<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sat, 09 Jan 2021 11:45:03 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/05/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/05/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 14 May 2016 21:57:11 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=3902</guid>

					<description><![CDATA[. . Ο Γιάννης Ποδιναράς γεννήθηκε στη Μόρφου το 1951 όπου και έζησε μέχρι την τουρκική εισβολή. Σπούδασε Ελληνική φιλολογία στην Αθήνα, Αγγλική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και ακολούθως πήγε στη Βρετανία όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά. Υπηρέτησε ως καθηγητής και ως υποδιευθυντής σε σχολεία Μέσης Παιδείας τόσο στον ιδιωτικό όσο και δημόσιο τομέα. Δημοσίευσε ποίηση, άρθρα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/05/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιάννης Ποδιναράς γεννήθηκε στη Μόρφου το 1951 όπου και έζησε μέχρι την τουρκική εισβολή. Σπούδασε Ελληνική φιλολογία στην Αθήνα, Αγγλι</span><span style="color: #000000;">κή φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και ακολούθως πήγε στη Βρετανία όπου έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά. </span>Υπηρέτησε ως καθηγητής και ως υποδιευθυντής σε σχολεία Μέσης Παιδείας τόσο στον ιδιωτικό όσο και δημόσιο τομέα. <br />Δημοσίευσε ποίηση, άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Πήρε το πρώτο βραβείο σε ποιητικό διαγωνισμό με θέμα τη Μόρφου που προκήρυξε ο Πολιτιστικός Όμιλος Μόρφου το 2002.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">«Ένα Πράσινο Θολό» (1996)</span><br /><span style="color: #000000;"> «Φαράγγια των Αγγέλων (2008)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-11440 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/05/ce93ce99ce91ce9dce9dce97cea3-cea0ce9fce94ce97ce9dce91cea1ce91cea3.jpg" alt="ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΗΝΑΡΑΣ" width="548" height="438" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h2> </h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ένα Πράσινο Θολό (1996)</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><em><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΡΟΣ A</span></strong></em></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο πατέρας γέρασε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πάνε χρόνια που ’φύγε</span><br /><span style="color: #000000;"> διωγμένος απ’ το περιβόλι του</span><br /><span style="color: #000000;"> να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στον καπνό του τσιγάρου</span><br /><span style="color: #000000;"> μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια</span><br /><span style="color: #000000;"> τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το Λονδίνο μια ομίχλη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και δε λέει να ταξιδέψει</span><br /><span style="color: #000000;"> να δει τ’ αγγόνια του στο νότο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Λέει πως γέρασε πολύ και δε Θ’ αντέξει το ταξίδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει</span><br /><span style="color: #000000;"> το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Την έπαρση τον εφήμερου</span><br /><span style="color: #000000;"> Το χτίσμα το πεπερασμένο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τον τάφο των πουλιών</span><br /><span style="color: #000000;"> που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές</span><br /><span style="color: #000000;"> των ούριων ανέμων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σαν γυρίσει το σύννεφο</span><br /><span style="color: #000000;"> θα τρυγήσω το περιβόλι.»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ</span></strong><br /><strong><span style="color: #000000;">ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΜΟΡΦΟΥ (Λευκωσία, 1990)</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Όταν ήμασταν έφηβοί,</span><br /><span style="color: #000000;">ξανοιγόμασταν στο περιβόλι</span><br /><span style="color: #000000;">ή στο ακρογιάλι με τις πέτρες</span><br /><span style="color: #000000;">και την κόκκινη θάλασσα.</span><br /><span style="color: #000000;">Τ’ απογεύματα, με την αρμύρα στους γυμνούς ώμους,</span><br /><span style="color: #000000;">ανεβαίναμε στο θέατρο των Σόλων</span><br /><span style="color: #000000;">και χαϊδεύαμε από ψηλά τα κίτρινα στάχια</span><br /><span style="color: #000000;">που ’σβηναν κύματα &#8211; κύματα</span><br /><span style="color: #000000;">στην αποβάθρα του μεταλλείου.</span><br /><span style="color: #000000;">Πέρα στον ορίζοντα, σαν σκιές, καράβια</span><br /><span style="color: #000000;">ή οι ακτές της Τουρκίας&#8230;</span><br /><span style="color: #000000;">Κι ολόγυρα μεθυστικά πολιορκούσαν</span><br /><span style="color: #000000;">οι ανάσες των κοριτσιών.</span><br /><span style="color: #000000;">Σαν βράδιαζε, με σκηνικό τα φώτα των πλοίων,</span><br /><span style="color: #000000;">έβγαινε ο Ορέστης τρελός,</span><br /><span style="color: #000000;">κυνηγημένος από τις Ερινύες</span><br /><span style="color: #000000;">να αναγνωρίζει έξαφνα</span><br /><span style="color: #000000;">την αδελφή του στην Ταυρίδα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και να ’μαστέ τώρα μαζί.</span><br /><span style="color: #000000;">Τούτη η νύχτα κρύβει τις σκιές.</span><br /><span style="color: #000000;">Τ’ άγουρα στάχια.</span><br /><span style="color: #000000;">Το πρώτο σκίρτημα που θέρισε το κακό.</span><br /><span style="color: #000000;">Το πρόσωπο του καλοκαιριού που άλλαξε.</span><br /><span style="color: #000000;">Αυτή τη νύχτα στις ματιές μας,</span><br /><span style="color: #000000;">μαζί με τα σημάδια του καιρού,</span><br /><span style="color: #000000;">ψηλαφίζουμε τη γεύση εκείνη την πρωτόγνωρη.</span><br /><span style="color: #000000;">Τη μορφή που δρασκέλισε τα πιο βαθιά όνειρά μας.</span><br /><span style="color: #000000;">Το ρίγος της άγνοιας</span><br /><span style="color: #000000;">και τη διάτρητη κίνηση των λευκών σωμάτων.</span><br /><span style="color: #000000;">Τη μεταμέλεια των αναβολών</span><br /><span style="color: #000000;">και την οδύνη της ικεσίας των παθών μας.</span><br /><span style="color: #000000;">Ένα παλιό σινιάλο.</span><br /><span style="color: #000000;">Το καράβι που θα μας αφήσει</span><br /><span style="color: #000000;">ναυαγούς στο πέτρινο ακρογιάλι</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΟΡΦΟΥ 1992</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Φως πολύεδρο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άγουροι καρποί τον σφρίγους</span><br /><span style="color: #000000;"> σ’ εκτεθειμένα σώματα</span><br /><span style="color: #000000;"> στα χείλη της κλεμμένης γης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,</span><br /><span style="color: #000000;"> σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων</span><br /><span style="color: #000000;"> τις πρώτες διαθέσεις&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι</span><br /><span style="color: #000000;"> που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω</span><br /><span style="color: #000000;"> αρμενίζει στις θολές γραμμές</span><br /><span style="color: #000000;"> των νοτισμένων κήπων&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κτίσαμε καράβια</span><br /><span style="color: #000000;"> για να μας είναι πιο εύκολο</span><br /><span style="color: #000000;"> το ξερίζωμα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ελευθερία &#8211; κρυμμένη πίσω απ’ τ’ όνομά σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Παιγνίδι στο χέρι του Δόλου</span><br /><span style="color: #000000;"> πώς μπορείς να ησυχάζεις στη νάρκη</span><br /><span style="color: #000000;"> που βύθισε τ’ όνειρο;</span><br /><span style="color: #000000;"> Στον φεγγαριού την ασπράδα,</span><br /><span style="color: #000000;"> γράφεις ανέμελους ύμνους</span><br /><span style="color: #000000;"> εσύ, η ξεριζωμένη ροδιά</span><br /><span style="color: #000000;"> που κουράστηκε να ψάχνει</span><br /><span style="color: #000000;"> για κοράλλια στο διάφανο δέρμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ελευθερία, δανεισμένο όνομα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σου κλέψαν το κορμί</span><br /><span style="color: #000000;"> και στόλισαν το φάντασμά σου</span><br /><span style="color: #000000;"> μ ’ όλα τα πλούτη,</span><br /><span style="color: #000000;"> μ ’ όλες τις συλλαβές σου</span><br /><span style="color: #000000;"> και σε κρέμασαν έξω από τα παράθυρα των οπαδών σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα σκιάχτρο γίνανε οι νύχτες</span><br /><span style="color: #000000;"> που διψούν το κλεμμένο σου σώμα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΓΑΠΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Νιώσαμε πως δε μαστορεύεται η αγάπη</span><br /><span style="color: #000000;">κι ούτε ακολουθεί σαν πιστό σκυλί</span><br /><span style="color: #000000;">τις τρομαγμένες ψυχές.</span><br /><span style="color: #000000;">Κι ούτε υπόσχεται ανάπαυση</span><br /><span style="color: #000000;">μήτε εξαγοράζεται</span><br /><span style="color: #000000;">με ράβδους σοφίας ή χρυσού.</span><br /><span style="color: #000000;">Είδαμε το πρόσωπό της</span><br /><span style="color: #000000;">που δεν ήταν άσκαφτο</span><br /><span style="color: #000000;">μα ούτε φαγωμένο.</span><br /><span style="color: #000000;">Ο καρπός που δε βαστά πια στο δέντρο</span><br /><span style="color: #000000;">αλλά και δε χαραμίζεται στο χώμα</span><br /><span style="color: #000000;">μήτε στ’ άγουρα σπάργανα της άγνοιας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια λαχτάρα κρέμεται</span><br /><span style="color: #000000;">από τo δέντρο της Ζωής</span><br /><span style="color: #000000;">έτοιμη ν’ αφήσει τη μήτρα,</span><br /><span style="color: #000000;">έτοιμη για βρώση.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΞΙΔΙΑ&#8230;</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Περάσαμε τη ζωή μας ταξιδεύοντας</span><br /><span style="color: #000000;"> στους λερούς δρόμους του Μπρούκλιν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Παίξαμε, εκ του ασφαλούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> διασχίζοντας το Σέντραλ Παρκ,</span><br /><span style="color: #000000;"> ανατριχιάζοντας σε κάθε κίνηση σκιών των</span><br /><span style="color: #000000;"> απεγνωσμένων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χαζέψαμε την αγωνία</span><br /><span style="color: #000000;"> των βετεράνων του Βιετνάμ</span><br /><span style="color: #000000;"> που έκοβαν στα δυο,</span><br /><span style="color: #000000;"> με ειδικά μαχαίρια,</span><br /><span style="color: #000000;"> την ψυχή τους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κρατήσαμε συντροφιά</span><br /><span style="color: #000000;"> στους μοναχικούς καβαλάρηδες</span><br /><span style="color: #000000;"> και ψάλλαμε δυνατά</span><br /><span style="color: #000000;"> στις εκκλησίες των νέγρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν άναβαν τα φώτα,</span><br /><span style="color: #000000;"> αναγνωρίζαμε τους ίδιους ίσκιους</span><br /><span style="color: #000000;"> στα πρόσωπα των ανθρώπων</span><br /><span style="color: #000000;"> που κάθε βράδυ παίρναν το ίδιο τραίνο,</span><br /><span style="color: #000000;"> την ίδια ώρα, κι από τον ίδιο πάντα σταθμό.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το τραίνο που δεν ακολουθούσε</span><br /><span style="color: #000000;"> ποτέ το ίδιο δρομολόγιο</span><br /><span style="color: #000000;"> και δε γνώριζες</span><br /><span style="color: #000000;"> τους ενδιάμεσους σταθμούς,</span><br /><span style="color: #000000;"> ούτε το τέρμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όταν ξανάσβηναν τα φώτα,</span><br /><span style="color: #000000;"> πάλι ταξίδια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ταξίδια που δεν έγιναν,</span><br /><span style="color: #000000;"> κι όμως υπήρξαν</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτάζει το φεγγάρι απ’ το παράθυρο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μάταια προσπαθεί να το αγκαλιάσει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι όμως φαίνεται να ’ναι πλάι της.</span><br /><span style="color: #000000;"> Απλώνει το χέρι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σηκώνεται στις μύτες των ποδιών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Βγαίνει έξω στην αυλή</span><br /><span style="color: #000000;"> προς το πηγάδι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το φεγγάρι έχει τώρα έναν αδελφό</span><br /><span style="color: #000000;"> που επιπλέει χορεύοντας</span><br /><span style="color: #000000;"> στο νερό του πηγαδιού.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αρπάζει τον κουβά,</span><br /><span style="color: #000000;"> μαζεύει το φεγγάρι</span><br /><span style="color: #000000;"> και με λαχτάρα το σφαλίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> καλύπτοντάς το</span><br /><span style="color: #000000;"> με τα δυο μικρά της χέρια.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΧΩΡΙΣ ΝΟΗΜΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Το παιδί ρώτησε πάλι τους μεγάλους</span><br /><span style="color: #000000;">αν εφέτος ο Αϊ-Βασίλης</span><br /><span style="color: #000000;">θα του μιλήσει</span><br /><span style="color: #000000;">σαν ακούσει το μεγάλο ευχαριστώ</span><br /><span style="color: #000000;">για τα πλούσια δώρα τον.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η απόκρισή μας</span><br /><span style="color: #000000;">ένα μουρμουρητό χωρίς νόημα.</span><br /><span style="color: #000000;">Το παιδί τεντώνει την ψυχή</span><br /><span style="color: #000000;">να συλλάβει την αρμονία των ήχων&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ορθά τα μάτια</span><br /><span style="color: #000000;">μαχαιρώνουν το λόγο</span><br /><span style="color: #000000;">κι επίμονα μας πολιορκούν:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ποιος σέρνει το έλκηθρο</span><br /><span style="color: #000000;">μέσα στα χιόνια;»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΕΚΛΙΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κλείσανε το παράθυρο στο εργοστάσιο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο ήλιος ζέσταινε τα κορμιά</span><br /><span style="color: #000000;"> ηδονικά ξεκουρδίζοντάς τα</span><br /><span style="color: #000000;"> σπάζοντας τη συντονισμένη,</span><br /><span style="color: #000000;"> επιδέξια κίνησή τους.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η στερεή μορφή της μαριονέτας έλιωνε</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οι μαλακές γραμμές</span><br /><span style="color: #000000;"> άλλαζαν με ποικιλία το περίγραμμα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην παρείσακτη ηλιαχτίδα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα μάτια παίρναν τα χρώματα της ίριδας</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οι καρδιές συνταξίδευαν.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κλείσανε το παράθυρο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Διώξαν το φως.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ζωγραφιές τους τυπώθηκαν τώρα</span><br /><span style="color: #000000;"> σε χιλιάδες πανομοιότυπα σχήματα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χωρίς σπασμένες γραμμές.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χωρίς διαφάνεια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χωρίς χρώμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Προπάντων,</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς παρέκκλιση.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΣΤΑΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Δε γράφουμε πια γράμματα στους φίλους μας</span><br /><span style="color: #000000;"> και τις κρυφές μας σκέψεις τις κρατά με.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δε συνομιλούμε. Κοιταζόμαστε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και η αγάπη σε χειμερία νάρκη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ίσως να ’ναι καλύτερα έτσι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τουλάχιστον μένουν κλειστές,</span><br /><span style="color: #000000;"> προστατευμένες από την αδιακρισία</span><br /><span style="color: #000000;"> η την άγνοια</span><br /><span style="color: #000000;"> οι πηγές της οδύνης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τις Κυριακές</span><br /><span style="color: #000000;"> η πολυτραγουδημένη μελαγχολία</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν πούσι ρίχνει</span><br /><span style="color: #000000;"> στις καρδιές τη γλίνα της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μου φαίνεται περίεργο</span><br /><span style="color: #000000;"> που η σκόλη,</span><br /><span style="color: #000000;"> η κερδισμένη με αίμα,</span><br /><span style="color: #000000;"> να μη ξαλαφρώνει.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι φορές,</span><br /><span style="color: #000000;"> που οι ηλιαχτίδες</span><br /><span style="color: #000000;"> της πρώτης εργασίμου</span><br /><span style="color: #000000;"> σμίγουν με την ανατριχίλα του κορμιού</span><br /><span style="color: #000000;"> που δέχτηκε τη ζωογόνο αύρα της αυγής.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πόσο απόθεμα ελπίδας κρύβουμε;</span><br /><span style="color: #000000;"> Υπάρχουμε στην προοπτική.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στην προσδοκία της Κυριακής</span><br /><span style="color: #000000;"> που μεταγγίζει καθημερινό</span><br /><span style="color: #000000;"> φτερούγισμα απαντοχής.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στη μέση του χωραφιού</span><br /><span style="color: #000000;"> έπιασε κουβέντα</span><br /><span style="color: #000000;"> μ’ ένα παλιό σαράβαλο,</span><br /><span style="color: #000000;"> αφημένο στην αφή των πουλιών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χωρίς πόρτες,</span><br /><span style="color: #000000;"> τσακισμένο, παραμορφωμένο και σκουριασμένο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Απόχρωση στέρεης τέφρας</span><br /><span style="color: #000000;"> που κάθε μέρα λιγόστευε τη σκιά της.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το στοιχειωμένο σίδερο έθρεψε στα στίγματα της σκουριάς</span><br /><span style="color: #000000;"> το πλήθος που τ’ αγκάλιασε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Την πρώτη παρουσία.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μύριζε δέρμα και φρεσκομπογιά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μια ζάλη μεθούσε τα χέρια</span><br /><span style="color: #000000;"> που μανουβράραν το τιμόνι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το στοιχειό του χωραφιού</span><br /><span style="color: #000000;"> στη μοίρα του τώρα</span><br /><span style="color: #000000;"> &#8211; ίδια, η μοίρα &#8211;</span><br /><span style="color: #000000;"> μιλάει με τον αγέρα,</span><br /><span style="color: #000000;"> τη βροχή</span><br /><span style="color: #000000;"> και το χώμα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ο γέρος στο έρημο νησί</span><br /><span style="color: #000000;"> λάξεψε την αδρή μορφή του</span><br /><span style="color: #000000;"> στην πάχνη της αυγής.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το πρώτο φως βλόγησε τη μοναξιά του</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ο αγέρας γύρισε πίσω το τραγούδι της θάλασσας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η καρδιά τον άδραξε τους ήχους της γης.</span><br /><span style="color: #000000;"> «Δεν έχω πού ν’ ακουμπήσω την ευχή μου.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια αστραπή στα μάτια</span><br /><span style="color: #000000;"> χύθηκε βαθιά,</span><br /><span style="color: #000000;"> πέρα από τον ορίζοντα. </span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><em><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΡΟΣ Β </span></strong></em></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΕΙΡΗΣ ΑΜΜΟΥ</span></strong><br /><span style="color: #000000;">  </span></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">I</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τις νύχτες του χιονιού</span><br /><span style="color: #000000;"> κύκλοι της φωτιάς</span><br /><span style="color: #000000;"> μουδιάσανε το αίμα στα πόδια μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Καθηλώσανε τ’ άγρια πνεύματα στη νάρκη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τις νύχτες τον χιονιού</span><br /><span style="color: #000000;"> πνίξαμε τη ζωή μας</span><br /><span style="color: #000000;"> σε μια νιφάδα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τα λόγια μείνανε στο στήθος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θηρίο η σιωπή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έθρεψε φίδια στον κόρφο της.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κομμένοι ήχοι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ο φόβος έπνιξε τη φωνή του κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έμεινε το σφύριγμα του πάθους</span><br /><span style="color: #000000;"> να ξενυχτάει στις φωλιές των δέντρων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένας θρήνος μακρόσυρτος</span><br /><span style="color: #000000;"> να θυμίζει τον χαμένο στην άβυσσο λόγο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">IV</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Πλαντάζει στις φλέβες ένας κόσμος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τα πρόσωπα της ζωής μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το ριζικό που φάνηκε να ξεστρατίζει και να χάνεται</span><br /><span style="color: #000000;"> στα δέντρα που γύμνωσε η φωτιά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πλαντάζει&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα σύννεφο στάθηκε</span><br /><span style="color: #000000;"> πάνω από το μισοκαμένο δάσος.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">VΙΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τ&#8217; ανάβλεμμά σου το Θολό</span><br /><span style="color: #000000;"> έκρυψε μέσα στις γραμμές</span><br /><span style="color: #000000;"> τους αρμούς της αγάπης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε γνώρισα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η φωνή σου ταξίδεψε μέσα στη νύχτα</span><br /><span style="color: #000000;"> καλώντας τη νύχτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι άφησα το χέρι μου,</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς φόβο,</span><br /><span style="color: #000000;"> μ’ όλο το αίμα μου</span><br /><span style="color: #000000;"> στα δάχτυλα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΧ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τα μικρά μας χρόνια</span><br /><span style="color: #000000;">άνθος της σάρκας και του χιονιού</span><br /><span style="color: #000000;">φωτότροπος αχός</span><br /><span style="color: #000000;">των αιμάτων που έσμιξαν.</span><br /><span style="color: #000000;">Σώματα που μίλησαν</span><br /><span style="color: #000000;">στο σκότος και στο φως.</span><br /><span style="color: #000000;">Ταξίδεψαν τ’ άγουρο δέρμα</span><br /><span style="color: #000000;">με τη βεβαιότητα τον κενού</span><br /><span style="color: #000000;">στο χείλος τον θανάτου</span><br /><span style="color: #000000;">στο χείλος των ερώτων.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Χ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ρούφηξα το χυμό</span><br /><span style="color: #000000;"> της βάτου στην έρημο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γέμισε σύννεφο ο ουρανός</span><br /><span style="color: #000000;"> και το νερό πήρε τη γεύση μου</span><br /><span style="color: #000000;"> στις ρίζες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Την αυγή ένα ημικύκλιο</span><br /><span style="color: #000000;"> έστεφε το άνθος της άπειρης άμμου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΓΗΤΕΜΑΤΑ</span></strong><br /><span style="color: #000000;">  </span></h4>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">I</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού</span><br /><span style="color: #000000;"> αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος</span><br /><span style="color: #000000;"> στις διαθλάσεις του φωτός να λιώνει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η ομίχλη του θερινού πρωινού</span><br /><span style="color: #000000;"> διαπέρασε το σώμα</span><br /><span style="color: #000000;"> κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κάθε μόριο του κορμιού</span><br /><span style="color: #000000;"> ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης</span><br /><span style="color: #000000;"> και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό</span><br /><span style="color: #000000;"> -δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο</span><br /><span style="color: #000000;"> δρόσος στ&#8217;  αφυπνισμένο πνεύμα</span><br /><span style="color: #000000;"> στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής.-</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα η αρμύρα άφησε ήδη</span><br /><span style="color: #000000;"> τ’ άσπρα σημάδια της στην επιφάνεια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το χέρι απλώθηκε να γράφει τη ζωή</span><br /><span style="color: #000000;"> στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ήπιαμε τη χαρά</span><br /><span style="color: #000000;"> κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τα καλοκαίρια τα δικά μας</span><br /><span style="color: #000000;">γητεύουν τους περαστικούς.</span><br /><span style="color: #000000;">Πόσο λίγοι, ωστόσο, μπορούν να δουν</span><br /><span style="color: #000000;">τους παγερούς χειμώνες,</span><br /><span style="color: #000000;">όταν οι στέγες στάζουν στο κορμί</span><br /><span style="color: #000000;">τη στυφή ψύχρα του ξάστερου στερεώματος</span><br /><span style="color: #000000;">τις νύχτες που ακολουθούν την πορεία του ιερού αστερία.</span><br /><span style="color: #000000;">Στάζει το κρύο στο κόκαλο</span><br /><span style="color: #000000;">διαπερνώντας τα τεντωμένα από το φόβο νεύρα.</span><br /><span style="color: #000000;">Πάντα αναρωτιόμουνα,</span><br /><span style="color: #000000;">σαν τριγυρνούσα στις μικρές τις πόλεις.</span><br /><span style="color: #000000;">Γιατί τα φώτα σβήνανε τόσο νωρίς</span><br /><span style="color: #000000;">τα βράδια του χειμώνα;</span><br /><span style="color: #000000;">Κι οι άνθρωποι που έβλεπα τα καλοκαίρια,</span><br /><span style="color: #000000;">ν’ απλώνουνε γραμμή τις λύπες τους</span><br /><span style="color: #000000;">στην καυτή άμμο;</span><br /><span style="color: #000000;">Πόθοι χωμένοι στην άμμο.</span><br /><span style="color: #000000;">Χαλαρωμένα σώματα</span><br /><span style="color: #000000;">στη διάθεση αμείλικτου ήλιου</span><br /><span style="color: #000000;">διαστέλλουν τα όνειρά τους</span><br /><span style="color: #000000;">ν’ ακουμπήσουν τη φλόγα των ερώτων.</span><br /><span style="color: #000000;">Βάτος ανίκητη στα ερέβη</span><br /><span style="color: #000000;">που πυρπολεί του πόθου τους ιριδισμούς</span><br /><span style="color: #000000;">των μελαψών, γυμνών σωμάτων.</span><br /><span style="color: #000000;">Τώρα ζαρώσανε τα σώματα</span><br /><span style="color: #000000;">να χωρέσουνε στη χούφτα μικρού παιδιού</span><br /><span style="color: #000000;">την ψυχή που όλο μικραίνει στους χειμώνες. </span><br /><span style="color: #000000;">Κι η απορία μου</span><br /><span style="color: #000000;">φεγγάρι μισό</span><br /><span style="color: #000000;">στην ξάστερη παγωνιά των ουρανών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Γιατί τα φώτα σβήνουνε τόσο νωρίς</span><br /><span style="color: #000000;">τα βράδια τον χειμώνα;»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">ΙΙΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ράθυμο, βαρύ το πνεύμα</span><br /><span style="color: #000000;">βούλιαξε μέσα στο καλοκαίρι.</span><br /><span style="color: #000000;">Το σούρουπο έστειλε στάλες γυμνές</span><br /><span style="color: #000000;">στο σώμα που άνοιξε</span><br /><span style="color: #000000;">σαν ανθός να ποτιστεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο το βράδυ,</span><br /><span style="color: #000000;">γύρω στα μεσάνυχτα,</span><br /><span style="color: #000000;">στοιχειώνουν οι κάμαρες.</span><br /><span style="color: #000000;">Αφυπνισμένα πνεύματα,</span><br /><span style="color: #000000;">σαν φίδια αλλάζουν πουκάμισο</span><br /><span style="color: #000000;">και σεργιανούν την απορία τους</span><br /><span style="color: #000000;">στους άδειους δρόμους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Πώς μπορεί να γεννιόμαστε</span><br /><span style="color: #000000;">χωρίς καλοκαίρια;»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">IV</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Γκρίζοι όγκοι άφησαν τη λευκάδα τους</span><br /><span style="color: #000000;"> πέρα,,, πιο πέρα από το χέρι</span><br /><span style="color: #000000;"> π’ ανάδευε τα σπλάχνα</span><br /><span style="color: #000000;"> του καλοκαιριού που έφυγε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένα γκρίζο, σαν κατακάθι απόμεινε,</span><br /><span style="color: #000000;"> στα στραγγισμένα σώματα</span><br /><span style="color: #000000;"> που &#8216;χαν κρατήσει, για λίγο, στην παλάμη τους</span><br /><span style="color: #000000;"> το λευκό χέρι της θάλασσας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μια γκρίζα σκόνη που διαπέρασε το φως,</span><br /><span style="color: #000000;"> τα σώματα και τις ψυχές,</span><br /><span style="color: #000000;"> σκεπάζει αργά-αργά το σύμπλεγμα</span><br /><span style="color: #000000;"> πέφτοντας σαν από κλεψύδρα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γυρίζει ο κύκλος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χασμουριέται το γκρίζο στερέωμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το λευκό πρόβαλε πάλι</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα από τις θολές γραμμές</span><br /><span style="color: #000000;"> τον αθέλητου ύπνου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ανασηκώθηκε ο Έρωτας</span><br /><span style="color: #000000;"> κρατώντας σφιχτά στην παλάμη τον</span><br /><span style="color: #000000;"> το λευκό χέρι της θάλασσας. </span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (2008)</span></strong></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="padding-left: 40px;"> </p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><em><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΡΟΣ Α’</span></strong></em><br /><span style="color: #000000;">  </span></h4>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong>ΣΗΜΑΔΙΑ. .</strong> .</span></h4>
<p><span style="color: #000000;">Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.</span><br /><span style="color: #000000;">Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.</span><br /><span style="color: #000000;">Τα μάτια υγρά</span><br /><span style="color: #000000;">στη δίνη της ομορφιάς</span><br /><span style="color: #000000;">ραγίζουν τη μέρα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Αγγίζω τη φωνή</span><br /><span style="color: #000000;"> κι ο νους μου σαλεύει.</span><br /><span style="color: #000000;"> Λευκό του ρίγους,</span><br /><span style="color: #000000;"> των αθώων στεναγμών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Της αέναης αφής.</span><br /><span style="color: #000000;"> Της αμφίδρομης ροής.</span><br /><span style="color: #000000;"> Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Λευκό των βέβαιων χρόνων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως</span><br /><span style="color: #000000;"> που χύνεται στο λευκό χέρι</span><br /><span style="color: #000000;"> και σε παίρνει πέρα</span><br /><span style="color: #000000;"> στην ανελέητη κραυγή</span><br /><span style="color: #000000;"> της Άνοιξης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟΥΣ ΒΥΘΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΕΙΠΩΤΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κόκκοι της άμμου</span><br /><span style="color: #000000;"> χαϊδεύουν τα μέλη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γράφουν μορφές στον κύκλο του αίματος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πόθοι &#8211; πόνοι βαθιοί της μοίρας &#8211;</span><br /><span style="color: #000000;"> στις κόρες των ματιών που συναντήθηκαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα κύμα στα μέλη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ένα μαχαίρι από ήλιο</span><br /><span style="color: #000000;"> χάραξε το γυμνό σώμα</span><br /><span style="color: #000000;"> βυθίζοντας το φως</span><br /><span style="color: #000000;"> σ&#8217; αμμουδερά πηγάδια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θαλασσινά νερά</span><br /><span style="color: #000000;"> στέγνωσαν τη δίψα μας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΩΡΑ ΚΑΛΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Έρχεται κάποτε η ώρα</span><br /><span style="color: #000000;"> που μιλά η αυγή</span><br /><span style="color: #000000;"> και καλπάζουμε στα λειβάδια</span><br /><span style="color: #000000;"> των τρελλών καιρών και του νοτιά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ανατριχίλα του κορμιού</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν γνώση του θανάτου,</span><br /><span style="color: #000000;"> κοχλάζει το αίμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ταράζει τ&#8217; ακραίο κύτταρο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Άνοιξε πανιά</span><br /><span style="color: #000000;"> κι έβαλε πλώρη</span><br /><span style="color: #000000;"> για ταξίδια &#8211; και την άγρα των πουλιών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ώρα καλή</span><br /><span style="color: #000000;"> στον ήλιο και το σκοτάδι των κοχυλιών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ώρα καλή</span><br /><span style="color: #000000;"> στους ανέμους που κρατάνε</span><br /><span style="color: #000000;"> της αγάπης τον λυγμό και το φανέρωμα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><em><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΡΟΣ Β’</span></strong></em></h4>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΘΑ ‘ΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχουν εκείνοι που στο κάλεσμα σου</span><br /><span style="color: #000000;"> Πάντα θα λένε ναι</span><br /><span style="color: #000000;"> Χωρίς μετρήματα και μασημένα λόγια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μόνο ένα νεύμα αρκεί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μια ικεσία άναρθρη της μυστικής βουής</span><br /><span style="color: #000000;"> Της πιο βαθιάς λαχτάρας σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Θα ‘ναι πάντα εκεί</span><br /><span style="color: #000000;"> χωρίς αντίπραξη και μελωδίες γλυκερές.</span><br /><span style="color: #000000;"> Χωρίς ούτε ένα δάκρυ στη θολή ματιά</span><br /><span style="color: #000000;"> της κοινωνίας της πιο βαθιάς ουσίας σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτήν που κάποτε την είπανε μοίρα ή θεά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αγέραστη, χωρίς λύπη ή ακραία χαρά.</span><br /><span style="color: #000000;"> Είναι εκεί σαν υγρή νοτιά καινούργιας μέρας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η βεβαιότητα αυτού που είσαι.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η γαλήνια προσμονή αυτών</span><br /><span style="color: #000000;"> Που πάντοτε θα λένε ναι στο κάλεσμα σου</span><br /><span style="color: #000000;"> Για να μη χαθείς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Να μη νοιώσεις ποτέ</span><br /><span style="color: #000000;"> το φόβο της φθοράς</span><br /><span style="color: #000000;"> μα ούτε και τη ψευδαίσθηση</span><br /><span style="color: #000000;"> των μάταιων ονείρων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αυτοί που πάντα θα ‘ναι εκεί.</span><br /><span style="color: #000000;"> Για να κοιτάξεις</span><br /><span style="color: #000000;"> μέσα στην ήρεμη κι απόλυτη αποδοχή τους</span><br /><span style="color: #000000;"> το πιο βαθύ σημάδι της ζωής σου</span><br /><span style="color: #000000;"> που τους χάραξε.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία</span><br /><span style="color: #000000;"> την παράταιρη ιαχή του συρφετού.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γλιστράμε στα φαράγγια των αγγέλων</span><br /><span style="color: #000000;"> στο βαθύ ποτάμι που χάραξε το βάραθρο</span><br /><span style="color: #000000;"> έπνιξε τη φωνή πήρε πίσω το λευκό, γυμνό τους σώμα</span><br /><span style="color: #000000;"> και τους έριξε σε ξένα σκοτάδια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγκυλώνουμε τους ώμους</span><br /><span style="color: #000000;"> μέχρι που τα σώματα πια</span><br /><span style="color: #000000;"> να μην ξεχωρίζουν απ’ τις λείες πέτρες</span><br /><span style="color: #000000;"> που σμίλεψε απαλύνοντας η τριβή των δειλινών</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οι κορεσμένοι πόνοι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εμμένουμε στο χαλασμό του λευκού</span><br /><span style="color: #000000;"> Ανάβοντας κεριά</span><br /><span style="color: #000000;"> Στην αγρυπνία της θνητής στιγμής και της διάψευσης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και οι πέτρες στην τριβή της αέναης παρουσίας</span><br /><span style="color: #000000;"> Μέχρι το στίγμα της τέφρας</span><br /><span style="color: #000000;"> Μέχρι τους σπόρους της γης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong>ΣΠΟΝΔΗ</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τους ποιητές μην τους αφήνουμε στο δρόμο.</span><br /><span style="color: #000000;"> Να τους ακολουθούμε</span><br /><span style="color: #000000;"> στην κόψη των ονείρων μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Καρφιά που σημαδεύουν</span><br /><span style="color: #000000;"> τα μυστικά λημέρια της καρδιάς μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χωρίς πληγές</span><br /><span style="color: #000000;"> δε ζωγραφίζουνε τον κόσμο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΛΕΣΜΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Η χαμένη ευωδιά του Νάρκισσου</span><br /><span style="color: #000000;">καθρέφτης της άρνησης.</span><br /><span style="color: #000000;">Έξω βουίζει η μέλισσα</span><br /><span style="color: #000000;">τη μέθη των αρωμάτων μετουσιώνοντας.</span><br /><span style="color: #000000;">Κουβαλεί το προζύμι.</span><br /><span style="color: #000000;">Πέφτει. Μια άλλη</span><br /><span style="color: #000000;">παίρνει τη θέση της στη γη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ο στοιχειωμένος αχός της σελήνης</span><br /><span style="color: #000000;">χορεύει στα δέντρα</span><br /><span style="color: #000000;">και τις ανάσες της ζωής.</span><br /><span style="color: #000000;">Στα τρύπια ρούχα του ερημίτη.</span><br /><span style="color: #000000;">Στους τάφους</span><br /><span style="color: #000000;">και την αχλή των ψυχών.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Σκαρφάλωσες στ&#8217; άδυτα βράχια.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στις αητοφωλιές των ρωγμών</span><br /><span style="color: #000000;"> και των γόνιμων χρωμάτων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πυκνές φτερούγες έκρυψαν το λεπίδι</span><br /><span style="color: #000000;"> που έμελλε να βυθιστεί</span><br /><span style="color: #000000;"> στη χίμαιρα της πρώιμης ανθοφορίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνεμοι στη γέννησή τους</span><br /><span style="color: #000000;"> στέγνωσαν τ&#8217; αραγμένα ξύλα</span><br /><span style="color: #000000;"> παίρνοντας τη νοτιά της εξορίας</span><br /><span style="color: #000000;"> &#8211; απόμακρη καταιγίδα &#8211;</span><br /><span style="color: #000000;"> πίσω στην πράσινη μήτρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι</span><br /><span style="color: #000000;"> της μύχιας ταραχής.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης</span><br /><span style="color: #000000;"> και της λιγοθυμιάς του ονείρου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Γύρισε ο καιρός.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σήκωσε το τραγούδι μας</span><br /><span style="color: #000000;"> να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΧΩΜΑ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στάλες ακριβές</span><br /><span style="color: #000000;"> μιας ουσίας μυστικής</span><br /><span style="color: #000000;"> ποτίζουν το χώμα</span><br /><span style="color: #000000;"> ποτίζουν τις ρίζες</span><br /><span style="color: #000000;"> και σηκώνουν τη λήθη</span><br /><span style="color: #000000;"> να γυρίσει στα σπάργανα</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΙΩΠΗΛΟ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Κανείς δεν ακούει</span><br /><span style="color: #000000;"> τους χτύπους της καρδιάς</span><br /><span style="color: #000000;"> όταν ξεχειλίζει να πετάξει</span><br /><span style="color: #000000;"> πέρα από τα ποτάμια</span><br /><span style="color: #000000;"> που οριοθετούν</span><br /><span style="color: #000000;"> το θνητό πέρασμα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΥΚΛΟΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα που άφησες τις μέρες</span><br /><span style="color: #000000;">να τρέξουν γυμνές</span><br /><span style="color: #000000;">στους καιρούς που σου δόθηκαν</span><br /><span style="color: #000000;">τα χαμένα φεγγάρια</span><br /><span style="color: #000000;">αδιάφορα κι αμέριμνα</span><br /><span style="color: #000000;">για την απόσταση που κράτησες,</span><br /><span style="color: #000000;">αθώα, δίχως φραγμούς και θνητές τύψεις,</span><br /><span style="color: #000000;">γυρίζουν το πρόσωπο</span><br /><span style="color: #000000;">να χύσουν φως</span><br /><span style="color: #000000;">στα σκοτάδια των νέων καρπών.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Διάλεξες τη γαλήνη του κάστρου</span><br /><span style="color: #000000;">στα κελιά της ερημιάς και του κενού.</span><br /><span style="color: #000000;">Δίχως απόγνωση.</span><br /><span style="color: #000000;">Χωρίς δεκανίκια τις καρδιές των άλλων.</span><br /><span style="color: #000000;">Οι ασάλευτες πέτρες</span><br /><span style="color: #000000;">φρουροί της καρδιάς</span><br /><span style="color: #000000;">που δεν κουβαλεί την πίκρα της ματαιότητας.</span><br /><span style="color: #000000;">Στίγμα ζωής η μνήμη των ανθρώπων</span><br /><span style="color: #000000;">που έμειναν στα κράσπεδα της αγάπης</span><br /><span style="color: #000000;">να μαρτυρούν τη λιτανεία της θυσίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι νύχτες της σιγής</span><br /><span style="color: #000000;">έκρυψαν βαθιά στα σπλάχνα σου</span><br /><span style="color: #000000;">το εξαγνισμένο αίμα</span><br /><span style="color: #000000;">που κοινωνεί μυστικά</span><br /><span style="color: #000000;">το ρίγος και τη δόξα της αθωότητας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΘΑΡΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Χαμένα μυρμήγκια</span><br /><span style="color: #000000;"> κυνηγούν τη λήξη των συμβολαίων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Γερνούν τα σώματα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Σταφιδιάζουν οι πνοές των ιερών ανέμων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κτίζουν οπές στη γη</span><br /><span style="color: #000000;"> και θερμοκήπια στους ουρανούς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τρέχουν τρελοί</span><br /><span style="color: #000000;"> να προλάβουν τη λήξη των ονείρων</span><br /><span style="color: #000000;"> στην άνυδρη χώρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα ο μικρός βροχοποιός</span><br /><span style="color: #000000;"> αψήφησε τους φύλακες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Έβγαλε τη μάσκα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι είδαμε γυμνό κι ελεύθερο</span><br /><span style="color: #000000;"> το πρόσωπό μας</span><br /><span style="color: #000000;"> να φέγγει αρυτίδωτο</span><br /><span style="color: #000000;"> στα σκοτάδια.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΤΕΣ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Οι ποιητές πασκίζουν να υποτάξουν</span><br /><span style="color: #000000;"> σε μορφές μυστικές τους βυθούς του κόσμου</span><br /><span style="color: #000000;"> Σταλαγματιές αιμάτινες</span><br /><span style="color: #000000;"> αντιφεγγίζουν την τέχνη τους</span><br /><span style="color: #000000;"> σε στέρεα σχήματα</span><br /><span style="color: #000000;"> με χιλιάδες χρώματα και διαθέσεις</span><br /><span style="color: #000000;"> να σφραγίζουν τη μοίρα των ανθρώπων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πέφτει ο ήλιος</span><br /><span style="color: #000000;"> κι απλωμένοι στη γη</span><br /><span style="color: #000000;"> σκάβουν λαγούμια</span><br /><span style="color: #000000;"> να φυλάξουν τα όνειρα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΤΡΙΩΝ ΧΡΟΝΩΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">«Έχεις τη χάρη της αγάπης</span><br /><span style="color: #000000;"> να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»</span><br /><span style="color: #000000;"> Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.</span><br /><span style="color: #000000;"> Και συ τριών χρονών μου φώναξες:</span><br /><span style="color: #000000;"> «Θέλω να γίνουμε θάλασσες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Όπως το κύμα.»</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">Η ΣΟΔΕΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στην οργή της ψυχής σου</span><br /><span style="color: #000000;">βάλε ένα σύννεφο πυκνό της βροχής.</span><br /><span style="color: #000000;">Στο ουράνιο τόξο που ακολουθεί</span><br /><span style="color: #000000;">θα δεις όλα τα χρώματα</span><br /><span style="color: #000000;">να σταλάζουν τη σοδειά των ονείρων.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><em><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΡΟΣ Γ’</span></strong></em></h4>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong>ΜΟΡΦΟΥ 1997</strong></span></h4>
<p>Δρόμοι στενοί<br />και πόρτες ανοιχτές.<br />Περνούσαμε γιασεμί τ&#8217; απόγευμα<br />-χαϊμαλιά της πρώτης αγάπης &#8211;<br />Αλυσίδες απλώναμε<br />τις ευωδιές των παθών<br />στις διαδρομές των υγρών ονείρων<br />και χτίζαμε τα θεμέλιά μας<br />στα ριζωμένα στη γη<br />λευκά αγγίγματα<br />της πρώτης κι ανεξίτηλης γεύσης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στα πράσινα λιβάδια</span><br /><span style="color: #000000;"> το πρώτο τίναγμα της φτερούγας</span><br /><span style="color: #000000;"> μίλησε με το άστρο</span><br /><span style="color: #000000;"> που αγρυπνούσε και περίμενε</span><br /><span style="color: #000000;"> τη σοδειά της ριζωμένης στο χώμα καρδιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών</span><br /><span style="color: #000000;"> ζωγράφισε τ&#8217; ονειρεμένο ταξίδι</span><br /><span style="color: #000000;"> απ&#8217; τους ρόζους της γης</span><br /><span style="color: #000000;"> ως τις παρυφές του φεγγαριού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και το μήνυμα πήγε διάτρητο</span><br /><span style="color: #000000;"> απ&#8217; τις πληγές των ανθρώπων</span><br /><span style="color: #000000;"> ν&#8217; απαλύνει το λευκό των άστρων</span><br /><span style="color: #000000;"> και ν&#8217; αφήσει το βάρος της λάσπης</span><br /><span style="color: #000000;"> μετέωρο στους γαλαξίες.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΞΕΡΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Σπίτια χαμηλοτάβανα σειρά</span><br /><span style="color: #000000;"> περίμεναν τη δειλινή σκιά μας</span><br /><span style="color: #000000;"> να χαμογελάσει στα οπλισμένα τόξα</span><br /><span style="color: #000000;"> της κρυφής χαράς των κοριτσιών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι οι ματιές τους πιο πάνω από τη θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> πάντα αφρισμένες</span><br /><span style="color: #000000;"> να σημαδεύουν το χλωρό μας θόλο</span><br /><span style="color: #000000;"> πάντα σαΐτες βουτηγμένες στο μύχιο χρόνο</span><br /><span style="color: #000000;"> τον κομμένο στα δυο</span><br /><span style="color: #000000;"> τον κλεμμένο ιστό της αδέξιας ορμής μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι πινελιές που χάραξε το φως των χειλιών τους</span><br /><span style="color: #000000;"> αυλάκωσαν το μέτωπο μας</span><br /><span style="color: #000000;"> να ταξιδέψουν τα λιγνά τους σώματα</span><br /><span style="color: #000000;"> κι οι ψυχές που έμειναν πίσω</span><br /><span style="color: #000000;"> ξωτικά της πλανόδιας πεθυμιάς.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στοιχειά των ανέμων</span><br /><span style="color: #000000;"> που γδέρνουν το μετέωρο τραγούδι μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα νιώσαμε τη θάλασσα στον τριγμό της ήβης</span><br /><span style="color: #000000;"> ν&#8217; ανοίγει διάπλατα</span><br /><span style="color: #000000;"> τα πέταλα των απολιθωμένων πόθων</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΙΣΚΙΟΙ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Γυρνάμε στα χαλάσματα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αγγίζουμε τις ρωγμές των χτισμάτων</span><br /><span style="color: #000000;"> επιπλέοντας στα υγρά θεμέλια των έργων μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ανηφορίζουμε το παλιό μονοπάτι</span><br /><span style="color: #000000;"> στοιχειωμένοι από πνεύματα παλιά που μας γητεύουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην κορφή άλικες γλώσσες</span><br /><span style="color: #000000;"> βάφουν τον ήλιο που βασιλεύει</span><br /><span style="color: #000000;"> τροπαιοφόρος</span><br /><span style="color: #000000;"> στη χώρα των αιμάτινων ίσκιων.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΟΡΦΟΥ 2001</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Φύλλα διάφανα</span><br /><span style="color: #000000;"> νερά της άμμου</span><br /><span style="color: #000000;"> πότισαν τη φυγή μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Βυθός του πράσινου κήπου</span><br /><span style="color: #000000;"> χάραξε την αφή της θάλασσας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πρώτο άγγιγμα</span><br /><span style="color: #000000;"> παλμοί της ζωής μας</span><br /><span style="color: #000000;"> στέρεψαν την κοίτη της λήθης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά</span><br /><span style="color: #000000;"> της ξένης γης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι</span><br /><span style="color: #000000;"> του νόστου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΟΡΦΟΥ 2005</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Χριστούγεννα.</span><br /><span style="color: #000000;">Λαμπροί δρόμοι σεργιανίζουν τους πόθους των παιδιών</span><br /><span style="color: #000000;">και παλιά τραγούδια ταξιδεύουν το σφρίγος της νοσταλγίας.</span><br /><span style="color: #000000;">Το γυμνό κορίτσι χάθηκε στο ρέμα της αφθονίας.</span><br /><span style="color: #000000;">Στολισμένα πρόσωπα</span><br /><span style="color: #000000;">αντιφεγγίζουν τη λήθη των διωγμένων ψυχών.</span><br /><span style="color: #000000;">Κι ένα αστέρι στο βορρά ρίχνει το στιλπνό φως</span><br /><span style="color: #000000;">στους καμένους ίσκιους των δέντρων της Στεφανιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πότε θα μαζέψουμε τα πινόλια που αφήσαμε</span><br /><span style="color: #000000;">κάτω απ&#8217; τους πεύκους της Έπαυλης στο Γεωργικό Γυμνάσιο;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μη &#8230;, μου ψιθύρισες.</span><br /><span style="color: #000000;">Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.</span><br /><span style="color: #000000;">Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.</span><br /><span style="color: #000000;">Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος</span><br /><span style="color: #000000;">πως τα όνειρα θα ορθώσουν επί τέλους το ανάστημά τους.</span><br /><span style="color: #000000;">Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν</span><br /><span style="color: #000000;">με το μεγάλο διάφανο άστρο</span><br /><span style="color: #000000;">σ&#8217; ένα θρίαμβο απροσπέλαστο</span><br /><span style="color: #000000;">που σαρώνει τους παλιούς καιρούς</span><br /><span style="color: #000000;">και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><em><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΕΓΕΙΑ</span></strong></em></h4>
<p style="text-align: right;"> </p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΝΗΜΗ ΘΕΟΔΟΣΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ,</span><br /><span style="color: #000000;"> μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι</span><br /><span style="color: #000000;"> για να μη χάνεται το άρωμα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Φύλακας της πεμπτουσίας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Ατάραχος, στοχαστικός</span><br /><span style="color: #000000;"> στο βυθό της δίνης των πραγμάτων.</span><br /><span style="color: #000000;"> Υποταγμένος στο νόημα της τέχνης</span><br /><span style="color: #000000;"> και την πυκνότητα των στιγμών.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κοινωνούσες με Παπαδιαμάντη, Σολωμό και Καβάφη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Η μορφή του στιλπνού σκεύους</span><br /><span style="color: #000000;"> ολοένα τους πλησίαζε.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τους άγγιζε η φωνή</span><br /><span style="color: #000000;"> και δονούσε την ψυχή</span><br /><span style="color: #000000;"> ο βαθύς κραδασμός της μύησης</span><br /><span style="color: #000000;"> στους δρόμους της σιωπής.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στην αναχώρηση, όπως την έκτισες εσύ.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δωρικός, λευκός κίονας</span><br /><span style="color: #000000;"> στη σμίλη επιδέξιου τεχνίτη.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΜΝΗΜΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ</span></strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Τελευταία Πέμπτη,</span><br /><span style="color: #000000;"> Βραδύτητα και Κούντερα.</span><br /><span style="color: #000000;"> Να τηλεφωνήσω . ..</span><br /><span style="color: #000000;"> Να πω πάλι πως τα κατάφερες να ρίξεις ακόμη ένα λιθάρι</span><br /><span style="color: #000000;"> στο τέλμα του αγκομαχητού.</span><br /><span style="color: #000000;"> Να πω πάλι πως έδωσες μορφή</span><br /><span style="color: #000000;"> στα βάθη της ήβης των ονείρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν οδήγησες ποτέ.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το λεωφορείο της γραμμής</span><br /><span style="color: #000000;"> σ’ έβγαζε στα Πάναγρα</span><br /><span style="color: #000000;"> «στ’ ασήμι που στραφτάλιζε τα δειλινά &#8230;»</span><br /><span style="color: #000000;"> Όλο το περιβόλι κι η θάλασσα</span><br /><span style="color: #000000;"> δικά σου χωρίς τίτλο ιδιοκτησίας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Με το λεωφορείο της γραμμής</span><br /><span style="color: #000000;"> ταξίδεψες την έφηβη ματιά σου</span><br /><span style="color: #000000;"> ακουμπισμένη στο παράθυρο</span><br /><span style="color: #000000;"> να γράφει εκείνο το ήρεμο μειδίαμα</span><br /><span style="color: #000000;"> στο αιώνιο πρόσωπο της πλησμονής και καρτερίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάντα ξεχώριζες χωρίς να ασκητεύεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν οδηγούσες.</span><br /><span style="color: #000000;"> Κι οδήγησες την ψυχή σου</span><br /><span style="color: #000000;"> πέρα από τα ξένα λημέρια της μαλαματένιας επιτήδευσης.</span><br /><span style="color: #000000;"> Πιο πλούσιος απ’ όλους χωρίς να το ξέρεις.</span><br /><span style="color: #000000;"> Αρνήθηκες τους ρόλους και την εναλλαγή των σκηνικών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το λεωφορείο της γραμμής,</span><br /><span style="color: #000000;"> το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο</span><br /><span style="color: #000000;"> κουβάλησαν τα δώρα σου</span><br /><span style="color: #000000;"> Σεριάνισαν την αρχοντιά</span><br /><span style="color: #000000;"> των ταπεινών και των αθώων</span><br /><span style="color: #000000;"> στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.</span><br /><span style="color: #000000;"> Στην άκρη της γαλήνης σου.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<p> </p>
<h4><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ</strong></h4>
<p>Από το βιβλίο του Παναγιώτη Νικολαΐδη, Η γενιά της κατοχής και της αφθονίας. 14 κριτικά κείμενα για τη σύγχρονη ποίηση στην Κύπρο μετά το ’90, Διόραμα, Κύπρος 2018.</p>
<p>Αγάπης λυγμός και φανέρωμα: σχόλια πάνω στην ποίηση του Γιάννη Ποδιναρά με αφορμή την ποιητική του συλλογή Φαράγγια των αγγέλων (Εν Τύποις, Κύπρος 2008)</p>
<p>Αν στην πρώτη ποιητική συλλογή του Ένα πράσινο θολό, ο Γιάννης Ποδιναράς, άνθρωπος με ουσιαστική παιδεία και καλλιέργεια, καθόρισε της τέχνης του την περιοχή, μετουσιώνοντας σε κατασταλαγμένη και αισθητικά άρτια ποίηση τους κύριους άξονες του ποιητικού του προβληματισμού, στην πρόσφατη, δεύτερη συλλογή του Φαράγγια των Αγγέλων, επεκτείνει και συμπληρώνει τους βασικούς άξονες της θεματικής του φτιάχνοντας ποίηση λειτουργική και ώριμη. Ποίηση με βάθος και ουσία σε ένα άρτιο και με μόχθο προετοιμασμένο έργο που δείχνει πόσο σημαντική παραμένει η ποιητική υπόθεση εν Κύπρω, ακόμη και σε καιρούς που πολύ λίγο ευνοούν τη δημοσιότητα και τη μετάδοσή της. <br />Πρέπει να επισημάνουμε μάλιστα ότι ο ποιητής δημοσιεύει την πρώτη του συλλογή στην ώριμη ηλικία των 45 ετών, ενώ παράλληλα η επόμενή του συλλογή δημοσιεύεται μετά από 12 ολόκληρα χρόνια. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι, ενώπιόν μας, έχουμε έναν ολιγογράφο ποιητή που αφενός είχε τη φρόνηση να παραμερίσει τις όποιες νεανικές παρορμήσεις γραφής και να προετοιμάσει προσεκτικά την παρθενική παρουσία του και αφετέρου αφέθηκε υπομονετικά και επώδυνα, με παραστάτη την εκτεταμένη του παιδεία και το ποιητικό του ένστικτο, να συγκεντρώνει καίρια βιώματα και εμπειρίες ζωής. <br />Η ανά χείρας συλλογή αποτελείται από σαράντα τέσσερα ποιήματα και χωρίζεται σε τέσσερεις ενότητες: («Μέρος Α΄», «Μέρος Β΄», «Μέρος Γ΄» και «Ελεγεία»). Η εισαγωγική ενότητα της παρούσας συλλογής «Μέρος Α΄» παραπέμπει τόσο υφολογικά όσο και θεματικά στη δεύτερη και τελευταία ενότητα της προηγούμενης συλλογής του ποιητή (Μέρος Β΄: «Το άνθος της άπειρης άμμου», «Καλοκαιρινά γητέματα»). To γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η τελευταία συλλογή αποτελεί φυσική συνέχεια της προηγούμενης και αποκαλύπτει, κατά την άποψή μας, την ποιητική πρόθεση της ταυτόχρονης συνανάγνωσης των δύο ποιητικών συλλογών. Η υπαρξιακή αναζήτηση με παρούσα την ποιητικά γόνιμη και αυτοαναφορικά συνδηλούμενη αγωνία του έρωτα, της μοναξιάς, της φθοράς και του χρόνου συνδυάζεται και πάλι υφολογικά με την αποδέσμευση μιας ορισμένης σκοτεινότητας του νοήματος, η οποία συνοδεύεται και συμπληρώνεται μοντερνιστικά με μιαν αυξημένη δραματικότητα. <br />Τα πιο πάνω στοιχεία είναι αποκαλυπτικά τόσο του πνευματικού πλούτου του συγγραφέα όσο και της ποιητικής του, αφού ρίχνουν φως στην πνευματική του διαδρομή και αναδεικνύουν τους λογοτεχνικούς και άλλους προγόνους και συνοδοιπόρους. Η ισχύς των σημαινόντων προσδιορίζει έναν αυστηρά προσδιορισμένο υπαρξιακό και καλλιτεχνικό χώρο στον οποίο οι ανθρώπινες σχέσεις εκλαμβάνονται ως μια διαδικασία διαρκούς και πολυδιάστατης επικοινωνίας, στην οποία συμμετέχει και η φύση ως μέρος του ανθρώπινου βιοτικού χώρου.<br />Σε διαλεκτική αντιπαράθεση «στο γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως που χύνεται στο λευκό χέρι και σε παίρνει πέρα στην ανελέητη κραυγή της Άνοιξης» (σ. 12) και στην «αιώνια σπορά που σχίζει τη γη και λευκαίνει τα άστρα» (σ. 14), ορίζεται ο θάνατος: ο «κύκλος του αίματος» (σ. 15) «στο θολό νερό της ιστορίας» (σ. 14). Ο θάνατος, ωστόσο, δεν νοείται απλουστευτικά ως διακοπή της φυσικής επικοινωνίας, αλλά και ως συνέχιση και εξέλιξή της, ως δίαυλος αφενός για τη διήθηση και τον έλεγχο των ανθρώπινων σχέσεων και αφετέρου για τη διατήρηση του ερωτικού δεσμού με την απαρχή της ζωής. Τούτος ο ερωτικός δεσμός, ο πρωταρχικός ομφάλιος λώρος που ενώνει τη ζωή, τον θάνατο και την ποίηση καταδεικνύεται εμφατικά από τον τίτλο του ποιήματος «Ώρα καλή», καθώς παραπέμπει με σαφήνεια στον εναρκτήριο στίχο του επιθαλάμιου κυπριακού δημοτικού τραγουδιού «Του γάμου». <br />Ώρα καλή<br />Έρχεται κάποτε η ώρα<br />που μιλά η αυγή<br />και καλπάζουμε στα λιβάδια <br />των τρελών καιρών και του νοτιά<br />Ανατριχίλα του κορμιού<br />σαν γνώση θανάτου<br />κοχλάζει το αίμα.<br />Ταράζει τ’ ακραίο κύτταρο.<br />Άνοιξε πανιά<br />κι έβαλε πλώρη<br />για ταξίδια και την άγρα των πουλιών.<br />…..<br />Στα ποιήματα της δεύτερης ενότητας (Μέρος Β΄) πληθαίνουν οι εξομολογητικές στιγμές ενός εγώ που ασφυκτιά σε ένα άξενο, αντιποιητικό και εν τέλει απάνθρωπο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον. Ο ποιητής παρατηρητής, αλλά και αναπόσπαστο μέρος της κοινωνίας, δεν μπορεί παρά να διακρίνει και τελικά να εκφράσει μιαν εξ ορισμού εχθρική και καταστροφική συνθήκη, ένα περιβάλλον στο οποίο η κυριαρχία μιας άτεγκτης και φύσει αποξενωμένης και αποξενωτικής πραγματικότητας οδηγεί τα πάντα στην απουσία και στον θάνατο, μεταφορικό ή αληθινό. Από την άλλη πλευρά η προσκόλληση του ποιητή σε ηθικές αξίες και αρχές, ο ανθρωπισμός του, η προσήλωσή του στην ομορφιά και κατ’ επέκταση στην αλήθεια τον βοηθούν να ισορροπήσει ψυχικά. Γι’ αυτό η ύπαρξή του μοιράζεται αδιάκοπα και επώδυνα ανάμεσα στην κοινωνική συμμετοχή, αλλά και στον κοινωνικό αποκλεισμό, στην καλλιτεχνική μοναξιά, την οποία και επωμίζεται συνειδητά, αφού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της καλλιτεχνικής δημιουργίας.</p>
<p>Αναχώρηση <br />Διάλεξες τη γαλήνη του κάστρου<br />στα κελιά της ερημίας και του κενού.<br />Δίχως απόγνωση.<br />Χωρίς δεκανίκια τις καρδιές των άλλων…..<br />Οι νύχτες της σιγής<br />έκρυψαν βαθιά στα σπλάχνα σου<br />το εξαγνισμένο αίμα<br />που κοινωνεί μυστικά<br />το ρίγος και τη δόξα της αθωότητας.</p>
<p>Παραστατική αποτύπωση του χωροχρόνου αποτελούν τα όνειρα – ποιήματα, ως πραγματικός τόπος σύγκλισης της αντικειμενικής και της υποκειμενικής πραγματικότητας. Συνεπώς, η είσοδος στο σκοτάδι της γλώσσας και η συνεπακόλουθη αποδοχή της απάτης, η αποδοχή του ότι ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι ψευδαισθήσεις είναι ένα απροσδιόριστο μέρος της ρεαλιστικής απόδοσης των πραγμάτων και των σχέσεων, μια αποδοχή που είναι εξαιρετικά δύσκολη στην καθημερινή πρακτική μιας απρόσωπης και αποξενωμένης πόλης, όταν συμβαίνει σε στιγμές ακραίας ψυχικής έντασης, μεγιστοποιεί τις δυνατότητες να νιώσουμε, να δούμε, να ακούσουμε και να γευτούμε ποιητικά, πέρα από τις σχηματοποιήσεις που επιβάλλουν οι ακρωτηριασμοί των εκλογικεύσεων.</p>
<p>Σπονδή<br />Τους ποιητές μην τους αφήνουμε στο δρόμο.<br />Να τους ακολουθούμε<br />στην κόψη των ονείρων μας.<br />Καρφιά που σημαδεύουν<br />τα μυστικά λημέρια της καρδιάς μας.</p>
<p>Χωρίς πληγές <br />δε ζωγραφίζουνε τον κόσμο.</p>
<p>Κατ’ αυτό τον τρόπο συνθέτει τη δική του χρωματική ουσία, την προσωπική του ars poetica, στο πλαίσιο της οποίας ισορροπεί ανάμεσα στην εσωτερικότητα και την αντικειμενική θέαση. Με βαθιά αίσθηση της ιστορίας και των διεργασιών της σε επίπεδο μικροϊστορικό, αλλά και μακροϊστορικό, βρίσκεται συνεχώς σε ανοιχτό διάλογο με την εποχή του, παρεμβαίνει, σχολιάζει και συγκροτεί σταδιακά έναν προσωπικό λόγο μέσα από τον οποίο προβάλλει και μια αντίστοιχη ποιητική ηθική. Ο τρόπος που προσλαμβάνει τα γεγονότα αντανακλά την ψυχοσύνθεσή του και η έννοια της ιστορικότητας αποτελεί συνάρτηση της κριτικής του σκέψης, της ευαισθησίας, των γνώσεών του για το παρελθόν, αλλά και της υποκειμενικής του εμπειρίας.<br />Καθοριστικός παράγοντας στην ανάπτυξη της ποίησής του αποτελεί η βίωση του χρόνου και της φθοράς, η οποία προσεγγίζεται με φιλοσοφική διάθεση. Ξεκινά από τη νοσταλγία του παιδικού παραδείσου, περνά μέσα από τις συμπληγάδες της ενηλικίωσης, για να καταλήξει στη στωική στάση της αναπότρεπτης ωριμότητας. Σε αυτό το πλαίσιο η οντολογία συναιρείται με την ποιητική, σε μια προσπάθεια καθήλωσης του φευγαλέου και ασύλληπτου της ζωής και της αναπαράστασής της. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι, παρά τη συνειδητή ποιητική πρόθεση, η οποία αποτυπώνεται και θεματικά στη συλλογή, και εστιάζει στην αναζήτηση μιας έκφρασης απλής, σε μερικά ποιήματα των δύο πρώτων ενοτήτων της συλλογής παρατηρούμε τη διάσταση ανάμεσα σε θεωρητική πρόθεση και σε ποιητική πρακτική. Σε αυτές τις περιπτώσεις ποιημάτων οι αφηρημένες έννοιες και η σχεδόν εγγενής ροπή του στοχασμού προς τη γενικότητα, η προσφυγή σε δυσπρόσιτα ή αμφιβόλων παραπομπών σύμβολα στις καταστάσεις που περιγράφει, προκαλούν ενίοτε ρήγμα στην υλικότητα της ποιητικής εικόνας και, κατά συνέπεια, στην ικανότητα του στίχου να πυροδοτήσει τη συγκίνησή μας.<br />Σε αντίθεση με το αποξενωμένο και αλλοτριωμένο ποιητικό υποκείμενο στα γρανάζια μιας απρόσωπης πόλης της δεύτερης ενότητας της συλλογής, στην τρίτη ενότητα (Μέρος Γ΄) η μνήμη του ποιητή καταβυθίζεται στον χρόνο και ανασύρει θραύσματα εμπειριών, εικόνων, συναισθημάτων και βιωμάτων από τη γενέθλια πόλη του ποιητή∙ την κατεχόμενη τώρα Μόρφου. Όπως έχει ήδη επισημανθεί από την κριτική, «η εισβολή, χρόνος οριακός, τέμνει την ψυχική πορεία του ποιητή και αποτυπώνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα στον ψυχισμό του». Το βίαιο ξερίζωμα από τον γενέθλιο χώρο και ο συνεπακόλουθος ακρωτηριασμός της εφηβείας του, η επώδυνη εμπειρία της προσφυγιάς και η παρατεταμένη αιτιολόγηση της αδικίας δεν αποτελούν μόνο θεματικούς άξονες της ποίησής του, αλλά κυρίως ποιητικό ανάβλυσμα μιας ανοιχτής πληγής. Μιας μνήμης που εξακολουθεί να αιμορροεί, που έχει χρέος να λειτουργεί, γιατί η παρακμή της, η οξείδωσή της, είναι ο δρόμος που οδηγεί στο σκοτάδι, στην αυτοκρατορία της φθοράς και της λήθης, στην αποδοχή του φαύλου.</p>
<p>Μόρφου 2001 <br />…..<br />Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά<br />της ξένης γης.<br />Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι<br />του νόστου.</p>
<p>Το ποίημα «Παλιός επισκέπτης» αποτελεί μια ποιητική κατάθεση στο άνοιγμα των οδοφραγμάτων και στην εμπειρία επίσκεψης των προσφύγων στα Κατεχόμενα. Η συναισθηματική φόρτιση που προκαλείται από τη βίαιη αναχώρηση και την απάνθρωπη και πολύχρονη κατοχή, οι προσδοκίες μιας μνήμης πληγωμένης, αλλά και ταυτόχρονα ονειρικής, δεν ικανοποιούνται από τη βιαστική επίσκεψη στον γενέθλιο χώρο. Αντίθετα θρυμματίζουν και απομυθοποιούν τον πολυπόθητο νόστο του πρόσφυγα. Η σύντομη επίσκεψη οδηγεί αναπόφευκτα στην τραγική συνειδητοποίηση της αλλαγής που επέφερε ο χρόνος και προκαλεί την επώδυνη συνειδησιακή σύγκρουση ανάμεσα στην αλλαγμένη πραγματικότητα του παρόντος και στην ονειρική, πεισματική μνήμη του ξεριζωμένου. Μια μνήμη που επιμένει, έστω και με αυτή τη σύντομη επίσκεψη που αλλοιώνει τον νόστο, να αναιρεί τη φυγή.</p>
<p>Παλιός επισκέπτης (σ. 52)</p>
<p>Πήρα το δρόμο μετά από καιρό<br />περπατώντας στην ίδια άκρη….<br />Ίδιες εικόνες.<br />Ίδιοι δρόμοι , μ’ αλλαγμένα προσωπεία.<br />Ρόλοι άγνωστοι χωρίς το δικό μου ταξίδι.<br />Απλώνω το χέρι να ψηλαφίσω τα σημάδια στα πρόσωπα.<br />Παλιός επισκέπτης αμετανόητος<br />ν’ αναιρώ τη φυγή.</p>
<p>Η τελευταία ενότητα με τον τίτλο «Ελεγεία» αφιερώνεται στην κοίμηση προσφιλών ατόμων του ποιητή και αγγίζει τα θέματα, του χρόνου, του θανάτου και της ποίησης, δίνοντας απτά δείγματα της ευαισθησίας και της τρυφερότητας που χαρακτηρίζουν τη συγγραφική του ιδιοσυγκρασία. Η ιδιαίτερη τιτλοφόρηση του τελευταίου μέρους της συλλογής με τρόπο που το διακρίνει από τα υπόλοιπα, οφείλεται στην ειδολογική διαφοροποίηση που αναπόφευκτα προκύπτει από τη θεματική επιλογή, αλλά με κανέναν τρόπο δεν φιλοδοξεί να αποτελέσει αποκομμένο θεματικά και υφολογικά τμήμα της συνολικής ποιητικής πρότασης. Αντιθέτως, αυξάνει καθοριστικά την ένταση του ποιητικού λόγου, αφού επιχειρεί να πετύχει μια φωτισμένη, αλλά με κανέναν τρόπο, θεαματική έξοδο που να συναιρεί τους κύριους θεματικούς άξονες ολόκληρης της συλλογής.<br />Τα ποιήματα της «Ελεγείας» διακατέχονται από έναν μελαγχολικό στοχασμό γύρω από τη θνητή φύση του ανθρώπου, για την εφήμερη ύπαρξη τόσο των ποιητών όσο και των επίγειων υποκειμένων που περιγράφονται. Προοικονομώντας και αναπτύσσοντας πολύτροπα στα τρία πρώτα μέρη της συλλογής τον λυρισμό της καταγωγικής του ταυτότητας, εδώ στο τελευταίο μέρος, ο ποιητής αποκαλύπτει με διαύγεια τον πυρήνα του ποιητικού του στοχασμού∙ δηλαδή τη σχέση του με τη θνητότητα και με τη γλώσσα. Ιχνηλατώντας τις σκοτεινές πηγές της ζωής και του θανάτου και επιβεβαιώνοντας την επελθούσα και αναποφεύκτως επερχόμενη φθορά, όλη τούτη η επώδυνη και μοναχική οδοιπορία στους σκοτεινούς διαδρόμους της ζωής, στο ερεβώδες κενό, ενώ παρευρίσκονται άγγελοι, δεν ακυρώνει, αντίθετα πιστοποιεί ότι η ποιητική γλώσσα αποβαίνει για τον ποιητή ο μόνος τρόπος να γνωρίσει, να δώσει σχήμα και ύπαρξη στη δική του αλήθεια κοινωνώντας την στον αναγνώστη. Και με αυτό τον τρόπο να τη μνημειώσει ως τη μόνη σανίδα σωτηρίας μέσα στο έρεβος του θανάτου.</p>
<p>Μνήμη Θεοδόση Νικολάου</p>
<p>Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ<br />μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι<br />για να μη χάνεται το άρωμα.<br />Φύλακας της πεμπτουσίας.<br />Ατάραχος, στοχαστικός<br />στο βυθό της δίνης των πραγμάτων.<br />Υποταγμένος στο νόημα της τέχνης <br />και την πυκνότητα των στιγμών.<br />Κοινωνούσες με Παπαδιαμάντη, Σολωμό και Καβάφη.<br />Η μορφή του στιλπνού σκεύους<br />ολοένα τους πλησίαζε.<br />Τους άγγιζε η φωνή<br />και δονούσε την ψυχή<br />ο βαθύς κραδασμός της μύησης<br />στους δρόμους της σιωπής.<br />Στην αναχώρηση, όπως την έκτισες εσύ.<br />Δωρικός, λευκός κίονας<br />στη σμίλη επιδέξιου τεχνίτη.</p>
<p>Η ποίηση του Γιάννη Ποδιναρά δεν είναι ποίηση άμοιρη στοχασμού, μήτε ζει έξω από τα αντανακλαστικά με τα οποία βιώνουμε την πραγματικότητα. Ακόμα κι όταν η αίσθηση αποτελεί τον πυρήνα του ποιήματος, είναι ο φιλοσοφικός στοχασμός που στο τέλος δίνει κατεύθυνση αναγκάζοντάς την να λειτουργήσει μυθικά. Τα ποιήματα της τελευταίας του συλλογής Φαράγγια των αγγέλων, αντανακλούν την περιπέτεια μιας ποιητικής συνείδησης που στρεφόμενη προς το ίδιο το παρελθόν της επιχειρεί να συναγάγει τις συνέπειες της διαδρομής της, να στοχαστεί το βάρος που της κληροδότησαν οι αισθητικές και υπαρξιακές της δεσμεύσεις, να τις διαχειριστεί στο παρόν και να μείνει πιστή στην κληρονομιά τους. Χαρτογραφούν το προσωπικό του ποιητικό τοπίο και το ανασυνθέτουν ψηφίδα τη ψηφίδα, εν είδει ανακεφαλαίωσης.</p>
<p> </p>
<h4><strong>ΕΛΕΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ</strong></h4>
<p>Περιοδικό «Νέα Εποχή», Τεύχος 1 (242)1997.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ</strong></h5>
<p>Κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μια καλαίσθητη έκδοση η συλλογή «Ένα Πράσινο Θολό». Η συλλογή αυτή αποτελεί την πρώτη επίσημη εμφάνιση του ποιητή Γιάννη Ποδιναρά στα ποιητικά πράγματα του τόπου μας. Αποτελείται από τριάντα οκτώ ποιήματα και αρθρώνεται σε τρεις ενότητες. Την πρώτη ενότητα αποτελούν είκοσι τέσσερα μεμονωμένα ποιήματα που γράφτηκαν στο διάστημα της τελευταίας δεκαετίας. Τις άλλες δύο ενότητες αποτελούν δύο ποιητικές συνθέσεις με τους αντίστοιχους τίτλους. «Το άνθος της άπειρης άμμου» και «Καλοκαιρινά Γητέματα».<br />Η συλλογή οφείλει τον τίτλο της στο ομώνυμο ποίημα που προτάσσεται σε αυτή. Και όχι τυχαία. Το ‘‘Πράσινο Θολό’’ είναι η έκτυπη σφραγίδα της Μόρφου, της γενέθλιας πόλης του ποιητή, στη μνήμη του. Η Μόρφου των πορτοκαλόδεντρων και των λεμονανθών είναι φυσικό άλλωστε να σεργιανά στη μνήμη του ως αντικατοπτρισμός του πράσινου. Το ποίημα «Ένα Πράσινο Θολό» είναι μια ποιητική κατάθεση στην εμπειρία της προσφυγιάς. Ο ήρωάς του, ο πρόσφυγας πατέρας, ‘‘διωγμένος από το περιβόλι του [&#8230;] μετράει / την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες’’. Αυθεντικό κομμάτι του κυπριακού κόσμου ο ήρωας, βυθομετρά την ψυχή του στο ομιχλώδες Λονδίνο και βλέπει τον κόσμο του σήμερα θολό μέσα από το πράσινο αντιφέγγισμα της Μόρφου. Με στωική εγκαρτέρηση υπομένει το σήμερα και είναι βέβαιος για το νόσο: ‘‘Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου. / Σαν γυρίσει το σύννεφο / θα τρυγήσω το περιβόλι’’.<br />Η εισβολή όμως δεν εγγράφεται στην ποίηση του Ποδιναρά μόνο ως η βίαιη αποκοπή του ατόμου από τον ομφάλιο λώρο που το δένει με τη μήτρα του, τη γη, αλλά και ως &#8211; εξίσου επώδυνη – εμπειρία ανολοκλήρωτης εφηβείας ή νιότης. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται μέσα στο φυσικό του χώρο και η εφηβεία τερματίστηκε βίαια στην κατεχόμενη πατρίδα. Το δέσιμο με τη γη που δεν ολοκληρώθηκε, η βίωση της ζωής που δεν έφτασε ως την πλησμονή, το αίσθημα γενικά μιας πορείας που έμεινε ανολοκλήρωτη είναι διάχυτο στο ποίημα «Μόρφου 1992»: ‘‘Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω / αρμενίζει στις θολές γραμμές / των νοτισμένων κήπων…’’. Και η μνήμη ανελέητη αναμοχλεύει εικόνες από αυτή την μετέωρη εφηβεία: ‘‘Όταν ήμασταν έφηβοι, / ξανοιγόμασταν στο περιβόλι / ή στο ακρογιάλι με τις πέτρες / και την κόκκινη θάλασσα. / Τ’ απογεύματα, με την αρμύρα στους γυμνούς ώμους, / ανεβαίναμε στο θέατρο των Σόλων / και χαϊδεύαμε από ψηλά τα κίτρινα στάχια / που ‘σβηναν κύματα-κύματα / στην αποβάθρα του μεταλλείου. / Πέρα στον ορίζοντα, σαν σκιές, καράβια / ή οι ακτές της Τουρκίας&#8230; / Κι ολόγυρα μεθυστικά πολιορκούσαν οι ανάσες των κοριτσιών’’ («Νυχτερινή συνεστίαση αποφοίτων γυμνασίου Μόρφου [Λευκωσία, 1990]»). Απέναντι σε αυτή την αεί παρούσα μολονότι απούσα, πατρίδα, ο ποιητής αντιδιαστέλλει ένα αδιέξοδο παρόν, που το συνθέτουν ‘το ‘‘σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς’’, η ‘‘έπαρση του εφήμερου / Το κτίσμα το πεπερασμένο’’ (σελ. 9).<br />Εκτός από τα ποιήματα με θεματική την εισβολή, σημαντική κατηγορία ποιημάτων της συλλογής αποτελούν εκείνα που προσεγγίζουν προβλήματα οικουμενικά της εποχής μας μέσα από μια φιλοσοφική – στοχαστική διάθεση. Η μηχανοποίηση, η αλλοτρίωση και μαζικοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου ως ενσυνείδητη απόπειρα απόκρυψης της οδύνης που τον κατατρύχει, ο εγκλεισμός στο ‘‘εγώ’’, είναι το θέμα του ποιήματος «Απόσταση»: ‘‘Δε γράφουμε πια γράμματα στους φίλους μας / και τις κρυφές μας σκέψεις τις κρατάμε. / Δε συνομιλούμε. Κοιταζόμαστε / και η αγάπη σε χειμερία νάρκη. / Και ίσως να ‘ναι καλύτερα έτσι. / Τουλάχιστον μένουν προστατευμένες από την αδιακρισία / ή την άγνοια / οι πηγές της οδύνης’’. Η ηθελημένη και συνειδητή τυποποίηση της ζωής μας η ανάλωση σε μια άγωνη καθημερινότητα που αποστραγγίζει κάθε δημιουργικό μας απόθεμα είναι το θέμα του ποιήματος «Απολογισμός»: ‘‘Διορθώσαμε τις στραβές γραμμές / και τακτοποιήσαμε τα περιθώρια συμμετρικά. / Ελέγξαμε κάθε λέξη από το κείμενο / καθαρογράφοντας τις παραγράφους [&#8230;] / πέρασε ακόμα μια μέρα από την ζωή μας’’. Η μελαγχολία της Κυριακής, η Κυριακή που δεν λυτρώνει, βίωμα οικείο στον άνθρωπο της εποχής μας, είναι το θέμα του ποιήματος «Προσδοκία»: ‘‘Τις Κυριακές / η πολυτραγουδημένη μελαγχολία / σαν πούσι ρίχνει / στις καρδιές την γλίνα της. / Μου φαίνεται περίεργο / που η σκόλη / η κερδισμένη με αίμα / να μη ξαλαφρώνει’’. Και με στοχαστική διάθεση ο ποιητής παρατηρεί: ‘‘Υπάρχουμε στην προοπτική. / Στην προσδοκία της Κυριακής / που μεταγγίζει καθημερινό φτερούγισμα απαντοχής’’. Η απομάκρυνση του σύγχρονου ανθρώπου από τις ρίζες του, από τον ειδυλλιακό χώρο της πρώτης του νιότης, η απομάκρυνση από την γενέθλια γη, ο εξαστισμός και ο επώδυνος εγκλιματισμός στην απρόσωπη πολιτεία είναι η θεματική του ποιήματος «Τίμημα». Η κίνηση από τους στενούς ορίζοντες της μικρής κοινωνίας στους ανοικτούς ορίζοντες της πολιτείας μόνο ως ψευδεπίγραφη ελευθερία μπορεί να νοηθεί. Το τίμημα βαρύ. Ο ποιητής διαπιστώνει: ‘‘Το τίμημα της ελευθερίας σου / ο ανελέητος συρφετός των οραμάτων’’. Η μνήμη αγκιστρωμένη στο παρελθόν συντηρεί με ευλάβεια εικόνες από το χώρο της οικειότητας.<br />Καθαρά υπαρξιακής υφής είναι η προβληματική μιας σειράς άλλων ποιημάτων. Στην «Αναδίπλωση» ο συμβιβασμός είναι συνώνυμος της υποθήκευσης του μέλλοντος. Με αποφθεγματικό και γνωμολογικό ύφος ο ποιητής διαπιστώνει: ‘‘Μέσα σε κάθε συμβιβασμό / κτίζεται ο τάφος μιας στιγμής του μέλλοντος’’. Στο «Άτιτλο» και στις «Εικόνες» ο άνθρωπος παγιδεύεται μέσα στα βρόχια της γήινης πραγματικότητας και προσγειώνεται σε μια άγονη και αδιέξοδη καθημερινότητα. Ο ποιητής παρατηρεί: ‘‘Λίγες ήταν οι στιγμές που αφήσαμε την ψυχή μας να πετάξει στ’ άστρα’’. Η ‘‘πρόνοια του σαρκίου’’ σταθερά ανακόπτει την πορεία προς το όνειρο, την απογείωση, την ποίηση. Όμως και αυτές οι λίγες στιγμές της απογείωσης ‘’χρωματίζουν την πεζότητά μας με έναστρες εικόνες μαγικές’’. Το αναπότρεπτο της φθοράς η φθορά ως εντελέχεια της ανθρώπινης ύπαρξης είναι το θέμα του ποιήματος «Γαλήνη». Με το ποίημα όμως «Παλμοί», που υφαίνεται επίσης στη θεματική της φθοράς, ανατρέπεται το απαισιόδοξο μήνυμα της «Γαλήνης». Στους «Παλμούς» το σώμα γερνά, αλλά η καρδιά δεν συμπορεύεται.<br />Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ποιήματα της συλλογής είναι το ποίημα «Ταξίδια». Πρόκειται για ταξίδια ιδιότυπα, ταξίδια νοερά που προκάλεσε η μαγεία του κόσμου της Έβδομης Τέχνης. Το ποίημα μπορεί αν εκληφθεί ως απόδοση οφειλόμενης τιμής σ’ ένα χώρο που διαμόρφωσε την ευαισθησία του ποιητή, την ευαισθησία όλων μας. Πρωτότυπο στη σύλληψή του το ποίημα, επιβεβαιώνει την διεπικοινωνιακή λειτουργία ανάμεσα στις διάφορες μορφές της τέχνης: ‘‘Περάσαμε την ζωή μας ταξιδεύοντας στους λερούς δρόμους του Μπρούκλιν. / Παίξαμε εκ του ασφαλούς διασχίζοντας το Σεντραλ Παρκ [&#8230;] / Κρατήσαμε συντροφιά στους μοναχικούς καβαλάρηδες / και ψάλλαμε δυνατά στις εκκλησίες των νέγρων’’.<br />Θέμα της ποιητικής σύνθεση « Το άνθος της άπειρης άμμου» είναι ο έρωτας ως απόκριση στη έρημο των ανθρώπινων σχέσεων. Μέσα από τη λειψυδρία και την αφορία των ανθρώπινων σχέσεων, την άπειρη άμμο, αναδύεται το άνθος του έρωτα, ευοίωνο μήνυμα, μήνυμα πίστης στη ζωή και αισιοδοξίας. Ο εγκλεισμός του ανθρώπου στο ‘‘εγώ’’, η εκούσια αποξένωση από τον άνθρωπο, η αναζήτηση της προσωπικής βολής μακριά από το φορτίο των διαπροσωπικών σχέσεων οδηγεί στην οδυνηρή απουσία της επικοινωνίας: ‘‘Η σιωπή ψηλαφώντας στο σκοτάδι, / αράχνη αναρριχάται στις καρδιές / που γαληνεύουν στη νάρκη, / αλαφρωμένες από το φορτίο της έγνοιας των ανθρώπων’’. Η εσωστρέφεια όμως δεν είναι συνώνυμη της αυτάρκειας: ‘‘Τα λόγια μείνανε στο στήθος. / Θηρίο η σιωπή / Έθρεψε φίδια στον κόρφο της’’. Το ποίημα αποκτά ένα διθυραμβικό τόνο, καθώς μέσα στη νύχτα των ψυχών αναδύεται ο έρωτας: ‘‘Σε βρήκα και σε πήρα ένα πρωί / κομμάτι απ’ το βυθό / κι ήπια τη γεύση σου που ήταν δική μου όλα τα χρόνια’’. Η απογείωση του έρωτα μετουσιώνει τη ζωή και τερματίζει την μοναξιά και την ‘‘τυραννία του ασήμαντου’’. Ένα πανηγύρι φωτός αισθητοποιεί την έκρηξη της συγκίνησης: ‘‘Ατόφιο μάλαμα αστραφτερό, / χάραξε τη ζωή / και βγήκαν αράδα / ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα / γράφοντας με χρυσό τον κόσμο που ανασύραμε. / Το πρόσωπό μας / που άφησε τη νύχτα’’. Εικόνες γεμάτες ερωτική ένταση δίνουν την ώσμωση των ψυχών και των αισθήσεων: ‘‘Το πρώτο χάδι / τίναξε το αίμα στις φλέβες / κι έλιωσε το κορμί στην απόκριση’’. ‘‘Μαχαίρι γυμνό λιανίζει το κορμί’’. ‘‘Σώματα που μίλησαν / στο σκότος και στο φως / ταξίδεψαν τ’ άγουρο δέρμα με την βεβαιότητα του κενού / στο χείλος του θανάτου / στο χείλος των ερώτων’’. Το ερωτικό στοιχείο διαχέεται μέσα σε όλο το ποίημα, ως στοιχείο δικαίωσης της ύπαρξης, δύναμη αναζωογονητική της ζωής.<br />Η σύνθεση «Καλοκαιρινά Γητέματα» έχει θεματικό άξονα ένα άλλο στοιχείο επίσης ανανεωτικό της ύπαρξης και της ζωής, τα θέλγητρα του καλοκαιριού. Το καλοκαίρι, δύναμη ψυχικής απολύτρωσης, εκτονώνει την ύπαρξη από το σωματικό μόχθο και την ψυχική φόρτιση του χειμώνα και συντηρεί τη ζωή νέα μέσα στα κύτταρα. Εικόνες γεμάτες από τη χαρά της ζωής συνθέτουν ένα διθύραμβο για το καλοκαίρι. Η υγρασία, η δροσιά, το νερό, μέσο καθαρμού και στοιχείο συνώνυμο της νιότης, έχουν έντονη παρουσία μέσα στο ποίημα: ‘‘Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού / αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος / στις διαθλάσεις του φωτός να λιώνει. / Η ομίχλη του θερινού πρωινού / διαπέρασε το σώμα / κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα. / Κάθε μόριο του κορμιού / ντύθηκε στην υγρασία της ομίχλης και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό / &#8211; δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο / δρόσος στ’ αφυπνισμένο πνεύμα / στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής. [&#8230;] / ‘‘Ήπιαμε την χαρά και αυτή μας πότισε τη δίψα της’’. Το παιχνίδι με τις λέξεις ‘‘ήπιαμε’’, ‘‘πότισε’’, ‘‘δίψα’’ αποδίδει με τρόπο μοναδικό την πλησμονή των αισθήσεων, την απόλαυση της χαράς της ζωής αλλά και την απύθμενη ταυτόχρονα δίψα της ψυχής για τη χαρά της ζωής, για άμεση και μοναδική εμβίωση της ζωής. Η γοητεία του καλοκαιριού κάνει τον ποιητή να αναρωτιέται: ‘‘Πως μπορεί να γεννιόμαστε / χωρίς καλοκαίρια;’’<br />Το οδοιπορικό στην ποιητική συλλογή του Γ. Ποδιναρά «Ένα Πράσινο Θολό», όπως το επιχειρήσαμε πιο πάνω, αποκαλύπτει έναν έντονο ποιητικό ανθρωπισμό. Όχι μόνο απαντάται ο άνθρωπος ως παρουσία στα περισσότερα ποιήματα του, αλλά και η όλη προβληματική του περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο άνθρωπος, ό κόσμος και η μοίρα του είναι στο επίκεντρο του προβληματισμού του. Τα υπαρξιακά, τα οικουμενικά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας τον απασχολούν έντονα. Παρά τη ζοφερή εικόνα του σύγχρονου ανθρώπου, πουθενά δεν εμφιλοχωρεί η απαισιοδοξία στην ποίηση του Γ. Ποδιναρά. Τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας τα προσεγγίζει από μια θέση διαμαρτυρίας. Δεν παραμένει όμως στην απλή επισήμανση• έμμεσα, πλην σαφώς, υποδεικνύει την ανάγκη ανατροπής μιας αρνητικής πραγματικότητας. Γενικότερα, εμφανής είναι η αγωνία του ποιητή για την πορεία του σύγχρονου ανθρώπου.<br />Ιδιαίτερα ανεπτυγμένα είναι τα εκφραστικά του μέσα: γλώσσα ιδιαίτερα καλλιεργημένη και πλούσια, οικονομία στη χρήση των εκφραστικών μέσων, εξαιρετική εικονοποιΐα. Με τις εικόνες του πετυχαίνει και διευρύνει διαρκώς τους ορίζοντες της ποίησης του. Επίσης διεγείρει τις αισθήσεις και ξυπνά τα αισθήματα. Τα σύμβολα του και οι εικόνες του, οικεία και αμέσως αναγνωρίσιμα.<br />Γενικά, η ανάγνωση της ποιητικής συλλογής του Γ. Ποδιναρά «Ένα Πράσινο Θολό» είναι μια γοητευτική κατάδυση στον κόσμο της ευαισθησίας, όπου η συνείδηση έρχεται αντιμέτωπη με ένα ποιητικό προβληματισμό που αφορά τα σύγχρονα αλλά και τα διαχρονικά προβλήματα της ύπαρξης.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ </span></strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Φαράγγια των Αγγέλων</strong></h4>
<h5><strong>Στο βιβλίο του «Ποιητές και Ποιήματα: Μια Εμπειρική Αισθητική»</strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η επίμοχθη απόσταξη του Γιάννη Ποδιναρά</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιάννης Ποδιναράς πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά στην ποίηση το 1996, με την ποιητική συλλογή Ένα πράσινο Θολό. Απ&#8217; ό,τι γνωρίζω κι από τις κριτικές που έχω υπόψη, η δουλειά του κρίθηκε ως σοβαρή και ποιοτική για πρώτη εμφάνιση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Μια δωδεκαετία αργότερα, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος &#8211; όπως συνηθίζουμε να λέμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος. Το νέο ποιητικό του βιβλίο έχει τον τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων, με ό,τι θα μπορούσε συνειρμικά να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων σηκώνει συχνά ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους. Τον διαβάζουμε σ&#8217;</span><br /><span style="color: #000000;"> ένα απόσπασμα από τα «Ταξίδια στο άπειρο»:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> της μύχιας ταραχής.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> και της λιγοθυμιάς του ονείρου.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Γύρισε ο καιρός.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Σήκωσε το τραγούδι μας</span></em><br /><span style="color: #000000;"><em> να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο</em>.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το πρώτο μέρος της συλλογής, με οκτώ σχετικά σύντομα ποιήματα, μας πείθει χωρίς αμφιβολία για την τεχνική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή. Με πρόδηλη την ερωτική θεματική, διαβάζουμε λιτούς και άρτιους στίχους, που διανοίγουν σχεδόν πάντοτε μια υπερβατική προοπτική:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Ένα κύμα στα μέλη.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Ένα μαχαίρι από ήλιο</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> χάραξε το γυμνό σώμα</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> βυθίζοντας το φως</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> σ&#8217; αμμουδερά πηγάδια.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Θαλασσινά νερά</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στέγνωσαν τη δίψα μας.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">από το ποίημα «Στους βυθούς του ανείπωτου»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο δυνατής λυρικής έντασης ποίημα «Κραυγή της Άνοιξης», η κορύφωση επιτυγχάνεται με την κλιμακωτή επανάληψη της λέξης «λευκό», η οποία, επανερχόμενη κάθε φορά σε διαφορετικό σημασιολογικό επίπεδο, φορτίζει</span><br /><span style="color: #000000;"> το ποίημα με μια ιδιαίτερη δυναμική. Μια δυναμική που οδηγεί τελικά σε λυτρωτική διέξοδο. Κι έτσι φαίνεται να δημιουργείται η καλή τέχνη, ακολουθώντας συνειδητά ή ασυνείδητα αρχετυπικά πρότυπα ρυθμών και παραστάσεων, που εμφωλεύουν βαθιά μέσα μας. Καταγράφω το ποίημα, για να μπορέσω στη συνέχεια να συμπληρώσω τον σχολιασμό μου.</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Αγγίζω τη φωνή</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> κι ο νους μου σαλεύει.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Λευκό του ρίγους,</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> των αθώων στεναγμών.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Της αέναης αφής.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Της αμφίδρομης ροής.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Λευκό των βέβαιων χρόνων.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> που χύνεται στο λευκό χέρι</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> και σε παίρνει πέρα</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στην ανελέητη κραυγή</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> της Άνοιξης.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό το τελευταίο, το «βύθισμα στο γενναίο φως, / που χύνεται στο λευκό χέρι / και σε παίρνει πέρα στην ανελέητη κραυγή / της Άνοιξης», είναι η εκτόνωση και η «λύση» της υπαρξιακής αγωνίας που κορυφώθηκε στους</span><br /><span style="color: #000000;"> προηγούμενους στίχους, με το «λευκό» ως δυναμικό λάϊτ-μοτίβ στην ανάπτυξη του ποιήματος.</span><br /><span style="color: #000000;"> Δεν θα σταθώ αναλυτικά στα ολιγόστιχα, αλλά και τόσο πυκνά μικρότερα ποιήματα του πρώτου μέρους της συλλογής. Θέλω μόνο να γενικεύσω ότι αυτά αποτελούν συμπαγείς λυρικούς πυρήνες, με μορφική αρτιότητα και</span><br /><span style="color: #000000;"> υπαινικτικό βάθος. Διαβάζω τον ολιγόστιχο τίτλο «Σημάδια»:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Τα μάτια υγρά</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στη δίνη της ομορφιάς,</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> ραγίζουν τη μέρα.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ η επιγραμματικότητα και η λιτότητα ανεβάζουν με κάθε στίχο το επίπεδο διέγερσης του αισθητικού εκκρεμούς εντός μας, και το επαναφέρουν χωρίς απώλειες σε μια επόμενη ή μεθεπόμενη ανάγνωση. Το καλλιτεχνικό</span><br /><span style="color: #000000;"> αντικείμενο μπόρεσε, μέσω της κατορθωμένης μορφής, να παγώσει εσαεί σε μια άφθορη κατάσταση. «Ένα κρίνο ταράζει το αίμα», διαβάζουμε ξανά και ξανά, και ο στίχος αυτόνομος σχεδόν και αυτάρκης μάς γεμίζει ένα κενό,</span><br /><span style="color: #000000;"> σαν να περιμέναμε τον ερχομό του.</span><br /><span style="color: #000000;"> Υποκύπτω στον πειρασμό να πω λίγα λόγια και για το τελευταίο ποίημα της πρώτης ενότητας, ένα από τα καλύτερα αυτού του βιβλίου. Έχει τον τίτλο «Ώρα καλή», που μας προϊδεάζει για ένα ζεστότερο και νοσταλγικότερο</span><br /><span style="color: #000000;"> κλίμα, προκαλώντας ταυτόχρονα συνειρμικά κύματα βαθύτερου προβληματισμού για τα ανθρώπινα δρώμενα. Το καταθέτω αυτούσιο:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Έρχεται κάποτε η ώρα</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> που μιλά η αυγή</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> και καλπάζουμε στα λειβάδια</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> των τρελλών καιρών και του νοτιά.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Ανατριχίλα του κορμιού</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> σαν γνώση του θανάτου,</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> κοχλάζει το αίμα.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Ταράζει τ&#8217; ακραίο κύτταρο.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Άνοιξε πανιά</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> κι έβαλε πλώρη</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> για ταξίδια &#8211; και την άγρα των πουλιών.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Ώρα καλή</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στον ήλιο και το σκοτάδι των κοχυλιών.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Ώρα καλή</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στους ανέμους που κρατάνε</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> της αγάπης τον λυγμό και το φανέρωμα.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια αύρα αγάπης και αισιοδοξίας αναδύεται μέσα απ&#8217; τους πιο πάνω στίχους. Ένας μετρημένος θαυμασμός για το δώρο της ζωής και μια υπόγεια ανατριχίλα για τα πρόδηλα όρια και το πεπερασμένο της επίγειας ευτυχίας.</span><br /><span style="color: #000000;"> 0 επίλογος, με το χαρακτηριστικά επαναλαμβανόμενο «Ώρα καλή», εκπέμπει μιαν ανάλαφρη τραγουδιστική αύρα, που συνεπαίρνει τον αναγνώστη με την πηγαιότητα της. Το αισθητικό αποτέλεσμα, και πιο συγκεκριμένα η αισθητική ηδονή, εκρέει απ&#8217; το συνήθως απρόβλεπτο κυμάτισμα της μορφής, προσλαμβανόμενη σαν «πτερυγισμός και λαχτάρα στο στήθος».</span><br /><span style="color: #000000;"> Μπαίνω τώρα απευθείας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, για να δώσω ένα σύντομο στίγμα του. Στα είκοσι έξι τόσα ποιήματα αυτής της ενότητας το αισθητικό αποτέλεσμα δεν είναι παντού το ίδιο. Αλλά κι εδώ, όταν κάτι</span><br /><span style="color: #000000;"> μας ικανοποιεί λιγότερο, οφείλεται προφανώς στον πειρασμό του διανοούμενου δημιουργού να διαλογιστεί καθαρότερα και να φιλοσοφήσει αμεσότερα. Πιο συγκεκριμένα -και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω- μιλάμε για</span><br /><span style="color: #000000;"> τη χρήση ενίοτε ποιητικά αδρανών αφηρημένων εκφράσεων ή καθαρά λογικών προσδιορισμών, όπως για παράδειγμα:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Περαστικοί μαχόμαστε λαθραία</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> την παράταιρη ιαχή του συρφετού</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> ή</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Πλανιέσαι σ&#8217; ένα πέλαγος</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> αφροντισιάς και πλήρωσης.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Να μη μας διαφεύγει, ότι στην καλή ποίηση φτάνει κανείς μόνο όταν εκκινεί από το συγκεκριμένο και ρεαλιστικό, το οποίο εμποτίζει διακριτικά και ισορροπημένα με μια υπέρλογη αισθαντικότητα. Γενικότερα όμως βρίσκουμε και στη δεύτερη ενότητα καλά ποιήματα, ιδιαίτερα τα πιο σύντομα, στα οποία ο δημιουργός αισθητοποιεί ικανοποιητικά τις ιδέες και τα συναισθήματά του,</span><br /><span style="color: #000000;"> αποφεύγοντας τους πειρασμούς των άμεσα διανοητικών ρήσεων. Σας μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το λυρικά νευρώδες ποίημα με τον τίτλο «Στα κατάρτια της άπνοιας»:</span><br /><em><span style="color: #000000;"> Νερό, νερό που σπάζει</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στην άκρη της βαθιάς κουφάλας.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Νερό που αναβλύζει</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> τη λαχτάρα των εφησυχασμένων.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Νερό, καταφύγιο στα κατάρτια</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Νερό, να ξεπλύνουμε τη ξαβαμμένη</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> σκόνη</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> της ακμής των αετών.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Νερό, νερό</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> να ξεπλύνουμε τη ψυχή μας.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Τέτοιοι στίχοι νιώθεις πως προϋπήρχαν, γιατί έτσι έπρεπε να είναι, χωρίς ορατά τα σημάδια επεξεργασίας από τον ποιητή, ο οποίος απλώς τους ανέσυρε στην επιφάνεια για να γίνουν αναγνωρίσιμοι και δραστικοί. Παρόμοια κατορθωμένα κομμάτια απαντούν καίρια και αφοπλιστικά στην αχρείαστη συζήτηση περί μορφής και περιεχομένου. Αφού επιβεβαιώνουν ότι η ίδια η μορφή είναι αξεχώριστη από το περιεχόμενο, το οποίο ενυπάρχει</span><br /><span style="color: #000000;"> σ&#8217; αυτήν ως βαθύτερη εμπνοή, στη σπερματική ήδη σύλληψη του ποιήματος. Για να βγουν όμως με τέτοια παρθενικότητα και πληρότητα χρειάζεται μια επώαση μακρόχρονη και οδυνηρή. Κι ο Γιάννης Ποδιναράς είναι ένας δύστοκος δημιουργός. Ρίχνει στα βάθη της ψυχής του σκληρούς σπόρους. Η σπορά του, παίρνοντας χρόνο για να ριζώσει και να πετάξει ανθούς, δείχνει κάθε φορά να τον εξαντλεί. Τι πιο φυσιολογικό όμως, από το να νιώθει ο ποιητής, ύστερα από κάθε προσπάθεια, ότι τα έδωσε όλα;</span><br /><span style="color: #000000;"> Κλείνω και τη δεύτερη αυτή ενότητα της συλλογής, δίνοντας ακόμα ένα λυρικά υποβλητικό εξάστιχο:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Γυρεύουμε ένα δέντρο</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> να κρυφτούμε.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Να λυθούν οι πλάνες</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στο οξύ αγιάζι των ίσκιων.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Στο θρόισμα της σιγανής φωτιάς.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Στην αρμυρή ηδονή της θάλασσας.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">από το ποίημα «Εδέμ»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι στίχοι μιλούν από μόνοι τους, αφού εκφράζουν με επιγραμματική υποβλητικότητα το υποστασιακό δράμα του ανθρώπινου όντος, που αναζητεί ζεστασιά και ασφάλεια στον κόρφο της μάνας φύσης. Μιας φύσης, που </span><span style="color: #000000;">μόνη αυτή με την αιωνιότητά της μπορεί να σκεπάσει &#8211; έστω για λίγο- το γυμνό κορμί της θνητότητάς μας. Τι μαγική στ&#8217; αλήθεια παραμυθία; Η ποίηση μάς βοηθά να νιώθουμε πιο ελαφρύ το διαχρονικό οντολογικό μας άλγος. Και πέραν οποιασδήποτε άλλης εξαντλήσιμης και ρηχής ηδονής, έχει απ&#8217; τη φύση της τη δυνατότητα να προκαλεί κάθε φορά μέσα μας τη φευγαλέα έστω αί</span><span style="color: #000000;">σθηση της υπέρβασης της προσωρινότητάς μας.</span><br /><span style="color: #000000;"> Περνώ τώρα στην τρίτη ενότητα του βιβλίου, με τον παράξενα υποβλητικό τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων. Τίτλος, που ανεβάζει ονειρικά τον αναγνώστη πάνω σε μια ιλιγγιώδη αιώρα, όπου η ανάγνωση κάθε ποιήματος είναι</span><br /><span style="color: #000000;"> και μια ριγηλή ώθηση σε μια εναλλασσόμενη ταλάντευση. Μια ταλάντευση, που έχοντας για αφετηρία το συγκεκριμένο κι επίγειο, εκτινάσσει συχνά την ψυχή και το πνεύμα σε χώρους μιας ουσιαστικότερης και βαθύτερης εμπειρίας. Καταθέτω το καταληκτικό μέρος από το ποίημα </span><span style="color: #000000; line-height: 1.7;">«Συνάντηση»:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Μαντατοφόρος η μοίρα των πουλιών</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> ζωγράφισε τ&#8217; ονειρεμένο ταξίδι</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> απ&#8217; τους ρόζους της γης</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> ως τις παρυφές του φεγγαριού.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Και το μήνυμα πήγε διάτρητο</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> aπ’ τις πληγές των ανθρώπων-</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> ν’ απαλύνει το λευκό των άστρων</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> και ν’ αφήσει το βάρος της λάσπης</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> μετέωρο στους γαλαξίες.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα περισσότερα φυσικά από τα ποιήματα της τρίτης ενότητας είναι μια ακόμα οφειλόμενη σπονδή στον χαμένο χρόνο και τον χαμένο γενέθλιο τόπο της κατεχόμενης Μόρφου. Ο Γιάννης Ποδιναράς δεν ξετυλίγει καμιά μακρόπνοη ή μεγαλόπνοη Ιερεμιάδα στη μνήμη των τόπων που κρατούν στα σπλάχνα τους την κιβωτό της παιδικής του ηλικίας. Ο λόγος του ακούγεται συγκρατημένος και αξιοπρεπής, και τα δάκρυά του έχουν πια αποκρυσταλλωθεί σε δωρικούς αγαλμάτινους στίχους, όπως οι ακόλουθοι:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Φύλλα διάφανα</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> νερά της άμμου</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> πότισαν τη φυγή μας.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Βυθός του πράσινου κήπου</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> χάραξε την αφή της θάλασσας.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Πρώτο άγγιγμα</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> παλμοί της ζωής μας</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στέρεψαν την κοίτη της λήθης.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Μόρφου, γεφύρι στην καρδιά</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> της ξένης γης.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Μόρφου, γεφύρι στο βαθύ πηγάδι</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> του νόστου.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217; ένα άλλο κάπως μεγαλύτερο ποίημα για τη Μόρφου, γραμμένο το 2005, με βαρύ και αποκαλυπτικό βηματισμό, ο οραματισμός για το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει την πανηγυρική λύτρωση δίνει στους στίχους μια ριγηλή και τελετουργική πνοή. Ας δούμε το μέρος τούτο:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Μη&#8230; μου ψιθύρισες.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Μη θερμαίνεις το πεσμένο μου σώμα.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Μην ανοίγεις διάπλατα τον κλειστό δρόμο της ψυχής μου.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Μίλα μου μόνο σαν θα είσαι σίγουρος</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> πως τα όνειρα θα ορθώσουν επί τέλους το ανάστημά τους.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Θα περάσουν τις γραμμές και θα ενωθούν</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> με το μεγάλο διάφανο άστρο</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> σ&#8217; ένα θρίαμβο απροσπέλαστο</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> που σαρώνει τους παλιούς καιρούς</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> και στεφανώνει την έγερση των καινούργιων ασμάτων.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Ακούγεται η μακρινή καμπάνα μιας Ανάστασης σε τούτο το ποίημα. Κι αν η πραγματική ανάσταση ίσως αργεί να έλθει ακόμα, ο Γιάννης Ποδιναράς μπορεί με την τέχνη του να προκαλέσει μέσα μας τα αισθήματα τέτοιας γιορ-</span><br /><span style="color: #000000;"> τής και να μας γεμίσει κατάνυξη. Κι η καλλιτεχνικής προέλευσης κατάνυξη δεν είναι, καθώς προείπαμε, ποτέ εξαντλήσιμη, αλλά βιώνεται τελετουργικά σε κάθε ανάγνωση.</span><br /><span style="color: #000000;"> Τι έμεινε τώρα να σχολιάσω από το ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Ποδιναρά; Μα φυσικά τα «Ελεγεία», και συγκεκριμένα εκείνα που αναφέρονται σε αγαπητούς λογοτέχνες, που έφυγαν αφήνοντας πίσω υποδειγματική ζωή και έργο. Τα ελεγεία αυτά μου αρέσουν, γιατί είναι συνθέσεις που αναπτύσσονται με πολλαπλές ψυχικές και πνευματικές κινήσεις, κάτι που απαιτεί ανάλογη μορφική αντιστοιχία. Δοκιμάζονται εν ολίγοις οι δυνατότητες του δημιουργού στη συνθετική δημιουργία, όπου το λυρικό διαπλέκεται με το αφηγηματικό και το δραματικό οδηγείται λυτρωτικά στη λύση του. Με τράβηξε ιδιαίτερα η</span><br /><span style="color: #000000;"> αρμονική κλασική συμμετρία και η διανοητική υπαινικτικότητα του αφιερώματος στον αξέχαστο Θεοδόση Νικολάου, προπάντων η λιτή κι ελλειπτική εισαγωγή, με το ακόλουθο επιγραμματικό τετράστιχο:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Στην ταβέρνα, καθώς πίναμε κονιάκ,</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> μου είπες πως πρέπει να κλείνουμε καλά το μπουκάλι</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> για να μη χάνεται το άρωμα.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Φύλακας της πεμπτουσίας.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι εδώ να σταματούσε το ποίημα, θα ήταν μια πολύ δυνατή επιγραμματική προσωπογραφία. Ό,τι παρακάτω με διανοητική διεισδυτικότητα ακολουθεί, πλεονέκτημα ή μειονέκτημα δεν με απασχολεί, αναλύει κι εδραιώνει μια </span><span style="color: #000000;">δυνατή σύλληψη.</span><br /><span style="color: #000000;"> Το δεύτερο ελεγείο στο οποίο θ&#8217; αναφερθώ μνημονεύει τον προώρως εκδημήσαντα, αξέχαστο λογοτέχνη Θεόδωρο Στυλιανού. Η αυθεντική του προσωπικότητα ζωντανεύει παραστατικά μέσα από την επιγραμματική και </span><span style="color: #000000;">συγκινημένη πένα του Γιάννη Ποδιναρά:</span></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Το λεωφορείο της γραμμής,</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> το υπεραστικό ταξί και το τηλέφωνο</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> κουβάλησαν τα δώρα σου</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Σεριάνισαν την αρχοντιά</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> των ταπεινών και των αθώων</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> στην άκρη της ανόθευτης ματιάς σου.</span></em><br /><em><span style="color: #000000;"> Στην άκρη της γαλήνης σου.</span></em></p>
<p><span style="color: #000000;">(απόσπασμα)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένιωσα πραγματική συγκίνηση, όταν διάβασα πρώτη φορά αυτό το ποίημα. Σίγουρα όχι μόνο επειδή μου θύμισε το γεγονός της απουσίας ενός πολύ αγαπητού φίλου, αλλά εξίσου και για τον τρόπο που μου τον έφερε στη </span><span style="color: #000000;">μνήμη η ποίηση. Τούτο σημαίνει ότι το καλλιτεχνικό γεγονός πραγματώθηκε με επιτυχία. Κι αυτό είναι ταυτόσημο με την αισθητική καταξίωση του δημιουργού.</span></p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ </strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Φαράγγια των Αγγέλων</strong></h4>
<h5><strong>Αισθητικές Αναλύσεις Ποιητών, Διαδίκτυο, Φεβρουάριος 2009</strong>.</h5>
<p>Μια ποιητική συλλογή που ταξίδεψε από την Κύπρο κι έφθασε στα χέρια μου είναι αυτή του Γ.Π. Από τις &#8220;ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΤΥΠΟΙΣ&#8221; που εδρεύει στη Λευκωσία, κυκλοφόρησε το 2008 το &#8221; Φαράγγια των Αγγέλων.</p>
<p>Ο ποιητής φτιάχνει, κατασκευάζει έναν δικό του κόσμο που όμως είναι αχώριστος από το παρελθόν. Νοσταλγεί και με βαθιά θλίψη στην καρδιά του, αναπολεί. Η μνήμη ατελεύτητη ζει πάντα εκεί, σπρωγμένη από ελπίδες ψεύτικες και διωγμένες ψυχές.</p>
<p>Φεύγει πριν δει ένα τέλος, μα κάθε νύχτα γυρίζει ξανά. Ντύνεται σκοτάδι κι όνειρο, στέκεται στα ίδια μέρη νοσταλγός των ίσκιων που τον ακολουθούν, σαν ταινία που προβάλλεται με φόντο τις σκιές, που είναι πάντα εδώ και τον κυκλώνουν.<br />Ο αέρας πνίγει τ&#8217; αδέσποτα ερείπια, με τη σκόνη σεντόνι λευκό που αυλακώνει τις ρωγμές. Νιώθει τη σιωπή σαν μια αγάπη μεγάλη που κράτησε μια ζήση ολάκερη που όμως το τέλος της δεν θέλησε να δει.</p>
<p>Για τον ποιητή είναι μια πληγή που αιμορραγεί. Μια παγίδα που άλλοι ερήμην του έστησαν. Μ&#8217; ένα μέλλον πικρό που γουλιά γουλιά πίνεται σε χείλη στυφά.</p>
<p>&#8221; Ένα κρίνο ταράζει το αίμα<br />κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.<br />Τα μάτια υγρά<br />στη δίνη της ομορφιάς<br />ραγίζουν τη μέρα.&#8221;</p>
<p>Ο λυρισμός στη γραφή του είναι λευκός, διάφανος σε όλες τις εκφάνσεις του λόγου του. Η γραφή διαθλάται στον αθέατο και ταυτόχρονα θεατό μνημείο του νόστου.</p>
<p>&#8220;Λευκό του ρίγους.<br />Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας&#8221; («ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ»)</p>
<p>&#8220;Το λευκό χέρι με τη γνώριμη γεύση<br />άγγιξε τους ήχους της ζωής μας&#8221; («ΔΙΧΤΥ ΑΠΟ ΜΕΤΑΞΙ»)</p>
<p>&#8220;Γλιστράμε στα φαράγγια των αγγέλων<br />στο βαθύ ποτάμι που χάραξε το βάραθρο<br />έπνιξε τη φωνή πήρε πίσω το λευκό, γυμνό τους σώμα<br />και τους έριξε σε ξένα σκοτάδια&#8221; («ΦΑΡΑΓΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ»)</p>
<p>Βυθομετρά κι αφουγκράζεται την ψυχή του με λαχτάρα πικρή που διασώζεται από την ελπίδα. Μαστιγώνει τον τόπο, τον χρόνο, το άπειρο και ζωγραφίζει τραγούδια με λέξεις αγνές, βελούδινες. Τις αγγίζει για να βρει τον λυτρωμό με μετέωρα βήματα. Ο έρωτας δεν βρίσκει χώρο κι αλλού είναι που προσδιορίζει την προοπτική του, στην αγάπη, στα ποιήματα και τους ποιητές.</p>
<p>«ΣΠΟΝΔΗ»</p>
<p>&#8220;Τους ποιητές μην τους αφήνουμε στο δρόμο.<br />Να τους ακολουθούμε<br />στην κόψη των ονείρων μας.<br />Καρφιά που σημαδεύουν<br />τα μυστικά λημέρια της καρδιάς μας.<br />Χωρίς πληγές<br />δε ζωγραφίζουνε τον κόσμο.&#8221;</p>
<p>Σαν χαρτοπόλεμο που πετάει ψηλά η μνήμη αδικαίωτη μένει. Οι συγκινήσεις φιλτράρονται μέσα από την αγάπη και ζεσταίνουν αισθήσεις. Η πίκρα φυλακισμένη καλά στον αέρα που τρυπά αποφάσεις ηρωικές πριν την έξοδο. Απόκληρα, έρημα τα σώματα σεργιανούν σε μέρη που κυνηγούνται από την αθέλητη φυγή. Ο πόνος, η πίκρα και η στυφή γεύση της απαντοχής συνοδεύουν το πόνημα.<br />Το τέλος τον οδηγεί σε μέθεξη μυστική.</p>
<p>«MΕΘΕΞΗ»</p>
<p>&#8220;Σπλάχνα μέσα στην ταραχή της ξένης ζωής<br />κι η ψυχή μια κούραση που ζωγράφισε<br />τα πρόσωπα με την ομορφιά της καρτερίας.<br />Πληγές που γνώρισαν τον κόσμο<br />πέρα από οράματα και κάθε προσδοκία.</p>
<p>Το σφύριγμα του βοριά έφερε τους παλιούς ήχους<br />απ&#8217; τους ίσκιους που αγρυπνούν<br />για αμόλυντους κήπους.<br />Κι εμείς σφίξαμε στο στήθος τις φωνές σωπαίνοντας.<br />Γνωρίζοντας καλά το βάλσαμο<br />και τη βουβή, μυστική μ έ θ ε ξ η<br />που στάλαξε βαθιά μέσα μας<br />την αιώνια κυοφορία.&#8221;</p>
<p>Το νερό θα ξεπλύνει τη μνήμη στο λευκό των βέβαιων χρόνων. Μαζί του σεργιανάμε και κλείνουμε απαλά τα μάτια στις εικόνες που ξεπηδούν από τις σκέψεις και τις ανάσες του Γιάννη Ποδιναρά σε τούτο το ταξίδι προς τη νοσταλγία. Εκεί που η αγάπη χάθηκε στα μονοπάτια του γυρισμού και ντύθηκε από την ματιά του ποιητή.</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">,</p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Palmografos 16/6/2011</span></p>
<h4><strong>Το συνολικό ποιητικό έργο του Γιάννη Ποδιναρά</strong></h4>
<p><span style="color: #000000;">Μια Εξέχουσα Ποιητική Παρουσία από την Κύπρο&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όταν κόβεις κομμάτια</span><br /><span style="color: #000000;">απ’ την ψυχή σου</span><br /><span style="color: #000000;">μοιράζοντάς τα</span><br /><span style="color: #000000;">σ’ έναν κόσμο παγωμένο</span><br /><span style="color: #000000;">ζεσταίνεις τις καρδιές των ανθρώπων.</span><br /><span style="color: #000000;">Κι η ψυχή σου</span><br /><span style="color: #000000;">δεν τελειώνει.</span><br /><span style="color: #000000;">Όσο δίνεις,</span><br /><span style="color: #000000;">τόσο μεγαλώνει,</span><br /><span style="color: #000000;">για να χωρέσει</span><br /><span style="color: #000000;">όλο το χιόνι της γης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Τίτλος «Αντίδωρο» από τη Συλλογή «Ένα Πράσινο Θολό»).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Γιάννης Ποδιναράς γεννήθηκε το 1951 στη Μόρφου της Κύπρου. Όταν έγινε η τουρκική εισβολή, είχε μόλις ολοκληρώσει το 2ο έτος της Αγγλικής Φιλολογίας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, από το οποίο απεφοίτησε το 1976. Στη συνέχεια, σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Έπειτα πήγε για ένα χρόνο στην Αγγλία, όπου πραγματοποίησε τις Μεταπτυχιακές Σπουδές του στα Παιδαγωγικά. Το 1980 επέστρεψε στην Κύπρο. Υπηρέτησε ως Βοηθός Διευθυντής και δίδαξε σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Αφυπηρέτησε πριν από δύο περίπου χρόνια.</span><br /><span style="color: #000000;">Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές Συλλογές του: 1) «Ένα Πράσινο θολό» (1996) και 2) «Φαράγγια των Αγγέλων» (2008).</span><br /><span style="color: #000000;">Ο Γιάννης Ποδιναράς έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μελέτες και άρθρα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει μάλιστα τιμηθεί με το Πρώτο Βραβείο σε Ποιητικό Διαγωνισμό με θέμα τη Μόρφου, που προκήρυξε ο Πολιτιστικός Όμιλος Μόρφου, το 2002.</span><br /><span style="color: #000000;">Η πρώτη εκδοθείσα ποιητική Συλλογή του Γιάννη Ποδιναρά («Ένα Πράσινο Θολό», 1996) αποτελεί την πρώτη επίσημη παρουσία του ποιητή στα ποιητικά δρώμενα της Μεγαλονήσου. Το έργο αποτελείται από 3 ενότητες: Η 1η ενότητα απαρτίζεται από 24 μεμονωμένα ποιήματα, η 2η – «Το άνθος της άπειρης άμμου» – από 10 άτιτλες συνθέσεις, και η 3η – «Καλοκαιρινά γητέματα» – από 4 συνθέσεις, επίσης άτιτλες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τίτλος της συλλογής οφείλεται στον ομώνυμο τίτλο του πρώτου ποιήματός της: Ένα πράσινο θολό</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο πατέρας γέρασε.</span><br /><span style="color: #000000;">Πάνε χρόνια που ’φυγε</span><br /><span style="color: #000000;">διωγμένος απ’ το περιβόλι του</span><br /><span style="color: #000000;">να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.</span><br /><span style="color: #000000;">Στον καπνό του τσιγάρου</span><br /><span style="color: #000000;">μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια</span><br /><span style="color: #000000;">τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.</span><br /><span style="color: #000000;">Το Λονδίνο μια ομίχλη.</span><br /><span style="color: #000000;">Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.</span><br /><span style="color: #000000;">Και δε λέει να ταξιδέψει</span><br /><span style="color: #000000;">να δει τ’ αγγόνια του στο νότο.</span><br /><span style="color: #000000;">Λέει πως γέρασε πολύ και δε θ’ αντέξει το ταξίδι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει</span><br /><span style="color: #000000;">το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.</span><br /><span style="color: #000000;">Την έπαρση του εφήμερου.</span><br /><span style="color: #000000;">Το κτίσμα το πεπερασμένο.</span><br /><span style="color: #000000;">Τον τάφο των πουλιών</span><br /><span style="color: #000000;">που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές</span><br /><span style="color: #000000;">των ούριων ανέμων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου.</span><br /><span style="color: #000000;">Σαν γυρίσει το σύννεφο</span><br /><span style="color: #000000;">θα τρυγήσω το περιβόλι.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Το “πράσινο θολό” είναι η έκτυπη σφραγίδα της Μόρφου, της γενέθλιας πόλης του ποιητή, στη μνήμη του. Η Μόρφου των πορτοκαλόδεντρων και των λεμονανθών είναι φυσικό άλλωστε να σεργιανά στη μνήμη του ως αντικατοπτρισμός του πράσινου. Το ποίημα “Ένα πράσινο θολό” είναι μια ποιητική κατάθεση στην εμπειρία της προσφυγιάς. Ο ήρωάς του, ο πρόσφυγας πατέρας, διωγμένος απ’ το περιβόλι του / …μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες. Αυθεντικό κομμάτι του κυπριακού κόσμου ο ήρωας, βυθομετρά την ψυχή στο ομιχλώδες Λονδίνο και βλέπει τον κόσμο του σήμερα θολό μέσα από το πράσινο αντιφέγγισμα της Μόρφου. Με στωική εγκαρτέρηση υπομένει το σήμερα και είναι βέβαιος για το νόστο: “Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου. / Σαν γυρίσει το σύννεφο / θα τρυγήσω το περιβόλι”» γράφει χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, η φιλόλογος Ελένη Δημητρίου στην εξαιρετική ανάλυση της συγκεκριμένης ποιητικής Συλλογής («Νέα Εποχή», Βιβλιοεπιλογές, Τεύχος 242, 1997, σ.66).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Προσωπικά, πιστεύω ακράδαντα πως από αυτό και μόνο το ποίημα, ο Γιάννης Ποδιναράς είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως ένας ιδιαίτερα χαρισματικός ποιητής. Οι στίχοι: διωγμένος απ’ το περιβόλι του, …δεν ξέρουμε πως θ’ αντέξει / το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς, η εικόνα Στον καπνό του τσιγάρου / μορφές βιαστικές και η ακολουθούσα πρωτότυπη παρομοίωση σαν πλοκάμια / τυλίγονται στο θαμπό τζάμι, οι κοφτές, λιτές φράσεις, όπως: Το Λονδίνο μια ομίχλη. / Η Μόρφου ένα πράσινο θολό και τέλος το εκπληκτικό καταληκτικό τρίστιχο με την υπέροχη αμεσότητα και ζωντάνια του, καθώς τα λόγια του πατέρα εμφανίζονται στο α΄ πρόσωπο (… δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου, …θα τρυγήσω το περιβόλι), όλα αυτά τα στοιχεία – και όχι μόνο – σίγουρα υπογραμμίζουν την έξοχη ποιητική δεξιοτεχνία του Γιάννη Ποδιναρά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παλμοί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα πρωινά στον ξεχασμένο κάμπο</span><br /><span style="color: #000000;">κοιτούσαμε με απορία</span><br /><span style="color: #000000;">τις ρυτίδες, το κυρτωμένο κορμί του πατέρα,</span><br /><span style="color: #000000;">και στ’ αυτιά μας έφταναν ήχοι</span><br /><span style="color: #000000;">από τις παράξενες συνομιλίες του</span><br /><span style="color: #000000;">με το νερό καθώς πότιζε το περιβόλι.</span><br /><span style="color: #000000;">Χαμογελούσαμε με συγκατάβαση</span><br /><span style="color: #000000;">όταν μουρμούριζε στο χώμα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Γιατί η καρδιά μας δε γερνάει;</span><br /><span style="color: #000000;">Γιατί επιμένουμε;»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το γήρασμα της καρδιάς</span><br /><span style="color: #000000;">θεωρούσαμε φυσικό</span><br /><span style="color: #000000;">ν’ ακολουθεί τις πληγές του σώματος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ήμασταν ακόμη παιδιά…</span><br /><span style="color: #000000;">Η καρδιά μας τώρα</span><br /><span style="color: #000000;">πάλλει με τον ίδιο ρυθμό,</span><br /><span style="color: #000000;">με τη νεανική ένταση</span><br /><span style="color: #000000;">να σπρώχνει το αίμα</span><br /><span style="color: #000000;">στις κουρασμένες πια αρτηρίες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μεθυσμένη, ονειρώδης,</span><br /><span style="color: #000000;">πάλλει η καρδιά</span><br /><span style="color: #000000;">και γλιστρά η ζωή</span><br /><span style="color: #000000;">σαν δροσερός αγέρας</span><br /><span style="color: #000000;">μέσα από τις χαραμάδες</span><br /><span style="color: #000000;">και τα ανοίγματα του χρόνου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυριολεκτικά συναρπαστικός είναι ο λόγος του Γιάννη Ποδιναρά και στους «Παλμούς», όπου ο ποιητής εκφράζει μια πανθομολογούμενη αλήθεια, πως η καρδιά δεν συμπορεύεται με τη γήρανση του σώματος, αλλά παραμένει πάντα το ίδιο ακμαία και «πάλλουσα»! Το κυρίαρχο πρόσωπο του ποιήματος είναι κι εδώ ο «πατέρας» (…κοιτούσαμε με απορία / τις ρυτίδες, το κυρτωμένο κορμί του πατέρα). Το κάλλος του ποιητικού λόγου κλιμακώνεται με τη θαυμάσια οπτικοακουστική εικόνα που ακολουθεί (και στ’ αυτιά μας έφταναν ήχοι / από τις παράξενες συνομιλίες του / με το νερό καθώς πότιζε το περιβόλι). Η παρουσία του ρέοντος νερού, το οποίο άλλωστε συμβολίζει την ίδια τη ζωή, και μάλιστα η προσωποποίησή του, καθώς εμφανίζεται να «συνομιλεί» με τον πατέρα, όπως επίσης η χρήση του επιθέτου «παράξενες» (συνομιλίες) πιστεύω πως αποτελούν μερικά από τα ξεχωριστά εκείνα στοιχεία της σύνθεσης, που υπογραμμίζουν το ποιητικό «σθένος» του Γιάννη Ποδιναρά. Το κύριο θεματικό μοτίβο διατυπώνεται θαυμάσια με την ερώτηση που απευθύνει ο πατέρας στο χώμα που ποτίζει: “Γιατί η καρδιά μας δε γερνάει; / Γιατί επιμένουμε;”. (Ας μη ξεχνάμε ότι η συνομιλία ανθρώπων με προσωποποιημένα στοιχεία της φύσης [εδώ το νερό και το χώμα] ήταν κάτι σύνηθες και στην αρχαιοελληνική ποίηση και στο δημοτικό μας τραγούδι). Ο στίχος – στροφή Ήμασταν ακόμη παιδιά… (με αυτά τα καίριας σημασίας αποσιωπητικά) εμπεριέχει ένα μεγάλο νοηματικό βάρος, καθώς στη φράση αυτή συνοψίζεται η αδιάψευστη αλήθεια (οι νέοι δεν φαντάζονται πως η καρδιά τους δεν θα γεράσει ποτέ), που ο ποιητής διατυπώνει θαυμάσια με το αμέσως προηγούμενο τρίστιχο (Το γήρασμα της καρδιάς / θεωρούσαμε φυσικό / ν’ ακολουθεί τις πληγές του σώματος). Το κάλλος του ποιητικού λόγου κορυφώνεται με τις δύο εξαιρετικές στροφές που ακολουθούν, όπου ο ποιητής – με την απαράμιλλη εκφραστική του δύναμη – αναφέρεται στην ακατάπαυστη νεότητα της καρδιάς, στους αναλλοίωτους παλμούς της… Η επανάληψη του ρήματος πάλλει, η χρήση του επιθέτου νεανική (ένταση), το θαυμάσιο δίστιχο να σπρώχνει το αίμα / στις κουρασμένες πια αρτηρίες, τα δυο επίθετα (Μεθυσμένη, ονειρώδης) που συνθέτουν τον 1ο στίχο της τελευταίας στροφής, ο στίχος και γλιστρά η ζωή, και το καταληκτικό τρίστιχο, με την παρομοίωση της ζωής (σαν δροσερός αγέρας) και την εικόνα του χρόνου (μέσα από τις χαραμάδες / και τα ανοίγματα του χρόνου) κορυφώνουν τη συγκίνηση που νοιώθει ο κάθε αναγνώστης – λάτρης της ποίησης μπροστά σε μια τόσο ποιοτική ποιητική σύνθεση…</span><br /><span style="color: #000000;">Το θεματικό μοτίβο που κυριαρχεί στην 2η ενότητα (Το άνθος της άπειρης άμμου) της Συλλογής είναι ο έρωτας, «…ο έρωτας ως απόκριση στην έρημο των ανθρώπινων σχέσεων», όπως γράφει η Ελένη Δημητρίου (σ. 68), η οποία μάλιστα, πολύ εύστοχα, παρατηρεί: «Μέσα από τη λειψυδρία και την αφορία των ανθρώπινων σχέσεων, την άπειρη άμμο, αναδύεται το άνθος του έρωτα, ευοίωνο μήνυμα, μήνυμα πίστης στη ζωή και αισιοδοξίας…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε βρήκα και σε πήρα ένα πρωί</span><br /><span style="color: #000000;">κομμάτι απ’ το βυθό</span><br /><span style="color: #000000;">κι ήπια τη γεύση σου</span><br /><span style="color: #000000;">που ήταν δική μου όλα τα χρόνια.</span><br /><span style="color: #000000;">Ατόφιο μάλαμα αστραφτερό</span><br /><span style="color: #000000;">χάραξε τη ζωή</span><br /><span style="color: #000000;">και βγήκαν αράδα</span><br /><span style="color: #000000;">ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα</span><br /><span style="color: #000000;">γράφοντας με χρυσό</span><br /><span style="color: #000000;">τον κόσμο που ανασύραμε.</span><br /><span style="color: #000000;">Το πρόσωπό μας</span><br /><span style="color: #000000;">που άφησε τη νύχτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αντίστροφα ανάλογη η μικρή έκταση του ποιήματος με την εξαιρετικά μεγάλη δύναμη της γραφής του, της διατύπωσης του νοηματικού του βάρους. Η ανάδυση του έρωτα συνυφαίνεται με τον ήλιο, με τη λάμψη, με το φως. Παρόντα και εδώ τα στοιχεία της φύσης, που κατακλύζουν τη σύνθεση από θεσπέσιες εικόνες (ένα πρωί, κομμάτι απ’ το βυθό, ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα&#8230;). Έντονη η αμεσότητα και η ζωντάνια με την έξαρση του α΄ προσώπου στους 4 πρώτους στίχους (Σε βρήκα και σε πήρα…, ήπια τη γεύση σου / που ήταν δική μου όλα τα χρόνια). Ακολουθεί τριτοπρόσωπη σύνταξη, όταν ο ποιητής αναφέρεται στη ζωή, στη αλλαγή και μετουσίωση της ζωής, μετά την ανάδυση του έρωτα (Ατόφιο μάλαμα αστραφτερό / χάραξε τη ζωή / και βγήκαν αράδα / ήλιοι μικροί χορεύοντας στο κύμα / γράφοντας με χρυσό τον κόσμο…). Κι έπειτα ο «ένας» γίνεται «δύο», το α΄ ενικό μετατρέπεται σε α΄ πληθυντικό, το «εγώ» αλλάζει σε «εμείς» (…τον κόσμο που ανασύραμε, Το πρόσωπό μας…).</span><br /><span style="color: #000000;">Βασική πηγή έμπνευσης του Γιάννη Ποδιναρά για τη σύνθεση της 3ης ενότητας (Καλοκαιρινά γητέματα) της Συλλογής είναι τα θέλγητρα του καλοκαιριού. «Το καλοκαίρι, δύναμη ψυχικής απολύτρωσης, εκτονώνει την ύπαρξη από τον σωματικό μόχθο και την ψυχική φόρτιση του χειμώνα και συντηρεί τη ζωή νέα μέσα στα κύτταρα. Εικόνες γεμάτες από τη χαρά της ζωής συνθέτουν ένα διθύραμβο για το καλοκαίρι…» σημειώνει με την ευαισθησία της κριτικής ματιάς της η Ελένη Δημητρίου (σ. 68).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού</span><br /><span style="color: #000000;">αφέθηκε ο σωρευμένος μόχθος</span><br /><span style="color: #000000;">στις διαθλάσεις του φωτός να λιώνει.</span><br /><span style="color: #000000;">Η ομίχλη του θερινού πρωινού</span><br /><span style="color: #000000;">διαπέρασε το σώμα</span><br /><span style="color: #000000;">κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα.</span><br /><span style="color: #000000;">Κάθε μόριο του κορμιού</span><br /><span style="color: #000000;">ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης</span><br /><span style="color: #000000;">και ιδρωμένο χόρτασε αρμυρό νερό</span><br /><span style="color: #000000;">– δρόσος στ’ ωραίο σμάλτο</span><br /><span style="color: #000000;">δρόσος στ’ αφυπνισμένο πνεύμα</span><br /><span style="color: #000000;">στάλες ως μέσα στο κύτταρο της ζωής. –</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα η αρμύρα άφησε ήδη</span><br /><span style="color: #000000;">τ’ άσπρα σημάδια της στην επιφάνεια.</span><br /><span style="color: #000000;">Το χέρι απλώθηκε να γράφει τη ζωή</span><br /><span style="color: #000000;">στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα.</span><br /><span style="color: #000000;">Ήπιαμε τη χαρά</span><br /><span style="color: #000000;">κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα ακόμη δείγμα τής από κάθε άποψη άψογης ποιητικής γραφής του Γιάννη Ποδιναρά. Ο ολόφωτος «κόσμος» του καλοκαιριού ξετυλίγεται μπροστά μας – μ’ έναν τρόπο μαγικό – από τον πρώτο κιόλας στίχο (Μέσα στη νάρκη του καλοκαιριού). Εκφράσεις, όπως: &#8230;στη νάρκη του καλοκαιριού, …διαθλάσεις του φωτός, …ομίχλη του θερινού πρωινού, …κόβοντας το τεντωμένο νήμα του χειμώνα, …ντύθηκε την υγρασία της ομίχλης, …χόρτασε αρμυρό νερό, δρόσος…, στάλες…, αρμύρα…, …στο σώμα που φίλησε τη θάλασσα, οδηγούν τον αναγνώστη κατ’ ευθείαν στην «καρδιά» του καλοκαιριού, και κατ’ επέκταση στον ήλιο της ίδιας της ζωής. Λέξεις, φράσεις, στίχοι πάλλονται από μιαν απίστευτη δύναμη ποιητικής έκφρασης. Μιας δύναμης που γίνεται ιδιαίτερα αισθητή με τον κυριολεκτικά συναρπαστικό επίλογο της σύνθεσης: Ήπιαμε τη χαρά / κι αυτή μας πότισε τη δίψα της.</span><br /><span style="color: #000000;">Το καταληκτικό τρίστιχο του τελευταίου ποιήματος της Συλλογής, στο οποίο κυριαρχεί ο Έρωτας, αφήνει άφωνο από συγκίνηση και έκσταση τον κάθε αναγνώστη:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ανασηκώθηκε ο Έρωτας</span><br /><span style="color: #000000;">κρατώντας σφιχτά στην παλάμη του</span><br /><span style="color: #000000;">το λευκό χέρι της θάλασσας.</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Η σοδειά των ονείρων</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην οργή της ψυχής σου<br /></span><span style="color: #000000;">βάλε ένα σύννεφο πυκνό της βροχής.<br /></span><span style="color: #000000;">Στο ουράνιο τόξο που ακολουθεί<br /></span><span style="color: #000000;">θα δεις όλα τα χρώματα<br /></span><span style="color: #000000;">να σταλάζουν τη σοδειά των ονείρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Από τη Συλλογή «Φαράγγια των Αγγέλων»)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Συλλογή του Γιάννη Ποδιναρά «Φαράγγια των Αγγέλων» (2008) αποτελείται από 4 Μέρη· το Α΄ απαρτίζεται από 6 ποιήματα, το Β΄ από 26, το Γ΄ από 8, το δε Δ΄ (με τίτλο «Ελεγεία») από 4.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«…Ύστερα από μια δωδεκαετία, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος – όπως συνηθίζουμε να λέγουμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος, με το νέο ποιητικό του βιβλίο που έχει τον τίτλο «Φαράγγια των Αγγέλων», με ό,τι συνειρμικά θα μπορούσε να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων, σηκώνει ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους…» γράφει ο Ανδρέας Πετρίδης στην εισαγωγή της ανάλυσης της Συλλογής αυτής («Νέα Εποχή», Βιβλιοεπιλογές, Τεύχος 299, χειμώνας 2008 – 2009, σ.93).</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σημάδια…</span><br /><span style="color: #000000;">Ένα κρίνο ταράζει το αίμα.</span><br /><span style="color: #000000;">Κρατήσαμε τη γεύση δυνατή.</span><br /><span style="color: #000000;">Τα μάτια υγρά</span><br /><span style="color: #000000;">στη δίνη της ομορφιάς</span><br /><span style="color: #000000;">ραγίζουν τη μέρα.</span><br /><span style="color: #000000;">Πρόκειται για το πρώτο ποίημα της Συλλογής. Μία σύνθεση, της οποίας η μικρή έκταση, το νοηματικό βάρος και οι άψογα δουλεμένοι στίχοι ανακαλούν στη μνήμη μας εκείνα τα αθάνατα αριστουργήματα της αρχαιοελληνικής ποίησης, τα περίφημα Επιγράμματα της Ελληνιστικής Περιόδου.</span><br /><span style="color: #000000;">Όλα τα ποιήματα της Συλλογής μαρτυρούν αφενός την λογιότητα ενός βαθυστόχαστου πνευματικού ανθρώπου και αφετέρου την τρυφερότητα μιας ιδιαίτερα ευαίσθητης ψυχής. Πραγματισμός και λυρισμός συνυφαίνονται με τον πιο αρμονικό τρόπο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αναμφισβήτητα αψεγάδιαστης ποιητικής σύνθεσης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καταφύγιο</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνο να βλέπω</span><br /><span style="color: #000000;">δυο αδελφάκια</span><br /><span style="color: #000000;">στα βλέφαρα του ύπνου.</span><br /><span style="color: #000000;">Με μισάνοιχτο στόμα</span><br /><span style="color: #000000;">να σταλάζουν</span><br /><span style="color: #000000;">τη γαλήνη της βεβαιότητας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έξι μόνο στίχοι, που κατακλύζονται από μιαν απέραντη θάλασσα τρυφερότητας. Ένα θαυμάσιο ποίημα, που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρισθεί ως μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις όχι μόνον της ελληνικής αλλά και της παγκόσμιας ποίησης.</span><br /><span style="color: #000000;">Προσωπικά, διαβάζοντας ξανά και ξανά και μελετώντας εξονυχιστικά όλα τα ποιήματα της Συλλογής «Φαράγγια των Αγγέλων», ειλικρινά δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να «ξεχωρίσω» κάποιο ποίημα. Όλες οι συνθέσεις, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία, φέρουν τη σφραγίδα της τελειότητας και από αισθητικής και από νοηματικής άποψης. Κι όμως δεν μπορώ παρά να ομολογήσω πως το ποίημα που με εντυπωσίασε, που με συγκίνησε και με άγγιξε πιο πολύ ήταν το «Τριών χρονών».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Έχεις τη χάρη της αγάπης</span><br /><span style="color: #000000;">να φτερουγίσεις στη λιτανεία των πουλιών.»</span><br /><span style="color: #000000;">Σου ψιθύρισα σαν προσευχή.</span><br /><span style="color: #000000;">Και συ τριών χρονών μου φώναξες:</span><br /><span style="color: #000000;">«Θέλω να γίνουμε θάλασσες.</span><br /><span style="color: #000000;">Όπως τη θάλασσα να μου μιλάς.</span><br /><span style="color: #000000;">Όπως το κύμα.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διάφορα ποιήματα του Γιάννη Ποδιναρά, ιδιαίτερα αυτά που γράφτηκαν, όταν ο ποιητής ήταν πολύ νέος, δεν έχουν εκδοθεί. Σε κάποια πρόσφατη επικοινωνία μας, ο ποιητής μού είπε το εξής: «Το σημαντικότερό μου ανέκδοτο ποίημα το έγραψα το 2003, πριν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων στο Βορρά, και αφορά το σπίτι μου στη Μόρφου… Αρκετές φορές &#8220;επισκεπτόμουν&#8221; το σπίτι στα όνειρά μου&#8230; Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, μπόρεσα να το επισκεφθώ μερικές φορές…»</span><br /><span style="color: #000000;">Ο Γιάννης Ποδιναράς έχει δεχθεί έντονη επίδραση από τον Διονύσιο Σολωμό και τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Ο ίδιος μάλιστα πιστεύει ότι «ο ποιητής πρέπει να ακολουθεί τον δρόμο που χάραξε ο Σολωμός και ο Καβάφης· να γράφει λίγα, να είναι πολύ προσεγμένη η μορφή και να υπάρχει βάθος νοήματος». Αυτή άλλωστε η άποψη του Γιάννη Ποδιναρά ως προς την ποιητική τέχνη σχετίζεται άμεσα με τα κύρια χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής Ποίησης (μικρές σε έκταση συνθέσεις, τελειότητα της μορφής, αποφυγή κοινοτυπίας, υπαινικτικός τόνος και λογιότητα).</span><br /><span style="color: #000000;">Εύχομαι ολόψυχα στον Γιάννη Ποδιναρά, τον «Πνευματικό Αδελφό» και Καλό μου Φίλο, Υγεία, Ευτυχία, Εμπνεύσεις, Δημιουργικότητα και ό,τι άλλο επιθυμεί… Ευχές που ξεκινούν από την ψυχή μου, ταξιδεύουν παρέα με τα θαλασσοπούλια στη Μεσόγειο και φθάνουν στο Λατρεμένο του Νησί, την «Κύπρο της Αγάπης και του Ονείρου», το «χρυσοπράσινο φύλλο, το ριγμένο στο πέλαγος»…</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΤΡΕΙΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΦΩΝΕΣ &#8211; Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕΙ</strong></h5>
<p>Άρθρο του Λάμπρου Παπαγιάννη (φιλόλογου, BA, MA, PHd)<br />Περιοδικό «ΡΩΓΜΕΣ» ((v.7) p. 76-82, 2007)</p>
<p>Οι τελευταίες εξελίξεις στον Λίβανο έχουν συνταράξει την κοινή γνώμη. Τόσο που ο κόσμος σχεδόν τείνει να δικαιώσει τις –χωρίς αμφιβολία- βαρβαρότητες της Χεζμπολάχ, ταυτίζοντάς την με ένα είδος σωτήρα για τον καταπιεσμένο λαό της Μέσης Ανατολής. Θέλοντας στο παρόν άρθρο να αποφύγουμε γενικότητες και τετριμμένα που αφορούν τον πόλεμο-καθώς και κάθε πόλεμο- και με αφορμή αυτό το γεγονός θα επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε τις περιπτώσεις τριών περιοχών του πλανήτη που λίγο έως πολύ έχουν υπομείνει τις ίδιες ανησυχίες, τις ίδιες αγωνίες και τα ίδια βάσανα. Θα προσπαθήσουμε να συγκρίνουμε τις παράλληλες –και ενδεχομένως τεμνόμενες- ιστορίες της Μ. Ανατολής, της Κύπρου και των αυτοχθόνων της Βόρειας Αμερικής, των ιθαγενών που από μια τυχαία συγκυρία λανθασμένα ονομάστηκαν Ινδιάνοι. Η σύγκριση αυτή αφορά την ποίηση και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο με τον οποίον αποτυπώθηκε στο χαρτί ο φόβος, η αγωνία, η οργή και η ανάγκη για επιβίωση.<br />Πριν προχωρήσουμε μια παρατήρηση: Η Λιβανέζα ποιήτρια Ada Aharoni της οποίας τα ποιήματα βρήκαμε στο Διαδίκτυο γράφτηκαν κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων στον Λίβανο, ενώ ο Κύπριος ποιητής Γ. Ποδιναράς εξέδωσε τη συλλογή του μέσα στη δεκαετία του 1990, δηλαδή είκοσι και πλέον χρόνια από την εισβολή στη Μεγαλόνησο. Τα ποιήματα-θρησκευτικοί ύμνοι των Ινδιάνων γράφηκαν σε διαφορετικές εποχές ανάλογα με το πότε μεγαλούργησε η κάθε φυλή. Καθώς όμως ο πόλεμος αποτελεί τη βασική ιδέα του άρθρου και θεωρώντας ότι αυτός έχει πολύ δυνατή αντίδραση στον ψυχισμό του ανθρώπου και ότι τα συναισθήματα που προκαλεί χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη των ποιητών θα παραβλέψουμε αυτήν την ασυγχρονία.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ</strong></p>
<p>ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ <br />Ο πατέρας γέρασε.<br />Πάνε χρόνια που ’φυγε <br />διωγμένος απ’ το περιβόλι του<br />να μετράει την καρδιά του σε παροικιακούς καφενέδες.<br />Στο καπνό του τσιγάρου<br />μορφές βιαστικές σαν πλοκάμια<br />τυλίγονται στο θαμπό τζάμι.<br />Το Λονδίνο μια ομίχλη.<br />Η Μόρφου ένα πράσινο θολό.<br />Και δε λέει να ταξιδέψει<br />να δει τα’ αγγόνια του στο νότο.<br />Λέει πως γέρασε πολύ και δε θ’ αντέξει το ταξίδι.</p>
<p>Όμως εμείς ξέρουμε πως δε θ’ αντέξει<br />Το σιδερένιο νήμα της λήθης και της φωτιάς.<br />Την έπαρση του εφήμερου<br />Το κτίσμα το πεπερασμένο.<br />Τον τάφο των πουλιών<br />που αψήφησαν τις έγκλειστες πνοές<br />των ούριων ανέμων.</p>
<p>΄΄ Μη σας νοιάζει που δεν έρχομαι στ’ αγγόνια μου.<br />Σαν γυρίσει το σύννεφο<br />θα τρυγήσω το περιβόλι. ’’</p>
<p>ΜΟΡΦΟΥ 1992</p>
<p>Φως πολύεδρο.<br />Άγουροι καρποί του σφρίγους<br />σ΄ εκτεθειμένα σώματα<br />στα χείλη της κλεμμένης γης.<br />Βλαστοί, σαν πληγές ανάλλαγες της νοτιάς,<br />σφράγισαν στην υγρασία των ίσκιων<br />τις πρώτες διαθέσεις…</p>
<p>Άνυδρα τώρα μέρη τρέφουν τους ίσκιους.<br />Μια μυρωδιά από ένα μανταρίνι<br />που δεν πρόλαβα να ξεφλουδίσω<br />αρμενίζει στις θολές γραμμές<br />των νοτισμένων κήπων…</p>
<p>Κτίσαμε καράβια<br />για να ας είναι πιο εύκολο <br />το ξερίζωμα</p>
<p>Στο ποίημα αυτό ο γιος μιλάει για τον εξόριστο στο Λονδίνο πατέρα του. Ο πατέρας είναι διωγμένος από τον Αττίλα. Το περιβόλι παραπέμπει στην αγροτική ζωή και οικονομία ης Μόρφου. Οι καφενέδες και το τσιγάρο των επόμενων στίχων μοιάζουν να είναι η μόνη παρηγοριά, παρηγοριά που σύντομα φέρνει στον νου του πατέρα μορφές, οι μορφές φέρνουν την ανάμνηση και σύντομα καταλήγουμε σε μια ταύτιση Λονδίνου-Μόρφου. Η συνήθως ομιχλώδης, λονδρέζικη ατμόσφαιρα ξαφνικά μεταφέρεται σε μια παραδοσιακά ζεστή και ηλιόλουστη χώρα. Η ομίχλη του Λονδίνου γίνεται πράσινη και ταξιδεύει στην πολύπαθη Μόρφου. Ο πατέρας δεν ταξιδεύει γιατί δεν μπορεί. Δεν μπορεί άραγε ή δεν θέλει όπως μας πληροφορεί η δεύτερη στροφή; Δεν αντέχει το ταξίδι ή το πράσινο θολό, τη λήθη του 2ου στίχου, που στην πραγματικότητα είναι ο φόβος για τη λήθη. Οι φόβοι του πατέρα αποτυπώνονται καλύτερα με τη φράση ¨ Τον τάφο των πουλιών ¨.Τα πουλιά είναι ελεύθερα γιατί μπορούν και πετάνε ψηλά. Ο θάνατός τους συμβολίζει την απώλεια της ελπίδας. Τέλος, έχουμε μια δήλωση του πατέρα. Θα γυρίσει στο περιβόλι. Έτσι τελειώνει και το ποίημα, με μια υπόσχεση γεμάτη ελπίδα, αλλά και αγωνία.<br />Κατ’ αντιστοιχία με το πράσινο θολό στο ποίημα «Μόρφου 1992» έχουμε μια περιγραφή της τοποθεσίας αυτής. Τα σώματα είναι εκτεθειμένα, όπως μας πληροφορεί ο 3ος στίχος και η γη κλεμμένη 4ος. Κι εδώ κυριαρχεί το γιατί, το άνυδρο. Οργή για το μανταρίνι που δεν πρόλαβε ο ποιητής να ξεφλουδίσει, όταν ξαφνικά στην τρίτη στροφή όλα αλλάζουν ο ποιητής φαίνεται να κατηγορεί εμμέσως τον εαυτό του. Τα καράβια που οι ίδιοι έφτιαξαν τους ξερίζωσαν. Τι ειρωνεία! Καράβια που ήταν προορισμένα να μεταφέρουν τους καρπούς της πλούσιας κυπριακής γης αντ’αυτού μεταφέρουν τους κατοίκους της μακριά, στην εξορία, σε ένα ομιχλώδες, ίσως, Λονδίνο(;).<br />Συμπερασματικά ,οργή, αγανάκτηση, αλλά και νοσταλγία κι ένα αναπάντητο γιατί βασανίζει τον ποιητή.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ADA AHARONI, MAHMUD DARWISH</strong></p>
<p>Αντιθέτως προς την αντιμετώπιση του γέρου πατέρα στα προηγούμενα ποιήματα η παλαιστινιακή εκδοχή είναι, θα λέγαμε, σκληρή και εκδικητική. Κατά μια έννοια η ποίηση του Darwish φαίνεται να εκ-λογικεύει τα αντίποινα ( όπως π.χ. τις επιθέσεις αυτοκτονίας ). Η προσμονή, πάντως, καθώς και η ενδόμυχη σιγουριά για τη λύση/επιστροφή είναι εμφανής και στους δύο ποιητές.<br />Κατά την περιήγησή μας στο Διαδίκτυο σε σελίδες που αφορούν στην ποίηση και στην κουλτούρα εν γένει της Μ. Ανατολής, βρήκαμε έντεκα ποιήματα της Λιβανέζας ποιήτριας Ada Aharoni που αξίζουν την προσοχή μας.</p>
<p>ADA AHARONI</p>
<p>The Lie That Exploded</p>
<p>That night that big lie exploded<br />in my heart and in my mind<br />Shattering all my limbs and all my values.</p>
<p>The big lie that violence can stop conflicts<br />Exploded in the very depth of my heart<br />Together with the bombs-</p>
<p>And that explosive night my dreams<br />Exploded <br />With the lie.</p>
<p>Bach In Beirut</p>
<p>A moment of harmony in Beirut-<br />We suddenly heard from one of the houses<br />Bach music beautifully played-<br />The whole stopped<br />To hear to the music.</p>
<p>The pianist played beautifully<br />And the whole company stopped and <br />Listened to the exquisite harmony.<br />The bombs did not succeed to stop us-<br />But a sixteen year old girl<br />Playing Bach music<br />Stopped us!<br />&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8211;</p>
<p>Το πρώτο ποίημα τιτλοφορείται «Το Ψέμα που Εξερράγη» και η αναφορά στους βομβαρδισμούς είναι κάτι παραπάνω από σαφής. Η ποιήτρια στον 4ο στίχο μας πληροφορεί ότι δεν είναι οπαδός του δόγματος ‘πολέμησε τη φωτιά με τη φωτιά’. Μιλάει για την καταστροφή αξιών και ονείρων και αφήνει να φανεί μια αντιθετική-αν και όχι εκδικητική-στάση προς τη Δύση και τους ισχυρούς. Δεν διευκρινίζει ποιος είπε το μεγάλο ψέμα, μας αφήνει να υποθέσουμε. Η έκρηξη των ονείρων της ποιήτριας στην τρίτη στροφή εκφράζει την απώλεια της ελπίδας ‘όπως και ο στίχος ΄΄τάφος των πουλιών΄΄ του Γ. Ποδιναρά, ενώ στον δεύτερο στίχο η ποιήτρια φαίνεται να θεωρεί υπεύθυνο τον εαυτό της που πίστεψε στο μεγάλο ψέμα κάτι που παραπέμπει στα καράβια του Γ. Ποδιναρά. Αντίστοιχα στον ίδιο στίχο η λέξη lie(ψέμα) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως συμμετρική της κλεμμένης γης του Κύπριου ποιητή στο ποίημα ΜΟΡΦΟΥ 1992. <br />Η απουσία εκδικητικής στάσης κυριαρχεί και στα έντεκα ποιήματα της Aharoni. Αντίθετα προς τα τεκταινόμενα στον Λίβανο προτιμάει να μιλήσει για ειρήνη. Ο στόχος που δείχνει να θέτει είναι η ειρήνη και όχι τα αντίποινα. Ωστόσο, το ποίημα που ξεχωρίζει τόσο για η φιλειρηνική του έκφραση, όσο και για τη μελαγχολία που αποπνέει είναι το «Μπαχ στη Βηρυτό». Αυτό που μένει στο μυαλό του αναγνώστη είναι ο θρίαμβος της μουσικής εναντίον του πολέμου. Ένα κορίτσι με όπλο του ένα πιάνο κατάφερε αυτό που δεν κατάφεραν χιλιάδες ισραηλινά βλήματα: Να σταματήσει μια παρέα φίλων που περπατούσαν. <br />Το ποίημα Identity Card του Παλαιστίνιου M. Darwish έχει μεταφραστεί στα αγγλικά από τα αραβικά:</p>
<p>MAHMUD DARWISH</p>
<p>IDENTITY CARD ( 1964 )</p>
<p>Write down!<br />I am an Arab<br />And my identity card <br />Number is fifty<br />Thousand<br />I have eight children<br />And the ninth will<br />Come after one summer<br />Will you be angry?</p>
<p>Write down!<br />I am an Arab<br />Employed with fellow<br />Workers at a quarry<br />I have eight children<br />I get them bread<br />Garments and books<br />From the rocks..<br />I do not supplicate<br />Charity at your doors<br />Nor do I bellitle<br />Myself at the footsteps<br />Of your chamber<br />So will you be angry?</p>
<p>Write down!<br />I am an Arab<br />I have a name without<br />A title<br />Patient in a country<br />Where people are<br />Enraged<br />My roots<br />Were entrenched<br />Before the birth of<br />Time<br />And before the opening of the eras<br />Before the pines, and<br />The olive trees<br />And before the grass<br />Grew</p>
<p>My father.. descends<br />From the family of the<br />Plow<br />Not from privileged<br />Class<br />And my <br />Grandfather.. was a <br />Farmer <br />Neither well-bred, nor<br />Well-born!<br />Teaches me the pride<br />Of the sun<br />Before teaching me<br />How to read<br />And my house is like<br />A watchman’s hut<br />Made of branches and <br />Cane<br />Are you satisfied with ‘<br />My status?<br />I have a name without<br />A title!<br />Write down!<br />I am an Arab<br />You have stolen the<br />Orchards of my <br />Ancestors<br />And the land which I<br />Cultivated<br />Along with my <br />Children<br />And you left nothing <br />For us <br />Except for these<br />Rocks..<br />So will the State take<br />Them<br />As it has been said?!</p>
<p>Therefore!<br />Write down on the top<br />Of the first page:<br />I do not hate people<br />Nor do I encroach<br />But if I become<br />Hungry<br />The usurper’s flesh<br />Will be my food<br />Beware..<br />Beware..<br />Of my hunger<br />And my anger!<br />&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;&#8212;</p>
<p>Από την αγγλική μετάφραση δεν γίνεται γνωστό αν ο ποιητής απευθύνεται σε έναν ή σε πολλούς.(Write down). Παραδίδει στοιχεία της ζωής του, καθώς επίσης και τον αριθμό ταυτότητας του. Το πενήντα χιλιάδες (50.000) ως στρογγυλό νούμερο μας αναγκάζει να υποθέσουμε ότι αναφέρεται στο πεντηκοστό χιλιοστό θύμα , σε κάποιον νεκρό πιθανώς από βομβαρδισμούς. Έπειτα πληροφορούμαστε ότι δουλεύει μαζί με άλλους σε ένα λατομείο. Η ειρωνεία που κρύβει αυτός ο στίχος έγκειται σε ένα λογοπαίγνιο το οποίο δεν μπορεί να αποδοθεί στα ελληνικά. Ο ποιητής χρησιμοποιεί τη λέξη quarry(=λατομείο) που όμως στα αγγλικά σημαίνει και θήραμα. Στην επόμενη παράγραφο ο ποιητής ψάχνει τα αναγκαία για τα οχτώ παιδιά του, δηλαδή ψωμί, ρούχα και βιβλία, χωρίς να ζητάει ελεημοσύνη. Εδώ φαίνεται και η υπερηφάνεια αυτού του λαού. Η επιλογή της λέξης ‘εξοργισμένοι’ παρακάτω μόνο τυχαία δεν είναι. Εκφράζει το σύνολο του παλαιστινιακού λαού. Έπειτα δηλώνει ότι γεννήθηκε από αγροτική, αλλά περήφανη οικογένεια, ενώ πρέπει να επισημανθεί και η χρήση της λέξης ‘ρίζα’ κάτι που συναντήσαμε και στα ποιήματα του Γ. Ποδιναρά (ξερίζωμα). Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο του ποιήματος είναι η αναφορά στη Παλαιστίνη ως χώρα (country). Στο τελευταίο μέρος του εκτενούς αυτού ποιήματος στρέφεται φανερά κατά της Δύσης, την οποία και προειδοποιεί, σπεύδοντας να δηλώσει ότι η εκδίκηση θα είναι απόρροια της αγανάκτησης και όχι αυτοσκοπός.( I do not hate… And my anger!<br />‘δεν μισώ… οργή μου’).<br />Οργή, λοιπόν, το κοινό στοιχείο που στα ποιήματα που αναλύσαμε μέχρι τώρα. Εκφράζεται ήρεμα (όσο γίνεται) και συνοδεύεται από νοσταλγία στον Γ. Ποδιναρά, με μόνο σκοπό τη με κάθε μέσο ειρήνευση στην Aharoni, ενώ στον Darwish μετατρέπεται σε απειλή ερχόμενη σε πλήρη ισορροπία με τα γεγονότα.</p>
<p> </p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ΙΝΔΙΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Πολεμικό τραγούδι<br />Sioux</p>
<p>Καθάρισε τον δρόμο<br />Με τρόπο ιερό<br />Έρχομαι<br />Η γη <br />Μου ανήκει</p>
<p>Όχι παντοτινά στη γη<br />Aztec</p>
<p>Τάχα ζούμε πραγματικά στη γη;<br />Όχι παντοτινά στη γη<br />Εδώ μόνο για λίγο.<br />Αν ήταν ζαντ πάλι θα έσπαγε<br />Αν ήταν χρυσάφι θα έλιωνε<br />Ακόμη μια τα φτερά του κετζάλ μαραίνονται.<br />Όχι παντοτινά στη γη<br />Εδώ μόνο για λίγο.</p>
<p> </p>
<p>Προφητεία</p>
<p>Iroquois<br />Πριν πολλούς χειμώνες οι σοφοί μας πρόγονοι πρόβλεψαν πως ένα μεγάλο θηρίο με λευκά μάτια θα ερχόταν από την ανατολή και, καθώς προχωρούσε, θα καταβρόχθιζε τη χώρα. Αυτό το θηρίο είναι η λευκή φυλή και η πρόβλεψη κοντεύει να επαληθευτεί. Συμβούλεψαν τα παιδιά τους, όταν άρχισαν να αδυνατίζουν, να φυτέψουν ένα δέντρο με τέσσερις ρίζες που να διακλαδίζονται στον βορρά, στον νότο, στην ανατολή και στη δύση, και τότε να μαζευτούν κάτω από τη σκιά του και να κατοικήσουν ενωμένοι και μονιασμένοι. Αυτό το δέντρο προτείνω να είναι αυτό το σημείο. Εδώ να μαζευτούμε. Εδώ να ζήσουμε κι εδώ να πεθάνουμε.</p>
<p> </p>
<p>Ήρθαν από την ανατολή<br />Maya</p>
<p>Ήρθαν από την ανατολή.<br />Τότε άρχισε και ο Χριστιανισμός.<br />Η προφητεία του εκπληρώθηκε στην ανατολή…<br />Τότε με τον αληθινό Θεό, τον αληθινό Dios <br />Άρχισε η δυστυχία μας. <br />Ήταν η αρχή των φόρων<br />Η αρχή των χρεών στην εκκλησία<br />Η αρχή της αρπαγής πορτοφολιών<br />Η αρχή του πολέμου με τουφέκια<br />Η αρχή στο ποδοπάτημα των ανθρώπων<br />Η αρχή των βίαιων κλοπών<br />Η αρχή τω βίαιων οφειλών<br />Η αρχή των οφειλών στηριγμένων στην ψευδομαρτυρία<br />Η αρχή της πάλης των ανθρώπων<br />Η αρχή της οργής.</p>
<p>Η συγκριτική ανάλυση θα τελειώσει με τη μελέτη κάποιων ινδιάνικων ποιημάτων από τη συλλογή «Στα Ίχνη Του Ανέμου».<br />Το πρώτο ποίημα ονομάζεται ‘Πολεμικό Τραγούδι’ και προέρχεται από τη φυλή Sioux. 1 Η ιερότητα παίζει προφανώς σημαντικό ρόλο στους Ινδιάνους. Ο επόμενος στίχος, όμως, τα λέει όλα: Έρχομαι, η γη μου ανήκει’. Οι Sioux δείχνουν ιδιαίτερα δεμένοι με τη γη τους. Άλλωστε για αυτούς δεν είναι απλά ο τόπος που πρέπει να υπερασπιστούν, αλλά και ο θεός τους.<br />Η ‘Προφητεία’ των Iroquois 2, είναι πιο κοντά στα της Μ. Ανατολής. Κατ’ αντιστοιχία με τους Παλαιστίνιους που εναντιώνονται στην πολιτική των Η.Π.Α., του Ισραήλ και της Ε.Ε. ο Ινδιάνος αυτός ποιητής στρέφεται εναντίον της λευκής φυλής, θεωρώντας την υπεύθυνη (και όχι άδικα) για τις διώξεις και τον αφανισμό τους. Το ποίημα, ωστόσο, μιλά για ειρήνη και για ομόνοια φέρνοντας μας στον νου την Ada Aharoni. Οι στίχοι, βέβαια, που συνοψίζουν μέσα σε λίγες γραμμές τα προβλήματα που προκλήθηκαν από τους εξ ανατολής (αφού οι Ινδιάνοι είναι η Δύση) τιτλοφορείται ‘Ήρθαν από την ανατολή’ και μας παρατίθεται από τους Maya 3. Αξίζει την προσοχή μας ο τελευταίος στίχος : η αρχή της οργής. Είναι σαν να διαβάζουμε τον τελευταίο στίχο του ποιήματος του Darwish (And my anger).Σύμπτωση; Τα κοινά σημεία ,βέβαια, με τα προηγούμενα ποιήματα είναι πολλά: Η απώλεια της ελπίδας εκφράζεται κι εδώ με τα μαραμένα φτερά του κετζάλ 4 κατ’ αντιστοιχία με τον τάφο των πουλιών στο ποίημα ΕΝΑ ΠΡΑΣΙΝΟ ΘΟΛΟ. Το μεγάλο θηρίο των Ινδιάνων μπορεί εύκολα να συσχετιστεί με τις βόμβες στη λιβανέζικη ποίηση αφού και τα δύο εκφράζουν τον πόλεμο και τον θάνατο, ενώ το δέντρο 5 στην ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ αποτελεί σύμβολο της αγροτικής ζωής, καθώς και της ελπίδας. Αντίστοιχα στον Ποδιναρά σύμβολο της ελπίδας αποτελεί το περιβόλι στο οποίο πρόκειται να γυρίσει ο πατέρας και τέλος στην Aharoni ελπίδα εκφράζει ο τελευταίος στίχος του Bach In Beirut. Υπάρχει ακόμα ελπίδα όταν ένα κοριτσάκι χάρη στο πιάνο του σταματάει το πλήθος που δεν κατάφεραν να σταματήσουν οι βόμβες.</p>
<p><strong>ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ</strong></p>
<p>Σε μια προσπάθεια να ‘απολογηθώ’ για αυτήν τη λογοτεχνική προσέγγιση του συγκεκριμένου θέματος πρέπει να επισημάνω ότι αποτελεί μια απόπειρα, απλώς, να ιδωθούν ορισμένα στερεότυπα από διαφορετική σκοπιά. Αυτό που έχει σημασία είναι να αντιληφθούμε ότι κάθε λαός ανάλογα με τη νοοτροπία του και τις εμπειρίες του αντιλαμβάνεται –και άρα εκφράζει- διαφορετικά ένα γεγονός. Παρατηρήθηκαν αρκετές διαφορές ως προς την προσέγγιση του φαινομένου όχι μόνο μεταξύ διαφορετικών εθνοτήτων, αλλά και ανάμεσα στους ποιητές που προέρχονται από τον ίδιο τόπο. Συνοπτικά ο Κύπριος ποιητής εκφράζει οργή, αλλά λανθάνουσα θα έλεγε κανείς, ελπίδα και παράπονο το ίδιο και η Λιβανέζα ποιήτρια, ενώ στον Παλαιστίνιο ποιητή η οργή και το παράπονο αν και υπάρχουν φαίνεται αν παίρνουν σιγά-σιγά τη θέση της εκδικητικής μανίας. Οι Ινδιάνοι, τέλος, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στον ξεριζωμό τους και στο μεγάλο θηρίο της Ανατολής παρά στην εκδίκηση. Φυσικά αυτά αποτελούν κάποια προσωπικά συμπεράσματα και ο κάθε αναγνώστης θα μπορούσε κάλλιστα να εξαγάγει πολλά ακόμα. <br />Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι ο πόλεμος συνεχίζεται (κι αν έχει σταματήσει τη στιγμή που διαβάζετε, ίσως κάποια άλλη σύρραξη να είναι στο προσκήνιο). Ίσως τελικά αυτή να είναι η μοίρα του ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης είχε πει κάποτε ότι ο σκοπός της γέννησης του ανθρώπου είναι η ευδαιμονία και το φυσικό του χαρακτηριστικό η πλεονεξία. Είναι ειρωνική, όσο και λυπηρή η επικράτηση της δεύτερης, γιατί αυτή αποτελεί και τον λόγο των πολέμων άλλωστε. <br />Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στην προφανέστατη αδικία του πολέμου, αποφεύγοντας στερεότυπα όπως μέτωπο Ε.Ε.- Η.Π.Α.- Ισραήλ και άλλες τέτοιου είδους συνωμοσιολογίες τις οποίες δεν γίνεται να τις θεωρούμε δεδομένες, αλλά ούτε και να τις αποκλείουμε. Οι ισραηλινές βόμβες είναι το ίδιο καταστρεπτικές με τη ζωσμένη γύρω από το σώμα Παλαιστίνιων καμικάζι δυναμίτιδα και οι άμαχοι Λιβανέζοι και Παλαιστίνιοι θύματα όσο και οι Ισραηλινοί πολίτες. Το ποιος φταίει μικρή σημασία έχει, το ποιος θα βγει νικητής ακόμα μικρότερη. Η φρίκη του πολέμου μας κάνει να αναρωτηθούμε ποιοι έχουν δίκιο, ποιοι είναι πιο τυχεροί: αυτοί που έζησαν και έχασαν τους δικούς τους ή οι νεκροί; Ποιοι πρέπει να νικήσουν; Επιτρέψτε μου να δανειστώ μια φράση που είχε χρησιμοποιήσει κάποιος κριτικός κινηματογράφου για την ταινία «Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται». Αφιερώνω το άρθρο αυτό σε αυτούς που ακόμα πιστεύουν ότι στον πόλεμο υπάρχουν νικητές!</p>
<p> </p>
<p>…………………………………………………………………&#8230;<br />1 SIOUX : Γενική ονομασία ινδιάνικων φυλών της βόρειας κοιλάδας του Μισσισιπή που ζουν σε μεγάλους καταυλισμούς της Ντακότας.<br />2 IROQUOIS : Γενική ονομασία ινδιάνικων φυλών της περιοχής της Νέας Υόρκης και του γειτονικού Καναδά.<br />3 MAYA : Αρχαίοι κάτοικοι του Γιουκατάν και της Γουατεμάλας, η γνωστή αυτοκρατορία των Μάγια.<br />4 κετζάλ : εξωτικό πουλί<br />5 δέντρο : Το δέντρο για τους Ινδιάνους γενικά αποτελεί και θεϊκό στοιχείο.</p>
<p> </p>
<p>ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ</p>
<p>I. ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ, «Ένα πράσινο θολό» (ποιήματα)………………………… ΚΥΠΡΟΣ 1996<br />II. Ινδιάνικη ποίηση, «Στα Ίχνη Του Ανέμου» Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Ειρήνη Βρης …………..Οδός Πανός 2η έκδοση<br />III. (ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ)</p>
<p> </p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/05/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%bd%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
