<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%BF%CE%B3%CE%BB%CE%BF%CF%85/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Mon, 23 Mar 2026 19:53:58 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 07 Jan 2018 10:48:52 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=9163</guid>

					<description><![CDATA[Ο Γιάννης Καρατζόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946. Αποφοίτησε από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Μ.Β.Α.) από το Brunei University της Μεγάλης Βρετανίας. Εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Α.Π.Θ (1971). Έχει εργαστεί ως διευθυντικό στέλεχος επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα και ως ανώτατο στέλεχος σε Οργανισμό του Δημοσίου. Ποιήματά του &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Ο Γιάννης Καρατζόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1946. Αποφοίτησε από το Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας </span><span style="color: #000000;">και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Μ.Β.Α.) από το Brunei University της Μεγάλης Βρετανίας. Εκπονεί διδακτορική διατριβή στο Α.Π.Θ (1971). </span><span style="color: #000000;">Έχει εργαστεί ως διευθυντικό στέλεχος επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα και ως ανώτατο στέλεχος σε Οργανισμό του Δημοσίου. </span><span style="color: #000000;">Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες, αφιερώματα, περιοδικά, </span><span style="color: #000000;">εφημερίδες και έχουν αναρτηθεί στο Διαδίκτυο. Έχει συστηματικά δημοσιεύσει κείμενα λογοτεχνικής, πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης και κριτικής στα περ. Αντί, Διαβάζω , Νέα Εποχή (Λευκωσίας), Ο Πολίτης, Εντευκτήριο, Νέα Εστία και Ποίηση. </span><span style="color: #000000;">Δημοσίευσε μελέτες για τη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης, αντικείμενο με </span><span style="color: #000000;">το οποίο έχει εκτενώς ασχοληθεί. Από το 2002 είναι τακτικός συνεργάτης του περ. Θεσσαλονικέων Πόλις, όπου έχουν δημοσιευθεί πολλές μελέτες του για την ιστορία της Θεσσαλονίκης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Υπήρξε συνιδρυτής και μέλος του προεδρείου της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών Βορείου Ελλάδος, μετά το 1975. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.<br />
Ο Γιάννης έφυγε από τη ζωή στις 22/3/2026!!</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</span></strong></h3>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΣΗ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;">ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (1970)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΔΕΛΤΑ-ΞΙ-ΘΗΤΑ (1975)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΚΑΥΣΙΜΟΝ (1982)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΑΠΟΣΒΕΣΕΙΣ (1987)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΕΩΣ (2006)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΠΗΓΑΙΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ, Ποιητική Διαδρομή 1964-2009 (2009)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ (2017)</span></p>
<p><span style="color: #000000;"><strong>ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα στη Θεσσαλονίκη- Τα πρώτα 25 χρόνια, [1864-1890] (2001)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο αφανισμός των Θεσσαλονικέων Εβραίων της Γαλλίας 1942-1944 (2014)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένας αιώνας εμπιστοσύνης» [Η ιστορία των 100 χρόνων του ΕΒΕΘ] (2016)</span></p>
<p><img loading="lazy" class="alignnone  wp-image-13383" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ5-300x208.jpg" alt="" width="428" height="297" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ5-300x208.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ5-1024x709.jpg 1024w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ5-768x532.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ5.jpg 1200w" sizes="(max-width: 428px) 100vw, 428px" /></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ (2017)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΩΜΟΠΛΑΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όσο γερνάει κάνει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που υποδεικνύουν οι γιατροί.</span><br />
<span style="color: #000000;">Καπνίζει σαν φουγάρο, πίνει ούζα και τσίπουρα βουστροφηδόν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τραβάει τις νύχτες ως το χάραμα διαβάζοντας αδηφάγες διηγήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν περπατάει το καθημερινό χιλιόμετρο, δεν ανεβαίνει σκάλες με τα πόδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους μετρητές χοληστερίνης, πίεσης , σακχάρου αγνοεί&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο παλιώνει πράττει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που λέει η λογική.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θυμάται τα πρόσφατα, δεν προσφεύγει στα παλιά, τα καλοκαίρια αγνοεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> απολαμβάνει τη βροχή, το χιόνι, τις λασπουριές και τους ανέμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακούει τραγούδια με γερασμένους τραγουδιστές της εποχής του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξοδεύει άναρχα όσα του απομείνανε, οι καταθέσεις του τελειώνουν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ασχολείται με διαθήκες, ψιλές κυριότητες και επικαρπίες&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όσο γερνάει καλυτερεύει η υγεία μέσα του, εκτός από κάτι πόνους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις κλειδώσεις της ωμοπλάτης, δεν είναι τίποτα του είπαν οι γιατροί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι που φύονται φτερά, λιγάκι ακόμα θα πονάς μέχρι να μεγαλώσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλά τη μέρα εκείνη θα πετάξεις άνετα με μεγάλες απλωτές&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΩΤΑΣ ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μουσαφιραίοι ερχόμαστε παιδί μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μουσαφιραίοι φεύγουμε από τον ντουνιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> έλεγε η μάνα για τη ζωή κι εγώ δεν καταλάβαινα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ερχόμαστε και φεύγουμε για έναν λόγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μου εκμυστηρεύονταν όταν μεγάλωσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το ένα και μοναδικό τρατάρισμα της ζωής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον μέγα έρωτα, τον εξοντωτικό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον ανάριθμο, τον μέγα αμαρτωλό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνον που, θρύψαλα απ’ τον πόθο προσκυνάμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον χουβαρντά, τον ασίκη, το αλάνι,</span><br />
<span style="color: #000000;">αλλά κι αυτός, δεν είναι παρά ένας ακόμα μουσαφίρης.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΠΡΟΣΔΟΚΙΜΟΝ</span></strong></h3>
<h5 style="padding-left: 120px;"><em><span style="color: #000000;">Είμαι Βουδιστής επειδή πιστεύω στις αδυναμίες μου.</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> Χριστιανός, επειδή ομολογώ τις αδυναμίες μου.</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> Εβραίος, επειδή κοροϊδεύω τις αδυναμίες μου.</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> Μουσουλμάνος επειδή πολεμώ τις αδυναμίες μου.</span></em><br />
<em> <span style="color: #000000;"> Ατίκ Ραχίμι (Αφγανός συγγραφέας)</span></em></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ξέρω, το λογικό είναι να φύγω εγώ πρώτος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάτι το της ζωής προσδόκιμον, κάτι η στατιστική,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οικογενειακά ιστορικά, οι σπατάλες της νεότητας, οι υπερβολές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί οδηγούν με ακρίβεια , εκεί θα καταλήξουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όμως σε όνειρο, ευτυχώς μεσημεριάτικο, είδα πως εσύ έφυγες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ είχα κατακλυστεί στο κλάμα και με δάκρυα ωκεανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ξεπροβοδούσα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξύπνησα κάθιδρος , κατάλαβα τι είχε γίνει, κι άρχισα να παρακαλάω</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον Βούδα στην αρχή, τον Γιαχβέ, ύστερα τον Χριστό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατόπιν τον Μωάμεθ, τον Δία τον νεφεληγερέτη, τις μάνες τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τις γυναίκες τους, κι ύστερα κάτι Αγίους της πατρίδας μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οσίους, μάρτυρες και νεομάρτυρες, ντερβίσηδες και σεβαστούς ραβίνους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ να φύγω πρώτος, όταν έρθει η ώρα, στιγμή μη μείνω με την απουσία σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετέωρος μη μείνω με την ανάσα σου να αιωρείται γύρω μου, τη ματιά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να με χαρακώνει όταν κάνω ζαβολιές, τη μνήμη σου που θυμάται</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πάντα όταν σου λέω ιστορίες παλιές, μη μείνω τέλεια, απέραντα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> απόλυτα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρημος.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΤΙ ΤΟΥ 1970</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σκαλίζοντας παλιά τεφτέρια ανακαλύπτω ένα βράδυ κρυμμένο σε ημερολόγιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εποχής ιδιόχειρο σημείωμα σχεδόν σαράντα χρόνια πριν, ποιους θα καλέσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πάρτι. Γράμματα της Έλλης στρογγυλά, δικιές μου δυσανάγνωστες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σημειώσεις στο πλάι: να αγοράσουμε ουίσκι, κιμά, μπριζόλες και διάφορα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τυριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τέσσερις χιλιάδες διακόσιες πενήντα ο προϋπολογισμός. Και φυσικά, δραχμές.<br />
Στα </span><span style="color: #000000;">είκοσι περίπου χρόνια μας όλοι στην παρέα, ζευγάρια ερωτευμένα άπαντες. Προσκαλεσμένοι, ο Μάρκος με την Αλίκη, ο Σωκράτης με την Κική, ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μανώλης και την Μιράντα, ο Δημήτρης με τη Ντίνα, ο Νίνος με την Τασούλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σίγουρα θα έρχονταν αργότερα κι ο Κώστας με την Τίλντα, η Σόφη και ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σάββας….</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρώτος έφυγε ο Δημήτρης, το ΄84. Καρκίνος καθολικός. Λίγο πριν φύγει πήγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τον δω, τελείως αγνώριστος. Ο Νίνος καρδιακή προσβολή πριν δέκα χρόνια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάρ’ τον κάτω. Μετά ο Μανώλης από έμφραγμα μια νύχτα του 2000. Ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μάρκος με καρκίνο στον εγκέφαλο το 2003. Η Κική χώρισε τον Σωκράτη ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εξάμηνο μετά το πάρτι για έναν ποδοσφαιριστή. Χώρισε κι ο Κωστάκης την</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τίλντα, ή αντίστροφα. Ο Σάββας παντρεύτηκε σε λίγα χρόνια αλλά όχι τη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σόφη. Ούτε κι εγώ την Έλλη, τριάντα τόσα χρόνια τώρα παντρεμένη με έναν</span><br />
<span style="color: #000000;"> εργολάβο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάει εκείνη η παρέα του 70, γεμάτη νιάτα, δίψα για όνειρα, ζωή και</span><br />
<span style="color: #000000;"> ομορφάδα. Διαλύθηκε, έγινε μνήμη και στάχτη με αρρώστιες , θανατικά και</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρισμούς κι άλλες τακτοποιήσεις.</span></p>
<h3> <strong><span style="color: #000000;">PRINT ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ ΑΠ&#8217; ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ξύπνησα μες στη μαύρη νύχτα από ένα υπέροχο όνειρο. Στον ύπνο μου είχα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράψει, λέει, ένα τέλειο ποίημα που το διάβαζα ανεβασμένος σε μεγάλη εξέδρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσω μικροφώνου σε χιλιάδες ακροατές κι ο κόσμος το χειροκροτούσε ώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολλή ζητωκραυγάζοντας. Λίγο πριν να ξυπνήσω το επαναλάμβανα από μέσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μου διαρκώς ,ανάμεσα σε ύπνο και σε ξύπνιο, μην το ξεχάσω. Όμως σαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξύπνησα, το ποίημα και το όνειρο είχανε γίνει αγέρας. Και τότε άρχισε να με</span><br />
<span style="color: #000000;"> βασανίζει η απορία, γιατί να μην μπορεί να κάνω print ή έστω save κατευθείαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα απ’ το όνειρο, να σώσω ότι μπορεί να απομείνει…</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Απονομή Συντάξεως λόγω Γήρατος» έλεγε το επίσημο έγγραφο κι όταν το</span><br />
<span style="color: #000000;"> διάβασε έσφιξε η καρδιά του. Από τη μέρα εκείνη ο χρόνος του είναι άφθονος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ώρες περνάνε αργά με βιβλία, ραδιόφωνο, τηλεόραση, λίγο μαγείρεμα,<br />
συχνό </span><span style="color: #000000;">πότισμα λουλουδιών, καθημερινή βόλτα στη γειτονιά, αγορές στην λαϊκή,<br />
ψωμί </span><span style="color: #000000;">απ’ τον φούρνο και ζαρζαβάτια απ’ το μπακάλικο, ύπνο το μεσημέρι και<br />
τα </span><span style="color: #000000;">συναφή. Κάθε φορά όμως που έρχεται η Κυριακή το βράδυ τον πιάνει ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σφίξιμο, καμιά φορά ταχυπαλμία, ένας τρόμος ενδόμυχος, συχνά ένα τρέμουλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> υποδόριο ενόψει της αυριανής Δευτέρας. Συχνά τη νύχτα που πέφτει να</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιμηθεί βλέπει σε πανοραμική οθόνη του ονείρου πως είναι τελείως</span><br />
<span style="color: #000000;"> αδιάβαστος και ξαφνικά τον «σηκώνει» ο καθηγητής για να πει το μάθημα κι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτός τραυλίζει έντρομος μην έχοντας διαβάσει, οπότε ο καθηγητής τον</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξεφτιλίζει σε ολόκληρη την τάξη αναφωνώντας «πάλι αδιάβαστος μας ήρθες;»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και καταλήγει αυτό το φριχτό όνειρο να είναι, υποτίθεται, Δευτέρα, να τον έχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σηκώσει συνοφρυωμένος ο Μέγας Καθηγητής και να τον ταπεινώνει: «γιατί<br />
μας </span><span style="color: #000000;">ήρθες πάλι απροετοίμαστος εδώ πάνω, παιδί μου;»</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήρθε μια Κυριακή βροχερή απόγευμα, τη δυσκολότερη ώρα της εβδομάδας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> απρόσκλητος όπως καταφθάνει παντού και πάντα και κάθισε στον άβολο</span><br />
<span style="color: #000000;"> καναπέ. Ο ζωγράφος πάλευε να δώσει πνοή και χρώματα αστραφτερά στον</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίνακα που φιλοτεχνούσε με έμπνευση με θέμα την παγκόσμια οικονομική</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρίση. Από τη μπαλκονόπορτα ακουγόταν φωνές παιδιών που έπαιζαν μπάλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην πλατεία. Ο ζωγράφος δεν του έδωσε σημασία, δεν ξέρουμε αν τον<br />
πρόσεξε </span><span style="color: #000000;">καν, βασανιζόταν για το ποιά πινελιά του θα συμβόλιζε τη φτώχια,<br />
ποιο χρώμα </span><span style="color: #000000;">την κατάπτωση των ηθικών αξιών, με πάθος έπαιρνε απ’ την<br />
παλέτα κύρια και δευτερεύοντα χρώματα για να αποδώσει την απαισιοδοξία,<br />
τη δυστυχία, την </span><span style="color: #000000;">απογοήτευση, αναμίγνυε πινελιές με γραμμές ευθείες και<br />
καμπύλες για να </span><span style="color: #000000;">υπαινιχθεί το χαμένο κουράγιο, το φόβο, την ανημποριά, τις<br />
συμφορές&#8230; Τότε </span><span style="color: #000000;">εκείνος σηκώθηκε αμίλητος και έφυγε. Το άλλο πρωί, ο<br />
ζωγράφος βρήκε στον </span><span style="color: #000000;">καναπέ απλωμένη τη μαύρη μπέρτα του απρόσκλητου,<br />
υποτίθεται ξεχασμένη κι </span><span style="color: #000000;">ένα σημείωμα που έγραφε «δεν προλαβαίνεις να<br />
ικανοποιήσεις τις </span><span style="color: #000000;">ψευδαισθήσεις σου, τέλος χρόνου».</span></p>
<h3> <strong><span style="color: #000000;">ΣΤΑ ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μια που βρέθηκα στα πάτρια εδάφη, είπαμε με τον Βασίλη να βγούμε, να</span><br />
<span style="color: #000000;"> διασκεδάσουμε. Σκεφτήκαμε αρκετή ώρα πού να πάμε και καταλήξαμε στην</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πάνω Πόλη γεμάτη μνήμες της νεότητας μας, στην ταβέρνα του Σαΐτη. Αφού</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήρθε η ρετσίνα και τα φαγητά, πιάσαμε να ρωτάμε ο ένας τον άλλον για τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> παλιούς κοινούς μας φίλους. Τότε άρχισε το πατατράκ. Τον Νίκο, τον</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιαννάκη, τον Παύλο; τους βλέπεις καθόλου στην Αθήνα; με ρώτησε. Μπα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εξαφανισμένοι από προσώπου γης. Ο Τζάκ; ρώτησα εγώ, τι κάνει; Δεν τόμαθες;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πέθανε πέρσι, μου απάντησε ο Βασίλης. Ο Γιώργος; Ρώτησα. Α, έχει καρκίνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον προστάτη, αλλά είναι καλύτερα τώρα. Μία ρετσίνα ακόμα παρακαλώ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> παράγγειλε ο φίλος μου. Για πες μου λίγο, η παλιά παρέα της Χαβάης πού</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρίσκεται; Ρώτησα με ενδιαφέρον. Τα αδέρφια οι Παπαδόπουλοι πτώχευσαν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνάνε μαύρες μέρες, ο τάδε και ο τάδε βγήκαν στη σύνταξη, ο Χρήστος πήγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ζει μόνος του σ’ ένα μικρό νησί, θαρρώ στην Αντίπαρο, ααα, ξέχασα να σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πω, πέρσι πέθανε κι ο Δημήτρης σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τον Μιχάλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> είδα τις προάλλες στον δρόμο, κούτσαινε λιγάκι, αλλά βαδίζει ακόμα, ξέρεις, ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιός του έμπλεξε με ναρκωτικά, αλλά τώρα μάλλον βγήκε απ’ το λούκι. Μία</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρετσίνα ακόμα, ζήτησα τώρα εγώ. Και οι συμφοιτητές μας; Όλοι πια, όσοι ζουν, συνταξιούχοι στο καβούκι τους, ολόκληρη μέρα μπροστά στην τηλεόραση</span><br />
<span style="color: #000000;"> περιμένουν. Δεν μπορώ να θυμηθώ, ο Νίνος από τι έφυγε; Έμφραγμα ή από</span><br />
<span style="color: #000000;"> καρκίνο; Αρχίσαμε τις ψαλμωδίες, χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα ανεπαίσχυντα και ειρηνικά, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν και παρόμοια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν ο ταβερνιάρης μας κέρασε την επόμενη ρετσίνα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ράκη γυρίσαμε σπίτια μας, βάλαμε κατά μόνας λίγο τηλεόραση και πέσαμε, ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθένας σ’ έναν βαθύ ύπνο μισό θάνατο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γιατί στην ξενιτιά γράφεις συνέχεια για την μικρομέγαλη πατρίδα σου, ρώτησε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάποια στιγμή φωναχτά τον εαυτό του. Τι είναι αυτό που σε προκαλεί να</span><br />
<span style="color: #000000;"> βασανίζεις εμμονικά τη μνήμη σου κάθε ώρα και στιγμή; Η θύμηση της</span><br />
<span style="color: #000000;"> υγρασίας της παραλίας, οι απρόβλεπτες καταιγίδες της, τα μουντά της</span><br />
<span style="color: #000000;"> απογεύματα, οι πηχτές της ομίχλες πάνω από τον κόλπο ως τον Όλυμπο, η</span><br />
<span style="color: #000000;"> θάλασσα που παγώνει σαν γιαούρτι τις μέρες του χειμώνα; Δεν θυμάσαι την</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακινησία της εκατό χρόνια τώρα, τους σφιχτούς ανθρώπους της, τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπαγιάτηδες, τους εκμεταλλευτές, τους νεόπλουτους, τους θρησκόληπτους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους Παυλοκαταραμένους;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και ένα πρωί του ήρθε φώς εξ αποκαλύψεως. Δεν γράφει για την πόλη: τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> παιδικά του χρόνια αναμιμνήσκεται, τώρα που αναχωρεί σιγά-σιγά. Γιατί στο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτω-κάτω, τα παιδικά μας χρόνια είναι η μεγάλη μας πατρίδα. Το ωάριο και</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σπέρμα της ύπαρξης, τα χρόνια της αιτίας τα αθώα του λαβυρίνθου, τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> βότσαλα της μοναδικής μας ακμής, ο χώρος του χρόνου του πρώτου λόγου και</span><br />
<span style="color: #000000;"> η θητεία στο απλό, το ήρεμο, το ύφος μιας ανεξερεύνητης ποίησης μέσα στον</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κλύδωνα της πλατείας Δικαστηρίων, τις συμμορίες του πετροπόλεμου με την</span><br />
<span style="color: #000000;"> απέναντι Μητσαίων, τα χρώματα της κάτω πλατείας και των μεγάλων δρόμων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πατρίδα μεγάλη κι απαράμιλλη και αποκλειστική εκείνα τα χρόνια τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μοναδικά, τα ανεπανάληπτα, και η μεγαλύτερη αλάνα η μνήμη τους….</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΗΤΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έφτασα πια σε τέλεια σημεία, να φτιάχνω καταλόγους με το τι θα πάρω μαζί</span><br />
<span style="color: #000000;"> μου στο ταξίδι. Κυρίως ήχους, άσματα πονετικά για έρωτες και σφαγές , εικόνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τα μέρη που είδα και τις είχα απωθημένες εδώ κάτω, χρώματα κι αρώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> από εγκαταλειμμένα καπνομάγαζα, συμπιεσμένα αρχεία στιγμών αισθηματικών</span><br />
<span style="color: #000000;"> με πρόσωπα που ίσως εκεί πέρα συναντήσω, αποθηκευμένα στοιχεία με</span><br />
<span style="color: #000000;"> γειτονιές και δρομίσκους, ήχους και ψίθυρους&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Να δω αν όλα αυτά θα χωρέσουν μαζί με μένα στη μήτρα σου Θεσσαλονίκη..</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΚΛΕΙΣΙΜΑΤΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καιρός για σύνταξη του τελικού Ισολογισμού. Ημερολόγια και συναλλαγές με</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιμέλεια να καταχωρηθούν, να συνταχθεί πραγματική Απογραφή για όλα τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποκτήματα (μακρινές αγάπες, ξαφνικοί έρωτες, χείλια ενωμένα σ’ ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ατέλειωτο adagio, απρόσμενοι χωρισμοί, ανεξίτηλες φιλίες, μεθύσια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξημερώματα σε λάγνες αμμουδιές), να τακτοποιηθούν έτσι τα έσοδα και έξοδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιας ολόκληρης ζωής, να επανεξεταστούν οι Αποσβέσεις της (λέξεις που έγιναν</span><br />
<span style="color: #000000;"> λόγια, φράσεις που καταλήξανε ποιήματα), να συλλεχθούν τα απραγματοποίητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όνειρα, να υπολογιστούνε έτσι με λεπτομέρεια τα Αποτελέσματα Χρήσεως, οι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τελευταίες υποχρεώσεις και απαιτήσεις, κάτι λιγοστές προβλέψεις να εγγραφούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τίτλο «Εγγραφές προσαρμογής», να υπολογιστεί επακριβώς το Υπόλοιπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ταμείου – αν υπάρχει- καθώς και τα εναπομείναντα Αποθέματα και τέλος όλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτά να αποτελέσουν πλέον τις Εγγραφές Κλεισίματος, χωρίς να προσδοκάται</span><br />
<span style="color: #000000;"> άνοιγμα Νέας Χρήσης….</span></p>
<h2><strong><span style="color: #000000;">ΠΗΓΑΙΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ (2009)</span></strong></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΟΛΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στο γέρμα τώρα, αλλάζει σπίτι, αλλάζει πόλη, μετακομίζει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι νόημα έχει τώρα πια η εμμονή στις αναμνήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι απογίνανε εκείνες οι ανεπιστρεπτί παλιές δεκαετίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ραντεβού στο Πεϊνιρλί της Εγνατίας με τη Μαρία</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι νυχτωδίες οι καντάδες της οδού Σαχτούρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ψιλικά του μπαρμπα-Ιωακείμ, οι πάστες στου Λίγδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> της Βενιζέλου η τάβλα με τα καβούρια του κυρ-Παντελή&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα μαγαζάκια εκείνα τώρα κλείσανε. Κλείσαν οριστικά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καινούρια μεγαθήρια πουλάνε μέρα νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χορδές με το κιλό και βιομηχανικό πεϊνιρλί κιθάρες γιαπωνέζικες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι γωνιές των δρόμων δεν κρύβουν πια στις κόχες τους παιδιά ερωτευμένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φώτα αναιμικά της Τσιμισκή που φώτιζαν την ατελείωτη βόλτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το συνεχές πηγαινέλα από τη Διαγώνιο στου Τερκενλή</span><br />
<span style="color: #000000;"> γίνανε τώρα προβολείς χιλιάδων βατ για αμέτρητα αυτοκίνητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι οι φίλοι γίνανε τω είδει αγνώριστοι ή φύγαν ένας ένας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι κούκλες συμμαθήτριες σταφίδιασαν και σκέβρωσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κίτρινα μάτια ο Στέλιος από τη χοληστερίνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Λάμπρος δύο εμφράγματα, ο Μίμης πέντε μπαϊπάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Μάρκος και ο Νίνος χρόνια τώρα αγέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέξεις μόνο για λεξικά: ο πετροπόλεμος οι καταβρεχτήρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> η σκαλομαρία τα σλόου στα πάρτι με βερμούτ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τόποι που γίναμε άνδρες και γυναίκες πια ανύπαρκτοι: το Σέιχ-Σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Ρέμβη η Χαβάη η Κουίντα το Water Lilly η Romantica.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλαξε πρόσωπο η πόλη, δεν είναι πια εκείνη η δικιά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν η Κυψέλη ήταν τόπος αλλωνών, αν η Φυλής</span><br />
<span style="color: #000000;"> δρόμος μακρύς και άλλων ερώτων κόχη γέννησης</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα τις προσεγγίζει δισταχτικά, ψαύει των άλλων τα πάθη</span><br />
<span style="color: #000000;"> διαβάζει νύχτες και πρωινά τον πηγαίο τους κώδικα</span><br />
<span style="color: #000000;">τώρα στο γέρμα τα φαντάζεται δικά του, τα ασπάζεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν νέα πίστη, τα υιοθετεί στη νέα του βρεφοδόχο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν ήμασταν εμείς που φεύγαμε, μα η ακτογραμμή απέναντί μας: το πλοίον ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ έμενε σταθερό ενώ όλοι ατενίζαμε ανεβασμένοι στο άλμπουρο τση πλώρης, πώς μια πατρίδα χάνεται, πώς κρύβεται μες τους καπνούς και ξεθωριάζει η Άγια-Φωτεινή, πώς τα τραγούδια γίνονται βουβές κραυγές κι οι γλάροι της Σμύρνης περιστρέφονται ακολουθώντας τους αφρούς της έλικας για λίγο κι ύστερα επιστρέφουνε στο Quais τους, πώς σβήνουνε στις στάχτες τα αρώματα απ’ τις τριανταφυλλιές, πώς οι αυλές κι οι ταράτσες όπου γλεντήσαμε ανέμελα μια κούφια προσωρινή ελευθερία, γίνονται ίσκιοι, στίγματα και ίχνη, φανταστικά οράματα στην καταχνιά…</span><br />
<span style="color: #000000;">Την ίδια ώρα πίσω απ’ τα βουνά, σε ατέλειωτη πορεία ο θείος Αναστάσης για πάντα αιχμάλωτος αμίλητος να τρώει τα χιλιόμετρα της πέτρας, να υπομένει σιωπηλός τη μεγάλη των αιωνίων εχθρών εκδίκηση και να πορεύεται στα βάθη της Ανατολής, δίχως καμιά ελπίδα επιστροφής, με μόνη βεβαιότητα εκείνη του τέλους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην άλλη άκρη της θάλασσας πια, στην άλλη Ελλάδα, στις νέες πόλεις που χτίστηκαν πάνω σε έρημα χωράφια, τη Νέα Σμύρνη, τη Νέα Φιλαδέλφεια, τη Νέα Μενεμένη, το Νέο Κορδελιό, κάθε σπίτι είχε έναν θείο Αναστάση που τον σταύρωναν κάθε πρωί και κάθε βράδυ οι γιαγιές με τα μαύρα τσεμπέρια μες σ’ ένα σύννεφο καπνών του λιβανιού κάτω απ’ το εικονοστάσι, μπας και γυρίσει, μπας και τις φανερώσει κάποιο σημείο ζωής… μα οι Αναστάσηδες αφανέρωτοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεκάδες χρόνια αργότερα διοργανώνονται εκδρομές με πούλμαν πολυτελή στα «μέρη μας», τα σύνορα ανοιχτά για κάθε «ξένο» με δολάρια, ξενοδοχεία πέντε αστέρων θεμελιωμένα πάνω στα χωνεμένα κόκαλα των Αναστάσηδων, δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας πατάνε στα παλιά τους κουρασμένα βήματα και οι γιαγιές εκείνες οι μαυρομαντιλούσες χους ήσαν και εις χουν απήλθαν, προ πολλού.</span></p>
<h3> <strong><span style="color: #000000;">Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο αγωνιστής πέθανε, επιτέλους, στα 93 του κι οι δικοί του, ψάχνοντας σ’ όλα τα πιθανά κι απίθανα μέρη του σπιτιού και του κήπου του να βρούνε τίποτα λίρες από τις ρίψεις των Εγγλέζων στην Κατοχή, ανακάλυψαν ένα τετράδιο με κιτρινισμένα χαρτιά του γέρου που στην πρώτη σελίδα, δίκην εξωφύλλου, έγραφε με τα ορνιθοσκαλίσματά του, «Απομνημονεύματα».</span><br />
<span style="color: #000000;">Ο αγωνιστής κατέγραφε στα πύρινα χρόνια συστηματικά, σαν σε ημερολόγιο, πόσους καταδίκαζε το κόμμα κάθε μέρα για ανυπακοή πόσους για μειωμένη επαναστατική συνείδηση πόσους για υποψία πιθανής παράδοσης στον εχθρό πόσους εκτελούσε κάθε νύχτα πόσοι αυτομολούσαν κάθε χάραμα πόσοι σύντροφοι κοιμόντουσαν με το όπλο αγκαλιά απ’ το φόβο των άλλων συντρόφων, περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια την αγωνία του θανάτου παιδιών κι εφήβων ανταρτών πριν απ’ τη μάχη, την άγονη προσπάθεια των στελεχών να τους πείσουν να σκοτώσουν τα απέναντι αδέλφια ή να σκοτωθούν, για να καταλήξει στις τελευταίες σελίδες στο συμπέρασμα πως τζάμπα γίνονταν τότε όλα αυτά, αίσχος, βρε παιδί μου, το κόμμα κάπου ΕΦΤΑΙΞΕ…</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εμάς, ρε αγωνιστή, που τη νιότη μας δώσαμε στους θρύλους και στα φαντάσματα, ποιος θα μας δώσει την ψυχή της νιότης μας πίσω;</span><br />
<span style="color: #000000;">Και, άιντε, χαλάλι εμείς… στο κάτω-κάτω επιζήσαμε…</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως, τα τόσα πτώματα στον «άπαρτο» τον Γράμμο, στο «φρούριο» Βίτσι, στο Ουζμπεκιστάν και στην Τασκένδη, πέσαν στο χώμα για ένα απλό «φταίξιμο»;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αυτό τυχαία να το πληροφορηθούμε με το θάνατό σου, πενήντα χρόνια μετά;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι αν ήσουν μωρέ, αθάνατος;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΙΑΘΗΚΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ηχογραφήστε με, γυρίστε με σε βίντεο</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράψτε κάθε φωνή μου, κάθε μου κίνηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε τραγούδι που τραγούδησα κάθε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τοπίο που είδα κάθε εκδρομή κάθε</span><br />
<span style="color: #000000;"> φιλί που έδωσα κάθε φιλί που πήρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε μου στίχο ερωτικό κάθε χαμόγελο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κρατήστε σε σκληρούς δίσκους τις μνήμες μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις μουσικές που άκουγα ξαναγράψτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτογραφίστε τις φωτογραφίες μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ιστορία μου ιστορήστε σε φυλλάδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαρίστε μου μια ψεύτρα αιωνιότητα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Να με θυμάστε&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΧΡΟΝΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Με την ταχύτητα μιας φαιάς αρκούδας μες στο δάσος</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη σβελτάδα του χαμένου αγριογούρουνου στο βουνό</span><br />
<span style="color: #000000;"> την αστραπή κυνηγημένης καμηλοπάρδαλης στη στέπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> την τρομαγμένη βιάση ζαρκαδιού για να ξεφύγει απ’ το θεριό</span><br />
<span style="color: #000000;">ορμάει τραχειά ο χρόνος προς τα σύννεφα, τα διαπερνάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανεβοκατεβαίνει όγκους ορεινούς και άβατες βουνοπλαγιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> χυμάει να τερματίσει σαν δρομέας ντοπαρισμένος προς το νήμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> της ζωής, κάθε ρεκόρ να σπάσει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τελικά, να δεις, κάθε φορά το καταφέρνει…</span></p>
<h3> <strong><span style="color: #000000;">Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">M’ εγκαταλείψατε όλοι, κραύγαζε ο γέρων μες στη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε έρχεστε να με δείτε ούτε με παίρνετε τηλέφωνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν πλησιάζετε το θάνατο, θαρρείτε πώς είναι μεταδοτικός</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως, επειδή αυτός με τριγυρίζει, μ΄ ακουμπάει και με κλώθει</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα μολυνθείτε και εσείς με το υπέρτατο άρωμά του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν σας ζητάω φάρμακα κλύσματα κι εξετάσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> από την τσέπη μου πληρώνω τους γιατρούς και τα νοσοκομεία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λίγη παρέα θέλω, λίγη ζεστασιά, ιδίως τα βράδια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν υποφέρεται η μοναξιά του τέλους, δεν μολογιέται…</span><br />
<span style="color: #000000;">Έτσι εγκαταλείψανε τον γέροντα παππού τους να φύγει μόνος στο ταξίδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόρες αγόρια εγγονές νύφες γαμπροί ξαδέρφες και ξαδέρφια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τούτα βλέποντας η μόνη του γυναίκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ‘χε φύγει καιρό στον ουρανό</span><br />
<span style="color: #000000;"> του ’δωσε χέρι και τον τράβηξε ψηλά, κοντά της…</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πέρασε πάλι κάμποσος καιρός χωρίς να έχει γράψει τίποτε</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκτός από κάτι σκόρπιους στίχους περιαστικούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασύνδετους ανίσχυρους ανέκφραστους…</span><br />
<span style="color: #000000;">Οι μέρες τώρα σπεύδανε τρέχοντας αενάως</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώσπου να ξυριστεί, έφτανε ήδη μεσημέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώσπου να γευματίσει, ο ήλιος έδυε κι άιντε πάλι ερχόταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> η άλλη μέρα, όμοια φευγαλέα και κενή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνος διάβαζε πολύ άκουγε το ραδιόφωνο πήγαινε βόλτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους κήπους κάθονταν σε καφενεία απόκεντρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρναγε ήσυχα ήρεμα ακύμαντα ακίνητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">ενώ τώρα και οι νύχτες τρέχανε πιο γρήγορα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώσπου να δει το πρώτο όνειρο γινότανε μεσάνυχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώσπου να απολαύσει το μεγάλο, το καλό, ερχόταν το πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;">κουτρουβαλώντας έφευγε πια ο χρόνος απ’ τα χέρια του</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλο και πιο κοντά σίμωνε το μεγάλο γεγονός.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΥΣΤΑΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ γέρνει στη δύση του ο ήλιος της ζωής του, της έρχεται έρωτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έρωτας ύστατος, τραυματικός, παράξενος ωσάν οστεοπόρωση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξέφρενος σαν σουίνγκ</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνάει μέσα από το μεδούλι του αφιονισμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρα ως πέρα ναρκωτικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον περιγράφει ολόκληρο, τον γυροφέρνει όλη τη μέρα εναγωνίως</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια παιχνιδιάρα δύση, εκστατική και γιορτινή σαν αίμα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενώ λοιπόν γέρνει η ζωή του, ορμάει στην αρένα της καρδιάς του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταύρος έρωτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και ξαφνικά ο μπάτσος του κορμιού του εκτινάσσεται ως πολυέλαιος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η όραση γίνεται οξύτερη στου χαλασμού την ώρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η αφή από καπνός αναθρώσκων</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπίρτο που καίει το πρωινό του εγερτήριο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέχρι που στύσεις πρωινές επανέρχονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάθος ξεχασμένο, αρχεία ερείπια που αναστηλώνονται υβριδικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όπως στα ματς, που τελευταίο λεπτό γίνεται φάση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα αναπάντεχο μελέ και</span><br />
<span style="color: #000000;"> «παίζετε» λέει ο διαιτητής, ο σεντερφόρ παίρνει την μπάλα και σουτάρει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ελάχιστα πριν λήξει ο αγώνας μπαίνει το γκολ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ οι κερκίδες της ζωής του</span><br />
<span style="color: #000000;"> σηκώνονται και αλαλάζουν με φρενίτιδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που η ομάδα σώθηκε από τον υποβιβασμό</span><br />
<span style="color: #000000;"> των γεραμάτων χωρίς νόημα, με την υστάτη αγαπημένη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΘΕΛΩ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θέλω μια σάρκα αδιάφθορη, ξεσκούριαστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χείλια αφίλητα στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να φθείρω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλω ένα σώμα ολάνθιστο, ξεκούραστο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ζωγραφίζει τις πτυχές του</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα σεντόνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και όλα αυτά να γίνουν στίχοι σαν καρκίνωμα γεροί</span><br />
<span style="color: #000000;"> να συμβολίσουν τα βραχνά σου καλοκαίρια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήσουν το καλοκαίρι που τέλειωνε, η ακρογιαλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα υπαίθρια σινεμά και τα εξοχικά κεντράκια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήσουν η βόλτα που επέμενε ανέμελα να ξεφτίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως η τσόχα τραπεζιού σε υπόγειο σφαιριστήριο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήσουν η παρέα που ταλαντευόταν τα βράδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τους καλαθοσφαιριστές, τις γκόμενες, τα ζαχαροπλαστεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήσουν το μαγνητόφωνο που δεχόταν να περιμένει&#8230;</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΧΡΗΣΕΩΣ (2006)</span></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΕ ΕΙΔΑ, ΑΝΕΣΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στο έκτο πάτωμα του πρώτου μου σπιτιού στην Καρμπολά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ασημένια σου μαλλιά να τα χαϊδεύει ένα υγρό αεράκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους ώμους τα φτερά σου να ‘χουν θρέψει λυπημένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> (κοντεύουν δέκα χρόνια που ανέβηκες εκεί στο δώμα)</span><br />
<span style="color: #000000;"> με απλωτές κινήσεις να πετάς, να με φωνάζεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Παρόντες άπαντες, μου είπες. Πατέρες μάνες φίλοι συγγενείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρωτες ανεκπλήρωτοι, παλιοί σου γείτονες συμμαθητές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> καλή παρέα κάνουμε, τα λέμε κάθε τόσο και μας λείπεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιγά σιγά κι εγώ ετοιμάζομαι, φίλε, σου ψιθύρισα. Λίγο ακόμα χρόνο θέλω</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτι σελίδες να τελειώσω που άρχισα ένα χωράφι να πουλήσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί στη Νάουσα να μην πνιγούν στα χρέη τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> επίγεια δάνεια να ξοφλήσω φόρους κληρονομιάς να προπληρώσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια υποχρέωση που έχω σε μια αγάπη να διευθετήσω</span><br />
<span style="color: #000000;"> θ&#8217; αρχίσω κι εγώ λίγο λίγο ν&#8217; ανεβαίνω στην ταράτσα.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όλο το απόγευμα έβλεπα σε βίντεο τη ζωή του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χριστουγεννιάτικες γιορτές Αϊ Βασίληδες φέρνουν δώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> παιδάκια κρέμονται απ&#8217; τα χείλη του στο πάλκο</span><br />
<span style="color: #000000;"> εργάτες και υπάλληλοι αναμένουν ένα νεύμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακόμα κι οι εχθροί λουφάζουν μ&#8217; ένα στυφό χαμόγελο&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πρωτομαγιές μοιράζοντας βραβεία στην άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλοι πίνουν στην υγειά του γλεντούν ευτυχισμένοι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εύφορο το γρασίδι θρεμμένα λουλούδια, φίλοι χορεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο κήπος μια αγκαλιά μακεδονίτικα τραγούδια&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιος τότε θα του το &#8216;λεγε πως όλες οι χαρές τα πανηγύρια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ&#8217; αγέρια κι οι Πρωτομαγιές οι φίλοι τα φιλιά κι οι ρεβεράντζες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκόνη θα γίνονταν στα τέσσερα σημεία των οριζόντων</span><br />
<span style="color: #000000;"> καπνός τσιγάρου οι εξουσίες και τα νεύματα κι οι προσταγές</span><br />
<span style="color: #000000;">αποκαΐδια και στάχτη πως θα γινόταν η ζωή κοντά τα λόγια</span><br />
<span style="color: #000000;"> λιγοστές οι καλημέρες ασέληνες όλες οι γιορτές αιματηρά Χριστούγεννα</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσφυγιά η ψυχή κι αυτός κάθε χαράματα να κάνει καταμέτρηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτι μετζίτια που έσωσε κρυμμένα κολλητά πάνω στις σάρκες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΠΑΝΑΓΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Τι όμορφη που ήσουν Σαλονίκη, μα δεν το ‘βλεπα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Κλέβοντας ώρες απ&#8217; το Χαρμάνκιοϊ στο Αγγελοχώρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λαδάδικα Ταμπάκικα Μαρτίου Αρσακλή</span><br />
<span style="color: #000000;"> χειμώνες πέντε διαδρομή στην ευλογημένη Αρετσού</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανοίξεις πέντε στα Ξυλάδικα στους γερανούς Ματράκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σάββατα ταβερνιάρικα σε κόχες στο Καπάνι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και Κυριακές αφράτα χιόνια στους προσκόπους στον Χορτιάτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή σε γρασίδια ήμερα πίσω απ&#8217; τους Χορτατζήδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμάτοι τύψεις στις μπουκαδούρες πέντε καλοκαίρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέντε ένοχους βαρδάρηδες χειμώνες παγωμένους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά από τόσες στάσεις τόσα χιλιόμετρα σφηνώθηκε ο χειμώνας</span><br />
<span style="color: #000000;"> μακριά η πατρίδα λίγα τα ποιήματα κι αυτά προσφυγικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πίσω τους ο χώρος που ήτανε ο θόλος της Ιστορίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ δεν το ‘χα καταλάβει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πατρίδα Σαλονίκη, πέντε χρόνους μας προστάτεψες παναγία</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ύστερα έκρυψες τη φοβερή σελήνη σου για άλλα ζευγάρια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΚΑΛΟΜΑΡΙΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μία η ώρα Κυριακή είχε κοκκινίσει στο φούρνο το ψητό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δυο φράγκα ψηστικά ένα η «Μακεδονία» ρέστα από τάλιρο δικά του∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατέβηκε δυο δυο τις σκάλες για να προκάνει το ταψί</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πει στο μεταξύ ένα γεια στον Γιάγια τον Καλαμπαλίκη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τρέχοντας στο λιθόστρωτο γιατί θα άρχιζε του Μαμάκη η εκπομπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> σήμερα θα &#8216;χε Πεγκ, καρδούλα μου με τη Λαμπέτη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλη η χωμάτινη πλατεία λουζόταν φως και ακινησία</span><br />
<span style="color: #000000;"> η Κόκκινη Εκκλησία σχόλασε νωρίς χωρίς βαφτίσια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κόκκινος Σεπτέμβρης της πόλης μας γλυκός, Κυριακή κοντή γιορτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βράδυ θα παγαίναμε όλοι Έκθεση, είχε πει ο πατέρας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πενήντα χρόνια αργότερα ποιητής μεσήλικας, ανασύρει γεύσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> οσμές ανάσες και τοπία άλλης εποχής που έρχονται και φεύγουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν τραμ ορμητικά της Εγνατίας σε μια σκαλομαρία στη μνήμη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΑΠΟΣΥΡΣΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχω να πω πια τίποτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Σιγά σιγά απομακρύνομαι και απ&#8217; το φως και απ&#8217; τον λόγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> έφυγαν όλα μες στο μισοσκόταδο και στις νεροφαγιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> η επανάσταση πουλήθηκε στα δυτικά κομφόρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> το έργο-απάτη παίχτηκε σε όλα τα θέατρα του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα σινεμά και στα πορνεία και στη διαφθορά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχω να μιλήσω πια για τίποτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βλέμματα κοιτάζουν αδιάφορα, πνιγμένα στα αγχολυτικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στιγμές κατασκευάζουν δολοφόνους στη σκηνή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζούμε πια τρώγοντας τα περιττώματα της ιστορίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλήθειες συμπεριφέρονται σαν ψέματα, η βία σαν βροχή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έχω τίποτα να θυμηθώ τίποτα πια να γράψω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Φεύγουμε δίχως να νιώθουμε πως το καράβι έχει σαλπάρει &#8211;</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρόνια γεμάτα απογοήτευση νεκρές φαντασιώσεις και σιωπές∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> τίποτα δεν έχει διασωθεί, ούτε συγκίνηση ούτε πάθος</span><br />
<span style="color: #000000;"> παγιδευμένοι αρουραίοι προσπαθούν να βγουν απ’ το οχυρό&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Γι&#8217; αυτό κι εγώ δεν έχω τίποτα να πω</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ&#8217; ένα παγκόσμιο τίποτα δηλώνω άφθογγος αρούρης</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αποσύρομαι.</span></p>
<h3> <strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟ ΔΩΡΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μεσόκοπος μετράει άστρα στη βεράντα ακούει τυραννικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώρες που περπατάν βαριεστημένα φεύγοντας αθόρυβα</span><br />
<span style="color: #000000;"> καταναλώνει τιμολόγια υπερκαταστημάτων πολυσέλιδες εφημερίδες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέποντας με τα κιάλια αφίσες γυμνών πτωμάτων διαφημίσεις μοναξιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ταμπέλες φωτεινές αναβοσβήνουν ήχοι τσαλακωμένες λαμαρίνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> νυχτερινές μοτοσυκλέτες διαπερνούν την ευλογία του σκότους</span><br />
<span style="color: #000000;"> διαλύοντας την πλήξη του οινοπνεύματος με την εξάτμισή τους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Εκείνος, μόνος του, εκλιπαρεί για έναν έρωτα, μια τελευταία ευκαιρία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γνωρίζει, φυσικά, πόσο ευνοήθηκε στο παρελθόν, τι δώρα πήρε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι αν σήμερα πια δεν δικαιούται κύκνεια δώρα, ζητά μιαν εξαίρεση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν κάνει πια παζάρια, δεν εξετάζει χρώμα, δέρμα και αφή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν συζητά ηλικία, χρώμα δακρύων, επάγγελμα, θρησκεία.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν απαιτεί πια, δεν αξιώνει, δεν έχει πλέον υπεροψία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σχεδόν ζητιάνος. Τι σχεδόν; Εκλιπαρεί έναν τελευταίο έρωτα, ζητιάνος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> επαίτης, για ένα κύκνειο θείο δώρο πριν φύγει σαν το σκυλί.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΩΡΑ, ΜΑΖΕΥΕΙ ΛΕΞΕΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Για να εκφράσει το κενό, τώρα μαζεύει λέξεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ψάχνει σε πάπυρους παλιούς, σε ξεχασμένα αρχεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε άριες, σε ορατόρια και πινακοθήκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βρει τη λέξη την πιο στενή, την πιο λιτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη λιγότερο φωτεινή, την άλλη μια ιδέα πιο μπεζ</span><br />
<span style="color: #000000;"> την παραπέρα που την έχουν στην παλιά Ελλάδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνη που κάποτε αγκάλιασε, την πιο αχρησιμοποίητη</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέξεις σχισμένες λέξεις σαν κουβάρια, εργονομικές</span><br />
<span style="color: #000000;">και μ&#8217; όλες αυτές να μιλήσει για το τίποτε που τον περιβάλλει.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΣΕ ΚΑΘΕ ΖΩΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μία φορά μες στη ζωή, σε κάθε ζωή, μονάχα μία</span><br />
<span style="color: #000000;"> η φοβερή στιγμή τού ερχομού, ο πρώτος λόγος</span><br />
<span style="color: #000000;"> η τρυφερή τής εφηβείας αυγή, η εφεύρεση του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πρώτο φιλί, το πρώτο σπίτι, το πρώτο αφεντικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> και η σκοπιά δύο με τέσσερις στους ποταμούς τής νύχτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μία φορά μονάχα στη ζωή θα ’ρθει ένα πάθος εξολκέας</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κάνει αίμα την αναπνοή και μουσική τη δύση</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα καλοκαίρια ερμαφρόδιτα στου πόνου τα σκληρά πουκάμισα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ’ρθει σαν τον αετό ο ένας έρως ξάφνου απ’ τα πέρα μέρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο άπαξ, ο μοναδικός, θ’ αφήσει στην ψυχή εγκοπές ως το τέλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μονάχα μία φορά, σε κάθε ζωή, θα ’ρθει η ευκαιρία</span><br />
<span style="color: #000000;"> του κτίζειν και ανοικοδομείν στα πέλματα του ουρανού</span><br />
<span style="color: #000000;"> η θέα τής εξουσίας, η μάχη τής χαράς, το πέταγμα προς τα άνω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μία φορά, μία πάλι μονάχα, νύχτα που φεύγεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ ένα μικρό τίναγμα του ονείρου, πέταγμα στη σιωπή.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν είναι ο ίδιος πια για τους παλιούς του φίλους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή μήπως είναι, αλλά παρατημένος σαν τους ανάπηρους πολέμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> που όλο ζητούν κάτι, ενοχλητικά, σαν να το δικαιούνται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άλλαξε οικογένεια συνήθειες και ντυσίματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χτένισμα στα μαλλιά τηλέφωνα και διευθύνσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μένει σε γειτονιές απίθανες στα παλιά στέκια δεν συχνάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρόνια και χρόνια δεν έστελνε κάρτες και χαιρετίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχονταν κι έφευγαν γιορτές κι ούτε μια υπόμνηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν ζει αν πέθανε τι γράφει ή αν στέρεψε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στο μεταξύ άλλοι γινόντουσαν πατέρες άλλοι πεθεροί</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθηγητές εκδότες βουλευτές και συγγραφείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο λόγος του ο καλός χαμένος όπως τα χρόνια του.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χρόνια του τίποτε, νωθρά μέσα στην κίνησή τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρόνια κούφια, αλκοολικά, σε μια οθόνη απέναντι</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τσούλες να του τρων το βιός και να παράγει αδιάλειπτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρήματα μετοχές και σπίτια κι αυτοκίνητα και καταθέσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να τα τρώνε πάλι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τώρα έρχεται να ξαναζητήσει τα χνώτα τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μπει ξανά στους χώρους και στα σαλόνια τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> να παρεισφρήσει ξαφνικά στη σκέψη και στο λόγο τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> να παίξει με τους όρους τους παλιούς τους ξεχασμένους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έχασε όμως. Όσοι μπορούσαν να τον ξαναβάλουν στο παιχνίδι αποδήμησαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο στρώμα που άπλωσε εκεί πια θα κοιμηθεί ως την ανάσταση</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το σπόρο το μεταλλαγμένο που έσπειρε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μεταλλαγμένη πραγματικότητα τώρα θερίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωμένος ως τα μπούνια στο μικρόκοσμό του ο διευθυντής</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ήταν ποιητής των ασημάντων, ο ποιητής που ήταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> διευθυντής του μηδενός.</span></p>
<h3></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όπως του Πάνου λευκή, μυρτώ του Ανέστη και</span><br />
<span style="color: #000000;"> του Δημήτρη ελένη, εσύ κι εγώ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στα ίδια πάνω κάτω μέσα χρόνια, λίγο πριν , λίγο μετά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν έχει τόσο σημασία, όσο ο αιφνιδιασμός τής άνοιξής σου:</span><br />
<span style="color: #000000;"> η τελευταία μου πράξη πριν την έξοδο οριστικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι τελευταίες απόκριες, το έσχατο Πάσχα της χαράς</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μαγική αυλή με το μαγγανοπήγαδο στου Αγίου Συμεών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λίγο πριν τον βαθύ χιονισμένο επερχόμενο χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα σε απέραντες πια ευνούχες σιωπές</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγο πριν διασπαρθώ στους υδροφόρους ορίζοντες του κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και γίνουν όλα στη μνήμη, όπως του Πάνου και του Ανέστη οι καημοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα σπάνιο αναφιλητό, ένας αιθέριος ψίθυρος χωρίς εικόνες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΑΛΗΟΜΑΝΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δυο τρία μίλια ευθεία μπροστά απ&#8217; το Όλυμπος-Νάουσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαθαίνει απότομα η θάλασσα δέκα οργιές, όπου σαπίζουνε</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιόχρονα φύκια, βυθισμένες γαλέρες, τόνοι οργανικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το Φετχί Μπουλέντ ακόμη, οξειδωμένο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκεί ακριβώς αναδύονταν μέσα στη νύχτα, κάθε νύχτα, ένας ύφαλος</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μεγεθύνονταν κατόπι και γινότανε νησί επίπεδο, πλατύ</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ύστερα άλλοι ύφαλοι φύτρωναν ο ένας μετά τον άλλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σχημάτιζαν μία λεπτή λωρίδα γης με γκρέμια γύρω τους και βράχια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και μες τον ύπνο μου ξεκίναγα από κει κι ακροβατούσα πάνω τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ισορροπώντας με μικρές παραλλαγές τού τρόμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> συχνά με κίνδυνο να πέσω στις καταβόθρες τού ονείρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> προχωρώντας να σε βρω μαγνητισμένος απ&#8217; των κυμάτων τις σκιές.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ώσπου μια χαραυγή μετά από χρόνια, αφού βάδισα ώρες πολλές</span><br />
<span style="color: #000000;"> και προφανώς κουράστηκα, ξυπνώντας με μια κράμπα βασανιστική</span><br />
<span style="color: #000000;"> είδα στο φως ξεκάθαρα όλα τούτα τι σημαίναν.</span><br />
<span style="color: #000000;">(Πώς στην αρχή, τον πρώτο καιρό δεν το ένιωσα, πώς</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαθμιαία εισέρχονταν η αρρώστια μες στο αίμα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλοίωνε τους ιστούς, διέλυε το συκώτι και τη σπλήνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαπίζοντας τα γάγγλια τους αδένες και τις υποφύσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς βαθμιαία τα εύκολα γέλια κατρακύλησαν σε δύσμορφα χαμόγελα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γρήγορα φεύγανε οι γιορτές χωρίς να γιορτάζω τίποτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως σκοπό επέτειοι, αμήχανα καρναβάλια, χαράμια Πάσχα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πέρναγε η άνοιξη χωρίς τις φουσκοθαλασσιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα καλοκαίρια πέφτοντας διαρκώς μια γκρίζα μουσική.)</span><br />
<span style="color: #000000;">Ήταν εσύ που χρόνο με χρόνο απομακρυνόσουν αλλά εδώ πάντα είχες ρίζες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να παρακολουθείς, να ελέγχεις, να ρυθμίζεις για να μπορείς να τιμωρείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικρό νησάκι σκαιής εκδίκησης στις εκβολές του ποταμού, στην Παληομάνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μια στενή στεριά το ενώνει με τη μήτρα του, την πόλη και εμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να περνάνε βάναυσα οι εποχές αφήνοντας πίσω διάλυση και όζους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όχι μόνο με χάλασες , με γκρέμισες ,σακάτεψες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλά έφτιαξες και μια υπόγεια ενύπνια γραμμή να μας ενώνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να γεμίζει τη ζωή μου κατάρες και αναθέματα, ως το τέλος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιάννης Καρατζόγλου</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως, 2006</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις 4:10 μ.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ετικέτες Καρατζόγλου Γιάννης, Το πρόσωπο του θανάτου</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΝΟΜΙΜΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αλλιώτικες οι Κυριακές μας τότε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Από το βράδυ πριν ευωδίαζε ο ερχομός σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στον ύπνο μας πετούσαν αυριανά ανθάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλο το πρωί λουζόταν μ&#8217; ένα φως αναμονής.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εκεί, κοντά στο μεσημέρι, φιλιά καμένα, γκολ μες σε κουβέρτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τοίχοι που τρίζαν, γάλα το κορμί σου, κρινοδάχτυλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύσαγε πάντοτε νοτιάς βαθιά στο πάπλωμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα στήθη σου πρώιμο χιόνι, μουσική στο κραγιόν σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ύστερα πάστες που παχαίνουν, πιο γρήγορα φιλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ώρα χάθηκε.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το σούρουπο βαραίνοντας στα κραυγαλέα μάτια σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε παρέδιδα ευτυχή και πλήρη στον νόμιμο δικαιούχο.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">ΑΠΟΣΒΕΣΕΙΣ (1987)</span></h2>
<h3><span style="color: #000000;">Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΨΗΦΟΣ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είσαι κι εσύ μέσα σ’ εκείνη τη φωτογραφία.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φοράς ρεπούμπλικα καφέ κοστούμι άσπρη καμπαρντίνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαμογελάς τη λευτεριά σίγουρος στη δύναμή σας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάς προοπτικά τις έγχρωμες μέρες που έρχονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις παρελάσεις κάθε χρόνο τις λαμπαδηφορίες της νίκης</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μετά βέβαια ήρθανε μέρες πονηρές</span><br />
<span style="color: #000000;"> πρώτα είπες: μας μάζεψε εκβιαστικά το Γραφείο Συνοικίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπειτα έκαψες προσεχτικά ένοχες αλληλογραφίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> προκλητικά στην τσέπη εφημερίδες μετριοπαθείς κυκλοφορούσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> φειδωλός στις καλημέρες κοντά τα λόγια με την πελατεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> με την παρέα τ’ απολύτως απαραίτητα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέρασαν χρόνια, υποτίθεται ξεχάστηκαν εκείνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κέρδισες τίμια τριάρι κεντρικό εξηλεκτρισμό στο σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκρίνιο τηλεόραση Opel Cadet χοληστερίνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο γιος πτυχίο νομικής – βολεύτηκε κι αυτός</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσύ στο παλιό άλμπουμ ξεθάβεις κάθε τόσο ευλαβικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μνήμη τής νιότης μνήμη τής δύναμης, του αγώνα:</span><br />
<span style="color: #000000;"> σμπαράλια, λες, τα κάναμε, σμπαράλια…</span><br />
<span style="color: #000000;">(Του κάκου ψάχναν ποια την ενορία σου σπίλωνε ψήφος</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τότε ως τώρα, η ίδια πάντα, μόνη, κατακόκκινη.)</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Η ΘΑΛΑΣΣΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217; όλη μου τη ζωή ήθελα ένα σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> που να βλέπει στη θάλασσα, έλεγε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βλέπω θάλασσα να κοιτώ να φεύγω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και σκύβει απ&#8217; το μπαλκόνι, ανάμεσα σε κάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> φυλλωσιές και δυο πελώρια μέγαρα φαίνεται ένα κομμάτι θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δύο επί τρία στην όρασή του</span><br />
<span style="color: #000000;"> αγορασμένο με το εφάπαξ και χιλιάδες συντάξιμα ημερομίσθια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΜΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Στην οικογένεια δεν είχαμε νεκρούς:</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε από δυστυχήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλοι ανεβαίναμε σιγά σιγά τις σκάλες</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσεκτικά απ&#8217; τα πεζοδρόμια στα ψώνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και οδηγώντας συνετά στις εκδρομές</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε από άλλες αιτίες, κι αυτές συνηθισμένες:</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο κίνημα του &#8217;35 ήμαστε μικροί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην Αλβανία νοσοκόμοι ή συσσιτιάρχες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αμέσως ύστερα υπάλληλοι εκ των μη αναμειχθέντων</span><br />
<span style="color: #000000;"> και όταν ήρθαν οι ασύρματοι κι οι νόμοι κατασκοπίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> εισηγητές πια, ή τμηματάρχες με δύο τριετίες.</span><br />
<span style="color: #000000;">Στην οικογένεια είχαμε μόνο πεθαμένους.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αντέχονται βέβαια σχεδόν όλες οι δοκιμασίες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτό δα έλειπε, από τέτοιες περιπέτειες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μη βγαίνεις ζωντανός, κι ίσως στο τέλος πάλι ολόρθος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως να, θα ’ρθουνε πάλι Χριστούγεννα και φέτος</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταψιά, χαμόγελα, βιτρίνες, επισκέψεις, έλατα φορτωμένα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> (πέρσι σου αρνήθηκα ένα στολισμένο δέντρο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αρνήθηκα τα κάλαντά σου, μπαχτσίσι σου αρνήθηκα)</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν υπάρχουν Χριστούγεννα. Τα παιδιά με τα τριγωνάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> φέτος πεθαίνουν οι μάνες φουρνίζουν μπακλαβάδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> δηλητήριο παππούδες της παράδοσης χαρίζουνε στα εγγόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πληρωμένους δολοφόνους ως και η θάλασσα κοχλάζει –τέτοιον καιρό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέρσι φαινότανε ρουτίνα, φέτο κατάληξε κραυγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα εδώ πληρώνονται, κι οι αρνήσεις στα μπαχτσίσια και στα κάλαντα.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΚΑΥΣΙΜΩΝ 1982</span></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΛΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μπήκα ένα βράδυ στο παλιό μας σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις δέκα και μισή ύστερα από απογευματινή κραιπάλη:</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήσουν πάντα στην ίδια θέση μπροστά στην τηλεόραση</span><br />
<span style="color: #000000;"> ντυμένη στο ίδιο πενιουάρ.</span><br />
<span style="color: #000000;">Έλα, μου είπες, παίζει εκείνη τη συνέχεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ πλησίασα όπως τότε, σε φίλησα στο μέτωπο απαλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τότε ξεβάφτηκε η αλλαγή:</span><br />
<span style="color: #000000;">κάτω απ&#8217; τη ρόμπα τα πόδια σου σε αγκύλωση</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι σάρκες σου κιμάς το αιδοίο τρυπανισμένο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα χείλη σου βαλσαμωμένα τα χέρια σου προχωρημένη σήψη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα καταλαβαίνω πιο καλά όταν μου λεν</span><br />
<span style="color: #000000;"> για την καταστροφή της Μικρασίας∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ξεσπίτωμα το ξεχαρβάλωμα τους βιασμούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βάσανα τους κρεμασμένους.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΑΝΤΙΣΚΗΝΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ξέρω, δεν θα περιληφθείς, Αγάπη, στα αναγνωστικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι που υπολείπεσαι ευψυχίας εθνικής</span><br />
<span style="color: #000000;"> άχρηστη στα ΟΧΙ των πάσης φύσεως επιδρομέων</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην πίστη την αγία και στους αδούλωτους αδελφούς.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέρω, ακόμα, πως και το Κίνημα δεν θα σε τραγουδήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν αναφέρεσαι στην εκμετάλλευση του ανθρώπου</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις θυσίες του Λαού τις ματωμένες του Πρωτομαγιές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολύ συχνά άλλωστε, λεν, αποπροσανατολίζεις.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και στο φινάλε όλοι ντρέπονται την αναγνώρισή σου, Αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> εθνικούς ποιητές δεν διορίζουν χωρίς «το μεγαλείο της φυλής»</span><br />
<span style="color: #000000;"> βάρδους λαϊκούς χωρίς «τον πόνο του εργάτη».</span><br />
<span style="color: #000000;">Να γιατί, Αγάπη μου, θα μένει πάντα ένα αντίσκηνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ποίησή σου για τους πληγέντες απ&#8217; τις θεομηνίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> της αορτής…</span></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΚΑΤΩ ΑΠ&#8217; ΤΙΣ ΧΑΡΑΜΑΔΕΣ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Να &#8216;ρχόσουν, λέει, άυλη, κάτω απ&#8217; τις χαραμάδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να &#8216;μπαινες μυστικά την ώρα που κλείνουν τα φώτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να προχωρούσες ψηλαφιστά μες στο σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μ&#8217; έβρισκες και να &#8216;μπαινες κάτω απ&#8217; τα σκεπάσματα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Να &#8216;τανε, λέει, η πρώτη αύρα του όρθρου, της αρχής</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρέφος η μέρα να μας συναντούσε παλεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ύστερα οι ρόδες της σαν σύγχρονο μοτοσακό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μας γυρίζαν στην παλιά, την καθημερινή ζωή μας&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσ&#8217; τα. Μην τα γυρεύεις. Δεν γίνονται πια θαύματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καινούργιες λέξεις δεν υπάρχουν να περιγράψουνε τον θάνατο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνο βροχές από απραγματοποίητα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατακλυσμός από άχρηστα αν, ίσως, μήπως αν – και τέτοια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι που φεύγω με συλημένες σάρκες από σένανε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ηττημένος κι ανίκανος πια κι ανάπηρος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσιγαρισμένος επιστρέφοντας σ’ εκείνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> που βρίσκει ακριβά τα κοινόχρηστα του μηνός</span><br />
<span style="color: #000000;"> και θέλει ντε και καλά τα μαλλιά της να βαφτήκαν θαύμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμως έχει έτοιμο γάλα ζεστό κι ένα φιλί μαγιάτικο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και υποφέρει η καημένη απ’ την τόση μου κούραση</span><br />
<span style="color: #000000;"> παίζοντας παλιά ρεμπέτικα να με καλοκαρδίσει</span><br />
<span style="color: #000000;">αναρωτιέμαι εσύ</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ’μαι για σένα ο θεός-φαλλός, όταν θα το διαλύσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι θα ’χεις διδαχτεί απ’ αυτή τη ζήση-σμπαράλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν θ’ άντεχες συνέχεια δέκα βράδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> να επιστρέφω σκοτωμένος στη δουλειά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσύ να κοιμάσαι απ’ τις εννιά χωρίς άλλη λύση</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή να γυρνώ σπίτι πονώντας κι εσύ να μου αλλάζεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλη τη νύχτα κρύα πανιά για τις αιμορροΐδες…</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΛΕΦΤΗ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ακόμα μια φορά , την τελευταία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα κάνω ντους μες στη δική σου την μπανιέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> – προσεκτικά, μην πιτσιλίσω κι αποκαλυφτώ –</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα σκουπιστώ αργά αργά απ’ το πεσκίρι σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> θ’ αγγίξω τα ενθυμήματα που θα σου μείνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> – τις πρίζες, τα πλακάκια, τα σταχτοδοχεία –,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θ’ αγγίξω, την πιο αιμάτινη φορά, τα φερ φορζέ</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις ρωγμές των σεισμών, τις τρυπούλες των ξυλοφάγων</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα γείρω λίγο στα προικώα σου μεταξωτά σεντόνια</span><br />
<span style="color: #000000;">και στις επτά θα φύγω σαν τον κλέφτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> από το σπίτι που ως εχθές ήταν το δικό μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη φράση «για πάντα» σαν έρπη στα χείλια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΑΤΗΡΙΟ ΚΑΥΣΙΜΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κι εγώ που έλεγα θα σκότωνα δράκους</span><br />
<span style="color: #000000;"> για χατίρι σου θα ’ζευα ποτάμια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και θα γκρέμιζα κάστρα για σένανε,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη μέρα που παντρευόσουν κάποιον εργολάβο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πούλησα επτακόσια λίτρα βενζίνης σούπερ</span><br />
<span style="color: #000000;"> πούλησα είκοσι κιλά ορυκτέλαια έξτρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχα, εν γένει, ένα τζίρο αρκετών χιλιάδων:</span><br />
<span style="color: #000000;">υπάρχουν βρε αδελφέ κι άλλοι μινώταυροι για σκοτωμό.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΆΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΜΑΡΜΑΡΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Επειδή πρέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ αρχίσω να παίρνω χαμπάρι πως</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνε μάλλον οριστικά εκείνοι που ανυστερόβουλα συντρόφεψαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βασικά χρόνια –τότε που το δεκάρικο ήταν δεκάρικο ακόμα–</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πάνε εξίσου οριστικά τα πρόσωπα της λευκότητας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που, έστω, τραγουδούσαν ως το βράδυ τα ιταλικά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι γονείς όπου να ’ναι πάντα έρχονταν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που περιμέναμε η παρέα ως αργά στο ινστιτούτο,</span><br />
<span style="color: #000000;">επειδή τώρα πρέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πάρω πια χαμπάρι πως η οριζόντια ιδιοκτησία</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιβάλλει μιαν ημερήσια ατζέντα-φωτοαντίγραφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> των καθημερινών αγορών, των πιστώσεων, της αντοχής</span><br />
<span style="color: #000000;"> της παραγωγικής διαδικασίας, του νόμου ακινήτου περιουσίας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> της ανόδου του κόστους και της τιμής</span><br />
<span style="color: #000000;"> της χοληστερίνης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικρά παχουλά νησάκια που κατακλύζουν το αίμα,</span><br />
<span style="color: #000000;">γι’ αυτό κι εγώ γίνομαι μάρμαρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και από δω και μπρος σωπαίνω.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΡΜΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εδώ που φτάσαμε θέλω κάτι να κρατήσω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> λίγο απ’ τα φιλιά μας, λίγο απ’ τα θραύσματα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ας μείνει κάτι, έστω ανεπαίσθητο μες στην κοιλιά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή λίγα ζωντανά μικρόβια απ’ την παρουσία σου.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέω, και πιστεύω, πόσο ο ερωτάς μας ήταν ανώφελος:</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν τα κατάφερε, ας πούμε, να μη στείλουν τον Γιάννη στα νησιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είχε να κάνει με το ξύπνημα της εργατιάς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε βοήθησε καν σε επίπεδο τοπικής ανταρσίας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα τι τα θες, τα κανόνια κανόνια κι η καρδιά καρδιά∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να ’μαι εγώ, ικέτης της μνήμης σου, προσπαθώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κλείσω στη χούφτα μου λίγη τελευταία περιγραφή σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ανασυνθέσω παλιά παιδικά μας παιχνίδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βρω κανένα ξεχασμένο σου γραμμάτιο που έληξε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να το κρατήσω.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">ΔΕΛΤΑ-ΞΙ-ΘΗΤΑ (1975)</span></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήταν όμορφο το βράδυ στο σαλόνι, σας, ανήμερα Χριστούγεννα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εννιά ειδών τυριά ωραία κουβέντα καναδέζικο ουίσκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέπσι κόλα δυο δικηγόροι ένας γιατρός η αδερφή σας γλυκυτάτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> φώτιζαν βιεννέζικα κεράκια, καλοριφέρ στην πιο ειδική του θαλπωρή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέχρι και δίσκοι απ&#8217; το εξωτερικό, εδώ απαγορευμένοι.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θυμάμαι ποιος άρχισε με το συντακτικό τού κυβερνήτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> για το νομοσχέδιο δείνα, για τον τάδε υφυπουργό</span><br />
<span style="color: #000000;"> πώς εξελίχτηκε η συζήτηση για στέρηση ελευθερίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πώς πήγε στους πολιτικούς κρατούμενους στις φυλακές το δι-ξι-θήτα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Μα όταν ανοίξαμε το δεύτερο μπουκάλι, τι θέλαμε τις δικαιολογίες;</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Εσείς με τις ασφάλειες ζωής ο άλλος μια βιοτεχνία στα σκαριά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Πάνος δύο παιδιά, δυο αγγελούδια, εγώ πρωτίστως το πτυχίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι άλλοι άλλα: μητέρες καρδιακές πατεράδες με ζάχαρο τρία δέκα&#8230;)</span><br />
<span style="color: #000000;">Πώς χάλασε έτσι το γιορτινό σαν ξάφνου αναλογιστήκαμε όλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι επιτέλους θα &#8216;χουμε να δείξουμε τι διαβατήριο τι βίζες&#8230;</span></p>
<h3><span style="color: #000000;">Η ΡΕΤΣΙΝΙΑ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μιαν απ&#8217; αυτές τις μέρες θα χτυπήσει η πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ανοίξει η μάνα μου και θα βρει πανικόβλητη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έναν χωροφύλακα – πανικόβλητη</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί δεν θα ’ναι σίγουρη αν θα πρόκειται για το χαρτί</span><br />
<span style="color: #000000;"> της αναβολής ή τίποτε άλλο…</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τι τάχα άλλο; ούτε κροτίδες έριξα ούτε έντυπα μοίρασα</span><br />
<span style="color: #000000;"> (κι ας μετανιώνω τώρα, τι νόημα έχει;)</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μόνο, που μιλούσα ανοιχτά σε λίγους φίλους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ίσως να επηρέασα πέντε έξι ανυποψίαστους</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα αυτό, αλίμονο, δεν ήταν «δράση αντιστασιακή».</span><br />
<span style="color: #000000;">Εξάλλου, πήρα πια το πτυχίο μου, έχω το μαγαζί μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέλος δακτυλοδεικτούμενο της αστικής μας κοινωνίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> με καλημέρα σας τι κάνετε σε πολλά γνωστά καθίκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> φαρισαίους υποκριτές, προαγωγούς και βιομήχανους μπιντέδων∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι, λέει, καιρός διά πολιτικολογείν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βάζουν όλοι κάποτε νερό στο κρασί τους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> λέει η μάνα μου, στο τέλος όλοι συμβιβάζονται.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το ξέρω, μάνα, τους μένει μόνο η ρετσινιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν μίλησα, Γιάννη, δεν φώναξα∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιμόμουνα κι εγώ τη χειμερία νάρκη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανώριμος στο χρέος – πλην του έρωτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι ενώ σίδερα κρύβαν τ&#8217; αδέρφια μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> γνωστοί και φίλοι λιγοστεύαν ένας ένας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι δεν μίλησα – ομολογώ φοβόμουν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αύριο μεθαύριο, δεν γίνεται, θα ξεδιπλώσουν οι σημαίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα μυρμηγκιάζουν οι πλατείες λευτεριά∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ ξανά δεν θα μιλώ – πάλι θα νιώθω μόνος.</span><br />
<span style="color: #000000;">Γιατί θα ξέρω πως δεν έσωσα κανένα πιστοποιητικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> παρά μόνο δικαιολογίες: πως όταν ξύπνησα ήταν πια αργά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είχα βρει στο πλάι μου κανέναν&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΛΟΓΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Ο Παύλος πήρε το πτυχίο του, ο Βασίλης τέλειωσε το αγροτικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλοι οι φίλοι σου βολεύτηκαν κάπου, άλλοι παντρευτήκαν κιόλας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εσύ κοντεύεις τα τριάντα με τα ίδια μυαλά ως τώρα∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακόμα μας ποτίζεις πίκρες, πότε με τα αντίθρησκά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> πότε μ’ αυτές τις ανέκαθεν επικίνδυνες ιδέες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άραγε, θα σε δω ποτέ μεγάλο και τρανό, αποκατεστημένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> υγιές και δημιουργικό μέλος της κοινωνίας, νοικοκύρη;»</span><br />
<span style="color: #000000;">Χολή και όξος, άλλαξε το αίμα, μάνα, σάπια</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πεζοδρόμια, ετοιμόρροπες οι γέφυρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> όζουν απ’ το κεφάλι ως τα πόδια εμπόριο, συναλλαγές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανθρώπινες σχέσεις, τέχνη, παραγωγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως και την επανάσταση τη μαγαρίζουν σερπετά</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρυμμένα στις μαύρες πόρτες, θλιβεροί χαφιέδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> πληρωμένος πράσινα νομίσματα ίσως ο φίλος απόψε σε καρφώσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο εργάτης μπορεί αύριο να ψηφίσει συντηρητικούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή η κοπέλα σου να σε πουλήσει για κάποιον εργολάβο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Άσε με, μάνα, ακόμα να μην «ταχτοποιηθώ»</span><br />
<span style="color: #000000;"> ώσπου να πάρουμε το φραγγέλιο στα χέρια&#8230;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Γυρίζουν πίσω ένα ένα τα βιβλία που τους στέλνω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> «μετώκησεν», δικαιολογούνται, ο «παραλήπτης άγνωστος».</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι εγώ ξέρω καλά τον λόγο που όλοι τους «μετώκησαν»</span><br />
<span style="color: #000000;"> βάνω σημάδια πλάι στα ονόματα – τον πιάσανε και δαύτον.</span><br />
<span style="color: #000000;">Βραδιάζει ένας ακόμα χειμώνας μες στη σκέψη τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα χρέος ανίκανο τους γράφει απόψε στίχους.</span><br />
<span style="color: #000000;">Τι να τα κάνουν, Άγι, αυτά τα ποιήματα οι λεβέντες</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στις βροχές, τον βούρδουλα και την πολιορκία&#8230;</span></p>
<h3> <span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ 1968</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θα πιστέψω ότι είναι η οιμωγή των νικημένων</span><br />
<span style="color: #000000;"> όχι∙ κανείς δεν σάλπισε εντός του υποχώρηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ας περπατάει σκυφτός με ζεμπίλι στο χέρι απ’ τον φούρνο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Λέει: έχουνε βέβαια στα χέρια τους σχεδόν τα πάντα οι άλλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τηλεόραση, ραδιόφωνο, παγκόσμια ρεκόρ και παραγωγικά δάνεια</span><br />
<span style="color: #000000;"> βγάλαν δικές τους μουσικές να νανουρίσουν συνειδήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;">μα δεν ξέρουν πως τις νύχτες μέσα στις φτωχογειτονιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> Συκιές Καισαριανή Μπραχάμι Καλαμαριά, πόρτα με πόρτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τριγυρνάει πάλι έστω κουτσή έστω με δεκανίκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο εχθρός τους ο αναπαλλοτρίωτος, η ελπίδα</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ώρες εγκατάλειψης, στιγμές για ποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα λέγαμε παλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα έχουν τόσα ειπωθεί για μοναξιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> πώς να δακρύσει η λέξη για τις μνήμες&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Πάντως, φορτώνομαι εγώ όλες μας τις ευθύνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε παραδίδω άσπιλη, ακέραια στην «κοινωνία»</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξανά παρθένα, με χέρια καθαρά σαν πρώτα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και τα δικά μου χέρια που ξέραν μόνο ν’ αγκαλιάζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα θα τα μάθω να βαστούν σημαίες.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΛΙ ΑΠΩΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Την ώρα που πιάνονταν η ανάσα στις αυλές από την τόση τόλμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο αδερφός μου διέγραφε τόσα χρόνια με μιας πράξης εξιλέωση</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν οι πράσινες οχιές εξακόντιζαν αισχρά το δηλητήριο βλήμα τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όλης της χώρας τη δειλία την ξέπλεναν εικοσάχρονες αρτηρίες και φλέβες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο αιθέρας ορμώντας στα δωμάτια με τα ερτζιανά μοίραζε κραυγές</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιας από καιρό ξεχασμένης ρωμιοσύνης — μπουρλότα ψαριανά</span><br />
<span style="color: #000000;"> νταλιάνια ρουμελιώτικα και σκουριασμένους γκράδες της αυτοάμυνας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενώ ο διατεταγμένος χάλυβας γκρέμιζε τα τείχη</span><br />
<span style="color: #000000;">την ώρα που έκθαμβες στην τόση θυσία άνοιγαν οι πόρτες νοικοκυραίων</span><br />
<span style="color: #000000;"> να δέσουν πάλι τις αιώνιες πληγές του Μπότσαρη, του Μελά, του Άρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φέρουν ιώδιο στοργή επίδεσμο, να καταμετρήσουν τα νέα θύματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φυγαδεύσουν κλαίγοντας μες στον όρθρο μυστικά τους δυναμένους</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν, πρωί πια, γεμίσαν αγγελτήρια οι τοίχοι τα ονόματα των μαρτύρων</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλι απών, μίλια μακριά, ρωτούσα τι έγινε τη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις δεκαεφτά Νοέμβρη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΙΩΠΗΤΗΡΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Νότα νότα τραβάει τα σωθικά, αλέθει την οδύνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσων μπορούν ν’ ακούσουν, κάτω απ’ τις πέτρες, το τρυφερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> αεράκι που ξεγελάει τις κοιμισμένες επαρχίες κι αλλού</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη γαλατένια ομίχλη που κυλάει στους μαύρους φράχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρυπάει με υπόηχους μια τρομπέτα το τελικό σιωπητήριο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αμέτρητοι οδοστρωτήρες περνούνε πάνω απ’ τις ελιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> ισοπεδώνουν τις πεδιάδες που φυτρώνει το τριφύλλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ρίχνουν λιωμένη άσφαλτο στα εξοχικά δρομάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> χτίζουν παντού στρατόπεδα, αποθήκες εφοδίων</span><br />
<span style="color: #000000;"> προκεχωρημένα φυλάκια τα γεμίζουν φαιοπράσινα κοπάδια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για όσους μπορούν ν’ ακούσουν τη μουσική απ’ τα κράνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> γι’ αυτούς η ηχογραφημένη τρομπέτα παίζει το τελικό σιωπητήριο.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Δ Ξ Θ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η εφημερίδα αύριο τύλιγε ψάρια ή κιμά – όσο για σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ίδιο θέμα πάλι, πρωτοσέλιδο και τρίστηλο, θέμα ρουτίνας:</span><br />
<span style="color: #000000;"> η δικαστική διαδικασία, οι ανώνυμες πληροφορίες διά το ποιόν των</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τι ο καθείς ενεφορείτο, πώς θα «ανέτρεπε τα βάθρα του εθνικού μας πολιτισμού»</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ποιο οινομαγειρείο έτρωγε τα μεσημέρια, πόσες εκτρώσεις έκανε με κάποια Μαίρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπειτα δημοσιογραφικά κλισέ κι η αγόρευση του συνηγόρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η θαρραλέα απολογία, τα σχόλια «ωραία, μωρέ, τους τα ’παν&#8230;»</span><br />
<span style="color: #000000;">Όμως Αυτοί, την ίδια ώρα έπαιρναν βουβά την άγουσα για το Γεντί</span><br />
<span style="color: #000000;"> το Κορωπί την Αίγινα τον Κορυδαλλό, δυνάμει του δέλτα-ξι-θήτα ψηφίσματος</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ίδια στιγμή που εμείς πουλούσαμε προϊόντα γελάγαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάναμε βόλτα στην παραλία πειράζαμε κορίτσια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βλέπαμε στην τηλεόραση ένα ψωριάρικο λιοντάρι να αλυχτάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ότι «προέχει η έννομος τάξις και ουχί αι αναμοχλεύσεις των παθών»</span><br />
<span style="color: #000000;"> πηγαίναμε οδοντίατρο τρώγαμε σουβλάκια αγοράζαμε προικιά σεντόνια μαξιλάρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήταν μακριά από μας το δι-ξι-θήτα, αν και γνωρίζαμε καλά, πολύ καλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πώς μεταφράζονταν «η υποχρέωσης πατάξεως των ολίγων αρνητών του θαύματος</span><br />
<span style="color: #000000;"> που αποτελεί το σύγχρονόν μας κράτος»&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τώρα, τι μας ήρθε και τα θυμόμαστε αυτά πρωί-πρωί στο μαγαζί μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή βράδυ, όταν ρωτάει η γυναικούλα μας τρυφερά πού πάμε πάλι απόψε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα σε σαββατιανές πληρωμές και εισπράξεις –</span><br />
<span style="color: #000000;"> αραιά και πού και καμιά Ρόζα Λούξεμπουργκ για προσωρινή αυταπάτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι τ’ αναφέρουμε όλα αυτά, αφού γνωστοί είναι οι ρόλοι που υποδυθήκαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα αυτά τα χρόνια κι έτσι τουλάχιστον δεν αμφιβάλλουμε ποιοι είμαστε</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ, ας πούμε, ο hypocrite poète κι εσύ ο hypocrite lecteur,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικροί ασήμαντοι χυδαίοι figurantes στη μέση της πιο μεγάλης τραγωδίας.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Για αυτούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> που φθίνουν στα μπουντρούμια για τα δικά μου δικαιώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που θα γράψουν τα μεσάνυχτα στους τοίχους την ελευθερία</span><br />
<span style="color: #000000;"> που τους δέρνουν απόψε γιατί φωνάξαν ό,τι δείλιασα εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> που σηκώνουν στους ώμους τους την ίδια τη ζωή μου</span><br />
<span style="color: #000000;">εγώ, ο ελάχιστος, θα κλείσω δυο λεπτά την τηλεόραση</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα νιώσω πόσο βάρβαρη είναι αυτή η μουσική μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> θ’ απαρνηθώ τυρόπιτες μεγάφωνα και ζαχαροπλαστεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> θ’ αντέξω απόψε για χάρη τους να μη σε αγκαλιάσω;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (1970)</span></strong></h3>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θα περάσουνε μήνες και χρόνια στη μνήμη</span><br />
<span style="color: #000000;"> ροζακιά καλοκαίρια στις πεδιάδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> βραχνοί σιωπηλοί χειμώνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ θα γυρίζω στη δική σου φωνή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θ’ αναβοσβήσουν ήλιοι στη ζωή μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> αιμορραγία σε λέξεις και αισθήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σωματικό απεγνωσμένο πήγαιν’-έλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα εγώ θα γυρίζω στα δικά σου χείλη.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θα ξυπνήσω μια νύχτα μες στον πυρετό</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να θερίσω ό,τι χρόνια έχω σπείρει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν θα βρω παρά τα βήματά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να με γυρίζουν στην δικιά μας αγάπη.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΧΝΟΥΔΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Δεν θέλω να θυμάμαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> άφησες έκπληκτη τη νύχτα με το σώμα σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρυφερό, σαν χνούδι από ροδάκινο.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν θέλω, μα θυμάμαι:</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί δεν είναι αφή χωρίς να σε ματώνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτιά να μη σε υπαινίσσεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> και η νύχτα ακόμη είναι δίχως προορισμό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χνούδι, γδύσου ξανά σ’ αυτό το καλοκαίρι.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;">ΕΛΛΗ</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα έπεσε στη χούφτα μιας θάλασσας</span><br />
<span style="color: #000000;"> που οι γενιές την είπανε Ελλήσποντο∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τότε δίνω τ&#8217; όνομά της στη δίψα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον έρωτα υπογράφω με τ&#8217; όνομά της</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τη μετά σιωπή, που μας μαραίνει.</span><br />
<span style="color: #000000;">Χέρι με χέρι γράφουν οι παράνομοι στους τοίχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έλλη, Ελλήσποντος, Ελλάς, Ελευθερία.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Σε Kodak φιλμ το σώμα σου στην άμμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετά από καιρό το ξαναβλέπω: πρωί</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίσω απ’ τα βράχια ερωτευτήκαμε, δυο, τρεις&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">Από κείνη την ένταση –και τόσες άλλες– τι έμεινε</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι έσωσαν οι φωτογραφίες κι η ποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τις μυστικές στιγμές ενός καλοκαιριού;</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνο το καλοκαίρι που άναψε</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν τα φιλιά μας ήταν κατακόκκινα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα χωράφια που σμίγαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> απλώναν στα ματωμένα μαντίλια τους λεκέδες τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις μικρές ασυλλόγιστες ομορφιές της ζωής μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κούρνιασε στα κλαριά μας και καραδοκεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κρύψει λίγη εφηβεία— δεν ξεχνιέται.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΝΙΑ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μου ’ρχονται δάκρυα: τόσες και τόσες ώρες ηδονής</span><br />
<span style="color: #000000;"> τέλεια γνώση κάθε κυττάρου του άλλου</span><br />
<span style="color: #000000;"> σχήμα του στήθους, μικροατέλειες στις ίνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα χρόνια δεν αφήσαν τίποτα στη γεύση</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μνήμη δεν σώθηκε μες στην αφή</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάω μέσα μου, δεν έμεινε έρωτας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μου ’ρχονται δάκρυα: μισή ώρα τώρα προσπαθώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> να αποθέσω στο δέρμα μου το σχήμα των χειλιών σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μήκος των μηρών σου, τον λύκο του αιδοίου σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τάνια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΟΡΙΣΤΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο αόριστος είναι χρόνος που παιδεύει∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> πυρακτωμένη νύχτα, βλήμα τροχιοδεικτικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα καλειδοσκόπιο: ανθισμένα χείλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρμες πλατείες μετά από εκλογικές συγκεντρώσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταξιδεύοντας συνέχεια στο αιώνιο αιδοίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> γλιστρώντας μια εφηβεία ανέμελα παράλληλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα ερπυστριοφόρα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Αόριστος θα πει βασιλεύοντας, σα μαυρισμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> παρθενιά απ’ τον καπνό της φάμπρικας, να μένεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> σβηστός πολυέλαιος μετά από λειτουργία.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΦΑΡΜΑΚΙ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνοι που σε χάρηκαν πριν από μένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσοι χορτάσαν το κορμί και την καρδιά σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> έρχονται κάθε βράδυ και μου τρων τα σωθικά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ξέχασα λίγο χθες, μέσα σε λαϊκά τραγούδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> χόρεψαν όλα μου τα βάσανα ζεϊμπέκικο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα αργά η ρετσίνα ξανάγινε φαρμάκι.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κρυφά κρυφά ανθίζω πάλι στη σκέψη σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> παίρνω ξανά λίγη επαφή με το στίγμα της καρδιάς σου∙</span><br />
<span style="color: #000000;"> η εποχή που έκλεισε αρκεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν θα μπορέσει βέβαια ξανά να αγρυπνήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κύτταρά σου σβήσαν στο κορμί μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύγαν κι οι πιο μικρές εστίες επαφής σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> –στοργή που είχα μυστικά αποταμιεύσει–</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα εσύ σιγά σιγά ακονίζεις τις τύψεις μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνάει καιρός – μαχαίρι και λαβωματιά.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΘΕΛΩ ΕΝΑΝ ΣΤΙΧΟ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θέλω μια σάρκα αδιάφθορη, ξεσκούριαστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χείλια αφίλητα στον ήλιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να φθείρω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Θέλω ένα σώμα ολάνθιστο, ξεκούραστο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ζωγραφίζει τις πτυχές του</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα σεντόνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Και όλα αυτά να γίνουν στίχοι σαν καρκίνωμα γεροί</span><br />
<span style="color: #000000;"> να συμβολίσουν τα βραχνά σου καλοκαίρια.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΔΕΝ ΚΑΝΩ ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Πάρε τα μάτια σου από μένα, μην κοιτάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας θεός ξέρει αν το βλέμμα σου θ’ αντέξω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν έκανα για σένα εγώ, δεν ήμουν για στήριγμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί εγώ δεν κάνω για κανέναν.</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το καλοκαίρι είναι παράθυρο που φέρνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> φώτα πιο δυνατά απ’ τον ήλιο και καπνούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> από φωτιές που καίγονται στ’ αλώνια.</span><br />
<span style="color: #000000;">Το καλοκαίρι σκόρπισε στη νύχτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για ν’ ανέβει τις σκάλες του κορμιού σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σαν χαρτόσημο επάνω να κολλήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν μέδουσα σε φθινοπωρινό κολυμβητή.</span><br />
<span style="color: #000000;">Για να δοθείς αχόρταγα, να πυρπολήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη θάλασσα, τα δάση, τις αφές.</span><br />
<span style="color: #000000;">ΠΗΓΗ ΓΙΑ ΠΑΛΙΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ: https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8471.0</span></p>
<h2><span style="color: #000000;">ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:</span></h2>
<h3><strong><span style="color: #000000;">Πέτρος Γκολίτσης,<br />
Γράμμα στον ποιητή Γιάννη Καρατζόγλου,</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;"> Τετάρτη, Ιανουαρίου 03, 2018 </span><br />
<span style="color: #000000;">http://www.thraca.gr/2018/01/blog-post_3.html</span><br />
<span style="color: #000000;">Θεσσαλονίκη, 3/1/2018</span><br />
<span style="color: #000000;">Αγαπητέ κ. Καρατζόγλου, έλαβα σήμερα το νέο βιβλίο σας και πολύ σας ευχαριστώ. Το διάβασα μονομιάς και με πολύ ενδιαφέρον. Θα έλεγα πως η θεματολογία της απεικόνισης του ισόβιου τοπίου, που προτιμήσατε, στις &#8220;Εγγραφές κλεισίματος&#8221;, είναι μια σχεδόν &#8220;πιστή&#8221; μετα-ιμπρεσιονιστική αναπαράσταση λεπτομερειών, με τη χρήση της μνήμης που ξαναπαίζει την κασέτα προ του τέλους. χωρίς μάλιστα &#8220;να προσδοκάται άνοιγμα νέας χρήσης&#8230;&#8221;, γεγονός που καθιστά το βιβλίο πολύ ανθρώπινο και συγκινητικό. Ο ίδιος ο τίτλος μάλιστα είναι επίσης πολύ συγκινητικός και ιδιαίτερος, μεταστοιχειώνοντας την λογιστική ορολογία σε ποιητικό κατόρθωμα. Η λεπτομερειακή καταγραφή, ανθρώπων, βιωμάτων, καταστάσεων, συναντήσεων, ροών, ροπών και αντι-ροών σε ανάλογη κλίμακα του συναισθηματικά φορτισμένου παρόντος στον ποιητικό καμβά, επίσης εντυπωσιάζει και αγγίζει πολλές χορδές του &#8220;ψυχισμού&#8221; του αναγνώστη, τον οποίο και μεταθέτει προ του δικού του τέλος, εφόσον κατορθώσει να διασχίσει ένα αντίστοιχα &#8220;ικανοποιητικό&#8221; μέρος της βιο-γραμμής του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πρόκειται θα έλεγα, για να συνεχίσω, για μια ποίηση που υπογραμμίζει τη σημασία των έργων μικρής κλίμακας, αντί των έργων μνημειακού χαρακτήρα που φαντάζουν ξένα στην εποχή μας. Ενδεικτικά ξεχωρίζω και παραπέμπω στα ποιήματα &#8220;Υπνοβασίες&#8221;, &#8220;Ο χρόνος&#8221;, &#8220;Μετά την καταστροφή&#8221; [τα οποία και παρατίθενται στο τέλος]. Οι «κλειδώσεις της ωμοπλάτης» που πονούν και υπόσχονται φτερά, μας περνούν σε μια ονειρική διαδρομή όπου όντως αξιώνει το &#8220;print κατευθείαν απ&#8217; τον όνειρο&#8221;, και από εκεί με τα λίγα κέρματα που επαρκούν μόνο για να αγοράσει ο ομότεχνος των Δημουλά, Μέσκου και Κουγιουμτζή, Γιάννης Καρατζόγλου, τα λογοτεχνικά τους βιβλία, περνάμε στο ντοστογιεφσκικό, αλά Ιβαν Καραμαζώφ αδιέξοδο, στο &#8220;Σύνδομο της Δευτέρας&#8221; όπου διαβάζουμε:</span><br />
<span style="color: #000000;">«Και καταλήγει αυτό το φριχτό όνειρο, να είναι, υποτίθεται, Δευτέρα, να τον έχει σηκώσει συνοφυρωμένος ο Μέγας Καθηγητής και να τον ταπεινώνει: &#8220;γιατί μας ήρθες πάλι απροετοίμαστος εδώ πάνω, παιδί μου;&#8221;</span><br />
<span style="color: #000000;">Αν δεν έχετε δει την ταινιά &#8220;Lucky&#8221; του Τζον Κάρολ Λιντς, την παίζει αυτές τις μέρες στο σινεμά, θα σας πρότεινα να την δείτε. Κινείστε στο ίδιο κλίμα. Mε τρόπο συμπληρωματικό. Με αγάπη και εκτίμηση. Όλα τα παραπάνω τα έγραψα μονομιάς. Πατάω enter, δηλ. σας τα στέλνω, και έπειτα τα διαβάζω.</span><br />
<span style="color: #000000;">Δικός σας.</span><br />
<span style="color: #000000;">Πέτρος</span></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%bf%ce%b3%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
