<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/tag/%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B5%CE%B1%CF%83-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B7%CF%83/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sat, 07 Jan 2023 08:48:48 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/08/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/08/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 28 Aug 2016 11:07:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=5389</guid>

					<description><![CDATA[Ο Ανδρέας Χατζηχαμπής γεννήθηκε στη Λευκωσία και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών. Δίδαξε σε σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Ζει στη Λεμεσό. Είναι μέλος &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/08/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p><span style="color: #000000;">Ο Ανδρέας Χατζηχαμπής γεννήθηκε στη Λευκωσία και μεγάλωσε στη Λάρνακα. Σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών. Δίδαξε σε σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού. Ζει στη Λεμεσό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι μέλος στην Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου. Δημοσίευσε ποιήματα, μελέτες και άρθρα σε έγκριτα περιοδικά της Κύπρου, της Ελλάδας και του εξωτερικού καθώς και σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα ιταλικά, σέρβικά και στα γερμανικά. Ανθολογήθηκε σε διάφορες ποιητικές ανθολογίες. Δημοσίευσε επίσης κείμενα λογοτεχνικής κριτικής. Απέσπασε Λ&#8217; Πανελλήνιο Βραβείο Ποίησης (Μικρής Ποιητικής Συλλογής) σε πανελλήνιο διαγωνισμό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απ’ τα’ αλωνάκι της σιγής (2002)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην Ακτή των ποιητών (Βιβλιεκδοτική 2008)</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όνειρα αμενηνά (Γαβριηλίδης 2014)<br />
Οδυσσέας Αστέρης (Κέδρος 2018)<br />
Η κραυγή της Αντιγόνης (Κέδρος 2022)</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/Η-ΚΡΑΥΓΗ-ΤΗΣ-ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18969 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/Η-ΚΡΑΥΓΗ-ΤΗΣ-ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ.jpg" alt="" width="301" height="411" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/Η-ΚΡΑΥΓΗ-ΤΗΣ-ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ.jpg 469w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/Η-ΚΡΑΥΓΗ-ΤΗΣ-ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ-220x300.jpg 220w" sizes="(max-width: 301px) 100vw, 301px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/ΒΙΒΛΙΑ246.jpg"><img loading="lazy" class="wp-image-18973 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/ΒΙΒΛΙΑ246.jpg" alt="" width="500" height="361" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/ΒΙΒΛΙΑ246.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/ΒΙΒΛΙΑ246-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/ΒΙΒΛΙΑ245.jpg"><img loading="lazy" class=" wp-image-18971 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/ΒΙΒΛΙΑ245.jpg" alt="" width="500" height="361" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/ΒΙΒΛΙΑ245.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/08/ΒΙΒΛΙΑ245-300x217.jpg 300w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ (2022)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;">
<strong>Οδυσσέας Αστέρης (Αφηγητής)</strong></h6>
<h5>
<strong>Αφρογέννητη</strong></h5>
<p>Ώρα καλή γεννήθηκε<br />
κι ώρα ευλογημένη,<br />
ανάμεσα στις φωτεινές μυρτιές<br />
και στα γιασεμιά της θάλασσας,<br />
κόρη μικρή και έμμορφη<br />
και μαργαριταρένια.<br />
Αφρογέννητη,<br />
πίσω απ’ τον βράχο της ψυχής της,<br />
ανάμεσα στο λυκαυγές της Ηούς<br />
και στο λυκόφως της θύμησης,<br />
κρατώντας στα χέρια<br />
ένα χρυσό μήλο αιωνιότητας<br />
κι ένα κλωνάρι μυγδαλιάς.<br />
Τα δελφίνια την περιτριγυρίζουν,<br />
κυκλοτερώς χορεύουν χαρούμενα,<br />
μαζί με τ’ άλλα της Μεσόγειος τα κήτη,<br />
χελώνες, φώκιες κι άλλα δοξαστικά,<br />
στης χαραυγής το πλατύ χαμόγελο,<br />
στα ρόδινα κύματα το μεγάλο μυστικό.</p>
<p>Αχνογελόχαρη κόρη,<br />
άνασσα της ζωής και του έρωτα,<br />
φωτόλουστη γη της λησμονιάς<br />
και της αιμάσσουσας μνήμης,<br />
μακαρία γη του χαλκού<br />
και του αιώνιου καημού,<br />
μακαρία γη του πικρόλιθου<br />
και του αιώνιου διχασμού.<br />
Από τα γυμνά στήθη της<br />
ανάβλυζε ρέον φως,<br />
απ’ αυτό που ’θελε να βασιλέψει<br />
αιώνες κι αιώνες,<br />
ανάμεσα στη σκιερή γαλήνη<br />
και στη θλίψη της φωτερής σιωπής,<br />
έτοιμη να γεννήσει<br />
το θαύμα των αηδονιών,<br />
έτοιμη να γεννήσει<br />
τον λυγμό του κόσμου.</p>
<h6 style="text-align: left; padding-left: 40px;"><em><strong>Χορός ποιητών</strong></em></h6>
<h5 style="text-align: left;">
<em><strong>Ίρις αγγελέουσα</strong></em></h5>
<p style="text-align: left; padding-left: 40px;">
<em>ως έφατ’ ώρτο δε Ίρις αελλόπος αγγελέουσα</em><br />
<em>Όμηρος, Ιλιάδα, Ω, 77</em></p>
<p style="text-align: left;">
<em>Κόρη τον θάματος</em><br />
<em>και τον πόνου,</em><br />
<em>κόρη εσύ χρυσοπτέρυγη,</em><br />
<em>που με σοφία ζυγίζεις</em><br />
<em>τη δικαιοσύνη των θεών</em><br />
<em>και τον Λόγου,</em><br />
<em>έμελλε θνητή να γεννηθεί η Κύπριδα,</em><br />
<em>εδώ σε τούτο τον τόπο,</em><br />
<em>αιώνες τώρα να υπομένει</em><br />
<em>τη φυλάκιση τον φωτός</em><br />
<em>στα μπουντρούμια της σκλαβιάς,</em><br />
<em>τη σταύρωση των λουλουδιών</em><br />
<em>στους κήπους τον απείρου,</em><br />
<em>στις αυλές του Απόλλωνα.</em></p>
<p style="text-align: left;"><em>Άνασσα των πουλιών</em><br />
<em>και τον αποσπερίτη,</em><br />
<em>άγρυπνη μνήμη</em><br />
<em>λαγοκοιμούσα,</em><br />
<em>κόρη των αμπελιών</em><br />
<em>και τον θείου κάλλους,</em><br />
<em>άνοιξε τα αρχαγγελικά φτερά σου</em><br />
<em>και πέταξε πάνω απ’ τη θρακιά γη μας,,</em><br />
<em>πέρα απ’ τα παλάτια τον θρήνου,</em><br />
<em>και φέρε το δίκιο τ’ ουρανού,</em><br />
<em>φέρε το φως ενός άλλον κόσμου</em><br />
<em>να βασιλέψει ανάμεσα</em><br />
<em>στον κέδρο και στο χαμομήλι,</em><br />
<em>ανάμεσα στην έρημο και στο χιόνι.</em></p>
<p style="text-align: left;">
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Οδυσσέας Αστέρης (Αφηγητής)</strong></h6>
<h5>
<strong>Αρχαίες φωνές της μνήμης</strong></h5>
<p>Μάζευε τ’ άνθη της αυγής<br />
και τ’ άστρα του πελάγους<br />
κοντά στους πέντε ποταμούς,<br />
κοντά στις πέντε βρύσες,</p>
<p>βύζαινε την άνοιξη με ροδόσταμα,<br />
μεγάλωνε το φως<br />
με το πορφυρό νάμα των θεών,<br />
να καρπίσει λέξεις του μυστικού,<br />
να γεννήσει στίχους του απείρου<br />
στα σκοτάδια του κόσμου μας.</p>
<p>Κι έναν καιρό φαρμακερό,<br />
π’ άστραφτε και βροντούσε,<br />
την πήραν, τη ’λυσόδεσαν<br />
στο κάστρο της αντάρας,<br />
κάθε λογής φίλοι κι οχτροί,<br />
ρήγαινες και ρηγάδες,<br />
και σμήνη μαύρων κορακιών<br />
των διαψεύσεών μας,</p>
<p>αμέτρητες φορές,<br />
αμέτρητους αιώνες,<br />
θεριεμένη φλόγα ο κόσμος της<br />
και πυρακτωμένο καμίνι<br />
της λησμονιάς και της ανυπαρξίας,</p>
<p>με φωτιά και με δόρυ,<br />
με αγχόνη και ναπάλμ,<br />
με κίτρινα λόγια<br />
και σάπιες προσωπίδες,</p>
<p>να πασχίζουν να κάψουν<br />
τον κέδρο και το χαμομήλι,<br />
να κουρσέψουν<br />
τα γιασεμιά της θάλασσας<br />
και τα μύρα της Αφροδίτης.</p>
<p>Μα αυτή εκεί&#8230;</p>
<p>Αροδαφνούσα λυγερή<br />
και καμαροφρυδούσα,<br />
με πλουμιστά τα κάλλη της<br />
’ρφουρένια τα φτερά της,<br />
ανθίζει κάθε άνοιξη,<br />
ανθίζει αροδάφνες,<br />
ανάβει τ’ άστρο της αυγής<br />
στο κρυφοπέρασμά της,</p>
<p>ανάβει και τ’ άκτιστο φως<br />
στον κάμπο του απείρου,<br />
κι αρχαίες φωνές της μνήμης<br />
στο φέγγος των σπλάχνων μας.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>Χορός ποιητών</strong></em></h6>
<h5>
<em><strong>Σε καιρούς αρπαγής</strong></em></h5>
<p><em>Ζούμε σε καιρούς ανελέητης αρπαγής,</em><br />
<em>αρπαγής τον ανελεήμονα χρόνου,</em><br />
<em>αρπαγής του άγνωρου τόπον,</em><br />
<em>αρπαγής της άκτιστης αθωότητας</em><br />
<em>και της ελευθερίας τον μυστικού,</em><br />
<em>τον θείου πνεύματος</em><br />
<em>και της μελωδίας τον αέρα,</em><br />
<em>τον ήλιον της δικαιοσύνης</em><br />
<em>και τ’ ουρανού των ονείρων,</em><br />
<em>της αείφωτης θάλασσας</em><br />
<em>και της προαιώνιας γης,</em><br />
<em>αρπαγής της ύπαρξης,</em><br />
<em>της όντως ύπαρξης.</em></p>
<p><em>Κι έτσι μετέωροι και ρηχοί</em><br />
<em>ακούμε μέσ’ απ’ το ξέφωτο της μνήμης</em><br />
<em>το μοιρολόι της Παναγιάς,</em><br />
<em>τον θρήνο της Αφροδίτης,</em><br />
<em>την κραυγή της Αντιγόνης.</em></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Οδυσσέας Αστέρης (Αφηγητής)</strong></h6>
<h5>
<strong>Βουτιά στο υπερούσιο φως</strong></h5>
<p>Γυναίκες της Λευκωσίας<br />
με τ’ αρχοντικά<br />
και τα γρουσά τους όνειρα,<br />
στους πέτρινους δρόμους,<br />
και πιο φτωχές<br />
με τα γιορτινά<br />
και τα καλά τους πάθια,<br />
στους πέτρινους δρόμους,<br />
όλες,<br />
με τα μικρά παιδιά τους στους ώμους,<br />
βάδιζαν προς τα πανύψηλα,<br />
προς τα θεόρατα<br />
τείχη της Λευκωσίας.</p>
<p>Πώς ψήλωσαν σε μια νυχτιά<br />
τα τείχη της ψυχής μας.</p>
<p>Τοιχοποιία ενετική,<br />
υψηλής αρχιτεκτονικής του Σαβορνιάνο,<br />
με λέξεις αρχαίες ομηρικές,<br />
λαξεμένες στα θεόρατα τείχη<br />
της Λευκωσίας.</p>
<p>Βάδιζαν και έκλαιγαν γοερά,<br />
θρήνος και κλαυθμός<br />
και οδυρμός και πόνος,<br />
γυναίκες θρηνωδοί της αδικίας.</p>
<p>Σαν άκουσαν<br />
τα μαύρα άτια της οργής<br />
του Λαλά Μουσταφά,<br />
έριξαν τα παιδιά τους<br />
με μια προαιώνια κραυγή της Αντιγόνης<br />
απ’ τ’ αστεροειδή<br />
τείχη της Λευκωσίας<br />
στο μαύρο χάος του σύμπαντος,<br />
που άνοιγε κάτω απ’ τα πόδια τους,<br />
κι ύστερα<br />
έπεσαν κι αυτές,<br />
με μια βουτιά,<br />
στο υπερούσιο γαλάζιο φως,<br />
στην αγκαλιά της ελευθερίας,<br />
στις φυλακές του πόνου.</p>
<p>Μια ματωμένη μέρα του φθινοπώρου,<br />
Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 1570,<br />
κανείς δεν ήξερε<br />
πως εκεί,<br />
κάτω απ’ τα τείχη της Λευκωσίας,<br />
βρίσκεται το πατρογονικό σπίτι<br />
του Ομήρου.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;">
<em><strong>Χορός ποιητών</strong></em></h6>
<h6>
<em><strong>Ψάχνουμε λέξεις αρχαίες</strong></em></h6>
<p><em>Σπίτια και τάφοι</em><br />
<em>σμίγουνε</em><br />
<em>μες στα κατάβαθα της ψυχής.</em></p>
<p><em>Ζωή και θάνατος</em><br />
<em>σμίγουνε</em><br />
<em>μπρος στον ναό της ελευθερίας.</em></p>
<p><em>Σκότος και φως</em><br />
<em>σμίγουνε</em><br />
<em>μες στις φυλακές του πόνου.</em></p>
<p><em>Κι εμείς,</em><br />
<em>ανέστιοι και ρηχοί,</em><br />
<em>ψάχνουμε το υπερούσιο γαλάζιο φως</em><br />
<em>στις αγκάλες του λυγμού,</em><br />
<em>ψάχνουμε λέξεις αρχαίες</em><br />
<em>στις στοές του εφήμερου.</em></p>
<h6 style="padding-left: 40px;">
<strong>Αντιγόνη (έρρυθμο μοιρολόι)</strong></h6>
<h5>
<strong>Φόρεσα τα καλά μου</strong></h5>
<p>Φόρεσα τα καλά μου,<br />
πάθια κι ενδόψυχα,<br />
σκότωσα τα παιδιά μου,<br />
κλαίω μερόνυχτα.</p>
<p>Θρήνος, κλαυθμός και πόνος,<br />
μες στην καρδιά μου εμέ,<br />
άδικος είν’ ο κόσμος,<br />
που μας σκοτώνουνε.</p>
<p>Βγαίνω απά’ στα τείχη,<br />
βγαίνω στερνή φορά,<br />
πώς τα ’φερε η τύχη,<br />
μένω χωρίς παιδιά.</p>
<p>Θεέ τ’ ουρανού, του πόνου,<br />
Θεέ μου, συγχώρα με,<br />
είν’ τα παιδιά του κόσμου,<br />
άδικο να ’ν’ χαμαί.</p>
<p>Φέρε, Θεέ, το δίκιο,<br />
Θε μου, τον ίσκιο σου,<br />
δώσε σ’ τουν’ το βασίλειο,<br />
το άγιο δίκιο σου.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>Χορός ποιητών</strong></em></h6>
<h5>
<em><strong>Ομολογία</strong></em></h5>
<p><em>Παιδιά τον κόσμου,</em><br />
<em>αναμνήσεις της αθωότητας</em><br />
<em>με τη βαθιά φωτιά στο στήθος,</em><br />
<em>που γνωρίζετε τη γραμματική τον ήλιου</em><br />
<em>πριν απ’ το σχολειό μας,</em><br />
<em>με τα φτερωτά βλέμματα</em><br />
<em>και τα μυρωμένα δάκρυα,</em><br />
<em>που ζείτε ολόψυχα</em><br />
<em>την αλήθεια της φευγαλέας στιγμής</em><br />
<em>πριν απ’ τα χνάρια της πέτρας,</em><br />
<em>πριν να βαδίσετε τους πέτρινους δρόμους μας.</em></p>
<p><em>Παιδιά του κόσμου,</em><br />
<em>νιογέννητα άστρα</em><br />
<em>στην καρδιά τον φωτός,</em><br />
<em>που τραγουδάτε τον επινίκιο κόσμο</em><br />
<em>και τις ηλιόλουστες ώρες</em><br />
<em>πριν απ’ τις ακονισμένες λέξεις μας.</em></p>
<p><em>Παιδιά τον κόσμου,</em><br />
<em>που σας σκοτώνουν οι σάπιοι δρόμοι μας,</em><br />
<em>που σας πληγώνουν τα ξύλινα χαμόγελά μας,</em><br />
<em>που σας πνίγουν οι φραγμένες με συρματόπλεγμα</em><br />
<em>αδίστακτες θάλασσές μας,</em><br />
<em>συγχωρέστε μας.</em></p>
<p><em>Παιδιά του κόσμου,</em><br />
<em>πάρτε αυτή την ταπεινή ανθισμένη ομολογία</em><br />
<em>και συγχωρέστε μας.</em><br />
<em>Είμαστε ένοχοι.</em></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Αντιγόνη</strong></h6>
<h5>
<strong>Σώμα λειψό</strong></h5>
<p>Τώρα πια<br />
το σώμα μου είναι λειψό,<br />
κορμί τυραγνισμένο,<br />
γεμάτο με του πόνου<br />
της μάχης μελανιές,<br />
γιατί άλλοι Τρώες,<br />
άλλοι Πέρσες,<br />
άλλοι Σαρακηνοί<br />
τώρα πια με καπηλεύονται,<br />
ακόμα πιο σκληροί,<br />
ακόμα πιο βάρβαροι.</p>
<p>Τώρα πια<br />
κυματίζουν μεσίστια τα όνειρα,<br />
διαβιούν σε αντίσκηνα<br />
και σε συνοικισμούς ευκαιρίας,<br />
αποστεωμένες οι λέξεις,<br />
έγιναν πρόσφυγες οι μέρες,<br />
λεηλατημένη η μνήμη,<br />
καλά μυημένη στην απώλεια</p>
<p>Τώρα πια<br />
σπασμένοι οι σταυροί στο στέρνο μας<br />
και στα κατάμεστα κοιμητήρια απουσίας,<br />
βουβά τα σήμαντρα της μνήμης,<br />
στάβλοι και αποθήκες<br />
οι ναοί της ιερότητας.</p>
<p>Τώρα πια<br />
μας πήραν τη θάλασσα<br />
των ανέμελων στιγμών,<br />
μας κούρσεψαν τα κάστρα της ρήγαινας<br />
σε ώρες απρόσκλητες.</p>
<p>Τώρα πια<br />
έσβησαν τις αρχαίες επιγραφές<br />
της αλήθειας<br />
και τις αιώνιες λέξεις<br />
από τα Γυμνάσιά μας,<br />
που ήταν ένα με τη σάρκα μας.</p>
<p>Σώμα λειψό<br />
στις αγνοούμενες μέρες μας.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>Χορός ποιητών</strong></em></h6>
<h5><em><strong>Χρυσοστέφανα άλογα</strong></em></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><em>&#8230;την μεν αρ’ Ίρις έλουσα ποδήνεμος έξαγ’ ομίλου</em><br />
<em>αχθομένην οδύνησι, μελαίνετο δε χρόα καλόν.</em><br />
<em>Όμηρος, Ιλιάδα, Ε, 353-354</em></p>
<p><em>Ω ποδήνεμη, Ίριδα,</em><br />
<em>έλα και πάλι σιμά μας,</em><br />
<em>τη βοήθειά σου να μας δώσεις,</em><br />
<em>φέρε τα χρυσοστέφανα άλογα,</em><br />
<em>τα χρυσοχαλινάτα,</em><br />
<em>όπως και τότε στην Τροία,</em><br />
<em>στη μάνα μας να πάμε πιο κοντά,</em><br />
<em>θαρρούμε πως τώρα δεν θα ’ναι μακριά,</em><br />
<em>σιμά στη μητρική αγκάλη,</em><br />
<em>θαρρούμε πως τον αγαθού Διομήδη οι βουλές</em><br />
<em>και πάλι επαληθεύονται:</em><br />
<em>«Δεν είσαι για πολέμους συ,</em><br />
<em>Κυρά της ζωής και του έρωτα,</em><br />
<em>δεν είσαι για πολέμους,</em><br />
<em>θ’ ακούς για πόλεμο αλλού</em><br />
<em>και θα σταυροκοπιέσαι,</em><br />
<em>στα γόνατα θα σέρνεσαι</em><br />
<em>και θα ανακαλιέσαι».</em></p>
<h6 style="padding-left: 40px;">
<p><strong>Οδυσσέας Αστέρης (Αφηγητής)</strong></h6>
<h5>
<strong>Αγνοούμενη αγάπη</strong></h5>
<p>Με δακρυσμένα μάτια<br />
τύλιξες το κεφάλι,<br />
και την ξανθή κόμη της ψυχής<br />
με τη μαύρη μαντίλα της λύπης,<br />
και από τότε βαδίζεις σε μια ξέρα,<br />
ανάμεσα στα αγκάθια της μνήμης<br />
και στα θεριά της προσμονής.</p>
<p>Κρύβεις την αγνοούμενη αγάπη,<br />
ιέρεια της υπομονής,<br />
κάτω απ’ τα μαύρα άμφια του χαμού,<br />
φορείς γερασμένα αισθήματα αιώνων<br />
και φθαρμένους χειμώνες<br />
στα είκοσι εφτά σου χρόνια,<br />
να κρύψεις τα δάκρυα της θάλασσας<br />
και τον πόνο των αστεριών.</p>
<p>Και τα βράδια&#8230;<br />
σφραγίζεις με σκοτάδια τα παράθυρα,<br />
κλειδώνεις με κραυγές σιωπής<br />
το δωμάτιο,<br />
μην μπει η θάλασσα<br />
με τα ξωτικά της,<br />
μην μπει το φεγγάρι<br />
με τα μάγια του,<br />
μην μπει ο άνεμος<br />
με τις κραυγές του,<br />
μην μπει κανείς,<br />
μόνη σου να μείνεις,<br />
με τις νωπές πληγές εντός σου<br />
και τις σκιές τριγύρω σου.</p>
<p>Αλλά κάποιες νύχτες&#8230;<br />
όταν τον ελευθερώνεις,<br />
βγαίνεις από τον αόρατο τάφο σου,<br />
φορείς λευκό νυφικό τις μαργαρίτες<br />
και κολυμπάς σε λευκά κύματα χαράς,<br />
φυτεύεις λέξεις μυριστικές<br />
στο λευκό παραθύρι<br />
και τραγουδάς με λευκόφτερους<br />
αγγέλους τον ύμνο του φωτός.</p>
<p>Μέχρι το άλλο πρωί&#8230;<br />
που θ’ ανάψει και πάλι το σκοτάδι<br />
τη μαύρη σιωπή,<br />
που θα ’ρθει η έρημος<br />
με τις μαβιές λέξεις<br />
και το λυπημένο βλέμμα,<br />
μέχρι το άλλο πρωί<br />
που θα ‘ρθουν<br />
οι εικόνες που κλαίνε,<br />
που θα πας και πάλι<br />
σε φραγμένους δρόμους,<br />
γραία είκοσι εφτά χρόνων,<br />
με τις φωτογραφίες στα χέρια,<br />
να ρωτήσεις τους περαστικούς<br />
αν ζουν,<br />
αν τους είδαν,<br />
αν θα ‘ρθουν<br />
οι αρχάγγελοι με τ’ αόρατα φτερά<br />
και τις ματωμένες καρδιές,<br />
οι αρχάγγελοι της άλλης όχθης,<br />
με τις πισώπλατες σφαίρες.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>Χορός ποιητών</strong></em></h6>
<h5>
<em><strong>Μνήμες αξεθώριαστες</strong></em></h5>
<p><em>Τι ξέρουμε εμείς</em><br />
<em>από Ελένες και Εκάβες,</em><br />
<em>από Χαρίτες και Αντιγόνες;</em><br />
<em>Τι αξία έχουν</em><br />
<em>μισές σιαγόνες</em><br />
<em>και μια χούφτα διάσπαρτα δόντια,</em><br />
<em>να ζεις μια ζωή</em><br />
<em>για τις απειροελάχιστες πιθανότητες,</em><br />
<em>να σκάβεις με τα νύχια</em><br />
<em>για ένα κοκαλάκι,</em><br />
<em>για ένα δόντι,</em><br />
<em>για ένα κίτρινο πουκάμισο αδειανό,</em><br />
<em>τι ξέρουμε εμείς</em><br />
<em>από κρουσμένες ψυχές</em><br />
<em>και χαμένες ζωές,</em><br />
<em>από μνήμες αξεθώριαστες,</em><br />
<em>σε έναν χρόνο αδειανό,</em><br />
<em>σε έναν χρόνο σταματημένο.</em></p>
<h6 style="padding-left: 40px;">
<strong>Οδυσσέας Αστέρης (Αφηγητής)</strong></h6>
<h5>
<strong>Το μπλε της υπομονής</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">στην κυρία Φρόσω</p>
<p>Στάχυα του Ιούλη<br />
αγναντεύουν<br />
μέσ’ απ’ τη σκισμή τ’ ουρανού<br />
το μπλε της υπομονής,<br />
κι αυτή<br />
ακόμα περιμένει<br />
να έρθει ο αγαπημένος.</p>
<p>Ολημερίς<br />
ετοιμάζει τα μπογαλάκια της,<br />
πακετάρει τη ζάχαρη, τον καφέ, το ρύζι<br />
και τ’ άλλα απαραίτητα,<br />
να ’ναι έτοιμα<br />
για να γυρίσει στην Κερύνεια.</p>
<p>Κάθε απόγευμα<br />
βγαίνει απ’ το καταφύγιό της,<br />
στην οδό Ελευθερίας,<br />
για να ψάξει,<br />
μ’ ένα πρόσωπο ζωγραφισμένο με σιγή<br />
κι ένα σώμα κεντημένο με παράδεισο,<br />
γυρίζει τους γύρω δρόμους<br />
με μια φωτογραφία στο χέρι.<br />
«Μήπως τον είδατε;<br />
Μήπως τον απαντήσατε<br />
τον αγαπητικό μου;<br />
Σίγουρα κάπου θα τον είδατε.</p>
<p>Μου ’πε πως θά ’ρθει.<br />
Μου ’πε πως σίγουρα θα γυρίσει.<br />
Μην έχασε τον δρόμο;<br />
Μην έχασε τους προσανατολισμούς;<br />
Μήπως βρέθηκε<br />
σε σημείο αχαρτογράφητο;<br />
Ανάμεσα σε παλιές φωτιές<br />
και νέες στάχτες;»</p>
<p>Κατά το σούρουπο,<br />
όταν το πορφυρό αγέρι<br />
ξεφυσάει τη μνήμη<br />
και τ’ αναμμένα καντήλια,<br />
γυρίζει και πάλι στο καταφύγιό της<br />
με μια θλίψη στα μάτια<br />
κι ένα μαχαίρι στην καρδιά.<br />
Ξεπακετάρει τη ζάχαρη, τον καφέ,<br />
το ρύζι<br />
και τ’ άλλα απαραίτητα.</p>
<p>Το μόνο που αφήνει πακεταρισμένο,<br />
έτοιμο ανά πάσα στιγμή,<br />
είναι το νυφικό με τις λευκές δαντέλες,<br />
τ’ άστρα της θάλασσας<br />
και τα μαργαριτάρια τ’ ουρανού,<br />
αυτού<br />
που δεν πρόλαβε ποτέ της<br />
να φορέσει.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;">
<em><strong>Χορός ποιητών</strong></em></h6>
<h5>
<em><strong>Πρόσφυγες</strong></em></h5>
<p><em>Βαδίζουν σε καμένη γη</em><br />
<em>μέσα στην Ιστορία,</em><br />
<em>μανάδες και θλιμμένοι γιοι</em><br />
<em>μ ’ ανθρώπους και θηρία.</em></p>
<p><em>Ψάχνουν να βρουν πια λίγο φως,</em><br />
<em>στο στήθος μία φλόγα,</em><br />
<em>πώς σκοτεινιάζει ο ουρανός</em><br />
<em>κι η μέρα εγίνη μπάρα.</em></p>
<p><em>Άγγελοι και νεράιδες τριγυρίζουν</em><br />
<em>μέσα στην πόλη, κι έξω είναι βροχή,</em><br />
<em>μέσα στις σκιές τους όλα μου θυμίζουν</em><br />
<em>τη δική μου δύση και ανατολή.</em></p>
<p><em>Στη θάλασσα, μες στο νερό,</em><br />
<em>μες στ’ αλμυρό σκοτάδι,</em><br />
<em>ψάχνουν να βρουν γλυκό νερό,</em><br />
<em>στον φόβο ένα χάδι.</em></p>
<p><em>Ανέμους και αερικά</em><br />
<em>παντού πια συναντάνε,</em><br />
<em>για χάρες και για δουλικά</em><br />
<em>και κάτι για να φάνε.</em></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Αντιγόνη</strong></h6>
<h5><strong>Άφωνες μνήμες</strong></h5>
<p>Άφωνες μνήμες<br />
κυνηγούν την ύπαρξή μου,<br />
άφωνα λόγια<br />
ενός χαμένου μεγαλείου.</p>
<p>Γεμάτα μάτια,<br />
κάθε βήμα της ζωής μου,<br />
ψάχνω τα χνάρια<br />
να με πάνε στην αρχή μου.</p>
<p>Αιώνιες στιγμές,<br />
χαμένες ευκαιρίες,<br />
μνήμες πληγές<br />
και ζωντανές ζω τραγωδίες.</p>
<p>Χαμένος είναι<br />
ο εαυτός μες στη ζωή μου,<br />
κομμένες είναι<br />
οι ρίζες μου μέσα στη γη μου.</p>
<p>Χαϊδεύω τον βασιλικό<br />
μέσα στη γλάστρα,<br />
θυμάμαι τον βασιλικό<br />
κάτω απ’ τ’ άστρα.</p>
<p>Χάιδευα τον μικρό μου γιο<br />
στην πρώτη γη μου,<br />
σκύβω φιλώ<br />
το άγιο χώμα της ψυχής του.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong>Χορός ποιητών</strong></em></h6>
<h5>
<em><strong>Γυναίκες της Κύπρου</strong></em></h5>
<p><em>Γυναίκες της Κύπρου,</em><br />
<em>κόρες της Αφροδίτης</em><br />
<em>με τα γυμνά καμένα πέλματα</em><br />
<em>απ’ τις φωτιές,</em><br />
<em>με τα χέρια περισπωμένες,</em><br />
<em>που σπάζετε τα συρματοπλέγματα</em><br />
<em>με τις καμπάνες της λευτεριάς</em><br />
<em>στην αγκάλη,</em><br />
<em>που κουβαλάτε αρχαίες πέτρες</em><br />
<em>και κιονόκρανα</em><br />
<em>στην αρχαία γη της μνήμης,</em><br />
<em>ιέρειες της καρτερίας</em><br />
<em>και τον μυστηρίου,</em><br />
<em>γυναίκες της Κύπρου,</em><br />
<em>μούσες με τον κρυμμένο ανασασμό,</em><br />
<em>νύμφες με τα μυστικά φτερουγίσματα</em><br />
<em>της ψυχής.</em></p>
<p><em>Γυναίκες της Κύπρου,</em><br />
<em>κόρες της Χοιροκοιτίας,</em><br />
<em>αμάραντες Ανεράδες τον πόθου,</em><br />
<em>λυγερές Αροδαφνούσες των θρύλων.</em></p>
<p><em>Ω γυναίκες της Κύπρου,</em><br />
<em>ντυμένες με τη μαύρη ερημιά,</em><br />
<em>ντυμένες με την άδυτη νύχτα</em><br />
<em>στη γη της μνήμης,</em><br />
<em>μανάδες των αηδονιών</em><br />
<em>και των Στανραετών,</em><br />
<em>μανάδες των ευχών</em><br />
<em>και των πρωτάκουστων λέξεων.</em></p>
<p><em>Γυναίκες της Κύπρου</em><br />
<em>με τις μαύρες μαντίλες</em><br />
<em>και τα κατάλευκα νυφικά,</em><br />
<em>πνεύματα της γης</em><br />
<em>και τον ονείρου,</em><br />
<em>ομορφόθρονες κόρες, πνοές τον ορατού</em><br />
<em>και τον αόρατου κάλλους,</em><br />
<em>άφατες ιερότητες</em><br />
<em>σε αέναη μεταμόρφωση,</em><br />
<em>με τα ροζιασμένα χέρια της γης,</em><br />
<em>μανάδες της στοργής</em><br />
<em>με τα πλουμιστά χάδια</em><br />
<em>και το ανθηρό φως,</em><br />
<em>με τις αμόλυντες φωνές</em><br />
<em>και τα νανουρίσματα,</em><br />
<em>μες στην παντέρημη σιωπή</em><br />
<em>της φλογισμένης νύχτας,</em><br />
<em>μανάδες της υπομονής</em><br />
<em>και των κυριακάτικων τραπεζιών,</em><br />
<em>μανάδες τον φωτός</em><br />
<em>και τον μυστικού δείπνου,</em><br />
<em>μανάδες της προσευχής</em><br />
<em>με τ’ αναμμένα κεριά στα χέρια</em><br />
<em>και στην ψυχή,</em><br />
<em>Δόξα Σοι.</em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span style="color: #000000;">ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΣΤΕΡΗΣ (2018)</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 90px;"><strong><span style="color: #000000;">Γένεση</span></strong></h5>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><span style="color: #000000;">Αφηγητής</span></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΣΤΕΡΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γεννήθηκε μες στους λεμονανθούς και μες στα μόρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">σε έναν τόπο που τον δέρνουν οι αιώνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">πάνω στον αφρό της θάλασσας,</span><br />
<span style="color: #000000;">με ένα κρίνο του γιαλού στο χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;">και ένα αγκάθι στην καρδιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">καβάλα σ’ έναν στίχο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με τις μοίρες να καιροφυλακτούν,</span><br />
<span style="color: #000000;">ανάμεσα σε δυο χτύπους των καμπάνων,</span><br />
<span style="color: #000000;">περίκλειστος από τείχη,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς παράθυρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς εξόδους,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς σύνορα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι έμαθε την ελευθερία των κυμάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;">τη σκλαβιά της εφήμερης άμμου,</span><br />
<span style="color: #000000;">έτσι έμαθε την ομορφιά των κρίνων,</span><br />
<span style="color: #000000;">τ’ αγκάθια των αχινών.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ενεδύθη την επώδυνη μεταμόρφωση</span><br />
<span style="color: #000000;">και ταξίδεψε το φωτεινό ταξίδι του άλγους,</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στο παιδικό δωμάτιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">με το βλέμμα της σιωπής</span><br />
<span style="color: #000000;">και τις λέξεις να φέγγουν</span><br />
<span style="color: #000000;">τις άπιαστες κορυφές. </span></p>
<h6><em><strong><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></strong></em></h6>
<h5><em><strong><span style="color: #000000;">ΑΕΙΖΩΟΝ ΦΩΣ</span></strong></em></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Αίφνης αιώνιο πρόσταγμα,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">έκρηξη αγάπης εγένετο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στο απέραντο σκότος,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πύρινη ουσία</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φωτοβόλησε την αυλή τον Θεού,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">άπιαστο πυρ,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">άσπιλο νεύμα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στον κάμπο τον απείρου.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Κι από τότε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αέναοι πύρινοι δρομείς</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σταχυολογούν το χρόνιο δράμα,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">λευκόφως της ζωής</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που πυρπόλησε τα φώτα των όντων,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σπίθες ζωής</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που φεγγοβολούν σε κάθε αμόλυντη ύπαρξη,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">έτοιμες για την αόρατη μάχη,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">την αδιάλειπτη μάχη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φωτός και σκότους</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στα χώματα τον κόσμου,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στ’ αλώνια της ψυχής.</span></em></p>
<h5 style="padding-left: 90px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Ταξίδι στο βάθος του κόσμου</span></em></strong></h5>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><span style="color: #000000;">Αφηγητής</span></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πήρε στα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα βαγόνι χωρίς ράγες</span><br />
<span style="color: #000000;">και βρέθηκε σ’ άλλη γη,</span><br />
<span style="color: #000000;">οι ουρανοί τον πρόδωσαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">έριχναν βόμβες ναπάλμ</span><br />
<span style="color: #000000;">αντί για αστέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">έριχναν αλεξιπτωτιστές</span><br />
<span style="color: #000000;">αντί νιφάδες χιονιού,</span><br />
<span style="color: #000000;">το σπίτι έγινε αντίσκηνο,</span><br />
<span style="color: #000000;">το παιδικό δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">χάθηκε για πάντα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του ’παν πως η γη σκίστηκε στα δυο</span><br />
<span style="color: #000000;">με μια κόκκινη γραμμή</span><br />
<span style="color: #000000;">και μια νεκρή πράσινη ζώνη,</span><br />
<span style="color: #000000;">του ’παν πως δεν πρέπει να ξεχνά,</span><br />
<span style="color: #000000;">πως το κόκκινο είναι εχθρός,</span><br />
<span style="color: #000000;">πως το μαύρο είναι χρέος,</span><br />
<span style="color: #000000;">πως το πράσινο είναι διαχωριστικό,</span><br />
<span style="color: #000000;">πως το μπλε είναι τόσο μακριά.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ποιον να πιστέψει πια;</span><br />
<span style="color: #000000;">Τα χρώματα τον ξεγέλασαν;</span></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></strong></em></h6>
<h5><em><strong><span style="color: #000000;">ΙΡΙΔΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ</span></strong></em></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Μυριάδες χρώματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ιριδίζουν στον βυθό</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">του μικρόκοσμου,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">γεμίζουν με απεραντοσύνη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι αλήθεια τα σπλάχνα του,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φωτιά και πυρ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φεγγοβολούν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">την απύθμενη άβυσσο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι ακονίζουν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">το αμόνι του πνεύματος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για τα μέγιστα της ζωής,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για τα μέγιστα του κόσμου,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κόσμου των λευκών γιασεμιών</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και των φωτεινών άστρων,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">του κόσμου του απείρου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που λάμπει αιώνια. </span></em></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong><span style="color: #000000;">Αφηγητής</span></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ψάχνοντας τ’ αστέρια που έχασε,</span><br />
<span style="color: #000000;">βρήκε τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">βρήκε τον Σείριο και την Αργώ</span><br />
<span style="color: #000000;">να λαμπυρίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;">στα αλμυρά νερά της νιότης,</span><br />
<span style="color: #000000;">δίπλα στα παλάτια της άμμου</span><br />
<span style="color: #000000;">και στα φωτεινά κιονόκρανα,</span><br />
<span style="color: #000000;">δίπλα στο ατέλειωτο μπλε της αλήθειας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ωρίωνες γλάροι τον καλούσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">να βγει στ’ ανοιχτά,</span><br />
<span style="color: #000000;">μικρή σχεδία</span><br />
<span style="color: #000000;">στα νερά της Μεσόγειος,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι οι ψαράδες ύφαιναν δίχτυα</span><br />
<span style="color: #000000;">να ψαρέψουν τον πολυπόθητο</span><br />
<span style="color: #000000;">φλοίσβο των λέξεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στις δακρυσμένες</span><br />
<span style="color: #000000;">θαλασσοσπηλιές της προσμονής</span><br />
<span style="color: #000000;">οι φώκιες θρηνούσαν</span><br />
<span style="color: #000000;">τις πιο θνητές μέρες του</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα θεόρατα κύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">την πιο πικρή εκδοχή του.</span></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></strong></em></h6>
<h5><em><strong><span style="color: #000000;">Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ</span></strong></em></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Η δική μας η θάλασσα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">λευκά μαντίλια π’ ανεμίζουν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">την αλμύρα τον αποχαιρετισμού</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στην προκυμαία της Λεμεσού.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Κάστρα και πύργοι της Ρήγαινας</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ξαγρυπνούν στ’ αγριεμένα κύματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που ξεβράζουν κατακτητές</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και Σαρακηνούς,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πλάι στις κόκκινες παπαρούνες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που ανθούσαν τη νιότη μας,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πλάι στις ακτίνες του ήλιου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που λούζονταν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στο λυκαυγές των Φοινικούδων</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και στα κρυστάλλινα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">χρώματα της Αμμοχώστου.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Η δική μας η θάλασσα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κουρασμένοι σφουγγαράδες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">της Καλύμνου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που πλέουν τριίστια όνειρα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στο γαλάζιο της Κερύνειας.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Αχινοί και αστερίες στην υγρή διαφάνεια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι οι ολόφωτοι άγγελοι</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που βουτούν στα νερά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για να τους πιάσουν.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Τα φύκια που συλλαβίζουν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">το τραγούδι της δύσης</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι οι Αφροδίτες που αναδύονται</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στην αγκαλιά του ηλιοβασιλέματος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πίσω απ ’ τον βράχο της ψυχής τους.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Η δική μας η θάλασσα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φυλακισμένοι κόκκοι χρυσαυγής</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που χαϊδεύουν τις ουρές των γοργόνων</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μέσα απ’ τα συρματοπλέγματα.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Αιώνια θάλασσα,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με τις νύμφες τον πελάγους να χορεύουν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στην ξαστεριά τον σύμπαντος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με την ελπίδα να γεννιέται</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε κλειστά όστρακα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και το φεγγάρι σε αγρυπνία</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να λιβανίζει με αιωνιότητα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">την προσμονή,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να ψέλνει τον όρθρο της ζωής,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τον χερουβικό ύμνο τον φωτός.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Η δική μας η θάλασσα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ακρογιαλιές του Ομήρου,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πατημασιές του Ζήνωνα και</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">του Στασίνου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στην ίδια άμμο,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στον ίδιο πόνο,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">χιλιάδες χρόνια τώρα.</span></em></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><span style="color: #000000;">Οδυσσέας Αστέρης</span></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γεννήθηκες μες στο ηλιοβασίλεμα</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έφερες την αυγή δροσάτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">με ένα πανέρι γεμάτο σύκα</span><br />
<span style="color: #000000;">και σταφύλια στο κεφάλι,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα φωτεινό κρίνο στα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ένα κόκκινο γαρίφαλο στην καρδιά</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη δύναμη του ανέμου,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τη χαρά του ήλιου</span><br />
<span style="color: #000000;">και το τραγούδι να ρέει στην ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;">κρυστάλλινο νερό αγάπης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι όλο κερνάς απ’ τη στάμνα σου</span><br />
<span style="color: #000000;">τη φιλία δροσάτη,</span><br />
<span style="color: #000000;">την καλοσύνη καθάρια,</span><br />
<span style="color: #000000;">την αγνότητα ολόλευκη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας άγγελος επί της γης,</span><br />
<span style="color: #000000;">που πετάει</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα φτερά της άνοιξης,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα φτερά της αρετής,</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα φτερά της πίστης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κόρη των αστεριών,</span><br />
<span style="color: #000000;">κόρη του ήλιου.</span></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></strong></em></h6>
<h5><em><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΤΑΣ</span></strong></em></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Μικρά παιδιά,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ανοίξαμε πρώτη φορά,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με δισταγμό,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">την κλειστή πόρτα της σοφίτας</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και μπήκε το μέλλον,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σκληρό κι αγέρωχο,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κρατώντας μια δεσμίδα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με αριθμούς και χειμώνες,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με συναρτήσεις και παραδοχές,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αφήνοντας για πάντα πίσω μας</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">το παιδικό δωμάτιο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με τις νιφάδες του χιονιού</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και τις λευκές μαργαρίτες,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι εμάς,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μεγάλους πια,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να ψάχνουμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ένα φως</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να γυρίσουμε πίσω,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ένα φως</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να φωτίσει</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κοιλάδες και οροπέδια,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">βάθη και ουρανούς,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ενός θνητού εαυτού</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που λάτρεψε την αιωνιότητα.</span></em></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><span style="color: #000000;">Οδυσσέας Αστέρης</span></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΕΣΩ ΠΛΑΝΗΤΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σε ψάχνω κάτω απ’ το δέρμα μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα σε μια θάλασσα από λυπημένες τρικυμίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">στους έρημους λόφους της ιλαρής σιωπής,</span><br />
<span style="color: #000000;">στους θεσπέσιους ουρανούς των ονείρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε ψάχνω στα θεόρατα βάθη του κόσμου μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στα κρυμμένα φαράγγια των οδυνηρών σκιών,</span><br />
<span style="color: #000000;">στους ανέμους που ξεφυσούν το ανείπωτο,</span><br />
<span style="color: #000000;">στους γαλαξίες των οραματισμών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε βρίσκω διάφανο,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ταξιδεύεις στα έγκατα της ψυχής μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άχρονο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Άπειρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αιώνιο,</span><br />
<span style="color: #000000;">Αρχαίο Φως,</span><br />
<span style="color: #000000;">Διάπυρη λάμψη,</span><br />
<span style="color: #000000;">που αναβλύζει απ’ τις κρήνες της αγάπης</span><br />
<span style="color: #000000;">και χρυσώνει με αιωνιότητα</span><br />
<span style="color: #000000;">το πολύπαθο της ύπαρξης.</span></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></em></strong></h6>
<h5><strong><em><span style="color: #000000;">ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ</span></em></strong></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Ερευνούμε το φως,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αναλύουμε το θάμβος των λέξεων,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ζυγίζουμε τον ήχο τους,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ζυγίζουμε την ηχώ τους εντός μας,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σηκώνουμε το βάρος τους</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και μεταμορφώνουμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αυτά που έφυγαν</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αυτά που θα ’ρθουν,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ανασκάπτουμε την ύλη,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ανασκάπτουμε τα όστρακα του μυστικού,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">γινόμαστε ρήματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για να βρούμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τη μία λέξη,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τον έναν στίχο,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">το ένα ποίημα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που θα δικαιώσει το δάκρυ</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ενός θλιμμένου κεριού</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και θ’ ανάψει ένα φως</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στα μάτια ενός παιδιού.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Ποιο είναι το δικό μας φως;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Ποιά είναι η δική μας λέξη;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Ποιο είναι το δικό μας σκότος; </span></em></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><span style="color: #000000;">Οδυσσέας Αστέρης</span></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΙΔΙ</span><span style="color: #000000;"> ΤΟ</span><span style="color: #000000;">Υ</span><span style="color: #000000;"> ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Από παιδί,</span><br />
<span style="color: #000000;">για χρόνια,</span><br />
<span style="color: #000000;">κρατούσα στα χέρια</span><br />
<span style="color: #000000;">μια φωτογραφία</span><br />
<span style="color: #000000;">του πατέρα των ονείρων μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον είπαν αγνοούμενο,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα εγώ έπαιζα μαζί του για ώρες</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στο παιδικό δωμάτιο</span><br />
<span style="color: #000000;">τις μέρες των μεγάλων βροχών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως άξαφνα έφευγε</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άφηνε στη θέση του</span><br />
<span style="color: #000000;">ένα μαύρο σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;">που τρύπωνε μες στην καρδιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Όμως άξαφνα έφευγε</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άφηνε το παιχνίδι στη μέση,</span><br />
<span style="color: #000000;">χωρίς τη χαρά του τέλους</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ένα παράπονο στα μάτια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με πήγε πρώτη μέρα στο σχολείο,</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως όταν πλησίασα τη δασκάλα</span><br />
<span style="color: #000000;">άξαφνα έφυγε,</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνοντας το χέρι μου μετέωρο,</span><br />
<span style="color: #000000;">να κρατά μόνο τη φωτογραφία του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αργότερα τον σύστησα στην άνοιξη,</span><br />
<span style="color: #000000;">είχα τόσο πολλά να πω γι’ αυτόν,</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως άξαφνα έφυγε,</span><br />
<span style="color: #000000;">αφήνοντάς μου έναν βαρύ χειμώνα</span><br />
<span style="color: #000000;">και μια φωτογραφία στο χέρι.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τον είδα που ήρθε κρυφά στα στέφανα,</span><br />
<span style="color: #000000;">χάρηκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ήταν σαν φως</span><br />
<span style="color: #000000;">που χόρευε μες στη χαρά του,</span><br />
<span style="color: #000000;">όμως άξαφνα έφυγε</span><br />
<span style="color: #000000;">κι άφησε στα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο τη φωτογραφία του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Χθες μου τον έφεραν</span><br />
<span style="color: #000000;">σε ένα μικρό κασόνι,</span><br />
<span style="color: #000000;">τον είπαν ήρωα</span><br />
<span style="color: #000000;">και τον στόλισαν</span><br />
<span style="color: #000000;">με χρώματα και σημαίες,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα εγώ</span><br />
<span style="color: #000000;">εξακολουθώ</span><br />
<span style="color: #000000;">να κρατώ στα χέρια μου</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο τη φωτογραφία του</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ένα κλωνάρι πικροδάφνης</span><br />
<span style="color: #000000;">με άνθη αιμάτινα.</span></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></strong></em></h6>
<h5><em><strong><span style="color: #000000;">ΦΩΤΟ-ΓΡΑΦΙΕΣ</span></strong></em></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Ζούμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με μια αντανάκλαση του φωτός,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">χωρίς το ίδιο το φως,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με μικρές</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φωτο-γραφίες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στα χέρια και στην καρδιά,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με μικρές ιστορίες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που έγραψε το φως</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μες στο σκοτάδι,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ζωγραφισμένη μνήμη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στιγμών που έφυγαν για πάντα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και που ζουν για πάντα,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε μια άλλη διάσταση,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">άτοπη,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε έναν άλλο χρόνο,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">άχρονο,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ενός παράλληλου σύμπαντος</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι ενός διάτρητου παρόντος.</span></em></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><span style="color: #000000;"><em>Οδυσσέας Αστέρης</em></span></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ AYLAN</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το κύμα σ’ αγκαλιάζει</span><br />
<span style="color: #000000;">στην πιο σκοτεινή ακτή του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;">κι ο φλοίσβος σε νανουρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αγκαλιά της γης,</span><br />
<span style="color: #000000;">μικρέ μου Aylan.</span><br />
<span style="color: #000000;">Ολόφωτοι άγγελοι</span><br />
<span style="color: #000000;">σου μαζεύουν κλειστά κοχύλια</span><br />
<span style="color: #000000;">και πορφυρά κοράλλια</span><br />
<span style="color: #000000;">για τα παιχνίδια σου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παίξε ξέγνοιαστος</span><br />
<span style="color: #000000;">στον κάμπο με τις ανεμώνες,</span><br />
<span style="color: #000000;">ο πόλεμος είναι μακριά, Aylan,</span><br />
<span style="color: #000000;">η φτώχεια είναι μακριά, Aylan,</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο η ενοχή έχει φωλιάσει</span><br />
<span style="color: #000000;">στην ψυχή της ελπίδας,</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο η ενοχή έχει τρυπώσει</span><br />
<span style="color: #000000;">στο δάκρυ του Θεού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εκεί,</span><br />
<span style="color: #000000;">στη χώρα της διαύγειας,</span><br />
<span style="color: #000000;">μαρτύρησε κρυφά στο αυτί του Θεού</span><br />
<span style="color: #000000;">όλα όσα κάνουμε,</span><br />
<span style="color: #000000;">πες του για τη σκοτωμένη άνοιξη,</span><br />
<span style="color: #000000;">για το λαβωμένο φως,</span><br />
<span style="color: #000000;">πες του για τα πνιγμένα βιβλία,</span><br />
<span style="color: #000000;">για τα ματωμένα παραμύθια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μαρτύρησέ τα όλα.</span><br />
<span style="color: #000000;">Μ’ ακούς;</span><br />
<span style="color: #000000;">Όλα.</span></p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></strong></em></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΨΑΧΝΟΥΜ</span></strong><strong><span style="color: #000000;">Ε</span></strong><strong><span style="color: #000000;"> Τ</span></strong><strong><span style="color: #000000;">ΗΝ ΙΘΑΚΗ</span></strong></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Πνίγουμε την ελπίδα του κόσμου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε θάλασσες από γρανίτη και μάρμαρο,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πνίγουμε την αγάπη του κόσμου</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε θάλασσες φόβων και αριθμών.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Ποιος κόβει τη θάλασσα σε λωρίδες;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Ποιος μοιράζει του ήλιου τις αχτίδες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε πατρίδες αγάπης και μίσους;</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">Μεγαλώνουμε το φως</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ν’ ανθίσει υάκινθους και γιασεμιά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μες στην ψυχή μας,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">οργώνουμε τη γη που μας γέννησε,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">να καρπίσει το φως της πατρίδας</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">εντός μας.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Ανέστιοι,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ψάχνουμε την Ιθάκη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στα πέρατα του κόσμου,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μα η Ιθάκη εντός μας.</span></em></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Οδυσσέας Αστέρης</span></strong></em></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΔΡΑΠΕΤΗΣ ΑΛΛΟΤΙΝΩΝ ΚΑΙΡΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ύστερα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">ύστερα ήρθαν οι ιππότες</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα γεράκια στους ώμους</span><br />
<span style="color: #000000;">και τα χέρια γεμάτα χρυσάφι,</span><br />
<span style="color: #000000;">από χώρες μακρινές</span><br />
<span style="color: #000000;">μ’ ένα άλλο φεγγάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;">να μου χαρίσουν τη δόξα της αστραπής</span><br />
<span style="color: #000000;">και να παραδώσω εκείνες τις λέξεις που φύλαξα</span><br />
<span style="color: #000000;">σ’ έναν σκληρό και άκαρδο κόσμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φοβήθηκα&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">«Δεν είμαι εγώ»,</span><br />
<span style="color: #000000;">τους είπα,</span><br />
<span style="color: #000000;">«άλλος είναι».</span><br />
<span style="color: #000000;">«Εγώ είμαι μόνο ένας ζητιάνος των λέξεων,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας υπηρέτης των μοναχικών λουλουδιών,</span><br />
<span style="color: #000000;">ένας δραπέτης αλλοτινών καιρών που πέθαναν».</span><br />
<span style="color: #000000;">Δεν με πίστεψαν&#8230;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι έτσι συνέχισα</span><br />
<span style="color: #000000;">ν’ ανεβαίνω στην αόρατη σκάλα</span><br />
<span style="color: #000000;">με τις μαργαρίτες και τ’ άπειρα σκαλοπάτια,</span><br />
<span style="color: #000000;">να φτάσω τα πουλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;">κι όλο παραπατούσα και τσακιζόμουν</span><br />
<span style="color: #000000;">κι έπεφτα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μα αρχινούσα απ’ την αρχή,</span><br />
<span style="color: #000000;">κάθε φορά που άκουγα εκείνο το φλάουτο</span><br />
<span style="color: #000000;">να τραγουδά τις νύχτες της σιωπής</span><br />
<span style="color: #000000;">όσα δεν ήθελα να ξεχάσω.</span></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></em></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">H ΠΑΛΙΑ</span><span style="color: #000000;"> ΞΥ</span><span style="color: #000000;">ΛΙΝΗ</span><span style="color: #000000;"> ΝΤΟΥΛΑΠΑ</span></strong></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Παιδιά κρυβόμασταν απ ’ το φως</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μέσα στην παλιά ξύλινη ντουλάπα,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι όταν βγαίναμε φορούσαμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">παλτά γερασμένα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και σακάκια προγονικά.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Εκεί,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μέσα στην ντουλάπα,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αφήσαμε κλεισμένα για πάντα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">βλαστάρια μυριστικά</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και άνθη λεβάντας</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που μόλις είχαν πλασθεί</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">από το χέρι του Θεού.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Εκεί μέσα αφήσαμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">κι ένα παιδικό χαμόγελο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που χάσαμε για πάντα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φορώντας ένα πρόσωπο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">με γερασμένα αισθήματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και παγωμένα βλέμματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ενός κρύου χειμώνα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που τρύπωσε μες στην καρδιά μας.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Εκεί μέσα αφήσαμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">το νόημα του κόσμου,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ανάμεσα σε φθαρμένα υποδήματα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που περπάτησαν δρόμους και δρόμους</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και πολιτείες μακρινές και ξακουσμένες,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">όμως δεν έφτασαν πουθενά.</span></em></p>
<h5 style="padding-left: 90px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Νόστος</span></strong></em></h5>
<h6 style="padding-left: 20px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Οδυσσέας Αστέρης</span></strong></em></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Από καιρό θέλησα</span><br />
<span style="color: #000000;">να βάλω κάποια τάξη</span><br />
<span style="color: #000000;">στην αποθήκη του αθέατου,</span><br />
<span style="color: #000000;">να ξεχωρίσω</span><br />
<span style="color: #000000;">εύκολες νίκες</span><br />
<span style="color: #000000;">και αιμάτινες ήττες,</span><br />
<span style="color: #000000;">μάχες που έχασα,</span><br />
<span style="color: #000000;">μάχες που κέρδισα δύσκολα,</span><br />
<span style="color: #000000;">συναρτήσεις και παραδοχές,</span><br />
<span style="color: #000000;">αισθήματα και αριθμούς,</span><br />
<span style="color: #000000;">όσα έχασα για πάντα,</span><br />
<span style="color: #000000;">όσα έσωσα την τελευταία άνοιξη,</span><br />
<span style="color: #000000;">ζωντανά τραύματα</span><br />
<span style="color: #000000;">και οδυνηρές χαρακιές,</span><br />
<span style="color: #000000;">πρωτότοκους φόβους</span><br />
<span style="color: #000000;">και αιωνόβιες ελπίδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">να μετρήσω πόσο φως έχανα</span><br />
<span style="color: #000000;">από τρύπες που άνοιγα</span><br />
<span style="color: #000000;">με τα ίδια μου τα όνειρα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ρήματα που μάτωσα,</span><br />
<span style="color: #000000;">ουσιαστικά που με μάτωσαν,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκιές που σκόρπισα,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκιές που με συνέτριψαν.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κι έτσι, γυμνός πια,</span><br />
<span style="color: #000000;">να κολυμπήσω</span><br />
<span style="color: #000000;">μέσα στο φως,</span><br />
<span style="color: #000000;">φορώντας</span><br />
<span style="color: #000000;">μόνο τη γυμνότητά μου,</span><br />
<span style="color: #000000;">όπως γεννήθηκα,</span><br />
<span style="color: #000000;">πρωτόπλαστος.</span></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></strong></em></h6>
<h5><em><strong><span style="color: #000000;">ΑΔΥΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ</span></strong></em></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Κυνηγάμε χρόνια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">τον παράδεισό μας,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">έναν διάφανο παράδεισο</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">που να καθρεφτίζει το είναι μας,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">έναν παράδεισο προσωπικό,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">μόνο δικό μας,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">φτιαγμένο με όσα αγαπήσαμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και όσους αγαπήσαμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και λήθη,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">πολλή λήθη</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για όσα δύσκολα ζήσαμε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και μια απέραντη,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">άδυτη νοσταλγία</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">για κάτι που δεν ζήσαμε ποτέ.</span></em></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><strong><span style="color: #000000;">Οδυσσέας Αστέρης</span></strong></h6>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΜΕΓΑ ΤΑΞΙΔΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Γέμισα την ψυχή μου</span><br />
<span style="color: #000000;">με σκιές και θαμβός</span><br />
<span style="color: #000000;">που μάζεψα</span><br />
<span style="color: #000000;">σε σταθμούς και αναμονές,</span><br />
<span style="color: #000000;">σκιές αλλιώτικες</span><br />
<span style="color: #000000;">και φώτα αλλοτινά,</span><br />
<span style="color: #000000;">που συνομιλούν,</span><br />
<span style="color: #000000;">που αλληλομάχονται,</span><br />
<span style="color: #000000;">που αλληλοπλέκονται,</span><br />
<span style="color: #000000;">ζωγραφίζοντας</span><br />
<span style="color: #000000;">κορυφές και κοιλάδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">όρμους και πεδιάδες,</span><br />
<span style="color: #000000;">μες στην ψίχα</span><br />
<span style="color: #000000;">του διάφανου</span><br />
<span style="color: #000000;">είναι μου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιος είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">δεν γνωρίζω</span><br />
<span style="color: #000000;">αν γνωρίζω,</span><br />
<span style="color: #000000;">ούτε αν είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">αυτός που ήμουν</span><br />
<span style="color: #000000;">ή κάποιος άλλος</span><br />
<span style="color: #000000;">που έγινα</span><br />
<span style="color: #000000;">ή που θα γίνω.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να επιστρέψω</span><br />
<span style="color: #000000;">εγώ που ήμουν</span><br />
<span style="color: #000000;">σε αυτό που ήταν;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πώς να επιστρέψω</span><br />
<span style="color: #000000;">εγώ που δεν είμαι</span><br />
<span style="color: #000000;">σε αυτό που δεν είναι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δύσκολο και οδυνηρό</span><br />
<span style="color: #000000;">το μέγα της επιστροφής ταξίδι</span></p>
<h6 style="padding-left: 20px;"><em><strong><span style="color: #000000;">Χορός ποιητών</span></strong></em></h6>
<h5><em><strong><span style="color: #000000;">ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ</span></strong></em></h5>
<p><em><span style="color: #000000;">Τα ηλικιωμένα χρόνια</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">βάρυναν τα βήματά του,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">στο βλέμμα του όμως πλέουν ακόμα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">λευκά τριίστια και ψαρόβαρκες</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">αλλοτινών καιρών ξενιτεμένων,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και ονειρεύεται ταξίδια και λευτεριές</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">και επώδυνες επιστροφές</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε έναν κόσμο με ένα άλλο φως,</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">σε ένα φως ενός άλλου κόσμου.</span></em></p>
<p><em><span style="color: #000000;">Οδυσσέας αυτός που έκανε</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">το μέγα</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">της επιστροφής</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;">ταξίδι.</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΟΝΕΙΡΑ ΑΜΕΝΗΝΑ (2014)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τι να ονειρεύεται εκείνη η στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφημένη στην κουνιστή της πολυθρόνα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στα μάτια της καθρεφτίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο αφρός της θάλασσας που κρυφοφίλησε την άμμο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ηλιακτίδα που λούστηκε στο κελαρυστό ρυάκι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα βλέμμα που λόγχισε την καρδιά ενός σεραφείμ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάνει πως κοιμάται κι ονειρεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως με δυο διάφανες φτερούγες πετάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ουρανό της αιωνιότητας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ιερότητα της διάρκειας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ελευθερία των ονείρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο χρόνος, ανελεήμονας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη διατάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> «εκεί θα μείνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην κουνιστή σου την καρέκλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ανάμνηση».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα το όνειρο, όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η στιγμή, στιγμή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χθες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αύριο.</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Λεμεσός</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΜΙΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Χθες πέρασε απ’ εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ξεχασμένη ονειροπόληση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μου ’πε πως βρήκε ξανά</span><br />
<span style="color: #000000;"> καινούργιο σθένος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετά από εκείνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη χειμωνιάτικη επαλήθευση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μου ’λεγε με τρόπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως οι πληγές του ονείρου επουλώθηκαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πως άρχισε την εργασιοθεραπεία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψηφιδωτό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ψηφίδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτι πορφυρές προθέσεις,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάτι μαβιά θέλω</span><br />
<span style="color: #000000;"> και άλλες χρωματιστές ελαφρότητες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Να την πιστέψω δεν θέλω</span><br />
<span style="color: #000000;"> καθότι γνωρίζει καλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μοναχικότητά μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι σημαίνει όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τι ακριβώς</span><br />
<span style="color: #000000;"> η απομυθοποίησή του. </span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Λατσί Μάριον</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΝΕΙΡΑ ΑΜΕΝΗΝΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όνειρα αμενηνά παγιδευμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη δίνη της αδίστακτης κλεψύδρας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αιματόβρεχτο βόλι ο κάθε κόκκος της άμμου της.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνοιξη παραδομένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη θάλασσα των δακρύων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον άνεμο που ανταριάζει και λυσσομανά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μοναχικά θαλασσοπούλια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ισορροπούν σε ουράνια ρεύματα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μελωδούν την ενάλια αύρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Θαλερά φωταξίδια στο ζόφο της νύχτας μας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολύτιμα πετράδια που αντιφεγγίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> το προαιώνιο κάλλος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φως το πρώτον,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεσμίδα φωτός που γεννάει κυκλάμινα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στην πέτρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αιέν ονειρεύεσθαι&#8230;</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Λεμεσός</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΞΕΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σγουρά μαλλιά έσταζαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> το μπλε της Μεσόγειος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στα χέρια του</span><br />
<span style="color: #000000;"> έπλαθε το φως κιονόκρανο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κερί που λιώνει η ψυχή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μεγαλωμένος με ηλιοστάλακτο ύδωρ</span><br />
<span style="color: #000000;"> και Χριστόψωμο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μάζευε στα δίκτυα του</span><br />
<span style="color: #000000;"> λαμπερά αστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πορφυρές παπαρούνες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τώρα ταξιδεύει μέσα στη θάλασσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ξένη βάρκα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ξένα κουπιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> για μια ξένη Ιθάκη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ονειρεύεται ξένα όνειρα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτός.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Ξένος.</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Ακτή των Κοραλλίων</span></p>
<h3></h3>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στο κάστρο της Κερύνειας</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πήραν πισθάγκωνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι κάθε λογής εθελόδουλοι σαγιτάρηδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και με επιδέξιες κινήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους λύγισαν τους νεανικούς καρπούς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους θρυμμάτισαν τα λεύτερα άκρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους λόγχισαν τη μυώδη πλευρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τους φίμωσαν το λαλίστατο στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μιλούσε για λευτεριά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Από το μάτι των ονείρων κύλησε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα στερνό πικρό δάκρυ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Βλέπετε τι έπαθαν τα αφελή όνειρα;»</span><br />
<span style="color: #000000;"> είπαν οι ζωντανοί νεκροί αφέντες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Έτσι θα πάθετε κι εσείς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αν θέλετε να γλιτώσετε</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσκυνήστε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ευθύς ελεύθεροι θα ζήσετε».</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Το «μες στη σκλαβιά σας» δεν το ξεστόμισαν)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποιοι επιφανείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετά από ενδελεχή μελέτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> των φιλίων και εναντίων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> έτσι νεκροί σαν ήταν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> έσκυψαν και γονάτισαν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από το στήθος των ονείρων</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέταξαν δυο άσπρα περιστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατά τον Μαχαιρά και το Δίκωμο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μου φαίνεται.</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Λατσί Μάριον</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Εκείνο το σύννεφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κουβαλούσε μες στην ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> επέμενε να του δείχνει τον ήλιο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνος ο ήλιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> που κουβαλούσε μες στην ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> επέμενε να του δείχνει το σύννεφο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι είπαν το σύννεφο πόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τον ήλιο ποίηση.</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Ακτή των Κοραλλίων</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΛΕΞΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ουρλιάζει καιρό τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κείνο το βουβό όνειρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιος να του πει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως μιλιά δεν έχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πως οι χορδές της ψυχής του</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάλλονται ρυθμικά απ’ τον απόηχο της Σιωπής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ουρλιάζει καιρό τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κείνο το βουβό όνειρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιος να του πει</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως λέξεις δεν υπάρχουν πια</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε καιρούς αλεξίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ουρλιάζει καιρό τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κείνο το βουβό όνειρο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> που λέξεις δεν υπάρχουν πια</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να εκφράσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> την κραυγαλέα του έμπνευση.</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Λεμεσός</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Κοιτάζει τη θάλασσα που λαμπυρίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σκέφτεται την αλμύρα της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάζει το διάφανο φως που ρέει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μετράει την ισχύ του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοιτάζει το πέταγμα του αετού</span><br />
<span style="color: #000000;"> και υπολογίζει τη σάρκα του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μετράει το χρόνο με σπασμένο ρολόι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γεμίζει το κενό της ψυχής του</span><br />
<span style="color: #000000;"> με συσσωρευμένο τίποτα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Βουτηγμένος σε πελάγη μοναξιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> αναλύει τις ανάγκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> μιας απέραντης γκρίζας επιφάνειας</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ονειρεύεται να ’ταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι στερήσεις όνειρα και</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα όνειρα φλουριά.</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Ακτή των Κοραλλίων</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΜΕΡΙΜΝΗΣΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αποβραδίς την κοίταγα γιαλό ποιον αρμενίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> η βάρκα που ξεχώριζα μες στη λευκή νυχτιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μην είν’ του ανέμου η θωριά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> του ονείρου η φαντασία</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή του καραβοκύρη της απλώς μια ξιπασιά;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γύρω τριγύρω γύριζε στο ίδιο το βραχάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πάλι ίσια τράβαγε μονάχα μια οργιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν έφτασε όμως σιμά της μπάρας μαϊστράλι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκίνησε σαν πρώτα ευθύς στην Ιθάκη της καρδιάς.</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Λεμεσός</span></p>
<h3><strong><span style="color: #000000;">ΚΑΠΟΤΕ</span></strong></h3>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε δεν είναι παρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια βουτιά στο υπερούσιο φως,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια λάμψη διάρκειας</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο σκοτάδι μιας αδυσώπητης σκλαβιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε πάλι δεν είναι παρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα άγγιγμα του ήλιου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα λυχνάρι που ’γίνε φως,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω από πλόες ατελέσφορους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω από πικρά ναυάγια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κινούνται αμήχανοι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εξορίζουν τα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρα απ’ το φως,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρα απ’ τη ζωή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που πλούτισε</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τ’ άδικο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που πλούτισε</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ την απληστία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής συνεχίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βρίσκει καταφύγιο στα όνειρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αιθεροβάμων μελετητής των αστεριών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταπεινός προσκυνητής των λέξεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καράβια όνειρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εμπνεύσεις της ζωής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θαύματα ιδεών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> λευκά πανιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου γλαυκού</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πανώριο ταξίδι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελάτε πάρετέ μας&#8230;</span></p>
<p style="padding-left: 180px;"><span style="color: #000000;">Ακτή των Κοραλλίων</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ (2008)</span></strong></h4>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΤΑΖΟΜΕΝΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ιδού εγώ και πάλι</span><br />
<span style="color: #000000;"> εταζόμενος.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τα μόνα που θα βρείτε μέσα μου είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> οικοσυστήματα του φωτός</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βιότοπους του ωραίου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> λιόφυτα και βοτάνια,*</span><br />
<span style="color: #000000;"> πληθυσμούς ανθέων και</span><br />
<span style="color: #000000;"> κοινότητες της αθωότητας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν το ’θελα αλλά έβλεπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> την Αφροδίτη τη θεά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονάχη στα λουτρά της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κόρες και κούρους, λάρνακες</span><br />
<span style="color: #000000;"> στης Σκάλας τα δρομάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και Σαλαμίνες νιόφερτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> στης άμμου τα παλάτια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αγγέλους μυριόφτερους</span><br />
<span style="color: #000000;"> και Παναγιές παρθένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να με ξυπνούν, να μου λαλούν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τραγουδούν, να γράφουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τους κινδύνους όλορθους</span><br />
<span style="color: #000000;"> εμπρός μου ν’ αγριεύουν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Απλά εγώ σχημάτιζα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γραμμές εις τα χαρτιά μου</span></p>
<p><span style="color: #000000;">*Βοτάνια των πληγωμένων λέξεων</span><br />
<span style="color: #000000;"> που χτύπησαν σαν έπαιζαν σχοινάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ’γω τις βρήκα κατάμονες</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο ξασπρισμένο σκαλοπάτι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα χεράκια τους να κλείνουν τα ματάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι στίχοι όρθιοι τις περίμεναν για να παίξουνε κρυφτό</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Πνευματική πολιτεία</span></em></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΑΡΑ ΘΙV’ ΑΛΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Από όστρακα θραυσμένα κάτασπρη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ηχογράφος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον βρυχηθμό της θάλασσας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε ρυτίδα σου και μια αγκαλιά για τα παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν κτίζουν το εφήμερο κάστρο τους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να οριοθετεί το μπλε της θάλασσας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φαιοπράσινο της γης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πάνω σ’ αυτό το όριο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ αυτό ακριβώς το όριο του μετεωρισμού,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μύρια κογχύλια ολόμονα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γράφουν στίχους για το αύριο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσοι στ’ αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατούν τις σάλπιγγες σ’ όλες της γης τις θάλασσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η ψυχή τους ανεμοδέρνεται ανάμεσα στους αλίανθους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ αυτό το ενδιαίτημα του λόγου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ενδιαίτημα των στίχων π’ άνθισαν;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ακτή των ποιητών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενδιαίτημα υψηλού κινδύνου προς εξαφάνιση.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Πόσοι στ’ αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μονήρεις,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφήνοντας πίσω τους πόλεις και χτίσματα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τείχη και μέταλλα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποτραβήκτηκαν σ’ αυτή την ακτή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε κάθε ακτή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκδυόμενοι της ψυχής τους το όστρακο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σχηματίσει μαζί μ’ αυτά των προηγούμενων ποιητών</span><br />
<span style="color: #000000;"> θίνες ανά τους αιώνες;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ως οι δρυάδες και οι νύμφες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως οι νεφέλες και οι νηρηίδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> μεταβαίνουν εις την ενωποιό</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάγλαυκη πνευματική πολιτεία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα φτερά της ίριδας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις ακτίνες του ήλιου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να συναντήσουν αχανή</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ποσειδώνια λιβάδια των οραματισμών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τις υγρές ερήμους των στοχασμών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να δουν τα ψάρια πουλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους ανθρώπους θεούς.*</span></p>
<p><span style="color: #000000;">* Αστέρια κρατούν στις απαλάμες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> προικιά της θάλασσας και φυλακτά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν το σκοτάδι και πάλι κρύψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> του ήλιου τα μάτια τα λαμπερά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα’ ναι αυτά για να φωτίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη γη, τη θάλασσα και τα παιδιά</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><em><span style="color: #000000;">τέχνης τρόποι:</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> Με όρους των βοτάνων</span></em></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΙΗΣΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με βοτανικούς όρους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δένδρον υψηλόν, αειθαλές, οξύκορφο η ποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> με βλαστούς σπάνιους περικαλλείς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όρθιους.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ολιγαρκές φωτόβιο είδος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε εδάφη φτωχά, άγονα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ρίζες βαθιές, σαρκώδεις,</span><br />
<span style="color: #000000;"> διεισδύουσες στην ευκάρυα ζώνη της καρδιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυστηρώς κινδυνεύον με εξαφάνιση.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε φυτοκοινωνίες μυστικές και αχανείς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πνευματικές και αθάνατες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φύλλα καρδιοειδή, ακέραια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευπαθή, ρυπανσιόφοβα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Άνθη λέξεις ακτινόμορφες με στεφάνη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με καρπούς πτερυγιοφόρους, εύοσμους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αστερόμορφους, φωτεινούς,</span><br />
<span style="color: #000000;"> διαρκείς, μακρόβιους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με διεργασίες εσωτερικές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μυστικές, πνευματικές και αθάνατες.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωρίμανση πολυετής επώδυνη.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΑΣΤΕΡΙΩΝ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">-Ούτε απόψε μας μέτρησε κανείς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εσένα;</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Κανείς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> -Ούτε είδε κανείς το στερνό φωταξίδι μας.*</span></p>
<p style="padding-left: 60px;"><em><span style="color: #000000;">* Μας έσβησαν φαίνεται με τα φώτα της πόλης.</span></em><br />
<em><span style="color: #000000;"> Τα υπερεκτίμησαν αυτά τα φώτα.</span></em></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΙ ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Στο μαύρο της νύκτας κοιτάζουν ακόμη τ’ άστρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις Κυριακές τ’ απόγεμα μαζεύουν αγρολούλουδα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σμίγουν τα γέλια τους με τα γέλια των παιδιών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γράφουν στίχους στην άμμο για τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ’ρθει να τους πάρει και να φύγει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τους μαζέψει στα λευκά αφρώδη δίκτυα της.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μαζέψτε αυτούς που έχουν τη δύναμη ακόμα να ονειρεύονται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτούς μαζέψτε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αποτελούν τη δύναμη της αύριον,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποτελούν τους φορείς της άνοιξης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν η αύριον θα ’ναι άνοιξη.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΟΡΑΜΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είναι τ’ όραμα υπέρβαση, είναι αλλαγή και μετάβαση;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ή μήπως οραματίστηκα έναν κόσμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν μπορεί να υπάρξει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> έναν κόσμο ουτοπικό;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μήπως ο κόσμος πυροβολεί τους οραματιστές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή ο κόσμος ουτοποιεί τα επίπονα;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ή μήπως οραματίζομαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έναν κόσμο για ποιητές σ’ έναν κόσμο λεόντων;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μόνη διέξοδος ο αυτοεγκλεισμός</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα όρια της ποίησης και των ποιητών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνη διέξοδος ο αυτομεθορισμός στην ακτή των ποιητών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνη διέξοδος η αυτοαπολιθωματοποίηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελπίζοντας σε άλλους γεωλογικούς αιώνες.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΧΕΙΡΑΨΙΑΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Νοστάλγησα μια χειραψία</span><br />
<span style="color: #000000;"> που να μη μεσολαβούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα στα δυό χέρια χρήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν στα φακελλάκια του γάμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αλήθεια, γιατί τα συγκρατούμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέχρι το τελευταίο βήμα μας;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αλήθεια, γιατί τα κρύβουμε βαθιά στην απαλάμη μας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέχρι ν’ αποτυπωθούν στην απαλάμη μας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέχρι να εμποτίσουμε τους χυμούς των κυττάρων μας;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Νοστάλγησα μια χειραψία</span><br />
<span style="color: #000000;"> που να νιώσω, έστω, την παγωνιά του συντυγχάνοντα.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Είδα πέτρες συστηματικά βαλμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μια δίπλα στην άλλη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξερολιθιές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είδα ξυλοσανίδες κλειδαμπαρωμένες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είδα τη γούρνα άποτη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το γιασεμί κατάξερο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είπαν πως κάποτε ακούγονταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωνές και κλάματα παιδιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και των ερώτων οι κορώνες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είπαν πως κάποτε ακούγονταν απ’ αυτό ψυχές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είπαν πως κάποτε ήταν σπίτι.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΝΑ ΜΕ ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Το αίμα που διαπότιζε τώρα τα πατρογονικά χώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποφάσισε ν’ αγκαλιαστεί όσο πιο σφιχτά μπορούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα χώματα της πατρίδας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πιότερο έτσι παρά πρόσφυγας στα ξένα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το χέρι του αδυνατούσε πλέον να συγκρατήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους σπόρους που φύλαξε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αργά αργά τους απόθεσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα βρεγμένα με το αίμα του χώματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια νεαρή ιστορικός τον φωτογράφισε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μετά γύρισε στην αγκαλιά του εραστή της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> φιλόδοξου πολιτικού επιστήμονα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θαυμαστή του Κίσσιγκερ.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΟΛΕΜΟΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όλα τα μάτια κι όλα τ’ αφτιά της γης</span><br />
<span style="color: #000000;"> στράφηκαν στην κραυγή</span><br />
<span style="color: #000000;"> του μικρού αγοριού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πριν από λίγο είδε πλακωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα χαλάσματα του σπιτιού του</span><br />
<span style="color: #000000;"> την παραμυθία της μάνας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> την υπομονή του πατέρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη μοναξιά των παππούδων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα παιγνίδια των αδερφιών</span><br />
<span style="color: #000000;"> και την υποστήριξη των φίλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξαπλωμένος κι αυτός στην απόγνωση των ερειπίων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> έβγαλε από μέσα του</span><br />
<span style="color: #000000;"> την προαιώνια κραυγή του πλανήτη μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και την απεγνωσμένη φωνή των μελλοθανάτων του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μέσα στην τσέπη του παντελονιού του κρύφτηκε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικρή πεταλούδα, η ειρήνη.</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><em><span style="color: #000000;">τέχνης τρόποι:</span></em></strong><br />
<strong><em><span style="color: #000000;"> Πρωτοκαθεδρία υποκειμένων</span></em></strong></h5>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΠΡΟΣΜΟΝΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με πρωτοκαθεδρία υποκειμένων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι γρίλιες φώτιζαν τις λευκές σελίδες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το στυλό ξάπλωνε στο γραμμωτό φορμάικο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα χέρια κρατούσαν το κρεμαστό κεφάλι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο οινοχόος πρόσμενε τον πνευματικό οίνο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βλέμμα περπατούσε στα άδεια βιβλία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι σκέψεις απέφευγαν, οι λέξεις απέφευγαν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> επέκτειναν υπερβολικά τα όρια των νοημάτων τους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η καρδιά αποσύρθηκε εντός των τειχών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έρημος.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΗΜΙΚΑΤΟΧΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Με πρωτοκαθεδρία υποκειμένων</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι δίσκοι κερνούσαν τα μισό άδεια ποτήρια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πηρούνια πλήγωναν το μισοψημένο μοσχάρι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι καρέκλες πλησίαζαν το ημιπαράλυτο τραπέζι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα χημικά συγκρατούσαν τα ημιφορμαρισμένα μαλλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι κουβέντες επαναλάμβαναν το ημιελληνικό σίριαλ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα αυτοκίνητα οδηγούσαν τους ημιαδιέξοδους δρόμους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι τσέπες χωρούσαν τα μισοκλεμμένα φλουριά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι θυρίδες αποταμίευαν τα μισοφαγωμένα πουγκιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έλεος.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span style="color: #000000;">Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής (2002)</span></strong></h4>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Ιαχές Πατρίδας</span></em></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Στη γη των ασφοδέλων</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Και πάλι αγέρηδες λυσσομανούν τις θύελλες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις τραντάζουν απ’ τα μαλλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποσείουν την πλάση ολόκληρη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουρανοί μαύρα ντυμένοι βροντούν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπουμπουρίζουν κραδασμούς ισοπέδωσης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτιές ίδιες που μας ξανάκαψαν τούτη τη γη,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">οι ασφόδελοι όμως &#8230;εκεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη γη ετούτη φωτιές που πέρασαν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> φωτιές που θα ’ρθουν για ερήμωση,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">οι ασφόδελοι όμως &#8230;εκεί.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένας ένας ξεπετάγουν απ’ τη γη ετούτη οι ασφόδελοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> λευκές ταξιανθίες επιμονής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> βαθιά προσαρμοσμένες σε τούτη τη γη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στο γαλάζιο της θάλασσας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν φοβούνται οι ασφόδελοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> σκλαβιές και πίκρες.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δάκρυα και στεναγμούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ήπιαν οι ασφόδελοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> για την αιώνια αναμενόμενη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ερχόμενη Αγαπημένη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη γη ετούτη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη γη των ασφοδέλων. </span></p>
<p><span style="color: #000000;">ΣΗΜ. Ασφόδελοι: φυτά βολβώδη που έχουν προσαρμοστεί στα μεσογειακά οικοσυστήματα με τις συχνές πυρκαγιές.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Δεν αφήνουν να ξεχάσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Ονήσιλος, ο Πράξανδρος, ο Ευαγόρας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μάνα κι ο πατέρας που ’ναι κει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> νεκροί και ζωντανοί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι άγιοι που μας φανερώνονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τους ανάψουμε το καντήλι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο αργαλειός, ο λιόμυλος, η γούρνα του σπιτιού μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> της ιστορίας οι γραφές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το βλέμμα του παιδιού μου.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αντίδωρο</span></strong></h5>
<p style="padding-left: 150px;"><span style="color: #000000;">Στον Τάσο Ισαάκ</span><br />
<span style="color: #000000;"> καί Σολωμό Σολωμού</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σήμερα μεταγγίσαμε αίμα στο συρματόμπλεγμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ζωντανέψει και να φύγει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σήμερα μεταγγίσαμε αίμα στον ιστό της σημαίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> να δρασκελήσει τη γραμμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> να λευτερώσει τον Πενταδάκτυλο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σήμερα τις φωτιές π’ άναψαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις σβήσαμε με ελιά και δάφνη.</span></p>
<h5 style="padding-left: 30px;"><strong><em><span style="color: #000000;">Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής</span></em></strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Κοινωνία της πληροφορίας</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τρέχουμε παραδαρμένοι μέσα στη θύελλα των καιρών</span></p>
<p><span style="color: #000000;">για το αποθησαύρισμα πληροφοριών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κωδικοποιημένων με αριθμούς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Υδρορροές πληροφοριών, που γίνονται ποταμοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> και φουσκώνουν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γίνονται χείμαρροι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ορμητικοί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γίνονται θάλασσες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γίνονται ωκεανοί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πλημμυρίζουν το ανθρώπινο μυαλό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που βουλιάζει στην ατέρμονη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> απύθμενη αριθμολογία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποια πληροφορία μπορεί να καταγράψει</span><br />
<span style="color: #000000;"> χελιδονοφωλιές που ξαναζωντάνεψαν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μυγδαλιές μυριάνθιστες, κατάλευκες, πανώριες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη γαλήνη του μικρού παιδιού που κοιμάται</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην αγκαλιά του Κυρίου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και του πουλιού το πρώτο αδέξιο ανέμισμα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το θρόισμα του πρώτου φύλλου που ’πεσε κίτρινο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το χάδι της θάλασσας στην ακτή των κογχυλιών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τ’ αποψινού αστεριού το στερνό φωταξίδι;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποια πληροφορία μήνυσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους λιγοστούς αποδέκτες της</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη φωνή της Ζωής στις χορδές της ψυχής μας;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τη φωνή της Ζωής, &#8230;της Ζωής, &#8230;της Ζωής&#8230;</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Θάλασσα</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Σχέδια, χρώματα σε φόντο από υδράργυρο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ξέρω ζωγραφιά αν είσαι ή ζωγράφος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> απέραντη θάλασσα, αχόρταγη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> χρώματα, σχήματα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> καΐκια, σπίτια, πουλιά, άνθρωποι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιος είπε πως είναι άψυχη;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ποιος είπε πως δεν μπορεί να νοιώσει την αγάπη μας;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μας ζωγραφίζει ακατάπαυστα μ’ ένα πινέλο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γρήγορα, να προλαβαίνει τις κινήσεις μας.</span></p>
<h5><strong><span style="color: #000000;"> Αξιότιμος επισκέπτης</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Υπερήλικας νάνος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έκανα πολύ δρόμο, θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να σου φέρω αυτό το δάκρυ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι πολλή η αγάπη</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8230;κι η μοναξιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γειά σου τώρα πάω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν με περιμένει κανείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και για τ ανήμπορα πόδια μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο δρόμος μακρύς.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Αφουγκράζομαι&#8230;</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τη σιγή της νύκτας με το φωτεινό πέπλο της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σιγή της θάλασσας και τον ψίθυρό της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σιγή του φωτός,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σιγή μιας εικόνας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σιγή του ρόδου μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σιγή των ηχηρών αισθημάτων μου γι’ αυτήν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που με κτυπούν στον τοίχο από τη δύναμη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σιγή &#8230;μιας στάλας αέρα.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Νοσταλγία</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Καταχείμωνο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καθισμένος πίσω απ’ το μεγάλο παράθυρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδες στάλες πλουμίζουν το διάφανο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στολίζουν τη θέα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι μέρες περνούν, γίνονται χρόνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι’ ο ουρανός δεν λέει ν’ αλλάξει το γκρίζο του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πουλιά φοβισμένα, κρυμμένα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν κελαηδούν, δεν υμνούν, δεν ψάλλουν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν αινούν, δεν δοξολογούν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν τραγουδούν την Άνοιξη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> περιχαρακώθηκαν όλα γύρω από ένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8230;sing,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ώρα πέρασε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> άρχισε πάλι η βροχή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι’ οι στάλες άρχισαν να κατηφορίζουν πικρά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να μπορούσα να δρασκελούσα το πέλαγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στη γη του φωτός με αστείρευτη διακριτικότητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πολυλογούσα μονολεκτικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μονολογούσα πολύλεκτα &#8230;</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Εκστατική Δοξολογία</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Τα λευκά πουλιά σε λαξευτές φωλίτσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις φτερούγες προς τα πάνω ανοικτές</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γεμίσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήλιο άχρονο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήλιο άπειρο, άπτωτο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα ιλυώδη κεφάλια προς τα κάτω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> προς τη γη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ωσάν φιγούρες χορού αργόσυρτου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γλυκοτραγουδούν εύηχα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενύμνια απειρόκαλλης μυσταγωγίας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ηχηρούς Υάκινθους και ψαλμικούς λαλλέδες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αίνους ηλιοτρόπια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κύμβαλα και σάλπιγγες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> χορδές και κιθάρες σε χρώμα από βιολί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εντεύξεις ψυχικής κατάνυξης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκστατικής δοξολογίας. </span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Νυκτερινές Ερωτοτροπίες</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όλη τη μέρα τον παρακαλούσε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον προσκαλούσε να σμίξει μαζί της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι’ αυτός παραδομένος τώρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> βυθίζεται αργά αργά μέσα της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραδομένος της χαρίζει το γλυκύτερο φως</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάνοντας πασιφανή την ευαρέσκειά του, ο Ήλιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι’ η Αλυκή ηδονοκλονισμένη, τον καθρεφτίζει.</span></p>
<h5></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">Ποίηση ΙΙ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Βάζω κι’ αυτή την τελευταία πέτρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> από άφωνα σύμφωνα και εύφωνα φωνήεντα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ακουμπώ να ισορροπήσω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας γλάρος ήρθε και κάθισε</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έγινε διάφανος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια μαργαρίτα άνθισε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> παράξενο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι’ εγώ σαν μέτοχος της ευτυχίας αισθάνθηκα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι’ ήταν τόσο ευτελή τα κτιστικά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι’ οι πέτρες τόσο συνήθεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να ανοίξουν τους κρουνούς τ’ ουρανού,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να διαπεράσουν το εξώδερμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής να διέλθω.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>Ομότιμος Καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ιονίου Πανεπιστημίου</p>
<p>«Ποια είναι η Αντιγόνη του βιβλίου και ποιον μοιρολογάει; Το αρχαίο πρότυπό της τάχθηκε να φυλάξει τον ηθικό νόμο, την ιερή υποχρέωση της ταφής του νεκρού σώματος του αδελφού της Πολυνείκη. Η Αντιγόνη της συνθετικής αυτής συλλογής έχει το πικρό ηθικό χρέος να θρηνήσει για τα δεινά του τόπου της, να καταραστεί τους αίτιους των συμφορών του. Το σώμα που μοιρολογεί, “άκλαυτο, άθαφτο μες στο χώμα” – παράδοξο και όμως αληθινό – δεν το έχει δει. Η νέα αυτή Αντιγόνη συνεχίζει την παράδοση των τραγικών γυναικών της Κύπρου, της Ελένης Παλαιολογίνας, της Αγίας Ελένης, της ομηρικής Ελένης, της Μαρίας της Συγκλητικής, της ανώνυμης γυναίκας με τη φωτογραφία στο χέρι του αγνοούμενου συγγενούς της.<br />
Η ιστορία της Κύπρος, δραματική για τα πάθη των παιδιών της, δραματικότερη για την αντοχή της στον χρόνο, διατρανώνεται με τους λόγους του ομηρογενούς Οδυσσέα Αστέρη, του αφηγητή ποιητή, εκτυλίσσεται, με ξεχωριστό λυρισμό, μέσα από τις ψαλμωδίες του χορού των ποιητών και συνταράζει με τον θρήνο της σύγχρονης Αντιγόνης που παρεμβαίνει μεταξύ αφηγητή και χορού για να κλάψει τα παιδιά της, να εξιστορήσει τα παθήματά της, να καταγγείλει τους δυνάστες της.<br />
Ο ποιητής καταγράφει επικολυρικά την ιστορική διαδρομή της Κύπρου εξαγιασμένη, υπερβατική, εμβαπτισμένη στα πεντακάθαρα νάματα του μύθου».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΣΤΕΡΗΣ</strong></h5>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΥΣΟΘΕΜΗΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Όνειρα Αμενηνά</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[Από το νυν στο «αιέν ονειρεύεσθαι]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Aν «μεγάλην εξέφρασεν έκπληξιν η γειτόνισσα το Ζερμπινιώ» στο γνωστό Παπαδιαμαντικό διήγημα, η δική μου έκπληξη ήταν αναμενόμενη, όταν πριν από λίγο καιρό με πολλή χαρά έλαβα μιαν καινούργια ποιητική συλλογή και με άλλη τόση αγάπη πρωτόγνωρης αποκάλυψης έσκυψα στις πενήντα σελίδες των τριανταπέντε εκλεκτών ποιημάτων της. Αν και είχα στα παλαιότερα συναδελφικά μας χρόνια γνωρίσει από κοντά τη βραβευμένη πανελληνίως ποιητική δημιουργία του Ανδρέα Χατζηχαμπή μέσα από τις προηγούμενες δύο ποιητικές του συλλογές υπό τον τίτλο Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής και Στην ακτή των ποιητών, εντούτοις η τωρινή του συγκομιδή, πιστεύω, ότι συνιστά σταθμό ωριμότητας για τον ίδιο και μακρόπνοη αισιοδοξία συνέχειας για τα σοβαρά ποιητικά μας πράγματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις αθηναϊκές εκδόσεις Γαβριηλίδης, φέρει τον αρχαιοπρεπή Ομηρικό τίτλο Όνειρα αμενηνά με τον ποιητικό επιθετικό προσδιορισμό των ευφάνταστων και έλλογων ονείρων του να μας αιφνιδιάζει κατ’ αρχήν• και ευθύς αμέσως να μας δίδει το αίσθημα της αναγωγής στον γενάρχη των ποιητών όλου του κόσμου και όλων των εποχών και συνακόλουθα της υπερηφάνειας και της ευθύνης του φυλετικού ποιητικού κυττάρου των επιγενομένων. Ο στίχος 562 από το τ΄ της Οδύσσειας ευστόχως προτάσσεται ως η πλέον ευσύνοπτη προειδοποιητική προμετωπίδα του περιεχομένου της συλλογής: «Δοιαί γαρ τε πύλαι αμενηνών εισίν ονείρων…» και κατά λογοτεχνική μετάφραση Καζαντζάκη – Κακριδή: «Τα ονείρατα τ’ αγεροφάνταχτα διπλές τις πόρτες έχουν…». Είναι, όπως επεξηγεί η «περίφρων» Πηνελόπη στον Οδυσσέα, η ελεφάντινη πύλη των απατηλών ονείρων και η κεράτινη των αληθινών, ενώ ο περίφρροντις αναβάτης στην Καβαφική «πολύ υψηλήν της Ποιήσεως [τ]η σκάλα» στις εδώ δικές μας «αμμουδιές του Ομήρου», κατά τον Ελύτη ή στα οικεία ενάλια μέρη των εμπνεύσεών του, σύμφωνα με την υστερόγραφη γεωγραφική ένδειξη της δικής του εντοπιότητας, τα πλέκει αξεδιάλυτα με τα σύνεργα της προσωπικής ποιητικής του διαλεκτικής. Και καθώς τα πραγματώνει ποιητικά, τα μνημειώνει ρεαλιστικά στη σφαίρα του υπαρκτού φαντασιακού και στην επικράτεια της υπερρεαλιστικής ενσυνείδητης ιδεο-ποίησής τους. Για τούτο και επικαλείται και πάλι προϊδεαστικά τον ποιητή του Αιγαίου και του «Άξιον Εστίν»: «Ο ποιητής πιστεύω είναι στο βάθος πιο ρεαλιστής απ’ όλους αυτούς που τον φαντάζονται στα σύννεφα. Μόνο που ξέρει ότι και τα σύννεφα κι αυτά είναι μια πραγματικότητα, για τους άλλους εσαεί απλησίαστη».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην αντιστικτική σύνθεση της εναλλαγής των αντιθέσεων μεταξύ φωτός και σκότους, τουτέστιν την αλληλοπεριχώρηση φαντασιακού και πραγματικού, υπαρκτού και ιδεατού μέσα από την Ηρακλείτεια διάσταση της παλίντροπης αρμονίας τους, τα «Όνειρα αμενηνά» του ομώνυμου ποιήματος, που δανείζει συνεκδοχικά τον τίτλο στη συλλογή, συλλαμβάνονται καθώς συμπλέκονται κάτω από το υφάδι και το στημόνι του ποιητή ως:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«θαλερά φωταξίδια στο ζόφο της νύχτας μας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολύτιμα πετράδια που αντιφεγγίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> το προαιώνιο κάλλος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> […]</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αιέν ονειρεύεσθαι».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο τελευταίος προτρεπτικός στίχος, Ομηρικής και πάλι υφής, επαναλαμβάνεται στη συγκινητική αφιέρωση που μου χάρισε ενυπογράφως ο ποιητής με την ευχή τα ποιήματά του να μου «μιλήσουν». Και να μου μιλήσουν, προφανώς, όχι με τη γλώσσα της Φροϋδικής τους ερμηνευτικής, αλλά με το ύφος και το ήθος της δικής τους ιδιαιτερότητας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ωστόσο, όχι απλώς μου μίλησαν οι αριστοτεχνικές αυτές ποιητικές αποτυπώσεις του Ανδρέα Χατζηχαμπή, αλλά οι έντονοι παλμοί της φιλοσοφημένης γραφής τους και οι λεπταίσθητοι κραδασμοί μιας αναστοχαστικής λυρικής εγγραφής στ’ αυλάκια της σκέψης και την κοίτη της ψυχής αναμεταδίδονται μέσα μου σε ζωντανό διάλογο ζεστής συνομιλίας. Ομολογουμένως, διαβάζοντας τους στίχους δεν νιώθεις να επιπλέεις στον αφρό ή να νανουρίζεσαι στον φλοίσβο των ονειρικών του προσλήψεων, αλλά να καταδύεσαι ολοένα και πιότερο στο βάθος τους, για να συμβιώσεις και να συνονειρευτείς εις το «αιέν» του «Δήμου Ονείρων», κατά τον αντίστοιχο και πάλι Ομηρικό τίτλο ενός άλλου ποιήματος:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ψηλά στους αιθέρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> νεφέλες ευθραστότητας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανεμίζουν την ακήρατο γαλήνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μπροστά από τις ευχές</span><br />
<span style="color: #000000;"> που λάμπουν σαν τ’ αστέρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάτω στη θάλασσα της μνήμης</span><br />
<span style="color: #000000;"> αγκυροβόλησε η ιλαρή αρμονία</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε ύδατα ακύμαντα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> λαμπυρίζοντα πέπλα φωτονίων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλα λουσμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο άκτιστο φως του ασύλληπτου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δήμος Ονείρων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στις ενοραματικές του ενατενίσεις, τις οραματικές αναζητήσεις και τις εκστασιακές του ανατάσεις ο ποιητής δεν παύει να στοχάζεται πάνω στη στιγμή και τη διάρκεια του ονειρικού γεγονότος είτε την ανατρεπτική αντιστροφή τους, μετασχηματίζοντας άλλοτε εκτατικά μέσα του και άλλοτε συμπυκνώνοντας τον ποιητικό χρόνο από τη χρονικότητα του νυν στην υπερχρονικότητα του «αιέν» ή στη διάσταση ενός μεταφυσικού αέναου επέκεινα. Αυτή η πρωτεϊκότητα, όχι απλώς επιφανειακά έντεχνης αλλά ενυπόστατα δημιουργικής μεταμόρφωσης από το γίγνεσθαι στο είναι ή από τον συρφετό των ειδώλων στον κόσμο των ποιητικών ιδεών ανήκει σ’ αυτόν που</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Σπούδασε την επιστήμη των θαλασσίων ρευμάτων</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τη μουσική των φλοίσβων»</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σ’ αυτόν που σε καλεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> «να αναδυθείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως και να ελπίσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε μια θάλασσα από εσπέρια αστέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να αγκαλιάσεις τον υπέρτατο ουρανό»,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">καθώς μας ψιθυρίζουν σημαδιακοί στίχοι ποιημάτων του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αξίζει να σταθούμε στις μεταστοιχειώσεις αυτές των ποιητικών φιλοσοφικών του προσλήψεων μέσα από τα σημαινόμενα ή τα κρυπτικά νοήματα ορισμένων ποιημάτων, παραπέμποντας συνειρμικά σε παρεμφερείς συλλήψεις άλλων ποιητών. Εν πρώτοις, δεν είναι τυχαίο ότι από το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής τον ποιητή απασχολεί έντονα η βαθύτερη έννοια του χρόνου όχι ως προς την επιστημονική του σχετικότητα, αλλά ως αμφίσημη έκφραση παλίνδρομης εφημερότητας και μιας άχρονης αιωνιότητας, ένα κινούν – ακίνητο μνήμης και ανάμνησης. Έτσι αποφαίνεται με την εικονοποιία τού ανθρωπομορφισμού μιας υποβλητικής σκηνοθετικής επινόησης:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τι να ονειρεύεται εκείνη η στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφημένη στην κουνιστή της πολυθρόνα;</span><br />
<span style="color: #000000;"> […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο χρόνος ανελεήμονας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη διατάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> “εκεί θα μείνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην κουνιστή σου την καρέκλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ανάμνηση,”</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα το όνειρο, όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η στιγμή, στιγμή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χθες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αύριο».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η δηλωτική των ευθύγραμμων ή κυκλικών παλινδρομήσεων «κουνιστή καρέκλα» υποφαίνει τη στατικότητα της ακινησίας και ταυτόχρονα μιας ροϊκής κίνησης στην αντινομία μιας αμετάβλητης μεταβολής μέσα από τη συμπαντική νομοτέλεια του αιώνιου απείρου, καθώς τη στοχάζονται οι ποιητές στην ποιητική ερμηνευτική των ονείρων τους. Ανατρέχουμε, προσφυώς, στον T. S. Eliot: «Ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος / είναι ίσως και οι δύο παρόντες στο μέλλοντα χρόνο / και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο. / […] / Ό,τι θα μπορούσε να συμβεί και ό,τι συνέβη δείχνουν σ’ ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν». Έτσι και ο ποιητής μας δεν συμβιβάζεται με τη λήθη του παρελθόντος σε «Μια ξεχασμένη ονειροπόληση», κατά το ομότιτλο ποίημα, που καταργεί το αέναο παρόν και απεργάζεται την «απομυθοποίηση» του ονείρου. Γιατί, ακριβώς, ομολογεί μέσα από την αλληγορική εκμυστήρευση ενός άλλου ποιήματος: «Το μεγαλώνω χρόνια αυτό το όνειρο» και δεν θέλει να βυθιστεί «στον χρόνιο λήθαργο» «μ’ έναν ήλιο κρυμμένο στα θεόρατα σύννεφα», κατά τον επιλογικό στίχο, εφόσον και εδώ το άνευ χρονικών ορίων όνειρο μιας άυλης θεϊκής απεραντοσύνης πρέπει να αφυπνιστεί με «ήλιου κοίταγμα και […] φεγγαριού άγγιγμα» μέσα στο δημιουργικό του ενύπνιο. Οδύνεται, ωστόσο, ο ποιητής πως τέτοια «Όνειρα αμενηνά [αντιπαλεύουν] παγιδευμένα / στη δίνη της αδίστακτης κλεψύδρας». «Τον κάθε κόκκο της άμμου της» ευστόχως παραβάλλει με «αιματόβρεχτο βόλι» στον παρανοϊκό πόλεμο μιας σκληρής εφήμερης πραγματικότητας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Για τούτο και επίμονα αναζητεί το ονειρικά πραγματικό, αποκρυπτογραφώντας την πεμπτουσία της άλλης πραγματικότητας:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Η πραγματικότητα</span><br />
<span style="color: #000000;"> γνωρίζει πολύ καλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι θα πει να βάφεις με σκοτάδι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις μέρες φωτός».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι ως να φιλοτεχνεί σε «μια ζωγραφιά του ονείρου» με «τα χρώματα των λουλουδιών», τους ιριδισμούς της «Άνοιξης» και του «Ανέσπερου Φωτός», καθώς και τους ρυθμικούς αναπαλμούς «απ’ τον απόηχο της Σιωπής» τα άνθη της Κύπριδας πέτρας, ποτισμένα με «ηλιοστάλακτο ύδωρ» και θρεμμένα με «Χριστόψωμο» στην αιγιαλίτιδα ζώνη της ψυχής του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής με εξομολογητικούς τόνους αρνείται την εκκοσμικευμένη αυταρέσκεια της γραφής του, ενώ καταφάσκει τη θητεία του στην ποιητική παιδαγωγία «για τα παιδιά του κόσμου», όντας ένας από τους «Ποιητές όλου του κόσμου», σύμφωνα με το φερώνυμο ποίημα, που απηχεί την οικουμενική προσέγγιση της ποίησης και της ποιητικής του. Μια ποίηση αισθαντικής ποιητικότητας, «πνοή ζώσα στην εκπνέουσα ζωή», που συναιρεί τα άσχημα και τα κακά του κόσμου μας και του καιρού μας, από την κακοποίηση της φύσης και την «Αποδόμηση» του πολιτισμού μας μέχρι την «Πτώση» σε «Ερείπια» των ανθρώπινων αξιών και την «Κατεδάφιση» των παλαίτυπων αρετών μας. Για τούτο, κατά μία άλλη εκδοχή του Αλμπέρ Καμύ, μέσα σε όλη αυτή την αποξένωση της αλλοτριωτικής παραχάραξης ταυτοποιεί υποστασιακά τον άνθρωπο ως «Ξένο» στην αντωνυμική του τριτοπροσωπία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και όμως, μετα-ποιώντας την ασχήμια σε αΐδιο αρχαιοελληνικό κάλλος ή σ’ εκείνη την πλήρη οράσεως, κατά τον Καβάφη, και ενοράσεως, κατά τον Χατζηχαμπή, ιδεατή ομορφιά, τη μόνη κοσμοσώστρα, καθώς ορμηνεύει ο Ντοστογιέφσκυ, δεν παραμένει στην άρνηση της απόγνωσης και την απάλειψη της αισιόδοξης ελπίδας. Αέναος αυτός, ως ποιητής, Ελυτικός «ναυτίλος» ταξιδευτής και θηρευτής «Ονειροπόλος» προσβλέπει στους ορίζοντες ενός κοσμογονικού αναγεννητικού ονείρου εμπνευσμένης ζωής και αληθινής δημιουργίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Συγκεφαλαιωτικά συνοψίζει στους ακροτελεύτιους στίχους του τελευταίου ποιήματος της αξιόλογης συλλογής του:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ο ποιητής συνεχίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να βρίσκει καταφύγιο στα όνειρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αιθεροβάμων μελετητής των αστεριών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταπεινός προσκυνητής των λέξεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καράβια όνειρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εμπνεύσεις της ζωής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θαύματα ιδεών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> λευκά πανιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου γλαυκού</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πανώριο ταξίδι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελάτε πάρετέ μας…».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στον φίλτατό μου ποιητή Αντρέα Χατζηχαμπή εύχομαι εκ βαθέων να συνεχίσει να μελετά τα πιο φωτεινά αστέρια κάτω από τον αστερισμό του Σείριου, να προσκυνά με ευλάβεια τις ελληνικές λέξεις και να εμπνέεται με χριστιανική κατάνυξη για τον καλοτάξιδο προορισμό της ποίησης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΚΡΙΣΤΗ ΧΑΡΑΚΗ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Ποιητής – κριτική λογοτεχνία –ποιητικές συλλογές – ποιητική βράβευση – ποιητική επικοινωνία – φυσιολατρική ποίηση – ποιητική έρευνα – ποιητική παιδαγωγία: όλα αυτά, αλλά και άλλα είναι συστατικά της ακτινοβολούσας όψης του Ανδρέα Χατζηχαμπή στις τρεις ποιητικές συλλογές του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με αίσθημα ευθύνης προς τον ποιητή, αλλά και προς τον πολιτισμό της πόλης μας, παρουσιάζουμε σήμερα την Τρίτη του Ποιητική Συλλογή. Το βιβλίο: «Όνειρα Αμενηνά», μαζί με τις δύο προηγούμενες συλλογές: το «Απ’ τ’ αλωνάκι της σιγής» (2002), και το «Στην Ακτή των ποιητών» (2008), συμπληρώνει μια τριλογία. Είναι, όμως, και το καθένα μια ποιητική ολότητα από μόνη της. Κι’ ως ένα ποιητικό ολοκλήρωμα, το «Όνειρα Αμενηνά», παρουσιάζεται ταξιδεύοντας με τον ποιητή.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και, κατά συνέπεια, διαβάζεται πετώντας, σαν ένα ταξίδι, στην “Ιθάκη των μουσών”. Το ποιήματα είναι μια ενότητα με φτερούγες φιλοσοφικών οραμάτων. Ο δραματικός ρυθμός του Ίκαρου σε μια προσπάθεια για πέταγμα, με κέρινα φτερά πάνω, από τη θάλασσα, εξασφάλισε τη μελλούμενη μυθολογική αρμονία των κυμάτων του αρχιπελάγους. Κι’ ο φαντασμαγορικός κήπος της μυθολογίας, απ’ όπου δανείζεται λουλούδια σε πολλά από τα ποιήματά του ο Αντρέας Χατζηχαμής, άλλοτε απαγγέλλεται πετώντας με δαιδαλώδεις φτερούγες, κι’ άλλοτε με στοχασμούς, για μελλούμενες αρμονίες. Η ποίηση του Χατζηχαμπή, θα δούμε, πώς μέσα από το «πνευματικό γίγνεσθαι», μεταφέρει τη φαντασία στο αμφίπλευρο πέταγμα πάνω από τις θάλασσες, διά μέσου των «φιλοσοφικών ανέμων» και «κυμάτων», στον δρόμο της υπαρκτής συνείδησής μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σε αυτό το ταξίδι του ποιητή, κυρίαρχο στοιχείο είναι η συναίσθηση της πραγματικότητας, που ποιητικά επιδρά στη συνείδησή μας, στο σώμα και το πνεύμα μας. Όμως, μπροστά ακόμη και σε κάποιες υπερρεαλιστικές εικόνες στίχων του Χατζηχαμπή είναι η αφαίρεση στην ποιητική του, που αποκαλύπτει «τραγουδιστή» και «τραγούδι», ως ρέουσα πηγή εξερευνητικών ιδεών – όπου ποιητής και ποίημα ποτίζουν την περιπέτεια της διψασμένης δικής μας νοητικής εξερεύνησης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο αρχαιοπρεπής τίτλος της νέας συλλογής δίνει τα πρώτα ερεθίσματα από την ποιητική διαλεκτική του γενάρχη των ποιητών. Και, αντί όποιου προλόγου ή εισαγωγής, ο ποιητής, επιλέγει «ενέργεια»!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Την ενέργεια, που εκπέμπει το αμφίπλευρο «πέταγμα» της Πηνελόπης, που περιγράφει η Οδύσσεια [τ’ 562], «Δοιαὶ γάρ τε πύλαι ἀμενηνῶν εἰσὶν ὀνείρων» – όπου αποδίδεται στην προμετωπίδα του βιβλίου του, με τη λογοτεχνική μετάφραση των Καζαντζάκη και Κακριδή, «Τα ονείρατα τ᾿ αγεροφάνταχτα διπλές τις πόρτες έχουν»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Την ενέργεια που o “ψυχοπομπός” Ερμής, οδηγεί τις ψυχές των μνηστήρων από τη «Λευκή Πέτρα», τις «πύλες του Ήλιου» και τον «Δήμο των ονείρων», που συναντούν οι ψυχές στο ταξίδι ενός οράματος για τη μακάρια οδό στον Άδη, όπου θα συναντήσουν ψυχές ηρώων του Τρωικού πολέμου, «[..] ἠδὲ παρ᾽ Ἠελίοιο πύλας καὶ δῆμον Ὀνείρων ἤισαν […]», [Οδύσσεια, ω΄ 13].</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η «παρά δῆμον [ομηρικών] Ὀνείρων» ενέργεια, Οδύσσεια, ω΄ 11-13, ασκεί στον ποιητή έλξη• γράφει υπερρεαλιστικούς στίχους, που λειτουργούν κατά ένα παράδοξο τρόπο με αφαίρεση. Δανείζεται την έμπνευση του γενάρχη της επικής εποχής «περί ονείρου» και μετατρέπει, στον «σκληρό του δίσκο», το όνειρο σε όραμα και δημιουργικό οραματισμό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Ας δούμε οκτώ εισαγωγικούς στίχους από την πορεία – θα έλεγα – των ψυχών, της τελευταίας ραψωδίας της Οδύσσειας, σε μετάφραση του λόγιου Ιάκωβου Πολυλά, που εμφανώς άσκησαν την έλξη στον Χατζηχαμπή – στίχοι που είχαν και ιδιαίτερη έλξη και σε ποιητές, όπως ο Κάλβος και ο Σεφέρης, αλλά και σε πεζογράφους, όπως ο Χειμώνας ∙</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Και των μνηστήρων τες ψυχές σιμά του προσκαλούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο Ερμής Κυλλήνιος ∙ χρυσό ραβδί κρατούσε ωραίο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> μ’ εκείνο ανθρώπου βλέφαρα γλυκά ‘ς τον ύπνο κλίνει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οπόταν θελ’, η κ΄ έξαφνα κοιμώμενον εγείρει</span><br />
<span style="color: #000000;"> [Οδύσσεια ω 1-4]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ψηφιδωτό Αμφίπολης</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα ρείθρα του Ωκεανού, την πέτρα την Λευκάδα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τες πύλες του Ηλίου και την χώρα των ονείρων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέρασαν, κ’ έφθασαν γοργά ‘ς τ’ ασφοδελό λειβάδι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπου οι ψυχές εγκατοικούν, σκιές αναπαυμένων».</span><br />
<span style="color: #000000;"> [Οδύσσεια ω 11-14]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η διαλεκτική ποιητική μπαίνει με ενσυναίσθηση στη ψυχή των «σφαγμένων από τον αετό χήνες», και η αφαιρετική συναίσθηση δίνει στην ποίηση μια υπερρεαλιστική ψαλμική φωνή στους μνηστήρες-ψυχές ∙ και, την ίδια στιγμή που ταξιδεύουν μέσα από το ρέμα του Ωκεανού, που – όπως πίστευαν οι αρχαίοι – περιέκλειε τα γήινα, ανανεώνεται το όραμα του φυσικού ωραίου και των αισθητικών συγκινήσεων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αλληλοπεριχώρηση ποίησης και διαλεκτικής ομηρικής ποιητικής αφήνει τον αναγνώστη αφενός να απολαύσει ελεύθερα το ανάστημα της συστημικής απειρότητας της ελληνικής γραμματείας, και αφετέρου να ανοίξει ένα διάλογο ελπίδας ποιητή-αναγνώστη «προ των ομηρικών πυλών του Ήλιου». Στην ποιητική του Χατζηχαμπή περιγράφεται η «έξις» της αρετής των θεοτήτων του Ομήρου, αλλά και οι στοχασμοί μιας ελπίδας, που σε αυτό το ταξίδι περιορίζεται παίζοντας «κρυφτούλι» «στ᾽ Ασφοδελό Λιβάδι», όπου ήδη κατοικούν οι ψυχές.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Λοφίσκοι μυστηρίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατάφυτοι ανθισμένης έμπνευσης</span><br />
<span style="color: #000000;"> οριοθετούσαν το παραλίμνιο έαρ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις πλαγιές τα σπίτια των αιώνων</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπίτωσαν τη στιγμιαία ευτυχία</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στη μέση τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> αχειροποίητος ναός σταυρωειδής</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψάλλει τον όρθο της ζωής</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μυριοπτέρυγα όνειρα φτεροκοπούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω απ’ το κεφαλόβρυσο της ελπίδας»•</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη συστημική οντότητα του ποιήματος αυτού, το φύσει ηθικά και πνευματικά ωραίο υπερκαλύπτει το καλλιτεχνικά ωραίο, τραντάζοντας μέσα μας ένα ολόκληρο δάσος μυστηρίου από «ελπίδες». Στην προκειμένη περίπτωση συλλαμβάνεται η «ελπίς», με την έννοια ενός υψηλού σε φύση «εσωτερικής απειρότητας» στοχασμού, που φανερώνει το πνεύμα σαν μια διαχρονικά ελεύθερη αντανάκλαση της φιλοσοφικής διανόησης ενός αρχέγονου ονείρου. Η «ελπίς» από τον «όρθο ζωής» των ψυχών της ομηρικής εποχής, θερμαίνει την ελεύθερη δέσμευσή μας για το Είναι, στο «Πάσχα των αγιασμένων νερών» του δικού μας Κεφαλόβρυσου, που στέρεψε στην Κυθραία και τον Πενταδάκτυλο• και,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">καταλήγει ο ποιητής, σε τρεις τελευταίους στίχους:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όλα λουσμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο άκτιστο φως του ασύλληπτου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δήμος Ονείρων»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– όπου, η συνθετότητα της γραφής του, διαπερνά – ως εν κατόπτρω – το ποιητικό μυστήριο του κάλλους της ποίησης, για να μορφώσει νέες συνεκτικές δομές και να δημιουργήσει πολιτισμό και νέες «προκλήσεις» αναζητήσεων στον αναγνώστη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μήπως το κάλλος της Αμφίπολης, εκεί στον μέγιστο Τύμβο των Ψυχών, όπου – όπως λέει ο ποιητής – «Όλα λουσμένα στο άκτιστο φως του ασύλληπτου», ρίχνει ποιητικό φως στο μυστήριο της Μακεδονικής Εποχής;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μήπως το κλέος του αθάνατου Αλέξανδρου βρήκε το «Ασφοδελό Λιβάδι», που κοιμάται ο Αχιλλέας, με τον Ηφαιστίωνα και τον Πάτροκλο, για να μεταφέρει, μαζί με τη δική του Ψυχή, και όλες τις ψυχές των νεκρών Μακεδόνων;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ιδού κάποια ερωτήματα μπροστά σε στίχους και ψηφιδωτό, με τον «Κυλλήνιο Ερμή» να ηγείται ως «πομπός» την πορεία. Μπορεί η εικόνα να συνθέτει μύθους, ως μια «ποιητική υπόθεση», ακόμη και εκτός του περιεχομένου της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής. Για άλλους, μπορεί να είναι ένα «ρητορικό σχήμα», μπροστά σε ένα τύμβο των απροσδιόριστων μυστηρίων. Όμως, δεν παύει να υπάρχει η πραγματικότητα των μύθων, που γεννούν ερωτήματα, όπως και η δυνατότητα αναγωγής της ποιητικής σε μια οντολογική θεώρηση, για ένα τεράστιο κενοτάφιο, που φιλοξενεί τις ψυχές των πεσόντων Ελλήνων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ποιητική σκέψη – άσχετα ορθού ή λάθους – διαπερνά μέσα από τον ποιητικό λόγο του «ταξιδευτή στον χρόνο ποιητή», σε αυτοπραγμάτωση μιας υπεροχής στην ομοίωση εικόνων και στίχων με το αρχαίο πνεύμα υπερουσίας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Η ουσία της ποίησης είναι, έτσι, σε τελική ανάλυση, η ενεργοποίηση της ποιητικότητας του πολιτισμού μας, που προκαλεί κίνηση στην σκέψη και δίνει μάτια στην καρδιά του εσωτερικού μας πολιτισμού.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Σε μια δεύτερη προμετωπίδα του βιβλίου είναι γραμμένη η ενεργός σκέψη του αθάνατου Ελύτη. Μάς μεταφέρνει ο ποιητής – πριν ακόμα διαβάσουμε Χατζηχαμπή – στη δυναμική της σχέσης της ενεργοποίησης της φαντασίας, με το ζωντανό πεδίο δράσης ενός ποιητή, «Ο ποιητής, γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στο “Συν τοις άλλοις”, είναι στο βάθος πιο ρεαλιστής απ’ όλους αυτούς που τον φαντάζονται στα σύννεφα. Μόνο που ξέρει ότι και τα σύννεφα κι’ αυτά είναι μια πραγματικότητα, για τους άλλους εσαεί απλησίαστη».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Αντρέας Χατζηχαμπής, με το «Όνειρα Αμενηνά», βάζει τη φαντασία στον δρόμο της ανθρωποκεντρικής του πραγματικότητας. Δανείζεται τον ποιητικό ανθό-πνουν του Ομήρου – όπου η πιστή Πηνελόπη βρίσκεται σε ποιητικό διάλογο με τον Αητό του άνευ μένους ονείρου της. Και, γράφει στίχους εν συγχρονία του «Πριν» με το όραμα του «Μετά», πλησιάζοντας την πραγματικότητα της φύσης του ανθρώπου, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτό, γιατί δίνει «ψαλμό ευκαιρίας», για να μεταβληθεί το ασυνείδητο μας σε συνειδητό. Φέρνει στο συνειδητό εικόνες από το «γαληνό κατάφωτο μάτι [του τυφλού Ομήρου]», που όπως υμνολογεί ο Καζαντζάκης είναι «σαν τον δίσκο του ήλιου, που φωτίζει με απολυτρωτικιά λάμψη τα πάντα»!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η έμπνευση του Ομήρου είναι για τον ποιητή η αρχική «πρόκληση» στη νέα του ποιητική συλλογή. Έχει εμβάσει το δραματικό πνεύμα της επικής εποχής στη διαδικασία της επαγωγικής αυτοποίησης, δίνοντάς μας μια δέσμη σύγχρονης ποίησης, που αναζητεί την ουσία του όντος. Ο ποιητής ασχολείται με ανθρωπολογικά και βιολογικά θέματα, ενεργοποιώντας «τα εσωτερικά μας προγονικά τραντάγματα» με «υπερ-ρεαλιστικές» εικόνες «χρόνου», «δισταγμών», «μοναχικότητας», «σθένους», «όρθρου», «ελπίδας», «επιθυμίας», «δεήσεων» και «παγιδευμένων ονείρων και οραμάτων». Οι στίχοι του, ενεργοποιούν τη δική μας εσωτερική terra incognita, το εσωτερικό μας περιβάλλον, την «άγνωστη προσωπική γη-μας», τα δικά μας «αμένεα ονείρατα».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Στη ζωή μου οι πιο μεγάλοι ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα», γράφει ο Καζαντάκης στο «Αναφορά στον Γκρέκο», Κεφάλαιο ΚΘ «ο Ζορπάς». Στην ποίηση του Ανδρέα Χατζηχαμπή ταυτίζονται αυτοί οι δύο «ευεργέτες»!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Αν διαβάσουμε τον Χατζηχαμπή εστιάζοντας αποκλειστικά στίχους με κάλλος φανταστικών ιδεατών «κήπων» και «χρωμάτων», σας διαβεβαιώνω ότι αποτύχαμε να ανακαλύψουμε το συστημικό γνώρισμα των οραμάτων του. Θα είμαστε μάλιστα πολύ πιο μακριά από τον πολιτισμό της ποίησής του, αν δεν χτίσουμε δικά μας οράματα. Η ποίησή του είναι μια πνευματική στροφή στο ουσιώδες. Δεν δεσμεύει τον στοχασμό στον «ακίνητο» χρόνο μιας εποχής, ούτε σε ένα ενιαίο για όλα χρόνο, αλλά θερμαίνει τη σκέψη σε ένα αρθρωτό φιλοσοφικό χρόνο, που προσδιορίζεται συστημικά από τον συγχρωτισμό των καλλιτεχνικών ρευμάτων, ανάλογα με την απάντηση στα ερωτήματα: Χρόνος, Αυτοποίηση</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι στίχοι του είναι «ανοικτά συστήματα» ενέργειας, και «κλειστά» στα επουσιώδη παραληρήματα του «ωραιοποιουμένου λόγου». Η ποίηση του εξωτερικεύει ενεργοποιημένο κριτικό ανήσυχο πνεύμα στοχαστή, που αναζητεί την εν ενεργεία ύπαρξή μας. Οι Μορφές υπάρχουν σε στίχους, είναι, όμως, φύσει και θέσει ενεργοποιημένες σε ένα προ-αφαιρετικό «Τοπολογικό Σύμπλεγμα Χρόνου και καλλιτεχνικών ρευμάτων», που η ενέργεια τις μετατρέπει σε συναισθήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι ζωντανές εικόνες, «αφρός της θάλασσας», «ηλιαχτίδα», «ουρανός», «σπίτια και λοφίσκοι», «πολυθρόνα», «ψηφίδες», «ηλιοβασίλεμα», σωσίβιο», «ξένη βάρκα» και οι τόσες άλλες «Μορφές», στα τριάντα πέντε ποιήματά του, είναι λέξεις στίχων, που συλλαμβάνονται στη φιλοσοφική τους αφαίρεση ως διαδράσεις στίχων, με άλλους στίχους, άλλων εποχών και ταυτόχρονα στο ποιητικό σύμπλεγμα του Τώρα – όχι ως ωραιοποιημένες μορφές, αλλά ως πνευματική και ηθική ομορφιά. Αυτή η αφαιρετική ικανότητα του ποιητή καταδεικνύει και την αρχιτεκτονική της ποίησής του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι αφαιρέσεις του Χατζηχαμπή επιτρέπουν τα ανοίγματα που ενεργοποιούν τη συνείδηση, με ή χωρίς την ανάγκη να υπάρχει ως φορέας η εικόνα ενός συγκεκριμένου υποκειμένου. Ο ποιητής διαθέτει τη γλωσσική και παιδαγωγική συνέπεια, που δίνει φωνή και αναπαράγει «θάρσος» στη συνείδηση, από την υπάρχουσα σιωπηλή συνείδηση του «Κάποτε» των εξορισμένων, όπως τα ονομάζει ο ποιητής, τα οράματά του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κάποτε δεν είναι παρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια βουτιά στο υπερούσιο φως,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια λάμψη διαρκείας</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο σκοτάδι μιας αδυσώπητης σκλαβιάς.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε …</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάποτε…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάποτε…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καράβια όνειρα!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εμπνεύσεις της ζωής!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θαύματα ιδεών!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λευκά πανιά στου γλαυκού</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πανώριο ταξίδι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ελάτε πάρετέ μας…»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής αναζητεί δημότες στα «Όλα» της ποίησης του. Ποίηση που δημιουργεί «δημότες», συντελεί στην ανάπτυξη της εν δυνάμει λειτουργικής αφαίρεσης του ανθρώπινου νου, και ενεργοποιεί την αυτογνωσία στη «Λίστα του Πρέπει» ∙</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– νοιώστε ένα απόσπασμα από αυτή τη «Λίστα», που χειραφετεί το ανθρώπινο συναίσθημα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του πρέπει, που</span><br />
<span style="color: #000000;"> «θα κοιτάξει στα μάτια τον διπλανό του»,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του πρέπει, που</span><br />
<span style="color: #000000;"> «θα κοιτάξει τ’ αστέρια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα κοιτάξει τα χρώματα των λουλουδιών»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του πρέπει, που</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα ονειρευτεί</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Του πρέπει, που</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα αρχίσει να ζει…»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η αφαίρεση διαπιστώνεται σχεδόν σε όλα τα ποιήματα του, αφενός ως άδηλη πηγή της ευαισθητοποίησής του, και αφετέρου ως μια εμφανής «τροπικότητα», που ο συγκεκριμένος ποιητής ευαισθητοποιεί την έμφυτη κριτική σκέψη του αναγνώστη, με το φιλοσοφικό κάλλιστο. Για να αποφευχθεί οποιαδήποτε παρεξήγηση οντολογικής φύσεως, «Δημότη της ποίησης» ονομάζω το στοχαστικό σύστημα ευαισθητοποίησης, που αυτοπαράγεται από τα «ρίχτερ» της δυναμικής των ανησυχιών ενός ποιητή και διακρίνεται ως ενέργεια στο εσωτερικό περιβάλλον του αναγνώστη και όχι ως κάποιο υπερβατικό Υποκείμενο, όπως θα οριζόταν από την οντολογία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Δημότης της ποίησης του Ανδρέα Χατζηχαμπή, δεν είναι εκείνος που διαβάζει ένα ποίημα «Στο Γιαλό» και εστιάζεται στον «γιαλό», τη «βαρκούλα», το «καράβι με το κύμα, που δέρνει την πλώρη», ή το «φεγγάρι που φωτίζει το λιμάνι, ενώ την ίδια στιγμή το ίδιο φεγγάρι τραβάει άμπωτη», αλλά είναι ο άλλος, αυτός με τα ερωτήματα ανησυχίας ή ελπίδας, για το κατοικητήριον του πνεύματος, της ψυχής∙</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τι αλλάζει;</span><br />
<span style="color: #000000;"> […]</span><br />
<span style="color: #000000;"> – αν αυξάνεται η εμπόλεμη ζώνη…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι θα μείνει;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">[…]</span><br />
<span style="color: #000000;"> – αν όλα γίνουν κομμάτια</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τι να τα κάνουν;</span><br />
<span style="color: #000000;"> […]</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Λες να υπάρχει το ενδιαίτημα της ψυχής»;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μου το ‘πε η Άνοιξη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το Ανέσπερο Φως»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η στοχαστική ποίηση του Αντρέα Χατζηχαμπή χρησιμοποιεί τη φαντασία και το όραμα, αφήνοντας την αφαίρεση να διεισδύει με διαλεκτικές δονήσεις, στην πραγματικότητα της ζωής μας. Δανείζεται από τον Ηράκλειτο εργαλεία και δίνει αρμονία αντιθέσεων στην ποίησή του, πλησιάζοντας τον ασύμπτωτο άξονα της πραγματικότητας των αισθημάτων μας. Με αυτό το γνώρισμα η ποιητική του κινείται μέσα σε ένα Ωκεανό λειτουργικής πραγματικότητας των πολλών «προκλήσεων» του «Τώρα», των κινούμενων νερών, και των διαφορετικών ηρακλειτικών ταχυτήτων και παλίντονων ήχων, που αναπτύσσουν την αυτοποίηση της ποιητικότητας του εαυτού μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Και, όταν το «αυτό + ποιώ» ανακαλύπτει την «ποιητικότητα» του, στον διάλογο του «Εγώ» με τα αισθήματα, ακόμη και η χωρίς στίχους εσωτερική ποίηση πάλλεται με «Δελφικά Παραγγέλματα». Μεταφέρνεται το «ενεργεία ον» στο είναι μας, βιώνοντας τις τεντωμένες χορδές της καρδίας από την προέκτασή μας με τη φύση, βιώνοντας το ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ! Την ποιητικότητα μας!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτή η εν παλινδρομία εικόνα στον ποιητικό λόγο, προσωποποιεί τη σκέψη, μεταφέροντας την αρμονία παλίντονων στίχων μέσα στις χορδές της terra icognita των δικών μας ανησυχιών, και είναι τότε που «βγάζουμε ήχους» και «κινούμε βέλη», γιατί η εσωτερική ποιητικότητα του ανθρώπου είναι γεννήτρα ποίησης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίηση του φίλου Ανδρέα Χατζηχαμπή πλησιάζει μια Μορφή στοχαστικής πραγματικότητας, που ανιχνεύει τον δρόμο προς πληρότητα, είναι ένα «τραπέζωμα “δελφικών προβληματισμών” επί τραπέζης», που δίνει τροφή στις αλυσιδωτές αντιδράσεις των αισθημάτων μας. Ο στίχος του, σαν βέλος, διαπερνά όλες στην σειρά – και τις «δώδεκα αξίνες» του Οδυσσέα – και με τριάντα πέντε ποιήματα, μεταφέρει το όνειρο «δυνητικοποίησης της πραγματικότητας» και γεννά οράματα «πραγματοποίησης της δυνητικότητας των αισθημάτων».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το «Μια στιγμή που ονειρεύεται», είναι το πρώτο ποίημα της συλλογής, στη σελίδα 11, γραμμένο στη Λεμεσό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Το «Μια στιγμή που ονειρεύεται», ξεκινά με την «ελευθερία του ονείρου»,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο ποιητικό του ερώτημα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τι να ονειρεύεται εκείνη η στιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφημένη στην κουνιστή πολυθρόνα; […]»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Ο ποιητής προσωποποιεί τον Χρόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Ο «χρόνος-Μορφή» μπαίνει στη Μορφή μιας «γιαγιάς»</span><br />
<span style="color: #000000;"> – Ο Χρόνος καθηλώνει τη γιαγιά στην πολυθρόνα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αυτό είναι μια πραγματική εικόνα που βγαίνει με απλή λογική.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Δεν καταφέρνει όμως, ο «ανελέητος», να εκτοπίσει το όνειρο, που ανοίγει την ελεφάντινη πόρτα στον δρόμο της ανάμνησης.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποια πόρτα ανοίγει τον πραγματικό δρόμο σε αυτή τη «συγχρονικότητα της ασυγχρονίας» του προσωποποιημένου Χρόνου;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– Η Μορφή του Χρόνου βρίσκεται ήδη στη Μορφή της «γιαγιάς», με την κουνιστή πολυθρόνα, ο συσχετισμός με το όνειρο, που βάζει τη μια Μορφή μέσα στην άλλη, δίνει τη διαφορά του Πριν από το Μετά, όλα στο Τώρα!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ποιο όνειρο είναι απατηλό;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το,</span><br />
<span style="color: #000000;"> «[…] Ο αφρός της θάλασσας που κρυφομίλησε στην άμμο (;)»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Η ηλιαχτίδα που λούστηκε στο κελαρυστό ρυάκι (;)»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Το βλέμμα που λόγχισε την καρδιά ενός σεραφείμ (;)»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">ή</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ο ανελεήμονας Χρόνος» που έμαθε να διατάζει (;)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι στίχοι μεταφέρουν την ποίηση στην ποιητική!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Εκεί θα μείνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην κουνιστή σου την καρέκλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ανάμνηση … (!)»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">– «[…] Μια ανάμνηση (;)» – ρωτά η εσωτερική μου ποιητικότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η κεράτινη πόρτα είναι η πραγματική;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ή, η ελεφάντινη, που είναι πιο κοντά με τον φόντο της ανάμνησης;</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η Στιγμή, σε στιγμιαία πάλη, νικά τον ανελεήμονα χρόνο! Ακόμη και η αιχμάλωτη στην πραγματικότητα μιας πολυθρόνας, ελευθερώνεται με το όνειρό της, δεν δέχεται την εξαφάνιση της πραγματικότητας μιας ζωής. Η δυνητικοποίηση γίνεται επικοινωνία της Στιγμής στην ποιητική του Χατζηχαμπή. Η αναφορά μου στο «ποιητική», αντί «ποίηση», σε ορισμένα χωρία υποδηλώνει διαλεκτική σκέψη, που συλλαμβάνεται στην ποίηση του ποιητή – όπου εμφανώς ή σε λανθάνουσα κατάσταση δημιουργούσε, αναπτύσσοντας ο ίδιος διάλογο με τον Χρόνο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το «όνειρο στιγμής», «επανεισάγει» στη φαντασία την πραγματικότητα μιας ζωής του Πριν, ανοίγοντας την ελεφάντινη πόρτα της ανθρωποποιημένης Στιγμής – όπου διαπιστώνεται η ενσυναίσθηση στην ποιητική διανόηση του ποιητή: ο στίχος μπαίνει μέσα στη στοχαστική Μορφή μιας «γιαγιάς», που θεοποιεί τη Στιγμή, κι’ ο ποιητής ζει μαζί της το Τότε, διά μέσου της συν-αρθρωτής αλυσιδωτής αντίδρασης του Τώρα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όνειρο» και «Στιγμή» υπάρχει πάντα στον άνθρωπο, ακόμη κι αν είμαστε «αφημένοι» και μόνιμα «σε κουνιστή πολυθρόνα», ακόμη και αν και δεν ανιχνεύσαμε την πάλη, που γίνεται μέσα στην «άγνωστη γης μας», ένα μόνο εκατοστό πίσω από το μέτωπό μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής, με το «Όνειρα Αμενηνά», ξεδιπλώνει ποιητικές τοπολογικές συναρτήσεις, από την φαντασία και από την πραγματικότητα, που αφυπνίζουν τις ανησυχίες των αισθημάτων μας. Μάς περνά μέσα από τα σύννεφα της διπλής ενδεχομενικότητας των αισθημάτων, ανοίγοντας τον δρόμο στο «Δελφικό Ε» προς την υπαρκτή μας πραγματικότητα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το «Όνειρα αμενηνά», αυτό το ποίημα, με τις υπέροχες στιχουργικές πινελιές του, ενώ φαίνεται να μας παγιδεύει στον «ανελέητο χρόνο», την ίδια στιγμή μάς επιτρέπει να διαρρήξουμε στον χώρο τον χρόνο. Στη συνθετότητά του, με το πρώτο, όπου «το όνειρο, όνειρο/ κι η στιγμή, στιγμή», αποπραγματοποιεί το «βασίλειο της κλεψύδρας», και φέρνει μπροστά μας, το υπέροχο, το «Αιέν ονειρεύεσθαι», το ελπιδοφόρο!</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η «παραδομένη Άνοιξη» στον χρόνο ελευθερώνεται, η «θάλασσα των δακρύων» χαμογελά, τα «θαλασσοπούλια» ισορροπούν με κοινωνικοποιημένα πετάγματα και μελωδίες στα ουράνια ρεύματα! Η δυνητική διάσταση του ποιητή, μάς μεταφέρνει από την αδυναμία στη δύναμη και από τη σκοτεινιά στο φως, που, όπως λέει, «γεννάει κυκλάμινα πάνω στην πέτρα»!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Το προαιώνο κάλλος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το φως το πρώτον…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">: Δεσμίδα φωτός, που γεννά το όραμα, την προσδοκία,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">το «Αιέν ονειρεύεσθαι»!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ό,τι έγραψα – λέει ο ποιητής – ήθελα μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μπορούν να το διαβάσουν οι μέλισσες…»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Με αυτόν τον ποιητικό αφορισμό αγκαλιάζει την Ιθάκη για τον καθένα μας, δίνει την παιδαγωγία ενός οράματος, που ενώνει τους «Ποιητές όλου του κόσμου» να «συλλάβουν τους πολέμους», να «φυλακίσουν το δάκρυ», να «φιμώσουν την πείνα», να «τραυματίσουν την εξαθλίωση», να «αναδυόσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια»!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Αναζητώντας την Ιθάκη της ποίησής του, σταματώ στον στίχο, που κλείνει ένα ποίημα σε ένα άλλο ποίημα,</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ό,τι έγραψα ήθελα μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να είναι μια ζωγραφιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> :της μουσικής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> :της μελωδίας</span><br />
<span style="color: #000000;"> :της ειρήνης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τα παιδιά του κόσμου»!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποίησή σου όντως είναι αξιόλογη!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι γενεσιουργός ποίηση αξιών. Το κάθε σου ποίημα διαθέτει μια απορροφητικότητα που το κάνει να είναι συνθετικό με τα άλλα, γιατί το ένα ποίημα μπορεί και μπαίνει μέσα στο άλλο, και μπορούν να σχηματίσουν μια νέα συνθετική Μορφή, που στην ανάλυσή της, ενώ διαφέρει από τα μέρη, συνοψίζει την ουσία του όλου στοχασμού. Είναι η περίπτωση που το τραγούδι οδηγεί στον τραγουδιστή!</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια άλλη πρωτοτυπία του έργου σου, βρίσκεται στο ότι ο αναγνώσας «επανεισάγει» λειτουργικά «Δελφικά Παραγγέλματα», κάτι που το προσφέρεις, χωρίς καν να το είχες επιδιώξει, ίσως είναι μέρος στη φύση ενός μύστη της ποίησης!</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Συμβολή στον αισθητικό φωτισμό της ποίησης του ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗ-</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Φωτίζουμε απόψε , ο καθένας με τον τρόπο του, την ποίηση και ποιητική του Ανδρέα Χατζηχαμπή, μιας ενδιαφέρουσας και σοβαρής νέας φωνής στον χώρο της σύγχρονης Κυπριακής ποίησης. Εξαρχής, στην πρώτη μας περιστασιακή γνωριμία – και προτού τον γνωρίσω ως ποιητή – εκτίμησα σιωπηρά τη σεμνότητα και την εγκράτεια που χαρακτήριζε την καθόλου συναναστροφή του. Εκείνο που δεν ήξερα ακόμα, που δεν ήμουν βέβαιος να προϋποθέσω, ήταν το λογοτεχνικά πολύ καίριο ερώτημα: Πόσο μια τέτοια, έκδηλα συγκροτημένη και αυτοκυριαρχούμενη ιδιοσυγκρασία, θα μπορούσε συναισθηματικά κι εκφραστικά να απογειωθεί, και να δώσει επαρκώς εμπνευσμένο λυρικό λόγο! Οι ποιητικές συλλογές του που ακολούθησαν, και ιδιαίτερα η τελευταία με τον τίτλο ΟΝΕΙΡΑ ΑΜΕΝΗΝΑ, έδωσαν μια ανεπιφύλακτα θετική απάντηση: Ναι, ο Ανδρέας Χατζηχαμπής μπόρεσε να γράψει αρκετά ποιήματα με πυκνότητα, υπαινικτικότητα, και δομική αρμονία. Στις καλύτερές του στιγμές- που δεν είναι λίγες- ξεπερνά οποιαδήποτε αφηγηματική χαλαρότητα ή γνωσιολογική υπερφόρτωση- τόσο συχνή στη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση – και δίνει ποιήματα υποδειγματικής συνθετικής δομής και ισορροπημένα δοσολογημένου λυρισμού. Αντιπροσωπευτικά δείγματα μιας τέτοιας ποίησης είναι και οι τίτλοι ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ , όπως και το ποίημα ΚΑΠΟΤΕ, που επέλεξα να σχολιάσω απόψε εν συντομία.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο πρώτο ποίημα, τη «ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ», συνυπάρχουν, ή αντιμάχονται ακριβέστερα, δυο αντίρροπες δυνάμεις. Η μια ως ανάγκη της ψυχής να κρατήσει ζωντανό το βιωματικό αποθησαύρισμα, στα νάματα του οποίου διψά πάλι και πάλι να ευδαιμονήσει – ανακαλώντας αδιάλειπτα κι ενσαρκώνοντας μνήμες. Η συγκεκριμένη βιοτική στιγμή, εκκινώντας από το νανούρισμα μιας κουνιστής πολυθρόνας, διαστέλλεται και διανοίγεται, επαναπροβάλλοντας λυτρωτικά τόπους των αισθήσεων, αλλά και της ψυχής αλησμόνητα φτερουγίσματα. Ακούστε πόσο καίρια και αρμονικά ξεδιπλώνεται το ποιητικό σκηνικό:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Τί να ονειρεύεται εκείνη ηστιγμή</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφημένη στην κουνιστή της πολυθρόνα;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μέσα στα μάτια της καθρεφτίζονται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ο αφρός της θάλασσας που κρυφοφίλησε την άμμο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ηλιακτίδα που λούστηκε στο κελαρυστό ρυάκι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα βλέμμα που λόγχισε την καρδιά ενός σεραφείμ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ οι παραπάνω στίχοι αντικαθρεφτίζουν και αναπαριστούν τη μαγεία του υλικού κυρίως κόσμου, ο ποιητής με μαεστρία αφήνει τη συμβολική τούτη στιγμή να μπει σκόπιμα στην επικράτεια του ύπνου, οδηγώντας τους στίχους σε τόπους οράματος, ιερότητας και υπερβατικότητας των πραγμάτων. Τώρα ακούεται πια, δίκην φτερωτής ψαλμωδίας, ένας άλλος βηματισμός και διαφορετικό κτύπημα φτερούγων:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάνει πως κοιμάται κι ονειρεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> πως με δυο διάφανες φτερούγες πετάει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στον ουρανό της αιωνιότητας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ιερότητα της διάρκειας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ελευθερία των ονείρων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η διαλεκτική όμως αντιμαχία της ζώσας συνείδησης, που ονειροπόλα προσδοκεί την υπέρβαση του εφήμερου- και των άκαμπτων φυσικών νόμων, που θέτουν τα όρια της φθοράς και θνητότητας – έρχεται με αυστηρότητα και κυνισμό να προσγειώσει τον αναγνώστη στην πραγματικότητα που σενέχει τον κόσμο, έτσι όπως ορίζεται απ’ τους ακόλουθους στίχους:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο χρόνος ανελεήμονας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη διατάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> «εκεί θα μείνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην κουνιστή σου την καρέκλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ανάμνηση».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο Ανδρέας Χατζηχαμπής όμως, δεν κλείνει με τέτοιους καταθλιπτικούς κι απαισιόδοξους στίχους. Έχοντας επίγνωση της νομοτελειακής κι αναπόδραστης έκβασης των ανθρωπίνων, αναιρεί συγκινησιακά το υπαρξιακό αδιέξοδο κι ανοίγει ποιητικά χώρο επιβίωσης της ελπίδας και του ονείρου. Έτσι καταλήγει με τους εξής ελπιδοφόρους στίχους:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μα το όνειρο, όνειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι η στιγμή, στιγμή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και χθες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σήμερα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και αύριο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσο ευτύχησε ο Ανδρέας Χατζηχαμπής σ’ αυτό το ποίημα; Βγαίνει πιστεύω καθαρά, πως αρχιτεκτόνησε άρτια την ολότητα της σύνθεσης. Στο πρώτο μέρος έφτιαξε το ονειρικό σκηνικό, που θα διευκόλυνε το συναισθηματικό ξεδίπλωμα και την ενεργοποίηση της μνήμης. Οι εικόνες του- καθρεφτιζόμενες με λαγαρότητα στην μαγική ενδοχώρα μιας στιγμής, εκτυλίσσονται μετρημένα και χωρίς αναλυτικότητα ή πλατυασμό. Ανοίγουν διάπλατα την εξωτική αυλαία ενός κόσμου που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ενός κόσμου – που ο χρόνος παίρνοντας τη σκυτάλη στους επόμενους στίχους – θυμίζει πως είναι απλώς μια ανάμνηση μακρινή. Είναι εδώ που ο ποιητής παρεμβαίνοντας σαν από μηχανής λυτρωτικός Θεός – σηκώνει ανάλαφρα τον αναγνώστη στο φτερωτό όχημα της ποίησης, θυμίζοντας το διαχρονικό κι αναφαίρετο δικαίωμα στο όνειρο και την ελπίδα. Κάτι που μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να εμπνεύσει και να ενεργοποιήσει το πέταγμα στον παράδεισο της δημιουργίας – και πιο πέρα ακόμα, στον ουρανό της αιωνιότητας. Ακόμα κι αν τούτο μας φαίνεται σαν μια ψευδαίσθηση ποιητική, φτάνει που αυτή η ψευδαίσθηση ανεβάζει, έστω για λίγο, τον πήχυ της ψυχικής και πνευματικής ευδαιμονίας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> *</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το δεύτερο ποίημα, με τον τίτλο «ΚΑΠΟΤΕ» , έχει μια βαθιά νοηματική και αισθητική συγγένεια με το προηγούμενο ποίημα, που μόλις σχολίασα. Αναπαριστά παράλληλα με δυνατές εικόνες, τις αιώνιες και διαλεκτικά αντιμαχόμενες δυνάμεις της ανθρώπινης μοίρας. Προβάλλει αισθητηριακά – ήτοι βαθιά ποιητικά – την ακατάπαυστη σε διάρκεια διελκυστίνδα ανάμεσα στην άνω θρώσκουσα και την κάτω θρώσκουσα ροπή, ανάμεσα στη δόξα των υψηλών και ωραίων, και στην καταχνιά των ανάξιων και χαμερπών της ζωής. Με τη δυαδική τούτη συμβολική δυναμική ηλεκτρίζονται αισθητικά και και κυλούν απρόσκοπτα οι στίχοι των πρώτων τριών κινήσεων του ποιήματος, των οποίων το μέτρο και τις εκφραστικές ισορροπίες καθορίζει εύστοχα κι αποτελεσματικά ο τεχνίτης ποιητής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κάποτε δεν είνα παρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια βουτιά στο υπερούσιο φως,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια λάμψη διαρκείας</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο σκοτάδι μιας αδυσώπητης σκλαβιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάποτε πάλι δεν είναι παρά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα άγγιγμα του ήλιου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα λυχνάρι πού’ γινε φως,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω από πλόες ατελέσφορους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω από πικρά ναυάγια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι ενώ η επέλαση των σκοτεινών πλευρών της αντιφατικής ανθρώπινης φύσης, στην επόμενη στροφή κορυφώνεται – με θλιβερές φιγούρες να κινούνται αμήχανα «εξορίζοντας τα όνειρα», ή μετέχοντας στο «άδικο» και την «απληστία»- έρχεται πάλι ο ποιητής να ρίξει στη ζυγαριά το αναμφισβήτητο βάρος του, ορθοδρομώντας το ποίημα. Ελπιδοφόρα κι ανακουφιστικά ξεδιπλώνεται κι εδώ η κατακλείδα του ποιήματος, που μέσω της persona του ποιητή ευαγγελίζεται για τον άνθρωπο μια πιο καταξιωμένη ζωή. Θριαμβικά τότε ακούεται η φωνή του να καλεί με παιδική σχεδόν αθωότητα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Καράβια όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εμπνεύσεις της ζωής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θαύματα ιδεών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> λευκά πανιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στου γλαυκού το πανώριο ταξίδι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ελάτε πάρετέ μας…</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κλείνοντας, συγχαίρω τον φίλο Ανδρέα Χατζηχαμπή- που κατέθεσε προς βαθύτερη τέρψη αρκετά τέτοια, αισθητικά και σημασιολογικά κατορθωμένα ποιήματα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΟΥΣΗΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Αναφορά στο ποίημα της συλλογής: Ό,τι έγραψα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην ποιητική συλλογή του αγαπητού μας Α. Χατζηχαμπή «Όνειρα αμενηνά», ανάμεσα σε άλλα ξεχωριστά ποιήματα που διακρίνονται για τη συνεκτικότητα αλλά και για την αρτιότητα τους, στη σελίδα 41 ξεχωρίζει και το ποίημα που φέρει τον τίτλο «Ο,ΤΙ ΕΓΡΑΨΑ». Σ’ αυτό ο ποιητής – δημιουργός κάνει αρχή με μια τρυφερή συνομιλία με τον Ποιητή και Δημιουργό του παντός. Με σεμνότητα απευθύνεται στον Κύριο. Εννοεί ασφαλώς τον Κυρίαρχο των πάντων και Παντοκράτορα, για το τόλμημά του να γράφει ποίηση. Με απολογητικό μάλιστα ύφος αναφέρει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Δεν με ενδιαφέρει ποτέ Κύριε/ να αρέσω στον κόσμο./ Ό, τι έγραψα ήθελα να το διαβάσουν/ οι μέλισσες, οι ποταμοί, οι θάλασσες, να μπορούν να το μαζέψουν / ως μια αγκαλιά αγρολούλουδα/ ή έναν αμφορέα με ρέον φως/ τα παιδιά του κόσμου./ Ό, τι έγραψα ήθελα μόνο/ να είναι μια ζωγραφιά του ονείρου/ για τα παιδιά του κόσμου»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στους στίχους του πιο πάνω ποιήματος διακρίνουμε καταρχήν να υπάρχει, κοντά στ’ άλλα, όπως και σε ορισμένα άλλα του ποιήματα, ήθος και γραφή, που σε κάποια σημεία, θυμίζει γραφή Νικηφόρου Βρετάκου ή ποιητών όπως ο Νίκος Αρβανίτης, ο αείμνηστος Νίκος Β. Τυπάλδος, ο Ματθαίος Μουντές ή ο Παντελής Πάσχος και άλλοι. Ποιητές που ανήκουν σ’ ένα από παρακλάδια των Ελληνικών μας Γραμμάτων, στα Ελληνορθόδοξα Γράμματα. Η θρησκευτική ποιητική δημιουργία, είναι ευρέως γνωστό, πως ανήκει στις πιο δύσκολες ποιητικές δημιουργίες. Εδώ ο ποιητικός λόγος, για να είναι γνήσια και αληθινή ποίηση, πρέπει να είναι, κυρίως, έμμετρος βιωματικός λόγος. Ο λόγος του χριστιανού ποιητή, ταπεινός, φυτρώνει και αναπτύσσεται και γίνεται δέντρο έξω από τον περίβολο του ναού και οι ρίζες του, απλωμένες, παίρνουν τη δύναμη και τους χυμούς κάτω από το ιερό βήμα και την Άγια Τράπεζα. Τον χριστιανό ποιητή – λογοτέχνη «δεν τον ενδιαφέρει ποτέ Κύριε / ν’ αρέσει στον κόσμο» ( αναφέρομαι στους δυο πρώτους στίχους)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Από κάποιο σημείο ξαναδιαβάζω το ποίημα:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ότι έγραψα ήθελα μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μπορούν να το διαβάσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι μέλισσες, οι ποταμοί, οι θάλασσες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μπορούν να το μαζέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως μια αγκαλιά αγρολούλουδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή έναν αμφορέα με ρέον φως</span></p>
<p><span style="color: #000000;">( πολύ δυνατός εδώ ο στίχος)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">τα παιδιά του κόσμου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ότι έγραψα ήθελα μόνο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να είναι μια ζωγραφιά του ονείρου</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τα παιδιά του κόσμου»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής θέλει, επιθυμεί στην ουσία αυτό που έγραψε – εδώ ας θυμηθούμε τον τίτλο του ποιήματος, «Ο, τι έγραψα» « να μπορούν να το μαζέψουν / ως μια αγκαλιά αγρολούλουδα/ ή έναν αμφορέα με ρέον φως/ τα παιδιά του κόσμου»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο κρίσιμο αυτό σημείο ο ποιητής, με το συγκεκριμένο ποίημα ή και με τα άλλα ποιήματά του, επιζητεί οι στίχοι του να ΄ναι αγρολούλουδα. Αγρολούλουδα φυτρωμένα στον κάμπο, για να μπορούν και να έχουν τη δυνατότητα να τα «μαζέψουν.. τα παιδιά του κόσμου». Θέλει η ποιητική του γραφή, να μην την πνίγει το σκοτάδι αλλά να τη λούζει το ζωογόνο φως . Να΄ ναι αμφορέας γεμάτος «με ρέον φως».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και διερωτώμαι. Με ρέον φως δεν πρέπει να είναι λουσμένη η αληθινή ποιητική δημιουργία; Ο γνήσιος ποιητής, μέσα από την κάθε ποιητική του συλλογή, μαζεμένα «σε αμφορέα» δεν πρέπει να φυλάει τα ποιήματά του και να τα προσφέρει «ρέον φως» για τα «παιδιά του κόσμου»; Ότι με έμπνευση γράφει αποτελεί, παράλληλα, και «μια ζωγραφιά του ονείρου». Του αποκλειστικά δικού του ονείρου και αποδημώντας αφήνει το «αποκλειστικό του όνειρο», τα οράματα του γραμμένα σε ποιητικό λόγο, κληρονομιά «για τα παιδιά του κόσμου». Αν είναι έργο άξιο προσοχής, αν είναι αξιόλογο, αν είναι ακριβώς «ρέον φως» θα είναι μια κατάθεση ενός φωτισμένου πνεύματος για τις επόμενες γενιές του κόσμου.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο κάθε αληθινός ποιητής, ότι έγραψε, στ’ αλήθεια, δεν το έγραψε με το όνειρο ενός καλύτερου κόσμου; Σ’ αυτό τον κόσμο του φωτός βλέπω πως από τα πρώτα δειλά του βήματα άρχισε να κινείται και επιζητεί να δημιουργεί ο ευαίσθητος ποιητής Ανδρέας Χατζηχαμπής. Σε μια δημιουργική προσπάθεια που ευχόμαστε, με την πάροδο του χρόνου, να ωριμάζει, να δένει, να συμπυκνώνεται και περισσότερο να καρποφορεί.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΤΑΣΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Για το ποίημα Στην αυγή του νέου χρόνου</span></p>
<p><strong><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΧΡΟΝΟΥ</span></strong></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην αυγή του νέου χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δόθηκε συναγερμός στους τραυματιοφορείς</span><br />
<span style="color: #000000;"> των ονείρων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα νέα όπλα είναι δυνατό να σκοτώσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδων ανθρώπων τα όνειρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σωπάσουν για πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδων παιδιών τις φωνές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι νέοι πύραυλοι είναι δυνατό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξυπνήσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδων μανάδων τις κραυγές και τα μοιρολόγια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επιτυχημένη δοκιμή νέων βαλλιστικών πυραύλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην αυγή του νέου χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> δόθηκε συναγερμός στα όνειρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> των τραυμάτων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα νέα ποιήματα μπορούν να ζωντανέψουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδων ανθρώπων τα όνειρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να ξυπνήσουν για πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδων παιδιών τις φωνές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα νέα ποιήματα είναι δυνατό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να κοιμίσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> χιλιάδων μανάδων τις κραυγές και τα μοιρολόγια.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην αυγή του νέου χρόνου</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι ποιητές και τα όπλα τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα σώσουν τον κόσμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πρόκειται για ένα ποίημα καθαρά αντιπολεμικό. Ο ποιητής χωρίς εισαγωγές και περιττολογία, μπαίνει στο θέμα κατευθείαν, με εύγλωττους και δυνατούς στίχους.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Στην αυγή του νέου χρόνου, δόθηκε συναγερμός στους τραυματιοφορείς των ονείρων, τα νέα όπλα είναι δυνατό να σκοτώσουν χιλιάδων ανθρώπων τα όνειρα».</span><br />
<span style="color: #000000;"> Οι στίχοι αυτοί είναι μια σπαραχτική κραυγή, από έναν ιδεολόγο ποιητή, ο οποίος έχει συναίσθηση του τι συμβαίνει γύρω του, ανησυχεί για τον κόσμο και προειδοποιεί τον άνθρωπο για τον χειρότερο και πιο φριχτό εχθρό του, που δεν είναι άλλος από τον πόλεμο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στη συνέχεια σε μια εύστοχη και ισοζυγισμένη αντιπαραβολή, θέλει την ποίηση να νικά κάθε κακό και να φέρνει τη σωτηρία στον άνθρωπο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Με μια αρχιτεκτονική δομή «ακριβείας» ο ποιητής δομεί το όλο σώμα του ποιήματος με περισσή μαεστρία. Δύο στροφές δομημένες με ακριβώς τον ίδιο αριθμό στίχων, ακόμα και τις ίδιες λέξεις μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται η αφόρμηση, η ποιητική αφορμή που εμπεριέχει εκείνο το συναισθηματικό φορτίο για να κινητοποιήσει τον ποιητή. «Επιτυχημένη δοκιμή νέων βαλλιστικών πυραύλων». Με την επιδεξιότητα ενός άριστου τεχνίτη του λόγου καταφέρνει να δημιουργήσει μια αντιπαραβολή μοναδικών εικόνων, υψηλών και διαχρονικών νοημάτων, βαθιών και διαπεραστικών συναισθημάτων στον αναγνώστη του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η πρώτη στροφή με την αγωνία του ποιητή για τον πόλεμο, η δεύτερη στροφή με την ελπίδα και το όνειρο «Τα νέα ποιήματα είναι δυνατό να κοιμίσουν, χιλιάδων μανάδων τις κραυγές και τα μοιρολόγια». Και στο τέλος η προσωπική κατάθεση του ποιητή που είναι μια αισιόδοξη κατακλείδα «Στην αυγή του νέου χρόνου οι ποιητές και τα όπλα τους, θα σώσουν τον κόσμο», ώστε να αφήσει τον αναγνώστη του με ένα δυνατό και αισιόδοξο στίχο, όπως συνηθίζει σε πολλά ποιήματά του ο Ανδρέας Χατζηχαμπής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χωρίς το απρόοπτο, το αναπάντεχο, το μη αναμενόμενο, το ποίημα αυτό αποτελεί μια προσωπική αντιπολεμική κατάθεση του ποιητή, που τον κατατάσσει στους αντιπολεμικούς ποιητές που έχουν υμνήσει την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης ως νόημα ζωής και διέξοδος απέναντι στις ολέθριες επιπτώσεις του πολέμου. Αντιπολεμικός ποιητής όπως ο Γ. Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μ. Αναγνωστάκης. Αντιπολεμικά μηνύματα έχει και σε άλλα ποιήματα του ο Ανδρέας Χατζηχαμπής όπως το ποίημα που ακολουθεί στη συλλογή «Όνειρα Αμενηνά» με τίτλο «Ποιητές όλου του Κόσμου».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το ποίημα «Στην αυγή του νέου Χρόνου» αφυπνίζει και συγκινεί.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΕΛΙΡΗΣ</span></strong><br />
<span style="color: #000000;"> Εκπαιδευτικός – Λογοτέχνης</span></h5>
<p><span style="color: #000000;">ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΑ ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΣΗ)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πήρα να διαβάσω το νέο αποκύημα του πνεύματος και της αισθαντικότητας</span><br />
<span style="color: #000000;"> του Δρ. Χατζηχαμπή και βρέθηκα απ&#8217; αρχής να περιπλανιέμαι, συνοδοιπορώντας μαζί με τον ποιητή, σε κόσμους παραδεισιακούς και</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρυφογωνιές φυσικής ομορφιάς και γαλήνης. Η ποίηση του αγαπητού Αντρέα</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι εγκεφαλικά ένα ψυχρό κατασκεύασμα υψηλών νοημάτων και</span><br />
<span style="color: #000000;"> προβληματισμών. Είναι μια αρμονική σύζευξη λυρισμού και μοντέρνας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιητικής έκφρασης, που εύτολμα διακινείται σε χώρους μαγευτικούς κι όρους φυσιογνωστικούς, που μετατρέπονται σε ακτινοβόλα σύμβολα των</span><br />
<span style="color: #000000;"> προβληματισμών και των φιλοσοφημάτων του. Έτσι, πορεύτηκα σ&#8217;όλη τη</span><br />
<span style="color: #000000;"> διαδρομή της νέας του ποιητικής συλλογής «Στην Ακτή των ποιητών», με τον</span><br />
<span style="color: #000000;"> λυρισμό του τίτλου της να σε προδιαθέτει, με άκρα συγκινησιακή παρόρμηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ψυχική ευφορία αναντίλεκτη. Απόλαυσα τον λυρισμό των εικόνων και των</span><br />
<span style="color: #000000;"> όρων του φυσικού περιβάλλοντος, τον δυναμισμό και τον πλούτον των</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκφραστικών του μέσων, τον λυρισμό των στίχων των ποιημάτων του, που</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως συμβολική υπόκρουση, χαϊδεύει και γαληνεύει τις ψυχές. Ακόμα κι όταν η</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψυχή του ποιητή αντιβοά, σε θέματα πατρίδος και κοινωνικών</span><br />
<span style="color: #000000;"> προβληματισμών, η αγωνία του αυτή καταλαγιάζεται κι εκφράζεται με στίχους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ικετήριας προσευχής στο Θεό.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Είθε ο Θεός να φανεί ίλεως εις τας ψυχάς μας»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μ&#8217; αυτή την προλογική προδιάθεση ας πορευθούμε όλοι μας, σε</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνοδοιπορία με τον ποιητή, στην πνευματική και καρδιακή περιπλάνηση του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μορφοποιώντας σε στίχους τους προβληματισμούς της ψυχής του, μέσα σε</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια κοινωνία «λωτοφάγων», που σύνθλιψε τους οραματισμούς της καρδιάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και ζεί, ευοχούμενη, στα ζωώζη ένστικτα και τα αισθητήρια της σάρκας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έτσι ο ποιητής, απ&#8217; αρχής, μελωδεί τους αρπισμούς της σκέψης του και</span><br />
<span style="color: #000000;"> στέρεά τους διαχέει στην ομορφιά της φύσης στα άνθια &#8211; βοτάνια της, που</span><br />
<span style="color: #000000;"> θεραπεύουν κάποιες αδυναμίες έκφρασης, κι αναζητά βοήθεια γι&#8217; αυτό, στους</span><br />
<span style="color: #000000;"> βηματισμούς της Ιστορίας μας, αλλά και στον φωτισμό της Παναγιάς και των</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγγέλων.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Το μόνο που θα βρείτε μέσα μου είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> οικοσυστήματα του φωτός</span><br />
<span style="color: #000000;"> και βιότοπος του ωραίου</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αγγέλους μυριόφτερους</span><br />
<span style="color: #000000;"> και Παναγιές παρθένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να με ξυπνούν, να μου λαλούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να τραγουδούν, να γράφουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Εταζόμενος)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής εξειδικεύει τα ερεθίσματα της έμπνευσής του και μαγεύεται από τις</span><br />
<span style="color: #000000;"> ομορφιές της θάλασσας. Κάνει προέκταση της σκέψης του κι αφήνει την ψυχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> του να πλανηθεί, ν&#8217;ανεμοδαρθεί, ανάμεσα στους ερυθρωπούς Αλίανθους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στο δημιουργικό δυναμικό του λόγου, το κατοικητήριο της έμπνευσής</span><br />
<span style="color: #000000;"> του, που γεννοβολά άνθια μύρια, τους στίχους του.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Πόσοι στ&#8217;αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κρατούν τις σάλπιγγες σ&#8217;όλες της γης τις θάλασσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η ψυχή τους ανεμοδέρνεται ανάμεσα στους αλίανθους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το ενδιαίτημα των στίχων που άνθισαν.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Παρά θίν&#8217;αλός)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έτσι αρχίζει μια πορεία εκζήτησης του ονείρου, της φαντασίας και της</span><br />
<span style="color: #000000;"> πραγματικότητας, συνδιασμένης με το λυρισμό της φυσικής ομορφιάς. Οι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιητές, υπερβαίνοντας τις πραγματικότητες της καθημερινότητας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πορεύονται «εν αγαλλιάσει», ιππεύοντας τις ακτίνες του ήλιου, να</span><br />
<span style="color: #000000;"> συναντήσουν:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ως οι δρυάδες και αι νύμφες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ως οι νεφέλες και οι νηρηϊδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αχανή τα ποσειδώνια λιβάδια των οραματισμών</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και τις υγρές ερήμους των στοχασμών</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να δουν τα ψάρια πουλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τους ανθρώπους θεούς»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Πνευματική πολιτεία)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο ποιητής συνεχίζει να&#8217;ναι προσκολλη μένος εκεί «Στην Ακτή των ποιητών»,</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Παρά θιν’ αλός», στ&#8217; ακρογιάλι της έμπνευσής του, αποστασιοποιημένος</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τα εγκόσμια. Ταξιδεύει με τα φτερά της ίριδας και τις ακτίνες του ήλιου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταξιδεύει με τα ασπραποβόλα πετάγματα της φαντασίας του σε ποσειδώνια</span><br />
<span style="color: #000000;"> λιβάδια των οραματισμών του, στη δημιουργική του μοναξιά, «την υγρή έρημο</span><br />
<span style="color: #000000;"> των στοχασμών» του, για ν&#8217; αντικρύσει το υπερβατικό: τον άνθρωπο θεό, τον</span><br />
<span style="color: #000000;"> θεωμένο άνθρωπο, που τα φωτεινά του έργα καταυγάζουν τα σκοτάδια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> κακίας. Για τον ποιητή το σκοτάδι και η πνευματική άνυδρη έρημος είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πράγματα έξω από την τεχνοτροπία και τη δόμηση των στίχων του. Κυρίαρχο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στοιχείο δόμησης των στίχων του οι ιριδίζουσες ακτίνες του Ήλιου της ζωής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> του άκτιστου Φωτός της Θεότητας. Ως άριστος επιστήμονας φυσιογνώστης</span><br />
<span style="color: #000000;"> και στην πράξη, αλλά και στα πετάγματα της έμπνευσής του παιδεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> κυριολεκτικά, περιδιαβάζει, ταυτίζεται, μαγεύεται από θάμνους και λούλουδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ευωδιαστά, σύμβολα των πνευματικών του ανησυχιών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σε μια υπέροχη σύνθεση, μια ζωγραφιά δόκιμου ζωγράφου, παρουσιάζει τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> λουλούδια, τις εμπνεύσεις του, να επαναστατούν εναντίον του, γιατί τα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ονομάζει «άγρια» κι αυτός υπόσχεται να τ&#8217; αγαπά με δύναμη, γιατί είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> «παιδιά δικά του», δικά του δημιουργήματα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Πέρυσι σ&#8217;εκείνο το ρυάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φοβήθηκα την ανταρσία των λουλουδιών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μαζεύτηκαν ολόγυρα μου και απαίτησαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να διορθώσω το λάθος μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απαίτησαν να μην τα αναφέρω ξανά άγρια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μου’ παν για τις μέλισσες που ταΐζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τους το υποσχέθηκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ιδίως σε εκείνα τα κρυστάλλινα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Που κουνούσαν το δακτυλάκι του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Η πορεία των στίχων)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κι αφού ο ποιητής μάς περιδιάβασε μέσα από τα όμορφα και τα εξαίσια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύσης, που συμβολίζουν τις εμπνεύσεις του και το εκφραστικό προζύμι των</span><br />
<span style="color: #000000;"> στοχασμών του, πορεύεται με ευλάβεια προς το σύστοιχο στοιχείο κάθε</span><br />
<span style="color: #000000;"> βουνοκορφής, τα ξωκλήσια μας. Με μια θαυμάσια σύζευξη πατερικής</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποίησης, με ποιητές που άρθρωσαν εξαγιαστικό λόγο, με πρώτο μαϊστορα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, προβάλλει τις «πνευματικές πυγολαμπίδες»,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ταις «εν πνεύματι θείω», να φωτίζουν ως ιερά αγιοκέρια τα βάθη της ψυχής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Οι πυγολαμπίδες ανάβαν κεριά το σώμα τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> και φώτιζαν σαν σκόνη αστρική</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους γαλαξίες της ψυχής τους».</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Εαρινή λειτουργία)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Διαβαίνοντα&amp;με τον ποιητή το Δεύτερο μέρος της ποιητικής του συλλογής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που βασικό δομικό στοιχείο των στίχων και των προβληματισμών του είναι οι</span><br />
<span style="color: #000000;"> «βοτανικοί όροι», θ&#8217;απολαύσουμε εικόνες εξαίσιου κάλλους, συνταιριασμένες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με όλα τα είδη των φυσικών εναλλαγών του περιβάλλοντος, με ό,τι το πιο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ωραίο ετεχνοτρόπησε ο των Απάντων Ποιητής και Δημιουργός, ο Θεός. Το</span><br />
<span style="color: #000000;"> φυσικό περιβάλλον σ&#8217;όλες τις εκφάνσεις και τις αποχρώσεις του είναι</span><br />
<span style="color: #000000;"> επιστημονικά οικειότατο στον ποιητή, γΓαυτό γίνεται εύπλαστο δομικό υλικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> πυργοποίησης εννοιών και εικόνων πνευματικής αρτιότητος. Μπροστά στην</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Ελληνική Γλώσσα» αποκαλύπτεται με σεβασμό και περηφάνια κι ανυμνεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> πινδαρικά με «βοτανικούς όρους».</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Πολυετής, πολύκλαδη, σαρκώδης,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ολόρθη, έμμορφη, αγαπημένη J</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ανεμοχωρούσα πολύμορφους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Απαστράπτοντες κρυστάλλους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Του κόσμου υψίπεδο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η Ελληνική μας Γλώσσα»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Η Ελληνική γλώσσα)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κυρίαρχο στοιχείο και μέλημα πρωταρχικό στην έμπνευσή τούτοι ποιητές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτά τα «παράξενα», «σημαδιακά» όντα, τα εξωκοσμικά, που κοιμισμένοι και</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξύπνιοι ονειρεύονται την ομορφιά.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Στο μαύρο της νύκτας κοιτάζουν ακόμη τ&#8217;άστρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στις Κυριακές τ&#8217;απόγευμα μαζεύουν αγριολούλουδα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γοάφουν στίχους στην άμμο για τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να&#8217;ρθει να τους πάρει και να φύγει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μαζέψτε αυτούς, που έχουν τη δύναμη ακόμα να ονειρεύονται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αποτελούν τους φορείς της Άνοιξης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Οι Φορείς της άνοιξης)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Κατ&#8217;αντιδιαστολή, με παραπλήσιο πνευματικό πέταγμα εισχωρεί αθέατος στις</span><br />
<span style="color: #000000;"> φυλλωσιές των βελανιδιών, σε ακροποταμίσιες μυστικές ομορφιές, παρέα με</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα «κοάζοντα άφρονα βατράχια» να ανιχνεύσει τους πνευματικούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανθρώπους, που:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«κρύβουν τα μάτια και βλέπουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τη στιγμή που διαστέλλεται,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Την αιωνιότητα που συμπυκνώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην ψύχα των καρπών τους».</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Πνευματικοί άνθρωποι)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είναι πραγματικά εξαίσια χαρακτηριστικός ο τρόπος που ο ποιητής</span><br />
<span style="color: #000000;"> ζωγραφίζει και σμιλεύει οπτασίας όνειρα και απεικονίζει πνευματικά ιδιώματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ιδέες πανανθρώπινες, μορφοποιώντας τις μέσα από πληθώρα εικόνων και</span><br />
<span style="color: #000000;"> βοτανικών όρων. Στον «βράχο», στον βαρύ κι ακατέργαστο όγκο του</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσιμέντου, που συνθλίβει τα στήθια και τις ψυχές των ανθρώπων στις πόλεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις «υψηλές θερμοκρασίες» και τις «υψηλές πιέσεις», ο ποιητής</span><br />
<span style="color: #000000;"> οραματίζεται ανανεωτικά οράματα και σωστικές «εικονοπλασίες»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Κρυμμένος μέσα στο βράχο μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θ&#8217;αρχίσω να σμιλεύω, να σμιλεύω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να φτιάξω δέντρα, άλση, δάση ολάκερα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φως, ήλιο, θάλασσες ν&#8217;αποτυπώσουν το είναι μου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα παιδιά, τα λουλούδια, τα χρώματα και το φώς μου.»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Απολιθωματοποίηση)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο βραχνά του τσιμέντου και της πνικτικής ατμόσφαιρας των πόλεων, βράχος αποξένωσης των ανθρώπων «το ιδιοτελές» κι η μανία του προσωπικού κέρδους. Δίνουμε τα χέρια, κάνουμε χειραψία μονάχα σε συνθήκες ιδιοτέλειας και συμφέροντος την Αγάπη την αποδιώξαμε, στρέψαμε αλλού το πρόσωπο μας, σφυρίζοντας αδιάφορα. Δεν δίνουμε τα χέρια στ&#8217;όνομα της Αγάπης και πορευόμαστε στη ζωή ψυχροί κι εγωιστικά αυτάρεσκοι. Κι όμως ο ποιητής αποζητά να του συντύχει μια χειραψία, έστω και παγερή, μια χειραψία τέλος πάντων, που να ενώνει:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Νοστάλγησα μια χειραψία</span><br />
<span style="color: #000000;"> Που να νιώσω, έστω, την παγωνιά του συντυχάνοντα»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Η παρακμή της χειραψίας)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ιδιοτέλεια κι η αδιαφορία που βασιλεύουν στη σημερινή κοινωνία της</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυταρέσκειας και του συμφέροντος προβάλλεται με αγωνιώδες παράπονο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην άρνηση της φιλοξενίας και της επικοινωνίας με τον συνάνθρωπο, γίναμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> «αξένιοι». Αν είχαμε έστω κι ελάχιστη επιθυμία φιλοξενίας, δεν θα κτίζαμε τις μικρές εξοχές των σπιτιών μας, για να εξοικονομήσουμε χώρο και δεν θα</span><br />
<span style="color: #000000;"> εμποδίζαμε τα χελιδόνια να κτίσουν τις φωλιές τους στα υπόστεγα μας.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Αν είχαν γνώση οι αξένιοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν θα τό’ χτιζαν και κείνο το υπόγειο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αν είχαν γνώση</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν θα πρόδωναν τις φωλιές των χελιδονιών»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Αξένιοι)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ο λυρισμός του ποιητή συνεχίζει να είναι μουσική υπόκρουση αδιάλεπτη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Υμνώντας τον μήνα Αύγουστο, μήνα της γέννησης του, μ&#8217;όλες τις χάρες και</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις ομορφιές μιας γλυκειάς, αυγουστιάτικης φεγγαροβραδιάς θα του μπλέξει</span><br />
<span style="color: #000000;"> στεφάνι από γιασεμί και θα του χαρίσει από ευγνωμοσύνη ένα ολάνθιστο</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλίανθο.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«σαν περπατά στην ακροθαλασσιά των Φοινικούδων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν θα&#8217;χει υπό μάλης την πανσέληνο του»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Αύγουστος)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και προεκτείνοντας τον λυρισμό του σε μια θαυμαστή σύνθεση, τραγουδά και</span><br />
<span style="color: #000000;"> προβάλλει όλες τις φυσικές ομορφιές τ&#8217;Αυγούστου, που συγκροτούν τη μαγεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> του σύμπαντος και την αδιάκοπη ροή στον κύκλο της ζωής.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Όλη η βλάστηση μια αγκαλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλη η αγκαλιά ελπίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλα σωπαίνουν, μόνο ο γρύλος κατάλαβε ότι ήρθε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μόνο ο γρύλος κατάλαβε ότι ήρθε σιμά η αθανασία»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Αθανασία)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217;ένα εξαίσιο καταληκτικό μοτίβο ο ποιητής ανυμνώντας λυρικά την</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Εσπερινή άνοιξη» μ&#8217;ένα τρόπο που μαγεύει κι αιχμαλωτίζει τα μύχια της</span><br />
<span style="color: #000000;"> ψυχής, αναφέρεται σε ποιητικές εικόνες της ακροποταμιάς «των ονείρων μας» και «στις λεύκες, που ευθυβόλησαν την κόμη τους», σε κληματαριές που</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμίζουν την ερημιά των σοκακιών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Αμφίβιες συναυλίες στην ακροποταμιά των ονείρων μας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι λεύκες ευθυβόλησαν την κόμη τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατ&#8217;ευθείαν στις συστοιχίες των αστεριών</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι οι κληματαριές με τα κρόσια. τους πασχίζουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να γεμίσουν την ερημιά των σοκακιών.»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Παγιδευμένος από την ομορφιά της φαντασίωσης του και την επιστημονική</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενασχόληση του με λουλούδια και φυτά συνέρχεται.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Τινάζομαι μη και ξεχάσω κανένα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πριχού αποκάμω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πριχού το γαρύφαλλο κουραστεί»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Εσπερινή άνοιξη)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Σ&#8217;ένα επιλογικό ποίημα του Β&#8217; Μέρους της συλλογής λαξεύει, σε βράχο</span><br />
<span style="color: #000000;"> γρανιτένιο, εγχάρακτα, με πύρινα γράμματα, μια εναρκτήρια λέξη των στίχων</span><br />
<span style="color: #000000;"> το «χάσαμε», να δηλώνει τραγικά τη θηριοποίηση και την εκβάρβάρωση του</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανθρώπου. Ό,τι το πιο ωραίο, ό,τι υψηλό δημιούργησε το ανθρώπινο πνεύμα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ό,τι συνιστά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ό,τι χαρακτηρίζει τη θεϊκή</span><br />
<span style="color: #000000;"> συνομολόγηση «ποιήσωμε άνθρωπον κατ&#8217;εικόνα ημών και ομοίωσιν»,</span><br />
<span style="color: #000000;"> συντρίφτηκε, βεβηλώθηκε, εκθεμελιώθηκε από τους φορείς του Κακού.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εναγώνια στο τέλος αναφωνεί έμφοβος:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Ω Θεέ μου, η ανθρωπότητα σταυρώνεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ω Θεέ μου, η ανθρωπότητα πεθαίνει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ω Θεέ μου, η εικόνα σου πεθαίνει»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Χάσαμε)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Εν τέλει, κι αυτή είναι η τραγική αλήθεια, γίναμε «λωτοφάγοι». Ριχτήκαμε με τα μούτρα στον αισθησιασμό και στη λατρεία της σάρκας και ξεχάσαμε την</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πατρίδα. Αρνηθήκαμε την ιερή προτροπή «να φυλάγουμε Θερμοπύλες» και</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρύψαμε «τα γαλάζια» ντουφέκια μας στα υπόγεια των ξενοδοχείων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποπροσανατολίζοντας τους εαυτούς μας. Ναρκωμένοι από την επήρεια και</span><br />
<span style="color: #000000;"> την ηδονική γεύση των «λωτών» της καταναλωτικής μας κοινωνίας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> διαστρέψαμε κι απορρίψαμε σε σκουπιδότοπο ό,τι αγνό και ιερό, την ίδια την</span><br />
<span style="color: #000000;"> καρδιά μας: Κάποιοι, οι πιο πολλοί από εμάς:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Έτσι, ελεύθεροι τώρα και αδέσμευτοι πολίτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φόρτωσαν στις ράχες τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκείνο το λογχοειδές χρυσόφυλλο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Που από καιρό τους ενοχλούσε</span><br />
<span style="color: #000000;"> Να το απορρίψουν για ανακύκλωση ή κανένα σκουπιδότοπο»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Η προετοιμασία των λωτοφάγων)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στην αγωνία του ο ποιητής και στην κατάπτωση από τη λωτοφαγία, σωστικά</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσφεύγει στον επικό Αγώνα της ΕΟΚΑ κι αποζητά, εκ μέρους όλων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εξιλέωση και συγχώρηση από τον Θεό, για τον εθελούσιο εγκλωβισμό μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη Black Maria των καιρών μας, στα πάθη και τις εφάμαρτες ροπές μας. Κι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αναφωνεί:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Είθε ο Θεός να φανεί ίλεως εις τας ψυχάς μας»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Ξαναβιώνοντας τον αγώνα)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Επιλογικά ο Δρ. Χατζηχαμπής καταθέτει τρία ποιήματα με γενικό τίτλο «Με</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πρωτοκαθεδρία Υποκειμένων». Κυρίαρχα στους στίχους ουσιαστικά ονόματα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ως υποκείμενα πρότασης να ερμηνεύονται, επεξηγηματικά, με</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατηγορηματικές φράσεις, σε μια συνεκτική σύζευξη, έτσι που στο τέλος αυτή</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ανομοιογενής παράθεση ουσιαστικών να καταλήγει σε μια γενική</span><br />
<span style="color: #000000;"> απόφανση, σ&#8217;ένα φιλοσοφικό απόσταγμα. Έτσι στο πρώτο ποίημα</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Προσμονή» τα ουσιαστικά ονόματα: οι γρίλιες, το στυλό, τα χέρια, ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> οινοχόος, το βλέμμα, οι σκέψεις, καταλήγουν στη γενίκευση</span><br />
<span style="color: #000000;"> «οι λέξεις απέφευγαν, επέκτειναν υπερβολικά τα όρια των νοημάτων τους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η καρδιά αποσύρθηκε εντός των τειχών.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Έρημος»</span></p>
<p><span style="color: #000000;">(Προμονή)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Στο δεύτερο ποίημα «Ημικατοχή» με την κατηγορηματική ερμηνεία των</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουσιαστικών: «οι δίσκοι, τα πηρούνια, οι καρέκλες, τα χημικά, οι κουβέντες, τα αυτοκίνητα, οι τσέπες, καταλήγει στο απόσταγμα της στόχευσης του:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Οι θυρίδες αποταμίευαν τα μισοφαγωμένα πουγκιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τα όπλα κρατούσαν την ημικατεχόμενη πατρίδα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έλεος».</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Ημικατοχή)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Και στο τρίτο ποίημα «Ακήρυκτος Πόλεμος» τα ουσιαστικά: «τα σπίτια, τακορμιά, τα δεκανίκια, οι πετρελαιοκηλίδε,ς οι γέφυρες, τ&#8217;αγάλματα, ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> φώσφορος, τα βλήματα, τα τζιτζίκια» καταλήγουν στη φοβερή καταληκτική</span><br />
<span style="color: #000000;"> ομολογία:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Οι κουκουβάγιες φώλιασαν στη μεριά των αγαλμάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πόλεμος»</span><br />
<span style="color: #000000;"> (Ακήρυκτος Πόλεμος)</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Το φιλοσοφικό απόσταγμα των τριών ποιημάτων εμπεριέχει, και ως</span><br />
<span style="color: #000000;"> κατακλείδα της εξαιρετικής ποιητικής συλλογής του Δρ. Χατζηχαμπή, την</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπόμνηση των τραγικών στιγμών, που περνά η κοινωνία μας, ως αποτέλεσμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> του φθοροποιού πνεύματος της «παγκοσμιοποίησης», της απαξίωσης και της</span><br />
<span style="color: #000000;"> βεβήλωσης θεσμών και προγονικών αρετών. Ως κάθαρση, όμως ψυχής και</span><br />
<span style="color: #000000;"> πνεύματος, ο ποιητής προβάλλοντας τα αρνητικά «Έρημος &#8211; Πόλεμος»^</span><br />
<span style="color: #000000;"> προσφεύγει στο «Έλεος», ως σωστικό σωσσίβιο επιβίωσης κι ανάνηψης</span><br />
<span style="color: #000000;"> πνευματικής. Οι ποιητές είναι εκεί άγρυπνοι φρουροί στα τείχη και ηχούν τη</span><br />
<span style="color: #000000;"> βούκινα, ως εγερτήρια σαλπίσματα αφύπνισης κι αλλαγής πλεύσης. Τελικά ο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιητής μας στέλνει αγαπητικά τις αγωνίες και τα μηνύματα του, μ&#8217;ένα μικρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπουργίτη &#8211; αγγελιοφόρο:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">«Άμε σπουργίτι μου τώρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σκόρπισε τα ψυχία που σου&#8217;δωσα στον αυλές του κόσμου».</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong><span style="color: #000000;">ΕΛΕΝΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ</span></strong></h5>
<p><span style="color: #000000;">Η λογοτεχνική ισχύς των ακτών παραμένει πανίσχυρη και αναλλοίωτη. Κυρίως όσον αφορά τις νησιωτικές ακτές των Ελληνικών θαλασσών, μα πιο πολύ των ιδεατών ακτών της πνευματικής θάλασσας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σε τούτο μοιάζει με την λογοτεχνική ισχύ της φυματίωσης ή της τρέλας. Η ακτή ως χώρος και ως χρόνος, ως ροή και ως κυματισμός, ως ενδελεχής αναζήτηση του μοιραίου και του παγανιστικού, αποτελεί την καταφυγή ενός ακόμα ποιητή, του Ανδρέα Χατζηχαμπή. Ο ρευστός και μεταβαλλόμενος κόσμος , όπου το υγρό στοιχείο των υδροβιοτόπων, αποτελείται από τα δάκρυα των πραγμάτων, συνιστά το πανίσχυρο εξωτερικό εφεύρημα του ποιητή για να αποθέσει την πνευματική συγκομιδή των τελευταίων χρόνων . Lacrimae rerum λοιπόν, όχι μόνο ως αραξοβόλι και ως αποκούμπι αλλά και ως όρμος απόπλου προς τις θάλασσες του ονείρου, προς τα πεΑάγη των δακρύων. Lacrimae rerum όπως το θλιμμένο ποίημα του Λάμπρου Πορφύρα που μας κρατούσε από το χέρι στα πρώτα Λογοτεχνικά μας βήματα, όταν ως μαθητές συλλαβίζαμε την ζωή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η ακτή των ποιητών είναι μια αρχαία μαγική παραλία σμιλεμένη επάνω στις εγκεφαλικές έλικες των αθώων , είναι τα βότσαλα στα οποία ακουμπάει η καρίνα ενός ιστιοφόρου που δεν απέπλευσε ποτέ γιατί δεν φύσηξε ούριος άνεμος, είναι os εκβολές του Σκάμανδρου με μισοθαμμένα στην αμμουδερή λάσπη αρχαία αγάλματα και αδειανά πουκάμισα και αγωνίες για ένα κόσμο που χάνεται, αλλά είναι και τα στάσιμα νερά με τον σεσηπότα βυθό που αργοσαλεύουν γύρω από μια αδημονούσα τριήρη, που αναμένει να ριχθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην μάχη για την σύλληψη του ενεδρεύοντος πόθου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είναι οικοσυστήματα φωτός , στείρες φώκιες, ξεραμένα λιοφόρια και απειλούμενοι βιότοποι. Είναι σαφέστατα η Αχαιών Ακτή στην σκλαβωμένη</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καρπσσία, η ακτή του Κουρίου με τα υγρά χαλίκια, όπου ο Ανδρέας Παστελλάς αποβιβάζει τον Διονύσιο Καρδιανό, είναι το πέντε μίλι όπου ανήξερη κι αχάπαρη, ξανάνθισεν η κάπαρη, εκεί ακριβώς όπου ο Κώστας Μάντης αποβιβάζει την εθνική μας ταπείνωση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ενώπιον παραμορφωτικών καθρεφτών εταζόμενος ο ποιητής, ανακαλεί την ύστερη παιδικότητα , την αθωότητα των ασφοδιλιών και αυτάρεσκα</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραπέμπει σε κάποιον άλλο, άνδρα, Θεό ή ημίθεο ή άφυλο άγγελο, πάνω και πέρα από τα εγκόσμια: Εγώ απλά καταγράφω στο χαρτί. Αυτό που βλέπω είναι η αλήθεια? Βεβαίως είναι η αναζήτηση του άλλοθι. Σε ποιον</span><br />
<span style="color: #000000;"> άραγε παραπέμπει? Ο αποστολικός και προδρομικός άξονας Ελιοτ-</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σεφέρης με την προφητική παραφυάδα του Ελύτη και πολλά εμβόλια από τον Κύπριο Κώστα Μόντη συνδράμουν την μεταφυσική αναζήτηση του Ανδρέα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Χατζηχαμπή, που όπως τεκμαίρεται αναλύει την μελαγχολία του κυπριακού τοπίου σε χοντρές σταγόνες: Ιδρώτα, αίματος ή αγωνίας. Εντός της</span><br />
<span style="color: #000000;"> περικλεέστατης νήσου όπου η έρημος ψυχών και σωμάτων αναζητεί την φυλλωσιά και την θάλασσα, αναζητεί εναγωνίως την πρωινή δρόσον επί των</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύλλων κάθε ψυχής και κάθε δένδρου, εις απόδρασιν του διαχρονικού θανατικού, και καθώς οι θρύλοι καλπάζουν καβάλα σε αφιονισμένα άτια, το δράμα αναζητεί την κάθαρση στις όχθες του Νείλου ή στα Ποτάμια τα Παφλαγονίας .</span><br />
<span style="color: #000000;"> Είτε στην πυρακτωμένη υδρόγειο, ουσιαστικά και μεταφορικά, ή στην Καρπασία των Αγίων, με άμεση παραπομπή στα Σεφερικά ομοιοτέλευτα αλλά και με βιβλική επένδυση που αναδεικνύει την ποιητική αρετή και την βαθειά γνώση. Ο ποιητής καταθέτει τον αρχέγονο πηλό στο ποίημα ή μάλλον στην</span><br />
<span style="color: #000000;"> υποσημείωση:</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βοτάνια των πληγωμένων λέξεων</span><br />
<span style="color: #000000;"> που χτύπησαν σαν έπαιζαν σχοινάκι</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εγώ τις βρήκα κατάμονες</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο ξασπρισμένο σκαλοπάτι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα χεράκια τους να κλείνουν τα ματάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Οι στίχοι όρθιοι τις περίμεναν για να παίξουν κρυφτό. Για να ακολουθήσει με την αυθαίρετη παρουσία του Ρίτσου ως φρουρού της εισόδου, «η Πνευματική</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πολιτεία», με το ποίημα «Παρά θίν αλός». Βεβαίως η αυθαιρεσία είναι ίδιον των ποιητών και αλίμονο αν έλειπε. Η αποκοτιά και το ρίσκο γράφουν την μεγάλη ποίηση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην εναλία πόλη του Ανδρέα, κατοικούν από χρόνια οι ποιητές. Μια πόλη ακταία ή μισοβυθισμένη στο πέλαγο, χαμηλή και διάτρητη, διαφανής , φτιαγμένη από φωτόνια, με προδιαγραφόμενο μέλλον μιας ακόμη χαμένης Ατλαντίδος των αθώων και ιδεολόγων. Κι ακόμη, χαρακτήρισα την παρουσία του Ρίτσου αυθαίρετη διότι επιτηδευμένα ή τυχαία η παρουσία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του Ελύτη στο ποίημα τούτο, είναι πασιφανής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πέρα από το γεγονός ότι εγώ σκηνοθετώ τον εαυτό μου κάθε φορά που το διαβάζω να κινείται στην ακτήτου Ειρηνικού Ωκεανού καμιά δεκαριά χιλιόμετρα νότια του Βαλπαραΐσο στο σπίτι του Πάμπλο Νεραύντα και να παίζω ταυτόχρονα όλους τους ρόλους: Της ποίησης, του ποιητή, της ερωμένης του, της καμπάνας που καθώς φυσάει ο ωκεανός στέλνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> δονήσεις στους επί της άμμου θαμμένους εραστές.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Δεν διεκδικώ να δώσω κάποιαν απάντηση και δεν χρειάζεται. Χρειάζεται μόναχα η απαγγελία να γίνει στην Αχαιών Ακτή όπου ο κυματισμός της φωνής</span><br />
<span style="color: #000000;"> σύντομα και σύγχρονα διαπλέκεται με το όνειρο:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσοι στ αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κρατούν τις σάλπιγγες σ όλες της γης της θάλασσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και η ψυχή τους ανεμοδέρνει ανάμεσα στους</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλίανθους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ αυτό το ενδιαίτημα του λόγου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ενδιαίτημα των στίχων που άνθισαν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στην ακτή των ποιητών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενδιαίτημα υψηλού κινδύνου προς εξαφάνισιν.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι σίγουρη πως ο Πάμπλο Νερούντα αυτήν ακριβώς την σάλπιγγα κρατάει. Ο Χατζηχαμπής αναμένει πως το σάλπισμα της θα συνεγείρει τον κόσμο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βεβαίως τα νησιά του Αιγαίου και οι άσπρες θάλασσες με την τουρκουάζ μνήμη των ηφαιστείων και τις λοξές ανατολές μέσα στον στίχο και τις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάγλαυκες λέξεις και φράσεις ενώ αποκαθηλώνουν την ωραιοπάθεια του παρελθόντος και το καύχημα της αρχαίας δόξης μέσα στις απλές ώρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποφοίτησης νεανίδων Δρυίδων και μουσών, στοιχειοθετούν την θανάσιμη μοναξιά του ποιητή. Παρόμοια μοναξιά είναι ίσως η πρώτη νύχτα του</span><br />
<span style="color: #000000;"> νεκρού μέσα στον τάφο. Ακούστε:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Πόσοι στ αλήθεια ποιητές ταυτόχρονα, μονήρεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> αφήνοντας πίσω τους πόλεις και κτίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τείχη και μέταλλα, αποτραβήχτηκαν σ αυτή την ακτή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε κάθε ακτή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκδυόμενοι της ψυχής τους το όστρακο</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σχηματίζει μ αυτά των προηγουμένων ποιητών</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θίνες ανά τους αιώνες?</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Η ποιητική συλλογή « Στην Ακτή των ποιητών» είναι η δεύτερη του Ανδρέα Χατζηχαμπή. Εκδόθηκε το 2008 στην Λεμεσό. Το πρώτο του βιβλίο εκδόθηκε επίσης στην Λεμεσό το 2002 και έχει τον τίτλο « Απ τα αλωνάκι της σιγής». Το χρονικό διάστημα των 6 χρόνων ανάμεσα στις δύο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιητικές συλλογές είναι νομίζω ικανοποιητικός χρόνος για να επέλθει η ανανέωση των βιωμάτων και της «ισθαντικής προσέγγισης της ζωής, που</span><br />
<span style="color: #000000;"> απαιτείται για να έχεις κάτι διαφορετικό να πεις. Ίσως και πιο ώριμο ή πιο μεστό, αλλά στην ποίηση μετράει πρωτίστως η αισθαντικότητα. Διαφορετικά γιατί να ενοχλήσεις τας λέξεις που λέει και ο Μόντης.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Διάβασα και την πρώτη ποιητική συλλογή του Ανδρέα, πως αλλιώς θα μπορούσα να παρουσιάσω την δεύτερη. Μου την χάρισε καθώς περπατούσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> στις όχθες μιας όμορφης λίμνης στον υδροβιότοπο του Ακρωτηρίου, εκεί που είναι ο αληθής και πάγκαλος κόσμος και το οικοσύστημα του ποιητή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Μου μιλούσε για την δουλειά του, μου έδειχνε τα φαλκόνια, τις πεταλούδες, τα βότανα, τις καλαμιές και τον ανασασμό των φύλλων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Η έκδοση που έγινε από την «Βιβλιεκδοτική» είναι ωραία και περιλαμβάνει δύο υδατογραφίες και ένα απόσπασμα υδατογραφίας -ίσως και αν δεν κάνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> λάθος , του ζωγράφου Στάθη Οικονομίδη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ξεκινάει με το εισαγωγικό δίκην προοιμίου ποίημα «Εταζόμενος» και συνεχίζει με την ενότητα «Πνευματική πολιτεία», που περιλαμβάνει 29</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιήματα. Η συλλογή κλείνει με την ενότητα «Της Πατρίδας» που περιλαμβάνει οκτώ ποιήματα. Βεβαίως , δεν θα προσθέσω τίποτε λέγοντας σας πως ο Ανδρέας έχει σπουδάσει βιολογία και διαχείριση οικολογικών συστημάτων, θα προσθέσω όμως πολλά λέγοντας πως ο ποιητής έχει μάθει και μέσα από τις σπουδές του να αγαπάει αυτό τον τόπο, τις ομορφιές</span><br />
<span style="color: #000000;"> και την αγριάδα του, το στεγνό και άνυδρο τοπίο και τα οικοσυστήματα του, και προπαντός την αντανάκλαση των ρυτίδων των συμπατριωτών μας</span><br />
<span style="color: #000000;"> επάνω στους αμμόλοφους, τις θίνες, τους κυματισμούς και τα βαλτόνερα που μας περιβάλλουν. Ο κόσμος των φυτών των γοητεύει και αείποτε τον</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκπλήσσει. Περισσότερο και από τον κόσμο των άστρων, καταφέρνει να του υποβάλλει το μυστήριο της ζωής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο Ανδρέας καταθέτει συχνά πυκνά πρόθεση ποιητικής, τόσο στο πρώτο του βιβλίο όσο και στο δεύτερο και θεωρώ ότι το ποίημα « Η πορεία των στίχων» επιχειρεί να χαρτογραφήσει αυτήν ταύτην την ποιητική διεκδίκηση του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Που μεγαλώνει και ανασαίνει μέσα στους λαμπρούς λειμώνες της Θεϊκής δημιουργίας, μέσα στην πανδαισία των χρωμάτων και των αρωμάτων , των</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήχων και των σαλπισμάτων . Οι στίχοι ασφυκτιούν καθώς η ποίηση κρούει την θύρα μας βράδυ μεσάνυχτα κι εμείς σπεύδομε περιδεείς να την</span><br />
<span style="color: #000000;"> συναντήσουμε, οι στίχοι ξεπετάγονται σαν χελιδόνια και φεύγουν λεύτερα από τα στήθια μας και μας λευτερώνουν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο ποιητής δεν μπόρεσε στους στίχους ν αρνηθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> Άνοιξε το παράθυρο και όλοι μαζί εψύγαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> Το φως μέσα άπλετο έρρεε από κει</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι ο ποιητής ολόφωτος διάβαινε την γη.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">….</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα ακόμη πόνημα ποιητικής ακολουθεί στην συνέχεια, με έντονες τις επιδράσεις του Κώστα Μόντη. Οι επιδράσεις αυτές, κατασταλαγμένες, αφομοιωμένες και ώριμες είναι εμφανείς σε πολλές μικρής ή μεγαλύτερης διάρκειας στιγμές του Χατζηχαμττή και αναμένω πως όταν το κάθε του ποίημα, η κάθε του λέξη, ο κάθε τόνος ή σημείωση του, θα μπουν στον</span><br />
<span style="color: #000000;"> δοκιμαστικό σωλήνα της παραφιλολογίας των υποψηφίων διδακτόρων της φιλοσοφικής, θα αναλυθούν σωστότερα από μένα. Διότι εγώ επιχειρώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> απόψε μια λογοτεχνική παρουσίαση, μια πρώτη ανάλυση και ταυτοποίηση αν θέλετε των ποιημάτων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ωστόσο, θα προχωρήσω στην ανάγνωση και του ποιήματος «Προς ποίηση» γιατί περιέχει σημαντικά στοιχεία σημειωτικής για την ανάγνωση της</span><br />
<span style="color: #000000;"> συλλογής. Τα key words δηλαδή. Επειδή δε, πιστεύω πως η μαγεία της ποίησης είναι να την ανακαλύπτεις, θ αφήσω σ εσάς την</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποκρυπτογράφηση των μυστικών του ποιητή. Ο κώδικας είναι το ποίημα που ακολουθεί. ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΣΗ</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βεβαίως υπάρχουν πολύ σημαντικές στιγμές στην ποίηση του Ανδρέα και πιστεύω πως το μεσσιανά κομμάτι, Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ είναι το πιο δυνατό, το πιο μεστό. Αξίζει τον κόπο να μελετηθεί και να αναλυθεί το κάθε ποίημα Γιατί το κάθε ένα ξεχωριστά εισάγει έννοιες της καθημερινότητας που διακτινίζονται προς το μέλλον , αντισταθμίζει την</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαφήνεια του παρόντος με την ρευστότητα του μέλλοντος, Προσωπικά λέγω, για όση σαφήνεια μπορεί να παρέχει ο υφιστάμενος κόσμος και η νομοτέλεια του σε ανθρώπους που γεννήθηκαν αλλά δεν μεγάλωσαν ποτέ και συντηρούν την αθωότητα τους μέσα στα παιγνίδια των λέξεων, μέσα σε μια λιγότερο οδυνηρή έκφανση της ύπαρξης, σκιώδη μεν και ονειρική αλλά πραγματική στην διάσταση ύλη που είναι πνεύμα. Γιατί δεν γερνάει ημερολογιακά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σε κάθε ποίημα και σε κάθε στίχο αυτής της συλλογής ανιχνεύεται πάντοτε ο μεγάλος έρωτας του ποιητή για την φύση, για κάθε της πλάσμα , για την ομορφιά της που μαραίνεται από την άναρχη παρέμβαση του ανθρώπου. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως είναι μια σειρά οικολογικών ούτως ειπείν ποιημάτων, ωστόσο, εγώ απορρίπτω τον όρο, διότι στερεί τον ποιητή από την οικουμενικότητα της προσέγγισης ενός γνήσιου νατουραλιστή και ματεριαλιστή και τον περιορίζει στην πολιτική ιδιαιτερότητα των πρασίνων. Λαμπρά παραδείγματα αποτελούν πέντε ποιήματα στην σειρά: ΑΞΕΝΙΟΙ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΑ,ΕΡΕΙΠΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ, ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΑΝΟΙΞΗ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σίγουρα δεν είναι νατουραλιστικές περιγραφές αυτά τα ποιήματα, είναι βαθιές τομές στην σύγχρονη τραγωδία σε όλες της τις εκφάνσεις, είναι ραπίσματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην αναλγησία ενός κόσμου που κοιτάζει αμέτοχος το δράμα να εξελίσσεται από την τηλεόραση του σαλονιού του. Από την άλλη, ο Ανδρέας Χατζηχαμπής δεν αποκρύβει την ευαισθησία του, την αφήνει έκθετη, γιατί μπορεί να αγαπά και να το δείχνει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Υπάρχει και ένα ποίημα με τον τίτλο» ΧΑΣΑΜΕ που με ξάφνιασε. Είναι θα έλεγε κανείς ένα πολιτικό μανιφέστο με κατάθεση της τεκμαρτής άρνησης ενός προδομένου κόσμου, από ποιους, από εμάς τους ίδιους που αφήσαμε τους ολετήρες να στρογγυλοκαθίσουν στις αυλές μας και να πίνουν νερό από το πηγάδι της άνυδρης πια ζωής μας. Το τελευταίο κεφάλαιο της συλλογής είναι για την πατρίδα «Της πατρίδας» λέγεται. Αν και ολόκληρη η</span><br />
<span style="color: #000000;"> συλλογή είναι για την πατρίδα, τούτο δω το τμήμα καταγράφει την ανθρωπογεωγραφία του σήμερα, την εικόνα ενός λαού που τον τάίζουν λωτούς για να ξεχνάει οι οχτροί μας που έρχονται καθημερινά ντυμένοι φίλοι και στρογγυλοκάθονται στις αυλές μας.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αυτή η προσπάθεια καταστροφής της θεσμικής και εθνικής μνήμης του λαού είναι η πεμπτουσία της συνομιλίας του ποιητή με τα ιστορικά δρώμενα και</span><br />
<span style="color: #000000;"> ουσιαστικά συνιστά κραυγή αντίστασης σε όλες τις σημαίες ευκαιρίας που κατακλύζουν τις θάλασσες έμπροσθεν της ακτής των ποιητών. Η συγκεκριμενοποίηση της αντίστασης αφορά κατά μείζονα λόγο την ποίηση αλλά και την μελέτη της καταγεγραμμένης ιστορίας που ενοχλεί αφάνταστα</span><br />
<span style="color: #000000;"> τους εχθρούς μας. Σε τούτο το σημείο είχα πρόθεση να αναφερθώ στο σημαντικό ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τον Κίσσιγγερ , αλλά γυρίζοντας σελίδα διαπίστωσα ότι το κάνει ο ίδιος ο ποιητής με τον δικό του τρόπο. Λιγότερο φλύαρο και αρκετά περιεκτικό . Με το ποίημα «ένα με τα χρώματα», οι ακροτελεύτιοι στίχοι του οποίου λένε:</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Μια νεαρή ιστορικός τον φωτογράφισε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μετά γύρισε στην αγκαλιά του εραστή της</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φιλόδοξου πολιτικού επιστήμονα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και θαυμαστή του Κίσσιγγερ.</span></p>
<p><span style="color: #000000;">Ένα εφεύρημα του ποιητή είναι οι ποιητικές υποσημειώσεις, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Στην αρχή με ενοχλούσαν, στην συνέχεια τις βρήκα </span><span style="color: #000000;">λειτουργικές, αν και πιστεύω πως θα ήταν καλύτερα αν προσπαθούσε να τις ενσωματώσει στον κορμό. Χρειάζεται άσκηση και ο Χατζηχαμπής είναι καλός </span><span style="color: #000000;">ασκητής.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καταληκτικά και με την ένταση και την γλυκύτητα εσπερινής ψαλμωδίας, τα άγια των αγίων του κυπριακού Λαού γίνονται εναπόθεση στο ποίημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Αναβιώνοντας τον Αγώνα». Η τεφροδόχος του αγώνα ακουμπάει στους στιβαρούς στίχους ενός ανθρώπου που τον έζησε μόνο μέσα από διηγήσεις .</span><br />
<span style="color: #000000;"> Επιτρέψτε μου και πάλι να πω, ίσως με την υπερβολή και την έλλειψη μέτρου που λένε μερικοί ότι με χαρακτηρίζει όταν μιλώ για ζητήματα εθνικά , πως</span><br />
<span style="color: #000000;"> όσο γράφονται ποιήματα όπως το «Αναβιώνοντας τον Αγώνα» τα οποία βασίζονται στα απομνημονεύματα που γράφουν οι ίδιοι οι αγωνιστές</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν κινδυνεύουμε από την παραχάραξη της ιστορίας μας. Έχομε ισχυρά αντίδοτα. Όπως είπα η έκδοση είναι καλαίσθητη, παρ όλα αυτά μοιάζει με τραυματισμένο κάκτο που πυορροεί. Είναι μια έγγραφη κατάθεση που προδιαθέτει σε συναρπαστική συνέχεια. Ως λυγμός και ως διαζευκτικός όρθρος της Ανάστασης.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ </strong></h5>
<p>DIASTIXO  25/11/2019</p>
<p>Ο Ανδρέας Χατζηχαμπής είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα με πολλά ενδιαφέροντα, που όλα υδρεύονται από την ίδια, ουσιαστικά, πηγή. Την αγάπη για τον άνθρωπο, για τη φύση και την πατρίδα του. Ανοίγοντας το βιβλίο του και αρχίζοντας από τον τίτλο, Οδυσσέας Αστέρης, καταλαβαίνουμε αμέσως ποιο είναι το πρότυπό του, χωρίς να αποκλείονται και πολλά άλλα πρότυπα. Γενικώς είναι ο Οδυσσέας Ελύτης, αλλά και ο Γιώργος Σεφέρης και ο Άγγελος Σικελιανός και ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο Καβάφης και πολλοί άλλοι με τους οποίους συνομιλεί και από τους οποίους εμπνέεται. Μακρά η πορεία του στο φως, που εκκινεί από τον Όμηρο και φτάνει στους συγχρόνους του.</p>
<p>Αν το ζητούμενο του Ελύτη είναι «η ψυχή του» και «το τετράφυλλο δάκρυ», το ίδιο είναι και του Χατζηχαμπή. Άλλωστε, η ποιητική του συλλογή με την τριμερή δομή της –«Γένεση», «Ταξίδι στο βάθος του κόσμου», «Νόστος»– στου Άξιον Εστί τα τρία μέρη παραπέμπει. Ο Οδυσσέας Αστέρης, που είναι το ποιητικό προσωπείο του Ανδρέα Χατζηχαμπή, αντλεί το υλικό του από την αγάπη για την πατρίδα και τη φόρμα από τον Οδυσσέα Ελύτη που μεταφέρει στα δικά του μέτρα, αφού εκείνου ο τρόπος δεν αντιγράφεται από κανέναν.</p>
<p>Α’ μέρος – «Γένεση»</p>
<p>Ο ποιητής αναφέρεται στην πρώτη του επαφή με τον κόσμο και την ιστορία. Οι λεμονανθοί πλημμυρίζουν με τα μύρα τους «έναν τόπο που τον δέρνουν οι αιώνες», δηλαδή ο χρόνος και η ιστορία, «πάνω στον αφρό της θάλασσας», που μας θυμίζει αμέσως την Αφρογέννητη Αφροδίτη/Κύπρο, «μ’ ένα κρίνο του γυαλού στο χέρι», που παραπέμπει στην αγνότητα και την αθωότητα, αλλά με «αγκάθι στην καρδιά», που δείχνει πώς μπήκε αμέσως ο πόνος, που θα εμπνεύσει τον ποιητή να γράψει: «καβάλα σ’ ένα στίχο».</p>
<p>Έτσι, λοιπόν, μέσα σε έξι στίχους μάς έδωσε τη σύνοψη του παντός. Θα ακολουθήσουν οι «μοίρες που καιροφυλακτούν», ο τόπος χωρίς παράθυρα, εξόδους, σύνορα, «αγκάθια των αχινών», δηλαδή στα δεινά. Ο Οδυσσέας Αστέρης «ενεδύθη την επώδυνη μεταμόρφωση» και ταξίδεψε «το φωτεινό ταξίδι του άλγους», σαν το γήινο ανάλογο Εκείνου που ανέλαβε να άρει στις πλάτες του τις αμαρτίες του κόσμου.</p>
<p>Τα χρώματα απέκτησαν έναν ιδιαίτερο συμβολισμό και το πράσινο της ελπίδας και νιότης τώρα πια σημαίνει σύνορα που δεν μπορείς να τα περάσεις.</p>
<p>Δεν είναι αμελητέο το «φωτεινό ταξίδι του άλγους», της όμορφης Κύπρου της θαλασσοφίλητης, που ενώ τα έχει όλα, της έχουν πάρει τα μισά και την έχουν αφήσει μισή. Ο ποιητής, που γεννήθηκε μέσα στο φως, σε χώματα, χρώματα, αρώματα και ήχους που κεντρίζουν τις ανώτερες αισθήσεις του πνευματικού ανθρώπου, στέκει καταμπροστά στο πλήθος των προγόνων, στον «χορό των ποιητών» που του ετοίμασαν το έδαφος για να πατήσει και τους οποίους με κάθε αφορμή αναφέρει. Όπως ο Διονύσιος Σολωμός βγαίνει το χάραμα, στου «ήλιου το δρόμο κρατώντας τη λύρα τη δίκαιη στον ώμο», συλλέγοντας τα εργαλεία του: αγγέλους/ποιητές με το «αείζωο φως», το φως της δικαιοσύνης, της αγάπης, το «άπιαστο πυρ», το «άσπιλο νεύμα», τους «αέναους πύρινους δρομείς» πάντα για την κατάκτηση του αγαθού «στ’ αλώνια της αγάπης».</p>
<p>«Του αρκούσε το φως ενός κεριού/ με τη γαλήνη της σιωπής,/ ο πολύφωτος ουρανός και το στέμμα των αστεριών», οι «γαλάζιες λέξεις» και το «γαλάζιο φως». Εδώ βρίσκεται πίσω του ο Γιώργος Σεφέρης, που και εκείνος είχε στον νου του τον Άγγελο Σικελιανό, όταν, στο Λονδίνο, νοσταλγούσε το λιτό ελληνικό τοπίο και το λουλάκι της Ελλάδας: «θα μου ’φτανε μια καλύβα σ’ ένα λόφο/ ή σε μια ακρογιαλιά θα μου ’φτανε μπροστά στο παράθυρό μου/ ένα σεντόνι βουτηγμένο στο λουλάκι…/ και θα ’πεφτα να κοιμηθώ/ γιατί δε θα ’χα/ ούτε ένα κερί ν’ ανάψω,/ φως,/ να διαβάσω» («Hampstead»).</p>
<p>Αυτό το λουλάκι το ξαναβρίσκουμε στον Ελύτη: «Τα σπίτια/ και μικρά και τετράγωνα/ με καμάρα λευκή και λουλακί πορτόφυλλο» (Το Άξιον Εστί). Είναι το χρώμα της Ελλάδας. Του ουρανού και της θάλασσας.</p>
<p>Ο ποιητής κουβεντιάζει με τις «Σκιές» που δίνουν όγκο στα πράγματα, τα αγγίζουν, τα μεγαλώνουν. Μιλάει για τις μορφές του Καραβάτζιο και τις σκιές του Γκόγια. Δύο ζωγράφοι που πάλεψαν με την τρέλα, τις φαντασιώσεις, τα φαντάσματά τους και την άβυσσο του νου, αλλά και έκαναν επανάσταση στην τέχνη και τον σκιοφωτισμό. Εδώ ο Αστέρης αναπλάθει στα δικά του μέτρα, τις δικές του σκιές, στο δικό του δωμάτιο, σκιές, «Ψυχές που αναζητούσαν άλλες ψυχές για να ζήσουν», που πρέπει να πιουν αίμα για να ξεδιψάσουν σύμφωνα με την αρχαία παράδοση.</p>
<p>Β’ μέρος – «Ταξίδι στο βάθος του κόσμου»</p>
<p>Το «Ταξίδι στο βάθος του κόσμου» συνιστά μια καταβύθιση στην ιστορία.</p>
<p>Πήρε στα χέρια/ ένα βαγόνι χωρίς ράγες/ και βρέθηκε σ’ άλλη γη,/ οι ουρανοί τον πρόδωσαν/ έριχναν βόμβες ναπάλμ/ αντί για αστέρια,/ έριχναν αλεξιπτωτιστές/ αντί νιφάδες χιονιού,/ το σπίτι έγινε αντίσκηνο,/ το παιδικό δωμάτιο/ χάθηκε για πάντα./</p>
<p>Του είπαν η γη σκίστηκε στα δυο/ με μια κόκκινη γραμμή/ και μια νεκρή ζώνη,/ του ’παν πως δεν πρέπει να ξεχνά,/ πως το κόκκινο είναι εχθρός,/ πως το μαύρο είναι χρέος,/ πως το πράσινο είναι διαχωριστικό,/ πως το μπλε είναι τόσο μακριά./</p>
<p>Ποιον να πιστέψει πια:/ Τα χρώματα τον ξεγέλασαν</p>
<p>Έτσι, η Κύπρος ειδικά και το σπίτι που έγινε αντίσκηνο και το παιδικό δωμάτιο χάθηκε. Τα χρώματα απέκτησαν έναν ιδιαίτερο συμβολισμό και το πράσινο της ελπίδας και νιότης τώρα πια σημαίνει σύνορα που δεν μπορείς να τα περάσεις. Το αίμα έτρεξε και οι άνθρωποι χάθηκαν κι απόμειναν μια φωτογραφία να τους αναζητούν οι δικοί τους και ποτέ να μην τους βρίσκουν. Από τον ιριδίζοντα βυθό αναδύθηκαν πάθη και καημοί, προσφυγιά, παλιά και σύγχρονη. Ο ποιητής αποσύρεται στο φως και εκεί μέσα λεπτουργεί.</p>
<p>Αναχωρητές στον μέλλοντα κόσμο που γεννιέται εντός μας</p>
<p>Πλέοντας στους βυθούς αγρεύει τους φωτεινούς Σείριο, Ωρίωνες και Αργώ, βουλιαγμένους στο νερό, γλάρους, φλοίσβους λέξεων, φώκιες που θρηνούν (η αναφορά στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με «Το μοιρολόι της φώκιας» και στον Ελύτη με τις φώκιες τις μικρές που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα είναι οφθαλμοφανής). Η «δική μας θάλασσα» γεμίζει ποικιλίες τραυμάτων: κάστρα, πύργοι, ρήγαινες, ιστορίες των Βενετσιάνων, παλιά Χρονικά, αλλά και μύθοι με Αφροδίτες, νύμφες, μνήμες από τις αμμουδιές του Ομήρου.</p>
<p>Το παιδί μένει με τη φωτογραφία στο χέρι, σκιά της σκιάς του απόντος πατέρα, που επιστρέφει στο κασόνι, ενώ ένας άλλος δραπετεύει για λίγο από τον θάνατο για να παρευρεθεί στα «Στέφανα της κόρης του» (αναφορά στον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη).</p>
<p>Μεγάλης δραματικής έντασης τα ποιήματα «Παιδί αγνοούμενου», «Ο νεκρός Απρίλης», τα πηγάδια «που αντηχούν τις κραυγές των λουλουδιών» (και του Ελύτη «κραυγές των αδικοσκοτωμένων»). Εξαιρετικό το ποίημα «Δραπέτης αλλοτινών καιρών» με πρώτο στίχο «Ύστερα… ύστερα ήρθαν οι ιππότες». Διαβάζουμε στην πρώτη στροφή:</p>
<p>Οι ιστορικές μνήμες, καταγραμμένες στα κύτταρά του, και ο πλούτος της ψυχής του έγιναν ύμνος και αίνος της πατρίδας και του πολιτισμού.</p>
<p>Ύστερα…/ Ύστερα ήρθαν οι ιππότες/ Με τα γεράκια στους ώμους/ και τα χέρια γεμάτα χρυσάφι,/ από χώρες μακρινές/ μ’ ένα άλλο φεγγάρι,/ να μου χαρίσουν τη δόξα της αστραπής/ και να παραδώσω εκείνες τις λέξεις που φύλαξα/ σ’ ένα σκληρό κι άκαρδο κόσμο…</p>
<p>Οι «ιππότες», μια καθαρή αναφορά σε δύο τουλάχιστον σεφερικά ποιήματα, που φέρνουν μηνύματα και εξελίξεις, που ζητούν να τους παραδώσει «τις λέξεις», αυτοί που ήρθαν από μακριά με το χρυσάφι, τα γεράκια, το άλλο φεγγάρι, να του ζητήσουν να παραδοθεί… Αλλά, όχι, «δεν είμαι εγώ»… εγώ «άκουγα εκείνο το φλάουτο/ να τραγουδά τις νύχτες της σιωπής/ όσα δεν ήθελα να ξεχάσω». Και είναι εκείνο το φλάουτο ο «ακατέλυτος ρυθμός της μουσικής», όπως λέει ο Σεφέρης, που δεν σε αφήνει να ξεχάσεις τις λέξεις που φύλαξες, την ιστορική σου μνήμη, εκείνα όλα που κρύβεις στην παλιά «ξύλινη ντουλάπα». Ο Νίτσε θα έλεγε στο υπόγειο και ο Φρόιντ στο υποσυνείδητο.</p>
<p>Γ’ μέρος – «Νόστος»</p>
<p>Ο ποιητής επανέρχεται γεμάτος από την αγάπη, ευχές, καθαρός και αγνός. Επιστρέφει και πάλι στα παλιά και μπαίνει στην αποθήκη του αθέατου, ξεκαθαρίζει τη ζωή του και τη σκέψη του, την ψυχή και το μυαλό του. Επιστρέφει στη μάνα γη, στη συνείδηση, με όλη την οδύσσεια του ελληνισμού στη σκέψη. Επιστρέφει στην «παιδική κρυψώνα», στα «θρύψαλα των αιώνιων πόθων», στα «οστά των αγίων ονείρων», στο «γλυκό του κουταλιού» (πάλι αναφορά στον Κυριάκο Χαραλαμπίδη), στο «γερασμένο σκυλί», «που γέρασε προσμένοντας στην πόρτα», του Οδυσσέα, του Ομήρου, του Σεφέρη: «ν’ ανάψουμε μια λέξη,/ να δακρύσει/ τα πάθη μας,/ να φωτίσει/ τα σκοτάδια του κόσμου μας», λέει, γιατί η λέξη είναι επικοινωνία και η γλώσσα είναι πατρίδα, ταυτότητα, ιθαγένεια.</p>
<p>Στο ποίημα «Άδυτη νοσταλγία» ζητά «λήθη για όσα δύσκολα ζήσαμε» (και ο Σεφέρης: «πρέπει να ξεχάσουμε πάνω σε τούτες τις πέτρες»), αλλά νιώθει και «μια απέραντη,/ άδυτη νοσταλγία/ για κάτι που δε ζήσαμε ποτέ». Και όπως στην αρχή της συλλογής μιλάει για το φως το αυγινό που τον γέννησε, έτσι τώρα στο τέλος μιλάει για το λυκαυγές, κλείνοντας έναν κύκλο ζωής και φωτός.</p>
<p>Ο Οδυσσέας Αστέρης γεννήθηκε στους λεμονανθούς και τώρα κοιμάται στην Ακτή των Αχαιών, σαν τον όμορφο «Ανθυπολοχαγό» του Ελύτη, και με τον ύπνο του περνάει στη σφαίρα του μύθου, ο αιώνιος Έλληνας, μαζί με τους ποιητές μας που υπηρέτησαν τη γλώσσα την ελληνική, τη θρησκευτική μας παράδοση, τα πάθη και τους καημούς μας, που έγιναν οι δικοί μας μαντατοφόροι, η μέγιστη κληρονομιά μας και το μέγιστο μάθημά μας.</p>
<p>Ο ποιητής Ανδρέας Χατζηχαμπής με σεβασμό και αγάπη άγγιξε τα κείμενα των προγόνων ποιητών που τον ενέπνευσαν. Αρχιτεκτονικά ακούμπησε στην παράδοση, στον ελεύθερο στίχο, αλλά με αθέατα χορευτικά μυστικά, εσωτερικούς ρυθμούς και κλειδιά μέλους, με επιλεγμένο λεξιλόγιο, στίξη υπαινικτική, για να ξεκουραστεί και να ανασάνει, παλλόμενη διακριτικά στον στίχο του. Οι ιστορικές μνήμες, καταγραμμένες στα κύτταρά του, και ο πλούτος της ψυχής του έγιναν ύμνος και αίνος της πατρίδας και του πολιτισμού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/08/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
