους,</span><br /><span style="color: #000000;"> φορτώθηκαν το φέρετρο του έρωτα</span><br /><span style="color: #000000;"> και η νεκρώσιμη πομπή ξεκίνησε με δάκρυα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο γυάλινος έρωτάς μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο γυάλινος έρωτάς μας</span><br /><span style="color: #000000;"> καιγότανε σαν το φιλί,</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν τέλειωσαν τα λόγια έσβησε στα μάτια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τα σώματά μας ματωμένα</span><br /><span style="color: #000000;"> συνεχίσαμε να κάνουμε έρωτα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όσο διαρκούσε η μουσική</span><br /><span style="color: #000000;"> κρατούσε και το πάθος</span><br /><span style="color: #000000;"> (ή μήπως ήτανε ψέμα κι αυτό;).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πρωί χτύπησε την πόρτα η σιωπή,</span><br /><span style="color: #000000;"> είπες πως δε θα ξανάρθεις πια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έσβησα τα φώτα</span><br /><span style="color: #000000;"> και ολόκληρη βυθίστηκα στη μοναξιά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο γυάλινος έρωτάς μας,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο γυάλινος έρωτάς μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το μυστικό μου φύλαξε</span><br /><span style="color: #000000;"> καθρέφτη της ψυχής μου!</span><br /><span style="color: #000000;"> Και μην κλαις!</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΥΜΙΤ ΙΝΑΤΣΙ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΕΝΑΡΙΟ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> 1.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι ωραία χείλη, τι ωραίο στήθος!</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι εξαίσιες καμπύλες στους γοφούς!</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι λαμπερό δέρμα και τι αύρα!</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένα παθιασμένο τσίμπημα στην κοιλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> έκανε τα δάχτυλα μου να τεντωθούν</span><br /><span style="color: #000000;"> κι εμένα να πηδήξω στο άλλο κανάλι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">2.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θάνατος, φωτιά, κραυγή, πληγή,</span><br /><span style="color: #000000;"> τι αποσύνθεση, τι αιμορραγία!</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάπου κάνουν πόλεμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλοι ελπίζουν στο Θεό,</span><br /><span style="color: #000000;"> τι κατατεμαχισμός, τι πτώση!</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένα αρχαίο σπαθί κόβει τη σάρκα μου</span><br /><span style="color: #000000;"> και η ψυχή μου τεντώνεται</span><br /><span style="color: #000000;"> και με κάνει να ριχτώ στον άλλο μου εαυτό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">3.</span><br /><span style="color: #000000;"> Από τους τοίχους των σπηλαίων στην οθόνη της TV,</span><br /><span style="color: #000000;"> από το κίτρινο δόρυ στις ατομικές βόμβες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι τεράστιο και τρομερό άλμα!</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι είναι αυτή η τρέλα της ανθρωπότητας!</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα νεύρα μου τεντώνονται</span><br /><span style="color: #000000;"> και με κάνουν να ριχτώ μέσα στο λάκκο μου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΕΒ ΑΝΤΙΛ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ξυπνάς ακόμη τις νύχτες</span><br /><span style="color: #000000;"> και σκέφτεσαι τι θα ‘παιρνες μαζί σου</span><br /><span style="color: #000000;"> αν έπρεπε να φύγεις</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλη μια φορά</span><br /><span style="color: #000000;"> κι άλλη μια φορά να ξαναρχίσεις;</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο κανόνας του πρόσφυγα:</span><br /><span style="color: #000000;"> μια βαλίτσα για τον καθένα,</span><br /><span style="color: #000000;"> δυο για την οικογένεια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μήπως θα πάρεις τα σημειωματάριά σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> τις φωτογραφίες;</span><br /><span style="color: #000000;"> Ποια από τα αγαπημένα σου παπούτσια;</span><br /><span style="color: #000000;"> Το καλό χειμερινό σακάκι, βέβαια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ίσως ένα απ’ τα περσικά χαλιά</span><br /><span style="color: #000000;"> -μα τότε δεν παίρνεις τίποτε άλλο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι θα διέσωζες;</span><br /><span style="color: #000000;"> Μήπως σε ταράζει ακόμη</span><br /><span style="color: #000000;"> η αντίθεση ανάμεσα στη νοοτροπία</span><br /><span style="color: #000000;"> του πολιορκημένου που αποθηκεύει τα πάντα</span><br /><span style="color: #000000;"> για κάθε απρόβλεπτη έλλειψη,</span><br /><span style="color: #000000;"> ακόμη και απομεινάρια παλιών κεριών</span><br /><span style="color: #000000;"> για την περίπτωση που θα κοπεί ξαφνικά</span><br /><span style="color: #000000;"> το ηλεκτρικό ρεύμα</span><br /><span style="color: #000000;"> και η λογική του πρόσφυγα</span><br /><span style="color: #000000;"> ότι μπορεί να κατέχει στ’ αλήθεια</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο μια βαλίτσα με αντικείμενα;</span><br /><span style="color: #000000;"> Όλα τα’ άλλα είναι τυχαία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όλα τα’ άλλα πρέπει να τα’ αφήσεις πίσω.</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span style="color: #000000;">1999</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΓΚΟYΡ ΓΚΕΝΤΣ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΧΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΝΕΡΟ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σκουπιδότοπος του έρωτα έγινε αυτό το νησί</span><br /><span style="color: #000000;"> απ’ τον καιρό της Αφροδίτης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα πόδια μας περιπλέκονται σε σπασμένες ρίζες</span><br /><span style="color: #000000;"> κι απομεινάρια κατακτητικών πολιτισμών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όταν προσπαθούμε να κινηθούμε</span><br /><span style="color: #000000;"> ερείπια και σπασμένα κόκαλα τρίζουν κάτω απ΄ τα πόδια μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το χώμα εδώ είναι βαρυφορτωμένο με θάνατο</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η λύτρωση δεν είναι η ποίηση,</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι το νερό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η κάψα λιώνει ακόμη και τις πέτρες</span><br /><span style="color: #000000;"> που κυλούνε μες στη θάλασσα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η ερωτική εισβολή ξένων γλωσσών</span><br /><span style="color: #000000;"> έκαψε τα χείλη μας σαν λιωμένος χαλκός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόση ποίηση για ένα τόπο τόσο μικρό</span><br /><span style="color: #000000;"> παρακαλώ μη γράφετε άλλο</span><br /><span style="color: #000000;"> φυτέψτε ένα δέντρο</span><br /><span style="color: #000000;"> φυτέψτε νερό.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΖΕΝΑΝ ΣΕΛΤΣΟΥΚ</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι ένα δέντρο, μια φοινικιά</span><br /><span style="color: #000000;"> σ’ ένα νεκροταφείο της Μεσαριάς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στη σκιά μου είναι θαμμένοι πολλοί πολιτισμοί</span><br /><span style="color: #000000;"> τα κόκαλά τους είναι οι ρίζες μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με πλοία που τα κωπηλατούσαν σαράντα σκλάβοι σγουρομάλληδες</span><br /><span style="color: #000000;"> με ‘φέρανε απ’ την Αίγυπτο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Με βάφτισε ένας Έλληνας με σκουλαρίκι,</span><br /><span style="color: #000000;"> μου έκανε περιτομή ένας Οθωμανός μπαρμπέρης,</span><br /><span style="color: #000000;"> παιδεραστής. Τις άνοιξες στην Αφροδίτη,</span><br /><span style="color: #000000;"> τους χειμώνες στο Ζήνωνα μαθήτευσα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορεί να μην το έχετε καταλάβει</span><br /><span style="color: #000000;"> εγώ ήμουν το μοντέλο για τους Λουζινιανούς αρχιτέκτονες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μια κληρονομιά από Βενετούς εμπόρους.</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι αυτή η χαριτωμένη γλώσσα που μιλώ, που αναζητά απόλαυση</span><br /><span style="color: #000000;"> Βυζαντινό-Ρωμαϊκή… Μια εφεύρεση των Βρετανών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό είναι το σύνδρομο της διαθλασμένης μου προσωπικότητας</span><br /><span style="color: #000000;"> που προβάλλω. Από καιρού εις καιρόν</span><br /><span style="color: #000000;"> λογαριάζοντας τον εαυτό μου για άνθρωπο, που ψεύδεται πιο πολύ</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν τον γλείφουν. Οι παράνοιές μου</span><br /><span style="color: #000000;"> ένας ζουρλομανδύας ραμμένος από ρούχο σημαίας</span><br /><span style="color: #000000;"> made in Greece, made in Turkey:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βλέπω πόλεμο όταν κοιτάζω το νερό.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 150px;"><strong><span style="color: #000000;"> ΚΡΙΤΙΚΕΣ</span></strong></h3>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p> </p>
<p>LITERATURE.GR 28/4/2024</p>
<p>Εκτενείς ελευθερόστιχες και σπονδυλωτές ποιητικές συνθέσεις</p>
<p>Τρία προσωπικά ποιήματα επιγράφεται η νέα ποιητική συλλογή – δέκατη πέμπτη κατά σειρά – του πολύπειρου και δοκιμασμένου λογοτεχνικά Γιώργου Μολέσκη, η οποία εκδόθηκε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν (2023) και περιλαμβάνει τρεις εκτενείς ελευθερόστιχες και σπονδυλωτές ποιητικές συνθέσεις χωρισμένες σε διακριτά ποιητικά μέρη με λατινική αρίθμηση‧ ποιητικά μέρη τα οποία θα μπορούσαν, κάλλιστα, να αποτελούν αυτοτελή ποιήματα το καθένα, εντούτοις ο δημιουργός τα θέτει υπό τη σκέπη μιας ευρύτερης ποιητικής ενότητας προ(σ)καλώντας μας να τα δούμε υπό το πρίσμα της ολότητας αλλά και της διακριτότητάς τους, καθώς το κάθε ποιητικό κείμενο νοηματικά και τεχνοτροπικά και συνεχίζει συμπληρώνοντας την ευρεία ποιητική σύνθεση αλλά και μπορεί να ιδωθεί αυτόνομα ως ένα και το αυτό δημιούργημα.</p>
<p>Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο, μιλούμε για τρεις ποιητικές συνθέσεις και, σε ένα δεύτερο επίπεδο, μπορούμε να κάνουμε λόγο για ποιητικά κείμενα αρμονικά ενταγμένα και τοποθετημένα σε μια ποιητική ενότητα θεματικά προσήκουσα. Ο λόγος του δημιουργού είναι ποιητικά ώριμος και κατασταλαγμένος δομημένος στη βάση κάποιων αντιθετικών διπόλων, τα οποία εύκολα μπορεί να αντιληφθεί ο αναγνώστης‧ προσωπικός και βιωματικός, συναισθηματικά τεταμένος και γλωσσικά διαυγής. Ο ποιητής λεπτουργεί την προσωπική (ποιητική) ταυτότητά του με μαεστρία, καθώς υποτάσσει τη φύση και τα επιμέρους στοιχεία της στο ηχόχρωμα της ποιητικής του φωνής και του σκοπού της, που δεν είναι άλλος από την εξομολογητική, ειλικρινή και αισθαντική αποτύπωση των όσων έχει βιώσει και βιώνει. Και τα τρία ποιήματα στο σύνολό τους εκφράζουν την ανάγκη αποτίμησης των περασμένων χρόνων, καθώς ο ποιητής – στην ωριμότητά του πλέον – συλλογίζεται τα ανήκοντα στο παρελθόν και διερωτάται για το περιεχόμενο και το νόημα, για το μεδούλι των αποσκευών που φέρει στις πλάτες του.</p>
<p>Στο πρώτο ποίημα «Μέρες του ήλιου» (I-X) φαίνεται ξεκάθαρα η αντιθετική δόμηση της ποιητικής ύλης. Διακρίνεται η αντιπαλότητα μεταξύ παιδικής και ώριμης ηλικίας, φωτός και σκότους, αλήθειας και φενάκης, ονείρου και πραγματικότητας. Παράλληλα, η φύση (η συκιά, οι μέλισσες, οι σφήκες, το πηγάδι, ο τζίτζικας, το σπουργίτι, ο κορυδαλλός, οι πεταλούδες, οι φτερούγες των πουλιών, το χώμα, το νερό, η πέτρα, το ξύλο, ο ήλιος, η θάλασσα, κ.ά.) σκιαγραφεί το φόντο του καμβά στον οποίο το ποιητικό υποκείμενο γυρεύει τη θέση του. Η αυτοαναφορικότητα παρούσα. Γύριζα μες στα χρυσωμένα στάχυα γυμνός/ και μάζευα ήλιο να ζεσταίνω/ τα χρόνια που θα έρχονταν,/ μάζευα φως, για να το αντιπαραβάλω/ στο επερχόμενο σκοτάδι. (σ. 11) Τα σημάδια από τα παιδικά χρόνια αντιμάχονται την ενηλικίωση, ενώ η παιδικότητα συνταιριάζει τον θάνατο με τη ζωή. Είναι η στιγμή που συναντώνται η γέννηση και ο θάνατος, καθώς στο ποιητικό σύμπαν του δημιουργού επανέρχεται σταθερά ο κύκλος της ζωής και η άποψη ότι μια γέννηση σημαίνει κι έναν θάνατο και το αντίστροφο. Οι δύσκολες μέρες των παιδικών χρόνων, η εσωτερική οδύνη και το πένθος για όσα χάθηκαν ή για όσα δεν μπόρεσε να γευτεί, οι ανοιχτές πληγές του παρελθόντος, οι νεκροί που επιστρέφουν στη μνήμη, το εγχείρημα της συμφιλίωσης με τις αλλοτινές ψυχές και τον εαυτό, η επερχόμενη ωριμότητα, ο φόβος και ο οίκτος για τις σκοτεινές μέρες, η ντροπή και οι προσευχές που δεν εισακούονται για τη λύτρωση και το φως συνθέτουν ένα ποιητικό αφήγημα, το οποίο σχοινοβατεί μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, λύτρωσης και εκπεσμού, ζωής και θανάτου, μέρας και νύχτας, φωτός και αβύσσου, όπου νεκροί και ζωντανοί παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια του ποιητικού υποκειμένου εμπεδωμένοι σε έναν κυκεώνα μνήμης και βιώματος, παρελθόντος και παρόντος.</p>
<p>Η εικονοπλαστική διάθεση του ποιητή μεγεθύνεται κατά πολύ στο δεύτερο ποίημα του βιβλίου, στον «Ταξιδιωτικό σάκο» (I-VII), όπου δίχως φωτογραφική μηχανή, δίχως ημερολόγιο/ ταξίδεψα στον κόσμο. Έτσι φορτώθηκα/ με χρώματα, εικόνες, μουσικές, αρώματα, γεύσεις και μυρωδιές πραγμάτων/ που όλο γυρεύουν να ενωθούν μέσα στο ποίημα (σ. 25) Σε τούτη την ποιητική σύνθεση ο ποιητής ενσωματώνει ταξιδιωτικές εμπειρίες από όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου, τις οποίες μεταφέρει άλλοτε ως εξωτερικός παρατηρητής και καταγραφέας και άλλοτε ως συμμετέχων, ως μέρος των εικόνων που αποτυπώνει επί χάρτου. Και είναι αυτές οι εικόνες, οι παραστάσεις, οι μνήμες που κουβαλά ο ποιητής μαζί του στο διάβα της ζωής του‧ μιας ζωής που κινείται παράλληλα με την ιστορία του κόσμου. Όλα είναι παρόντα στην κάθε μου μέρα/ που την ανεβαίνω/ ως ένας Οδυσσέας ή ένας Λεοπόλδος Μπλουμ/ και γυρίζω φορτωμένος τις νύχτες/ στο σπίτι μου και στη ζωή μου… (σ. 30) Το ποιητικό υποκείμενο συχνά διερωτάται για το απότοκο αυτών των εμπειριών σε μια προσπάθεια απολογισμού και παγίωσης των όσων έζησε, των όσων κυλούν μαζί του. Έζησε μέσα στον ρου του χρόνου, της ζωής, των εξελίξεων, του κόσμου και τώρα είναι η στιγμή που από απόσταση πλέον παρατηρεί τις μεταβολές, τόσο τις εξωτερικές όσο και τις εσωτερικές. Το παρόν τού χαρίζει την αίσθηση της διάρκειας, της συνέχειας. Ο ποιητής πλέον στρέφεται προς τα ένδον, προς όσα έζησε και θυμάται. Δεν γυρεύει πλέον τη διαφυγή, δεν υπάρχει πια δρόμος, παρά μόνον ο εσωτερικός, όπου οι αναμνήσεις μπερδεύονται, διασαλεύουν τη γραμμικότητα των γεγονότων. Άλλες φαίνονται στον νου πιότερο ξεκάθαρες άλλες θολές και ομιχλώδεις. Το μελάνι από τις επιστολές ξεθώριασε, σαν τη μνήμη, όμως εκείνες κρατούν ακόμη κάτι από τον αποστολέα τους: μια θύμηση, μια μυρωδιά, μια εικόνα, μια φωνή, ένα χαμόγελο, μια λύπη. Τώρα, στη στιγμή του παρόντος που έχει τη μέγιστη αξία, η υπόσταση του ποιητικού υποκειμένου καθορίζεται από τα αντικείμενα που έφερε μαζί από τα ταξίδια του ανά τον κόσμο. Είναι τα αντικείμενα αυτά που λειτουργούν σαν σύμβολα μνήμης και ταυτότητας, θυμίζοντας το παρελθόν και καθοδηγώντας την πυξίδα του μέλλοντος.</p>
<p>Το τελευταίο και πιο εκτενές ποίημα, «Συνομιλία με τη Νόνα» (I-XXIII), είναι και το πλέον προσωπικό. Ο ποιητής αφιερώνει το ποίημα αυτό, όπως και το ίδιο το βιβλίο, στη μνήμη της συζύγου του. Ο δημιουργός συνομιλώντας νοητά με την αγαπημένη του, συνομιλεί, παράλληλα, με τον θάνατο, την ασθένεια, τη ρευστότητα του χρόνου και της ζωής εξαίροντας την πεμπτουσία του παρόντος, της στιγμής. Της στιγμής εκείνης που δυο σώματα και δυο ψυχές γελούν, ερωτεύονται, ονειρεύονται, ζουν αδιαφορώντας για τις συνέπειες του πριν και τις προσδοκίες του μετά. Η σημασία της πιο μικρής στιγμής, της μιας μέρας επανέρχεται στο ποίημα τακτικά συμβολίζοντας τη σανίδα σωτηρίας απ’ το ναυάγιο της ζωής. Όταν ο δρόμος κλείνει μπροστά,/ γυρίζεις πίσω, περπατώντας ξανά,/ τον δρόμο του βιωμένου. (σ. 46) Το θαύμα του κόσμου, υπερβατικό όσο και χειροπιαστό, είναι εδώ,/ σε τούτη τη στιγμή/ που είμαστε μαζί/ εγώ/ κι εσύ. (σ. 47) Ο φιλοσοφημένος στοχασμός και η ωριμότητα της ποιητικής φωνής αποδεικνύονται με τον τρόπο που η τελευταία μιλά για τον κύκλο της ζωής. Η ύπαρξη ισοδυναμεί με τον ώριμο καρπό που πέφτει από το δέντρο στο χώμα, για να γεννηθεί από τον σπόρο η νέα ζωή. Έτσι ο πάσχων άνθρωπος είναι ακροβάτης ψυχή τε και σώματι στην όχθη με τις δυο πλευρές. Από τη μία η σιωπή του ερέβους και από την άλλη τα χρώματα του φωτός. Στη μέση – στην όχθη – η διαρκής ροή της ζωής. Κυλούμε,/ όσο να φτάσουμε στη σκοτεινή θάλασσα,/ όσο να ενωθούμε/ με το ατελεύτητο και το παντοτινό. (σ. 51) Η συμβουλή του ποιητή ξεκάθαρη: […] Περπάτα όρθιος στην όχθη/ και μάθε να παίρνεις από τη σκοτεινή μεριά/ το αναγκαίο στήριγμα για τη δική σου ισορροπία. (σ. 52) Το ίδιο το ποίημα αναμετριέται με τη γέννα και τον θάνατο, την αυγή και το δείλι, τη μέρα και τη νύχτα, το νέο στάχυ και την ωρίμανση. Και όταν η γραμμή κονταίνει, η πορεία λιγοστεύει, οι απόντες πληθαίνουν, οι αναμνήσεις μπολιάζουν τις μέρες, τότε ο ποιητής συμβουλεύει: Παίξε/ έτσι που στο τελευταίο παιχνίδι,/ χάνοντας,/ να νιώθεις κερδισμένος. (σ. 57) Ο ποιητής δεν αναλώνεται σε μια πένθιμη και μεμψίμοιρη διαλεκτική. Εντούτοις, επιλέγει συνειδητά και ψύχραιμα να αναμετρηθεί τόσο με την απώλεια όσο και με τη μνήμη. Δεν ομφαλοσκοπεί αλλά με αφορμή το προσωπικό του βίωμα, τεχνουργεί στίχους μεστούς σχετικά με το νόημα της (συν)ύπαρξης και την αντιμετώπιση του θανάτου απευθυνόμενος πολλές φορές στο αγαπημένο πρόσωπο που δεν υπάρχει πια. Κι έρχομαι τώρα,/ σαν άλλος αλχημιστής, με την ποίηση/ τον πόνο σε μύθο να μετατρέψω,/ σε μουσική, σε χρώματα. (σ. 60). Όσο η κλεψύδρα αδειάζει από τις σταγόνες – μνήμη της ζωής, τόσο τα όνειρα που συνοδεύουν την ψυχή προς το τέλος πληθαίνουν βασανιστικά, φέρνοντας στον νου στιγμές αλλοτινές, ευτυχίας περασμένης και συνάμα θυμίζουν πόσο τρωτά πιόνια είναι οι άνθρωποι μπροστά στην ώρα του θανάτου. Είμαστε όσα κρατήσαμε μέσα μας/ από τη διαδρομή,/ όλα αυτά που κυλούν με το ποτάμι της ζωής/ και φεύγουν μαζί μας. Έτσι,/ για να επιτευχθεί η τέλεια εξίσωση/ μεταξύ της ύπαρξης και της μη ύπαρξης,/ του Είναι και του μη Είναι,/ ο αιώνιος νόμος/ του Παντός και του Τίποτε. (σ. 66) Και αφού πάντα γυρίζουμε/ σε τούτον τον αιώνιο κύκλο/ είμαστε πάντα παρόντες. (σ. 67) Και όταν έρχεται η στιγμή που ανακοινώνεται η ώρα του θανάτου, ο χρόνος παγώνει, οι ώρες βαραίνουν και η φλύαρη σιωπή συνομιλεί με τη φωνή του απόντος. Μια συνομιλία τόσο επώδυνη όσο και αναπότρεπτη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 1/6/2024</p>
<p>Ήταν όλοι εκεί. Ακόμη και ο νεκρός του Λουξεμβούργου, ήταν εκεί. Κάποιος παλιός συμμαθητής, ο ηθοποιός του δρόμου και ο μοναχικός μουσικός. Ήταν όλοι εκεί. Σαν τα πρόσωπα που βρήκαν δίχως λόγο μια θέση μες στην ποιητική συλλογή του Κύπριου ποιητή και στοχαστή Γιώργου Μολέσκη. Βρήκαν που λέτε τούτα τα πρόσωπα και άλλα πολλά, πράγματα και προορισμοί με κάτι κλασσικό, έτσι που συλλογικά και ατομικά μας αφορούν, βρήκαν στα χέρια του ποιητή μια δεύτερη ευκαιρία. Η μνήμη που ‘ναι ένας θάνατος αργός, δεν χωρεί ποτέ την απέραντη σκηνογραφία της ζωής. Μόνο με μέσα τρυφερά και ψυχικά μπορεί να χωρέσει κανείς την εικονογραφία του ανθρώπινου πόνου, μόνο με ποιήματα και μουσικές, σαν να λέμε με άμεσους τρόπους που δεν επιδέχονται κανέναν μεσάζοντα ως το βίωμα του αισθήματος που στερεώνει την ανθρωπιά μας. Αυτά τα ποιήματα είναι που φθάνουν ως εμάς, αυτή η συγκίνηση η ακατέργαστη. Γύρω από τον ποιητή της ζωής του τα πράγματα. Δεν έχουν ονόματα πια η ύπαρξή τους περισσεύει, μα στην πραγματικότητα διαθέτουν μια αξία προστιθέμενη, μια επαυξημένη σημασία. Φαντάζουν ετερόκλητα και όμως ο αρμός στ’ ανάμεσά τους περιέχει λεπτομέρειες που σε βοηθούν να πονέσεις, πίνοντας την οδύνη της απουσίας, αυτήν που γράφει κάθε μέρα ένα απόσπασμα της θυελλώδους μυθολογίας μας. Αναλυμένος στο συναίσθημα – ο Γιάννης Τσαρούχης θεμελίωσε κάποτε αυτήν την έκφραση και είναι συχνό φαινόμενο να ‘ρχεται με την οικονομία της στο νου μου – ο Γιώργος Μολέσκης στέλνει σινιάλα στο χθες με “ένα θραύσμα κρυστάλλου”. Το’χει αγορασμένο από “μια λαϊκή αγορά στο Άμστερνταμ”.</p>
<p>Περιεργάζομαι τα πρόσωπα που με κοιτάζουν από το εξώφυλλο της έκδοσης “Τρία Προσωπικά Ποιήματα” του Γιώργου Μολέσκη, με την φροντισμένη καθώς πάντα επιμέλεια των εκδόσεων Βακχικόν. Ίσως να είναι η μορφή του, προτού τελειώσει η νεότητα και το ολόδροσο νερό με κάτι από τον Μοντιλιάνι στο σχέδιο που υπογράφει η Μαριάμ – Σουχάνοβα Φουκαρά. Διαθέτει αδρές πινελιές μενεξεδιού χρώματος στο φόντο και ίσως να είναι η μορφή του ποιητή που υπογράφει σήμερα “τρία προσωπικά ποιήματα”, ανοίγοντας λογαριασμούς με τη μνήμη που βαθαίνει. Άλλοτε πάλι, εκείνες οι μορφές μου φαίνονται μες στην σκουριά που καμιά φορά ανεβαίνει, έτσι όπως το τραγούδησε ο Βαρβέρης, ντύνοντας με την πατίνα του πολύτιμου τις εμπειρίες.</p>
<p>Μες στις πρόζες του ο Γ. Μολέσκης, άνθρωπος του πολιτισμού με θητεία σε πολλά και σημαντικά μετερίζια της πατρίδας του, της διχοτομημένης Κύπρου, βρίσκει τον τρόπο να μιλήσει για την ιστορία, το μεγάλο χωνευτήρι της ανθρωπότητας. Εκεί και η μοιρασμένη του πατρίδα με τους χιλιάδες αγνοούμενους της, εκεί και το μνημείο των αναμνήσεων που έπεσαν, καθώς οι επαναστάσεις διαδέχονται αναπάντεχα η μια την άλλη, κάνοντας κάθε κρίση να μοιάζει μετέωρη, προσωρινή, ποτέ τελειωτική ή οριστική. Μες στις σελίδες της έκδοσης από το Βακχικόν που επαναφέρει στο προσκήνιο τον Γιώργο Μολέσκη και όλο το μοντέρνο δράμα του Αιγαίου που ακονίζει την ελαττωμένη μας ανθρωπιά. Εκεί και η Νόνα, χαμογελαστή δικαιώνοντας εκείνο το “προσωπικά” που σφραγίζει τη σκουριά του εξωφύλλου, αυτήν που πέφτει με χρώμα μενεξεδί παντού στον κόσμο. Σας μίλησα προ ολίγου για αυτήν την εντύπωση.</p>
<p>Ο ποιητής σκάπτει ένδον και βρίσκει τις εκδοχές του κόσμου και της ζωής του, τις παλιότερες, τις πιο αγαπημένες. Άνθρωποι του καιρού του, εκείνοι οι άγνωστοι που μας συνθέτουν, εδώ και εκεί με το τραύμα τους τ’αρχαίο να αιμορραγεί. Το’γραψε ο Παπαγιώργης και δεν χωρεί αμφιβολία. Την ίδια στιγμή τριγύρω του θαύματος τ’απομεινάρια σε τούτο το καλοκαίρι στα ανοιχτά της Κερύνειας που όλα τα σκοτώνει. Βαρκούλες πηγαίνετε τα ποιήματα σε εκείνο τον καιρό, τότε που οι πόλεις δεν ήταν περίκλειστες, τότε που “μέναν στο πάτωμα τα ρούχα” και ήταν στον έρωτα απάνω που ακονιζόταν η καρδιά, ίδια παντού μες στον κόσμο. Μοιρασμένη πονά λιγότερο και αν ησυχάσεις θα ακούσεις εκείνη του ποιητή να λέει το τραγούδι της. Να μιλά για άγνωστες χώρες και τραίνα δραπέτες, μικραίνοντας την έκταση του κόσμου για χάρη του “άλλου”.</p>
<p>Καμιά φορά συλλογίζομαι πως ότι αγαπήσαμε παραμένει κλειδωμένο σε ένα εξοχικό σπιτάκι, φυτεμένο μες στην ερημιά του μέσα μας κόσμου. Μου θυμίζει εκείνο το γραφικότατο που στέγασε τον πικρό έρωτα της Φάνι Μπράουν και του Άγγλου αδικοχαμένου Τζον Κητς. Ένα μέρος σαν να λέμε εξορισμένο από τον χρόνο, με της ζωής μου τα υλικά στοιβαγμένα, τ’ακριβά. Και οι μορφές, σαν επιγράμματα του κόσμου. Και εσύ επάνω στα ποιήματα να πατάς, που είναι οι πέτρες του μονοπατιού. Ο Γιώργος Μολέσκης σκιτσάρει λέξη τη λέξη τ’αρχαίο του βίου του το εικόνισμα. Καπνισμένο μνημούρι και ως “ναυάγια έρχονται οι λέξεις που χάνονται στον στρόβιλο του χρόνου”. Και όλο γυρεύοντας να βρει τον εαυτό του, τώρα πια ξέρει πως είναι αδύνατο να τον ξαναδεί έτσι όπως ποτέ δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Ξέρει εντός του πως είναι αδύνατο να διαγράψει τροχιές αλαργινές, μόνο ποιήματα θα γράφει για όλα όσα κρύβονται από τα μάτια του, καταλαμβάνοντας τα άλλα, τα τόσο προσωπικά τα δώματα. Ποιήματα για όσα μεγεθύνονται μες στην περισυλλογή της απουσίας.</p>
<p>“Τρία Προσωπικά Ποιήματα” του Γιώργου Μολέσκη, από τις εκδόσεις Βακχικόν. Και δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να συμμεριστείς τούτες τις λέξεις, έξω από το να λάβεις ολόψυχα μέρος σε τούτη την τελετή. Μόνο αθόρυβα αναγνώστη, διάβαινε, τούτες εδώ οι λέξεις είναι της Νόνας.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ</strong></h5>
<p>POIEIN.GR /23/6/2024</p>
<p>Ποιήματα που πατάνε στο φως και το σκοτάδι, στη ζωη και τον θάνατο</p>
<p>Επικρατει η άποψη πως η ποίηση όπως και κάθε δημιουργία, ενέχει στοιχείο θανάτου, και πως συγχρόνως είναι πένθος γι’ αυτο που έχει χαθει. Την άποψη αυτη, είτε την ασπάζεσαι είτε όχι, έρχεται στις μέρες-μας να την επιβεβαιώσει και έντονα να μάς υπενθυμίσει ο ποιητης Γιώργος Μολέσκης με την καινούργια ποιητικη συλλογη-του που τιτλοφορείται Τρία προσωπικα ποιήματα, η οποία εκδόθηκε τον Μάρτιο αυτου του χρόνου απο τις εκδόσεις Βακχικον.</p>
<p>Πρόκειται για μία ποιητικη συλλογηγια την οποία σκόπιμα επεδίωξε ο δημιουργος-της να βρίσκεται ισοζυγισμένη με το φως και το σκοτάδι, τη ζωη και τον θάνατο. Θέλω να τονίσω, πως στην συλλογη αυτη επικρατει μία άτυπη ισοροπία, η οποία επέρχεται απο το φως, δηλαδη τη ζωη, που βρίσκεται στη μία μερια της ζυγαριας, και το σκοτάδι, δηλαδη, τον θάνατο, που βρίσκεται στην άλλη μερια-της. Για να το πω πιο απλα. Ο ποιητης, στη μία άκρη αυτης της συλλογης-του πατα σταθερα πάνω στο χαρμόσυνο φως και στην άλλη άκρη πατα πάνω στο θλιβερο σκοτάδι.</p>
<p>Μπορει ο ποιητης να χαρακτηρίζει «προσωπικα»αυτα τα ποιήματά-του, δηλαδη ιδιωτικα, και όντως έτσι είναι, όμως δεν παύουν να έχουν καθολικο εκτόπισμα καινα μεταφέρουν μέσα-τους μηνύματα που ενδιαφέρουν όλους τους συνανθρώπους-του. Επιπλέον, ας μην θεωρηθει απο κάποιους πως πρόκειται για τρία μικρα και απλα ποιήματα. Αντίθετα, είναι τρία σπονδυλωτα, μεγάλα και περιεκτικα ποιήματα που εντος της συλλογης λειτουργουν σαν ενότητες, οι οποίες φέρουν τους εξης ενδεικτικους τίτλους: Μέρες του ήλιου, Ταξιδιωτικος σάκος και Συνομιλία με τη Νόνα.</p>
<p>Η κάθε ενότητα ή, καλύτερα, το κάθε ποίημα συγκροτείται απο άλλα μικρότερα μέρη που διαδραματίζουν και αυτα ρόλο ποιήματος, τα οποία ξεχωρίζουν με τη λατινικη αρίθμηση που τους έχει δώσει ο δημιουργος-τους, όπου στο τέλος όλα μαζι καταλήγουν να έχουν τα χαρακτηριστικα γνωρίσματα και τη μορφη μίας μικρης ποιητικης σύνθεσης. Η πρώτη ενότητα, λοιπον, ή το πρώτο σπουνδυλωτο ποιήμα, υποδιαιρείται σε δέκα μέρη, η δεύτερη σε επτα και η τρίτη (και πιο μεγάλη) σε 23 μέρη.</p>
<p>Έχω, όμως, αποκομίσει τη γενικη διαπίστωση πως όλα τα ποιήματα της συλλογης, δηλαδη και τα 40, είναι εμποτισμένα στο νοηματικο περιεχόμενο και το ήθος που μεταφέρει ο στιβαρος, ο αθάνατος και αξεπέραστος στίχος του Ανδρέα Κάλβου «και με Φως και με Θάνατον ακαταπαύστως», απο την τρίτη Ωδη «Εις θάνατον». Με άλλα λόγια, τα τελευταία ποιήματα του Γ. Μολέσκη είναι και αυταθεμελιωμένα και αναπτυγμένα πάνω στο θεματικο δίπολο φως-σκοτάδι, ζωη-θάνατος που μεταφέρει και εκπέμπει αυτος ο δυνατος στίχος του Κάλβου, με τα περισσότερα βέβαιανα γέρνουν αποφασιστικα την πλάστιγγα, όπως έχω διαπιστώσει, προς το μέρος του φωτος, σε αυτη τη διαιώνια πάλη που διεξάγει το φως με το σκοτάδι, δηλαδη με τον θάνατο, για να επικρατήσει κάποτε η χαρα και η πρόοδος στη γη, επομένως και στη ζωη όλων των ανθρώπων. Θέλω να υποδείξω πως ο ποιητης, σε αυτα τα ποιήματα, έχει ρίξει μέσα-τους, σε μεγάλες μάλιστα δόσεις, το ζωογόνο φως που μας κατακλύζει και μας ανακρατει στη ζωη, ενωσε κάποια άλλα, δυστυχως, έχει περάσει, γιατι φαίνεται πως ήταν γραμμένο απο τη μοίρα-του, και τον σκοτεινο θάνατο που πρόσφατα τον έχει βαθια σημαδέψει.</p>
<p>Τα χρόνια-μου<br />ένα αδιαχώριστο τοπίο πάνω σ’ ένα αστέρι<br />που ταξιδεύει<br />μισο στο φως, μισο στο σκοτάδι.<br />σ. 13</p>
<p>Φρονω, λοιπον, πως δεν προέκυψε τυχαία αυτη η ποιητικη συνεύρεση του Γιώργου Μολέσκη με τον κορυφαίο νεοέλληνα ποιητη, μέσα απο την οποία, όπως είπα, διαφαίνεται πως ο Κύπριος ποιητης επέλεξε να έχει για οδηγο-του αυτο τον εμβληματικο στίχο του Ανδρέα Κάλβου, πάνω στον οποίο έστρεψε και τροχοδρόμησε τον βαθυστοχασμο-του, για να συνθέσει την τελευταία ποιητικη δημιουργία-του, παρόλο που δεν είναι εύκολο νομίζω για τον απλο αναγνώστη ν’ αντιληφθει με την πρώτη ματιά αυτη τη διασύνδεσή-τους. Απεναντίας, έχω την πεποίθηση πως ο Γ. Μολέσκης, μετα απο τα δραματικα γεγονότα που βίωσε πρόσφατα, και μετα απο πολυ προβληματισμο, είναι συνειδητα που επέλεξε αυτο τον ανθεκτικο και υπέροχο στίχο του Α. Κάλβου, για ν’ αποτελέσει τον στέρεο αλλα αθέατο άξονα της καινούργιας ποίησής-του, γύρω απο τον οποίο αισθανόμαστε τώρα να περιστρέφονται όλα όσα είδε, βίωσε και αγάπησε στην πλούσια και ενδιαφέρουσα ζωη-του. Αναλυτικότερα έχω να καταθέσω τα εξης για την εν λόγω συλλογη:</p>
<p>Το πρώτο μέρος-της που τιτλοφορείται ΄΄Μέρες του ήλιου΄΄ είναι μία λυρικη αυτοβιογραφία, των πρώτων κυρίως χρόνων του βίου-του. Είναι δηλαδη τα ξέγνοιαστα χρόνια τηςζωης-του, τ’ απαλλαγμένα απο τα οικογενειακα βάρη και τις άλλες καθημερινες υποχρεώσεις. Είναι ακόμη καιη περίοδος που ζει και τα πρώτα ερωτικα σκιρτήματά-του, που ανακαλύπτει τις ομορφιες, τις χαρες και την παντοδυναμία της φύσης, που αρχίζει να βαδίζει μέσα στον κόσμο για να τον γνωρίσει και να τον κατακτήσει, γι’ αυτο και η ενότητα αυτη είναι πλημυρισμένη μ’ ένα χειμαρρώδη και αξιοθαύμαστης ποιότητας αισθηματικο λυρισμο, συνθεμένη με τη βοήθεια της μνήμης-του και πιο πολυ με τη συνδρομη της νοσταλγικης διάθεσής-του.</p>
<p>Με άλλα λόγια, η ενότητα αυτη είναι ένας υπέροχος ύμνος στη ζωη, με όλες τις χαρες και τις λύπες-της, στις ομορφιες, στις χαρες και τη σοφία της φύσης, στο υπέρλαμπρο φως του ήλιου, στις ανθρώπινες αξίες και τα ιδανικα. Εδω, ο ποιητης εκθέτει και αναλύει λεπτομερως αλλακαι με στοχαστικη διάθεση τα πάντα κάτω απο το διαπεραστικο, εκτυφλωτικο και αποκαλυπτικο φως του ήλιο, τη στιγμη που αυτος βρίσκεται στην υπέρτατη δόξα-του.</p>
<p>Ήταν πολυ το φως στα παιδικα-μου χρόνια<br />που τελικα επέζησε του σκοταδιου<br />ή,<br />του δημιουργει ένα λυτρωτικο αντίβαρο</p>
<p>Ήταν και το σκοτάδι πολυ, μα όταν επιστρέφω,<br />πιο πολυ φτάνω στον ήλιο και στο φως.</p>
<p>Είναι γιατι πάντα αγαπούσα, δίχως όρους,<br />το φως και την αλήθεια.</p>
<p>Οι μέλισσες πάνω στ’ ανθισμένα λουλούδια,<br />ο κορυδαλλος πάνω στο φρέσκο σβόλο,<br />οι πολύχρωμες πεταλούδες να πετουν<br />ελαφρες σαν άνεμος και το μαύρο φίδι,<br />ο περιβολάρης,<br />να πίνει κρύο νερο<br />μέσα απο το χωματένιο αυλάκι.</p>
<p>Τι άλλο να ήταν εκείνο το φως<br />που αντιμαχόταν<br />το σκοτάδι της νύχτας και τον θάνατο!</p>
<p>σ. 20</p>
<p>Η δεύτερη ενότητα τιτλοφορείται ΄΄Ταξιδιωτικος σάκος΄΄, και όπως υπονοείται απο τον τίτλο που της έχει δώσει ο ποιητης, αφορα το μακροχρόνιο ταξιδιωτικο οδοιπορικο που πραγματοποίησε μαζι με την (θανούσα τώρα) σύζυγό-του, καταχρονικα διαστήματα και σε διάφορες φάσεις του βίου-του, σε αρκετες χώρες ή σημαντικα μέρη του πλανήτη-μας, με ιστορικη, γεωγραφικη, τουριστικη και αρχαιολογικη αξία, που σήμερα κάποια απο αυτα έχουν αλλάξει ριζικα, που πάει να πει πως δεν υφίστανται όπως τα πρωτογνώρισε.</p>
<p> </p>
<p>Έζησα σε χώρες που έπαψαν να υπάρχουν,<br />σε χώρες που άλλαξαν ονόματα,<br />που άλλαξαν σημαίες και λάβαρα,<br />που άλλαξαν την ιστορία-τους.</p>
<p>Σε πόλεις που χάλασαν τα παλια μνημεία<br />και τα αντικατέστησαν με καινούργια,<br />που διέγραψαν τους παλιους-τους ήρωες<br />και τους αντικατέστησαν με άλλους,<br />τους οποίους ξέθαψαν<br />απο διαγραμμένα βιβλία ιστορίας<br />και τους τιμουν με τις ίδιες τελετες.</p>
<p>Άφησα πίσω φίλους να ξεμακραίνουν κάθε μέρα,<br />ιστορίες δικες-μου και ξένες<br />να χάνονται μες στον θολο ορίζοντα της μνήμης.</p>
<p>σ. 33</p>
<p>Στην ουσία, ο Γ. Μολέσκης, σ’ αυτο το μέρος της συλλογης, μ’ ένα ευφάνταστο τρόπο και με μία πεντακάθαρη γραφη, αλλα και με τη βοήθεια και πάλι της τετραπέρατης μνήμης-του και όλων εκείνων των ξεχωριστων αντικειμένων που αγόρασε ως ενθύμια (souvenir) απο τους διάφορους τόπους που επισκέφθηκε, που μετέφερε με προσοχη στον ταξιδιωτικο σάκο-του, και τα οποία τώρα κοσμουν κάποιες περίοπτες θέσεις του γραφείου-του ή του σπιτιου-του, προσπαθει ν’ ανασυνθέσει, έστω και νοερα, αυτο το μεγάλο οδοιπορικο που έκαμε ανα τον πλανήτη αλλα και να το αποτυπώσει έστωλ εκτικα, έστω ποιητικα, έστω αποσπασματικα και εν συντομία στις σελίδες της ποιητικης συλλογης-του.</p>
<p> </p>
<p>Δίχως φωτογραφικη μηχανη, δίχως ημερολόγιο<br />ταξίδεψα στον κόσμο. Έτσι φορτώθηκα<br />με χρώματα, εικόνες, μουσικες, αρώματα,<br />γεύσεις και μυρωδιες πραγμάτων<br />που όλο γυρεύουν να ενωθουν μέσα στο ποίημα<br />σ. 25</p>
<p>Κατα βάθος εδω, σε αυτη την ενότητα, ο ποιητης κάνει μία γενναία αναμέτρηση με τον αμείλικτο χρόνο, παρόλο που γνωρίζει πως είναι άνιση αυτη η αναμέτρηση, ο οποίος χρόνος στην αέναη πορεία-του (μάς) δίνει την απατηλη εντύπωση πως κυλάει αθόρυβα και ευεργετικα για τα συμφέροντά-μας,ενω στην πραγματικότητα αλλοιώνει ή και ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμά-του, μαζιφυσικα και τους ανθρώπους.</p>
<p>Γνωρίζει, βέβαια, ο ποιητης,πως η πλανεύτρα μνήμη είναι σαν ένα δέντρο που χρειάζεται συνεχως καλλιέργεια, κυρίως τροφη και νερο, για να κρατιέται συνεχως αμάραντο, πολύφυλλο και καταπράσινο. Γιατι, σε αντίθετη περίπτωση, μαραγκιάζει και σταδιακα ξεραίνεται. Γι΄αυτο και ο ποιητης τώρα, δηλαδη πριν την ολοκήρωση του βιολογικου κύκλου-του, προσπαθει να κρατάει τη μνήμη-τουχλωρη καιζωντανη, με πολλους και διάφορους τρόπους, με απώτερο στόχο να προλάβει, όσο είναι ακόμη ακμαίος, να καταγράψει και ν’ αποτυπώσει στην ποίησή-του, όσα ωραία και ευχαρίστα κράτησε μέσα-της η μνήμη-του.</p>
<p>Στις αποσκευες-μου εκατοντάδες επιστολες<br />γραμμένες σε πόλεις και χώρες του κόσμου<br />που ήρθαν και με βρήκαν σε τόπους<br />που όλο ξεμακραίνουν,<br />με το μελάνι-τους να ξεθωριάζει σαν τις μνήμες<br />κι όμως να κρατουν ακόμη<br />κάτι απο τα χρώματα και τις αρχιτεκτονικες,<br />κάτι απο τις γεύσεις και τ’ αρώματα άλλων τόπων,<br />απο τα χαμόγελα κι απο τους ήχους της φωνης<br />ανθρώπων που όλο φεύγουν.</p>
<p>σ. 37</p>
<p>Το τρίτο μέρος της συλλογης τιτλοφορείται ΄΄Συνομιλία με τη Νόνα΄΄ και αναφέρεται ασφαλως στη Νόνα Μολέσκη, γνωστη τεχνοκριτικο, που υπήρξε σύντροφος στη ζωη-του για πολλα χρόνια και την οποία χάσαμε αναπάντεχα πρόσφατα. Πρόκειται για μία σπαρακτικη συνομιλία, όπου εδω οι λέξεις γίνονται βαριες σαν τις μυλόπετρες και σκοτεινες σαν τον άραχλο Άδη. Μία συνομιλία στην οποία αποτυπώνονται,κάποιες δύσκολες και τραγικεςστιγμες, λίγο πριν το επερχόμενο τέλος-της, δοσμένες μέσα αποσυγκλονιστικους στίχους, γεμάτους πόνο, πίκρα αλλα και αγάπη για το άτομο που τον συντρόφευσε στις χαρες και στις λύπες-του και που τώρα το βλέπει να σβήνει στιγμη τη στιγμη και να φεύγει τελεσίδικα μέσα απο τα χέρια-του.</p>
<p>Σε ακολουθω και σε βλέπω όλο και πιο πολυ<br />να γέρνεις προς τη σκοτεινη μερια.<br />Μου υπενθυμίζεις κάποιους στίχους<br />που γεννήθηκαν μέσα απο την κουβέντα-μας,<br />γραμμένους στο χαρτι και άγραφους.<br />Μου ζητας ακέραιες να κρατήσω<br />τις μέρες της πορείας-μας μέσα στο φως,<br />να κρατήσω αισθήματα και σκέψεις,<br />εικόνες φωτος και την ελπίδα μιας αθανασίας<br />ή, έστω, μιας ψευδαίσθησής-της,<br />τόσο γνωστης στην ποίηση.</p>
<p>σ. 60</p>
<p>Στο μέρος αυτο, ο ποιητης μαζι με την ετοιμοθάνατη σύντροφό-του, που για δεκαετίες δεν υπήρξε μόνο σύζυγος και ομόκλινή-του, υπήρξε και η μεγάλη μούσα-του, παρα τον πόνο και την πίκρα που τους πολιορκούσε και τους βασάνιζε εκείνες τις δύσκολες στιγμες, βρίσκουν τη σωματικη και ψυχικη δύναμη και προβαίνουν σε μία ειλικρινη και υπέροχη αποτίμηση της κοινης συμπόρευσης και πορεία-τους, σαν ένα απολογισμο πεπραγμένων, με ότι ωραία τους είχε επιφυλάξει η ζωη και ο Θεος, για να οδηγηθουν στο τέλος, και πριν το οριστικο τέλος, πάντα με φιλοσοφικη διάθεση, ίσως για παραμυθία και ψυχικη ενδυνάμωση, σε μία εμβάθυνση πάνω στο θέμα του θανάτου και της απώλειας της ύπαρξης, με απώτερο στόχο την απαλλαγη-τους απο τον αντίμαχο φόβο, γεγονος που θα τους οδηγήσει και στην ποθητη, την επιδιωκόμενη λύτρωσή-τους. Θέματα ασφαλως που απασχολουν όλους τους συνανθρώπους-μας, γι’ αυτοκαι προτείνω όπως, αυτος ο στοχαστικος διάλογος τους ή καλύτερα η πλατια σπουδη-τους πάνω στο μυστήριο του θανάτου, αποτελέσει το ανάγνωσμα ή τον οδηγο και για άλλους συνάνθρωπούς-μας.</p>
<p>Σε μια γη στογγυλη<br />που όλο περιστρέφεται στο σύμπαν<br />ένας κύκλος είναι όλα. Η κάθε γέννα<br />φέρνει μαζι-της κι έναν θάνατο,<br />όπως η κάθε αυγη φέρνει το δείλι,<br />η μέρα φέρνει τη νύχτα,<br />το νέο στάχυ την ωρίμανση.</p>
<p>Ο καθένας και ο δικος-του κύκλος. Κάποτε<br />σπάζει πριν την ολοκλήρωσή-του,<br />όπως σπάζει το στάχυ πριν τον θερισμο.<br />Μικραίνει η μέρα, πλησιάζει το σκοτάδι,<br />απλώνεται στα σκαλοπάτια που ανεβαίνουμε,<br />στις στράτες που περπατούμε.<br />σ. 56</p>
<p>Για να επαληθευτει έτσι περίτρανα και το ρηθεν πως η ποίηση αποτελει «την πιο αληθινη έκφραση της ανθρώπινης</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Ανοιχτός ουρανός</strong></h5>
<h5><strong>ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ</strong></h5>
<p>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 10/5/2022</p>
<p>«Ανοιχτός ουρανός», εκδόσεις Βακχικόν: Ο Γιώργος Μολέσκης μας ταξιδεύει «μέσα στην ομίχλη του χρόνου», ανάμεσα στο ρευστό και στο αιώνιο.</p>
<p>Ταξιδεύει πολύ ο Γιώργος Μολέσκης. Βλέπει πράγματα και καταστάσεις με το οξύ βλέμμα του ποιητή. Κι αυτό που πιάνει η ποιητική του ευαισθησία είναι η αίσθηση της μοναξιάς και του αδιεξόδου του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτή τη γεύση σου αφήνει η πρώτη ανάγνωση της νέας ποιητικής συλλογής του, ανοιχτός ουρανός, βακχικόν, 2022. Και, καθώς επανέρχεσαι ξανά και ξανά, αρχίζεις να βλέπεις κι εσύ τα πράγματα με τον φακό του ποιητή, διεισδυτικό και συνάμα ευρυγώνιο. Και πιάνεις κι εσύ στιγμές συμπύκνωσης της ιστορίας στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή του ποιήματος. Και μετέχεις στα ταξίδια του ποιητή.</p>
<p>Στον ναό του Σουνίου βλέπεις κι εσύ, στα χαράγματα των επισκεπτών στη βάση μιας κολώνας, το κύλημα του χρόνου, «ένα ρέον ποτάμι που κυλά κλείνοντας μέσα του παρελθόν παρόν και μέλλον». Στην Ακρόπολη, «μέσα στο φως που ασημώνει τα πράγματα / όλα γίνονται ένα σώμα / ο κόσμος γίνεται διάφανος / εξαϋλώνεται μες στη στιγμή / που εκτείνεται ως την αιωνιότητα». Στον Κεραμεικό, «χρόνοι θανάτου αιώνες θανάτου» βλέπεις να μεταμορφώνονται στο φως, που αντιμάχεται από κτίσεως τον θάνατο. Σε χιλιόχρονα ορυχεία χαλκού ή άλατος, νιώθεις να «περιφέρονται οι νεκροί πολλών αιώνων».</p>
<p>Κι οι επισκέπτες, όπως στον Βασιλιά της Ασίνης, να γγίζουν με τα δάκτυλά τους την αφή των νεκρών στον χαλκό ή στο αλάτι. Και μετέχεις στην ποιητική λειτουργία καθώς ο ποιητής βλέπει τη ροπή του ανθρώπου στη βία κι ένα θεό να διαβαίνει «μέγας διχαστής και κήρυκας θανάτου». Ενώ σ’ ένα δαμασκηνό σπαθί, πολύτιμο έκθεμα σε μουσείο, βλέπει την ομορφιά να εξαγοράζει τον φόνο, και το αίμα να προσφέρεται προσκύνημα στους πιστούς. Σε άκρα αντίθεση με όλα αυτά, στην Ισλανδία, συνεπαίρνει τον ποιητή η αίσθηση πως «δεν πέρασε απ’ εδώ η ιστορία του ανθρώπου», «κι ούτε σημάδι αρχαίων κτισμάτων, / κατάλοιπα ναών, θραύσματα αγαλμάτων, / απομεινάρια θεών, τόποι μαρτυρίων, / μνημεία ηρώων, τίποτε». Στην Ινδία, μπαίνει σε ναούς, βλέπει θεούς κάθε λογής.</p>
<p>Σε ερώτηση «Πού είναι ο θεός;» ακούει το αναμενόμενο από τον Ινδό ποιητή που τον συνοδεύει, «Παντού και Πουθενά». Και μένει με την απορία για το Πουθενά μέχρι που του μίλησε ο Ηράκλειτος για «το διαρκές του Είναι και δεν Είναι της ζωής».</p>
<p>Στο ποίημα ημιτελής αρμονία, μέσα στη φαινομενική αρμονία του κόσμου, όπως την φτιάχνουν οραματιστές κι όπως την δηλώνουν επιλεγμένα περιστατικά της ζωής και της φύσης, σημειώνει ευφυώς ο ποιητής πως, στον μύθο αυτό των ανθρώπων, «δεν χωράνε όλα αυτά που χάνονται στον δρόμο». Δεν μπορείς να μη σταθείς σε εκείνο το θαυμάσιο ποίημα, Πέτρες θαλασσινές, όπου ο Γιώργος Μολέσκης, με ματιά ηρακλείτεια, βλέπει «τα κύματα ρευστά κι αιώνια», βλέπει στη σκληρή επιφάνεια των βράχων / το αποτύπωμα των αιώνων / το κρύο τους άγγιγμα πάθος για το ζεστό». Κι ακούει τις σειρήνες που σε καλούν «να μπεις μες στη δική τους / την αιώνια κι αγαπημένη θάλασσα / Εκεί όπου ο χρόνος λειτουργεί σε άλλες συχνότητες / κι όλα τα πράγματα έχουν τη δική τους γλώσσα».</p>
<p>Γενικά μιλώντας, ο Γιώργος Μολέσκης μας ταξιδεύει «μέσα στην ομίχλη του χρόνου», ανάμεσα στο ρευστό και στο αιώνιο, όπου, στιγμές μόνο «λάμπουν οι μνήμες καθαρές / από τη σκόνη του χρόνου ξεπλυμένες», στιγμές που σώζουν τον άνθρωπο μέσα μας. Και σκάβει, όλο σκάβει «βαθιά και πιο βαθιά. Κι επανέρχεται πάλι και πάλι στη σκόνη που «μας πλακώνει κάθε λίγο», που «πνίγει όλο τον τόπο», που «σκεπάζει εντελώς τον ήλιο […] τα δέντρα και τα λουλούδια», μια «σκόνη τοξική» που τη σηκώνει τώρα κι η νεκρή μας ζώνη, μολύνοντας τη γη βαθιά και τα νερά… κι «η ελπίδα όλο και λιγοστεύει»…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΥΡΟΥΠΑΚΗΣ</strong></h5>
<p>ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΠΡΟΥ 08/8/2022</p>
<p>Αναζητώντας διέξοδο</p>
<p>Ο Γιώργος Μολέσκης αναζητεί μία διέξοδο και από το πρώτο ποίημα της τελευταίας του ποιητικής συλλογής με τον τίτλο «Ανοικτός ουρανός» (εκδ. Βακχικόν 2022) φαίνεται να τη βρίσκει, το ομολογεί ο ίδιος στο ομότιτλο ποίημά του: «Γιατί το φως κι ο ανοικτός ουρανός | είναι πάντα μια διέξοδος». Σε 53 ποιήματα ο Γιώργος Μολέσκης διαγράφει μια διαδρομή, κοιτώντας πάντοτε μπροστά, αφήνοντας το βλέμμα του να πετάξει προς τον ορίζοντα, το αύριο, που θα φέρει την άνοιξη και την ανάσταση!</p>
<p>Η συλλογή του αυτή μιλάει για το σήμερα, ή αν θέλετε για το πολύ πρόσφατο χθες, το χθες της καραντίνας και του εγκλεισμού, που μοιάζει όμως να το συνυφαίνει με το χθες πολλών καλοκαιριών πίσω&#8230; Δες το ποίημα Μνήμη Αδαμάντιου Διαμαντή «Ο Κόσμος της Κύπρου», εκεί ο Μολέσκης στρέφει το βλέμμα στον Τομπούλα και με τη γνώση του σήμερα βέβαια, γράφει πως γύριζαν ξυπόλυτοι στους δρόμους χωρίς να ξέρουν, χωρίς καν να προβλέπουν την αυριανή τους μέρα&#8230; και εδώ πάλι ο ποιητής μοιάζει να κοιτάζει μπροστά, «σε ένα άγνωστό μας κόσμο | που είναι το δικό μας μέλλον!».</p>
<p>Ενδιαφέροντα τα όσα γράφει για τους ποιητές και τα ποιήματα και πώς αυτά γεννιούνται, άλλωστε και ο ίδιος δεν είναι σημερινός στην ποίηση, έχει καταλάβει πώς φτιάχνεται ένα ποίημα&#8230; «Μπορείς ν’ αρμέξεις απ’ το στήθος της μέρας | την πρώτη λέξη, που θα γεννήσει | ένα καινούριο ποίημα» [«Πρωτομαγιά»] και αυτό το γάλα, αυτό το δώρο της φύσης πάντοτε είναι αιτία για μια αρχή, αλλά και μια ανάσταση, ένθεη, ποικιλοτρόπως ένθεη. Αυτή ακριβώς η ανάσταση είναι νιώθω ένα ζητούμενο που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, μια ελπίδα για το αύριο του ανθρώπου, του Μίσια του ίδιου, που φαίνεται ότι το ένστικτό του τον οδηγεί σε άνοιξες που οι άνθρωποι χωρίς κόπο μετέτρεψαν σε βαριούς χειμώνες και να ένα παράπονο ή μία τοποθέτηση για τους ποιητές «Οι ποιητές σιωπούν, δυσοίωνα τ’ αστέρια | βιασμός ο έρωτας, αίμα το κρασί».</p>
<p>Είναι ένθεη η συλλογή, έχει αρώματα της άνοιξης, και μοιάζει να παραπονιέται ο Μολέσκης γιατί παρά τα πολλά αρώματα, του γιασεμιού, του πακιστανού, σαν να αποδιώχνουμε την Ανατολή μας και κυνηγάμε τη Δύση&#8230; [Άρωμα γιασεμιού].</p>
<p>Ο Γιώργος Μολέσκης στον «Ανοικτό ουρανό» αναστοχάζεται το αύριο, αντικρίζοντας το αρχαίο ελληνικό παρελθόν, «Ανεβαίνοντας στην Ακρόπολη», «Πρωτοχρονιά στον Κεραμεικό», «Το Ταξίδι του Αρτεμίδωρου», «Μια ηλιόλουστη μέρα του χειμώνα στο Σούνιο»&#8230; ποιήματα των οποίων η κοινή συνισταμένη είναι το σήμερα, το αύριο, η αιωνιότητα, και ξάφνου η συλλογή γίνεται ταξιδιωτική, δημιουργώντας μια ανισορροπία, με ό,τι προηγήθηκε και ό,τι ακολουθεί «Ισλανδία», «Εκκλησιαστικό όργανο στο Ρεϊκιαβίκ», «Δύο αιωνόβια ορυχεία», «Στην Ινδία με τους θεούς».</p>
<p>Το δεύτερο μέρος της συλλογής του Μολέσκη πιάνει το νήμα του πρώτου μέρους και οδηγεί ολόκληρο τον «Ανοικτό ουρανό» σε συγκεκριμένα μονοπάτια, που θα καταλήξουν στο τρίτο μέρος και το πιο ενδιαφέρον. Από το γενικό στο ειδικό, οι σκόρπιοι στίχοι ποιητικής τώρα γίνονται ποιητής Γιώργος Μολέσκης, χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημα «Τούτες οι λέξεις», ενώ και το αγαπητικό «Όταν πεθαίνουν οι ποιητές» που γράφτηκε στη μνήμη του Μιχάλη Πασιαρδή, το οποίο αμέσως με επέστρεψε στο ποίημα «Τα παλιά βιβλία», όχι για τη συγγένειά τους στο περιεχόμενο αυτό καθαυτό, αλλά γιατί μνημονεύουν τον ίδιο τον άνθρωπο, είτε ως δημιουργό στίχων που οι στίχοι τους βγαίνουν από τις σελίδες σκονισμένων βιβλίων και κατεβαίνουν από τα ράφια των βιβλιοθηκών «Όταν πεθαίνουν οι ποιητές», είτε ως απλό αναγνώστη που έγραψε χειρόγραφα μία επιγραφή ενάμιση αιώνα πριν. Την ίδια αίσθηση έχω με το «Θυμούνται&#8230;» και τον «Κόσμο της Κύπρου». Στο τρίτο μέρος, ο Μολέσκης μιλάει ξεκάθαρα για τον τόπο του, την καθημαγμένη Κύπρο, με μαεστρία, ένας ποιητής της γενιάς της εισβολής, αφού μας συστηθεί, σε πόλεμο γεννήθηκε «Όταν γεννήθηκα&#8230;!» γράφει για την Κύπρο, στην οποία ο πόλεμος ήρθε κάποια καλοκαίρια αργότερα και έκτοτε ποτέ δεν έφυγε και μάλιστα έγινε σχεδόν κανονικότητα ο στρατιωτικός αέρας, άλλους τους βολεύει και άλλους, όπως ο Μολέσκης εν προκειμένω, τους καίει, τους πνίγει, όπως ξεκάθαρα φαίνεται στο ποίημα «Η σκόνη», αλλά και το «Γράμμα στον Φικρέτ Ντεμιράγ», «Η Νεκρή μας Ζώνη».</p>
<p>Η συλλογή του Γιώργου Μολέσκη είναι προσωπική, και ταυτόχρονα αφορά τον συλλογικό, διαπνέεται από τον άνθρωπο, τον ανέστιο, τον τσακισμένο, τον ματαιωμένο, αλλά και από τη φύση, που ο ίδιος ο άνθρωπος-θεός δεν ξέρει πώς να της φερθεί, αφού η φθορά του είναι τέτοια, χαρακτηριστικά τα ποιήματα «Τι μας έφερε η Βροχή» και «50 Βαθμοί Κελσίου». Είναι μία συλλογή βιωματική, μία δημιουργική ποιητική ανακούφιση, που αρχίζει με την ελπίδα, γιατί αυτή χρειάζεται ο κόσμος της Κύπρου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>LITERATURE.GR 18/5/2022</p>
<p>Πλεόνασμα χρωματικό</p>
<p>Η μουσική του Ηλία Ανδριόπουλου και οι ξένες αγκαλιές πλημμυρίζουν τα ηχεία. Τον ίδιο ανοιχτό ουρανό υπομνηματίζουν καμιά φορά τα ποιήματα, σκεφτείτε αυτό και ευθύς τούτο το σημείωμα θα αποκτήσει μια κάποια υπόσταση. Ποιήματα, στίχοι ζωής, γραμμένοι με όλη την βαρύτητα της ανθρώπινης εμπειρίας, την κοψιά του βλέμματος που έχει αντικρίσει απεριόριστες εκτάσεις καλού και κακού. Στίχοι εμπνευσμένοι από το βάθος της συνείδησης αναστυλώνουν τις σαραβαλιασμένες εικόνες, ρωτούν, απαντήσεις δεν περιμένουν και μες στα βιβλία κλείνονται, προσμένοντας για τώρα και για πάντα την ολόχρυση ευκαιρία. Στίχοι σαν εκείνους του Γιώργο Μολέσκη, ουρανοί ανοιχτοί σαν τους δικούς του.</p>
<p>Όταν γεννήθηκα, γράφει ο ποιητής στην καινούρια συλλογή των εκδόσεων Βακχικόν, στην Ευρώπη ξεκάπνιζαν οι καμένες βιβλιοθήκες και μύριζαν ιώδιο τα βομβαρδισμένα νοσοκομεία. Λίγα έχουν αλλάξει από το 1946, χρονιά γέννησης του Κύπριου δημιουργού και καθηγητή με τις σημαντικές διακρίσεις και την συνεπή πολυετή παρουσία στο πεδίο της λογοτεχνικής έκφρασης. Σχηματοποιημένοι στίχοι, σχήματα καμωμένα με τις λέξεις, διαρκή συμπληρωματικά της ζωής και του θεάματος που φλέγεται εκεί έξω. Σκόρπιες αλληλογραφίες εις την αιωνιότητα, δίχως ανταπόκριση, θαυματουργές εικόνες και σκόνη που κρύβει τους φίλους. Η μοιραία αίσθηση του ποιητή συλλαμβάνει την τεντωμένη χορδή που διατρέχει μια εικόνα, μια μαρτυρία και μια εξομολόγηση. Της καλοσύνης, της ευγνωμοσύνης, του περίκλειστου κόσμου με τις σφραγισμένες μοίρες. Οι στίχοι του ποιητή Γιώργου Μολέσκη κινούνται στις κάθετες επιφάνειες, εφορμούν στην αθανασία της στιγμής και της ιδέας, δανείζονται από την μνήμη, δυο φορές όλα ξαναζούν στα ποιήματα. Μελετά τις αντιθέσεις όταν γράφει πως μια νότα που παίζει διαρκώς με την αιωνιότητα, ζωντανεύει το αμέριστο κοντραμπάσο στο ξέφρενο βήμα της τελετής εκεί έξω, σε σελίδες ιστορικές μα και λαϊκές, γραμμένες εδώ και εκεί. Ανοίγει ένα παράθυρο και σε όλα τα ποιήματα του Ανοιχτού Ουρανού του ο Γ. Μολέσκης περισσεύουν τα χρώματα, η δόξα αυτού του κόσμου ταυτίζεται με το θαύμα του απλού που τα ωραία και βαθιά ποιήματα ακτινοβολούν. Αντλούν από την απεριόριστη εικονογραφία του κόσμου, ξεφυλλίζουν την ζωή σαν να ήταν όνειρο που πάει. Οι στίχοι κάτι διασώζουν, το μέγεθος μιας φιλίας, την άρρωστη βροχή της Χιροσίμα που ετοιμάζεται να λιώσει κάπου αλλού, τους γύπες που αρπακτικά, σήμερα και πάντα λυμαίνονται το κουφάρι της γριάς Ευρώπης. Όλα τα βλέπει το άγρυπνο μάτι του ποιητή, όλα τα αποχαιρετά. Αυτό εδώ το σημείωμα διαλέγει να πει πως είναι τα ποιήματα οι έναστρες εξομολογήσεις μας, ποταμοί να γράφουμε στις όχθες τους το όνομά μας, το άθροισμα του βιωμένου, το χνάρι του τρομερού που στάθηκε σαν πάντα το ταξίδι ως την ομορφιά, το ανέσπερο. Να εξηγείς τα ποιήματα, σημαίνει να ερμηνεύεις τα ανθρώπινα, εσύ που πασχίζεις ακόμη να ανακαλύψεις τα όνειρα και τις πεποιθήσεις σου, φαιδρά ουσία που πλανιέσαι στον κόσμο δεν είσαι άλλο από την επιθυμία σου. Να εξηγείς τα ποιήματα σημαίνει να μιλάς για ένστικτα και αυτό φαντάζει ζήτημα οντολογικό, πεδίο της άσκησής του δεν μπορεί παρά να έχει ανοιχτό τον Ουρανό και απίθανες τις εκδοχές.</p>
<p>Ολοκληρώνοντας λοιπόν τις συστάσεις για το ομώνυμο, ποιητικό πόνημα του Γιώργου Μολέσκη, το σημείωμα δίνει τον λόγο στον ποιητή. Να ακολουθείς τις γραμμές που δένουν τις ζωές, να νιώθεις την σκοτεινιά στα κόκαλα, να γυρεύεις από το όνειρο ελεημοσύνη και να την βρίσκεις, αργοναύτης και μονόλογος, πικρή της ζωής σου δόξα. Έτσι συνοψίζεται η εντύπωση από τον Ανοιχτό Ουρανό που ήδη αθροίζεται στις πιο αξιοπρόσεκτες εργασίες από την καλή, ελληνική ποίηση που φιλοξενούν οι εκδόσεις Βακχικόν. Η σκουριά που ντύνει της βιογραφίας το οδοιπορικό, όσα δοθήκανε στις συνθηκολογήσεις και με όσα πλουτίζεις σήμερα την ορατόριο της ζωής, με αυτά μονάχα ο ποιητής με καταγωγή από το χωριό Λύση της Κύπρου δουλεύει τις σκηνοθεσίες του. Όριό του ο ανοιχτός ουρανός που γίνεται τίτλος και επιχείρημα για την ωραίες και στοχαστικές σκηνογραφίες της συλλογής.</p>
<p>Μέσα περιφέρονται οι νεκροί πολλών αιώνων<br />Με πρόσωπα μεταλλικά, καλυμμένα</p>
<p>Με την κόκκινη σκουριά του χαλκού…</p>
<p>Και άλλα πολλά, θάλασσες, δώρα, μοναξιές, αποστάσεις, χρόνος και μνήμη. Πρέπει να ακούσεις με ευχαρίστηση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ</strong></h5>
<p>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 6/7/2022</p>
<p>Σύνεργα ενδοσκόπησης και αυτοσυνειδησίας</p>
<p>Με αυτοαναφορικούς τόνους βιωματικού απολογισμού αλλά και με υπαρξιακούς εναγώνιους κραδασμούς μιας πανανθρώπινης συνείδησης άνω θρώσκει ο λόγος του Γιώργου Μολέσκη, απογειώνοντας τον αναστοχασμό της έμπνευσής του στον «Ανοιχτό Ουρανό», που στεγάζει τη νέα ποιητική του συγκομιδή. Καθώς η ποίηση δεν χωρεί σε στεγανά αδιέξοδα μήτε περιχαρακώνεται σε εγκλεισμούς απεγνωσμένης απομόνωσης και ναρκισσευόμενου ατομικισμού, αναζητεί την άνοδο προς το φως της αλήθειας, πέρα από τους ψευδεπίγραφους συμβιβασμούς της εγκόσμιας συνθήκης. Ο ποιητής δεν μπορεί να συμβιώσει με νεκρές ψυχές ανάμεσα σε ερεβώδη είδωλα σκιών, αποποιούμενος το σκοτάδι του θανάτου και καταφάσκοντας την πεμπτουσία της ζωής. Ενδεικτικοί οι ακροτελεύτιοι αποφθεγματικοί στίχοι στο ομώνυμο της συλλογής εισαγωγικό ποίημα: «Γιατί το φως κι ο ανοιχτός ουρανός/ είναι πάντα μια διέξοδος».</p>
<p>Μια κατανυκτική ανάταση στον αναπεπταμένο ορίζοντα της άνοιξης και σε αντίθεση με τον βραχνά των δεινών της πανδημίας τα επόμενα μελωδικά φθογγόσημα με τα ηχοχρώματα του Απριλομάη και τα ελπιδοφόρα σήμαντρα της Ανάστασης· είτε, ανακαλώντας τον Παπαδιαμάντη, σαν «μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου, λαχταρούντος την επάνοδον του έαρος». Ανασυνθέτουμε την αντιστικτική συγχορδία της φιλοσοφικής του ενατένισης μέσα από τα ποιήματα «Μια Άνοιξη ακόμη» και «Πρωτομαγιά»: «… εμείς/ που στη ζωή μας μια μια τις άνοιξες μετρούμε,/ να μην τη χάσουμε αυτή, μια τέτοια άνοιξη,/ και νά ’ναι ο λογαριασμός λειψός στο τέλος.». «μέσα σε κάθε ανθό μια νέα ανάσταση,/ σε κάθε πέταγμα πουλιού μια νέα επανάσταση// Μπορείς ν’ αρμέξεις απ’ το στήθος της μέρας/ την πρώτη λέξη, που θα γεννήσει/ ένα καινούργιο ποίημα.».</p>
<p>Σε προέκταση, επισημαίνουμε προτάσσοντας και άλλες αλληγορικές αιχμές ποιητικής: «Μέλισσα ψυχή μου/ μάζεψε όσα πιο πολλά μπορείς/ από τις συγκινήσεις τούτες/ κι έλα τη νύχτα αυτή/ στην άκρη του μολυβιού,/ κάτω απ’ το φως της λάμπας/ και στάλαξε το μέλι της χαράς,/ της θλίψης και της πίκρας σου/ μέσα στις λέξεις μου./ Να γίνει το λευκό χαρτί/ ο κόσμος όλος και η ζωή μου!». Ωστόσο, αν ο ποιητής δεν δύναται να αποδώσει, καθώς ομολογεί, με τις «σωστές λέξεις» και τη «σωστή διατύπωση» «το ατελεύτητο,/ το αιώνιο» μπροστά την έκσταση του σύμπαντος και σε «γαλαξίες ονείρων», η εύγλωττη ποιητική του γραφίδα εικονογραφεί αποτυπώνοντας με λεπταίσθητη ακρίβεια και διεισδυτική ενσυναίσθηση σκηνές και δρώμενα, ρόλους και προσωπεία στο θέατρο του κόσμου.</p>
<p>Ευκρινείς οι μεταφορικοί συμβολισμοί στην «Παράσταση» «Με λάθος σενάριο» των ομότιτλων ποιημάτων, όπου απομυθοποιεί την ωραιοποίηση των μεθοδευμένων μύθων και την εξιδανίκευση των ιστοριών, αποδομώντας τη συγκάλυψη των μεταμφιεσμένων μηνυμάτων. Με Μπρεχτικούς όρους αποστασιοποίησης έκδηλη η έγνοια του ποιητή για αφύπνιση από τον λήθαργο της μοιρολατρικής ψευδαίσθησης, της εμμονικής ιδεοληψίας και της ενδοτικής προσαρμογής. Κατά Καβαφική επίσης ειρωνεία και σε συνήχηση με τους «Αλεξανδρινούς Βασιλείς» στηλιτεύει τους θεατρινισμούς στη «Στρατιωτική Παρέλαση» του ομώνυμου ποιήματος, αναδεικνύοντας τα υποκριτικά προσχήματα με σχηματοποίηση στίχων, που δεν εμφαίνει η εδώ παράθεση: «Στην εξέδρα φόρμες, κοστούμια,/ βασιλικές κι αρχιερατικές χλαμύδες,/[…]/ ενώ στον ουρανό πετούν με/ θεαματικούς ελιγμούς/ τα πολεμικά αεροπλάνα.».</p>
<p>Παρομοίως εύστοχη η μετωνυμική ταύτιση της οικολογικής κρίσης με την κοινωνική αποσύνθεση, καθότι ο συνειρμός των ακραίων καιρικών φαινομένων παραπέμπει στα σαρωτικά γεγονότα της διαφθοράς και της σήψης μέσα από την καταγγελτική διαμαρτυρία των ποιημάτων «Η Σκόνη», «Τι μας έφερε η Βροχή» και «50 Βαθμοί Κελσίου».</p>
<p>Σε πολυσημία συνοδοιπορίας οι κλιματικοί μετανάστες με τους ανέστιους και εξόριστους μακριά από τη ρημαγμένη γη τους της περιβαλλοντικής καταστροφής και της ένδοθεν υπονόμευσης, της άλωσης, της κατοχής και της διαίρεσης της πατρίδας από τον κατακτητή. Συγκινητικό μεταξύ άλλων το ποίημα «Γράμμα στον Φικρέτ Ντεμίραγ», τον ομότεχνό του σημαντικό Τουρκοκύπριο ποιητή, όπου με πνεύμα ομοψυχίας και αισθήματα φιλότητας παραινεί: «Να διαβάσουμε, λοιπόν, τα ποιήματά σου/[…]/να σκεπάσουμε τους κάμπους του αίματος.».</p>
<p>Ο Γιώργος Μολέσκης δεν σμιλεύει μόνο τους στίχους του, αλλά και τους μεταπλάθει σε σύνεργα ενδοσκόπησης και αυτοσυνειδησίας, δημιουργικής συνύπαρξης και ειρηνικής συστράτευσης για την αναγέννηση ενός κόσμου χωρίς πολέμους και εκατόμβες θυμάτων, καθώς διαμηνύουν τα ποιήματά του «Σκάβω» και «Όταν γεννήθηκα!&#8230;». Και καθώς «σ’ ένα πολυφωνικό κρεσέντο», ζωντανεύοντας «Το καράβι στον βυθό» μάς ταξιδεύει από τον παλιό «Κόσμο της Κύπρου» μέχρι την «Ινδία με τους Θεούς» και έως τον «ανοιχτό ουρανό» τού επέκεινα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></h5>
<p>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 26/9/2022</p>
<p>Φιλοσοφική πνοή και διαλεκτική αύρα</p>
<p>Θεωρώ πως δεν υπάρχει ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Μολέσκη που να μην εμπεριέχει στίχους, οι οποίοι να αποτελούν σπουδή και συνάμα σπονδή στον πατέρα της διαλεκτικής Ηράκλειτο. Αυτό συμβαίνει και με τη νέα συλλογή του ποιητή, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 2022 υπό τον τίτλο: «Ανοικτός ουρανός». Ο Ηράκλειτος έχει ευδιάκριτη παρουσία και σε αυτό το βιβλίο, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις δυσδιάκριτη καθώς η διαλεκτική του αναμειγνύεται και με άλλες φιλοσοφικές αναζητήσεις, υπαρξιακής αλλά και μεταφυσικής υφής.</p>
<p>Γενικά όμως, στα πλείστα ποιήματα φιλοσοφικής πνοής του Γ.Μ., που είναι εξάλλου και τα πιο πολλά, πρυτανεύει η διαλεκτική, καθώς καθορίζει και το όλο πεδίο της σκέψης του. Αυτή η προσέγγιση καθιστά και την ποιητική του Γ.Μ. μια ποιητική σε εγρήγορση, διαρκή κίνηση, εξέλιξη και δυναμική.</p>
<p>Ας επιστρέψουμε όμως στον Ηράκλειτο και στην ονομαστική αναφορά σε αυτόν: «Όσο που παρενέβη ο Ηράκλειτος και μου μίλησε / για τη διαρκή γέννηση και τον θάνατο / κάθε φύλλου, κάθε ανθού, κάθε σταγόνας αίματος… / Για το διαρκές Είναι και δεν Είναι της ζωής». (σελ. 33) Οι αντιθέσεις, οι όποιας υφής αντιθέσεις σαγηνεύουν, δελεάζουν και προκαλούν τον γαλουχημένο στον Ηράκλειτο ποιητή.</p>
<p>Η διαλεκτική εμβολίζει γόνιμα όλες στις θεματικές του Γ.Μ. ό,τι κι αν αυτές αφορούν, από την καθημερινότητα, μέχρι την πολιτική, την ποιητική και τον έρωτα: «Το σπίτι θυμάται τους παλιούς κατοίκους του, / το περιβόλι τον γεωργό του, / τα λουλούδια τον ανθοκόμο τους, / οι μέλισσες τον μελισσοκόμο τους, / το δέντρο τον καρπό του, / η σκιά τον κουρασμένο ξωμάχο… / …Κι όλα μαζί θυμούνται / αυτούς που φύγαν δίχως επιστροφή. / Κι ύστερα ξανά από την αρχή / για να γυρίσει ο κύκλος σαν τροχός / γύρω από τον εαυτό του». (σελ. 38) Εδώ βλέπουμε να συμβαδίζουν η διαλεκτική σκέψη με την υπαρξιακή αναζήτηση.</p>
<p>Και ασφαλώς, σε ποίηση φιλοσοφικής πνοής είναι αδύνατο να μην παρεισφρέει η μεταφυσική: «Τη νύχτα ταξιδεύω στ’ άστρα, / επισκέπτομαι γαλαξίες ονείρων, / ωκεανούς χρωμάτων, / κόσμους αιώνιους που κοχλάζουν / γεννώντας μύθους και ιστορίες». (σελ. 73)</p>
<p>Με το ίδιο φιλοσοφικό και διαλεκτικό υπογάστριο ο Γ.Μ. γράφει ποίηση αυτογνωσίας και ενδοσκοπικής αναζήτησης. Εδώ συνομιλεί με τον εαυτό του, με την παιδική ηλικία και τη νιότη του: «Τον ξέρω από παιδί, τον βλέπω καθαρά / σάμπως σε ασπρόμαυρη παλιά ταινία. / Τρέχει ξυπόλητος στους δρόμους, / τον καίει ο ήλιος, τον βρέχει η βροχή, / κυνηγά στους γκρεμούς φτερωτά / και ψάχνει μες στις λάσπες για παλιά νομίσματα, / παλεύει με τα σίδερα, κρεμιέται από σκαλωσιές, / διαβάζει τις νύχτες κρυφά στο φως μιας λάμπας πετρελαίου». (σελ. 55) Αυτή η περίοδος στη ζωή του Γ.Μ. υπήρξε άκρως σημαντική, άκρως καθοριστική, καθώς κατά τη διάρκεια της διαμορφώθηκε το αξιακό του σύστημα, αλλά και το αισθητικό του αισθητήριο ή καλύτερα το κριτήριό του περί αισθητικής.</p>
<p>Ώρα όμως να αγγίξουμε κατά πιο συγκεκριμένο τρόπο και τις ποιητολογικές αναφορές του Γ.Μ. Σε ποίημα που αφιερώνεται στη μνήμη του Μιχάλη Πασιαρδή, ο Γ.Μ. γράφει: «Όταν πεθαίνουν οι ποιητές / οι στίχοι τους / βγαίνουν από τις σελίδες σκονισμένων βιβλίων, / κατεβαίνουν από τα ράφια των βιβλιοθηκών, / ανοίγουν πόρτες, ανοίγουν παράθυρα, / βγαίνουν έξω και παίρνουν τους δρόμους». Για να καταλήξει ως εξής: « ..κάπου, σε κάποιο παγκάκι, / μπορεί σαν το σπουργίτι για λίγο να χορέψει, / ανάμεσα σε δυο ερωτευμένους ένας στίχος!». (σελ. 39) Μέσα από την ποιητική του Γ.Μ. πιστεύω πως αναδεικνύεται πιότερο ο λυρικός παρά ο φιλοσοφικός ή ο πολιτικός ποιητής. Για να το πω πιο παραστατικά, όσο και αν βροντοφωνάζει επικά εμβατήρια στο ένα αυτί του Γ.Μ. ο Μαγιακόφσκι, στο άλλο αυτί σιγοψιθυρίζει λυρικές μελωδίες ο Γεσένιν.</p>
<p>Παραθέτω εδώ ένα δείγμα λυρικής πνοής από τη νέα δουλειά του Γ.Μ.: «Το πρωί μου περισσεύουν χρώματα / και τα φυλάω για να βάψω το μεσημέρι, / να βάψω το δείλι και τη νύχτα, / να χρωματίσω το σκοτάδι και τη σιωπή / και όλα τα ταπεινά πράγματα του κόσμου / για να έχουν κάποιο νόημα». (σελ. 67) Αυτοί οι στίχοι δεν αποπνέουν μόνο λυρισμό, αποπνέουν και οπτιμισμό. Και την ίδια ώρα δικαιώνονται και αισθητικά.</p>
<p>Μιλώντας βέβαια για την ποιητική του Γ.Μ. είναι πρέπον να κάμω ιδιαίτερη μνεία σ’ ένα διακείμενο με την καβαφική ποίηση ποίημα που φέρει τίτλο: «Άρωμα γιασεμιού». Παραθέτω ενδεικτικά αποσπάσματα: «Τ’ αρώματα του γιασεμιού και του πακιστανού / τις νύχτες του καλοκαιριού με το κοίλο φεγγάρι / με ταξιδεύουν στην Ανατολή… / …Πάμε προς τη Δύση, / αιώνες τώρα πάμε προς τη Δύση, / μα κουβαλούμε μέσα μας, ωστόσο, / μύθους και τραγούδια, / αρώματα και γεύσεις της Ανατολής». (σελ. 14) Υποδόρια μεν σαφέστατη δε η διακειμενικότητα με το «Επάνοδος από την Ελλάδα» του μεγάλου αλεξανδρινού. Ειδικά με τους στίχους: «Είμεθα Έλληνες… αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις / που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό». Η διακειμενικότητα του Γ.Μ. κάθε άλλο παρά ετερόφωτη είναι. Αντιθέτως, ελαύνεται μεν από το «άλλο» κείμενο, αλλά αμέσως αναπτύσσει δικές της δυναμικές, δικούς της συμβολισμούς και παραστάσεις, χαράζοντας αυτόνομη αισθητική πορεία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΧΟΡΕΤΣΑΝΙΤΗΣ</strong></h5>
<p>VAKXIKON.GR  ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2022</p>
<p>Διαβάζω στο εσώφυλλο του ‘Ανοιχτού Ουρανού’, της καινούργιας ποιητικής συλλογής, στις Εκδόσεις Βακχικόν, του Κύπριου στην καταγωγή ποιητή Γιώργου Μολέσκη (γεν. 1946), λίγα πληροφοριακά στοιχεία για το πλούσιο ομολογουμένως βιογραφικό του σημείωμα, τα οποία συμπληρώνουν σε ικανοποιητικό, θα έλεγα, βαθμό το αντίστοιχο εκείνο της επίσης πολύτιμης βάσης της βιβλιονέτ. Εντυπωσιάζει η πολλαπλή συνεισφορά του τόσο στο ποιητικό όσο και στο πεζογραφικό και δοκιμιακό του έργο. Στον ελλαδικό χώρο, αλλά και έξω απ’ αυτόν (Ρωσία, Αρμενία και Κύπρο), όπως είναι και οι μεταφράσεις του πολυποίκιλου έργου του. Στο πρώτο ποίημα της συλλογής (Ανοιχτός ουρανός), που δίνει και τον τίτλο σε αυτή, μας πληροφορεί και μας εξομολογείται πως, «…Είναι η ώρα που θέλεις ν’ αναζητήσεις τον θεό/ακόμη κι αν είσαι άθεος. Κι ο κόσμος είναι βαρύς/σαν τη μοναξιά και σαν τη θλίψη σου…», ψάχνοντας ένα πιθανό φως που θα φωτίσει με τη σειρά του τη χαραμάδα για να περάσει «στην άλλη διάσταση». Όμως, δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το σύνολο της ποιητικής συλλογής χαρακτηρίζεται από φανερή ή έστω υφέρπουσα μελαγχολία, αφού ο ποιητής στο δεύτερο ποίημα (Μια άνοιξη ακόμη), μας οδηγεί χρονικά στην άνοιξη του 2020 και στον αναπόφευκτο εγκλεισμό μας λόγω της επελαύνουσας τότε και επικίνδυνης πανδημίας του κορονοϊού και στο συμπέρασμα ότι, παρά τα ισχύοντα απαγορευτικά μέτρα, δεν πρέπει να χάσουμε την ευκαιρία της απόλαυσης της άνθισης του περιβάλλοντος χώρου, με τα δέντρα, τα πολύχρωμα λουλούδια, τους λόφους και τα λιβάδια:</p>
<p>«Εδώ με οδηγεί, να μου θυμίσει πως εμείς<br />που στη ζωή μας μια μια τις άνοιξες μετρούμε,<br />να μην χάσουμε αυτή, μια τέτοια άνοιξη,<br />και να ’ναι ο λογαριασμός λειψός στο τέλος.</p>
<p>Ο αγαπημένος κόσμος της Κύπρου και το μεταναστευτικό ζήτημα, δεν θα μπορούσαν επ’ ουδενί να απουσιάζουν και από ετούτη τη συλλογή, και κυρίως η χωρισμένη πόλη της Λευκωσίας, τόσα χρόνια τώρα, στην οποία εστιάζεται με ρεαλισμό και νοσταλγία!</p>
<p>Βγαίνω στο δρόμο, περπατώ σε μια πόλη<br />μοιρασμένη από τον πόλεμο,<br />που είδε φόνους και βιασμούς,<br />έκλαψε νεκρούς και αγνοούμενους,<br />μια πόλη<br />που κουρνιάζουν πάλι στις έρημες γειτονιές της,<br />καινούργιοι πρόσφυγες, άλλοι μετανάστες.</p>
<p>Το πέρασμα του παντοδύναμου χρόνου, η απώλεια της παιδικής αθωότητας, τότε που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί η ταχύτητα των αλλαγών, η μεταμόρφωση όλων, ανθρώπων και συνθηκών, ολόκληρου του κόσμου εκείνου, «…κόσμος πολύχρωμος, βιαστικός, μηχανοκίνητος/τρέχει σαν τρελός κάτω από τις πολυκατοικίες/σε δρόμους θορυβώδεις, κυνηγώντας/με αδυσώπητη ταχύτητα την αυριανή του μέρα/Πόσο γρήγορα που μεταμορφώθηκε/πόσο γρήγορα που χάθηκε ο κόσμος εκείνος/μέσα σ’ αυτόν, που τον ερχομό του/ούτε καν υποψιαζόταν…», μάς διηγείται στον ‘Κόσμο της Κύπρου’, σε αντίθεση με εκείνον τον παλιό που γνώριζε όταν ήταν μικρό παιδί, «…εξήντα χρόνια πριν/στο καφενείο του χωριού μας/τότε που γυρίζαμε ξυπόλητοι στους δρόμους/χωρίς να ξέρουμε, χωρίς καν να προβλέπουμε/την αυριανή μας μέρα». Η διάχυτη νοσταλγία του ποιητή, δεν φαίνεται πως εξαντλείται ή να περιορίζεται σε χώρους, καταστάσεις, ή τη συνηθισμένη, ευαίσθητη και ευένδοτη παιδική ηλικία, αλλά μετακομίζει κάποιες ήσυχες στιγμές σε αγαπημένα αντικείμενα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα απειράριθμα βιβλία του που δημιουργούν εκρηκτικά προβλήματα χώρου!</p>
<p>Μα πως να πετάξεις πράγματα<br />που τα κρατάς στα χέρια σου<br />σαν την ίδια την ιστορία,<br />κυρίως αυτό<br />με τη χειρόγραφη επιγραφή,<br />που ένας άνθρωπος έγραψε με τόση αγάπη<br />ενάμιση αιώνα πριν<br />για να μπορείς να βλέπεις<br />την κίνηση του χεριού του,<br />να νοιώθεις τον χτύπο της καρδιάς του<br />την αγάπη του<br />για τούτα τα ελληνικά γράμματα,<br />που την κρατούσε ζωντανή και την περιέφερε<br />στα λύκεια<br />και τις βιβλιοθήκες της Ρωσίας!</p>
<p>Στίχοι αφόρητα νοσταλγικοί, κάπου-κάπου μελαγχολικοί, απλά λόγια και καθημερινές φράσεις πλημμυρίζουν τα ποιήματα της συλλογής του Γιώργου Μολέσκη, και τον ανοιχτό του συναισθηματικό ορίζοντα. Δεν λησμονεί να αποτίσει φόρο τιμής σε όλους τους ποιητές, όπως στο ποίημα ‘Όταν πεθαίνουν οι ποιητές’, όπου σκιαγραφεί την αναπάντεχη πορεία και το μακρύ ταξίδι των στίχων των ποιητών, ένα ποίημα που αφιερώνει στον Μιχάλη Πασιαρδή (1941-2021) και υπαινισσόμενος γενικότερες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις, στάσεις συγκεκριμένης μερίδας πολιτικών και τετελεσμένα γεγονότα. Κάτι ανάλογο παρατηρούμε στο ποίημα ‘Στον τάφο του Τάσου Αγγελή’, ενός Κύπριου ποιητή (1950-2020) που εγκατέλειψε τα εγκόσμια πρόσφατα, επισκεπτόμενος τον τάφο του λίγο μετά το μακρυνό του ταξίδι. «…Μερικές φορές» λέει στο ‘Οι άνθρώποι της γενιάς μου’ «μου φαίνεται πως γράφω ποιήματα/για να ξοφλήσω το χρέος μου προς όλους αυτούς…», και φυσικά προς τον εαυτό του θα προσθέταμε, καθώς αποχαιρετά έναν κόσμο που έφυγε μάλλον ανεπιστρεπτί απ’ τις αισθήσεις μας, όπως οι πορτοκαλεώνες της Μόρφου και οι ζεστές πεδιάδες της Μεσαορίας! Μια άκρως νοσταλγική ποιητική συλλογή ενός ποιητή με μακρόχρονη θητεία στη λογοτεχνική παραγωγή του ελλαδικού χώρου.</p>
<p>.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Δαβίδ ο Σασούνιος Το Αρμενικό λαϊκό έπος</strong></h5>
<h5><strong>ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ</strong></h5>
<p>Ο Γιώργος Μολέσκης, με ένα αίσθημα χρέους στην Αρμένισσα γυναίκα του και την πεθερά του (καταγωγή Βαν Μικρασίας, φυγή στη μετέπειτα Σοβιετική Αρμενία), οι οποίες αναγιώθηκαν με αυτά τα τραγούδια, ανέλαβε κι έφερε σε πέρας το επίμοχθο έργο της μετάφρασης αυτών των λαϊκών ασμάτων της Αρμενίας. Η μετάφραση στα ελληνικά, Δαβίδ ο Σασούνιος, Βακχικόν 2021, έγινε από ρωσική και αγγλική μετάφραση και με τη βοήθεια της γυναίκας του και της πεθεράς του όσο ζούσε. Η εμπεριστατωμένη εισαγωγή στο έργο δηλώνει σε βάθος μελέτη της ιστορίας των Αρμενίων καθώς και μια διεισδυτική συγκριτική ματιά στα καθ’ αυτό ποιητικά στοιχεία του έπους.</p>
<p>Πρόκειται για προφορικό λαϊκό έπος που, στην πορεία μακράς προφορικής ποιητικής παράδοσης, πέρασε από πλείστες παραλλαγές μέχρι που καταγράφηκε πρώτη φορά το 1873 και, σε μελετημένη φιλολογική έκδοση το 1939 στη σοβιετική Αρμενία. Τα επικά αυτά άσματα ιστορούν τους μακρούς αγώνες των Αρμενίων ενάντια στους Άραβες επιδρομείς την ίδια περίοδο που οι Άραβες έπλητταν με τις επιδρομές τους και τις ανατολικές μικρασιατικές περιοχές του Βυζαντίου (7ος-10ος αιώνας). Ωστόσο, το υπόβαθρο των αρμενικών ασμάτων αντλεί στοιχεία και από την προ-ισλαμική εποχή των Αράβων, ακόμα και από την προχριστιανική Αρμενία.</p>
<p>Τα τοπία των μαχών στα λαϊκά αυτά έπη βρίσκονται κυρίως στη δυσπρόσιτη ορεινή περιοχή του Σασούν της Αρμενίας την εποχή των αραβικών επιδρομών και οι επιδρομείς είναι ο Χαλίφης της Βαγδάτης ενίοτε και Άραβες πολέμαρχοι από το μακρινό Μισίρι (Μσιρ, Αίγυπτος). Τα μυθικά στοιχεία που περιβάλλουν τα επικά αυτά άσματα πάνε πίσω ως την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Η μάνα του γενάρχη των ηρώων Σανασάρ γκαστρώνεται με θεία χάρη από φλέβα νερού αφρισμένου που πέφτει από ορμητική πηγή κι ο Αχιλλέας έχει μάνα θεά. Το άλογο Τζιαλαλί, το Σπαθί-Αστραπή κι η πανοπλία του Σανασάρ δόθηκαν σ’ αυτόν με θαύμα από τον θεό όπως τα άλογα και τα όπλα του Αχιλλέα. Όπως η Καλυψώ κρατά τον Οδυσσέα επτά χρόνια στην Ωγυγία, έτσι και η Ισμίλ Χανούμ κρατά τον Μγκερ επτά χρόνια στο παλάτι της στο Μσιρ. Στην εφευρετικότητα της μάνας (δοσμένης στο παλάτι του Χαλίφη) να σώσει τα παιδιά της και τον εαυτό της από τον αποκεφαλισμό βρίσκεις δομικές ομοιότητες με τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Τέλος, σε ό,τι αφορά στους άθλους των ηρώων, βρίσκεις πάμπολλα κοινά στοιχεία με τα ελληνικά (μαζί και τα κυπριακά) ακριτικά τραγούδια τα οποία, όπως και το αρμενικό έπος, αποτελούσαν σημαντικό μέρος του ιστορικού-ποιητικού αφηγήματος που αναγόταν στην ταραγμένη εκείνη εποχή. Πρόσθετο κοινό στοιχείο και στα τρία επικά έργα είναι η ιδιαίτερη έλξη που ασκεί η γυναικεία ομορφιά. Μένει ακόμα η γεύση από τα τόσο θαυμαστά λυρικά ιντερλούδια στο αρμένικο έπος, με αντικείμενο συνήθως την ερωτική έλξη αλλά και την ομορφιά τόπων και χρωμάτων, που αλαφραίνουν το βαρύ κλίμα των πολέμων και των σκοτωμών.</p>
<p>….</p>
<p>Κι από την πηγή εκείνη έτρεχε νερό,<br />Έτρεχε ως τον ποταμό κάτω.<br />Κι ήταν γλυκό το νερό, χαρά τριγύρω.<br />Είπε ο Σαναράρ: Όμορφα είναι εδώ, …<br />Εδώ θα κτίσουμε το σπίτι μας,<br />θα κτίσουμε παλάτι.<br />…..<br />Μπρός το παράθυρο βρέθηκε ο Δαβίδ<br />Τ’ άλογο προς τη Χαντούτ οδήγησε.<br />Τον βλέπει η Χαντούτ-χατούν<br />Της άρεσε,<br />Ένα μήλο έριξε, κι αυτός<br />Από το άλογο πάνω, στον αέρα το ’πιασε,<br />Γέλασε, με τον ήλιο χάρηκε<br />Κοίταξε, είδε τη χατούν<br />Οι μελωδοί την ύμνησαν μα τα μισά δεν είπαν<br />…..<br />Τη ζώνη μου σου έστειλα και το μαντήλι,<br />Σε κάλεσα να πέσεις μαζί μου στο κρεβάτι,<br />Γι’ αυτό σε κάλεσα […]<br />Είπε η Ισμίλ-χανούμ: Μγκερ!<br />Γυναίκα σου πρέπει να με πάρεις<br />Δική σου η χώρα μου να γίνει</p>
<p>Το να μπορέσεις να αποδώσεις ένα έμμετρο επικό ποίημα σε άλλη γλώσσα, ιδιαίτερα μάλιστα μέσα από ενδιάμεσες μεταφράσεις, προϋποθέτει πολύμοχθη μελέτη και οξύ γλωσσικό αισθητήριο. Δεν θα μπορούσε ασφαλώς να δοθεί το ποιητικό έργο στο μέτρο του πρωτότυπου. Κατορθώνει όμως ο Γιώργος Μολέσκης, ποιητής ο ίδιος, να δώσει μια γλώσσα που ρέει χωρίς να δημιουργεί –εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις- την υποψία της μετάφρασης. Και η προσπάθειά του καταξιώνεται από την ποιότητα αυτού τούτου του έργου, το οποίο, ως γνήσιο λαϊκό έπος, κρατά τον αναγνώστη αδιάλειπτα προσηλωμένο ταξιδεύοντάς τον σε τόπους και χρόνους άγνωστους αλλά τόσο γνώριμους…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΚΑΘΕ ΙΟΥΛΙΟ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ</strong></h5>
<h5><strong>ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL Νοέμβριος 2019</p>
<p>Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ’ την καρδιά μας;</p>
<p>Δένοντας ήχο και εικόνα,</p>
<p>Τις σειρήνες που ηχούν κάθε χρόνο στις 15 και 20 του Ιούλη,<br />Τα πουλιά που πετιούνται έντρομα από τα δέντρα, και<br />Τον σκύλο, τον Μίσια, που πετιέται όρθιος κι αναπαράγει με το ουρλιαχτό του το ανατριχιαστικό βουητό των σειρήνων,<br />μας επιστρέφει ο Γιώργος Μολέσκης στο συναισθηματικό κλίμα του μαύρου Ιούλη από την πρώτη κιόλας παράγραφο του βιβλίου του.</p>
<p>Είναι ένα αφήγημα πιο πολύ αυτοβιογραφικό παρά ιστορικό, βαθιά πολιτικό χωρίς, ωστόσο, να κάνει πολιτική.</p>
<p>Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο για τον σκοπό αυτής της παρουσίασης, επιβεβαίωσα μέσα μου την εκτίμηση της πρώτης ανάγνωσης ότι πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν λογοτεχνικό έργο. Κι έτσι, ως λογοτεχνικό έργο, θα το προσεγγίσω. Γιατί, ανεξαρτήτως του αν αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα, στο επίκεντρο της αφήγησης δεν είναι τα γεγονότα αλλά οι παραστάσεις που τα γεγονότα ανακαλούν στη μνήμη του, παραστάσεις από τα παιδικά του χρόνια, εικόνες τόπων, τοπίων, σπιτιών κι ανθρώπων, εικόνες της αθωότητας πριν τη γνώση, πριν το μίσος σπάσει τους ιστούς που δέναν τους ανθρώπους σε κοινότητα. Κι αυτό που βγαίνει από την αφήγηση είναι πιο πολύ το αίσθημα παρά η γνώση.</p>
<p>Το ότι το βιβλίο είναι λογοτεχνία μας προϊδεάζει από τις πρώτες γραμμές με την παράσταση: σειρήνες, πουλιά, σκύλος, που έχει ήδη αναφερθεί.</p>
<p>Ύστερα, η εσωτερική προετοιμασία του συγγραφέα για την επιστροφή στο χωριό του, τη Λύση, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, τον Απρίλη του 2003. Δεν προσβλέπει σ’ αυτό ως ένα ταξίδι στον χώρο αλλά ως «ταξίδι στον χρόνο […] στην ιστορία, στη μνήμη, στην πληγή που έχαινε ακόμη κρυμμένη κάτω από την κρούστα της συνήθειας και της λήθης».</p>
<p>Προσβλέπει σ’ αυτό ως</p>
<p>ένα ταξίδι […] στους τόπους των αναμνήσεων, των εικόνων, των ιστοριών, των γεύσεων και των αρωμάτων, όλων αυτών των πραγμάτων που κατακάθισαν βαθιά μέσα μου σαν κοιμώμενες στον χρόνο παρουσίες…</p>
<p>Στον δρόμο προς το χωριό του, όχι η Γεωγραφία αλλά πάλι το αίσθημα. Τα τοπία που «είχαν χάσει κάτι από το χρώμα και τη ζωντάνια τους, ακόμη κι από τα μεγέθη τους». Και παντού σημαίες.</p>
<p>Κρύφτηκαν οι άνθρωποι κι άφησαν τις σημαίες να κρατούν το πόστο τους. Τόσο πολλές σημαίες σ’ έναν τόσο μικρό τόπο.</p>
<p>Το ίδιο αίσθημα που προκαλούν οι πολλές σημαίες και τις 15 του Ιούλη, τη μέρα του πραξικοπήματος. «Εδώ καταλάβαινα –παρατηρεί- τη σημειολογία της ανάρτησης των σημαιών».</p>
<p>Και καθώς πλησιάζοντας στο χωριό του, βλέπει στον ορίζοντα τον Χαλκόβουνο, «τον αγαπημένο λόφο των παιδικών μου χρόνων, που είχε γίνει ένας μύθος όλα αυτά τα χρόνια, ένα πραγματικό βουνό, με βράχους, θάμνους και κρυψώνες για τα μικρά ζώα και τα πουλιά, τους λαγούς, τις αλεπούδες, τις πέρδικες…». Τώρα ο Χαλκόβουνος «δεν είναι παρά ένας μίζερος λόφος, κίτρινος μέσα στο δυνατό φως και τη ζέστη, ξένος και μακρινός». Ο κοινός μύθος των όπου γης προσφύγων και η προσγείωση της επιστροφής. Όπως στον «Γυρισμό του ξενιτεμένου» του μεγάλου Σμυρνιού πρόσφυγα ποιητή:</p>
<p>Τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση<br />κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια<br />Κι όμως σαν ήμουνα παιδί…</p>
<p>Η ποιητική φαντασία, όμως, του Γιώργου Μολέσκη σκιάζει αμέσως την παρατήρηση, ξυπνά αναμνήσεις και ζωντανεύει εικόνες των παιδικών του χρόνων. Κι ανασταίνει τον ταπεινό Χαλκόβουνο πάλι στο βουνό-μύθο. Που παιδί τον ανεβαίνει με τον Σάββα και τον Νικόλα και περπατούν «ξυπόλυτοι με παλιά κοντά παντελόνια και σχισμένα πουκάμισα […] κάτω από τον καυτό ήλιο ανάμεσα στα ξερά χόρτα και τ’ αγκάθια […] με τις φοβερές σφεντόνες μας οπλισμένες…»</p>
<p>Κι ύστερα, καθώς τον συνεπαίρνουν παραστάσεις από τους λόφους του Αλασσού, ο πεζογράφος αφήνει τη θέση του στον ποιητή για να μας δώσει το θαυμάσιο ποίημα:</p>
<p>Πάνω στους λόφους του Αλασσού,<br />Όπου έσπερνε ο πατέρας μες στις πέτρες<br />Θαμμένη αρχαία πόλη. Και πού δεν είναι<br />θαμμένη μια πόλη!</p>
<p>[…]</p>
<p>Και πέφτουν ψιχάλες χοντρές βροχής βιβλικής,<br />ανοίγουν ποτάμια και αποκαλύπτουν<br />λέξεις, επιγραφές και χρώματα,<br />θεμέλια, σημάδια οικοσήμων,<br />φιγούρες που λάμπουν σε πλυμένα μάρμαρα.</p>
<p>Πόσο απέχουν αυτοί οι στίχοι, σε ό,τι αφορά στην αίσθηση της ιστορίας, από τους στίχους του Eliot στο 2ο Κουαρτέτο:</p>
<p>In my beginning is my end. In succession<br />Houses rise and fall, crumble, are extended,<br />Are removed, destroyed, restored, or in their place<br />Is an open field, or a factory, or a by-pass.<br />Old stone to new building, old timber to new fires,<br />Old fires to ashes, and ashes to the earth.</p>
<p>Στην είσοδο του χωριού, το άγαλμα ενός έφιππου Ατατούρκ στη θέση της προτομής του Γρηγόρη Αυξεντίου κι η απορία του ποιητή: «Τι γύρευε αυτός εδώ. Τι σχέση είχε με τον τόπο;» Κι η φαντασία να φέρνει τον ήρωα μπροστά του, ζωντανό όπως τον είδε πρώτη φορά, 9χρονο παιδί, να περνά με το ποδήλατο ντυμένος στα στρατιωτικά, να χαιρετά τη μάνα του, να του ρίχνει μια ματιά και να του χαμογελά μέσα από τα χοντρά μουστάκια του… Και δυο χρόνια μετά, στο άκουσμα της θυσίας του, πώς η ποιητική μνήμη ανακαλεί τη «βαριά θλίψη σαν πυκνό μαύρο σύννεφο» που «απλώνεται σ’ όλο το χωριό». Κι ό ίδιος, 11χρονο παιδί,</p>
<p>κάθομαι στο πεζούλι μπροστά στο σπίτι, κυριευμένος από τη θλίψη και την πίκρα για τον θάνατο, που, σαν μαύρο πουλί, πλανιέται παντού και σκεπάζει όλο τον τόπο, καλύπτει τον ήλιο και κάνει βαρύ τον αγέρα.</p>
<p>Τώρα, μετά από 29 χρόνια προσφυγιάς (είμαστε στο 2003) πλησιάζοντας στο σπίτι, φτάνοντας, κοιτάζοντας απ’ έξω την παλιά εξώπορτα από κυπαρισσόξυλο, μπαίνοντας μέσα, ο συγγραφέας, ως γνήσιος ποιητής, γίνεται ξανά το παιδί που μεγάλωσε σ’ αυτό το σπίτι –μάλλον σε ένα άλλο σπίτι, ζωντανό, ψηλότερο, φωτεινότερο, ομορφότερο από το ερημόσπιτο που βλέπει μπροστά του. Με μιας πλήθος παραστάσεων αναδύονται και χορεύουν μπροστά του, παραστάσεις χαράς και θλίψης, ακόμα κι οι πρώτες βιωματικές εμπειρίες του θανάτου, που, στο παιδικό μυαλό του, θέτουν χίλια ερωτήματα, χίλια γιατί. Πρώτα ο θάνατος του παππού, ύστερα της γιαγιάς, ύστερα η γεύση του αίματος και του θανάτου που φέρνει το μίσος όταν, 11χρονο παιδί, βλέπει στο χώμα το αίμα του Μιχάλη Πέτρου, που είχαν δολοφονήσει την προηγούμενη νύχτα, ότι αριστερός, μασκοφόροι της ΕΟΚΑ.</p>
<p>Επιστρέφω στο σπίτι με το αίμα του νεκρού απλωμένο σαν μια τεράστια κηλίδα μέσα στο μυαλό μου.</p>
<p>Τώρα, 40 τόσα χρόνια μετά, η μνήμη κεντρίζει τον αναστοχασμό:</p>
<p>και βλέπω ακόμη το αίμα του νεκρού στο χώμα […] και βλέπω τους οργισμένους συναδέλφους του να φωνάζουν στην κηδεία του ενάντια στους δολοφόνους […]. Ίσως οι άνθρωποι που θέτουν σε κίνδυνο τη δική τους ζωή παύουν να λογαριάζουν και τις ζωές των άλλων […], ίσως τα όπλα αυτονομούνται από τους ανθρώπους…</p>
<p>Αυτή τη στοχαστική διάθεση, που είναι αναπόσπαστο στοιχείο της λογοτεχνικής δημιουργίας, την απαντούμε συχνά στην αφήγηση του Γιώργου Μολέσκη. Καταγράφω άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση, όταν, αρχές Ιουλίου ’74, λίγο πριν το πραξικόπημα, φοιτητής στη Σοβιετική Ένωση, επιστρέφει με πλοίο στην Κύπρο και κατεβαίνει στην Κωνσταντινούπολη. Η μαγεία του τόπου αναδύεται στη συνείδησή του ως βαθύς ποιητικός στοχασμός:</p>
<p>Βρισκόμουν μέσα στην κοχλάζουσα χοάνη της ίδιας της ιστορίας. Ήμουν καταγοητευμένος. Τα στρώματα των πολιτισμών δεν υπερκαλύπτουν εντελώς το ένα το άλλο, συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο και περιπλέκονται μεταξύ τους εκπέμποντας μιαν ανεπανάληπτη γοητεία.</p>
<p>Στο πραξικόπημα και την εισβολή, το αίσθημα απελπισίας που τον πλακώνει καθώς βιώνει τα γεγονότα που επελαύνουν σαν οδοστρωτήρας σαρώνοντας τα πάντα:</p>
<p>Είχα εγκλωβιστεί τόσο πολύ στα γεγονότα, τα οποία έτρεχαν διαρκώς, που δεν τα σχολίαζα μέσα στο μυαλό μου. Μόνο ένιωθα μέσα μου, σαν φόντο όλων αυτών που συνέβαιναν, μια υπόκωφη και τρομακτική βοή.</p>
<p>Κι όταν, τη δεύτερη μέρα της εισβολής, σε λόχο εφέδρων, παίρνουν διαταγή επίθεσης κατά της εντός των τειχών πόλης της Αμμοχώστου, μια τρελή ιδέα, στη θρασεία πρόκληση του Διοικητή «αν υπάρχει κανείς που φοβάται να το δηλώσει», πάλιν η αδυναμία του ατόμου μπροστά στην επέλαση των γεγονότων:</p>
<p>Κανένας δεν μίλησε. Ίσως γιατί νιώθαμε πως τα προσωπικά συναισθήματα δεν είχαν θέση εκείνη την ώρα ούτε κανένα νόημα. Η ροή των πραγμάτων, σαν ανεξέλεγκτο φουσκωμένο ποτάμι, μας έπαιρνε μαζί της.</p>
<p>Το ίδιο αίσθημα και στον ύπνο κάτω από ένα δέντρο με μια κουβέρτα:</p>
<p>Ήταν ένας ύπνος βαρύς κι εφιαλτικός που έπεσε απάνω μου σαν όγκος από χώμα και με σκέπασε […]. Περπατούσα σε σκοτεινά μονοπάτια ανάμεσα σε άγριους βράχους, μέσα σε πυκνά δάση, σε απροσδιόριστα αφιλόξενα τοπία…</p>
<p>Κι όταν, στην εγκαταλειμμένη Λευκωσία, οι στρατιώτες κρατούν μόνοι τη γραμμή αντιπαράταξης, κι η πόρνη της γειτονιάς, που δεν είχε πού να φύγει, τους φέρνει στο φυλάκιο νόστιμο ζεστό φαϊ και μια μπουκάλα κονιάκ, ο ποιητής στρατιώτης βλέπει «μια όαση μέσα στην έρημο, σαν μια φωτεινή στιγμή μέσα σε ένα παρατεταμένο εφιαλτικό όνειρο». Κι όταν, την άλλη μέρα, ο Μάνθος, συστρατιώτης τους με τρία παιδιά, αφήνει κι όπλο και στολή και φεύγει, στην ερώτηση του Γιάννη;</p>
<p>Γιατί δεν τα ξαπολάς τζι εσού να φύεις […] αφού θωρείς πως εν ούλλα προδομένα</p>
<p>η απάντηση τσεκούρι: «Αντρέπουμαι».</p>
<p>Σε αυτή τη μοναδική λέξη, αποκαλύπτεται σ’ όλο του το βάθος, το δράμα ενός προδομένου λαού.</p>
<p>Την άλλη μέρα, το αίσθημα του θανάτου του Γιώτη, του νεότερου της ομάδας παντρεμένου με βρέφος 40 ημερών, που σκοτώθηκε δίπλα του στο φυλάκιο, υποβόσκει βασανιστικά στους υπόγειους διαδρόμους της μνήμης μέχρι που, χρόνια μετά, βγαίνει στην επιφάνεια και μετουσιώνεται σε ποίημα:</p>
<p>Τη νύχτα, μετά που η σφαίρα καρφώθηκε στην καρδιά του,</p>
<p>[…]</p>
<p>Ήρθε και κάθισε δίπλα μου.</p>
<p>Ήμουν εγώ, είπε, αλλά θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος.</p>
<p>Ήθελα να του πω, «Ναι, θα μπορούσε»,</p>
<p>Μα η φωνή μου δεν έβγαινε</p>
<p>Σαν να βρισκόμουν μέσα σε βαθύ πηγάδι</p>
<p>Και να έπεφτα όλο και βαθύτερα.</p>
<p>Κι εκείνος με ακολουθούσε.</p>
<p>Την άλλη μέρα, το σιγανό κλάμα της πόρνης και μιας αλλοδαπής φίλης της πάνω από το νωπό αίμα του Γιώτη. Και την παρ’ άλλη, παρούσες κι οι πρώτες δυο, το γοερό κλάμα της γυναίκας και της μάνας του καθώς γονατίζουν κι αγγίζουν με τα χέρια τους το ματωμένο χώμα… χορός αρχαίου δράματος…</p>
<p>Καταληκτικά, η αφήγηση του Γιώργου Μολέσκη αφήνει την αίσθηση μιας βαθιάς θλίψης. Η λέξη επανέρχεται στο κείμενο δεκάδες φορές μαζί με παράγωγα ή λέξεις με παραπλήσιο συναισθηματικό φορτίο, σε φράσεις ή εκφράσεις όπως:</p>
<p>Κουβαλούσαν πάντα μια θλίψη μέσα τους<br />Ήταν μια θλίψη προσωπική για τον καθένα και γενική ταυτόχρονα<br />Μια διαχρονική θλίψη υπήρχε σε όλες τις κουβέντες, τις χειρονομίες τους<br />Τα τραγούδια τους τα περισσότερα πικρά, θλιμμένα<br />Αχ! Φτάσαμε πικρούς καιρούς<br />Τους πόνους κλάψε τους πικρούς<br />Έφυγαν κι οι δικοί μου […] με τη δική τους προσφυγιά και τη δική τους θλίψη<br />Βαριά θλίψη, σαν πυκνό μαύρο σύννεφο, απλώνεται σ’ όλο το χωριό<br />…κυριευμένος ολόκληρος από τη θλίψη και την πίκρα…<br />Κι όμως δεν ένιωθα φόβο, τίποτε, μόνο θλίψη<br />Παρακολουθούν λυπημένοι και σιωπηλοί […] οι γυναίκες κλαίνε<br />Των τραγουδιών της αλληγορίας και της κρυμμένης θλίψης<br />Δεν ένιωθα μίσος για κανέναν, είχα όμως πίκρα και θλίψη πολλή<br />Η θλίψη του Γιώργου μας πλακώνει κι όλους εμάς καθώς ακούμε ακόμα τις σειρήνες κάθε Ιούλη. Κι είναι στην άκρη της καρδιάς μας πάντα ο στεναγμός του Σμυρνιού πρόσφυγα ποιητή:</p>
<p>Ποιος θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ’ την καρδιά μας;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>FRACTAL Σεπτέμβριος 2019</p>
<p>Η μνήμη και η επιστροφή</p>
<p>Σκέφτομαι: Τι είναι η μνήμη; Για κάποιους είναι μια σκονισμένη σοφίτα με ξεχασμένα αντικείμενα, για άλλους ένα κομπολόι που ψηλαφούν συνέχεια τις χάντρες του, για μένα είναι ένας δρόμος που πάει παράλληλα με τον δρόμο της καθημερινής μου πορείας. Γι’ αυτό και τόσο συχνά επιλέγω να τον περπατώ.</p>
<p>Η μνήμη που συμβαδίζει με την καθημερινότητα της ζωής, όπως την εννοεί ο Γιώργος Μολέσκης, έχει μια υπόσταση ζωντανή· δεν λειτουργεί σαν τα μουσειακά εκθέματα που καταλήγουν συχνά βαρετά ή θλιβερά απομεινάρια. Η μνήμη δεν αναβιώνεται σε εκδηλώσεις επετειακές, σε ευκαιριακούς λόγους και σε παραστάσεις επισήμων. Είναι μια ζώσα πραγματικότητα, που επιβιώνει και επιμένει να δηλώνει την παρουσία της σε ό,τι κάνουμε και σε ό,τι σκεφτόμαστε. Η μνήμη μας είναι εμείς.</p>
<p>Στο πρόσφατο βιβλίο του, ο επανειλημμένα βραβευμένος για τις γραφές του συγγραφέας, παίρνει αφορμή από το άνοιγμα των οδοφραγμάτων στην Κύπρο το 2003 (κλειστά ήδη τότε για 29 χρόνια) για να κάνει το ταξίδι του. Επειδή συχνά το διανοητικό ταξίδι που αποτυπώνεται σε λογοτεχνικό λόγο δεν αρκεί –κυρίως όταν τα γεγονότα του παρελθόντος έχουν γράψει βαθιά μέσα στη συνείδηση με πολύ αποθηκευμένο πόνο– ισχυρή αποβαίνει η απαίτηση για ένα αληθινό ταξίδι. Τότε είναι που η γραφή ξεπερνά το πλαίσιο μιας λογοτεχνικής κατάθεσης και καταλήγει να έχει ζώσα φωνή και ψυχή που πάλλεται και φωνάζει.</p>
<p>Αυτό νιώθει ο αναγνώστης, καθώς διαβάζει το «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω» του Μολέσκη. Ο συγγραφέας γυρνά πίσω στον χρόνο για να συναντήσει τον εαυτό του τότε παλιά, στα χρόνια του αγώνα 1955-1959, πριν το πραξικόπημα του 1974 που οδήγησε στην εισβολή, στον πόλεμο, την καταστροφή και τον όλεθρο, στα γεγονότα που βύθισαν σε ένα διαρκές πένθος το νησί. Απαραίτητη η επιστροφή αυτή για να φανεί ο χρόνος πριν τα τραγικά γεγονότα, ο τρόπος που ζούσαν οι άνθρωποι ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον για τον τόπο τους μέσα από αγώνες για το δίκιο τους. Να φανεί η συνύπαρξη του ελληνικού με το τουρκοκυπριακό στοιχείο του νησιού, η αμόλευτη ακόμα από τα σχέδια των μεγάλων και την προδοσία των αφρόνων πολιτικών με τις καταστροφικές τους ιδεοληψίες. Κατόπιν θα αφηγηθεί τα γεγονότα του τραγικού Ιουλίου του 1974 και τη τουρκική κατοχή πλέον της μισής Κύπρου.</p>
<p>Ο Μολέσκης επιστρέφει πίσω στον τόπο του για να συναντήσει την τωρινή του μορφή, μετά τον εποικισμό, να συγκρίνει το τότε με το τώρα, να καταγράψει το τοπίο και να προκαλέσει με τη σειρά του τη σύμπλευση αυτού που τον διαβάζει, στο μερίδιο φυσικά της συγκίνησης που αναλογεί στην αναγνωστική απόσταση. Το κατορθώνει αυτό, έτσι όπως τα αυτοβιογραφικά στοιχεία δένουν ομαλά με τη μυθοπλασία. Αυτή η σύζευξη κρίνεται απαραίτητη, καθώς χρειάζεται η λογοτεχνική γραφή και η φαντασία, προκειμένου αφενός να καλυφθούν κάποια αναπόφευκτα κενά της μνήμης (η χρονική απόσταση τα δικαιολογεί) και να δεθούν μεταξύ τους τα γεγονότα. Αφετέρου έτσι γίνεται δυνατή στον συγγραφέα η αποτύπωση μιας περασμένης ζωής που ακόμη πονά μέσα στην αλλοίωσή της ή την οριστική της απώλεια – ο συγγραφέας παίρνει αναγκαστικά τον ρόλο του μυθοπλάστη και λειτουργεί με τη φαντασία του για να απαλύνεται έτσι ο πόνος της γραφής, όσο γίνεται. Σαν όλα αυτά να έχουν συμβεί με τη λογοτεχνική άδεια της μυθιστορηματικής απόδοσης σε κάποιους άλλους, σε άλλο τόπο και χρόνο. Λογοτεχνική η συνθήκη αυτή και απολύτως αποδεκτή και κατανοητή.</p>
<p>Το βιβλίο διαβάζεται σαν ένα οδοιπορικό στη σημερινή Κύπρο, τη διχοτομημένη βίαια, αλλά και σαν ένα ταξίδι προς το τότε της Ιστορίας που καθόρισε ανεξίτηλα το σήμερα του νησιού. Διαβάζεται, ωστόσο, και σαν ένα συναρπαστικό στη γραφή του αφήγημα με την τέχνη του Μολέσκη που ξέρει να ισορροπεί ανάμεσα στη συγκίνηση και στη ρεαλιστική εκτίμηση των πραγμάτων. Έτσι καταγράφει και τις σκέψεις του, μια αφορμή για τις συνακόλουθες του αναγνώστη του:</p>
<p>Στα επόμενα ταξίδια και στους επόμενους Ιούληδες όλα θα ήταν διαφορετικά, ακόμη κι εγώ ο ίδιος θα ήμουν διαφορετικός. Μόνο η ζέστη θα ήταν πάντα η ίδια. Για ν’ αλλάξει, θα πρέπει να μετακινηθεί ολόκληρο το νησί από τη γεωγραφική του θέση, πράγμα το οποίο θα έλυνε όχι μόνο το πρόβλημα της καλοκαιρινής ζέστης και της συχνής λειψυδρίας αλλά και το πολιτικό πρόβλημα του τόπου. Γιατί όσο και να κατευθύνει τις σκέψεις, τις πράξεις και τις επιθυμίες μας η ιστορία, η γεωγραφία είναι αυτή που μας κάρφωσε εδώ, στον τόπο των πυρωμένων Ιούληδων και στο διαχρονικά ταραγμένο τούτο σταυροδρόμι της Μεσογείου.</p>
<p>Ο Μολέσκης κάθε Ιούλιο επιστρέφει στο τότε της πατρίδας του. όπως ο σκύλος του ο Μίσια, που κάθε χρόνο, στις 15 και στις 20 Ιουλίου, αναπαράγει με σπαρακτικό τρόπο τον ήχο των σειρήνων, που έρχονται να μας θυμίσουν τα όσα τραγικά ζήσαμε την περίοδο εκείνη του 1974, θα πει σε συνέντευξή του στο περιοδικό Vakxikon.gr (18-7-2019).</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL Σεπτέμβριος 2019</p>
<p>Εν είδει προσευχής</p>
<p>Καθώς η ιστορία αναπτύσσει τον βηματισμό της και τα κορυφαία γεγονότα του σήμερα επιχωματώνονται από τόνους λήθης, τα πράγματα τείνουν ολοένα και προς τον μύθο, κρατώντας ζωντανές τις κεφαλαιώδεις σημασίες τους και χάνοντας βαθμιαία την ανταπόκρισή τους με τις αλήθειες και τις βαθύτερες αιτίες που τα γέννησαν. Οι άνθρωποι, ψηφίδες ενός εργόχειρου που εναλάσσονται διαρκώς μες στην καταπληκτική δίνη του χρόνου, παίρνουν μαζί τους όλα τα γεγονότα, όλα τα ονόματα, όλες τις σημασίες. Τα γεγονότα περιβάλλονται από την αχλύ του ψεύδους διατηρώντας τον αινιγματικό χαρακτήρα πηχαίων τίτλων που τίποτε δεν σημαίνουν πια. Ή πάλι, σε αυτήν την καταιγιστική φάρσα του χρόνου ανανεώνονται και καταλαμβάνουν σαν παρατεταμένοι χειμώνες ζωές και μνήμες, συντηρώντας όλα εκείνα τα δευτερεύοντα ζητήματα που μόνο τέτοια δεν αποδεικνύονται, καθώς εμπεριέχουν τις μικρές ιστορίες εκείνων που βρέθηκαν μες στην καρδιά της απλής και λαϊκής ιστορίας, εκείνου του ιερού βιβλίου που οι άνθρωποι γράφουν και γράφουν, ανακαλύπτοντας στις γραμμές του την πιο πηγαία συνείδηση.</p>
<p>Ο Γιώργος Μολέσκης φαντάζει σαν αυτούς τους φωτογράφους που εξαιτίας μιας τυχαίας συγκυρίας μεταθέτονται στην καρδιά των γεγονότων, καταγράφοντας αυτήν την άλλη επίδραση των πραγμάτων στις ζωές. Στο βιωματικό, μυθιστόρημα «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω» των εκδόσεων Βακχικόν, η πρόσφατη ιστορία της Κύπρου, τα γεγονότα της ύστατης, νεοελληνικής καταστροφής επανέρχονται μαζί με την νεότητα, τα αισθήματα, τις απώλειες και τους συλλογισμούς. Σπίτια και δρόμοι, συμμαθητές, ταξίδια ζωής και διαχωριστικές γραμμές, επανέρχονται με την δριμύτητα της επώδυνης μνήμης. Ένα ταξίδι ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, με μεταθέσεις του χρόνου και του τόπου, έτσι που να μην καθίσταται πια σαφές αν ήταν ο Κάιν ή ο Άβελ που έθεσε τον θεμέλιο λίθο της ανθρώπινης τραγωδίας, αιώνες πριν.</p>
<p>Η Κύπρος του Γρηγόρη Αυξεντίου και του Σαμψών, του Μακάριου και της ντροπιαστικής επταετίας επανέρχεται στο προσκήνιο. Ο Μολέσκης πάντα με την παράξενη και θερμή του αφοσίωση σε εκείνα που πληγώθηκαν θανάσιμα, περνά τις διαχωριστικές γραμμές, συναντά τους τοίχους του σπιτιού του, τις παλιές βρύσες, την ακαταλάγιαστη ζέστη του θερισμού, τους φίλους που προδόθηκαν και πρόδωσαν, παίρνοντας θέση μες στην μεγάλη, ιστορική συνέχεια. Εκείνοι με τις χαρτονένιες πανοπλίες τους που αναλαμβάνουν τις τύχες της χώρας του, οι λέξεις οι ασπαίρουσες, οι τρομερές, οι ανεξιχνίαστες που μεταδίδουν τα μυθώδη νοήματα κάθε εποχής, παραμένουν ως τις μέρες μας τα σκιάχτρα μιας κοιλάδας αντίστοιχης με εκείνης των δακρύων που απλώνεται σε κάθε γωνιά αυτού του κόσμου. Ο βόμβος της ζωής και η ερήμωσή της, δυο πόλοι αντιθετικοί για τον συγγραφέα που καταθέτει το μυθιστόρημά τους σαν ένα είδος προσευχής, ένα είδος προστιθέμενης αξίας μες στον αέναο και ιερό συναξάρι του κόσμου. Οι λέξεις του αναδύουν την μυρωδιά των παλιών πραγμάτων, των αρωμάτων του τόπου που έχασε και των τόπων που κέρδισε. Μες στην ειρηνική πραγματικότητα διαπιστώνει πως παραμένουν ζωντανές οι σκληρές μνήμες, ένα είδος συγκολητικού υλικού που διαμορφώνει όρους και συνθήκες όπως η εθνική συνείδηση.</p>
<p>Η υπόθεση της Κύπρου, άλυτη, σκληρή, ένα μυθιστόρημα με χιλιάδες άγραφες σελίδες. Και αίμα, ερήμωση, διχασμό. Το επίκεντρο των γεγονότων μετατίθεται σήμερα στο πεδίο των θαλασσίων συνόρων, στα πλαίσια των νέων, εμπορικών βλέψεων. Σαν να λησμονιούνται σιγά σιγά όλα εκείνα τα χωριά που μνημονεύει ο συγγραφέας στις σελίδες του Ιουλίου του, με τις παραδοσιακές τους ονομασίες, οι πόλεις με τα κατάκλειστα ξενοδοχεία, τα λιμάνια, τις παρατεταμένες σιωπές, τις γραμμές που δεν θα μπορούσαν να χαραχτούν με άλλον τρόπο, παρά μόνο με το βαθύ, πράσινο χρώμα της λήθης.Συναγερμοί που ηχούν στο νου ξανά και ξανά και άλλοι που δραματοποιούν τις νύχτες, που φωτίζουν κάτω από στρατιωτικά παραγγέλματα πρόσωπα μάσκες ενός επικίνδυνου θίασου. Η Κύπρος του Γιώργου Μολέσκη, ένας τόπος ονειρικός και προσωπικός θυμίζει πια την Ελένη που από ομορφιά γίνηκε ιδέα, ελεύθερη να μεταφράζεται μες στο θυμικό των ανθρώπων. Οι ραγισμένες πλάκες, τα γκρεμισμένα υποστατικά, τόποι και πράγματα που δεν περιγράφονται αλλά παραμένουν έρωτας τολμηρός, αδιάκοπος, λατρευτικός. Το βιβλίο του κ. Μολέσκη συνιστά ένα είδος προσκυνήματος, το όραμα πίσω από την αξεδιάλυτη σκόνη των εθνικών προδοσιών, των μυθικών καιρών που δεν συνιστούν πια παρά μια φθαρμένη σύνοψη από ονόματα, μαριονέτες, ήρωες και θεούς, έτσι όπως σβήνουν τα περιγράμματα στο κιαροσκούρο του χρόνου. Στην άλλη πλευρά της ταπετσαρίας καταγράφονται πράγματα και μορφές που αντέχουν στον χρόνο επειδή σήμερα μοιάζουν να μην υπήρξαν ποτέ. Τα σπίτια συνιστούν ερωδιούς, μονότονα αγριοπούλια, σαν εκείνα του Φάουστ, βυθισμένα στην άβυσσο, εκεί που οδηγεί το σκοινί της ζωής και της μοίρας. Ο Γιώργος Μολέσκης δεν γράφει για την Κύπρο, γράφει για την ίδια του την ζωή και τούτο από μόνο του επιβάλλει στο πόνημα των εκδόσεων Βακχικόν έναν απροσμέτρητο σεβασμό για όσους βίωσαν την ιστορία και σήμερα μιλούν για εκείνη, ανασύροντας από τα βάθη της στιγμές σκοτεινές και λαμπερά πετράδια.</p>
<p>Κάθε Ιούλιο επιστρέφω, δίχωες μέλλοντες, αφού σοφία συνιστά η βαθιά πεποίθηση του καταιγιστικού χρόνου που μας κατακτά, που παίρνει μαζί του τον τελευταίο μας σπασμό. Δίχως μέλλοντες, σε μια αγρύπνια που επαναφέρει το πρόσωπο του νεκρού και μια υποψία της αδιάκοπης συνέχειας που δεν μπορεί παρά να επιβάλλεται κάποτε στα πράγματα. Η Κύπρος του Μολέσκη αποτελεί ένα μείγμα πλατωνικής ιδέας και αληθούς βιώματος και σαν τέτοια ταξιδεύει στον νότο του καιρού μέσα από τις λέξεις και τα συναισθήματα εκείνων που γλίτωσαν από τους ύπνους. Εκείνων που κρατούν ακόμη ζωντανό το δειλό ρίγος του χαμού και της ελπίδας, όσων μπορούν να διακρίνουν, επειδή γνωρίζουν τον τρόπο, ένα γαρύφαλο που αιμοραγεί, ένα στιλέτο που διαγράφεται. Τότε και τώρα, η μνήμη ένα κλειδί στα χέρια του συγγραφέα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 60px;"><strong><span style="color: #000000;">Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ  ΦΡΑΓΚΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 19/11/2018  </span><br /><span style="color: #000000;"> </span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Σε στέρεα αυτοβιογραφικά θεμέλια</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα πλείστα διηγήματα του Γιώργου Μολέσκη έχουν φιλοσοφικό υπόβαθρο, διαπνέονται από την προβληματική των υπαρξιακών αναζητήσεων και συνάμα διακρίνονται από μια πηγαία και ατόφια ποιητική διάσταση. Όλα δε έχουν στέρεα θεμέλια στις ρίζες της αυτοβιογραφίας. Ελαύνονται από διαφορετικά ερεθίσματα, από διαφορετικές εποχές, διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, έχουν όμως όλα στο επίκεντρο τους τον άνθρωπο, ως κοινωνικό αλλά κυρίως ως πνευματικό ον. Η βασική θεματική αλλά και αισθητική κατηγορία που διαπερνά όλο το βιβλίο, έχω τη γνώμη πως είναι ο ουμανισμός στην ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αρκετά από τα διηγήματα του Γ.Μ. θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν στον ποιητικό, παρά στον πεζό λόγο. Ακόμη κι όταν ο Γ.Μ. πεζογραφεί, έχω την αίσθηση πως ο ποιητής Μολέσκης χώνει το πρόσωπο του μέσα στο δωμάτιο. Αυτό θα έλεγα, κάνοντας κι ένα λογοπαίγνιο με τον τίτλο του βιβλίου. Πχ στο διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» (σελ.9-14) θεματοποιείται η ιδέα της αιώνιας νεότητας που θέλγει τους λογοτέχνες, και όχι μόνον αυτούς, ανά τους αιώνες. Αυτή η ιδέα υμνείται εδώ με συγκίνηση, δέος, ιδιαίτερη τρυφεράδα και ποιητική παραστατικότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σημαντικό μερίδιο στα θεματικές του Γ.Μ. καταλαμβάνουν η ζωή και ο θάνατος. Αυτό, κατά κύριο λόγο, συμβαίνει σε τρία διηγήματα. Τα παραθέτω με τη σειρά που εμφανίζονται στο βιβλίο: α) «Παρατηρητής σε ξένη κηδεία», (σελ. 29-32) β) «Μια κηδεία στο χωριό» (σελ. 33-36) και γ) «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω». (σελ. 37-42) Συχνά ο συγγραφέας λειτουργεί και ως παρατηρητής &#8211; σχολιαστής, αμέτοχος στα δρώμενα που λαμβάνουν χώρα δίπλα του ή μπροστά του. Αλλά πάντα πραγματεύεται τις μεγάλες φιλοσοφικές κατηγορίες. Στο πρώτο διήγημα, με αφορμή την τυχαία παρουσία του σε μια κηδεία και τα ερωτικά φιλιά που αντάλλαξαν δυο ζευγάρια μετά το πέρας της τελετής, ο Γ.Μ. μιλά για τη ζωή και το θάνατο και προπαντός για το τι είναι αυτό που μπορεί να ακυρώσει τον τελευταίο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η νηφαλιότητα της προσέγγισης του προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη διαφάνεια στη σκέψη του. Ομόθεμο «εξωτερικά» αλλά και «εσωτερικά» είναι το δεύτερο διήγημα όπου ο συγγραφέας επίσης πραγματεύεται εκ νέου την ακύρωση του θανάτου. Και το πράττει με ζέση και τρυφεράδα, αναζητώντας διεξόδους συνειδησιακά λυτρωτικές. Στο τρίτο διήγημα, επίσης, θεματοποιούνται η ζωή, ο θάνατος και το βαθύτερο νόημα τους. Εδώ η ασταμάτητη βροχή, ως οπτικό και ηχητικό φόντο με τον ιδιαίτερο συμβολισμό που εμπερικλείει, σηματοδοτεί τη συνέχεια της ζωής. Ο Γ.Μ. αντικρίζει το θάνατο με στωικότητα, αλλά και υπερβατική, φιλοσοφική διάθεση. Θλίβεται μεν αλλά δεν συνθλίβεται και, επιστρατεύοντας τη διαλεκτική, προχωρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε ένα από τα πιο αξιόλογα διηγήματα της συλλογής στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι» (σελ. 49-75) θεματικό επίκεντρο αποτελούν οι τύψεις του συγγραφέα, ότι, ενώ  μπορούσε να δει τον Ρώσο επιστήθιο φίλο του, την τελευταία στιγμή δεν το έπραξε, και αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε. Κι αυτή η «αμέλεια» δεν μπορεί να διορθωθεί με τίποτε. Αυτές οι τύψεις τον παρακινούν να γράψει το πιο εκτενές κι ενδεχομένως το πιο ολοκληρωμένο διήγημα στο βιβλίο, όπου, με τη μέθοδο του φλάσμπακ, αναπαρίσταται η σοβιετική πραγματικότητα της δεκαετίας του’ 70, που είναι τα φοιτητικά χρόνια του Γ.Μ. στη Μόσχα. Και αναπαρίσταται με πληρότητα, ειλικρίνεια και χωρίς να αποκρύβεται τίποτε κάτω από το χαλί του όποιου ιδεολογικού ή άλλου καθωσπρεπισμού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αντιθέτως, όλες οι στρεβλώσεις, όλα τα σαθρά και όλοι οι παραλογισμοί μα και οι ανελευθερίες του σοβιετικού μοντέλου παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη διάφανα, χωρίς τα όποια ενοχικά σύνδρομα. Με ακρίβεια στις λεπτομέρειες αλλά και αξιομνημόνευτη πιστότητα στο πνεύμα και το κλίμα της εποχής, σκιαγραφείται η δαιδαλώδης πορεία των ανθρώπων στα γρανάζια του συστήματος, η μοίρα των προνομιούχων και των λιγότερο προνομιούχων, η μοίρα των …ευέλικτων και των λιγότερο &#8230;ευέλικτων. Με εύσχημο και υπαινικτικό τρόπο, ο συγγραφέας διαμηνύει σαφώς πως η ειλικρίνεια, η αυθεντικότητα και η τιμιότητα δεν αποτελούν πάντοτε προσόντα για έναν άνθρωπο, ενίοτε αποδεικνύονται και «μειονεκτήματα».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα ήθελα ωστόσο να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με δυο διηγήματα αφιερωμένα στον παππού και τη γιαγιά του συγγραφέα. Στο πρώτο «Όταν πρωτάκουσα Βασίλη Μιχαηλίδη» (σελ. 102-107) ο Γ.Μ. επιστρέφει στη μεγάλη θεματική δεξαμενή της παιδικής ηλικίας απ’ όπου αντλεί πλουσίους σε γεύσεις, αρώματα, χρώματα και συναισθήματα, χυμούς. θυμάται με συγκίνηση την αναλφάβητη γιαγιά του, που τού απάγγελε από στήθους Βασίλη Μιχαηλίδη. Περιγράφει με δέος το ρίγος που ένιωσε όταν ύστερα από μερικά χρόνια διαπίστωσε σε ποιον ανήκαν οι στίχοι που απάγγελνε η γιαγιά του. Θα χαρακτήριζα το πιο πάνω διήγημα  και ως ένα κείμενο πολιτισμικής αυτογνωσίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αναφορικά με το δεύτερο διήγημα «Ο παππούς μου ο αγιογράφος» (σελ. 108-123) θέλω να επισημάνω ότι όπως και στα πλείστα πεζογραφήματά του ο συγγραφέας πραγματεύεται μεγάλες ιδέες και υψηλά νοήματα. Τη ζωή και το θάνατο πρώτα, αλλά και άλλες έννοιες, συναφείς, όπως η συγχώρεση για παράδειγμα. Η συγνώμη και η εξαγνιστική της ισχύς, η λυτρωτική της χάρη είναι το κύριο θεματικό μοτίβο αυτού του διηγήματος, στο οποίο ο Γ.Μ. μιλά με τόση θέρμη και συγκίνηση για τον παππού και τη γιαγιά του, που ύστερα από σαράντα χρόνια, στο λυκόφως του βίου τους, συναντήθηκαν ξανά για να συγχωρήσουν και να συγχωρεθούν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνολικά αποτιμώντας το βιβλίο του Γ.Μ. θα έλεγα ότι αποτελεί μια σημαντική κατάθεση στα λογοτεχνικά και ειδικά στα πεζογραφικά πράγματα του τόπου μας. Και η σημασία αυτής της κατάθεσης έγκειται πρωτίστως στην αυθεντικότητα, την ευθύτητα και την ειλικρίνεια της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><strong><span style="color: #000000;">Βιωματικά αφηγήματα</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο  Γιώργος Μολέσκης είναι πάνω απ’ όλα βιωματικός συγγραφέας. Αυτό διαφαίνεται τόσο σε πολλά ποιήματά του όσο και στα πεζογραφήματά του. Από το 1970 άρχισε να γράφει τη νουβέλα του Τα κλεμμένα σταφύλια, στην οποία θέλησε να καταγράψει βιώματα, πρόσωπα και περιστατικά από τα παιδικά του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">χρόνια στην κατεχόμενη γενέτειρά του Λύση, κωμόπολη στην πεδιάδα της Μεσαορίας, αλλά και από τη διαμονή του στην Αμμόχωστο. Η νουβέλα αυτή ξαναγράφτηκε στα χρόνια των σπουδών του (αφού τα χειρόγραφα της πρώτης μορφής χάθηκαν το 1974) και κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1985. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, ορισμένα πρόσωπα και περιστατικά από τη νουβέλα αυτή επανέρχονται ξαναδουλεμένα σε πρόσφατα διηγήματά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βέβαια, δεν πρόκειται για διηγήματα με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Μιλάμε για αφηγήματα πιο ελεύθερα στη σύνθεσή τους, τα περισσότερα μικρής έκτασης, που βοηθούν τον συγγραφέα να ξεδιπλώσει μνήμες και προσωπικά βιώματα από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Κύπρο ή από μεταγενέστερες κυπριακές εμπειρίες του, από την περίοδο των σπουδών του στη Μόσχα και από ταξίδια του σε χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μπορούμε να πούμε εξαρχής ότι στα δεκαοχτώ βιωματικά κείμενα του τόμου η αυτοβιογραφία περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό, ενώ κυριαρχεί η ετερο-βιογραφία. Κατά κανόνα ο συγγραφέας περιορίζεται σε ρόλο αφηγητή-μάρτυρα, που ενδιαφέρεται κυρίως να μνημειώσει πρόσωπα και περιστατικά από το οικογενειακό και το φιλικό του περιβάλλον ή από ταξίδια και λογής εμπειρίες. Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης ξεκαθαρίζεται ότι τα αφηγήματα αυτά βασίζονται σε «πραγματικές ιστορίες», έστω και αν επενδύονται με</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στοιχεία μυθοπλασίας. Πάντως, όσα στοιχεία μυθοπλασίας και αν υπάρχουν, δίνεται η εντύπωση ότι ο πεζογράφος θέλησε να κρατήσει σε γενικές γραμμές τον ιστορικό πυρήνα των κειμένων του. Με άλλα λόγια, δεν επιδίωξε να αλλοιώσει το πρωτογενές ιστορικό υλικό, παραγεμίζοντάς το με μυθοπλαστικά στοιχεία, για να το μεταποιήσει ή για να το καταστήσει ενδεχομένως πιο ελκυστικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό,τι και να συμβαίνει, ο Γιώργος Μολέσκης κατόρθωσε να υπερβεί τον σκόπελο της αυτοπροβολής ή του ναρκισσισμού, ένα βασικό πρόβλημα σε αυτοβιογραφικά κείμενα, επιλέγοντας να δώσει έμφαση στην ετεροβιογραφία. Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο το οποίο συνέβαλε στην ανάδειξη και στην ευόδωση του θεματικού υλικού του είναι η σύνδεσή του με το κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο της εκάστοτε εποχής. Ίσως ταιριάζει να θυμηθούμε εδώ τη συμβουλή του Θεσσαλονικιού Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη ότι «δεν αρκεί το</span></p>
<p><span style="color: #000000;">προσωπικό βίωμα, όταν δεν δένεται με την ιστορία του τόπου». Τη συμβουλή αυτή την είχε επικαλεστεί ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στο πεζό κείμενό του «Συνοικισμός Χιρς» και την εφάρμοσε με επιτυχία σε αυτοβιογραφικά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">κείμενά του. Με ανάλογο τρόπο ο Γιώργος Μολέσκης δείχνει ότι ενδιαφέρεται να σκιαγραφήσει τον κοινωνικό περίγυρο και γενικά το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετεί τα πρόσωπα που παρουσιάζει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παρόλο που ο συγγραφέας δεν κατατάσσει πάντα τα κείμενα με βάση της θεματική τους, θα μπορούσαμε να τα ταξινομήσουμε χοντρικά σε τρεις ενότητες: Σε μια πρώτη ενότητα εντάσσονται πέντε αφηγήματα που</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αφορούν ταξίδια του σε ευρωπαϊκές χώρες και στην Αμερική. Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από τρία κείμενα που αναφέρονται στα χρόνια των σπουδών του στη Μόσχα ή σε μεταγενέστερες επαφές του με την πρώην</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σοβιετική Ένωση. Τα υπόλοιπα δέκα κείμενα αντλούν τη θεματική τους από το κυπριακό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον. Τα περισσότερα από τα κυπριακά του πάνε στο τέλος του βιβλίου, ενώ προτάσσονται τα αφηγήματα που αφορούν ταξίδια του στην Ευρώπη και στην Αμερική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν ταξιδεύει σε άλλες χώρες, ο συγγραφέας-αφηγητής αντιδρά ως ένας φιλοπερίεργος ταξιδευτής ή και ως ευαίσθητος ποιητής: ενδιαφέρεται να δει και να αφουγκραστεί την καθημερινή ζωή και την κοινωνική πραγματικότητα, να καταγράψει εικόνες, ανθρώπινες συμπεριφορές, συμπτώσεις και παράξενα περιστατικά και να αναζητήσει και να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά τους. Από ένα υπηρεσιακό ταξίδι του στην πόλη Φάλουν της Σουηδίας ο συγγραφέας επιλέγει να καταγράψει την παράξενη ιστορία ενός μεταλλωρύχου, που βρέθηκε νεκρός στις παγωμένες στοές ενός ορυχείου 65 χρόνια αργότερα, χωρίς να έχει αλλοιωθεί η νεανική του όψη («Όταν σταμάτησε ο χρόνος»). Ένα παλιό ξενοδοχείο σε επαρχιακή πόλη στην κεντρική Ευρώπη,  που λειτουργούσε άλλοτε ως πολυτελής οίκος  ανοχής, γίνεται αφορμή για ονειρικές και φανταστικές αναδιπλώσεις στο μακρινό παρελθόν, στα χρόνια της αρχαίας Πομπηίας («Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο»). Μια ομιλία περί ποίησης στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού στην Αθήνα και ειδικά η αναφορά στον διάλογο του Μαγιακόφσκι με τον ήλιο συνδέονται με παραισθητικές εμπειρίες ναρκομανών και καταλήγουν σε μια απόπειρα αυτοκτονίας («Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο»). Το παθιασμένο φιλί που ανταλλάσσουν δύο νεαρά ζευγάρια ύστερα από κηδεία συγγενικού τους προσώπου στις χιονισμένες Βρυξέλλες αποτυπώνεται στο μυαλό του συγγραφέαθεατή ως λυτρωτικό αντίδοτο στον θάνατο («Παρατηρητής σε ξένη κηδεία»). Μερικές  παράξενες συμπτώσεις καταγράφονται στο  «Καφέ Βιβλιοπωλείο “Λάμπα”» (που τοποθετείται στην Αμερική αμέσως ύστερα από το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους δίδυμους πύργους) και αφορούν γνωριμίες του συγγραφέα με διάφορα πρόσωπα. Το αφήγημα αυτό εξελίσσεται σε ένα ευαίσθητο σχόλιο γύρω από τη διαφορετικότητα και την αποδοχή του Άλλου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο κέντρο του βιβλίου μπαίνουν τα τρία σοβιετικά-ρωσικά διηγήματα: Το εκτενέστερο της συλλογής, με τον τίτλο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», δεν είναι μόνο μια ενδιαφέρουσα και αξιόλογη προσωπογραφία ενός αλκοολικού διανοούμενου και ποιητή που παρομοιάζεται με ντοστογεφσκικό και γκογκολικό ήρωα, αλλά λειτουργεί και ως ένας πικρός απολογισμός του διαλυμένου σοβιετικού καθεστώτος. Ο Σεργκέι αρνείται να υποταχθεί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">στο σοβιετικό καθεστώς και στην κατάσταση που δημιουργήθηκε ύστερα από την κατάρρευσή του· αρνείται να γράψει επικαιρικά ποιήματα και να βολευτεί με οποιονδήποτε τρόπο. Καταφεύγει στο αλκοόλ, έχοντας άδοξο τέλος, ενώ με τις εκτενείς επιστολές του προς τον Γιώργο Μολέσκη λειτούργησε και ως μάρτυρας-απολογητής για την κατάσταση που δημιουργήθηκε στην πρώην Σοβιετική Ενωση στα χρόνια 1982-1993. Μια μυστική βάφτιση στη Μόσχα («Η βάφτιση») και ένα ταξίδι στην Τιφλίδα για την αξιολόγηση ελληνικής μετάφρασης ενός έμμετρου ιπποτικού μυθιστορήματος του 12ου αιώνα του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γεωργιανού Σιότα Ρουσταβέλι («Εμένα δεν με λένε Ιάσονα») συμπληρώνουν το τρίπτυχο με τις σοβιετικές εμπειρίες του συγγραφέα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα δέκα κυπριακά αφηγήματα της συλλογής αναπτύσσονται και συμπληρώνονται ποικιλότροπα ορισμένα θέματα και μοτίβα από τη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, ενώ προστίθενται νέα πρόσωπα και περιστατικά. Άλλοτε με αδρές και αφαιρετικές πινελιές και άλλοτε με περισσότερες λεπτομέρειες, ο Γιώργος Μολέσκης σκιαγραφεί τον κοινωνικό χώρο και το πολιτικό σκηνικό στην Κύπρο πριν από το 1974, για να αναδείξει και να μνημειώσει μορφές αγαπημένων προσώπων: της αναλφάβητης γιαγιάς Λουκιανής, από την οποία άκουσε στα παιδικά του χρόνια για πρώτη φορά στίχους από τις δύο επικές συνθέσεις του Βασίλη Μιχαηλίδη («Όταν πρωτάκουσα Βασίλη Μιχαηλίδη»)· του «λιποτάκτη» παππού του, που εγκατέλειψε τη γυναίκα του για να ασχοληθεί με την τέχνη της αγιογραφίας στην Καρπασία και στην Πάφο («Ο παππούς μου ο αγιογράφος»)· του παρορμητικού πατέρα του, που επινοούσε τα πιο απίθανα πράγματα στις</span></p>
<p><span style="color: #000000;">επαγγελματικές του δραστηριότητες, για να καταλήξει σε προσφυγικό συνοικισμό και να νοσταλγεί το χωριό του και το χαμένο κτήμα του («Οι ελιές του πατέρα μου» και «Βρέχει &#8230;αλλά εγώ θα πεθάνω»)· της βασανισμένης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">θείας Παναγιώτας, που πέθανε στην προσφυγιά («Μια κηδεία στο χωριό»),</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η μητέρα του συγγραφέα δεν δηλώνεται ως κεντρική μορφή σε κάποιο αφήγημα. Όμως, όπως μας διευκρίνισε ο ίδιος, το διήγημα «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα» συνδέεται, τελικά, με τους δύο γονείς του. Εδώ η μυθοπλασία είναι αυξημένη· η κεντρική ηρωίδα βασίζεται τόσο στο πρόσωπο της μητέρας του συγγραφέα όσο και σε χαρακτηριστικά της πρώτης γυναίκας του πατέρα του. Βασικά θέματα του διηγήματος είναι η επιλόχεια κατάθλιψη της ηρωίδας, που δοκιμάζει τη σχέση του ζευγαριού, και ο κίνδυνος τον οποίο διέτρεξε η ζωή του συζύγου της σε μια καλοκαιρινή καταιγίδα. Τα αφηγήματα αυτά λειτουργούν ως μνημόσυνα αγαπημένων προσώπων που έφυγαν από τη ζωή αλλά και ως νοσταλγικές ελεγείες για τον χαμένο παράδεισο των</span></p>
<p><span style="color: #000000;">παιδικών χρόνων στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα Λύση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από τα εφηβικά του χρόνια στην Αμμόχωστο, όπου ο έφηβος τότε Γιώργος Μολέσκης εργάστηκε κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1960 ως μαθητευόμενος υδραυλικός και συγκολλητής, αντλούν τη θεματική τους δύο αφηγήματα: Στο πρώτο («Ένα πρωί σε ανεγειρόμενη οικοδομή») δεσπόζει μια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τραυματική εμπειρία, η σεξουαλική παρενόχληση που υφίσταται ο έφηβος ήρωας από έναν μεσήλικα οικοδόμο· και στο δεύτερο («Όταν η σφαίρα εξοστρακίστηκε») ο νεαρός ήρωας, ένας μαθητευόμενος συγκολλητής,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">καλείται να κατασκευάζει όπλα για να χρησιμοποιηθούν εναντίον των Τουρκοκυπρίων και των κομμουνιστών. Και στα δύο αυτά κείμενα υπάρχουν ρητές αναφορές στα κυπριακά πολιτικά πράγματα· στα προβλήματα που</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αντιμετωπίζει το νεοσύστατο κυπριακό κράτος και στις δικοινοτικές συγκρούσεις.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αρκετά από τα πρόσωπα και τα θέματα που παρουσιάζονται στα κυπριακά αφηγήματα της συλλογής είχαν εμφανιστεί σε μια πρώτη, σπερματική μορφή στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πολλές φορές ο συγγραφέας διατηρεί αυτούσιο το θεματικό υλικό του, άλλοτε το αναπτύσσει και το επεξεργάζεται με τη συμβολή της μυθοπλασίας και άλλοτε το αποδίδει πια αφαιρετικά ή πιο αποστασιοποιημένα (βλ. ενδεικτικά τα αφηγήματα που αναφέρονται στη γιαγιά και στον πατέρα αλλά και τα «Ένα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">πρωί σε ανεγειρόμενη οικοδομή» και «Όταν Η σφαίρα εξοστρακίστηκε»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δύο τελευταία αφηγήματα («Το ξύπνημα της επιθυμίας» και «Ένας μετανοημένος κλέφτης») είναι εμπνευσμένα από τη ζωή του συγγραφέα στη Λευκωσία κατά το δεύτερα μισό της δεκαετίας του 1960. Τα κείμενα αυτά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(με θέματα την ερωτική επιθυμία μιας μοναχικής ηλικιωμένης γυναίκας για τον νεαρό γείτονά της, στο πρώτο, και τις περιπέτειες ενός νέου που επιδίδεται σε κλοπές, στο δεύτερο) ξεφεύγουν κάπως από το κλίμα των υπόλοιπων κυπριακών αφηγημάτων της συλλογής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με το τελευταίο βιβλίο του ο Γιώργος Μολέσκης παρεκκλίνει για δεύτερη φορά από τη βασική του ενασχόληση με την ποίηση και πετυχαίνει να δώσει πολύ ενδιαφέροντα και αξιόλογα βιωματικά αφηγήματα από μια άλλη Κύπρο, των χρόνων πριν από το μοιραίο 1974, αλλά και από τις σπουδές</span></p>
<p><span style="color: #000000;">του στην πρώην Σοβιετική Ένωση και από πιο πρόσφατα ταξίδια του στον κόσμο. Μπορούμε να πούμε ότι κατάφερε να συνδυάσει αποτελεσματικά την αυτοβιογραφία με την ετεροβιογραφία, δίνοντας περισσότερο βάρος στη δεύτερη. Πέτυχε να μνημειώσει λογοτεχνικά ορισμένα πρόσωπα και περιστατικά, εντάσσοντάς τα στα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής τους και πλαισιώνοντας το πρωτογενές βιωματικό και αυτοβιογραφικό υλικό με τα απαραίτητα μυθοπλαστικά στοιχεία. Ειδικά στα κυπριακά αφηγήματά του</span></p>
<p><span style="color: #000000;">αναδύονται το κλίμα και το ήθος περασμένων εποχών, της γενέθλιας Λύσης του Παύλου Λιασίδη και γενικά της προτελευταίας Κύπρου του Γ. Φ. Πιερίδη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Γιώργος Μολέσκης συναντά από άλλους δρόμους και τον δεύτερο κύπριο ποιητή που παρουσιάζουμε απόψε, τον</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γκιουργκέντς Κορκμάζελ, με τον οποίο μοιράζονται κοινές, κυπρογενείς ανησυχίες και εμπνεύσεις. Αποτελεί ευτυχή συγκυρία το γεγονός ότι οι δύο αυτοί συγγραφείς εξέδωσαν τα βιβλία τους από τις φιλόξενες αθηναϊκές εκδόσεις «Βακχικόν».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο μεταξύ ο Γιώργος Μολέσκης έχει ολοκληρώσει άλλο ένα πεζογράφημα, ένα σπονδυλωτό αφήγημα, που είναι εμπνευσμένο από το κρίσιμο ’74 και τα παρεπόμενά του. Μπορεί να γράφτηκαν πολλά για την Κύπρο του ’74 (κυρίως ποιήματα, στίχοι, διηγήματα και χρονικά), αλλά χρειάζεται να γραφτούν και άλλα, ιδίως πιο συνθετικά αφηγήματα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">μήπως καταφέρουμε να εξορκίσουμε τους δαίμονές μας και να δούμε τις ανοιχτές πληγές της Κύπρου και από άλλες σκοπιές, με τη συμβολή της μυθοπλασίας και τη χρήση μιας πιο ανατρεπτικής και απομυθοποιητικής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">γλώσσας, για να διδαχτούμε από τα λάθη και τα πάθη μας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">https://leogalazis.blogspot.com/2018/08/</span></p>
<p><span style="color: #000000;">7/8/2018</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης»</span><br /><span style="color: #000000;">Η συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο δεν είναι η πρώτη πεζογραφική κατάθεση του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μολέσκη, στην πενηντάχρονη συγγραφική του πορεία, από το 1967 έως σήμερα. Από τα προγενέστερα πεζά του σημειώνουμε ενδεικτικά δύο διηγήματα υπό τον τίτλο «Η πολυκατοικία» και τη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Χαραυγή και έπειτα εκδόθηκε σε βιβλίο (1985).[1] Στα 18 διηγήματα του νέου βιβλίου του αποκρυσταλλώνονται πλούσιες εμπειρίες του συγγραφέα, βιωμένες είτε στην Κύπρο είτε σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού, αφενός με βαθύτατη αίσθηση της εντοπιότητας και της πάλης για υπέρβαση των ορίων και των περιορισμών που πολλές φορές αυτή συνεπάγεται και αφετέρου με κοσμοπολίτικη διάθεση και αναζήτηση απαντήσεων στα διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα στις μεγαλουπόλεις του κόσμου. Το αντίστοιχο αυτής της ανοιχτής προοπτικής και του κοσμοπολιτισμού είναι ιδιαίτερα έντονο στη διηγηματογραφία του Πανίκου Παιονίδη, ίσως και πολλών άλλων Κυπρίων πεζογράφων. Ο κοσμοπολιτισμός στην κυπριακή πεζογραφία είναι, επομένως, ένα γοητευτικό ερευνητικό ζητούμενο της φιλολογίας και της κριτικής. Η σχετική φιλολογική διερεύνηση θα μπορούσε να εκκινήσει από το μελέτημα του Αλέξη Ζήρα «Ο πρώιμος κυπριακός κοσμοπολιτισμός», από το βιβλίο του Όψεις της κυπριακής πεζογραφίας (2010).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τίτλος της συλλογής έχει διακειμενική διάσταση, όπως διαπιστώνουμε από το ομώνυμο διήγημα «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», θέμα του οποίου είναι η επίσκεψη του αφηγητή στις γυναικείες φυλακές της Αθήνας με σκοπό να μιλήσει στις φυλακισμένες για την ποίηση, μετά από πρόσκληση του Ελεύθερου Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Στο διήγημα αυτό, όπου είναι εμφανής η διάθεση του συγγραφέα για μυθοποίηση των βιωμάτων του και αναγωγή τους σε αισθητικά δικαιωμένες αφηγηματικές φόρμες, το γυναικείο ακροατήριο παραλληλίζεται από τον αφηγητή με έναν θίασο: «Η όλη σκηνή είχε κάτι το θεατρικό κι εμείς παίζαμε έναν ρόλο. Ταυτόχρονα όμως ήμασταν κι εμείς θεατές, που παρακολουθούσαν τον παρδαλό και εν μέρει απρόβλεπτο αυτό θίασο» (25). Στην ομιλία του αφηγητή «η ποίηση ορίζεται ως μια άλλη ματιά στον κόσμο» και ως παράδειγμα χρησιμοποιείται ένα ποίημα του Μαγιακόφσκι: «Να στο ποίημα που θα σας διαβάσω τώρα, ο ρώσος ποιητής Μαγιακόφσκι μπαίνει σ’ έναν διάλογο με τον ήλιο. Τον προσκαλεί και τον προκαλεί συνάμα να κατέβει στο δωμάτιό του να μιλήσουν, και ο ήλιος δέχεται την πρόκληση και κατεβαίνει…» (25). Το διακείμενο της αναφοράς αυτής –και επομένως και του τίτλου– είναι το ποίημα «Μια παράξενη περιπέτεια που συνέβη στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι το καλοκαίρι στο εξοχικό». Η πρόσκληση / πρόκληση του ποιητικού υποκειμένου εντοπίζεται στους ακόλουθους στίχους: «Φώναξα στον ήλιο: / “Περίμενε, / χρυσοκούτελε, για άκου, / και αυτό, / αφού αναίτια έρχεσαι / δεν έρχεσαι κι από μένα / να πάρουμε ένα τσάι!» / Μα τι έκανα! / Την πάτησα! / Σε μένα, / με ελεύθερη βούληση, / ο ίδιος αυτοπροσώπως, / έρχεται μέσα απ’ τον αγρό, / απλώνοντας τα ηλιο-βήματά του […]”».[2] Από την ανάγνωση ολόκληρου του κειμένου, μπορούμε να το θεωρήσουμε ως ποίημα ποιητικής, στο οποίο το φως του ήλιου παραβάλλεται με το φως της ποίησης, ως πηγή της αναζήτησης της αλήθειας στη ζωή και στην τέχνη: «Να φωτίζεις πάντα, / να φωτίζεις παντού, / μέχρι το τέρμα, / να φωτίζεις – / μην ψάχνεις δικαιολογία! / Να το δικό μου σλόγκαν / και του ήλιου».[3] Συνεπώς, ο αυτοβιογραφούμενος σε αυτό το βιβλίο Μολέσκης δεν ανακαλεί απλώς στη μνήμη τα βιώματά του, αλλά τα φωτίζει από νέες οπτικές γωνίες, στο πλαίσιο της λογοτεχνικής αναδημιουργίας και της αναζήτησης των βαθύτερων νοημάτων που, εκ των υστέρων, φαίνεται να έχουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όπως διευκρινίζεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, η θεματική ύλη των διηγημάτων προέρχεται «από πραγματικές ιστορίες που συνέβησαν στην Κύπρο και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου: Ελλάδα, Ρωσία, ΗΠΑ, Σουηδία, Γεωργία, Βέλγιο και αλλού». Είναι, επομένως, έκδηλη η αυτοβιογραφική διάστασή τους, όπως επισημαίνεται και από τον ίδιο τον συγγραφέα σε πρόσφατη συνέντευξή του, στην οποία αναφέρει: «Τις ιστορίες αυτές τις διηγιόμουν πολλές φορές σε φίλους, έτσι που κάθε φορά αποκτούσαν κάποια στοιχεία μυθοπλασίας και ένα αφηγηματικό- διηγηματικό ύφος. Όταν η ιδέα για το βιβλίο ωρίμασε, άρχισαν να παίρνουν τη γραπτή τους μορφή».[4] Το καίριο ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, για τον επαρκή αναγνώστη είναι κατά πόσον ο συγγραφέας επιτυγχάνει να μεταπλάσει λογοτεχνικά τη βιωματική πρώτη ύλη υπερβαίνοντας τους σκοπέλους του αναφορικού λόγου, αν ληφθεί υπόψη το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται από τη θεωρία της λογοτεχνίας: «Έχει λογοτεχνικό χαρακτήρα [η αυτοβιογραφία] και συνεπώς θα πρέπει να συμπαρατεθεί με το μυθιστόρημα και την ποίηση ή έχει ιστορική και βιογραφική αξία και άρα πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερος κλάδος του ιστορικο-επιστημονικού λόγου, μαζί με το απομνημόνευμα και τη βιογραφία;».[5] Σε αυτό το ερώτημα θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η προμετωπίδα της συλλογής, στην οποία παρατίθενται στίχοι του Γ. Μολέσκη από την ποιητική του συλλογή Μες στη ροή παραπέμπει στη συγγραφική πρόθεση για υπέρβαση των περιορισμών της αληθοφάνειας και για πριμοδότηση της μυθοπλασίας, έναντι της επιδίωξης για ακριβή αποτύπωση των πραγματικών βιωμάτων του αφηγητή: «Όλα όσα έζησα γίνανε μύθος […] Η μέρα που πέρασε, / ο χρόνος που έφυγε, / οι άνθρωποι που διάβηκαν, / η ζωή μου… η ζωή μου… / γίνανε μύθος…». Εκείνο, λοιπόν, που ενδιαφέρει να εξετάσουμε είναι με ποια μέσα επιτυγχάνεται αυτή η μετάβαση από το βίωμα στη μυθοποίησή του στο Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο. Η κυρίαρχη στον λογοτεχνικό τύπο αυτοβιογραφίας «ψυχογραφική και ερμηνευτική διάσταση και σκοπιμότητα» (κατά τη διατύπωση του Γρ. Πασχαλίδη),[6] σε συνάρτηση με τη συχνά επανερχόμενη σε αρκετά διηγήματα λειτουργία του ονείρου και της φαντασίας, τις λιτές περιγραφές, τους διακειμενικούς συσχετισμούς ζωής και τέχνης και τους προβληματισμούς γύρω από τη σχέση τους είναι μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους επιτυγχάνεται η μυθοπλασιακή διεργασία των βιωμάτων σε αφηγήματα λογοτεχνικά άρτια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η συνειδητή επιλογή του διηγηματογράφου για αποφυγή των λεπτομερών και των μακροσκελών περιγραφών, στην οποία αναφέρεται σε συνέντευξή του, λειτούργησε ως καταλύτης για την αποτελεσματική σύζευξη των πιο πάνω τρόπων: «Στη διάρκεια της συγγραφής», αναφέρει, «εισβάλλουν στο κείμενο πολλά πράγματα, γεγονότα, ιστορίες, περιγραφές τόπων και πραγμάτων, καταγραφές σκέψεων και ιδεών. Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να τα ξεκαθαρίσω όλα αυτά και να επικεντρωθώ στο κύριο και ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες μου. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό».[7] Ας δούμε πως υλοποιείται αυτή η πρόθεση. Στο διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος», λόγου χάρη, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής αναφέρεται σε μιαν επίσκεψή του στην πόλη Φάλουν της Σουηδίας και στις συγκυρίες που τον οδήγησαν «να κατέβει διακόσια μέτρα κάτω από τη γη, στις στοές του μεταλλείου, και να ακούσει την ιστορία του ανθρώπου που έμεινε πάντα νέος» (9).[8] Η περιγραφή του μεταλλείου, που ενδεχομένως από άλλον συγγραφέα θα γινόταν σε μεγαλύτερη έκταση, περιορίζεται σε μία μόνο παράγραφο και η έμφαση δίνεται όχι στην παράθεση των ιστορικών λεπτομερειών για τον χώρο, αλλά στην πιο πάνω ιστορία που παρατίθεται με την τεχνική της εγκιβωτισμένης αφήγησης, δεδομένου ότι ο αφηγητής παραχωρεί τον λόγο στον ξεναγό. Ο εντοπισμός σε μια στοά του μεταλλείου ενός εδώ και χρόνια πεθαμένου άντρα, το σώμα του οποίου δεν αποσυντέθηκε, προκαλεί το αφηγηματικό ενδιαφέρον: «Εκτός από το κόκκινο χρώμα που είχε απλώσει πάνω στο πρόσωπο, στα ρούχα και στα χέρια του ο χαλκός, τίποτα δεν έδειχνε πως ο άνθρωπος εκείνος ήταν πεθαμένος εδώ και χρόνια. Ήταν σάμπως να κοιμόταν, ή να είχε πεθάνει μόλις χτες» (13). Η συγκινησιακή φόρτιση της αφήγησης εντείνεται όταν, στη συνέχεια, μια ενενηντάχρονη γυναίκα, η αρραβωνιαστικιά του πεθαμένου άντρα, τον αναγνωρίζει: «Γονάτισε και του χάιδεψε το πρόσωπο, σαν να ’ταν ο μικρός της γιος ή ο εγγονός, αφού αυτός, ανέγγιχτος από τον χρόνο, έμοιαζε σάμπως να είχε κοιμηθεί όλα τα χρόνια της φθοράς ή σαν να βγήκε σε μια κρίσιμη στιγμή έξω από το παιχνίδι» (14). Πέρα από τη δειγματική λιτότητα, το διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» είναι αξιοσημείωτο και για τη θεματική του έρωτα και του θανάτου σε μια ευρύτερη υπαρξιακή θεώρηση και προοπτική, που αποκρυσταλλώνεται στον επίλογο: «Η ιστορία όμως εκείνη, μια κατάδυση στις υπόγειες στοές του μεταλλείου, που οδήγησε σε μια πορεία στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης, φωτίστηκε και συνεχίζει να φωτίζεται από το μυστήριο φως της ύπαρξης, που όλο ψάχνει, καθώς φανάρι μεταλλωρύχου, στις υπόγειες στοές, τα μονοπάτια της ανθρώπινης μοίρας!&#8230;» (14).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πορεία στους «σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης ύπαρξης», ένας από τους θεματικούς άξονες του βιβλίου, συνδέεται με το κυρίαρχο σε ολόκληρη τη συλλογή ψυχογραφικό στοιχείο, που δεν αποκλείεται να συνδέεται με τη μαθητεία του Μολέσκη στη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα στη μυθιστοριογραφία του Ντοστογιέφσκι, όπως εύστοχα επισημάνθηκε από τον Χρυστόστομο Περικλέους.[9] Ως δείγματα της ψυχογραφικής τάσης του διηγηματογράφου Μολέσκη επιλέγουμε το «Ξύπνημα της επιθυμίας» και το «Ο φίλος μου ο Σεργκέι». Στο πρώτο, μαζί με τα διηγήματα «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω» και «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα», τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι περισσότερο δυσδιάκριτα σε σύγκριση με τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής, δεδομένου ότι σε αυτά τα τρία η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και τα εξιστορούμενα αποδίδονται με τη μηδενική εστίαση του παντογνώστη αφηγητή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο «Ξύπνημα της επιθυμίας», ένα διήγημα μικρής έκτασης, με απλή πλοκή και ανοιχτό τέλος, ψυχογραφείται «μια γυναίκα περασμένης ηλικίας», ένοικος «μιας παλιάς παραμελημένης πολυκατοικίας» στην παλιά Λευκωσία, και αποδίδεται η αφύπνιση του ερωτισμού της, μετά την εμφάνιση ενός νέου και αινιγματικού ενοίκου, που την αναστατώνει, καθώς προσπαθεί με τη φαντασία και τη διαίσθησή της να προσδιορίσει αν είναι ελαιοχρωματιστής, ζωγράφος ή ποιητής και σκέφτεται «πόσο θα ήθελε να γίνει, έστω για μια στιγμή, και μάνα και γυναίκα και ερωμένη του!&#8230;» (22). Στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», το πιο εκτεταμένο διήγημα της συλλογής, με σύνθετη πλοκή και κλειστό τέλος, αντικείμενο της, αναλυτικότερης εδώ, ψυχογράφησης είναι ο Σεργκέι, φίλος του αφηγητή και παλιός του γνώριμος από τα φοιτητικά χρόνια, με τον οποίο ο δεύτερος διατηρεί αλληλογραφία και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Με διεισδυτική γραφή και εμφανή συμπάθεια αποδίδεται η προοδευτική κατάληξη του Σεργκέι στον αλκοολισμό, η οποία διασυνδέεται με την αποτυχία του να καθιερωθεί στους λογοτεχνικούς κύκλους της Μόσχας: «Δεν είχε καταφέρει, ωστόσο, παρά τις συνεχείς προσπάθειές του, να δημοσιεύσει ποιήματά του σε κάποιο από τα λογοτεχνικά έντυπα της Μόσχας, ή να εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή. Για να μην κατηγορηθεί ως αρνητής ανάληψης εργασίας, πράγμα που θεωρείτο ποινικό αδίκημα, εργαζόταν ως νυχτοφύλακας σ’ ένα εργοστάσιο» (61). Με ψυχογραφική δεινότητα, που παραπέμπει στο Έγκλημα και τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, περιγράφεται η αυτόβουλη επίσκεψη του Σεργκέι στην αστυνομία και η κατάθεση εκ μέρους του της πληροφορίας για τη συνεργασία του με έναν Αμερικανό δημοσιογράφο, εξαιτίας του ψυχωτικού του φόβου ότι η σύμπραξη αυτή δεν θα έβρισκε σύμφωνες τις αρχές. Η διακειμενική σχέση της αφηγηματικής αυτής ενότητας με τη ρωσική πεζογραφία επισημαίνεται από τον ίδιο τον αφηγητή: «[…] δεν μπορούσα παρά να βλέπω σ’ αυτόν έναν ζωντανό ντοστογιεφσκικό ή γκογκολικό ήρωα, που σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και πανικού πήγε στην Ασφάλεια να καταγγείλει ο ίδιος τον εαυτό του» (70). Το σύνθετο αυτό διήγημα ολοκληρώνεται με τη διαλεύκανση του μυστηρίου γιατί ο Σεργκέι δεν ανταποκρινόταν στο τελευταίο από τα τηλεφωνήματα του αφηγητή, κατά τη διάρκεια μιας υπουργικής επίσκεψης στη Μόσχα στην οποία συμμετείχε.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ερμηνευτική διάσταση και σκοπιμότητα, ως αναστοχαστική και αξιολογική ανάκληση των βιωμάτων και των εμπειριών, που είναι έκδηλη στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», εντοπίζεται και σε πολλά άλλα διηγήματα της συλλογής. Στο «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω», για παράδειγμα, είναι διάχυτες η υπαρξιακή αγωνία απέναντι στον επερχόμενο θάνατο και η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στα άλυτα μεταφυσικά ερωτήματα γύρω από αυτόν. Και στο διήγημα αυτό ο Μολέσκης αυτοβιογραφείται, επιλέγοντας ωστόσο την τριτοπρόσωπη αφήγηση ως μέσο αποστασιοποίησης από τη βιωματική πρώτη ύλη. Ένα ατύχημα του πρόσφυγα γερο-Κυριάκου, η χειρουργική επέμβαση και η παραμονή του στο νοσοκομείο γίνονται αφορμή να ανακαλέσει στη μνήμη τη ζωή του στο κατεχόμενο χωριό του και ειδικότερα «τη βροχή που σήμαινε τόσα πολλά γι’ αυτόν» (39), άλλοτε ως δημιουργική και άλλοτε ως φθοροποιός και καταστροφική δύναμη. Και αργότερα, στο σπίτι του, στον προσφυγικό συνοικισμό, «έβλεπε πάλι τη βροχή να πέφτει και την άκουγε να χτυπά πάνω στη στέγη του σπιτιού και στις πλάκες της αυλής» και «η βροχή αυτή είχε γίνει ένας αγωγός μνήμης, ένας δρόμος προς τα πίσω […]» (40). Εκείνες, λοιπόν, τις στιγμές, υπό το κράτος του θανάτου, θυμάται τις τελευταίες στιγμές του πατέρα του, επανερμηνεύοντας το βίωμα αυτό από μια νέα οπτική γωνία: «Ο Κυριάκος τού έπιασε τρυφερά το χέρι, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: “Βρέχει, πατέρα.». Κι ο πατέρας του κοιτάζοντας κάπου πέρα στο κενό απάντησε: “Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω!” Σε λίγες μέρες πέθανε. Η βροχή εξακολουθούσε να πέφτει με αμείωτη ένταση. Με τη βροχή τον μετέφεραν στην εκκλησιά, με τη βροχή στο κοιμητήρι. Βρεγμένο τον έθαψαν στην υγρή γη» (41). Ωστόσο και ο ίδιος, λίγο προτού πεθάνει, επαναλαμβάνει τη φράση του πατέρα του, «Βρέχει, αλλά εγώ θα πεθάνω!» στον δικό του γιο (προφανώς στον αυτοβιογραφούμενο συγγραφέα που καλύπτεται πίσω από την τεχνική της τριτοπρόσωπης αφήγησης), ο οποίος αδυνατεί να κατανοήσει το βαθύτερο νόημά της, όπως σημειώνεται στην κατακλείδα του διηγήματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το στοιχείο της υπαρξιακής αγωνίας, που εντοπίσαμε στο πιο πάνω διήγημα, καθώς και άλλα μεταφυσικά ζητήματα που ανιχνεύονται σε άλλα διηγήματα της συλλογής συνδέονται με τη δεσπόζουσα σε αυτήν λειτουργία του ονείρου, όχι απλώς ως καταγραφής του υποσυνείδητου και των ανομολόγητων επιθυμιών, αλλά επιπλέον και ως μέσο για μια δεύτερη «ανάγνωση» της πραγματικότητας και των επιμέρους βιωμάτων, που ανακαλούνται στη μνήμη του αφηγητή ο οποίος, εκ των υστέρων, ανακαλύπτει νέες αθέατες όψεις τους. Το όνειρο κυριαρχεί, για παράδειγμα, στο διήγημα «Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο», όπου ο αφηγητής μετά από ένα βράδυ έντονων ονειρικών ερωτικών φαντασιώσεων, πληροφορείται ότι το ξενοδοχείο στο οποίο διαμένει «για τριακόσια σχεδόν χρόνια ήταν γνωστό σε όλη τη χώρα και στις γειτονικές ακόμη ως ένα αυθεντικό πορνείο πολυτελείας, που το επισκέπτονταν έμποροι και κυβερνήτες, ακόμη και ποιητές…» (18), αδυνατώντας να θυμηθεί αν είχε εκ των προτέρων διαβάσει την πληροφορία αυτή ή αν «τα δωμάτια του ξενοδοχείου, φορτωμένα μνήμες και εικόνες άλλων εποχών, βρίσκουν κάποιους ενοίκους δεκτικούς και εκτονώνονται […]» (ό.π.). Και στο τέλος αυτού του διηγήματος διαπιστώνουμε την προσφιλή στον συγγραφέα τάση να αφήνει να αιωρείται αναπάντητο ένα ερώτημα ή μια απορία γύρω από τα αιώνια θέματα της λογοτεχνίας, τον έρωτα, τον θάνατο, τη μοίρα, που ανιχνεύονται και στο δικό του βιβλίο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαφοροποιημένη είναι η λειτουργία των δύο ονείρων που εντοπίζονται στο διήγημα «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα». Στο πρώτο όνειρο του πρωταγωνιστή, τα μαύρα σταφύλια ερμηνεύονται από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή ως προμήνυμα συμφοράς, η οποία την επομένη επέρχεται με μια νεροποντή κατά την ώρα του τρύγου, από την οποία σώθηκε σαν από θαύμα: «Σε όποια κατεύθυνση κι αν στρεφόταν, έβρισκε μπροστά του σταφύλια, ώριμα, με ρώγες, ασυνήθιστα αδρές και κατάμαυρες. Ήταν απειλητικά, σαν φίδια που ήθελαν να τον καταπιούν, σαν ένας βάλτος ή μια θάλασσα που ήθελαν να τον πνίξουν […]» (91). Ας σημειωθεί ότι στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια εντοπίζεται το ίδιο μοτίβο των σταφυλιών στους εφιάλτες ενός δεκάχρονου παιδιού: «Είταν τόσο κουρασμένος που δεν ονειρεύτηκε καθόλου εκείνο το βράδυ. Ούτε και τα σταφύλια που για καιρό ύστερα έμελλε να τα βλέπει κάθε βράδυ στον ύπνο του».[10] Στο δεύτερο όνειρό του, μετά τη διάσωσή του από βέβαιο θάνατο, ο πρωταγωνιστής βλέπει την εφιαλτική σκηνή του μαρτυρικού θανάτου του αδελφού του από αναμμένο κερί: «[…] το παιδί καιγόταν σαν λαμπάδα μέσα στην κούνια του. Όμως, κατά παράξενο τρόπο, ο καμένος αδελφός του τώρα ήταν μεγάλος άντρας, ίδιος ακριβώς μ’ αυτόν. Στεκόταν μπροστά στο εικονοστάσι γυμνός, τον κοίταζε και του χαμογελούσε ήρεμος, ενώ καιγόταν ολόκληρος σαν λαμπάδα… (99).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο διήγημα «Όταν η σφαίρα εξοστρακίστηκε», όπου αποτυπώνονται οι εμπειρίες του συγγραφέα από τη βιοπάλη προτού με πολλές δυσκολίες καταφέρει να ολοκληρώσει την εγκύκλιά του μόρφωση και να φύγει για σπουδές (όπως και σε άλλα διηγήματα της συλλογής), το όνειρο λειτουργεί διαφορετικά απ’ ό,τι στα προηγούμενα παραδείγματα, ως απότοκο του φόβου και της ανησυχίας του αφηγητή ότι η αποδοχή εκ μέρους του της οπλοκατοχής, μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963, θα του προκαλούσε προβλήματα: «Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν συνέχεια πως είχα μπλέξει σε μια ιστορία που δεν ήταν για μένα. Αν μ’ έπαιρνε λίγο ο ύπνος, έρχονταν εφιαλτικά όνειρα και μ’ έκαναν να πετάγομαι. Ακόμη και το ίδιο εκείνο όνειρο που είδα όταν κοιμόμουν στο χωριό με το πιστόλι του Στέλιου κάτω από το μαξιλάρι μου ήρθε και με βρήκε. Παραλλαγμένο. Ο νεκρός αυτή τη φορά ήταν ο ίδιος ο Στέλιος […]» (139). Το όνειρο αυτό εν τέλει αποδεικνύεται προφητικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στη διαπίστωση ότι ο Γ. Μολέσκης πέτυχε στο νέο βιβλίο του να αποφύγει τους σκοπέλους της αναφορικής αυτοβιογράφησης και να μεταπλάσει το βιωματικό του υλικό σε αισθητικά δικαιωμένες αφηγηματικές φόρμες. Μολονότι στα περισσότερα διηγήματα της συλλογής δεν εφαρμόζονται τεχνικές πρόκλησης του αναγνωστικού ενδιαφέροντος που είναι συνήθεις στα αστυνομικά διηγήματα, με τις οποίες εξάπτεται η φαντασία και η αγωνία του αναγνώστη, ο συγγραφέας εξασφαλίζει το αναγνωστικό ενδιαφέρον με άλλους τρόπους, όπως είναι η αφηγηματική άνεση, η εκφραστική λιτότητα, η εξομολογητική διάθεση, καθώς και η συνεχής αιώρηση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι, στον λόγο και στον μύθο, στο όνειρο και την πραγματικότητα. Και είναι γι’ αυτό που ανεπιφύλακτα υποστηρίζουμε ότι η συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο είναι αξιόλογη, ότι θα αντέξει στον χρόνο και θα καταξιωθεί στη συνείδηση των αναγνωστών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[1] Βλ. Γ. Μολέσκης, Τα κλεμμένα σταφύλια, Λάρνακα, 1985. Απόσπασμα της νουβέλας δημοσιεύθηκε στη Νέα Εποχή 99 (1973) 581-584˙ βλ. επίσης του ίδιου, δύο διηγήματα υπό τον τίτλο «Η πολυκατοικία»: Νέα Εποχή 83 (1969) 19˙ ό.π. 89 (1971) 44-47.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[2] Βλ. Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, «Μια παράξενη περιπέτεια που συνέβη στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι το καλοκαίρι στο εξοχικό», μτφρ. Ελένη Κατσιώλη: http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/8969-mayakovsky-26012018 (ανάκτηση: 11 Μαρτίου 2018) [= Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Συλλογή έργων σε έξι τόμους, Βιβλιοθήκη «Ογκανιόκ», Εκδόσεις «Πράβντα», Μόσχα, 1973, τ. 1, 402–405]. Ευχαριστώ τον Γ. Μολέσκη για την υπόδειξη του διακειμένου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[3] Ό.π.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[4] Συνέντευξη του Γ. Μολέσκη στον Πιερή Παναγή: «Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό», Ο Φιλελεύθερος, 14 Φεβρ. 2018: http://www.philenews.com/politismos/anthropoi/article/489648/gorgs-moleskis-epikentronomai-sto-oysiastiko (Ανάκτηση: 11 Μαρτ. 2018).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[5] Γρηγόρης Πασχαλίδης, Η ποιητική της αυτοβιογραφίας (διδ. δ.), Ιωάννινα, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1991, 2.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[6] Ό.π., 37-38.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[7] Συνέντευξη του Γ. Μολέσκη στον Πιερή Παναγή: «Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό»…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[8] Με τους εντός παρενθέσεων αριθμούς, εδώ και εφεξής, παραπέμπουμε στις σελίδες της υπό σχολιασμό συλλογής διηγημάτων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[9] Χρυσόστομος Περικλέους, «Περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου», Χαραυγή 28 Ιαν. 2018.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[10] Βλ. Γ. Μολέσκης, «Τα κλεμμένα σταφύλια», Νέα Εποχή 99 (1973) 584. Διατηρείται η ορθογραφία της πρώτης δημοσίευσης.</span></p>
<h3 style="padding-left: 30px;"> </h3>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΥΣOΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛEΟΥΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">http://dialogos.com.cy/28/1/2018</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν μια ευχάριστη περιδιάβαση στις χώρες του κόσμου οι αφηγήσεις του Γιώργου Μολέσκη στη συλλογή διηγημάτων Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017. Πρόκειται για μια, κατά κύριο λόγο, κατάθεση προσωπικής μαρτυρίας. «Όλα όσα έζησα γίνανε μύθος» λέει ο ίδιος, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη για το είδος των ιστοριών του βιβλίου. Ιστορίες που βγαίνουν από προσωπικές εμπειρίες, που τις βιώνει όμως με την ευαισθησία του ποιητή από τη μια κι από την άλλη με τη ματιά ενός πολίτη του κόσμου με δεκτικότητα στο νέο και το διαφορετικό. Ιστορίες που έχουν στο κέντρο τον άνθρωπο, ιστορίες που, προχωρώντας πέρα από την προσωπική μαρτυρία, δημιουργούν χαρακτήρες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαβάζοντας την ιστορία του Σεργκέι, φίλου του συγγραφέα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Μόσχα, έχεις την αίσθηση ενός ήρωα του Ντοστογιέφσκι. Ευαίσθητος, με ποιητική ιδιοσυγκρασία, που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στα καλούπια του σοβιετικού καθεστώτος, που δεν μπορεί να υποταχθεί στις κοινωνικές συμβάσεις, μοναχικός, δυστυχισμένος. Τα ποιήματά του -που τα απορρίπτουν οι κριτικοί καθώς δεν ταιριάζουν στα πρότυπα που θέτει το καθεστώς- τα διαβάζει στη σκυλίτσα του: «Είναι τόσος κάποτε ο πόνος που δεν νιώθεις πόνο […] Είμαι γεμάτος με ακαθόριστη πλήξη…». Κι είναι η σκυλίτσα ο μοναδικός σύντροφος στη μοναξιά του: «Μυρίζει τσάι κι είναι ο καπνός βαρύς απ’ το τσιγάρο / Καθόμαστε μαζί με τη σκυλίτσα / κι ακούμε το σούρσιμο των ποντικών / και των κλαδιών το τρίξιμο πάνω απ’ το ποτάμι».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο «Ξύπνημα της επιθυμίας» μια άλλη μοναχική ύπαρξη, μια μεσήλικη γυναίκα που ζει μόνη σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, γεμίζει τη μοναξιά της παρακολουθώντας, από τη μισάνοικτη πόρτα ή από το παράθυρο της κουζίνας που βλέπει τον διάδρομο, τους καινούργιους κυρίως ενοίκους, που εναλλάσσονται κάθε τόσο, μέχρι που ταράζει κυριολεκτικά την ψυχή της ένας νιόφερτος νεαρός νοικάρης, μπορεί ζωγράφος ή συγγραφέας ή ποιητής, που, καθώς της γίνεται εμμονή να τον παρακολουθεί, ξυπνά μέσα της τη μάνα, τη γυναίκα, την ερωμένη…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο διήγημα «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, ο συγγραφέας φέρνει πάλι τον αναγνώστη στο περιθώριο της κοινωνίας. Ομιλία για την ποίηση με ακροατήριο γυναίκες σε φυλακή της Αθήνας, κατάδικες για ναρκωτικά, ερωτικές ιστορίες, εγκλήματα πάθους… Στη σύναξη άλλες επιδεικτικά ατημέλητες, άλλες βαμμένες με φροντισμένη εμφάνιση, άλλες ερωτικά προκλητικές… Κι ο ποιητής να τους μιλά για την ποίηση ως «μιαν άλλη ματιά στον κόσμο που, μέσα από το ξαφνικό και το παράδοξο, μας ανοίγει διόδους για να γνωρίσουμε άλλες πλευρές της ζωής». Και να τους διαβάζει ποίημα του Μαγιακόφσκι, όπου ο ποιητής προσκαλεί τον ήλιο στο δωμάτιό του να μιλήσουν… Και ξαφνικά βλέπεις να μπαίνει στα σκοτεινά κελιά των φυλακών ο ήλιος, το φως, η άλλη αλήθεια, πέρα από τις συμβατικές πραγματικότητες που κρατούν αυτές τις γυναίκες στο σκοτάδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι γυναίκες που ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας αναδύονται και πάλι στη φαντασία του συγγραφέα όταν καταλύει «Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο» ευρωπαϊκής πόλης χωρίς να γνωρίζει πως το αναπαλαιωμένο κτίριο που το στεγάζει ήταν, για 300 τόσα χρόνια, πορνείο πολυτελείας. Το ύφος όμως του χώρου, το άρωμα ερωτισμού που αναδίδει, υποβάλλουν στον ευαίσθητο επισκέπτη-ποιητή τη ζωή που κύλησε στα δωμάτιά του, μεταφέροντάς τον σε σκηνές με γυναίκες που πουλούν το κορμί τους… για να σβήσουν στο τέλος σαν καμένοι πυρσοί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο έρωτας κι ο θάνατος, θεμελιακά στοιχεία της ποίησης, συναντώνται, ή μάλλον τέμνονται, σε τέσσερις αφηγήσεις του βιβλίου. Στη μια (Όταν σταμάτησε ο χρόνος), σταματά ο χρόνος στο θάνατο ενός νέου μεταλλωρύχου στα βάθη της γης. Κι όταν, μετά από χρόνια, βγάζουν το νεκρό σώμα του στην επιφάνεια, βλέπουν με έκπληξη τα αναλλοίωτα χαρακτηριστικά στο αρυτίδωτο πρόσωπό του, που δέχεται το τρυφερό χάδι της ογδοντάχρονης γριάς τότε αρραβωνιαστικιάς του. Στη δεύτερη (Παρατηρητής σε ξένη κηδεία), μπαίνοντας ο συγγραφέας σε μια παλιά γοτθική εκκλησία στις Βρυξέλλες, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κηδεία. Μένει εκεί και παρακολουθεί «σαν θεατής σε μια παράσταση σε ξένη γλώσσα, ο οποίος γνωρίζει το έργο και προσπαθεί να εμβαθύνει στην ουσία του». Κι ενώ παρακολουθεί τον κόσμο που βγαίνει από την εκκλησία, πέφτει το βλέμμα του σε δύο νεαρά ζευγάρια -λευκό αγόρι με μαύρο κορίτσι και αντίστροφα- να κοντοστέκονται στην έξοδο και να φιλιούνται θερμά χείλη με χείλη, «δύο σχεδόν παθιασμένα φιλιά», αυτά που ακυρώνουν το θάνατο. Στην τρίτη ιστορία (Βρέχει αλλά εγώ θα πεθάνω), ο θάνατος ακυρώνεται με τη σύνδεσή του με τη βροχή, την πηγή της ζωής. Στην τέταρτη ιστορία (Μια κηδεία στο χωριό), στην κηδεία της θείας Παναγιώτας, τα στοιχεία που, όπως το αισθάνεται ο ποιητής, ακυρώνουν το θάνατο είναι η άνοιξη με τ’ αγριολούλουδα του κάμπου. Ο έρωτας στη φύση ακυρώνει και πάλι το θάνατο, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάσταση…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψηφίδες της ποιητικής ευαισθησίας του Γιώργου Μολέσκη αφήνονται σκόρπιες στην αφήγηση των ιστοριών του. Καθώς συναντάται όμως με την ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη, πρώτα μικρό παιδί από την αναλφάβητη γιαγιά που του απαγγέλλει απ’ έξω 9η Ιουλίου και Χιώτισσα κι ύστερα, ως έφηβος, όταν διαβάζει ο ίδιος τα ποιήματα, μας εισάγει στον πυρήνα της ποιητικής ύλης, τις λέξεις, και στη λειτουργία τους. «Ήταν κάποιες λέξεις και φράσεις που καρφώνονταν σαν μαχαίρια στην καρδιά μου και για χρόνια πολλά δεν μπορούσα να τις φέρω στη μνήμη μου δίχως να νιώθω ένα συναίσθημα φόβου και μυστηρίου: Δεσποτάες, Αρναουτάες, Χατζιαλάς, νεκατσιασμένοι, λας, μαύρος χάρος, σουρούπια του φου»… Η λέξη, με το φορτίο που κουβαλά, το κύτταρο της ποίησης…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">http://dialogos.com.cy/blog/peridiavasi-stis-chores-tou-kosmou/#.WnYSUcfXbct</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ</strong></h5>
<p>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 16/3/2025</p>
<p>Η συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Μολέσκη «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο» περιλαμβάνει 18 ιστορίες που εκτυλίσσονται στην Κύπρο και σε μέρη όπως η Ελλάδα, η Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Σουηδία, η Γεωργία και το Βέλγιο. Πρόκειται για ένα μωσαϊκό πραγματικών και φανταστικών γεγονότων, όπου καθημερινοί άνθρωποι και μικρές στιγμές της ζωής αποκτούν καθολική σημασία. Άλλες ιστορίες επικεντρώνονται σε ένα και μόνο γεγονός, ενώ κάποιες διατρέχουν μεγαλύτερες περιόδους της ζωής των ηρώων.</p>
<p>Τα διηγήματα κινούνται γύρω από θεματικές όπως η ανθρώπινη μνήμη, η καθημερινότητα, οι πολιτισμικές διαφορές, η νοσταλγία, και οι κοινωνικές παρατηρήσεις.</p>
<p>Η ποικιλία των θεμάτων αγκαλιάζει τη ζωή στην Κύπρο και στον υπόλοιπο κόσμο, δημιουργώντας έναν πολυπολιτισμικό καμβά.</p>
<p>Μέσα από ιστορίες που είναι άλλοτε προσωπικές και άλλοτε παρατηρητικές, ο συγγραφέας φέρνει στο φως τις διαφορετικές όψεις του ανθρώπινου βίου, από τη γέννηση και τον θάνατο μέχρι τις μικρές στιγμές που φέρνουν νόημα στη ζωή.</p>
<p><br />Οι ήρωες της συλλογής, είτε πρωταγωνιστές είτε παρατηρητές, είναι άνθρωποι καθημερινοί, με πάθη, αδυναμίες, και δύναμη. Είναι χαρακτήρες με τους οποίους ο αναγνώστης ταυτίζεται, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό ή γεωγραφικό τους υπόβαθρο.</p>
<p>Η έμφαση στη μοναδικότητα κάθε ανθρώπου και στη δύναμη των λεπτομερειών καθιστά τις ιστορίες διαχρονικές.</p>
<p>Η αυτοβιογραφική διάσταση δίνει στη συλλογή έναν ιδιαίτερο τόνο. Οι αφηγητές μοιάζουν να βρίσκονται συχνά κοντά στον ίδιο τον συγγραφέα, με έναν στοχαστικό ή οικείο τρόπο και άλλες φορές μοιάζουν να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που σε παίρνει από το χέρι να σε οδηγήσει μέσα από ιστορίες γεμάτες ρεαλισμό αλλά και μυθοπλαστικά στοιχεία. Ο Μολέσκης προσφέρει μια έμμεση βιογραφία όχι μόνο του εαυτού του αλλά και της εποχής και του κοινωνικού πλαισίου όπου ζει.</p>
<p>Ο συγγραφέας αναδεικνύει μέσα από τις αφηγήσεις του την πανανθρώπινη διάσταση των απλών ανθρώπων. Οι ήρωές του, αν και προέρχονται από διαφορετικές χώρες και πολιτισμούς, είναι τόσο ζωντανοί και οικείοι που μοιάζουν να ανήκουν στο δικό μας περιβάλλον. Από τη νοσταλγική ανάμνηση της εφηβείας έως τη βαθιά παρατήρηση της φύσης και των γεγονότων, οι ιστορίες του Μολέσκη είναι γεμάτες συναίσθημα, ενσυναίσθηση και ποιητική ματιά.</p>
<p>Μερικά διηγήματα, όπως «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» και «Ο φίλος μου ο Σεργκέι», εστιάζουν στη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων, τις αντιφάσεις τους και τις διαχρονικές αξίες που τις συντηρούν. Άλλα, όπως «Ο παππούς μου ο αγιογράφος» και «Οι ελιές του πατέρα μου», πλέκουν τον μύθο με τη μνήμη, μεταφέροντας τη σοφία και το βάρος της παράδοσης. Σε αφηγήσεις όπως «Μια φωτιά καίει μέσα στη νύχτα» και «Όταν η σφαίρα εξοστρακίστηκε», κυριαρχεί η ένταση της στιγμής και ο στοχασμός γύρω από τη δύναμη της ζωής και τον θάνατο.</p>
<p>Το διήγημα «Όταν η Σφαίρα Εξοστρακίστηκε» είναι ένα βαθιά υπαρξιακό και κοινωνικό αφήγημα που εξερευνά ζητήματα ταυτότητας, ηθικής και προσωπικών επιλογών στο πλαίσιο μιας ταραγμένης ιστορικής περιόδου. Ο αφηγητής, ένας νεαρός τεχνίτης, έρχεται αντιμέτωπος με τον πειρασμό της βίας, τον φόβο και τις κοινωνικές πιέσεις, ενώ παράλληλα βιώνει τη μετάβαση από την αθωότητα στην ενηλικίωση.</p>
<p>Η έλξη και ο φόβος της βίας: Η εμπειρία του νεαρού αφηγητή με το όπλο του Στέλιου συμβολίζει τον πειρασμό της εξουσίας που μπορεί να προσφέρει ένα όπλο, αλλά και τις συνέπειες της χρήσης του. Το όνειρό του με τον νεκρό αποκαλύπτει την εσωτερική του σύγκρουση.</p>
<p>Ο ήρωας, στοχοποιημένος από συνομηλίκους του, βλέπει το όπλο ως μέσο προστασίας και αναγνώρισης. Αργότερα, η στρατολόγησή του από εθνικιστικούς κύκλους δείχνει πώς οι κοινωνικές πιέσεις μπορούν να σπρώξουν κάποιον σε επικίνδυνες επιλογές.</p>
<p>Το διήγημα διαδραματίζεται την περίοδο των διακοινοτικών συγκρούσεων στην Κύπρο (1963-64). Ο Ιάκωβος, με το προσωπικό του τραύμα από τη βία, λειτουργεί ως αντίβαρο στον Στέλιο, δείχνοντας ότι η προσωπική εμπειρία καθορίζει τη στάση απέναντι στη βία.</p>
<p>Η ηθική της επιλογής: Ο πρωταγωνιστής βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, καλούμενος να αποφασίσει αν θα ενταχθεί σε μια ομάδα που κατασκευάζει όπλα. Η αμφιβολία, ο φόβος και τα όνειρά του υποδηλώνουν μια συνείδηση που αντιστέκεται στη βία.</p>
<p>Το διήγημα σκιαγραφεί με λεπτότητα τη συναισθηματική και ηθική πάλη ενός νέου ανθρώπου μέσα σε μια κοινωνία που βράζει από συγκρούσεις. Μέσα από τον εξοστρακισμό της σφαίρας και τον αντίκτυπο που αυτός έχει, ο συγγραφέας υπογραμμίζει το πώς οι φαινομενικά μικρές επιλογές μας μπορούν να έχουν απρόβλεπτες συνέπειες</p>
<p>Το διήγημα «Οι ελιές του πατέρα μου» αποτυπώνει την ιδιαίτερη σχέση ενός ανθρώπου με τη φύση, τις παρορμητικές του αποφάσεις και την επιμονή του να κυνηγά τα όνειρά του, παρά τις αντιξοότητες. Ο πατέρας του αφηγητή παρουσιάζεται ως ένας ιδιόρρυθμος και αυθόρμητος άνθρωπος, ο οποίος συχνά ακολουθεί τις ιδέες του χωρίς να τις υπολογίζει πρακτικά ή να συμβουλεύεται άλλους. Μέσα από διάφορα επεισόδια, όπως η αγορά του αλόγου και του λεωφορείου, φαίνεται πως πολλές από τις πρωτοβουλίες του οδηγούν σε αποτυχία και απώλειες. Ωστόσο, η πιο σημαντική απόφαση της ζωής του – το φύτεμα των ελιών – είναι η μόνη που αποφέρει καρπούς, τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά.</p>
<p>Το δέντρο της ελιάς αποκτά έναν ιδιαίτερο συμβολισμό: συνδέεται με την επιβίωση, τη μεταφυσική πίστη, τη δύναμη της φύσης και την ανθρώπινη επιμονή. Ο πατέρας, παρά την ειρωνεία και την αμφισβήτηση των συγχωριανών του, βλέπει το όραμά του να παίρνει σάρκα και οστά. Οι ελιές του γίνονται ένα διαχρονικό σημείο αναφοράς, ένα κομμάτι του εαυτού του που συνεχίζει να ζει ακόμα και μετά τον θάνατό του.</p>
<p>Το διήγημα, με γλαφυρό ύφος και συναισθηματικό βάθος, αφηγείται μια ιστορία για το πείσμα, τη δημιουργικότητα και τη βαθιά σύνδεση του ανθρώπου με τη γη του, αλλά και για τη μετάδοση αυτών των στοιχείων από γενιά σε γενιά.</p>
<p>Σε ορισμένα διηγήματα, οι άνθρωποι απουσιάζουν σχεδόν εντελώς. Ο συγγραφέας στρέφεται στη φύση, στο τοπίο και στα γεγονότα, όπως στο «Καφέ Βιβλιοπωλείο Λάμπα» και «Σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο». Με μια ποιητική προσέγγιση, αποτυπώνει την ατμόσφαιρα και τον κοινωνικό ιστό που συνδέει τις ζωές μας, προσφέροντας στον αναγνώστη μια διαρκή υπενθύμιση για τη σημασία της παρατήρησης και της σύνδεσης.</p>
<p>Ενώ το διήγημα, που είναι και ο τίτλος της συλλογής: «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», αποτελεί μια βαθιά διείσδυση στις ανθρώπινες ψυχές και την τραγικότητα της ζωής μέσα στις φυλακές, εστιάζοντας στην ένταση των συναισθημάτων και την ευθραυστότητα των καταστάσεων.</p>
<p>Η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από μια επίσκεψη του αφηγητή, λογοτέχνη, σε μια γυναικεία φυλακή για μια διάλεξη περί ποίησης. Ο αφηγητής περιγράφει τις συνθήκες στις φυλακές, την ψυχολογία των φυλακισμένων γυναικών, καθώς και την αλληλεπίδρασή του μαζί τους. Η ποίηση, ως τρόπος έκφρασης και στοχασμού, γίνεται το μέσο για να φωτιστούν οι εσωτερικές αναζητήσεις των γυναικών, αλλά και οι δικές του σκέψεις.</p>
<p>Η ιστορία δημιουργεί έναν έντονο αντίθετο διάλογο: από τη μία, ο ήλιος που εισβάλλει στο δωμάτιο και λειτουργεί ως σύμβολο ζωής, φωτός και ελπίδας, και από την άλλη, η σκοτεινή πράξη της απόπειρας αυτοκτονίας μιας νεαρής γυναίκας. Η τραγικότητα της στιγμής αυτής ακυρώνει οποιαδήποτε αίσθηση επιτυχίας για τη διάλεξη, καθιστώντας την προσπάθεια προσέγγισης μέσω της ποίησης φαινομενικά ανεπαρκή μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.</p>
<p>Ο ήλιος λειτουργεί ως σύμβολο πολλαπλών αναγνώσεων:</p>
<p>Η ποίηση προσφέρει φως και ελπίδα, η δημιουργία, η προσπάθεια να διατηρηθεί μια αίσθηση ομορφιάς ακόμα και στις πιο σκληρές συνθήκες. Πραγματικότητα και τραγωδία: Ο ήλιος κρύβεται στο τέλος πίσω από τους τοίχους, υπενθυμίζοντας τη σκληρή μοίρα των φυλακισμένων. Η πράξη της νεαρής γυναίκας που επιχειρεί να δώσει τέλος στη ζωή της αντικατοπτρίζει τη συντριβή της ελπίδας, την αδυναμία να διαφύγει κάποιος από τον προσωπικό του πόνο ακόμα και μπροστά σε στιγμές συλλογικής ψυχικής ανάτασης.</p>
<p>Η ποίηση, όπως παρουσιάζεται, αποτελεί εργαλείο νοητικής και συναισθηματικής απελευθέρωσης. Ωστόσο, η ιστορία καταδεικνύει και τα όριά της. Η λογοτεχνία δεν μπορεί πάντα να εξαλείψει την οδύνη που κρύβει η ανθρώπινη ψυχή, ειδικά όταν είναι βαθιά τραυματισμένη.</p>
<p>Το διήγημα πραγματεύεται την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, τη σύνδεση τέχνης και πραγματικότητας, και την αντίφαση ανάμεσα στη δύναμη της δημιουργίας και την αδυναμία της να θεραπεύσει πλήρως την ανθρώπινη ψυχή. Η αφήγηση είναι συγκινητική και προσεγγίζει θέματα όπως η μοναξιά, ο εγκλεισμός, αλλά και η επιμονή της ελπίδας μέσα στο σκοτάδι.</p>
<p>Η λιτή, αλλά ποιητική γλώσσα του Μολέσκη και ταυτόχρονα γεμάτη συμβολισμούς, προσδίδει βάθος στα απλά γεγονότα και τις καθημερινές σκηνές, φωτίζει τις λεπτομέρειες που διαμορφώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Κάθε διήγημα είναι ένα ξεχωριστό παράθυρο στη ζωή, έναν κόσμο που μας καλεί να στοχαστούμε πάνω στη δική μας πραγματικότητα.</p>
<p>Η αφήγηση είναι συχνά ατμοσφαιρική, δημιουργώντας εικόνες με συναισθηματική ένταση και μελαγχολική διάθεση.</p>
<p>Ο συγγραφέας αποτυπώνει με δεξιοτεχνία τη συνύπαρξη του ρεαλιστικού με το ονειρικό, μεταφέροντας στον αναγνώστη την αίσθηση της ζωής που κυλά και των στιγμών που μένουν χαραγμένες. Ο συγγραφέας φαίνεται να υπενθυμίζει τη σημασία της σύνδεσης με τη ζωή, την κοινότητα και την εσωτερική μας δύναμη, σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει.</p>
<p>Οι ιστορίες γίνονται μια μορφή «συλλογικής μνήμης» που ενώνει ανθρώπους από διαφορετικούς τόπους και εποχές, δίνοντας έμφαση στην παγκοσμιότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.</p>
<p> </p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><strong><span style="color: #000000;"> Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις καλύτερές του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της τον προστατεύει και του εκμαιεύει έναν απλό και ουσιαστικό λόγο, με ανάλογα θετικό αισθητικό αποτέλεσμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πάς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χτυπούν…Χτυπά κι ο ήλιος</span><br /><span style="color: #000000;"> της παγωμένης γης την κρούστα,</span><br /><span style="color: #000000;"> χτυπά και το νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> βαθιά μέσα στις φλέβες της…</span><br /><span style="color: #000000;"> Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!</span><br /><span style="color: #000000;"> Μέσ’ από δρόμους θα σε παν</span><br /><span style="color: #000000;"> από καιρό κλειστούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσ’ από πόρτες σκοτεινές θα σε περάσουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κραυγή γυναίκας» ( Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι )</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, κι η γλωσσική τους επιφάνεια είναι σχεδόν συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης- και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριον είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα υποπέσει στο λάθος, να προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους – αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές- και να παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του. Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε, ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως έναν αυτοτελή, δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεχτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο, έχοντας όπλα του την αυθεντικότητα, μα και την ανεξάντλητη αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ας δούμε τώρα ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής πάντα γυρίζει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ’ τους πάγους,</span><br /><span style="color: #000000;"> την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται</span><br /><span style="color: #000000;"> πλατιά μέσα στους κάμπους…</span><br /><span style="color: #000000;"> Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής πάντα γυρίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όπου συναντήσει ένα παιδί</span><br /><span style="color: #000000;"> ξαναγεννιέται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της άρτιας μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε, στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων, μια εντυπωσιακά λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το επόμενο ποίημα, με τον τίτλο « Νανούρισμα », κράτησα για χρόνια στη μνήμη. Όχι πως το αποστήθισα, θυμάμαι εκτός βιβλίου μόνο τους δυο πρώτους στίχους: «Ωχ και νά’ ξερα ποιος φέρνει / το κλάμα μες στον ύπνο σου ! ». Πιότερο όμως κι από αυτούς με διαπερνά η ριγηλά στοργική μελωδία τους, που τη νοιώθω να ρέει μέσα στο σώμα μου, όπως ακριβώς διαποτίζει με την έντασή της ολόκληρο το ποίημα ( ή τουλάχιστον μέχρι το τελευταίο τρίστιχο, όπου γλιστρά ανεπαίσθητα προς ηθικοδιδακτική μεριά ).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το κλίμα στο ποίημα που ακολουθεί είναι διαφορετικό. Τιτλοφορείται «Όταν έρχεται η ποίηση », και διακρίνεται από ένα αυστηρό λυρικό τόνο. Παρά τους εύκολα ανιχνεύσιμους Σεφερικούς απόηχους του ενδιάμεσου μέρους, το θεωρούσα ανέκαθεν ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες του Γιώργου Μολέσκη. Διάβασα και ξαναδιάβασα κατά καιρούς τούτο το κομμάτι, γιατί μου επιβαλλόταν με την αρχαιοπρεπή και καλοπελεκημένη δομή του. Ο πρώτος στίχος « Πονεί η μνήμη στο κάθε σου άγγιγμα» έχει ένα υπόστρωμα τελετουργικό, που με ξεσηκώνει. Αλλά και το καταληκτικό μέρος, ακούεται σαν κομιστής του θελήματος μιας άγνωστης, σκληρής μοίρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…Και δεν υπάρχει πια φυγή</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι</span><br /><span style="color: #000000;"> και πάνω στη φωτιά το λάδι εχύθη.</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Περαστική Άνοιξη, 1984</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ο αγνοούμενος» ανήκει επίσης στις πιο άρτια δομημένες συνθέσεις. Παρά τη θεματική του επικαιρικότητα, ο τόνος του στιγμές- στιγμές φτάνει σε δραματικές εκρήξεις, με εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες και υποβλητικούς οραματικούς διαλόγους. Έτσι αρχίζει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήτανε τέτοιος σαν αυτό το κυπαρίσσι,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξανθά είχε τα μαλλιά του και τα μάτια θαλασσιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> φορούσε κι ένα πουκάμισο λαδί,</span><br /><span style="color: #000000;"> μήπως τον είδατε;</span><br /><span style="color: #000000;"> Μην έπιασε φωτιά;</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Περαστική Άνοιξη, 1984</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επιστρέφω σ’ ένα ακόμα πολύ σύντομο ποίημα ποιητικής, που συνδυάζει εκφραστική οικονομία και πυκνό συμβολισμό:</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Η σιωπή</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Η σιωπή στο σπίτι του ποιητή γυρίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> ξυπόλυτη. Στέκει πλάϊ στην καρέκλα,</span><br /><span style="color: #000000;"> δίπλα στο κρεβάτι,</span><br /><span style="color: #000000;"> μπαίνει στη κουζίνα…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιστή παραδουλεύτρα, σκλάβα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όλο δουλεύει καθαρίζοντας μια λέξη.</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Περαστική Άνοιξη, 1984</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δίνοντας τώρα ένα γρηγορότερο ρυθμό στην περιδιάβασή μου μέσα από το έργο του Γιώργου Μολέσκη, αφήνω για την ώρα κατά μέρος τον σχολιασμό μεμονωμένων τίτλων, και καταθέτω προς ανάγνωση μερικές αρκετά αξιόλογες κι αισθητικά ισοδύναμες δημιουργίες. Τα παρακάτω ποιήματα είναι ενδεικτικά μιας ώριμης γραφής. Κατορθώνονται μόνο όταν το συναίσθημα εκφραστικά τιθασσεύεται, κι η στοχαστικότητα μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση. Διαβάζουμε:</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Παραισθήσεις</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι νύχτες έχουν μια τέτοια σιωπή, μια τέτοια επιθυμία,</span><br /><span style="color: #000000;"> που είν’ έτοιμες να φέρουν πίσω τον ξενιτεμένο,</span><br /><span style="color: #000000;"> να φέρουν τον αγνοούμενο απ’ τη φυλακή ή τον τάφο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βήματα ακούγονται στο δρόμο,</span><br /><span style="color: #000000;"> χτύποι στην πόρτα…</span><br /><span style="color: #000000;"> Μα είναι τα δέντρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι η θάλασσα,</span><br /><span style="color: #000000;"> είναι το σκοτάδι πνιγμένο μές στη σκοτεινιά του,</span><br /><span style="color: #000000;"> είν’ ο αγέρας φιμωμένος από τη φωνή του.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Γύμνια</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Από το πρώτο κι όλας βράδυ</span><br /><span style="color: #000000;"> φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε</span><br /><span style="color: #000000;"> κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,</span><br /><span style="color: #000000;"> ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όλοι και όλα εξισωμένα,</span><br /><span style="color: #000000;"> δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Απολιθωμένος χρόνος</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> σε μορφή ψωμιού, κομμένος σε πέτρινο σταυρό,</span><br /><span style="color: #000000;"> σε στάμνα από νερό κάτω απ’ το δέντρο,</span><br /><span style="color: #000000;"> όγκος από φως είτε σκοτάδι…</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο περασμένος χρόνος απολιθωμένος</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στο λόγο μου</span><br /><span style="color: #000000;"> σε λέξεις που είναι πια κι αυτές</span><br /><span style="color: #000000;"> ψωμιά, νερό και πέτρες,</span><br /><span style="color: #000000;"> τις αγγίζω με τα δάχτυλα και ζωντανεύουν.</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Περαστική Άνοιξη, 1984</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις «παραισθήσεις», η μυστηριακά προσωποποιημένη νύχτα μας αγγίζει βαθιά, με τη σφοδρή επιθυμία της να παρέμβει για την επιστροφή του αγνοούμενου από τη φυλακή ή τον τάφο. Από ένα σχεδόν ενορατικό κλίμα, στη δημιουργία του οποίου συμβάλλει η προσμονή και ο αβάσταχτος πόνος, το ποίημα μας περνά σε μια ψευδαισθησιακή εναλλαγή σκηνικού, με την ελπίδα να σηκώνει κεφάλι…Μα δεν είναι να μπει στο σπίτι κανένας, αφού πρόκειται απλά για φαντασιακό κτύπημα στην πόρτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο δεύτερο ποίημα με τον τίτλο «Γύμνια», διαχέεται ένα έντονο, καταθλιπτικό άρωμα καταστροφής και ερήμωσης, σε τόπο που απογυμνώθηκε κι ορφάνεψε από τα πιο ζωτικά του στοιχεία…Όλα τα σπίτια κι όλα τα δέντρα που μας έδεναν μαζί του, πια δεν υπάρχουν. Απόμεινε η ολόμαυρη ράχη μιας πατρίδας «κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο»- και γύρω «ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση» πια. Σε παρόμοια πιο «συμμαζεμένα» ποιήματα, ο ποιητής πετυχαίνει σχεδόν πάντα έναν πυκνό και υποβλητικό λόγο με πολλές προεκτάσεις. Κι εδώ είναι η πραγματική του επίδοση, όπου μπορεί να μας μεταδώσει στον μέγιστο βαθμό τη συγκινησιακή του απόσταξη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θα σχολιάσω όμως, για να συμπληρωθεί η τριάδα, και τον τίτλο «Απολιθωμένος χρόνος », που έχει την ίδια ποιητική με τα δυο άλλα. Πραγματεύεται την κατηγορία του χρόνου, υπαρκτή ουσιαστικά μόνο σε σχέση με την ανθρώπινη δράση. Γι’ αυτό κι ο χρόνος είναι αλληλένδετος με την παρουσία του ανθρώπου και των οικείων, κοντινών του πραγμάτων…Ενταγμένος κι απολιθωμένος στη μορφή της στάμνας, του ψωμιού, του πέτρινου σταυρού, κι άλλων τινών της βιοτικής εμπειρίας, μπορεί μέσω του λόγου να ξαναζωντανέψει ο χρόνος – και μαζί του κι οι αντίστοιχες μορφές ζωής. Ο φυσιοκεντρικός ρεαλισμός του ποιητή αναδύεται έτσι ανάγλυφος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αν είχα κάτι συμπερασματικό να προσθέσω μετά από τόσο δυνατά ποιήματα, είναι το εξής κριτικό συμπέρασμα : Όταν ο Γιώργος Μολέσκης εξωτερικεύει έμμεσα τον υπαρξιακό ή φιλοσοφικό στοχασμό του, συγκινεί βαθύτερα, επικοινωνεί ουσιαστικότερα και καταξιώνεται αισθητικά Εκεί αντιθέτως που αναλώνεται σε απευθείας διανοητικό προβληματισμό, όσο ευρηματικός κι αν προκύπτει, μπορεί να φαίνεται σοφός και πλούσιος σε ιδέες, συγκινησιακά εντούτοις φτωχαίνει και χάνει σε δραστικότητα. Μια τέτοια τάση θα δούμε κάπως συχνότερα σ’ ένα μέρος του κατοπινότερου έργου του…Για την ώρα όμως με σπρώχνει ήδη πιεστικά, διεκδικώντας δικαίωμα στην ανάγνωση, ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα: « Το όνειρο της Ελένης». Με τα δικά μου μέτρα είναι απ’ τα καλύτερα που έχει γράψει ο Μολέσκης. Και σ’ αυτό το συγκρατημένα τρυφερό κλίμα ευδοκιμεί ιδιαίτερα η πέννα του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Γιατί κλαίς, Ελένη;</span><br /><span style="color: #000000;"> – Κρέμασαν τα δώρα μου ψηλά και δεν τα φτάνω.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το κουνελάκι έφερε τη σκάλα. Μα ήρθε ο κακός</span><br /><span style="color: #000000;"> και φοβήθηκα.</span><br /><span style="color: #000000;"> – Πώς ήταν ο κακός;</span><br /><span style="color: #000000;"> – Δεν τον είδα. Έκλεισα την πόρτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Διάλογος της Ελένης με τη μάνα της )</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κοιμήσου. Ήρθε η μαύρη πεταλούδα</span><br /><span style="color: #000000;"> και μπήκε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο,</span><br /><span style="color: #000000;"> άπλωσε τα βελούδινα φτερά της</span><br /><span style="color: #000000;"> και σκέπασε όλο τον κόσμο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει</span><br /><span style="color: #000000;"> γράφεται με φως χρυσό,</span><br /><span style="color: #000000;"> στα ανοιχτά φτερά της…</span><br /><span style="color: #000000;"> Κοιμήσου. Όλα τα δώρα είναι δικά σου,</span><br /><span style="color: #000000;"> Όσο ψηλά κι αν τα κρεμάσουν θα τα φτάσεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι μαζί σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Να, το κουνελάκι βγαίνει από την τρύπα του,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο λύκος έρχεται απ’ το δάσος του,</span><br /><span style="color: #000000;"> η αλεπού κατεβαίνει από το φράχτη της,</span><br /><span style="color: #000000;"> ως κι εκείνο το πουλί, η καρακάξα,</span><br /><span style="color: #000000;"> που σ’ ενοχλούσε μες στο στόμα</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν φυτρώνανε τα δόντια σου</span><br /><span style="color: #000000;"> πηδά απ’ το ξερό κλαδί της κι έρχεται…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">όλα τα δώρα είναι δικά σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μην κλαίς. Ανέβα τη σκάλα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όταν δεις τον κακό</span><br /><span style="color: #000000;"> κλείσε την πόρτα.</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;">Το σπίτι και ο χρόνος, 1990</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι ένα εξαιρετικό ποίημα, γιατί μας παίρνει ίσαμε τις ρίζες της πρωταρχικής αθωότητας, πριν την έκπτωσή μας από τον παιδικό παράδεισο. Διανύουμε τη ζωή μας, ξοδεύοντας χρόνια σε ποικίλους περισπασμούς κι ανούσιες ρότες, για ν’ αυξηθεί μέσα μας ακόμα περισσότερο ο καημός της επιστροφής στον μαγικό κόσμο των πρώτων χρόνων…Όπου ξανασμίγει κανείς σε σφιχτή αγκαλιά με τη φύση, τα δέντρα και τα ζώα της…Όπου αγγίζεται για λίγο το αιώνιο και ξεχνιέται η θνητότητα. Γι’ αυτό μας σαγηνεύουν τα παραμύθια…Για τον ίδιο λόγο μας αρέσει κι η παρέα με τα μικρά παιδιά, επειδή νοιώθουν εκεί μέσα σαν στο σπίτι τους. Κι αν μας φωνάξουν κάποτε, πως κάτι τους στέκεται εμπόδιο, βρίσκουμε αφορμή να τρέξουμε σαν μεγάλα παιδιά να τα βοηθήσουμε. Να εξορκίσουμε τους φόβους των και να καθυστερήσουμε την έξοδό τους από την παραμυθένια φάση της ύπαρξης. Ο Γιώργος Μολέσκης ευτύχησε σε τούτο το ποίημα, να επενεργεί στη ψυχή του αναγνώστη ως εκτονωτική βαλβίδα. Παρόμοια με τη μικρή Ελένη ποθούμε να σηκώσει κι εμάς στα βελούδινα φτερά του ο ύπνος. Από κει και πέρα, όπως τόσο εύστοχα δηλώνει ο ποιητής:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ό,τι θέλει τώρα να υπάρξει</span><br /><span style="color: #000000;"> γράφεται με φως χρυσό</span><br /><span style="color: #000000;"> στα ανοιχτά φτερά της…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με «Το όνειρο της Ελένης», κλείνουμε δειγματολογικά ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι μόνο του πρώτου, αλλά και του Μολέσκη της μακράς ενδιάμεσης πορείας. Ήταν μια γόνιμη πορεία με θεματολογικό εύρος, συναισθηματικό βάθος και πλούτο βιωματικής ουσίας Υπήρξε μια αληθινή στράτευσή του στον μαγικό κόσμο της ποίησης, τον οποίο κι υπηρέτησε πιστά και χωρίς διακοπή. Φυλλομετρώντας τις σελίδες των βιβλίων του, δέχεσαι την ευχάριστη αύρα μιας κρυπτο-επικής καλλιτεχνικής ανάσας, που νοιώθει να της έπεσε ο κλήρος «ν’ απολιθώσει» σε λέξεις και στίχους την πάνσεπτη και διαχρονική του τόπου τοιχογραφία. Το αισθητικό αποτέλεσμα της ποιητικής αυτής ανθοφορίας προεικάζεται σ’ ένα βαθμό κι από το εύρος της προσπάθειας. Το αναγνωρίσιμα προσωπικό του ύφος είναι αδιάσπαστο κι αφήνει παντού την αμεσότητα και ζεστασιά της σφραγίδας του. Η έμπνευσή του αντλεί από φυσικά νερά κι από στρώματα, που του είναι γνωστά και οικεία. Oρισμένες φυσικά φορές δίνεται η εντύπωση, πως του ξεφεύγει μια επαρκέστερη μορφική πύκνωση. Αυτό όμως παρατηρείται συνήθως σε αυτοβιογραφικές ή τοποκεντρικές διαχύσεις, εν αντιθέσει με άλλες ποιοτικότερες επιτεύξεις, όπου εκρέει ένας αποσταγματικός και πολυσήμαντος λόγος…Ένας λόγος περασμένος τόσο έντονα από τις ψηλές θερμοκρασίες μιας δυνατής εμπνοής, που δύσκολα αφήνει περιθώριο να διαφανεί το σκαρί της τεχνικής του. Μια καλή γεύση τέτοιων στίχων πήραμε από τα ποιήματα, που σχολιάσαμε ήδη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προτού όμως παρακολουθήσουμε τον Γιώργο Μολέσκη και στις πιο πρόσφατες πνευματικές και καλλιτεχνικές του αναζητήσεις, δεν αντέχω ν’ αφήσω ασχολίαστο άλλο ένα πολύ καλό ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Πρόσκαιρη βροχή», από τη συλλογή Το νερό της μνήμης,1998. Ας το δούμε λοιπόν καλύτερα:</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Πρόσκαιρη βροχή</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι φιλιά που απόμειναν μοναδικά</span><br /><span style="color: #000000;"> χαμόγελα που δεν επαναλήφθηκαν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η μνήμη τους ένα αόριστο χάδι στα χείλη,</span><br /><span style="color: #000000;"> ήλιος που φώτισε για μια στιγμή</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έπαψε να ζεσταίνει. Απόμειναν</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν τα λουλούδια που αγγίξαμε περνώντας</span><br /><span style="color: #000000;"> με τα δάχτυλά μας κι ύστερα χάθηκαν…</span><br /><span style="color: #000000;"> Ξεχνιέται η γεύση, το άρωμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> οι γραμμές των χειλιών, το χρώμα των ματιών…</span><br /><span style="color: #000000;"> Απομένουν μόνο</span><br /><span style="color: #000000;"> το πάρκο, το παγκάκι, γυμνά κλαδιά, κίτρινα φύλλα,</span><br /><span style="color: #000000;"> όψιμα φθινοπωρινά λουλούδια, δυο περαστικοί</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οι χοντρές στάλες από μια πρόσκαιρη βροχή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αντέχει σε πολλαπλές αναγνώσεις ένα τέτοιο ποίημα. Η βασική στιχουργική γραμμή εκτυλίσσεται καίρια και επιγραμματικά, με εναλλασσόμενο ρυθμό και εικόνες, και μια προσέγγιση των πραγμάτων βαθιά ανθρώπινη και διαλεκτική. Εκπέμπεται μια υπόγεια ζωηφόρα αύρα, που μας κατακλύζει με την αλήθεια και τη δροσιά της…Όλα κυλάν και φεύγουν, όλα δεν μένουν ποτέ τα ίδια, εξόν απ’ τη μνήμη που τα ανακαλεί και τα φορτίζει με συγκινησιακή δύναμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιητική συλλογή Από το ελάχιστο, έκδοση 2001, σηματοδοτεί για τον Γιώργο Μολέσκη, κατά τη γνώμη μου, ένα νέο ποιητικό κεφάλαιο. Ευκρινέστερα πλέον και με επαρκές δείγμα, συστηματοποιεί έναν κύρια στοχαστικό λόγο κι αποστασιοποιείται σ’ ένα βαθμό από τα γνώριμα διακριτικά στοιχεία μιας κοινωνικής και αυτοβιογραφικής θεματικής. Αυτή μου η επισήμανση δεν έχει καταρχήν αξιολογικό χαρακτήρα, δίνει όμως τη μετατόπιση του κέντρου βάρους των πνευματικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων του ποιητή. Προσωπικά συμπαθώ περισσότερο τους ποιητικούς τρόπους του πρώτου Μολέσκη, γιατί βρίσκω εκεί κάτι αυθεντικότερο και συγκινησιακά δραστικότερο, που πραγματικά με συνεπαίρνει. Ανεξάρτητα όμως από αυτές τις διαπιστώσεις, βρίσκουμε πάντοτε εξαιρετικά ποιήματα σε κάθε δημιουργική του περίοδο. Όσον αφορά τώρα την αισθητική πλευρά του βιβλίου «Από το ελάχιστο», θα δοκιμάσω να βγάλω μερικά πιο συγκεκριμένα κριτικά συμπεράσματα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιώργος Μολέσκης κάνει σ’ αυτό μια μεγάλη αφαιρετική προσπάθεια, ανοίγοντας δρόμους προς τα πάνω και προς τα μέσα των ψυχοπνευματικών του οριζόντων. Σε λογοτεχνικό πεδίο, που μας ενδιαφέρει κυρίως, διεξάγει ενίοτε έναν αμφίρροπο αγώνα. Στις ογδόντα τόσες σελίδες της ποιητικής συλλογής, η έκβαση της αισθητικής αναμέτρησης κινείται σε ευρύ φάσμα της αξιολογικής κλίμακας. Στις ατυχέστερές του στιγμές η πλάστιγγα κλίνει προς τον άμεσο διαλεκτικό λογισμό, με δομές πειστικές μεν αλλά χωρίς ικανοποιητική συνειρμική δυναμική. Στις καλύτερές του πάλι επιτεύξεις ορθώνει ένα υποβλητικό ποιητικό λόγο γεμάτο αρμονία, ικανό ν’ αγγίξει και να διεγείρει τα έγκατα της ύπαρξής μας. Γενικά όλες οι στιχουργικές του ενότητες φαντάζουν ως μέρη μιας ενιαίας σύνθεσης, με κοινή λυρικο-επική υπόκρουση. Αυτό φυσικά που θα ενδιέφερε, στην προκείμενη περίπτωση τον αναγνώστη, είναι ο εντοπισμός κι η ανάδειξη υποδειγματικών πραγματώσεων του ποιητή…Μια ιχνηλάτηση κορυφώσεων του πρόσφατου έργου του, και όχι μια ανούσια γενίκευση εφ’όλης της ύλης. Από τις ευάριθμες αυτές αισθητικές επιδόσεις, καταθέτω και σχολιάζω με τη σειρά κάποια εξαίρετα δείγματα:</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Ωριμότητα</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα ξέρω καλά τί πλήρωσα για όλα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μήτε χρησμός μήτε παλάμη καθαρή και φύλλο λευκό,</span><br /><span style="color: #000000;"> όλα ήταν βουβά στην αδιέξοδή μου μέρα</span><br /><span style="color: #000000;"> και ό’τι χρεώθηκα αυξάνει διαρκώς την οφειλή μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ που όλα προμελετούνται και προδιαγράφονται,</span><br /><span style="color: #000000;"> ξόδεψα στα τυφλά τις τρεις ευχές της μοίρας μου</span><br /><span style="color: #000000;"> και τώρα σκάβω με τα χέρια για το μαγικό νερό,</span><br /><span style="color: #000000;"> καίω στον άνεμο του χρόνου την καρδιά μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο μου κέρδος η γνώση από την απώλεια</span><br /><span style="color: #000000;"> κι η λάμψη του χρυσού μέσα στη λάσπη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέτοιοι στίχοι διαπερνούν όλους τους ιστούς της ύπαρξής μας, από τους πιο σωματικούς ως τους πνευματικότερους που διαθέτουμε. Ένα άρωμα σοφής ενατένισης της αινιγματικής καμπύλης του βίου, μεταπλάθεται παραστατικά και με υποβλητικότητα, διαχέοντας στη ψυχή μας την παράξενη αίσθηση της ματαιότητας και του πεπερασμένου των ανθρωπίνων. Αλλά μήπως δεν διανοίγονται ακόμα βαθύτεροι διαλογισμοί από τους ακόλουθους, άτιτλους στίχους ;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε είναι μια λάμψη χρυσή πίσω από μαύρα σύννεφα</span><br /><span style="color: #000000;"> είτε πίσω απ΄ τον ορίζοντα που δεν τη βλέπεις</span><br /><span style="color: #000000;"> αλλά τη νιώθεις, μια μουσική πίσω απ’ τη σιωπή</span><br /><span style="color: #000000;"> που είναι έτοιμη να αποκαλυφθεί μα όλο φέγγει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτοί που ασκήθηκαν πολύ βλέπουν κι ακούνε-</span><br /><span style="color: #000000;"> είτε έτσι νομίζουν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σιγά-σιγά όλα απολιθώνονται μέσα μου</span><br /><span style="color: #000000;"> όπως μέσα στα επίπεδα των πετρωμάτων</span><br /><span style="color: #000000;"> είτε όπως στις κυκλικές ραβδώσεις γέρικων κορμών</span><br /><span style="color: #000000;"> διαστρωματώνεται ο χρόνος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όλα είναι εκεί κι αν ασκηθείς πολύ</span><br /><span style="color: #000000;"> ίσως και κάτι να μπορέσεις να διαβάσεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Με λίγη τρέλα ίσως και να ξαναζήσεις κάτι ακόμη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα είμαι βέβαιος πια, ότι ο Γιώργος Μολέσκης, παρά τις αισθητικές διακυμάνσεις του σύνολου έργου του, έχει δώσει ποιητικές καταθέσεις από τις γνησιότερες και αυθεντικότερες της ποίησής μας. Σηκώνοντας το βλέμμα πάνω από τη μακρά λογοτεχνική διαδρομή του, βρίσκεται κανείς αντιμέτωπος με την πανοραμική θέα μιας πλούσιας δημιουργίας. Κλείνω τον σχολιασμό αυτού του βιβλίου μ’ ένα επίσης πολύ αξιόλογο ποίημα, που φέρει τον τίτλο «Είμαι κερί»:</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Είμαι κερί</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ’ άναψε μια στιγμή</span><br /><span style="color: #000000;"> το πάθος του έρωτα</span><br /><span style="color: #000000;"> που παρεμβλήθηκε στο χρόνο,</span><br /><span style="color: #000000;"> με θρέφει και με εξαντλεί</span><br /><span style="color: #000000;"> ο άνεμος της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καίγομαι και φωτίζω,</span><br /><span style="color: #000000;"> καίγομαι και εξαντλούμαι</span><br /><span style="color: #000000;"> καθημερινά προχωρώντας στο σκοτάδι</span><br /><span style="color: #000000;"> που όλο μετατοπίζεται</span><br /><span style="color: #000000;"> και δεν εξαντλείται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα πού πηγαίνει αυτή η αύρα;</span><br /><span style="color: #000000;"> Πού επενδύεται;</span><br /><span style="color: #000000;"> Το καθημερινό τι θα απογίνει;</span><br /><span style="color: #000000;"> Και είναι τούτο αρκετό;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα αιώνια και αναπάντητα ερωτηματικά της τελευταίας στροφής, μας καθηλώνουν και μας συγκλονίζουν. Η ύπαρξή μας εξαντλείται ολοένα και μεταβολίζεται σ’ επίμονη φλόγα, που ανοίγει με κόπο φωτεινό δρόμο μές στο σκοτάδι. Κι αν «είναι τούτο αρκετό», όπως απορητικά υποβάλλεται στον τελευταίο στίχο, θα παραμείνει ένα αγωνιώδες υπαρξιακό ερώτημα. Το σίγουρο όμως είναι, ότι το λυρικό απόσταγμα που κερδίσαμε ήταν αρκετό, αφού ο Γιώργος Μολέσκης κατάφερε «από το ελάχιστο» να μας δώσει πολλές φορές το μέγιστο σε ποίηση.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>  ΡΩΣΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ 20ου ΑΙΩΝΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ</strong></h5>
<p>&#8220;Εφημερίδα των Συντακτών&#8221; 19/1/2018</p>
<p>Κορυφώσεις μιας μακράς ποιητικής παράδοσης</p>
<p>Οι «Ρώσοι ποιητές του 20ού αιώνα» σε εισαγωγή και μετάφραση του Γιώργου Μολέσκη (Ελληνικά Γράμματα) επανεμφανίζονται ως «Ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα». Ο Μολέσκης, με μεταπτυχιακό και διδακτορικό στη Ρωσική Λογοτεχνία (Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ), καταθέτει μια εκτενή και εποπτική εισαγωγή στο σύνθετο αυτό πεδίο, δομώντας επιτυχημένα το θέμα του στις εξής κατηγορίες: «Η περίοδος του συμβολισμού», «Μετά τον συμβολισμό», «Η σοβιετική περίοδος» και το «Τέλος του αιώνα».</p>
<p>Με την κατηγορία «Μετά τον συμβολισμό» –η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό και λογοτεχνικό ενδιαφέρον– να εμπεριέχει τους ακμεϊστές Γκουμιλιόφ, Αχμάτοβα, Μαντελστάμ, και τους ιμαζιστές-φουτουριστές Χλέμπνικοφ, Μαγιακόφσκι, Τσβετάγεβα, Παστερνάκ και Γεσένιν. Χωρίς να παραβλέπουμε τη σημασία των «Σοβιετικών» Ταρκόφσκι και Μπρόντσκι (Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1987).</p>
<p>Αυτό που διαφοροποιεί εξαρχής τη ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα, και επισημαίνεται στην εισαγωγή, είναι πως τον «αισθητισμό» της πρώτης γενιάς των Ρώσων συμβολιστών –με τη γαλλική, που ρέπει προς τον αισθητισμό, και τη φιλοσοφίζουσα γερμανική φορά παρούσες– διαδέχεται ο μυστικιστικός συμβολισμός μιας άλλης γενιάς, που δεν μεσσιανίζει, καθιστώντας το ρωσικό παράδειγμα αναντικατάστατο.</p>
<p>Πρόκειται για ένα μεταφυσικό άνοιγμα που γειώνεται μέσω του τεχνο-φουτουρισμού, ξεπερνώντας τον εγω- και κυβο-φουτουρισμό, και που οδηγεί –μέσω της ρωσικής πνευματικότητας και τον μυστικισμό του Σολοβιόφ– στον «ρωσικό κοσμισμό» του χριστιανού ορθόδοξου φιλοσόφου Νικολάι Φιοντόροφ, γνωστού για τις ιδέες του πάνω στην επέκταση του ορίου της ζωής των ανθρώπων με επιστημονικά μέσα, την αθανασία και τη νεκρανάσταση.</p>
<p>Εκθέτοντάς μας σε ένα μείγμα μεσαιωνικής καθυστέρησης και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, πανσλαβισμού και ευρωπαϊσμού, τσαρισμού και επανάστασης, μεταφυσικής και κοινωνικής συναίνεσης ή άρνησης, που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πως ο Μαγιακόφσκι κυριολεκτεί όταν ζητά από τον χημικό του μέλλοντος να τον αναστήσει: «– Μη γυρίζεις τις σελίδες! / Ανάστησε εμένα! […] Ανάστησέ με / τουλάχιστον γιατί / εγώ / ποιητής / σε πρόσμενα / παραμερίζοντας της κάθε μέρας τη ρουτίνα!». Ή κατανοούμε τον Χλέμπνικοφ που προσπάθησε να εφεύρει έναν νέο τρόπο μέτρησης του χρόνου, τον οποίο και διατρέχει σε όποια κατεύθυνση επιθυμεί.</p>
<p>Σε αυτό το πλαίσιο καταλαβαίνουμε πως η «εξωτική» και «πρωτόγονη» φυγή των ακμεϊστών ποιητών είναι άλλης τάξης, δεν σχετίζεται δηλαδή με τα γαλλικά και γερμανικά παραδείγματα. Πλησιάζοντας σε αυτό που γράφει ο Ελύτης για τον Εμπειρίκο: «Ο παράδεισος των παιδικών χρόνων του ποιητή γεμίζει από μικρούς Ρώσους και Τατάρους που παίζουν μισόγυμνοι στην ακροποταμιά ή κυνηγιούνται στα μεγάλα βαθύσκια δάση». Συναντώντας την κατά Κίρκεγκορ νοσταλγία, την τέχνη ως τη δυνατότητα να επαναβιώνεται η αίσθηση πληρότητας, μέσω της επιστροφής και της αποκατάστασης, παραμένοντας κατ’ οίκον. Ενας «οίκος» που στην Αχμάτοβα εμπλουτίζεται από έναν πλούσιο εσωτερικό ρυθμό που, ενώ πλησιάζει την καθημερινή ομιλία, πετάγεται σε μεγάλη ύψη, θυμίζοντας τον Πεντζίκη.</p>
<p>Οι ανθολογημένοι ποιητές επιμένουν τόσο στον κόσμο ως ενότητα όσο και στην ιδέα της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό, αν και αντιδρούν μηδενιστικά. Μπολιάζοντας τον γερμανικό ιδεαλισμό τύπου Σέλινγκ στον ρωσικό μυστικισμό. Ενας Σέλινγκ που συλλαμβάνει τον κόσμο ως τη συνεχή δημιουργική δραστηριότητα ενός «Απόλυτου Πνεύματος» και που η ένταση της αποκάλυψης και σύλληψης εξαρτάται από την προδιάθεση και τη δυναμική του εκάστοτε υποκειμένου. Συναντώντας εδώ πέρα από τον ανθολογημένο Αρσένι Ταρκόφσκι και τον κινηματογραφιστή Αντρέι Ταρκόφσκι.</p>
<p>Δείχνοντας πως ο «Ρώσος ποιητής» είναι κάποιος που βιώνει διαφορετικά τη ροή της ιστορίας, τη βιολογική εξέλιξη και τους ψυχολογικούς μηχανισμούς, πέρα από την προσέγγιση των «αποστειρωμένων» επιστημών που πλησιάζουν τον κόσμο ως «νεκρή ύλη». «Επενδύοντας» στο υδάτινο στοιχείο, στις ακτίνες, στην αγάπη και σε άλλες παράπλοιες της «ζωντανής ροής της ζωής».</p>
<p>Στις επιτυχίες του Μολέσκη συγκαταλέγεται ο πλούσιος σε τονισμό στίχος, που μεταφέρει συχνά το κλίμα του πρωτότυπου, στοχεύοντας στην αφαιρετικότητα της μουσικής, χωρίς να θυσιάζεται η παραστατικότητα. Επίσης, στην εισαγωγή του κομίζει ένα άλλο πολιτιστικό παράδειγμα, όπου οι Ρώσοι ποιητές φαίνεται πως ωφελούνται ο ένας από τον άλλον ώστε να ανέβουν όλοι μαζί. Να σημειωθεί, τέλος, πως καλό θα ήταν να ανθολογηθεί κάποιος από την ομάδα «ΟΜΠΕΡΙΟΥ» (λ.χ. ο Δανιήλ Χαρμς), όπως και να συμπεριληφθεί η «Μεγάλη Ελεγεία για τον Τζον Ντον» του Μπρόντσκι.</p>
<p>Ας μην κλείσουμε όμως έτσι, αλλά υπογραμίζοντας πως ο «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», που επένδυσε στο ηρωικό και στο φολκλορικό, ταυτίζοντας τη λαϊκότητα με την κομματικότητα, δεν έδωσε ποιητικά αναστήματα που θα άξιζε να ανθολογηθούν και ορθώς δεν συμπεριλήφθηκαν. Μια παρουσία-απουσία που μας περνά μ’ ένα άλμα στη σημερινή εποχή. Ενδεικτικά στην κινηματογραφική ταινία του Ζβιάγκιντσεφ «Χωρίς αγάπη» (2017), όπου διάφορες ομάδες στο δάσος αναζητούν την απούσα ρωσική ψυχή/σώμα, φωνάζοντας «Αλιόσα!», τον ντοστογιεφσκικό ήρωα/παιδί. Κάνοντας σημειωτόν και περιμένοντας. Μια απάντηση, λοιπόν, σε αυτή την αναζήτηση θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι η «Ρωσική ποίηση του 20ού αιώνα».</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΗΜΙΤΕΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑ</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">FRACTAL 12/2014</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο, μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το Ημιτελές Ποίημα, η δεύτερη συλλογή του Κύπριου ποιητή Γιώργου Μολέσκη, κάθε άλλο από ημιτελές είναι. Αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αισθητικά και τεχνικά έργο, που αποτυπώνει γεγονότα και καταστάσεις ζωής, τον βιωμένο χρόνο, την ατομική αλλά και την ιστορική μνήμη με ένα απλό, λιτό και συνάμα στιβαρό λόγο, άμεσο, ανεπιτήδευτο, χωρίς περισπούδαστες ή βαθυστόχαστες φιλοσοφικές προσεγγίσεις. Είναι, δηλαδή, μια συλλογή, όπου οι κύριες πηγές έμπνευσης είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες του από γεγονότα και περιστατικά της ζωής του, που διυλίζονται, όμως, μέσα από τη μνήμη ενός ανθρώπου με έντονη ευαισθησία και εκλεπτυσμένο συναισθηματικό κόσμο. Ο ποιητής καταφέρνει να προσδώσει ακόμα και στις πιο απλές καταστάσεις, στα πιο καθημερινά και απλά πράγματα μια διάσταση σχεδόν αλληγορική. Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία αυτής της συλλογής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Περπατούσα κάτω από ψιλή βροχή</span><br /><span style="color: #000000;"> στη φθινοπωρινή Θεσσαλονίκη</span><br /><span style="color: #000000;"> Στη διασταύρωση Εγνατίας και Αριστοτέλους</span><br /><span style="color: #000000;"> έπεσα πάνω σ’ ένα αδέσποτο σκυλί</span><br /><span style="color: #000000;"> Είχε βλέμμα ερευνητικό, λίγο θλιμμένο</span><br /><span style="color: #000000;"> κ ήταν ψηλό κι αδύναμο –μου φάνηκε πεινασμένο</span><br /><span style="color: #000000;"> το κοίταξα και με κοίταξε κι αυτό</span><br /><span style="color: #000000;"> έβγαλα από την τσέπη μου πενήντα λεπτά</span><br /><span style="color: #000000;"> και του αγόρασα ένα κουλούρι</span><br /><span style="color: #000000;"> από τον πλανόδιο πωλητή</span><br /><span style="color: #000000;"> που κούρνιαζε κάτω από μια τέντα</span><br /><span style="color: #000000;"> του το πρόσφερα, το πήρε απρόθυμα στο στόμα</span><br /><span style="color: #000000;"> το κράτησε για λίγο και το άφησε</span><br /><span style="color: #000000;"> Ύστερα διασταύρωσε ήσυχα το δρόμο</span><br /><span style="color: #000000;"> περνώντας ανάμεσα στα αυτοκίνητα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έτσι με τη χειρονομία αυτή</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα αδέσποτο σκυλί σε ξένη πόλη</span><br /><span style="color: #000000;"> ξεσκέπασε όλη την ασήμαντη γενναιοδωρία μου</span><br /><span style="color: #000000;"> ξεγύμνωσε τη ματαιοδοξία μου</span><br /><span style="color: #000000;"> και μου στέρησε το αίσθημα της ικανοποίησης</span><br /><span style="color: #000000;"> για μια φτηνή χειρονομία</span><br /><span style="color: #000000;"> για την ελεημοσύνη της δεκάρας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εντυπωσιάζει, λοιπόν, η αμεσότητα του Γ. Μ., η διαύγεια του ποιητικού στοχασμού, αλλά κυρίως συγκινεί η ευγενική, διακριτική διείσδυση του σε ευαίσθητα ζητήματα της ζωής, όπως είναι αυτό της προσφοράς, της ενσυναίσθησης, της συμπόνιας και του ελέους, σε έναν κόσμο άνυδρο πια και συναισθηματικά αποστεωμένο. Ενώ με διάθεση εξομολογητική, λίγο πιο κάτω, αποκαλύπτει το καταστάλαγμα της σκέψης του για την ασημαντότητα, ακόμα και της ίδια της ποιητικής δημιουργίας, όταν αυτή συγκρίνεται με την ανθρώπινη επαφή, κυρίως τον έρωτα, που εκτοπίζει την υπαρξιακή μοναξιά, την ανία, τη μηδαμινότητα, ακόμα και αυτής της δημιουργίας. Το ποίημα φέρει τον τίτλο της συλλογής του, καθιστώντας το ίσως την κορωνίδα της σκέψης του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τόσα χρόνια γράφω διαρκώς το ίδιο ποίημα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όμως ποτέ δεν φτάνω σ’ ένα τέλος</span><br /><span style="color: #000000;"> Το γράφω με άλλες λέξεις, άλλες εικόνες,</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλες ιστορίες, κι όλο επανέρχονται</span><br /><span style="color: #000000;"> τα ίδια ερωτηματικά, οι ίδιες εξάρσεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> ο ίδιος πόνος, τα ίδια όνειρα, ξανά και ξανά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μες τη ρευστότητα του κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;"> μόνο σταθερό σημείο εσύ</span><br /><span style="color: #000000;"> που ήρθες και με βρήκες το πρωί</span><br /><span style="color: #000000;"> σε ένα μοναχικό παγκάκι σε ξένη πόλη…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παράλληλα, όμως, με την προσωπική μνήμη, που ‘διαστέλλεται’ αποκαλύπτεται, μεταμορφώνεται ή μεταμορφώνει, ο Γιώργος Μολέσκης, μεταπηδά στην ιστορική, που συχνά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πρώτης. Άλλωστε η ιστορική, κοινωνική και πολιτική περιπέτεια της Κύπρου ανέκαθεν αποτελούσε κύριο συστατικό, πρώτη ύλη στα περισσότερα ποιήματα των Κυπρίων ποιητών, ειδικότερα της γενιάς του Γιώργου Μολέσκη. Παραθέτω απόσπασμα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο μυστικό αλφάβητο γράφει</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κάθε ποιητής έχει το μυστικό του αλφάβητο</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα του ζούνε ιστορία και μνήμη</span><br /><span style="color: #000000;"> και τρέφουνε τον λόγο του….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλλά και ο Χρόνος, που είναι ο σπουδαιότερος παράγοντας της μνήμης, της αναπόλησης και του στοχασμού, της ίδιας της ιστορίας, δεν διαφεύγει της παρατήρησής του. Την ακατάληπτη φύση του, την απεραντοσύνη, την ανυπέρβλητη δύναμη ακόμα και μιας σύντομης στιγμής που παρέρχεται, αποτυπώνει έξοχα στο ποίημά του η Κλεψύδρα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε κάθε σταγόνα κρεμασμένη</span><br /><span style="color: #000000;"> στο στόμιο της κλεψύδρας</span><br /><span style="color: #000000;"> καθρεφτίζεται ο κόσμος όλος</span><br /><span style="color: #000000;"> Η σταγόνα πέφτει</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όλος ο κόσμος διαλύεται μέσα στο σύμπαν…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">η ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά</span><br /><span style="color: #000000;"> όσο να πέσει και η τελευταία σταγόνα</span><br /><span style="color: #000000;"> και να διαλυθεί μες τον ωκεανό του σύμπαντος.</span><br /><span style="color: #000000;"> τότε όλα θα σκορπίσουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει εκφάνσεις, περιστατικά, πρόσωπα και τόπους που έμειναν ως εγχαράγματα μνήμης στο συνειδητό του, έχει ανάγκη να τ’ αφηγηθεί, να τ’ αναβιώσει, ως μια πράξη κάθαρσης/ λύτρωσης και αυτοσυνείδησης. Με έντονη εξομολογητική διάθεση και εσωτερικότητα που αποπνέουν όμως μια πρωτοφανή εξωστρέφεια, προκαλεί και προσκαλεί τον αναγνώστη του να συνοδοιπορήσει μαζί του, να ταυτιστεί και να συμμετάσχει αβίαστα σε αυτή την προσωπική διαδρομή, στη διαδικασία της καταβύθισης της μνήμης και των στοχασμών, της ψυχικής ωρίμανσης. Είναι μια συλλογή, λοιπόν, που αποτυπώνει τη βιωμένη εμπειρία, την ιδεολογία, τη φιλοσοφική θεώρηση του ποιητή, σχετικά με έννοιες που τον απασχολούν, την ίδια τη ζωή μέσα στην πορεία του χρόνου, με τη συνέργεια μιας γλώσσας άμεσης, καθημερινής, όσο και λυρικής. Πολλοί ποιητές πιστεύουν ότι με έναν υπερβολικά έντεχνο λόγο-συχνά δυσνόητο ή κουραστικό για τους πολλούς-καταφέρνουν το στόχο τους, ‘παλεύουν’ με τη φόρμα και πειραματίζονται διαρκώς, προκειμένου να «κερδίσουν» τον αναγνώστη τους, να τον εντυπωσιάσουν. Συνήθως, όμως, αυτό που πετυχαίνουν είναι το εντελώς αντίθετο. Αυτό δεν συμβαίνει με την ποίηση του Γιώργου Μολέσκη. Η δική του ποίηση είναι βαθιά ενδοσκοπική, χωρίς υπερβολές ή εξάρσεις, χωρίς ανούσιους βερμπαλισμούς και χαοτικούς λεκτικούς ή άλλους εντυπωσιασμούς. Οι λέξεις κυλούν ήρεμα, ενώ η ποιότητα και το βάθος των νοημάτων επιτυγχάνεται μέσα από τη ρέουσα, «διαυγή», οικεία γλώσσα, που όχι μόνο δε σκοντάφτει πουθενά, αλλά αντιθέτως, προτρέπει τον αναγνώστη να συνεχίσει να διαβάζει τα ποιήματα έως τον τελευταίο τους στίχο, χωρίς καμία παύση.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">diavasame 8/7/2014</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και η περιστροφή της γης επιταχύνθηκε τόσο πολύ</span><br /><span style="color: #000000;"> που θα μας αναμείξει όλους</span><br /><span style="color: #000000;"> και θα μας μάθει, όσο κι αν αντιστεκόμαστε,</span><br /><span style="color: #000000;"> πως τίποτε δεν είναι οριστικά δικό μας</span><br /><span style="color: #000000;"> (σελ. 19)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιώργος Μολέσκης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1946. Σπούδασε στο Αγγλικό Κολέγιο Λευκωσίας και στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας, από το οποίο απέκτησε πτυχίο στη ρωσική φιλολογία και διδακτορικό δίπλωμα στη φιλολογία. Από το 1987 μέχρι το 2007 εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου. Είναι Σύμβουλος στο Ίδρυμα &#8220;Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου&#8221;. Από το 1967 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έντεκα ποιητικές συλλογές. Επιλογές από το ποιητικό του έργο έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί σε ξεχωριστά βιβλία στη Γαλλία, Ιταλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Αλβανία και Σερβία. Έχει τιμηθεί με Κρατικό Έπαινο και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Κύπρο. Είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη συλλογή με τίτλο «Το ημιτελές ποίημα», συναντούμε την ανθρώπινη υπόσταση ως ατομική καθαρά υπόθεση στον τόπο και τον χρόνο, τη φύση και την κοινωνία, τον υπαρξισμό και την ελευθερία. Το άτομο αφουγκράζεται τη φύση, κατα-κρίνει την κοινωνία με τις δομές της, διερωτάται τα διαχρονικά ερωτήματα περί υπάρξεως, παραιτείται από τον κοπιώδη αγώνα να βρει απαντήσεις δίχως αποτέλεσμα, επικαλείται το παρελθόν για να αντέξει και τελικά δια-φεύγει προς κάτι νέο, το οποίο τελικά δεν διαφέρει από το γνώριμο και παλιό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα ποιήματα της συλλογής ο Γιώργος Μολέσκης αποτυπώνει τη σύνθεση της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς οι εξωγενείς παράγοντες διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Παρατηρώντας τα κάγκελα της φυλακής, είτε πρόκειται για άνθρωπο, είτε για ζώο, και από τις δυο πλευρές, είναι τρομακτική η απουσία της ελευθερίας. Και ίσως για τον φυλακισμένο έχει μια λογική συνοχή. Για τον «ελεύθερο» όμως;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα ποιήματα είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, ενώ τα περισσότερα εξ αυτών είναι μεγάλα σε έκταση, αφού κάθε ποίημα αποτελεί μια ιστορία, ένα πρίσμα στη δηκτική καθημερινότητα. Η έκδοση φιλοτεχνείται από τα όμορφα σχέδια του Χρίστου Φουκαρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για το τέλος άφησα το απόσπασμα από το ποίημα που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή:</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτό το ίδιο ποίημα το γράφουν ίσως</span><br /><span style="color: #000000;"> και όλοι οι άλλοι ποιητές του κόσμου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το γράφουν με διαφορετικές λέξεις,</span><br /><span style="color: #000000;"> διαφορετικές εικόνες, μύθους και ιστορίες,</span><br /><span style="color: #000000;"> γι’ αυτό και η ποίηση δεν τελειώνει ποτέ.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">bookpress 11/6/ 2014</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ώριμοι ποιητικοί καρποί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Γιώργου Μολέσκη έρχεται να επιβεβαιώσει μιαν πολύ παλιά διαπίστωσή μου για τον ίδιο: ότι διαθέτει γνήσιο ταλέντο, προσόν που το συνδυάζει με σπάνιο συγγραφικό ήθος, το οποίο, εκτός των άλλων, εκδηλώνεται με σεμνή γι’ αυτό και σιωπηλή αφοσίωση στο έργο του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπογραμμίζω αυτή την τελευταία ιδιότητα, γιατί στους καιρούς μας, όπου όλα, ή σχεδόν όλα ανατρέπονται, η σεμνότητα παραμερίζεται και προκλητικώς προβάλλεται η κραυγαλέα επίδειξη της απαιδευσίας, της αγλωσσίας και, τελικώς, του δήθεν ως επιστεγάσματος μιας εξαίσιας κατά τα άλλα κενότητας. Σ’ αυτό, φυσικά, συνεργεί και μία πλήθουσα αγορά «ειδημόνων» που επιβάλλει τις κάθε λογής μετριότητες με ή χωρίς τα στρας της νεάζουσας και κοάζουσας λογοτεχνικής «αυθεντίας». Και αν αυτοί οι τελευταίοι είναι προορισμένοι, αργά ή γρήγορα, να καταβυθιστούν στη λησμονιά, λογοτέχνες όπως ο Γιώργος Μολέσκης επιζούν, και αναδεικνύονται μόνο με το έργο τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η συλλογή Το ημιτελές ποίημα είναι η δωδέκατη κατά σειρά ποιητική συλλογή του Μολέσκη. Μάλιστα, θα έλεγα μετά γνώσεως λόγου ότι είναι και η πλέον ώριμη. Εννοώ ποιητικά. Η καθεμιά από τις προηγούμενες, όσο μπόρεσα να παρακολουθήσω την εξέλιξη του, ήταν και μια απόπειρα κατάκτησης επιμέρους χώρων του ποιητικού σύμπαντος. Στα πρώτα του έργα ο Μολέσκης κινήθηκε στα χνάρια των ποιητών που αναζητούν το προσωπικό τους στίγμα, μέσα στο περιβάλλον της δικής τους εθνικής και κοινωνικής τοπιογραφίας. Οι συλλογές Όμορφη χώρα (1967), Ο δρόμος (1970), Αυτογραφία (1972) αποτελούν βεβαίωση αυτής της θέσης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πέραν του εθνικού τραύματος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως, πολύ νωρίς, ο ποιητής δείχνει έντονες τάσεις για άλματα, που τελικώς πραγματοποιεί και με τα οποία απαγκιστρώνεται από την ηδονική αρτάνη, η οποία εξακολουθεί να αιχμαλωτίζει πολλούς άξιους, κατά τα άλλα, κύπριους ποιητές, στις παρυφές και τα κράσπεδα του κυπριακού δράματος. Βέβαια, η κυπριακή αιματηρή περιπέτεια ούτε φευγαλέα εμπειρία υπήρξε ούτε και εύκολα διαγράφεται από τη μνήμη των ανθρώπων και ιδίως των ποιητών. Όμως, μιλώντας με κριτήριο την ποίηση αυτήν καθεαυτή, θα έλεγα ότι όσο και αν είναι μεγάλο το πρόβλημα της Κύπρου, ποιητικά δεν μπορεί να θεωρείται ανεξάντλητο. Κι ας μην παρεξηγηθώ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιώργος Μολέσκης ανήκει σε μια ευάριθμη ομάδα Ελλήνων Κυπρίων ποιητών που κατόρθωσαν νωρίς να ανασύρουν από πάνω τους το ανάλαφρο, στη αρχή, πέπλο μιας, ας πούμε, κυπριακής ποιητικής αυταρέσκειας. Μιας συναισθηματικής κατάστασης που έτεινε να μετατραπεί σε βαρύ σκέπασμα ποιητικού κυπριωτισμού. Ποιητικά, δηλαδή, απεγκλωβίστηκαν και κατόρθωσαν να δώσουν οικουμενικές διαστάσεις στο δράμα της ιδιαίτερης πατρίδας τους και παράλληλα να αναζητήσουν και να κατακτήσουν άλλους, πιο σύγχρονους ποιητικούς τρόπους και μέσα, γεγονός που τους βοήθησε να διευρύνουν την ποιητική τους ματιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Μολέσκης επιβεβαιώνει αυτήν την ωριμότητα και στα 49 επιμέρους έργα της συλλογής Το ημιτελές ποίημα. Στο ποίημα «Σαν τον Μεταξοσκώληκα» (σ. 24) είναι χαρακτηριστικοί οι στίχοι: Με λίγη ποσότητα θεού/ μπορείς να χτίσεις μια θρησκεία,/με λίγες δόσεις απελπισίας μια επανάσταση/ με λίγες λέξεις, λίγα χρώματα/και κάποια αποθέματα συναισθημάτων/ένα ποίημα. Αλήθεια, πόσο θαυμαστή είναι η ενάργεια του ποιητικού λόγου και πόσο εύστοχα δομημένη η κατιούσα πορεία, που, εν τέλει, συναντά το ποίημα με όχημα μιαν ειρηνική και λιτή «συνταγή».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο ποίημα «Άγουρα πράγματα» (σ.29) προβάλλει τα φορτία της παιδικής μνήμης σαν γεύσεις, που κοντά στην ξινή του σταφυλιού, τη στυφή του φοινικιού, την πικρή της ελιάς, ξεχωρίζει η ανεκπλήρωτη της φιλίας/ η μονομερής της αγάπης/ η αλμυρή του θανάτου. Και εδώ, πάλι, ως μέσο προβάλλεται το τριαδικό συγκριτικό σχήμα, οργανωμένο ισομερώς σε δύο περιοχές: η άγουρη γεύση απτών πραγμάτων (σταφύλι, φοινίκι, ελιά) από τη μια, και από την άλλη το αδιέξοδο του ανεκπλήρωτου που γίνεται πιο τραγικό καθώς γειτνιάζει με το αναπόδραστο του θανάτου. Όμως, -στο ίδιο ποίημα- εκείνο που δεσπόζει είναι: (…) η μυρωδιά της μεγάλης βροχής/ που ξεθάβει μέσα από το χώμα/κομμάτια αγαλμάτων και κόκκαλα νεκρών,/ σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Η αίσθηση μιας βροχής-καταρράκτη με τις ανάμεικτες ευωδίες της πέτρας, των βράχων, των φύλλων, της χλόης και των μυριστικών προκαλεί ένα είδος συναισθησίας μαζί και διανοητικού καταιονισμού. Τότε, έρχονται στο φως τα ετερόκλητα: κομμάτια αγαλμάτων που αισθητοποιούν το παρελθόν, την παράδοση, τον πολιτισμό και κόκκαλα νεκρών, προφανώς από τάφους ομαδικούς. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι αν επρόκειτο για νεκρούς συγκαιρινούς των αγαλμάτων ή για νεκρούς των αγώνων, ο ποιητής δε θα κατέληγε στο παρομοιαστικό συμπέρασμα από την μεγάλη αποκάλυψη σαν πρώιμο προμήνυμα ωριμότητας. Γιατί οι παλαιότεροι, στα χρόνια πρώτης εφηβείας αφυπνίστηκαν απότομα, όταν, ιχνηλατώντας τα τοπία, την παράδοση και τα αποτυπώματα της ιστορίας, για να προσδιορίσουν το ατομικό τους στίγμα στη ζωή, ακούσανε φωνές σκοτωμένων να βγαίνουν από πηγάδια, και σκάβοντας στόμωνε η σκέψη τους στα φονικά και στο άδικο αίμα. Και οι φίλοι κοιτιόνταν με πρόσωπα που ξαφνικά γίνονταν σοβαρά… Τότε, έτσι εγκατέλειπαν την εφηβεία και ανδρώνονταν παράωρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Μολέσκης δεν αναιρεί τίποτε από τα παιδικά του βιώματα. Μπορεί η μνήμη συχνά να μην αντέχεται, ωστόσο, ο ποιητής υπονομεύει το δυσβάσταχτο που τη χαρακτηρίζει: Ταξιδεύω τα όνειρά μου στο γαλάζιο, τη φαντασία μου στο πράσινο και τη θλίψη μου στο λευκό. Στο ίδιο ποίημα, («Διαδικασία εξαγνισμού»), έχοντας βαθειά συνείδηση της αναπόφευκτης ηλικιακής ωρίμανσης, πορεύεται το δρόμο της αυτολύτρωσης: Αν υπάρχει παράδεισος/θα φτάσω καθαρός σ’ αυτήν. Όμως, όλη αυτή η διαδικασία εξαγνισμού δε γίνεται ερήμην της ποιήσεως. Οι εξόδιοι στίχοι το ομολογούν: Κατά τα άλλα/ ό, τι σωθεί. Κι ό, τι ανθίσει/ μες στο ποίημα. Αυτή η πορεία του ποιητή, αποτελεί για τον ίδιο μια βαθειά εμπειρία αυτογνωσίας. Το συνειδητοποιεί και το ομολογεί ως ένα βέβαιο συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα ηλικιακή και συνάμα πνευματική του διαδρομή, στο ποίημα «Αυτή η μέρα»: Είμαι ένας περιοδεύων συλλέκτης/χρωμάτων, αρωμάτων, γεύσεων, κι αισθήσεων,/όψεων και μαγνητισμών, προσώπων και σωμάτων,/των υστερημάτων και των πλεονασμάτων του κόσμου,/ που τ’ αγάπησε όλα και δεν θέλει τίποτε ν’ αφήσει πίσω./ Και τα κουβαλά όλα, βουλιάζοντας όσο ανεβαίνει!&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιώργος Μολέσκης έχει πλήρη συνείδηση της ανθρώπινης μοίρας. Αυτήν τη μοίρα ούτε την περιγελά ούτε την χλευάζει. Αντίθετα, έχει συμφιλιωθεί μαζί της και τη σέβεται. Γι&#8217; αυτό, απαγκιστρωμένος καθώς είναι από κάθε μεμψίμοιρη διάθεση και απαλλαγμένος από πεισιθάνατους καρυωτακισμούς που εξωθούν στα όρια μιας συναισθηματικής και πνευματικής αυτοχειρίας, εποπτεύει τη ζωή με γνήσια ποιητική-φιλοσοφική διάθεση. Και το ομολογεί στους καταληκτικούς στίχους του ποιήματος «Ο μονόλογος ενός φύλακα αρχαίου θεάτρου» (σ.39): Τα ίδια λάθη, η ίδια ύβρις,/τα ίδια χειροκροτήματα./Και ο λόγος, άσπιλος κι αμόλυντος,/λάμπει καθώς χρυσός μες στους αιώνες-/μόνος αυτός.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη διάρκεια της ανθρώπινης περιπέτειας ανώτερος εκθέτης είναι η αρχαία κατάρα, που τιμωρεί αμετακλήτως όσους υπερβαίνουν τα όρια τους. Το μόνο που διασώζεται από τον μολυντήρα των καιρών είναι η ποίηση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νομίζω ότι η εμμονή μου στην ποιητική ωριμότητα του Μολέσκη δικαιολογείται. Μάλιστα, το στοιχείο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην ολοφάνερη στοχαστική/φιλοσοφική χροιά που αποτυπώνεται σε όλα σχεδόν τα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, επεκτείνεται και σφραγίζει τα ποιητικά μέσα που ο ίδιος χρησιμοποιεί. Η τονικότητα του ποιητικού του λόγου κινείται στα όρια του λεκτικού και του δομικού γνωρίσματος της καθημερινής ομιλίας των απλών και συνάμα καλλιεργημένων ανθρώπων. Ταυτόχρονα, έχει να επιδείξει μιαν εξαιρετική εσωτερική ισορροπία. Ήδη, οι προηγούμενες αναφορές στο τριαδικό σχήμα, προδίδουν τη σχέση και την επικοινωνία του ποιητή με τα δημοτικά τραγούδια και γενικά με την ποιητική μας κληρονομιά. Κλείνοντας αυτό το σημείωμα δεν θα παραλείψω να επαινέσω το Μεταίχμιο γι αυτή την πολύ προσεγμένη έκδοση.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ, 1980</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΖΙΤΣΑΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, Ιωάννινα 1980, τεύχος 342-343, σελ. 949</span><br /><span style="color: #000000;"> Οκτώβριος-Νοέμβριος 1980</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχουν πολύ δυναμισμό και πλούσιο χυμό ζωής, οι στίχοι του Γ. Μολέσκη. Απλώνεται σε πανανθρώπινο πλάτος η ποίησή του, αλλά οι ρίζες της, βρίσκονται βαθειά στο χώμα της πατρίδας του. ΄Τραγουδώ τη γη μου / με τη φωνή την πανανθρώπινη…΄. Από την αγάπη και τον καημό της ξεκινάει, κι αυτού πάλι επιστρέφει. Κι αυτό είναι που γίνεται η ουσία της ύπαρξης, κι η δύναμη για τον αγώνα. Η ΄Γεύση Πατρίδας΄ έντονη, με αναδρομές στο παρελθόν, με σταθμούς σε ιστορικές κορυφώσεις. Έχουν μια αμεσότητα, κι ένα ποιητικό ρίγος όλοι οι στίχοι του, που αναταράζουν την ψυχή μας</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΕΡΝΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ 1987</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΠΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">περιοδικό Νέα Εποχή, τεύχος 185-186, σελ. 686</span><br /><span style="color: #000000;"> Λευκωσία, Ιούλιος – Οκτώβριος 1987</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στα είκοσι χρόνια ποιητικής πορείας η «Στέρνα των Ερώτων» είναι η όγδοη ποιητική συλλογή του ποιητή Γιώργου Μολέσκη. Η Στέρνα των Ερώτων είναι άλλο ένα σκαλοπάτι στη σταθερή άνοδο του δημιουργού στο χώρο της ποιητικής πραγμάτωσης αξιών, συγκινήσεων, αναμνήσεων κι ακόμη θέσεων του ποιητή όχι μόνο πάνω στον έρωτα, αλλά και πάνω σε άλλες ζωτικές εκφάνσεις της ζωής. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως δηλώνεται και στον τίτλο, είναι το ερωτικό, βαπτισμένο μέσα σε διαλύματα διάφορης πυκνότητας και χρωματισμών κάθε φορά, ιδωμένο μέσα από πρίσμα και φωτισμό που εναλλάσσεται σε κάθε ποιητική στιγμή</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ 1998</span></strong></h4>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">εφημερίδα Πολίτης 25 Απριλίου 1999</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τίτλος αποδεικνύεται αντιπροσωπευτικός, αφού η μνήμη επανέρχεται ως αξονικό μοτίβο σε αρκετά ποιήματα, ειδικά στην τελευταία ομώνυμη ενότητα του βιβλίου. Η μνήμη λειτουργεί ως ποιητικό πρόπλασμα, που τρέφει την έμπνευση του δημιουργού. Συχνά προβάλλεται από το ποιητικό υποκείμενο ως αντίδοτο στη λήθη και στον θάνατο, ως πηγή ζωής που διαποτίζει τη σκέψη και μνημειώνεται με την τέχνη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο ομιλητής συνηθίζει να επιστρέφει επίμονα (όπως κα στη νουβέλα Τα κλεμμένα σταφύλια, 1985, και σε άλλα ποιήματά του) σε μνήμες της παιδικής ηλικίας που σφραγίζουν αμετάκλητα το πρόσωπο της ωριμότητας. Μορφές αγαπημένων προσώπων που έφυγαν ή ονόματα χωριών που παραμένουν απρόσιτα λόγω της τουρκικής κατοχής συνδέονται με εικόνες από την κυπριακή φύση και με τις πολιτικές και υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητικού υποκειμένου. Ο έρωτας και η αναγέννηση της φύσης προβάλλονται ως αντίβαρο στη φθορά, ενώ το άνυδρο κυπριακό τοποίο προβάλλεται με τη διψασμένη για ανθρωπιά ψυχή του ομιλητή</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ 2001</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Δρ Γιάννης Η. Ιωάννου</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;"> περιοδικό Δια-Κείμενα, τεύχος 6, σελ. 283</span><br /><span style="color: #000000;"> Θεσσαλονίκη 2004</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ενδέκατη συλλογή του Γιώργου Μολέσκη, ΄Από το Ελάχιστο΄, επικυρώνει έναν κύκλο που άρχισε με τη συλλογή ΄Η Στέρνα των Ερώτων΄ το 1987. Η δεκαπενταετής αυτή πορεία, πρώτα ήλεγξε την αισθητική τάση του ποιητή προς την αναλυτική γραφή. Από τη συλλογή εκείνη και εντεύθεν, ο Μολέσκης ελέγχει όλο και περισσότερο, τα εκφραστικά του μέσα, επιδιώκει την ακρίβεια στην έκφραση και την οικονομία στο λόγο. Οι θεματικές του εμπλουτίζονται και ο έρωτας, ο χώρος και ο χρόνος προσλαμβάνουν κεντρική θέση στην ποίησή του. Σ΄ αυτή τη γραμμή εντάσσεται, πιστεύω, και η τελευταία συλλογή. Με τη διευκρίνιση ότι ο ποιητής υπογραμμίζει πια την ανάγκη για οικονομία, επιδεικνύει την αναγκαιότητα για αισθητική επεξεργασία και ενώ διατηρεί θεματικές που επεξεργάστηκε σε προηγούμενα έργα, επιχειρεί πλέον μια συνθετική προσέγγιση, αλλά και μια εμφανή, θα έλεγα, απόπειρα υπέρβασης του ανθρωποκεντρισμού και του υποκειμενισμού. Η συλλογή ΄Από το Ελάχιστο΄ επιχειρεί να συλλάβει το ελάχιστο, στην κλίμακα των αξιών αλλά και στην κλίμακα του χώρου και του χρόνου, επίσης στο επίπεδο των πράξεων, των σκέψεων και των γεγονότων, και από το ελάχιστο να εξαγάγει την ποιητική διάσταση, την ποιητική αξία. Ταυτόχρονα, αντιπαραθέτει αυτό το ποσοτικά ελάχιστο στην ποσοτική διάρκεια της ροής των γεγονότων. Μέσα από αυτή την αντιπαράθεση απελευθερώνεται το ποιοτικά και ποιητικά &#8220;μέγιστο&#8221;. Κεντρικό θέμα της συλλογής είναι &#8220;η ποίηση&#8221; και η περιπέτεια μέσα στην ποίηση, η ποίηση ως πράξη, ως γεγονός, ως χωροχρονική σύλληψη, ως εικόνα, ως τρόπος ζωής</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΜΟΝΗ ΒΡΟΧΗΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1980 – 2001</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΒΑΡΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">εφημερίδα Η Αυγή</span><br /><span style="color: #000000;"> 25 Μαΐου 2009</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον παρόντα τόμο ο Γ. Μολέσκης (Λύση Κύπρου, 1946) κεφαλαιοποιεί τους μόχθους μιας ζωής επιλέγοντας ποιήματα από τις 5 τελευταίες συλλογές του ( 1980 – 2001 ) και περιλαμβάνοντας ολόκληρη την Από το ελάχιστο, καλύπτοντας το μαρτυρικότερο τέταρτο του αιώνος της περιπέτειας της Κύπρου. Ποιήματα μαθήματα και παθήματα πατριδογνωσίας, απόσταγμα γεωστρωματογραφίας στο σύνολό τους, ιδιαίτερα η πρώτη συλλογή Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι (1980), υπό τον αστερισμό της φύσης, ιθαγένειας, ιστορικοκοινωνικού πλαισίου που στοιχειώνεται από τους άταφους της εισβολής, τα καραβάνια της προσφυγιάς, «σαν πανιά καραβιών στημένες οι σκηνές μέσα στον κάμπο» (μυρώνεται από την αύρα του δημοτικού τραγουδιού «ποιος είδε καράβι στη στεριά»), με το εμβληματικό ποίημα «Ο κόσμος που αγαπήσαμε», που πνίγεται στην ομορφιά αλλά και στη θηλιά της κακοφορμισμένης – κατ’ ευφημισμό – πράσινης γραμμής. Νόστιμον ήμαρ κι αναθρώσκων καπνός πουθενά στον ορίζοντα, αλλά ο σιτιστής ελπίδας ποιητής εξακολουθεί να συστήνει το δικό του νεκρόδειπνο για τους αγνοούμενους. Ο Μολέσκης συντηρεί τα’ αποκαΐδια και τις φρυκτωρίες να καίνε νυχθημερόν, διασώζοντας τοιχογραφίες από το παλίμψηστο της πικρής Κύπρου στο θηριώδη αιώνα. Ο διάλογος με το γενέθλιο τόπο συνεχίζεται και στην Περαστική άνοιξη (1984), υπομνηματίζοντας λιτά το τοπίο με τα αμετακίνητα οδόσημά του «Και μεγάλα τα δέντρα μοναχικά / το καθένα και μια προσωπικότητα». Στην Στέρνα των ερώτων (1987) αλλάζει ρότα και κλίμα, θησαυρίζοντας τα μύρα του έρωτα, δεξαμενή επιβίωσης. Ιδιότυπη ερωτική ποίηση φιλοσοφικής χροιάς ως ποιητική του έρωτα ή έρωτας της ποιητικής, όπου η ελλειπτικότητα φωτίζει το όλον. Στη συλλογή Το σπίτι κι ο χρόνος (1990) παλιννοστεί με το φορτίο των προσφύγων στους ώμους ως άλλος Αινείας στους τόπους του μαρτυρίου, ερμηνεύοντας τα ιερογλυφικά της βροχής στο χώμα, συνομιλώντας με τον Αυξεντίου και τους άλλους ταμένους της ελευθερίας. Διεθνιστής και πατριώτης, υλικός, σχεδόν υλιστής, αλλά και πλατωνιστής και μυστικιστής, αξεδιάλυτα όπως οι ρίζες των δέντρων εκατέρωθεν συνόρων και πράσινης γραμμής. Στο ίδιο κλίμα και η συλλογή Το νερό της μνήμης (1998), όπου κοχλιώνεται ο διάλογος με το Δώρο, τον Ξάνθο κι άλλες μορφές της απουσίας-παρουσίας, συλλαβίζει τη νθλίψη των δέντρων που εγγράφουν στους κύκλους του κορμού τους τον κομμό και τους κύκλους της ιστορίας, στήνοντας παράλληλα γέφυρες για την ειρήνη και το άνθισμα του χάσματος που άνοιξε ο σεισμός του ’74. Στην τελευταία συλλογή Από το ελάχιστο (2001) ξανοίγεται κυρίως την αυτοαναφορικότητα, ξεναγώντας μας στο εργαστήρι του δημιουργού που τροχίζει λέξεις τινάζοντας τη σκουριά της χρήσης, επαναβαπτίζοντάς τες ν’ αποκτήσουν μαγνητικότητα, αξιοποιεί τη θρεπτικότητα του φωτός, όλα σε μη εξεζητημένο ύφος, ποίηση φυσικής αναπνοής, παραμυθητική που δεν απεκδύεται τη σισύφεια ελπίδα: «παρόλη την αποτυχία των επαναστάσεων / η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούργια επανάσταση». Και πρωτίστως φαντάζομαι εννοεί την εσωτερική, που αλλάζει όχι τον κόσμο αλλά εμάς τους ίδιους, τον εαυτό μας. Δύσκολο στοίχημα, που όμως αξίζει να κερδηθεί, και με βαρύ τίμημα. Ο ποιητής εντοπίζοντας φωλιές νερού, φλέβες αρτεσιανών, αφουγκράζεται τον μακρινό ήχο των μυστικών π(λ)ηγών, ωτακουστής και πολιορκητής «μιας στήλης δροσερού νερού / που πίνω διψασμένος / μα ποτέ δεν χόρτασα», εμφιαλώνει μπουκάλες αθάνατου νερού για το παρόν και μέλλον – που θα ’χει πολλή ξηρασία ως προφήτεψε από παλιά ο Κατσαρός – αφαλατώνοντας με το ποιητικό του φίλτρο τα αλμυρά δάκρυα του τόπου του σε λάλον ύδωρ, σε κυψέλες ζωής, διασφαλίζοντας την επιβίωση στον απειλούμενο με ξηρασία εθνικό δρυμό.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΣ ΣΤΗ ΡΟΗ  2009</span></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">εφημερίδα Αλήθεια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άλλη μια εξαιρετικά ευθύβολη, και ζεστή, ποιητική συλλογή, από το Γιώργο Μολέσκη. Προσοχή, γράφω με βάση τον κατακλυσμό συναισθημάτων που μου προκαλεί η ανάγνωση των στίχων, και κατ’ αυτό τον τρόπο γράφω πάντα. Ίσως να μην γνωρίζω τι σημαίνει ποίηση, με τεχνικούς όρους, ή ακόμα να μην μπορώ να κολυμπώ στα έγκατά της, αλλά οδηγός μου ήταν, και παραμένειi, ευτυχώς, το συναίσθημα. Για να γίνω σαφέστερος: η συγκίνηση που διαπερνά τους πόρους μου αλλά, κυρίως, η τρυφερότητα του ποιητή, καθώς ταξιδεύει, σαν διαβατάρικο πουλί, μέσα στις στιχουργικές φυλλωσιές. Υπό την έννοια αυτή, λοιπόν, η συλλογή Μες στη ροή αποτελεί κομψοτέχνημα ύφους και στοχασμού.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">εφημερίδα Ο Φιλελέυθερος</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και με τη νέα ποιητική του συλλογή, τη 12η στη σειρά, ο Γιώργος Μολέσκης παραμένει απαρασάλευτα πιστός στο υφολογικό, στυλιστικό στίγμα που τον καθιέρωσε στην ποίηση. Χαμηλόφωνος, λυρικός, επαγωγικά αναλυτικός, με βαθιά εσωτερικότητα, τόσο στα νοήματα και το ρυθμό, όσο και στις εικόνες της καθημερινότητας που μεταπλάθει ποιητικά. Ο Γ.Μ. και σ’ αυτή τη συλλογή, συχνά πυκνά επιστρατεύει υπερρεαλιστικά στοιχεία για να πετύχει ποιητικές κατακτήσεις. Απλό και λιτό, όπως πάντα, το λεκτικό του οπλοστάσιο, με έντονη αφηγηματικότητα, που διασπάται όμως συχνά από ποιητικές εξάρσεις, αναλαμπές και αισθητικές υπερβάσεις, συνήθως στις κατακλείδες των ποιημάτων του. Στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του: “Από το ελάχιστο” (2001) υπερίσχυαν αριθμητικά και ποιοτικά, τα ποιήματα ποιητικής. Σ’ αυτήν εδώ υπερισχύουν τα υπαρξιακής θεματικής ποιήματα. Κι αυτή η διαφοροποίηση είναι μάλλον ενδεικτική για την περαιτέρω ωρίμανση του ποιητή, θεματική και αισθητική</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΠΙΕΡΗ ΠΑΝΑΓΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο Φιλελεύθερος 14/2/2018</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γιώργος Μολέσκης: Επικεντρώνομαι στο ουσιαστικό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Αυτό που προσπάθησα ήταν να επικεντρωθώ στο ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς άρχισε η ιδέα του νέου σας βιβλίου «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο»; Η ιδέα υπήρχε από παλιά, αλλά ωρίμασε και άρχισε να παίρνει μορφή μετά την έκδοση του τελευταίου μου ποιητικού βιβλίου «Το ημιτελές ποίημα», ως μια παράκληση από την πορεία της ποιητικής δημιουργίας. Λέω υπήρχε, αφού και τα δεκαοκτώ διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο έχουν ως αφετηρία τους πραγματικές ιστορίες, οι οποίες συνέβηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορα μέρη του κόσμου και τις κουβαλούσα μέσα μου. Είναι ιστορίες στις οποίες το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι έντονο και που αποκαλύπτουν μια προσωπική στάση απέναντι στους ήρωες και στα γεγονότα που παρουσιάζονται. Έχουν επίσης και μια ποιητική διάσταση, που πηγάζει τόσο από τους χαρακτήρες των ηρώων, όσο και από τα ίδια τα γεγονότα. Τις ιστορίες αυτές τις διηγιόμουν πολλές φορές σε φίλους, έτσι που κάθε φορά αποκτούσαν κάποια στοιχεία μυθοπλασίας και ένα αφηγηματικό- διηγηματικό ύφος. Όταν η ιδέα για το βιβλίο ωρίμασε άρχισαν να παίρνουν τη γραπτή τους μορφή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι κατά τη διάρκεια της συγγραφής των 18 διηγημάτων σας; Είναι γεγονός πως όσο και να έχεις δουλέψει μέσα σου ένα λογοτεχνικό έργο, όταν το γράφεις το βλέπεις διαφορετικά. Στη διάρκεια της συγγραφής εισβάλλουν στο κείμενο πολλά πράγματα, γεγονότα, ιστορίες, περιγραφές τόπων και πραγμάτων, καταγραφές σκέψεων και ιδεών. Αυτό που προσπάθησα να κάνω ήταν να τα ξεκαθαρίσω όλα αυτά και να επικεντρωθώ στο κύριο και ουσιαστικό που έχουν να πουν οι ιστορίες μου. Να φύγει το περιττό και να αναδειχτεί το ουσιαστικό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι επιρροή έχει στη δική σας ζωή η ενασχόλησή σας με τη συγγραφή βιβλίων; Πρώτα άρχισα να γράφω και μετά να διαβάζω συστηματικά, αφού γράφοντας συνειδητοποίησα πόσα πράγματα έπρεπε να γνωρίσω. Αυτό στάθηκε η αιτία να αρχίσω να μελετώ, να αναζητώ τρόπους μόρφωσης και να προσπαθώ να γνωρίσω τον κόσμο και τους ανθρώπους. Άλλαξα τη ζωή που έκανα πριν ακολουθώντας μια πορεία σπουδών, που με οδήγησε σε νυχτερινά σχολεία, σε κολέγιο και τελικά στο Πανεπιστήμιο. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, ωστόσο, η συγγραφή ήταν πάντα η κύριά μου ενασχόληση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας; Δεν συνηθίζω να διαβάζω στο κρεβάτι. Διαβάζω στο γραφείο, μ’ ένα σημειωματάριο πλάι μου. Αυτή την περίοδο έχω μπροστά μου την αγγλική έκδοση του βιβλίου του Yuval Noah Harari «Homo Deus» και το βιβλίο του Σουηδού συγγραφέα Τούρμπγιερν Σέβε «Φλέγομαι», το οποίο αποτελεί μια μυθιστορηματική βιογραφία του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι.</span></p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2017/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%83%ce%ba%ce%b7%cf%83-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
