<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B3%CE%B9%CF%89%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%83-%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%87%CE%B1%CF%81%CE%B7%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sat, 31 Jan 2026 16:39:12 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2015/12/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2015/12/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%83/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 13 Dec 2015 13:56:38 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=1763</guid>

					<description><![CDATA[. Ο Γιώργος Θεοχάρης γεννήθηκε το 1951 στη Δεσφίνα Φωκίδας. Εργάστηκε σαν τεχνικός μηχανολογικής συντήρησης στην βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, απ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον και μετέχει στη σύνταξη της εφημερίδας BookPress. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές του: Πτωχόν Μετάλλευμα (1990), Αμειψισπορά (1996), Ενθύμιον (2004), Από μνήμης (2010), &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2015/12/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ο Γιώργος Θεοχάρης γεννήθηκε το 1951 στη Δεσφίνα Φωκίδας. Εργάστηκε σαν τεχνικός μηχανολογικής συντήρησης στην βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας, απ όπου και συνταξιοδοτήθηκε.<br />
Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον και μετέχει στη σύνταξη της εφημερίδας BookPress. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές συλλογές του: Πτωχόν Μετάλλευμα (1990), Αμειψισπορά (1996), Ενθύμιον (2004), Από μνήμης (2010), το βιβλίο ιστορικής έρευνας Δίστομο 10 Ιουνίου 1944-το Ολοκαύτωμα (2010) και Πιστοποιητικά θνητότητος (2014). Δημοσιεύει επίσης δοκιμιακά σημειώματα και κείμενα λογοτεχνικής κριτικής. Ποιήματα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ο Γιώργος Θεοχάρης είναι ένας ποιητής που βγάζει λέξεις μέσα από τις αλήθειες της ψυχής του και μας εξιστορεί με την ηρεμία που του χαρίζει η ακροθαλασσιά στα Άσπρα Σπίτια, ο τόπος που ζει, ενθύμια και μνήμες που είναι πάντα ζωντανά μέσα στη καρδιά του. Στίχοι που μας αγγίζουν και στη συνέχεια έρχονται να ζωντανέψουν τα δικά μας βιώματα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-20573" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2015/12/Untitled.FR12-0001-208x300.jpg" alt="" width="313" height="451" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2015/12/Untitled.FR12-0001-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2015/12/Untitled.FR12-0001.jpg 444w" sizes="(max-width: 313px) 100vw, 313px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20029 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2015/12/ΒΙΒΛΙΑ19-300x217.jpg" alt="" width="522" height="378" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2015/12/ΒΙΒΛΙΑ19-300x217.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2015/12/ΒΙΒΛΙΑ19.jpg 640w" sizes="(max-width: 522px) 100vw, 522px" /></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ (2010)</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΣΟΝΕΤΟ ΤΗΣ ΘΕΡΙΝΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ</strong></span></h5>
<p style="padding-left: 90px;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη κι εσύ το γνωρίζεις;</em><br />
<em class="translator-checked translator-dont-translate"> ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ</em></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Το καλοκαίρι επιμένει<br />
γεμίζοντας τις νύχτες πάθος,<br />
μα το μυαλό του μαύρο δάσος<br />
που τρέχουν μέσα απελπισμένοι.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Δεν ξέρει τι να περιμένει,<br />
βέβαιος όντας κατά βάθος,<br />
πως ήταν το χαρτί του άσσος,<br />
μα σε παρτίδα ξοφλημένη.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Μοιραίος της ακινησίας,<br />
μέσα στ’ αλάθητο καρτέρι,<br />
κουνάει το θάμνο της δειλίας,</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">όπως λαγός τη μαύρη φτέρη.<br />
Ας φύγει πια το καλοκαίρι<br />
να βρει ισορροπία μελαγχολίας.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΠΟΨΕ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όλη τη νύχτα τα σκυλιά λεπτό δεν κρατήθηκαν.<br />
Σαν ν’ άκουγα τη μάνα να μιλάει με κάποιον.<br />
«Τί θες εδώ;» σαν να τού ‘λεγε. «Πώς ήρθες;».<br />
Σαν να ΄κλαιγε.<br />
Σαν ν’ άκουγα, βαθιά βαθιά, το κλάμα του.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ξύπνησα και κατάλαβα πως είχα ονειρευτεί<br />
ζωντανό τον πατέρα μου.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Πράγματι.<br />
Στη ρίζα της πορτοκαλιάς βρήκα το αποτύπωμα<br />
των παπουτσιών του,<br />
κι ως την αυλόπορτα φλούδες από το πορτοκάλι<br />
που πρέπει να καθάριζε φεύγοντας.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΠΑΤΕΡΑ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ανάβω το καντήλι σου,<br />
φροντίζω το κερί να μη σου λείψει.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Τι άλλο θες και μου καρφώνεις στα πλευρά<br />
μαχαίρια μνήμης;</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΠΡΟΣΟΜΟΙΩΣΕΙΣ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="padding-left: 90px;">στον αδερφό μου Γιώργο Μαρκόπουλο</p>
<p style="padding-left: 90px;"><em class="translator-checked translator-dont-translate">Μία από τις ικανότητες του λόγου</em><br />
<em class="translator-checked translator-dont-translate"> είναι και η παρομοίωση, κάτι που δεν</em><br />
<em class="translator-checked translator-dont-translate"> συναντάται στις πλαστικές τέχνες.</em><br />
<em class="translator-checked translator-dont-translate"> ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ</em></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως η Κυριακούλα που τριγυρνάει στα μνήματα το δειλινό και κουβεντιάζει με τις φωτογραφίες των πεθαμένων. Γεια σου κυρ-Λουκά, τι κάνεις κύριε Πολύκαρπε; Κι αν κάποιον δεν ήξερε πώς τον λέγανε, το μαθαίνει τώρα από το όνομα στο μάρμαρο και α!! -του λέει- έτσι σας λένε, έτσι σας λένε… και θυμάται ότι ήταν μικρό κορίτσι, στο γάμο του, ότι ήταν μικρό κοριτσάκι θυμάται.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως επιστρέφοντας από μια κηδεία προσπίπτουμε ασθματικά στον έρωτα, με την ψευδαίσθηση πως του θανάτου το κέντρο θα κονιορτοποιήσουμε, του Άδη το νείκος νομίζοντας ότι θα ακυρώσουμε.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως σε κάποια χωριά, ακόμα, λίγο πριν βάλουν τον πεθαμένο στο μνήμα, σκύβει το βαφτιστήρι του και του λύνει τα χέρια.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως κοντά στους άλλους τάφους με τα μάρμαρα, το περιποιημένο χαλικάκι και τ’ άλλα μπιχλιμπίδια των νοικοκυραίων, υπάρχει κι ένας τάφος μονάχα με το χώμα του και το νεκρό του. Πάνω του συσσωρεύονται ματσάκια σαπισμένων λουλουδιών, στεφάνια πλαστικά, μπουκάλια γυάλινα σπασμένα του λαδιού, τσαλακωμένο αλουμινόχαρτο, δοχεία της χλωρίνης και άλλα από Ajax δίχως ψεκαστήρα, σφουγγάρια της κουζίνας ξεφτισμένα καθώς και σακουλάκια από κόλλυβα και κάπου κάπου ένα κουτάβι περνάει κοντοστέκεται μυρίζοντας το χώμα κι ύστερα φεύγει πέρα σέρνοντας το κουτσό του πόδι.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως η νύχτα γίνεται το μυστικό μας σπίτι κι ο ύπνος είναι η μόνη εν ζωή δυνατότητα να ομοιάσουμε στους νεκρούς μας. Η μόνη πιθανότητα να ατενίσουμε, πίσω από τα κλεισμένα βλέφαρα, το ελπιδοφόρο μέλλον της άχρονης προοπτικής μας.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως εκείνος που σε συνάντησε μια μέρα στο δρόμο και συστηθήκατε φυσιογνωμικά, κι αφού είπατε το ένα και το άλλο, έκλεισε το δεξί σου χέρι μέσ’ στις παλάμες του αποχαιρετώντας σε, και καθώς χανόταν στο βάθος του δρόμου κατάλαβες πως κάθε μέρα που ξημερώνει έχουμε όλο και λιγότερο μέλλον, κατάλαβες.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως ο άλλος που χόρευε με τις κάλτσες, βγάζοντας τα παπούτσια του, το τραγούδι «η μάνα μου μού πήρε κάλτσες χρωματιστές, κι άμα τις βάλω θα τις τρυπήσω».</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως ο μεθυσμένος βρίσκει απόλυτη ισορροπία χορεύοντας ζεϊμπέκικο όταν τον κυριεύουν μυστικά σεκλέτια.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως ο μουγκός τραγουδάει μέσα του χιλιάδες τραγούδια και στίχους που έχει αποστηθίσει.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως το χελιδόνι βρίσκει την άνοιξη καταπατημένη απ΄ τα σπουργίτια τη φωλιά του, βρίσκει την άνοιξη καταπατημένη.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως κανένας δεν μπόρεσε ν’ αγγίξει το σφυγμό του χρόνου.</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Κι όπως κανένας δεν μπόρεσε να κρυφτεί μέσα στα ποιήματά του, όσο κι αν το προσπάθησε, κανένας δεν μπόρεσε να κρύψει τίποτα μέσα στα ποιήματα, δεν μπόρεσε.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΑΝΤΑ ΞΕΡΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ονειρεύτηκα απόψε τον Παναγιώτη ανεβασμένο στην πορτοκαλιά της αυλής. Νύχτα γλυκιά. Είχε σταθεί στα μεσιανά κλαδιά. Έκοβε πορτοκάλια απ’ τη μεριά της θάλασσας.<br />
«Θα πέσεις ευλογημένε!» του φώναξα.<br />
«Κι αν πέσω; δεν πονάνε οι πεθαμένοι!» αποκρίθηκε.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Άφησε τα πορτοκάλια κατά τη μεριά του δρόμου άκοπα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«Αυτά είναι για ‘σένα» μου είπε.<br />
«Σειρά σου.<br />
Ανέβα».</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">8 Οκτωβρίου 2006 – 11 Μαρτίου 2008</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΡΙΣΤΙΧΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΥΠΤΗ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Πλευρό αλλάζεις<br />
τις νύχτες μέσ’ στο μνήμα<br />
πικρέ πατέρα;</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Τιμή στον μονάκριβο φίλο μου</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Τον είδα νά ‘ρχεται απ’ το βάθος του δρόμου. Ψιλόβρεχε. Φορούσε ένα σταυροκούμπωτο παλτουδάκι ψαροκόκαλο, του οποίου ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοκάλινα κουμπιά είχε χαλαρώσει και κρεμόταν απ’ την κλωστίτσα του. Χαμογελούσε μ’ εκείνο το μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους.<br />
«Καλημέρα Γιώργο», του είπα.<br />
«Καλημέρα Γιωργούλη», μ’ αντιχαιρέτισε.<br />
Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στο μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στον φρεσκοκουρεμένο πελάτη.<br />
Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μην κάθεσαι στο κρύο, θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι’ εσύ ν’ αποταμιεύσεις μνήμες».</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Σάββατο πρωί. Γενάρης του 1958. Στη Μεσσήνη ψιλόβρεχε σίγουρα. Στη Δεσφίνα μπορεί και να χιόνιζε.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΤΗΣ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ</span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Κοιμόταν σε πλατιά αμμουδιά. Νύχτα ήσυχη, έναστρη. Ένα υαλοπέτασμα χώριζε το δωμάτιο απ’ την ακρογιαλιά. Άκουσε βήματα κι άνοιξε τα μάτια. Από τη θάλασσα ερχόντουσαν άνθρωποι. Διέκρινε τους φίλους του που χειρονομούσαν χαρούμενοι. Σηκώθηκε. Άνοιξε τη διάφανη πόρτα. Μπήκαν ευχόμενοι: «Σιδερένιος! Σιδερένιος!» Έφυγε, κατόπιν, μαζί τους. Σε άλλον βρέθηκε τόπο. Μέρα ηλιόλουστη. Έτρεχε σε μιαν ανηφοριά. Έτρεχε, έτρεχε. Χαιρόταν την αρτιμέλειά του.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ξύπνησε με το γνώριμο βάρος της παράλυσης στα πόδια του, μα δεν λυπήθηκε για τη διάψευση.<br />
Απροσδιόριστα θυμήθηκε πως ό,τι ονειρεύτηκε συνέβαινε στις 6 Αυγούστου.<br />
Διηγήθηκε στους δικούς του το όνειρο.<br />
«Μεταμορφώσεως του Σωτήρος», του επισήμαναν.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«Ανάψτε ένα κερί στο εκκλησάκι της Αγιά Σωτήρας», ζήτησε, και, κάτω από το βάρος του αβάσταχτου πόνου, αρπάχτηκε απ’ τη χειρολαβή της πίστης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΕΝΘΥΜΙΟΝ (2004)</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΓΥΡΩ ΓΥΡΩ ΟΛΟΙ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Vais-je être enlevé comme un enfant, pour jouer au paradis dans l’ oubli de tour le malheur ?<br />
Arthur Rimbaud</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ανέβηκα κι εγώ<br />
το παιδάκι που ήμουν.<br />
Χαίρομαι τον κυματιστό στροβιλισμό<br />
μαζί με τ’ άλλα παιδάκια που είναι.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Στο λευκό αλογάκι, ξαναμμένος, τώρα καλπάζω,<br />
και γυρίζω, γυρίζω, γυρίζω….</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ω, των σαράντα οχτώ μου χρόνων πολύχρωμο καλειδοσκόπιο…<br />
Τα παιχνίδια στο χωριό που στερήθηκα.<br />
Τα συρματένια αμαξάκια με καρότσες από κούτες τσιγάρων.<br />
Το μισολιωμένο ζαχαρωτό ευζωνάκι μου<br />
πεσμένο στις καβαλίνες.<br />
Ω, οι τελικές εφορμήσεις στα λαθουρόκαστρα<br />
και ω, ο μικρός Νικολάκης της θείας Ελένης<br />
κομματιασμένος από την ξεχασμένη χειροβομβίδα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Και γυρίζω, γυρίζω, γυρίζω….</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ώσπου, άγρια, η κυρία με επιτίμησε:<br />
«Descendez. Vous n’ avez pas honte!<br />
Un âne sur le Carrousel!»</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«Pardonnez-moi, madame», της απαντώ,<br />
«mon vocabulaire n’ est pas suffisant<br />
pour vous expliquer».</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Άλλωστε και η ποίηση –σκέπτομαι-<br />
αδυνατεί να μεταφράσει τη δυστυχία της μνήμης.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Grenoble, 5.7.1999</p>
<hr />
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ύστερα θυμήθηκα εκείνη τη λυπημένη γυναίκα. Τα<br />
μεγάλα της μάτια λίμνες απελπισίας. Τις κόγχες<br />
των ματιών της. Τις παράκτιες συστάδες της<br />
μαύρης φτέρης τα ματόκλαδά της.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Θυμήθηκα εκείνη τη λυπημένη γυναίκα. Τα<br />
παιδικά της χρόνια σε άπονα χέρια. Το νήπιο που<br />
πάσχιζε να βυζάξει τα πέτρινα ρωγοβύζια. Το<br />
φουσκωμένο ποτάμι που είναι η ψυχή της. Το<br />
φουσκωμένο ποτάμι που είναι.</p>
<hr />
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΒΑΦΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΕ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ ΠΕΝΘΟΥΣ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Η μάνα μου τα τίμησε τα μαύρα.<br />
Προτού να κλείσουν τρίχρονα<br />
όλο και κάποιος άλλος συγγενής<br />
αποδημούσε.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Τέτοια διαρκής προσήλωση, ως φαίνεται,<br />
εκτιμήθηκε<br />
κι ούτε μια τρίχα κάτω από το μαυρομάντηλο<br />
δεν έχει ασπρίσει ακόμα.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">MILLENNIUM</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">2000 μ. Χ.<br />
Δύο χιλιάδες μωλωπισμένα χρόνια<br />
από το δόρυ της κραυγής και της πολυλογίας το βέλος.<br />
Δύο χιλιάδες χρόνια δύω<br />
πίσω απ’ τ’ ανήλιαγα γκρεμνά της φλυαρίας</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">κι η Ποίηση<br />
χειροβομβίδα σιωπής<br />
στους αιώνες των αιώνων.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΣΤΟ ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="padding-left: 120px;">Στον Τριαντάφυλλο Οικονόμου</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Κατέβηκε μικρός στης πόλης τις μυλόπετρες<br />
μα η μνήμη είναι αρραβώνας από έρωτα.<br />
Ξυπνάει στο υπόγειο το πρωί κι ανοίγει τα ματάκια του<br />
ψάχνοντας στο φεγγίτη του φωταγωγού.<br />
«Μάνα πού είναι η λεμονιά;»<br />
«Πού είναι μάνα η λεμονιά;» ρωτάει.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Μα δεν ανθίζουν στα τσιμέντα λεμονιές.<br />
Δε δένουν δεν καρπίζουν.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αιγές, 13.10.2001</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕ ΞΕΦΥΓΕ ΑΠ’ ΤΟ ΧΟΡΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Κλαρίνο ηπειρώτικο<br />
στο τσάκισμα &#8211;<br />
μου δίνεις μιαν ανάσα να ξεφύγω<br />
και με ξαναπιάνεις.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΠΤΗ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Έχουν τελειώσει – είπες.<br />
Έχουν τελειώσει! Όπως πολτοποιείται η άκακη μύγα μές στις παλάμες σου. Όπως ξεπλένεις στη βρύση του φόνου τα πειστήρια, ύστερα, και δίχως ενοχές, παίρνεις να φας ένα φρούτο, βέβαιος, τάχα, ότι οι αστραπές στο μαύρο ουρανό της μνήμης δεν προκαλούνται από τις πράξεις σου.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αλλά το γκρίζο άλογο ακονίζει στο λιθόστρωτο τις οπλές του σπινθηρίζοντας και το σχισμένο παπούτσι είναι το μαύρο βράδυ που λίμνασε στα βαλτοτόπια της μέρας και φεύγει απ’ το πόδι σου. Και η ζωή σου ολόκληρη ήτανε ζήτημα σημειολογίας εντέλει, γιατί μονάχα τρελός θα μπορούσε να βρει μια καλή πρόφαση για να πιστέψει πως θα βγει απ’ τη μνήμη –<br />
μονάχα τρελός θα μπορούσε.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΤΡΕΣΚΟ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αν αρτυθείς ας είν’ αρνί<br />
κι αν κλέψεις να ‘ναι ασήμι<br />
κι αν είναι ψέματα να πεις<br />
κάν’ το για την αγάπη<br />
κι αν αδικήσεις μια φορά<br />
ας είσ’ ο αδικημένος<br />
κι άμα χωθείς μεσ’ στη φωτιά<br />
και κάρβουνο δεν γίνεις<br />
πλύνε τις διάφανες πληγές<br />
με το νερό της μνήμης.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΝΗΜΟΦΥΛΑΚΙΟ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΩΝ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="padding-left: 210px;">στη Φανή Μιχαηλίδη</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως ο τυφλός ακούει το ανεπαίσθητο θρόισμα όταν το φως αποσύρεται.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">*</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως το τυφλό παιδί ζητάει να φωτογραφηθεί με τον ποδοσφαιριστή που θαυμάζει.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">*</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως οι πληγές επουλώνονται αφήνοντας για πάντα ένα σημάδι.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">*</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως το τραυματισμένο νύχι ξαναφυτρώνει τραυματισμένο.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">*</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως ο τσοπάνος διαλέγει τα ευτελή υλικά του: ένα κομμάτι τσίγκο, δυο τρία καδρόνια, πέντε τάβλες, λίγα πέταβρα, μια μισοσπασμένη πόρτα, ένα κομμάτι κοτετσόσυρμα, ένα κάγκελο από παλιό μπαλκόνι, κάμποσες κλάρες πουρναρίσιες &#8211; και φτιάχνει ένα μαντρί με οικολογική ευλάβεια.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">*</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως τα νεοκλασσικά κτίρια των πόλεων. Αστικές κατοικίες στο μεσοπόλεμο. Μπουρδέλα μετά τον πόλεμο. Γραφεία κομματικών οργανώσεων στη μεταπολίτευση, Γκρεμίδια σήμερα. Πολυκατοικίες αύριο.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">*</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως οι διαπιστώσεις, κοιτάζοντας σαράντα χρόνια αργότερα την ομαδική φωτογραφία της Έκτης Δημοτικού:<br />
Ο δάσκαλος πέθανε.<br />
Ο Σπύρος πέθανε.<br />
Ο Μπάμπης πέθανε.<br />
Η Παναγούλα πέθανε,<br />
και η Ανθούλα, το λιανό κλαράκι με τα κριθαρένια μαλλάκια, αυτό το σπουργιτάκι της τάξης, σκότωσε τον άντρα της με συνεργό τον εραστή της.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">*</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως η Ανθούλα, της προηγούμενης διαπίστωσης, που τόσο πολύ την ταλαιπώρησε η τρυφερότητά της.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΜΕΙΨΙΣΠΟΡΑ (1996)</span></strong></h4>
<h5 class="translator-checked translator-dont-translate"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ν&#8217; ΑΚΟΥΣ ΤΙΣ ΣΙΩΠΕΣ .</span></strong>.</h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate" style="padding-left: 120px;">Στον Γιάννη Πατίλη</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όταν θα λείψω<br />
να μελετάς, το βράδι που θα γέρνεις,<br />
τα μάτια που σε κοίταζαν και σε πιστεύανε.<br />
Να μελετάς τα μάτια<br />
που ανεβάζανε στο στόμα την αλήθεια σου,<br />
όπως τραβούν στο μπράτσο σου το αίμα<br />
οι πευκοβελόνες.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όταν θά λείψω<br />
ν’ αφουγκράζεσαι τα βήματα που λάσπωναν,<br />
έναν καιρό απελπισμένo, το κατώφλι σου.<br />
Να αφουγκράζεσαι τα βήματα<br />
που φέρναν τ’ όνειρo νωπό<br />
μέσ’ στην καλή ψυχή σου.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όταν θα λείψω<br />
ν’ ακούς τις σιωπές των ήχων<br />
μέσα στην οχλοβοή.<br />
Να τις ακούς,<br />
γιατί οι σιωπές είναι τα λόγια μου<br />
που ταξιδεύουνε στο χρόνο ορφανά απ’ το σώμα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Οι σιωπές είναι τα λόγια εκείνων που δεν μίλησαν,<br />
όχι γιατί δεν το θελήσανε,<br />
αλλά γιατί η γλώσσα τους υπήρξε μια δεντρoστoιχία<br />
μέσ’ στην οποία κελαηδούσαν διαρκώς αηδόνια.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ</span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Υπάρχει ένας φάρος σε μια προβλήτα ερημική.<br />
Στη ρίζα του ένα λαδί παγκάκι.<br />
Πικρό λαδί, στο χρώμα του καημού.<br />
Ένα μοναχικό παγκάκι σε μια μοναχική προβλήτα<br />
κάτω από τον πιο μοναχικό φάρο του στερεώματος.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Άν τύχει και καθίσει άνθρωπος απελπισμένος<br />
μπορεί ν’ ακούσει, στη γλώσσα του τριγμού των ξύλων,<br />
την ιστορία του σπουργίτη που μαράζωσε<br />
‘κει δα μπροστά που γίνεται αλάτι το νερό,<br />
και για την πέρκα που έγειρε το πλουμιστό της σώμα<br />
στό βυθό και πέθανε<br />
όταν διαπίστωσαν το τέλειο αδιέξοδο<br />
στον έρωτα πουλιού με ψάρι.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ένας άλλος θάνατος<br />
είναι οι απογευματινές συγκεντρώσεις<br />
τις άχρωμες Κυριακές.<br />
Με τα κουλουράκια και τα φυστίκια,<br />
τα πατατάκια με ρίγανη,<br />
με το κονιάκ και τους καφέδες.<br />
Με το «πώς πάνε τα παιδιά σταμαθήματα;»<br />
και με το «τί καινούριο μάς γράψατε;»<br />
Με τις ατέλειωτες συζητήσεις<br />
για τη δουλειά στο εργαστάσιο·<br />
τις ατελέσφορες απόπειρες<br />
ν’ αλλάξει επιτέλους το θέμα της συζήτησης.<br />
Με το «έτσι ο ένας κι’ έτσι ο άλλος!»<br />
Μέ το «ακούστε και τούτο που άκουσα!»</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Στο μεταξύ καρφώνεις το βλέμμα<br />
στα δέντρα του κήπου.<br />
Τι καλά να ήμοuν μια διακριτική ακακία,<br />
σκέπτεσαι όλη την ώρα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ένας άλλος θάνατος<br />
είναι η έγνοια σoυ για τον λεκέ από αίμα<br />
που θα αφήσεις στη ράχη της πολυθρόνας<br />
όταν θα σηκωθείς και θα φύγεις.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Η έγνοια σου για την φιλόξενη οικοδέσποινα<br />
που δεν θα ξέρει πώς να τον καθαρίσει.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">CONSERTO MORTO</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως αγνάντεψε η νύχτα απ’ τ’ ακρωτήρι<br />
έφυγε ο πιο μικρός απ’ την παρέα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Να μη με περιμένετε &#8211; είπε &#8211;<br />
απόψε θα χορέψω<br />
με την πεθαμένη.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Απ’ τη στιγμή<br />
που τον κυρίευσε η απογοήτευση<br />
πέρασε την υπόλοιπη ζωή του<br />
σε χρόνο υπερσυντέλικο.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΠΕΣΒΕΤΟ ΓΑΡ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Στον Γιώργη Παυλόπουλο</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Κάθε βράδυ, μετά τά μεσάνυχτα,<br />
ο φύλακας του μουσείου<br />
προσποιείται τον αποκοιμισμένο.<br />
Τότε ο Ηνίοχος ξεπορτίζει προσεκτικά<br />
και ψάχνει ξέφρενος<br />
τα άλογά του στις Φαιδριάδες.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Γυρίζει άπραγος και κατάκοπος τα χαράματα.<br />
Ανεβαίνει στο βάθρο του.<br />
Παίρνει την ενδεδειγμένη στάση για τους τουρίστες<br />
και παρατηρεί τον νυχτοφύλακα<br />
να προσποιείται ότι ξυπνά.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ασάλευτοι κι οι δυο<br />
ακούνε τα χλιμιντρίσματα της ουτοπίας.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Να αγαπάτε τους ποιητές.<br />
Προς όψελός σας διαθέτουν την ψυχή τους·<br />
την ειρηνική αυτή επαρχία εκρηξιγενών πετρωμάτων,<br />
επιδιδόμενοι σε διαρκή εκβραχισμό<br />
ώστε να σας προσφέρουν τις πολύτιμές τους λέξεις.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αποτελούν, από μιαν άποψη,<br />
ένα είδος θαλάμου ακροάσεων<br />
των επιθυμιών και των καημών σας·<br />
μία διώρυγα προσαγωγής της προσδοκίας σας<br />
για κάτι το ωραίον·<br />
ένα ακάτιο που σας διασώζει<br />
από την αγκυλωτικήν αγκίστρωση<br />
στους παγετώνες της ακαλαισθησίας.<br />
Σας παρέχουν την ευκαιρία να ενωθείτε μαζί τους<br />
με δεσμούς ετεροπολικούς,<br />
αν αξιοποιήσετε τα ψυχικά τους αναβλήματα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Να αγαπάτε τους ποιητές.<br />
Αντιληφθείτε ότι δεν είναι τίποτε άλλο<br />
από μία δεξαμένη έρματος<br />
για να ισορροπούν οι υπερθαλάσσιοι θάλαμοι<br />
του πλοίου με το οποίο ταξιδεύετε.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Κάθε φορά που τους πληγώνετε<br />
υφίστανται μικρά εγκάρδια ραγίσματα<br />
μη επισκευάσιμα.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΗ ΠΡΟΣΥΝΕΝΟΗΜΕΝΗ ΣΎΝΕΡΓΕΙΑ</strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Κάθεται στην άκρη του κάβου.<br />
Ρίχνει, κατά διαστήματα, στη θάλασσα<br />
συλλαβές σιωπής.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Τα ψάρια τις διεκδικούν,<br />
τις γεύονται.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Κανένα δεν αγκιστρώνεται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΤΩΧΟΝ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑ (1990)</span></strong></h4>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ταξίδεψε με </span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ταξίδεψε με. Πάρε με.<br />
Ρίξε με στο πελώριο κύμα<br />
της ορμής σου.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ανύψωσέ με.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Βγάλε με στον αφρό των επιθυμιών.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ναυάγισέ με στο πέλαγο των ματιών σου<br />
εκεί που λαμπυρίζουν όλα τα όνειρα μαζί.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Άσε με να περιπλανιέμαι<br />
ευτυχισμένος ναυαγός<br />
στην απεραντωσύνη των ματιών σου,<br />
να κολυμπώ και να μη βρίσκω ορίζοντα<br />
άλλον,<br />
πέρα απ&#8217; τ&#8217; απαλά σου βλέφαρα.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δυσκολία διάγνωσης </span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Είναι τώρα λίγο καιρός<br />
που δεν μπορώ να διαβάσω τα μάτια σου<br />
γιατί το ήμερο βλέμμα σου<br />
έχει κάτι το μή αναγνωρίσιμο.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όπως τα εικονοστασάκια<br />
στην άκρη του δρόμου<br />
που έτσι καθώς περνάς</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">δεν ξέρεις αν αναφέρονται<br />
σε κάποιον που σκοτώθηκε<br />
ή σε κάποιον που σώθηκε.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Με την υπομονή της πέτρας </strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αν κάποια μέρα φύγεις<br />
προς τη μεριά της θάλασσας<br />
θα γίνω έν’ άσπρο βότσαλο<br />
να καρτερώ το γυρισμό σου<br />
στην ακρογιαλιά.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Θα καρτερώ με την υπομονή της πέτρας<br />
όσο κι αν αργείς.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Οι πέτρες ξέρεις περιμένουν χρόνια.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate"> Πρωτομαγιά </strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Μόλις τελειώσει η διαδήλωση<br />
έλα να φύγουμε μαζί.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Πάμε να μάσουμε την άνοιξη<br />
σε δυο μπουκέτα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Να γίνουμε ένα με τις παπαρούνες<br />
μ&#8217; αυτή τη ξεδιπλωμένη<br />
απέραντη<br />
κόκκινη<br />
σημαία<br />
της επανάστασης.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate"> piano </strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">I</strong><br />
Μέσ’ στα μπαΐρια που ξεχέρσωσες<br />
φυτρώνουν οι καημοί που σπέρνεις.<br />
Γιομίζει το περβολάκι της ψυχής μου<br />
μυρωμένα μικρά ποιήματα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">II</strong><br />
Τις νύχτες σ’ ονειρεύομαι<br />
να παίζεις ένα λυπημένο ακορντεόν.<br />
Ξυπνώ και θλίβομαι<br />
που σε κρατάω ακόμα λυπημένη.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">III</strong><br />
Στα βουρκωμένα μάτια σου<br />
ένας πορτοκαλένιος ήλιος ανατέλει.<br />
Στα λυπημένα χείλη σου<br />
μι&#8217; αυγή από δροσερά χαμόγελα ροδίζει.<br />
Μέσ&#8217; απ&#8217; την πικραμένη σου ψυχή<br />
η φλόγα του έρωτα<br />
ζεσταίνει τις ελπίδες των απεγνωσμένων.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">IV</strong><br />
Πες μου τι ώρα ανοίγει<br />
το μυροπωλείο του κορμιού σου<br />
να τρέξω ν’ αγοράσω.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">V</strong><br />
Μέσα στην ίριδα των ματιών σου<br />
βρέθηκε η παλέτα του Μοντιλιάνι.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">VI</strong><br />
Πίσω από την γραμμή των χειλιών σου<br />
ανατέλουν οι ήλιοι μου.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">VII</strong><br />
Αχ! οι ατέλειωτοι στεναγμοί σου!<br />
Ο μετρονόμος της αγωνίας μου.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">VIII</strong><br />
Τι κι αν γεννήθηκες την 5η δεκαετία<br />
του 20ου αιώνα.<br />
Ο Ελύτης απ&#8217; το &#8217;40<br />
για σένα έγραψε<br />
το Adagio των «Προσανατολισμών» του.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">IX</strong><br />
Τις δύσκολες νύχτες ξορκίζω τη μοναξιά μου<br />
μ’ ένα τριαντάφυλλο<br />
βουτηγμένο στα κόκκινα λόγια<br />
που μού ‘πες τη μέρα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Χ</strong><br />
Δεν σ’ αγαπώ.<br />
Σ&#8217; αγαπάω!<br />
Έτσι όπως τ’ ακούς.<br />
ασυναίρετα.</p>
<h5 class="translator-checked translator-dont-translate"> <strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εχτές το βράδυ </span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Εχτές το βράδυ<br />
στέναζα πάλι σαν φεγγάρι<br />
στο παράθυρό σου.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Σ&#8217; αφουγκραζόμουνα<br />
μαντεύοντας τ&#8217; άσπρα σου όνειρα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ύστερα προσπαθώντας<br />
να περάσω στο δωμάτιο απ&#8217; τις γρίλιες<br />
κόπηκα σαν φεγγάρι<br />
σε φέτες καλοκαιρινού φρούτου<br />
και κύλησα ηδονικός χυμός<br />
στο σώμα σου.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Με περισσή σεμνότητα </strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Καμιά φορά κι οι ποιητές<br />
αδυνατούν να γράψουν.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Έτσι συμβαίνει όταν σε σκέπτομαι.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Λέξεις δε βρίσκω να σου πω<br />
πέρ&#8217; απ&#8217; αυτές που σε συνθέτουν.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αν παραλείψω μια θα σ’ αδικήσω.<br />
Αν θα προσθέσω μια θ&#8217; αλλάξει η αρμονία.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Σπάζω το μολύβι μου και σε κοιτώ.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Εκστατικός κι ερωτευμένος.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Απέναντί σου δε νιώθω ποιητής.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Μάλλον σαν κορνιζοποιός<br />
μπροστά σ&#8217; εξαίσιο πίνακα<br />
μοιάζω.</p>
<h5><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βαλσαμωμένη ανάμνηση </span></strong></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όλο το καλοκαίρι μάζευε βότσαλα στις παραλίες.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Τελειώνοντας οι διακοπές τα ‘βαλε σε μια γυάλα<br />
&#8211; όπως συνηθίζεται -.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Με τον καιρό ξέπλυνε τα χρώματά τους<br />
η χλωρίνη.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ξεχνάει ν’ αλλάξει κι όλας το νερό.<br />
Μουχλιάσανε.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Στέκουνε τώρα μια παρατημένη<br />
άνυδρη ξερολιθιά.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Στον πάτο της γυάλας<br />
ιδρώνει λίγο<br />
το κατακάθι των αναμνήσεων.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate"> Επακόλουθο </strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Μια ψιλή βροχή το Σαββατόβραδο<br />
μούσκεψε τον ήλιο στην απλώστρα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Την Κυριακή στη βόλτα<br />
θα εξατμίζονται<br />
οι ψυχές των αγοριών<br />
με τα φρεσκοπλυμένα<br />
λευκά πουκάμισα.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Νυχτερινή βάρδια </strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Απόψε το εργοστάσιο είναι ένα πειθαρχημένο φυτό θερμοκηπίου.<br />
Εκατοντάδες μηχανές βουίζουν ρυθμικά.<br />
Αταραξία ρυθμού. Φωνή των ντεσιμπέλ.<br />
Νύχτ’ αποκοιμισμένη στις επιφάνειες των μετάλλων.<br />
Παρατημένοι γερανοί. Δεν έχουν πια τι να σηκώσουν.<br />
Ούτε καν την ανυποληψία των χειριστών τους.<br />
Έρπουν λευκόπαχoι ατμοί. Τα χημικά υγρά ραντίζουν το σκοτάδι.<br />
Κυλούν στους υπονόμους της μέρας τα απόβλητα πεπραγμένα.<br />
Υπονομεύουνε την ηθική της νύχτας.<br />
Έρπουν τα όνειρα των εργατών της βάρδιας.<br />
Τα μάτια χύνονται σε δάκρυα νοσταλγίας<br />
πάνω στο μαύρο ταινιόδρομο του σπαστήρα.<br />
Όταν θα φτάσουν στις σχάρες διαλογής<br />
όσα δεν έχουν το αναγκαίο μέγεθος θ&#8217; απορριφθούν.<br />
………………………………………………………………………..<br />
Τι θέλω εγώ σ’ αυτή τημοναξιά;<br />
Σ&#8217;αυτή την πειθαρχία της στερεομετρίας;<br />
Τι γυρεύω εγώ στη λογική των χημικών ενώσεων;<br />
Εγώ δεν έχω χέρια καλώδια<br />
ούτε δάχτυλα ηλεκτρόδια.<br />
Δεν έχω φωνή ανοξείδωτη<br />
έχω μια γλώσσα ασύδοτη.<br />
Δεν εχω δόντια εξωλκείς<br />
σε γραμμή παραγωγής.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Εγώ βρίσκομαι σε θερμοκρασία τήξεως<br />
σε σταση ερωτικής περιπτύξεως<br />
και χωρίς σημεία στίξεως.</p>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Άραγε μάταια; </strong></span></h5>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αν η Κολχίδα που λαχτάρησες<br />
έκρυβ’ απλά ένα χρυσόμαλλο τομάρι<br />
μάταια τόσα χρόνια την Αργώ<br />
ετοίμαζες στο ναυπηγείο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ</strong></span></h4>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>ΔΙΦΟΡΗ ΜΝΗΜΗ» (ΠΟΛΙΣ 2021)</p>
<p>«ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΜΕΝΕΣ ΜΝΗΜΕΣ»</p>
<p>Στη ποιητική του συλλογή ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ (2010) και στο ομότιτλο ποίημα με αφιέρωση «Τιμή στον μονάκριβο φίλο μου» γράφει ο Γιώργος Θεοχάρης</p>
<p>Τον είδα νά ‘ρχεται απ’ το βάθος του δρόμου. Ψιλόβρεχε. Φορούσε ένα σταυροκούμπωτο παλτουδάκι ψαροκόκαλο, του οποίου ένα από τα τέσσερα μεγάλα κοκάλινα κουμπιά είχε χαλαρώσει και κρεμόταν απ’ την κλωστίτσα του. Χαμογελούσε μ’ εκείνο το μορφασμό που αποτελεί εισαγωγική εικόνα στο κλάμα, όταν τα νήπια μαντεύουν το πικρό παρελθόν του μέλλοντός τους.<br />
«Καλημέρα Γιώργο», του είπα.<br />
«Καλημέρα Γιωργούλη», μ’ αντιχαιρέτισε.<br />
Προχώρησε στο χωματόδρομο. Μπήκε στο μαγικό κόσμο του κουρείου. Ο πατέρας του έβαζε ταλκ στον φρεσκοκουρεμένο πελάτη.<br />
Κόλλησα το μούτρο για λίγο στο τζάμι του μαγαζιού. Ο Γιώργος πλησίασε και μου ψιθύρισε: «Όταν μεγαλώσουμε θα τα ιστορήσω όλα τούτα. Μην κάθεσαι στο κρύο, θα τα διαβάσεις τότε. Τρέξε κι’ εσύ ν’ αποταμιεύσεις μνήμες».</p>
<p>Σάββατο πρωί. Γενάρης του 1958. Στη Μεσσήνη ψιλόβρεχε σίγουρα. Στη Δεσφίνα μπορεί και να χιόνιζε.</p>
<p>Έτσι και το βιβλίο «Δίφορη μνήμη» είναι ένα ταξίδι αποταμιευμένης μνήμης του συγγραφέα, των προγόνων του αλλά και απλών καθημερινών ανθρώπων της Δεσφίνας, Μνήμες που αναφέρονται σε ιστορίες ζωής, βιώματα και ιστορικά γεγονότα όπως τα έζησαν. Έχω επισκεφθεί αρκετές φορές στο παρελθόν τις περιοχές Φωκίδας και Βοιωτίας και αυτό που με εντυπωσίασε και έμεινε στη μνήμη μου είναι οι ιστορίες που αφηγούνταν άνθρωποι που έζησαν στα νιάτα τους στη περιοχή όχι μόνον για τη κατοχή και τον εμφύλιο αλλά και τη καθημερινότητα τους.</p>
<p>Οι αφηγήσεις του Θεοχάρη είναι μικρές, από μια παράγραφο μέχρι λίγες σελίδες, ο τόπος είναι η Δεσφίνα, η γενέτειρα του συγγραφέα, και η γύρω περιοχή, μια περιοχή με μεγάλη ιστορία, μια μικρογραφία της Ελληνικής ιστορίας κυρίως του προηγούμενου αιώνα. Μας μεταφέρει το κλίμα της εποχής πολύ παραστατικά και μάλιστα τα λόγια κάποιων από τα πρόσωπα που αναφέρονται μεταφέρονται στη τοπική διάλεκτο.</p>
<p>Το βιβλίο ξεκινά με ένα απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη που αναφέρεται στη Δεσφίνα ή Ντεσφίνα όπως την ονομάζει, καθώς και αποσπάσματα από εφημερίδες της εποχής του 1800 που αναφέρονται στο γενέθλιο τόπο του Θεοχάρη, ο οποίος στη συνέχεια της αφήγησης αυτοσυστήνεται και αναφερόμενος στη χρονολογία της γέννησης του και στα γεγονότα της εποχής, λίγο μετά το τέλος του εμφύλιου, γράφει.</p>
<p>«Τα συμβάντα κατά την ημέρα της γεννήσεώς μου προεικόνιζαν ότι μεγαλώνοντας θα ξόδευα/κερδίζοντας τη ζωή μου στην Αριστερά και την Ποίηση, δύο επιλογές που θα μου γέμιζαν την ψυχή θάμβος και πόνο.<br />
Οι απαρχές της επαφής μου με τον ποιητικό λόγο, με τον λόγιο λόγο, γενικότερα, βρίσκονται στα δρώμενα της κοινοτικής ζωής ενός απομονωμένου, από πλευράς συγκοινωνίας, χωριού, όπως ήταν η Δεσφίνα της δεκαετίας του 1950 και των αρχών της δεκαετίας του 1960.»</p>
<p>Αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής στη Δεσφίνα αυτές τις δεκαετίες είναι η πλατεία με τον αιωνόβιο πλάτανο και γύρω από τη πλατεία τα διάφορα καταστήματα, τα δυο κουρεία, το καφενείο, τα παντοπωλεία όπου έβρισκε κανείς τα πάντα, από εδώδιμα, αποικιακά μέχρι εφημερίδες, οι χασαποταβέρνες και η πηγή πόσιμου νερού όπου μαζεύονταν τα παιδιά για να παίξουν. Και βέβαια στη πλατεία έγιναν και ιστορικά γεγονότα, όπως η ομιλία προς τους χωριανούς του Άρη Βελουχιώτη τις 25 Μάρτιου του 1943.<br />
Στα επόμενα δυο κεφάλαια ο Θεοχάρης μας μιλά για τη μητέρα και το πατέρα του και τους δίνει το λόγο να μιλήσουν για το γάμο τους, τη ζωή τους στη Δεσφίνα, την ενασχόληση της μητέρα του με τον αργαλειό, το πόλεμο του 40 και τον εμφύλιο όπου ο πατέρας του βγήκε αντάρτης στο βουνό και τις ενασχολήσεις του μετά τον εμφύλιο να ζήσει την οικογένεια του σε μια δύσκολη εποχή με τα τραύματα του εμφύλιου να είναι ακόμα νωπά. Στις διηγήσεις τους η μητέρα και ο πατέρας αναφέρονται και σε αρκετά μέλη της οικογένειας όπως οι παππούδες και οι γιαγιάδες.<br />
Και τα βιώματα αυτά των γονιών αλλά και μελών της οικογένειας έγιναν οδηγός στο συγγραφέα μας να συνεχίσει τη δικιά του ζωή συνεχίζοντας τη παράδοση της οικογένειας.<br />
Ακολουθεί το επόμενο κεφάλαιο του βιβλίου που έχει το τίτλο «Αρνητικά προς εμφάνιση» Εδώ οι αφηγήσεις του συγγραφέα είναι μικρά φωτογραφικά στιγμιότυπα που το καθένα έχει το τίτλο παλιών φωτογραφικών μηχανών, όπως Zenit, Lubitel, Agfa, Pentax, Contax κλπ. Οι αφηγήσεις είναι μικρές και καλύπτουν τη ζωή και τη καθημερινότητα στη γενέτειρα του συγγραφέα τη Δεσφίνα, που ουσιαστικά αντικατοπτρίζουν την ζωή σε όλη την Ελληνική επαρχία. Έτσι βλέπουμε σκηνές γάμου, χωρισμούς, έρωτες, λειτουργίες στις εκκλησιές, αγροτικές εργασίες, αντιπαραθέσεις μεταξύ των χωρικών, τη συνύπαρξη ανταρτών και δωσίλογων, θανάτους σε όλες τις ηλικίες από διάφορες πανδημίες που πλήττουν το τόπο αλλά και όλη την επαρχία, αυτοκτονίες και ατυχήματα μικρών και μεγάλων.<br />
Ας δούμε μερικά ασπρόμαυρα αφηγήματα.</p>
<p>Η γριά Θυμόκλεια κοντεύει εκατό χρονώ. Έφυγε ο γαμπρός της από κακιάν αρρώστια, η νύφη της από μελαγχολία, ο γιος της από δυναμίτη και δυο εγγόνια της σε τροχαίο. Στέκεται η γριά ν’ ανάβει τα καντήλια τους.</p>
<p>«Χάθηκε το μικρό της Αγγέλως», φώναξε η μάνα. Πεταχτήκαμε έξω στον δρόμο, μαζί με άλλους γειτόνους ψάχναμε δώθε κείθε, δίχως αποτέλεσμα. Πήρε να σουρουπώνει. Κάποιος σκέφτηκε και παραμέρισε τα απλωμένα σεντόνια από το σύρμα στην αυλή του χαμόσπιτου. «Τη βρήκα», φώναξε. Τρέξαμε. Είδαμε την Εφούλα πνιγμένη στο καζάνι της μπουγάδας</p>
<p>Κίνησαν να πάνε στ’ αμπέλι με τον γιο του. Ο μικρός πενταετής. Στην έξοδο του χωριού το περίπτερο. Λέει ο μικρός στον πατέρα του: «Πατέρα, πάρε καμιά καραμέλα, μήπως κλάψω αργότερα»&#8230;</p>
<p>Απαγχονισμένη μέσα στην ποιμενική της καλύβα βρέθηκε η Χρυσούλα Π., ετών πενήντα πέντε. Τα γόνατά της άγγιζαν το έδαφος, γεγονός που σημαίνει ότι μάλλον τη σκότωσαν αλλού και την κρέμασαν πρόχειρα</p>
<p>Ήταν ωραίο παιδί ο Γιώργης. Ανύπαντρο. Κομμουνιστής. Κρυβόταν από τους χίτες του χωριού στον Μακρανικόλα. Είχε φορέσει μεσοφόρια της μάνας του,<br />
σκέπασε με τη μαντίλα της την κεφαλή του και όργωνε. Πίσω απ’ το αλέτρι τού έριξε, πισώπλατα, ο χίτης μπάρμπας του, που τον έκρυβε. Το μουλάρι πετάχτηκε από την πιστόλια κι έκαμε πέρα αγριεμένο. Το μονόγενο καρφώθηκε στο χώμα και φρέναρε το ζώο. Ο όμορφος Γιώργης, μέσα στα αίματα μπρούμυτα στην αυλακιά ξεψύχησε.</p>
<p>Και κλείνοντας την ενότητα με τις φωτογραφικές αφηγήσεις γράφει στο τελευταίο φωτογραφικό του λόγο «Κι αχ, τι κρίμα! Το φιλμ μιας ολόκληρης ασπρόμαυρης εποχής, πώς πήρε φως!…». Υπονοώντας προφανώς ότι αυτή η δύσκολη εποχή έγινε μια ανάμνηση. Οι φωτογραφικές όμως αναμνήσεις θα είναι πάντα ζωντανές.</p>
<p>Στα επόμενα κεφάλαια για τη πατρίδα και τη μνήμη έχουμε μια ποιητική ωδή του Θεοχάρη, ένα ξέσπασμα της μνήμης όπου κάθε παράγραφος αρχίζει με το «Θυμάμαι»…<br />
Θυμάμαι το παιδί του σκοτωμένου από χίτη &#8211; Θυμάμαι την εκτελεσμένη δασκάλα &#8211; θυμάμαι το δωσίλογο να φέρνει τους Γερμανούς &#8211; Θυμάμαι τα δυο τσοπανόπουλα να δίνουν όρκο αγάπης -Τους καταδότες θυμάμαι να ρίχνουν δυναμίτη στο παραθύρι του αστυνόμου &#8211; Την μαύρη μοίρα των Λαβδακιδών του χωριού μου θυμάμαι…</p>
<p>Μια ωδή ξέσπασμα του Θεοχάρη για όλα όσα κουβαλά που νομίζω του καταλαγιάζει τη μνήμη</p>
<p>Και κλείνει τη Δίφορη μνήμη με ένα ξεχωριστό ποίημα.</p>
<p>Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στις αναμνήσεις.<br />
Υπέρ των ανωνύμων που έγιναν επώνυμοι<br />
μέσα από τα χημικά υγρά στο εμφανιστήριο.<br />
Εδώ με τον πατέρα. Μπροστά στην κομπανία με τα κλαρίνα.</p>
<p>Στο κέντρο «ΕΞΟΧΙΚΟΝ». Με τα μάτια ορθάνοιχτα<br />
αντίκρυ στη μαγεία του μεγάλου πιάτου με τη λάμπα<br />
και τις αστραπές. Λίγο μετά τον πόλεμο, σ’ ένα χωριό<br />
που ’μάθε τον ηλεκτρισμό μέσ’ απ’ το flash του φωτογράφου.</p>
<p>Εκεί στη μονοήμερη εκδρομή. Με μπλε ποδιές.<br />
Με τις λευκές κορδέλες στα μαλλιά. Μαθήτριες που<br />
ανέβαζαν στα μάτια την Ευχή τους και γίνονταν ωραίες<br />
κάθε φορά που αναμετριόντουσαν στο κλικ της μηχανής</p>
<p>Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στη θύμηση.<br />
Χαράσσοντας το negative της ύπαρξης,<br />
το άσπρο και το μαύρο της ζωής μας.<br />
Εκεί λοιπόν επιβιώνει η αλήθεια της ζωής.<br />
Στου άσπρου και του μαύρου τις διαβαθμίσεις.<br />
Σ’ εκείνες τις μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες θα<br />
υπάρξουμε.<br />
Ίσως γιατί τα κατσαρά δοντάκια τους στο περιθώριο<br />
έχουν τη δύναμη να ροκανίζουν τη φθορά.</p>
<p>Ο Γιώργος Θεοχάρης με τη Δίφορη μνήμη φωτίζει μια ασπρόμαυρη εποχή με το λόγο του, λόγο ποιητικό, πολιτικό, γεμάτο συναίσθημα, όπου η μνήμη, η δική του, των προγόνων του και των απλών ανθρώπων της Δεσφίνας καταθέτουν την αλήθεια τους για μια εποχή που σημάδεψε και πλήγωσε την Ελλάδα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Πιστοποιητικά θνητότητας</strong></span></h4>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΔΙΩΝΗ  ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ </strong></span></h5>
<h5><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Για το BOOK TOUR </strong></span></h5>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Μια κριτική προσέγγιση στα «Πιστοποιητικά θνητότητας – Ποιήματα 1970 – 2010» του Γιώργου Χ. Θεοχάρη, από τις εκδόσεις Σύγχρονη Έκφραση</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate"> 2015-07-11 20:51</strong></span></p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να ορίσει την Ποίηση -κι αλήθεια έχουν επιχειρήσει πολλοί- αλλά ο Γιώργος Θεοχάρης τη θέλει ‘χειροβομβίδα σιωπής’. Και μόνον χάρη στο οξύμωρο θα άξιζε να ερευνηθεί η ποιητική του άποψη.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Στα «Πιστοποιητικά θνητότητας» θα παραθέσει όλο το ποιητικό του έργο (εννοώ το δημοσιευμένο), έτσι σαν μια σύνοψη ζωής (κατά τον ίδιο είναι «σαν να μαζεύτηκε όλη η οικογένεια στο σπίτι, Κυριακή μεσημέρι»). Μας καθοδηγεί, από το μακρινό 1970 και μέχρι το σήμερα σχεδόν, να διαβάσουμε τους στίχους του, να δούμε την ποιητική του οπτική αλλά όχι μόνον αυτά. Μέσα από το πλέξιμο των λέξεων, την προσεγμένη στιχουργική του, αφήνει ανάμεσα στις σελίδες του, πίσω από τις λέξεις να φανεί μια πορεία ζωής. Ναι, ο ποιητής, ο δημιουργός εν γένει, αγαπά να ‘κρύβεται’ στη σκιά του έργου του, να οδηγεί το φως μέσα από χαραμάδες. Αλλιώς δεν γίνεται. Η ποίηση ειδικότερα δεν είναι καταγραφή ζωής, ο ποιητής δεν είναι αυτοβιογραφούμενος. Εκτός αν, όπως στην περίπτωση του Γιώργου Θεοχάρη, φωτοσκιάζει μόνος του τα λόγια του με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Ανοιχτή, έτσι, την αφήνει στα διαβάσματά μας για να ανακαλύψουμε όχι μόνο τον ποιητή αλλά κυρίως τον άνθρωπο.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Μια ποιητική πορεία σαράντα χρόνων ισοδυναμεί οπωσδήποτε με μια ισόχρονη ζωή. Ωστόσο δεν μετράει το ίδιο με αυτήν. Άλλοτε η ζωή σαρώνει με την ορμή της, και τότε η ποίηση καταγράφει και υπομνηματίζει, άλλοτε όμως η δύναμη του ποιητικού έργου φτάνει να νοηματοδοτήσει μια ζωή που αποκαλύπτει τα σημάδια της υποχώρησής της ανάμεσα στους στίχους.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αγγίζοντας τα σημάδια και ακολουθώντας τα ίχνη που αφήνει ο ποιητής ανακαλύπτουμε τη ‘συμπάθειά’ του για τον άνθρωπο. Και μια διευκρίνιση που αφορά το περιεχόμενο της λέξης που χρησιμοποίησα εδώ: συμπάθεια εκ του συμπάσχω, δηλαδή νιώθει, κατανοεί, παθαίνει μαζί με τον άνθρωπο δίπλα του αλλά και υποκύπτει στην υλική, γήινη, ανθρώπινη υπόσταση του εαυτού του, αυτήν που τον γεμίζει με ερωτικό πάθος. Ιδιαίτερα στις δύο πρώτες συλλογές του, «Πτωχόν μετάλλευμα» και «Αμειψισπορά», δίνει το ξεκάθαρο περίγραμμα του ανθρώπου του βυθισμένου στον έρωτα, που μένει εκστατικός στη θέα του ερώμενου προσώπου, τόσο που δοκιμάζοντας να μιλήσει για την ομορφιά θα πει:</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«…Μάλλον σαν κορνιζοποιός</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">μπροστά σ’ εξαίσιο πίνακα</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">ομοιάζω» (Με περισσή σεμνότητα)</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">αλλά και που θα νιώσει αναπόφευκτα τα συντροφευμένα με τον έρωτα άλλα πάθη, της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου, της τυραννίας των πόθων, φέροντας σε κάποια ποιήματα (Διέξοδος, Ταυτότητα) τον απόηχο μιας σονάτας που κάποιος άλλος ποιητής ύμνησε παλαιότερα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όσο ο έρωτας γεννά βασανιστική ανάγκη έκφρασης στο ποίημα, άλλο τόσο η μνήμη, βασικός τροφοδότης του ποιητή ανοίγει χώρο και ζητά το αποτύπωμά της μέσα σε στίχους σαν μια ελπίδα αιωνιότητας. Στις συλλογές «Ενθύμιον» και «Από μνήμης», τις πιο ώριμες δημιουργίες του ποιητή, είναι που επιλέγεται συχνά και ο πεζός λόγος δίπλα στη στιχουργική, ίσως γιατί η αποτύπωση προσώπων που τον σημάδεψαν από την παιδική του ηλικία ως την ώριμη αλλά και η απόδοση καταστάσεων, συνθηκών και γεγονότων απαιτούν αφηγηματικό λόγο (άλλοτε καθαρό κι άλλοτε με ποιητική πνοή κρυμμένη μέσα του) για να συναρμολογηθεί καλύτερα η εικόνα. Νομίζω πως σ’ αυτά τα κείμενα φαίνεται πιο καθαρά η σύνδεση του ποιητή με τη γενέτειρά του, την ιστορία της, ιστορία ακόμη και των απλών ανθρώπων που ξεχωρίζουν με τη βασανισμένη τους ζωή, συχνά με μια απλή τους κίνηση αφημένη στη μνήμη του με ιδιαίτερη αγάπη:</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«…Αδημονούν να τελειώσει το ωράριο, να φύγουνε, να ξεκουράσουν το κορμάκι τους σ’ ένα δωμάτιο χωρίς καθρέφτες˙ χωρίς τους καταδότες της αμηχανίας και της θλίψης τους» (Ελεγεία για τα κορίτσια των κομμωτηρίων).</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Εδώ, βέβαια, θα πρέπει να ξεχωρίσω και τη μνήμη του πατέρα</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«…Ήθελα να σε βάλω πιο νέο, πατέρα, στο ποίημα, μα τούτο το βάσανο της γραφής με βρήκε κι εμένα μεγάλο…</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">…Έτσι κι αλλιώς θα γίνουμε μια μέρα συνομήλικοι» (Μαζεύαμε πικρό καρπό)</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">αλλά και της μάνας</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«… Έλεγε για τη βασανισμένη της ζωή, για τη μάνα της που κι εκείνη νωρίς ο Χάρος εθέρισε, για τον πατέρα που θα μείνει μοναχός και για την αδελφή μου που τώρα θα πρέπει να προσέχω.» (της μάνας).</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ποιητής «ανάβει κεράκια μνήμης» σε όλους τους χαμένους της ζωής του. Και είναι αλήθεια πως μέσα στα ποιήματα του Γιώργου Θεοχάρη διαχρονικά σχηματίζεται μια ‘περί θανάτου μελέτη’, με τον θάνατο σε μια φυσική συνέχεια της ζωής, ένας «σιωπηλός βυθός του χρόνου», να βρίσκεται στις φωτογραφίες «…Σιωπές στις κορνίζες τους. Το φως ραγίζει τη μνήμη τεκτονικά. Και η μνήμη μια θάλασσα μαύρη, όπου λάμνει και λάμνει και λάμνει το αναπότρεπτο.» (Οι κωπηλάτες μιας άλλης γλώσσας). Ο θάνατος στον αντίποδα, ωστόσο, της ζωής, αέναο ακίνητο συμπλήρωμα της κίνησης:</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«…Όχι για των ανθών δεν πρόκειται την ευωδιά</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">ούτε και για των ψύλλων τη στιλπνότητα.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Πρόκειται για της ρίζας τη συμβίωση</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">με τα σκουλήκια μεσ’ στα χώματα,</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">στης γλάστρας τον ανήλιαγο</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">τον κάτω κάτω κόσμο….» (από το έξοχο Περί τίνος πρόκειται).</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Ο Γιώργος Θεοχάρης ταυτόχρονα ‘υπηρετεί’ την ποίηση -και αποφεύγω εδώ τον συνήθη όρο ‘στράτευση’- με τη συνειδητή στάση ενός ανθρώπου που βρέθηκε πάντοτε δίπλα στους αγώνες αυτού του τόπου. Αυτή η αίσθηση διατρέχει την ποίησή του, χωρίς να γίνεται κυρίαρχη, σε μερικά όμως ποιήματα δίνει την απαραίτητη πολιτική ταυτότητα:</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«…Θυμάμαι το θύμα και το θύτη.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Το θύτη ως θύμα,</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">και το θύμα ως θύτη,</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">θυμάμαι.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Τη μαύρη μοίρα</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">των Λαβδακιδών του χωριού μου</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">θυμάμαι.» (Πατρίδος καταβοή και συγκατάβασις).</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Στη σύνοψη αυτή του ποιητικού του έργου ο ποιητής ένιωσε την ανάγκη να συμπεριλάβει και τα πρωτόλεια ποιήματά του (Ποιήματα των ημερών εκείνων), γραμμένα στην επταετία, που δείχνουν τη διάθεσή του να εκφραστεί πάνω στα τρέχοντα προβλήματα με σαφή πολιτική θέση.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Πώς συνοψίζεται, λοιπόν, η ‘ποιητική’ του Γιώργου Θεοχάρη. Γιατί γράφει ο ποιητής;</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">«Γράφουμε ποιήματα,</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">βότσαλα μνήμης ρίχνουμε</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">στο σιωπηλό βυθό του χρόνου».</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Δεν είναι σαφής; Δεν θυμίζει τον στρατιώτη-ποιητή του Μίλτου Σαχτούρη, που «δεν έχει γράψει ποιήματα, μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνει»; Άλλωστε τιτλοφορεί τη σύνοψη αυτή του έργου του «Πιστοποιητικά θνητότητας» δίνοντας έτσι την εσωτερική αναπόφευκτη γνώση περί των χρονικών ορίων. Η μόνη που διασώζεται είναι η μνήμη.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Αλλά και αντιπαραθέτει στην «ορθή γωνία» της λογικής και της ηρεμίας ένα «ακραίο τάνυσμα αισθημάτων» για προφανείς λόγους ισορροπίας. «Αν σπάσουμε θα γκρεμοτσακιστείτε» (Βέβαιος λόγος).</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Έχει, λοιπόν, ρόλο συγκεκριμένο ο ποιητής, έχει έργο να επιτελέσει, πότε με τον σάρκινο, ρεαλιστικό του λόγο, πότε με έναν βαθύ και υποδόριο λυρισμό. Πότε για να ξυπνήσει μνήμες συλλογικές, να δώσει το πολιτικό του στίγμα, πότε μιλώντας ορμώμενος από προσωπικά του πάθη να μας φέρει στο μυαλό δικά μας συναφή.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">Όποια προσέγγιση κι αν επιφυλάξει ο αναγνώστης στον ποιητικό κόσμο του Γιώργου Θεοχάρη, ας έχει στον νου του ότι για να βαδίσει στα μονοπάτια του και να δει τα συντελούμενα εκεί θαύματα, θα πρέπει να έχει ανοιχτά τα μάτια της ψυχής του. Πώς αλλιώς να ‘ακούσει’ τις «χειροβομβίδες σιωπής»;</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate">http://meanoihtavivlia.blogspot.gr</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΓΙΩΡΓΟΣ Χ.  ΘΕΟΧΑΡΗΣ &quot;ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ&quot;" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/rzYpvO6RY-U?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="40-«της αγοράς» απαγγέλει ο ποιητής Γιώργος Θεοχάρης" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/cZbTD51N83s?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2015/12/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%b8%ce%b5%ce%bf%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>2</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
