<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΠΟΙΗΣΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%B7/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Thu, 13 Aug 2026 16:17:44 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.16</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΠΟΙΗΣΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 12 Aug 2026 22:41:12 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΙΑΦΟΡΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=23059</guid>

					<description><![CDATA[Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερησίου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989), Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995), Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001), Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007), 41ος Παράλληλος &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερησίου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989), Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995), Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001), Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007), 41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012), Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017), Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021), Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025). Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα αγγλικά,<br />
γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, πολωνικά και αραβικά. Το έργο του παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών («Ποίηση και Μουσική», 2009) και στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας («Ας μην μας καταβροχθίσουν οι κοριοί», 2013). Ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Θάνος Μικρούτσικος (Έργα για φλάουτο / Works for Flute, Legend Classics, 2007 και Πέντε κείμενα μετά μουσικής. Η γη τσακισμένο καράβι. Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες, Γαβριηλίδης, 2013).</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p>Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989),<br />
Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995),<br />
Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001),<br />
Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007),<br />
41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012),<br />
Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017),<br />
Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021),<br />
Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025).</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/1-103/" rel="attachment wp-att-23061"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23061" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/1-300x181.jpg" alt="" width="479" height="289" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/1-300x181.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/1.jpg 640w" sizes="(max-width: 479px) 100vw, 479px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/2-112/" rel="attachment wp-att-23062"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23062" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/2-1-300x180.jpg" alt="" width="480" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/2-1-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/2-1.jpg 640w" sizes="(max-width: 480px) 100vw, 480px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/3-88/" rel="attachment wp-att-23063"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23063" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/3-300x180.jpg" alt="" width="480" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/3-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/3.jpg 640w" sizes="(max-width: 480px) 100vw, 480px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/4-64/" rel="attachment wp-att-23064"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23064" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/4-300x180.jpg" alt="" width="480" height="288" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/4-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/08/4.jpg 640w" sizes="(max-width: 480px) 100vw, 480px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; (2025)</strong></h4>
<h5><strong>                 Β Α Α Λ</strong><br />
<strong>                     ή</strong><br />
<strong>Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ</strong></h5>
<p>Εγώ ο Γεώργιος Βάαλ διχασμένος<br />
με αρπάζει η νοσταλγία και τραγουδάω στις ταβέρνες</p>
<p>Όλα ήταν όμορφα<br />
τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένο πένθος<br />
οι παράδοξες ελπίδες</p>
<p>’Άλλοι αγάπησαν τον Μέλανα Δρυμό<br />
Κι άλλοι χάθηκαν στον Κόκκινο Πλανήτη<br />
Κάποιοι φόρεσαν μαύρα πάνω στα μαύρα<br />
ξεχασμένοι από τα γαρύφαλλα και την επανάσταση</p>
<p>Στρατιώτες τού Βαλμύ, αγόρια του Σαντιάγο<br />
τhς Νάπολης κορίτσια<br />
μυριάδες νεκροί με μάτια λάγνα, ηδονικά<br />
από τα εκστατικά φιλιά τhς λευτεριάς</p>
<p>Όλα ήταν όμορφα<br />
τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένο πένθος<br />
οι παράδοξες ελπίδες</p>
<p>Τώρα οι δήμιοι δοκιμάζουν την τέχνη τους<br />
πάνω στον μικρό θεό τhς Ομορφιάς.</p>
<h5><strong>ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ Η ΟΡΓΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;"><em>Θεσσαλονίκη το 45… εκκλησίες άδειες,</em><br />
<em>φωτισμένες ηχούσαν πένθιμα. Περπατούσα</em><br />
<em>μόνος και θαμπωμένος — είπα από μέσα μου:</em><br />
<em>«Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει</em><br />
<em>αυτή η πόλη για να ’χει τόσες εκκλησίες;»</em><br />
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ</p>
<p>Στο Θερμαϊκό μετέωρες οι ώρες<br />
Σκοτάδι, πέφτει στη Ροτόντα</p>
<p>Σέ άλλον αιώνα σκουπιδιών<br />
σέ άλλη εποχή ψηφιακή<br />
κάνουν την τσάρκα τους<br />
πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα</p>
<p>Κι ό κόσμος φτωχός, μοναχικός<br />
για μιας δραχμής τα γιασεμιά<br />
χάνεται στο διάβολο-Βαρδάρη<br />
τσακισμένος<br />
από τις συμφορές, στεφανωμένος υποταγή.</p>
<p>Τί στέκεις, καρδιά μου, τόσο εκστατική<br />
τινάξου στο Μπαλκάνι!</p>
<p>Αλεξάνδρεια, Θήβα, Πρέβεζα, Ερμούπολη, Κιλκίς<br />
Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή<br />
Τί απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;</p>
<h5><strong>ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΩΝΙΟ</strong></h5>
<p>μνήμη Θάνου Μικρούτσικου</p>
<p>Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τούς πετεινούς<br />
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα<br />
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας</p>
<p>Έπαιξες και έχασες, Ρόζα, μη φοβάσαι!</p>
<p>Ο άνθρωπος είναι μια προκατάληψη<br />
κι ή ζωή μια εμποροϋπάλληλος απ’ το Μόναχο<br />
σαν την Εύα Μπράουν<br />
με τον αρχαίο φόβο στα μάτια</p>
<p>Στους γερμανικούς κυνηγότοπους σπαράζουν<br />
το μικρό πουλάκι<br />
τον όμορφο κοκκινολαίμη<br />
Κι αυτούς που υφαίνουν σάβανα<br />
κι αυτούς που φτιάχνουν<br />
για λίγα ρούβλια τα κιβούρια<br />
το Πολώνιο όλους τούς σκεπάζει&#8230;</p>
<p>Τούς δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τούς πετεινούς<br />
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα<br />
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας</p>
<p>Είμαι ο θάνατος, Ρόζα, μη φοβάσαι!</p>
<h5><strong>ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ</strong></h5>
<h6><strong>(σχεδίασμα)</strong></h6>
<p>Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα<br />
στην Ανάφη και βρίσκεται<br />
εξόριστος στην Τροία</p>
<p>Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω<br />
μάς χτίκιασαν στα ναυπηγεία&#8230;</p>
<p>Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια<br />
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι<br />
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι<br />
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με<br />
κι αγκάλιασέ με<br />
Χόρεψε μαζί μου από Ανία<br />
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ</p>
<p>Ξέμπαρκος κόσμος ελπίζει, μάταια ελπίζει<br />
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει</p>
<p>Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν<br />
Είμαστε περαστικοί<br />
σου λέω, ανίατα περαστικοί&#8230;</p>
<p>Ας πάμε λοιπόν, ψυχή μου<br />
ας πάμε πάλι κάπου<br />
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου<br />
Να λάμψουμε ή να χαθούμε<br />
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.</p>
<p>Ιούλιος 2022</p>
<h5><strong>ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΤΕΠΑ</strong></h5>
<p>Είμαι μια σαραβαλιασμένη καρότσα<br />
στον άσπλαχνο, απέραντο ουρανό</p>
<p>Είμαι το καραβάνι των φτωχών<br />
ο άμαξάς, ο έμπορος μαλλιού<br />
ο αγωγιάτης των ψυχών<br />
κι ο μικρός Γεγκόρουσκα<br />
που ρεμβάζει την αδάμαστη φύση</p>
<p>Είμαι η μοναχική σημύδα που ανθίζει<br />
στον χιονισμένο σπαραγμό<br />
Είμαι το νούμερο 877<br />
στο ψυχιατρείο τού πάγου<br />
Στέπα της μοναξιάς, στέπα των θλίψεων</p>
<p>Είμαι ο οδοιπόρος που φτερουγίζει<br />
υψώνοντας το βλέμμα του στ’ αστέρια<br />
Polaris, σύντροφε του Βορρά, οδήγησέ μας</p>
<p>Εγώ είμαι η γη και τα κόκαλα των τάφων<br />
Γυμνός άνεμος θερίζει και ουρλιάζει</p>
<p>Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα — αναπνέουν<br />
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια — ξεραίνονται<br />
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι — σβήνουν<br />
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι — τραγουδούν</p>
<p>Και τα κουρέλια τής ζωής ή δόξα τα σκεπάζει!</p>
<p>Σαν πεθαίνουν τ’ αλόγα ·— αναπνέουν / Σαν πεθαίνουν τα<br />
χορτάρια— ξεραίνονται / Σαν πεθαίνουν οί ήλιοι— σβήνουν /<br />
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι — τραγουδούν: στίχοι του<br />
Βελιμίρ Χλέμπνικοφ.</p>
<h5><strong>ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ..</strong>.</h5>
<p>Απεραντοσύνη στους γαλαξίες χαράζεις το όνομά σου.</p>
<p>Κι εμείς μαύρη ζωή, κέρματα και θλίψη<br />
Μήτε κοζάκου λαλιά ακούμε, μήτε ψίθυρο γυναίκας<br />
και τα πετούμενα σωριάζονται πάνω στους γενναίους<br />
Του Αβραάμ Ρόμ το νεκρικό καράβι<br />
πότε θα σαλπάρει, να αφήσουμε πίσω κατάρες<br />
βαλάντια κι ολόχρυσες βιτρίνες</p>
<p>Άκου τον τυμπανιστή τής Μοίρας<br />
Εδώ η Τάξη αποκεφάλισε την’ Ομορφιά<br />
Εδώ κυβερνάει το Θνητό<br />
Εδώ το Μάταιο χτυπάει τα κρόταλά του</p>
<p>Και πάνω από τα έργα των ανθρώπων<br />
Κορυφή της Επανάστασης<br />
Κορυφή Καρλ Μαρξ<br />
Κορυφή τής φρουράς του Οκτώβρη<br />
Κορυφή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι<br />
Το Σέλας ωραία, ωραία σαν όνειρο ας λάμψει</p>
<p>Απεραντοσύνη στους γαλαξίες χαράζεις το όνομά σου.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ TOT ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ</strong><br />
<strong>TON ΚΑΙΡΟ TOT ΤΡΑΒΗΓΜΑΤΟΣ</strong><br />
<strong>ΤΗΣ ΨΗΛΗΣ ΣΚΑΛΑΣ</strong></h5>
<p>Καστέλι τον Μωρία και κάστρο<br />
τον Καράμπαμπα για χαμηλώστε λίγο</p>
<p>Κι όπως ανέβαινα με το κερί στο στόμα<br />
τη σκάλα των θαυμάτων<br />
τραβάνε τα σχοινιά ευυπόληπτοι<br />
φιλήσυχοι άστοί<br />
μελανοχίτωνες, γιάνκηδες<br />
και πέφτω<br />
σαν τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων</p>
<p>Τούς γραμματείς και<br />
φαρισαίους να φοβάσαι, ω ψυχή μου&#8230;</p>
<p>Ξάφνου με πιάνει ό σεβντάς, τινάζομαι<br />
Εγώ στις λάσπες, λέω, δεν πατώ, μήτε<br />
βορά θα γίνω των θεριών<br />
Παρά μονάχα την ψηλή σκάλα<br />
θα ανεβαίνω<br />
αγέρωχος, ευθυτενής<br />
με τα κουδούνια καεί το ξυράφι των τρελών<br />
Τούς γραμματείς και<br />
φαρισαίους να φοβάσαι, ώ ψυχή μου&#8230;</p>
<p>Πάνω από των ανθρώπων<br />
τον εξευτελισμό και τη μικρότητα<br />
Τι λάμπει, τί βροντά στο αστροφώτιστο κενό<br />
και το σπαθί σηκώνει<br />
Ένα βουβό άφες αυτοίς μάς στεφανώνει.</p>
<h5><strong>ΤΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ;</strong></h5>
<p>Τώρα οι λέξεις σαν λουλούδια ας γεννηθούν<br />
ξυπνώντας τους λαούς από τον ύπνο τους</p>
<p>Τραγούδησε<br />
Τί να τραγουδήσω<br />
Τούς ψαράδες, τούς περβολάρηδες, τούς οδοιπόρους<br />
τα αμπέλια, τούς πορτοκαλεώνες τής γης Χαναάν<br />
Μέσα στα σοκάκια του Αλαδίνου<br />
στις πολιτείες τού Δαυίδ<br />
Θεέ των τροβαδούρων, βοήθησέ μας</p>
<p>Σαν νυχτερίδες κρέμονται οι ζωντανοί&#8230;<br />
Μαυλίστρες οι προφήτες, οι πολιτικοί, οι Γραφές<br />
Κι ο άγγελος που σήκωσε τη μυλόπετρα<br />
για να γκρεμίσει<br />
τη Βαβυλώνα τη μεγάλη<br />
στις κρεατομηχανές τής Ευρώπης μισθοφόρος</p>
<p>Τραγούδησε<br />
Τί να τραγουδήσω<br />
Τα Ιεροσόλυμα τρελαίνουν ή σκοτώνουν;<br />
Κρότος και αίμα μάς σώζανε</p>
<p>Κόσμος χαλασμένος σέρνει το νεκροκρέβατο<br />
Σέρνει το Τέλος από Κάτι, που σαν Ασία απλώνεται.<br />
Friedrich, καλέ μου Friedrich<br />
Τραγούδησε</p>
<p>Τί να τραγουδήσω<br />
Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="Ο Γιώργος Κοζίας διαβάζει ποιήματα από τη συλλογή του &quot;Τι αιώνα κάνει έξω;&quot;" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/xxmAd-W_JqA?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" referrerpolicy="strict-origin-when-cross-origin" allowfullscreen></iframe></div>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΕΡΙΟΔΕΥΩΝ ΘΙΑΣΟΣ ΝΤΕΝΙΣΟΒΑ</strong></h5>
<p>Σαν θύελλα πάνω από την Ασία<br />
έρχονται οι Ντενίσοβα στις νεκρές φύσεις<br />
στις λιτανείες, στα ειδύλλια<br />
Κατακτώντας τόσες μοναξιές<br />
τόσες παραισθήσεις<br />
την δόξα, τις άγιες οικογένειες<br />
τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις</p>
<p>Σαν σκόνη αφρικανική<br />
μέσα στις υπάρξεις μπαίνουν οι Ντενίσοβα<br />
η Σιωπή, η Άγνοια, η Σκιά<br />
η Εξέγερση, η Μανία<br />
η Κατεδάφιση, η Άβυσσος<br />
κάνοντας έρωτα μέχρι εξαντλήσεως</p>
<p>Κι ο πόθος όλη την νύχτα να ξεφαντώνει<br />
το Κατακτημένο, το Πεινασμένο<br />
το Εκπορνευμένο<br />
το Όσιο, το Τρομερό, το Ηγεμονικό<br />
με υψωμένες τις ρομφαίες</p>
<p>Σαν περιοδεύων θίασος κυττάρων<br />
φεύγουν οι Ντενίσοβα<br />
Ελεύθεροι πια και απροσδόκητα ωραίοι<br />
μας αφήνουν μόνους, μόνους κι ανεκπλήρωτους.</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΚΑΙ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ</strong></h5>
<p>Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται., λαοί τυφλών</p>
<p>Ωραίοι κολασμένοι<br />
αποθέτουν ένα χαμόγελο θριάμβου<br />
κάποιο σινιάλο από τον λόφο των μουσών<br />
ή ένα μπουκέτο μενεξέδων<br />
στης Αιωνιότητας την ολόμαυρη ράχη</p>
<p>Μυκήνες περνούν χωρίς το στράτευμά τους<br />
επί κιλλίβαντος το μεγαλείον<br />
και οι σημαιοφόροι<br />
με τα σχιζοφρενή τους μάτια, άδειες<br />
σπασμένες κούκλες σε παρέλαση θανάτου</p>
<p>Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους<br />
ποδοπατώντας, ποδοκροτώντας όλοι πηγαίνουν<br />
Κανείς δεν βλέπει τις φωτιές που αναγγέλλουν:</p>
<p>—Σκιά όνου έξω από τα τείχη<br />
ή προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!</p>
<p>Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών.</p>
<h5><strong>HOTEL DE LA GLORIA</strong></h5>
<p>Ελάτε… Δεν είναι μακριά!<br />
Ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε<br />
με την ομορφιά<br />
ελάτε νύμφες και νυμφίοι<br />
από την ξεχασμένη Ταρούσα<br />
όρθιοι σαν λεύκες, σαν αέρινες σημύδες</p>
<p>Τα λάγνα μάτια, τα χάδια<br />
τα ερωτικά καλέσματα<br />
της ηδονής τα ανεξίτηλα σημάδια<br />
Ελάτε σ’ αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο<br />
έξω από τα πέτρινα τείχη</p>
<p>«G L O R I A, μακρινή και μόνη»<br />
στην πρόσοψη θα γράφει</p>
<p>Ελάτε περήφανα τα φύλα<br />
μισό αγόρι, μισό κορίτσι της αγάπης<br />
κι η Φύση αν γελάσει<br />
μην ρωτήστε την καμαριέρα<br />
Σιωπή: Τι θα πει HOTEL Νεκρών;</p>
<p>Κανείς δεν θα απαντήσει<br />
Σφιχτά αγκαλιαστείτε στο βραδινό κενό<br />
Ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε.</p>
<h5><strong>Ο ΕΛΑΦΟΚΥΝΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>Χτύπα τα κρόταλα<br />
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες<br />
και εικοσιένα αιώνες<br />
τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν<br />
πάλι συναθροισμένο<br />
θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό<br />
με την σάλπιγγα της Κρίσης<br />
και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει</p>
<p>Στόχοι είμαστε Κύριε<br />
κι αστόχαστη η Τύχη μας περνά<br />
Ανδρείκελα είμαστε Κύριε, κούκλες<br />
στο διεθνές σκοπευτήριο της Τάξης</p>
<p>Χτύπα τα κρόταλα<br />
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες<br />
κι αλύπητοι οι ήλιοι να αναγγείλουν<br />
Το Κυνήγι της Ψυχής με Τόξο<br />
στον κάμπο της πικρής Μαρέμμα<br />
στους βάλτους των ανθρώπων<br />
Δεν έχει εδώ άγιαν Όψη, θηρευτή μου</p>
<p>Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε<br />
ή ζήσ’ την ή παράτα την στις ερημιές<br />
σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει.</p>
<h5><strong>FALCONERIA</strong></h5>
<p>Γέννεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Δευτερονόμιον<br />
μόνες οι ψυχές μας στέκονται,<br />
με το λουρί στο πόδι<br />
Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία<br />
βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν</p>
<p>Τί η μοίρα μας βουλήθη<br />
πάνω στον μαυροφορεμένο βράχο;</p>
<p>Καθώς η ζωή αποβιβάζεται<br />
με την τέφρα του Γερμανικού<br />
κι ο Κόφτης ρυμουλκείτε<br />
προς το τελευταίο αγκυροβόλιο</p>
<p>Μια φαλκονέρα το ανθρώπινο<br />
αντίκρυ στον Καβομαλιά<br />
στην Παναγιά των ρευμάτων<br />
Αν δεν αποδώσεις τιμή και αμαρτία<br />
τί γράφει, τί ξεγράφει ποτέ δεν θα το μάθεις</p>
<p>Στο λάγνο φως που βασιλεύει<br />
εφτά οργιές περνάς<br />
Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος.</p>
<h5><strong>ΣΤΟΝ ΚΑΥΚΑΣΟ ΤΟ ΦΩΣ</strong></h5>
<p>Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα<br />
στο φτερούγισμα των αγγέλων;<br />
Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ<br />
ο μέγας προσωπάρχης</p>
<p>Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη<br />
κανένας θεός στη μάχη<br />
κανένας ήρωας στον θρίαμβο<br />
και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας<br />
Οι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί</p>
<p>Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός<br />
αυτού του κούφιου κόσμου<br />
Πού πας, ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;</p>
<p>Ψάξε πουλάκι σε κλαρί<br />
βρες μιαν αγάπη δροσερή<br />
μίλα τη γλώσσα των βουνών</p>
<p>Στον Καύκασο του τρελό-Χαίλντερλιν το Φως.</p>
<h5><strong>Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Η ΒΙΔΑ</strong></h5>
<p>Όλη η περιουσία σου μια βίδα<br />
ανάμεσα στους ραγισμένους μπουφέδες<br />
τις χαλασμένες καρέκλες<br />
τα σπασμένα ράφια<br />
Την κρύβεις κάτω από το στρώμα<br />
τη λατρεύεις, τη θαυμάζεις<br />
κρυφά τη χαϊδεύεις και τραγουδώντας:<br />
—Τί μεγαλεία, τί πανοπλία !</p>
<p>Όλη η προκοπή σου μια βίδα<br />
κι οι φουκαράδες ποντάρουν<br />
γοητευμένοι με το αλλόκοτο παιχνίδι<br />
Ενθουσιάζονται οι καλεσμένοι<br />
επευφημούν οι τζογαδόροι:<br />
«AVE της βίδας, ξακουστέ ιππότη!».</p>
<p>Παίζει ο θάνατος με ματ<br />
βιδώνει, ξεβιδώνει, κερδίζει την παρτίδα και<br />
στέλνει τον Αντώνιο Μπλοκ στο υπέροχο κενό του.</p>
<h5><strong>ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΡΕΚΒΙΕΜ</strong></h5>
<p>Φτερόποδη η ζωή κι εμείς λαχανιασμένοι<br />
μέσ’ στις ρωγμές του ύπνου<br />
Είμαστε όλοι το ξέφτισμα του μύθου<br />
για ενός λεπτού τιμή<br />
για ένα άφες ημίν, για λίγο τράτο</p>
<p>Και ο θλιμμένος άγγελος<br />
-τι θάμβος και τι πάθος –<br />
το επιτύμβιο στολίζει κατά κράτος</p>
<p>Που να σαπίζει ο Κόμμοδος<br />
και που ο Πετρώνιος Μάξιμος;</p>
<p>Σε ανύπαρχτο βασίλειο<br />
μια κεφαλή γελάει σαρδόνια, πικρά<br />
σαν τον κομμένο ροδανθό<br />
μέσα σε κρύσταλλο Μουράνο</p>
<p>Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ<br />
προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες;</p>
<p>Την μέθοδο δεν μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε<br />
Σαν καλαμιές λυγίζουμε<br />
σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω.</p>
<h5><strong>PARADISO. PARADISO</strong></h5>
<p>Άκου τα τύμπανα της αβύσσου μυστικά<br />
τί να σημαίνουν;<br />
Τα όνειρα χτυπιούνται<br />
και σκορπίζονται συντρίμμια<br />
κι εσύ που πάσχισες να φτιάξεις επί γης<br />
Ομορφιά<br />
Να αντέξεις ως το τέλος φυτεύοντας<br />
την αμυγδαλιά<br />
που κάποτε στις επάλξεις θα ανθίσει<br />
Να επιμένεις —αιφνιδιάζοντας το λυκόφως —<br />
κι ακόμη μια φορά να δρέπεις<br />
την άμπελο με όλα της τα στολίδια</p>
<p>Αγάπη, το ξέρω, αυτή η ζωή είναι γλυκιά</p>
<p>Πάει κι ό αρχάγγελος νά κόψει μήλο<br />
κι αποκρίνεται το φύλλο</p>
<p>Paradiso, Paradiso<br />
στο ώριο περιβολάκι και<br />
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ… (2017)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ</strong></h5>
<p>Δεμένο ναρκωμένο με αρπάζουν οι γιατροί<br />
Κόβουν ράβουν οι απαίσιοι χειρουργοί</p>
<p>Για μέρες παραμένω αδρανής<br />
και ξαφνικά<br />
την έβδομη μέρα τής Δημιουργίας<br />
χτυπάει κόκκινο<br />
το κεφάλι μου</p>
<p>Τέρας εκκωφαντικό<br />
Μάτι βομβαρδιστικό</p>
<p>Γκρεμίζει το Κρεμλίνο<br />
το Βρετανικό Κοινοβούλιο<br />
ανατινάζει το Σινικό Τείχος<br />
το Κογκρέσο-γηροκομείο<br />
τα Ηνωμένα Έθνη</p>
<p>Στέλνω στον διάβολο τους παθολόγους<br />
Γιορτάζω μ’ ένα λουλούδι στο στόμα<br />
Το καραντί χτυπάει και πάει τραγουδώντας:<br />
«Allons enfants de la Patrie…»</p>
<h5><strong>ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ</strong></h5>
<p>Χάνονται οι πόλεις, τσακίζονται<br />
ωραίοι, έφηβοι και έθνη.<br />
Επικηρύσσονται αθώοι,<br />
αγνοούνται ερωτευμένα κοριτσάκια.</p>
<p>Όσοι απέδρασαν, είδωλα σπασμένα,<br />
θυμούνται επίμονα<br />
και νοσταλγούν χείλη ερυθρά,<br />
δυο γαλανούς οφθαλμούς<br />
μετά βλεφάρων,<br />
τις τρυφερές παρειές νεάνιδος.</p>
<p>Σώμα στην αμαρτία θριαμβεύεις,<br />
επιθυμώ να σε ξεχάσω,<br />
μα δεν δύναμαι.</p>
<p>Και εσύ στόμα, γλυκύτατο,<br />
που φίλησα χίλιες φορές,<br />
Κάρμεν, Μαρία, Ντολόρες<br />
με τόσον πάθος, με τόσην ηδονή</p>
<p>πόση άπειρη άβυσσος μάς ξεχωρίζει<br />
ποιά γυμνή δικαιοσύνη μάς ενώνει;<br />
Σαν Boeing 777<br />
πετάει η σάρκα και συντρίβεται.<br />
Τί ομοβροντίες, τί πανηγυρικοί;</p>
<p>Και το πνεύμα εν είδει περιστεράς<br />
βουτάει χαμηλά τρώγοντας την Ύπαρξή του.</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΠΟΥ ΧΑΣΚΕΙ</strong></h5>
<p>Τώρα ανεμίζουν οι σημαίες των προγόνων<br />
κι ο άγγελος με τα χρυσά στεφάνια αναγγέλλει:</p>
<p>«Ενθάδε κείτονται στρατιές οι ξεχασμένοι<br />
σχιζοφρενείς, πεφωτισμένοι, αγύρτες<br />
στους τύμβους του Κεραμικού</p>
<p>και στο Δημόσιο Σήμα χάσκει<br />
τής ωραίας Ελένης το άδειο φουστάνι<br />
κι η απαστράπτουσα Ferrari της μαντάμ Εκάλης»</p>
<p>Στα Ηλύσια Πεδία<br />
τραγουδούν οι απελπισμένοι:<br />
«Όλη δόξα, όλη χάρη.<br />
Ίτε έθνη ηλιθίων, ίτε παίδες των αθλίων! ».</p>
<p>Ενθάδε κείτονται<br />
συντρίμμια τύμπανα θριάμβου.<br />
Γελάει ή Λήθη καλά συγκερασμένη&#8230;</p>
<p>— Φίλε, τις πικροδάφνες μη μαδάς, κρούε την λύρα!</p>
<h5><strong>ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ</strong></h5>
<p>Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια<br />
τής βυσσινιάς, σάβανα λευκά<br />
για βασίλισσες, για παιδιά.</p>
<p>Άλλος παγώνει στην Κολιμά<br />
κι άλλος φλέγεται κάτω<br />
από τον Ήλιο του Σατανά.</p>
<p>Μες στις καρδούλες<br />
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,<br />
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.</p>
<p>Κι όλο πέφτει χιόνι<br />
στους κήπους, στις αυλές,<br />
νέα κορμιά για τούς έμπορους,<br />
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.</p>
<p>Κυρίες, κύριοι<br />
Γδυθείτε, από το μέσα ψύχος<br />
Κανένα ρούχο δεν σάς ζεσταίνει.</p>
<p>Κυλήστε ωραία έλκηθρα<br />
στην χιονοθύελλα τής αγάπης μου.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ</strong></h5>
<p>Είμαστε εμείς που αναζητάμε<br />
την Ομορφιά στιγματισμένη.<br />
Είμαστε εμείς που το Άγνωστο<br />
φθονούμε και το Μάταιο μας καταδιώκει.</p>
<p>Είμαστε εμείς που αγοράζουμε<br />
τους απογοητευμένους εραστές.<br />
Είμαστε εμείς που Ακόρεστοι πάλι<br />
σπαράζουμε το κουφάρι του επιβήτορά μας.</p>
<p>Είμαστε εμείς τα κουταλάκια των πληβείων,<br />
τα πασουμάκια και τα κομποσκοίνια των αγίων.<br />
Είμαστε εμείς οι πορσελάνες των μικροαστών,<br />
οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι.</p>
<p>Είμαστε εμείς κατεψυγμένα ομοιώματα<br />
και κούκλες βιολογικές μισοτιμής.<br />
Είμαστε εμείς η Αδηφαγία της ζωής.<br />
Είμαστε εμείς η μόνη σας Ελπίς τοις μετρητοίς.</p>
<h5><strong>Η ΚΑΡΔΙΑ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ</strong></h5>
<p>Πέρασε ο άνθρωπος που πουλούσε<br />
το Αιώνιο Λουλούδι.<br />
Κοίταξε το απέραντο πλήθος,<br />
άνδρες, γυναίκες, παιδιά, εργάτες<br />
υπαλλήλους, κερδοσκόπους&#8230;</p>
<p>Πώς την μεγάλη, την θορυβώδη<br />
συνάθροιση να εξηγήσει<br />
με βλέμμα ταπεινού πραγματευτή;</p>
<p>Ένα αγόρι φιλούσε ένα κορίτσι.<br />
Γιατί μόνη η καρδιά δεν μπορούσε.<br />
Γιατί έρημη η καρδιά μας κυνηγάει.</p>
<p>Πέρασε πάλι αυτός που διαλαλούσε:<br />
«Έντελβάις, το Αιώνιο Λουλούδι».<br />
Κοίταξε τις σιλουέτες των ανθρώπων.</p>
<p>Το κορίτσι φιλούσε τώρα το αγόρι.<br />
Τα πάντα και τίποτα ποθούσε.<br />
Το Έντελβάις, το Αιώνιο Λουλούδι αναζητούσε.</p>
<h5><strong>ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΛΙΓΗ ΑΝΟΙΞΗ<br />
</strong><br />
<strong>            [ Μοτινο]</strong></h5>
<p>Υπάρχει ακόμα λίγη ’Άνοιξη<br />
Ελάτε να αλλάξουμε<br />
δακτυλίδια γάμου<br />
Να νυμφευτούμε τα όνειρά μας</p>
<p>Τώρα που στήνονται κρεμάλες<br />
Και τραγουδούν οι δήμιοι<br />
τον γερμανικό ποιμενικό τους</p>
<p>Υπάρχει ακόμα λίγη Αγάπη<br />
Να βάλουμε τους νεκρούς στο τραπέζι<br />
Να στρώσουμε στον ξένο το κρεβάτι</p>
<p>Fraulein, υπάρχει ακόμα λίγη Άνοιξη</p>
<p>Ελάτε να αλλάξουμε<br />
δακτυλίδια γάμου<br />
Να νυμφευτούμε τα όνειρά μας</p>
<p>Να πιούμε το κρασί τού Ρήνου<br />
Να ελευθερώσουμε τα μαύρα δάση<br />
Υπάρχει ακόμα και η αθώα Παουλίνε<br />
Χορεύει με τον αναπτήρα της πάνω στην νάρκη.</p>
<h5>,<br />
<strong>ΣΚΟΠΕΥΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΚΡΟΤΑΦΟ</strong></h5>
<p>Σκοπεύσατε στον κρόταφο<br />
την μοναχική αγριόπαπια,<br />
έναν ασημένιο γλάρο,<br />
την μάινα, θλιμμένη κορασίδα Αλβιώνος.<br />
Σκοπεύσατε με σώας τας φρένας<br />
τον περιπλανώμενο ’Ιουδαίο,<br />
πατήρ, υιό και Άγιο Πνεύμα<br />
ή εκπυρσοκροτείτε στον αέρα<br />
να αστράφτει των ουρανών η Πλατυτέρα.</p>
<p>Σκοπεύσατε την δίψα, την πείνα,<br />
την μανία τού όντος<br />
και αγαπάτε αλλήλους<br />
Λίβιους, Οράτιους, Καταλίνες<br />
για την τιμή των οπλών</p>
<p>Σκοπεύσατε το Κύκνειο άσμα<br />
και μη σάς μέλλει,<br />
μετανοώντας επιστρέφει.<br />
Κυριλλικά σάς γνέφει: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ !».</p>
<p>Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε<br />
κι ας λιποταχτεί η φύσις&#8230;</p>
<p>Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε.<br />
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας<br />
δεν μπορεί κανείς να σάς το πάρει.</p>
<h5><strong>ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;">Στο Χριστινιώ</p>
<p>Στεφάνια πέφτουν στο κενό,<br />
έρημα μοναχά κορμιά<br />
χάνονται σέ άλλον πειρασμό.</p>
<p>Στο άγνωστο γίνεται χορός,<br />
δρέποντας, δρέποντας άνθη.</p>
<p>Περνούνε, φεύγουν<br />
τα χρόνια τής επαγγελίας<br />
τα τριαντάφυλλα τής άμμου<br />
τα έργα τής παρανομίας.</p>
<p>Σβήνουν τα νιάτα,<br />
η μαυρομάτα Μισιρλού<br />
κι ή τρομερή ιαχή<br />
καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή</p>
<p>σε άβυσσο πέφτει από βυθό&#8230;<br />
Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν<br />
στο δημοπρατήριο τής χλωροφύλλης.</p>
<p>Τί μένει εδώ, τί πάει σε άλλον ουρανό<br />
δρέποντας, δρέποντας άνθη;<br />
Βέβηλα τα ιδανικά<br />
συντροφιά με το έφ’ ώ ετάχθη.</p>
<p>Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία.</p>
<p>ενός λεπτού του «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.<br />
Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;</p>
<p>Ορμάει το Αδιέξοδον κι υπέροχα μας σφάζει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ (2012)</strong></h4>
<h5><strong>ΝΕΟΙ ΕΜΠΡΗΣΤΕΣ</strong></h5>
<p>Όλα με δόσεις, διαλαλούν οι κεραμείς,<br />
κούπες, γαβάθες, βάζα&#8230;<br />
Αγόρασα, μονολογεί, δεν απέμεινε δραχμή.<br />
Η κάμινος ας γκρεμιστεί!</p>
<p>Νέοι εμπρηστές επικροτούν, καταδικάζουν:<br />
—Το πρόσωπο να πυρολυθεί</p>
<p>Να μαυρίσουν οι σιαγόνες, οι αυχένες να ψηθούν,<br />
την αξία τους να πιάσουν τα ζυγωματικά<br />
όταν θα πουληθούν στην αγορά, στους δρόμους,<br />
κέρδη να φέρουν, τάλιρα μεταλλικά.</p>
<p>—Αν με ανταμείψετε θα τραγουδήσω, κεραμείς.<br />
Φέρτε τον Σύντριβα, τον Άσβεστο, τον Κεραυνό,<br />
τον Προμηθέα Άγρυπνο, τον Χαλαστή<br />
να σπάσουν, να τσακίσουν, ν’ αφανίσουν.<br />
Ο ηγεμόνας Άνθρακας καίγεται, χορεύει.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΔΕΡΜΑ</strong></h5>
<p>Οι ερωτευμένοι αγαπούν το δέρμα τους: το χαϊδεύουν,<br />
το φιλούν, στο στήθος τους το σφίγγουν,<br />
αμβροσία και νέκταρ το ταΐζουν, το τυλίγουν<br />
σε κόκκινα πανιά, το νανουρίζουν. Γυμνοί το κρεμούν<br />
στον τοίχο εικόνισμα το προσκυνούν, λιβανίζουν.<br />
Σε ώρες μοναξιάς το βασανίζουν:</p>
<p>Διάφανο δέρμα τρυφερό ξοδεύουν<br />
Χάδια που αγόρασαν με χρήματα και χάθηκαν<br />
Φιλιά που δόθηκαν επί πιστώσει και αναστήθηκαν!</p>
<h5><strong>ΤΟ ΘΗΡΙΟΤΡΟΦΕΙΟ</strong></h5>
<p>Στο θηριοτροφείο παρακολουθώ τα παιδιά,<br />
απαγγέλλουν: «Έχω βόλους, έχω σχολείο, έχω Μαριάννα».</p>
<p>Παίζουν με φάρμακα, κηλεπιδέσμους, ζώνες, καλλυντικά,<br />
τρώνε τα ειρηνικά έντομα, πίνουνε μαύρα χάπια,<br />
πάνε στον απόπατο με τον Αρθούρο Ρεμπώ.</p>
<p>Τα παιδιά είναι ζώα και τ’ αγαπώ&#8230;<br />
Σπάνε τους βόλους. Γκρεμίζουν το σχολείο.<br />
Σπαράζουν τη Μαριάννα.</p>
<p>ONE MAN CIRCUS</p>
<p>Στο κατώφλι του σπιτιού του έγραψε: «άπατρις»,<br />
σημείωσε ένα ερωτηματικό πάνω στο κούτελό του<br />
και πρόσθεσε άλλη μία λέξη στον τοίχο: «άνεμος».</p>
<p>—Να το αληθινό τσίρκο, είπε ο αθώος σαλτιμπάγκος<br />
δείχνοντας τον κόσμο που χειροκροτούσε στον εξώστη,<br />
στη ζωή ο καθένας φτιάχνει το δικό του Μοναχικό Τσίρκο</p>
<h5><strong>Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΥΡΟΣΠΑΣΤΟ</strong></h5>
<p>Πηγαίνει στο σκοπευτήριο<br />
συνοδευόμενος από την καμαριέρα του.<br />
Στήνει μια κούκλα, λέει στον Βελζεβούλ:</p>
<p>—Είσαι ο πάνθηρ με σπιρούνια,<br />
ο ληστής με ρεντιγκότα, το τρομερό νευρόσπαστο!</p>
<p>Βγάζει τα νύχια, χαιρετά τον Έπαρχο των υποδημάτων.<br />
Κατόπιν υποκλίνεται, φιλώντας<br />
τις ζαρτιέρες της συντρόφου του:</p>
<p>—Άγγελέ μου, σ’ ευχαριστώ για την ηδονή. Απόψε<br />
δεν θα κοιμηθώ, θα περιμένω τον ξυπόλητο πίθηκο.</p>
<p>Τα σιδερένια τακούνια τρελάθηκαν, καρφώνονται στα πόδια.</p>
<h5><strong>Ο ΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕΡ ΣΤΟΝ ΕΡΗΜΟ ΚΗΠΟ</strong></h5>
<p>Χρόνια σακάτικα εμφανίστηκε<br />
στὸν παραδεισένιο κόσμο<br />
ο Κάσπαρ Χάουζερ, έκθετος και τρελός.</p>
<p>Η γη χωρίς Εδὲμ<br />
μόνο καμιά σιδερένια καμηλοπάρδαλη,<br />
σαύρες καρδινάλιοι, δηλητηριαστὲς φυτών,<br />
ανεμώνες σπασμένες κι ο πύρινος<br />
ουρανός άγιος κηπουρός.</p>
<p>Εις τον ύπνο του σκαλίζει, παλεύει, τραυλίζει:<br />
Μικρέ μου, Κάσπαρ Χάουζερ, μπαξές<br />
χωρίς λουλούδια δεν γίνεται,<br />
πάρε το καλαθάκι σου και περιπάτει!</p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΩΡΟ ΠΟΤΕΜΚΙΝ</strong></h5>
<p>—Να κατεβείς ή να ανέβεις; οι κομισάριοι ρωτούν,<br />
χειροκροτούν, παρασημοφορούν τους κερδισμένους,<br />
όσους ξεγέλασαν οι Λευκοί<br />
κι όσους ξεχώρισαν οι Κόκκινοι.</p>
<p>Ο Ἰακώβ παλεύει με τον Άγγελο.<br />
Τις σκάλες ανεβαίνει, πυροβολεί,<br />
ρίχνει στο κόκκινο, χτυπάει το λευκό.<br />
—Το μωρό, το μωρό! κραυγάζει η παραμάνα Οδησσός.<br />
Ξεσκίζει με τα νύχια το βυζί της.</p>
<p>Ο εξωφρενικός πλωτάρχης κλέβει το θωρηκτό.<br />
Το πληγωμένο υποβρύχιο<br />
φεύγει-κυλάει τρίζοντας ανάποδα.<br />
Περνάει η Αυτού Μεγαλειότης το Μωρό.</p>
<h5><strong>ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ</strong></h5>
<p>Κορίτσια, φιλενάδες, εγγονές, μανεκέν<br />
ψάχνουν, μυρίζουν, ψηλαφίζουν τη λάσπη<br />
με τα δόντια δοκιμάζουν το χαλίκι.</p>
<p>—Τρία κομμάτια σαπούνι αρωματικό, μία βέρα,<br />
ένα σφράγισμα χρυσό, πόσο έμπορα ζητάς;<br />
—Δεν πουλάω, δεν χαρίζω με λεφτά!</p>
<p>Τί κοστίζουν οι τρυφερές ψυχές στον πάγκο;<br />
Πόσο πιστώνετε τις μαργαρίτες στην αγορά;<br />
Μία λίβρα κρέας, δύο ουγγιές χρυσάφι;</p>
<p>—Αργυραμοιβοί, τί δίνετε;<br />
—Κοράλλια με ασημένιες ραφές, το γαλάζιο φιλί,<br />
πέρλα λευκή, την ουλή!</p>
<p>Σάϋλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητή<br />
δικό σου το εμπόρευμα — δική μας η τιμή:<br />
μαχαίρια Αλεξανδρινά κι άγια Κωνσταντινάτα!</p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ</strong></h5>
<p>Ωραία καράβια λικνίζονται σέ μακρινό ωκεανό.<br />
Ανάβουνε σινιάλα κόκκινα, πράσινα, πορτοκαλιά.<br />
Τυχοδιώκτες, άποικοι, τα φώτα βλέπουν<br />
που ολοένα πλησιάζουν, φορώντας<br />
σωσίβια να φύγουν παλεύουν, να σωθούν. Το κύμα<br />
τραβάει ξίφος τρεις, πέντε, επτά.<br />
Το κήτος είδε κι έφριξε, η γοργόνα εστράφη προς τα πίσω&#8230;</p>
<p>Ωραία καράβια στέλνουν σήματα πράσινα, κίτρινα, μαβιά,<br />
ή ασημένια Λαίλαπα, ο πειρατής του Εμπορίου,<br />
η μαύρη Κιβωτός τής ’Ορλεάνης.<br />
Το Ένατο κύμα ορμά λευκό στεφανωμένο.</p>
<p>Παρείσακτοι, χρυσοθήρες, αγγελιαφόροι, έμποροι των επτά εθνών,<br />
οι κυνηγοί τής δόξας φτάνουν στη Μυστηριώδη νήσο.<br />
Από τα πλεούμενα βγαίνουν παλληκάρια<br />
βροντώντας τα κουπιά τους, κτυπάνε το αχόρταγο θεριό,<br />
τον τίγρη τού πελάγους.</p>
<p>Γυμνά κορμιά σκιρτούν στον λαμπερό αφρό:<br />
—Αχ πόσο σε μισώ, τρελή, πόσο σε λατρεύω,<br />
θάλασσα πικροθάλασσα αγάπη νικηφόρα.</p>
<h5><strong>Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ</strong></h5>
<p>Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.<br />
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.<br />
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους<br />
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε<br />
τράκα ένα τσιγαράκι.</p>
<p>Οι άστοί —πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν—<br />
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά<br />
και τα χρυσά αυγά τους.</p>
<p>Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.</p>
<h5><strong>CABARET «ΜΙΣ ΥΦΗΛΙΟΣ»</strong></h5>
<p>Άκουσε τούς μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:<br />
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,<br />
μην κινήσετε μονάχος σέ πόλεμο εναντίον λεγεώνων,<br />
μην παλεύετε με ανεμόπτερα&#8230;».</p>
<p>Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν&#8230;<br />
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,<br />
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».<br />
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:<br />
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».</p>
<p>Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:<br />
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;<br />
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».</p>
<p>Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή<br />
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:<br />
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τ’ όνομά Της&#8230;».<br />
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.</p>
<p>Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,<br />
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν&#8230;<br />
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:<br />
«Ελπίζετε οι δυστυχείς — Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ (2007)</strong></h4>
<h5><strong>ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ</strong></h5>
<p>– Περιμένετε καιρό;<br />
– Χρόνια!<br />
– Βάζω στοίχημα ότι σας λένε Ζωή.<br />
– Χάσατε. Το όνομά μου είναι Φυλακή.<br />
– Και τι σπουδάζετε;<br />
– Συγχώρεση!</p>
<p>Μουσική και μουσικός αγκαλιάζονται.<br />
Της ζητάει να τον σπλαχνιστεί.</p>
<h5><strong>ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Πήρα το ψαλίδι. Έκοψα τον λαιμό του πουλιού.<br />
Άνοιξε το ράμφος. Προσπαθεί να ξεφύγει.<br />
Το κρατώ σφιχτά. Εξέπνευσε.</p>
<p>Σκουπίζω το ψαλίδι. Πλένω τα χέρια.<br />
Μετέφερα την καρδερίνα στον κήπο.<br />
Την παραχώνω κάτω απ’ τη μηλιά.<br />
Δεν θα τη βρουν ποτέ!</p>
<p>Κάθε μέρα τρώω από το δέντρο<br />
καρπό τρυφερό απαγορευμένο.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ</strong></h5>
<p>Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.<br />
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.<br />
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.<br />
Η γη τσακισμένο καράβι.<br />
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.</p>
<p>Στρατιώτης Φριδερίκος Ιωάννης<br />
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.<br />
Πυροβολεί τον γαλαξία!</p>
<h5><strong>Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ο ελεγκτής τον επισκεπτόταν. Τον βασάνιζε.<br />
Βρίσκει τον tsadik.<br />
«Δάσκαλε, ο ελεγκτής<br />
δηλητηριάζει τη ζωή μου.<br />
Παρακάλεσε για μένα τον Θεό».</p>
<p>«Ύπαγε εν ειρήνη», απάντησε ο tsadik.<br />
«Ό,τι πληρώνεται με τη ζωή ποτέ<br />
δεν είναι ακριβό. Ο βασανιστής<br />
θα ησυχάσει».</p>
<p>Στο κατώφλι του ναού βρήκε<br />
τον ελεγκτή του σταυρωμένο.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.<br />
-Πρόσεξε, του φώναξε,<br />
με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.<br />
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά.</p>
<p>-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,<br />
όλοι έχουμε ανάγκη<br />
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ</strong></h5>
<p>«Σώπασε θεατρίνε», είπε ο Ραββίνος,<br />
«θα σε βοηθήσω όπως<br />
το θυμιατό βοηθάει τον πεθαμένο».</p>
<p>Στη συναγωγή βρίσκει τον διάβολο.<br />
Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο.</p>
<p>«Κουράστηκα, Ραββί, πάει καιρός<br />
που δεν ζητάω τίποτε από τον ουρανό.<br />
Κι όμως τα χέρια μου μένουν ακόμα<br />
υψωμένα».</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ</strong><br />
<strong>(το παν και το τίποτα)</strong></h5>
<p>Καθίσαμε σε περίοπτες θέσεις στη λέσχη<br />
«Η αναζήτηση». Ο πρεσβύτερος τοποθέτησε<br />
σε παράταξη τα πούλια.<br />
Ο εμψυχωτής τα μοίρασε στους παίκτες.<br />
Ένας συνδαιτυμόνας μετράει…</p>
<p>Κοντά στους θαμώνες που ρίχνουν τα ζάρια<br />
κάθεται η Επιθυμία.</p>
<p>Την ρωτώ τι θα μπορούσε να κερδίσει κανείς<br />
στο παιχνίδι. Απάντησε:<br />
«Τίποτα».<br />
Κι όταν την ρώτησα αν θα μπορούσε<br />
να χάσει κάτι, αποκρίθηκε:<br />
«Το Παν».</p>
<h5><strong>ΕΞΙΛΕΩΣΗ</strong></h5>
<h6><strong>(παρωδία)</strong></h6>
<p>Η γυναίκα γεννάει ένα αυγό.<br />
Οι μαιευτήρες το τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα.<br />
Παροτρύνουν τη μητέρα να καθίσει πάνω του.<br />
Ερωτεύεται το αυγό.<br />
Του δίνει όνομα. Το ταϊζει. Το στολίζει.<br />
Μένει απαράλλαχτο.<br />
Δεν έχει μέλη για να κινηθεί.<br />
Ούτε φωνή για να κλάψει.</p>
<p>Η γυναίκα απ’ τη στενοχώρια της καίγεται<br />
στον πυρετό. Τέλος αποθνήσκει.</p>
<p>Στην κηδεία το αυγό τρέχει γύρω<br />
από το φέρετρό της. Ευτυχισμένο.<br />
Άδειο!</p>
<h5><strong>Η ΣΥΜΒΙΩΣΗ</strong></h5>
<p>Τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα<br />
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτ<br />
PAUL CELAN</p>
<p>Επιστρέφω στο σκοτεινό σπίτι.<br />
Με υποδέχονται στον προθάλαμο.<br />
Η Μαργαρίτα και η Σουλαμίτ.<br />
Κρατάνε μαχαίρια. Ορμάνε.<br />
Νιώθω τα κτυπήματα.<br />
Παραδίδομαι.</p>
<p>Αγαπιόμαστε. Κοιμούνται. Ξυπνάνε.<br />
Πίνουμε το μαύρο γάλα της αυγής…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΕΔΙΟΝ ΡΙΨΕΩΝ (2001)</strong></h4>
<h5><strong>ΘΑΥΜΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Τρελή νύχτα στον ρημαγμένο κήπο<br />
νύχτα γερασμένη με την ουρά<br />
στο στόμα πληγωμένη<br />
με το χρυσό εξάγωνο<br />
τον σκοτεινό σταυρό</p>
<p>Οι ζωντανοί ρίχνουν από το βάθρο<br />
το ματωμένο σώμα σου<br />
Άρχοντες μετρονόμοι αυτόχειρες του ανέμου<br />
διώχνουν τον φύλακα από τον τύμβο<br />
κρύβουν τον ίσκιο στο πύρινο λουλούδι</p>
<p>Οι πονεμένοι του ήλιου<br />
του φεγγαριού τ΄ αγρίμια<br />
έμποροι και ήρωες ζητιανεύουν<br />
στο έρημο περιβόλι<br />
παραμύθια</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στον Έ. Χ. Γονατά</p>
<p>Το ρολόι χτύπησε δώδεκα και μισή.<br />
Γδύθηκαν. Έσβησαν το φως.<br />
«Είμαι κουρασμένος», είπε.<br />
«Όλοι είμαστε κουρασμένοι», απάντησε εκείνη.<br />
Πλάγιασαν στο κρεβάτι.</p>
<p>Την άκουσε που σηκώθηκε.<br />
Βηματίζει στον προθάλαμο.<br />
Επιστρέφει κρατώντας τον χάρτινο ανεμόμυλο.<br />
«Καληνύχτα, Φιλονεικία», ψιθύρισε.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ</strong></h5>
<p>Η εξομολόγηση ήταν το μέγα μαρτύριο.<br />
Κόβει τον ομφάλιο λώρο με τους ζωντανούς.<br />
Τα μάτια άσπρα λάμπουνε γύρω.<br />
Τα φάσματα από το βάθος του φρέατος<br />
αφουγκράζονται τη φωνή το βασιλιά Αϊδωνέα:</p>
<p>-Είναι κανείς εδώ ευχαριστημένος;<br />
Κανένας δεν μίλησε.<br />
-Είναι κάποιος που ήρθε με τη θέλησή του;<br />
Σιωπή.<br />
-Είναι κανείς που ήρθε χωρίς τη θέλησή του;<br />
Πάλι σιωπή.<br />
-Είναι κάποιος εδώ που δέχεται για δικό του<br />
το όνομα Νέκυς;<br />
Καμιά απάντηση.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στον Γιώργο Γώτη</p>
<p>Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος<br />
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.<br />
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε<br />
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.<br />
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα<br />
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.<br />
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.<br />
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.</p>
<p>Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.</p>
<h5><strong>Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ</strong></h5>
<p>Ο Αγαμέμνων ολομόναχος περιφέρεται<br />
στις χορταριασμένες Μυκήνες.<br />
Τα λιοντάρια του θρόνου σήκωναν αργά<br />
το κεφάλι τους από το κατασπαραγμένο θήραμα.<br />
Τον κοιτάζουν. «Φύγετε!», προστάζει.<br />
Δεν έφυγαν. Τράβηξε<br />
από κάτω μια καρτ-ποστάλ:<br />
Οι λέοντες κρατούν στα δόντια τους την πορφύρα.<br />
«Έρχονται και φεύγουν στο θυσιαστήριο<br />
όποτε τους αρέσει», ψελλίζει.<br />
Και ρίχνεται στα πόδια της Μέδουσας.<br />
«Αντίο Σασά», τον περιγελάει, «Βασιλέα<br />
των Βασιλέων. Δεν θα ξεχάσεις!».</p>
<p>Στο βουβό παλάτι οι πέτρες<br />
τον κατάπιαν ζωντανό.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ (1995)</strong></h4>
<h5><strong>ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ</strong></h5>
<p>Άγγελοι δίχως χέρια<br />
χαρτοπαίζουν</p>
<p>βαλές κουρέλι<br />
ντάμα φλόγα<br />
ρήγας φεγγαράκι</p>
<p>κρύα νύχτα</p>
<p>και το χρυσάφι<br />
κάρβουνο</p>
<p>ποντάρει στον χαμένο.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ</strong></h5>
<p>στη Χριστίνα</p>
<p>Στο μονοπάτι μια ιτιά<br />
κάτω από την ιτιά μια χαραμάδα<br />
στη χαραμάδα μια αράχνη<br />
μες στην αράχνη ο θάνατος του βασιλέως</p>
<p>φωνή παιδιού</p>
<p>έρχεται ο βασιλιάς<br />
στην τρυφερή άνοιξη<br />
άγριο παγώνι</p>
<p>φωνή υπηρέτη</p>
<p>ήρθε ο βασιλιά<br />
πουλί στη μια ζωή<br />
τίγρης στην επομένη</p>
<p>φωνή του ανέμου</p>
<p>έφυγε ο βασιλιάς<br />
χολή και όξος</p>
<p>καταραμένα μοιρολόγια</p>
<p>έξω σκυλί έξω ληστή<br />
έξω και άρχοντά μου.</p>
<h5><strong>Ο ΙΛΙΓΓΟΣ</strong></h5>
<p>Εκεί που η αγάπη φτάνει<br />
με τον λαιμό σφαγμένο<br />
τρέχοντας ματώνοντας τις ερωμένες<br />
τα μάτια χάνεις<br />
η φωνή σου σβήνει<br />
στην κορυφή της σκάλας πέφτεις<br />
μένει το σώμα σου μονάχο</p>
<p>Λαύρα Βαϊτσα, Αγγέλα<br />
αγαπημένες μαρμαρωμένες<br />
άδικα υπάκουσα την ασημένια τρέλα</p>
<p>κι ο έρωτας αρρώστησε<br />
ο ουρανός σκοτείνιασε<br />
η αγάπη έδωσε τόσα φιλιά<br />
όσα μαχαίρια.</p>
<h5><strong>Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ</strong></h5>
<p>Μικροί κατάμαυροι σταυροί<br />
να κάρφωνε ο καθένας<br />
τον ληστή του</p>
<p>εκεί που η ρομφαία<br />
μετράει τα τομάρια</p>
<p>στο βάραθρο<br />
με τα λευκάνθεμα</p>
<p>χτυπάει το ταμπούρλο<br />
τα κουδουνάκια του θανάτου</p>
<p>τρία χρυσά για την ψυχή<br />
ένα για κάθε μισθωτή<br />
και σταυρωμένο</p>
<p>τότε που είχαμε σώμα και αίμα<br />
βρώμικο κρέας<br />
κόκκινα κρίνα λυτρωμένα<br />
άγρια μάτια πληγωμένα</p>
<p>σημαιοφόροι με κομμένα χέρια.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΕΞΑΓΟΡΑΣΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p>Τελευταία παρτίδα<br />
εννιά λεπροί</p>
<p>μαύρο αγκίστρι<br />
του ψαρά το δίχτυ</p>
<p>αγάπησε ο πορφυρός<br />
φονιάς</p>
<p>χαμένη στάχτη<br />
εννιά διωγμοί</p>
<p>αίμα στολίδι<br />
του προδότη.</p>
<h5><strong>Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Συναντώ μια άγια γυναίκα<br />
φωτεινή ήσυχη σαν θερισμένη.</p>
<p>Ποιος είναι ο στασιαστής<br />
με ρωτάει. Τι στασιάζεις;</p>
<p>Εγώ λέω δεν στασιάζω. Μονάχα<br />
θλίβομαι τους θερισμένους.</p>
<h5><strong>ΛΑΒΩΜΕΝΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ</strong></h5>
<p>Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει<br />
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.<br />
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.<br />
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.</p>
<p>Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.<br />
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.<br />
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.<br />
Είναι η ερημιά βλάμη μου.</p>
<p>Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.<br />
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.<br />
Φούρκα δίχως γιορτινά.<br />
Γάμε δίχως καλεσμένους.<br />
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ (1989)</strong></h4>
<h5><strong>ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΟΝΕΙΡΩΝ</strong></h5>
<p>Έχει άβυσσο κι έχει στάχτη<br />
στην άβυσσο.<br />
Ο χειριστής με αόρατη στεφάνη<br />
οδηγεί τον μετρ.<br />
Βλέπει μανιακούς σε μια γυάλινη σέρα.<br />
Τον σκύλο στο σπίτι της χειρομάντισσας.<br />
Εφτά θλίψεις με δορές<br />
και δωρητές.<br />
Πάνω σε μια χλωμή<br />
καρδερίνα.<br />
Και πάσαν<br />
πονηρή επιθυμία<br />
τρυγόνα φλεγόμενη.</p>
<h5><strong>ΛΗΘΗ ΚΑΙ ΜΝΕΙΑ</strong></h5>
<p>Ο μοναχικός αποδέχεται τον μοναχικό.<br />
Το καπέλο τον καπελά.<br />
Πτώματα σκοντάφτουν σε μαργαρίτες.<br />
Τα θηλαστικά παγιδεύονται<br />
την άνοιξη.</p>
<h5><strong>Ο ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>Αναμένοντας διορισμό εραστή<br />
παρά το χαμηλό του εισόδημα<br />
αγοράζει περούκες,<br />
οδοντοστοιχία, ομπρέλα.<br />
Μετά από τόσους σιναπισμούς<br />
αφαιμάξεις, βρωμιούχα<br />
ο σάρακας τον θυμάται<br />
κι ευλογεί.</p>
<h5><strong>ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ</strong></h5>
<p>Ο κύριος επιούσιος πετάει το μαύρο<br />
γάντι του.<br />
Έρχεται λασπωμένος<br />
κρατώντας τα φτερά του.<br />
Σαν φάντασμα<br />
στο πέρασμα των σπουργιτιών.</p>
<h5><strong>ΨΑΛΜΟΣ ΧΙΙΙ</strong></h5>
<p>Σκάβανε<br />
Άγιες μέρες, άγιες νύχτες</p>
<p>Έσκαβε ο σαράφης, ο αυλικός<br />
ο θηριοδαμαστής</p>
<p>ανέβαινε η τέφρα<br />
σκάβανε τα μάτια</p>
<p>με σάρκα και οστά<br />
οι σκύλοι των τυμβωρύχων<br />
εν τη απουσία Σου.</p>
<h5><strong>BLOW OUT</strong></h5>
<p>Κομμάτια σάπιου χόρτου ανεβαίνουν<br />
στον ουρανό.</p>
<p>Νυχτερινές λάμψεις ερεθίζουν<br />
τους ζηλωτές.</p>
<p>Η μικρή πόρνη φέρνει τούμπες<br />
στο μπλε του κοβαλτίου.</p>
<h5><strong>ΨΙΘΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΣΗ</strong></h5>
<p>Βιολέτες πνίγονται στη στάχτη.</p>
<p>Τεράστιοι καπνοί από σονέτα και πρελούδια<br />
κόβουν τον πάγο σαν διαμάντια.</p>
<p>Μαύρα κερκέλια έρχονται και φεύγουν.</p>
<p>Σαν τραπουλόχαρτα σε χέρια λεπρού.</p>
<h5><strong>ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ</strong></h5>
<p>Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας<br />
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ</p>
<p>χορεύεις τέσσερα επεισόδια<br />
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά<br />
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.</p>
<p>Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών<br />
μικρή αλεπού Σαλώμη</p>
<p>ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;</strong></h4>
<h5><strong>ΤΖΙΝΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑΚΗ</strong></h5>
<p>https://booksitting.gr 22/07/2026</p>
<p>Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία</p>
<p>Υπάρχουν τίτλοι βιβλίων που περιγράφουν το περιεχόμενό τους και άλλοι που σε σταματούν πριν ακόμη ανοίξεις την πρώτη σελίδα. Το Τι αιώνα κάνει έξω; του Γιώργου Κοζία ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Γιατί τον καιρό τον κοιτάζουμε από το παράθυρο. Βλέπουμε τον ουρανό, τα σύννεφα, τον ήλιο και αποφασίζουμε. Τον αιώνα όμως; Πώς μετριέται η θερμοκρασία μιας εποχής και ποια είναι τα σημάδια που προειδοποιούν για τις καταιγίδες της;</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας στη νέα του ποιητική συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη, κοιτάζει προς τα έξω. Και αυτό που βλέπει δεν είναι καθόλου καθησυχαστικό.</p>
<p>Ο αιώνας του είναι γερασμένος, βίαιος, γεμάτος νεκρούς και διαψεύσεις. Ένας κόσμος όπου η Ιστορία δεν βρίσκεται πίσω μας αλλά εξακολουθεί να περπατά ανάμεσα στους ζωντανούς.</p>
<p>Στον «Ερημόκαμπο» γράφει:</p>
<p>Κακορίζικε άνθρωπε<br />
Σε εποχή γερασμένη<br />
Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα<br />
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται<br />
και ξημερώνει σκουντουφλώντας<br />
ανίδεος και ακαμάτης.</p>
<p>Η «εποχή γερασμένη» είναι μια φράση που κράτησα. Γιατί δεν γερνά μόνο ο άνθρωπος. Γερνούν οι εποχές, κουράζονται οι ιδέες, φθείρονται οι λέξεις, αδειάζουν τα σύμβολα. Και ο άνθρωπος ξημερώνει «σκουντουφλώντας». Ανίδεος ίσως όχι επειδή δεν γνωρίζει, αλλά επειδή γύρω του συμβαίνουν πια τόσα πολλά, τόσο γρήγορα, που δυσκολεύεται να καταλάβει πού ακριβώς βρίσκεται.</p>
<p>Η ποίηση του Κοζία δεν κλείνεται στο προσωπικό δωμάτιο. Το βλέμμα της ταξιδεύει διαρκώς. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βηρυτό, Δαμασκό, Οδησσό, Πράγα, Λένινγκραντ. Οι πόλεις περνούν από τους στίχους του φορτωμένες την Ιστορία τους.</p>
<p>Μελαγχολική η Αθήνα<br />
Πληγωμένη η Βηρυτός<br />
Έρημο το Μανχάταν<br />
Άσυλο τρελών η Δαμασκός<br />
Η Οδησσός ερωμένη μαστροπών.</p>
<p>Δεν είναι ένας κατάλογος τόπων. Οι πόλεις έχουν σώμα. Πληγώνονται, μελαγχολούν, ερημώνουν. Σαν να έχει περάσει πάνω από όλες ο ίδιος άνεμος. Οι πόλεμοι αλλάζουν τόπο, οι εξουσίες αλλάζουν πρόσωπα, οι σημαίες αντικαθίστανται. Η ανθρώπινη δοκιμασία όμως επιμένει.</p>
<p>Και μαζί της επιμένουν οι νεκροί.</p>
<p>Οι νεκροί είναι παντού σε αυτή τη συλλογή. Όχι ως σιωπηλές παρουσίες. Επιστρέφουν, συνομιλούν με τους ζωντανούς, εισβάλλουν στο παρόν. Ο Μαρά, ο Μαγιακόφσκι, ο Βιγιόν, ο Καρυωτάκης, ο Χλέμπνικοφ. Ο Κοζίας φτιάχνει μια παράξενη πομπή ανθρώπων και φωνών.</p>
<p>Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τη διακειμενικότητα της ποίησής του. Προτιμώ όμως να τη δω ως μνήμη. Γιατί οι φωνές των άλλων δεν βρίσκονται στους στίχους για να επιδείξει ο ποιητής τις αναγνώσεις του. Βρίσκονται εκεί επειδή κανένα τραγούδι δεν αρχίζει πραγματικά από την αρχή. Πίσω από κάθε λέξη υπάρχουν άλλες λέξεις και πίσω από κάθε ποιητή στέκονται οι ποιητές που προηγήθηκαν.</p>
<p>Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα – αναπνέουν<br />
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια – ξεραίνονται<br />
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι – σβήνουν<br />
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι – τραγουδούν.</p>
<p>Οι στίχοι του Βελιμίρ Χλέμπνικοφ, που περνούν στον «Ρεμβασμό στη στέπα», μοιάζουν να φωτίζουν ολόκληρη τη συλλογή. Οι άνθρωποι πεθαίνουν και τραγουδούν. Ή ίσως τραγουδούν επειδή γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν.</p>
<p>Μόνο που στον αιώνα του Κοζία το τραγούδι δυσκολεύεται.</p>
<p>Στόματα βλέπεις και γλώσσες δεν ακούς.</p>
<p>Ένας στίχος που με έκανε να σταθώ. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι μιλούν. Γράφουν, σχολιάζουν, μεταδίδουν. Οι λέξεις είναι παντού. Κι όμως, «γλώσσες δεν ακούς». Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ακριβής εικόνα για την παράξενη σιωπή της εποχής μας. Μια σιωπή που δεν προέρχεται από την απουσία λόγου αλλά από την υπερβολή του.</p>
<p>Και ύστερα:</p>
<p>Καλογιάννο, Καλογιάννο<br />
σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!</p>
<p>Επέστρεψα αρκετές φορές σε αυτούς τους δύο στίχους. Ίσως γιατί αναγνώρισα σε αυτούς κάτι πολύ δικό μας. Ο άνθρωπος που τραυλίζει στον αιώνα του. Βλέπει, αλλά δεν προλαβαίνει να καταλάβει. Μιλά, αλλά οι λέξεις του δεν φτάνουν. Προσπαθεί να ονομάσει αυτό που ζει και, μέχρι να βρει το όνομα, ο κόσμος έχει ήδη αλλάξει.</p>
<p>Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD<br />
Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται<br />
καλύτερα από τις μηχανές<br />
καλύτερα από τους πάνθηρες.</p>
<p>Έξω ο κόσμος αλλάζει. Μέσα μας όμως; Ο Κοζίας δεν φαίνεται να πιστεύει ιδιαίτερα στην πρόοδο του ανθρώπου. Οι μηχανές εξελίσσονται, οι κοινωνίες αλλάζουν, καινούργιες λέξεις μπαίνουν στη ζωή μας. Τα αρχαία θηρία όμως εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας.</p>
<p>Γι’ αυτό και η ποίησή του είναι πολιτική. Όχι με την έννοια του συνθήματος. Άλλωστε γνωρίζει καλά τα συνθήματα και γνωρίζει επίσης τι απέγιναν πολλές από τις μεγάλες υποσχέσεις της Ιστορίας.</p>
<p>Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή<br />
Τι απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;<br />
Τι απέγινε πράγματι;</p>
<p>Αυτή η ερώτηση ξεπερνά τις πόλεις. Τι γίνεται η οργή όταν κουραστεί; Πού πηγαίνει η αντίσταση όταν μετατραπεί σε ανάμνηση; Πότε ο άνθρωπος συνηθίζει τόσο πολύ την υποταγή, ώστε παύει ακόμη και να την αναγνωρίζει;</p>
<p>Το ανθρώπινο σώμα στους στίχους του Κοζία πληρώνει σχεδόν πάντα το τίμημα. Σάρκα, δέρμα, κόκαλα, κρανία, αίμα. Ένα σώμα που γδέρνεται, θάβεται, τεμαχίζεται. Στο «Δερματάδικο» διαβάζουμε:</p>
<p>Δέρμα για πορτοφόλια<br />
για αμπαζούρ, για άλμπουμ<br />
Δέρμα της σκύλας του Μπούχενβαλντ<br />
δέρμα εργατικό, δέρμα του σκλάβου<br />
δέρμα παραφροσύνης.</p>
<p>Ο ποιητής δεν χαμηλώνει το βλέμμα μπροστά στη φρίκη. Ούτε προσπαθεί να την κάνει περισσότερο εύπεπτη. Κάποιες εικόνες είναι σκληρές, στα όρια του γκροτέσκου. Ίσως όμως χρειάζεται η υπερβολή όταν η καθημερινή επαφή μας με τη βία μάς έχει κάνει τόσο δύσκολους στο να συγκλονιστούμε.</p>
<p>Και μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι υπάρχει η Ομορφιά. Όχι αθώα. Όχι προστατευμένη.</p>
<p>Στον «Βάαλ ή Ο μικρός θεός της Ομορφιάς» οι δήμιοι «δοκιμάζουν την τέχνη τους / πάνω στον μικρό θεό της Ομορφιάς». Και στον «Ροδανθό»:</p>
<p>Η Ομορφιά σαν θερισμός<br />
όλα τα θέλει τώρα<br />
το μαγικό, το άνομο, το άπιαστο, το ξένο.</p>
<p>Και το τσεκούρι ανθίζει.</p>
<p>Έκλεισα το βιβλίο και ο στίχος συνέχισε να με ακολουθεί. «Και το τσεκούρι ανθίζει». Τέσσερις λέξεις. Η καταστροφή και η ομορφιά στην ίδια εικόνα. Το τσεκούρι, αυτό που κόβει, ανθίζει. Και σκέφτομαι πως κάπως έτσι κινείται ολόκληρη η συλλογή, ανάμεσα στη φρίκη και στην ομορφιά, στον θάνατο και στο τραγούδι.</p>
<p>Τι μένει λοιπόν στην ποίηση; Ο ίδιος ο Κοζίας ρωτά:</p>
<p>Τραγούδησε<br />
Τι να τραγουδήσω.</p>
<p>Και λίγο αργότερα:</p>
<p>Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια.</p>
<p>Μόνο που υπάρχει εδώ μια αντίφαση που μου αρέσει. Ο ποιητής λέει ότι τα τραγούδια πέτρωσαν γράφοντας ένα τραγούδι. Αναρωτιέται τι να τραγουδήσει και τραγουδά. Βλέπει γύρω του άφωνες γλώσσες και χρησιμοποιεί τη δική του.</p>
<p>Ίσως η ποίηση να μην αλλάζει την Ιστορία. Δεν σταματά τους πολέμους, δεν ανασταίνει τους νεκρούς, δεν επιστρέφει στις παλιές πόλεις την οργή τους.</p>
<p>Αλλά θυμάται.</p>
<p>Και μιλά.</p>
<p>Η συλλογή ολοκληρώνεται με τη «Φαντασία για μια χάλκινη σάλπιγγα».</p>
<p>Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο Θαύμα!</p>
<p>Κρατώ το «ίσως». Γιατί ο Κοζίας δεν μας υπόσχεται κανένα θαύμα. Ζητά όμως να ακουστεί η σάλπιγγα.</p>
<p>Να υπάρξει ήχος.<br />
Να υπάρξει φωνή.<br />
Τι αιώνα κάνει λοιπόν έξω;</p>
<p>Δεν είμαι σίγουρη ότι, κλείνοντας το βιβλίο, μπορώ να απαντήσω. Ίσως κάνει έναν αιώνα γερασμένο. Έναν αιώνα βίαιο, που μιλά ασταμάτητα και δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να αρθρώσει τις λέξεις του.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας πάντως ανοίγει το παράθυρο και κοιτάζει έξω.</p>
<p>Και ό,τι βλέπει, όσο σκοτεινό κι αν είναι, το κάνει ποίηση.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΗ ΜΙΣΑΗΛΙΔΗ</strong></h5>
<p>Fractal 16/06/2026</p>
<p>«Ο άνθρωπος που τραυλίζει στον αιώνα του»</p>
<p>Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία, Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025) (ISBN:978-6185739-79-9) συγκροτεί έναν λόγο βαθιά πολιτικό, κοινωνικό, υπαρξιακό και ιστορικά φορτισμένο, που επιχειρεί να αποτυπώσει τις εγγενείς αντιφάσεις και τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκών κοινωνικών και πολιτισμικών μετασχηματισμών.</p>
<p>Ήδη από τον τίτλο της συλλογής, ο οποίος αντλείται από τον Μπόρις Πάστερνακ, διαμορφώνεται ένας πυρήνας προβληματισμού που υπερβαίνει τα στενά όρια μιας χρονικής ή ιστορικής αναφοράς και μετατρέπεται σε ένα αγωνιώδες ερώτημα για τη φύση και την ποιότητα του παρόντος. Το ερώτημα «Τι αιώνα κάνει έξω;» συνιστά έναν βαθύ υπαρξιακό και πολιτισμικό στοχασμό σχετικά με τη θέση του υποκειμένου μέσα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από ρευστές κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, κρίσεις αξιών και φαινόμενα συλλογικής αποξένωσης. Πρόκειται για ένα ερώτημα το οποίο εκφράζει την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να αναγνωρίσει μέσα σε ποιον αιώνα καλείται να ζήσει, να επιβιώσει, να διασώσει την ανθρωπιά του και να επαναδιεκδικήσει το τρίπτυχο: «Ελευθερία – Δικαιοσύνη – Αδελφοσύνη» (σ. 19).</p>
<p>Ερμηνευτικό κλειδί για την ανάγνωση της συλλογής αποτελούν και οι δύο στίχοι που επιλέγονται για το οπισθόφυλλο της έκδοσης από το ποίημα «Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40): «Καλογιάννο, Καλογιάννο/σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!». Η εικόνα του ανθρώπου που «τραυλίζει στον αιώνα του» συμπυκνώνει τον κεντρικό άξονα της ποιητικής προβληματικής του Κοζία: την αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου της εποχής μας να κατανοήσει και να εκφράσει την ιστορική, κοινωνική και υπαρξιακή συνθήκη μέσα στην οποία ζει. Μέσα σε έναν κόσμο κρίσεων, διαψεύσεων και διαρκών μεταβολών, η ποιητική φωνή αναζητεί έναν λόγο ικανό να ερμηνεύσει τον καιρό της και να αντισταθεί στη λήθη.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας αποτυπώνει με ιδιαίτερη οξύτητα τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αναδεικνύοντας φαινόμενα συλλογικής αδράνειας, κοινωνικού τέλματος και παθητικότητας, χαρακτηρίζοντας την εποχή μας στο ποίημα με τίτλο «Ερημόκαμπος» (σ. 14) ως «[…] Σε εποχή γερασμένη/Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα/χαύνωση ουρλιάζει, σε χαύνωση κοιμάται/και ξημερώνει σκουντουφλώντας/ανίδεος και ακαμάτης/σαν γελωτοποιός στον Άδη/κακορίζικε άνθρωπε/Σε εποχή γερασμένη/Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία».</p>
<p>Συνυφασμένη με αυτή την παρακμή είναι και η απώλεια της ιστορικής μνήμης, της πατρίδας και της αυθεντικής ανθρώπινης φωνής μέσα σε έναν κόσμο αποξένωσης και πνευματικής υποδούλωσης: «Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιον χρόνο / σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;». Το ερώτημα αυτό αποκτά έντονη υπαρξιακή διάσταση, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος παρουσιάζεται «Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης / Δούλος στρατώνος / Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά», εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα ηθικής διάβρωσης και ιδεολογικής χειραγώγησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητής στηλιτεύει το σαθρό πολιτικό οικοδόμημα, στο οποίο κυριαρχούν «πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα» (σ. 12). Η εικόνα ενός κόσμου «που γδέρνει, κηδεύει και στενάζει […] Γένος αχόρταγο, άγριο γένος των ανθρώπων / Πού χάθηκαν οι γενναίοι ταμπάκηδες / με τους ωραίους τρόπους;» (σ. 15), αποτυπώνει την κρίση αξιών και την αποσύνθεση των ανθρώπινων σχέσεων σε αντιδιαστολή με το παρελθόν.</p>
<p>Στο ποίημα με τίτλο «Η Κόκκινη Ρεγκάτα» (σ. 18) αναπτύσσεται ένας γόνιμος διακειμενικός διάλογος με το ποίημα του Κ. Καρυωτάκη «[Είμαστε κάτι…]» (Καρυωτάκης, 1975) και την «Ξανθούλα» του Δ. Σολωμού, ο οποίος αποδίδει το αίσθημα της υπαρξιακής αγωνίας. Ο ποιητής επικαλείται την «Madonna θάνατε/λυπήσου τους θαλασσοδερμένους/Αυτούς που αγάπησαν/γοργόνες, κορίτσια της αλμύρας/κι όσους χάθηκαν στο Τούνεζι/στην Μπαρμπαριά από δίκοπο μαχαίρι/Τώρα κορμιά σκεβρωμένα/σπασμένες αντένες στα μουράγια…». Η κραυγή αγωνίας, «Madonna θάνατε/ποιος θα μας καθαρίσει από τη μοράβια;» εκφράζει την ανάγκη για μια εσωτερική και συλλογική κάθαρση από την υλική και πνευματική φθορά. Η αξιοποίηση ενός λεξιλογίου που αντλείται από τη ναυτική ζωή («σκαρί», «αλμύρας», «μουράγια», «του πελάγου αφρό») εντείνει τη διακειμενική συνομιλία με την ποίηση του Δ. Σολωμού, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα υπαρξιακής αστάθειας.</p>
<p>Οι πόλεις – «Αλεξάνδρεια, Θήβα, Πρέβεζα, Ερμούπολη, Κιλκίς» (σ. 12), «η Αθήνα, η Βηρυτός, το Μανχάταν, η Δαμασκός, η Οδησσός» (σ. 40) – λειτουργούν στην ποιητική σύνθεση του Γιώργου Κοζία ως έντονα προσωποποιημένοι τόποι, ως «τόποι μνήμης» (lieux de memoir) σύμφωνα με τον Pierre Nora (1996), οι οποίοι φέρουν το ιστορικό και υπαρξιακό φορτίο του ανθρώπου και μετατρέπονται σε σύμβολα της συλλογικής μνήμης και της πολιτισμικής παρακμής, συνθέτοντας ένα πολυδιάστατο ψηφιδωτό του σύγχρονου κόσμου, στον οποίο κυριαρχούν ο πόνος, ο θάνατος, η υπαρξιακή μοναξιά και η διαφθορά, όπως αποτυπώνεται στην «Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40):</p>
<p>Μελαγχολική η Αθήνα<br />
Πληγωμένη η Βηρυτός<br />
Έρημο το Μανχάταν<br />
Άσυλο τρελών η Δαμασκός<br />
Η Οδησσός ερωμένη μαστροπών</p>
<p>Ο κόσμος του Γ. Κοζία, κατακερματισμένος και αποσταθεροποιημένος, καθρεφτίζει την ανθρώπινη αγωνία. Η επιλογή πόλεων με έντονο πολιτισμικό φορτίο προσδίδει στη συλλογή οικουμενική διάσταση. Οι πόλεις λειτουργούν έτσι ως φορείς μνήμης και τραύματος, καθώς εγγράφουν στο σώμα τους ιστορικές εμπειρίες και συλλογικά βιώματα (Halbwachs, 2013). Η διάσταση αυτή ενισχύεται από τις βιβλικές και μυθολογικές αναφορές, οι οποίες προσδίδουν στον ποιητικό λόγο διαχρονικότητα και συμβολικό βάθος: «Είδα φυλές και έθνη με το σημάδι του Ιούδα […] Είδα τον Λάζαρο μανιακό με ένα φτυάρι» (σ. 19), «Κι εμείς τι μνημονεύουμε;/Τριήμερα με λίγο στάρι/Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων/Τεσσαρακοστά, Ετήσια/Λαζάρου και Θωμά/» (σ. 23), «Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα/στην Ανάφη και βρίσκεται/εξόριστος στην Τροία» (σ. 34), «Για ένα γυαλί ρακή, σκάβω και θάβω/στα δείπνα της Εκάτης» (σ. 37), «και πέφτω σαν τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων» (σ. 49).</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Κοζία είναι έντονα ανθρωποκεντρική, καθώς στρέφεται προς τον άνθρωπο που δοκιμάζεται και συνθλίβεται από τους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς μηχανισμούς της εποχής μας, αποδίδοντας παραστατικά την εικόνα ενός ανθρώπου εξουθενωμένου από τις κοινωνικές αντιξοότητες και εγκλωβισμένου σε μια κατάσταση παθητικής υποταγής: «Κι ο κόσμος φτωχός, μοναχικός/για μιας δραχμής τα γιασεμιά/χάνεται στο διάβολο-Βαρδάρη/τσακισμένος/από τις συμφορές, στεφανωμένος υποταγή» (σ. 12). Ταυτόχρονα ο άνθρωπος παρουσιάζεται αποδυναμωμένος, εγκλωβισμένος σε μια κοινωνία πνευματικής και ηθικής αποσύνθεσης: «Βλέπω τυφλούς ανθρώπους /στο Πουργατόριο να σέρνουν την τιμή τους/Έθνη της ηδονής και της κλεψύδρας» (σ. 15), «Κι εμείς μαύρη ζωή, κέρματα και θλίψη» (σ. 42), «Άλαλοι, τυφλοί, χωλοί/και μολυσμένοι, δημόσιοι υπάλληλοι/Αννόβερου βελάζοντας στις Θήβες/mehr nicht, mehr nicht» (σ. 47).</p>
<p>Παράλληλα, ο ποιητής εντάσσει στον ποιητικό του κόσμο τον άνθρωπο της ψηφιακής και τεχνοκρατικής εποχής, ο οποίος εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε ένα απρόσωπο και αποξενωμένο σύστημα εργασίας και κατανάλωσης. Η προσφώνηση «Δούλε της Amazon» (σ. 56) λειτουργεί συμβολικά, αναδεικνύοντας τις νέες μορφές εξάρτησης και εκμετάλλευσης που επιβάλλει η παγκοσμιοποιημένη οικονομική πραγματικότητα. Αντίστοιχα, στους στίχους «Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD/Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται/καλύτερα από τις μηχανές/καλύτερα από τους πάνθηρες/καλύτερα από χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα» (σ. 36), ο Κοζίας αποτυπώνει έναν κόσμο βίας, τεχνολογικής αλλοτρίωσης και εσωτερικής διάλυσης, στον οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη απειλείται τόσο από τις μηχανές όσο και από την ίδια την ηθική αποσύνθεση της εποχής.</p>
<p>Ωστόσο, η ποίηση του Κοζία δεν εξαντλείται σε μια ζοφερή καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας. Παρά την κυριαρχία εικόνων παρακμής, θανάτου και ματαίωσης, διαπερνά τη συλλογή μια επίμονη αναζήτηση ελπίδας και αντίστασης απέναντι στις δυνάμεις της υποταγής. Η ποιητική φωνή αρνείται να συνθηκολογήσει με την ιστορική και κοινωνική παρακμή, διατηρώντας ζωντανή την προσδοκία μιας μελλοντικής αναγέννησης: «Θα ’ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα/ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ» (σ. 17) και «Ω άλογο του απελευθερωτή/Τι τραγουδάει το χορτάρι κάτω από τις οπλές;/Θα πιστέψουν τα πουλαράκια/ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ» (σσ. 28-29). Η χρήση των κεφαλαίων γραμμάτων λειτουργεί εμφατικά και μετατρέπει την ποιητική φράση σε κραυγή ελπίδας και πίστης στη δυνατότητα της συλλογικής αφύπνισης και της ιστορικής υπέρβασης και ο ποιητικός λόγος λειτουργεί ως σάλπισμα, ως κάλεσμα αντίστασης απέναντι στη λήθη.</p>
<p>Ο ελεύθερος στίχος, η αξιοποίηση του α΄ και του β΄ ρηματικού προσώπου, η συχνή επανάληψη λέξεων και στίχων, η εκτεταμένη χρήση σημείων στίξης, ο έντονα εικονοπλαστικός λόγος, η κεφαλαιογράμματη γραφή, καθώς και τα ερωτήματα και οι άμεσες προσφωνήσεις, αποτελούν βασικές γλωσσικές και υφολογικές επιλογές που προσδίδουν δραματικότητα και θεατρικότητα στον ποιητικό λόγο. Παράλληλα, συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ισχυρού εσωτερικού ρυθμού, ενώ εντείνουν την εκφραστική δύναμη του ποιήματος και ενισχύουν την ανάδειξη των κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών προβληματισμών του ποιητικού υποκειμένου.</p>
<p>Η συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω; συνιστά μια ουσιαστική ποιητική παρέμβαση στον δημόσιο και πνευματικό διάλογο της εποχής μας, που καλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τα αδιέξοδα, τις διαψεύσεις και τις ευθύνες του σύγχρονου κόσμου. Έτσι, το ερώτημα του τίτλου παραμένει ανοιχτό όχι μόνο ως διαπίστωση της ιστορικής συγκυρίας αλλά και ως διαρκής πρόκληση αυτογνωσίας: σε ποιον αιώνα ζούμε και, κυρίως, σε ποιον αιώνα θέλουμε να ζήσουμε.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ</strong></h5>
<p>frear.gr 28/05/2026</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Κοζία συγκροτεί ένα άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν στο σύνολο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής όπου είναι συχνά αισθητή η επανάληψη κάθε είδους. Το τρίτο βιβλίο του Κοζία Τι αιώνα κάνει έξω; κλείνει, τουλάχιστον έως τώρα, το ποιητικό σχέδιο που ξεκίνησε κυρίως με το Πολεμώντας υπό σκιάν και συνεχίστηκε με τον Εξάγγελο.</p>
<p>Ένα κύριο γνώρισμα της ποίησής του είναι η διαπλοκή του εαυτού/εγώ με το εμείς. Παράλληλα, είναι ορατή η συνάντηση με τους λόγους άλλων λογοτεχνών έτσι που η φωνή που μιλά αποκτά μια πολλαπλότητα και το ποιητικό υποκείμενο γίνεται μια πολυφωνία. Αυτή η ποίηση υψώνει πολιτικό λόγο ως φορέας προσωπικού και συλλογικού. Τα σύντομα λοιπόν βασικά χαρακτηριστικά του έργου του Κοζία είναι ο πολιτικός/κοινωνικός χαρακτήρας του και συνάμα ο πολυσήμαντος ρόλος του ποιητή, δεύτερον η διακειμενικότητα όχι μόνο ως δομικό συστατικό, αλλά ως συγκρότηση ενός ομιλούντος διακειμενικού εαυτού.</p>
<p>Από το πρώτο ποίημα η ποιητική φωνή παρουσιάζεται με σχεδόν τελετουργικό όνομα: «Εγώ ο Γεώργιος Βάαλ διχασμένος/με αρπάζει η νοσταλγία και τραγουδάω στις ταβέρνες». Ειρωνεία και τραγικότητα, γνώρισμα όλης της συλλογής κάνουν την εμφάνισή τους δυο φορές στο πρώτο αυτό ποίημα: «Όλα ήταν όμορφα/ τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένος πένθος/οι παράδοξες ελπίδες».</p>
<p>Ο ποιητής είναι το σώμα όπου εγγράφεται η βία της ιστορίας και, ταυτισμένος με την αντίσταση, μας δίνει γνωρίσματά του στο «Το πορτρέτο του καλλιτέχνη τον καιρό του τραβήγματος της ψηλής σκάλας»: «Εγώ στις λάσπες, λέω, δεν πατώ, μήτε/βορά θα γίνω των θεριών/Παρά μονάχα την ψηλή σκάλα/θα ανεβαίνω/αγέρωχος, ευθυτενής/με τα κουδούνια και το ξυράφι των τρελών/». Καθώς ο ποιητής εκφέρει λόγο ως εκπρόσωπος ενός «εμείς» επικαλείται τον αρχικό ρόλο της ποίησης ως δημόσιας επιτέλεσης. Το εμείς αυτό νοείται ως φαντασιακή/επιθυμητή συσπείρωση και μαζί υπαρκτή κοινότητα που συμπάσχει και αφουγκράζεται τον ποιητή. Αυτός επωμίζεται τον παλαιό δημόσιο ρόλο του: είναι προφήτης, στοχαστής, απολογητής, κορυφαίος του χορού, στέκει στη μέση και διαλέγεται με τους άλλους. «Τι να τραγουδήσω;» είναι ο τίτλος ενός ποιήματος που στην εξέλιξή του απαντά στο ερώτημα. Η προστακτική του «εμείς» επανέρχεται απαιτώντας από τον ποιητή-οδηγητή: «Τραγούδησε/ Τι να τραγουδήσω/Τους ψαράδες, τους περβολάρηδες, τους οδοιπόρους/»[…]Σαν νυχτερίδες κρέμονται οι ζωντανοί…/Μαυλίστρες οι προφήτες, οι πολιτικοί, οι Γραφές/[…] Τραγούδησε/Τι να τραγουδήσω/Τα Ιεροσόλυμα τρελαίνουν ή σκοτώνουν;[…] Τραγούδησε/ Τι να τραγουδήσω/Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια». Η ποίηση αναδεικνύεται σε δραστικό λόγο, σε κοινωνικό παράγοντα και ο ποιητής-προφήτης του Ρεμπώ επιστρέφει: παρατηρεί, σχολιάζει και κρίνει ενορατικά, δημόσιος εκφραστής και ταυτόχρονα ενοποιός δύναμη. Το μένος και το πάθος, η ενορατική δύναμη οδηγούν σε μια ρομαντική επαναστατικότητα: «Γρηγορείτε! Γρηγορείτε! / Θεοί τρομάζουν, λαοί αλαλάζουν / Νεκροί ξυπνούν, βασίλεια αφανίζονται» («Πατριδάλογο» 28). Ή:«Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα!». «Ακούστε μας/ ακριβοί μου νεκροί, είμαστε ζωντανοί//Γλέντα, Θλίψη, Χόρεψε, Θλίψη, Πέταξε, Θλίψη». «Φαντασία για μια χάλκινη σάλπιγγα».</p>
<p>Σε κάθε πάντως περίπτωση το εγώ γίνεται πέρα από δημόσιο, και πολυφωνικό μέσω του ισχυρού διακειμένου. Η διακειμενικότητα, όπως ήδη ανέφερα, δε λειτουργεί μόνο ως ρητή ή υπόρρητη κειμενική υπόμνηση, αλλά δομεί την ίδια τη φωνή εκφοράς του ποιητικού λόγου. Παστερνάκ, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Μαντελστάμ, Δάντης, Μοντεβέρντι, Καββαδίας αλλά και ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα, μέρη ή στίχοι ή λέξεις από ποιήματα και τραγούδια, άριες ή θούριους συνθέτουν σίγουρα ένα παλίμψηστο λόγων αλλά ταυτόχρονα συγκροτούν μια πολυφωνία αφομοιωμένη οργανικά μέσα στην υφή και τη φωνή του ποιήματος, ώστε αυτή να ακούγεται ατομική αλλά και τόπος συνάντησης άλλων φωνών, ένας εαυτός ο ίδιος ένα διακείμενο, ένα πεδίο παραθεμάτων.</p>
<p>Η διακειμενικότητα εντέλει είναι τρόπος με τον οποίο η ποίηση του Κοζία σκέφτεται: μέσω ανακλήσεων, παραλλαγών, μεταμορφώσεων και επανεγγραφών ενός τεράστιου αρχείου, ιστορικού και λογοτεχνικού. Η ιστορία, παρούσα στο έργο του Κοζία, δεν εμφανίζεται ως απλή γραμμική αλληλουχία γεγονότων. Η επιμονή με τους ηττημένους, τους νεκρούς, τους εξόριστους, τους χαμένους αγώνες και τις φθαρμένες επαναστατικές υποσχέσεις, οι αναφορές σε επανάσταση, Κόκκινο Στρατό, Οκτώβρη, Μαρξ, διωγμένους και πολιορκημένους, όπως και η συνεχής επιστροφή σε ιστορικά ερείπια και συλλογικά τραύματα, δείχνουν ότι ο ποιητής δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως ουδέτερο παρελθόν αλλά ως πεδίο ανεκπλήρωτων ή προδομένων δυνατοτήτων. Χαρακτηριστικό το ποίημα «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…»: «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ κάθισα και έκλαψα/Και πέρασε η Χρυσή Ορδή τροπαιοφόρα/καλπάζοντας, θερίζοντας/Πάνω από τα κόκαλα των νικημένων/Τα στάχυα δεν κυματίζουν πια στην Ουκρανία//[…]Υπάρχουν κι άλλοι θάνατοι εκτός απ’ του κορμιού/[…] οι ελπίδες των γενναίων ανθρώπων, άγριες/ώρες που ζευγαρώνουν ζωντανοί με πεθαμένους//Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ πληρώσαμε τη γη/και κατακυριεύσαμε το Τίποτα/…».</p>
<p>Γι’ αυτό το ποιητικό σύμπαν του Κοζία μπορεί να περιγραφεί ως ποίηση αρχειακή, αποκαλυπτική/δυστοπική και ταυτόχρονα ελεγειακή, στοιχεία που αιτιολογούν απόλυτα τον τόνο της. Ακόμη περισσότερο, πρόκειται για έργο με ισχυρή ιστορική φόρτιση στο πλαίσιο ενός διαλόγου με την ιστορία: «Η ιστορία θα μας εκδικηθεί για αυτό που υπήρξαμε» («Addio terra, addio Cielo e sole, addio»). Έτσι θα την ονόμαζα ποιητικό επαναστατικό ιστορικό αρχείο αφού απαντούν επίκληση ιστορικών μορφών, επαναστατών, πόλεων, μαχών, συλλογικών τραυμάτων, αναφορά σε πατρίδα, χρήση συμβόλων, παλιές πόλεις και τόποι.</p>
<p>Ταυτόχρονα, κάθε τέτοια αναφορά διυλίζεται ποιητικά, μετασχηματίζεται από την ένταση του συναισθήματος, όπως και πάλι δείχνει το δεύτερο μότο από τον Εξάγγελο του λυρικού Ρίλκε αυτή τη φορά: «Τώρα κάνε το έργο της καρδιάς/στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα σου.». Το οικοδόμημα έχει ήδη υψωθεί ποίηση με πολιτικότητα και πολιτειότητα χωρίς στράτευση και ρηχή συνθηματολογία που συνδυάζει εύστοχα το εγώ που εξεγείρεται με το εγώ που στοχάζεται το παρελθόν –ιστορικό και ποιητικό– και διερωτάται για το μέλλον.</p>
<p>Ποιος είναι λοιπόν ο κόσμος στον οποίο όπου ποιητής αναλαμβάνει τον προφητικό ρόλο που περιγράφηκε παραπάνω; Μετακαταστροφικός, παροντικός αλλά και προφητικά μελλοντικός. Τα στοιχεία/χαρακτηριστικά του είναι διάσπαρτα σε πολλά ποιήματα: Πόλεις, νεκροταφεία, τάφοι, σκάλες, άλογα, ποτάμια, λιμάνια, χορτάρια, αίμα, στάχτη, μαχαίρια και ερείπια συναποτελούν ένα σταθερό υλικό που συναιρεί την ποιητική φαντασία με την ιστορία. Ένα από τα αρχικά μότο στον Εξάγγελο, αντλημένο από τον αμφιλεγόμενο Σελίν, αναφέρει: «δεν υπάρχει τίποτα/παρά άσματα εξέγερσης και ελπίδας/Αλλά ελπίδα για ποιο πράγμα;/». Ο άνθρωπος εμφανίζεται εκτεθειμένος στη φθορά, στη βία, στην ιστορική συντριβή, σχεδόν πάντοτε απογυμνωμένος από ηρωικό κύρος. «Και πέρασε η Χρυσή Ορδή τροπαιοφόρα / καλπάζοντας, θερίζοντας / Πάνω από τα κόκαλα των νικημένων» («Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…»). Ή: «Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν/Κι άλλοι νεκροί περνούν/δίπλα στους κέδρους/κάτω από τον Πολικό Αστέρα//Κι εμείς τι μνημονεύουμε;/Τριήμερα με λίγο στάρι/Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων/» («Καντάτα του Γενισέι»). Όμως ο βαθιά επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της ποίησης εναποθέτει την ελπίδα ζωής στα άτομα μέσω του ποιητή και του λόγου του: «Και με τα νύχια γράψε/ στο χώμα επάνω το σωτήριον Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα» με κεφαλαία – έτσι κλείνει η συλλογή.</p>
<p>Αυτή η ποίηση συγκροτείται αντιλυρικά μέσα από τον λυρισμό της καθώς έχει ένταση, πάθος, μουσικότητα, αλλά δεν αποβλέπει στην καθαρή λυρική εξύψωση. Συνεχώς τη διακόπτει σχεδόν με βία, ειρωνεία, αποκαλυπτικές εικόνες, υλικά χαμηλά ή αποκρουστικά. «Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD» («Καντέντσα του νεκροθάφτη»). Ή:«Η ελευθερία είναι σαν ένα μουλαρίσιο τομάρι» και μετά: «το τραγουδάω στίχο, στίχο / το τεμαχίζω μερίδα τη μερίδα» («Το δερματάδικο (Μπρεχτικό παράδοξο)»). Ο Κοζίας αφήνει τον εξομολογητικό λόγο και τη χαμηλόφωνη λυρική εσωστρέφεια υπέρ ενός σχεδόν ρομαντικού πολιτικού λυρισμού. Βασικό στοιχείο του έργου του είναι ένα υβριδικό υψηλό ύφος και η σύνθεση ενός τόνου μεταξύ υψηλού και λυρικού καταλήγοντας σε εξεγερσιακό σάλπισμα: υψηλή συγκινησιακή φόρτιση που μεταφέρεται στην/στον αναγνώστρια/αναγνώστη, καταγγελτικός παλμός που δίνει ένταση στα ποιήματα, πυκνή αποκαλυπτική εικονοποιία, επαναληπτικές επωδοί, με έντονη χρήση της προσφώνησης, επίκλησης, της επανάληψης, ιδιαίτερος ρυθμός, που καλούν τη συμμετοχή. Οι φράσεις επιστρέφουν ως μοτίβα, οι στίχοι οργανώνονται σε επαναληπτικές δέσμες, και το ποίημα αποκτά μια σύνθετη μορφή μεταξύ θρήνου, καντάτας, μπαλάντας, παραλογής ή σχεδόν λειτουργικού άσματος, στοιχείο που ενισχύουν οι επαναλήψεις στίχων, όπως στο «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…» που ανέφερα παραπάνω. Ο στίχος επανέρχεται τρεις φορές και οργανώνει ολόκληρο το ποίημα σαν θρηνητική επωδό.</p>
<p>Όλο αυτό το ποιητικό σχέδιο του Κοζία φαίνεται μεγαλεπήβολο γιατί ταυτόχρονα απαιτεί και την αναγνωστική συμμετοχή ως λογοτεχνική αρέσκεια/απόλαυση/κατανόηση και ως ιδεολογική συναίνεση. Νομίζω ότι ο Κοζίας επιτυγχάνει αυτή την ισορροπία ιδίως γιατί ελέγχει το βαθμό παρουσίας των συστατικών της ποίησής του χωρίς να αφήνει το προϋπάρχον ποιητικό σχέδιο να εξοβελίζει τη συγκινησιακή δυναμική των ποιημάτων του: «Στο μαγαζάκι της ζωής/Άνθρωποι κούκλες πανηγυριών/Άνθρωποι ζώα ιπποδρομίου/Όπου και να κοιτάξετε πεταλώνονται ψυχούλες/Και μένει αφύλαχτη η σίκαλη/Και μένει έρημη η αγάπη» («Και μένει αφύλαχτη η σίκαλη») αφού «Ή χάνεις ή κερδίζεις ό,τι έχεις μιζάρει/Συνήθως χάνεις» («Αποπλάνηση με στεφάνι κηδείας»).</p>
<h5><strong>ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 12/03/2026</p>
<p>Ο αιώνας της θλίψης και η γεωγραφία της καταστροφής</p>
<p>Ένα αναπάντεχο ερώτημα αποτελεί τον τίτλο της πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Κοζία, Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025). Ο ποιητής αναρωτιέται για τον «αιώνα» με την ίδια καθημερινή αγωνία που θα ρωτούσε κανείς για τον καιρό, αναζητώντας προστασία από τα στοιχεία της φύσης.</p>
<p>Ο τίτλος προέρχεται από τον δημιουργό του Δόκτορα Ζιβάγκο, Μπόρις Πάστερνακ (1890-1960), όπως σημειώνεται στην έκδοση. Διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, όχι ως ρητορικό ερώτημα, αλλά ως κραυγή αγωνίας. Άλλωστε, τόσο ο καιρός όσο και ο αιώνας δεν εμπνέουν ασφάλεια, γεγονός που συνειδητοποιούμε καθημερινά. Το ερώτημα αυτό συνεχίζει να μας θυμίζει πως, παρά την αλλαγή του αιώνα, τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα παραμένουν έντονα. Ο ποιητικός λόγος μοιάζει να αδυνατεί να προσδιορίσει το ιστορικό ή ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται, καθώς τα τραυματικά γεγονότα επαναλαμβάνονται με καταιγιστικό τρόπο και ο χρόνος εμφανίζεται θρυμματισμένος, με θεωρητικούς όρους «μετα-ιστορικός».</p>
<p>Στα ποιήματα της συλλογής, ο αιώνας βιώνεται ως παρατεταμένο παρόν κρίσης. Ο Κοζίας σκιαγραφεί με μελανά χρώματα τόσο τον αιώνα που ήδη διανύει το πρώτο του τέταρτο, όσο και εκείνον που προηγήθηκε: «Σε άλλον αιώνα σκουπιδιών / σε άλλη εποχή / κάνουν την τσάρκα τους / πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα […] Πικρό ψωμί και κίβηλη ζωή / Τί απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;» («Των παλαιών πόλεων η οργή»). Η διακειμενική αναφορά στον «Λαό των μουνούχων» και στους «Μοιραίους» του Βάρναλη είναι προφανής, υπογραμμίζοντας την πρόθεση του ποιητή να στηλιτεύσει τη σύγχρονη πραγματικότητα και να αφυπνίσει τον άνθρωπο απέναντι στο ηθικό και πολιτικό κατρακύλημα του κόσμου. Αξιοποιώντας μοτίβα φθοράς, αποσύνθεσης και αδυναμίας επικοινωνίας, η ποιητική συλλογή του Κοζία αναμετράται με την παρακμή του σύγχρονου πολιτισμού μπροστά σε έναν παρηκμασμένο, κουρασμένο και απονευρωμένο, τεχνοκρατικό και απάνθρωπο.</p>
<p>Οι πόλεις του κόσμου (η Θεσσαλονίκη, η Ιερουσαλήμ, η Αλεξάνδρεια, η Βηρυτός, η Οδησσός, το Λένινγκραντ, η Μόσχα) περιγράφονται ως μελαγχολικά πεδία ερήμωσης, πληγωμένες, έρημες, παραδομένες στον μαρασμό. Ο ποιητικός λόγος διατρέχει ιερούς τόπους που πνίγονται στο αίμα: οι πολιτείες του Δαυίδ και τα σοκάκια του Αλαδίνου μετατρέπονται σε σκηνικά βίας, όπου ο «κρότος και το αίμα» αποτελούν την καθημερινή πραγματικότητα. Η αίσθηση του τέλους απλώνεται πάνω από τα πάντα. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται γυμνός, μόνος, ένας υποδουλωμένος στη μοίρα, παγιδευμένος ανάμεσα στην πλάνη και τον Μαμωνά.</p>
<p>Η κριτική του Κοζία για την ψηφιακή εποχή είναι, επίσης, αμείλικτη: η τεχνολογική πρόοδος βαδίζει παράλληλα με την ηθική καθίζηση. Ο κόσμος, «τυφλός σαν νυχτερίδα», παραδίδεται στη χαύνωση και την ανία. Ο θάνατος στοιχειώνει τη συλλογή, από τη «Madonna Θάνατο» έως το «Πριγκιπάτο του Θανάτου», υπογραμμίζοντας μια βία καθολική —πολιτική, κοινωνική, αλλά και γλωσσική.</p>
<p>Για τον ποιητή, ο άνθρωπος είναι «ανίατα περαστικός», ένα σώμα που αδυνατεί να ριζώσει στο σήμερα, παγιδευμένο σε έναν αιώνα κενό νοήματος. Το θεμελιώδες ερώτημα μετατοπίζεται: δεν είναι πλέον το «ποιος είμαι;», αλλά το «σε ποιον αιώνα υπάρχω;». Σε αυτό το πεδίο, η Ιστορία βιώνεται ως τραύμα και ως βάρος που συνθλίβει κάθε προσδοκία στο παρόν.</p>
<p>Όλα τα παραπάνω διατυπώνονται με ένα ύφος πολυεπίπεδο —ελεγειακό, σαρκαστικό, προφητικό και στοχαστικό—, απογυμνωμένο από περιττή ρητορεία. Ο λόγος του Κοζία συνδυάζει τον φιλοσοφικό τόνο με τον λυρικό υπαινιγμό και την κοινωνική αγωνία. Από τη μία πλευρά κυριαρχεί μια βαθιά μελαγχολία για όσα χάθηκαν («Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή») και από την άλλη ένας αιχμηρός σαρκασμός για την κοινωνική σήψη («trafficking, ρομπότ και LSD»), που σε ορισμένους στίχους αποκτά προφητική διάσταση, προμηνύοντας το τέλος της εποχής («ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ», «Πατριδάλογο»).</p>
<p>Μορφολογικά, τα ποιήματα είναι σύντομα, σε ελεύθερο στίχο, με έντονη ρητορικότητα, που τονίζεται με τη συχνή χρήση θαυμαστικών, αποσιωπητικών, ξένων όρων και κεφαλαιογράμματων λέξεων ή μόνο με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα (Ομορφιά, Θλίψη, Τέλος, Ανία, Θνητό, Μάταιο). Αν και στερούνται ομοιοκαταληξίας, τα ποιήματα διαθέτουν έναν ισχυρό εσωτερικό ρυθμό που θυμίζει ψαλμό, ενώ οι έντονες αντιθέσεις (π.χ. «το τσεκούρι ανθίζει», φως/σκοτάδι, μνήμη/λήθη) τονίζουν το χάσμα μεταξύ ιδανικού και πραγματικού. Η γλώσσα, τέλος, κινείται ανάμεσα στο καθημερινό και το υπαινικτικό· υιοθετώντας μια τραχιά, σχεδόν αντι-λογοτεχνική χροιά, η ποιητική φωνή μετατρέπεται σε κραυγή διαδήλωσης ή δημόσια καταγγελία.</p>
<p>Παράλληλα, ο Κοζίας αξιοποιεί ένα πλήθος διακειμενικών αναφορών σε ιστορικά πρόσωπα και λογοτέχνες. Αναφορές στον Φεραίο, τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Μπρεχτ, τον Μαγιακόφσκι, τον Χλέμπνικοφ, τον Καρυωτάκη, τον Βιγιόν, τον Σεφέρη, τον Καββαδία λειτουργούν ως πνευματικές σταθερές σε έναν κόσμο που χάνει τον προσανατολισμό του.</p>
<p>Στο ποίημα «Η Κόκκινη Ρεγκάτα», ο ποιητής επιστρατεύει τον Σολωμό για να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στο υψηλό ιδανικό και τη διάψευση κάθε οράματος. Η επίκληση στη «Madonna Θάνατο» λειτουργεί ως μια σκοτεινή παραλλαγή της σολωμικής αναζήτησης του θείου, με τη διαφορά ότι εδώ η κατάληξη δεν είναι η λύτρωση, αλλά η «Κόκκινη Ρεγκάτα» των εξόριστων και των διωγμένων. Η παραπομπή στους στίχους από την «Ξανθούλα» του Σολωμού («Αν έβλεπα πανάκι / Ή του πελάγου αφρό») αντιπαρατίθενται στη «μοράβια» (το τοξικό υφαλόχρωμα) και στα σκεβρωμένα κορμιά. Η ειρωνεία είναι εμφανής: το «πανάκι» έχει αντικατασταθεί από «σπασμένες αντένες στα μουράγια». Ο Σολωμός δανείζει εδώ το μέτρο της απώλειας, υπενθυμίζοντας ένα λυρικό παρελθόν που φαντάζει ακατόρθωτο μέσα στη σύγχρονη «Βαβυλώνα», τη δική μας «σκοτεινή τσάρκα» στον 21ο αιώνα.</p>
<p>Παράλληλα, πλήθος είναι και οι αναφορές στην ποίηση του Καρυωτάκη. Στο ποίημα «Ο Ερημόκαμπος», ο Κοζίας εισάγει τον Καρυωτάκη ως σύμβολο υπαρξιακής συντριβής και ποιητικής θυσίας. Η αναφορά αυτή συνδέεται άμεσα με την προσφώνηση «Κακορίζικε άνθρωπε // Σε εποχή γερασμένη», ενώ η φράση «Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά» υποδηλώνει μια ποίηση που δεν εξαντλείται στον λόγο, αλλά αποτελεί σωματική και ψυχική προσφορά — μια «καρδιά στο πιάτο» έτοιμη προς κατανάλωση ή θυσία σε μια εποχή που την αγνοεί επιδεικτικά. Ο Κοζίας επιστρατεύει το καρυωτακικό κλίμα για να περιγράψει τη σύγχρονη πλήξη και το αδιέξοδο, προβάλλοντας τον Καρυωτάκη ως την «αλήθεια που πονάει» απέναντι στη σημερινή «Δημοκρατία της πλάνης».</p>
<p>Η συλλογή εμπλουτίζεται περαιτέρω με βιβλικές και μυθολογικές αλληγορίες (Βαβυλώνα, Γη Χαναάν, Τροία, Ωραία Ελένη), οι οποίες προσδίδουν οικουμενικότητα στο σύγχρονο δράμα. Ιδιαίτερα κομβικό είναι το ποίημα «Τι να τραγουδήσω;», καθώς θέτει το ζήτημα της ποιητικής λειτουργίας σε έναν κόσμο παρακμής. Ξεκινώντας με μια προσταγή αφύπνισης απέναντι στον κοινωνικό «λήθαργο», ο ποιητής αναρωτιέται μέσα από το επαναλαμβανόμενο ερώτημα «Τι να τραγουδήσω;» αν οφείλει να υμνήσει την ομορφιά της καθημερινότητας ή αν πρέπει να αναμετρηθεί, τελικά, με τη σκληρή πραγματικότητα.</p>
<p>Στο ποίημα, τα θρησκευτικά και μυθολογικά σύμβολα επιστρατεύονται για να περιγράψουν εύγλωττα τη σύγχρονη παρακμή: η «Βαβυλώνα η μεγάλη» γκρεμίζεται, ενώ ο έκπτωτος άγγελος καταλήγει «μισθοφόρος στις κρεατομηχανές της Ευρώπης». Πρόκειται για μια ισχυρή εικόνα που καταδεικνύει πώς τα υψηλά ιδανικά καταβροχθίζονται από τους «πολιτισμένους» λαούς. Οι προφήτες, οι πολιτικοί και οι Γραφές αποκαλούνται «μαυλίστρες» (πλανευτές), υποδηλώνοντας την καθολική προδοσία λόγων και υποσχέσεων. Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι ζωντανοί μοιάζουν να κρέμονται σαν «νυχτερίδες», ενώ ένας «κόσμος χαλασμένος» σέρνει το νεκροκρέβατό του.</p>
<p>Στο τελευταίο μέρος, ο ποιητής απευθύνεται στον «Friedrich» (πιθανότατα στον Friedrich Hölderlin, τον υμνητή της ποίησης σε σκοτεινούς καιρούς), καταλήγοντας σε μια πικρή διαπίστωση: «Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια». Το «πέτρωμα» αυτό συμβολίζει την αδυναμία του λυρισμού να ανθίσει σε ένα περιβάλλον βίας και πνευματικής στειρότητας. Παρά την αρχική ευχή οι λέξεις να γεννηθούν σαν λουλούδια, η σκληρή πραγματικότητα τις μετατρέπει σε πέτρα, καθιστώντας το τραγούδι μια πράξη οριακή, σχεδόν ακατόρθωτη.</p>
<p>Συγκεφαλαιώνοντας, η συλλογή δεν απαντά στο ερώτημα «τι αιώνα κάνει έξω»· το κρατά ανοιχτό, σαν πληγή. Μας δείχνει έναν αιώνα σκληρό και βίαιο, σημαδεμένο από την πολιτική παρακμή, τις διαρκείς συγκρούσεις και την επιβολή των ισχυρών. Οι λέξεις που επανέρχονται —πολιτικάντηδες, καθάρματα, εξουσία, αίμα, κουρέλια, αγορά, ψέμα— το καταδεικνύουν εμφατικά. Ωστόσο, ο ποιητής δεν επιδιώκει μόνο τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη, αλλά τον φέρνει αντιμέτωπο με τις ιστορικές και πολιτικές του ευθύνες. Η ποίησή του λειτουργεί ως «κέντρισμα» για όσους παραμένουν απαθείς μάρτυρες της σύγχρονης βαρβαρότητας και του ολέθρου. Γι’ αυτό και το ερώτημα του τίτλου δεν είναι αλληγορικό· είναι κραυγή πολιτικής αγωνίας και ρητή άρνηση συνενοχής σε έναν αιώνα παράδοξο και παράλογο.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 9/01/2026</p>
<p>Όραμα και πράξη στην ποίηση του Γιώργου Κοζία</p>
<p>εξόριστε Ποιητή,στο αιώνα σου,<br />
λέγε, τι βλέπεις;<br />
(Οδυσσέας Ελύτης)</p>
<p>Αν η Ποίηση αντανακλά από τους ουρανούς, τη μαγική εικόνα των αρχετύπων και της αιώνιας ομορφιάς, οι ποιητές ως δέκτες αποκρυπτογραφούν ό,τι εφανερώθη μυστικά από τη σιωπή των άστρων, εκφράζοντας με πυρετική γραφή το αισθητικό αποτύπωμα της ενατένισης και της αποκάλυψης των κρυμμένων αληθειών.<br />
Ο Γιώργος Κοζίας, πιστός της Ποίησης, εμβαπτίζεται στα νάματά της, αναπαριστώντας με λέξεις ακριβών νοημάτων τις εκπορευόμενες έννοιες από «τα αχανή ανάκτορα της μνήμης»1 και την αχρονική ουσία της ψυχής. Στην αρμονική αυτή σύζευξη, όπου ενοραματικά και διαισθητικά γίνονται αισθητά τα ηχητικά κύματα του σύμπαντος, ο ποιητής διαμεσολαβεί και εμπνευόμενος διαλογικά αντιφωνεί και τα μεταλαμπαδεύει σε ύλη ονειρική. Τα δώρα της ποίησης που μας προσφέρει, είναι μια συνηγορία στην εκλέπτυνση του βίου, με την ακαταμάχητη έλξη του Έρωτος, που πάντα επενεργεί και θάλλει στου σώματος τη μνήμη, καθώς εναντιώνεται στη λήθη. Γι’ αυτό κανοναρχεί επαναληπτικά λόγια και εικόνες, απαντώντας με υπαρξιακή αγωνία και στοχασμό, στο αίνιγμα του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη ποιητική ενέργεια, εξακτινώνει τις κυοφορούμενες ιδέες και επιδρά στην γλωσσική εκφορά των νοουμένων, εκφράζοντας με ρυθμολογία και μετρική αναλογία, «ήχους από την πρώτη ποίηση της ζωής μας».2 Έτσι, από τα μονοπάτια του νου και τα άδυτα της ψυχής, αντλεί αναμνήσεις και συναισθήματα και τα μετουσιώνει με σκέψη και φαντασία σε αρχιτεκτονικά άρτιες ποιητικές συνθέσεις.<br />
Στην τελευταία του συλλογή με τίτλο «Τι αιώνα κάνει έξω;», διερευνά και απαντά με τη γραφή του, για ό,τι τεκταίνεται εξακολουθητικά, διερωτώμενος τι μένει στου χρόνου το πέρασμα. Με γρηγορούσα συνείδηση και με ψυχικά αποθέματα εκ της βιωμένης εμπειρίας κοπιάζει νυχθημερόν για να προλάβει τον καιρό. Αντιμάχεται με τη βίαια μεταβαλλόμενη συνθήκη, ορίζοντας ως αντίβαρο τις συντεταγμένες τής ευαισθησίας του και επιζητεί διακαώς την επικοινωνία με το έτερον.<br />
«…Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία<br />
Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιο χρόνο<br />
σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;<br />
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης<br />
Δούλος στρατώνος<br />
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά</p>
<p>Άχ Φραγκοράφτη, άχ, Χνούδι μου<br />
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!»</p>
<p>Καταθέτει το απόσταγμα των μελετημένων θέσεών του, με τη μνήμη σταθερή αξία των προσανατολισμών του, αναζητώντας διέξοδο από τους εγκλεισμούς και τους επαπειλούμενους αποκλεισμούς των ορθοφωνούντων, ένεκα των καταδυναστευτικών επιρροών του «αρνητικού πνεύματος»3 που διαχέεται απειλητικά στο κοινωνικό σώμα.<br />
«Ο ποιητής θα απαρνηθεί το άσμα του<br />
ο στρατηγός θα τρέμει τις διαταγές του<br />
ο ιερέας θα φοβάται τον άμβωνά του</p>
<p>Δεν είναι η Λειψία, δεν είναι το Ντεπώ<br />
Ο Μαύρος Ήλιος του Αούστερλιτς<br />
Της Αιγύπτου η πανούκλα<br />
Δεν είναι η μάχη των Εθνών<br />
Κι ο τάφος που ισιώνει τον καμπούρη</p>
<p>Καλογιάννο, Καλογιάννο<br />
σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»</p>
<p>Με την εν λόγω συλλογή, κλείνει τον κύκλο μιας επίπονης δημιουργικής πορείας και με συνειδητή απεύθυνση προς τον καθένα, αποστέλλει ό,τι πολύτιμο είχε εξορύσσει από την διακεκαυμένη ζώνη του νου, -εκεί όπου «η Ομορφιά, δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού»,-4 ως μηνύματα-σήματα ενός ελλοχεύοντος κινδύνου. Η συλλογή αποτελεί το απαύγασμα της τεχνικής ενός κατακτημένου ύφους γραφής, εμβαθύνοντας παράλληλα το περιεχόμενο, με τις έννοιες να ορίζουν την ποιητική και τη φιλοσοφία του, εκφράζοντας εν είδει προφητείας τη συλλογική μοίρα της ύπαρξης.<br />
«Είδα χλωμή την πόλη των Φοινικόδεντρων<br />
Σιωπηλό τον χρυσό κορυδαλλό<br />
Τότε ακούστηκε η σφυρίχτρα του προφήτη<br />
Που πας, Αμνέ του Θεού;</p>
<p>Λαοί φεύγουν, μετάνθρωποι έρχονται<br />
στέκονται ανάποδα στην άβυσσό τους<br />
σε αρχαίους τάφους, σε στέρνες<br />
σε πηγάδια, μάσκες νεκρικές<br />
κούφια κορμιά<br />
ψυχές σκεβρωμένες στο Εγώ τους</p>
<p>Κάτω από το άστρο του Σκορπιού<br />
Που πας, Αμνέ του Θεού;</p>
<p>Δούλε της Amazon, εργάτη του Ντιτρόιτ<br />
Σκλάβε της Μαύρης Θάλασσας<br />
Άνεργε του Πάτερσον<br />
Νέοι Ιησού του Ναυή μας οδηγούν</p>
<p>Ξυπνάει ο χαλκός<br />
Κι ο θάνατος βογκά, Πόλη διαλεχτή!<br />
Οι κραυγές στην καρδιά της σάλπιγγας ηχούν</p>
<p>Γκρεμίζοντας<br />
γκρεμίζοντας<br />
γκρεμίζοντας<br />
στα χαρακώματα, στους πύργους<br />
στις επάλξεις, στο Υπερπέραν</p>
<p>Δούλε, εξέσπασάς με<br />
Δούλε, εξέσπασας ως πάνθηρ στην Νέα Ιεριχώ</p>
<p>Και με τα νύχια γράψε<br />
στο χώμα επάνω το σωτήριον</p>
<p>ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ!»</p>
<p>Διερωτάται επί των θεμελιωδών ζητημάτων για το μηδέν, το άπειρον, το Είναι και μη Είναι, την αρχή και το τέλος των πραγμάτων, προτείνοντας την αισθητική θεώρηση του κόσμου έναντι της δυσαρμονίας και του χάους. Εμφορούμενος από τα ιδεώδη των νοητών ανταποκρίσεων και αντανακλάσεων, προεκτείνει την τέχνη του έως τα απώτατα εκφραστικά σημεία ενός ιδιότυπου εξπρεσιονισμού. Μεταγράφει τα συλλογικά πάθη και τη δική του αγωνία σε στοχευμένη διαμαρτυρία, καθώς οι μηχανισμοί των εξουσιών διαμορφώνουν ανεπαισθήτως μια απανθρωποποιημένη πραγματικότητα που τείνει να καταστεί συνήθεια.<br />
Μετέχει στο γίγνεσθαι, θέτοντας εαυτόν σε κάθε κοινωνική ενέργεια και διερωτώμενος για τη βία, αποφαίνεται «με λογισμό και μ’ όνειρο»5 για ό,τι αποσιωπάται και αποκρύπτεται, εγκλωβίζοντας τα δρώντα υποκείμενα. Προτάσσει λόγο και πράξη, δίνοντας σώμα και ψυχή, ως αποδεικτικά στοιχεία μετοχής. Προσδίδει, έτσι, στη φωνή του αναγνωρίσιμο τόνο, ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Δεν υποστέλλει τις σημαίες της αισθητικής, που ύψωσε εν μέσω καταιγίδας και, παρά τους ενάντιους ανέμους, αποτολμά τον πλου «πρόσω ηρέμα».6<br />
«Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν<br />
Κι άλλοι νεκροί περνούν<br />
δίπλα στους κέδρους<br />
κάτω από τον Πολικό Αστέρα</p>
<p>Κι εμείς τι μνημονεύουμε;<br />
Τριήμερα με λίγο στάρι<br />
Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων<br />
Τεσσαρακοστά, Ετήσια<br />
Λαζάρου και Θωμά<br />
και καθημερινής σε ξένο χώμα</p>
<p>να ρίχνεις τα δίχτυα στον μέγα Γενισέι<br />
και ψυχούλα να μη βρίσκεις!</p>
<p>Ώ! Ποτάμι της απέραντης Ενότητας<br />
Περνούν οι απόντες σαν τους γερανούς<br />
Κι εμείς τι μνημονεύουμε;<br />
Γυρνώντας και ξαναγυρνώντας μες στη δίνη<br />
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς<br />
Μάρτυρας ας είναι τούτος ο αγέρας – το ανώνυμο<br />
κερί, ο τάφος Ουσάκοφ, το λιβάνι</p>
<p>Κι αυτός που μαχόταν και δεν μάχεται πια<br />
Ώ! ποτάμι της απέραντης Ενότητας<br />
Από άλλη όχθη σε αποχαιρετά</p>
<p>Ματιόρα, σε αγαπώ!</p>
<p>Έρχεται το τέλος, έρχεται πεινασμένο για λάφυρα<br />
Σαν παγοθραυστικό και μας τσακίζει<br />
Υψώνοντας λευκά οστά<br />
Τρώγοντας και πίνοντας τρέλα και λησμονιά».</p>
<p>Δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τους Δασκάλους, συνομιλώντας με τα μεγάλα πνεύματα της Ποίησης. Εμφανείς οι επιρροές από τους ποιητές Διονύσιο Σολωμό, Μίλτο Σαχτούρη, Μανώλη Αναγνωστάκη, Κώστα Καρυωτάκη, Πάουλ Τσέλαν, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Μπόρις Πάστερνακ και Μπέρτολ Μπρέχτ. Οι εκλεκτικές συγγένειες και η δημιουργική αφομοίωση των έργων τους αντιφεγγίζει και φανερώνει μια νέα εκφραστική δυναμική στη γραφή του.<br />
«…Όταν προβάλει η αυγή κροκάτη<br />
κι οι παλιοί Κορδελιέροι ξαναμοιράσουν τα χαρτιά<br />
Ελευθερία – Ισότητα – Άδελφοσύνη</p>
<p>…βαθιά να μπαίνει το μαχαίρι και να δείχνει<br />
ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ!»</p>
<p>Στον «Εξάγγελο», σε άνιση πάλη και αγώνα, γράφει στον χρόνο των συντελεσθέντων πραγμάτων, θίγει με αιχμηρό τρόπο την ασχήμια της εποχής και δείχνει την ευθύνη ενός εκάστου.<br />
«…Κάθε ομορφιά θα μαραθεί και θα σβήσει<br />
όπου βασιλεύει σκουλήκι<br />
και μούχλα και σήψη<br />
Το σάβανό σου υφαίνουμε Γη<br />
κι υφαίνουμε μέσα κατάρα διπλή<br />
Υφαίνουμε το ανύφαντο<br />
που μας καταδιώκει<br />
υφαίνουμε καβάλα σ’ έναν τάφο<br />
ακαταπαύστως…»</p>
<p>Λογίζει ως καθήκον του την υπέρβαση των καθημερινών πραγμάτων, αφού εξαντλήσει τη μετοχή του σε αυτά, προτάσσοντας πνευματική ετοιμότητα για να αντιμετωπιστεί κάθε αδικία. Υπερβαίνει τη διά του πόνου μονοδιάστατη έκφραση, επαληθεύοντας το παράλογο και την παλιά κατάρα, με αναφορά στα τραγικά πρόσωπα του αρχαίου μύθου.<br />
«Ο Πελίας θρηνεί για τον τυφλό Θάμυρι<br />
με τη λύρα του σπασμένη στα πόδια<br />
Ο Μαρσύας διδάσκει αυλό τον εραστή του<br />
Ακατάπαυστα ο Όκνος γνέθει ένα σχοινί κορδόνι…»</p>
<p>Στη συλλογή «Πολεμώντας υπό σκιάν», διακρίνεται ποιητική αδεία, εν είδει αποφθεγμάτων, υποδόρια ειρωνεία, με μια αυστηρή κριτική ματιά πάνω στα πράγματα και τους ανθρώπους.<br />
Ως αγωνιστής της ζωής αποστρέφεται τις αλλοζονικές και εγωιστικές συμπεριφορές. Σάτιρες που δεν χαρίζονται σε κανέναν, ελεγείες για ό,τι μας συνέχει και μας θλίβει για τον φόβο, την ερημία, την αδυναμία να ζήσουμε.<br />
«Οι προσπάθειές μας υπήρξαν ατελέσφορες<br />
εκπλιπαρώντας μισό γραμμάριο ελευθερίας,<br />
στα ωραία πάρτι γενεθλίων να κλαίμε,<br />
τα γαλήνια μνημόσυνα να γελάμε…</p>
<p>Ποιοί λεηλάτησαν τα σπίτια<br />
των επιθυμιών και των πόνων,<br />
τα εφηβικά κορμιά, τα ερωτικά ενδύματα;<br />
Τι χάσαμε, τι μας πήραν οι ύπατοι<br />
οι ντελικάτοι θάνατοι, οι τελετάρχες φίλοι;</p>
<p>Οξυγόνο με δόσεις πάλι μας τάζουν<br />
και με θλιμμένο ύφος<br />
σε αμήχανες κηδείες με άνθη μας χλευάζουν»</p>
<p>Με συνείδηση και αυτογνωσία αναφέρεται στην προσδοκία για ό,τι παραμένει δυνάμει να φανεί. Αναστοχάζεται της ζωής του το ταξίδι και με αναγωγική αναφορά των βιωθέντων σε μαρτυρία, προβαίνει στον απολογισμό όλων των απονενοημένων διαβημάτων, πριν την πτώση των γενναίων στα ματωμένα πεδία. Αναγιγνώσκοντας τα αγγελτήρια, για ό,τι χάθηκε στη σκόνη του χρόνου, αποχαιρετά με νοσταλγία τους απογοητευμένους εραστές.<br />
Ποιος ποιεί την νήσσαν;<br />
Ποιος τα όνειρα θάπτει και θρηνεί απαρηγόρητος;<br />
Πότε η ψυχή και το πνεύμα του ουρανού θα λάμψει στο σκοτάδι;<br />
Ποια μουσική δονεί το Είναι με τον άμετρο ρυθμό του επέκεινα;<br />
Ο Γιώργος Κοζίας απαντά με πύρινους στίχους και δραματικούς τόνους, αρνούμενος αφηγήματα, παραινέσεις και συναλλαγές στα εμπορεία και τα χρηματιστήρια του ψεύδους.<br />
«…Η τοκογλυφία στέγνωσε τις καρδιές,<br />
μάρανε τα νυφικά κρεβάτια,<br />
τ’ αηδόνι έπαψε να κελαηδεί «Δικαιοσύνη»,<br />
κι ο Ερμής, πάτρωνας των κλεφτών,<br />
στην πολιτεία διαλαλεί:</p>
<p>«Κανάγιες, το ψωμί της Goldman Sachs σας τρέφει!»</p>
<p>Εξαργυρώνει την αλήθεια του με αίμα, παρηγορώντας τους «πεινώντες και διψώντες»7 για αθανασία και γράφει τα νικητήρια των απανταχού πολιορκημένων, με της τέχνης τη μεθυστική παρηγορία.<br />
«…Τι μένει εδώ, τι πάει σε άλλον ουρανό<br />
δρέποντας, δρέποντας άνθη;<br />
Βέβηλα τα ιδανικά<br />
Συντροφιά με το εφ’ ώ ετάχθη.</p>
<p>Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία…</p>
<p>ενός λεπτού «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.<br />
Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;</p>
<p>Ορμάει το Αδιέξοδο κι υπέροχα μας σφάζει».</p>
<p>Η «μελοποίηση έργων του»8 από τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, αποτελεί την αισθητική κορύφωση μιας πρωτόφαντης σύζευξης λόγου και ήχου, έμπνευσης και επινοητικότητας, όπου η μελωδία, σαν άλλη ψαλμωδία, υμνεί την ομορφιά, κομίζοντας της μουσικής ποιητικής τα δώρα.<br />
«…Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα,<br />
οι ουρανοί θα παίζουν μπλουζ στην ερημιά μου…»</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας πασχίζει για το ποιητικά δέον και, αν χρειαστεί σχίζει τα χαρτιά του, καίγοντας τις όποιες βεβαιότητες, για να μας προσφέρει στο τέλος την πεμπτουσία της τέχνης του ως «αγγελικό και μαύρο, φως».9</p>
<h5><strong>ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ</strong></h5>
<p>www.poiein.gr 25/11/2025</p>
<p>Έχοντας διαβάσει κανείς και τις τρεις ποιητικές συλλογές της άτυπης τριλογίας του Γιώργου Κοζία, το «Πολεμώντας υπό σκιάν…» (2017) τον «Εξάγγελο» (2021), και τώρα το «Τι αιώνα κάνει έξω;» (εκδόσεις Περισπωμένη) διαπιστώνει τον επαναστατικό του λόγο, που ενεργοποιείται από την οργή του, την αγανάκτησή του, αλλά και τη βαθιά μελαγχολία του για τον σημερινό κόσμο. Καταγγέλλει και αφυπνίζει. Με την ελπίδα ότι ίσως κάποτε, κάπου θα συντελεστεί επιτέλους μια αλλαγή και θα επικρατήσει η ανθρωπιά επί της βαρβαρότητας.<br />
«Τι αιώνα κάνει έξω;». Ερωτηματικός ο τίτλος της τρίτης ποιητικής συλλογής και θα έλεγε κανείς ότι το ερώτημα αυτό ζητά απάντηση. Ωστόσο, η εν λόγω συλλογή δεν προσφέρει απαντήσεις. Αντιθέτως, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, μας δίνει ένα κέντρισμα ώστε να σταθούμε απέναντι σε έναν κόσμο που εγκλωβισμένος στον πόλεμο, τη βία, τη φτώχεια, την απανθρωπιά, παραπαίει, σκοντάφτει και κατρακυλάει σε απύθμενη άβυσσο.</p>
<p>Σκοπός της ποίησης του Γιώργου Κοζία δεν είναι να παρασύρει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Είναι ποίηση που φέρνει τον αναγνώστη προ των ευθυνών του. Του δίνει μια ώθηση να στοχαστεί σε επίπεδο ιστορίας, πολιτικής, συλλογικής μνήμης.</p>
<p>Δωρικά και αυστηρά τα ποιήματά του, δίχως τίποτα το περιττό, είναι γεμάτα αιχμές, αλλά και δίνουν χώρο στις σιωπές. Κάθε λέξη διαλεγμένη προσεκτικά, υπερασπίζεται τον λόγο ύπαρξής της και λειτουργεί ως οργισμένη –και απεγνωσμένη- κραυγή για όσα αποτρόπαια συμβαίνουν γύρω μας –κοντά ή μακριά μας, δεν έχει σημασία- κι εμείς στεκόμαστε –παραζαλισμένοι, άναυδοι- μπροστά τους, ως απαθείς μάρτυρες ενός συνεχόμενου κατήφορου, προς τον ανεπανόρθωτο όλεθρο.</p>
<p>Η γραφή του Γιώργου Κοζία, συνεπώς, έχει πολιτική διάσταση, όχι με τη στενή έννοια της ιδεολογίας, αλλά με την ευρύτερη ριζοσπαστική έννοια του να παίρνεις θέση στον κόσμο. Ο λόγος του είναι στρατευμένος, αλλά στρατευμένος στην ανάγκη της μνήμης, της ευθύνης, της αφύπνισης. Ο ποιητής εδώ δεν είναι θεατής, είναι μάρτυρας μιας εποχής που πνέει τα λοίσθια. Με τη δύναμη της γραφής του, αντιστέκεται μήπως και κάτι μπορέσει να διασωθεί. Επικαλείται τη μνήμη για να αντλήσει δύναμη και να σταθεί απέναντι στον ζόφο και να φωνάξει:</p>
<p>«πέτα καταραμένο ανθρώπινο Τίποτα, πέτα!», με την ελπίδα πως:</p>
<p>«θα ‘ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα. /Θα ‘ρθει μια μέρα με λάμψη και φωτιά»</p>
<p>όπως γράφει στο ΔΕΡΜΑΤΑΔΙΚΟ (Μπρεχτικό παράδοξο).</p>
<p>Και μέσα από το ξύπνημα της μνήμης, προβάλλουν μορφές από το παρελθόν –ιστορικές, μυθολογικές, λογοτεχνικές– που διαπλέκονται με το παρόν, και παίρνουν θέση σε ένα πεδίο μάχης. Θυμίζοντας ότι η Ιστορία είναι σειρά από τραύματα, λάθη και αγώνες που επιμένουν να επιστρέφουν.</p>
<p>«Κι αυτός που υψώνει τύμβους/Κι αυτός που φτιάχνει τις καμπάνες/Όλοι από λάσπη είμαστε φτιαγμένοι».</p>
<p>Διότι πολύ απλά ο άνθρωπος είναι μια μηχανή αμετανόητης επανάληψης.</p>
<p>«Κακορίζικε άνθρωπε», αναφωνεί ο ποιητής:</p>
<p>«γυμνός και μόνος στο Βασίλειο της Ανάγκης/δούλος στρατώνος/ μοίρα σου η δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά.</p>
<p>Αχ Φραγκοράφτη, αχ! Χνούδι μου, μας έφαγε ο Ερημόκαμπος». Για να επισημάνει:</p>
<p>«τι μένει από τον άνθρωπο, ζωή χωρίς θέμα και ήρωα/φτιαγμένη από κενό γκρεμισμένη/μια πόρνη αιωνιότητα/να σφάζει με την ηδονή στο μαχαίρι».</p>
<p>Ζητώντας ευσπλαχνία για:</p>
<p>«τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας γνωρίζει ότι οι λέξεις του δεν θα σώσουν τον κόσμο, -αλλά ίσως θα πυροδοτήσουν τους ανθρώπους, ώστε να κρατηθούν ζωντανοί μέσα σ’ αυτή «την καταραμένη εποχή που πέτρωσε τα τραγούδια» όπως γράφει, να παλέψουν για ένα καλύτερο παρόν και ένα φωτεινότερο μέλλον. Υπερτονίζοντας αυτό και κλείνοντας τη συλλογή του, κραυγάζει με πάθος και προσμονή:</p>
<p>«Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα!».</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Θράκα 17/11/2025</p>
<p>Η διαίσθηση ενός αιώνα</p>
<p>Ο χρόνος συνδέεται με τον τόπο και πλάθουν μαζί το τοπίο όπου κινούμαστε<br />
ανέγγιχτοι πολλές φορές από τις μεταβολές. Απλά νιώθοντας τη φθαρτότητα πάνω<br />
στη σάρκα μας και τα ξιφίσματα των ανέμων πάνω στο μαλλιά μας. Τότε σταδιακά<br />
καθώς οι χρόνοι φεύγουν μαζί με τα δευτερόλεπτα και τις ώρες, σαν θαλασσινή<br />
άμμος μέσα στα αφρώδη κύματα, αρχίζει η μεγάλη συνειδητοποίηση του αιώνα, της<br />
εποχής και γιατί όχι;, ενός ολόκληρου κόσμου. Ενός κόσμου που σπαρταρά μέσα στα<br />
σπάργανα του σύμπαντος, τόσο άγνωστου και ταυτόχρονα τόσο οικείου, που μας<br />
καταπίνει κάθε μέρα μέσα στο σκοτάδι του.</p>
<p>Τη δική του διαίσθηση πάνω στον αιώνα μας και στον χρόνο που περνάει, στις<br />
διαδικασίες εντός της πολιτισμικής μας ταυτοπροσωπίας και στα πολλαπλά<br />
προσωπεία της κοινωνικοπολιτικής μας ταυτότητας προσφέρει ο παλιός γνώριμος<br />
ποιητής Γιώργος Κοζίας στη νέα του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο,<br />
Τί αιώνα κάνει έξω; (εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2025). Κάθε ποιητική συλλογή του<br />
Γιώργου Κοζία είναι προφανώς και μια σημαντική συνεισφορά στην ελληνική<br />
ποιητική παραγωγή καθώς και μια ποιοτική προσθήκη στο ελλαδικό πνευματικό<br />
τοπίο. Αλλά η συγκεκριμένη έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όπως θα δούμε<br />
σύντομα παρακάτω.</p>
<p>Πιο συγκεκριμένα, μέσα στη συλλογή του ο ποιητής, με τα μεγάλης φόρμας<br />
ανομοιοκατάληκτα ποιήματα, αποτυπώνει με μακροπερίοδο και συμπυκνωμένο τόνο<br />
όλα τα σημαντικά νοήματα της πραγματικότητας. Έτσι, ήδη από το πρώτο ποίημα της<br />
συλλογής «Βάαλ ή ο μικρός θεός της Ομορφιάς» διατυπώνει το σεληνιακό τοπίο του<br />
ακρωτηριασμού της ομορφιάς. Σκληρή εικόνα αποτυπωμένη μυθιστορηματικά και<br />
μεγαλόσχημα. Μια, εν εξελίξει, προφητεία για τον πολιτισμό του αιώνα μας, μια<br />
προφητεία για μια εποχή «γερασμένη» («Ο ερημόκαμπος»).</p>
<p>Παρά ταύτα, ο ποιητής δεν χάνει το θάρρος και το πάθος του ούτε φοβάται να<br />
κυλιστεί στη δίνη που διαισθάνεται να τον περιβάλλει («Καντάτα του Γενισέι»).<br />
Ούτως ή άλλως, ακόμη και στον θάνατο οι άνθρωποι πρέπει να τραγουδούν, και σαν<br />
κουρέλια ακόμη να μιλάνε για νέες δόξες – κι όχι για ήττες («Ρεμβασμός στη στέπα»).<br />
Έτσι, εξάλλου, η ζωή η ίδια προστάζει, που σαλπίζει μέχρι το ύστερο θαύμα,<br />
καθοδηγώντας μας μέχρι τέλους στην ενεργή αλλαγή και όχι στην εύκολη καταφυγή<br />
στη μεμψιμοιρία.</p>
<p>Κλείνοντας, έχουμε να κάνουμε για ακόμη μια άρτια ποιητική συλλογή του Γιώργου<br />
Κοζία, ο οποίος σαν γνήσιος μάστορας του λόγου μας παρέδωσε ακόμη ένα<br />
πνευματικό παιδί του. Για αυτό τον λόγο πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά και με<br />
διάθεση πραγματικής κατανόησης από τον αναγνώστη.</p>
<p>Ο ΕΡΗΜΟΚΑΜΠΟΣ</p>
<p>—Αντίο Φραγκοράφτη μου<br />
—Αντίο Χνούδι μου<br />
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΧΑΪΔΗΣ</p>
<p>Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά<br />
Και στο τραπέζι του μαύρου πετεινού το κεφάλι<br />
Κακορίζικε άνθρωπε</p>
<p>Σε εποχή γερασμένη</p>
<p>Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα<br />
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται<br />
και ξημερώνει σκουντουφλώντας<br />
ανίδεος και ακαμάτης<br />
σαν γελωτοποιός στον Άδη<br />
Κακορίζικε άνθρωπε</p>
<p>Σε εποχή γερασμένη</p>
<p>Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία<br />
Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιόν χρόνο<br />
σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;<br />
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης<br />
Δούλος στρατώνος<br />
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά</p>
<p>~Αχ, Φραγκοράφτη, αχ, Χνούδι μου,<br />
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 03/11/2025</p>
<p>Ποίηση στην αντίπερα όχθη της ιδιωτικότητας</p>
<p>Στην ποιητική έκφραση κυριαρχεί σε πολλούς δημιουργούς το αυστηρά ιδιωτικό σύμπαν. Το εντελώς ιδιωτικό δεν αφορά κανέναν, εκτός αν ένας και μοναδικός έχει βιώσει κάτι παρεμφερές. Το ζήτημα είναι πώς το ιδιωτικό βίωμα θα μετουσιωθεί σε κοινωνικό, πολιτικό και υπαρξιακό ποιητικό κείμενο που να αφορά τη μείζονα κοινότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εδώ και πολλές δεκαετίες δεν διαβάζεται η ποίηση και συνεχώς φθίνει η ανάγνωσή της. Κυκλοφορούν εκατοντάδες συλλογές ποιημάτων, κάθε χρόνο, και μένουν στα αζήτητα ή πολτοποιούνται.</p>
<p>Ο ποιητής Γιώργος Κοζίας βρίσκεται στην αντίπερα όχθη της ιδιωτικότητας. Με την ωριμότητα που διαθέτει στην ποιητική έκφραση, κατακτημένη με κόπο, στην τελευταία του ποιητική συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω; έχει αφουγκραστεί σε βάθος την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτιστική ατμόσφαιρα του καιρού μας και βγάζει στο φως τις ανοιχτές πληγές, τα πάθη και τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου.</p>
<p>Το χωνευτήρι που λέγεται παγκόσμιο σύστημα όλα τα αποχαυνώνει. Ο ποιητής εκφράζεται και διαβλέπει ότι οι ανοιχτές πληγές, τα πάθη και η υπαρξιακή αγωνία οδηγούνται στη σιωπή και από εκεί στη λησμονιά.</p>
<p>Η διακειμενικότητα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Γιώργου Κοζία. Φράσεις εμβληματικές των ποιητών μας ενσωματώνονται στους στίχους των ποιημάτων του συνειδητά ή ασυνείδητα. Ενδεικτικές περιπτώσεις: «ποιος έβλεπε πανάκι ή του πελάγου τον αφρό;» (Δ. Σολωμός, «Η Ξανθούλα», σελ. 18), «Όταν προβάλλει η αυγή κροκάτη» (K. Βάρναλης, «Οι μοιραίοι», σελ. 19), «ποιος σέρνεται με τη λύρα στον ώμο;» (Δ. Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι», σελ. 21), «άφτιαστο κι αστόλιστο πώς θα σε πάρει ο Χάρος!» ( Κ. Παλαμάς, «Ο τάφος», σελ. 31), «Τα καράβια δεν τα πάμε, Μας πάνε!» (Ν. Καββαδίας, στο πεζό του «Βάρδια», σελ.32), «στον πόρφυρα τον τίγρη του πελάγου υποκλίνονται». (Δ. Σολωμός «Ο Πόρφυρας», σελ.32), «κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.» (Ν. Γκάτσος, τραγούδι «στράτα τη στράτα», σελ. 35).</p>
<p>Οι στίχοι των ποιημάτων του πέφτουν σαν κεραυνοί, όσον αφορά τις καθιερωμένες θεωρήσεις της ιστορίας και του πολιτισμού, οι οποίες έχουν εμποτίσει σκόπιμα την παγκόσμια κοινότητα. Στα ποιήματα του Γιώργου Κοζία ποιοι είναι οι εξουσιαστές; Είναι οι πολιτικάντηδες, οι μουνούχοι, τα καθάρματα, οι πάτρωνες, οι βασιλιάδες, οι γραμματείς, οι φαρισαίοι, οι εκατόνταρχοι, οι αργυραμοιβοί κ.α. Και ποιοι είναι ακόλουθοι; Οι δούλοι, οι αγγελιοφόροι, οι υποταγμένοι, οι θλιμμένοι πολίτες και η ανθρώπινη ψυχή, που δεν εξεγείρεται. Οι στίχοι των ποιημάτων είναι καίριοι, λιτοί, πολύσημοι και πολυπρισματικοί. Η χρήση εκφραστικών τρόπων υπακούει στο παράδοξο, στο παράλογο, το υπερρεαλιστικό και το ρεαλιστικό συνάμα, ώστε να εξυπηρετούν την εδραιωμένη ποιητική έκφραση του ποιητή.</p>
<p>Ας δούμε πώς βλέπει ο ποιητής, μέσα από τους στίχους του, την πόλη και τη ζωή των κατοίκων, εντός της κρεατομηχανής της. Αφού, ως επί το πλείστον, εκεί λιμνάζει σαπίζοντας πια η ζωή. Γιατί, όπως μας λέγει ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης: «Δεν το ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!» (Δ. Σολωμός, «Πόρφυρας»). Ο Γιώργος Κοζίας μάς δίνει ένα ψηφιδωτό στίχων πάνω στο θέμα.</p>
<p>Ποιος έχει αναλογιστεί πόσοι άνθρωποι κοιμούνται στα χαρτοκούτια στα υπόστεγα των πόλεων της παγκόσμιας κοινότητας; Ο ποιητής μάς λέγει αδρά:</p>
<p>Κι ὁ κόσμος φτωχός, μοναχικός<br />
γιὰ μιᾶς δραχμῆς τὰ γιασεμιά<br />
χάνεται στὸ διάβολο-Βαρδάρη<br />
τσακισμένος ἀπὸ τὶς συμφορές,<br />
στεφανωμένος ὑποταγή. [σελ.12]</p>
<p>(&#8230;)</p>
<p>Πικρό ψωμί καὶ κίβδηλη ζωή [ σελ.13]</p>
<p>Η ζωή υπάρχει σαν ερημόκαμπος, όπως στον ασάλευτο κάμπο ή την άνυδρη έρημο ή τη στέρφα στέπα. Ο Κεχαΐδης την παριστάνει με γλαφυρό τρόπο στο θεατρικό έργο του Το πανηγύρι. Και στο ποίημα «Ερημόκαμπος» του Κοζία διαβάζουμε:</p>
<p>Τυφλός λαός, τυφλὸς σὰν νυχτερίδα<br />
Χαύνωση οὐρλιάζει, μὲ χαύνωση κοιμᾶται<br />
καὶ ξημερώνει σκουντουφλώντας<br />
ἀνίδεος καὶ ἀκαμάτης<br />
σὰν γελωτοποιὸς στὸν Ἅδη</p>
<p>Κακορίζικε ἄνθρωπε<br />
Σὲ ἐποχὴ γερασμένη</p>
<p>Δοῦλος στρατῶνος<br />
Μοίρα σου ή Δημοκρατία τῆς πλάνης καὶ τοῦ Μαμωνά [σελ.14]</p>
<p>Τελικά, ποιος θα μας σώσει από την ψεύτικα λουστραρισμένη ζωή, ρωτάει ο στίχος:</p>
<p>ποιός θὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὴ μοράβια; [σελ.18]</p>
<p>Είναι ο άνθρωπος και η ζωή ό,τι μας λένε οι πιο κάτω στίχοι:</p>
<p>Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μιὰ προκατάληψη<br />
κι ἡ ζωὴ μιὰ ἐμποροϋπάλληλος<br />
ἀπ᾿ τὸ Μόναχο<br />
σὰν τὴν Εὔα Μπράουν<br />
μὲ τὸν ἀρχαῖο φόβο στὰ μάτια [σελ.25]</p>
<p>Εἶναι οἱ ὧρες τοῦ θανάτου<br />
ποὺ κυλάει αἱμάσσουσα<br />
ἡ ζωή καλπάζοντας, καλπάζοντας [σελ.28]</p>
<p>Μοιάζει ουτοπία η ζωή, επειδή τα δύο κοινωνικά συστήματα σάπισαν, πρώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού και μετά από χρόνια, σαπίζει και η δύση. Η λύση για αντίσταση της ζωής αναζητείται.</p>
<p>Αποπλάνηση τῶν ἀστῶν τὰ πλούτη<br />
καὶ ἡ Bandiera rossa τοῦ ἐργάτη [σελ30]</p>
<p>Αν θέλουμε τη ζωή, η οποία πατρονάρεται σε όλες τις εκφάνσεις της, ζωντανή, δεν μένει τίποτα άλλο εκτός από ρήξεις και καθημερινές επαναστατικές πράξεις. Πριν γίνουν όλα σκόνη των άστρων, αξίζει να ζεις με δυναμισμό και να σπάσεις το στημένο παιχνίδι που μας σκεπάζει. Μια διέξοδος που ταιριάζει στην πραγμάτωση του Είναι μας.</p>
<p>Διψᾶς, ζωή – Γύρεψε, ἅρπαξε, σκόρπα</p>
<p>Γιατί,</p>
<p>Ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει· τὸ χρυσάφι<br />
χάνεται ἡ δόξα γίνεται σκόνη [σελ.32]</p>
<p>Ὅλη ή ζωή συνοπτικὰ καὶ σὲ προσφορά<br />
Σκόνη, τέφρα, σκιὰ χωρὶς μορφή,<br />
χωρὶς θρίαμβο, χωρὶς πάθος [σελ.33]</p>
<p>Παράξενος κόσμος ψάχνει ἐνοικιαζόμενα στὴν Ἀνάφη<br />
(&#8230;)<br />
Ξέμπαρκος κόσμος ἐλπίζει, μάταια ἐλπίζει<br />
στὸ ἴδιο μουράγιο ἀνάστροφα γυρίζει [σελ.34]<br />
Έτσι εγκλωβισμένοι όλοι, ας ανοίξουμε με θυμό έναν διάδρομο,</p>
<p>Ἄσε τὴ ζωὴ νὰ κροταλίζει, νὰ κροταλίζει<br />
στὴν ἀπύθμενη φύση, ἀπύθμενα</p>
<p>Γιατί να ξοδεύεται η ζωή όπως πιο κάτω:</p>
<p>Ὁ ἔξω κόσμος trafficking, ρομπότ καὶ LSD<br />
Καὶ μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται<br />
καλύτερα ἀπὸ τὶς μηχανές<br />
καλύτερα ἀπὸ τοὺς πάνθηρες<br />
καλύτερα ἀπὸ χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα [σελ.36]</p>
<p>Κι ἐμεῖς μαύρη ζωή, κέρματα καὶ θλίψη [σελ.42]</p>
<p>Τι μένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ένα κούφιο καλάμι<br />
(&#8230;)<br />
Τί μένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ζωὴ χωρὶς θέμα καὶ ἥρωα [σελ.43]</p>
<p>Στὸ μαγαζάκι τῆς ζωῆς<br />
Ἄνθρωποι κούκλες πανηγυριῶν<br />
Ἄνθρωποι ζῶα ἱπποδρομίου [σελ.45]</p>
<p>Ἀγῶνες γιὰ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρεβάτι<br />
Ἔρωτες, πλήξη, σάρκες χαμένες<br />
Τριαντάφυλλα μαῦρα τὸ βασίλειό μας<br />
mehr nicht, mehr nicht [σελ.47]</p>
<p>Για τα προσεχή χρόνια, οι πολίτες -με ανθρώπινα δικαιώματα- του κόσμου θα προσφωνούνται όπως πιο κάτω:</p>
<p>Δοῦλε τῆς Amazon,<br />
ἐργάτη τοῦ Ντιτρόιτ<br />
Σκλάβε τῆς Μαύρης Θάλασσας<br />
Ἄνεργε τοῦ Πάτερσον [56]</p>
<p>Η εκάστοτε άρχουσα τάξη και ιδιοκτήτρια, εθνών, χωρών, υποταγμένων και μη, φανερά και αθέατα, επιδιώκει πάση δυνάμει να τελειώνει εκτός των άλλων και με την ομορφιά, δηλαδή με τον πολιτισμό. Επιλέγοντας τον τελευταίο στίχο από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Βάαλ ή ο μικρός θεός της ομορφιάς», ο ποιητής μάς τραγουδάει ρεαλιστικά ότι οι δήμιοι έχουν στόχο τον μικρό θεό της ομορφιάς με ό,τι αυτό σημαίνει.</p>
<p>Τώρα οἱ δήμιοι δοκιμάζουν τὴν τέχνη τους<br />
πάνω στὸν μικρὸ Θεὸ τῆς Ὀμορφιᾶς. [σελ.11]</p>
<p>Οι δήμιοι δεν χρειάζονται γκιλοτίνα, έχουν τρόπους να σκοτώσουν ψυχές, σύγχρονους, τέλεια αποτελεσματικούς. Επιλέγω το ποίημα «Απεραντοσύνη&#8230;» για να δοθεί με εμφατικό τρόπο τι ζούμε πια εδώ, παραλυτική αδιαφορία και ιδιωτικότητα.</p>
<p>Ἐδῶ ἡ Τάξη ἀποκεφάλισε τὴν Ὀμορφιά<br />
Ἐδῶ κυβερνάει τὸ Θνητό Ἐδῶ τὸ Μάταιο<br />
χτυπάει τὰ κρόταλά του</p>
<p>Καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων<br />
Κορυφὴ τῆς Ἐπανάστασης<br />
Κορυφή Κάρλ Μάρξ<br />
Κορυφὴ τῆς φρουρᾶς τοῦ Ὀκτώβρη<br />
Κορυφή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι<br />
Σέλας ὡραῖα, ὡραῖα σὰν ὄνειρο ἂς λάμψει</p>
<p>Απεραντοσύνη στοὺς γαλαξίες χαράζεις τὸ ὄνομά σου. [σελ. 42]</p>
<p>Στο ποίημα «Αναπνέοντας ελευθερία ριψοκίνδυνη» πολύ γλαφυρά μας επισημαίνει ότι είμαστε τα τελευταία εξεγερμένα κύτταρα τα οποία είναι ήδη νοερά στο δρόμο για τα νεκροταφεία.</p>
<p>Εἴμαστε οἱ τελευταῖες ἐξεγέρσεις τῶν κυττάρων<br />
στὰ ἑνωμένα νεκροταφεῖα τοῦ ἀνθρώπου. [σελ.22]</p>
<p>Δίνει το τρίστιχο ποίημα «Στροφή για τα παιδιά» μια αισιοδοξία για το πότε μπορεί να υπάρξει διέξοδος.</p>
<p>Ὣς νὰ λαλήσει ὁ πετεινός στὸ νεκρικό κρεβάτι<br />
Οἱ χειρότεροι θὰ βασιλεύουν θλιμμένοι<br />
Καὶ οἱ καλύτεροι θὰ σπαράζονται ἀπὸ τὴ λήθη. [σελ.27]</p>
<p>Με απλά λόγια, μας ορίζει τον χρόνο που θα πραγματωθεί τούτο, και θα είναι όταν οι καλύτεροι θα πάψουν να συνωστίζονται δεύτεροι-υποταχτικοί, στη λήθη.</p>
<p>Στο τελευταίο ποίημα, «Φάντασμα για μια χάλκινη σάλπιγγα», νιώθεις την εναγώνια προσπάθεια του ποιητή, έστω και την ύστατη ώρα, να γίνει κάποιο θαύμα. Εδώ, εντέλει, λειτουργεί προφητικά.</p>
<p>Δοῦλε, ἐξέσπασμάς με<br />
Δοῦλε, ἐξέσπασας ὡς πάνθηρ στὴ Νέα Ἱεριχώ</p>
<p>Καὶ μὲ τὰ νύχια γράψε<br />
στὸ χῶμα ἐπάνω τὸ σωτήριον<br />
ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ! [σελ.57]</p>
<p>Τέλος, μέσα στη συλλογή, βρήκε θέση η λέξη μετα-άνθρωπος: «Λαοὶ φεύγουν, μετάνθρωποι ἔρχονται» [σελ. 56].</p>
<p>Κατά πόσο θα πάει ο κόσμος με αυτά που σχεδιάζουν και επιβάλλουν οι ιδιοκτήτες της τεχνολογίας, οι κυβερνήτες των κερδών, είναι ένα ενδεχόμενο, αλλά αν σφάξουμε το μέλλον, όπως γράφει ο Γιώργος Κοζίας, ίσως προκύψει το θαύμα. Αλήθεια, μετά όσα προηγήθηκαν, τι αιώνα κάνει έξω;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 15/06/2024</p>
<p>Εξάγγελος είναι ο αγγελιαφόρος. Στο αρχαίο δράμα είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται στη σκηνή, για να αναγγείλει όσα δεν διαδραματίζονται μπροστά στους θεατές. Στην περίπτωση του Γιώργου Κοζία, ο οποίος επιγράφει την έβδομη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο Εξάγγελος (εκδόσεις Περισπωμένη, 2021), τα πράγματα δεν ακολουθούν τη νομότυπη από το αρχαίο δράμα σειρά. Στην ποίηση του Κοζία ο πληροφορητής δεν φέρνει στο (αναγνωστικό) κοινό νέα, ευοίωνα ή δυσάρεστα, καθώς δεν πρόκειται για νέα. Δηλαδή, ο εξάγγελος του Γιώργου Κοζία μεταφέρει με το στόμα του διαχρονικές αλήθειες, οι οποίες είναι γνωστές αλλά όχι εμπεδωμένες, καθώς φαίνεται από την Ιστορία, στη συνείδηση των ανθρώπων. Επομένως, πετυχαίνει μια άλλη σύμβαση του αρχαίου δράματος. Η υπόθεση είναι γνωστή. Το κοινό γνωρίζει την έκβαση. Το διακύβευμα δεν είναι, λοιπόν, άλλο παρά η οπτική, ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο παρουσιάζονται αυτές οι διαχρονικές αλήθειες γύρω από τη ζωή, τον θάνατο, την αιματοκυλισμένη ανθρωπότητα και τον διάτρητο κοινωνικό ιστό. Για τον σκοπό αυτό ο Κοζίας επιλέγει να σμιλεύσει ποιητικό λόγο αρκετά συμβολικό και υπαινικτικό. Μπολιάζει τις ποιητικές του καταγραφές με πρόσωπα, γεγονότα, μύθους και ήρωες του παρελθόντος μετακυλώντας αλληγορικά τη δράση τους στο απτό παρόν υπαινισσόμενος τα κακώς κείμενα της εποχής του στην οποία και ο ίδιος ακούσια εντάσσεται, ζει και δημιουργεί.</p>
<p>Η συλλογή, η οποία περιλαμβάνει τριάντα οχτώ ποιητικά κείμενα εκ των οποίων τα περισσότερα διαστέλλονται σε μία σελίδα – πρόκειται για ποίηση σύγχρονη, μοντέρνα κατά τόπους υπερρεαλιστική με εμφανείς, εντούτοις, επιρροές στον ρυθμό και στο γλωσσικό εργαλείο από την παράδοση – θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι υπηρετεί έναν διττό στόχο. Επιχειρεί αφενός να χαρτογραφήσει τη ζωή αντιθετικά προς τον βιολογικό και πνευματικό θάνατο και αφετέρου να αφυπνίσει τους νοητικά κεκοιμημένους αρθρώνοντας κοινωνικό και πολιτικό λόγο.</p>
<p>Για τον πρώτο στόχο, μπορούμε σταχυολογώντας να φωτίσουμε ενδεικτικά κάποιους στίχους. «Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε/ ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές/ σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει.» (Από το ποίημα «Ο Ελαφοκυνηγός», σ. 26) «[…] μια ζωοπανήγυρις ο βίος/ κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι/ ένα κομμάτι φρέσκο κρέας/ με τον κουβά και τον σανό του/ περιμένει τον τσαμπάση» (Από το ποίημα «Θηβαϊκός κύκλος», σ. 32) «Ο κόσμος/ δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε/ Θάντος επί πιστώσει/ Αυτό είναι όλο» (Από το ποίημα «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο», σ. 41) «Όλη η ζωή μας/ ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες» (Από το ποίημα «Όνειρο στο κύμα», σ. 42) «Φτερόποδη η ζωή κι εμείς λαχανιασμένοι/ μες στις ρωγμές του ύπνου/ Είμαστε όλοι το ξέφτισμα του μύθου/ για ενός λεπτού τιμή/ για ένα άφες ημίν, για λίγο τράτο» (Από το ποίημα «Σπαμένο ρέκβιεμ», σ. 49). Να σημειωθεί εδώ ότι κατά την περιδιάβαση της συλλογής, ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί τον διακειμενικό διάλογο του ποιητικού λόγου του Κοζία και να στοχαστεί τις ρητές ή άρητες, έξω και έσω κειμενικές αναφορές σε συγγραφείς και λογοτεχνικά έργα. Αναφέρονται ενδεικτικά οι αναφορές στους: Σελίν, Ρίλκε, Ζαχς, Τράνστρεμερ, Γκριν, Ταρκόφσκι, Σολωμός, Λαπαθιώτης, Σεφέρης, Παπαδιαμάντης, Αναγνωστάκης, Σικελιανός, Παπαδημητρακόπουλος, κ.ά.</p>
<p>Τον δεύτερο στόχο υπηρετεί η συνειρμική και υπαινικτική λειτουργία της γλώσσας και ο προτρεπτικός λόγος από την πλευρά του ποιητικού υποκειμένου. Το ποιητικό υποκείμενο αντιτίθεται σθεναρά στη πνευματική αποχαύνωση και τον εφησυχασμό με στίχους που ατσαλώνουν τον κοινωνικοπολιτικό στοχασμό του. Η επιδίωξη της γνώσης ανάγεται σε ακρογωνιαίο λίθο της υπόστασης του ανθρώπου, ενώ η άγνοια ούσα ανεπίτρεπτη, ειδικά στην εποχή μας που επικρατεί ο κατακλυσμός πληροφοριών και η ραγδαία επικοινωνία των ειδήσεων από όλον τον κόσμο, καυτηριάζεται και στηλιτεύεται από το ποιητικό υποκείμενο με λόγο άλλοτε ειρωνικό και κυνικό (με ευδιάκριτη την καρυωτακική επιρροή) και άλλοτε εκπεφρασμένο ως δριμύ κατηγορώ. Ο Κοζίας υφαίνει μια ποίηση – ωδή στον ανήσυχο και δρώντα νου.</p>
<p>Θα φωτίσουμε και πάλι ενδεικτικά κάποιους στίχους προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων. « – Σκιά όνου έξω από τα τείχη/ η προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!// Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών.» (Από το ποίημα «Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους», σ. 13). «Αγοράστε τους ένα Tablet εγκεφάλου/ μια χρυσή προσωπίδα/ Χαρίστε τους κάτι αλλόκοτο/ μια αυταπάτη, μια φρούδα ελπίδα/ “Τι σπάει δεσμά και τυράννων αλυσίδες;” (Από το ποίημα «Σε άνιση πάλι κι αγώνα», σ. 18). «Κι εμείς τα διαθέσιμα μιας πόρνης εποχής/ Ω, τι ωραία πέφτουμε/ δημόσιοι κι ανόσιοι στο λάκκο των ενστίκτων.» (Από το ποίημα «Ζωώδες επαρχείον», σ. 24) «Κατάρα, παλιά κατάρα/ με το αυγό του φιδιού στην κλίνη/ Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι/ και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα» (Από το ποίημα «Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;», σ. 52-53). «Κοιτάξτε, ζωντανοί, το απελπισμένο/ Ζυγόν δουλείας αν λησμονήσετε/ Στη λήθη όλο το σπασμένο […] Πηγαίνετε στους αφίλητους/ στους ξένους, στους αλυσοδεμένους/ στους πένητες, στους άγρια σκοτωμένους» (Από το ποίημα «Μασάντα/άσμα εγερτήριο», σ. 55-56).</p>
<p>Παράλληλα, ο ποιητής κλείνει το μάτι στους παράταιρους άλλους, ή τουλάχιστον σε αυτούς που φαίνονται να είναι έτσι, σε αυτούς που επιμένουν να ονειρεύονται έναν κόσμο καλύτερο, σε αυτούς που έχουν στόχους και παραμένουν στην ουσία τους άνθρωποι, σε αυτούς που υπερασπίζονται το όραμά τους αλλά εν τέλει αποτυγχάνουν και πληγώνονται βαθιά, όταν βλέπουν τις προσδοκίες τους και τις προσπάθειές τους να καταρρέουν, σε αυτούς που χλευάζονται εξαιτίας των διαφορετικών τους πεποιθήσεων ή και επιδιώξεων, σε αυτούς που θέλουν να κάνουν την αλλαγή και να πετύχουν κάτι όχι μόνο για ίδιον συμφέρον αλλά και για το συλλογικό. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και ξεχωρίζει το ποίημα «Ο Κύριος δεν σώζει αυτούς που πέφτουν» με το οποίο ο Κοζίας μάς θυμίζει την περίπτωση του Άλμπρεχτ Λούντβιχ Μπέρμπλινγκερ (1770-1829), γνωστόν και ως ο Ράφτης της Ουλμ, ο οποίος προσπάθησε να πετάξει κατασκευάζοντας το πρώτο αιωρόπτερο. Η προσπάθειά του απέτυχε και κατέπεσε στον Δούναβη. Διασώθηκε αλλά η πράξη του έγινε αντικείμενο κοροϊδίας και υπαινιγμών κατά των 19ο αιώνα.</p>
<p>Κλείνοντας αυτό το σύντομο κριτικό σημείωμα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι για τον Κοζία η ποίηση επιδιώκει να αναχαιτίσει τη λήθη. Τη λήθη των ακράδαντων παραδειγμάτων της παγκόσμιας ιστορίας που διαυγάζουν ότι το «κουτσό της μοίρας αμαξάκι» (από το ποίημα «Της μοίρας το αμαξάκι», σ. 47-48) ωθεί τον ευσυνείδητο και εν εγρηγόρσει ανθρώπινο νου να αποτινάζει τα δεσμά και να παλεύει για την ελευθερία του όσο ζει, όσο αναπνέει. Σε τούτη τη βιωτή αυτό είναι το μέγιστο αγαθό. Άλλωστε στο επέκεινα τα πράγματα είναι εξίσου ξεκάθαρα: «Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη;/ Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου/ με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη.» (Από το ποίημα «Ο θησαυρός των αηδονιών», σ. 21).</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑΣ</strong></h5>
<p>https://neoplanodion.gr 19/06/2023</p>
<p>Εξαγγελίες ενός θαρραλέα αιρετικού</p>
<p>Πάει κι ο αρχάγγελος να κόψει μήλο<br />
κι αποκρίνεται το φύλλο<br />
Paradiso, paradiso<br />
στο ώριο περιβολάκι και<br />
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.<br />
Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.</p>
<p>Επανερχόμενοι στο σήμερα, είναι καταφανές πως το τοπίο κάθε άλλο παρά έχει καθαρίσει. Η κριτική σιωπή καλά κρατεί, φαινόμενο για το οποίο, εντούτοις, κατά τη γνώμη του γράφοντα ούτε η – μάλλον ανυπόστατη – αντιπαραγωγική αυτογνωσία αλλά ούτε και ο εκδοτικός πληθωρισμός αποτελούν συντελεστές ικανούς. Αρκεί κανείς για τούτο να διαπιστώσει την – οφθαλμοφανή σε όσους έχουν έστω και μια τυπική σχέση με τον χώρο του βιβλίου – συχνότητα με την οποία έργα, μάλλον ελάσσονα, τείνουν να αποτελούν πόλο συσπείρωσης της κριτικής, η οποία με ζηλευτή εγρήγορση (ενίοτε ακόμα και εντός μιας εβδομάδας από την κυκλοφορία ενός βιβλίου) σπεύδει να ομολογήσει την ποιότητά τους, για να περάσει – σχεδόν αμέσως μετά την πλήρωση του χρέους – σε ένα στάδιο σιωπής, ή μάλλον έντεχνα συγκεκαλυμένης συγκατάβασης, σαν από αμηχανία για όσα μόλις ξεστόμισε. Αντιθέτως, έργα όπως ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, παρ’ όλο το μέγεθος και την ποιότητά τους, απολαμβάνουν φειδωλής κριτικής κάλυψης η οποία, τουλάχιστον κατά τη γνώση του υποφαινόμενου, περιορίζεται μέχρι και σήμερα, δύο και παραπάνω χρόνια από την κυκλοφορία της συλλογής, σε σημειωματογραφία μόλις μετρήσιμη στα δάχτυλα του ενός χεριού [2, 4-5, 8-9]. Όσον αφορά, τώρα, τις επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων – τα οποία, μάλιστα, τελευταίως παρουσιάζουν άνθηση πρωτοφανή, σε μια πρόδηλη προσπάθεια αναπλήρωσης του ανύπαρκτου αξιολογικού ρόλου της κριτικής από την ίδια τη λογοτεχνική κοινότητα (απ’ την οποία, φυσικά, δεν λείπουν φαινόμενα εσωτερικής κατανάλωσης) αλλά και ως ανταπόκριση σε μια, κατά τα φαινόμενα, επείγουσα ανάγκη ανάδειξης νέων πενών – μόλις μία (1) κριτική επιτροπή, αυτή των βραβείων «Jean Moreas 2022» [3] (θεσμού της πόλεως καταγωγής και βίου του ποιητή) βρήκε το επίτευγμα του Εξάγγελου επιδεχόμενο επιβράβευσης.</p>
<p>Έχοντας κλείσει την παρένθεση περί κριτικής και βραβεύσεων, ας επικεντρωθούμε, τώρα, στον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, πιάνοντας το νήμα από τον τίτλο, την προσέγγιση του οποίου αποπειράθηκαν ήδη προηγούμενες μελέτες [4, 5], με το βάρος να μοιράζεται ανάμεσα στον ομώνυμο ρόλο του αρχαίου δράματος (και δη της τραγωδίας) και το δημοφιλές τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν που τόσο ευρηματικά προσάρμοσε στα ελληνικά ο Διονύσης Σαββόπουλος. Εντούτοις, παρά τις όποιες προφανείς ομοιότητες, διατηρώ την επιφύλαξη πως το ζεύγος των αναγνώσεων αυτό μάλλον να συσκοτίζει καταλήγει παρά να διαυγάζει, αφενός λόγω της δεδομένης απόστασής του από το συλλογικό φαντασιακό αλλά και λόγω του ότι τόσο η δουλική διεκπεραιωτικότητα του πρώτου προσώπου όσο και η υστερόβουλη μειλιχιότητα του δεύτερου αποκλίνουν σαφώς από τις προθέσεις που έχει ο συγγραφέας για τον δικό του Εξάγγελο.</p>
<p>Προσωπικά θεωρώ πως η ανάγνωση του βιβλίου επιβάλλει δυναμικά στον αναγνώστη την ταύτιση του λυρικού υποκειμένου του με πρότυπα εγγύτερα στην ποπ κουλτούρα, όπως λ.χ. τον Τρελό του Βασιλιά Ληρ και – ιδιαίτατα – την ανδρόγυνη και ασφαλώς επαυξημένη από σκηνικής άποψης εκδοχή του, τον διορατικό πλην απερίφραστο Κιοάμι της επικών διαστάσεων διασκευής τού προαναφερθέντος έργου του Βάρδου, Ραν, από τον Ακίρα Κουροσάβα αλλά και, δευτερευόντως, το κεντρικό πρόσωπο του σατιρικού πίνακα Στάντσυκ του Γιαν Ματέικο. Στο συγκεκριμένο έργο-σταθμό για την εθνική ταυτότητα της Πολωνίας, δεσπόζει ο – βλοσυρός, εν αντιθέσει με τα στερεότυπα – γελωτοποιός Στάντσυκ ο οποίος, έχοντας μόλις πληροφορηθεί για την κατάληψη του Σμόλενσκ, περιοχής της ιδιαίτερης πατρίδας του, από Ρώσους εισβολείς, ποζάρει εμφανώς συντετριμμένος, τη στιγμή που στο υπόβαθρο του πίνακα οι ανυποψίαστοι, εστέτ ευγενείς επιδίδονται σε ξέφρενους εορτασμούς – ύβρις η οποία μέλλεται να αποκατασταθεί με τον διαμελισμό της Πολωνίας μερικά χρόνια αργότερα. Για να το πούμε απλά, ο Κοζίας φορά εδώ το προσωπείο του Εξαγγέλου όπως, σε άλλες εποχές, κάποιος θα φορούσε το σκουφί του «Τρελού» ώστε, εκμεταλλευόμενος το ακαταλόγιστο που συνόδευε την πράξη αυτή, να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με καθεστώτα της εποχής του – κάτι απ’ το οποίο, υπό συνθήκες διαφορετικές, θα ήταν αποκλεισμένος. Εξ ου και η συστηματική (προγραμματική;) απουσία του λυρικού «εγώ» καθ’ όλη την έκταση του έργου, η οποία υπαινίσσεται ευθύς εξαρχής πως όσα πρόκειται να ειπωθούν σε αυτό αποτελούν εκτόνωση του συλλογικού και όχι προσωπικού, περιχαρακωμένου συναισθήματος.</p>
<p>Από κοσμοθεωρητικής σκοπιάς τώρα, αν η μετουσίωση του ποιητικού βλέμματος σε στίχο στους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Καρούζο αποτελεί εξακτίνωση της μυστικής εμπειρίας του Ευάγριου Ποντικού και του Μακαρίου του Αιγυπτίου αντιστοίχως [6], είναι καταφανές πως στη θυμική γεωγραφία του Γιώργου Κοζία ιχνογραφούνται, από τα πιο ερεβώδη ρήγματα έως και τις πλέον υψιπετείς της κορυφώσεις, τα προτάγματα του επικούρειου Κήπου, αφενός, και του καμικού παραλόγου, αφετέρου. Ως εκ τούτου, ο Εξάγγελος τον οποίο επιστρατεύει εδώ ο Κοζίας ηχώντας το καμπανάκι στην ανθρωπότητα (ανάμεσα στην οποία ίσως-ίσως υπόρρητα δεσπόζει και ένας εαυτός τραμπαλιζόμενος ανάμεσα στην νεύρωση που πυροδοτεί η τραγική επίγνωση ενός προεξοφλημένου τέλους και στο πένθος για τη ματαίωση των μεγάλων αφηγήσεων), δεν ζητά αιχμαλώτους, κάτι που διαφαίνεται από τα πρώτα κιόλας ποιήματα (Σε σας που κτίζετε / κάτω από τον αστερισμό του μηδενός / Σε σας που στοιβάζετε πλίνθους / κεράμους ως τους αιθέρες, «Σε σας που κτίζετε»). Ο ποιητής σπεύδει εύστοχα ευθύς εξαρχής να εξισώσει τον μηδενισμό – μια ιδεολογία ταυτόσημη του σύγχρονου zeitgeist, ειδικά στον εκπίπτοντα δυτικό κόσμο – με τις υπόλοιπες θρησκείες, μια και η λατρεία του μηδενός δεν παύει να αποτελεί λατρεία (ας θυμηθούμε εδώ τον «the Dude» του κοενικού The Big Lebowski o οποίος, στο μεγαλύτερο μήκος του, καταδιώκεται από τους μηδενιστές), όπως και θρησκεία σε όλα πλην του ονόματος συνιστούν οι επιταγές του καπιταλιστικού αφηγήματος: η άκρατη συσσώρευση αγαθών (Τι υπολόγισες δόξες σπίτια και γονικά / τι μέτρησες στη λάμψη του εφήμερου / απατηλές ειδήσεις με ηχηρούς χρησμούς, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»), η ανώφελη άγρα της δόξας (Τι Σκάμανδρος, τι Καραμεντερές, «Το αναπόδραστο») και της υστεροφημίας (Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη; / Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου /με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη, «Ο θησαυρός των αηδονιών»), η υπερφίαλη, απολιτίκ ψευδαίσθηση ασφάλειας που καλλιεργούν ο ατομικισμός και η απομόνωση στη στενή σφαίρα της ιδιωτείας, κ.λπ. Με την κατάλληλη απόσταση, το βλέμμα του ποιητή διακρίνει στις τάσεις αυτές τίποτε άλλο από εκτονώσεις της ίδιας ψύχωσης που εκκολάπτει, ως κοινός παρονομαστής, ο φόβος εκείνος που λανθάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης κατάστασης, αυτός της φθοράς. Αυτή η επείγουσα ανάγκη αυτοδικαίωσης μέσω ενός νοήματος εν πολλοίς σεσοφισμένου απαξιώνεται στο πρόσωπο του προγραμμένου τέλους, όταν ο άνθρωπος, οριστικά και αμετάκλητα, έρχεται αντιμέτωπος με την πλέον χειροπιαστή απόδειξη πως η υπέρβαση δεν πλάθεται με γήινα υλικά (Τι υψώνετε πυραμίδες, τύμβους / και μαυσωλεία στο Άπειρον / (ρεφάρεται έτσι η παλιοζωή;) / Από το όρος Γιούχτας / το Όλον φαίνεται Μάταιον, «Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας»). Η αναγνώριση των μηχανισμών αυτών ως προϊόντων του ζώου (Ντενίσοβα) που ελλοχεύει, πανταχού παρόν, εντός μας και η καταπράυνσή τους, η έξοδος από τα αυτιστικά σύνδρομα που συνεχώς κερδίζουν έδαφος σε μια καθημερινότητα ακέφαλου ευδαιμονισμού είναι η μάχη που καλείται να δώσει ο άνθρωπος στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική αρένα (Κατακτώντας τόσες μοναξιές / τόσες παραισθήσεις / τη δόξα, τις άγιες οικογένειες / τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις, («Περιοδεύων θίασος Ντενίσοβα»).</p>
<p>Βεβαίως, ο Εξάγγελος του βιβλίου αναγνωρίζει ότι, σε έναν κόσμο κενωμένο από νόημα, η λειτουργία του ανθρώπου υπό ένα αδιάλειπτο καθεστώς συναγερμού, όπου κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης, είναι μάλλον δικαιολογημένη. Ο ποιητής, κόντρα σε μοντέρνες δοξασίες περί εγκλεισμού σε πύργους ελεφάντινους, συμπάσχει με τον αναγνώστη, περιδιαβαίνοντας και αλληλεπιδρώντας με ένα περιβάλλον εν πολλοίς κανιβαλιστικό και παράλογο, μέσα από στίχους-απόηχους του «Ζωολογικού κήπου» του, όταν και πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα (Σε αυτό το ζωώδες επαρχείον / Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό, «Ζωώδες επαρχείον») αλλά και κυρίως εμπεδώνοντας, ψυχή τε και σώματι, τους απαράγραφους νόμους της εντροπίας στους οποίους υπόκειται (Μόνες οι ψυχές μας στέκονται / με το λουρί στο πόδι / Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία / βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν, «Falconeria»). Ο άνθρωπος, ναυαγισμένος σ’ αυτήν την αχνογάλανη κουκκίδα που λέγεται Γη, σε ένα τοπίο ολωσδιόλου εχθρικό το οποίο δεν επέλεξε (βλ. «ερριμένο» και Χάιντεγκερ), βρίσκεται από τις απαρχές του βίου του αντιμέτωπος με έναν άνισο αγώνα (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»), με το σύμπαν να παραμένει πάντοτε στην καλύτερη ασυγκίνητο, κωφάλαλο στις όποιες του εκκλήσεις, στη χειρότερη δε να δρα τιμωρητικά, πίσω απ’ τη σαδιστική μάσκα ενός δημίου ή ενός βασανιστή (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»). Ζωή, τι ρίσκο σύντομο και ειδεχθές! («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») παραδέχεται ο Κοζίας και, πράγματι, τι πιο στυγνό από μια ζωή απογυμνωμένη από κάθε βεβαιότητα πάρεξ αυτήν μιας εκ γενετής επικείμενης τελευτής; (Ο κόσμος / δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε / Θάνατος επί πιστώσει / αυτό είναι όλο, «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο»). Πώς να μην καταρρέεις κάτω από το βάρος της επίγνωσης πως πορεύεσαι καβάλα σ’ έναν τάφο / ακαταπαύστως («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»), ειδικά όταν, ελλείψει μεταφυσικού αντικρίσματος και ηθικών μέτρων και σταθμών, αντιλαμβάνεσαι πως, άξαφνα, αποτελείς άθροισμα και, συνάμα, μόνο κύριο των επιλογών σου μέσα σε έναν ασυνάρτητο κυκεώνα από προοπτικές;</p>
<p>Στην πορεία, ο ποιητής θα συγκεκριμενοποιήσει ακόμα πιο πολύ τις ανησυχίες του, θρηνώντας για την απώλεια της νιότης αλλά και την ματαιότητα του κάλλους, που μόνο εφήμερα δύναται να θαμπώσει τις φωνές των διαψεύσεων που επιμένουν να επισωρεύονται (Να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων / των κοριτσιών, των αρχαγγέλων / να τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη / το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια // Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον / «Τι είναι ζωή; Τα μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;» / Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου, «Εκδρομή με κοριτσάκια»). Φυσικά, από τον γενικό θρήνο, δεν λείπουν και ορισμένες υποψίες οργής προς τον κυνισμό που θέλει τη ζωή να συνεχίζεται, μέσα από μια συνομιλία με τους σολωμικούς Ελεύθερους Πολιορκημένους (Όταν μια μέρα στον κήπο των Τρώων / πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος / χάνεται, φεύγει το πνεύμα / πέφτει η σάρκα / και νέους έρωτες αναζητάμε / καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει, «Αλαφροΐσκιωτο»). Κι όμως [ε]δώ τζογάρει και κερδίζει το Καθαρτήριον η «Φύσις!, («Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας») δεν αργεί να ανασυνταχθεί με χιούμορ μακάβριο ο Κοζίας, υπενθυμίζοντας στις επόμενες γενεές που βιάζονται να παραλάβουν τη σκυτάλη καταδικάζοντας, μάλλον αποστειρωμένα και επιπόλαια, τις προηγούμενες ως παρωχημένες και αναλώσιμες πως το «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς» θα ακουστεί και γι’ αυτές (μοιάζουμε σαν φαντάσματα του θέρους / και να οι ανασκαφείς, να οι αρχαιολόγοι / Τελείωσαν πια τα ψέματα, μας λένε / ας πάψει το γλυκόλαλο τραγούδι σας , «Ο θησαυρός των αηδονιών»). Πού είναι οι αγάπες μας; / Πού είναι οι εξοχές μας; / Πού είναι τα γλέντια μας τα μαγικά; («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») ειρωνεύεται ο Εξάγγελος λοξοκοιτώντας προς την αντίληψη που θέλει τον ποιητή αιώνια έφηβο, το τραγούδι του ανοξείδωτο στους αιώνες αφού σ’ έναν κόσμο [ό]που βασιλεύει σκουλήκι / και μούχλα και σήψη («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα») τίποτα ισοβίως δεν αγιάζει παρά μόνο, πειθήνια γρανάζια στην αλχημική μέριμνα της φύσης, [υ]φαίνουμε, υφαίνουμε / το ίδιο σχέδιο της ξεχαρβαλωμένης Φύσης / πάλι αχόρταγοι και πάλι με ωραίες παραισθήσεις, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Κι όμως, παρότι ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ, («Θάνατος για έναν λεγεωνάριο») πάντοτε θα φεγγρίζει πίσω από όλα και η σαιξπηρικής υφής ελπίδα της επιβίωσης μέσω των επόμενων γενεών και βιολογικών απογόνων, επιβίωση η οποία, φευ, κατοχυρώνει και την διαιώνιση του απευκταίου αγελαίου στοιχείου (Κατάρα, παλιά κατάρα / με το αυγό του φιδιού στην κλίνη / Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι / και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα («Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;»).</p>
<p>Προχωρώντας, είναι σαφές από τα παραπάνω πως οι ανησυχίες από τις οποίες βάλλεται ο σύγχρονος άνθρωπος, κατά τον Κοζία, ανάγονται στο ίδιο θέμα, αυτό της επαναδιαπραγμάτευσης της αχαλίνωτης ελευθερίας, που συνοδεύει τη μεταμοντέρνα συνθήκη από το Άουσβιτς και εντεύθεν. Κεφαλαιώδης ανάμεσα στα συμπαρομαρτούντα αυτής της ελευθερίας (ας θυμηθούμε εδώ το προπατορικό αμάρτημα) είναι η πράξη του θανάτου, χρονικό σημείο που συντελείται η οριστική εξοικείωση του ανθρώπου με το Απόλυτο, το ίδιο ακριβώς Απόλυτο που ξοδεύει όλη του την βιωτή για να ψαύσει επί ματαίω, θυμίζοντας το γνωστό σκηνικό με τον γάιδαρο και το καρότο (Υφαίνουμε το ανύφαντο / που μας καταδιώκει, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Είναι, εντούτοις, αυτή ακριβώς η αδυναμία υπερκέρασης του Απόλυτου με απτά υλικά που υπαγορεύει κάθε πράξη μας (εκούσιας ή ακούσιας) – μια αδυναμία που καθιστά οποιοδήποτε επίτευγμα ανώφελο εν τη γενέσει του – που τελικώς δρα ως παυσίλυπο. Η κάθαρση στον «Εξάγγελο» δεν παρέχεται υπό την μορφή παραμυθίας, από παρηγορητικά χτυπήματα στην πλάτη που μάλλον βαυκαλίζουν παρά συν-κινούν, αλλά από την διακήρυξη αυτής της ματαιότητας (Πού γάμος και γιορτή και σχόλη / στο άγνωστο που ξεγυμνώνει / το Είναι από το Τίποτα / το Τώρα από το Παντοτινό, «Γιουκάλι»), κάτι που βρίσκει απήχηση και στην ίδια την φύση της ποιητικής πράξης, όπου η συνείδηση της άφευκτης ήττας μπρος στο άρρητο δεν αποτελεί ουδέποτε ανάχωμα ικανό για τον ποιητή να αναμετρηθεί μαζί του, εκχερσώνοντας λεκτικά τη σιωπή, με όσο δυνατόν λιγότερες απώλειες. Μέσα από την γλαφυρή παρουσίαση της τραγικότητας των ανθρωπίνων, κατά τρόπο ηρακλείτειο, ο Κοζίας αποβλέπει στην κινητοποίηση και εξωστρέφεια του αναγνώστη, στη συνείδηση των ευθυνών του απέναντι στο μοναδικό βιώσιμο ρεύμα στο οποίο εκβάλλουν όλοι οι πιθανοί παραπόταμοι του βίου: αυτό της διαρκούς σύγκρουσης με κάθε σύμβαση και παραίτηση. Τι, άλλωστε, ιδανικότερο να στεγάσει την ελπίδα από το ερειπωμένο στήθος εκείνων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, καταφάσκοντας το πένθος τους; (Για να τον ξαναδώ να μάχεται / με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»).</p>
<p>Από την άλλη, είναι σημαντικό να τονιστεί πως, κατά τον ποιητή, η δίοδος προς μια τέτοια χειραφέτηση προϋποθέτει ταυτόχρονα και κώφευση προς οποιονδήποτε μεσσιανικών καταβολών λυτρωτισμό (Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ / προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες; // Τη μέθοδο δε μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε / Σαν καλαμιές λυγίζουμε / σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω, «Σπασμένο Ρέκβιεμ»). Ο Εξάγγελος, σε μια νοηματική συνήχηση του «πάτερ ημών / ο εν τοις ουρανοίς / (κανείς)» του Νίκου Καρούζου μεγαλύνει την Γη Χαναάν / Γη των Πιθήκων / Γη των Αποίκων / Γη του Κανένα, («Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς»), μια πραγματικότητα μονολιθική, ανίδεη από μεταφυσική, ομιλούσα μόνο την γλώσσα της ιστορίας (Είδες ποτέ, Γιατρέ, φύση διεστραμμένη; / Το σώμα να επιστρέφει / αφανισμένο, σφραγισμένο / σφυρίζοντας από το Μεγάλο Τίποτε;, «Εν τόπω»), έναν τόπο όπου οι φερόμενοι ως επίγειοι θεοί ατιμάζονται (Πού να σαπίζει ο Κόμμοδος και πού ο Πετρώνιος Μάξιμος;, «Σπασμένο Ρέκβιεμ») και οι επουράνιοι συνένοχα σιωπούν ή χαιρέκακα χαχανίζουν (και είκοσι ένα αιώνες / τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν / πάλι συναθροισμένο θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό / με τη σάλπιγγα της Κρίσης / και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει, «Ο Ελαφοκυνηγός»). «Αμήχανη η φιλοσοφία μπροστά στο προτετελεσμένο» είναι σα να προειδοποιεί εδώ ο Κοζίας, με οποιοδήποτε θέσφατο έξω από τα όρια της αγάπης και της πλησιότητας να ωχριά όταν το τέλος γίνεται διάφανο, χειροπιαστό (Πόσες φορές υπάρχουμε και / πόσες δεν υπάρχουμε / όταν περνάει / της μοίρας τ’ αμαξάκι / κι ο εκδορέας επίμονα ζητάει / για λίγα παλιοσκούδα τη ζωή μας;, «Της μοίρας το αμαξάκι»).</p>
<p>Ενάντια στην οκνηρή αυταπάτη πως η ζωή μάς χρωστά και τη ρομαντική της θέαση, κόντρα στη δαιμονοποίηση του πόνου και της αβεβαιότητας, κόντρα εν ολίγοις στο οποιοδήποτε τέναγος βολής, ο Εξάγγελος προτρεπτικός, εγερτήριος, καταγγελτικός, σαλπίζει το «αεί σχοινοβατείν» (Γερμένος πλάι στην κουπαστή / τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι / τον δαίμονα της θάλασσας / και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων // Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες «Όνειρο στο κύμα»), λοιδορεί την εύκολη παραίτηση (Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε / ή ζης’ την ή παράτα τη στις ερημιές / σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει, «Ο Ελαφοκυνηγός»), προτάσσει την αναγκαιότητα για επιστροφή στα πρωτογενή, αδιαμεσολάβητα συναισθήματα (Ψάξε πουλάκι σε κλαρί / βρες μιαν αγάπη δροσερή / μίλα τη γλώσσα των βουνών, «Στον Καύκασο το φως»), δοξάζει τον έρωτα ως μόνη πτυχή της βιωτής όπου το θαύμα κραταιώνεται. Παρά τις βαθιά ριζωμένες τάσεις της αγέλης ο ποιητής εμμένει τείνοντας το χέρι του μέσα από την κατεξοχήν πολιτική πράξη, αυτήν της τέχνης, γνωρίζοντας πως στο ταξίδι προς την ματαίωση που συνιστά η ζωή, η έξοδος από έναν ομφαλοσκοπούντα εαυτό και η αποκατάσταση της σχέσης με τον Άλλον, ακόμα κι αν ηχούν ως κύμβαλα αφελή και αλαλάζοντα, επιφυλάσσουν τον αυθεντικό δρόμο προς τη λύτρωση.</p>
<p>Από φιλολογικής σκοπιάς τώρα, δε θα ήταν άτοπο να ισχυριστούμε πως το όλο κλίμα επαναστατικότητας που διατρέχει το έργο εμπεδώνεται και εμπράκτως στο ποιητικό εργαστήριο του Κοζία, όντας αναπόσπαστο στοιχείο της ποιητικής του, μέσα από μία ατέρμονη διελκυστίνδα που εκδιπλώνεται από το πρώτο έως το τελευταίο ποίημα ανάμεσα στον ιερατικό, αιφνίδιο (όπως έχει, νωρίτερα, χαρακτηριστεί [7]) λόγο και τον ευθύ, προφορικό. Πίσω από αυτό το μαεστρικό πάντρεμα του ύφους, με τις αναπάντεχες πλην καθ’ όλα οργανικές αυξομειώσεις της έντασης, βέβαια, βρίσκεται παράλληλα και η εμφανής πρόθεση του Κοζία να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, προκαλώντας τον τίνι τρόπω να παραμείνει ενεργός. Ειδική μνεία εδώ πρέπει να κάνουμε στην δεξιοτεχνία με την οποία ο ποιητής χειρίζεται τα υψηλά ντεσιμπέλ της φωνής του, τα οποία διανθίζει με στοιχεία απελευθερωμένου στίχου, είτε ισοσύλλαβου (με αποκορύφωμα τις δεκαπεντασύλλαβές του εκδοχές) είτε ομοιοκατάληκτου, παραβολές, συντακτική ακροβασία, διακειμενικότητα, έως και με όψεις παρωδίας και αυτοσαρκασμού. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, συνιστούν επιτηδεύσεις τις οποίες επιστρατεύει ο ποιητής προκειμένου να διασκεδάσει την a priori καχυποψία του αναγνώστη, στου οποίου την μνήμη ο στομφώδης, γεμάτος προστακτικές λόγος θα διακινδύνευε, ειδάλλως, να ταυτιστεί σχεδόν τυφλά με αφηγήματα άλλων καιρών, η μόνη προβολή των οποίων στο σήμερα δεν είναι παρά ο επιθανάτιος ρόγχος τους, οδηγώντας έτσι τον λόγο του στο κενό.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας, θαρραλέα αιρετικός απέναντι στην ποιητική κοινή της πολτώδους αυτοαναφορικότητας, της τόσο προσφιλούς στον επιδερμικό, απαρασκεύαστο κριτικό λόγο, στασιάζει, διονυσιάζεται, σαρκάζει, απελευθερώνει. Όπλα του η λεπτή ειρωνεία, η ζέουσα, βρίθουσα σπινθήρων ρητορεία, η πίστη στο «τώρα» ως υπεραρκετή μαγιά του θαύματος, οι φωνές του παρελθόντος, συγγενικές ή μη μα πάντως χαραγμένες στη σύνολη μνήμη. Πολέμιοί του τα τείχη που περιβάλαμε εαυτούς, οι βολικές μας αυταπάτες, η αστόχαστη μακαριότητα του νοικοκυρεμένου βίου, οι έριδες με αφορμή οτιδήποτε εν τέλει καταδικασμένο εν όψει της φθοράς. Ο έξοχος Εξάγγελος – έργο μεγαλεπήβολο καίτοι κατορθωμένο σε όλο του το μήκος και πλάτος – αποτελεί, εδώ και δύο και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία του, χρυσορυχείο πολλαπλών προκλητικών ερεθισμάτων, πρόσφορων για κριτική αναμέτρηση ουδόλως ακροθιγή, μα στηριγμένη πάνω σε ερείσματα στιβαρά. Άλλωστε, πού καλύτερη αφορμή για την αξιολόγηση και όξυνση του ανοσοποιητικού συστήματος του ποιητικού κανόνα και των δυνατοτήτων του να επεκταθεί, προσαρτώντας νέους πυρήνες στης τάξεις του, από τις αποκλίνουσες φωνές; Ο κίνδυνος του πιθανού οστρακισμού των γεωργούντων την ποιητική παραμεθόριο στερεί από όλους, ανεξαίρετα, την δυνατότητα να ατσαλωθούμε.</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΟΓΙΑΝΝΗΣ</strong></h5>
<p>oanagnostis.gr 16/02/2022</p>
<p>Εξάγγελος»: Η ενδοχώρα του χρόνου</p>
<p>Στο μυθιστόρημα του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», ο Μαρσέλ Προυστ προσεγγίζει – μεταξύ άλλων – δύο θεμελιακά ζητούμενα. Οριοθετεί κατά τρόπο πρωταγωνιστικό την εποχή της διακειμενικότητας, γονιμοποιώντας έτσι το διάλογο και την αλληλεπίδραση μεταξύ των συγγραφέων και ανιχνεύει τη σημαντικότερη ίσως παράμετρο του ανθρώπινου βίου: το χρόνο. Εμβαθύνει, δηλαδή, στο πώς αντιλαμβανόμαστε και φιλτράρουμε τη σταθερά του χρόνου, το πώς η δράση και εν γένει ο ανθρώπινος βίος διασταυρώνεται, οριοθετείτε και κατά συνέπεια εμπεριέχεται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.</p>
<p>Στην 7η ποιητική συλλογή του «Εξάγγελος», Περισπωμένη, 2021, ο Γιώργος Κοζίας απαντά στα παραπάνω μείζονα ζητούμενα:</p>
<p>α) Σε πρώτη προσέγγιση, με ποιους ποιητές και περσόνες της τέχνης αλληλοεπιδρά και συνομιλεί; Πότε επιλέγει να ενεργοποιήσει αυτή τη διακειμενική σχέση; Με ποιο τρόπο δανείζεται ή και μεταγράφει το λόγο ή τη σκέψη τους; Το πώς, τελικά, και κυρίως γιατί επιτυγχάνει αυτή η διακειμενική σχέση να μετουσιώνεται στο δικό του αφομοιωμένο ποιητικό ιδίωμα.</p>
<p>Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά τη διακειμενικότητα, καθώς και τις ποιητικές αλληλεπιδράσεις, αναφέρω ενδεικτικά, τα ακόλουθα παραδείγματα:</p>
<p>1) (σελ. 20, «Αλαφροΐσκιωτο», συνάφεια με Σεφέρη, Καβάφη, Σικελιανό)</p>
<p>«– κι άλλη Τροία δεν θα δεις/ κι άλλο βασιλικό κορμί δεν θα αγκαλιάσεις/ Νέο αίμα ευγενικό περνάει, ξένο κι αλαφροΐσκιωτο»</p>
<p>2) (σελ. 28, δάνειο από Σολωμό, «Δεσμώτες στην ακτή του Φαλήρου»)</p>
<p>Δεν ακούγεται ουτ’ ένα κύμα εις την έρμη ακρογιαλιά / λες και η θάλασσα κοιμάται / μες στης γης την αγκαλιά</p>
<p>3) (σελ. 27, «ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΙΚΌ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΦΙΟΡΙΝΙΩΝ», δάνειο/ συνομιλία με το Σουηδό ποιητή, Τόμας Τράνστρεμερ)</p>
<p>«… το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο!»</p>
<p>4) (σελ. 30, «ΓΙΟΥΚΑΛΙ (Με τον τρόπο του Γ.Κ)» – συνάφεια με Σεφέρη)</p>
<p>Τι απροσμέτρητο περνά;/ Λύπες, χαρές, ελπίδες μένουν πίσω/ Και η βάρκα επιστρέφει μόνη αστόλιστη, δίχως μεσα το νεκρό/ Της αγάπης το Γιουκάλι ας μας πάρει μακριά</p>
<p>5) (σελ. 47, «ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΟ ΑΜΑΞΑΚΙ», προμετωπίδα Αρσένι Ταρκόφσκι, δάνειο Κ. Καρυωτάκη)</p>
<p>Κουτσό της μοίρας αμαξάκι / που μας πηγαίνεις</p>
<p>/κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας / φρικτά καρούλια στα χέρια των θεών … VIVE LA FUITE!</p>
<p>Αν, όμως, θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιον ποιητή, στον οποίον ο Κοζίας οφείλει, κατά τη γνώμη μου, τη μεγαλύτερη διακειμενική συνάφεια, καθώς και τη σαφέστερη υπαρξιακή, φιλοσοφική και ιδεολογική επιρροή, τότε αυτός είναι μακράν ο Μίλτος Σαχτούρης. Και εδώ, αξίζει σίγουρα να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση. Διότι σχετικά με τον Σαχτούρη έχει εύστοχα επισημανθεί ότι σαν διανοούμενος ποιητής μάς βοήθησε να εξοικειωθούμε πρώτα και κύρια, με το παράλογο και το εφιαλτικό. Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, με τα προβλήματα που παραμένουν «καθολικά και ανιστόρητα», ο Κοζίας συγκροτεί με «λέξεις κρυσταλλικές και εικόνες ακατάπαυστα εναλλασσόμενες», το δικό του ποιητικό μύθο (βλ. Γ. Δάλλας). Και αυτό το πράττει με τρεις κατ’ εξοχήν Σαχτουρικούς τρόπους: συνθέτοντας από α)τα αρχέτυπα της μυθολογίας, β)του ιστορικού και γ) του ατομικού βιώματος, το ποιητικό σώμα και του «Εξάγγελου».</p>
<p>Β) Σε ό,τι, τώρα, αφορά στο δεύτερο ζητούμενο του χρονικού προσδιορισμού, ενδιαφέρον έχει το πώς ο Κοζίας χρησιμοποιεί στον «Εξάγγελο», την έννοια και τη δυναμική του χρόνου: Πότε, δηλαδή, το πράττει; Σε ποιο πλαίσιο και με ποια προσδιοριστική ακρίβεια; Πώς πυροδοτεί μέσω της παραμέτρου του χρόνου, τη συνολικότερη δράση των ποιημάτων του; Με άλλα λόγια, όταν στον παρανομαστή του ποιητικού του στοχασμού τοποθετεί το παρελθόν, το παρόν είτε το μέλλον, τότε στον αριθμητή, ο Κοζίας εκθέτει οτιδήποτε αφορά την ανθρώπινη σκέψη.</p>
<p>Ακολουθώντας, λοιπόν, τον τρόπο της χρονικής και συνακόλουθα ιδεολογικής αντίστιξης/ συνομιλίας, ο Κοζίας επιλέγει τα αρχικά ποιητικά παραθέματα, που καθοδηγούν σαν οδοδείκτες, τον «Εξάγγελο».</p>
<p>Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο ποιητικό παράθεμα του Σελίν διαγράφει σ’ ένα διαρκές ατελέσφορο παρόν, τον φαινομενικά μάταιο ανθρώπινο βίο. Και ετούτη η αποστροφή προβάλλει πως είναι καθολικά αρνητική: ο χρόνος φαίνεται να είναι μία ολοκληρωτικά χαμένη υπόθεση. Ένα στοίχημα που θέτει μία σειρά ανεκπλήρωτων ονείρων: « δεν υπάρχει πια μεταμέλεια/ δεν υπάρχει τίποτε/ παρά άσματα εξέγερσης και ελπίδας. Αλλά ελπίδα για ποιο πράγμα;» (Louis, Ferdinand Celine).</p>
<p>Αν όμως στην αφετηρία του «Εξάγγελου» ο Σελίν μάς καθηλώνει με την ανεκπλήρωτη αποστροφή του, εν συνεχεία έπεται η διαλεκτική απάντηση/ συνομιλία του Ρίλκε: τελικά ο χρόνος δεν είναι, όπως αρχικά φαντάζει, μία καθολικά αρνητική υπόθεση. Γι’ αυτό το λόγο – στο επόμενο, επιλεγμένο παράθεμα του Rainer Maria Rilke, – η ποίηση που αρθρώνεται στον «Εξάγγελο», αναλαμβάνει να πραγματώσει σ’ ένα διαρκές παρόν, το ανθρωπιστικό, όσο και το ποιητικό έλλειμμα. Και αυτό, διότι πολύ απλά, ο ποιητικός χρόνος και λόγος εξακολουθεί να αποτελεί κατά τρόπο επιτακτικό, έναν πίνακα, που συγκεντρώνει και μετουσιώνει τα θραύσματα του ανθρώπινου χρονο-βίου: «Τώρα κάνε το έργο της καρδιάς στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα σου.» (Rainer Maria Rilke).</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας δεν πράττει τίποτε παραπάνω στον «Εξάγγελο», ιδίως σε ό,τι αφορά το έργο της καρδιάς, στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα… στο “σύμπαν” του προσωπικού του χρόνου. Η αποστροφή του στο εμβληματικό του ποίημα «Σε σας που κτίζετε» (σ. 10) είναι κατηγορηματική, εφόσον προσδιορίζει ένα εμφανές χρονικό στίγμα, απευθυνόμενος στις μελλούμενες συναθροίσεις των ανθρώπων: «Σε σας μιλώ που θυσιάζετε επί των ερειπίων/ ποτέ να μην ξεχνάτε/ υπάρχουν πέτρες σαν Ψυχές και πέτρες σαν Αδόλφοι». Μία ομολογουμένως φιλόδοξη, φαντασιακή αποστροφή, εφόσον ο Κοζίας απευθύνεται τουλάχιστον σε οκτώ σημαίνοντες, δικούς του, υπαρξιακούς κύκλους.</p>
<p>Από ’κει και πέρα, ο Κοζίας δεν αυταπατάται, όταν συνθέτει το ψηφιδωτό του χρόνου. Εδώ, το συνολικό, χρονικό άθροισμα είναι ομολογουμένως εντυπωσιακό για έναν ποιητή. Πιο συγκεκριμένα, από τις 50 περίπου ποιητικές σελίδες του «Εξάγγελου», τουλάχιστον οι 20 είναι ξεκάθαρα, χρονικά προσανατολισμένες. Και από τις 20, οι 8 αφορούν τον επιμερισμένο χρόνο (μέρα, νύχτα, πρωί κ.τ.λ.), οι 9 αφορούν πιο διευρυμένους, χρονικούς κύκλους (Αιωνιότητα, Άχτιστος χρόνος) και τέλος, μόνον οι 3 αφορούν ταυτόχρονα και τον επιμέρους και τον διευρυμένο χρόνο.</p>
<p>Εκλαμβάνοντας, άρα, σαν δεδομένο αυτή τη χρονική διαβάθμιση, αξίζει να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στο χωρόχρονο της νύχτας: Γιατί όταν για τον Κοζία «ο πόθος όλη τη νύχτα (…) ξεφαντώνει/ το Κατακτημένο, το Πεινασμένο/ το Εκπορνευμένο/ το Όσιο, το Τρομερό, το Ηγεμονικό/ με υψωμένες τις ρομφαίες», τότε, η νύχτα κατακτάτε από την έλευση των «Ντενίσοβα», που αντιπροσωπεύουν τα διαφορετικά απεχθή πρόσωπα του αλλοτριωμένου ανθρώπου (σελ. 9).</p>
<p>Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίον ο χρόνος της μέρας συνομιλεί με το μέλλοντα χρόνο στο ποίημα «Αλαφροΐσκιωτο»:</p>
<p>Όταν μια μέρα / το σήμερα δεν γίνεται αύριο (τότε) Δούρειος ίππος σε πολιορκεί, δούρειος σε γερνάει</p>
<p>Και η παραπάνω μέθεξη της μέρας με το μέλλοντα χρόνο αποκτά μία ξεχωριστή δυναμική, στο συγκεκριμένο ποίημα, αν συνυπολογίσουμε επιπροσθέτως, τη διακειμενική συνομιλία του Κοζία, με τρεις κορυφαίους ποιητές: τον Σικελιανό, το Σεφέρη και τον Καβάφη (ποιητικό ηχόχρωμα):</p>
<p>Όταν μία μέρα στον κήπο των Τρώων/ πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος/ χάνεται, φεύγει το πνεύμα (Σικελιανός)</p>
<p>Πέφτει η σάρκα/ και νέους έρωτες αναζητάμε/ καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει (η αρχαιοελληνική μυθολογία του Σεφέρη)</p>
<p>-Κι άλλη Τροία δεν θα δεις/ κι άλλο βασιλικό κορμί δεν θα αγκαλιάσεις–(Καβάφης, το ποίημα Τρώες)</p>
<p>Συνοψίζοντας την υπαρξιακή/ χρονική του αναμέτρηση, ο Γιώργος Κοζίας καταφέρνει με ποιητική μαεστρία να δείξει τη ματαιότητα των ανθρώπινων έργων, όταν αυτά έρχονται αντιμέτωπα με την ανυπέρβλητη εξουσία του θανάτου. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση – που ο ποιητής του Εξάγγελου αίρεται στο ύψος του Άχτιστου χρόνου και της αιωνιότητας – τότε αναπόδραστα ενδύεται ένα ποιητικό ηχόχρωμα, που περισσότερο μοιάζει με το μεταφυσικό ένδυμα του θρησκευτικού λόγου. Ή πιο συγκεκριμένα, με την έκφραση του Παπαδιαμάντη, που έτσι ή αλλιώς έχει γονιδιακά αφομοιώσει και τα δύο: και τον μεταφυσικό και τον θρησκευτικό μετεωρισμό:</p>
<p>Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκο</p>
<p>«Τι είναι ζωή; Τι μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;»</p>
<p>Τίποτε δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου.</p>
<h5><strong>ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Εντευκτήριο &#8211; Αρ. Τεύχους: 124 Δεκέμβριος 2022</p>
<p>Angelus Novus</p>
<p>Ποιον ακριβώς ρόλο καλείται να παίξει ο εξάγγελος στο ομότιτλο, καινούργιο ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Κοζία; Αν έπρεπε να διαλέξω, αντί για τον εξάγγελο της αρχαίας τραγωδίας, που εμφανίζεται προκειμένου να αναγγείλει κάτι το οποίο έχει διαδραματιστεί στον αόρατο χώρο πίσω από τα σκηνή (προβάλλοντας ή συνοψίζοντας συμβάντα απαραίτητα για τη συνέχιση της δραματικής αλληλουχίας), θα προτιμούσα τον άγγελο της Ιστορίας (Angelus Novus) του Κλέε και του Μιιένγιαμιν, που έχει στραμμένο το<br />
πρόσωπό του προς τα πίσω (προς τα ζωντανά ερείπια της ιστορικής πραγματικότητας) ενόσω είναι έτοιμος να φτεροκοπήσει προς τα επερχόμενα του μέλλοντος, με τη διαφορά πως θέλει πρωτύτερα να διασώσει από τη λήθη τούς αγώνες<br />
και τις θυσίες του παρελθόντος. Οι κουΐντες του Εξάγγελου του Κοζία κρύβουν (αν είναι να σκεφτούμε τον εξάγγελο της αρχαίας τραγωδίας) πρωτίστως τις πηγές του ποιητικού παρελθόντος, ενώ το ιστορικά παρελθόν στο οποίο διανοίγονται τα ποιήματα της συλλογής ισοδύναμοί, κατά πάσα πιθανότητα (αν είναι να σκεφτούμε τον άγγελο της Ιστορίας), με τη<br />
θεματική αλλά και με την υπαρξιακή ή την οντολογική της ταυτότητα:</p>
<p>[…]<br />
Ω αιματοβαμμένο ποίημα, σε στέλνω<br />
στον αντρειωμένο Σιγισμούνδο Μαλατέστα<br />
για να τον ξαναδώ να μάχεται<br />
με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη<br />
και το έμπιστο στιλέτο του</p>
<p>Σε στέλνω στην ταραχή της Ρώμης<br />
στην παρακμή της Λόντρας<br />
και στην εξάντληση τον Παρισιού<br />
Σε στέλνω με τα όπλα της τιμής<br />
ενάντια σε φαύλους<br />
σε προπαγανδιστές, σε καιροσκόπους</p>
<p>Κι άλλον τρόπο δεν έχω<br />
εγώ ο Σιγισμούνδος ο μελαγχολικός<br />
μες στη σατανική εντιμότητα των μαζών<br />
μιαν ελπίδα ψάχνω στην όψη και στην κόψη<br />
μιαν ελπίδα σαν τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών.</p>
<p>Δεν παρακολουθεί πάντοτε ο Κοζίας τις διαδρομές και τις μετατροπές ή τις μεταστροφές της Ιστορίας στο βιβλίο του, ούτε συστεγάζει ετερογενή γεγονότα και ασύμπτωτες μεταξύ τους ιστορικές περιόδους κάτω από την ίδια σκέπη, όπως το δοκιμάζουν συχνά τα τελευταία χρόνια οι ποιητές νεότερων ή και πολύ νεότερων γενεών από τη δική του, φτιάχνοντας ένα pastiche που ταιριάζει στα μέτρα και στη λογική ενός άλλου πνεύματος. Η Ιστορία, παρ’ όλα αυτά, ξεμυτίζει κάθε τόσο από τους στίχους του Κοζία<br />
(ως τεκμήριο και συμβάν, ως μνημείο και ως απομνημονευμένος τόπος μα και<br />
ως καλλιτεχνικός υπαινιγμός ή ως μύθος αι ως αλληγορία), ορίζοντας και την<br />
ποιητική του: ό,τι περιμαζεύει ο άγγελος της Ιστορίας από τα αποκαΐδια της,<br />
αναλαμβάνει να προφυλάξει για λογαριασμό της μνήμης, αλλά και ό,τι ξεγλιστράει κάτω από τα φτερά του για να πεταχτεί στο χάος, καταλήγει στο πένθος και στον θρήνο: πένθος για τις χαμένες επαναστάσεις, τις εξεγέρσεις και τις ξεθεμελιωθείς σε οικουμενικά επίπεδο, και θρήνο για την αναπότρεπτη, εν κατακλείδι, απώλεια των πάντων:</p>
<p>[&#8230;]<br />
Στην Ουλμ έχουμε σύντροφο την Πτώση<br />
και μνηστή την Αυταπάτη<br />
Ω, πένθιμε ουρανέ, στην Ουλμ<br />
ο Κύριος δεν σώζει αστούς που πέφτουν.</p>
<p>Τίποτε, ωστόσο, από όλα αυτά, έστω κι αν βρισκόμαστε μπροστά στην κατακρήμνιση του υψηλότερου γοτθικού ναού του κόσμου, του ναού της Ουλμ, δεν είναι ικανό να δώσει τέλος στον πόθο για ζωή και στην επιθυμία για έναν άλλο βίο — ακόμα κι αν ένας τέτοιος βίος δείχνει νομοτελειακά αποκλεισμένος, ακόμα κι αν το σύμπαν θα γίνει ξανά και ξανά, χίλιες φορές, συντρίμμια. Και από εδώ ακριβώς αντλεί η ποίηση γενικά, και η ποίηση του Κοζία ειδικότερα, τη δύναμη και την ουσία της· με άλλα λόγια, τη ζωτική αναπνοή της — είναι σαν την ελπίδα και τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών<br />
του μελαγχολικού Σιγισμούνδου. Κι ένας τέτοιος κοντοτιέρος, μέγας εμπνευστής οχυρών, προστάτης των τεχνών, καθώς και ποιητής, δεν μπορεί παρά να τραγουδήσει και όλα όσα λογαριάζουμε συνήθως σαν απότοκα ή σαν σιωπηρά παραφερνάλια της Ιστορίας: από τη μάχη με την πολιτική μέχρι την αναμέτρηση με τον χρόνο, με την ανάλωση της ύπαρξης ή και με τον ίδιο τον θάνατο.<br />
Έχω ξαναγράψει (προ δεκαετίας σ’ αυτήν τη στήλη του Εντευκτηρίου) πως<br />
το ποιητικό σύστημα του Κοζία είναι ένα σύστημα χωρίς λυρικό εγώ, όπου οι εξάρσεις της ατομικής φωνής και η διαστολή τού όποιου προσωπικού αισθήματος (με ό,τι μπορεί να σημαίνει ο όρος «προσωπικό αίσθημα» στην ποίηση) δεν έχουν καμιά θέση. Είναι κάτι που δεν προέκυψε εξαρχής στο έργο του αλλά κερδήθηκε, όπως όλες οι σημαντικές κατακτήσεις<br />
κατά την πορεία: από τον Ζωολογικό κήπο (1989) και τον Μάρτυρα<br />
που δεν υπήρξε (1995), που στάθηκαν, ασφαλώς, καταθέσεις με κάπως πιο εξομολογητικό χαρακτήρα, ο Κοζίας πέρασε πρώτα στο Πεδίον ρίψεων (2001) και εν συνεχεία στον Κόσμο χωρίς ταξιδιώτες (2007), στον 41ο παράλληλο (2012) και στο Πολεμώντας υπό σκιάν&#8230; (2017), για<br />
να καταλήξει σε μία περίπλοκα υφασμένη ειρωνεία: αντίδοτο στη συγκινησιακή<br />
αφλογιστία της αισθηματολογίας και του μελοδραματισμού, που μπαίνουν συχνά από την πίσω πόρτα στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Κι αν ο εξάγγελος της αρχαίας τραγωδίας μιλάει στην ανά χείρας συλλογή για τις πηγές του ποιητικού παρελθόντος, όπως το έλεγα προεισαγωγικά, αν όντως μας υποδεικνύει το διακείμενο με το οποίο συνομιλεί τώρα ο Κοζίας, σε μία συνθήκη ελεύθερης (ακόμα και συνειρμικής ή υπερρεαλιστικού τύπου) ανταλλαγής, τότε θα χρειαστεί να μνημονεύσουμε τους πιο απροσδόκητους επισκέπτες: από Σολωμό, Καβάφη, Σικελιανό, Σεφέρη και Σαχτούρη μέχρι<br />
Ρίλκε, Σελίν, Τσέλαν και Τούμας Τρανστρέμερ. Το ποιητικό παρελθόν και το<br />
διακείμενο, ωστόσο, δήλωναν ανέκαθεν την παρουσία τους στην ποίηση του Κοζία ως ένα διαρκές παιχνίδι ρητορικών τρόπων, οι οποίοι αυτονομούνται γρήγορα από τον τόπο της καταγωγής τους, για να υπονομεύσουν εκ των ένδον τη συγκρότηση της οποιασδήποτε συμπαγούς και ενιαίας ενότητας. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα με τον Εξάγγελο και με την περιδίνηση της Ιστορίας, σε ένα δείγμα ποιητικής γραφής με πολλαπλές εισόδους και εξόδους (όλες ανοιχτές και ποικιλοτρόπως προσβάσιμες), και σε ένα βιβλίο το οποίο συνιστά, πέραν πάσης αμφιβολίας, την ωριμότερη και την ευτυχέστερη δουλειά του Κοζία &#8211; τουλάχιστον μέχρι στιγμής.</p>
<h5><strong>ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΚΑΤΣΙΔΗΜΑ &#8211; ΛΑΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 18/12/2021</p>
<p>«Εξάγγελος», προφήτης και στρατιώτης</p>
<p>Η ποίηση του Γιώργου Κοζία ηχεί ως παιάνας συναισθηματικής εφόρμησης, έχει κάτι το αφυπνιστικό, το επαναστατικό, που συνδυάζεται με μία ανυποχώρητη εσωτερική πειθαρχία και δέσμευση στο υψηλό και στο ωραίο.<br />
Ο «Εξάγγελος», προφήτης και στρατιώτης, δονείται από την ευθύνη του «καθοράν». Ορθώνεται ως Διγενής στο σύνορο της λογικής με το άλογο, το ομιχλώδες, το σκοτεινό και προειδοποιεί :<br />
«Σε σας μιλώ, τροπαιοφόρες συνειδήσεις<br />
Σε σας μιλώ που θυσιάζετε επί των ερειπίων ποτέ να μην ξεχνάτε<br />
Υπάρχουν πέτρες σαν Ψυχές και πέτρες σαν Αδόλφοι»<br />
Στέκει ασάλευτος στο μάτι ενός εγκόσμιου κυκλώνα, αιώνιος όμως κι άναρχος αυτός, σαν έξω από καθετί εγκόσμιο, κι αυτοσυστήνεται :<br />
«Εγώ ειμί άφρων, έκλυτος, συνουσιαζόμενος<br />
Πιστός γιος της Βίας και του Πόθου».<br />
Δε διδάσκει με την τετριμμένη έννοια του όρου. Είναι όμως η ποίηση του Κοζία μια ποίηση διδακτική, που υπαγορεύει πρωτίστως τη ρήξη και τη σύγκρουση με κάθε υποκριτική σύμβαση, ως προϋπόθεση ελευθερίας. Ιδιότυπη, μοναδική, συνειδητά απαλλαγμένη από αισθητικές νοθείες και φραστικές υποχωρήσεις, υπάκουη μόνο σε μια βαθύτερη κι υπερκείμενη οργανική ενότητα που συνεχώς αναγεννάται μέσα από συμβολισμούς κι αμφισημίες, μοιάζει με τροφοδότη πλακούντα που πλάθει το αρχετυπικό έμβρυο του εσώτερου «είναι».<br />
Βυθίζεται στη μελέτη των ανθρωπίνων κι αξιοποιώντας μια γλώσσα τολμηρή και γενναία παρατηρεί :</p>
<p>«Σκιά όνου έξω από τα τείχη<br />
η προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!</p>
<p>Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών».<br />
Η υποβλητική δύναμη της έκφρασης και η ένταση του νοήματος είναι τα συστατικά της γοητείας που ασκεί η ποίηση του Κοζία. Κάθε στίχος μοιάζει με απόσταγμα αποστάγματος, με κορύφωση προηγηθείσας μάχης, με πυκνό, γεμάτο σφρίγος, επίλογο. Οικεία και απόκοσμη, σαφής και υπαινικτική, οξυδερκής και παιδικά αγνή, με ύφος πεζοφανές που ψιθυρίζει όμως ένα ανεπαίσθητο τραγούδισμα, ο «Εξάγγελος» μιλά απευθείας στο πρωτογενές κύτταρο της ύπαρξής μας και μας οδηγεί στην αυτεπίγνωση:<br />
«Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη;<br />
Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου<br />
με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στην λήθη»<br />
και με αδυσώπητη ευθύτητα αποκαλύπτει την τραγική ουσία της ζωής που αιμορραγεί αβοήθητη από τις πιο βαθιές ψυχικές μας φλέβες:<br />
«Έρχεται κανείς, βρίσκει μια ζωή έτοιμη<br />
Δεν έχει παρά να την προβάρει<br />
Στην ούγια γράφει : Δέρμα εκτροφείου».<br />
Για να καταλήξει σε μία συγκλονιστική διαπίστωση στο ποίημα FALCONERIA :<br />
«Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος».<br />
Διαβάζοντας γευόμαστε ένα είδος συναισθηματικής κάθαρσης, η οποία δεν εκβιάζεται από τον ποιητή αλλά έρχεται ως επακόλουθο της αποδέσμευσης από οποιαδήποτε υποταγή σε κλισέ ποιητικές φόρμες και θέματα. Δουλειά της ποίησης εξάλλου δεν είναι να λύνει υπαρξιακά ή κοινωνικά προβλήματα. Υπακούει μόνο στην εσωτερική ανάγκη μετάγγισης του πνευματικού και ηθικού της βάθους. Υπάρχει χάριν του εαυτού της. Κι αυτός ο ωραίος «εγωισμός» είναι που τελικά δίνει απαντήσεις στον αποδέκτη αφού πυροδοτεί την επιθυμία προσέγγισής της· επιθυμία που σε ορισμένες εξαιρετικές στιγμές της ποιητικής παραγωγής, όπως στον «Εξάγγελο», κορυφώνεται σε διακαή πόθο. Κι είναι αυτός, ο πόθος, που τον κρατά σε συναισθηματική εγρήγορση. Είναι αυτός που τον ευλογεί με την γεύση του μόνιμα ανεκπλήρωτου· εγγύηση της αιώνιας νεότητας του στίχου, που διατρέχει το παρελθόν, το παρόν και θα διαβάζεται ως πάντα επίκαιρος, γιατί είναι ειλικρινά ανθρώπινος, και στο μέλλον.<br />
Ως επίλογο, θα ήθελα να κάνω μια επισήμανση : σημαντικό στοιχείο που προσφέρει μονοπάτια προσέγγισης των ποιημάτων του Γιώργου Κοζία είναι ο τίτλος τους. Ο Καβάφης θεωρούσε πως «ο τίτλος αποτελεί ένα σχόλιον» στο ποίημα. Κι αυτό επιβεβαιώνεται σε κάθε σελίδα της συλλογής. Τίτλοι πρωτότυποι, που λειτουργούν σαν το φυτίλι ανάφλεξης των στίχων που θα ακολουθήσουν : «Μαύρη Επίδαυρος», «Περιοδεύων Θίασος Ντενίσοβα», «Σπασμένο Ρέκβιεμ», «Ο Θησαυρός των αηδονιών»…<br />
Επιβεβαιώνεται πως η αρχή λειτουργεί ως καταλύτης και προδικάζει πολλές φορές το τέλος.<br />
Ο Κοζίας με τον «Εξάγγελο» στέκει στην ψηλότερη ντάπια ενός κάστρου υπό πολιορκία και απευθύνει γενναίο χαιρετισμό :<br />
«Χαίρε πουλαράκι, χαίρε καλπασμέ<br />
Χαίρε άγριο άτι πολεμικό<br />
Χαίρε της νιότης κόκκινο ιππικό<br />
Χαίρε η Ελευθερία στου μέλλοντος τις στέπες».<br />
Κι ο αναγνώστης καλείται να αντιχαιρετήσει κι εν τέλει να αναμετρηθεί μαζί του.</p>
<h5><strong>ΜΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>frear.gr 02/12/2021</p>
<p>«ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ»</p>
<p>Ο εξάγγελος είναι πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που έρχεται για να αναγγείλει κάτι που συνέβη στον εσωτερικό χώρο που υποτίθεται ότι υπάρχει πίσω από τη σκηνή. Ο άλλος γνωστός και πολυτραγουδισμένος Αγγελος-εξάγγελος λέει κάποια στιγμή: «Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά/η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα/τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά/μα απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια» (Σαββόπουλος)</p>
<p>Ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία δεν έχει τέτοιο σκοπό: λέει την αλήθεια κοιτώντας μας κατάματα και κάποιες στιγμές, αν όχι πάντα, αδιαφορώντας για το επώδυνο της αποκάλυψης. Μας λέει αυτό που πρέπει και όχι αυτό που θέλουμε να ακούσουμε: ανοίγει την αυλαία των εσωψύχων μας και κάποτε τη ρίχνει κιόλας.</p>
<p>Ποιος είναι, λοιπόν; Και τι νέα μας φέρει; Είναι αγγελιοφόρος καλών ειδήσεων; Ή μήπως εκείνος που με τα λόγια του εξιστορεί όσα δυσάρεστα θέλουμε να αποφύγουμε; Μήπως τα μυστικά που έρχεται να μας μολογήσει, είναι ουσιαστικά η ζωή μας και τα -για πολλούς λόγους- ανείπωτα; Μήπως ο Εξάγγελος είναι ο ίδιος μας ο εαυτός που συγκροτείται από τους φόβους, τις πληγές, τον τρόμο τον δικό μας, αλλά και τις χαρές και τις προσμονές και τις ελπίδες μας;</p>
<p>Ο Εξάγγελος δεν συντηρεί κοινότυπους μύθους περί ποιήσεως:</p>
<p>1.Δεν συντηρεί τον μύθο του διαχωρισμού σε «υψηλή» και «μη υψηλή» ποίηση. Η ποίηση του Κοζία είναι ποίηση ζωντανή, που σπαρταρά και που προκαλεί.</p>
<p>2.Επίσης, λέγεται ότι η ποίηση ξεκουράζει και λειτουργεί ως αναλγητικό για πολλές πορείες ματαιωμένων προσδοκιών. Η ποίηση του Κοζία δεν ανήκει σ΄αυτή την κατηγορία σίγουρα. Είναι λόγος έξω από τα δόντια που δείχνει τα δόντια σε κάθε μορφή εξουσίας που με τον τρόπο της καταδυναστεύει.</p>
<p>Λέγεται ακόμα πως η ποίηση γλυκαίνει τους ανθρώπους. Μεταγγιζόμενοι οι καημοί και συγκοινωνούντες μέσω του γράφοντος με όσους άλλους νιώθουν να τους ταλαιπώρησε η άδικη μοίρα του ανεκπλήρωτου πόθου, του αγαπημένου Άλλου, της απωθημένης αγάπης. Μην ψάξετε. Μην απατάσθε: αυτή την ποίηση δεν θα τη βρείτε στον Εξάγγελο. Η δική του γραφή διεγείρει προκαλώντας την εγρήγορση του αναγνώστη αλλά και διαμαρτύρεται: γιατί αφήνουμε άλλους να διαφεντεύουν τη μοίρα μας.<br />
Είναι μια ποίηση εξεγερτική και αποκαλυπτική. Εναντιώνεται σ αυτούς που δεν σέβονται τη σκέψη, την ύπαρξη, την παρουσία μας. Φωνάζει, σπρώχνει, σπαράζει: απέναντι στην πατριαρχία, απέναντι στην αυταρχικότητα, απέναντι στην ιστορία που οι ασκούντες την εξουσία κατασκευάζουν.</p>
<p>Είναι μια ποίηση που ίσως θέλει να προσδώσει συγκεκριμένη προοπτική/οπτική στον αναγνώστη μέσω προσώπων, τόπων, στοιχείων που επιλέγονται. Το σημαντικό όμως είναι ότι ο αναγνώστης μπορεί να αναγνώσει τα ποιήματα με τον δικό του τρόπο, να ανακαλύψει τα δικά του νοήματα: το ταξίδι των λέξεων του ποιητή κάνει τον διάπλου της σκέψης των ανθρώπων, δύναται να τους οδηγήσει σε μύχια μονοπάτια αποκάλυψης όσων φοβούνται να παραδεχτούν πως υπάρχουν. Πως ναι, έτσι είναι τα πράγματα! Καθόλου ψεύτικος, ενοχλητικά παρατηρητικός ο Γιώργος Κοζίας.</p>
<p>Ακόμα και όταν πραγματεύεται σκληρά και επώδυνα θέματα όπως ο θάνατος, έχει αισιοδοξία φωτός γιατί μας μαθαίνει και το υπερασπίζεται με πάθος και με ρυθμό: η ζωή είναι επώδυνα ωραία. Πασχίζει να συνειδητοποιήσουμε πως το αναπόφευκτο τέλος δεν ταυτίζεται με την υποταγή. Πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας συνεχώς μαχόμενης παρουσίας με πίστη και αξιοπρέπεια, γιατί όπως έχει γράψει ο Γιώργος Χειμωνάς «μονάχα ο θάνατος βγάζει στο φως την ευγενική καταγωγή του ανθρώπου…». Μόνο έτσι συμβιβαζόμαστε, ναι : τα «Ηλιοτρόπια εκρήγυνται/τα τύμπανα σείονται πάλι…» α λ λ ά εμείς ξέρουμε ότι «ο κόσμος/δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε /Θάνατος επί πιστώσει/Αυτό είναι όλο…» Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο… Τίποτα τρομακτικό. Συνειδητοποιημένοι ξέρουμε ότι: «ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ». (ποίημα: Θάνατος για έναν λεγεωνάριο).</p>
<p>Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αμαχητί και μοιρολατρικά δεχόμαστε την πορεία των πραγμάτων. Δεν χαρίζουμε τις ζωές μας. Διεκδικούμε τον θάνατό μας, όπως μας πρέπει …ας υπάρχει «το πλήθος με τα ακάνθινα στεφάνια», ας υπάρχει «ο ήχος του τυμπάνου που αναγέλλει…» ναι, ας υπάρχει «Γη Χαναάν/γη των πιθήκων/γη των αποίκων/ γη του κανένα…» Γιατί όχι, ας υπάρχει και Γη των κακών στιγμών στο αρρωστημένο μυαλό άνανδρων και θρασύδειλων, Γη των κακών στιγμών στον κόσμο όλο! Ας «βγήκε η φρίκη έξω και μας ψάχνει/ κι εμείς σε κόσμο ξένο…» (ποίημα: Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς).</p>
<p>Η ποίηση του Κοζία χωρίς να χαρίζεται στη σήψη και τον κάθε μορφής ρατσισμό, χαιρετίζει το φως, τον ήλιο και ελπίζει ότι μπορεί και πρέπει να διεκδικήσουμε και να ζήσουμε το δικό μας «όνειρο στο κύμα», χρησιμοποιώντας το μυαλό μας για να ανατρέψουμε τη μοίρα μας: «…κι όταν φάνηκε/μες τα κοράλλια και/ στις άγριες σμέρνες/ η πέτρινη γοργόνα/ η αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου/ αδάμαστη, καλλίμορφη/ στο θαλασσινό της μεγαλείο/ -Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις/μια λίμπρα ακόμα/ ένα μερίδιο σάρκας/ επιπλέον τι κοστίζει (;)/ για χάρη σου/ αφήνω κόσμους ακέφαλους/ και κόσμους χωρίς λέπια/και πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης» (ποίημα: Όνειρο στο κύμα).</p>
<p>Αλλά και στο ποίημα Τρόπαια από τα χρόνια της μητρός έκδηλος ο σεβασμός και η αγάπη του ποιητή απέναντι στη γυναίκα. Η γυναικεία παρουσία χαρτογραφημένη μέσω του ποιητικού του λόγου από αρχαιοτάτων χρόνων και μύθων ακρογωνιαίων μέχρι τη σύγχρονη απομυθοποιημένη ζωή. Η δραματική μοίρα των ανθρώπων σε μια εξαιρετικά λυρική απόδοση γεμάτη τρυφερότητα με μια ίσως από τις πιο τρυφερές αναφορές στη νεοελληνική γραμματεία για τα παιδιά που γεννήθηκαν και τα παιδιά που θα γεννηθούν: «…- κρίνα ανυπότακτα/λουλούδια της κοιλιάς τους-…»</p>
<p>Η γραφή του, ειρωνική έως βαθύτατα κυνική, σπαρακτική στην αυθεντικότητά της: «ό,τι σκοτώθηκε τ΄αδειάζουν/στην άλλη μεριά του τάφου/ και στρέφονται και κοιτούν το ρήγμα/ βλαστημώντας:/ -Ο θάνατός σου η ζωή μου!». Ουσιαστικά και αδιαλείπτως παρούσα η πολιτική σκέψη και η ανησυχία για τη σιγουριά ενός ανήθικου εφησυχασμού: «…και μεις τα διαθέσιμα μιας πόρνης εποχής/Ω, τι ωραία πέφτουμε/δημόσιοι και ανόσιοι στο λάκκο των ενστίκτων» (ποίημα: Ζωώδες Επαρχείον) Είναι, άραγε, ή κατάντησε το δημόσιο ανόσιο;</p>
<p>Ο κόσμος σε παράκρουση, αλλά ο ποιητής, μαχόμενος στις επάλξεις: «Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός /αυτού του κούφιου κόσμου. Που πας , ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;» (ποίημα: Στον Καύκασο το φως). Η Επίδαυρος είναι μαύρη , η κενή κλίνη έχει μέσα της «σφάγια τους τρυφερούς φίλους», το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη – η ιστορία της ιστορίας μας με τα κορμιά των παιδιών μας, των πατεράδων, των παππούδων μας – κραυγάζει! Δεν θέλει «τους ανθρώπους κρεμασμένους στο τσιγκέλι/ ένα κομμάτι φρέσκο κρέας» (ποίημα: Θηβαϊκός κύκλος).</p>
<p>Δεν θέλει «λαούς που κοιμούνται, λαούς τυφλών» (ποίημα: Προς θεσσαλονικείς και κορινθίους) αλλά με μια ανατρεπτική προτροπή, που ο ποιητής υπερασπίζεται, απαιτεί «…Η ζωή είναι μια αγρύπνια, κύριε, /ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές/ σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει» (ποίημα: ο Ελαφοκυνηγός)</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας σέβεται την ιστορία σε τρία επίπεδα:</p>
<p>1. την ιστορία ως γνώση γεγονότων, που διαμόρφωσαν συνθήκες κοινωνικές, πολιτικές εξελίξεις και τον κόσμο στην ολότητά του. Γι΄ αυτό και θεωρώ ότι χτίζει τη συλλογή του αναφερόμενος σε γεγονότα, ανακαλύψεις, μνημεία, αλλά και μύθους που διαμόρφωσαν εθνικές συνειδήσεις αλλά και φιλοσοφίες ζωής. Από τις κολαστήριες μάχες στο Κατίν, στο Βερντέν του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι τα μαρτύρια των Εβραίων στη Μασάντα.</p>
<p>2. Σέβεται την ιστορία της ποίησης μέσω των εκπροσώπων που μεγαλούργησαν και την σμίλευσαν. Γι΄ αυτό στα ποιήματά του έμμεσα ή άμεσα αναφέρονται ιεροί διάκονοι της τέχνης και η διακειμενικότητα του χωρίς να είναι κραυγαλέα, είναι εντούτοις πανταχού παρούσα: Θουκυδίδης, Παπαδιαμάντης, Κάλβος, Σολωμός, Σεφέρης, Λαπαθιώτης αλλά και Ταρκόφσκι, Μέινχοφ, , Γκριν, Τσελάν. Τόποι προσδιοριζόμενοι από μνημεία σπάνιου κάλους ή διαμετρήματος – Ονούρ, ονόματα, αποφθέγματα, στίχοι έτερων ποιητών δημιουργούν μια αχλύ γύρω από τον πυρήνα της ποίησης του Γιώργου Κοζία, που μπορεί αρχικά να αποτρέψει τον αναγνώστη από τα ποιήματά του που φαντάζουν απροσπέλαστα στη λογική. Τα αντικλείδια, όμως, του ποιητή βρίσκονται στα χέρια όποιου κατανοήσει ότι δεν πρόκειται για ποίηση μιας αλλά πολλών και πολλαπλών αναγνώσεων και κυρίως ερμηνειών.</p>
<p>3. Σέβεται κ α ι την ιστορία τη δική του: ως ανθρώπου που σεβόμενος τόσο τον γραπτό λόγο όσο και τους αναγνώστες του αγωνιά να δημιουργήσει ένα πόνημα με το οποίο επιθυμεί να μοιραστεί μαζί τους τη φιλοσοφία ζωής του, όπως διαμορφώνεται με το πέρασμα του χρόνου.<br />
Βασανιστική η ιδέα της απώλειας μέσω του θανάτου, αλλά εμφανής η λυτρωτικά καταλυτική παρουσία της ζωής ως αντίδοτο στη λήθη του φθαρτού μας σώματος αλλά και ως τρόπου διαιώνισης της ανθρώπινης παρουσίας στον κόσμο. Τον απασχολεί ο θάνατος «εδώ θα βρείτε τα όνειρα και τα οστά ξεγυμωμένα…/ να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων/ των κοριτσιών, των αρχαγγέλων..» αλλά δεν παύει να παρατάσσει απέναντί του τη ζωή και την ιστορία – την ωριμότητα της σκέψης αλλά και την κυνικότητα της αλήθειας. «Τι είναι ζωή; τι μη ζωή; Και τι τ΄ανάμεσά τους;» (ποίημα: Εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως)</p>
<p>Επανάληψη, προστακτικές, ρυθμός, ένταση, λέξεις-ξυράφια: δημιουργούν μια αναγνωστική σχέση αφύπνισης. Υπερδιέγερση και μαχητικότητα για τον δημιουργό, αντίσταση και φιλοσοφημένη θεώρηση για τον αναγνώστη. Θρησκευτικότητα προκλητικά παρούσα. Εικόνες κατάσπαρτες. Μια μυστηριακή προσέγγιση του κόσμου διάχυτη.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας στο σύνολο του έργου του και ειδικά στη συγκεκριμένη συλλογή μάχεται το ανυποψίαστο και όσους «δεν γνώριζαν». Επιθυμεί, μάχεται διακαώς και προσπαθεί και απαιτεί υποψιασμένους αναγνώστες: «χαρίστε τους κάτι αλλόκοτο/…αντί για αντικείμενα δωρίστε τους αναμνήσεις/κάντε τους δώρο μια εμπειρία…» (ποίημα: Σε άνιση πάλη και αγώνα).</p>
<p>Δεν είναι αδύνατη η γνώση, δεν είναι επιτρεπτή η άγνοια. Μας προτρέπει συνεχώς να ανατρέψουμε τους εφησυχασμούς. Είναι ευκολότερο αν το αποφασίσουμε. Γι αυτό μας λέει: «Ελάτε… δεν είναι μακριά/ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε…/ελάτε σ΄αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο/..ελάτε περήφανα τα φύλα…/μη ρωτήσετε την καμαριέρα/…ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε» (ποίημα: HOTEL DE LA GLORIA)</p>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ</strong></h5>
<p>Fractal 23/11/2021</p>
<p>Η ποίηση των εκατό φιορινιών</p>
<p>Θα μπορούσα να σταθώ σε πολλά ποιήματα. Ο «Εξάγγελος» του Κοζία δεν διαθέτει δυο, τρία, τέσσερα ποιήματα-κράχτες και δεν έχει τα υπόλοιπα σαν γέμισμα. Όλα τα ποιήματα από κοινού και καθένα ξεχωριστά δικαιώνουν τη θέση, τον ρόλο και τον λόγο τους αισθητικώ τω τροπω σε τούτη τη συλλογή. Όμως το «Χαρακτικό των εκατό φιορινιών» (σελ. 27) μου μίλησε κάπως αλλιώς:</p>
<p>Στο παζάρι<br />
των λευκών μετανοούντων<br />
σαν το χαρακτικό των εκατό φιορινιών<br />
μείναμε μονάχοι<br />
κάλφας κι αρχιμάστορας<br />
με τα σύνεργα στη ράχη<br />
Οι σύνδικοι μας ρίχνουν πέτρες<br />
κι ο Θεός τρυπάει τη σάρκα<br />
με πύρινους στίχους του γερο-Τούμας</p>
<p>«…το μόνο που θέλω να πω<br />
αστράφτει απρόσιτο<br />
σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο!»</p>
<p>Δεν ξέρω καλή ποίηση που να μην κουβαλά αυτήν ακριβώς την αγωνία του ανείπωτου, τουτέστιν τη βεβαιότητα της ανημποριάς όσον αφορά τις δυνατότητες του λόγου, απ’ όπου το άχθος και το άγος της, η βαθύτερη τραγικότητά της, όταν ιδρώνει, μοχθεί, κοπιάζει για να πει ό,τι εκ των προτέρων γνωρίζει ότι αδυνατεί να το πει. Αλλά αν το προχωρήσουμε λίγο, δεν είναι καθόλου μάταιη τούτη η κατά τ’ άλλα μάταιη προσπάθεια, αφού όσο σπάει τα μούτρα της η ποίηση αδυνατώντας να πει αυτό που θέλει να πει, τόσο περισσότερο μεγαλώνει κατά κάποια εκατοστά η επικράτεια της γλώσσας, της σκέψης και του συναισθήματος μέσα στον σκοτεινό ωκεανό που τη βρέχει από παντού και απειλεί να την ποντίσει.</p>
<p>Του Κοζία η ποιητική τραγικότητα αθροίζεται με την ιστορική και την υπαρξιακή μελαγχολία. Η ποίηση του πασχίζει να εκφράσει το ανείπωτο όχι σε κενό χρόνου ή συναισθημάτων αλλά μέσα στα ερείπια της ιστορίας και τη θλίψη της φθοράς και του θανάτου, απ’ όπου προκύπτει μια διπλή ή μάλλον μια τριπλή δεξαμενή θεμάτων: όσα αναφέρονται σε συμβάντα του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος, κουβαλώντας την ανάμνηση ενός δραματικού, πολεμικού ή άλλου γεγονότος. όσα αναφέρονται σε παλαιότερα ή σύγχρονα πρόσωπα, κουβαλώντας την ανάμνηση του σώματος, την εικόνα της μορφής και τη βεβαιότητα της φθοράς τους. κι εντέλει όσα αναμειγνύοντας το ιστορικό με το υπαρξιακό θέμα υποβάλλουν την ιδέα της βυθισμένης σε μάταιες πράξεις ματαιότητας των ανθρωπίνων.</p>
<p>Το ανθρώπινο πρόσωπο που προβάλλει μέσα απ’ τα ποιήματα αυτά δέχεται πανταχόθεν – σε συλλογικό και ατομικό, σε πολιτικό και υπαρξιακό επίπεδο – χτυπήματα, είναι γεμάτο μελανιές: «Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών» (Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους, σελ. 13), «Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου» (Εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, σελ. 15), «Το απάνθρωπο, Γιατρέ / τον άνθρωπο πηγαίνει εκδρομή / χωρίς επιστροφή / με μαζούρκες, πολωνέζες και πένθιμα βαλσάκια» (Εκδρομή με κοριτσάκια, σελ. 17), «Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό» (Ζωώδες επαρχείον, σελ. 24), «Στο λάγνο φως που βασιλεύει / εφτά οργιές περνάς / Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος» (Falconeria, σελ. 33).</p>
<p>Και η ποίηση; Ποιον ρόλο παίζει, κατά τον Κοζία, η ποίηση σε όλα αυτά; Είναι το καταφύγιο; Η χώρα των Μακάρων; Ο ιδιωτικός παράδεισος; Ο θρηνωδός των ανθρωπίνων; Πάμπολλα ποιήματα της συλλογής έχουν αυτοαναφορικό χαρακτήρα ή περιέχουν στοιχεία αυτοναφορικότητας σχετικά με τον ρόλο και τη θέση της ποίησης. Υπάρχει εδώ μια βαθιά συνείδηση ποιητικής ευθύνης, μια χωνεμένη, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, πολιτικότητα στη γραφή του Κοζία και μια διαρκής επίκληση στο χρέος της κριτικής, που δεν φωνασκεί, δεν πολιτικολογεί, δεν περιπτωσιολογεί, δεν παρασέρνεται απ’ την επικαιρότητα αλλά και δεν σωπαίνει μπροστά στο χάλασμα ούτε παύει να λέει ότι η ζωή είναι αλλού. Στο Αιματοβαμμένο ποίημα, για παράδειγμα, ο ποιητής Σιγισμούνδος o μελαγχολικός αναζητά «μες στη σατανική εντιμότητα των μαζών» μια ελπίδα «σαν τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών» και στο ποίημα Ατζεσιβάνο Πολεμιστής το ποιητικό υποκείμενο καλεί τον εαυτό του να γίνει «Αρχάγγελος με το σπαθί στα άδυτα του αδύτου».</p>
<p>Πολλές οι οφειλές του ποιητή, δηλωμένες ή εννοούμενες – από τον Σολωμό, τον Σικελιανό, τον Καβάφη, τον Αλεξάνδρου μέχρι τον Σελίν, τον Ρίλκε, τον Τράνστρεμερ, τον Γκριν, τον Αρσένι Ταρκόφσκι, την Ούρλικε Μάινχοφ –, έτσι που κάθε ποίημα να αντηχεί μια ή πολλές φωνές και να στήνει έναν ή πολλούς διαλόγους. Αλλά ανάμεσά τους η πιο σταθερή φωνή, αυτή με την οποία συνομιλεί ο Κοζίας απ’ την αρχή μέχρι το τέλος της συλλογής είναι η σεφερική. Δεν είναι μόνο που την ακούμε φωναχτά σε ποιήματα όπως το «Ζωώδες επαρχείον», αλλά την ίδια στιγμή τη βλέπουμε, τη νιώθουμε και την καταλαβαίνουμε να αφήνει το δημιουργικό της στίγμα στη γραφή του Κοζία, κι ειδικότερα στο κλίμα της στοχαστικής αποστασιοποίησης, στις υφολογικές αποχρώσεις της πικρίας, στην ελεγχόμενη συναισθηματική θερμοκρασία, στην αίσθηση της ποιητικής ευθύνης και κυρίως στην αξιοποίηση του ιστορικού θέματος όχι χάριν της ιστορίας αλλά του παρόντος.</p>
<p>Η ποίηση του Κοζία είναι μια ποιητική σπουδή στο ανθρώπινο δράμα, ιδωμένο στις δυο κορυφώσεις του, την ιστορική-κοινωνική και την υπαρξιακή-μεταφυσική. Ο ποιητικός λόγος ξεκινώντας από διαφορετικούς δρόμους καταλήγει να μιλάει για την ενιαία ανθρώπινη υπόθεση στην πύκνωση της παρούσας τραγωδίας της. Ψηλαφεί την τραγωδία, σκύβει το κεφάλι, σφίγγει τα δόντια και μιλάει ποιητικά γι’ αυτήν με την πνευματική επίγνωση ότι, όσο και όπως μπορεί, οφείλει να μετριάσει την έντασή της. Κανένας διδακτισμός εδώ, καμιά μεσσιανική αντίληψη.</p>
<p>Η ποίηση του Κοζία είναι αληθινή ποίηση, δίχως εκπτώσεις, συμβιβασμούς και αλαζονείες.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</strong></h5>
<p>www.culturebook.gr 03/07/2021</p>
<p>Χρησιμοποιώντας ευρηματικά και πολύσημα ως τίτλο της έβδομής και καλαίσθητης ποιητικής συλλογής του τον «Εξάγγελο», το πρόσωπο, δηλαδή, της αρχαίας τραγωδίας το οποίο έρχεται για να αναγγείλει κάτι που συνέβη στον εσωτερικό χώρο που υποτίθεται ότι υπάρχει πίσω από τη σκηνή, ο Γιώργος Κοζίας συμπληρώνει τους βασικούς άξονες της θεματικής του φτιάχνοντας ποίηση ώριμη. Πιο συγκεκριμένα τα οικεία θέματα των προσωπικών και συλλογικών αδιέξοδων της γενιάς της μεταπολίτευσης, της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, της ηθικής και πνευματικής έκπτωσης και της αναπόφευκτης φθοράς του έρωτα υπάρχουν, βεβαίως, και σε αυτή τη συλλογή μαζί με μια νέα ισχυρή αίσθηση της εγγύτητας του θανάτου. Έχουμε, λοιπόν, μια λόγια ποίηση όπου η πόλη αποτελεί τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση, ορίζοντας μέσα από την προσωπική, εθνική και συλλογική ύβρη το τραγικό πλαίσιο μιας δίκαιης κάθαρσης.</p>
<p>Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης και εν πολλοίς ειρωνικός τίτλος της συλλογής «Εξάγγελος», που παραπέμπει παράλληλα και στο γνωστό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου, καθώς καταδεικνύει τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά τον προσωπικό θάνατο, το τέλμα, τον αναπόφευκτο, δηλαδή, προορισμό του γήινου ταξιδιού του ανθρώπου που βίωσε ένα αποκαρδιωτικό παρόν, μια ζωή μίζερη και τετριμμένη, χωρίς την αναμενόμενη αναγγελία κάτι ουσιαστικού και βαθύτερου. Η ζωή, επομένως, ορίζεται αφενός ειρωνικά και ταυτόχρονα τραγικά ως ένα ταξίδι κενό, διαμετρικά αντίθετο με το ταξίδι του καβαφικού ήρωα του ποιήματος «Ιθάκη», που επιστρέφει γεμάτος γνώσεις και εμπειρίες. Ένα σπαταλημένο ταξίδι που, καταλήγοντας, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και αμφισβητεί θρηνητικά και ειρωνικά αν έχει αξία και νόημα η ζωή η ίδια, ή αν το μήνυμα που φέρει τελικά ο «Εξάγγελος» είναι ότι η ζωή αποτελεί μια φάρσα που φανερώνει το τραγικό της ύπαρξης. Αφετέρου, μια τρίτη συμπληρωματική ερμηνεία του βαθύτερου μηνύματος του «Εξάγγελου» του Γιώργου Κοζία, είναι ότι η ζωή παρά το κράτος του θανάτου, κερδίζεται κάθε στιγμή μέσα από την ανθρωπιά, τη δημιουργία, την τέχνη και την αγάπη και όχι με το αλόγιστο κυνήγι του πλούτου, τον καταναλωτισμό, την κατανάλωση των σχέσεων, το συμφέρον, την καταστροφή της φύσης και την ανθρωποφαγία. Και μόνο έτσι μπορεί ο άνθρωπος τελικά να υπερβεί τη ματαιότητα της ύπαρξης και να αποκτήσει φως και στηρίγματα στην κατά τα άλλα ατελή ζωή του.</p>
<p>Επομένως, ο ποιητής δεν εξωραΐζει την κοινωνικοπολιτική μας πραγματικότητα, αλλά με εμφανείς τους όρους του παρόντος και κάνοντας αναφορές στα σκοτεινά σημεία της πατρίδας, όπως στη φτώχεια, στο οικονομικό αδιέξοδο και την κρίση, στην αλλοτρίωση, στη στείρα προγονοπληξία, στον καιροσκοπισμό, στη γιγάντωση του άστεως και στην καλλιέργεια ενός ψευδοπολιτισμού καταγγέλλει πολιτικές καταστάσεις και κοινωνικές συμπεριφορές ενός λαού, που δεν αντιπαλεύει τα αρνητικά της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής του ζωής και δεν αντιδρά στην εθνική κατάπτωση. Η ψυχολογική εσωστρέφεια, μάλιστα, που παρατηρείται σε κάποια ποιήματα όχι μόνο δεν αποκλείει τη θεώρηση του κοινωνικού και ιστορικού χώρου, αλλά αντίθετα δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής όρασής του, εμβαθύνοντας, μάλιστα, στο θέμα της ρημαγμένης και αλλοτριωμένης πατρίδας.<br />
Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι, λοιπόν, ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ελληνικής, αλλά και της παγκόσμιας πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης. Ο οξύς, επομένως, βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή του βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα, καθώς μέσα α) από την εμφανή πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, β) το λεκτικό παιχνίδι, γ) ενίοτε την ομοιοκαταληξία και τέλος δ) τη μετρική αγωγή και την έντονη μουσικότητα του στίχου απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη του δημοτικού τραγουδιού, προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, εκκλησιαστικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου), και κυρίως την έντονη διακειμενικότητα (απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, του Σεφέρη, του Ελύτη, και των καρυωτακικών σατίρων κ.ά.), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών και άλλων ρητορικών σχημάτων.<br />
Συνοψίζοντας, ο Γιώργος Κοζίας με την έβδομη του ποιητική συλλογή Εξάγγελος εμφανίζεται ώριμος και κατασταλαγμένος. Με απόψεις, σκέψεις και αισθήματα γύρω από καίρια ζητήματα ζωής και κυρίως με κατακτημένους εκφραστικούς τρόπους, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα ποιητική περίπτωση ενός διαρκώς ευρισκόμενου σε πνευματική και συναισθηματική εγρήγορση ανθρώπου της εποχής μας. Στοχαστικός, προκλητικός και εκφραστικά τολμηρός, δραματοποιεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, δημιουργώντας έτσι μιαν επιφανειακά ειρωνική, κατά βάθος, όμως τραγική περσόνα. Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να πούμε πως τα 38 ποιήματα της συλλογής υψώνονται σαν αμφίπλευροι καθρέφτες, πάνω στους οποίους καθρεφτίζεται το ραγισμένο μας πρόσωπο.<br />
Ο Ελαφοκυνηγός</p>
<p>Χτύπα τα κρόταλα<br />
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες<br />
και εικοσιένα αιώνες<br />
τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν<br />
πάλι συναθροισμένο<br />
θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό<br />
με την σάλπιγγα της Κρίσης<br />
και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει</p>
<p>Στόχοι είμαστε, Κύριε<br />
κι αστόχαστη η Τύχη μας περνά<br />
Ανδρείκελα είμαστε Κύριε, κούκλες<br />
στο διεθνές σκοπευτήριο της Τάξης</p>
<p>Χτύπα τα κρόταλα<br />
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες<br />
κι αλύπητοι οι ήλιοι να αναγγείλουν<br />
Το Κυνήγι της Ψυχής με Τόξο<br />
στον κάμπο της πικρής Μαρέμμα<br />
στους βάλτους των ανθρώπων<br />
Δεν έχει εδώ άγιαν Όψη, θηρευτή μου</p>
<p>Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε<br />
ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές<br />
σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ&#8230;</strong></h4>
<h5><strong>ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ</strong></h5>
<p>Το χιούμορ του ποιητή ανοίγει δρόμους στη θέαση του κόσμου Περιοδικό Χάρτης &#8211; Αρ. Τεύχους: 11 Νοέμβριος 2019</p>
<p>Πρόκειται για την έκτη ποιητική συλλογή του ολιγογράφου πατρινού ποιητή Γιώργου Κοζία που παρουσιάστηκε στα γράμματα με τη συλλογήΖωολογικός κήπος, Στιγμή 1989. Πρόκειται για μια συλλογή από ελεγείες και σάτιρες που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη στη βιβλιοπαραγωγή των τελευταίων χρόνων. Γιατί πρόκειται για ποίηση που μας αφορά κατορθωμένη με αγωνία και κόπο.<br />
Ο Κοζίας σε αυτή τη συλλογή συνομιλεί δυναμικά με το παρόν, διεκδικώντας τη συνέχεια. Βρίσκεται αντιμέτωπος με βαναυσότητες που συνθλίβουν αλλά δεν αποθαρρύνεται γιατί πιστεύει στον άνθρωπο και στις δυνατότητες του κι ας «ορμάει το Αδιέξοδον κι υπέροχα μας σφάζει». Συνειδητοποιεί πως:</p>
<p>Εδώ που φτάσαμε γονατισμένοι<br />
Οι πασχαλιές των κοριτσιών<br />
Κι η μεγαλοψυχία των Επιταφίων δεν μας πρέπει.</p>
<p>Κάθε ποίημα αποτελεί ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσής του. Ένα κύτταρο που τροφοδοτείται από τα βιώματα του ποιητή αλλά και τα βιώματα των δίπλα του όπως αυτός τα αφουγκράζεται. Ο αναγνώστης γίνεται συνοδοιπόρος του ποιητή στο μακροβούτι του ποιητή στην πραγματικότητα και τις εξάρσεις της.<br />
Ο Κοζίας μας σταματά και μας προβληματίζει καίρια με τους στίχους του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι καταληκτικοί στίχοι στο ποίημα «Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ»</p>
<p>Πληρώνουμε την Μοίρα για να έχει<br />
Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ.</p>
<p>Ο ποιητής δεν πολεμά μόνος του. Το γεγονός δε ότι συνειδητοποιεί ότι πολεμά υπό σκιάν καθόλου δεν μειώνει την αξία του αγώνα του. Αφουγκράζεται τους γύρω του, πορεύεται μαζί τους, βιώνει με ουσιαστικό τρόπο την τραγικότητα των στιγμών, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα τις ασύλληπτες δυνάμεις του ανθρώπου να αντισταθεί. Η ποίηση του αποτελεί κάλεσμα. Κάλεσμα μπροστά σε μια πραγματικότητα που τίποτα μέσα της δεν μπορεί να κρυφτεί.</p>
<p>Έλα να δεις μάτια,<br />
Βλέφαρα, χείλια, κομμάτια αγάπης<br />
Έλα να δεις το ωμό,<br />
Το βίαιο, το αβυσσαλέο να οργιάζει.<br />
Έλα να δεις το αίμα να βελάζει.<br />
Έλα να δεις τον εξτρεμιστή ήλιο<br />
Τους αιώνες να ανατινάζει.<br />
Έλα να δεις τις μακρινές μοναξιές,<br />
Τους ξεχασμένους ήρωες, τις φοβερές σημαίες.<br />
για αντίσταση.</p>
<p>Είναι φυσικό να διερωτάται κανείς πως μπορείς ένας λόγος τόσο αιχμηρός να καθίσταται ταυτόχρονα απολαυστικός. Το πηγαίο χιούμορ και ο ρυθμός αποτελούν τα κύρια εφόδια για το αποτέλεσμα στο οποίο φτάνει ο Κοζίας.<br />
Ο ρυθμός αποτελεί ένα από τα κύρια χαρίσματα της γραφής του. Πρόκειται για ένα βιωμένο, θα έλεγα, ρυθμό που δεν προκύπτει από την συμμόρφωση με συγκεκριμένα μέτρα. Ο Κοζίας δεν είναι διατεθειμένος να υποτάξει τον αυθορμητισμό του για χάρη ενός καλοσχεδιασμένο ρυθμού. Αντίθετα δια του ρυθμού εντείνει την αμεσότητα και τη δραστικότητα του ποιήματος. Αφυπνίζει τον αναγνώστη. Τον βάζει σε μια διάθεση αντίστασης σε αυτό που τον συνθλίβει.</p>
<p>Φως ανελέητο, ατίθασο σκοτάδι<br />
που πας έτσι δαιμονικό<br />
και σπαράζει η ελαιογραφία του Γκρέκο;<br />
Στραβά, κουτσά περνάει ἡ ζωή,<br />
μία ομορφιά καταραμένη<br />
με το αμαξάκι της σε άλλη ζωή πηγαίνει.</p>
<p>Το χιούμορ του ποιητή ανοίγει δρόμους στη θέαση του κόσμου. Τον τροφοδοτεί να αρθρώσει ένα λόγω ζωντανό που μέσα του δεν καταλαγιάζει η αγωνία γι’ αυτό που συμβαίνει.</p>
<p>Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε,<br />
Κι ας λιποταχτεί η φύσις…<br />
Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε<br />
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας<br />
Δεν μπορεί κανείς να σας το πάρει.</p>
<p>Στη συλλογή Πολεμώντας υπό σκιάν… δεν υπάρχει ίχνος σοβαροφάνειας και μεμψιμοιρίας. Αλλά ούτε και διάθεση επίρριψης ευθυνών σε ένα απρόσωπο σύστημα. Ο άνθρωπος ως αναπόσπαστο στοιχείο ενός ζωντανού κύτταρου που ονομάζεται κοινωνία καλείται να κάνει την αυτοκριτική του.</p>
<p>Ενθάδε κείτονται<br />
Συντρίμμια τύμπανα θριάμβου.<br />
Γελάει η Λήθη καλά συγκερασμένη…<br />
–Φίλε τις πικροδάφνες μη μαδάς, κρούε την λύρα!</p>
<p>Τα ποιήματα προϋποθέτουν ένα σχέδιο μέσα στο οποίο ο αναγνώστης αναπνέει. Αξίζει να σταθεί κανείς στον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνει τη σύνθεση, αξιοποιώντας αρχιτεκτονικά μέλη που είναι ταυτόχρονα μέλη ενός κοινωνικού ιστού υπό ανατίναξη. Αρχιτεκτονικά μέλη που δεν ασπάζονται το ωραίο αλλά το αληθινό. Που αφήνουν το οξύμωρο να δράσει και να τα ομορφύνει. Ο Κοζίας δίνει στην πολιτική ποίηση νέα πνοή με καθαρά προσωπικό ύφος, κατακτημένο με κόπο. Αξίζει να διαβαστεί.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 08/01/2018</p>
<p>Για τον Γιώργο Κοζία</p>
<p>Φύση, ψυχή μου, μας γέλασαν οι εποχές.<br />
Γέμισε ο κόσμος<br />
χρηματοκιβώτια χτισμένα στη γη<br />
θησαυροφυλάκια ψυχοπαθών<br />
μέντιουμ, νταντάδων, χονδρεμπόρων</p>
<p>νομίσματα – θηρία που καραδοκούν<br />
έτοιμα να ρημάξουν<br />
τ΄ ατίθασα παιδιά<br />
τ΄ ανυποψίαστα παγώνια.</p>
<p>Κι εμείς εξόριστες φυλές<br />
πως να μεμφθούμε,<br />
μας ρούφηξαν την βούληση<br />
με το “ουκ είδα άνθρωπον”…<br />
στρατιώτη, πλούσιο, επάιτη<br />
πόρνη, μητέρα και προφήτη<br />
στα σάπια λεφτά αφανισμένους</p>
<p>τρομάξαμε, πήγαμε<br />
και χαθήκαμε εις το διηνεκές.</p>
<p>Φύση, μακρινή μου αγάπη<br />
τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι.</p>
<p>Παραθέτοντας το παραπάνω ποίημα του Γιώργου Κοζία από την τελευταία του ποιητική συλλογή Πολεμώντας υπό σκιάν, μπαίνουμε αμέσως στο κλίμα αυτού του βιβλίου, όπου ο η άμεση κοινωνική κατακραυγή των στίχων φανερώνουν πως ο ρόλος του ποιητή, για μια ακόμη φορά, είναι να μιλήσει αληθινά και έξω από τα δόντια, χωρίς φανφαρονισμούς για το τι διαδραματίζεται γύρω μας. Απομακρυσμένοι από την φύση, από την ίδια μας την ουσιαστική καταγωγή, περήφανοι για τα αδιέξοδα που μόνοι μας φτιάξαμε, για τις χρυσές μας φυλακές και τις κολακείες περί κατάκτησης του εγώ μας, φτάνουμε στο σημείο να βρεθούμε ολόγυμνοι, απροστάτευτοι στην πραγματικότητα. Ο Κοζίας είναι ένας ποιητής που πολεμά υπό σκιάν. Ποια είναι όμως αυτή η σκιά; Αρχικά μοιάζει να πολεμά στην αφάνεια, αλλά όσο κανείς προχωρά διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής, φαίνεται πως έρχεται μάλλον αντιμέτωπος με τις ίδιες τις σκιές που τον περιβάλλουν. Ο πόλεμος με την καθημερινότητά μας είναι μια συνεχής πάλη με τον ίδιο μας τον εαυτό. Εμείς είμαστε αυτοί που πήραμε λάθος δρόμο. Εμείς αυτοί που χάσαμε στην πορεία την ουσία. Και πως θα μπορούσε καλύτερα να πολεμήσει ένας ποιητής αυτές τις σκιές παρά με εφόδιο τις λέξεις. Λέξεις που είναι άμεσες, καίριες, και ουσιαστικές. Στα ποιήματα του Κοζία δεν θα βρει κάποιος υπαινιγμούς, λυρικές εκφάνσεις, αλλά έντονη δραματουργία που βοηθά στο να φαίνονται οι στίχοι γυμνοί από κάθε καλολογικό στοιχείο για να είναι ακόμα πιο αιχμηροί. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καταγγελία. Με μια πολιτική ποίηση που δεν πέφτει όμως στην παγίδα του επικαιρικού. Ο ποιητής πολεμά. Αντιδρά. Νιώθει κι ο ίδιος, όπως και όλοι οι άλλοι γύρω του να ασφυκτιά σε μια ζωή από δεύτερο χέρι:</p>
<p>Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα</p>
<p>Νά ο μπαμπούλας, Το μαμμόθρεφτο<br />
Δίνουν τα χέρια<br />
Ύπουλη Παντομίμα<br />
και Ακροβάτης το Εγώ τους</p>
<p>Αν σπάσει το σκοινί, Κατάπιε</p>
<p>Το ξεχασμένο Χθες, το ανύπαρκτο Τώρα<br />
Κάνε γρήγορα, ξυπνούν<br />
Ασπλαχνία και Λαοδικεία με τα φτυάρια</p>
<p>Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα<br />
Εσύ που δεν μπορείς Δεν θα ξεφύγεις<br />
Ώ διάολε, να, καταφτάνει η κουστωδία</p>
<p>Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα</p>
<p>Είμαι η Χαρά, είμαι η Ορμή, είμαι το Γέλιο<br />
που επιστρέφουν λάμποντας και τραγουδώντας</p>
<p>Αχόρταγο Θέλω, Σκάβε, Θάβε, Ούρλιαξε, Ζήσε!</p>
<p>Αυτό το ποίημα, που πραγματικά το ζήλεψα για τον ρυθμό του(προσπαθήστε να το απαγγείλετε και θα καταλάβετε τι εννοώ), εμπερικλείει όλη την αγωνία του ανθρώπινου όντως που δεν έχει τα εφόδια να ξεφύγει από το εγώ του, από τα άγρια ένστικτά του, από την ίδια του την φθορά. Ο Γιώργος Κοζίας, μετά από πέντε ποιητικές συλλογές και μια πορεία 25 χρόνων στα ποιητικά μας δρώμενα, καταφέρνει με το τελευταίο του βιβλίο να ανανεώσει τον πολιτικό λόγο και να επαναφέρει την ποίηση στα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία μας. Δεν είναι μια ποίηση που αναπαράγει τον καημό του ποιητή που βρίσκεται στο περιθώριο, αλλά τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο της έμπνευσής του, γεγονός που το θεωρώ σημαντικό και φανερώνει πως ο ποιητής δεν ομφαλοσκοπεί, αλλά έρχεται αντιμέτωπος με τα καίρια προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών. Σε μερικά σημεία διαφαίνεται ο απόηχος ποιητών, όπως του Καβάφη και του Αναγνωστάκη, αλλά μόνο μέχρι εκεί. Ο Κοζίας έχει δική του προσωπική φωνή, στιβαρή, διανθισμένη με έναν πολύ δυνατό ρυθμό που δείχνει πως αν και εκ πρώτης όψεων αυτά τα ποιήματα φαίνονται να γράφτηκαν εν θερμό ψυχής, αφού έχουν ένα τόσο έντονο τόνο καταγγελίας, παρ΄ όλα αυτά είναι δουλεμένα τόσο που τίποτα δεν φανερώνει προχειρότητα. Το αντίθετο. Μια από τις καλύτερες συλλογές που διάβασα μέσα στο 2017.</p>
<h5><strong>ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 13/11/2017</p>
<p>«Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης»</p>
<p>Σε κάθε εποχή, η ποίηση η οποία χρειάζεται τον προσωπικό χρόνο της σιωπής για να δημιουργηθεί και τον χώρο της εσωτερικής ειρήνης για να μεταγγιστεί, αντιμετωπίζεται με μια μυστηριακή στάση, που αφενός υποβάλλει τον σεβασμό από θαυμασμό και αφετέρου την απόσταση από άγνοια.</p>
<p>Στις μέρες μας, ιδιαίτερα, που ο θαυμασμός εξέπεσε στον εντυπωσιασμό, η άγνοια εκτάθηκε σε θράσος και ο λόγος θρυμματίστηκε σε λόγια, μπορεί η ποίηση να φαίνεται περιθωριοποιημένη, αλλά είναι αυτή που μπορεί να στηρίξει το όνειρο, να δώσει νόημα στους χτύπους της καρδιάς, να ανοίξει τους ορίζοντες της ζωής στο φως και να υπερασπίζεται την ελευθερία, εξασφαλίζοντας στον άνθρωπο τη δυνατότητα πτήσης, έστω και μετά από πτώσεις. Γι’ αυτό η αληθινή ποίηση δεν εξυπηρετεί σκοπιμότητες, δεν διευκολύνει τη λήθη, ούτε εξαντλείται σε δημόσιες εξομολογήσεις. Ίσα-ίσα, διαθέτει τη δύναμη της γλώσσας γα να μεταφέρει αγωνίες, να φωτίζει –πάντα πλαγίως– επιθυμίες και ματαιώσεις και να διεγείρει το πάθος για όνειρα και αγάπες, δηλαδή για ειλικρινείς συναντήσεις προσώπων και στόχων.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας, με την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Πολεμώντας υπό σκιάν… ελεγεία και σάτιρες, δημιουργεί ένα αυτοσχέδιο κοκτέιλ ατίθασου σκότους και ανελέητης χαραυγής. Ο Κοζίας δεν διεκδικεί δάφνες εμπρηστικού ρήτορα ούτε δόξα εφήμερου προφήτη. Τον πόνο του και την ελπίδα του εκφράζει σε χρόνο πολέμου και σε τόπο σκιάς. Με άλλα λόγια, διαλέγει να πει αλήθειες με τον τρόπο της άρνησης και της αντίθεσης, αποδεχόμενος την αναγκαιότητα μιας λυτρωτικής σύγκρουσης με τον εαυτό μας προπάντων, που αρέσκεται να εμπιστεύεται το ψέμα και την απάτη. Ντυμένοι θεατρίνοι είδαμε το δράμα./ Ας μείνουμε στο θαύμα (σελ. 26) γράφει.</p>
<p>Και ζητάει συνοδοιπόρους, οι οποίοι ελεύθερα θα προσθέτουν τις ιδέες τους, αποφασισμένοι να εγκαταλείψουν την ιδιώτευση, την περιχαράκωση στο εγώ τους. Αυτό, άλλωστε, υποδηλώνουν τα αποσιωπητικά στον τίτλο της συλλογής, που αποτελούν –όσο και αν φαίνεται οξύμωρο– τη μέγιστη μορφή σχολιασμού, αφού επιτρέπουν να αναφανούν οι σκέψεις και οι συνειρμοί του αναγνώστη. Ο Κοζίας είναι ο ποιητής που φοβάται όχι την ήττα αλλά την ηττοπάθεια και που παλεύει όχι για μια πρόσκαιρη νίκη αλλά για έναν διαρκή αγώνα. Εδώ που φτάσαμε γονατισμένοι/ οι πασχαλιές των κοριτσιών/ και η μεγαλοψυχία των Επιταφίων δεν μας πρέπει (σελ. 61) γράφει. Η ποιητική συλλογή του Πολεμώντας υπό σκιάν αποτελεί ουσιαστικά ποιητική σύνθεση υψηλής ποιότητας νοημάτων και τεχνικής της γραφής.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας κατορθώνει ταυτόχρονα να συνθέτει ελεγεία για τη χαμένη αυτοπεποίθηση και να σατιρίζει τους κάθε λογής φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της ατομικής και κοινωνικής αλλοτρίωσης. Και το πετυχαίνει με καθαρότητα γνώσης και ειλικρίνεια οργής. Η ποίησή του έχει την προφορικότητα του θάρρους και την εντιμότητα της απόφασης. Γράφει προκλητικά από πρόθεση και τρυφερά από διάθεση, προτάσσοντας την αξία της ευθύνης όχι ως συμβατική υποχρέωση αλλά ως σταθερό καθήκον του ατόμου με συνείδηση πολίτη. Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης./ Τίποτε όμως δεν πάει χαμένο./ Έλα να δεις/ από τα κόκαλα βγαλμένη την Ελπίδα κι άδραξε το άστρο της αυγής./ Κρέμασε το τσεκούρι στο περήφανο πένθος… (σελ.32) σημειώνει.</p>
<p>Σκάβει, λοιπόν, ο ποιητής μέσα του για να φτάσει στη ρίζα που τρέφει τη συμπαντική μνήμη. Θάβει το περιττό, το άχρηστο, που συντηρεί την ψευδαίσθηση της εικόνας. Ουρλιάζει για εγρήγορση, ζει με πάθος και ελπίζει στην εξέγερση των ερωτημάτων και των ερώτων, χωρίς απαίτηση απάντησης και ανταπόκρισης. Κι ακόμη, δεν διστάζει να εντάσσει στους στίχους ονόματα προσώπων και τόπων, σύμβολα θυμάτων και θαυμάτων. Γιατί ξέρει ότι η πληγή μπορεί να γίνει πηγή, η απάθεια συγκίνηση, το μέτριο σπουδαίο και η ύπαρξη ζωή. Και σατιρίζει το όποιο σύστημα –πολιτικό, οικονομικό και θρησκευτικό– που επιβάλλει την εξουσία του με τον λεγόμενο ορθολογισμό και τη θρυλούμενη πρόοδο, ή με τα αυθαίρετα στερεότυπα και τις κάλπικες αξίες. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία/ Ανδρέα Κάλβε/ στη μάχη ή στην ξένη γη να μας θυμάσαι (σελ. 55) γράφει.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας, ως γνήσιος ποιητής, «μετατρέπει το ορατό σε αόρατο και το αόρατο σε ορατό». Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη συλλογή του, διανύει την απόσταση από την αγωνία μέχρι την απάθεια και από την κοινωνία της πληροφορίας μέχρι τη μοναξιά της φλυαρίας με συναίσθηση πολιτικής ευθύνης, πιστεύοντας δηλαδή ότι το εγώ και η κοινωνία είναι αξεχώριστες έννοιες. Είναι ζήτημα φωτός, βέβαια, και φωτισμού, ή αλλιώς, επείγει να αναμετρηθούμε με τις σκιές, με τον φόβο, με το σκοτάδι.</p>
<p>Κλείνω το σημείωμα μου, παραθέτοντας δύο στίχους που δίνουν αντιστικτικά το ποιητικό κλίμα και τον ποιητικό στόχο του Γιώργου Κοζία. Φύση, μακρινή μου αγάπη/ τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι (σελ. 11) και Κουράγιο, Άννα (Φίρλινγκ), το μέλλον έχει ήδη ξεκινήσει (σελ.64).</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΡΗΣ ΔΡΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 06/07/2013</p>
<p>Η ποιητική της εξαπάτησης ή τα θαύματα της τεχνικής!</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας είναι ένας επίμονος ποιητής στους τρόπους με τους οποίους βλέπει το γύρω του κόσμο ανάποδα. Παρ’ όλη την επιμονή του όμως προχωρεί, σπρώχνει την έρευνά του για την ζωή μας, γιατί η ποίηση του Γ.Κ. είναι μια έρευνα, παράξενη, περίεργη ίσως, όμως έρευνα εν πρόοδο. Και αυτό φαίνεται από την πρόσφατη, 5η στη σειρά, ποιητική συλλογή του με τον τίτλο «41ος Παράλληλος». Γι’ αυτή την ποιητική έρευνα (λογοτεχνικό εργαστήρι) χρησιμοποιεί δύο εργαλεία το ένα είναι ο Υπερρεαλισμός και το άλλο η Λογιοσύνη του ως δημιουργού.</p>
<p>Α. ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ</p>
<p>Ο «41ος Παράλληλος» περιέχει 42 ποιήματα τα περισσότερα αφηγήματα, που αρκετά περιλαμβάνουν και διαλόγους. Οι αφηγήσεις όμως, όπως και οι διάλογοι, είναι αλλόκοτες, εκφρασμένες με τρόπο, ιδιάζοντα, με το νόημα ότι δεν μοιάζουν με τις αφηγήσεις και τους διαλόγους της καθημερινής μας πραγματικότητας. Ακριβώς, αυτός είναι ο τρόπος του Υπερρεαλισμού.</p>
<p>Το ποίημα «Αμερικανική Σερενάτα» θα βοηθήσει να προσεγγίσουμε – αναλύσουμε την ποιητική μεθοδολογία του Γιώργου Κοζία:</p>
<p>Ασθενοφόρα εισβάλλουν με θόρυβο στον έρημο δρόμο./Βγαίνουν από μέσα κοντραμπάσα, βιολοντσέλα, ακορντεόν, /ηλεκτρικά πνευστά, κρουστά σατανικά.</p>
<p>Οι τραυματιοφορείς στήνουν τα αναλόγια-φορεία. /Ανοίγουν τις παρτιτούρες-γάζες.</p>
<p>Η ορχήστρα ξεσπά./ Το πεντάγραμμο χορεύει, η σερενάτα πετάει,/ανεβαίνει σε ουρανοξύστες άδειους, σκοτεινούς.</p>
<p>Απογοητευμένοι οι μουσικοί εξαφανίζονται./Μένει μόνος ο τραυματίας,/καλεί σε βοήθεια με τη σφυρίχτρα του:</p>
<p>-Κουράστηκα, θέλω να γιατρευτώ,/η πληγή είναι βαθειά, ματώνει, /η σερενάτα πυροβολεί, σκοτώνει!</p>
<p>Ο ποιητής ενώνει δύο εντελώς ασύμβατες καταστάσεις, είναι όμως εντελώς άσχετες; Δεν θα διστάσει να φέρει κοντά, αυτές τις δύο ετερόκλιτες καταστάσεις, του ασθενοφόρου που μεταφέρει έναν τραυματία και του αυτοκινήτου που μεταφέρει ένα μουσικό συγκρότημα. Ένα μικρό βήμα χρειάζεται, μέσα σε μια παράξενη σύγχυση, τα δύο αυτοκίνητα με τα τόσο διαφορετικά σύνολα να ενωθούν και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν μια εκρηκτική κατάσταση στους αναγνώστες και να καταλάβουν τον παραλογισμό του σύγχρονου κόσμου, εκεί δείχνει ο τελευταίος στίχος: «η σερενάτα πυροβολεί, σκοτώνει!».</p>
<p>Μέσα στο ίδιο πνεύμα, του παραλογισμού, τα αντικείμενα έχουν μια αυτόνομη ζωή, ανεξάρτητη από τη ζωή του ανθρώπου που τα κατασκεύασε και υποτίθεται ότι τον εξυπηρετούν, ενώ έχουν αποκτήσει απόλυτη αξία, αυτό εκφράζει το ποίημα «Τα έπιπλα τέρατα»:</p>
<p>-Τα έπιπλα είναι ζωντανά, είπε ο ξεναγός,/με το παραμικρό νεύμα βαδίζουν.</p>
<p>Το τραπέζι προχωρά,/στέκεται στο κέντρο της αίθουσας,/γύρω παίρνουν θέση καθρέφτες,</p>
<p>καρέκλες, πολυθρόνες, καναπέδες,/ο πολυέλαιος κατεβαίνει απ’ το ταβάνι/με την ψυχή ανάποδα.</p>
<p>Ανάμεσα στα τέρατα έπιπλα/ανοίγω δρόμο με το ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:/«Το όνομά μου Λεγεών…/Δεν θέλω να με προσκαλέσουν ποτέ!»</p>
<p>Ο ευαίσθητος άνθρωπος μπορεί να αντιδρά βίαια σε μια τέτοια κατάσταση, τα θαύματα της τεχνικής. Ο στίχος «το όνομα μου Λεγεών» παραπέμπει ταυτόχρονα στο ευαγγέλιο του Λουκά, αλλά κυρίως στο έργο του Ντοστογιέφσκι «Δαιμονισμένοι» ή «Δαίμονες». Την καταστροφική μανία, ως αντίδραση, τη γνωρίζει πολύ καλά η εποχή μας.</p>
<p>Είναι όμως και οι κωμικές-γκροτέσκο καταστάσεις, που ακριβώς ο υπερρεαλιστής ποιητής τις χρησιμοποιεί για να δείξει πόσο στραβά είναι στην πραγματικότητα τα ορατά και τα αόρατα, πόσο το σοβαρό είναι αστείο και το αστείο σοβαρό.</p>
<p>Στο ποίημα «One man Circus» το γκροτέσκο στοιχείο αναδεικνύεται:</p>
<p>Στο κατώφλι του σπιτιού του, έγραψε: «άπατρις»,/σημείωσε ένα ερωτηματικό πάνω στο κούτελό του/και πρόσθεσε άλλη μια λέξη στον τοίχο: «άνεμος».</p>
<p>-Να το αληθινό τσίρκο, είπε ο αθώος σαλτιμπάγκος,/ δείχνοντας τον κόσμο που χειροκροτούσε στον εξώστη,/στη ζωή ο καθένας φτιάχνει το δικό του Μοναχικό Τσίρκο.</p>
<p>Ο «αθώος σαλτιμπάγκος» και το «αληθινό τσίρκο» είναι οι πραγματικές καταστάσεις.</p>
<p>Β. Η ΛΟΓΙΟΣΥΝΗ</p>
<p>Στη σύλληψη του νοήματος του κόσμου βοηθάει τον ποιητή και η λογοτεχνική παράδοση, δική μας ή ξένη, λαϊκή ή λόγια. Και ο Γ.Κ. είναι λόγιος ποιητής. Σε όλες τις ποιητικές του συλλογές είναι φανερό αυτό, ιδιαίτερα στην προηγούμενη «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», όπου αναφέρονται ρητά ποιητές, πεζογράφοι, φιλόσοφοι, μουσικοί όπως Βόυτσεκ, Μωπασάν, Σοπενχάουερ, Ραχμάνινωφ, Στρίντμπεργκ, Ιονέσκο, Τσέχωφ, Γκόγκολ. Ιδιαίτερα όμως στην καινούργια συλλογή «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ» στις σημειώσεις, στο τέλος του βιβλίου αναφέρει για έξι ποιήματα την πηγή της έμπνευσής του, που είναι κάποιο λογοτεχνικό έργο. Πέρα όμως από αυτές τις περιπτώσεις οι αναφορές είναι διάσπαρτες σε όλη τη συλλογή, είτε υπαινικτικά είτε ρητά, από τη λογοτεχνική, τη λαϊκή, τη θρησκευτική παράδοση. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ίσως ότι δεν υπάρχει και στην ποίηση παρθενογένεση! Άλλωστε στην καθημερινή μας συναναστροφή χρησιμοποιούμε πλήθος τέτοιες αναφορές με διάφορους τρόπους και διάφορους λόγους.</p>
<p>ΔΕΥΤΕΡΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ</p>
<p>Άλλοτε σε έλεγαν Αγία Σεσίλια, άλλοτε ήσουν /η Μαρία Στιούαρτ, η δεσποινίς Άντερσον,</p>
<p>σε έλουζαν, σε χτένιζαν, σε μύρωναν.</p>
<p>Τα Ξένα μάτια την κοιτάζουν/ Έκθαμβη νέα ωραία η αμαρτία /κι η απιστία Δεύτερη Υπηρεσία./</p>
<p>Αργά ή γρήγορα θα χτυπήσουν την πόρτα/ οι υποψήφιοι προσκυνητές αθώοι, ταπεινοί, δειλοί.</p>
<p>Τα φύλλα συκής πέφτουν μαραμένα. /Έρχονται οι προξενητές με τα δώρα του ήλιου./</p>
<p>Αγαπιόμαστε, λατρεύουμε, προδίδουμε… /Λάμπει το Ουράνιο Τόξο.</p>
<p>Σ’ αυτό το ποίημα ακούγονται λέξεις και ρυθμοί από το τραγούδι του ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ, από τα πιο παλιά δημοτικά τραγούδια. Παρακολουθούμε μια ανατροπή της παραδοσιακής κοινωνίας. Η Αρετή, η ηρωίδα του δημοτικού τραγουδιού, με την πίστη της στα πρόσωπα που την αγαπούν ανατρέπεται από τη «νέα ωραία αμαρτία» και την «απιστία». Βρισκόμαστε στην αντίθετη ακριβώς κατάσταση, όπως λέει και ο προτελευταίος στίχος.</p>
<p>«Αγαπιόμαστε, λατρεύουμε, προδίδουμε…»</p>
<p>Το ίδιο διαπιστώνουμε και στο ποίημα:</p>
<p>O ΠΡΟΦΗΤΗΣ</p>
<p>Μικρός προφήτης έριξε σε κορασιά τα μάτια./«Πεινώ, διψώ» της λέει. «Βοή μου»/</p>
<p>του αποκρίνεται «Τα σπλάχνα μου να φας!».</p>
<p>Ορμάει πάνω της, κάνει μια τρύπα/στα τρυφερά βυζιά, την βύζαινε /στόμα φιλήδονο, χείλος φαρμακωμένο.</p>
<p>Δάγκωνε μάνα του ουρανού, αλάτι του πελάγου/έπινε γάλα και κρασί από λαχταριστό κορμί</p>
<p>χωρίς να προφητεύει.</p>
<p>Ο ιδανικός κόσμος του Σολωμού εξαφανίζεται…</p>
<p>Η λαγνεία στέρησε τον ερωτευμένο του νεότερου ποιήματος από την ικανότητα να προφητεύει, δηλαδή να εισέρχεται στο βάθος των πραγμάτων. Και ο έρωτας τι έχει γίνει; Όπως τον καταγράφει ο Γιώργος Κοζίας, έχει γίνει αυτοερωτισμός (στο ποίημα «το μαγικό δέρμα») ή σκέτη παραγωγή ηδονής σωματικής («Η γυναίκα στο σκοπευτήριο») ή παρασυζυγική ηδονή («Οι ομπρέλες») ή πληρωμένος έρωτας («Cabaret..»).</p>
<p>Λείπει όμως η ερωτική αγάπη από την τελευταία συλλογή του Γ.Κ.; Όχι βέβαια! Αλλά είναι χαρακτηριστική η παρουσία της στο ποίημα:</p>
<p>η ωραια αμπελοσ</p>
<p>Μπαίνει στο αμπέλι, κλέβει μια ρώγα,/ την έβαλε στο στόμα της κι έπεσε νεκρή!/</p>
<p>Την έκλαψαν, την ξάπλωσαν σε κάσα σκαλιστή,/την κλείδωσαν, πέταξαν τα εννιά κλειδιά,</p>
<p>την ξέχασαν.</p>
<p>Φτάνει ο τρυγητής, τρυγάει, βρίσκει τα κλειδιά./ Βλέπει την κάσα, ξεκλειδώνει εννιά φορές,</p>
<p>μέσα η πεθαμένη κόρη πεντάμορφη/με ανοιχτά τα χείλη υγρά, ζουμερά./ Το πρόσωπό της</p>
<p>έλαμπε/ κι είχε σημαδάκι στο λαιμό στολίδι.</p>
<p>Σκύβει ο λεβέντης φιλάει τρείς/ την τέταρτη πετιέται του σταφυλιού η ρώγα!/ Έπαιξε</p>
<p>τα βλέφαρα η Ωραία Άμπελος/ ζωντάνεψε, του μίλησε:</p>
<p>«Νόστιμα ροζακιά, ασίκη, φρέσκα ροζακιά,/σταφύλια της Αγάπης τα φιλιά»</p>
<p>Ο ποιητής ακουμπάει στη λαϊκή παράδοση, στο γνωστό παραμύθι του παλληκαριού/του πρίγκιπα που με το φιλί του ανασταίνει την πεθαμένη/κοιμισμένη πεντάμορφη. Θέλει να υποδείξει, μήπως, ο Γ.Κ. ότι η γνήσια ερωτική αγάπη βρίσκεται μόνο στα παραμύθια; Πάντως σε δύο προηγούμενες ποιητικές του συλλογές, («Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» και «Πεδίον ρίψεων») τη γνήσια αγάπη την εικονογραφεί με δικά του, υποθέτω, παραμύθια. Ο Γ.Κ. όμως δεν χρησιμοποιεί την λογοτεχνική παράδοση για να την αναποδογυρίσει, μόνο αρκετές φορές τη βλέπει ως σύντροφο στη δική του ποιητική πορεία. Έτσι συμβαίνει με την ποίηση του Σεφέρη ή του Καβάφη. Στο ποίημά του «Τα εκτοπλάσματα» εικονογραφεί το σαράκι που κατατρώγει τα πάντα χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε.</p>
<p>Τα εκτοπλάσματα έφαγαν τους τοίχους, /τρώνε τις πόρτες του σπιτιού, /τα πατώματα, νευρικά με μακρύ τρίχωμα, /πορφυρά μάτια, τεράστια δόντια.</p>
<p>Έντρομοι έφυγαν οι αγαπημένοι φίλοι,/ έμειναν τ’ αποφόρια τους, κρύβονται σε απόμερες/</p>
<p>γωνιές, μέσα στις ετοιμόρροπες ντουλάπες, /κάτω από τα ράφια δίχως κορμιά.</p>
<p>Την ίδια ώρα στα διπλανά νοικοκυρεμένα σπίτια/εισβάλλουν αόρατα, άυλα, νέα φαντάσματα /καραδοκούν, ξένοι άγνωστοι λοιδορούν:</p>
<p>-Οι παραβάτες στην επίορκη πόλη!</p>
<p>Η συφορά, ειδοποιεί ο Καβάφης στο ποίημα «Ο Θεόδοτος» είναι κοντά μας και δεν την βλέπουμε: Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου/ το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει —/ αόρατος, άυλος — ο Θεόδοτος,/ φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.</p>
<p>Οι τελευταίοι στίχοι των δύο ποιημάτων σχεδόν ταυτίζονται. Και στο ποίημα «Ο υποβολέας», ο ποιητής διαλέγεται με τον Καβάφη το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». Μπορεί κανείς να διαπιστώσει και με πρώτη ανάγνωση τα σημεία που συνομιλούν οι δύο ποιητές. Υπάρχει και στα δύο ποιήματα «ο εξαίσιος θίασος», ο οποίος είναι «αόρατος» και ο Θεός που αποκαλείται «Λιποτάκτης» αντιστοιχεί στο «απολείπειν» του Καβαφικού τίτλου. Εδώ όμως καταχωρείται η ειδοποιός διαφορά.</p>
<p>Ο Καβάφης λέει «προ πάντων να μην γελασθείς, μην πεις πως ήταν/ Ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου».</p>
<p>Ο Γ.Κ. όμως επιμένει: «Όχι! Ήταν απάτη!!»</p>
<p>Το καινούργιο στοιχείο της συλλογής<br />
Το καινούργιο στοιχείο της συλλογής: Η απάτη, η παράσταση, το ψεύτισμα της ζωής γενικά! Ο ποιητής είναι αρκετά ευαίσθητος σ’ αυτή τη συλλογή απέναντι στην απάτη, στο θέατρο που παίζεται γύρω μας. Σε πρώτη ματιά είναι καμία δεκαριά και πλέον τα ποιήματα που συνθέτουν ένα περιβάλλον απάτης. Λέξεις που το προσδιορίζουν: μάσκες, ξύλινο ανθρωπάκι, μεταμφιεσμένος, τσίρκο, σαλτιμπάγκος, άλογα ξύλινα ψεύτικα, κούκλα, νευρόσπαστο, η κουρδισμένη κίσσα, για πάντα γελασμένος, απάτη, μαριονέττες, προσωπίδα, γελωτοποιός, κομπάρσοι, οι απατημένοι, ο πραίτορας των σκηνικών, η πόρνη της αυλαίας, χαρτιά σημαδεμένα, οι προδομένοι, κίβδηλα νομίσματα.</p>
<p>Στη συλλογή υπάρχει ένα ποίημα που δεν γίνεται ρητός λόγος για την απάτη, όμως αυτή βρίσκεται στην ουσιαστική λειτουργία της:</p>
<p>Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ</p>
<p>Στο καφενείο «ΟΙ ΑΝΔΕΙΣ» έρχεται κάθε πρωινό/ο μελαγχολικός Ινδιάνος, ανοίγει την εφημερίδα,/διατρέχει τις ειδήσεις, διαβάζει, συλλαβίζει:</p>
<p>Οι ιεραπόστολοι δεν κάνουν τατουάζ. Δεν χαράζουν/βαθιά το δέρμα τους. Βάφουν το πρόσωπό τους/όταν πάνε να ευλογήσουν τους πιστούς ιθαγενείς.</p>
<p>Επιστρέφουν, ξεβάφονται, βγάζουν τα άμφια,/φοράνε σμόκιν, εισπνέουν αιθέρα,/</p>
<p>ζαλίζονται, την ιεραποστολή ξεχνούν.</p>
<p>Τις Άνδεις βλαστημάνε που τους πλάνεψαν,/λάγνες-εξωτικές, που αγάπησαν και μίσησαν…</p>
<p>Πώς να την χαρακτηρίζουμε την κατάσταση που αποδίδει αυτό το ποίημα; Απάτη; υποκρισία; θέατρο; αυταπάτη; Είναι όλα αυτά! Αλλά το τελευταίο δίστιχο μας πηγαίνει πέρα από αυτά που μας πλάνεψαν. Υπάρχει όμως και άλλο εύρημα στο ποίημα «Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ». Το θέμα του είναι ειλημμένο από τη θρησκευτική ζωή. Κείμενα, πρόσωπα, δραστηριότητες, σύμβολα είναι διάσπαρτα στη συλλογή. Φυσικά δεν πρόκειται για θρησκευτική ποίηση! Αλλά για μια ευφρόσυνη μεταφυσική αγωνία. Διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα έχεις την εντύπωσης ότι ασκεί σκληρή κριτική στις θρησκευτικές ιδέες, στα θρησκευτικά βιώματα του περιβάλλοντος κόσμου του:</p>
<p>«Ο δύστυχος ικετεύει την Θεία Πρόνοια, εκείνη τον εμπαίζει» (Οι Συνεργοί, 17).</p>
<p>«Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία» (Cabaret «Μις Υφήλιος, 51)</p>
<p>«- Χαλκιά και Πρωτομάστορα, φτιάξε καρφιά</p>
<p>(ο σταυρωμένος ποτέ δεν πάει χαμένος).</p>
<p>Εισάκουσόν μας Σατανά! (Η έβδομη απόδειξη, 21)</p>
<p>«Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος» καταραμένη εποχή:</p>
<p>«Ελπίζετε οι δυστυχείς – προσεύχεσθε οι ευτυχείς» (Cabaret…, 51)</p>
<p>Δεν είναι η εξαπάτηση μια κατάσταση απλή στη συλλογή «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ». Πρέπει να τη δούμε σε σχέση με την πολιτική και το ποικιλώνυμο αλισβερίσι. Στο ποίημα «ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ» (σελ 36) είναι σαφής η αιχμή:</p>
<p>«Σάυλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητή</p>
<p>δικό σου το εμπόρευμα – δική μας η τιμή».</p>
<p>Ανάμεσα στο «εμπόρευμα» και την «τιμή» θριαμβεύει η απάτη.</p>
<p>Ο Γιώργος Κοζίας, αν δεν είναι απογοητευμένος, είναι όμως θυμωμένος, κατέχεται από δαιμονική οργή. Θυμίζω δύο στίχους από το ποίημα «ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΤΕΡΑΤΑ»:</p>
<p>«Ανοίγω δρόμο με τον ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:/«Το όνομά μου Λεγεών…»</p>
<p>Το όνομα «Λεγεών» είναι δυσοίωνο και απειλητικό.</p>
<p>Το ποίημα που συγκεντρώνει και συμπυκνώνει το νόημα των ποιημάτων της συλλογής</p>
<p>-αιρετικό και παρορμητικό- καθώς περιέχει και τον τίτλο της, «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ», είναι η ΛΙΤΑΝΕΙΑ:</p>
<p>Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία. Σημαιοφόροι/οι ραβδοσκόποι ιερομόναχοι, οπισθοφύλακες</p>
<p>οι τεχνίτες /με τα σάρωθρα. Ουρλιάζουν του ήλιου οι αιχμάλωτοι/να σταματήσουν τις παρακλήσεις οι μετεωρολόγοι,/το συνδικάτο των αστρολόγων γονατιστοί/ικετεύουν να βρέξει αστέρια, να τους πνίξει.</p>
<p>Οι άγιοι σαπίζουν στη Γή της Επαγγελίας. Ανιχνευτές/οδηγούν πότε τις άσπρες λιτανείες πότε τις μαύρες. /Αστραπές προσκαλούν τους ζωολόγους, κεραυνοί/ φτύνουν τα σπλάχνα τους στο θάλαμο Επιτόκων./Ο γέρο Ιερεμίας καίγεται, κατουράει λάβα/κι ο αυτοκράτωρ Ουρανός ξερνάει αρουραίους.</p>
<p>Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία/με τα κεριά όλων των προδομένων.</p>
<p>Για όσους δεν γνωρίζουν, τι σημαίνει ο τίτλος της περίτεχνης συλλογής «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ», ας ανατρέξουν στο γεωγραφικό χάρτη. Είναι ο παράλληλος που χωρίζει το Βορρά από το Νότο. Και με αυτόν τον τίτλο ο Γιώργος Κοζίας εκθέτει τα αποτελέσματα της ποιητικής-μαγικής έρευνάς του (σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος) για τα παράλογα της ζωής και της εποχή μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ</strong></h4>
<h5>ALICIA LECUMBERRI</h5>
<p>Η Καθημερινή 12/06/2007</p>
<p>Προσφέροντας ένα ποίημα για κάθε στιγμή</p>
<p>Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες είναι σαν ένα βιβλίο χωρίς αναγνώστες. Ο τίτλος ενός βιβλίου μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να ξυπνήσει μέσα του την επιθυμία να ξεκινήσει το ταξίδι της ανάγνωσης δίχως να αναρωτηθεί καν για τον προορισμό. Από τη στιγμή που έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του ποιητή Γιώργου Κοζία, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», διαισθανόμουν πως κάτι διαφορετικό θα πρόσφερε, αφού ο τίτλος είναι ανατρεπτικός.</p>
<p>Ο ποιητής μάς προτείνει ένα ελκυστικό ταξίδι με αφετηρία το Πόντε Βέκιο της Φλωρεντίας, ξεκινώντας με «προδομένες αγάπες / Ξεχασμένες», έχοντας για προορισμό το ποίημα «Ομοίωμα», παρέα με τον Ροβινσώνα Κρούσο: «Ο Ροβινσών Κρούσος ανήρχετο / την κλίμακα σιωπηλός, ονειροπόλος. / Είχε ξεκάνει τον Παρασκευά! / Στο τελευταίο σκαλί τον περιμένει / το ομοίωμά του περίτεχνα μασκαρεμένο. / Φοράει στολή κιβδηλοποιού – αθέατο, / στους μεμυημένους ορατό, / διαλαλώντας: «Κορώνα ή γράμματα;» / Το νόμισμα αιωρείται, ταλαντεύεται, πέφτει, / ο μεταλλικός ήχος τον ξυπνά. «Ροβινσώνας ή Παρασκευάς;» / Με κάλπικη μονέδα / τι πραμάτεια θ’ αγοράσει!». Κατά τη διαδρομή της ανάγνωσης φτάνουμε σε πραγματικά και φανταστικά λιμάνια για να «αγαπηθούμε στις αποβάθρες των αναχωρήσεων / όταν δεν θα υπάρχει ανάμεσά μας θάλασσα», με συνεπιβάτες τον Βόιτσεκ, τον Ραβί, τον Σοπενχάουερ, τον Ραχμάνινωφ, την Καλλιόπη, τη Λίγεια, τη Μάρθα Ιωάννοβα, τη Μαργαρίτα και τη Σουλαμίτ, όλοι τους μετέωροι ταξιδιώτες κρατάνε για διαβατήριο: «Το παιχνίδι της επιθυμίας», το παιχνίδι στο οποίο «Τίποτα» δεν κερδίζει κανείς, αλλά μπορεί να χάσει «το Παν».</p>
<p>Στον «Κόσμο χωρίς ταξιδιώτες» συμβιώνουν αρμονικά λόγος, εικόνες και μουσική. Ο ποιητής δίνει με δεξιοτεχνία τον τόνο στα ποιήματά του άλλοτε χρησιμοποιώντας μείζονα κλίμακα και άλλοτε ελάσσονα. Κάποια ποιήματα απηχούν εχθρούς και βάσανα ενώ άλλα μας προτείνουν παιχνίδια λέξεων, απαντήσεων – ερωτήσεων: «Για νίκες που έγιναν ήττες / για ήττες που ήταν νίκες…». Ο Γιώργος Κοζίας ωθώντας την ποιητική του στο μεταίχμιο της διακειμενικότητας – παρωδίας επιτυγχάνει τη δημιουργική ισορροπία και μας προσφέρει, με ευφυΐα, ένα ποίημα για κάθε στιγμή. Ο «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» είναι μια συλλογή που μας «πυροβολεί» νοηματικά και ρυθμικά. Ευέλικτοι και τηλεγραφικοί στίχοι -περίτεχνα μασκαρεμένοι με κέφι και χιούμορ- αντικατοπτρίζουν την ιλιγγιώδη ταχύτητα που τυλίγει ολόκληρη την κοινωνία καθώς και τον αναγνώστη. Η συλλογή αυτή διακρίνεται για την καλαισθησία της «Στιγμής» του μάστορα-τυπογράφου εκδότη Αιμίλιου Καλιακάτσου και τα ποιήματά της λικνίζονται στην αγκαλιά των υπέροχων σχεδίων της ζωγράφου Εύας Τσακνιά.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/08/%ce%b3%ce%b9%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%b6%ce%b9%ce%b1%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΙΡΗ ΚΛΑΜΠΟΥΡΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 20 Jul 2026 21:26:33 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΙΡΗ ΚΛΑΜΠΟΥΡΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=23033</guid>

					<description><![CDATA[Η Μαίρη Κλαμπούρα γεννήθηκε στη Λάρισα το 1993. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών το 2016 και το 2020 αποφοίτησε από την Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου με ειδίκευση στη σκηνοθεσία. Το 2014 ήταν βοηθός παραγωγής, ηθοποιός και συγγραφέας του θεατρικού έργου Ερωτική ρωγμή. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τέσσερις &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΙΡΗ ΚΛΑΜΠΟΥΡΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα γεννήθηκε στη Λάρισα το 1993. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών το 2016 και το 2020 αποφοίτησε από την Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου με ειδίκευση στη σκηνοθεσία. Το 2014 ήταν βοηθός παραγωγής, ηθοποιός και συγγραφέας του θεατρικού έργου Ερωτική ρωγμή. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τέσσερις ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες έχουν διακριθεί τόσο σε ελληνικά, όσο και σε διεθνή φεστιβάλ (Greek International Film Festival of Toronto, Mpumalanga International Film Festival, Kalakari Film Fest, Chania Film Festival and Chania Film Festival Edu, Athens International Digital Film Festival AIDFF, International Film Festival of Larissa &#8211; Thessaly κ.ά.). Αυτή την περίοδο κάνει το μεταπτυχιακό της στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Το Δαφοινόν δέρμα είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-77/" rel="attachment wp-att-23035"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-23035" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-1-187x300.jpg" alt="" width="311" height="499" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-1-187x300.jpg 187w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-1.jpg 398w" sizes="(max-width: 311px) 100vw, 311px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΑΦΟΙΝΟΝ ΔΕΡΜΑ (2026)</strong></h4>
<h5><strong>ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ</strong></h5>
<p>Υπάρχουν παντού,<br />
σαν αθεράπευτες πόρνες,<br />
οι μάσκες·<br />
στους δρόμους, στις πλατείες,<br />
στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες.</p>
<p>Κοιτάζω<br />
τα χυμένα δάκρυα<br />
που επιστρέφουν<br />
στα μάτια τους.<br />
Κοιτάζω<br />
τον θάνατο<br />
που περπατάει<br />
επάνω τους<br />
σαν πρόστυχη αράχνη.</p>
<p>Περίεργα πλάσματα<br />
αυτές οι μάσκες.</p>
<p>Αν φυτρώσουν<br />
στο δέρμα τους<br />
λίγα λουλούδια παραπάνω,<br />
θα ανταγωνιστούν<br />
για το ποιος είναι<br />
ο πιο όμορφος τάφος.</p>
<h5><strong>ΟΝΕΙΡΟ II</strong></h5>
<p>Μέρα μεσημέρι, κατευθυνόμουν<br />
ύστερα από καιρό<br />
προς το νεκροταφείο.<br />
Ήθελα επειγόντως,<br />
ν’ ατενίσει λίγα<br />
δάκρυα στο πρόσωπό μου,<br />
μια παλιά αγαπημένη<br />
ψυχή.</p>
<p>Πλησιάζοντας τις πλάκες,<br />
βλέπω αλαφιασμένη,<br />
όλους τους τάφους ανοιγμένους.<br />
Όλους τους τάφους αδειανούς.</p>
<p>«Τι ψάχνεις εδώ πέρα, ανόητη;»<br />
μου φωνάζει απορημένη μια γριά<br />
που στεκόταν λίγο παραδίπλα. «<br />
Αφού στο σπίτι σου κοιμούνται&#8230;<br />
όλοι οι νεκροί».</p>
<h5><strong>Η ΒΡΟΧΗ</strong></h5>
<p>Μες στη βροχή κλαίει ο σκύλος<br />
γιατί εύχεται να ήταν γάτα·<br />
η γάτα δεν θα έκλαιγε ποτέ κάτω απ’ τη βροχή,<br />
η γάτα θα έκλαιγε κοιτάζοντας τον ήλιο.</p>
<p>Μέσα στον κόσμο αυτό,<br />
ό,τι έχω σκοτώσει<br />
δεν είναι λίγο.<br />
Η φύση δεν πρέπει καθόλου<br />
να με λυπηθεί<br />
όσα λουλούδια άγρια<br />
της ξερίζωσα ήταν πολλά,<br />
όσα φύλλα πράσινα<br />
κατέστρεψα με τα χέρια μου<br />
δεν ήταν λίγα.</p>
<p>Μες στη βροχή κλαίει πάλι ο σκύλος·<br />
πως αγαπούσε πολύ το αφεντικό του<br />
έχει ξεχάσει.<br />
Εγώ ξέχασα όλα όσα έχω σκοτώσει.</p>
<p>Σε ποιους εφιάλτες<br />
θα χτίσει πάλι τη φωλιά της<br />
αυτή η καρδιά;<br />
Όταν ξυπνάω απ’ το όνειρο<br />
δεν ακούω καν χτύπους.</p>
<p>Μια γάτα νιαουρίζει γλυκά<br />
γύρω από έναν χαρούμενο άνθρωπο.<br />
Ο σκύλος, με μάτια αγνά,<br />
καλωσορίζει<br />
τις κλωτσιές που του δίνουν στο στόμα<br />
το ζεστό του ψωμί.</p>
<p>Τι έχω σκοτώσει στη ζωή μου;<br />
Σαύρες, μύγες, πολύχρωμα έντομα,<br />
μυρμήγκια, μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες.<br />
Δεν τα θυμάμαι όλα,<br />
κι ο σκύλος ακόμη ξεχνά<br />
πως εκείνον που αγαπούσε βαθιά<br />
μια μέρα τον δάγκωσε βαθύτερα.</p>
<p>Εδώ κι εκεί, με αίμα αγάπης<br />
τριγυρνούσε,<br />
γαβγίζοντας αφόρητα στους ανθρώπους,<br />
αλλά όχι στις γάτες,<br />
που γεμάτες απορία<br />
έβλεπαν τα σάλια να κυλάνε διαρκώς<br />
σαν καμπάνες που χτυπάνε συνεχόμενα<br />
ένα φρικτό χαρμόσυνο τραγούδι.</p>
<p>Η βροχή ήρθε προχθές·<br />
την περιμέναμε όλοι φυσικά,<br />
και σαν άγρυπνα παγωμένα μνήματα,<br />
σιωπηλοί.<br />
την ακούγαμε όλη νύχτα.</p>
<h5><strong>Η ΟΜΟΡΦΙΑ TOT ΑΙΜΑΤΟΣ</strong></h5>
<p>Το καλοκαίρι μάτωσε·<br />
η ομορφιά του αίματος<br />
δεν εκτιμήθηκε ακόμα.<br />
Πληγές παίρνουν φωτιά<br />
από την ανεπάρκεια<br />
ενός αρώματος.</p>
<p>Κόσμος βαρύς ·<br />
μα λιώνουν τα σώματά μας<br />
το ένα πάνω στ’ άλλο,<br />
βυθίζονται σε μία ψυχή.</p>
<p>Βαρύς ο κόσμος,<br />
βαριά η ομορφιά του αίματος,<br />
σατανική του έρωτα η ευλογία,<br />
απύθμενη η τρικυμία των δέντρων·<br />
λεμονιές,<br />
ελιές,<br />
βουκαμβίλιες.</p>
<p>Σπίθες αστεριών<br />
πέφτουν πάνω τους τα βράδια,<br />
σπίθες αίματος<br />
στάζουν αμείλικτα απ’ τον χρόνο,<br />
καρφώνονται στο κύμα της ημέρας.<br />
Θάνατος δεν υπάρχει<br />
παρά στα μάτια<br />
και στον ήλιο.<br />
Βλέπεις;<br />
Ναι, βλέπω<br />
την ηχώ που μεταφέρει η πεταλούδα<br />
στα φτερά της,<br />
τον θάνατο που θέλει<br />
να χορεύει με όλους,<br />
την ελευθερία<br />
που βρέχεται από αγκάθια,<br />
την ομορφιά του αίματος<br />
που λησμονήθηκε<br />
απ’ το σώμα.</p>
<p>Βλέπω και μένα,<br />
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό<br />
που καίγεται<br />
μονάχα για ν’ ανθίζει·<br />
και βλέπω πως η ομορφιά<br />
απ’ το αίμα μου<br />
θ’ αγαπηθεί<br />
μόνο στο χώμα.</p>
<h5><strong>Η ΣΚΑΝΔΑΛΗ</strong></h5>
<p>Τα χείλια σου θα κόψω με ψαλίδι<br />
και θα τα εναποθέσω στοργικά<br />
πάνω στη ράθυμη, τυραννική σελήνη.<br />
Τόσο εκείνη όσο κι εγώ<br />
θα βγούμε κερδισμένες.<br />
Εκείνη, γιατί το κόκκινο είναι το χρώμα<br />
που ανυψώνει πάντοτε<br />
τη χιλιοφορεμένη ομορφιά της.<br />
Εγώ, γιατί θα βλέπω αιώνια τα χείλη σου,<br />
κι ακόμα κι όταν ξεραθεί το αίμα τους,<br />
θα μου θυμίζουν δυο απαλά,<br />
ονειρικά βατόμουρα.<br />
Είναι νόστιμα τα βατόμουρα.<br />
Νόστιμα ήταν τα χείλη σου.</p>
<p>Τα μάτια σου δε θα τα πειράξω.<br />
Τα μάτια σου τα μίσησα με τον καιρό,<br />
γιατί δεν με κοιτούσαν όπως πρώτα.<br />
Τα μάτια σου με φόβιζαν.<br />
Ένας ιδρώτας μέσα τους.<br />
Η φλέβα τους,<br />
μια διαλυμένη σιδηροδρομική γραμμή<br />
απ’ όπου εκτροχιάστηκα.</p>
<p>Τα χέρια σου όμως θα τα κόψω!<br />
Μ’ ένα χλωμό μαχαίρι θα τα ξεριζώσω.<br />
Εκείνα μ’ αγάπησαν πολύ<br />
και μ’ έσφιγγαν,<br />
σαν να ’θελαν να πεθάνουν μαζί μου.<br />
Εκείνα με μίσησαν πολύ<br />
και μου ανατίναξαν την καρδιά.</p>
<p>Ωστόσο<br />
θα τ’ ακουμπήσω δυνατά στο στήθος μου,<br />
θα τα δαγκώσω,<br />
θα τα χαϊδέψω,<br />
θα τα φιλήσω.<br />
Έπειτα,<br />
δανείζοντάς τους ένα φτηνό περίστροφο,<br />
θα τ’ αναγκάσω<br />
-εγώ αυτή τη φορά-<br />
να τραβήξουν σκανδάλη.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 28/7/2026</p>
<p>ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα,<br />
πριν καθαρίσω τις ψυχαναλύσεις<br />
από τις πληγές,<br />
πριν αδειάσω το δέρμα<br />
από γλυκά φιλιά τεράτων<br />
πριν βρω τον έναν, όμοιό μου.</p>
<p>Λίγοι στίχοι από το ποίημα με τίτλο «Ένα ακόμη ποίημα» ένα από τα 22 ποιήματα της συλλογής της Μαίρης Κλαμπούρα «Δαφοινόν δέρμα» εκδόσεις Μετρονόμος 2026 που παρουσιάζουμε απόψε. Είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή, μετά από ένα θεατρικό έργο που έγραψε το 2014 με τίτλο «Ερωτική ρωγμή» και στο οποίο ήταν και ηθοποιός και βοηθός παραγωγής. Και επίσης έγραψε και σκηνοθέτησε 4 ταινίες μικρού μήκους.<br />
Τα ποιήματα της συλλογής περιστρέφονται γύρω από τον άνθρωπο και τα συναισθήματα, όμορφα και δυσάρεστα, μέσα στη ζωή.<br />
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Μάσκες» διαβάζουμε:</p>
<p>«Υπάρχουν παντού,/σαν αθεράπευτες πόρνες,/οι μάσκες·/<br />
στους δρόμους, στις πλατείες,/στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες. /<br />
Κοιτάζω/τα χυμένα δάκρυα/που επιστρέφουν/στα μάτια τους.»</p>
<p>Στίχοι που ανταποκρίνονται στον άνθρωπο του χτες και του σήμερα που μέσα στη κοινωνία που ζούμε δεν ξέρουμε τί θα αντιμετωπίσουμε από τον συνάνθρωπο μας γνωστό ή άγνωστο. Δεν ξέρουμε τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τη μάσκα του κάθε ανθρώπου. Και στο επόμενο ποίημα «Η ακηδία» η ποιήτρια μιλά για την αδιαφορία που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος από συνανθρώπους του.</p>
<p>Γράφει μεταξύ άλλων:</p>
<p>«Δεν χορέψαμε/τον πυρρίχιο χορό τους/δίχως ασπίδα./<br />
Αιωρούμεθα/σε μια ανυπόταχτη ακηδία.»</p>
<p>και κλείνει το ποίημα με στίχους σαν μια κραυγή:</p>
<p>«Θάλασσα,/αν μ’ ακούς,/γίνε καταραμένη και φρικτή./Πνίξε μας.»</p>
<p>Και ακολουθεί το ποίημα « Ο φόβος» που είναι μια συνέχεια των συναισθημάτων από τα προηγούμενα ποιήματα.<br />
Διαβάζουμε:</p>
<p>Φοβάμαι τον θάνατο/του μπαμπά και της μαμάς.<br />
Φοβάμαι/μην κλέψω βλεφαρίδες/απ’ τα νεκρά τους μάτια/<br />
και ευχηθώ/να γεννηθούν/ξανά.</p>
<p>Η ποιητική φωνή της Μαίρης φτάνει πολύ βαθιά στο συναισθηματικό της κόσμο και αγγίζει τα συναισθήματα του αναγνώστη.</p>
<p>Ακολουθούν τρία ποιήματα για το «Όνειρο» στα οποία η ποιήτρια μας λέει<br />
στο «Όνειρο Ι»<br />
«Περπατούσα στον ύπνο μου/και μια σκιά/ μου κρατούσε σφικτά το χέρι»<br />
και συνεχίζει πιο κάτω:</p>
<p>«Καθώς περπατούσαμε,/της έδειχνα όλες τις γέφυρες που διέσχισα,/<br />
όλες τις θάλασσες που παραλίγο να πνιγώ,/όλα τα σεντόνια που λέρωσα,/<br />
όλες τις ταινίες που απέφευγα να δω,/όλα τα φίδια που με ονειρεύτηκαν/<br />
κι όλα τα χέρια που με χαστούκισαν/από αγάπη.»</p>
<p>Όνειρα που όπως τα περιγράφει η ποιήτρια μας δεν είναι καθόλου ευχάριστα και βέβαια γεννιούνται μέσα από δυσάρεστες σκέψεις και καταστάσεις όχι μόνο στη ποιήτρια αλλά στον κάθε άνθρωπο.</p>
<p>Στο «Όνειρο ΙΙ» διαβάζουμε</p>
<p>«Μέρα μεσημέρι, κατευθυνόμουν/ύστερα από καιρό/προς το νεκροταφείο./<br />
Ήθελα επειγόντως,/ν’ ατενίσει λίγα/δάκρυα στο πρόσωπό μου,/μια παλιά αγαπημένη/ψυχή.»</p>
<p>Μια επίσκεψη που για το κάθε άνθρωπο είναι μια δυσάρεστη εμπειρία που η ποιήτρια μας δεν διστάζει να τη μεταφέρει στον αναγνώστη για να ταξιδέψει κι αυτός στις δικές του μνήμες και εμπειρίες.</p>
<p>Στο «Όνειρο ΙΙΙ» διαβάζουμε:</p>
<p>«Είναι μια μικρή ζητιάνα έξω/απ’ την πόρτα μου.»</p>
<p>Μια συνάντηση που συγκλονίζει τη ποιήτρια ακόμα και στο όνειρο και βέβαια τον αναγνώστη. Διαβάζουμε για μια από τις πρώτες εικόνες της συνάντησης:</p>
<p>«Τα κέρματα που της δίνω/τ’ ακούω να πέφτουν κάτω/σαν ματωμένες σφαίρες επανάστασης./Το ψωμί το δαγκώνει/κάποιος περαστικός σκύλος./<br />
Όταν τελικά περνάει από τη σκέψη μου/να φύγω,/συνειδητοποιώ πως η γυναίκα αυτή/δεν έχει χέρια.»</p>
<p>Η ποιήτρια δραματοποιεί τη συνάντηση με τη μικρή ζητιάνα με ξεχωριστό ποιητικό λόγο που ο αναγνώστης αισθάνεται ότι συμμετέχει στη συνάντηση.</p>
<p>Στο ποίημα «Γέφυρα» η ποιήτρια αισθάνεται ότι έγινε η γέφυρα για τους άλλους και διερωτάται:</p>
<p>«Πόσοι δεν πάτησαν πάνω μου/για να περάσουν/στην απέναντι πλευρά/<br />
του καθρέφτη;»</p>
<p>Και συνεχίζοντας διερωτάται:</p>
<p>«Πόσους ανθρώπους ένωσα/χωρίς καμιά κλωστή;/Πόσους ανθρώπους έσωσα/από βουβό πνιγμό;»</p>
<p>Και βέβαια όταν απλώνεις χέρι βοήθειας σε όλους αυτό που σου μένει στο τέλος είναι η απογοήτευση τόσο που όπως γράφει η ποιήτρια</p>
<p>«Ένα κοράκι/στέκεται δίπλα μου./Με βλέπει και λυπάται.»</p>
<p>Και κλείνει το ποίημα με στίχους γεμάτους απόγνωση.</p>
<p>«Κουράστηκα να είμαι γέφυρα»,/του λέω./«Κι ούτε αποζητώ/να γίνω έμβλημα/της ιστορίας τους./Το μόνο που εύχομαι στ’ αλήθεια,/το μόνο που προσμένω,/είναι να έρθει πίσω/εκείνο το ποτάμι/και να με παρασύρει μαζί του,/όπου κι αν πάει.»</p>
<p>Ο ποιητικός της λόγος βλέπουμε ότι κινείται εύστοχα ανάμεσα στην όμορφη διάθεση και την ωμότητα. Και αυτή την αντίθεση του λόγου τη βλέπουμε στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής.</p>
<p>Στο ποίημα «Η πεταλούδα» βλέπουμε τη σκληράδα σε μια πεταλούδα.</p>
<p>«Θα κάψω τα φτερά μιας πεταλούδας./Ας κοροϊδέψουν όσο θέλουν οι νεκροί./Όπως στερήθηκα το πέταγμα,/έτσι θα το στερήσω!»</p>
<p>Στο ποίημα «Η βροχή» διαβάζουμε για το σκύλο και τη γάτα και τις αντιθέσεις ανάμεσα τους αλλά και τις σχέσεις με τον άνθρωπο.<br />
Γράφει μεταξύ άλλων:</p>
<p>«Μια γάτα νιαουρίζει γλυκά/γύρω από έναν χαρούμενο άνθρωπο./<br />
Ο σκύλος, με μάτια αγνά,/καλωσορίζει/τις κλωτσιές που του δίνουν στο στόμα/το ζεστό του ψωμί./Τι έχω σκοτώσει στη ζωή μου;/<br />
Σαύρες, μύγες, πολύχρωμα έντομα,/μυρμήγκια, μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες./Δεν τα θυμάμαι όλα,/κι ο σκύλος ακόμη ξεχνά/<br />
πως εκείνον που αγαπούσε βαθιά/μια μέρα τον δάγκωσε βαθύτερα.»</p>
<p>Στο ποίημα «Η τελευταία ηδονή» διαβάζουμε για την απογοήτευση πόσο βαθιά σε αγγίζει όταν η προσφορά σου δεν έχει καμιά αναγνώριση.</p>
<p>« Κοιτώντας έναν βράχο,/θυμήθηκα, ξαφνικά,/πως αυτός ο κόσμος είχε πάντα την ανάγκη/να παίρνει από μένα/κι εγώ πάντα την ανάγκη/<br />
να του δίνω./Θα του έδινα λοιπόν ό,τι κι αν μου ζητούσε./Θα μου έδινε κι αυτός έναν ωραία/σκηνοθετημένο θάνατο;»</p>
<p>Και κλείνει τι ποίημα με λόγο γεμάτο ωμότητα και σκληρότητα.</p>
<p>«Τώρα τρέμω επάνω στον σταυρό./Και μόνο το απαράλλακτο κορμί μου/<br />
περιμένει με ανυπομονησία και δέος,/το τελευταίο χέρι,/<br />
που με το τελευταίο καρφί,/θα του προσφέρει/τόσο απλά και τόσο άμεμπτα,/<br />
την τελευταία ηδονή.»</p>
<p>Στο ποίημα «Η ομορφιά του αίματος» η ποιήτρια μας εισχωρεί στο ανθρώπινο σώμα, στο αίμα και τον θάνατο για να μας πει:</p>
<p>«βλέπω/την ηχώ που μεταφέρει η πεταλούδα/στα φτερά της,/τον θάνατο που θέλει/να χορεύει με όλους,/την ελευθερία/που βρέχεται από αγκάθια,/<br />
την ομορφιά του αίματος/που λησμονήθηκε/απ’ το σώμα.»</p>
<p>Για τη ποιήτρια το αίμα είναι ζωή αλλά και θάνατος και το αναφέρει και στο<br />
και στο ποίημα «Παρανυχίδες</p>
<p>«Το βράδυ, γυρνώντας στο σπίτι,/θα βάψω τα νύχια μου κατακόκκινα/σαν αίμα·/να μη φαίνονται τόσο έντονα στα δάχτυλα,/αυτές οι μικρές, ξεριζωμένες μου τύψεις.»</p>
<p>Το δε θάνατο και το νεκρό το συναντάμε κα σε άλλα ποιήματα της συλλογής. Και πιστεύω ότι αυτές οι αναφορές δίνουν αξία στη ζωή.</p>
<p>Στο ποίημα «Οι ελιές» διαβάζουμε</p>
<p>«Είναι η ώρα που ο ήλιος τρέμει,/κι αν φας κι άλλες ελιές,/κάποιος – να ξέρεις – θα πεθάνει».</p>
<p>Στο ποίημα «Το ψάρι» διαβάζουμε:</p>
<p>«Πες μου, πόσοι τάφοι/πιστεύεις πως είναι άδειοι;/Γιατί να φύγει ένας/<br />
νεκρός απ’ τον τάφο του;»</p>
<p>Στο ποίημα «Πρωτέας» γράφει η ποιήτρια:</p>
<p>«Έχω ακούσει αμέτρητες ιστορίες/για τον θάνατο:/βάναυσες αρρώστιες,/<br />
τρικυμίες αίματος στην άσφαλτο,/παιδιά κρεμασμένα/σε γερά κλαδιά δέντρων/όμοια με γινωμένα φρούτα.»</p>
<p>Σε δυο ακόμα ποιήματα διαβάζουμε:</p>
<p>Στο ποίημα «Η σκανδάλη»</p>
<p>«Τα χέρια σου όμως θα τα κόψω!/Μ’ ένα χλωμό μαχαίρι θα τα ξεριζώσω./<br />
Εκείνα μ’ αγάπησαν πολύ/και μ’ έσφιγγαν,/σαν να ’θελαν να πεθάνουν μαζί μου.»</p>
<p>Στο ποίημα «Η νιφάδα»</p>
<p>«Μια πεταλούδα με χαιρέτησε/λίγο πριν πεθάνει./Δεν πρόλαβα να τρέξω πίσω της./Αχ, ας μην ήξερα να διαβάζω»</p>
<p>Σίγουρα οι στίχοι αυτοί προκαλούν ένταση στον αναγνώστη. Όμως είναι θέματα που είναι μέσα στην ίδια μας τη ζωή. Και η ζωή έχει τις ομορφιές της και πάντα κάτι έρχεται που φέρνει χαρά και αγάπη. Και αυτό έχει σημασία.<br />
Και όπως γράφει η ποιήτρια μας στο «Ένα ακόμα ποίημα»<br />
«Είπα πως δεν θα γράψω πάλι,/αλλά ήρθες σαν γέλιο/σε μια τραγική περίσταση,/και με χέρια πιο αγγελικά/απ’ τα λουλούδια/ Έγινα το τσαλακωμένο χαρτί που ξετύλιξες.»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ</strong></h5>
<p>Fractal 28/04/2026</p>
<p>Η πρώτη ποιητική εμφάνιση της Μαίρης Κλαμπούρα</p>
<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα είναι μια νέα ποιητική φωνή. Στο σπίτι της ποίησης εισέρχεται με τη συλλογή «Δαφοινόν δέρμα» (εκδόσεις Μετρονόμος, 2026). Το ομηρικό επίθετο «δαφοινόν» σημαίνει βαθυκόκκινο, αιματώδες, αιμοδιψές. Η λέξη χρωματίζει τη συλλογή, όπως και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του αίματος. Με τη χρήση του κόκκινου χρώματος και του αίματος η ποιήτρια διερευνά τα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής. Η σύνθεσή της έχει υπαρξιακή κυρίως θεματική. Εστιάζει στην ταυτότητα, στη σχέση με τους γονείς, στο τραύμα, στον θάνατο. Διακρίνεται επίσης από έντονη σωματικότητα με το δέρμα να γίνεται το πεδίο όπου εγγράφεται ο πόνος και η μνήμη.</p>
<p>Προκειμένου να καταγράψει ευστοχότερα τις αγωνίες της ύπαρξης η Μαίρη Κλαμπούρα καταβυθίζεται στο ασυνείδητο και στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού. Στο έντονα εσωτερικό τοπίο που δημιουργεί, κυριαρχούν γοτθικά στοιχεία και το παράλογο. Τα στοιχεία αυτά, διαβρώνοντας τον ορθό λόγο, εισάγουν μια υπερφυσική ενέργεια, έναν μυστικισμό που προσεγγίζει τη ρομαντική εμμονή για την ετερότητα και τεχνουργεί σκηνές τρομακτικές. Τα σκηνικά με τα φανταστικά και σκιώδη πλάσματα που δημιουργεί αντιστοιχούν στα υποσυνείδητα μέρη της ψυχής. Παράλληλα, μέσω τρομακτικών ονείρων εισέρχεται στα απωθημένα και στις δυνάμεις της επιθυμίας. Τα όνειρα ανοίγουν τις πόρτες της φυλακής στο πνεύμα, αφήνουν να εξέλθουν όσα καταπιέσαμε, όσα απωθήσαμε και καταχωνιάσαμε γιατί μας πλήγωσαν. Τα ποιήματα της Κλαμπούρα είναι κόκκινα από πάθος και δαφοινή από τραύμα.</p>
<p>Το ζήτημα της ταυτότητας προβάλλεται έντονο στη συλλογή. Το ποιητικό υποκείμενο αναζητά τον αληθινό εαυτό μέσα από το δίπτυχο σώμα-μνήμη. Το σώμα σχετίζεται με την ταυτότητα. Το δέρμα είναι ο φορέας της μνήμης και των βιωμάτων, το όχημα που μεταφέρει τις παρελθοντικές εμπειρίες, την ηδονή, τον πόνο. Αναζητά ωστόσο τον αληθινό εαυτό και μέσα από το δίπτυχο «πρόσωπο-προσωπείο», τις δύο στην πράξη διαστάσεις του εαυτού. Το ζήτημα της μάσκας απασχολεί έντονα την ποιήτρια, το μοίρασμα ανάμεσα στον εξωτερικό και τον εσωτερικό κόσμο. Το ποιητικό υποκείμενο συνομιλεί με τον αληθινό εαυτό. Σε αυτόν ανοίγεται, σε αυτόν εστιάζει, αυτόν προσφέρει τους άλλους, αλλά και αυτός επιθυμεί να του προσφέρεται. Η αληθινή έκφραση του εαυτού γίνεται γέφυρα για τους άλλους την οποία παρέχει αφειδώλευτα, καταγγέλλοντας την ψεύτικη και απατηλή κατασκευή, την προσποίηση, την υποκρισία, τη βιτρίνα. Επικαλείται το γνήσιο. Τη μάσκα ταυτίζει με τον τάφο της προσωπικότητας.</p>
<p>ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ</p>
<p>[…]Περίεργα πλάσματα<br />
αυτές οι μάσκες.<br />
Αν φυτρώσουν<br />
στο δέρμα τους<br />
λίγα λουλούδια παραπάνω,<br />
θα ανταγωνιστούν<br />
για το ποιος είναι<br />
ο πιο όμορφος τάφος. (σελ. 9)</p>
<p>Η ποιήτρια καταγγέλλει επίσης την ακηδία, την απουσία διάθεσης για πνευματικό έργο στην κοινωνία μας. Στο ομώνυμο ποίημα χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο προκειμένου να δηλώσει καθολικότητα, αλλά και την προστακτική έγκλιση «πνίξε μας» ως αίτημα ανατροπής.</p>
<p>ΑΚΗΔΙΑ</p>
<p>Δεν ακούσαμε<br />
τα ηχογόνα τους δάκρυα<br />
εμείς.</p>
<p>Δεν χορέψαμε<br />
τον πυρρίχιο χορό τους<br />
δίχως ασπίδα.</p>
<p>Αιωρούμεθα<br />
σε μια ανυπόταχτη ακηδία. […]</p>
<p>Θάλασσα,<br />
αν μ’ ακούς,<br />
γίνε καταραμένη και φρικτή.<br />
Πνίξε μας. (σελ. 10-11)</p>
<p>Στη θεματική της Κλαμπούρα υπάρχει έντονη αναφορά στους γονείς και στους προγόνους. Το ποιητικό υποκείμενο αναμετράται με τη σχέση αυτή, μια σχέση σημαδιακή από την οποία προσπαθεί αφενός να κρατηθεί, αφετέρου να απεγκλωβιστεί. Καταφύγιο αλλά και φυλακή η οικογένεια, συχνά δρα καταδυναστευτικά. Στο ποίημα «Ο φόβος» η σχέση με τους γονείς περιγράφεται με σωματικούς όρους. Την παιδική ηλικία όπως και τα τραύματά της τα μεταφέρουμε στο σώμα μας. Μια «κληρονομιά σάρκας». Όσο κι αν προσπαθούμε να κόψουμε την ουρά της σαύρας, αυτή «ξαναφυτρώνει», αναφέρει στο ποίημα «Ο φόβος».</p>
<p>Ο ΦΟΒΟΣ</p>
<p>Φοβάμαι τον θάνατο<br />
του μπαμπά και της μαμάς.</p>
<p>Φοβάμαι<br />
μην κλέψω βλεφαρίδες<br />
απ’ τα νεκρά τους μάτια<br />
και ευχηθώ<br />
να γεννηθούν<br />
ξανά.</p>
<p>Φοβάμαι τη μαμά και τον μπαμπά,<br />
μην τους αποκόψω απ’ τη σάρκα μου,<br />
όπως μια σαύρα την ουρά της<br />
και αυτοί φυτρώσουν ξανά.</p>
<p>Τρέμω<br />
μην μου φυτρώσουνε ξανά. (σελ. 12)</p>
<p>Η θεματική του έρωτα έχει επίσης δυναμική παρουσία στη συλλογή. Ο έρωτας από τη μια λειτουργεί ως δύναμη ζωής και δημιουργίας, από την άλλη συνδέεται με την απώλεια και τη συναισθηματική πληγή. Η αντίθεση αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του συναισθήματος και των ανθρωπίνων σχέσεων.</p>
<p>Η ΝΙΦΑΔΑ</p>
<p>[…] Δεν χιόνισε φέτος.<br />
Οι τριανταφυλλιές στον κήπο<br />
όλες κατεστραμμένες·<br />
ιστοί αράχνης κρατούν επάνω τους<br />
-ανέπαφο-<br />
εκείνο το παλιό σου μήνυμα·<br />
Δεν μ’ αγαπάς. […] (σελ. 53)</p>
<p>Τα φυσικά στοιχεία στη συλλογή της Κλαμπούρα, η δάφνη, τα φύλλα, οι ρίζες, τα δέντρα, συνδέονται με την ανθρώπινη εμπειρία. Ερμηνεύονται ως σύμβολα αντοχής, μεταμόρφωσης, μνήμης και άλλα.</p>
<p>Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ</p>
<p>[…] Βλέπω και μένα,<br />
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό<br />
που καίγεται<br />
μονάχα για ν’ ανθίζει·<br />
και βλέπω πως η ομορφιά<br />
απ’ το αίμα μου<br />
θ’ αγαπηθεί<br />
μόνο στο χώμα. (σελ. 84)</p>
<p>Η παρουσία του θανάτου στη συλλογή της Κλαμπούρα προσεγγίζει τη ρομαντική εμμονή. Η ποιήτρια θέτει τον θάνατο στο επίκεντρο της θεματολογίας, συνδέοντάς τον όχι μόνο με το τέλος της ζωής αλλά και με το τέλος του έρωτα ή τη μελαγχολία. Στους στίχους της παρακολουθούμε φεγγαρόφωτα τοπία, φέρετρα, τάφους, ομίχλη, θάλασσα, βροχή, πένθος, μυστήριο, μακάβριες εικόνες. Τα τοπία, γεμάτα συναισθηματική ένταση, υποστασιοποιούν την υπαρξιακή θλίψη όπως και την αγωνία για το ανθρωπινότερο.</p>
<p>ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ</p>
<p>Κρύψου μέσα στο φέρετρό μου.<br />
Σου υπόσχομαι πως θα<br />
είναι ζεστό<br />
και γεμάτο όνειρα.</p>
<p>Τόσο καιρό περίμενα<br />
κάποιον<br />
για να χωρέσει μαζί μου.</p>
<p>Τόσο καιρό φανταζόμουν<br />
ένα πρόσωπο κεντημένο<br />
από ομίχλη,<br />
μια φρεσκοβαμμένη<br />
απ’ τη βροχή ψυχή,<br />
έναν άνθρωπο που να κρατά<br />
τη μάσκα του στο χέρι<br />
αντί να τη φορά<br />
στο πρόσωπο.</p>
<p>Κρύψου στο φέρετρό μου. […]</p>
<p>Μα στο δικό μου φέρετρο<br />
δεν επιτρέπονται οι μάσκες. […] (σελ. 55-56)</p>
<p>Η συλλογή της Μαίρης Κλαμπούρα «Δαφοινόν δέρμα» διακρίνεται για τη δύναμη των εικόνων και τη συναισθηματική ένταση. Το ύφος είναι έντονο και κοφτό, καταγγελτικό, κινηματογραφικό, μελαγχολικό, νεορομαντικό, γεμάτο μεταφορές και συμβολισμούς. Η ποιήτρια υιοθετεί τη λιτή και ωμή γλώσσα, φορτισμένη θεατρικότητα. Η βία και η τρυφερότητα συνυπάρχουν σε μια εύθραυστη ισορροπία. Κυριαρχεί το τοπίο της άγριας ομορφιάς με την εικόνα της σάρκας, του αίματος και του πόνου. Κινούμενη ανάμεσα στο σκοτάδι και την αλήθεια η Μαίρη Κλαμπούρα στήνει μια νουάρ αισθητική με χαμηλό φωτισμό. Την ενδιαφέρει η εικόνα. Πολλά ποιήματά της φαντάζουν «κάδρα», storyboards, προέκταση κινηματογραφικής κάμερας. Στη σύγχρονη τέχνη η έννοια του abject (του αποτρόπαιου) εστιάζει στο αίμα, σε σωματικά υγρά, στο σώμα που αποσυντίθεται, στο πτώμα, σε κανιβαλιστικές φαντασιώσεις. Το abject έχει τις ρίζες του στην ψυχανάλυση. Φωτίζει τον φόβο του υποκειμένου απέναντι στην απώλεια της ατομικότητάς του. Κάνοντας χρήση εικόνων που προκαλούν σοκ και αποστροφή ο καλλιτέχνης του αποτρόπαιου επιθυμεί να αντιταχθεί στα κοινωνικά ταμπού, να διερευνήσει τη σκληρότητα στο πεδίο της αισθητικής. Η Κλαμπούρα χρησιμοποιεί λέξεις ωμές, χωρίς καλλωπισμούς, που προκαλούν δυσφορία και σοκάρουν. Επιδιώκει με τον τρόπο αυτό την εσωτερική μας αναστάτωση· επιθυμεί να αισθανθούμε την πληγή.</p>
<p>Αν ωστόσο η Κλάμπουρα στα ποιήματά της φαίνεται σκληρή, ακόμη και ερμητική, στη σύνθεση «Ένα ακόμη ποίημα» μοιάζει να χαμηλώνει τις άμυνες και να μιλάει για την ίδια την πράξη της γραφής. Είναι η στιγμή που παύει να κοιτάζει το σώμα (το «δέρμα») και ατενίζει το χαρτί, τη γέφυρα ανάμεσα στο τραύμα και τη λύτρωση.</p>
<p>ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΠΟΙΗΜΑ</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα<br />
κάποιον που δεν μπορεί να χαϊδέψει<br />
μια απαλή πέτρα.<br />
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη μια πληγή<br />
μέσα στα ίδια μου τα μάτια. […]</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα<br />
για ανθρώπους που, σαν άνεμος,<br />
ανοίγουν τις σελίδες των βιβλίων<br />
χωρίς να έχουν πρόθεση να τις διαβάσουν. […]</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα,<br />
πριν καθαρίσω τις ψυχαναλύσεις<br />
από τις πληγές,<br />
πριν αδειάσω το δέρμα<br />
από γλυκά φιλιά τεράτων<br />
πριν βρω τον έναν, όμοιό μου.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα,<br />
αλλά ήρθες σαν δαιμονικό φρούτο<br />
που στα τυφλά θα δάγκωνα,<br />
ακόμη κι αν άκουγα από μακριά<br />
το δηλητήριο.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ξανά,<br />
αλλά ήρθες σαν ένα μικρό παιδί<br />
με πινέλα και χρώματα στα χέρια.<br />
Έγινα η πέτρα που ζωγράφισες.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω πάλι,<br />
αλλά ήρθες σαν γέλιο<br />
σε μια τραγική περίσταση,<br />
και με χέρια αγγελικά<br />
απ’ τα λουλούδια.<br />
Έγινα το τσαλακωμένο χαρτί<br />
που ξετύλιξες.</p>
<p>Είπα πως δεν θα χαρίσω ξανά<br />
τις λέξεις μου,<br />
μα με αιφνιδίασες υπέροχα,<br />
σαν το απόκοσμο σκοτάδι μιας νάρκωσης<br />
σαν υπνική παράλυση<br />
μέσα στη νύχτα.</p>
<p>Είπα πως δεν θα επαναλάβω την αλήθεια<br />
για κάποιον που δεν μπορεί<br />
να χαϊδέψει μια κόλαση.<br />
Είπα πως το αίμα μου<br />
δεν θα φυλακιστεί<br />
μέσα σε δαφοινά,<br />
αιχμηρά υφάσματα.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ξανά<br />
για ανθρώπους που φοβούνται το βάθος.<br />
Μα σε είδα να με κοιτάζεις<br />
με βλέμμα πιο αστραφτερό<br />
από οποιοδήποτε πετράδι.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα<br />
για κάποιον που δεν μπορεί<br />
να με ερωτευτεί. Αλλά ήρθες,<br />
σαν απρόσμενη φωτιά σε δάσος<br />
που έμεινα να κοιτάζω,<br />
δίχως να κάνω βήμα. (σελ. 45-47)</p>
<p>Στο ποίημα αυτό η γραφή παρουσιάζεται σαν οργανική σχεδόν διαδικασία. «Ένα ακόμη» ποίημα που πρέπει να γραφεί. Η γραφή γίνεται το «δέρμα» της ποιήτριας, ο τρόπος να αντιμετωπίσει την οικτρή συχνά πραγματικότητα, μια επαναλαμβανόμενη πράξη («ένα ακόμη ποίημα»), που εγκολπώνει την αίσθηση ότι οι λέξεις ίσως ποτέ δεν θα είναι αρκετές να περιγράψουν τον πόνο ή την εμπειρία. Το ποίημα αναπαριστά την αγωνία του καλλιτέχνη, την αέναη ανάγκη του να μετατρέπει το βίωμα σε λόγο, όσο οδυνηρό και αν είναι αυτό. Βεβαίως η σύνθεση μπορεί να εκληφθεί και ως ερωτική.</p>
<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα στο «Δαφοινόν δέρμα», κοιτάζοντας κατάματα το «σκοτάδι», με λέξεις σκληρές όπως ουρλιαχτά, πληγές, γροθιές, κραυγές, φίδια (ένα μοτίβο που επανέρχεται), στοχάζεται πάνω στη ζωή και στον θάνατο, στην προδοσία, την αγάπη, τον έρωτα, την ταυτότητα, τις σχέσεις. Αξιοποιεί νεορομαντικά, υπερρεαλιστικά και συμβολικά στοιχεία, δημιουργώντας ατμόσφαιρα εσωτερικότητας και στοχασμού.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ</strong></h5>
<p>diastixo.gr 05/05/2026</p>
<p>Δαφοινόν δέρμα</p>
<p>Η ποιητική συλλογή της Μαίρης Κλαμπούρα Δαφοινόν δέρμα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Μετρονόμος, δεν είναι απλώς μια κατάθεση λόγου, αλλά μια εμπειρία θέασης. Και λέω θέασης, γιατί αυτό που προσωπικά θεωρώ πολύ σημαντικό στη συγκεκριμένη δουλειά είναι η ικανότητα να φιλτράρει κανείς τις background οπτικές. Να απομακρύνει, δηλαδή, το προφανές, το θορυβώδες, το επιφανειακό, και να επιμείνει σε εκείνες τις εικόνες που λειτουργούν υπόγεια, σχεδόν ασυνείδητα.</p>
<p>Στην ποίηση της Μαίρης Κλαμπούρα, αυτό το φίλτρο είναι απολύτως παρόν. Ο κόσμος που χτίζεται εδώ δεν είναι φωτεινός με την κυριολεκτική έννοια. Είναι ένας κόσμος σκοτεινός, συχνά βίαιος, γεμάτος εικόνες που φέρουν ένταση, αίμα, σώμα, φθορά. Και όμως, μέσα σε αυτό το σκοτάδι, αναδύεται μια παράξενη καθαρότητα.</p>
<p>Η ειρωνεία προς την κοινωνία, επίσης, διατρέχει τη συλλογή ως μια βαθύτερη αποδόμηση. Για μένα, η πιο έντονη ειρωνεία προς την κοινωνία εμφανίζεται στο ποίημα «Η Γέφυρα». Εκεί η Γέφυρα, ένα σύμβολο που κανονικά ενώνει, παρουσιάζεται κουρασμένη, σχεδόν εξαντλημένη από αυτή της τη λειτουργία. Έχει περάσει πάνω της πλήθος ανθρώπων, ιστοριών, εξουσιαστικών στοιχείων, αλλά η ίδια παραμένει ακίνητη, παραμελημένη, αόρατη.</p>
<p>Πριν προχωρήσω όμως σε αυτή την ανάγνωση, θα ήθελα να πω δυο λόγια για τη δική μου σχέση με τη Μαίρη Κλαμπούρα: τη γνώρισα πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν η πόλη της την είχε τιμήσει για τις ταινίες μικρού μήκους της. Ήταν ήδη τότε εμφανές πως είχε μια πολύ ιδιαίτερη ματιά, μια ματιά που δεν αρκείται στην αφήγηση, αλλά επιδιώκει να διαμορφώσει ένα ολόκληρο οπτικοακουστικό σύμπαν. Λίγο αργότερα, συνεργαστήκαμε στο εγχείρημα Jazzy Nomads, όπου ανέλαβε την οπτικοακουστική κάλυψη των δράσεων του φορέα στην Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας. Εκεί είδα ξανά αυτή τη χαρακτηριστική της ικανότητα. Να πιάνει το περιθώριο της εικόνας, αυτό που οι περισσότεροι προσπερνούν, και να το μετατρέπει σε κεντρικό στοιχείο.</p>
<p>Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται και η φυσική της μετάβαση στην ποίηση. Γιατί η ποίηση αυτής της συλλογής λειτουργεί σχεδόν κινηματογραφικά. Μας εκθέτει σε πραγματικές σκηνές. Σκηνές όπου το σώμα γίνεται πεδίο σύγκρουσης, ο θάνατος δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά παρούσα ύλη και η αγάπη εμφανίζεται συχνά μέσα από τη βία ή την απώλεια. Το σκοτάδι εδώ δεν είναι διακοσμητικό, είναι εργαλείο. Και η ειρωνεία δεν είναι απλώς ύφος, είναι άμυνα, αλλά και επίθεση ταυτόχρονα.</p>
<p>Αν επιστρέψουμε σε αυτό που ανέφερα στην αρχή, στο φιλτράρισμα των background οπτικών, θα έλεγα πως η Μαίρη Κλαμπούρα κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έχουμε συνηθίσει: δεν απομακρύνει το σκοτάδι για να δούμε καθαρά, αλλά μας βυθίζει μέσα σε αυτό, ώστε να αναγκαστούμε να δούμε αλλιώς. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη βύθιση, αρχίζουν να ξεχωρίζουν οι πιο ουσιαστικές εικόνες, η μοναξιά, ο φόβος, η μνήμη, η ενοχή, η ανάγκη για σύνδεση.</p>
<p>Κι επειδή ίσως σε μια ποιητική συλλογή να ανακύπτει το ανθρώπινο ερώτημα αν ξεχωρίζει κάποιο ποίημα&#8230; Θα έλεγα πως δεν έχει και τόσο νόημα να ξεχωρίσουμε ένα ποίημα ως «το πιο δυνατό». Ίσως γιατί αυτή ακριβώς είναι η δύναμη αυτής της ποιητικής συλλογής. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον «Πρωτέα». Την πρώτη φορά που το διάβασα, ένιωσα πως μιλά για ένα οδοιπορικό ζωής, για μια διαδρομή γεμάτη εμπειρίες, φθορά, μνήμη. Τη δεύτερη φορά, όμως, είδα κάτι διαφορετικό. Μια μορφή εγκατάλειψης, σχεδόν μια αλληγορία για την παραμέληση, ίσως και για τη θεσμική παραμέληση των ατόμων της τρίτης ηλικίας, για ό,τι δηλαδή κάποτε ήταν χρήσιμο, ζωντανό και τώρα στέκεται στο περιθώριο.</p>
<p>Και αυτό είναι που κάνει τα ποιήματα της συλλογής Δαφοινόν δέρμα εξαιρετικά. Κάθε ανθρώπινο μάτι μπορεί να δημιουργήσει ένα δικό του αφήγημα. Χωρούν δηλαδή πολλαπλές ερμηνείες. Ανοίγουν έναν διάλογο, όχι μόνο με το κείμενο, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Και τελικά, ίσως αυτό που καταφέρνουν πιο ουσιαστικά είναι να εγείρουν προβληματισμούς που δεν τελειώνουν με την ανάγνωση, αλλά ξεκινούν από αυτή και οδηγούν σε κάτι πιο συλλογικό. Στο να ξεκινήσουμε πάλι, στο σήμερα, στο εδώ και τώρα, να μιλάμε για μια ποίηση που ανοίγει ξανά τον δίαυλο επικοινωνίας.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>PERIOU.GR 09/05/2026</p>
<p>Φτιάχνοντας φτερά από σάρκα και αίμα</p>
<p>Δαφοινόν δέρμα (Μετρονόμος, 2026) επιγράφεται η ποιητική συλλογή της καινοφανούς ποιήτριας Μαίρης Κλαμπούρα και ήδη από τον τίτλο μπορούμε να αντιληφθούμε τις δύο κύριες πρώτες ύλες της ποίησής της. Αφενός το αρχαιοπρεπές επίθετο δαφοινός σημαίνει το βαθύ κόκκινο χρώμα και μεταφορικά τον αιμοβόρο, τον άτεγκτο, τον κτηνώδη. Αφετέρου το δέρμα μάς προϊδεάζει για το δίπολο σάρκα-ψυχή, όπου στη σάρκα γίνονται ορατές οι επιπτώσεις μιας ψυχής που πάσχει. Το ανά χείρας βιβλίο φέρει, επίσης, την ατμόσφαιρα της λογοτεχνικής γενιάς του ʼ20, η οποία χαρακτηρίζεται από τον συμβολισμό, τη μελαγχολία, την απαισιοδοξία, τη θλίψη, τη μοναξιά δίνοντας έμφαση στον εσωτερικό κόσμο, στον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο χαμηλόφωνα και υποβλητικά προσπαθεί να ισορροπήσει σε μια συναισθηματική ρευστότητα. Έτσι και στην ποίηση της Κλαμπούρα συναντούμε τα χαρακτηριστικά αυτά μέσω συμβόλων που χρησιμοποιεί και συγκεκριμένων εκφραστικών επιλογών. Για παράδειγμα, καίριο ρόλο διαδραματίζει το υγρό στοιχείο (τα δάκρυα, η λάσπη, η θάλασσα, το σπέρμα, το αίμα) ως σκηνοθέτης που καθοδηγεί την ποιητική φωνή στο ξετύλιγμα του προσωπικού της νήματος.</p>
<p>Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα δίπολα στα οποία η Κλαμπούρα χτίζει τον ποιητικό της κόσμο. Εκτός από το σώμα και το πνεύμα, συναντούμε το πρόσωπο και το προσωπείο. Είναι συχνή η αναφορά στη μάσκα την οποία πολλοί άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά. Το ποιητικό υποκείμενο με λόγο καταγγελτικό και συναισθηματικά φορτισμένο επικρίνει τους ανθρώπους που φορούν μάσκες, επιδιδόμενοι συγχρόνως σε έναν ανώφελο και ατελείωτο ανταγωνισμό με όχημα την υποκρισία και την προσποίηση. Ένα ακόμα μείζον δίπολο: φως-σκοτάδι. Ανατρεπτικά η ποιήτρια αποφαίνεται φίλα προσκείμενη στο σκοτάδι, γιατί είναι αυτό που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την προσέγγιση της αλήθειας μακριά από συμβατικούς κανόνες και καθωσπρεπισμούς. Το σκοτάδι επιτρέπει στο ποιητικό υποκείμενο να είναι ο εαυτός του, απελευθερωμένος και ανεξάρτητος.</p>
<p>Διακριτή είναι, επίσης, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και τον εαυτό του. Η ποιήτρια μετέρχεται συμβόλων προκειμένου να συνομιλήσει με τον εαυτό της, να τον πλησιάσει και ίσως να συμφιλιωθεί μαζί του. Η σάρκα την κρατά δεμένη με τις γονεϊκές φιγούρες, η σκιά στο όνειρό της είναι ο εαυτός της, οι ψυχές των νεκρών συγκάτοικοί της, μια ζητιάνα που επαιτεί για λίγα ψίχουλα αγάπης καταλαβαίνει ότι είναι η ίδια κοιτάζοντας τη μορφή της στον καθρέφτη. Στοιχεία της φύσης, ο άνεμος, το δέντρο, η λάσπη, το χώμα, λειτουργούν ως όχημα που όσοι βρέθηκαν κοντά στην ποιητική φωνή το εκμεταλλεύτηκαν, προκειμένου να γνωρίσουν καλύτερα τον δικό τους εαυτό. Με άλλα λόγια, η ποιήτρια εκφράζει με πικρία αλλά και ψυχραιμία το παράπονό της. Η ίδια έγινε γέφυρα, ώστε πρόσωπα που βρέθηκαν κοντά της να οδηγηθούν σε μια κατάσταση αυτογνωσίας που τους επέτρεψε να συνεχίσουν, ενώ εκείνη, ευρισκόμενη μονίμως στο παρασκήνιο, δεν κατάφερε να δρέψει το χειροκρότημα από τον ίδιο της τον εαυτό. Έσωσε ψυχές αλλά η πράξη της δεν εκτιμήθηκε, έτσι που οι διαβρώσεις στο δέρμα της κατάντησαν κενοτάφιο που φύτρωσαν δηλητηριώδη φυτά, απόρροια του πόνου και της απογοήτευσης που γεύτηκε.</p>
<p>Ένα κοράκι<br />
στέκεται δίπλα μου.<br />
Με βλέπει και με λυπάται.<br />
«Πόσες φορές ευχήθηκα<br />
να με ανατινάξουν»,<br />
του ψιθυρίζω.<br />
«Γιατί να είμαι πάντα<br />
αυτό που ενώνει<br />
και ποτέ αυτό που ενώνεται;»<br />
Με βλέπει<br />
και δακρύζει.</p>
<p>(«Η γέφυρα», σ. 21)</p>
<p>Κι όταν κανείς κουράζεται να αποτελεί τη συγκολλητική ουσία, ψάχνει να βρει τη ρίζα του κακού, η οποία τις περισσότερες φορές αντανακλά στους γονείς. Σχέση ιδιαίτερα, πολύπλοκη, πολυδιάστατη. Ίσως τότε να μπήχτηκε στη σάρκα το πρώτο καρφί και να έσταξε το πρώτο αίμα. Άλλωστε, η Κλαμπούρα γνωρίζει ότι την ομορφιά τη γεννά ο πόνος και την ευτυχία η μελαγχολία. Έτσι, ο θάνατος, όχι μόνο ο βιολογικός, αλλά οι καθημερινοί μικροί θάνατοι για απλά και τετριμμένα της ζωής τρυπούν το σώμα και μεγεθύνουν τη θητεία του στον πόνο, τόσο που το ύστατο καρφί το δέχεται ηδονικά.</p>
<p>Βλέπω και μένα,<br />
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό<br />
που καίγεται<br />
μονάχα για ν’ ανθίζει·<br />
και βλέπω πως η ομορφιά<br />
απ’ το αίμα μου<br />
θ’ αγαπηθεί<br />
μόνο στο χώμα.</p>
<p>(«Η ομορφιά του αίματος», σ. 34)</p>
<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα πέρα από τον υπαρξιακό στοχασμό, θίγει στο βιβλίο της και κοινωνικές πτυχές και, βέβαια, καταπιάνεται και με το θέμα του έρωτα. Συζητά, σαν να συζητά με ένα αγαπημένο της πρόσωπο, για τις συνέπειες της φτώχειας στη δημιουργία της προσωπικότητας, της ιδιοσυγκρασίας του ανθρώπου. Για τις προκαταλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, γεννήματα της απαιδευσίας και απότοκα της φτώχειας. Για το πένθος της ομορφιάς και τη ζωγραφισμένη στα μάτια πικρία των βασανισμένων ανθρώπων. Κι ενώ τα χρόνια περνούν και οι συνθήκες αλλάζουν, κάποια πράγματα μένουν πάντα ίδια, όπως η κοινωνική αδικία και η εξουσία των ολίγων που διαβιούν σε βάρος των πολλών. Αυτή η γνώση ίσως είναι εκείνη που θρέφει τις τύψεις, οι οποίες πονούν, ενοχλούν και ασχημαίνουν την ψυχή σαν παρανυχίδες στα δάχτυλα.</p>
<p>Όχι, δεν ήταν ο άνεμος<br />
που ξερίζωσε το δέντρο μου·<br />
ήταν η θηλιά<br />
του κρεμασμένου ανθρώπου πάνω του·<br />
ήταν το βάρος της ψυχής του<br />
που το έριξε κάτω.</p>
<p>(«Το ψάρι», σ. 40)</p>
<p>Ο έρωτας στην ποίηση της Κλαμπούρα εμφανίζεται τόσο ως αιτία πόνου όσο και ως μοναδική απάντηση, που μπορεί, πράγματι, να καταστήσει εφικτή την αναζήτηση μιας ευτοπίας, όπου η ποιήτρια εναποθέτει τις ελπίδες της. Οι πληγές του έρωτα μονάχα με τρυφερότητα μπορούν να επουλωθούν και να κατανοηθούν και, συγχρόνως, το ολοπόρφυρο χρώμα του έρωτα, των χειλιών, του αίματος είναι αυτό που εν δυνάμει οδηγεί στην ψυχική σταύρωση. Εδώ επανερχόμαστε στο σύμβολο του σκοταδιού, της νύχτας που επιτρέπει στην ποιητική φωνή να απεκδύεται οποιουδήποτε φτιασιδιού και να προσφέρεται γυμνή και διαυγής στο αγαπημένο πρόσωπο. Ακόμα, το σκοτάδι λειτουργεί και ως χώρος και χρόνος που το ποιητικό υποκείμενο μπορεί να αναμετρηθεί με την απώλεια του έρωτα, να τον πενθήσει και να συμφιλιωθεί με τη μοναξιά του. Ο έρωτας είναι το ψωμί και ταυτόχρονα και το μαχαίρι.</p>
<p>Πάντα επιστρέφω,<br />
γιατί το σκοτάδι<br />
δεν με εγκατέλειψε ποτέ.</p>
<p>Κι η αλήθεια είναι πως<br />
αγαπώ τ’ αστέρια περισσότερο απ’ τον ήλιο.<br />
Στ’ ορκίζομαι,<br />
περισσότερο απ’ τον ήλιο.</p>
<p>(«Το φέρετρο», σ. 57)</p>
<p>Συνολικά, η ποίηση της Μαίρης Κλαμπούρα διακρίνεται για τα γκόθικ στοιχεία της με κυρίαρχα το σκοτεινό και το ρομαντικό, αξιοποιώντας παράλληλα το μοτίβο των καταραμένων εραστών και τη διαλεκτική του τραύματος, όπου η πληγή, το δήγμα, ο πόνος επιχειρείται να καταπραϋνθούν μέσω της δημιουργίας των προϋποθέσεων, όπου το «μαζί» και το «εμείς» θα μπορούν να αποκτήσουν οντότητα και δυναμική, τέτοιες που θα ατσαλώσουν την εύθραυστη προσωπικότητα της ποιητικής φωνής.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ξανά<br />
για ανθρώπους που φοβούνται το βάθος.<br />
Μα σε είδα να με κοιτάζεις<br />
με βλέμμα πιο αστραφτερό<br />
από οποιοδήποτε πετράδι.</p>
<p>Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα<br />
για κάποιον που δεν μπορεί<br />
να με ερωτευτεί.<br />
Αλλά ήρθες,<br />
σαν απρόσμενη φωτιά σε δάσος<br />
που έμεινα να κοιτάζω,<br />
δίχως να κάνω βήμα.</p>
<p>(«Ένα ακόμη ποίημα», σ. 47)</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 19/05/2026</p>
<p>Όνειρα και άλλα</p>
<p>Ήταν πάντα ο ποιητής, φάντασμα από μια μυστική, μια άλλη εποχή. Ένα όραμα υπήρξε σε έναν κόσμο αρκετά τραχύ για να χωρέσει την αδύναμη αισθαντικότητά του μες στις καλλιτεχνικές εκφράσεις. Το είπαν ποίηση και μεμιάς από εκεί το βλέμμα τους τραβήξανε. Έτσι ονομάζουν όλα όσα μας αφήνουν ολομόναχους και αμήχανους εμπρός στο θαύμα της ζωής. Ποίηση το λένε σαν διασώζεται, έτη φωτός μες στο μέλλον εκείνο που χάθηκε μα συγκράτησε την καθαρή του εντύπωση, ίσα για να διεγείρει το ενδιαφέρον κάποτε στα χρόνια του μέλλοντός μας. Ναι, ήταν πάντα ο ποιητής με τους ρεμβασμούς του, με τα πράγματα τα πολύ προσωπικά που περνούν σαν μετέωρα καΐκια μέσα από την Τηνιακή νύχτα. Ο ποιητής που κουβαλάει όπως η θάλασσα μακριά τα συμφραζόμενα. Είναι όλα αυτά ο ποιητής, που παλεύει να βρει και να αραδιάσει συνταιριασμένους τους χαμένους αρμούς μιας πνευματικότητας που γίνηκε βάρος, το πλαστικό λουλούδι με την ψεύτικη τη δόξα του. Αυτός, μόνον αυτός ξέρει πού κρύβεται η χαρά. Και όλο τη γυρεύει, αυτήν την γλαφυρή την ομορφιά. Και η τέχνη μεταμορφώνεται στα χέρια του σε έναν βίαιο φωτισμό. Τίποτε δεν γνωρίζει ο ποιητής, μόνο που μπορεί να συλλάβει κάτι από το απροσδόκητο και το μοιραίο σύρσιμο ενός σύννεφου. Τα άηχα της αστραπής είναι σε θέση να ξεκρίνει μες στον ορίζοντα που τρέμει. Μαζί του στέκει και γερνά ο ποιητής και ετούτο δεν συνιστά παρά το βασικό, το θεμελιώδες θεώρημα του βίου του. Μια ανεπανόρθωτη κίνηση, το τρέμουλο πάνω σε κάποιο πρόσωπο είναι ο ποιητής. Η μορφή είναι δική του, δανείζεται από τις ιστορίες και τα αισθήματά του, χάνεται και κερδίζει τον εαυτό της σαν σήμα απελπισμένο. Πιάνεται από τα σύρματα των τρόλεϊ και αργότερα κυλάει με το νερό στα περιθώρια των δρόμων. Παντού ο ποιητής, με τα εφόδια και με την καρδιά του την πελώρια, σαν φωτίζεται μέσα από τις γωνιές που καθίστανται πελώριες με τη χρήση της κατάλληλης σκιάς.</p>
<p>Καμιά φορά αυτός είναι που εκπληρώνει τη μετατόπιση από την πραγματικότητα ως τη λέξη του στίχου την πιο εμβληματική. Αυτήν που εκτελεί χρέη πειθούς ανάμεσα στις πλάκες των ετερόκλητων πραγμάτων. Καμιά φορά είναι οι λέξεις του που αδοκίμαστες, περνούν από μπροστά μας και εμείς από την έκπληξη πεθαίνουμε και τη βαθιά συνείδηση πως πάντοτε το ποιητικό ενεργητικό θα πιστώνεται στη φαντασία και τ’όνειρο.</p>
<p>Η Μαίρη Κλαμπούρα, με το “Δαφοινόν Δέρμα” της, με το συγκλονιστικό έργο του Κάσπερ Πισκορόβσκι στο εξώφυλλο της καινούριας έκδοσης του Μετρονόμου συστήνεται στο ελληνικό, αναγνωστικό κοινό. Αυτό που ανά την επικράτεια αναζητά τις καινούριες φωνές της νεοελληνικής ποίησης, αυτές που καθιστούν θαμπωτικό φαινόμενο τη θάλασσα, όσες γνωρίζουν, λέει από ένστικτο το νόμο των ρυθμών και τη φρεσκάδα της αλήθειας όταν ουρλιάζει το πρώτη της, το αδοκίμαστο τ’όνομά της.</p>
<p>“Δαφοινόν”, σημαίνει τα άγρια θηρία ή τη βαθιά πορφύρα. Φαίνεται πως κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δυο οι άνθρωποι αντίκρισαν το αχαλίνωτο του πάθους. ¨Ετσι λέγεται ακόμη το κτηνώδες, το βάναυση και το αποτρόπαιο, μες στα σχήματα της ανθρώπινης μεταφοράς. Έτσι αβάσταχτο μοιάζει το δέρμα, κατάστικτο από χρόνο και μνήμη και επιθυμία εκπληρωμένη. Σημάδια τα χρόνια γράφουν επάνω του την οδύνη, “βαριά η ομορφιά του αίματος”, γράφει η ποιήτρια και έτσι μαθαίνεις να ονομάζεις αλλιώς τα πιο γνώριμα από τα φαινόμενα του κόσμου. Επειδή συνιστά χρέος και ευθύνη του ποιητή, να τραγουδήσει το όνειρο και τον εφιάλτη που αλλιώς εκβάλει μες στη ζωή των πραγμάτων. Πέρα μακριά το παρελθόν με όλη του την άφταστη τραγικότητα που κάνει στίχο η Λαρισαία δημιουργός. Είναι να λογαριάζει κανείς τούτη τη δοκιμή ως πράξη του υψηλού, σαν τάχα να γυρεύει κάποιος να συλλάβει το πρόσωπο τ’αγγέλου. Συνηθισμένη στο μοντάζ που χτίζει λίγο λίγο το παραμύθι της εικόνας, η θεατρολόγος και κινηματογραφίστρια ποιήτρια μας σκηνογραφεί επάνω στη χρυσή τομή του καιρού και σε τούτο το μεγάλο σκοπό ολόψυχα δίνεται, παίρνοντας δρόμους εκφορές του προσωπικού.</p>
<p>“Η πεταλούδα”, “Όνειρο Ι”, “Η δήμιος”, “Η βροχή” και μερικά ακόμη πολύστροφα ποιήματα σαν έπη του προσωπικού και του αγεωμέτρητου συνθέτουν το “Δαφοινόν Δέρμα” από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Μια συλλογή από λέξεις δακρυδόχους να φυλάξουν όλη τη θλίψη σου. Για εκείνους που πέρασαν, για εκείνους που τώρα μιλούν από τα βάθη της καρδιάς σου, για την αιωνιότητα που διαβαίνει “αλαφιασμένη” μέσα από τα χέρια μας. Όλα γλιστρούν μαζί με το χρόνο, μα έχει δίχτυα για να απλώνει το ποιητικό φαινόμενο, τέτοια που να μπορούν να συλλάβουν το άρρητο.</p>
<p>Ώρες ώρες ανάμεσα στη δημιουργό και τις λέξεις τρυπώνει η απεραντοσύνη. Ίσως επειδή είναι τόσα πολλά όσα λέγονται σε αυτήν την παρθενική εμφάνιση της Μαίρης Κλαμπούρα στο αγώνισμα της ποίησης. Μια “φωνή” σαν της Ραχήλ, τον κόσμο πικρά τραγουδά. Δεν γυρεύει συμπόνια καμιά, μονάχα μες στην αμεριμνησία του γίγνεσθαι κυμαίνεται σαν στοχασμός μετέωρος. Ώσπου να βρει τη θέση της μες στην πρόζα που κυλάει σαν πηγή εντός του σώματός της, μες στους κόλπους της γλώσσας της. Με αυτήν και με τη συγκίνηση στο στόχαστρό της, τραβάει σαν βαρκούλα ξέφρενη η ποιήτρια από το δικό της το μερικό, σε ένα συνολικό γενναίο που ψάχνει να πει την αλήθεια. Ειλικρινά και συγκαλυμμένα να μιλήσει για τούτα τα χρόνια που ανατρέφουν την ποίηση του μέλλοντος.</p>
<p>“Παιδιά ολόγυμνα να τρέχουν και άστρα πάμφτωχα”, γράφει στο “Όνειρο Ι” η δημιουργός, “να προσκολλούνται στα βρώμικα πόδια τους, ηλίθιες ηθικολογίες να υψώνονται σαν σημαίες, ανθρώπους να κλείνουν σε φέρετρα άλλους ανθρώπους ηδονές να θριαμβεύουν”, τονίζει με νόημα και μέτρο η ποιήτρια που ήδη μετράει τέσσερεις ταινίες μικρού μήκους. Έτσι και τα ποιήματά της, φιλμ δίχως τέλος, βαπτισμένα μες στο αίνιγμα μιλούν για όλα όσα θα ‘λεγε το πεφταστέρι, έτσι όπως συντρίβεται μες στη στέρνα της ευχής, αν είχε λίγη ελπίδα ακόμη ζωντανή. Μια αγρύπνια ιδεών και αισθημάτων πυκνώνει την ουσία της ολοκαίνουριας αυτής συλλογής που βεβαιώνει τη μέριμνα του Μετρονόμου, ανάμεσα σε άλλους εκδοτικούς οίκους για την ποίηση που διαμορφώνεται μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα στα μοντέρνα εργαστήρια. Είναι άλλωστε πράγμα σπουδαίο να παίρνεις τη φαντασία τ’ ανθρώπου και μέσα από εκεί να πλάθεις σύμπαντα πρωτόφαντα και μαγεμένα. Στίχοι με τσακισμένη καρδιά, λέπια ψαριών που αστράφτουν από μακριά και έπειτα πάλι βρίσκουν το δρόμο για μια ποίηση που νιώθεται, που συνιστά μια ανταπόκριση της μηχανικής, της λεγομένης και των φυσικών πραγμάτων.</p>
<p>Μια μουσική πλανάται σαν χαμηλό βαρομετρικό της μελαγχολίας πάνω από το “Δαφοινόν Δέρμα”, μια μουσική που μιλά για τα πάντα. Τα πιο προσωπικά βιώματα, ολάνθιστα με ένα ασαφές, δεύτερο ενικό πρόσωπο, καθώς λέξεις και άνθρωποι βρίσκουν το δρόμο για την φυσικότερη έκφρασή τους. Λέξεις κοινές και ζωντανές, παύσεις, τραυλίσματα και δισταγμοί αποτελούν το υλικό της συλλογής. Ποιήματα γραμμένα για την ύστερη τους λέξη, όπως “νεκροί”, “καθρέφτες”, “ζωή”, αυτήν που απομένει σαν καθαρή εντύπωση όταν οι φωνές σωπάσουν. Και όταν το λευκό του χαρτιού σμίξει με τα ανθάκια του Τσαλς Μπωντλέρ ευθύς ολάκερη η ποίηση των αιώνων θα ξαναγραφτεί και καθένας μας θα μπορεί να πει ένα ευχαριστώ για το ταξίδι που ξανοίγεται μοναδικό για τον καθένα μας</p>
<p>Ζωγραφική και ποίηση, κρατούν το ίσο στη μαγεία της τέχνης, την ώρα που με μια “πικρή παραδοχή”, από εκείνες που αιωνίως διστάσαμε κάποιος γράφει, “δεν υπάρχει εδώ πέρα αυτό που ψάχνεις. Δεν υπάρχει εδώ πέρα αγάπη”, γράφει η Μαίρη Κλαμπούρα. Μα καθένας, μες σε τόσο δύσκολους καιρούς ξέρει πού να βρει την ποίηση. Και αν δεν τη βρίσκει είναι που “τέλειωσε ο κόσμος”, με μια τρομερή παραδοχή, παιδί του καινούριου αιώνα, που κάλυψε όλους τους θορύβους και έκαμψε τις ερωτήσεις σου τις ρητορικές που μιλούν για τα πάντα.</p>
<p>Είναι και το δικό μου “Δέρμα” Δαφοινόν. Όπως και τα ποιήματα της συλλογής των εκδόσεων Μετρονόμος Μου φαίνεται πως κάθε τι μες σε ετούτα τα χρόνια κάτι αποσπασματικά θέλει να κατοικήσει, αυθαίρετα και λυρικά. Δεν το κατορθώνουν οι άνθρωποι και για αυτό και από μέσα τους διαβάζουν ποιήματα, όσο οι γραμμές τους, στα περιθώρια των στίχων, κρατούν το μέτρο το σιωπηρό και το εναλλασσόμενο που δραπετεύει από τις γραμμές και τις συνήθειες. Και αυτό ώσπου στα χέρια του καινούριου ποιητή όλα ετούτα να μεταβληθούν σε θήρα φαντασίας, σε μια χώρα τ’ ανήκουστου που δεν αποτελεί παρά τον πυρετό της ύπαρξής σου.</p>
<p>Κάθε ποιητικό σύμπαν μοιάζει με έναν κόσμο εκτός κυκλοφορίας και επικαιρότητας ‘Έτσι συμβαίνει με το “Δαφοινόν Δέρμα”. Μα ακριβώς μες σε μια επισήμανση όλο θάρρος και παραδοχή, κρύβει ο στίχος την βαθύτερη ουσία του. Κάθε στιγμή της κοινής μας ζωής βρίσκεται σε εκείνη την κόψη, στα πόδια μας έρχεται και φεύγει, σαν το ναι που δεν προλάβαμε να πούμε. Θέλει σθένος και αίσθηση μυστηρίου για να παλέψει κανείς με το αθόρυβο της πραγματικότητας, να σταθεί αντίκρυ στα κύματα του αφανισμού που όλα τα κάνουν να τρέμουν και να δειλιάζουν. Ναι, να πει πόσο κουράγιο θέλει, αφού έπειτα δεν υπάρχει γυρισμός. Να συλλάβει, λέει τη μουσική του καιρού του σαν έκτυπο ανάγλυφο είναι μεγάλο πράγμα.</p>
<p>Τώρα με το ρούχο του ποιήματος ντύνεται ο κόσμος και μες στη σιγαλιά όσα ρωτάει το αίμα του ακούει και αποκοιμιέται. Και το δέρμα του, “Δαφοινόν” και ο μετρονόμος να κρατεί το ρυθμό που αλλάζει με το συναίσθημα. Το ρυθμό που παραμένει σταθερός σε όλη τη διάρκεια του δρόμου που χαράζουν οι στίχοι της Μαίρης Κλαμπούρα. Για να γεννηθεί ένα όραμα τόσο αντικειμενικά οργανωμένο, με φαντασία και με ανθρωπιά ποτισμένο στις πιο κρίσιμες στιγμές του. Μια συλλογή που τραβά προς την αφαίρεση, ακροθίγοντας μια αφαίρεση που κερδίζει κανείς με ευγνωμοσύνη, με τιμή και με αναπαράσταση της μορφής, αυτού του τόσο εσωτερικού πράγματος. Μοιρασμένος ανάμεσα στη βία και την τρυφερότητα ο κόσμος. Και ο ποιητής στο μέσον, να μελετά τις αναλογίες του θαύματος, γυρεύοντας να κάνει και πάλι εύκολη του ανθρώπου την καρδιά. Ειρηνική.</p>
<h5><strong>Ν.Γ. ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ</strong></h5>
<p>OANAGNOSTIS.GR 19/06/2026</p>
<p>«Στίχοι γραμμένοι με το χρώμα του αίματος»</p>
<p>Με την ποιητική συλλογή «Δαφοινόν δέρμα», η σκηνοθέτις Μαίρη Κλαμπούρα πραγματοποιεί την παρθενική της εμφάνιση στα νεοελληνικά γράμματα. Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί το έργο με τίτλο “Still Life” (Νεκρή φύση) του πολωνού καλλιτέχνη Kacper Piskorowski. Στο κέντρο του πίνακα δεσπόζει ένα γυάλινο μπολ με ένα σκούρο κόκκινο υγρό στον πυθμένα, από όπου αναδύονται κομμένα χέρια. Το έργο, που φιλοτεχνήθηκε το 2018, μοιάζει να αποτελεί μια ταιριαστή εισαγωγή στην ποίηση της Κλαμπούρα, όπου κυριαρχεί το «δαφοινόν»[1] χρώμα αλλά και το μαύρο του ερέβους.</p>
<p>Το βιβλίο εκκινεί με ένα απόφθεγμα του αείμνηστου συγγραφέα, φιλολόγου και κριτικού της λογοτεχνίας Ρένου Αποστολίδη. Η πρώτη φράση του αποφθέγματος («Δεν είμαστ’ από δω εμείς!») απηχεί την εντύπωση που θα αποκομίσει το αναγνωστικό κοινό διαβάζοντας τη συλλογή: πρόκειται για ένα έργο απόκοσμο, έξω από τα όρια της γραφής που έχουμε, ίσως, συνηθίσει. Το απόφθεγμα ολοκληρώνεται με τις φράσεις: «Αλλού κοιτάμε! Κι εκεί θα πάμε κάποτε, ό,τι κι αν γίνει εδώ!». Οι φράσεις αυτές μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν την ποιητική στόχευση της Κλαμπούρα. Έχει το βλέμμα της στραμμένο αλλού, σε σκοτεινές ατραπούς, τις οποίες οι περισσότεροι ομότεχνοί της δεν σκοπεύουν να διαβούν. Είναι, όμως, αποφασισμένη να ακολουθήσει την καλλιτεχνική της πορεία ό,τι κι αν συμβεί.</p>
<p>Το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Οι μάσκες» (σελ. 9) δίνει τον τόνο. Οι μάσκες, σύμβολο εν προκειμένω της υποκρισίας, φαίνεται να «υπάρχουν παντού/[…] στους δρόμους, στις πλατείες,/στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες». Ο θάνατος «περπατάει επάνω τους/σαν πρόστυχη αράχνη». Με «λίγα λουλούδια παραπάνω/θα ανταγωνιστούν/για το ποιος είναι/ο πιο όμορφος τάφος». Άνθρωποι ρηχοί, κενοί, χωρίς συναισθήματα μάς περιτριγυρίζουν. Τους βρίσκουμε ακόμα και στον οίκο του Θεού («στις εκκλησίες»). Φορώντας τις μάσκες θαρρούν πως μπορούν να ξεγελάσουν τους συνανθρώπους τους. Οι μάσκες είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της συλλογής, τα οποία εμφανίζονται καθώς συνεχίζουμε την ανάγνωση.</p>
<p>Ένα ακόμη σταθερό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι ο θάνατος. Τον συναντάμε και στο τρίτο ποίημα με τίτλο «Ο φόβος» (σελ. 12). Εδώ ο θάνατος αφορά τους γονείς του ποιητικού υποκειμένου και έχει μια αμφίσημη χροιά. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο φόβος της απώλειας των γονέων («Φοβάμαι τον θάνατο/του μπαμπά και της μαμάς») αλλά, από την άλλη, υπάρχει ταυτόχρονα το αίσθημα της λύτρωσης που φέρνει ο χαμός τους αλλά και ο φόβος της επανεμφάνισής τους («Τρέμω/μην μου φυτρώσουνε ξανά»). Αυτή η αμφισημία τείνει να υποχωρήσει στο ποίημα με τίτλο «Η δήμιος» (σελ. 25), όπου ο θάνατος των γονέων επέρχεται αυτή τη φορά με πρωτοβουλία του ποιητικού υποκειμένου («Ανέβασε τους γονείς της στο ικρίωμα/[…] Μια φλέβα αγαλλίασης ξεχύθηκε άθελά της,/ματώνοντας περίτρανα τη γλώσσα»). Ο θάνατος των γονέων λειτουργεί απελευθερωτικά («“Αντίο”,/ψέλλισε χωρίς να το εννοεί.»), καθώς «οι ενοχές της/[…] εξαφανίστηκαν από τα δάχτυλα». Κόντρα στην αστική ηθική, η Κλαμπούρα αμφισβητεί τον θεσμό της Αγίας Οικογένειας και υποδεικνύει ότι για κάποιους/ες η οικογενειακή ζωή μπορεί να είναι ένας εφιάλτης.</p>
<p>Ο θάνατος διαδραματίζει κεντρικό ρόλο και στο ποίημα με τίτλο «Η τελευταία ηδονή» (σελ. 28), με το οποίο ολοκληρώνεται το άτυπο πρώτο μέρος του βιβλίου. Το ποιητικό υποκείμενο προσδοκά τον θάνατο των πάντων («προσευχόμουν μέσα στις σκιές,/να τελειώσει ο κόσμος,/να αυτοκτονήσουν όλοι»), συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του («Έδινα δυνατές γροθιές/στο στήθος μου/με την ελπίδα πως/θα σταματήσουν οι παλμοί,/πως η καρδιά θα σταματήσει»). Στην τελευταία πράξη του δράματος, το ποιητικό υποκείμενο οργανώνει τη σταύρωσή του («Πλήρωσα ανθρώπους για να με σταυρώσουν»). Πάνω στον σταυρό «η ψυχή χαμογελά» (σελ. 29) και το σώμα καρτερικά αναμένει «το τελευταίο χέρι,/που με το τελευταίο καρφί,/θα του προσφέρει/[…] την τελευταία ηδονή» (σελ. 30). Αυτή τη φορά η λύτρωση, η τελευταία ηδονή, είναι αποτέλεσμα όχι του χαμού κάποιου άλλου/κάποιων άλλων αλλά του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου.</p>
<p>Το άτυπο δεύτερο μέρος της συλλογής ανοίγει με ένα απόφθεγμα του καταραμένου ποιητή Charles Baudelaire: «Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία». Στο ποιητικό σύμπαν της Κλαμπούρα, όπως αντίστοιχα και στο κινηματογραφικό της σύμπαν, η ομορφιά συνυπάρχει με τη μελαγχολία.</p>
<p>Στο ποίημα με τίτλο «Το ψάρι» (σελ. 39) η ομορφιά του έρωτα που συμβολίζεται από ένα δέντρο συνυπάρχει με τη μελαγχολία που προκαλείται από το γεγονός ότι το αντικείμενο του πόθου του ποιητικού υποκειμένου χρησιμοποιεί το εν λόγω δέντρο ως αγχόνη. Έτσι, το δέντρο γίνεται τόπος μαρτυρίου και το ποίημα κλείνει με την πρόθεση μιας τελετουργικής ταφής ενός νεκρού ψαριού στα βάθη της θάλασσας.</p>
<p>Ο έρωτας επανέρχεται στο ποίημα με τίτλο «Ένα ακόμη ποίημα» (σελ. 45), όπου δεσπόζει μια σειρά από εικόνες, εν είδει ποιητικών σεκάνς, με τις οποίες η ποιήτρια περιγράφει τον ερχομό του αγαπημένου προσώπου. Το μικρό παιδί με τα πινέλα και τα χρώματα στα χέρια, ο εραστής που ξετυλίγει την ερωμένη του σαν τσαλακωμένο χαρτί, ο ερχομός του αγαπημένου που παρομοιάζεται με τον αιφνιδιασμό από το απόκοσμο σκοτάδι μιας νάρκωσης ή με το ξέσπασμα μιας φωτιάς στο δάσος, την οποία το έτερο πρόσωπο κοιτά αποσβολωμένο, όλες αυτές οι εικόνες σκηνογραφούν το ερωτικό συναίσθημα σε μια σπάνια στιγμή διαύγασης της σκέψης. Είναι ένα από τα ελάχιστα σημεία της συλλογής όπου αχνοφέγγει η ελπίδα μιας κάποιας ευτυχίας.</p>
<p>Η ελπίδα αυτή σπινθηρίζει και στο ποίημα με τίτλο «Το φέρετρο» (σελ. 55), όπου κυριαρχεί ένας γοτθικός, θα λέγαμε, ρομαντισμός. Ο οίκος του θανάτου, το φέρετρο, ένα ακόμη επαναλαμβανόμενο μοτίβο που συναντάμε σε διάφορα ποιήματα της συλλογής, γίνεται εδώ τόπος θαλπωρής. «Κρύψου μέσα στο φέρετρό μου./Σου υπόσχομαι πως θα/είναι ζεστό/και γεμάτο όνειρα» παροτρύνει το ποιητικό υποκείμενο το έτερον ήμισυ. Το πρόσωπο αυτό, σε αντίθεση με την πλειοψηφία, «κρατά/τη μάσκα του στο χέρι/αντί να τη φορά/στο πρόσωπο». Η μάσκα, λοιπόν, επιστρέφει όχι ως σύμβολο υποκρισίας αυτή τη φορά αλλά ως ένα δομικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τον συγκεκριμένο άνθρωπο από τους κούφιους ανθρώπους. Το φέρετρο γίνεται το καταφύγιο των δύο εραστών που βρίσκουν τη θαλπωρή στο σκοτάδι, γιατί, όπως αναφέρει το ποιητικό υποκείμενο, «το σκοτάδι/δεν με εγκατέλειψε ποτέ» (σελ. 57). Το μόνο που μπορεί να διαρρήξει αυτή την ασυνήθιστη ερωτική κρυψώνα είναι η ένωση των δύο εραστών («κρύψου στο φέρετρό μου,/γιατί αν κάνουμε έρωτα/μπορεί και να το σπάσεις», σελ. 58).</p>
<p>Με την ποιητική συλλογή «Δαφοινόν δέρμα» η Μαίρη Κλαμπούρα πραγματοποιεί ένα αξιόλογο ντεμπούτο στα λογοτεχνικά πράγματα, κομίζοντας στην ποίηση την ατμοσφαιρικότητα, τη δύναμη της εικονοποιίας και την ανατρεπτικότητα που χαρακτηρίζουν την κινηματογραφική της αφήγηση. Με δουλεμένη γλώσσα σκηνοθετεί μια σειρά από μικρές ιστορίες σ’ ένα ποιητικό σύμπαν που αμφισβητεί τα όρια της κρατούσας λογικής. Αναμένουμε το επόμενο βήμα τόσο στο σελιλόιντ όσο και στο χαρτί.</p>
<p>[1] Δαφοινός, -όν: 1. Λέγεται για άγρια θηρία, κοκκινωπός, καστανόξανθος, κατακόκκινος, ολοπόρφυρος, 2. Μεταφ., κτηνώδης, βάναυσος, σκληρός, απάνθρωπος, αιμοβόρος, αιμοδιψής.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%ce%bc%ce%b1%ce%b9%cf%81%ce%b7-%ce%ba%ce%bb%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΣΣΕΣΙΑΝ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sat, 04 Jul 2026 16:21:43 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΣΣΕΣΙΑΝ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22967</guid>

					<description><![CDATA[  Η Χριστίνα Κασσεσιάν γεννήθηκε στη Λευκωσία, το 1976. Σπούδασε νομικά στο ΕΚΠΑ και Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο ΕΑΠ. Έχει πτυχίο ηλεκτρικής κιθάρας και jazz αρμονίας από το Ελληνικό Ωδείο. Γράφει ποίηση στα Αγγλικά και τα Ελληνικά.Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως μεταφράστρια, επιμελήτρια γλώσσας και αρθρογράφος. Άρθρα, κριτικές, ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/"> <span class="screen-reader-text">ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΣΣΕΣΙΑΝ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p> </p>
<p>Η Χριστίνα Κασσεσιάν γεννήθηκε στη Λευκωσία, το 1976. Σπούδασε νομικά στο ΕΚΠΑ και Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο ΕΑΠ. Έχει πτυχίο ηλεκτρικής κιθάρας και jazz αρμονίας από το Ελληνικό Ωδείο. Γράφει ποίηση στα Αγγλικά και τα Ελληνικά.Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως μεταφράστρια, επιμελήτρια γλώσσας και αρθρογράφος. Άρθρα, κριτικές, ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες, έντυπα και ιστοσελίδες πολιτιστικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2008 συνεργάζεται ως κιθαρίστρια με τους bokomolech. Οι Δομές Μεγάλης Κλίμακας (Εκδόσεις Στοχαστής 2026)  είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-001-9/" rel="attachment wp-att-22972"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22972" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-001-208x300.jpg" alt="" width="342" height="493" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-001-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ-001.jpg 444w" sizes="(max-width: 342px) 100vw, 342px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-75/" rel="attachment wp-att-22970"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-22970" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/07/ΒΙΒΛΙΟ.tif" alt="" width="1" height="1" /></a></p>
<p> </p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ (2026)</strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Πειραματική σύνθεση για πλανήτες</strong><br /><strong>και κοσμικές χορδές</strong></p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Β. ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ</strong><br /><strong>Παύσεις, συγκοπή, αναχρονισμός</strong></h6>
<h5><strong>ΜΩΣΑΪΚΟ</strong></h5>
<p>Αντίκρυ στο παράθυρό μου έχει <br />ένα δέντρο. Δεν γνωρίζω αν <br />είναι μουριά, σαν εκείνες που <br />σκαρφάλωνα μικρή τρώγοντας στα <br />κλεφτά τους χυμώδεις καρπούς τους. Δεν <br />έχει σημασία</p>
<p>Κάθε τόσο το καλημερίζω. Πίνουμε <br />νωχελικά τον καφέ μας, λέμε τα νέα μας, <br />είναι η πρωινή συντροφιά μου. Παρηγοριά <br />μεγάλη</p>
<p>Τα απογεύματα σαν χαμηλώνω τις περσίδες <br />μοιάζει το πάτωμα θρύψαλα φωτεινά <br />Τα κλαριά του γίνονται μαυροντυμένες <br />κόρες. Απλώνουν τους ευλύγιστους βραχίονες</p>
<p>προς το μέρος μου και <br />η σκιά τους τραγουδά σπαρακτικά <br />μοιρολόγια για την κοίμηση <br />του ήλιου</p>
<h5><strong>ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ</strong></h5>
<p>Κάθε φορά που σου λέω <br />τελειώσαμε,<br />κυλιέσαι στα πόδια μου σαν <br />απατημένη ερωμένη</p>
<p>Κλαίγοντας με εκλιπαρείς <br />να μείνεις κι εγώ <br />υποκύπτω. Από <br />οίκτο, συναίσθημα ευτελές</p>
<p>Κάθε φορά που μου λες <br />τελειώσαμε,<br />φοβάμαι πως άγρια ξυπνούν <br />τα σωθικά μου, θα</p>
<p>χάσω τον έλεγχο. Σ’ εκλιπαρώ <br />να μείνεις κι εσύ <br />υποκύπτεις. Από <br />πλήξη, συναίσθημα ατελές</p>
<p> </p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Γ. ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ</strong><br /><strong>Πολύφωνες συγχορδίες, μετατροπίες, αρμονία</strong></h6>
<h5><strong>ΛΩΤΟΦΑΓΟΙ</strong></h5>
<p>Παρερμηνεύοντας τις ενδείξεις της βελόνας<br />χωρίς να διαβάσουμε τον ήλιο ή τη σελήνη <br />φτάσαμε ανερμάτιστοι στη δική μας Αφρική</p>
<p>Οι αυτόχθονες μάς υποδέχθηκαν με θέρμη <br />Έσκυψαν στοργικά, μας φρόντισαν <br />Χορτάσαμε καρπούς ευλογημένους, μας δρόσισαν <br />Και οι σαμάνοι τελετουργικά <br />γιάτρεψαν έλκη αφόρητα</p>
<p>Όπως προστάζει το έθιμο <br />έγιναν οι γυναίκες τους δικές μας <br />Και η προσδοκία μιας ατέρμονης ραστώνης <br />σίγασε μέσα μας τον νόστο</p>
<p>ήμασταν αφελείς</p>
<p>Σε δυο τέρμινα<br />μας βύθισαν στην αδηφάγο λήθη<br />Πούλησαν το σαρκίο μας<br />στη μισή τιμή &#8211; μαζί κι η αλυσίδα</p>
<p>Μας χλεύασαν αναφανδόν <br />μας διέσυραν <br />μας πρόσαψαν ειρωνικά <br />πως ήμασταν ανίκανοι<br />                            να αγαπήσουμε <br />                            να αγαπηθούμε</p>
<p>Δεχθήκαμε απαθείς τα τείχη τους <br />Σώπασε η μνήμη, μαζί κι η γλώσσα<br />Δίχως αντίσταση, παραδοθήκαμε <br />σε οικειοθελή λωτοφαγία</p>
<p>Αργήσαμε</p>
<p>Οι ακτές<br />δεν ήταν καν της Αφρικής<br />και η εξορία<br />δική μας ήταν γέννα</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΛΟΥΙΖΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Στη γιαγιά</p>
<p>Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι<br />έντεκα χρόνια<br />πέντε μήνες<br />εννιά ημέρες και<br />δεκαεννιά λεπτά</p>
<p>ή, αλλιώς,</p>
<p>τέσσερις χιλιάδες εκατόν ογδόντα ημέρες ακριβώς</p>
<p>εκατόν τριάντα επτά μήνες <br />συν ένα τρίτο του Οκτώβρη</p>
<p>πεντακόσιες ενενήντα επτά εβδομάδες<br />και μία ημέρα,<br />που μοιάζει αιωνιότητα<br />                               από τότε που έφυγες</p>
<p>Στον επόμενο τόνο<br />θα σύρω νοητά το χέρι στη μεριά σου <br />καρτερώντας την Ιερά Εξέταση<br />Θα ομολογήσω τις ειδεχθείς πράξεις των τελευταίων ετών</p>
<p>Παραδείγματος χάριν:<br />          Βρήκα δικό μου τρόπο να διπλώνω τα ρούχα <br />          0 νεροχύτης μου είναι ναυάγιο κεραμικών <br />          Στα σεντόνια μου χορεύουν νεράιδες, όχι παλικάρια <br />          Παραμένω αδέξια, καθόλου κυρία <br />          και, κατά περιστάσεις, ανορθόγραφη</p>
<p>Στον επόμενο τόνο θα υποσχεθώ<br />          να ανθίσουν οι βουκαμβίλιες <br />          να βγάλουν τα κυκλάμινα τον χειμώνα <br />          τα καλοκαίρια να μυρίζουν γιασεμί <br />          τα πιάτα μου δυόσμο και κανέλλα <br />          και τα συρτάρια λεβάντα από το Menton</p>
<p>Σε προηγούμενο τόνο<br />μια γυναίκα είκοσι χρόνια μεγαλύτερη<br />με ασπάστηκε σταυρωτά με μητρική προσήνεια<br />Στις μαλακές παρειές της<br />-όχι νεανικές, όπως του Σοφοκλή,<br />μα της πολύχρονης σοφίας-<br />νοσταλγώ το κατάλευκο δέρμα σου</p>
<p>Σε τόνο επίμονα προστακτικό<br />όταν οι νύχτες δεν ξημερώνουν από φόβο<br />η αύρα σου διαπερνά τον αριστερό ώμο μου<br />νιώθω λιγότερο μόνη<br />και συνεχίζω να γράφω το όνομά σου<br />με διαλυτικά στο γιώτα<br />έως ότου<br />ανταμώσουμε<br />ξανά</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΥΤΟΜΟΛΗΜΕΝΟ ΣΚΥΛΟΨΑΡΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στις αδερφές μου που επέζησαν</p>
<p>Θα σου πω ένα μυστικό:<br />Τότε που<br />έχωνες το κεφάλι μου βαθιά μες στο νερό <br />στη ράχη μου φύτρωναν αγκάθια <br />λευκά στίγματα<br />το στόμα μου έφτυνε φύκια και άμμο <br />κι από τα βράγχια αντλούσα το οξυγόνο μου</p>
<p>Έκανα πως πνιγόμουν για<br />να σε ξεγελάσω<br />Να κλέψω χρόνο<br />από τον χρόνο σου<br />Σ’ άρεσαν, θυμάμαι, από παλιά<br />τα παιχνίδια εξουσίας<br />Γέλαγες ειρωνικά κάθε φορά<br />λες και με κέρδιζες σε μια παρτίδα σκάκι</p>
<p>Όμως εγώ<br />γυρνούσα το ρολόι σου μπροστά<br />Έκλεβα χρόνο<br />από τον χρόνο σου<br />Και χρόνο με τον χρόνο<br />έμαθα να ξεγλιστρώ απ’ τα χέρια σου<br />χτυπώντας τα πτερύγια δυνατά</p>
<p>Μια κάποια μέρα,<br />πριν τελειώσει η εικονική ναυμαχία σου, <br />έμπηξα γερά τ’ αγκάθια στις παλάμες σου <br />Και αυτομόλησα σαν το σκυλόψαρο <br />-χωρίς κοπάδι πια, δίχως δηλητήριο- <br />υψώνοντας λευκή σημαία <br />στον εχθρό σου</p>
<h5><strong>ΩΔΗΣΣΕΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Για τον παππού μου, Χρίστο Κοντεμενιώτη</p>
<p>Μετά τη λήξη του Μεγάλου Εμφυλίου <br />αποκαρδιωμένος και με ψυχή τρεμάμενη <br />-όχι από φόβο, μα από βαθιά κι ανείπωτη θλίψη- <br />εξ ανάγκης τάχθηκες υπέρ των ηττημένων</p>
<p>Όχι πως ήταν λογικό, όχι <br />Μα ένιωθες υπόχρεος <br />ν’ ανταποδώσεις το καλό που <br />πίστευες πως σου είχαν κάνει <br />Να φανείς αντάξιος, ευσεβής</p>
<p>Κι όμως, γελάστηκες, καλέ μου <br />Τα νύχια σου φαγώθηκαν <br />τη στέρφα γη σαν όργωνες με τα <br />γυμνά σου χέρια γι’ άροτρο <br />Κι αντί να επουλώνονται, <br />βαθύτερες γίνονταν οι πληγές</p>
<p>Το στόμα δεν ξεδίψασε <br />Ξεράθηκε απ’ τη στέγνα <br />Ράγισε η γλώσσα σου στα δυο <br />σαν τις χαραγματιές που χώρισαν <br />το χώμα που σ’ ανάγιωσε με κόπο</p>
<p>Τα μάτια σου δεν είδαν φως <br />Μονάχα ομίχλη και κάπου στο βάθος <br />ένα απροσδιόριστο θολό περίγραμμα <br />αυτού που κάποτε και με περίσσιο θράσος <br />υποσχέθηκαν οι πάσης φύσεως κόλακες</p>
<p>Με λόγια θελκτικά σε μάγεψαν, όμοιοι Σειρήνες <br />Δέθηκες στο κατάρτι τους οικειοθελώς, μα <br />Οδυσσέας δεν ήσουν <br />ούτε κι εκείνοι Δαναοί <br />Σάπισε το καράβι από την άρμη<br />Έσπασε απ’ τον άνεμο κι από το μένος των νικητών</p>
<p>Στο μέσο των ματιών σου ευδιάκριτος<br />ο σπίλος της ταπείνωσης<br />Ωστόσο, γύρισες την πλάτη<br />-όρθια και περήφανη-<br />στον πειρασμό της λήθης<br />Δεν έδρεψες ποτέ καρπούς μήτε και δάφνες<br />Φρικτό το τίμημα, το πλήρωσες με μοναξιά</p>
<p>Και πριν αλέκτορα φωνήσαι<br />εκείνοι, οι ομοαίματοι, οι ομοούσιοι αδελφοί σου<br />μια νύχτα σαν κι αυτή<br />δίχως αιδώ σ’ αρνήθηκαν<br />Ξέσκισαν τα στήθη σου με βρόμικο μαχαίρι<br />για να θυμάσαι μέχρι την τελευταία ανάσα σου<br />πως ο Κάιν ήταν οπλαρχηγός των ηττημένων </p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΛΦΑ ΩΜΕΓΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Στη μαμά</p>
<p>Το άλφα και το ωμέγα<br />δεν είναι απλώς δυο γράμματα<br />δεν είναι άκρα<br />Αρχή της ύπαρξης κι ωκεανός μαζί,<br />στηρίζουν τα ενδιάμεσα<br />στους άοκνους τους ώμους</p>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>Δ. ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ</strong><br /><strong>Κοσμική αντίστιξη και αυτοσχεδιασμοί</strong></h6>
<h5><strong>ΜΠΛΟΣΟΜ</strong></h5>
<p>Θέλω να βλέπω<br />τα πέπλα σου να ανασαίνουν<br />πέταλα τρυφερά σε κήπους ακατέργαστους</p>
<p>Σαν μελωδία υπόκωφη<br />να χαϊδεύεις τον κοχλία των αυτιών μου <br />και σαν δοξάρι ζωηρό</p>
<p>Να διαπερνάς τους πόρους μου <br />με ορμή</p>
<p>Ασταμάτητη να είσαι</p>
<p>Σαν μπόρα ξαφνική <br />να ξεδιψάς το δέρμα μου</p>
<p>Ανυπότακτη να είσαι</p>
<p>Ν’ ανοίγεις τα μάτια σου τα πρωινά <br />και να χαμογελάς σαν το παιδί</p>
<p>Ν’ ανθίζεις θέλω</p>
<p>Να σου φιλώ το μέτωπο και <br />ν’ αναβλύζουν λιβάδια καταπράσινα</p>
<p>Άνοιξη</p>
<p> </p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΒΙΚΥ ΚΑΤΣΑΡΟΥ</strong></h5>
<p>www.monocleread.gr 14/05/2026</p>
<p style="text-align: center;"><strong>ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ</strong></p>
<p>Η πρώτη εμφάνιση της Χριστίνας Κασσεσιάν με τη συλλογή Δομές Μεγάλης Κλίμακας (Εκδόσεις Στοχαστής) συνιστά μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και ιδιοσυγκρασιακές παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ο τίτλος της συλλογής προϊδεάζει για μια κοσμογονική έκρηξη, όμως το βιβλίο λειτουργεί τελικά ως μια λεπτοδουλεμένη και αυστηρά ενορχηστρωμένη μελέτη πάνω στη δημιουργία, τη φθορά, τη μνήμη και την ανθρώπινη εμπειρία. Η ποιήτρια δεν αρκείται στο να χρησιμοποιεί την επιστήμη ως διακοσμητικό εύρημα ή επιφανειακή μεταφορά. Αντιθέτως, τη μετατρέπει στη βασική γλώσσα μέσω της οποίας επιχειρεί να ερμηνεύσει τον κόσμο, το σώμα και τη θέση του ανθρώπου μέσα στο αχανές σύμπαν. Η βαρύτητα γίνεται μοίρα, η αναπνοή χημική διαδικασία επιβίωσης, τα απολιθώματα μνήμη προγόνων. Έτσι η επιστήμη αποκτά συγκίνηση και η ποίηση αποκτά υλικότητα, λειτουργώντας ως μια νέα μεταφυσική και αποκτώντας συναισθηματικό βάρος, καθώς μετατρέπει το ανθρώπινο βίωμα σε μέρος μιας ευρύτερης κοσμικής διαδικασίας. Η Κασσεσιάν αξιοποιεί την επιστημονική ορολογία με τρόπο βαθιά ποιητικό, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και οι πιο ψυχρές έννοιες μπορούν να μετατραπούν σε φορείς τρυφερότητας, απώλειας και υπαρξιακού δέους.</p>
<p>Το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο επινοεί ποιητικά σύμβολα για να γεφυρώσει τη λογική με την ευαισθησία. Στην ποιητική της Κασσεσιάν, ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται ως ένα απομονωμένο ον που προσπαθεί να αντέξει το χάος και τη μοναξιά του κόσμου, αλλά ως οργανικό κομμάτι της κοσμικής ύλης, δεμένο άρρηκτα με τη φθορά και τη γέννηση των πάντων. Η «Σκοτεινή Ύλη» μετατρέπεται σε σύμβολο των σιωπών, των ελλείψεων και όσων δεν κατονομάζονται ποτέ πλήρως μέσα στη ζωή μας, ενώ το «Οξυγόνο» και το «Διοξείδιο» αποκτούν σχεδόν μεταφυσική διάσταση, περιγράφοντας τον ρυθμό της επιβίωσης, της αναπνοής και της ανθρώπινης εξάντλησης.</p>
<p>Η μνήμη, στη συλλογή αυτή, βιολογικοποιείται ως κάτι εγγεγραμμένο μέσα στο ίδιο το σώμα, στην ύλη, στην εξέλιξη και στη βιολογική ιστορία του ανθρώπου. Γίνεται σχεδόν οργανισμός. Κουβαλιέται μέσα στα κύτταρα, στα οστά, στο DNA, στα απολιθώματα, στην εξελικτική διαδρομή του ανθρώπινου είδους. Αναφορές σε «τριλοβίτες», «αμφίπλευρη συμμετρία» και «ασπόνδυλα απολιθώματα», πέρα από επιστημονικά θραύσματα, λειτουργούν και ως απόπειρα ανίχνευσης της ίδιας της καταγωγής του ανθρώπινου πόνου μέσα στη μακρά ιστορία της εξέλιξης. Η ποιήτρια μοιάζει να αναζητά τις ρίζες της απώλειας τόσο στην προσωπική εμπειρία όσο και βαθιά μέσα στον γεωλογικό και βιολογικό χρόνο, εκεί όπου το σώμα και η μνήμη γίνονται ένα με την ύλη.</p>
<p>Η συλλογή είναι επίσης βαθιά διαποτισμένη από τη μουσική παιδεία της δημιουργού, στοιχείο που γίνεται εμφανές θεματικά αλλά και δομικά. Οι ενότητες «Τονικό Κέντρο», «Ρυθμός» και τα «Ιντερλούδια» οργανώνουν το βιβλίο σαν ένα ιδιότυπο συμφωνικό έργο, όπου τα ποιήματα λειτουργούν ως μουσικές κινήσεις με εναλλαγές έντασης, παύσεων και επαναλήψεων. Ακόμη και η ίδια η σελιδοποίηση συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία νοήματος. Ο τρόπος που είναι τοποθετημένοι οι στίχοι πάνω στη σελίδα δεν είναι τυχαίος ή μόνο αισθητικός, αλλά συμβάλλει ουσιαστικά στην εμπειρία του ποιήματος. Βιβλίακαι Λογοτεχνία</p>
<p>Η ποιήτρια χρησιμοποιεί τον χώρο της σελίδας σαν μέρος της ποιητικής γλώσσας. Τα κενά, οι αποστάσεις, οι παύσεις, η θέση ενός στίχου, όλα αυτά επηρεάζουν τον τρόπο που διαβάζεις και αισθάνεσαι το ποίημα.</p>
<p>Η Κασσεσιάν αξιοποιεί το λευκό ως οργανικό μέρος της σύνθεσης: η διάσπαση των λέξεων —όπως στο «Δι ο ξεί δι ο»— μιμείται τον κοφτό ρυθμό της αναπνοής, τον μετρονόμο της ύλης ή ακόμη και την ίδια την αποσύνθεση του σώματος και της γλώσσας. Η οπτική διάταξη των στίχων επιβραδύνει αναγκαστικά την ανάγνωση, επιτρέποντας στον αναγνώστη να βιώσει τα κενά, τις αποστάσεις και τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις. Έτσι, η ανάγνωση μετατρέπεται σε σωματική και σχεδόν ακουστική εμπειρία.</p>
<p>Παρά τον έντονα κοσμικό και θεωρητικό της προσανατολισμό, η ποιήτρια παραμένει γειωμένη στην ιστορική και συλλογική πραγματικότητα. Στο ποίημα «Εργόχειρο», η μεγάλη ιστορία της προσφυγιάς, της απώλειας και της επιβίωσης συμπλέκεται με τη μικρή ιστορία μιας οικογένειας. Οι «γενιές που δίδαξαν την τέχνη της προσφυγιάς» συνδέονται με την έννοια της «αιώνιας αθωότητας» και με την αδιάκοπη ανθρώπινη ανάγκη για ρίζες, πατρίδα και συνέχεια. Αντίστοιχα, το «Μωσαϊκό» λειτουργεί ως μία από τις πιο τρυφερές και επιτυχημένες μεταφορές της συλλογής: το δέντρο απέναντι από το παράθυρο, ο πρωινός καφές, οι σκιές πάνω στο πάτωμα γίνονται μικρές κοσμογονίες της καθημερινότητας. Η Κασσεσιάν μοιάζει να υπενθυμίζει ότι το «Big Bang» δεν ανήκει μόνο στην αρχή του σύμπαντος, αλλά επαναλαμβάνεται αδιάκοπα μέσα στις πιο ασήμαντες, ανθρώπινες στιγμές.</p>
<p>Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι στοχασμοί της πάνω στον χρόνο και τον θάνατο. Η ποιήτρια προσεγγίζει το τέλος με έναν σχεδόν στωικό τρόπο, χωρίς δραματικές εξάρσεις ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως «μετρονόμος», ως η δύναμη που καθορίζει τον ρυθμό της ζωής και προσδίδει νόημα στην κίνηση των σωμάτων και των αναμνήσεων. Αντίστοιχα, η βαρύτητα —μοτίβο που επανέρχεται συχνά— είναι η δύναμη που «πάντα νικά», αλλά ταυτόχρονα η ίδια δύναμη που επιτρέπει στη σκιά να κινείται σε «τέλεια τροχιά» και να «υφαίνει με ύλη αόρατη το άπαν». Μέσα από αυτή τη διττότητα, η φθορά δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως απώλεια αλλά και ως προϋπόθεση συνοχής του κόσμου.</p>
<p>Οι Δομές Μεγάλης Κλίμακας είναι τελικά μια τολμηρή και πολυεπίπεδη συλλογή, που κατορθώνει να ενώσει δύο κόσμους οι οποίοι συχνά παρουσιάζονται ως ασύμβατοι: την ψυχρή λογική της επιστήμης και την πυρακτωμένη ευαισθησία της ποίησης. Η Κασσεσιάν δεν φοβάται τη διανοητική πυκνότητα ούτε υποτιμά τον αναγνώστη της· αντίθετα, τον καλεί να περιπλανηθεί μέσα σε ένα ποιητικό σύμπαν όπου η φυσική, η μνήμη, η απώλεια και η ανθρώπινη τρυφερότητα συνυπάρχουν αξεδιάλυτα.</p>
<p>Πρόκειται για ένα βιβλίο που απαιτεί δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, καθώς σε κάθε επιστροφή αποκαλύπτεται μια νέα «κλωστή» μέσα σε αυτό το αχανές κουβάρι που ονομάζουμε σύμπαν. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της συλλογής: ότι κατορθώνει να μας υπενθυμίσει πως είμαστε φτιαγμένοι ταυτόχρονα από αστρόσκονη, ιστορική μνήμη, οικογενειακά τραύματα και τις μικρές καθημερινές χαρές που επιμένουν να αντιστέκονται στη φθορά. Βιβλίακαι Λογοτεχνία</p>
<p>Μια τεχνικά άρτια πρώτη συλλογή, που καθιστά τη Χριστίνα Κασσεσιάν μία από τις νέες φωνές της νεότερης ελληνικής ποίησης που αξίζει να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα επόμενα χρόνια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>monocleread.gr 07/07/2026</p>
<p>Σ’ ένα δωμάτιο μισό και αδειανό, κατά κράτος ηττηθείς, τώρα πενθείς τον χρόνο που σου δόθηκε ως δάνειο.*</p>
<p>Κάποια έργα κυοφορούνται για πολύ καιρό, όχι ως αφηρημένες ιδέες αλλά ως συγκεκριμένες προοπτικές, των οποίων ο τοκετός αργεί, επειδή ακριβώς εκκολάπτονται σταδιακά, ετοιμάζονται με χειρουργική ακρίβεια, και το κάθε βήμα που οδηγεί από αναβαθμό σε αναβαθμό συνιστά μια αποκάλυψη σε τρόπους και νοήματα. Ένα τέτοιο έργο αποτελεί και η ποιητική σύνθεση της Χριστίνας Κασσεσιάν, Δομές μεγάλης κλίμακας (Στοχαστής, 2026), το οποίο, αν και πρώτο έργο της ποιήτριας σε καμία περίπτωση δεν είναι πρωτόλειο. Αντίθετα, αποδεικνύει επάξια ότι η πνευματική κύηση οδήγησε σε έναν ποιητικό τοκετό πολύ στέρεο, πολύ συμπαγή, με σαφή στόχο και κατεύθυνση. Η Κασσεσιάν καταθέτει ένα έργο απόλυτα συνεπές, πρωτίστως προς τον εαυτό του, τόσο σε ό,τι έχει να κάνει με τις θεματικές του όσο και με την αισθητική του. Οι επιλογές της είναι συγκεκριμένες, χωρίς τυφλά σημεία, καθιστώντας το εγχείρημά της προϊόν συλλογισμένης, επίμονης και κοπιώδους προσπάθειας δίχως, όμως, να χάνει τον αυθορμητισμό της έμπνευσης, την ειλικρίνεια του ενστίκτου και την τρυφερότητα της εύθραυστης ψυχής που δεν φοβάται την έκθεση. Κομβικό ρόλο στο έργο της παίζει η μουσική. Ήδη από τον τίτλο υποψιαζόμαστε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα μακρόπνοο μουσικό έργο άρρηκτα συμπλεγμένο με τον ποιητικό λόγο. Μουσικότητα και ποίηση δεν ξεχωρίζουν στο σύμπαν της Κασσεσιάν, ακόμα και στα πεζόμορφα ποιήματά της. Η μουσική είναι ο όρος sine qua non, για να μυηθεί κανείς στον ποιητικό της κόσμο. Η μουσική δεν λειτουργεί ως μότο ή ως εξωκειμενικό στοιχείο· βρίσκεται μέσα στο ποιητικό σώμα ως χώρος και χρόνος, που του επιτρέπουν να γεννηθεί, να μεγαλώσει, να ωριμάσει. Επομένως, η ποιητική σύνθεση της Κασσεσιάν αφορμάται από τη μουσική σύνθεση, που πλάθει την αντίληψή της για τη ζωή. Νότες και λέξεις είναι η πρώτη της ύλη, προκειμένου να μιλήσει για την πορεία της ζωής του ποιητικού υποκειμένου, για το πέρασμα από μια “ατροφική” γέννηση σε μια ενστικτώδη ορμή και από εκεί σε μια στιβαρή ενηλικίωση με πυξίδα την αιώνια αθωότητα των παιδικών χρόνων. Την πορεία αυτή καθορίζουν γεγονότα, πρόσωπα, συνθήκες που μετατρέπονται, με το πέρασμα του χρόνου, σε γλυκές και νοσταλγικές θύμησες ή σε πικρά τραύματα που αντιστέκονται στη λήθη. Οι ρίζες για το δέντρο είναι η πηγή της ζωής του. Οι ρίζες για το ποιητικό υποκείμενο είναι η πνοή του. Έτσι, εύλογα, η βιωμένη εμπειρία της απώλειας εγγράφεται μέσα του βαθιά και ανεξίτηλα, μαζί με τον καημό και τα αρώματα από τον νόστο για χαμένους τόπους ή χαμένα πρόσωπα. Ακόμα και ο έρωτας μοιάζει με νόστο που περνά από αλλεπάλληλες ταλαντώσεις. Τα έξι παραμυθητικά ιντερλούδια που παρεμβάλλονται στα μέρη της “μουσικοποιητικής” σύνθεσης επιστρέφουν επίμονα στον λύκο ως σύμβολο. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ο λύκος δεν είν’ εδώ; Επικρατεί ελευθερί(ότητ)α ή αμηχανία; Αναρχία ή συμβιβασμός; Είναι η παρουσία του λύκου μια πρόφαση ή μια αναγκαιότητα; Μια αλήθεια ή ένα ψέμα; Και αν ο λύκος δεν υπάρχει, ποιος θα ορίσει τι τέλος θα ʼχει το παραμύθι; Μήπως (η αγωνία μας μάς οδηγεί) να τον εφεύρουμε; Πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από την αξιοποίηση της μουσικής ως πρώτης ύλης, η Κασσεσιάν αποδίδει μεγάλη σημασία στην παρουσίαση του ποιήματος ως οπτικού-εικαστικού αποτελέσματος, όπως λ.χ. στο ποίημα Αρχέγονες γραφές (σ. 41), αξιοποιώντας την παράδοση του καλλιγράμματος, καθώς και στην μαεστρική διακειμενική συνομιλία, όπως λ.χ. με την Virginia Woolf στο ποίημα «Παλίρροια» (σ. 25). Αξιοπρόσεκτη γραφή που προσφέρει μια ολοκληρωμένη και ουσιαστική ποιητική εμπειρία.</p>
<p>*από το ποίημα «Μισό δωμάτιο» (σ. 26)</p>
<p> </p>


<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/07/%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%83%cf%83%ce%b5%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bd/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΥΔΟΚΙΑ ΖΟΡΠΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 19 Apr 2026 20:24:51 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΥΔΟΚΙΑ ΖΟΡΠΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22872</guid>

					<description><![CDATA[  Η Ευδοκία Ζορπίδου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού κα. Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακό στη Συστηματική Φιλοσοφία. Εργάζεται ως φιλόλογος σε λύκειο της Λευκωσίας. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο σε Κύπρο και Ελλάδα κι έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Είναι Γραμματέας του ΔΣ της &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΥΔΟΚΙΑ ΖΟΡΠΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p> </p>
<p>Η Ευδοκία Ζορπίδου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού κα. Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακό στη Συστηματική Φιλοσοφία. Εργάζεται ως φιλόλογος σε λύκειο της Λευκωσίας. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο σε Κύπρο και Ελλάδα κι έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Είναι Γραμματέας του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Ροές και θρομβώσεις (εκδ. Ιωλκός 2021)<br />Παλιρροϊκό κλείδωμα (εκδ. Ιωλκός, 2023)<br />Άφα(ν)τος έρωτας (εκδ. Ιωλκός, 2025)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: center;"> </p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-74/" rel="attachment wp-att-22886"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22886" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/ΒΙΒΛΙΟ-1-214x300.jpg" alt="" width="250" height="350" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/ΒΙΒΛΙΟ-1-214x300.jpg 214w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/ΒΙΒΛΙΟ-1.jpg 457w" sizes="(max-width: 250px) 100vw, 250px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/280138-4/" rel="attachment wp-att-22885"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22885" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/280138-3-202x300.jpg" alt="" width="250" height="371" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/280138-3-202x300.jpg 202w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/280138-3.jpg 430w" sizes="(max-width: 250px) 100vw, 250px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/259156-001/" rel="attachment wp-att-22890"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22890" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/259156-001-203x300.jpg" alt="" width="250" height="369" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/259156-001-203x300.jpg 203w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/04/259156-001.jpg 423w" sizes="(max-width: 250px) 100vw, 250px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>  ΑΦΑ(Ν)ΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ <br />αυτό (δεν) είναι βιβλίο  (2025)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΦΑ(Ν)ΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</strong><br /><strong>[ΦΟΒΟΣ ΠΡΩΤΟΣ]</strong></h5>
<p>(Θύμησες&#8230; Θυμάμαι στον ύπνο, ονειρεύομαι στον ξύπνιο, τόσο<br />ζωντανά που διεγείρομαι, ανατριχιάζω, αναστατώνομαι ολόκληρη)</p>
<p>Φοβάμαι μήπως δε σε ξαναγγίξω ποτέ, φοβάμαι μήπως ξαναγλιστρήσω σε αυτή την ανέραστη ζωή, που μοιάζει με αναρρωτική άδεια εσαεί. Από την άλλη, φοβάμαι μήπως σε ξαναγγίξω και ξαναγεννηθώ. Κάθε φορά, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αποχωριστώ την αίσθηση του δέρματός σου στην παλάμη μου.</p>
<p>Μνήμες ακοής, αφής, γεύσης, όσφρησης, όρασης. Βλέμμα πελαγίσιο.<br />Έχω πελαγώσει.</p>
<p>Βρίσκομαι καταμεσής του πελάγου. Πελαγοδρομώ στα μάτια σου και δε λέω να πιάσω λιμάνι.</p>
<p>Κι αυτές οι προδότρες αισθήσεις, οι δωσίλογες <br />με τυραννάνε νυχθημερόν <br />με μνήμες πυρίκαυστες <br />(Ακόμα κι αυτή η μυρωδιά του έρωτος <br />δεν λέει να ξεκουμπιστεί)<br />Με ξεμυαλίζουν θύμησες πυριφλεγείς<br />Η φλόγα, αλίμονο<br />—ετούτο το άγιο φως του έρωτα— <br />δε λέει να σβήσει.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΣΦΥΞΙΑ</strong><br /><strong>[ΦΟΒΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ]</strong></h5>
<p>Σήμερα ξύπνησα —ή ακόμα κοιμάμαι;— μ’ έναν κόμπο στον λαιμό. <br />Οληνυχτίς, πάλευα να πάρω αέρα, να αναπνεύσω. Μα ο λαιμός μου<br />έφραξε, οι αεραγωγοί φρακάρισαν. Όλη τη νύχτα, περνούσα από <br />στενούς σωλήνες ασφυκτικούς, ίσα που χωρούσα να περάσω, <br />να βγάλω το πρόσωπό μου ν’ ανασάνω. Τουλάχιστον, αυτήν τη <br />φορά χώραγα — μετά βίας, αλλά χώραγα. Δεν το χωρούσε ο νους: <br />Μπορούσα, επιτέλους, να πάρω ανάσα κι, όταν πάλι δυσκολευόμουν, <br />έσκιζα τον λαιμό μου στα δύο, βγάζοντας μία μία τις στρώσεις του <br />δέρματος και γευόμουνα λαχταριστό τον αέρα στα πνευμόνια μου.</p>
<p>Είναι κι αυτό μια βελτίωση. Ας είναι&#8230; Ο επαναλαμβανόμενος <br />εφιάλτης γίνεται ολοένα και λιγότερο εφιαλτικός. Ίσως, με λίγη <br />ευχή, να μπορέσω να τον μετατρέψω σε όνειρο ερωτικό: από εφιάλτης, <br />όνειρο, από θάνατος, ερωτική συνεύρεση. Έτσι κι αλλιώς, στο τέλος <br />όλα μοιάζουνε —ακόμα και ο οργασμός— με μικρούς θανάτους ή <br />και ζωές.</p>
<p>Σκέφτομαι να ανοίξω καναδυό ονειροκρίτες, μήπως βγάλω άκρη, μα<br />μετανιώνω. Συνήθισα, παραδόξως, ν’ αγαπώ τους εφιάλτες μου αυτό <br />τον ανεξήγητο, τρομακτικό πυθμένα του μυαλού μου. </p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΝΕΠΙΔΟΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΕΡΩΤΙΚΟ</strong></h5>
<p>Γλυκέ μου<br />Σε σένα που οδηγείς τους μύστες του έρωτα, θα ήθελα να σου πω πως:<br />Αυτός ο έρωτας δεν ήταν έρωτας <br />ήταν ιερουργία<br />Αυτός ο έρωτας ήταν μυστήριο που φανερώθηκε άξαφνα σ’ έναν <br />αμύητο αμαθή<br />Και τώρα που οδηγείς άλλους στην ατραπό του έρωτα <br />έχω να σου πω πως:<br />Δε θέλω άλλον έρωτα<br />γιατί ο νεοφώτιστος εμβαπτίστηκε<br />και δεν μπορεί να πλέει πια σε ανίερα νερά<br />(Θα μείνω, λοιπόν, στο εξής ανέραστη)<br />Παρ’ όλα αυτά <br />θα ήθελα να σου πω <br />ευχαριστώ<br />μα τα ακροδάκτυλά μου ακόμα μουδιάζουν, που σε άγγιζαν, <br />η αγκαλιά μου <br />ακόμα σ’ αναζητά&#8230;<br />Δυστυχώς, όπως λένε, το σώμα είναι το τελευταίο που ξεχνά.</p>
<p>Αυτά, λοιπόν! Έχε γεια&#8230;</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΜΙΑ ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΚΡΑΥΓΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;">Στη θάλασσά μου</p>
<p>Θάλασσά μου, βρέχει απόψε<br />Οι σταγόνες λυρωδούν τ’ αγαπημένο σου πρόσωπο<br />Θάλασσά μου, φουρτούνιασες<br />Θα σ’ αγγίξω μ’ ένα χάδι Απολλώνειο<br />κι ο Ποσειδώνας ας κουρεύεται!<br />Θα σε τραγουδήσω, όπως δε σε τραγούδησε ποτέ κανείς<br />Σ’ αγαπώ, θάλασσά μου<br />Βαθύ μου μπλε, έρωτά μου<br />παθιασμένο μου γκρίζο<br />μαύρο βελούδο σαν πέφτει το σκοτάδι<br />κόκκινο μου της αυγής<br />Ξημερώνει, θάλασσά μου<br />και βγαίνουμε, επιτέλους, στα ανοιχτά της αγάπης μας <br />ελλιμενισμένοι σφιχτά <br />ο ένας στο σώμα του άλλου&#8230;</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΛΕΚΤΙΚΑ ΚΑΤΑΚΡΗΜΝΙΣΜΑΤΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 240px;">Στον Μιχάλη</p>
<p>Μες στην πολλή υγρασία του μυαλού<br />έσταζαν στίχοι, ανέφελοι<br />Υδρατμοί πέφταν μες στον ορυμαγδό<br />σαν απανωτές ενοράσεις ορμητικών χειμάρρων<br />ενώ η βεντάλια έριχνε<br />τις εναπομείνασες λέξεις<br />—εξατμίσεις τ’ απείρου—<br />κάτω<br />σε μια ταπεινή αυλή ενός <br />πυκνού Αυγούστου.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΕΣ ΑΤΟΜΙΚΟΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟΥ</strong></h5>
<p style="padding-left: 440px;">Στον Χρηστό</p>
<p>Ο κύκλος είναι όπως τον τροχό <br />που κινείται αέναα μέσα στα όρια της ακτίνας του <br />Γι&#8217; αυτό κι εγώ δεν αγαπώ ιδιαίτερα τον ήλιο <br />Το φεγγάρι διαχέεται&#8230;<br />Έτσι ανακάλυψα<br />έναν εαυτό που ξέφευγε<br />από την κυκλική φαυλότητα του κόσμου.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΡΑΙΟΣΠΑΡΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στη Χρυσταλλένη</p>
<p>Μέσα από την ποίηση κάθε λογής <br />συρρικνώνουμε το πένθος <br />συμπυκνώνουμε την Αγάπη <br />για να νικήσει, επιτέλους, η πυκνότητα <br />την αραιότητα του θανάτου.</p>
<p>Την οφείλουμε στους νεκρούς μας <br />αυτήν τη συμπύκνωση <br />για να ζουν κι αυτοί Αιώνια <br />όχι μόνο στο μεταίχμιο <br />κενών διαστημάτων<br />στον χώρο, στον χρόνο ή στη σύσταση των πραγμάτων <br />μα στην πυκνότητα της Καρδιάς μας.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ ΦΩΤΟΣ</strong></h5>
<p>Το ’μαθα πια: δε μου χρειάζεται <br />είμαι αυτόφωτος <br />Κι όμως, φοβάμαι&#8230; <br />Αστρονόμοι πάνε κι έρχονται <br />περιφερόμενοι αστροφύλακες <br />Πασβάντηδες έξω απ’ το σπίτι <br />μη με συλλάβουν τα Στοιχειά.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΝΗΛΕΗ ΗΛΙΟ</strong><br /><strong>        ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ</strong></h5>
<p>Κάτω απ’ τον ανελέητο ήλιο <br />κορμιά στεγνά <br />αφίλητα <br />Λίγο πιο κάτω <br />η οφθαλμαπάτη μιας όασης: <br />Η ζωή.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΚΔΟΤΟΣ ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Τίποτα απ’ αυτά δεν είναι ο ποιητής: <br />Μήτε ειδήμων των λέξεων <br />Μήτε κάτοχος νοημάτων <br />Μήτε φορέας νοσημάτων <br />Μόνο έμπλεος αγάπης και <br />έρωτος.</p>
<p>Ένας ιστορητής μεγάλων ερώτων <br />που χαράχτηκαν βαθιά στις <br />λέξεις του&#8230;</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΤΙΤΛΟΙ ΣΦΥΓΜΟΙ</strong></h5>
<p>Ο έρωτας είναι γι’ αυτούς που ζητάνε το πολύ<br />μα εσύ αρκείσαι με το λίγο.</p>
<p>~~~</p>
<p>Ένιωσα ανοιχτή στα πέταλα του έρωτα <br />κι έκλεισα, ύστερα, σφιχτά σαν μπουμπούκι.</p>
<p>~~~</p>
<p>Παρά την εκτυφλωτική πανσέληνο<br />προτιμώ τη λειψή ημισέληνο<br />γιατί αυτή αφήνει τα μικρά αστέρια να λάμψουν.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>[ΠΡΟΣ ΝΙΤΣΕ]</strong></h5>
<p>Ξαναδιαβάζοντας τον Υπεράνθρωπο <br />θυμήθηκα πάλι τις ρίζες μου <br />κι αγκάλιασα τις ρωγμές μου.</p>
<p>~~~</p>
<p>Ξεσκούριασμα σκέψεων<br />ξεσκόνισμα εγκεφαλοσυνάψεων<br />Το θέμα δεν είναι απλά να τινάξεις το χαλί!</p>
<p>~~~</p>
<p>Απαγγέλλω απνευστί <br />τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλια σου <br />Ωραιότεροι στίχοι <br />δε γράφτηκαν ποτέ&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΑΛΙΡΡΟΪΚΟ ΚΛΕΙΔΩΜΑ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>Η ΥΓΡΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</strong></h5>
<p>Κάθε φορά που νιώθω<br />πως νεκρώνομαι<br />κάτι σαλεύει μέσα μου<br />Κάθε που αφυδατώνομαι<br />κάτι μουσκεύει εντός μου.</p>
<p>Κι είναι φορές που οι υγρασίες<br />γίνονται δάκρυα χαράς<br />Τότε χαίρομαι<br />που μπορώ ακόμα<br />να κλάψω από έρωτα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΤΑΝ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ</strong></h5>
<p>Εκείνη τη νύχτα<br />που μου χάρισες<br />το πρώτο χαμόγελό σου<br />ήτανε γεμάτο το φεγγάρι<br />Από τότε<br />κάθε που έχει πανσέληνο<br />βλέπω να σχηματίζεται<br />ολόγιομο το χαμόγελο<br />στο πρόσωπό σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΙΛΟΥΡΟΕΙΔΕΣ</strong></h5>
<p>Κυνηγώ βραβεία<br />όπως άλλοι τον επιούσιον<br />Κυνηγώ ανθρώπους<br />τσαλαπατώ συνειδήσεις<br />στρώνω κόκκινα χαλιά<br />που μοιάζουν με αιμάτινα ρυάκια<br />Κολυμπώ στα θολά νερά τους<br />που πάντα ρέουν<br />Μάλλον σε ακίνητους βάλτους βαλτώνω<br />Κροκοδείλια δάκρυα τρέχουν<br />από μάτια-σχισμές<br />όποτε αποκαλύπτομαι<br />Εσύ με ξεσκεπάζεις<br />και σε αποφεύγω<br />όπως ο διάολος το λιβάνι<br />Χθες βράδυ, μάλιστα<br />που με είχες αγκαλιά<br />ανακάλυψες συναισθήματα<br />αποκάλυψες φοβίες<br />νεοαποχτηθείσες ευαισθησίες<br />κι έφυγα τρέχοντας να γλείψω τις πληγές μου<br />αφήνοντας πίσω μου τη λεοντή…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΑΛΙΡΡΟΪΚΟ ΚΛΕΙΔΩΜΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 280px;">Στον Χρήστο</p>
<p>Εκτελείς μια ολόκληρη περιστροφή γύρω από τον εαυτό σου<br />Παραδόξως<br />βλέπουμε πάντα τη σκοτεινή σου πλευρά<br />Η άλλη, αθέατη στα μάτια του κόσμου.<br />Τίποτα δε διαλύει τα σκοτάδια<br />όσο το φως μέσα σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ</strong></h5>
<p>Αναζητούσα επίμονα<br />ανάμεσα στα σκονισμένα ράφια<br />Βρέθηκε άξαφνα μπροστά μου<br />«Όχι», ψέλλισε<br />σαν να ήξερε τι ζητούσα<br />κι έπειτα σιωπή<br />Επέμεινα πεισματικά<br />«Δεν έχουμε, κύριε», επανέλαβε<br />Στο τέλος<br />ρίχνοντας φοβισμένες ματιές στ’ αφεντικό<br />—μετρούσε αυτός τα κέρδη της ημέρας—<br />στάθηκε απέναντί μου<br />μήπως, επιτέλους, καταλάβω<br />και μου ξεκαθάρισε συλλαβιστά<br />«πέ-θα-νε»<br />«Η ποίηση πέθανε»<br />Έπειτα στο ταμείο<br />—είχα πάρει ο δόλιος τα best seller μου—<br />έγειρε μαλακά στον πάγκο<br />και ξεψύχησε…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Παρακολούθησα σήμερα ένα σεμινάριο<br />Ο ομιλητής βουβός<br />το ακροατήριο κωφό<br />οι διοργανωτές άφαντοι<br />Παρήλθαν έτσι λίγες ώρες<br />Ξυπνήσαμε έπειτα<br />παρα-μορφωμένες παρουσίες από τον λήθαργο<br />και συρθήκαμε αργά αργά<br />ως την επόμενη παρουσίαση!</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΝΑΣΤΡΟΦΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ</strong></h5>
<p>Στην πρύμνη δένοντας ο βασιλιάς τη γοργόνα<br />την έσυρε στη στεριά<br />— την είχε ήδη χτυπήσει σε αφρούς και κύματα<br />Εκεί σφαδάζοντας<br />χτυπούσε πάνω κάτω την ουρά<br />Το ψάρι μέσα της διαμαρτυρόταν έντονα<br />όλο και ασθενέστερα έπειτα<br />ώσπου απώλεσε ουρά και λέπια.<br />Εκεί που έκρυβε τότε μια σπάνια ομορφιά<br />χάσκει τώρα μια οπή.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΔΙΑΝΥΧΤΕΡΕΥΟΝ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΟΙΗΤΩΝ</strong></h5>
<p>Έκτακτη ανακοίνωση:<br />Το γραφείο ποιητών διανυχτερεύει απόψε<br />Ευπρόσδεκτα όλα τα πλάσματα της νύχτας<br />Ο Οίστρος με τις μούσες του<br />οι μνήμες με τα απωθημένα τους<br />οι κυρίες επί των τιμών<br />οι μεγάλες ευαισθησίες<br />οι δύστοκες λέξεις<br />παρέα με τις μαίες τους<br />το φεγγάρι για την έμπνευση.</p>
<p>Συνωστισμός μεγάλος στις 12 και κάτι.</p>
<p>Σπεύσατε άυλα πλάσματα της νύχτας<br />Με το πρώτο φως της μέρας<br />να ενδυθείτε τους συνήθεις ρόλους<br />Μην πάρει κανείς χαμπάρι<br />τα νυχτοπερπατήματά σας<br />Μην υποψιαστεί κανείς<br />την πραγματική σας φύση.</p>
<p> </p>
<p><strong>ΟΔΟΣ ΚΑΒΑΦΗ 6, ΝΕΑΠΟΛΗ,</strong><br /><strong>        ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1974</strong></p>
<h5><strong>[ΠΡΟΣ ΚΑΒΑΦΗ]</strong></h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στους γονείς μου</p>
<p>Γεννήθηκα στην οδό Καβάφη<br />Έτσι εξηγείται η προσήλωσή μου<br />στον διοπτοφόρο σοφό κι ηδονιστή<br />Τόσα χρόνια κρατάει ο έρωτάς μας<br />μα εγώ τώρα τ’ ανακάλυψα<br />Ήταν εκεί<br />στην αρχή της σύλληψής μου<br />Πού να ’ξερα τότε<br />σε ποιες περιπέτειες θα με έβαζε<br />Και να που τώρα<br />στα 40 και κάτι<br />ακολουθώ τα βήματά του<br />στο πρώτο σκαλί<br />Ίσως εγώ<br />να μην ανέβω πιο πάνω<br />τη σκάλα της ποιήσεως<br />μα ο έρωτάς μας για πάντα θα κρατάει<br />Υπό το φως κεριών<br />με βαριά<br />ανατολίτικα αρώματα…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΛΑΚΩΝΙΖΕΙΝ…</strong></h5>
<h6><strong>[ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ]</strong></h6>
<p>Από καιρού εις καιρόν σκέφτομαι<br />πως πρέπει να ενεργοποιώ τη σκέψη μου<br />Κάπως πρέπει να δικαιολογώ κι γω τις πράξεις μου<br />εκ των υστέρων!</p>
<h6><strong>[ΠΙ ΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΣΚΑ ΟΜΟΡΦΙΑΣ :</strong><br /><strong>ΜΙΑ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ]</strong></h6>
<p>Κατασκευάζω ένα προσωπείο χειραφετημένης ντομάτας<br />Κάθε μέρα ξεφλουδίζομαι λίγο λίγο μπροστά στον καθρέφτη<br />Πολτοποιούμαι, μετατρέπομαι σε χυλό<br />Τι ήμουνα; Όχι πάντως μια ενήλικη γυναίκα όπως με έβλεπες εσύ<br />όπως μ’ αντίκριζαν οι άλλοι<br />Απλά ένα παιδί που αρέσκεται στις ντομάτες!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΡΟΕΣ ΚΑΙ ΘΡΟΜΒΩΣΕΙΣ (2020)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ</strong></h5>
<p>Τι ζητάς;<br />Γιατί ακατάπαυστα<br />στο πρόσωπό μου βρέχεις;<br />Δε σου ’παν είμαι έρημος<br />και δε χαμπαριάζω από τερτίπια τέτοια;<br />Τι κι αν με ποτίσεις<br />το χώμα αμέσως θα στραγγίξω.<br />Κι αν μ’ αγαπήσεις<br />θα σε οδηγήσω<br />σε μια όαση παραίσθηση<br />δίχως υδάτινες ελπίδες.<br />Εκεί<br />θα σε κάψω με μια πύρινη φλόγα δράκοντα,<br />θα σε παγώσω με μια νυχτερινή<br />καμηλιδένια ανάσα<br />κι έπειτα –για το φινάλε–<br />θα σηκώσω μια φοβερή αμμοθύελλα<br />να σε σκεπάσει,<br />αιώνια να ζεσταθείς<br />κάτω από εκατομμύρια κόκκους άμμου.</p>
<p>Μετά, μετανιωμένος<br />θα ξαπλώσω δίπλα σου<br />κάτω από τον άνυδρο ουρανό της ερήμου<br />που θα βρέχει για πρώτη φορά<br />δάκρυ…</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ</strong></h5>
<p>Ούτε κι απόψε απαρτία.<br />Στη μελωδική συμφωνία της νύχτας<br />λείπει η φωνή σου<br />–πρώτο όργανο–<br />κι είναι αβέβαιο<br />αν θα την ξανακούσω ποτέ.</p>
<p>Ίσως, αν αφουγκραστώ,<br />να πιάσω το μείζονα απόηχο<br />της απουσίας σου.<br />Απόψε,<br />το πολύ αύριο<br />πέφτει η αυλαία.</p>
<p> </p>
<h5><strong>Η ΝΥΧΤΑ ΜΥΡΙΖΕ ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Ήταν όμορφα απόψε.<br />Το παγκάκι στη θέση που έπρεπε<br />αντίκρυ στο φεγγάρι,<br />η πόλη βουβή για να ακούγονται οι ψίθυροι.<br />Έρημες ψυχές που ακροβατούν τα βράδια,<br />παίρνουν τα παγκάκια τους δειλά<br />και ξανοίγονται στα ανοιχτά της λεωφόρου.<br />Ευτυχώς, οι τροχονόμοι κοιμούνται απόψε.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΟΙΗΤΩΝ:</strong><br /><strong>«ΤΑ ΝΥΧΤΟΠΕΡΠΑΤΗΜΑΤΑ»</strong></h5>
<p>Έκτακτη ανακοίνωση:<br />Το γραφείο ποιητών διανυκτερεύει απόψε.<br />Ευπρόσδεκτα όλα τα πλάσματα της νύχτας.<br />Ο Οίστρος με τις μούσες του,<br />οι μνήμες με τα απωθημένα τους,<br />οι κυρίες επί των τιμών,<br />οι μεγάλες ευαισθησίες,<br />οι δύστοκες λέξεις<br />παρέα με τις μαίες τους,<br />το φεγγάρι για την έμπνευση.</p>
<p>Συνωστισμός μεγάλος στις 12 και κάτι.</p>
<p>Σπεύσατε άυλα πλάσματα της νύχτας.<br />Με το πρώτο φως της μέρας<br />να ενδυθείτε τους συνήθεις ρόλους.<br />Μην πάρει κανείς χαμπάρι<br />τα νυχτοπερπατήματά σας.<br />Μην υποψιαστεί κανείς<br />την πραγματική σας φύση.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΟΙΚΕΙΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΟΙ</strong></h5>
<p>Μας ζήτησαν γη και ύδωρ<br />κι αυτός εξανέστη<br />και άνοιξε διάπλατα τον ασκό του.<br />Μαζί και η Πανδώρα<br />άνοιξε το κουτί της για συμπαράσταση<br />κι έδιωξαν άπαξ διά παντός τους αλλότριους<br />και γλιτώσαμε μια και έξω<br />απ’ τους υμέτερους.<br />Κι όλα πήγαιναν –τουλάχιστον επ’ ολίγον– κατ’ ευχήν.<br />Το πρόβλημα είναι τώρα οι ημέτεροι.<br />Ο κίνδυνος ήταν ανέκαθεν οι ημέτεροι …</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΜΥΝΕΣ</strong></h5>
<p>Έσυρε μια φωνή<br />με διαπέρασε πέρα ως πέρα.<br />Την έδεσα και γω σφιχτά<br />μ’ ένα σκοινί,<br />άγριο σκυλί<br />την έσερνα<br />να τρομάζει τους περαστικούς<br />κάθε φορά που κάποιος απ’ αυτούς τολμούσε<br />να διαβεί το κατώφλι<br />των παιδικών μου χρόνων.</p>
<p>Μεγαλώνοντας<br />έσφιγγε η θηλιά,<br />μου γάβγιζε με λύσσα.<br />Είχαν πια σωπάσει όλοι οι άλλοι.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ</strong></h5>
<p>Κάθε μέρα μετά τη δουλειά<br />επέστρεφε στο άδειο σπίτι.<br />Εκεί, έτρωγε κάτι,<br />καθόταν στον καναπέ<br />παρέα με τις ελπίδες του.<br />«Αύριο θα βρεις την αγάπη» του υπόσχονταν<br />κι αυτός χαμογελούσε στωικά.</p>
<p>Τελικά,<br />αποφάσισαν<br />–κοινή συναινέσει–<br />να χωρίσουν.<br />Αυτός δεν άντεξε άλλο να περιμένει,<br />αυτές δεν ήθελαν πια να του πουλάνε φούμαρα.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ</strong></h5>
<p>Μάθαινα στα παιδιά<br />σφετεριστής θα πει άρπαγας.<br />Αναφερόμουν, βέβαια, στον Ευαγόρα<br />νόμιμο δικαιούχο<br />που του έκλεψαν το θρόνο<br />μέσ’ από τα χέρια.<br />Κόλλησα σ’ αυτό το νόμιμα<br />– ανήκε εξάπαντος στην οικογένεια των Τευκριδών<br />και στάθηκε αντάξιος του βαριού ονόματός του.<br />Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια,<br />τα πολιτεύματα, οι επαναστάσεις.<br />Μα σήμερα ακόμα αυτοί μας κυβερνούν,<br />οι νόμιμοι απόγονοι,<br />σφετεριστές των καιρών…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΚΟΙΝΗ ΜΟΙΡΑ ΜΟΝΑΧΙΚΩΝ ΣΤΙΧΩΝ</strong></h5>
<p>Ακροπατώντας<br />φτάνω στο χείλος των επίπλων.<br />Εκεί, θεόρατα βουνά με προσκαλούν<br />χαράδρες χαώδεις.<br />Λέω να πέσω στο χωνί<br />–το χαίνον στόμα που όλα τα χωνεύει–<br />μα δειλιάζω,<br />με μια δειλία που πρέπει μόνο στους θνητούς<br />(υπερτιμημένοι ήρωες ωχριούν<br />κι αναδεύονται στους τάφους τους).</p>
<p>Κοινή μοίρα μάς γειώνει.<br />Επιπρόσθετους πόνους<br />μην προσποιείσαι.<br />Μόνο να θυμηθείς χρειάζεται<br />τα αθέατα φαράγγια,<br />τη χρεοκοπία των μονοπατιών…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΚΑΒΑΦΗ</strong></h5>
<p>Ταξιδεύει εντός των τειχών προς την Ιθάκη.<br />Περιπλανιέται στη σκοτεινή κάμαρα<br />απ’ άκρη σ’ άκρη.<br />Σαλπάρει πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα.</p>
<p>Έγκλειστος πίσω από τα ερμητικά κλειστά παράθυρα<br />να αναλογίζεται τις παλιές ηδονές της νιότης,<br />να μετρά στωικά τα κεριά<br />που ανάβουν ένα ένα,<br />που σβήνουν διαδοχικά.<br />Ανεπαίσθητα οικοδομώντας την ένδοξη πυραμίδα του<br />λέξη προς λέξη…</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΜΟΝΤΗ</strong></h5>
<p>Εσύ άνοιξες το δρόμο<br />και μεις ανάξιοι από πίσω<br />να μαζεύουμε τις Στιγμές σου.<br />Να περιμαζεύουμε τα θραύσματά σου.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗ</strong></h5>
<p>Εσαεί<br />τον βασάνιζε το ερώτημα<br />μέχρι τη μέρα<br />που το κώνειο<br />τον βύθισε<br />στην αιώνια Απάντηση.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ</strong></h5>
<p>Μαγεμένος απ’ την εικόνα του<br />στεκόταν μπρος<br />στον κρυστάλλινο καθρέφτη.<br />Πουθενά, όμως, δεν έβρισκε<br />το πρόσωπό του.<br />Πουθενά δεν αναγνώριζε<br />το πραγματικό του πρόσωπο<br />κι ο καθρέφτης έγινε αίφνης<br />χίλια κομμάτια.</p>
<p> </p>
<h5><strong>ΑΤΙΤΛΟΙ ΣΦΥΓΜΟΙ</strong></h5>
<p>Καταιγισμός πληροφοριών<br />και ’γω αφήνω ψίχουλα<br />μήπως βρω<br />το δρόμο προς την ουσία.</p>
<p style="padding-left: 40px;">~~~</p>
<p>Κι όλα πήγαιναν σύμφωνα<br />με το σχέδιο<br />μέχρι που αυτό<br />ναυάγησε…</p>
<p style="padding-left: 40px;">~~~</p>
<p>Η απόφαση ήταν καταδικαστική.<br />Δις εις θάνατον.<br />Το μόνο που απομένει τώρα<br />είναι να καθοριστεί<br />ο τρόπος εκτέλεσής του.<br />Διά φτερού ή ροπάλου.</p>
<p style="padding-left: 40px;">~~~</p>
<p>Η ακαδημαϊκή ελίτ παραδίδει<br />μαθήματα σοφίας.<br />Και τα έδρανα αδειανά<br />ακούνε το μάθημά τους<br />για πολλοστή φορά!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h4 style="text-align: left; padding-left: 40px;"><strong>ΑΦΑ(Ν)ΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ</strong> <br />Πρόεδρος ΕΛΚ</h5>
<p>Η Εύη Ζορπίδου είναι φιλόλογος και ποιήτρια. Τα τελευταία χρόνια διατελεί γραμματέας στο Δ.Σ. της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (ΕΛΚ). Στην εργογραφία της περιλαμβάνονται τρεις καλαίσθητες και πολύ ποιοτικές ποιητικές συλλογές που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ιωλκός: «Ροές και Θρομβώσεις» (2021), «Παλιρροϊκό Κλείδωμα» (2023) και «Άφα(ν)τος Ερωτάς» (2025).</p>
<p>Τρία βασικά χαρακτηριστικά, κατά την άποψή μου, που μπορεί να διακρίνει κανείς στην ποίησή της είναι: η φιλοσοφική της διάθεση, η προσπάθεια εξέτασης των πραγμάτων σε βάθος και η άρνησή της να δεχτεί παθητικά καθωσπρεπισμούς και συνήθεις υποταγές των ανθρώπων σε νόρμες που &#8220;καθορίζει&#8221; η κοινωνία μας. Επιπρόσθετα, επιτυγχάνει να εισχωρεί με ευκολία στα ενδόμυχα της ανθρώπινης ψυχής και να αποκαλύπτει κρυμμένα συναισθήματα, συνθέσεις και αντιθέσεις. Προβάλλει αλήθειες και πραγματικότητες, πλάθοντας λέξεις ή συνδυάζοντάς τες περίτεχνα, ώστε, εν τέλει, να προβληματίσει τον αναγνώστη και να τον μυήσει στον δικό της ξεχωριστό τρόπο θέασης και διερεύνησης των πραγμάτων. Τα ποιήματά της είναι σύντομα, χωρίς φλυαρία, εύστοχα, με λυρισμό και συναίσθημα, όπου και όταν χρειάζεται, προσεγγίζοντας πληθώρα θεμάτων, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις.</p>
<p>Στην τρίτη, κατά σειρά, ποιητική της συλλογή επικεντρώνεται στον έρωτα, ο οποίος αποτελεί, θα έλεγα, μία από τις πιο σύνθετες και βαθιές ανθρώπινες εμπειρίες, καθώς δεν ορίζεται εύκολα με μία μόνο φράση. Αγγίζει ταυτόχρονα το σώμα, το συναίσθημα, τη σκέψη και -για πολλούς-την ψυχή. Στον τίτλο διαβάζουμε τον χαρακτηρισμό «άφατος» για τον έρωτα, δηλαδή απερίγραπτος, ανείπωτος, με την παρουσία, όμως, του «ν» στην παρένθεση, ο χαρακτηρισμός μετατρέπεται σε «άφαντος», δηλαδή εξαφανισμένος. Ο αναγνώστης προδιατίθεται ήδη από τον τίτλο για το ξεχωριστό περιεχόμενο της συλλογής. Ένα περιεχόμενο που προσεγγίζει τον έρωτα με τρόπο πολυσύνθετο: με εκρήξεις συναισθημάτων, υπονοούμενα, παραδοχές και προσμονές.</p>
<p>Οι στίχοι είναι, γενικά, λακωνικοί, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις πεζόμορφοι, αισθησιακοί και έντονα ερωτικοί, πέρα από όρια και συμβάσεις, πάντοτε με φιλοσοφική διάθεση, τις περισσότερες φορές με λυρισμό και ένταση και, ενίοτε, με σαρκασμό και ειρωνεία. Σε κάποια σημεία διακρίνεται και διακειμενική συνομιλία με άλλους δημιουργούς και ομότεχνούς της.</p>
<p>Το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της είναι ένα βιβλίο που, όπως η ίδια  -συνεχίζοντας το λογοπαίγνιο του τίτλου- δηλώνει, «αυτό (δεν) είναι ένα βιβλίο». Πρόκειται για μια μοναδική, στο είδος της, ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί, καθώς διεγείρει όλες τις αισθήσεις και, φυσικά, το πνεύμα του αναγνώστη &#8211; ιδίως αν αυτός αρέσκεται σε βαθυστόχαστη ποίηση που τον προσκαλεί, αλλά συνάμα και τον προκαλεί, σε δεύτερη και τρίτη ανάγνωση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΠΑΛΙΡΡΟΪΚΟ ΚΛΕΙΔΩΜΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΔΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>Fractal 27/08/2024</p>
<p>Διαβάζουμε σε αυτό το ιδιαίτερα προσεγμένο και αριστοτεχνικά επιμελημένο βιβλίο:</p>
<p>« Η Ευδοκία Ζορπίδου γεννήθηκε το 1975 στη Λευκωσία της Κύπρου. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακό στη Συστηματική Φιλοσοφία. Εργάζεται ως φιλόλογος σε λύκειο της Λευκωσίας. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο σε Κύπρο και Ελλάδα κι έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το Παλιρροϊκό κλείδωμα είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή. Η πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο Ροές και θρομβώσεις, εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ιωλκός, το 2021. Είναι μέλος του ΔΣ της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου».</p>
<p>Η επιστημονική (φιλολογική) κατάρτιση σε συνδυασμό με την λογιοσύνη και την ποιητική ευφυία προσδίδει μία κατά το μάλλον ή ήττον αυθεντική λαϊκότητα σε αυτό το πόνημα [με την έννοια του ευπρόσιτου, του προσφιλούς, του φιλόξενου – ο «επαρκής αναγνώστης» νιώθει ότι πλέει σε οικεία χωρικά ύδατα].</p>
<p>Ας περιηγηθούμε αυτή την ποιητική συλλογή ως ένα αξιοζήλευτα καλλιεργημένο χωροχρονικό πεδίο υψηλής ψαθυρότητας.</p>
<p>Ήδη ο τίτλος Παλιρροϊκό Κλείδωμα εμπεριέχει μία αντίθεση: η αποκρυσταλλωμένη κίνηση σπανίως κλειδώνεται σε ταξινομημένους κύβους. Η ρευστότητα δεν περιορίζεται στον χωροχρόνο αλλά κινείται ευτάκτως προς όλες τις κατευθύνσεις ακολουθώντας αδήριτους (αν και αγνώστους σ’ εμάς) συμπαντικούς νόμους.</p>
<p>Ο υπότιτλος «Ποιήματα» κι όχι «Ποίηση» καταδεικνύει την αποσπασματικότητα και την συλλεκτικότητα τού εγχειρήματος.</p>
<p>Η αφιέρωση «Στην οικογένειά μου» είναι σεμνή, λιτή, ακριβόλογη, δίκαιη… Ακόμα και το Σίγμα κεφαλαίο έχει σημασία.<br />Το πρώτο ποίημα με τον ευθύ τίτλο «ΑΚΟΥΣ;» [κεφαλαία, σαν κραυγή] στη σελίδα 9:</p>
<p>Τυλίγω στον καρπό μου ασημένια φεγγάρια<br />Φτύνω τ’ αστέρια στον κόρφο μου<br />μην τα ματιάξω<br />και χαθούν<br />Κι όμως<br />κάθε μέρα ξημερώνει…</p>
<p>Το εναρκτήριο λάκτισμα δίνει και τον τόνο, την θεματολογία και καθορίζει την υφολογία τής ρυθμικής συνδημιουργικής ανάγνωσης από τον επαρκή μελετητή των ποιητικών φαινομένων.</p>
<p>Όταν ερευνούμε συστηματικά το γίγνεσθαι καταδυόμεθα κάτω από το φαίνεσθαι τής περιρρέουσας ατμόσφαιρας και πλειοδοτούμε υπέρ μίας αναστάσεως των εποχών που είχε και λόγο και βήμα κοινωνικό η δραματική ποίηση.</p>
<p>Γιατί περί δραματικότητος πρόκειται (και μάλιστα τραγικής) η περιθωριοποίηση γνήσιων ποιητικών φωνών και η ελαχιστοποίηση τής επιρροής τους στην ιριδίζουσα πομφόλυγα τού παραισθητικού καταναλωτισμού μας.</p>
<p>Η πραγματική όμως επίδραση στην ουσία τού πανανθρώπινου πολιτισμού είναι διαχρονική, δεν προσμετράται και δεν επιμετριέται με τωρινά μέτρα και σταθμά.</p>
<p>Γι’ αυτό λοιπόν συνεχίζουμε νουνεχείς:</p>
<p>Όλα εκείνα που μας ξεσήκωναν<br />δεν είναι πια εδώ<br />Η τελευταία πρασινάδα ξεράθηκε<br />μέσα στη μήτρα της τέως γονιμότητας<br />Άδειες οι αγκαλιές από σώματα<br />Άδεια τα στόματα από φιλιά…</p>
<p>(από το ποίημα «Η στέρφα γη» στη σελίδα 10).</p>
<p>Η γοητεία τής συναισθητικής ταυτίσεως τής γης με το ερωτικό σώμα αποκαλύπτεται περίτρανα στο επόμενο ποίημα «Η υγρασία τού έρωτα» (σελ. 11). Εδώ διαφαίνεται ήδη μια σοφά μελετημένη δομή, ιδανική, ιδεατή (και ανέφικτη για τους αποδέλοιπους σύγχρονους μετανεωτερίζοντες)…</p>
<p>Και περνάμε στο άκρως συμβολικό ποίημα τής σελίδας 16 με τις σαφείς οικολογικές δηλώσεις-υποδηλώσεις-συνυποδηλώσεις:</p>
<p>ΥΔΡΟΦΟΡΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ</p>
<p>Κάθιδρος απολάμβανα τη ζωογόνο δροσιά<br />με διάθεση ελεγειακή<br />τραγουδώντας<br />το γλυκό παράπονό μου.<br />Και οι συναθροισμένες νεφέλες<br />επευφημούσαν<br />και έριχναν<br />το εξαγνιστικό τους ύδωρ<br />ξεπλένοντας την ξηρασία αιώνων<br />Μια ξηρασία πλήρη μιασμάτων…</p>
<p>Εδώ τίθεται και η αριστοτελική έννοια τού «μιάσματος» ως αποτέλεσμα Ύβρεως (υπερβάσεως τού μέτρου).</p>
<p>Αυτό ακριβώς το αρμονικό στίγμα επιχειρεί να διαφυλάξει η ποιήτρια με τον συγκερασμό γραφής-σιωπής, λεκτέου-αλέκτου, λογικού-αλόγου…</p>
<p>ΤΟ ΔΙΣ ΕΞΑΜΑΡΤΕΙΝ…</p>
<p>Έπεσε θανατικό στα ζωντανά<br />Ποια μοίρα μάς σημάδεψε βαθιά<br />κι έρχεται και πάει;<br />Έπεσαν λοιμοί<br />Ποια μοίρα μάς κατατρύχει βαριά;<br />Καλώ τον αόμματο, μα σοφό Οιδίποδα<br />να λύσει και πάλι το αίνιγμα<br />να σκοτώσει ξανά τη Σφίγγα<br />Μα αυτός<br />βαθιά παραδομένος στη νιρβάνα του<br />δεν κάνει πια τα ίδια λάθη. (σελ. 17)</p>
<p>Ο Οιδίποδας είναι παρών, ως βορά για τη Σφίγγα (που δεν την νίκησε ποτέ)<br />.<br />[ ΑΕΡΣΙΠΟΥΣ – ΟΙΔΙΠΟΥΣ ]</p>
<p>Αλλάξτε το β΄ συνθετικό!<br />Στο νου βρίσκεται το οίδημα<br />το μυαλό πρέπει να υψώνεται. (σελ. 65)</p>
<p>Ο Σοφοκλής πήγε λίγο παραπέρα από τα ομηρικά έπη. Κι εμείς από τότε δεν έχουμε μεταφερθεί μήτε έναν ελιγμό υψηλότερα, εκτός από τους ποιητές μας, που συγκροτούν μια αόρατη λαμπαδηδρομία ελευσίνιων, εξωκοσμικών μυστών.</p>
<p>Και η φυγή ανεπίτρεπτη άνευ ποιητικής αδείας:</p>
<p>…Αυτά τα πουλιά με τα μεγάλα φτερά αποδήμησαν<br />Αυτά τα λεύτερα πουλιά<br />πάει, πέταξαν. (σελ. 21)</p>
<p>Πικρός ο κοσμοχαλασμός. Χαρμολύπη μάς συνέχει.</p>
<p>[ ΠΡΟΣ ΚΥΠΡΟ ]</p>
<p>Αμφίαλη νήσε<br />υπερφίαλοι σε διεκδικούν μνηστήρες<br />ξεδιάντροπα ποθώντας το κορμί σου<br />Κι συ περικυκλωμένη περιμένεις υπομονετικά<br />γνέθοντας τον αργαλειό σου. (σελ. 89)</p>
<p>Και μόνον η συνεχιζόμενη Κατοχή τής Βόρειας Κύπρου, η ανεξέλεγκτη βία και η ατιμώρητη αλαζονεία, η τρομακτική καταπάτηση των διεθνών Νόμων (τού γραπτού κι απαραγράπτου Ηθικού Δικαίου, που επικαλείται η σοφόκλεια Αντιγόνη) καθιστούν τους ποιητές πολύτιμους σε μεταβατικούς καιρούς, είδος υπό προστασίαν, όντα προς επιβράβευσιν…</p>
<p>[ ΠΟΝΤΙΟΙ ΠΙΛΑΤΟΙ ] <br />Προέβαλαν μια εύσχημη δικαιολογία<br />Ένιψαν τας χείρας τους<br />και «καθάρισαν». (σελ. 66)</p>
<p>[ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΙ ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΕΣ ]</p>
<p>Αριβίστες της ζωής<br />Τι καταλαβαίνετε τώρα; (σελ. 67)</p>
<p>Και η Ποιήτρια εκπληρώνει το κοινωνικό λειτούργημά της:</p>
<p>[ ΑΝΗΚΕΣΤΗ ΒΛΑΒΗ ]</p>
<p>Όσοι διαβάσουν τους στίχους μου<br />ας αναλάβουν τις ευθύνες τους! (σελ. 68)</p>
<p>Όσο για την ίδια ως πληγωμένο συνειδητοποιημένο άτομο:</p>
<p>[ ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΟΝ ΈΠΟΣ ]</p>
<p>Γράφω το τελευταίο κεφάλαιο<br />Από δω και πέρα θέλω να ζήσω. (σελ. 73)</p>
<p>Μα πώς να ζήσεις με την επίγνωση τής άφατης θλίψης που σε ζώνει καθημερινά για τα κακώς κείμενα;</p>
<p>[ ΑΔΡΑΣΤΕΙΑ ΝΕΜΕΣΙΣ ]</p>
<p>Αναπόδραστη η τιμωρία<br />για τους σεμνούς… (σελ. 70)</p>
<p>Έτσι σαν χρησμός, για καιρούς μελλοντικούς…</p>
<p>Η εμπνευσμένη Ποιήτρια Ευδοκία Ζορπίδου είναι σημαντική λογοτέχνις “Poeta Vates”.</p>
<p> </p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΡΟΕΣ ΚΑΙ ΘΡΟΜΒΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ</strong></h5>
<p>www.periou.gr 02/07/2022</p>
<p>Στις ακατάλυτες ροές της ποίησης</p>
<p>ΡΟΕΣ ΚΑΙ ΘΡΟΜΒΩΣΕΙΣ</p>
<p>Κάποιος επέβαλε στο μυαλό διάχυτη ενδαγγειακή πλήξη<br />Θρόμβωσε τα όνειρά μας<br />μαγείρεψε την αθωότητά μας<br />έπηξε τους χυμούς της<br />αφυδάτωσε τα θέλω μας<br />αποχαύνωσε τη δημιουργικότητά μας.</p>
<p>Στο τέλος<br />-δίχως να το καταλάβουμε-<br />μας νάρκωσε<br />μας έλιωσε ξανά<br />μας έχυσε σε καλούπια<br />Μέχρι να στεγνώσουμε<br />διεμήνυσε την επιτυχία του εγχειρήματος<br />στους ανωτέρους του.</p>
<p>Αυτό το ποίημα, το πολύ χαρακτηριστικό, έδωσε και τον τίτλο σε ολόκληρη τη συλλογή, Ροές και θρομβώσεις, αντικατοπτρίζοντας σαφώς το ισχυρό κοινωνικοπολιτικού και υπαρξιακού περιεχομένου ποιητικό αποτύπωμα της Ευδοκίας Ζορπίδου σ’ αυτό το πρώτο της εκδοτικά ολοκληρωμένο ποιητικό δημιούργημα. Το εκφραστικότατο έργο του εξωφύλλου (του Σταύρου Αντωνόπουλου), σε πλήρη ενότητα και αρμονία με τους στίχους της ποιήτριας, δηλώνει το πνιγηρό αίσθημα συμπίεσης, το αφόρητο βάρος μιας συντριπτικά δυσβάσταχτης πραγματικότητας, η οποία απονεκρώνει από κάθε άποψη τον σύγχρονο άνθρωπο και τον καθιστά ανήμπορο να πιστέψει πλέον σε θαύματα και σε αλλόκοτους θαυματοποιούς.</p>
<p>ΤΟ ΛΑΚΩΝΙΖΕΙΝ… [ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ]</p>
<p>Απολιθωμένο το πλήθος<br />παρακολουθούσε<br />Μαγεμένο το πλήθος<br />παρακολουθούσε τον θαυματοποιό<br />Κουρασμένο από τα θαύματα<br />τον κρέμασε<br />κι όλα επανήλθαν στο φυσιολογικό<br />χωρίς θαύματα και απρόοπτα.</p>
<p>Κι όμως, τις νύχτες η ποίηση βρίσκει την περπατησιά της, αβασίλευτη σεργιανίζει σε ακροβασίες λυρικές, ανυπότακτη παίρνει τους δρόμους του φεγγαριού, καθώς οι ψυχές ξανοίγονται στα ανοιχτά της απεραντοσύνης της.</p>
<p>Η ΝΥΧΤΑ ΜΥΡΙΖΕ ΠΟΙΗΣΗ<br />Ήταν όμορφα απόψε<br />Το παγκάκι στη θέση που έπρεπε<br />αντίκρυ στο φεγγάρι<br />η πόλη βουβή για να ακούγονται οι ψίθυροι<br />Έρημες ψυχές που ακροβατούν τα βράδια<br />παίρνουν τα παγκάκια τους δειλά<br />και ξανοίγονται στα ανοιχτά της λεωφόρου.</p>
<p>Ευτυχώς, οι τροχονόμοι κοιμούνται απόψε.</p>
<p>Η Ζορπίδου με τρόπο δηκτικό, καυστικό, αλλά και ευαίσθητο, τρυφερό προβάλλει την τέχνη ως την μόνη εκείνη γνήσια δύναμη αντίστασης στην επιβαλλόμενη τυποποίηση και στον αλλοτριωμένο τρόπο ζωής. Ως άνθρωπος ανθίσταται στην φασίζουσα νοοτροπία της εντυπωσιοθηρίας, των υποκριτικών συμβάσεων και της ιδιοτέλειας. Ως ποιήτρια εξεγείρεται στην κατεστημένη ηθική ενός αδηφάγου αναχρονιστικού συστήματος που διεκπεραιωτικά κανοναρχεί τις ζωές των ανθρώπων υπονομεύοντας ελευθερίες και ευαισθησίες, όνειρα και ιδανικά.</p>
<p>ΑΙΔΩΣ ΚΑΙ ΔΙΚΗ</p>
<p>Ενόψει της πολύκροτης δίκης<br />φόρεσαν τις καλές τους φορεσιές<br />τα λαμπερά ρητορικά τους σχήματα, χάριν εντυπωσιασμού<br />Προαποφάσισαν δε –ελαφρά τη καρδία-<br />και τις ποινές των ενόχων<br />Έστησαν εκ των ενόντων το σκηνικό<br />Φρόντισαν, μάλιστα, να παρίστανται<br />και τα οικεία Μέσα Ενημέρωσης της Μάζας<br />για να καλύψουν δεόντως τα τεκταινόμενα<br />Και οι συνήγοροι τήρησαν αιδήμονα σιγήν<br />και οι μάρτυρες σιγήν ιχθύος<br />Και όλοι αποχώρησαν περιχαρείς<br />πλην των ενόχων<br />μέχρι αποδείξεως<br />του εναντίου!</p>
<p>Η ποιήτρια αρνείται να αποδεχτεί έναν κόσμο προκατασκευασμένο, αυστηρά ορθοτομημένο και οριοθετημένο από κανόνες λογοκρατικούς, οι οποίοι αναστέλλουν τις ζωτικής ανάγκης φυσιολογικές ροές συναισθημάτων, και με επεμβάσεις αισθητικής, ανατάσσει με διάθεση πάντα ερωτική την οργανική της ενότητα, αποκαθιστώντας την έσωθεν φυσική ισορροπία και την έξωθεν θερμοδυναμική εντροπία.</p>
<p>ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑ ΜΙΑ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ</p>
<p>Το πεφταστέρι πάει<br />ούτε και απόψε δεν το πρόλαβα<br />Μα έχω εσένα<br />τι άλλο να ζητήσω;<br />Σαν να ’ριξα όλα τα κέρματα<br />σαν να ευχήθηκα κοιτώντας μυριάδες πεφταστέρια<br />Μα είναι αχνό απόψε το χαμόγελό σου<br />έτσι φοβάμαι μήπως<br />κάποτε το νερό στερέψει στη Φοντάνα<br />Θα ξημερώσω τότε σε ένα εκτυφλωτικό<br />φως χειρουργείου<br />που δεν θα επιτρέπει νυχτοπαρατηρήσεις αστεριών<br />Θα μείνω, λοιπόν, εκεί<br />για μια επέμβαση αισθητική<br />μήπως προσθέσω το απολεσθέν για πάντα χαμόγελο<br />στο πρόσωπό μου<br />Ο χειρουργός θα πλύνει τότε τα χέρια<br />θα ρωτήσει το σκοπό της επέμβασης<br />και έντρομος θα νίψει ξανά τας χείρας<br />Θα με οδηγήσει έπειτα<br />ψυχοπονιάρης, ψυχοπομπός<br />μέχρι την τελευταία κατοικία του έρωτος.</p>
<p>Οι ροές του γνήσιου ερωτικού συναισθήματος, ως πηγές έμπνευσης, δημιουργικής πνοής και αγαπητικής συναλληλίας έρχονται αντιμέτωπες με τις θρομβώσεις, τους φραγμούς και τους περιοριστικούς όρους της ανηδονικής πραγματικότητας. Και οι ροές μετουσιώνονται σε στίχους, σε λέξεις, που επιζητούν την ανεμπόδιστη κυκλοφορία τους στις φλέβες του ποιητικού λόγου, αιμοδοτώντας όχι μόνο την ψυχοπνευματική υπόσταση του ανθρώπου αλλά και την βιολογική του ύπαρξη, καταγγέλλοντας με παρρησία τους σφετεριστές των καιρών.</p>
<p>ΜΑΘΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ</p>
<p>Μάθαινα στα παιδιά<br />σφετεριστής θα πει άρπαγας<br />Αναφερόμουν, βέβαια, στον Ευαγόρα<br />νόμιμο δικαιούχο<br />που του έκλεψαν τον θρόνο<br />μέσ’ από τα χέρια<br />Κόλλησα σ’ αυτό το νόμιμα<br />-ανήκε εξάπαντος στην οικογένεια των Τευκριδών<br />και στάθηκε αντάξιος του βαριού ονόματός του<br />Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια<br />τα πολιτεύματα, οι επαναστάσεις<br />Μα σήμερα ακόμα αυτοί μας κυβερνούν<br />οι νόμιμοι απόγονοι<br />σφετεριστές των καιρών…</p>
<p>Η ποίηση της Ζορπίδου είναι μια ποίηση ευθύβολη, αφτιασίδωτη, χωρίς περιττολογίες και ρητορισμούς, χωρίς εξάρσεις φθηνού εντυπωσιασμού και ρηχού συναισθηματισμού. Είναι μια ποίηση ουσιαστική, μεστή, στιβαρή και συνάμα αποκαλυπτική, η οποία φωτίζει με γενναιότητα σκοτεινές περιοχές της εγκλωβισμένης συνείδησης και διερευνά με τρόπο διαλεκτικό τις ανθρώπινες σχέσεις και την ηθική στάση του ατόμου μπροστά στις αναφύουσες κάθε φορά υποκείμενες νοσηρές καταστάσεις. Στις λέξεις της υφέρπει ένα παλλόμενο πάθος, η ένταση της γνήσιας ποιητικής συναρμογής και ακολουθίας, εκπεφρασμένη παράλληλα με έναν βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό, ο οποίος άλλοτε περιστρέφεται γύρω από την μόνωση του ανθρώπου και τη ματαιότητα των ανθρώπινων πραγμάτων και άλλοτε επικεντρώνεται στοχευμένα και θαυμαστά σε θέματα ποιητικής και μεταφυσικής. Πρόκειται για μια ποίηση με ευδιάκριτες επιρροές από τον αρχαιοελληνικό κόσμο, είτε συνυφαίνεται με μοτίβα και πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας είτε συνδιαλέγεται με αρχαίους και σύγχρονους φιλοσόφους.</p>
<p>ΠΡΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗ</p>
<p>Εσαεί<br />τον βασάνιζε το ερώτημα<br />μέχρι τη μέρα<br />που το κώνειο<br />τον βύθισε<br />στην αιώνια Απάντηση.</p>
<p>ΠΡΟΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗ</p>
<p>Με φόντο το βουνό<br />στεκόταν αγέρωχος<br />Οι κόρες των ματιών του<br />είχαν χάσει κάτι από την στρογγυλάδα τους<br />Είχαν πάρει κάτι<br />από την τριγωνική απόληξη της κορυφής…</p>
<p>Σε έναν από τους ποιητικούς της «σφυγμούς» η ποιήτρια με ύφος συνομιλητικό, οικείο αλλά και επιτακτικό, απευθύνεται σε όλους εμάς, διερωτάται, επιβεβαιώνοντας την πίστη της στην δύναμη της ποιητικής δημιουργίας ως πράξης υπέρτατης προσφοράς και ανανεώνοντας, ταυτόχρονα, το κάλεσμα της δικής μας υπόσχεσης για παλιρροϊκές μεταγγίσεις ανθρωπιάς. Έτσι, ακούμε τις ακατάλυτες ροές και στις δικές μας φλέβες, ακούμε στις λέξεις της τους σφυγμούς και της δικής μας ζωής.</p>
<p>Ερώτηση κρίσεως:<br />Ρέει αίμα στις φλέβες σου;<br />Περιμένω να μου μεταγγίσεις το χρόνο σου<br />Δε σου απέμεινε στιγμή<br />Δε μου απέμεινε σταγόνα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p> </p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/04/%ce%b5%cf%85%ce%b4%ce%bf%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%ce%b6%ce%bf%cf%81%cf%80%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 26 Mar 2026 11:46:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22840</guid>

					<description><![CDATA[. Η Αννα Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές &#8220;Λόγοι&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2023) και &#8220;Διέσχισα την πόλη&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2025) . . ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ (2025) Στέκομαι τώρα εδώ. Μόνη, όπως συνηθίζεται συχνά. Κάτω, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν λέξεις. Άβολες οι θέσεις του σώματος γι’ &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p>Η Αννα Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές &#8220;Λόγοι&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2023) και &#8220;Διέσχισα την πόλη&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2025)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/1-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%cf%83%cf%87%ce%b9%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7/" rel="attachment wp-att-22842"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22842" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ-212x300.jpg" alt="" width="290" height="411" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ.jpg 453w" sizes="(max-width: 290px) 100vw, 290px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/1-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%ce%b9/" rel="attachment wp-att-22843"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22843" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ-208x300.jpg" alt="" width="290" height="418" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ.jpg 443w" sizes="(max-width: 290px) 100vw, 290px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ (2025)</strong></h4>
<p>Στέκομαι τώρα εδώ.<br />
Μόνη,<br />
όπως συνηθίζεται συχνά.<br />
Κάτω, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν λέξεις.<br />
Άβολες οι θέσεις του σώματος<br />
γι’ αυτούς που σηκώνουν τα μάτια από χαμηλά<br />
για ν’ αντικρίσουν εκείνους,<br />
που σκύβουν να τους συναντήσουν.</p>
<p>Εγώ εδώ μουτρώνω στα σύννεφα.<br />
Ελάχιστα με υπολογίζουν.<br />
Έχουν απλώσει επάνω στη μέρα.<br />
Στα κοτσύφια που ερωτοτροπούν<br />
και τις μέλισσες, που αποζητούν τα άνθη.<br />
Έχουν απλώσει πάνω στις σκέψεις και τις ενοχλούν.</p>
<p>Πόσες Κυριακές σαν αυτή<br />
θα νοσταλγήσεις σαν τις χάσεις;<br />
Η ακολουθία των Κυριακών<br />
είναι μια παρηγοριά<br />
στην ανασφάλεια του εντός και γύρω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Δεν αναγνωρίζω την πόλη.<br />
Η ερημιά σκεπάζει τους δρόμους<br />
και τα πρόσωπα.<br />
Στριμωγμένοι σε ουρές άνευ λογικής<br />
τσακωνόμαστε με αγνώστους<br />
που δεν δίνουν δεκάρα.</p>
<p>Περιμένουμε</p>
<p>λεωφορεία που αργούν<br />
τηλέφωνα που παραμένουν σιωπηλά<br />
καλύτερες μέρες που η προοπτική τους<br />
χάνεται αβέβαιη.</p>
<p>Ίχνος ενθουσιασμού.<br />
Κι οι «επαφές» μας,<br />
επαφές νεκρών<br />
που έπαψαν από καιρό να νιώθουν<br />
και μες στους άλλους<br />
προσπαθούν να το ξορκίσουν.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Κάτοικοι προαστίων<br />
με τις βερμούδες και τα ανατομικά σανδάλια<br />
απόντες τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού<br />
επιστρέφουν κάθε Κυριακή βράδυ<br />
κι έχουν στους ώμους τους<br />
το βάρος των προσδοκιών τους.<br />
Το ανεκπλήρωτο πιέζει την πλάτη τους,<br />
σχεδόν τους βυθίζει στη γη.</p>
<p>Πετούν σκουπίδια,<br />
βγάζουν βόλτα τον σκύλο<br />
και οι γυναίκες τους ποτίζουν τα φαρδιά μπαλκόνια<br />
– πολύ τυχερές που γλίτωσαν τις πολυκατοικίες…</p>
<p>Μαυρισμένες, ξανθές,<br />
με τον αέρα της μεσοαστικής ευμάρειας<br />
μάχονται πρόσκαιρα τη σκόνη του χρόνου<br />
που θα τις νικήσει</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Οι Κυριακές βοούν<br />
εκεί που όλα σωπαίνουν.</p>
<p>Βράδια, που οι πατεράδες<br />
βγαίνουν για γάλα<br />
και οι μαθητές, παρέες παρέες,<br />
πασχίζουν να τις επιμηκύνουν στις άκρες των δρόμων.</p>
<p>Στη σιδερώστρα που μαζεύεται,<br />
στα σάντουιτς της επόμενης μέρας,<br />
στη σιωπή των ζευγαριών<br />
ύστερα από μια μέρα με φίλους<br />
και στα φώτα των άδειων λεωφορείων.</p>
<p>Στάζουν θυμό και πίκρα<br />
για όσα δεν πρόλαβαν<br />
και ανανεώνουν το ραντεβού<br />
για νέες διαψεύσεις.</p>
<p>Οι Κυριακές βοούν<br />
όταν πια όλοι κοιμούνται.</p>
<p>Στα πόδια του ανέστιου,<br />
που σέρνουν μηχανικά ένα χάρτινο κυπελλάκι παγωτού<br />
και δίνουν κλοτσιά στην κανονικότητα</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Κι όταν νυχτώνει…<br />
τα γέλια και οι καβγάδες παίρνουν τέλος<br />
και τα παιδιά αποσύρονται.</p>
<p>Είναι αλλιώς οι ήχοι τότε.<br />
Πιο υπόκωφοι, πιο προσεκτικοί.<br />
Τρομακτικές οι μυστικές ζωές<br />
μέσα απ’ τα μισόκλειστα παράθυρα,<br />
κι όλες<br />
κάτι κοινό φοβούνται κι αποπνέουν.</p>
<p>Τότε είναι που μ’ επισκέπτεται ξανά η ανησυχία.<br />
Όλη τη μέρα τής ξέφευγα και την ξεχνούσα<br />
κι έλπιζα πως είχα πια τελειώσει μαζί της.</p>
<p>Πιστή στο βραδινό μας ραντεβού,<br />
με τριγυρίζει κι εγκαθίσταται εντός μου,<br />
με κατακλύζει και γίνεται αυτή κυρίαρχη των πάντων.<br />
Τα κόλπα μου δεν πιάνουν.<br />
Στα πάντα συμφωνώ μαζί της.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Όταν λείπει η αγάπη,<br />
παίρνει τη θέση της η τάξη.</p>
<p>Αποδεκατίζει τα ζιζάνια του κήπου,<br />
απογυμνώνει το χώμα από τους σπόρους<br />
και σφραγίζει τα παράθυρα με κορνίζες γάμων.</p>
<p>Καμιά σκόνη δεν θα εισχωρήσει<br />
να ανταγωνιστεί εκείνη των ψυχών.</p>
<p>Τα μπαγιάτικα πάθη θα αποξηρανθούν<br />
για τον χειμώνα<br />
ώστε τίποτε να μην πάει χαμένο.</p>
<p>Έτσι, το σπίτι σου θα γίνει η φυλακή σου<br />
κι ο τάφος σου δεν θα ’χει χώμα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
χωρίς να αφήσω το ίχνος μου πάνω της.</p>
<p>Αμνήμων επιδείκνυε τον τουριστικό της εαυτό<br />
ακατανόητο στην παρακμή της.</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
χωρίς να διασταυρώσω το βλέμμα μου<br />
με των ανθρώπων.</p>
<p>Απο-στρέφοντας<br />
έστρεφα στα ανθισμένα μπαλκόνια,<br />
ζήλευα την παράλογη παρουσία<br />
ενός ρολογιού τοίχου σε ένα από αυτά<br />
σχεδόν έκλαψα από νοσταλγία.</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
κουφή στην οχλοβοή της.</p>
<p>Με το βλέμμα χαμηλωμένο<br />
με προσπέρασα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗ ΠΟΛΗ</strong></h5>
<p>www.koukidaki.gr</p>
<p>Γεννήθηκα δυτικά, στη Θεσσαλονίκη των χωματόδρομων, του σάμαλι σε χαρτάκι, με το αμύγδαλο στη μέση. Του πιάτου με το καλό φαΐ που αντάλλασσαν οι γειτόνισσες μεταξύ τους. Του ταψιού της Κυριακής φερμένου από τον φούρνο και λεηλατημένου κατά το ήμισυ από παιδιά λιανά, παρατημένα στην τύχη τους –που ήταν οι δρόμοι–, παιδιά που τα λαμπερά τους μάτια έσβηναν για λίγο το χειμώνα στη διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο και αντίστροφα.<br />
Στη Θεσσαλονίκη της Εγνατίας οδού στα χρόνια της ακμής της και των ιστορικών καφέ της παραλίας, το Majestic, το Θερμαϊκό, το Αχίλλειο με τον «καλό καφέ», που ισοπεδώθηκαν μαζί με την ιστορία της πόλης. Των πάρκων πάνω και γύρω από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου περνούσαμε τα βράδια της εφηβείας μας σε κυκλικούς σχηματισμούς οι φίλοι μιλώντας και γελώντας, χωρίς να χρειαζόμαστε χαρτζιλίκι. Του φεστιβάλ του Ρήγα τον<br />
Σεπτέμβρη, των πολύχρωμων σαλβαριών των «φρικιών», που ξεμύτιζαν την άνοιξη με την πρώτη λιακάδα.<br />
Στη Θεσσαλονίκη της στρατιωτικής τσάντας με τα συνθήματα και τις κονκάρδες, του κόκκινου φουλαριού του Παπάζογλου και του καπέλου του Λαχά, της «άπιαστης» –λόγω ηλικίας– Γαζίας.<br />
Κινήθηκα στη Θεσσαλονίκη του «κέντρου», επειδή τότε δεν υπήρχε «ζωή» στις συνοικίες. Οι δρόμοι οδηγούσαν στο κέντρο και το κέντρο σήμαινε συναντήσεις, ερεθίσματα, διασκέδαση και έμπνευση.<br />
Οι καλύτερες στιγμές ήταν όταν μόνη παρατηρούσα τους άλλους. Πίσω από τζάμια λεωφορείων, λοξά στον δρόμο, πάνω από έναν μυρωδάτο καφέ, στα μουλωχτά ενώ δήθεν είχα τα μάτια στο πεζοδρόμιο&#8230; Με τα μάτια δήθεν στο<br />
πεζοδρόμιο πέρασα όλη τη ζωή μου. Από συστολή αλλά και από σεβασμό στους ανθρώπους.<br />
Οι άνθρωποι είναι η έμπνευσή μου. Πίσω από τους ανθρώπους. Όχι αυτοί που βλέπω, αλλά που μαντεύω. Οι «μυστικές ζωές» αλλά κυρίως το δράμα τους, η αδυναμία να βιώσουν τη ζωή, γνώρισμα κοινό σε όλο το είδος.<br />
Το Διέσχισα την πόλη είναι μια μουλωχτή παρατήρηση των τελευταίων χρόνων. Αυτό που ήξερα σαν πόλη, έχει αλλάξει. Και η αλλαγή γίνεται δραματικά αντιληπτή από τη διαπίστωση ότι τα βήματα δεν συνοδεύονται από καμιά συγκίνηση. Η ιστορία της νιότης μου διαγράφηκε στο όνομα «αναπλάσεων» κι αυτό που απέμεινε είναι άλλο ένα αντίτυπο πόλης χωρίς χαρακτήρα και χαρακτηριστικά. Μιας πόλης που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε – στην Ελλάδα.<br />
Κάποιοι άνθρωποι νομίζουν ότι ανάπτυξη είναι η ισοπέδωση και η ομοιομορφία. Η κατοχή από μεγάλα brands. Αντί να αξιοποιούν την Ιστορία, την αφανίζουν και την περιθωριοποιούν. Σε ένα περιβάλλον ξένο, περιπλανιέμαι απο-ξενωμένη και καταγράφω την αποξένωση που μοιραία μου προκαλεί.<br />
Το Διέσχισα την πόλη είναι μια καταγραφή της αποξένωσης. Αυτής που βιώνουν οι κάτοικοι της πόλης αλλά και οποιασδήποτε πόλης. Οι άνθρωποι της εργασίας, των δρόμων, οι άνθρωποι γείτονες, αυτοί που μετακινούνται από το ένα σημείο στο άλλο χωρίς να σηκώσουν τα μάτια από το κινητό τους, οι άνθρωποι καταναλωτές και αυτοί που αποκαλούνται «ξένοι».<br />
Είναι μια καταγραφή της μοναξιάς και ταυτόχρονα μια καταγγελία της αδιαφορίας και της παραίτησης. Ένας τρόπος να φωνάξω «Προσέξτε τι συμβαίνει εδώ! Θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε ζήσει». Και βεβαίως να θέσω τη σκέψη «ό,τι κι αν είναι αυτό που κλέβει τις ζωές μας, πρέπει να το φτιάξουμε!»</p>
<p style="text-align: left;">ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΛΟΓΟΙ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ</strong></h5>
<p>Αράχνες έχουν στολίσει το μπαλκόνι μου.<br />
Στήνουν περίτεχνες παγίδες και βολεύονται<br />
γιατί ξέρουν πως η υπομονή αποδίδει.</p>
<p>Τα σαλιγκάρια αποφεύγουν τις συναντήσεις.<br />
Μαρκάρουν με βλέννα το πέρασμά τους<br />
κι αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στα φετινά βλαστάρια.</p>
<p>Πολλά, σχεδόν τα πατάς κάθε που κάνεις βήμα.</p>
<p>Είναι που η βροχή δε σταμάτησε<br />
κι ο ήχος της στη στέγη<br />
κάνει τους φόβους να γιορτάζουν.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ</strong></h5>
<h6 style="text-align: left; padding-left: 80px;">ΙΙ.</h6>
<p>Οι φωτογραφίες μας<br />
μάς χαμογελούν, αγάπη μου.</p>
<p>Η δική σου κάτω από τη βροχή<br />
κι η δική μου με το δέρμα μαυρισμένο<br />
χαϊδεμένο από τα μάτια σου.</p>
<p>Πιάνονται απ΄ το χέρι<br />
και κοιμούνται η μια στην αγκαλιά της άλλης<br />
ώσπου η νέα μέρα να ανασύρει<br />
καινούργια αναζήτηση<br />
καινούργια ανάγκη<br />
καινούργιο αίσθημα απώλειας.</p>
<p>Οι φωτογραφίες μας<br />
θα ανανεωθούν, αγάπη μου.</p>
<p>Γιατί ως τη στιγμή<br />
που η μέρα σου θα είναι και δική μου<br />
και η βροχή θα κάνει το χώμα να μυρίζει<br />
κάτω από τα πόδια μου<br />
και η θάλασσα θα αφήνει το αλάτι στο κορμί σου,</p>
<p>Οι φωτογραφίες μας,<br />
ναι, αυτές οι καθημερινές λίγο αμήχανες στιγμές μας,<br />
είναι οι μόνες που μπορούν<br />
να μετριάσουν την απόσταση.</p>
<h5><strong>ΒΡΕΧΕΙ</strong></h5>
<p>Συμπαθητικά τα πάθη<br />
έτσι εξημερωμένα στις εσωτερικές μας τσέπες</p>
<p>συμπαθητική κι η ποταπότητα<br />
που καλημερίζει στις συναναστροφές μας.</p>
<p>Η μικροψυχία δίνει λάμψη στο βλέμμα<br />
και το ψεύδος σπρώχνει τα χείλη<br />
σχεδόν σε γκριμάτσες γέλιου.</p>
<p>Έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση;<br />
Να μην ξεχάσουμε να πάρουμε ομπρέλα:<br />
βρέχει ανεξερεύνητες ιδέες.</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΕΣ</strong></h5>
<p>Οι ερωμένες ξεβολεύονται τις Κυριακές.<br />
Την ώρα που χολιάζουν τραγικές,<br />
εκείνος οδηγεί με πεποίθηση τρία ζευγάρια χεράκια<br />
για τον εκκλησιασμό<br />
και το γλυκό με τη μαμά.</p>
<h5><strong>ΣΚΙΕΣ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;">ΙΙΙ.</h6>
<p>Είμαστε σκιές του εαυτού μας.</p>
<p>Τα βράδια<br />
τα όνειρα ξύνουν τις ενοχές μας<br />
βάζουν στέμμα στις αδυναμίες μας<br />
και προκαλούν αμηχανία στα ξυπνήματα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">VII.</h6>
<p>Είμαστε σκιές της απουσίας μας<br />
αθόρυβοι αποχωρήσαντες<br />
εκκωφαντικά κενοί.</p>
<p>Κατορθώνουμε<br />
ό,τι πασκίζουμε να αρνηθούμε<br />
υποκριτικά υποδυόμενοι<br />
άλλους εαυτούς.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">ΙΧ.</h6>
<p>Ήμασταν σκιές του εαυτού μας</p>
<p>απόδειξη ότι υπήρξε φως<br />
κι ίσως<br />
κι ένας εαυτός.</p>
<p>Τώρα τυφλοί δινόμαστε στο χάος.</p>
<p>Όχι σκιές.<br />
Μόνο σκοτάδι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>Literature.gr 23/11/2023</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Σατιρίζοντας τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου</strong></p>
<p>Η Άννα Ξανθοπούλου στην ποιητική συλλογή της με τον αινιγματικό, λιτό και υποβλητικό τίτλο Λόγοι (εκδόσεις Βακχικόν, 2023) μάς εισάγει στον προσωπικό αλλά ταυτόχρονα και δημόσιο ποιητικό της κόσμο, καθώς όσα γράφει αντανακλούν γνωρίσματα της εποχής μας και εκκινώντας επαγωγικά από τις δικές της σκέψεις, τα δικά της βιώματα και τις δικές της προσλαμβάνουσες, εύκολα μπορεί ο αναγνώστης να οδηγηθεί στην εξαγωγή ευρύτερων συμπερασμάτων και στην αποτύπωση αντιλήψεων σχεδόν καθολικών με πολύ μικρό ποσοστό λάθους, αμελητέο θα έλεγε κανείς. Η Ξανθοπούλου, ουσιαστικά, δομεί την ποιητική της στη βάση των σκιών, σε εκείνες τις σκοτεινές περιοχές, οι οποίες φωτίζονται αμυδρά, όσο η κύρια πηγή φωτός είναι στραμμένη αλλού, σε ένα άλλο σημείο του εαυτού μας, διότι η ποιήτρια κάνει λόγο για τον εαυτό και, γενικότερα, για τον Άνθρωπο. Η ποιήτρια σατιρίζει άλλοτε με κυνική και άλλοτε με φιλοπαίγμονα διάθεση, όμως πάντοτε με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Έναν τρόπο, εν πολλοίς, κίβδηλο, συμβιβασμένο και οδυνηρά υποκριτικό. Οι σκιές, όσο απλώνονται και σκεπάζουν την πόλη, λειτουργούν ως καλοκουρδισμένες μαριονέτες σε μια θεατρική παράσταση, ενώ απηχούν ξέφρενη απόγνωση και θλιβερή ατολμία, εγκλωβισμένες όπως είναι σε μια σειρά πεπερασμένων κινήσεων. Δηλώνεται καταφανώς η έλλειψη συντροφικότητας και η απουσία επαρκούς χώρου και χρόνου για ανάπτυξη και καλλιέργεια μιας συναισθηματικά δυναμικής ταυτότητας, ενόσω η μοναξιά συνδαυλίζει τον φόβο και συνεπαγωγικά εξαγριώνει τον άνθρωπο. Παρόλα αυτά το δώρο της ζωής εξυψώνεται και υμνείται μακριά από τα εφήμερα και κίβδηλα βλέμματα που το κατασπαράσσουν, διανοίγοντας πληγές ανεπούλωτες.</p>
<p>Η ποιήτρια μετέρχεται της φωτογραφίας ως μέσου σε μια προσπάθεια γεφύρωσης του παρελθόντος με το παρόν, της λήθης με τη μνήμη. Οι φωτογραφίες χαμογελούν στην ποιήτρια και σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, ενώ αλλάζουν με τις εποχές/ και κρύβουν όσα θέλουμε να δούμε/ ή φωνάζουν/ για όσα πασκίζουμε να τις κάνουμε να πάψουν. («Οι φωτογραφίες, Ι.», σ. 12) Οι φωτογραφίες μάς συντροφεύουν στο διάβα του χρόνου λειτουργώντας άλλοτε νοσταλγικά κι άλλοτε επώδυνα. Είναι τα απομεινάρια από ανθρώπινες σχέσεις ώριμα ολοκληρωμένες ή βεβιασμένα τελειωμένες, ενώ, παράλληλα, είναι εκείνες που μετριάζουν τις αποστάσεις και φέρνουν κοντά τα αγαπημένα πρόσωπα. Οι διαπροσωπικές σχέσεις προτάσσονται από την ποιήτρια ως μείζον θέμα και εύλογα η παρουσία τους επανέρχεται στα ποιητικά κείμενα της συλλογής. Η καλλιέργεια και η ανθοφορία των ανθρωπίνων σχέσεων απαιτεί κόπο και χρόνο, πόνο και δάκρυ, θέληση και αυταπάρνηση. Να αγνοώ/ και να πλανώμαι/ να διάγω τον βίο μου εν αγνοία// να αεροβατώ/ και να ελπίζω,/ να προσπαθώ ν’ αδράξω ευτυχία.// Να μην πονώ/ να μη γνωρίζω/ να μην αφήνω ν’ αγγιχτώ.// Κι όταν κατάκοπη στη γη γυρίζω/ κανείς να μη μου λέει «σ’ αγαπώ». («Ν’ αεροβατώ, Ι.», σ. 14) Όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από τον αποφατικό της λόγο, η ποιήτρια στους ακροτελεύτιους στίχους του ποιήματος διατυπώνει διακριτικά και εύστοχα συνάμα το απότοκο των προηγούμενων στίχων της.</p>
<p>Η Ξανθοπούλου με στίχους που προκαλούν έκπληξη στον αναγνώστη καυτηριάζει με σαφήνεια και χωρίς καμία διάθεση να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό της τη συμβατικότητα και τον φαρισαϊσμό των ανθρωπίνων σχέσεων και του οικογενειακού θεσμού. Μ’ ανατριχιάζουν οι οικογένειες/ το «αυτονόητο»/ τα μυστικά τους. […] Πόση ατομικότης/ και πόση βία/ κάτω από την ίδια στέγη; («Οι οικογένειες», σ. 16) Είναι συμπαθητικά τα πάθη των ανθρώπων, συμπαθητική και η ποταπότητά τους συνταιριασμένη με τη μικροψυχία και το ψεύδος, εντούτοις η ποιήτρια προειδοποιεί: να μην ξεχάσουμε να πάρουμε ομπρέλα:/ βρέχει ανεξερεύνητες ιδέες. («Βρέχει», σ. 17) Παράλληλα, εστιάζει στο ζήτημα της κατάλληλης στιγμής, του κατάλληλου χρόνου, κατά τον οποίο ο άνθρωπος οφείλει, πρωτίστως από σεβασμό στον εαυτό του, να φεύγει από μια σχέση. Γράφει χαρακτηριστικά: νυχοπατώντας θα σε εγκαταλείψω/ την ώρα της μεγαλύτερης ασφάλειας. («Ασφάλεια», σ. 18) Βλέπουμε, επομένως, πως η ποιήτρια εν προόδω, από ποίημα σε ποίημα προσθέτει τα συστατικά εκείνα στοιχεία που συγκροτούν και συνέχουν το ποιητικό της οικοδόμημα, μέχρι τη στιγμή της κορύφωσης, η οποία επιτυγχάνεται, κατά τη γνώμη μας, με το ποίημα «Υπάρχουν χίλιοι τρόποι» (σ. 19)</p>
<p style="padding-left: 40px;">Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεθάνεις·<br />
στα μέτρα των άλλων συμμορφωμένος,<br />
μέρος αταίριαστων «συνόλων»<br />
ευγνώμων και τρομοκρατημένος.<br />
Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεθάνεις·<br />
να αφανιστείς στη φυσιολογικότητα των άλλων<br />
και να γίνεις πρωταγωνιστής ξένων ονείρων.<br />
Υπάρχουν χίλιοι λόγοι να θυμάσαι<br />
την προσωρινότητα των πατημάτων σου<br />
στη γη.</p>
<p>Η ποιήτρια απορρίπτει πασιφανώς την ανειλικρίνεια, την επιτήδευση, τη διπροσωπία και προκρίνει τη «λαθραία απόδραση» απ’ ό,τι μάς κρατά εγκλωβισμένους και δέσμιους σε μια υποτονική, ανιαρή, μονότονη και φλύαρη πραγματικότητα. Προκρίνει με όλη τη δύναμη της πένας της την αυθεντικότητα, ολοκληρώνοντας κυκλικά το βιβλίο της με το σπονδυλωτό – κατατετμημένο σε εννέα μέρη – ποίημα «Σκιές». Συνομιλεί διακειμενικά με το ποίημα «Είμαστε κάτι…» του Κ.Γ. Καρυωτάκη γράφοντας η ίδια: είμαστε κάτι καημένοι υπόλογοι/ θλιβερών αμαρτημάτων/ που μας αρέσει να ομολογούμε/ ως ένδειξη αλλαγής και θάρρους. (σ. 22) Εκκινεί από τη διαπίστωση ότι «είμαστε σκιές του εαυτού μας» εξηγώντας τους λόγους: η τυποποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, η συμμόρφωση με τις κοινοτυπίες, η ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης, η κοινωνική απομόνωση, η αντιερωτική και ανέραστη εποχή μας, το ξόδεμα του εαυτού σε ό,τι επουσιώδες και κάλπικο, η θλιβερή δειλία, το στράγγισμα των ονείρων, το καταχώνιασμα της ελπίδας, το σκοτάδι των ψευδαισθήσεων, η πνευματική και συναισθηματική τυφλότητα, οι εξαρτήσεις και η ουσιαστική κενότητα που μας συνθλίβουν, οι στερήσεις και οι ελλείψεις που μας εξαγριώνουν και εν τέλει η απουσία φωτός από τη ζωή, οδηγεί την ποιήτρια σε χρόνο παρελθοντικό: ήμασταν σκιές του εαυτού μας// απόδειξη ότι υπήρξε φως/ κι ίσως/ κι ένας εαυτός. (σ. 31) Ο λόγος της Ξανθοπούλου μετουσιώνεται σε κραυγή προσπαθώντας να προειδοποιήσει και να προστατέψει εαυτόν και αναγνώστες από τη χαίνουσα άβυσσο του σκότους που απειλητικά γιγαντώνεται μπροστά στα μάτια μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>Literature.gr 12/07/2023</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Η Άννα των στίχων</strong></p>
<p>Λόγοι προσωπικοί, είπε η ποιήτρια και δόθηκε στην πόλη. Άφησε μονάχα εδώ και εκεί σινιάλα πρόζες, σε πρώτο πρόσωπο, πληθυντικό. Κάποτε οι στίχοι θα επιστρέψουν, θα βρουν την σελίδα μιας συλλογής και εκεί θα υπάρξουν για πάντα, στοιχεία ενός προσωπικού θεωρήματος. Σαν αυτό που στοιχειοθετούν τα μικρά και τα μεγάλα στιχουργήματα της Άννας Ξανθοπούλου. Βιολέτες, πνιγμένες στην ομίχλη διαμορφώνουν τούτη την συλλογή με έναν δισύλλαβο, περιεκτικό τίτλο. Πρόζες δίχως ομοιοκαταληξίες που όμως γεννήθηκαν γνωρίζοντας τον τρόπο που έρχονται τα δάκρυα. Τις σημαδεύει ένα απροσμέτρητο βάθος σκέψης και συγκίνησης, έτσι όπως στα μάτια του μικρού σπουργιτιού η Άννα αντικρίζει τον εαυτό της. Όλα γραμμένα σε χρόνο μαγικό, σαν αεράκι στιγμιαίο που χαϊδεύει τα μαλλιά του αγοριού σε εκείνες τις φωτογραφίες. Αυτές που «που μας χαμογελούν αγάπη μου, που αλλάζουν με τις εποχές και κρύβουν όσα θέλουμε να δούμε ή φωνάζουν για όσα πασκίζουμε να τις κάνουμε να πάψουν. Μια σταθερή θερμοκρασία», γράφει η Άννα Ξανθοπούλου, η Άννα των ποιημάτων, «συντηρούν την ασταθή μας διάθεση». Μες στο αχανές πέλαγο του εαυτού της, η δημιουργός αφήνει το φως να περάσει, φέγγοντας καινούριες απώλειες, καινούριες ανάγκες και αναζητήσεις. Σε πρώτο πρόσωπο, ενικό και συλλογικό την ίδια στιγμή, γραμμένες την ώρα που ασκούνται αντιστάσεις πάνω σε δυνάμεις πρωτόγνωρες. Ελπίζω, προσπαθώ, αεροβατώ, αγνοώ και πλανώμαι ταξιδεύοντας από τους μελαγχολικούς ενεστώτες ως την θηριωδία της ελπίδας. Είναι στίχοι από ένστικτο αυτοί που στελεχώνουν τα ποιήματα των «Λόγων» και δεν εξηγούνται, όπως τίποτε και κανείς δεν μπορεί να ερμηνεύσει την τέχνη με δίχως αυθαιρεσίες. Λέξεις παθιασμένες που δεν ρητορεύουν και δεν ξενίζουν μονάχα κρατούν όρθιο το τραγούδι της ευαίσθητης ψυχής, εκείνης που συλλαμβάνει παράξενα μεγέθη και γκρεμίζει σύμβολα. Με έναν συρτό ρυθμό, σκοτεινό και υπνωτικό η Άννα Ξανθοπούλου από το ατομικό ως το συλλογικό φθάνει στερεώνοντας τους στίχους της με τους αρμούς της εποχής μας, με τα μεγάλα της ψεύδη και με τις αυταπάτες, με της αγάπης το πέπλο. Δεν θα χρειαστεί τις φόρμες, δεν θα επιστρατεύσει σχήματα προπαρασκευασμένα η Άννα, μονάχα με ζωγραφιές θα μιλά, αναπαραστάσεις του μυστικού θαύματος, του απλού που ιχνογραφείται στο φόντο της ζωής και των προσώπων της, στις άπειρες τροπές της πιο επίκαιρης μυθολογίας. Κάτω από τις μαρκίζες των ποιημάτων της που ανάβουν και σβήνουν σαν παλλόμενες καρδιές, η Άννα εμφανίζει πτυχές της ύπαρξής μας, με εκείνον τον ίδιο τρόπο που αποκαλύπτονται οι φιγούρες στις φωτογραφικές πλάκες, αργά, μεθοδικά, δανείζοντας από το σκοτάδι όσο κουράγιο χρειάζεται για να φτιαχτεί ένα και μόνο ποίημα.</p>
<p>Στο σύντομο βιογραφικό της η ποιήτρια με καταγωγή από την Θεσσαλονίκη του Τσίζεκ, του Χριστιανόπουλου, της ομίχλης του Ιωάννου και της Διαγωνίου, σημειώνει. «Αν έπρεπε να γράφουμε κάτι πέρα από τα ήδη υπάρχοντα δημιουργήματα, θα έπρεπε να είχαμε σωπάσει από καιρό, καθώς τα περισσότερα έχουν ήδη ειπωθεί με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο». Η ανάγκη της επικοινωνίας, η καρδιά που εκπληρώνει τον σκοπό της όταν απομένει μονάχα σπάραγμα του εαυτού της ωθούν την Άννα Ξανθοπούλου προς την κατεύθυνση της ποιητικής δημιουργίας. Εκεί που δεν έχει μονάχα ανάσες και συμμετρίες, αλλά στίχους και ένα κουβάρι αστέρια που θα ξεδιαλύνει η καρδιά. Σαν εκείνους που αρθρώνουν την φωνή αυτής της πρώτης ποιητικής συλλογής όταν σαν πεταλούδα γεννιέται η άλλη όψη του κόσμου. Μες στο υλικό που διαμορφώνει την συλλογή της Άννας θα βρεις το μυστικό μετάλλευμα που υψώνει σε απόθεμα ποιητικό κάθε ήθος του καιρού μας. Τον φωτισμό που αναδεικνύει την εικόνα της εποχής μας θα βρεις και τον ποιητή που κλείνει εντός του τον κόσμο.</p>
<p>Στίχοι για να αντέχουν μες στα χέρια μας οι Κυριακές, όταν οι ερωμένες ξεβολεύονται και χολιάζουν τραγικές. Στίχοι σύννεφα που σε παίρνουν μακριά σε μια λαθραία απόδραση. Σκιές και χίλιοι τρόποι για να πεθάνεις, χίλιες υπενθυμίσεις για το ανθρώπινο χρέος σε τούτη εδώ την πραγματικότητα. Τίτλοι και ποιήματα γεμάτα από τις ουλές και τα σημάδια μας, στίχοι που στα χέρια της Άννας ενσαρκώνουν το άθροισμα συσσωρευμένων γενικεύσεων που ιχνογραφούν τούτο τον αβέβαιο, τον πλανημένο καιρό. Ζωγραφιές σαν μοναξιές, τύψεις και ενοχές για εκείνα που έπραξες και για τα άλλα τα συμφραζόμενα που ακολουθούν τις πρόζες των Λόγων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΨΑΡΗΣ</strong></h5>
<p>Periou.gr 03/06/2023</p>
<p>Οι Λόγοι της Ξανθοπούλου συνιστούν έναν ισχυρό αντίλογο σε μια εποχή που βιώνεται από το ποιητικό υποκείμενο ως σκιά του εαυτού, ως βίωμα της μη αυθεντικής ζωής, ως ψευδαίσθηση ύπαρξης. Η ποιήτρια αναμοχλεύει τα καρυωτακικά περιγράμματα και τις απώτερες καταβολές της μπωντλαιρικής γαλλικής ποίησης για να ανασυστήσει εκδοχές της τραγικότητας στην καθημερινότητα της εποχής μας. Η πλήξη και η έλλειψη προοπτικής ταλανίζουν κάθε άτομο ναρκοθετημένο σε ένα ασφυκτικό και τελματώδες παρόν.</p>
<p>Προτέρημά της είναι ο ζωτικός εικονοπλαστικός λόγος της που συνθέτει μια ιδιότυπη αφηγηματική ροή, έναν ολιστικό ποιητικό λόγο, δίχως θρυμματισμούς ή θεματικές ασυνέχειες. Το δίπολο παρουσία-απουσία ενυπάρχει στη συλλογή ως συνεκτικός αρμός που συσπειρώνει σε μια ιδιότυπη συνύπαρξη όλες τις αντιθέσεις των καιρών. Η έννοια της φωτογραφίας στην ποίησή της σηματοδοτεί την ανάγκη αναμόχλευσης όλων των παρελθουσών στιγμών, ενώ από την άλλη υπαινίσσεται την νέκρωση της όποιας αντίδρασης σε μια παραλυτική διαδικασία που καθιστά τη ζωή άνευρη, τα συναισθήματα αναιμικά, τις σχέσεις αποπροσωποποιημένες.</p>
<p>Η ποιήτρια ακροβατεί μεταξύ συνειδητοποίησης και πλάνης, συναισθηματικής απεμπλοκής από όσα τής προκαλούν πόνο και βούλιαγμα στη αυτοανάλυση. Η ενδοσκόπηση καθίσταται μια οδυνηρή διαδικασία που καθηλώνει το παρόν σταθερά στο χτες, ενώ παράλληλα δεν αφήνει περιθώρια για το αύριο. Στους στίχους της καταγγέλλει τις επιφάσεις πολιτισμού που ανακλώνται στις σύγχρονες υποκριτικές αστικές συμβάσεις. Η εκάστοτε κοινωνική συμπεριφορά αποτιμάται αρνητικά στη βάση αλλοτρίωσης που ταλανίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η δραματική υφή τους συνίσταται στην έλλειψη αυθεντικότητας, στην τυποποίηση κάθε πτυχής της ζωής σε επικοινωνίες άνευ ουσίας. Η έντονη απογοήτευση και πικρία της αποτυπώνουν την ασθμαίνουσα αγωνία της για ένα αρτιότερο μέλλον που να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υπαρξιακές αγωνίες των ανθρώπων, αποτρέποντας κάθε εκδοχή πρόκλησης ψυχικού αδιεξόδου.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΕΥΛΑΛΙΑ ΠΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>Bookpress.gr 23/07/2023</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>«Οι λέξεις είναι εργαλείο και γιατρειά»</strong></p>
<p><strong>Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε για σας;</strong></p>
<p>Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να βρει κάποια από τα πράγματα που σκέφτηκε, που δεν τα σκέφτηκε έτσι, που έζησε παρόμοια, που θα μπορούσε μέσα του να δει τον εαυτό του, καθώς και τη σχέση του με τους άλλους. Ένα βιβλίο που δεν ωραιοποιεί ή δεν αποφεύγει την πραγματικότητα, αλλά αντίθετα την παρατηρεί, την εξετάζει, την κρίνει σκληρά ίσως, αλλά πάντα με έναν σκοπό: να την κάνει καλύτερη.</p>
<p><strong>Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;</strong></p>
<p>Όλοι φέρνουν κάτι, είτε γράφουν, είτε μιλούν, αν όχι καινούργιο, τότε δικό τους. Αν κάποιος είναι τόσο «κλειστός» σε κάτι που μόλις εμφανίζεται, τότε σημαίνει ότι αποκλείει οτιδήποτε δεν ξέρει ήδη, άρα απορρίπτει τις πιθανότητες έκπληξης και εξέλιξης…</p>
<p><strong>Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».</strong></p>
<p>Επειδή το γράψιμο δεν είναι «εργασία» για την οποία υπάρχει μεθοδολογία, ο αυτοσχεδιασμός είναι αναπόφευκτος. Οι λέξεις δεν είναι ένα άγνωστο εχθρικό περιβάλλον για να χαθείς, οι λέξεις είναι το εργαλείο και η γιατρειά σου.</p>
<p><strong>Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες ­–κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.– τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;</strong></p>
<p>Όλες οι μορφές τέχνης αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ο κινηματογράφος, τα εικαστικά και τα κόμικς βοηθούν να εικονοποιηθεί η ιδέα ή η αίσθηση και η μουσική δίνει έμπνευση και ώθηση στο συναίσθημα. Είμαι ένας άνθρωπος που τα αγαπά όλα, άρα έχω αναφορές σε αυτά.</p>
<p><strong>Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;</strong></p>
<p>Νομίζω ότι στην περίπτωσή μου δεν ταλαιπωρήθηκα ιδιαίτερα. Τα γραπτά μου βρήκαν αποδοχή γρήγορα και η συνεργασία μου με τον εκδοτικό οίκο που τους έδωσε την ευκαιρία να βγουν σε βιβλίο, ήταν εξαιρετική. Με θεωρώ τυχερή ως τώρα και ελπίζω να συνεχίσω να είμαι, τόσο εγώ όσο και όλες/οι όσοι βρίσκονται σε παρόμοια θέση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 19 Jan 2026 23:00:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22726</guid>

					<description><![CDATA[Η Φιλαρέτη Βυζαντίου ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας- Φιλαρέτης Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπάκα Τρικάλων. Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Αποφοίτησε με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές σπουδές . Έκτοτε εργάζεται ως φιλόλογος καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Με την ποίηση ασχολείται από &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Φιλαρέτη Βυζαντίου ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας- Φιλαρέτης Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπάκα Τρικάλων. Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Αποφοίτησε με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές σπουδές . Έκτοτε εργάζεται ως φιλόλογος καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Με την ποίηση ασχολείται από τα φοιτητικά της χρόνια ,δημοσιεύοντας κατά καιρούς έργα της σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τον Νοέμβριο του 2018 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις ΚΥΜΑ με τον τίτλο &#8221;ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ&#8221;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7/" rel="attachment wp-att-22727"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22727" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/ΦΙΛΑΡΕΤΗ-210x300.jpg" alt="" width="301" height="431"></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΦΑΓΙΟΥΜ</strong></h5>
<p>Κι εγώ που κουβαλώ<br>Αιώνες ανήμπορους<br>Σε κάθε πόρο ανέγγιχτο<br>Από τον καύσο της ανάσας σου</p>
<p>Που κουβαλώ τόσα ερέβη<br>και στάχτες άλλες τόσες<br>από τη λάβα σου<br>που Πομπηία με βάφτισε<br>Πώς θέλεις να ξεχάσω?<br>Η μνήμη σου<br>Το τώρα<br>Το ύστερα<br>Το πάντα<br>Αναίσχυντα<br>Με έχει διαπομπεύσει&#8230;</p>
<p>Μα εγώ εκεί<br>Φαγιούμ σιωπηλό<br>Στον τοίχο της ζωής σου<br>Να μαρτυρώ ανελέητα<br>Έναν πυρίμαχο έρωτα</p>
<h5><strong>ΛΥΓΜΟΣ</strong></h5>
<p>Μου άρεσε κάθε βράδυ<br>να σου διαβάζω Λίγους στίχους<br>Μετά αγρίευαν τα μέσα μου<br>και ζητούσαν φωτιές<br>Εσύ έσπερνες στο μυαλό μου μικρούς θανάτους<br>και μάζευες κόλλυβα<br>Ένιωθες τα πλοκάμια μου<br>γύρω από το σκοτάδι σου<br>Δεν μιλούσες<br>Ξεχνούσες το μεγάλο μου όνομα<br>Με φώναζες Λυγμό<br>Κι εγώ έκλαιγα<br>γιατί χαμένοι πήγαιναν όλοι οι στίχοι μου<br>Τους έκαιγε ολοζώντανος ο Λυγμός<br>Κι εσύ αναπαυόσουν με απελπισιά<br>πάνω στα αποκαΐδια<br>Μα και κείνη η δήθεν αγάπη σου<br>πνιγόταν εξήντα οργιές βαθιά<br>στο μέλλον των ματιών μου<br>Κάθε βράδυ<br>πάντα την ίδια ώρα<br>στον αστερισμό της Απόγνωσης<br>πεθαίναμε μαζί<br>τυλιγμένοι στους καμένους στίχους μας<br>οικειοθελώς και αναπότρεπτα</p>
<h5><strong>ΦΙΛΙΑ ΜΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΡΑΣΑ</strong></h5>
<p>Φιλιά μου πετροκέρασα<br>αιμάσσοντα , φθονερά<br>Έτσι καθώς φυτρώνετε<br>στις παρυφές του πόθου<br>αφήστε με να οσμισθώ<br>την άχραντη ευωδιά σας</p>
<p>Είναι σκληρό να μη μπορώ<br>τουλάχιστον να σας ψαύσω<br>Ούτως ή άλλως η γλώσσα σας<br>με γραμμική ομοιάζει<br>Κι εγώ αγράμματος εραστής<br>πώς να σας ερμηνεύσω;</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ</strong></h5>
<p>Η νύχτα απλώνει ανασφάλειες<br>το καλοκαίρι δηλώνει αθώο<br>-κι ας μην είναι-<br>τα χιλιόμετρα ορίζουν τη λέξη δυστυχία</p>
<p>Αν ο ουρανός συνεχίσει να με κοροϊδεύει<br>θα τον ανατινάξω σύγκορμο<br>Κι ας γίνω η παράπλευρη απώλεια</p>
<p>Θα ανοίξω ένα πηγάδι<br>θα κατεβώ στην υγρή κοιλιά του<br>Το θάνατο θέλω να μυρίσω<br>πρώτη εγώ</p>
<p>Απόψε συμμάχησα με όλα τα νυχτολούλουδα<br>Θα κρυφτώ στη στάχτη της γύρης τους<br>μέχρι να σ&#8217; αντικρίσω να σκύβεις<br>να δεις αν μυρίζουν</p>
<p>Απίστευτο τί τεχνάζεται ο έρωτας<br>για να υποκλέψει ένα δήθεν άγγιγμα<br>ένα μάλλον φιλί</p>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ I</strong></h5>
<p>Είπα<br>θ&#8217; αφήσω το αποτύπωμά μου εκεί<br>εκεί στο μισάνοιχτο στρείδι<br>των χειλιών σου<br>άσπιλο μαργαριτάρι<br>να μαρμαρώνει τη μνήμη<br>αιώνια</p>
<h5><strong>ΣΙΣΥΦΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>Βρεγμένοι δρόμοι<br>μιας κοιμώμενης πόλης<br>Οι λακκούβες προσχηματικές<br>Οι λογισμοί πριόνια<br>Οι πιτσιλιές της νύχτας<br>στο μεσοφόρι μου<br>Ο πόθος κατακερματισμένος<br>Η ομπρέλα υγρός λυγμός<br>Η καρδιά θρυμματισμένη</p>
<p>Ω. ! ασίγαστες σιωπές<br>και συ, ψυχή μου<br>των κεραυνών<br>και των Βεζούβιων<br>πώς αντέχεις να επωάζεις<br>έναν σισύφειο έρωτα</p>
<h5><strong>ΦΙΛI ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Μασημένο αγριοτριαντάφυλλο<br>το φιλί μου<br>Οι λεπτομέρειες του πάθους<br>ασήμαντες<br>Τα πεφταστέρια άχρηστα<br>Τα ρίγη ατρικύμιστα<br>Τα μονοσύλλαβα άφωνα</p>
<p>Η ουρά του ήλιου στο φευγιό του<br>μαστίγιο για την αυταπάτη μας<br>Κουρτίνες που θροούν<br>ψελλίζοντας τα αμολόγητα<br>Και τέλος το κατακάθι του έρωτα<br>πικρό<br>σαν της αψιθιάς τη φλόγα</p>
<p>Δεν έχουν λυτρωμό<br>οι ένοχες αγάπες</p>
<h5><strong>ΤΕΤΡΙΜΜΕΝΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ο ορίζοντας πάντα χαμηλών προσδοκιών<br>Τα έλατα μαχαίρια<br>που δεν καρφώνονται ποτέ<br>στο στήθος του ουρανού<br>Τα χέρια μου φορούν ακόμη<br>τα κίτρινα φθινόπωρα των αναζητήσεων<br>Έχω και μια επανάσταση σε εξέλιξη<br>αλλά βαριέμαι να τη συνεχίσω</p>
<p>Η φωνή του κοτσυφιού<br>Η ψαλμουδιά του ορθρινού σήμαντρου<br>κι εκείνο το χελιδόνι το αναποφάσιστο<br>ορίζουν τα βήματά μου</p>
<p>Στην παραλία η αμμουδιά τρώει τα πόδια μου<br>Πάντα αδηφάγο την ήξερα<br>κι όμως της τα έδωσα<br>Ίσως βγάλω φτερά<br>αν τελικά τα χάσω</p>
<p>Άλλωστε ο κόσμος τί θα ήταν<br>δίχως κάποιες ψυχές ανάπηρες<br>που τόλμησαν να πετάξουν με θράσος<br>θάβοντας τις προβλέψιμες τετριμμένες επαναστάσεις;</p>
<h5><strong>ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ</strong></h5>
<p>Η νύχτα περπατάει σκεφτική<br>Στήνω παγίδες στον έρωτα<br>Στήνω αντίσκηνο στον πόνο μου<br>Χρόνια τον κατοικώ<br>σαν τη μοναξιά μου<br>Νομάς των προαστίων της καρδιάς<br>αόρατη ακόμη και για σένα</p>
<p>«Γιατί δε μου μιλάς;»</p>
<p>Σβήνω τα χνάρια του φεγγαριού πάνω σου<br>Ελευθερώνω τα πουλιά που έχω κρυμμένα στον κόρφο μου<br>Να σε φτάσουν θέλω<br>να σου τραγουδήσουν τα ανείπωτα</p>
<p>Κρατάς το μαχαίρι<br>κοιτάς την πληγή μου<br>Δεν με πονάς<br>Είσαι πιο μόνος από τη σιωπή<br>Γονατίζω μπροστά σου<br>Φιλώ τη θλίψη σου<br>Μη με φοβάσαι<br>Είμαι μέλι</p>
<p>Χαράζω με τα νύχια μου την κόκκινη γραμμή<br>ανάμεσά μας<br>Εσύ στο όνειρο<br>Εγώ στο σκοτάδι<br>Η αγάπη σε αναζήτηση των διακριτικών του πάθους</p>
<p>Έλα να κοιμηθούμε στο άσπρο της νύχτας<br>Δεν είναι πάντα μαύρο το χρώμα της απόγνωσης</p>
<h5><strong>ΕΣΩΤΕΡΟΝ ΠΥΡ</strong></h5>
<p>Έσω καθίζηση<br>Χαμηλά έστρωσα να αναπαύσω την ψυχή μου<br>Δυο μάτια αναζήτησα<br>Φως ιλαρόν αγίας μνήμης<br>μεσ&#8217; τα σκοτάδια μου<br>Σκόνταψα στο σκαμνί σου συναξάρι μου<br>Ξεστράτισε από τις νότες η ψαλμωδία των καημών<br>στο κενοτάφιο της ζωής μου</p>
<p>Έσω εξιλέωση<br>των τραυμάτων<br>των παθών και των λαθών<br>των θανάτων και των αναστάσεων<br>των τίποτε και των ολότελα<br>Αγκομαχά η θύμηση<br>Στο σταυροδρόμι καταρρέει<br>Μαζί της κι εγώ</p>
<p>Έσω κατάνυξη<br>Φοράει το πνεύμα μου τα φλουριά<br>της Κομνηνής<br>Χύνεται στα χέρια μου το μελάνι της ιστορίας<br>Διαλέγω τις ψηφίδες μιας επανάστασης<br>Σφυροκοπά στα μηνίγγια μου η άλωση<br>του Εγώ<br>Κανείς προδότης<br>καμιά ιεροσυλία<br>Όλες οι κερκόπορτες δικές μου</p>
<p>Στο αρχαίο στασίδι ολόσωμη στέκεται η Μοίρα μου<br>Με υψωμένα τα χέρια δέεται<br>να αντέξει η πήλινη φτιαξιά μου το εσώτερον πυρ<br>της αναγέννησης<br>Πόσο χαίρομαι που γεννήθηκα πυράντοχη!</p>
<p>(Μετέωρα&#8230; αγναντεύοντας τους πύρινους βράχους της ζωής<br>μου&#8230;)</p>
<h5><strong>ΝΑ ΓΙΑΤΊ&#8230;</strong></h5>
<p>Να γιατί κάθε νύχτα<br>αλυσοδένω τα ρήματα<br>Να γιατί κάθε νύχτα<br>εχθρεύομαι τις παραλήγουσες<br>Γιατί π αιωνιότητα<br>τριγυρνάει αδέσποτη<br>κι αν πέσω πάνω της<br>χωρίς αντισώματα πια<br>θα μείνω αθάνατα<br>απελπισμένη</p>
<h5><strong>ΥΠΕΡΤΑΧΕΙΑ</strong></h5>
<p>Ταξιδεύω τη ζωή μου<br>με υπερταχεία<br>ανηλεούς κατεύθυνσης<br>Στο τελευταίο βαγόνι<br>υπνώττουν οι επιβαίνουσες<br>προσδοκίες<br>Τσάι καυτό πάνω σε ράγες<br>εαρινής ομολογίας<br>ήττας<br>Δυο περιστέρια αυτόχειρες<br>σε μετωπική ιδεολογιών<br>Ο ινδός απέναντι μου<br>βυθισμένος<br>σε ένα οξειδωμένο ροκ<br>Πόση ζωή ξυπόλητη<br>αντέχει<br>να κουβαλάει απόψε<br>ο συρμός<br>των 12 παρά πέντε<br>γκρεμούς ;</p>
<h5><strong>ΔΙΧΩΣ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ&#8230;</strong></h5>
<p>Η μαύρη γραμμή στον ορίζοντα<br>Η βουή των θνητών<br>που ανέμελα<br>τσαλαβουτούν στη λάσπη<br>Ο κεραυνός που γίνεται κάρβουνο<br>Η οσμή του ηφαιστείου<br>που θολώνει<br>την μέσα μου Πομπηία<br>Κι ο Σταυρός του Νότου<br>να δείχνει αμετάκλητα<br>το Πάθος<br>Πώς να περάσουν οι νύχτες<br>δίχως το φως σου;</p>
<h5><strong>ΤΕΛΟΣ</strong></h5>
<p>Οι Λέξεις<br>Οι στίχοι<br>Οι έρωτες<br>Οι ημίθεοι θνητοί<br>Οι απαγχονισμένοι χρησμοί<br>Όλα τελείωσαν<br>Εσύ έμεινες χωρίς μάσκα<br>Εγώ χωρίς χιτώνα<br>και η ιστορία μας χωρίς κοθόρνους<br>μίζερη , ασήμαντη, μικρή</p>
<p>Μείναμε τελικά<br>με ένα μήλο μισοφαγωμένο στα δόντια<br>και την ουλή από τη μαχαιριά του θανάτου να δείχνει<br>πόσο ερωτευμένοι υπήρξαμε με την αθανασία μας<br>κάποτε !</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΙΧΟΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ 2022-2024</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΑΛΩΘΗΚΑΜΕ ΜΑΤΑΙΩΣ</strong></h5>
<p>Και αναλωθήκαμε σε λόγια πολλά, φτηνά και χιλιοειπωμένα<br>Η γλώσσα μας από το ψέμα έχει μουδιάσει<br>Τα μάτια μας αδάκρυτα και στείρα πια<br>Και μεις ανέμελοι μέσα στην τόση αναίδειά μας<br>μέσ&#8217; στη χλιδή της ανείπωτης πενίας μας<br>σκονισμένοι στους χωματόδρομους της περηφάνειας μας<br>φυλακισμένοι στα διαβρωμένα δωμάτια<br>της άμοιρης αλαζονείας μας<br>Κι η έρμη ποίηση<br>ακόμη αντέχει<br>να μας ανέχεται<br>έτσι μικρούς και λίγους<br>ασκόπως να την περιφέρουμε<br>σε μάταιων συνάξεων ποικίλες οχλαγωγίες<br>Έρχονται όμως νύχτες εκδικητικές<br>στης ύπαρξής μας<br>το σκοτεινό παραγώνι<br>Ας ανάψουμε ένα κεράκι ελεήμον και συγχωρητικό<br>της τόσης αμετροέπειάς μας&#8230;</p>
<h5><strong>ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΛΠΑΖΟΝΤΑΣ ΩΡΑΙΕ ΜΟΥ ΙΟΥΛΙΕ ;</strong></h5>
<p>Πού πάει καλπάζοντας πάνω στα κύματα τούτος ο Ιούλιος;<br>Πού φεύγει με τόση βιάση η ποίησή του η αλμυρή;<br>Θα αναρωτιούνται σε λίγο οι γλάροι και τα μελτέμια που σέρνουν στα φτερά τους<br>πού είναι ο κύρης τους<br>Κι άλλη απάντηση δεν θα χουν από τη μυρουδιά των αχινών<br>τα θαλασσοφαγωμένα σανδάλια των Αγίων του Αιγαίου<br>και τα σπαρταρίζοντα στήθη της γοργόνας της Αντίπαρου<br>Πού κοιμάται πνιγηρό καταμεσήμερο<br>μέσ&#8217; τον ασβέστη του Ήλιου<br>ο χλωμός αστερίας της Αμμουλιανής;<br>Πού κλαίει<br>από σπασμένο σε χίλια θρύψαλλα έρωτα<br>ο βουτηχτής έφηβος των Αντικυθήρων;<br>Και πάλι<br>πού ξαποσταίνει μέσα στη λάβα της νιότης του<br>ο Κούρος της αρχαίας μου πατρίδας;<br>Ω! Μεσημέρι του Ιούλη μου<br>λιωμένο στο μέγα καύμα της ψυχής σου<br>αλυσοδεμένο στους θανατερούς τροχούς<br>του άμυαλου Φαέθωνα<br>ιδρωμένο και λιγόθυμο<br>πάνω στις καυτές πέτρες<br>της Κιμώλου!<br>Ω! Μεσημέρι του αδυσώπητου Ιούλη μου<br>Λιώσε με κι ανάστησέ με<br>μέσ&#8217; την ωραία κολυμβήθρα<br>της τέλειας ομορφιάς σου&#8230;</p>
<h5><strong>ΝΙΟΒΗ , ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ ΝΑ ΚΛΑΙΣ</strong></h5>
<p>Μέρες θέρους<br>ανυποψίαστα θλιβερές<br>Με ένα δρεπάνι αμφίστομο<br>να τεμαχίζει τον ήλιο σε δηλητηριώδεις μπουκιές<br>Με ένα καύμα να ρέει στις φλέβες του φεγγαριού<br>πού συνήθισε πια τις ιαχές του πολέμου<br>και τις εκατόμβες των δακρύων<br>Κάλυψε τα μάτια σου, Νιόβη<br>Καλύτερα βγάλτα<br>μικρότερος ο πόνος θα&#8217;ναι<br>πίστεψέ με<br>Τίναξε απ&#8217;τα ρούχα σου την άμμο της ερήμου<br>τυλίξου στο μαύρο ράσο<br>του πένθους των ανθρώπων<br>και μην ξεστομίσεις ούτε μια κατάρα<br>Δεν ωφελεί<br>πίστεψέ με<br>Λαμπαδιάζει απόψε ο ουρανός στην Ταμπρίζ<br>Ματώνουν τα κοχύλια στη θάλασσα της Άκρα<br>Δεν έχω ανάσα<br>Δεν έχω φωνή<br>Κι οι προσευχές μου όλες συντρίφτηκαν στη νεκρά ζωή των λόφων της Παλαιστίνης<br>Ο Αρχάγγελος της Αποκάλυψης βάζει δακρυσμένος στο θηκάρι το σπαθί του<br>Κουράστηκα, ψιθυρίζει<br>Πέθανα,κι ας είμαι αθάνατος<br>Σκύβω<br>τη δίψα της ψυχής να ανακουφίσω<br>Νερό πουθενά<br>Μόνον άμμος<br>και αίμα<br>Κουράστηκα, μονολογώ<br>Πεθαίνω κάθε μέρα<br>Όχι γιατί είμαι θνητή<br>αλλά γιατί δεν με αφήνουν<br>να είμαι άνθρωπος<br>αυτοί που θεοί αποφάσισαν πως είναι&#8230;</p>
<h5><strong>ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ</strong></h5>
<p>Τούτος ο τόπος είν&#8217; θεός<br>Τον ορίζουν οι παπαρούνες της Ανάστασης<br>και τα μνήματα όσων πολύ αγαπήσαμε<br>Κάθε Σάββατο σαν το σημερινό<br>οι ψυχές σεργιανάνε μέσα σε εκκλησιές ευωδιαστές<br>και κήπους με υάκινθους και γιούλια<br>Εμείς<br>τις κρατάμε απ&#8217;το χέρι<br>και βάζουμε στις τσέπες τους<br>σπόρια σιτάρι και ρόδια κατακόκκινα<br>Στα χείλη τους στάζουμε λάδι καθάριο και μαυροδάφνη μέλι<br>Και σαν το σήμαντρο σημάνει εσπερινό<br>τους κατευοδώνουμε στην αντίπερα όχθη<br>με μιαν υπόσχεση<br>Να αξιωθούμε την άφατη<br>χάρη και χαρά<br>όλοι μαζί<br>να ανταμώσουμε σε μιας Αγάπης ανέσπερης το φως<br>που δε γνωρίζει τι πάει να πει<br>ο φόβος του θανάτου&#8230;</p>
<h5><strong>ΕΡΗΜΗΝ</strong></h5>
<p>Σπασμός<br>Ένα αιφνίδιο κρακ<br>Τρία μπάι πας σε ώρα αιχμής<br>Ακριβώς στη στροφή Κινστέρνας και Μακεδονομάχων<br>πέφτει το βλέμμα μου πάνω σου<br>Ξανά ο σπασμός<br>Κάτι μεταξύ Αλεξάνδρειας που με αποχαιρετά και έρωτα που ξεψυχά<br>αδιάκοπα<br>χρόνια τώρα<br>Στο πρώτο περίπτερο της παραλιακής αγοράζεις<br>σταυρόλεξο και Καρέλια<br>Σ&#8217; ακολουθώ σαν τη σκιά σου<br>Πιτσιρικάς περνάει με ηλεκτρικό πατίνι δίπλα μου<br>σχεδόν θανάσιμα<br>Η ταχύτητα δεν είναι πια το δυνατό μου σημείο<br>Μαζεύονται σύννεφα στον ορίζοντα<br>κι εσύ μαζεύεις τα μανίκια σου<br>Πρώιμος καύσωνας<br>ή<br>δυσβάστακτες σκέψεις;<br>Παραγγέλνεις καφέ<br>Κάνω το ίδιο<br>Δεν ξέρεις τί ώρα είναι<br>Αλλιώς<br>γιατί αναζητάς απάντηση σε ερώτηση που αιωρείται μέσα σου<br>εν αμφιβόλω;<br>Πέντε παρά είκοσι , απαντώ<br>κάνοντας πως μιλώ στο τηλέφωνο<br>Ξεχνώ πως είναι θαμμένο στην τσάντα μου<br>κάτω από τα γραπτά της Ιστορίας<br>Ο Δαρείος μάλλον με κοροϊδεύει<br>αλλά ποιος δίνει σημασία σε έναν βάρβαρο<br>Ο καφές δεν πίνεται<br>Η βροχή δεν έρχεται<br>Οι ποδηλάτες δεν μας κοιτάζουν<br>Το σταυρόλεξο δεν άνοιξε ποτέ<br>Η ώρα δεν αυτοκτόνησε όπως το είχα σχεδιάσει<br>Κι εσύ δεν γύρισες ποτέ να δεις<br>ποιος κάθησε πίσω σου<br>Πια κατάλαβα<br>Τις λύσεις τις ήξερες από παιδί<br>Το ρολόι ήταν σφιχτοδεμένο πάντα στο χέρι σου<br>Ο καφές σου ήταν πρόσχημα παραπλάνησης<br>Και ο έρωτας παρίστανε τον νεκρό<br>-προμελετημένο έγκλημα<br>παλαιόθεν &#8211;<br>Μόνον που εγώ έμεινα κολλημένη<br>σε κείνον τον σπασμό<br>που συνέτριψε όλη την ύπαρξή μου<br>και μάλιστα ερήμην μου&#8230;</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ 2021-2022</strong></h5>
<h5><strong>ΜΗ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙΣ &#8230;!</strong></h5>
<p>Μνήμη , Μνήμη, Μνήμη μου<br>Εφορμάς με όλες σου τις λόγχες σήμερα<br>και με σφάζεις<br>και ντύνεσαι στα μαύρα<br>και ολοφύρεσαι<br>και κάθε που ανοίγω τα παράθυρα<br>να μην πνιγώ<br>απ&#8217; τους καπνούς σου<br>Εσύ , μου δείχνεις<br>και μου δείχνεις<br>κι όλο κλαίς<br>και χτυπιέσαι<br>και θρηνείς<br>και φλόγες ξερνάς<br>και τα σωθικά μου ξεσκίζεις<br>Μνήμη μου<br>τέτοια μέρα<br>με έναν ήλιο<br>να μαστιγώνει ανελέητα<br>όπως τότε<br>τα βουνά του Πόντου<br>να λιώνει αίμα πηχτό<br>στη Μαύρη θάλασσα<br>των αλύτρωτων καημών μας<br>και των αδικαίωτων λυγμών μας<br>να γκρεμίζεται στον Άδη<br>μαζί με τις χιλιάδες αθώες ψυχές<br>Μνήμη μου<br>πάλι και ξανά<br>σήμερα<br>με θανατώνεις<br>Μνήμη , Μνήμη, Μνήμη μου<br>δεν σταματάει ο πόνος<br>χρόνια τώρα<br>Τα δόντια του μένουν εκεί καρφωμένα<br>στα ογδονταοχτώ καμένα χωριά<br>της Κερασούντας<br>στα εβδομήντα χιλιάδες κουφάρια<br>της Αμάσειας<br>στα λεηλατημένα σώματα<br>και τα βεβηλωμένα κορμιά<br>της Σαμψούντας<br>Μνήμη μου<br>κλείσε τα αυτιά μου<br>Δεν αντέχω τις κραυγές<br>κλείσε τα μάτια μου<br>Δεν αντέχω τόση φρίκη<br>δεν αντέχω τόσο αίμα<br>να κατρακυλάει<br>στο στήθος της Ιστορίας<br>Δεν αντέχω να λέγομαι<br>Άνθρωπος<br>όσο εσύ μένεις πικρή και αδικαίωτη<br>μελανή και απορφανισμένη γλείφοντας<br>τις χαίνουσες πληγές σου<br>Μνήμη του Πόντου<br>του Γένους μου του καθημαγμένου<br>Αγία και αδούλωτη Μνήμη<br>Μη με προδώσεις &#8230;!</p>
<h5><strong>ΚΛΕΙΣΤΟΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ</strong></h5>
<p>Μικρός θάνατος η κάθε σκέψη σου<br>Πατήματα χωρίς χνάρια<br>τα λόγια σου<br>Δεν αντέχεται τόση απουσία<br>Είναι εκκωφαντικός ο τρόπος που σπάζεις μέσα μου<br>από ανάσα σε ανάσα<br>κι από βλέμμα σε άλλο ένα πεθαμένο βλέμμα σου<br>Έπαψα προ πολλού να υπάρχω<br>στην καύτρα του τσιγάρου και στα τραγούδια της κάθε νύχτας σου<br>Αιωρούμαι άσκοπα στο χθες που σταυρώνει το τώρα<br>Δεν ξέρω γιατί πονάει τόσο πολύ ακόμη το χαμόγελό σου<br>Ούτε γιατί οι θεοί σε κρατάνε στα αζήτητα<br>Ίσως μια Νέμεση χρεώνει πολλά για μια τέτοια προδοσία κι εσύ ελπίζεις να γλιτώσεις φτηνά<br>το ικρίωμα<br>Ξηλώνω το δυσβάσταχτο<br>γιατί<br>πριν ανατείλει η καινούργια μέρα<br>Δεν πρέπει να με βρει ντυμένη κατάσαρκα<br>την απελπισία της αποτυχίας<br>να αγαπήσω τον πόνο μου<br>Αλλά και χωρίς αυτόν<br>απίστευτα δύσβατοι όλοι της ευτυχίας οι δρόμοι&#8230;</p>
<h5><strong>Η ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>Κρίμα<br>Η νύχτα φοράει κόκκινες παντόφλες<br>και μαύρο πουκάμισο<br>Δεν την ήθελα<br>τόσο ανθρώπινη<br>τόσο συνηθισμένη<br>Ήλπιζα σε μια μαγεία<br>κάτι να σαλεύει περίεργα μέσα της<br>να τη βλέπω να μυρώνει<br>το ακατάληπτο<br>και το δεδομένο<br>και να τα κάνει θεϊκά<br>Ξέρεις<br>από καιρό ήθελα να σου μιλήσω<br>για το χώμα<br>για τα νερά<br>για τις πέτρες<br>και για κείνο το απ&#8217; όλα πιο σκληρό<br>τον έρωτα<br>Αλλά δίσταζα<br>μήπως και εξαιτίας μου<br>πιστέψεις<br>στον κλώνο της αμυγδαλιάς<br>και στο ξερό χορτάρι<br>Κι αν έτσι γίνει<br>τότε , αλίμονο,<br>δεν θα έχει πια η ποίηση<br>κανένα δικαίωμα<br>μήτε στο κορμί<br>μήτε και στην ψυχή σου<br>Ακριβώς όπως και η νύχτα σου<br>είτε φοράει μαύρο πουκάμισο<br>είτε φοράει απελπισμένο φως&#8230;</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΛΟΦΟ ΠΟΥ ΕΣΠΑΣΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ</strong></h5>
<p>Σαν ρημαγμένη από καιρό πολύ<br>σαν παραλοϊσμένη από τα τόσα βάσανα<br>κατέβαινε τον λόφο του Τεπέ<br>ψηλόκορμη και περήφανα ανθισμένη<br>ακόμη και τώρα<br>στα ογδόντα τόσα χρόνια<br>που κρεμόντουσαν σαν γιορντάνια<br>στο λαιμό της<br>Τι την προσπέρασε<br>Τι της έσβησε όλα τα χρώματα<br>Τι την αγρίεψε<br>μα και τι πολύ τηνε φοβήθηκε<br>δεν το&#8217;χε καταλάβει<br>Αυτή βαστούσε σφιχτά πάνω στην καρδιά της<br>τα σαλκίμια τα ευωδιαστά<br>και λίγους υάκινθους<br>να τα μοιράσει πάνω στα μνήματα<br>αυτών ,που είχαν για πάντα , φύγει<br>Το κορμί της βαρύ<br>Η σκέψη πεταλούδα<br>Το στόμα δροσερό<br>Τα βήματα αργά<br>Έσμιξε το βλέμμα της με μια μικρή χελώνα<br>Σα να της χαμογελούσε μέσα εκεί<br>στα βάτα και τις παπαρούνες<br>Της έμοιαζε πολύ<br>Σήμαντρο ακούστηκε εσπερινού<br>Άργησε<br>και θα την περίμενε σκυφτός και σιωπηλός<br>ο παπα Ανέστης<br>να διαβάσει το τρισάγιο το αναστάσιμο<br>για τους αγαπημένους της ψυχής της<br>Αυτή την ξέχασε ο Θεός εδώ κάτω<br>και του το χτυπούσε ετούτο το μικρό παράπονο<br>σε κάθε προσευχή της<br>Μα πώς να κάμψει τη βούληση<br>του Μεγαλοδύναμου<br>αφού &#8221;Αυτός μονάχα ξέρει&#8221;<br>Η μνήμη της χτισμένη κάθετα<br>ολόρθη σαν το κάστρο που γνέφει όλο τον κάμπο<br>απ την κορφή του λόφου<br>Όλα τα θυμόταν<br>λόγια, χάδια, αγάπες , και τις φαρμακερές σκλήθρες<br>του πόνου<br>Όλα<br>Και την πελεκούσανε αθόρυβα<br>βαθιά μέσα της<br>Μέχρι που πια δεν αισθανόταν τίποτε<br>Τίποτε<br>Μοναχά το δρεπάνι στοχαζόταν<br>που τη ζωή της θέρισε<br>προτού αυτή χρυσίσει από καρπό<br>Στο τελευταίο φιλί του ήλιου<br>έφτασε<br>Έσκυψε σαν ερωδιός μονάζων στις ερημιές<br>προσκύνησε το τελευταίο φως<br>το στερνό &#8221;εκέκραξα προς Σε&#8230;&#8221;<br>την πρώτη ανάσα της νύχτας<br>το πληγωμένο φτερό του Αρχάγγελου<br>στην πόρτα της εκκλησιάς<br>Κι έπειτα<br>σηκώθηκε με μια χαρά καρφωμένη κατάστηθα<br>στα μαύρα της ρούχα<br>με μιαν ελπίδα πανηγυρίζουσα<br>στα πονεμένα της μάτια<br>Ο ουρανός έγειρε ολάκερος πάνω της<br>Κρακ &#8230; έσπασε μύρια κομμάτια<br>Τα έτριψε σαν τη ρίγανη<br>μέσα στα δάχτυλά της<br>Και μοσχοβόλησε η πλάση<br>αγιοσύνη &#8230;!</p>
<h5><strong>ΠΩΣ ΝΑ ΓΛΥΚΑΘΕΙΣ&#8230;</strong></h5>
<p>Στην ερημιά του κόσμου<br>αναζητώ ένα πρόσωπο<br>Καταμεσήμερο<br>Φλέγονται οι ανάσες μου<br>Ο βασιλικός μαραζώνει<br>από κρυφό καημό<br>και ίσως έρωτα<br>Ανακινώ μηχανικά την αμφιθυμία μου<br>Πίκρα στα χείλη<br>Κατακάθισε μάλλον η ζάχαρη<br>Πώς να γλυκαθείς αόρατη ζωή μου<br>Οι άνθρωποι με προσπερνούν πάντα παγερά αδιάφοροι<br>Δεν είμαι παρά ένα ασήμαντο στίγμα στην προκαθορισμένη πορεία τους<br>Ακίνδυνο<br>Χωρίς καν την απαραίτητη θυμώδη απόχρωση<br>που ίσως κινητοποιούσε<br>το ελάχιστο ενδιαφέρον τους<br>Βυθίζομαι στον βυθό τους<br>Κανείς δεν θα με προσέξει<br>Ωραίος θάνατος<br>και ήσυχος<br>προπαντός<br>Το σήμερά μου σκάλωσε<br>σε μια παμπάλαιη εικόνα<br>του Άγιου Μόδεστου<br>προίκα της προγιαγιάς μου<br>Στηρίζω το βλέμμα μου στα στριφογυριστά κέρατα του αθώου βοδιού<br>που κρύβεται στα φτωχικά του ράσα<br>Ζηλεύω ετούτη την εκκωφαντικά απόλυτη ασφάλεια που νοιώθει<br>Καταμεσήμερο<br>Φλέγομαι από την αποτυχία της αναζήτησής μου<br>Χωρίς ένα πρόσωπο απέναντί σου<br>Πού να στραφείς πολυόμματη και διψασμένη, ψυχή μου&#8230;;</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΩΣ ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ 2020-2022</strong></h5>
<p><strong>Ο ΜΕΓΑΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ</strong></p>
<p>Σκυφτός<br>Τα χέρια πάντα σταυρωμένα<br>σαν την σταυρωμένη ζωή του<br>Λόγια λιγοστά<br>Εν ταις οπαίς της γης κρυμμένος<br>Όπως όλοι οι θησαυροί<br>άλλωστε<br>Νοσταλγός η σκέψις του εσύρθη εις την πεφιλημένην νήσον<br>Ενηγκαλίσθη νοερώς την φιλτάτην μορφήν του τάλανος πατρός<br>εθώπευσε τας παρειάς των δύσμοιρων αδελφών του<br>Εδάκρυσε<br>Έσφιγξε πεισμόνως την ευλογημένη του πένα<br>και<br>&#8211; Ω του παραδόξου θαύματος &#8211;<br>άπαντας τους εν σκιά θλίψεως και πτωχείας και πάσης δυστυχίας καθημένους<br>ανέστησεν<br>ομού και τον πολυβασανισμένον εαυτόν<br>Ούτως<br>ως στρουθίον μονάζον εις του κόσμου την ερημίαν<br>ως όνειρον εις το κύμα<br>και ως αστραπή παμφωτίζουσα<br>διέβη από γης εις τα εράσμια ουράνια καταλύματα<br>Ένθα η τρυφερή του καρδία θα αναπαύετο πλέον<br>από πάσαν οδύνην, λύπην και στεναγμόν&#8230;<br>Και ημείς,τέκνα του απορφανισμένα όντες,<br>γόνυ κάμπτομεν ευλαβώς<br>την αγίαν του ευχήν εκζητούντες<br>Και κάθε που θολώνει ο νους μας, αδελφοί<br>κάθε που τον βηματισμόν μας χάνομεν<br>εις αυτόν ας προστρέχωμεν&#8230;.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τραπέζι<br>Σερβίτσιο τσαγιού<br>Βαζάκι με γλυκό τριαντάφυλλο<br>Μεταξύ μας, όλα ετούτα, απλώς παρίσταντο<br>στη συνάντηση<br>της Κλεοπάτρας με την Ευριδίκη<br>Δυο γυναίκες ξεχασμένες από τη ζωή<br>και την ποίηση<br>Ποιος άλλωστε να ασχοληθεί με την τετραγωνική ρίζα της δυστυχίας τους<br>Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αφαιρώντας το άθροισμα των βασάνων τους<br>προέκυπτε μια φαμ φατάλ σε χειμερία νάρκη<br>και μια Ζαν ντ &#8216; Αρκ με σκουριασμένο σπαθί και ξεθωριασμένο φωτοστέφανο<br>Τότε η ποίηση όφειλε<br>να υποκλιθεί στη γενναία πράξη της μετάνοιας<br>και να αρπάξει την ευκαιρία της αποκατάστασης της τιμής τους<br>Αλλά σήμερα<br>είναι τόσο δυσνόητα τα μαθηματικά και η συγχώρεση<br>Ας επαναπαυθούμε, επομένως, στην μονότονη και ασφαλή γραμμή πλεύσης της εφημερότητάς μας<br>Κι ας αφήσουμε τους ηρωισμούς<br>στους ποιητές που κυοφορούνται σιωπηλά<br>στο υπογάστριο της επικίνδυνα αναίσθητης κι απαίδευτης εποχής μας<br>Κάποια στιγμή<br>είναι βέβαιο πως<br>θα αποκαλυφθεί το μεγαλείο και η μεγαλειότητα<br>των δύο ασήμαντων ηρωίδων και της απογευματινής τους συνάντησης<br>Άλλωστε αυτό το εγγυάται &#8211; εν είδει τραγικής προοικονομίας &#8211;<br>το φτιαγμένο από τα χεράκια τους<br>γλυκό τριαντάφυλλο&#8230;</p>
<h5><strong>Ω! ΝΕΚΡΕ ΓΥΜΝΕ &#8230;!</strong></h5>
<p>Ίσταμαι<br>κάτω από το ξύλο<br>που τόσοι προφήτες παίνεψαν<br>Εγώ , ο σκώληξ που ροκάνισε το σκήπτρο<br>που κάποτε μου χάρισες<br>Το τιποτένιο χορτάρι<br>το αφανισμένο από δυο πέτρες<br>που το αίμα Σου πότισε<br>Εγώ , η ακίδα του εμβαπτισμένου<br>στο όξος και στη χολή όλων των αιώνων<br>καλαμιού ,που Σε δρόσισε<br>Εγώ, το ένα από τα ζάρια<br>που διεκδίκησαν τον άρραφο χιτώνα Σου<br>Το τελευταίο της αστραπής βλεφάρισμα<br>πριν το &#8221;τετέλεσται&#8221;<br>Ίσταμαι<br>κάτω από το χωρίς είδος και κάλλος πρόσωπό Σου<br>Αιμορραγώ<br>από όλες τις αμφιβολίες<br>όλες τις αρνήσεις<br>όλα τα ασήκωτα ερωτηματικά<br>που φόρτωσες στις αδύναμες πλάτες μου<br>Δεν μπορώ να δω του ναού το σκισμένο παραπέτασμα<br>μήτε ν&#8217; ακούσω τη βοή των ανεωγμένων τάφων<br>Δεν μπορώ να αντικρίσω τις λεγεώνες των αγγέλων<br>που τον ιδρώτα Σου σκουπίζουν<br>μήτε του ήλιου το φρικτό σκοτείνιασμα<br>στου αγκαθωτού στεφανιού Σου τη θέα<br>Ίσταμαι<br>μόνη<br>μέσα στην οδυνηρή ερημιά της απιστίας μου<br>και με οδυνώμενα σπλάχνα αγριμιού λαβωμένου<br>κραυγάζω<br>Ὢ νεκρὲ γυμνέ καὶ Θεοῦ ζῶντος Λόγε<br>Εσύ μπορείς να με δεις<br>μπορείς να με ακούσεις<br>Έλα , Πληγή μου και Πόνε μου<br>δείξε μου την πόρτα να βγω από τον Άδη<br>Εσύ, που τόσο καλά γνώρισες τα κατατόπια του&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τραπέζι<br>Σερβίτσιο τσαγιού<br>Βαζάκι με γλυκό τριαντάφυλλο<br>Μεταξύ μας, όλα ετούτα, απλώς παρίσταντο<br>στη συνάντηση<br>της Κλεοπάτρας με την Ευριδίκη<br>Δυο γυναίκες ξεχασμένες από τη ζωή<br>και την ποίηση<br>Ποιος άλλωστε να ασχοληθεί με την τετραγωνική ρίζα της δυστυχίας τους<br>Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αφαιρώντας το άθροισμα των βασάνων τους<br>προέκυπτε μια φαμ φατάλ σε χειμερία νάρκη<br>και μια Ζαν ντ &#8216; Αρκ με σκουριασμένο σπαθί και ξεθωριασμένο φωτοστέφανο<br>Τότε η ποίηση όφειλε<br>να υποκλιθεί στη γενναία πράξη της μετάνοιας<br>και να αρπάξει την ευκαιρία της αποκατάστασης της τιμής τους<br>Αλλά σήμερα<br>είναι τόσο δυσνόητα τα μαθηματικά και η συγχώρεση<br>Ας επαναπαυθούμε, επομένως, στην μονότονη και ασφαλή γραμμή πλεύσης της εφημερότητάς μας<br>Κι ας αφήσουμε τους ηρωισμούς<br>στους ποιητές που κυοφορούνται σιωπηλά<br>στο υπογάστριο της επικίνδυνα αναίσθητης κι απαίδευτης εποχής μας<br>Κάποια στιγμή<br>είναι βέβαιο πως<br>θα αποκαλυφθεί το μεγαλείο και η μεγαλειότητα<br>των δύο ασήμαντων ηρωίδων και της απογευματινής τους συνάντησης<br>Άλλωστε αυτό το εγγυάται &#8211; εν είδει τραγικής προοικονομίας &#8211;<br>το φτιαγμένο από τα χεράκια τους<br>γλυκό τριαντάφυλλο&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΘΩΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ</strong></h5>
<p>Δεν είναι εύκολο να κόβεις μόνος σου τον ομφάλιο λώρο<br>Και να λες να!<br>Γεννήθηκα!<br>Γιατί το αίμα πάντα θα σε προδίδει<br>ακόμη και ξερό<br>πάνω στα λέπια της ψυχής<br>Και τα ποτάμια που λαχτάρησες να το ξεπλύνουν<br>-πίστεψέ με &#8211;<br>δεν τους αρέσει να γυρίζουν στις πηγές τους<br>Από την άλλη<br>Είναι και κείνη η μήτρα η σκοτεινή που φλεγμαίνει<br>κάθε φορά<br>που βρέφος θέλεις να ξαναμπαίνεις μέσα της<br>Ο πυρετός της<br>που δεν ξεχωρίζει ποιητές και μη<br>που καίει κάθε επέτειο γέννησης<br>και βραχυκυκλώνει κάθε μικρή ηλεκτρική μονάδα παραγωγής αισθημάτων<br>Δεν είναι εύκολο ποτέ<br>να περιμένεις να στεγνώσουν τα λοχεία<br>της ποίησης<br>για να μπορέσεις να βαπτισθείς στο βλέμμα της<br>να ονοματιστείς άνθρωπος εξ αρχής<br>να κάνεις τα καταγώγια του Άδη<br>να κλάψουν από ζήλεια<br>για την θανάτωση της φθοράς<br>Το μόνο εύκολο είναι<br>να παίζεις με τη λέξη<br>αθώα περιστερά<br>χαμογελώντας ουράνια&#8230;</p>
<p></p>
<p>.</p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 Jan 2026 20:20:35 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22718</guid>

					<description><![CDATA[Η Μάτση Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου 1914. Γονείς της ο Κλέωνας Χατζηλαζάρου και μητέρα της η Βιργινία Ζωΐδου. Νονός της, ο τότε βασιλιάς τής Ελλάδος Κωνσταντίνος ο Α&#8217;.Η οικογένεια των Χατζηλαζάρων ήταν από τις πιο εύπορες και σημαντικές στην Θεσσαλονίκη κατά το 2ο ήμισυ τού 19ου αιώνα και τις αρχές τού 20ου. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p>Η Μάτση Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου 1914. Γονείς της ο Κλέωνας Χατζηλαζάρου και μητέρα της η Βιργινία Ζωΐδου. Νονός της, ο τότε βασιλιάς τής Ελλάδος Κωνσταντίνος ο Α&#8217;.<br>Η οικογένεια των Χατζηλαζάρων ήταν από τις πιο εύπορες και σημαντικές στην Θεσσαλονίκη κατά το 2ο ήμισυ τού 19ου αιώνα και τις αρχές τού 20ου. Ο πατέρας της Κλέωνας Χατζηλαζάρου είχε σπουδάσει νομικά στην Γερμανία και την Αμερική και από το 1891 υπήρξε διερμηνέας στο προξενείο των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη και από το 1905 συνδιευθυντής τού υποκαταστήματος τής νεοϊδρυθείσας Τράπεζας τής &#8220;Ανατολής&#8221; Ελληνικών συμφερόντων.<br>Υπάρχουν μαρτυρίες για την συμμετοχή του στον Μακεδονικό αγώνα, στον τομέα τού εξοπλισμού των Ελληνικών σωμάτων. Το 1912 με τη απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ο βασιλιάς τής Ελλάδος Γεώργιος θα φιλοξενηθεί στο σπίτι τού Χατζηλαζάρου. Υπήρξαν στενές μεταξύ τους και στο Ισόγειο τού μεγάρου των Χατζηλαζάρων θα εκτεθεί η σορός τού Γεωργίου μετά την δολοφονία του στις 18-03-1913. Οι σχέσεις τής οικογένειας με το νέο βασιλιά Κωνσταντίνο υπήρξαν στενές.<br>Τον Απρίλιο τού 1917 λόγω τής πολιτικής κατάστασης διαφεύγει με όλη του την οικογένεια στη Γαλλία και στη συνέχεια στην Ιταλία.<br>Με τη λήξη τού Α&#8217; παγκοσμίου πολέμου το 1918 η οικογένεια θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη.<br>Το 1986 η Μάτση Χατζηλαζάρου θα πει: Είμαι τρίγλωσση. Λόγω των μετακινήσεων των γονιών μου, έμαθα πρώτα αγγλικά, μετά Ιταλικά και όταν γύρισα στην Ελλάδα Ελληνικά». Στην πραγματικότητα τετράγλωσση λόγω των Γαλλικών τα οποία μιλούσαν στο σπίτι, κατά τις μεγαλοαστικές συνήθειες.<br>Από το 1931 η οικογένεια κατοικεί στην Αθήνα και με την πάροδο τού χρόνου λόγω και των πολιτικών μεταβολών και ανωμαλιών, έρχεται η οικονομική καταστροφή.<br>Παλαιότεροι Αθηναίοι, θυμούνται τη Μάτση Χατζηλαζάρου, μια λεπτή και ζωηρή Αθηναία, που ξεχώριζε στην κοσμική ζωή τής Αθήνας τη δεκαετία 30-40, όταν ήταν στα είκοσι της χρόνια και να αναφέρεται στις κοσμικές στήλες.<br>Παντρεύτηκε, πιο σωστά κλέφτηκε, με ένα νεαρό Γερμανό φοιτητή, τον Καρλ Σούρμαν τον οποίο δεν ήθελε η αυστηρή, αστική, πλούσια ακόμη οικογένεια Χατζηλαζάρου και ο γάμος έγινε κρυφά, σε μια αίθουσα τού «Σεσίλ» στην Κηφισιά («Σημειωματάριο», Η Καθημερινή 2.7.1987).<br>Το 1934 πεθαίνουν και οι δύο γονείς της με διαφορά έξι μηνών ο ένας από τον άλλο, αφού προηγουμένως έχουν καταστραφεί οικονομικά.<br>Το 1936 διαλύεται ο γάμος τής Μάτση Χατζηλαζάρου με τον Καρλ Σούμαν και τον Ιούλιο 1937 παίρνει διαζύγιο . <br>Μετά το διαζύγιο παντρεύεται τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων Σπύρο Τσαούση, αλλά και ο γάμος αυτός θα κρατήσει πολύ λίγο. Θα διαλυθεί το 1938. Μαζί του όμως θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις καθ᾿ όλη τη διάρκεια τής ζωής της.<br>Το 1935 είχε γίνει γίνει η περίφημη διάλεξη του Ανδρέα Εμπειρίκου &#8220;Υπερρεαλισμός, μια νέα επαναστατική σχολή&#8221; και η έκδοση τής πρώτης ποιητικής του συλλογής &#8220;Υψικάμινος&#8221;. Ακολούθησε το 1936 η έκθεση με Υπερρεαλιστικά έργα στο σπίτι του Εμπειρίκου. Συγχρόνως ο Ανδρέας Εμπειρίκος άρχισε το επαγγελματικό ψυχαναλυτικό του έργο.<br>Η Μάτση θα προσφύγει στον Εμπειρίκο ως ψυχαναλυόμενη. Η σχέση θα μετατραπεί σε έντονη ερωτική σχέση. Ο Εμπειρίκος θα μυήσει την Χατζηλαζάρου στην ποίηση και το κίνημα τού Υπερρεαλισμού. Η Μάτση γοητεύεται από τον Υπερρεαλισμό, σαν κίνημα απελευθερωτικό από συμβάσεις κοινωνικές, σαν κίνημα ελεύθερης ποιητικής και ερωτικής έκφρασης. Η σχέση θα καταλήξει σε γάμο το 1939. Το ταξίδι τού &#8220;μέλιτος&#8221; θα γίνει στο Ναύπλιο, από το οποίο υπάρχουν στο αρχείο τής Χατζηλαζάρου πολλές φωτογραφίες. <br>Το χειμώνα του 1940-41, και ενώ η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο, η Χατζηλαζάρου παρακολουθεί σεμινάρια βοηθού νοσοκόμου τα οποία ολοκληρώνει ένα μήνα πριν οι Γερμανοί μπουν στην Ελλάδα. Για τις υπηρεσίες της στα στρατιωτικά νοσοκομεία Αθηνών, ο Ε.Ε. Σταυρός τής απένειμε το 1949 &#8220;Δίπλωμα και Μετάλλιο&#8221;.<br>Κατά την διάρκεια της Κατοχής συνεχίζονταν οι τακτικές συγκεντρώσεις τής Πέμπτης στο σπίτι τού Εμπειρίκου με ένα ευρύτατο κύκλο υπερρεαλιστών και νεωτερικών ποιητών (Ελύτης, Γκάτσος, Εγγονόπουλος, Παπατσώνης, Νάνος Βαλαωρίτης, Κακναβάτος, Παπαδίτσας, και πολλοί άλλοι). <br>Την χρονική περίοδο τού 1943, μέσα στην κατοχή αλλά και τις έντονες πνευματικές αναζητήσεις, η Χατζηλαζάρου γνωρίζει τον ποιητή Ανδρέα Καμπά και συνδέεται ερωτικά μαζί του, εγκαταλείποντας τον Εμπειρίκο, με τον οποίο θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις. Ο Εμπειρίκος θα συνεχίσει να την βοηθά και να στηρίζει τις επιλογές της. Μάλιστα θα τής δώσει συστατική επιστολή για να συμπεριληφθεί στη λίστα υποτρόφων τού Γαλλικού Ινστιτούτου (Διευθυντής, ο Οκτάβιο Μερλιέ, γενικός γραμματέας Ροζέ Μιλλιέξ). Όταν η επιτροπή επιλογής ρώτησε τη Μάτση για πιο λόγο ήθελε να ταξιδέψει στη Γαλλία εκείνη απάντησε: «Για να αγγίξω ένα Πικάσσο, ένα Ματίς με το χέρι μου. Να μην τούς βλέπω reproduction». Οι Έλληνες διανοούμενοι αναχώρησαν στις 22 Δεκεμβρίου 1945, για τη Γαλλία με το &#8220;θρυλικό&#8221; πλοίο Ματαρὀα.<br>Η Μάτση είχε κάνει τις πρώτες ποιητικές της απόπειρες στα πρώτα χρόνια τής Κατοχής και τελικά θα καθαρογράψει 31 ποιήματα χρονολογημένα από 11-1-1939 έως 20-2-1942 με αφιέρωση στον &#8220;Ανδρέα&#8221;(Εμπειρίκο). Δέκα από αυτά θα συμπεριλάβει στην πρώτη της ποιητική συλλογή &#8220;Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης&#8221;, (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1944 (με μια ξυλογραφία του Διαμαντή Διαμαντόπουλου).<br>Το 1945 στο 1ο τεύχος τού περιοδικού &#8220;Τετράδιο&#8221; η Χατζηλαζάρου δημοσιεύει τα &#8220;Δύο διαφορετικά ποιήματα&#8221; <br>Το 1946 βγαίνει το διαζύγιο της Μάτσης με τον Εμπειρίκο. Η Χατζηλαζάρου αν και ταξιδεύει με το νέο της σύντροφο Ανδρέα Καμπά στη Γαλλία, χωρίζει μαζί του στα μέσα του 1946, για τον ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό.<br>Στη Γαλλία γνωρίζεται με τον Τριστάν Τζαρά τον Αντρέ Μπρετόν και τον Ισπανό ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό ανεψιό τού Πικάσσο. Με τον Βιλατό αρχίζει μια καινούργια ερωτική σχέση και θα ζήσουν μαζί για οκτώ χρόνια ως το 1954. Μέσω τού Βιλατό θα γνωρίσει τον Πικάσο και τον Ματίς.<br>Το 1947 ο Εμπειρίκος θα παντρευτεί με κουμπάρο τον Οδυσσέα Ελύτη, τη Βιβίκα Ζήση. Η Χατζηλαζάρου θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις με το νέο ζευγάρι.<br>Το 1949 εκδίδεται η ποιητική της συλλογή Cinq Fois στο Παρίσι, με έξι χαλκογραφίες τού Βιλατό.<br>Τον Οκτώβριο 1951, εκδίδεται στην Αθήνα η ποιητική συλλογή της &#8220;Κρυφοχώρι&#8221;, πάλι με τέσσερεις χαλκογραφίες τού Βιλατό.<br>Το 1954 η Μάτση και ο Βιλατό χωρίζουν. Διατηρεί όμως μαζί του, μια βαθιά φιλία, ακόμη και όταν ο Βιλατό παντρεύτηκε και απέκτησε οικογένεια. Η πυκνή αλληλογραφία τους διατηρείται έως το τέλος τής ζωής τής Μάτσης. 0 Βιλατό μετά το θάνατο τής Μάτσης θα προχωρήσει το 1989 σε δωρεά τριών έργων του στη μνήμη της.<br>Το 1954 εκδίδεται στο Παρίσι η ποιητική της συλλογή &#8221; La Frange des Mots&#8221; (Τα λόγια έχουν κρόσσια), η οποία είναι αφιερωμένη στον Βιλατό. Μεταφρασμένα στα Ελληνικά θα συμπεριληφθούν το 1979 στη συγκεντρωτική συλλογή: &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221;.<br>Το 1955 η Μάτση Χατζηλαζάρου συνδέεται ερωτικά με τον Καστοριάδη.<br>Το 1958 η Χατζηλαζάρου επιστρέφει στην Αθήνα.<br>Το διάστημα (1965-1973) δεύτερη διαμονή στο Παρίσι, ως διευθύντρια τού εκεί καταστήματος τού οίκου Βαράγκη. <br>Το 1973 οριστική επιστροφή στην Αθήνα.<br>Το 1975 θάνατος του Ανδρέα Εμπειρίκου.<br>Το 1979, έκδοση από τον Ίκαρο, τής συγκεντρωτικής συλλογής &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221; με πρόλογο και επιμέλεια Αλέξανδρου Ξύδη. Περιλαμβάνει τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές και 20 νέα ποιήματα με τον τίτλο &#8220;Εκεί-πέρα εδώ&#8221;<br>Το 1984 οι εκδόσεις &#8220;Κείμενα&#8221; του Φίλιππου Βλάχου εκδίδουν την ποιητική συλλογή της 7χ3.<br>Το 1985 δημοσιεύεται και πάλι από τα &#8220;Κείμενα&#8221; η συλλογή &#8220;Το δίχως άλλο-Αντίστροφη αφιέρωση&#8221;.<br>Το 1987 στις 16 Ιουνίου πεθαίνει η Μάτση Χατζηλαζάρου.<br>Το Δεκέμβριο 1989, οι εκδόσεις &#8220;Ίκαρος&#8221; εκδίδουν σε ένα τόμο με τον τίτλο &#8220;Ποιήματα 1944-1985&#8243; με επιμέλεια Γεωργίας Παπαγεωργίου, όλα τα ποιήματα που είχαν γραφεί στα Ελληνικά, και περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές &#8221; &#8220;Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης&#8221;, &#8220;Δύο διαφορετικά ποιήματα&#8221;, &#8220;Κρυφοχώρι&#8221;, &#8220;Τα λόγια έχουν κρόσσια&#8221;, &#8220;Εκεί-πέρα εδώ&#8221; τις οποίες η ποιήτρια είχε ενώσει στη συγκεντρωτική συλλογή &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221; και δύο ποιητικές συλλογές &#8220;7χ3&#8243;και το &#8220;Το δίχως άλλο-Αντίστροφη αφιέρωση&#8221;.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-115/" rel="attachment wp-att-22720"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22720" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12-206x300.jpg" alt="" width="311" height="453" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12.jpg 660w" sizes="(max-width: 311px) 100vw, 311px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h6>
<p>Δειγματολογικά εδώ τα ποιητικά κείμενα της Μάτσης Χατζηλαζάρου, <br>ένα είδος χειραψίας και προς τους σημερινούς κατοίκους<br>της Κοινότητας του Κάτω Γραμματικού, πρώτη εστία και γενέτειρα<br>των προγόνων πατέρων της.<br>Ωσάν γόνος του παρόντος γεωγραφικού σημείου (που ποτέ δεν<br>γνώρισε μα που επιθυμούσε ζωηρά κι αυτό και τη λαλιά του), η<br>πυρηνική ποίησή της ένα προσκύνημα και μια υπενθύμιση του <br>απέραντου διακονέματος των αγαθών (μα τόσον επώδυνων) <br>γραφών στην υπηρεσία της ανθρώπινης καθημερινότητας.<br>Ο πολιτισμός της ποίησης και πάλι παρών -η αρχή κάθε ομορφιάς <br>που όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι κατέχουν κρυμμένη τη δυνατότητά της.</p>
<p>Σημείωση:<br>Τα ενδεικτικά ποιήματα, Μνήμη της Μάτσης Χατζηλαζάρου, προέρχονται από την έκδοση «Ποιήματα 1944-1985» εκδόσεις Τκαρος 1989, Αθήνα.<br>Η παρούσα ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου διανέμεται δωρεάν.</p>
<p style="text-align: center;">Μάρκος Μέσκος<br>Κάτω Γραμματικό Ν. Πέλλας, 2-9-2012</p>
<p></p>
<p>Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.<br>Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.<br>Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει<br>μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.<br>Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος<br>κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει<br>Τον καλπασμό του αλόγου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.<br>Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου<br>εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι<br>τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,<br>ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,<br>κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,<br>μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι<br>τα μέλη σου σφιχτοδεμένα &#8211; εκεί κάπως εντοπίζω<br>την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν<br>το δαγκωμένο φρούτο.<br>Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία &#8211; τα ποιήματα που<br>αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα<br>να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.<br>Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική<br>πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που<br>βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από<br>μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές<br>—μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,<br>σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι &#8211; ή σαν γιαλός<br>το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,<br>ο αχινός &#8211; και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,<br>μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,<br>σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη<br>τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,<br>και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,<br>τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p>Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω<br>να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ‘ναι<br>σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.<br>Το σιγανά κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση<br>της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.<br>Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.<br>Η ποίησή μας είναι η ζωή.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός -Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)</p>
<p></p>
<p>Εθωρούσεν ο νιος πίσω απ’ την αγναντεύτρα κουρτίνα.<br>Επερίμεναν οι σπιλιάδες του Αυγούστου μες στους φουσκωμένους φλόκους.<br>Ένα αγιόκλημα εσκαρφάλωνε αναστενάζοντας και μοσχοβολώντας &#8211;<br>ίσαμε που έμπλεξε μες στο σύννεφο του δειλινού.<br>Τόσα δάση φλέγονται,<br>τόσα παγόβουνα λιώνουνε,<br>τόσες μανόλιες μας λιποθυμούν,<br>τόσοι κάμποι μας παιδεύουνε.<br>Εμείς ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο<br>-η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι.<br>Η θάλασσα είναι παντάνασσα &#8211; πλένει όλους τους καημούς μας.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός -Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)</p>
<p></p>
<p>Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό<br>επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι<br>μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.<br>Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,<br>κι όταν ξανασταθούμε ν&#8217; ακούσουμε ο ήχος μας είναι<br>σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,<br>τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων<br>των κυμάτων.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλους τους ασφοδέλους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου<br>τα μεράκια, τα ντέρτια — το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,<br>το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως<br>και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου<br>όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, τη χαρά μου<br>όταν ζω.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλες τις μέρες του χρόνου — δικές μου είναι, από τη μιαν<br>αυγή στην άλλη — με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,<br>ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος — για μένα που είναι η μέρα;<br>Πού ‘ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,<br>πού ‘ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ‘ναι<br>ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;<br>Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό<br>λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και<br>Aqua Marina.<br>Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να<br>πεθάνω όλους τους θανάτους.<br>Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε<br>γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε<br>όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε<br>με το ‘να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Στην Σ. X</p>
<p>Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;<br>Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;<br>Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες<br>επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.<br>Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο<br>κι ένα κόκκινο — ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.<br>Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο<br>τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου — ίσως τη δούνε, ίσως<br>την ακούσουνε.<br>Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,<br>τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα<br>και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι — τότε ίσως του<br>δοθούνε, ναι, ίσως ερωτευθούνε.<br>Αν είχα τη φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε<br>μου ‘φτάνε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.<br>Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,<br>και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,<br>και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν<br>την καρδιά μας;<br>Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,<br>το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της<br>δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου και οι παλμοί μου θε να ‘ναι<br>οι αναπνοές κι οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.<br>Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή,<br>Έ ρ ω τ α, Έ ρ ω τ α.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;<br>Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,<br>κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.<br>Όλα μου σου τα χαρίζω — μες στον ήλιο και μες στο<br>ερωτικό χρώμα των ματιών σου.<br>Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει<br>το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.<br>Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;<br>έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.<br>Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.<br>Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;<br>Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,<br>η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά — αχ!<br>μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι<br>η τρυφερότης σου.<br>Ποιος να ‘ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;<br>Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης<br>Παρασκευής.<br>Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,<br>πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,<br>δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.<br>Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.<br>Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου<br>μες στα χαμομήλια.<br>Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου — με το φως,<br>με τον ήλιο.<br>Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί<br>μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Αυτή η τελευταία σταγόνα του κρασιού περιέχει την κραυγή<br>μιας μπουρούς, πάνω σ’ ένα κύμα αρμενίζει η σταρένια μου ψάθα.<br>Α, στάσου! γιατί εκεί δεξιά στον ουρανό είδα το σύννεφο<br>της καρδιάς μου.<br>Είναι δικό μου παιδί το δελφίνι, οι αχιβάδες είναι τα<br>μάτια μου, τα στέρεψεν η θάλασσα.<br>Εμέτρησα τα γλαστράκια του μπαλκονιού — απ’ αυτόν τον<br>τιποτένιο αριθμό πάντα λείπει ο εαυτός μου.<br>Μέσα στα βράχια έζησα μαζί με τόσες πεταλίδες — σε κάθε<br>τρυφερή λακκούβα της σπηλιάς κρεμάω τη γαλανόλευκή μου.<br>Δεν εκοίταξα ποτέ μου πίσω απ’ τις παλιές μου φωτογραφίες<br>(εκεί που ‘μια τόσο απροστάτευτη) — φοβάμαι μη μου φανερωθεί<br>το προσωπικό μου δράμα.<br>Έτσι θα βρω μια μέρα μέσα στα σεντόνια μου ένα κόκκινο<br>τριαντάφυλλο — μες στην έντασή του θα παραμονεύει το βάρος<br>της τρυφερότητάς του.<br>Κι ας μη με πείθουνε τα χέρια των πολλών, κι οι αναπνοές<br>των πολλών ας μη θαμπώνουνε κανένα μου καθρέπτη — κάποτε<br>σωπαίνει ο άνεμος που ροβολάει απ’ το βουνό μ’ ένα μονάχα<br>στεναγμό ανθρώπου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<h5><strong>Απόγεμα</strong></h5>
<p>Μαύρη γάτα γυαλιστεροί<br>λάγνα σα μάτι<br>κατοικίδιο<br>εσύ ελεύθερο<br>στην ηδονή έχεις<br>μιαν ανάσα αλλόκοτη<br>ήμερη ήμερη ήμερη<br>η ράχη σου βρίσκει<br>μες στο δωμάτιο<br>όλα τα λησμονημένα χάδια</p>
<p>κι αν δοκίμαζα με σενανε<br>τα ξόρκια μου<br>κι αν σε ονομάτιζα<br>Γριγρίτσα μου γυαλιστερή<br>εσύ ελεύθερη</p>
<p>όχι καλύτερα<br>να σε πω Γριγρία<br>γυαλιστερή μου λάγνα<br>Γριγρία<br>μαύρη σα μάτι<br>παίζεις καθώς γράφω<br>ψευτοδαγκάνεις το στυλό μου<br>Γριγρία λεβεντιά<br>ξένοιαστα ζυγώνεις<br>τη μελάνη ή το λόγο<br>παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά<br>μα ποτές το ρήμα πεθαίνω.</p>
<p style="text-align: center;">(Κρυφοχώρι) </p>
<p></p>
<h5><strong>βράδυ</strong></h5>
<p>Συγυρίζοντας κάτι μπαούλα<br>ανακάλυψε πως<br>μαζί της δεν έσερνε μόνο<br>τον στίχο της Βάρκιζας<br>αλλά και λίγην άμμο<br>που ‘τρίζε σιγά σιγά<br>μες στον ποδόγυρο<br>ενός φουστανιού<br>γι’ αυτό λέει<br>πάντα ακούω το άγχος<br>εκείνης της ώρας<br>που όλα θρυμματίστηκαν<br>κι έγιναν ένα<br>με την αμμουδιά<br>σάπια και άχρηστη<br>είμαι εδώ μόνη<br>πάνω στα τελευταία<br>συντρίμμια ζωής που ξέρω<br>η πίκρα μου η θλίψη<br>πλέουνε συνεχώς<br>κατά τη θάλασσα<br>σαν τα ψόφια ψάρια<br>που κατηφορίζει ο Σηκουάνας<br>Γριγρία τι νιαουρίζεις τώρα<br>θέλεις να βγεις<br>έλα ανοίγω την πόρτα<br>φύγε και συ<br>δε χωράνε πια τα ψέματα.</p>
<p style="text-align: center;">(Κρυφοχώρι)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΦΗΚΕΣ</strong></h5>
<p>Κουκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή του ορίζοντα<br>φορτωμένο ψάρια και καρπούζια</p>
<p>μα είναι δυνατόν άλλου και την ίδια ώρα τα χώματα με τις <br>πετμεζένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να <br>στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους αυτό τώρα που ο ήλιος <br>πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα<br>δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα</p>
<p>κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται <br>πάνω στις λέξεις γραμμή του ορίζοντα τα δυο σου μάτια που<br>πιάνουνται και μπερδεύουνται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε <br>εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες <br>οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς <br>μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη<br>και καμάκια τα μάτια σου βάρκα πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται <br>ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ</strong></h5>
<p>Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το<br>τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε<br>σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες<br>αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες<br>ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται<br>τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς <br>ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας</p>
<p>τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη<br>μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το<br>τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν <br>τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει<br>μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις<br>άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες <br>νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα<br>γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα <br>νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p>Εκεί που ‘ναι κιόλας κάπα ταυρομάχου αίμα και ήλιος και σκιά και<br>νότισμα της λαγάνας και αρώματα κανέλας που καίνε τον λαιμό<br>μας η έκρηξη της παρουσίας του όταν το σούρουπο αποκαμωμένο <br>καβαλάει έναν τοίχο και παριστάνει την μπουκενβίλια όλο άνθος <br>φραμπαλά και χείλια το ατέλειωτο στραγγάλισμα της απουσίας <br>που αυτή είναι ο φαύνος με οίστρους μουσικής πιο<br>τραχιά κι από τις περιστροφές ανθρώπου και ζώου όταν μάχονται<br>πιο χυμώδης και απ’ το παχύ φύλλο που νυχιάζω για να νιώσω το<br>μελίτωμα να κυλάει</p>
<p>στην αρχή ήτανε η μαύρη χάντρα των ματιών των φρυδιών των<br>μαλλιών το κούμπωμα οι ώμοι ενός ρούχου τ’ ακροφτερούγισμα<br>των χεριών όπως και όλου του ανθρώπου… η μύτη και οι απλωσιές<br>της λάμψης πάνω στα μαλλιά στην μύτη στα μάγουλα στα χέρια<br>η δύναμη των σκελιών τεντωμένη κάτω απ’ το ύφασμα η μυρουδιά <br>του καπνού και του νεφτιού κατά διαλείμματα και το χτύπημα<br>του ρολογιού μες στην πάνα) τσέπη μήνα Ιούλιο η κίνηση ν’ ακουμπάει <br>και να ξαναπιάνει το τσιγάρο με βαθιά φωνή τα δόντια γαλάζια απ’ το πολύ <br>να ‘ναι άσπρα όπως το άσπρο των ματιών και της χωρίστρας στο πλάι.</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια) </p>
<p></p>
<h5><strong>Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι</strong></h5>
<p>κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα<br>όλη νύχτα τις μετράνε μια μια το άλλο κομπολόι απλώνεται νωθρά <br>κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει</p>
<p>αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια τι\ς λεύκας</p>
<p>μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως<br>τα πιο ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία</p>
<p>τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο</p>
<p>λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ έναν ξερό λόφο της Αττικής</p>
<p>ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου</p>
<p>φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα<br>βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου</p>
<p>πόσο κάθετος είσαι<br>τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι<br>μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων</p>
<p>μ’ έχεις γοργόνα ακρόπλωρη</p>
<p>πέρα απ’ τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες<br>των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας<br>χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Στο Παρίσι<br>φύλλα κισσού τρυφερά βλαστάρια<br>φοίτα πάνω σε σκούρο πράσινο χαλί<br>σπαρμένο μ’ έξι δάχτυλα ζαρωμένα<br>που πέσανε απ&#8217; την κοκκινισμένη καστανιά<br>πέρα στον τόπο μου<br>φωνές υπόκωφες απορημένες<br>ναι να δρέψουμε τις μικροσκοπικές χελώνες<br>που διαβαίνουν μες στο μαλακό καυκί τους<br>αιφνίδια αποκάλυψη ζωής με θαμπώνει</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Ναοί στάδια κρανία διαφανή<br>σαρκαστικοί μάρτυρες του διάβα μας<br>μες στον ήλιο πνοές μυρουδιάς<br>να μπεις στη σκιά είναι κάθαρση<br>βουητό της σφήκας<br>πετάει και ψάχνει τα χείλια σου<br>πάντα με κάποια διακοπή<br>και ξεκίνημα τριγμού τζιτζικιών<br>ν’ αγγίξουμε τα τρυφερά βλαστάρια της κληματαριάς<br>πιο μακριά<br>το βουνό ξαπλωμένος ελέφαντας<br>εδώ ο εχθρός ή ο πόλεμος κορόιδευαν<br>τα πτώματα που πέρασαν από τ’ απόσπασμα<br>και απ’ τον λιμό</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Σκαρφάλωμα κατηφόρα σκαρφάλωμα και αφού<br>διαβείς την τελευταία πτυχή της γης<br>η παρουσία του ναού<br>που το τοπίο στις Βάσσες σηκώνει<br>ψηλά στα χέρια και συ να του δοθείς</p>
<p>το χώνεμα αυτό ανθρώπου και φύσης<br>δεν είναι διόλου πιο συνταρακτικό<br>απ’ τη βλάστηση του πλάτανου<br>ακόμα κι αν η δημιουργία είναι τυχερή σύνθεση<br>από μόρια πολυ-συναρμολογημένα<br>α να μπορούσα ν’ ανατρέψω λίγο το συνηθισμένο<br>ν’ ανακαλύψω μονάχα πώς να κάνω εγώ<br>μια αληθινή ανθισμένη περικοκλάδα<br>να φκιάσω χίλια μάτια πάντα διαφορετικά<br>να εφεύρω ένα βράχο με κατσίκια όλο σκιρτήματα<br>ν’ ανεβάσω στον ορίζοντα έναν τεράστιο ήλιο<br>λουλακί σε σχήμα χεριού</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p>Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου<br>κοχύλι άσπρο και πυρρό<br>παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα<br>αν και το περίβλημα είναι πάντα έρμα<br>εγώ όταν φύγω στο θάνατο<br>το κάλυμμα που θα ‘χω εκκρίνει<br>δε θα ‘ναι παρά λόγια λογιών</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΤΑΓΟΝΕΣ</strong></h5>
<p>Αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το αίμα<br>εισδύει μες στο κόκαλο<br>το πεταμένο πίσω από μια μάντρα με τσουκνίδες<br>πολύ καιρό αφού λιώσουν οι σάρκες<br>η σταγόνα<br>κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε</p>
<p>φτέρες πλαγκτόν ή ατόλλ<br>είναι σημάδια στις γλώσσες όπως<br>η σταγόνα<br>κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε<br>αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το στόμα μου<br>δίχως τέλος φανερό<br>κάθε σταγόνα που κυλάει ξεχειλίζει<br>και πλημμυρίζει και εξατμίζεται<br>ένας διάλογος παλάμη με παλάμη<br>και τα φύλλα αραιώνουνε<br>το φως εισδύει έως τους κρυφούς λοβούς<br>μες στη νωπή θαλπωρή<br>θαλάμη με παλάμη<br>τα βλέμματα είναι χνούδι φυλλωσιάς<br>τα λόγια είναι οι φλέβες της<br>όταν δε σέρνεις πια τ’ αστέρια<br>σαν του καταδίκου τους χαλκάδες<br>τ’ αστέρια που σε κρατάνε καθηλωμένο<br>με τον θάνατο<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε<br>σφουγγάρι της κάθε σταγόνας που κυλάει ξεχειλίζει<br>και πλημμυρίζει και εξατμίζεται<br>σταγόνες δάκρυα γάλα και σπέρμα<br>σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι<br>τόσες σταγόνες που πλανιούνται<br>μετρημένες για κάθε μοίρα<br>αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το αίμα</p>
<p style="text-align: center;">( Εκεί -πέρα εδώ, II)</p>
<p></p>
<p>Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις<br>κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά<br>της ζωής μου που γέρασε<br>βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες<br>είναι πληρωμένοι δολοφόνοι<br>ας οργανωθεί πια η σφαγή<br>απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, III)</p>
<p></p>
<h5><strong>50 000 000 ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ</strong></h5>
<p>Είμαστε αλλόκοτες πόρτες λαδωμένες<br>καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις<br>σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και<br>θανάτου μεριάζουμε μπρος στο «σκιάς<br>όναρ» έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια<br>μετέωρου στοχασμού όμως θυμάσαι<br>κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να <br>διαγράφεται στην ακροθαλασσιά σαν έσκυβε<br>να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο</p>
<p style="text-align: center;">(7 γραπτά στα Ελληνικά)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ</strong></h5>
<p>Άραγε<br>Με σκάπτεσαι κάπου κάπου<br>Θυμάμαι πως κοίταζες εσύ γητευτή<br>τα μάτια σου τόσο ερευνητικά<br>που να μου σκίζουν την καρδιά<br>έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα<br>ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο<br>μα είσαι τώρα ο παραχωμένος σπόρος<br>απ’ όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα<br>λόγια μιας κλεψύδρας<br>που αναποδογυρίζει κάπου κάπου<br>άραγε με σκέπτεσαι</p>
<p style="text-align: center;">(7 γραπτά στα Ελληνικά)</p>
<p></p>
<h5><strong>επίλογος</strong></h5>
<p>μετά από το έτος 2000<br>ο Ζακ Υβ Κουστώ<br>και οι άλλοι επιστήμονες<br>θα μας κάνουνε ν’ αγγίξουμε<br>τη χλιδή της ανακάλυψης<br>την έξαλλη ζωή της ύλης<br>την αξία ενός άστρου για μας<br>σε εκατομμύρια χρόνια φως<br>απόσταση τότε<br>ένας βίος ποίησης<br>δε θα βρίσκεται πια για<br>κανέναν στο υπερπέραν</p>
<p style="text-align: center;">(Καλοκαίρι, κύματα μνήμης)</p>
<p></p>
<p>Α η απελπισία του κάτισχνου Πούμα σαν περιφέρεται ακατάπαυστα <br>μες στο κλουβί του και ρουθουνίζει από πάνω ως κάτω καθένα<br>απ’ τα κάγκελά του και περπατάει κατά μήκος του τοίχου για να<br>φθάσει ως το βάθος της φυλακής του όπου κάθε φορά μπήζει μια<br>φωνή τόσο διαπεραστική και παράξενη που την ξανακούω ακόμα<br>μες στην τάφρο μου</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Στο τσίρκο όταν έχει διάλειμμα κοιτάω κάθε φορά με την ίδια <br>δυσφορία τον παλιάτσο που παραδέρνει σε όλα τα σημεία της πίστας<br>κρεμάει την ομπρέλα του το καπέλο του το σακάκι του και τα διάφορα <br>γιλέκα του μα τούτα σωριάζουνται μόλις συμπληρωθεί η κίνηση <br>γιατί δεν υπάρχει ίχνος τοίχου ή καρφιού γιατί είναι στο κενό<br>που κοπιάζει για να περιμαζέψει και να ξεσκονίσει τ’ αγαπητά<br>κουρέλια που ξανά δοκιμάζει να κρεμάσει και που πάντα σωριάζουνται σταμάτα σταμάτα λοιπόν εγώ είμαι ο παλιάτσος ο γελοίος<br>δεν ξέρω πια τι να κάνω όλα αυτά που ‘χαμέ αγαπήσει μαζί κι είμαι<br>εδώ δα με την καρδιά άδεια από σένα<br>ατελείωτο διάλειμμα χωρίς καμιά συνέχεια από τις βραχυκυκλωμένες <br>μέρες και τις απογνώσεις μου</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Ήταν η ώρα του φαγητού σ’ ένα ελληνικό χωριό έκανε ζέστη απ’ τ’<br>ανοιχτό παράθυρο ακούγαμε τα σταματήματα και τα ξεκινήματα<br>των τζιτζικιών όταν αναστατώθηκα από έναν άλλο θόρυβο<br>ένας άντρας που περπατούσε μπρος στο σπίτι έβηξε κι αυτός ο βήχας <br>του καπνιστή μου ‘τανε τόσο κοντινός όσο και το θρόισμα του<br>δικού μου<br>κορμιού<br>πως αυτός<br>μα αυτός είναι ήρθε να ξανασμίξουμε εσύ μου ξανάρχεσαι εσύ μ’<br>αγαπάς ακόμα εσύ με γυρεύεις όχι δεν είν’ αλήθεια ναι είναι αλήθεια <br>πρέπει να μάθω ξανά να μην τα υποψιάζουμαι όλα έχω ακόμα<br>το δικαίωμα να πιστεύω στον έρωτά μου για να με ξαναβρεί διέτρεξε <br>όλες τις αποστάσεις<br>όλα τ’ απραγματοποίητα<br>θαμπωμένη από χαρά σηκώνομαι απ’ το τραπέζι και ορμώ προς<br>την είσοδο σταματώ στο κατώφλι της πόρτας<br>μόλις πρόλαβα να δω έναν άγνωστό μου χωρικό που γύριζε απ’ τα<br>χτήματα κρατούσε πάνω στον ώμο το φκυάρι του είχε ύψος τέλεια<br>αποσταμένος</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα) </p>
<p></p>
<p>είσαι το μαύρο φίλντισι και όλοι του οι στόχοι έως το πλησίασμα<br>του άσπρου είσαι το κόκκινο το καρμίνι έτσι τα γραψίματά μου<br>είναι χαρτιά του τοίχου σκισμένα που κρέμουνται μες στο σπίτι<br>τώρα που γκρεμίζεται με τα δωμάτια να χάσκουνε πάνω στο δρόμο<br>πώς να γεράσω χωρίς εσένα για ποιόν να γράψω για ποιόν να ξυπνήσω <br>το πρωί ξαναβρίσκουμαι στο πεζοδρόμιο της δυστυχίας εκεί<br>που γίνεται κανείς αμέσως θεατρίνος ή άλλη κάποια προσποίηση<br>για να ξεφύγω απ’ τη φρίκη να ‘μια μόνη</p>
<p>μεγάλες εκτάσεις από μέρες όπου τίποτε για μένα δε ζει καιροί σάβανα γνώρισα επίσης και τους έρωτες του πιοτού και τα μισοψόφια<br>ποιήματα θρήνοι φτάσανε στο λαιμό μου αλλά τότε το σχοινί της<br>ανυπαρξίας μ’ έσφιγγε ακόμα παραπάνω</p>
<p>…………………………………………………………………………………………………………………………</p>
<p style="text-align: right;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Πως και δε θα ‘τανε μετρημένες οι μέρες μας<br>όταν οι κόκκοι της άμμου πάνω σε τούτον τον πλανήτη είναι<br>όσο μαθηματικά υπολογίσιμοι και τα δισεκατομμύρια οι γαλαξίες<br>τα έκπληκτα μάτια των χτυπημένων πουλιών<br>καθώς πετάνε θα μπορούσαμε να τα λογαριάσουμε<br>όπως και την ακριβή χρονολογία της τέλειας εξαφάνισης τους<br>μπα όλα αυτά τ’ αριθμητά<br>είναι απείρως απαράδεκτα<br>ο θάνατός μου κιόλας γνωστός για μένα μοναδικός<br>μετά απ’ αυτόν δε θα μπορώ<br>να φορέσω τη μαύρη μου μαντίλα για να σκορπίσω<br>τα δάκρυα και τα μοιρολόγια των θρήνων μου<br>ψευδέστατη μοναδικότητα</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, 111)</p>
<p></p>
<p></p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΛΠΑΖΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 Dec 2025 22:24:16 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΛΠΑΖΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22688</guid>

					<description><![CDATA[Η Γεωργία Καλπαζίδου είναι φιλόλογος γλωσσολόγος. Ασχολείται ειδικότερα με τους τομείς της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ένταξης περιθωριοποιημένων κοινοτήτων Ρομά συμμετέχοντας σε δράσεις και έργα αρμόδιων φορέων για την κοινωνική ένταξη σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο. Από το 2021 αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας REVMA, η οποία έχει ως αντικείμενο τον σχεδίασμά &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΛΠΑΖΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Γεωργία Καλπαζίδου είναι φιλόλογος γλωσσολόγος. Ασχολείται ειδικότερα με τους τομείς της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ένταξης περιθωριοποιημένων κοινοτήτων Ρομά συμμετέχοντας σε δράσεις και έργα αρμόδιων φορέων για την κοινωνική ένταξη σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο. Από το 2021 αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας REVMA, η οποία έχει ως αντικείμενο τον σχεδίασμά και την υλοποίηση παρεμβάσεων για την άρση των στερεοτύπων και την καταπολέμηση του φαινομένου της μαθητικής διαρροής προωθώντας μεταξύ άλλων την τσιγγάνικη λογοτεχνία και τον γλωσσικό ακτιβισμό. Έχει γράψει το παραμύθι «Η πεταλούδα Ειρήνη και η μαγική Συνταγή» (εκδόσεις Πηγή), το οποίο χρησιμοποιείται από την ΑΜΚΕ REVMA ως εργαλείο προώθησης της αξίας της εκπαίδευσης.<br />
Έχει εκδώσει τη πρώτη τη ποιητική συλλογή «Me Sem» (Εκδ. Κύκνος 2025)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ME SEM (2025)</p>
<p></strong></h4>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ</strong></h6>
<p>Με σεμ σημαίνει εγώ είμαι.. Η φράση συνοδεύεται από όσα γεννιούνται μαζί μας αλλά και από όσα μας αναγεννούν ξανά και ξανά σε μια πορεία αυτοπραγμάτωσης, μια διαδρομή πάντα λυτρωτική, συχνά επίπονη και ποτέ δεδομένη. Με σεμ Ρομνί μπορεί να πει η κάθε γυναίκα. Με σεμ Ρομνί αντηχούν τα κοινά βιώματα και τα κοινά συναισθήματα των γυναικών στο τότε και στο τώρα. 0 συμβολισμός της φράσης ξεπερνά τα όρια κάθε πολιτισμικού πλαισίου.<br />
Βιώματα, σκέψεις και συναισθήματα αποτυπώνονται ισότιμα σε αυτή τη συλλογή μέσα από την ελληνική και την τσιγγάνικη γλώσσα, γλώσσες που αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια του εαυτού μου. Για την αποτύπωση της τσιγγάνικης γλώσσας, δεδομένου πως δεν υπάρχει μία κοινώς αποδεκτή κωδικοποίηση, επιλέχθηκε αφενός η γραφηματική απόδοση της γλώσσας με λατινικό αλφάβητο και αφετέρου με ελληνικό αλφάβητο. Έγινε προσπάθεια να αποδοθεί η προφορά λέξεων και φθόγγων με όσο το δυνατόν πιο κατανοητό και εναργή στον αναγνώστη τρόπο. Σημειωτέον πως πρόκειται για την τσιγγάνικη διάλεκτο Αρλί, η οποία μιλιέται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και τα Βαλκάνια.</p>
<h5><strong>ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ</strong></h5>
<p>Βάζω τις λέξεις μπροστά μου<br />
να παίξω για λίγο,<br />
να φτιάξω πύργους και κάστρα,<br />
ιστορίες και σπηλιές,<br />
να κάνω τον σκληρό στρατιώτη<br />
απέναντι σε παπαρούνες και ελιές.</p>
<p>Βάζω τις λέξεις<br />
τη μία πάνω στην άλλη,<br />
να γίνουν σκάλα ψηλή,<br />
να την ανέβω μέχρι πάνω<br />
να δω τι κρύβουν πίσω τους οι φυλακές<br />
και οι χαρούμενες Πρωτοχρονιές.</p>
<p>Βάζω τις λέξεις δίπλα δίπλα<br />
να τις ντύσω με νόημα,<br />
με ύφασμα σατέν, μεταξωτό,<br />
με δαντέλα που έπλεκαν ώρες ατέλειωτες<br />
δυο γυναικεία χέρια<br />
πλέκοντας μαζί την εντέχνως τρύπια λογική μου.</p>
<p>Μόνο που απόψε<br />
οι λέξεις δεν μπαίνουν στη σειρά,<br />
δεν φτιάχνουν την αγάπη,<br />
δεν χτίζουν ουρανό,<br />
μπρος στη φωτιά γίνονται στάχτη.<br />
Και η φωνή δειλή σιωπά,<br />
κι ας νιώθει θάλασσα που ορμά,<br />
παιδάκι είναι μοναχό<br />
σ&#8217; έναν δίχως φανάρια δρόμο<br />
διαβαίνοντας με κίνδυνο<br />
έναν ενήλικο, πολιτισμένο φόβο.</p>
<h5><strong>ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΒΡΕΧΕΙ</strong></h5>
<p>Στο έρωτα απλώνεται ο άνθρωπος,<br />
για να στεγνώσει τη μοναξιά του<br />
και έτσι<br />
καταλήγει πολλές φορές πιο βρεγμένος από πριν.</p>
<p>Κι ύστερα ξανά μουσκεμένος<br />
βγαίνει και σ’ άλλη βροχή&#8230;<br />
και σ’ άλλη&#8230;<br />
μαζεύοντας βροχές<br />
που έμαθαν να ρέουν στην ίδια διαδρομή<br />
με το αίμα του.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΙΑ ΞΥΛΙΝΗ ΡΟΔΑ</strong></h5>
<p>Άνθρωπε,<br />
σπρώχνεις τη ζωή σου,<br />
τη μοίρα σου,<br />
ολομόναχος.<br />
Τη σπρώχνεις σα ρόδα ξύλινη, βαριά ενός τσιγγάνικου κάρου.<br />
Προσπαθείς να την πας παρακάτω,<br />
σε μια πατρίδα αγαπητή και αγαπημένη.<br />
Και σπρώχνεις&#8230; Και μοχθείς&#8230;<br />
Και προσπαθείς&#8230;<br />
Η ιστορία σου κυλά από τόπο σε τόπο<br />
αφήνοντας το σημάδι της στους δρόμους του κόσμου<br />
πλάι σε άλλες ανθρώπινες ιστορίες&#8230;<br />
ιστορίες που τελικά αγκαλιάστηκαν<br />
κι έπλασαν μαζί την Ιστορία όλων μας<br />
με χώμα και νερό θαλασσινό.<br />
Ώσπου κουράστηκες μοναχός&#8230;<br />
Ώσπου ο χρόνος και οι λάσπες βαρύναν τους ώμους σου.<br />
Ξαποσταίνεις για λίγο και συνεχίζεις&#8230;<br />
Η μορφή σου πια σαν σκιά μολυβένια<br />
γέρνει πάνω στη ρόδα «σύμβολο» που σου ‘δώσαν.<br />
Εκεί, στο χρώμα του μολυβιού,<br />
στο περίγραμμα του κουρασμένου σου κορμιού,<br />
κρύβονται τόσα ανείπωτα λόγια&#8230;<br />
Λόγια και τραγούδια που κυλούν σαν νερό από γενιά σε γενιά<br />
και κουβαλούν πόνο, ζωή, ήχους και φθόγγος αλλιώτικους<br />
που κάποτε σε κάνουν μισητό.<br />
Παρηγοριά μόνον το μαντίλι σου,<br />
ένα μαντίλι που σου ‘δώσε καιρό πριν<br />
ένα κορίτσι σε μια γιορτή του δρόμου.<br />
για να σκουπίσεις από το μέτωπό σου ιδρώτα, σκόνη και αδικία&#8230;<br />
Όσο μία και μόνο απορία πηγαινοερχόταν<br />
και τρυπούσε το μυαλό σαν το αξόνι της ρόδας σου&#8230;<br />
Εμείς τώρα, κυρία, τι είμαστε;</p>
<p>ΥΓ.: Εμπνευσμένο από το εξώφυλλο του βιβλίου με τίτλο «Εμείς τώρα, κυρία, τι είμαστε;» της Τάνιας Αβέλλα.</p>
<h5><strong>ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΑ ΣΚΑΛΙΑ</strong></h5>
<p>Άπλωσα τα κόκκινα λουλούδια της νιότης μου<br />
στα μαρμάρινα σκαλιά σου.<br />
Προσευχή και τάμα κάνω στο όνομά σου το άγιο.<br />
Τα κόκκινα λουλούδια να μη μαραίνονται ποτέ,<br />
ποτέ τα φορέματα των κοριτσιών να μην ξεφτίσουν<br />
απ’ της βροχής και του χρόνου την ορμή&#8230;<br />
Τάμα κάνω και προσευχή<br />
μπροστά σε αναμμένο κερί<br />
με τα πόδια στεριωμένα<br />
στης Βόνης την πλακόστρωτη, μινωική αυλή.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΧΟΥΝ ΣΚΑΛΕΣ</strong></h5>
<p>Αν ήξερα πως τα χρώματα έχουν σκάλες<br />
και καταλήγουν σε μπλε κρόσσια&#8230;<br />
Αν ήξερα πως οι σκάλες οδηγούν<br />
σε φωτεινές λέξεις και απροσδόκητα σχήματα&#8230;<br />
Τότε, αμέσως δυο δυο θα ανέβαινα τα σκαλιά,<br />
για να ακουμπήσω λιγάκι την άκρη ενός ονείρου<br />
κι έτσι μήπως πια έβρισκα νόημα στην άχρωμη ανηφόρα.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h6>
<p>Η συλλογή αποτελεί μία πρώιμη προσπάθεια να συμπεριληφθεί η ελληνική τσιγγάνικη Η γλώσσα σ’ ένα διαφορετικό πλαίσιο απ’ ό,ιι συνηθίζεται μέχρι τώρα, σε αυτό της λογοτεχνικής γραφής. Μέσα από την εναλλαγή της ελληνικής και της τσιγγάνικης γλώσσας αποτυπώνεται η εναλλαγή δύο μητρικών γλωσσών ως αδήριτο όλον.<br />
Παράλληλα, τη συλλογή διαπνέει η αίσθηση της γυναικείας διεκδίκησης και χειραφέτησης συνυφασμένη με το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, αφού η κοινωνία διαμορφώνει κάθε «εγώ» και κάθε «εγώ» σχηματίζει την κοινωνία, μία αδιάκοπη συνδιαλλαγή και διαδρομή που καθρεφτίζεται στη γλώσσα και σε φωτογραφικά στιγμιότυπα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ</strong></h5>
<p>(δάσκαλος, δρ. ΠΤΔΕ/ΑΠΘ)</p>
<p>Πρόκειται για την πρώτη ποιητική συλλογή της φιλολόγου –γλωσσολόγου Γεωργίας Καλπαζίδου. Πολλά ποιήματα της συλλογής έχουν αποδοθεί σε δυο γλώσσες: Στα Ρομανές (Τσιγγάνικα) και στα Ελληνικά. «Με σεμ Ρομνι» = Είμαι Ρομνί (Τσιγγάνα). Από την αρχή κιόλας η ποιήτρια δηλώνει με παρρησία και υπερηφάνεια την κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητά της. Όπως δηλώνει στο οπισθόφυλλο η ίδια, όλη η κοινωνική πορεία της χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή ανάμεση σε δυο γλώσσες: την Ρομανί (η) και την Ελληνική. Η Γ. Καλπαζίδου θεωρεί και τις δυο γλώσσες ως μητρικές. Με αυτήν την διάσταση η ποιήτρια θέτει ως σκοπό να συμπεριληφθεί η τσιγγάνικη γλώσσα στην λογοτεχνική γραφή. Η δίγλωσση ταυτότητα της ποιήτριας δηλώνει την δυναμική διάσταση των κοινωνικών και πολιτικών προεκτάσεων, που συνεπάγεται αυτή σε επίπεδο της γυναικείας χειραφέτησης όχι μόνο της ίδιας ή των γυναικών Τσιγγάνων -Ρομνά, αλλά και κάθε γυναίκας. Γι’ αυτόν τον λόγο η διγλωσσία δεν είναι πρόβλημα, όπως παρουσιάζεται σε ποικίλα θεσμικά περιβάλλοντα, αλλά κοινωνικός πλούτος, που αν τον μεταφέρουμε στην εκπαίδευση τα οφέλη του πολλαπλασιάζονται για το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας. Η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 10 Νοεμβρίου στην αίθουσα της «Στέγης της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης», η οποία και ανέλαβε την διοργάνωση της εκδήλωσης. Για την ποιήτρια και την ποιητική συλλογή μίλησαν: η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη, ο Ομ. καθηγ, του ΑΠΘ Γιώργος Τσιάκαλος, ο γράφων και οι φίλες και συνεργάτριες της ποιήτριας η Ακριλένια Κάπου και Ειρήνη Ράπου. Οι κυρίες Στέλλα Παντελή, μητέρα της ποιήτριας και Ολυμπία Κύκλη απάγγειλαν ποιήματα στα Ρομανές και στα Ελληνικά αντίστοιχα. Τον συντονισμό της παρουσίασης είχε η πρόεδρος της Εταιρίας η κ Δ. Μήττα Ξεχωριστή ήταν η απαγγελία ποιημάτων συλλογής και δυο ποιημάτων του Ολοκαυτώματος των Ρομά από τον ηθοποιό του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδας τον Γ. Τσιακμάκη. Τις απαγγελίες έντυσε μουσικά η Στέλλα Μακράκη παίζοντας ακορντεόν.</p>
<p>Μια σύντομη κοινωνικο-βιογραφική ανάγνωση της πορείας της Γεωργίας Καλπαζίδου.</p>
<p>Η Γεωργία γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου το 1989.</p>
<p>Την γνώρισα μαθήτρια στο δημοτικό σχολείο μας στον Δενδροπόταμο, όπου και κατοικεί μέχρι και σήμερα. Δεν είχα την χαρά να την έχω στην τάξη, που δίδασκα. Παρακολουθούσα όμως τη σχολική πορεία της, όπως και όλων των άλλων παιδιών του Δενδροποτάμου</p>
<p>Ήταν μια από τα 28 παιδιά Ρομά, που αποφοίτησαν από τα συστεγαζόμενα δημοτικά σχολεία του Δενδροποτάμου το διδακτικό έτος 2001-2. Ήταν θα λέγαμε η πρώτη δυναμική φοίτηση και αποφοίτηση παιδιών Ρομά της δεκαετίας του 1990 μετά την ουσιαστική παρέμβαση του πρώτου προγράμματος για την σχολική ένταξη των Ρομά, που υλοποιήθηκε από το ΠΤΔΕ/ΑΠΘ με τίτλο Φτώχεια 3» (με επιστημονικό υπεύθυνο τον Γ. Τσιάκαλο και συνεργάτριες την Δ. Κογκίδου και Ε. Τρέσσου). Αξίζει να γνωρίζει κάποιος/α ότι μέχρι την προηγούμενη δεκαετία 1980 τα περισσότερα παιδιά Ρομά δεν γινόταν δεκτά στο σχολείο για λόγους που καλύπτονταν από το ευρύτερο πέπλο-πλέγμα των κοινωνικών, οικονομικών (φτώχειας) και ρατσιστικών παραγόντων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παράγοντες αυτοί έκτοτε εξαλήφθηκαν. Το αντίθετο καθημερινά μέχρι και σήμερα ορθώνονται οδοφράγματα αποκλεισμού και ρατσισμού στην κοινωνική και εκπαιδευτική ένταξη-συμπερίληψη- των Ρομά. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι μεταλλάσσονται μέσα από πατερναλιστικά οργανωμένες παρεμβάσεις ποικίλων κρατικών θεσμών και πολλών οργανώσεων της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών.</p>
<p>Από την μαθητική γενιά της ποιήτριας 17 μπαλαμέ (μη Ρομά) και 28 παιδιά Ρομά, που όλα εγγράφονται στο γυμνάσιο, ελάχιστα παιδιά Ρομά κατορθώνουν να αποφοιτήσουν από το γυμνάσιο χωρίς να επαναλάβουν κάποια τάξη και από αυτά ελάχιστα, που μετρούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, συνέχισαν σε κάποια άλλη δομή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης την περίοδο 2000-2010. Η Γ. Καλπαζίδου είναι η μόνη που κατάφερε να ολοκληρώσει και τους δυο κύκλους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς διακοπή η επανάληψη τάξης. Με την καθοδήγηση της αγαπημένης της φιλολόγου της κ Ιωαννίδου η Γεωργία –Γωγώ για μας που την ξέρουμε από παιδί- πετυχαίνει στις εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή.</p>
<p>Στα φοιτητικά χρόνια η ποιήτρια αποφασίζει να δημιουργήσει τη δική της οικογένεια και να φέρει στη ζωή τον αγαπημένο της Ανέστη. Με την Γωγώ συναντιόμαστε και πάλι το 2010 (ως το 2015) όχι ως δάσκαλος- μαθήτρια, αλλά συνεργάτες-συνάδελφοι εκπαιδευτικοί- στο πρόγραμμα Εκπαίδευση παιδιών Ρομά, που υλοποιήθηκε από το ΠΤΔΕ/ΑΠΘ (με επιστημ. υπευθ. την κ. Ε. Τρέσσου και συνεργάτριες τις κ Σ. Μητακίδου και Γ. Καραγιάννη). Αυτή τη φορά στο πλαίσιο του προγράμματος η Γωγώ ως μητέρα, εργαζόμενη και φοιτήτρια Ρομνή αναλαμβάνει πρώτα- πρώτα μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας σε παιδιά γυμνασίου και δημοτικού. Παράλληλα συμμετέχει στο πρόγραμμα γραμματισμού ενηλίκων Ρομά του Δενδροποτάμου, που υλοποιούμε στο σχολείο μας ήδη από το 2005 σε συνεργασία με τη διοίκηση του Δήμου Αμπελοκήπων Μενεμένης.</p>
<p>Στα μαθήματα ενηλίκων θα φέρει και τη μητέρα της την Στέλλα, η οποία θα αποκτήσει απολυτήριο δημοτικού το 2013. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα φέρει και τη θεία της τη κ. Ευαγγελία, η οποία θα αποκτήσει απολυτήριο δημοτικού σχολείου στα 60 της χρόνια.</p>
<p>Ως εργαζόμενη και μητέρα θα ολοκληρώνει τις πτυχιακές σπουδές. Συνεχίζει μεταπτυχιακές στην γλωσσολογία με ερευνητικό αντικείμενο της διπλωματικής εργασίας της την μητρική της γλώσσα, τη Ρομανί(η). Η εκπαιδευτική πορεία της Γεωργίας γίνεται το παράδειγμα για παιδιά , νέους/ες και ενήλικες στο Δενδροπόταμο. Στα χρόνια που ακολουθούν, παρατηρούμε πολλά παιδιά Ρομά να αποφοιτούν από το δημοτικό, αρκετά από το γυμνάσιο, λιγότερα από το Λύκειο και κάποιοι/ες πλέον νέοι/ες Ρομά από το Πανεπιστήμιο. Σε αρκετές περιπτώσεις επιτυχίας αυτών των παιδιών σημαντικό ρόλο έπαιξε η τοπική εκκλησία του Αγ. Νεκταρίου (Ιερ. Μητρόπολη Νεαπόλεως -Σταυρουπόλεως) με την οργάνωση της «Φάρος του Κόσμου».</p>
<p>Η Γεωργία όπως και αρκετοί/ες νέοι/ες Ρομά διαμορφώνουν την δυναμική εκπαιδευτική εξέλιξη του Δενδροποτάμου την εικοσαετία 1990-2010. Παράλληλα εμείς οι δάσκαλοι/ες καταγράφουμε την δυναμική μετασχηματιστική διαδικασία της μορφωτικής και κοινωνικής ζωής των Ρομά του Δενδροποτάμου. Εκεί που άλλοτε ακούγαμε οι Τσιγγάνοι/ες παντρεύονται μικροί/ες και δεν έχουν στο αίμα τους τα γράμματα παρατηρούμε ότι το σχολείο –η εκπαίδευση με την δυναμική παρουσία των παιδιών Ρομά του Δενδροποτάμου μετασχηματίζει αυτό το στερεότυπο. Περιορίζεται σταδιακά η «μικρογαμία» (γάμοι εφήβων) και τα παιδιά Ρομά αντιστρέφουν το στερεότυπο της δήθεν βιολογικά καθοριζόμενης πολιτισμικής ασυμβατότητας των Ρομά με την μόρφωση, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Η Γωγώ σε αυτή τη διαδικασία γίνεται «μπροστάρισσα» και παροτρύνει στα Ρομανές και στα Ελληνικά τις Ρομνά-Τσιγγάνες γυναίκες, όπως στο πρώτο ποίημα της συλλογής:</p>
<p>Οπρέ Ρομνα</p>
<p>λεν εμπούκα κχαμ.<br />
Αν –ντέ τουμαρέ βαστά<br />
Ντα μακhέν εντουνιαβά<br />
Σηκωθείτε πάνω γυναίκες<br />
πάρτε λίγο ήλιο<br />
μες στα χέρια σας<br />
και βάψτε τον κόσμο</p>
<p>2015- 20: Αυτήν την πενταετία ως μητέρα μαθητή του σχολείου μας και μέλος του συλλόγου γονέων συνεργάζεται με γυναίκες και άνδρες του συλλόγου και όλοι/ες μαζί εντείνουν τις προσπάθειες για την σχολική ένταξη των παιδιών Ρομά της γειτονιάς του Δενδροποτάμου. Γίνεται πρόσωπο αναφοράς όχι μόνο των δασκάλων, των μαθητών, των γονιών του δημοτικού σχολείου, αλλά και του γυμνασίου. Με άλλες μητέρες συμμετέχει σε μορφωτικές και θεατρικές δράσεις του σχολείου μας για την ανάδειξη του Ολοκαυτώματος των Ρομά.</p>
<p>Όλα αυτά τα χρόνια ώριμη πλέον και συνειδητοποιημένη επιστήμονας η ποιήτρια συμμετέχει σε εκδηλώσεις επιστημονικού ή κοινωνικού ενδιαφέροντος: σε επιστημονικά συνέδρια, σε πολιτικές συναντήσεις και σε διαπολιτισμικές επιμορφώσεις εκπαιδευτικών. Σε αυτά και ιδιαίτερα σε όλους/ες στον Δενδροπόταμο γενναιόδωρα προσφέρει σε όλους/ες τον λόγο, την σκέψη και την εμπειρία της με στόχο πάντα την διεκδίκηση του δικαιώματος της εκπαίδευσης, για να γεμίσουν οι μαθητές/τριες Ρομά τον τόπο μας με ελπίδα. Σε αυτήν την διαδικασία όπως και στο ποίημα της συλλογής βάζει τις «Λέξεις στην σειρά»:</p>
<p>«Βάζω τις λέξεις<br />
την μια πάνω στην άλλη,<br />
να γίνουν σκάλα ψηλή,<br />
να την ανέβω μέχρι πάνω».</p>
<p>Συνειρμικά με παραπέμπει στον Καβάφη. Στο ποίημά του «Το πρώτο σκαλί», Ο Καβάφης παρουσιάζει τον νέο ποιητή Ευμένη να παραπονιέται στον έμπειρο καθοδηγητή του Θεόκτιστο –θα λέγαμε δάσκαλος δημιουργικής γραφής. Ο Θεόκτιστος προσπαθεί να συμβουλέψει και να ενθαρρύνει τον απογοητευμένο νέο, που για μεγάλο χρονικό διάστημα κατάφερε να γράψει μόνο ένα μικρό ειδύλλιο διαπιστώνοντας την δυσκολία της ποίησης:</p>
<p>«…πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα<br />
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι<br />
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»<br />
Είπ’ ο Θεόκτιστος: Αυτά τα λόγια<br />
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.<br />
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει<br />
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.<br />
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι:<br />
τόσο που έκαμες μεγάλη η δόξα….»</p>
<p>και λίγο πιο κάτω ο στο αποκορύφωμα της πολιτικής φιλοσοφικής σκέψης του ο Καβάφης βάζει στο συμβουλευτικό λόγο το Θεόκτιστου τους στίχους:</p>
<p>«Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο<br />
Πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι<br />
Πολίτης εις των ιδεών την πόλι…»</p>
<p>Προσκαλεί και παροτρύνει τους/τις αναλφάβητους/ες ενήλικες Ρομά ή εκείνους/ες, που δεν ολοκλήρωσαν την πρωτοβάθμια υποχρεωτική εκπαίδευση της γειτονιάς, να συμμετέχουν στο τμήμα γραμματισμού ενηλίκων στο σχολείο μας. Να μάθουν να βάζουν τις δικές τους «Λέξεις στην σειρά» ή «την μια πάνω στην άλλη», όπως λέει η ίδια στο σχετικό ποίημα της συλλογής, για να κατασκευάσουν την δική τους σκάλα της εκπαίδευσης, ώστε να μπορούν να δουν με τα δικά τους μάτια τον κόσμο ανεβαίνοντας στο πρώτο σκαλί της εκπαίδευσης. Συμμερίζεται την αγωνία και την ελπίδα της προσπάθειάς τους, ενώ παράλληλα συμμερίζεται και όλες τις προσπάθειες των δασκάλων του σχολείου μας, του οποίου γίνεται μέλος. Σήμερα είμαστε στην ευχάριστη θέση να λέμε ότι: απέκτησαν απολυτήριο δημοτικού 216 ενήλικες Ρομά του Δενδροποτάμου. Σε αυτό τον αριθμό οι περισσότερες είναι γυναίκες. Παράλληλα από τα δυο σχολεία του Δενδροποτάμου τη δεκαετία του 2010-20 αποφοίτησαν περίπου 400 παιδιά (από αυτά περίπου 30 παντρεύτηκαν ως έφηβοι/ες.). Επιπλέον την ίδια χρονική περίοδο αποφοίτησαν από το δημοτικό σχολείο 50 περίπου έφηβοι\ες και νέοι/ες ως 17 χρονών. Από αυτούς/ες μία παντρεύτηκε στα 17 της χρόνια. Σε αυτούς τους αριθμούς παιδιών αν προσθέσουμε και τους/τις 80 περίπου νέους/ες που αποφοίτησαν από το Γυμνάσιο (2015-20) και τους/τις πρώτους/ες αποφοιτήσαντες/σσες ενήλικες από το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Αμπελοκήπων –Μενεμένης (με έδρα τον Δενδροπόταμο), η ελπίδα και η αισιοδοξία του εκπαιδευτικού μετασχηματισμού χαράζεται πλέον στην κοινωνική ιστορία του Δενδροποτάμου με εμφανείς επιρροές στις μικροκοινωνικές σχέσεις της ζωής των Ρομά. Σε αυτήν την πορεία η Γωγώ στέκεται πάντοτε αρωγός. Γνωρίζουμε , όπως και η ίδια γνωρίζει, ότι ο δρόμος για την υποχρεωτική εκπαίδευση αρκετών παιδιών Ρομά αλλά και νέων του Δενδροποτάμου και πάρα πολλών άλλων σε καταυλισμούς είναι μακρύς και γεμάτος οδοφράγματα. Γι αυτό για όλους/ες εμάς και την ποιήτρια η περίπτωση κι ενός παιδιού να αποκλείεται από την εκπαίδευση και να βρίσκεται εκτός σχολείου είναι εκπαιδευτικό, κοινωνικό και πολιτικό σκάνδαλο.</p>
<p>Η Γ Καλπαζίδου συνεχίζει να χαράζει την δική της πορεία στο λιβάδι του χρόνου φτιάχνοντας την δική της μαγική συνταγή επιτυχίας για την μορφωτική εξέλιξη των Ρομά, όπως η «Πεταλούδα Ειρήνη» του πρώτου της βιβλίου- παραμυθιού : Σε αυτήν την πορεία δεν μαζεύει μόνη της την γύρη από την ομορφιά του λιβαδιού της εκπαίδευσης και της μόρφωσης. Με άλλες γυναίκες Ρομνες/α επιστήμονες την Ελένη, την Χριστίνα, την Ειρήνη και την Παρασκευή συγκροτούν την δυναμική ομάδα της μη κερδοσκοπικής εταιρείας REVMΑ. Όλες μαζί συνεργάζονται ως ειδικές επιστήμονες με το υπουργείο εργασίας και κοινωνικής πολιτικής στην συγκρότηση προγράμματος παρέμβασης για την κοινωνική ένταξη-συμπερίληψη των Ρομά. Γυναίκες που δεν πέφτουν θύματα του εύπεπτου και εύκολου λόγο, αλλά αδράχνουν στα δικά τους στιβαρά χέρια το μέλλον τους και το μέλλον των κοινοτήτων τους, για να πετάξουν όλες μαζί και να μεταφέρουν την γύρη της εκπαίδευσης σε καταυλισμούς Ρομά και σε σχολεία με παιδιά Ρομά και μη Ρομά. Όλες μαζί τονίζουν την αξία της συνύπαρξης όλων των παιδιών ενάντια σε αποκλεισμούς και ρατσισμούς. Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως οι κοινωνικές ανισότητες είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Πέρα από την άρτια επιστημονική γνώση απαιτείται καθημερινά η αγωνιστική κοινωνική και πολιτική διεκδίκηση και παρέμβαση. Η 58χρονη η κ Ελένη, μαθήτρια του τμήματος γραμματισμού ενηλίκων και γειτόνισσα της Γωγώς, με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχολιάζοντας μια αφίσα παιδιών από όλον τον κόσμο είπε και έγραψε στα Ρομανές «Σάορε ε χουρντέ σι μπουτ σουκάρ τελέ κ(χ)αμ, αμά νιί σι ίσα»(: Όλα τα παιδιά κάτω από τον ήλιο είναι πολύ όμορφα, αλλά δεν είναι ίσα)</p>
<p>Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Me Sem» μέσα από την ματιά της ποιήτριας Χλόης Κουτσουμπέλη1.</p>
<p>Παρακολουθώντας την έμπειρη και διεισδυτική ματιά της ποιήτριας Χλόης Κουτσουμπέλη θα προσπαθήσω να σταχυολογήσω κάποιες σημαντικές θέσεις της από την εισήγησή της. Από την αρχή κιόλας τονίζει ότι τα ποιήματα της Γεωργίας Καλπαζίδου είναι φτιαγμένα με πάθος, υπερηφάνεια και αγάπη για την καταγωγή της, για τη Ρομνή γυναίκα, αλλά και κάθε γυναίκα της οικουμένης. Όπως ιδιαίτερα επισήμανε Χλόη Κουτσουμπέλη, η ποίηση της Γεωργίας αποτυπώνει γίνεται έκφραση της δύναμης και του ονείρου των ανθρώπων, που υψώνουν το ανάστημά τους σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να τους κρατάει στο περιθώριο.</p>
<p>«Μέ σεμ Ρομνή»: είμαι γυναίκα. Σε αυτόν τον στίχο αντιστοιχούν συμβολισμοί, που ξεπερνούν τα όρια κάθε πολιτισμικού πλαισίου. Μέσα στο σύνολο της ποιητικής συλλογής αποτυπώνονται τα βιώματα και τα συναισθήματα της ποιήτριας σε δυο γλώσσες ισότιμα: Στα Ρομανές- Τσιγγάνικα και στα Ελληνικά»</p>
<p>Οπρέ Ρομνά<br />
Σηκωθείτε επάνω γυναίκες,<br />
πάρτε λίγο ήλιο<br />
μες στα χέρια σας<br />
και βάψτε τον κόσμο.</p>
<p>Σε αυτούς τους στίχους αποτυπώνονται τα κοινά και διαχρονικά συναισθήματα της ποιήτριας ως προτροπές για όλες τις γυναίκες. Η διεισδυτική ματιά της Κουτσουμπέλη αναδεικνύει ότι το ποίημα αυτό μπορεί να αφορά τις γυναίκες σε ένα καταυλισμό Ρομά, όμως αποκτά παγκόσμια διάσταση και γίνεται δυναμική έκκληση προς κάθε πονεμένη γυναίκα. Γι αυτό αφορά εξίσου τις γυναίκες στην Παλαιστίνη, στην Γάζα. Αφορά τις γυναίκες, που έχασαν τα παιδιά τους στα σκοτεινά νερά της θάλασσας κατά την μετανάστευσή τους. Αφορά όλες αυτές τις όμορφες και πονεμένες γυναίκες, που θέλουν να χτίσουν έναν καινούργιο κόσμο πάνω στα συντρίμμια του παλιού. Οι γυναίκες είναι αυτές που φέρνουν την ζωή. Κουβαλούν μέσα τους την αναγέννηση και την ανασυγκρότηση της ζωής. Οι γυναίκες είναι αυτές που χτίζουν και όχι αυτές που γκρεμίζουν. Για όλα αυτά οι παραπάνω στίχοι μπορούν να προσεγγιστούν με πλαίσιο την παγκόσμια σφαίρα του ρόλου της γυναίκας. Και όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε η Κουτσουμπέλη: τις γυναίκες τις συνδέει ο πόνος και το τραύμα και αυτά υπάρχουν ως αόρατα δεσμά, που τις ενώνουν.</p>
<p>Ένα απαραίτητο στοιχείο, κατά την Χλόη Κουτσουμπέλη, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι ο συνδυασμός του πρώτου δίγλωσσου ποιήματος με τη φωτογραφία (της Ευαγ.Γούλα), για να τονιστούν τα ζητήματα της ανισότητας και της αξιοπρέπειας της Ρόμικης ζωής. Η συνάφεια των εικόνων και των φωτογραφιών στην συλλογή είναι εμφανής. Αντανακλούν στο περιεχόμενο των ποιημάτων. Η αντανάκλαση του φεγγαριού στη θάλασσα στο ποίημα «Στο χρυσάφι σου να βουτήξω», το ηλιοβασίλεμα ή τα ανθισμένα λουλούδια με χρώματα μωβ σε μια προσπάθεια να αποτυπώσουν την μελαγχολία και την νοσταλγία είναι σφιχτά δεμένα με το μήνυμα και το περιεχόμενο των ποιημάτων. Η απεικόνιση ενός βροχερού τοπίου πιο συγκεκριμένα μετά την μπόρα συνοδεύει το ποίημα «στον έρωτα βρέχει» για να τονίσει την μύχια αγωνία του έρωτα.</p>
<p>Χαρακτηριστική είναι η αναλυτική ερμηνεία που δίνει η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη στη χρήση των φωτογραφιών. Περιγράφει: Οι φωτογραφίες και τα χρώματα εντείνουν την υλική έκφραση των συναισθημάτων. Με την αποτύπωση ενός γυναικείου χεριού στην κοιλιά ενός βρέφους εκφράζει την τρυφερότητα και τον απόηχο της μητρικής φωνής και στοργής. Και σε αντίθεση με μια τεράστια σκιά αποτυπώνεται η φρίκη του ναυαγίου στην Πύλο στο ποίημα «Η θάλασσα της Πύλου» Γραφεί σε αυτό το ποίημα η Γ Καλπαζίδου:</p>
<p>«Τα κύματα σχημάτιζαν φιγούρες ανδρικών και<br />
γυναικείων σωμάτων.<br />
Οι γλάροι έμαθαν να τα’ αναγνωρίζουν.<br />
Αναγνωρίζουν τα πόδια τους, τα δάχτυλά τους,<br />
τις υποσχέσεις επιστροφής στους γονείς και στα παιδιά τους.<br />
Τόσα και τόσα ανθρώπινα σώματα…..</p>
<p>Εισάγοντάς μας συνεχώς σε αισθητικές διαστάσεις της ποιητικής συλλογής Me sem η Χλόη Κουτσουμπέλη θα σταθεί στο ποίημα «Όταν βγαίνεις από το σκοτάδι». Σε αυτό η ποιήτρια αναλύει τα στάδια και τις διεργασίες του πένθους με ένα τρόπο υπαρξιακό και βαθύ. Το ποίημα από μόνο του αποτελεί μια διατύπωση της απομόνωσης και της μοναξιάς:</p>
<p>«Βγαίνεις από το σκοτάδι<br />
και νομίζεις ότι Άλλοι θα δουν,<br />
θα δουν την σκόνη<br />
που άφησε ριγμένη……<br />
…Βγαίνεις από το σκοτάδι<br />
με την έντονη γεύση του στα χείλη σου.<br />
Στο πρώτο τυχαίο φιλί,<br />
νομίζεις πως την έχεις μοιραστεί<br />
νομίζεις πως μοιράστηκαν<br />
όσα δεν θα μπορούσες με φράσεις να μοιραστείς….»</p>
<p>Πρόκειται τελικά όπως διαπιστώνει η Χλοη Κουτσουμπέλη για μια ιδιόμορφη ερμηνεία της εμπειρίας. Χαρακτηριστικά διατυπώνει με τον δικό της γλαφυρό ύφος και λόγο η ποιήτρια τώρα Κουτσουμπέλη: Μια εμπειρία πως υπάρχουν εμπειρίες, που δεν μοιράζονται.</p>
<p>Αντιστάθμισμα σε αυτό το ποίημα (Όταν βγαίνεις από το σκοτάδι) είναι το επόμενο ποίημα «Μ’ ένα φεγγάρι στο φτερό». Σε αυτό το σκοτάδι δεν προβάλλεται με αρνητικό περιεχόμενο αλλά κουβαλά την αέρινη υπόσχεση της αναζωπύρωσης και της ανατροφοδότησης του φωτός. Πρόκειται για ένα ποίημα συμπυκνωμένο και δραστικό στην σύντομη ομορφιά του.</p>
<p>Λίγο παρακάτω η Χλόη Κουτσουμπέλη θα χαρακτηρίσει το δίγλωσσο ποίημα «Μητρική φωνή» συγκλονιστικό και πανανθρώπινο. Πρόκειται για ένα ποίημα συμπεριληπτικό και περιεκτικό. Είναι γεμάτο παιδικές φωνές, γεμάτο δάκρυα ορφανών παιδιών. Παιδιών που δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τα παιδιά των λευκών εφησυχασμένων πολιτών. Μια κοινωνία που ευημερεί κάνοντας τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους. Παιδιά που ζουν πίσω από συρματοπλέγματα σε υποβαθμισμένα γκέτο. Όπου αντιμετωπίζουν καθημερινά φυλετικές διακρίσεις, το στίγμα της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού. Αναφέρεται σε όλα τα παιδιά: Προσφυγόπουλα, που χάνονται. Στα ασυνόδευτα παιδιά που συλλαμβάνουν οι συνοριοφύλακες και η Frontex, για να τα οδηγήσουν σε δομές- στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το ποίημα αναφέρεται σε όλα τα παιδιά ενός κατώτερου θεού. Εκείνα που δήθεν «απειλούν να αλλοιώσουν» τον πολιτισμό μας και δεν συμπεριλαμβάνονται στο φαντασιακό του δήθεν πολιτισμένου κόσμου</p>
<p>Η πολιτικοποιημένη Χλόη Κουτσουμπέλη θα συνεχίσει και θα σταθεί ιδιαίτερα στο ποίημα «Αντώνη μ’ ακούς;». Πρόκειται για ένα ποίημα με στοιχεία του υποσχόμενου οικονομικού Ευρωπαϊκού μοντέλου, που είναι γεμάτος με ρατσισμούς και αποκλεισμούς. Το ποίημα αυτό συνοδεύεται από την φωτογραφία ενός μεγάρου στον τοίχο του οποίου κυριαρχεί ένα γκράφιρτι – φράση- «το μέλλον της Ευρώπης». Η ποιήτρια Γ. Καλπαζίδου μιλά για όλους αυτούς τους ανθρώπους, που αποκλείονται από την Ευρώπη του καπιταλισμού, της υπερκατανάλωσης και δεν έχουν μέλλον ούτε καν παρόν:</p>
<p>Αντώνη ακούς τι λένε οι τοίχοι;<br />
Αντηχούν με το τσιμεντένιο σώμα τους<br />
το μέλλον….<br />
Κρίμα που εσύ θα λείπεις από το λαμπρό μέλλον που<br />
έρχεται,<br />
κι όλο έρχεται<br />
και με τρομάζει τόσο…..</p>
<p>Η Χλόη Κουτσιμπέλη θα κλείσει την εισήγησή της με την εμπειρία της από την συμμετοχή στο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής στο 3ο Γυμνάσιο Μενεμένης στον Δενδροπόταμο. Η μαθήτρια Ελένη Τσακίρη γράφει:</p>
<p>«Δεν ξέρω, αν ο ωκεανός θα σου φέρει αυτά που έγραψα.<br />
Μα ξέρω σίγουρα<br />
Πως όσες θάλασσες και ωκεανοί κι αν μας χωρίζουν<br />
Πάντα θα υπάρχει μια στεριά να μας ενώνει»</p>
<p>Εν κατακλείδι αυτή η ποιητική συλλογή της Γ Καλπαζίδου για την Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ωκεανός και στεριά μαζί, που μας ενώνει. «Θα ήθελα να τελειώσω με μια μόνο φράση Μέ σεμ Ρομνή. Είμαι κι εγώ Ρομνή. Όλοι και όλες εδώ είμαστε Ρομνή» .</p>
<p>Όταν οι εμπειρίες του Γ. Τσιάκαλου με «τα Ρομά» σμίγουν- δένουν με την ποιητική συλλογή «Me sem»:</p>
<p>Την εισήγησή του Ο Γ Τσιάκαλος την ξεκίνησε παίρνοντας αφορμή από ένα κείμενο του, που δημοσίευσε στην εφημερίδα Αυγή πριν σαράντα περίπου χρόνια και στου οποίου τον τίτλο δέσποζε η φράση στα Ρομανές «Opre Roma» (σηκωθείτε Ρομά). Σ’ εκείνο το κείμενο, όπως και σε πολλά άλλα που ακολούθησαν, τόνιζε την ανάγκη της κοινωνικής και σχολικής ένταξης των Ρομά ως Δικαίωμα. Όπως επισήμανε όταν έγραφε για Ρομά-για Τσιγγάνους, όπως λέγαμε εκείνη την εποχή, πολλοί ήταν εκείνοι, που αμφισβητούσαν την αυτονόητη για αυτόν παιδαγωγική θέση των ικανοτήτων μάθησης από όλα τα παιδιά, λέγοντας του «σιγά μην μάθουν οι Τσιγγάνοι». Στην χειρότερη μορφή αποτύπωσης του χλευασμού πολλών τότε ανάμεσά τους και εκπαιδευτικοί έλεγαν: «Οι Γύφτοι δεν θέλουν το σχολείο».</p>
<p>Σε εκείνα τα κείμενα όταν χρησιμοποιούσε τον όρο –λέξη Ρομ(ά), όπως θυμάται ο ίδιος, για κάποιους φαινόταν αστείο. Σ’ εκείνο το κείμενο περιέγραφε και επιζητούσε την αλληλεγγύη των μη Ρομά. Όμως ταυτόχρονα ήθελε σε αυτήν την διαδικασία να συμμετέχουν και οι Ρομά. Ενώ μιλούσε για τους «αθέατους»- αποκλεισμένους, ταυτόχρονα ήθελε κι αυτούς μαζί σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων. Αυτό επιδίωκε τονίζοντας ιδιαίτερα στον τίτλο του άρθρου αλλά και μέσα στο κείμενο με την φράση «Opre Roma». Στάση και αρχή που ακολούθησε και ακολουθεί ο Γ Τσιάκαλος σε όλη την επιστημονική και κοινωνική του πορεία. Θεωρεί και καταγράφει συνεχώς ότι η διαδικασία της συμμετοχής και της αλληλεγγύης με κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες κουμπώνουν πάντα με την χειραφέτηση ως διαρκή καθημερινή διαδικασία του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας. Συγκινημένος στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής ο Γ Τσιάκαλος ανατρέχει στο τότε του άρθρου της εφημερίδας Αυγή και διερωτάτο: Σκεφτόμουνα τότε γράφοντας το άρθρο, αν θα ’ρθει άραγε η στιγμή, όπως σήμερα. Να συμβαίνει με αυτονόητο τρόπο η συμμετοχή των Ρομά. Και θα’ ναι εκείνη ακριβώς η στιγμή, που «θα πεις στον εαυτό σου τώρα θα κάθομαι πίσω» για να ακούσω τους δημιουργούς.</p>
<p>Ο Γ. Τσιάκαλος βάζοντας μπροστά τις δικές του εμπειρίες από τις πολύχρονες σχέσεις του με «τα Ρομά» λέει πως συγκινήθηκε διαβάζοντας όλα τα ποιήματα της συλλογής. Εκείνο όμως που «του άρεσε» περισσότερο είναι το ποίημα «Τα κρόσσια της Σεβίλλης», γιατί του θύμισε ένα ταξίδι στην πόλη της Ισπανίας, όπου πριν πολλά χρόνια συναντήθηκε και αντάλλαξε απόψεις με Ρομά για ζητήματα εκπαιδευτικής, κοινωνικής και πολιτικής ένταξης, κ.α.. Αν θα ξεκινούσε την παρουσίαση της συλλογής, με αυτό το ποίημα θα άρχιζε. Όμως για αυτόν το σημαντικό ζήτημα είναι -η πρόκληση- ανάμεσα στο δικό του κείμενο «Opre Roma» και στην ποιητική συλλογή της Γεωργίας.</p>
<p>Σε μια σημερινή παρουσίαση δεν θα την ξεκινούσε πλέον με το Opre Roma, αλλά μόνο Ρομνά. Γιατί η ποιητική συλλογής της Γεωργίας είναι πέρα από αυτά που φανταζόταν τότε. Στην ποιητική συλλογή είναι πια οι γυναίκες αυτές που μιλούν και αυτό το γεγονός είναι το σημαντικότερο όλων. Είναι μια ιστορική κατάκτηση και καταγραφή για τον Δενδροπόταμο.</p>
<p>Όμως για τον Γ Τσιάκαλο η ποιητική συλλογή αποκτά και μια ιδιαίτερη προκλητική διάσταση και σημασία. Όπως τονίζει ο ίδιος ότι το όνειρο του πριν πολλά χρόνια θα ήταν μια ποιήτρια να παρουσιάζει την ποιητική συλλογή σε οποιαδήποτε γλώσσα, αλλά χωρίς να χρειάζεται να παρουσιάζεται και το βιογραφικό της. Αυτό θα σήμαινε ότι έχουν διαμορφωθεί εκείνες οι κοινωνικές αλλαγές των ισχυρών κοινωνικών προτύπων. Ότι τα πράγματα θα είναι τόσο αυτονόητα πια και ότι θα μπορεί να υπάρχει μια ποιήτρια Ρομνή όπως μια άλλη Ελληνίδα, μια Γερμανίδα ή μιας οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας. Θα είχαν διαμορφωθεί έτσι οι συνθήκες, που δεν θα χρειάζεται πια να λες: ξέρετε ότι για να φτάσει να γράψει αυτό το ποίημα χρειάστηκε πρώτα να είναι μια από τις λίγες, που κατάφεραν να περάσουν από όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ώστε να πετύχει να γράφει και να διαβάσει.</p>
<p>Ως τελευταίος εισηγητής ο Γ Τσιάκαλος είχε την ευκαιρία βάσει προγράμματος της εκδήλωσης να παρακολουθήσει όλες τις απαγγελίες των ποιημάτων. Βλέποντας την μητέρα της ποιήτριας –την κ Στέλλα- να απαγγέλει συγκινημένη τα ποιήματα της κόρης της αναλογίστηκε την κοινωνική ευθύνη του για το γεγονός ότι η Στέλλα δεν τέλειωσε το σχολείο, όπως θα έπρεπε κατά την παιδική της ηλικία. Θυμήθηκε την περίπτωση μιας μητέρας, η οποία σε κάποια εκδήλωση στον Δενδροπόταμο του είπε ότι αυτός, που μιλούσε, ολοκλήρωσε το σχολείο και πως ήταν ο γιός της. Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει το γεγονός της ευθύνης του ως δασκάλου και της αναγκαιότητας αυτοκριτικής, κατά την οποία έρχεσαι να δεις που πέτυχε εκείνος (ο γιος) και που απέτυχε ο ίδιος (ως δάσκαλος) με το ερώτημα, γιατί εκείνη (η μητέρα) δεν προχώρησε στο σχολείο, όπως εννοούσε. Θα είναι σημαντικό εκπαιδευτικό και κοινωνικό γεγονός, όταν δεν θα χρειάζεται να λες ότι τα κατάφεραν αυτοί μονάχα. Όταν το αυτονόητο της επιτυχίας θα είναι για όλους και όλες ως κανόνας και θα έρθει εκείνη η εποχή, όπου θα λες ότι δεν τα κατάφεραν δυο ή τρία παιδιά και στη συνέχεια θα αναλογίζεσαι και θα διερωτάσαι: Γιατί άραγε;</p>
<p>Γι αυτά τα ζητήματα Ο Γ. Τσιάκαλος μίλησε και στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν του δόθηκαν οι ευκαιρίες. Σε συνεδριάσεις του παρουσίασε τις συνθήκες μη αποδοχής και εγγραφής των Ρομά σε κάποιο δήμο με επίπτωση εγγραφής των παιδιών τους στα σχολεία. Αλλά και όταν διευθετήθηκαν διοικητικά αυτές οι αναγκαιότητες και είχαν τα σχετικά έγγραφα οι Ρομά (πιστοποιητικά γέννησης), οι διοικήσεις των σχολείων έθεταν ως εμπόδιο την ανυπαρξία βιβλιαρίου των εμβολίων. Παρόλα αυτά το επιχείρημα της κυρίαρχης άποψης ήταν: δεν πηγαίνανε ή εγγράφονταν και φεύγανε από το σχολείο. Δεν υπήρχε τότε μια απόφαση, που να λέει ότι ακόμα και αν δεν είναι τα παιδιά εμβολιασμένα, θα γίνονται δεκτά –θα πηγαίνουν στο σχολείο. Βολευόταν με αυτή την κατάσταση. Οι διαδικασίες αυτές συμπληρωνόταν και από προσεγγίσεις των δνσεων εκπαίδευσης για την περιοχή του Δενδροποτάμου. Οι παράγοντες της διοίκησης θεωρούσαν ότι οι δάσκαλοι πήγαιναν στα κάτεργα του Δενδροποτάμου. Αφού πήγες κάποια περίοδο, μετά φεύγεις.</p>
<p>Επανερχόμενος στην ποιητική συλλογή ο Γ. Τσιάκαλος παρατηρεί ότι τα ποιήματα προκαλούν ευχαρίστηση και για έναν επιπλέον λόγο: «Μ’ αρέσουν γιατί έχουν μια ευαισθησία, αλλά ταυτόχρονα εκφράζουν αυτοπεποίθηση». Περιγράφει την αυτοπεποίθηση μπαίνοντας στην θέση της ποιήτριας. Ναι είμαι Ρομνή. Δεν θα κρύβομαι και τα κατάφερα. Μόνο έτσι δέχεται η ποιήτρια να την αναγνωρίζουνε και δεν θα κρύβεται επιπλέον με βάση το μέρος που θα μένει. Η ίδια μιας και κέρδισε κάποια χρήματα δεν θα αλλάξει μέρος κατοικίας, αλλά μένει στον Δενδροπόταμο. Και αυτό έχει ιδιαίτερη αξία ως κοινωνική προέκταση της προσωπικής της επιλογής.</p>
<p>Απευθυνόμενος ο Γ. Τσιάκαλος στην ποιήτρια: «τότε είπα το οπρέ Ρομά. Τώρα δεν θα πω οπρέ. Σηκωθήκατε. Κοιτάξτε να μην σας τυλίξουνε». Τόνισε ιδιαίτερα ότι οι άνθρωποι από τις οποιεσδήποτε μειονότητες, που καταφέρνουν κάποια στιγμή να ενταχθούν στον κοινωνικό χώρο ως εγγράμματοι, δεν θεωρούνται πια αποκλεισμένοι. Έχουν πλέον την δύναμη οι ίδιοι και οι ίδιες να πουν «αυτός/η είμαι» και τότε έρχεται η κοινωνία, αυτή που μέχρι πριν του/τις είχε στην άκρη, και τους/τις αγκαλιάζει. Το κάνει αυτό γιατί θεωρεί η κυρίαρχη κοινωνία ότι αυτοί/ες είναι το κάτι ιδιαίτερο ως άτομα. Είναι άτομα πλέον τα οποία έχουν και τον οποιοδήποτε τίτλο με τον οποίο εμείς -αντίστοιχα τα μέλη της κυρίαρχης κοινωνίας- μπορούμε να καταφέρουμε πολλά εις βάρος της μειονότητας. Αυτή η εξέλιξη είναι ο μεγάλος φόβος. Όλα ξεπερνιούνται από την στιγμή που κάποιος σηκώνεται και λέει: εγώ είμαι όρθιος άνθρωπος – γυναίκα ή άντρας. Ο όρθιος άνθρωπος δεν σκύβει ποτέ και δεν λέει ευχαριστώ στο άλλον, που έρχεται ως μέλος της εξουσίας να τον βάλει μέσα στις κοινωνικές δομές ή σε μια προνομιακή κατάσταση χαριστικά. Οι δομές ανήκουν δικαιωματικά σε όλους και όλες.</p>
<p>Ο ίδιος επαναλαμβάνοντας την αισιοδοξία του, που πηγάζει από το γεγονός ότι Ρομνές πλέον μπορούν να στέκονται όρθιες, αποφαίνεται – εν τη ρύμη του λόγου του- ότι δεν χρειάζεται να ξαναγράψει για Ρομά (του Δενδροποτάμου), αλλά μόνο για τον Ασπρόπυργο. Γιατί εκεί βλέπουμε ότι συμβαίνουν γεγονότα όμοια με εκείνα, για τα οποία μιλούσαμε πριν από σαράντα χρόνια. Το γεγονός ότι θα υπάρχουν αστυνομικοί οπουδήποτε ζουν Ρομά με το πρόσχημα ότι εκεί ζουν επικίνδυνοι άνθρωποι συνιστά μια επικίνδυνη πολιτική πράξη. Ο Γ Τσιάκαλος απευθυνόμενος σε αυτές τις εξουσιαστικές λογικές και επιλογές θα πει: κοιτάξτε και μπροστά στο σπίτι του πρωθυπουργού έχουμε αστυνομικούς (ως επικίνδυνο!!). Όπου κάθονται αυτοί (οι επικίνδυνοι) έχουμε πολλούς αστυνομικούς. Έτσι θα μπορούσε να εννοεί κάποιος/α ότι: κοιτάξτε εμείς παντού θέλουμε να υπάρχει ησυχία. Και αυτό θα είχε ίσως μια ιδιαίτερη σημασία. Όταν όμως έρχεσαι και λες –ως πολιτεία- ότι ΕΚΕΙ (όπου κατοικούν οι Ρομά) υπάρχουν κίνδυνοι και στην συνέχεια να συμπληρώνει ο οποιοσδήποτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γράφοντας: ότι μέχρι τώρα δεν τολμούσε να μπει εκεί μέσα αστυνομικός, γιατί ήταν άβατο!! Όταν λοιπόν συμβαίνουν αυτά διαπιστώνει ο Γ Τσιάκαλος ότι ακόμα είμαστε σε παλιές εποχές. Αυτό τον γεγονός προκαλεί την προσωπική του κοινωνική και επιστημονική ευθύνη και ενεργοποιεί την ανάγκη της δικής του εγρήγορσης τόσο για την αλληλέγγυα συμμετοχή του με Ρομά, που βιώνουν αυτές τις διακρίσεις, όσο και την ευθύνη με τον λόγο του για την κοινωνική αφύπνιση και συνειδητοποίηση. Γι αυτό καταληκτικά ο Γ. Τσιάκαλος εκφράζοντας τη βεβαιότητα του πιστεύει ότι η ποιήτρια θα αγωνιστεί με τα ποιήματά και τον λόγο της ενάντια σε τέτοιες απόψεις.</p>
<p>Όταν η συγκίνηση δημιουργεί…</p>
<p>Ζήσαμε μια συγκινητική εκδήλωση στην αίθουσα της Εταιρείας Λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης. Σε μια προσπάθεια «αυτοαξιολόγησης» της εκδήλωσης ίσως υπερβολικά και κομπάζοντας θαρρώ πως όλοι/ες φύγαμε ανθρωπινότεροι και γεμάτοι/ες από το μεδούλι του κόσμου της ποιήτριας Γεωργίας Καλπαζίδου.</p>
<p>Η συγκίνηση με αναγκάζει να επαναλάβω πρώτα- πρώτα ότι τα ποιήματά της Γεωργίας είναι φτιαγμένα με πάθος, υπερηφάνεια και αγάπη για την καταγωγή της, για τη Ρομνή γυναίκα αλλά και κάθε γυναίκα της οικουμένης. Στη συνέχεια να αποτυπώσω την πολιτική διάσταση της συγκίνησης, επειδή διαπιστώνω ότι τα ποιήματα είναι η έκφραση της δύναμης και του ονείρου των ανθρώπων, που τόλμησαν και τολμούν να υψώνουν την γροθιά και το ανάστημά τους σε μια κοινωνία, που εξακολουθεί να τους κρατάει στο περιθώριο.</p>
<p>Ακούγοντας τις παρεμβάσεις των φίλων και συνοδοιπόρων γυναικών της Γεωργίας και τη μητέρα της, που απήγγειλε δακρυσμένη στη Ρομανί τα ποιήματα της κόρης της, θυμήθηκα και ανέσυρα από το αρχείο μου ένα συλλογικό κείμενο των γυναικών του τμήματος γραμματισμού ενηλίκων του σχολείου μας, στο οποίο συμμετείχε η μητέρα της Γεωργίας. Σ’ εκείνο το κείμενο, που παρουσιάστηκε από τις γυναίκες σε επιμορφωτικό συνέδριο εκπαιδευτικών για την εκπαίδευση των παιδιών Ρομά (του ΠΤΔΕ/ΑΠΘ), να η συμβολή της κ Στέλλας: «Με τα γράμματα ελπίζουμε όλες σε μια καλύτερη ευκαιρία. Δεν ξέρουμε, αν θα τα καταφέρουμε όμως αυτό το χρωστάμε στον εαυτό μας. Είναι ο σεβασμός στον εαυτό μας και στα παιδιά μας. Έτσι ετοιμαζόμαστε για τις εξετάσεις για τα απολυτήρια…. Αυτό είναι το δικό μας σχολικό όνειρο για φέτος. Το όνειρο με τα γράμματα δεν τελειώνει συνεχίζεται σε όλη μας την ζωή. Πάντα μαθαίνουμε. Όλες μας μέσα στην τάξη μαθαίνουμε η μια από το όνειρο της άλλης. Ακόμα και οι δάσκαλοι και η δασκάλα μαθαίνουν από εμάς και κοντά μας. Κάποτε το όνειρο τελειώνει και ξυπνάμε. Σας παρακαλούμε πάρτε στα χέρια σας το σχολικό όνειρό μας και συνεχίστε το και σε άλλες γυναίκες που το έχουν ανάγκη.»</p>
<p>Πατώντας η Γεωργία σε τέτοια χνάρια γραμματισμού η ίδια με ανεπιτήδευτη συγκίνηση και χαρά μας μίλησε για την ζωή της. Εκεί όπου η ίδια δημιουργεί και ανοίγει ρωγμές με το φως του λόγου της, τα ποιήματά της και την προσωπικότητά της, οι κυρίαρχες πολιτικές στέλνουν αστυνομικούς ως δήθεν «διαμεσολαβητές» της κοινωνικής συμμόρφωσης των επικίνδυνων Ρομά!! Μια πολιτική διαδικασία μεταχείρισης κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων –racial profiling-, η οποία διεθνώς απαγορεύεται.</p>
<p>Για όλα αυτά χαίρομαι που ο εκδοτικός οίκος εμπιστεύτηκε την ποιητική συλλογή της Γεωργίας Καλπαζίδου και ευχαριστώ Την Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, που με επέλεξε ως έναν ομιλητή στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογή ΜΕ ΣΕΜ.</p>
<p>Ο Καζανζτάκης στην Ασκητική έγραψε ότι ο δάσκαλος γίνεται γέφυρα, για να περάσει από πάνω ο μαθητής του απέναντι. Αφού περάσει γκρεμίζεται για να φτιάξει ο μαθητής τις δικές του γέφυρες. Βλέποντας την Γεωργία όπως και όλα τα άλλα παιδιά Ρομά του Δενδροποτάμου να φτιάχνουν τις δικές τους γέφυρες μόνο ευγνωμοσύνη στον καθένα και στην καθεμιά μπορώ να εκφράσω. Δεν πρόκειται για μια αοριστολογική ευγνωμοσύνη, αλλά για την χαρά μου, ως δασκάλου, που μάθαινα και μαθαίνω από την συμμετοχή μου και συνεργασία σε αυτήν την προσπάθεια των μαθητών/τριών μου και της Γεωργίας. Μοιραζόμασταν και μοιραζόμαστε αγώνες και αγωνίες. Σε αυτήν την διαδικασία της κάθε ατομικής-προσωπικής προσπάθειας διαβάζω ταυτόχρονα την προσπάθεια της συλλογικής μορφωτικής, εκπαιδευτικής και κοινωνικής ζωής στον Δενδροπόταμο. Και σε αυτήν την συλλογική διαδικασία μετασχηματίζομαι κι εγώ ως κοινωνικό πρόσωπο και δάσκαλος. Με αφορμή την ποιητική συλλογή Me Sem της Γ Καλπαζίδου δημιουργείται μια ξεχωριστή στιγμή, όπου η κοινωνική ιστορία και εξέλιξη του τόπου συναντά την μνήμη και η μνήμη γεννά την ευγνωμοσύνη. Γι’ αυτήν την εμπειρία ευχαριστώ τον/την καθένα/μια στον Δενδροπόταμο και την Γεωργία ιδιαίτερα: γιατί γέμισε την εμπειρία και με τα Ρομανές, την στιγμή, που πολλοίς/ες θα τα παρουσίαζαν ως πρόβλημα και εμπόδιο, απέδειξε ότι όλοι/ες πλουτίζουμε από την ανάδειξή τους. Ο Βραζιλιάνος παιδαγωγός ο Πάουλο Φρέιρε δίδασκε ότι αν ο δάσκαλος δεν μαθαίνει κάτι από τις προσπάθειες των μαθητών/τριών του, είναι αμφίβολο αν θα μάθουν κάτι και αυτοι/ες από αυτόν.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 10 Dec 2025 20:39:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22656</guid>

					<description><![CDATA[Η Ιωάννα Λιούτσια γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1992. Διδακτόρισσα του τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου με αντικείμενο διατριβής την τέχνη της περφόρμανς στα Βαλκάνια και τις πολιτικές της διαστάσεις. Απόφοιτη των τμημάτων Θεάτρου και Ιστορίας-Αρχαιολογίας ΑΠΘ και της Δραματικής σχολής «Σύγχρονο Θέατρο Β. Διαμαντόπουλος». . Το πρώτο της θεατρικό κείμενο &#8220;Τη Μοναξιά και τους Ανθρώπους &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Ιωάννα Λιούτσια γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1992. Διδακτόρισσα του τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου με αντικείμενο διατριβής την τέχνη της περφόρμανς στα Βαλκάνια και τις πολιτικές της διαστάσεις. Απόφοιτη των τμημάτων Θεάτρου και Ιστορίας-Αρχαιολογίας ΑΠΘ και της Δραματικής σχολής «Σύγχρονο Θέατρο Β. Διαμαντόπουλος». . Το πρώτο της θεατρικό κείμενο &#8220;Τη Μοναξιά και τους Ανθρώπους να Φοβάσαι&#8221; απέσπασε το Β&#8217; βραβείο στο διαγωνισμό συγγραφής του ΔΗΠΕΘΕ Β. Αιγαίου (2014), ενώ το επόμενο &#8220;First we take Manhattan, then we take Berlin&#8221; συμπεριλήφθηκε στη shortlist του Berliner Festspiele 2019. Από το 2012 αρθρογραφεί τακτικά σχετικά με τη λογοτεχνία και το θέατρο. Είναι συν-δημιουργός της ομάδας συγγραφέων δρόμου &#8220;γραφούλες&#8221;. Εργάζεται ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, δραματουργός και θεατροπαιδαγωγός.</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Συνομιλίες σε Μη+ (Ars Poetica, 2014),<br />
Αρρυθμίες (ιδιωτική έκδοση mystory, 2016),<br />
Η Σιωπή σε δύο χώρους (Οροπέδιο, 2018)<br />
Ανοιχτά φωνήεντα και δαγκωμένα σύμφωνα (Θράκα 2022)<br />
Αστική Αγωνία (Θράκα 2025)</p>
<p><strong>ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ</strong></p>
<p>Τα δρακουλινάκια (Δωδώνη, 2024)<br />
12 σκετς για 19 Παγκόσμιες Ημέρες (σοφία, 2021)</p>
<p><strong>ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ</strong><br />
Ο Άτλας της δεκαετίας του 2000 (Αντίποδες, 2024)</p>
<p><strong>ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ</strong><br />
Η ανάπτυξη και τα είδη του ηχητικού θεάτρου στη Γερμανία (Δωδώνη, 2024)</p>
<p><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</strong><br />
Τα έργα του Ε. Ίψεν Νόρμα ή Ο έρωτας ενός πολιτικού (2020) και Η νύχτα του Αγίου Ιωάννη (2023) από τις εκδόσεις Δωδώνη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/1-untitled-fr12-0001-12/" rel="attachment wp-att-22660"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22660" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-Untitled.FR12-0001-209x300.jpg" alt="" width="275" height="394" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-Untitled.FR12-0001-209x300.jpg 209w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-Untitled.FR12-0001.jpg 446w" sizes="(max-width: 275px) 100vw, 275px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/1-%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%bf3/" rel="attachment wp-att-22671"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22671" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ3-300x213.jpg" alt="" width="500" height="355" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ3-300x213.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ3.jpg 640w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/1-%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%bf1/" rel="attachment wp-att-22665"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22665" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ1-300x212.jpg" alt="" width="500" height="353" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ1-300x212.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ1.jpg 640w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΣΤΙΚΗ ΑΓΩΝΙΑ (2025)</strong></h4>
<h5><strong>ΔΕΝΤΡΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ</strong></h5>
<p>Οι φίλοι μου ήρθαν όλοι<br />
στην Αθήνα για δουλειά,<br />
όπως κι εγώ.<br />
Όσοι δουλέψανε σεζόν<br />
όταν βλεπόμαστε (όχι συχνά)<br />
κερνάνε τους καφέδες<br />
εγώ πάντοτε επιφυλάσσομαι.</p>
<p>Έχω μια φίλη σε κάθε γειτονιά<br />
στο Μετς, στη Νέα Σμύρνη, Αμπελόκηπους<br />
μες στα μικρά μας σπίτια<br />
στην Καισαριανή<br />
με τον καφέ στερεωμένο στην απλώστρα το πρωί<br />
μισός μέσα, μισός έξω<br />
ένα μπαλκόνι για μισό άνθρωπο</p>
<p>όλοι μας έχουμε έρθει για δουλειά<br />
χωρίς δουλειά<br />
ψάχνουμε διαμερίσματα συνέχεια, ο ένας για τον άλλον<br />
ημιυπόγεια ευήλια<br />
τάχα να θυμίζουν λίγο τα πατρικά μας<br />
―είχαμε, βλέπεις, μεγαλώσει αλλιώς―<br />
στο τέλος καταλήγουμε<br />
«ας μοιάζει έστω στο παιδικό δωμάτιό μας»<br />
έτσι κι αλλιώς όλη τη μέρα είμαστε στους δρόμους<br />
παίρνουμε λεωφορεία, κολλάμε σε φανάρια<br />
―από πάνω μας πετάνε τα ραφάλ―<br />
περπατάμε, καθόμαστε στις στάσεις,<br />
μετράμε τον χρόνο σε τραγούδια<br />
διαβάζουμε τα ονόματα και τις αφιερώσεις στις νταλίκες<br />
«ο όμορφος»<br />
«στον παππού μου»<br />
«για ό,τι αναρωτιέσαι, η απάντηση είναι ναι»<br />
η μια πίσω απ’ την άλλη<br />
η κάθε μία μόνη της μα καραβάνι<br />
κάνω πως τίποτα δε μου θυμίζει αυτό<br />
στρέφω το βλέμμα<br />
πίσω μου στο κατάστημα το άδειο<br />
ξεθωριασμένη η ταμπέλα γράφει:<br />
«Διατίθεται το παρόν. Τηλέφωνο…»</p>
<p>για το μέλλον όμως όλοι τσιμουδιά.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Στις μέρες μας<br />
ανάβουμε το φως απ’ το πρωί<br />
οι φίλοι μας κοιτάνε τ’ άσπρα μας μαλλιά<br />
μα δε ρωτούν·<br />
ξυπνάμε τα χαράματα<br />
ευαισθητοκράτωρ ο καιρός<br />
συγκίνηση και ηττοπάθεια<br />
όσο μας σκεπάζει μια κουβέρτα είμαστε καλά<br />
για περισσότερα δεν είμαστε·<br />
η σκέψη μας γύρω απ’ τον χρόνο<br />
―πόσα οχτάωρα έχει μια μέρα;―<br />
κάποτε και γύρω απ’ τον έρωτα<br />
ανάγκη για γενόσημα αισθήματα<br />
ευνουχιστήκαμε αρκετά, τα χέρια μας δεν αγκαλιάζουν<br />
πια δε ζηλεύουμε την άγνοια των παιδιών<br />
ντρεπόμαστε να τ’ αντικρίσουμε<br />
πώς να τους πούμε ότι θα γίνουν σαν εμάς;</p>
<p>Τα λόγια μας δεν κάνουν άλλο για αλληγορίες<br />
ξεσκεπάστηκαν<br />
μονάχα η αλήθεια πρέπει τώρα<br />
ο θάνατος δεν είναι από μόνος του ένα άκρο<br />
μα ούτε η ζωή αρκεί όπως το βλέπω.</p>
<p>Μονάχα η αλήθεια πρέπει τώρα.</p>
<h5><strong>ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ</strong></h5>
<p>Κάποτε ήθελα να αδράξω τη μέρα<br />
τώρα η μέρα αδράττει εμένα<br />
από το πόδι με τραβάει<br />
πιάνει τα δάχτυλά μου ένα ένα και τα τραβά<br />
όπως μικρή με ξύπναγε η γιαγιά μου<br />
κι ας σηκωνόμουν τότε εύκολα<br />
γιατί να συνδυάσει τον πόνο με το ξύπνημα<br />
μία ιεροτελεστία<br />
μία προσομοίωση<br />
ποιος ξέρει<br />
τώρα εκείνη κοιμήθηκε για πάντα<br />
κι εγώ δεν ξυπνάω πια και τόσο εύκολα<br />
οι μέρες είναι δύσκολες<br />
μαζεύω τα πόδια μου σαν έμβρυο αγκαλιά<br />
ποτέ δεν ξέρεις ποιος μπορεί να στα τραβήξει<br />
και πρώτη πρώτη η βιαιότητα της νέας μέρας<br />
οι μέρες είναι δύσκολες<br />
κάλλιο οι νύχτες που συνεχίζονται και πάλι απ&#8217; την αρχή</p>
<p>μία παγίδα<br />
ο πόνος<br />
για να μείνω για πάντα<br />
στο κρεβάτι.</p>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΟΝΟΜΑ ΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Νιώθω σαν τα κορίτσια του Κόλια.<br />
Για τα αγόρια είμαι η πόλη μου.<br />
Πάντοτε δεύτερη, ανοιχτή<br />
ταυτόσημη με την αναμονή<br />
κάποτε ιδανική σαν την επιστροφή<br />
από κοντά δική τους<br />
μετά ξένη<br />
απόμακρη και μακρινή<br />
αγαπημένη αιωνίως<br />
μια νοσταλγία εν δυνάμει<br />
για τα αγόρια είμαι η πόλη μου<br />
το παρελθόν της και το μέλλον της.</p>
<h5><strong>Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Η αγάπη μου μιλάει με ποιήματα.<br />
Τη μια μού λέει πως μετατρέπεται σε άμμο<br />
—για να μου πει για την ξηροδερμία</p>
<p>την άλλη αναρωτιέται πόσες φορές κλείνω τα μάτια<br />
—για να ρωτήσει γιατί λυπάμαι</p>
<p>γιατί φυτεύουν νεραντζιές στο κέντρο της Αθήνας<br />
—για να μιλήσει για τους ανθρώπους που πεινάνε</p>
<p>και τώρα που τον ακούω να μου γράφει μες στη νύχτα<br />
—ιδέες για βιβλία, σημειώσεις, τη λίστα σουπερμάρκετ,<br />
ποιος ξέρει τι</p>
<p>ξέρω πως έτσι παίρνει το ηρεμιστικό του<br />
πριν στο κρεβάτι μπει να με κυκλώσει<br />
κι εγώ σ&#8217; αυτήν την αίσθηση αφεθώ ότι<br />
η αγάπη μού μιλάει με ποιήματα.</p>
<h5><strong>ΑΘΗΝΑ &#8211; ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></h5>
<p>Η αγάπη είναι<br />
το τζάμι ενός τρένου τη νύχτα.<br />
Πρέπει να κάνεις προσπάθεια να δεις<br />
πώς τα τοπία και τα φώτα αλλάζουν στην άλλη πλευρά<br />
πρέπει να κάνεις προσπάθεια</p>
<p>ν&#8217; ανοίξεις το βλέμμα πέρα απ’ το είδωλό σου<br />
πρέπει να κάνεις προσπάθεια<br />
μέχρι να δεις την αντανάκλασή σου<br />
λιωμένη, με ασαφή τα περιγράμματά της<br />
τέλεια εναρμονισμένη στο τοπίο</p>
<h5><strong>ΤΑ ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ</strong></h5>
<p>Κοιτάμε στα μάτια τα κοράκια<br />
και νομίζουμε πως κοιτάμε τον θάνατο<br />
πως όλα πέρασαν<br />
δεν έχουμε πια να φοβόμαστε τίποτα.</p>
<p>Κάτω από κίτρινα άστρα και κόκκινες μπάλες<br />
συναντάμε ανθρώπους που κάποτε ζήσαμε μαζί<br />
κλαίμε<br />
κλαίμε κι αγκαλιαζόμαστε<br />
χωρίς να μιλάμε -πια δε χρειάζεται-<br />
ξέρουμε όλοι.</p>
<p>Μες στα στολίδια μία κάρτα ξεχασμένη<br />
κι η μπαταρία ακόμη εξαντλήθηκε<br />
χτυπάει μόνο κάποιες νότες απ&#8217; τα κάλαντα.</p>
<p>Παιδί δεν αγαπούσα τα Χριστούγεννα<br />
αλλά την προσμονή τους.<br />
Τώρα με συγκατάβαση χαμογελώ πριν έρθουν<br />
γιατί μου μάθανε<br />
πια να μην περιμένω τίποτα,<br />
κάπως με βία τα γιορτάζω<br />
ξέροντας πως τίποτα δε θα αλλάξει<br />
πως οι ελπίδες μας γεράσανε<br />
—μα αν τις πιστεύουμε ετοιμοθάνατες<br />
αρκεί ένα βλέμμα στα κοράκια<br />
για να αναθαρρήσουν πάλι.</p>
<h5><strong>ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑΣ</strong></h5>
<p>Στη ορθογραφία δεν ήμουνα ποτέ ιδιαίτερα καλή.<br />
Έλεγα όπως όλα τα παιδιά:<br />
«Τι θα μου χρειαστεί; Σχήματα είναι».</p>
<p>Τώρα τη βρίσκω συνεχώς μπροστά μου.<br />
Όταν οι άλλοι με ρωτούν πώς νιώθω και<br />
ποια είναι η θέση μου στον κόσμο<br />
―αυτό κυρίως σε συνεντεύξεις για δουλειά―<br />
δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό, τι ν’ απαντήσω:<br />
απορημένη ή απορριμμένη;</p>
<p>Μετά θυμάμαι πως<br />
«η πρόθεση είναι που μετράει»<br />
και λύνω κάπως τους δεσμούς μου.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ</strong></h5>
<p>Δε θέλω να γεράσω και να γίνω από ‘κείνους<br />
που μόλις ακούνε ασθενοφόρο λένε<br />
«μας χαιρέτησε».<br />
Ούτε από ‘κείνους που στα γέλια των νέων και των παιδιών στα πάρκα,<br />
στα πειράγματα των μεθυσμένων ζευγαριών τη νύχτα<br />
τραβάνε την κουρτίνα και σηκώνονται να δουν.<br />
Δεν θέλω να γεράσω με την αγωνία,<br />
―κατ’ άλλους με τον συμβιβασμό</p>
<p>Κι έφτασα ήδη στα μισά του δρόμου<br />
—κάποιοι θα πουν ακόμη τίποτα δεν είδα,<br />
η επιστήμη έχει προχωρήσει, όχι όμως<br />
κι η θέλησή μου για ζωή<br />
και δεν μπορώ ούτε να κατουρήσω μόνος.<br />
Οι σκέψεις μου δεν με αφήνουν.<br />
Ενώ, όταν ήσουνα εσύ, τι φυσικότητα<br />
να κατουρώ μπροστά σου<br />
ενώ εσύ τακτοποιείς τα μπουκαλάκια στο ντουλάπι<br />
και κάτι μουρμουρίζεις για όσα αύριο έχεις να κάνεις,<br />
ενώ εσύ στο τέλος μου ανοίγεις τη βρύση και μου λες<br />
«τέλειωνε, το νερό είναι λίγο στον πλανήτη»<br />
κι εγώ γελάω γιατί γκρινιάζεις για τα πιο απίστευτα πράγματα του<br />
κόσμου<br />
φέρνεις και την πετσέτα και<br />
μου σκουπίζεις τα χέρια σαν μωρό<br />
κι εγώ τ&#8217; απλώνω<br />
κι ας σε περνάω τόσα χρόνια.<br />
«Άντε» μου λες.<br />
Τι να σημαίνει αυτό το «άντε»;<br />
Να, κάτι τέτοια σκέφτομαι και δεν μπορώ να κατουρήσω αφού λείπεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΟΙΧΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ<br />
ΔΑΓΚΩΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ (2022)</strong></h4>
<h5><strong>Η ΖΩΗ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Η ζωή μου<br />
το χτύπημα στην πόρτα ενός λεωφορείου<br />
πάντα λάθος συγχρονισμός με οδηγό<br />
ή χαλασμένο όχημα.<br />
Χτυπάω στη μέση να μ’ ανοίξει<br />
ανοίγει μπρος και πίσω.<br />
Τρέχω μπροστά να ανεβώ<br />
η πόρτα κλείνει μ’ επίδειξη μπροστά μου.<br />
Ανοίγει η μεσαία<br />
σαν τον χαμένο τρέχω<br />
κάποτε καταφέρνω ν’ ανεβώ<br />
όλες οι θέσεις άδειες<br />
μα τα χάνω στην απόφαση<br />
ποια να διαλέξω<br />
έτσι πάντα οι άλλοι προλαβαίνουν<br />
κι απομένω εγώ<br />
όρθιος και καταϊδρωμένος<br />
στη φυσούνα του λεωφορείου<br />
να ταλαντεύομαι δεξιά — αριστερά<br />
όπου με πάνε οι δρόμοι, τα λεωφορεία<br />
κι οι οδηγοί.</p>
<h5><strong>ΔΕΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Η ιστορία της ζωής μου είναι<br />
ένας άντρας που περιμένει μια γυναίκα<br />
που περιμένει έναν άντρα<br />
που πάντα αργεί να έρθει<br />
που όταν έρχεται είναι εκεί<br />
και μετά εξαφανίζεται<br />
και η γυναίκα αργεί μα πηγαίνει στον<br />
άντρα που την περιμένει<br />
κι όταν πηγαίνει είναι εκεί<br />
κι έπειτα εξαφανίζεται<br />
και περιμένει έναν άντρα που αργεί να έρθει<br />
και πάει λέγοντας αυτή η ιστορία<br />
που μιλάει για άντρες και γυναίκες<br />
που δεν κοιτάζονται στα μάτια<br />
για άντρες και γυναίκες στη ζωή μου<br />
για άντρες και γυναίκες δίχως φύλο<br />
για άντρες και γυναίκες αλυσίδες.</p>
<h5><strong>ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ</strong></h5>
<p>Του Σίσσυφου η ποινή ανανεώθηκε.<br />
Τώρα δεν κουβαλά τον βράχο κάθε μέρα<br />
απάνω του γλιστράει και σκαρφαλώνει.<br />
Θαλασσινή αλμύρα το αίμα απ’ τα ανοιγμένα γόνατά του.<br />
Στρογγυλές πέτρες σε κεραμιδί<br />
ο ήλιος άγουρος, ακόμα πρωινός, αρχαίος<br />
η ποίηση διώχνει τις μέλισσες<br />
ανάμεσα στους κούνους ανάποδα ο γκρεμός<br />
το σύννεφο περνά μέσα απ’ τον ήλιο<br />
ζάλη<br />
αέρας στα παντζούρια<br />
καρτερά ένα σανίδι που δεν τρίζει.</p>
<p>Του αστραγάλου σφιχτό βραχιόλι φύκι<br />
ποτέ μην κοιμηθείς κάτω από καρυδιά<br />
—ανάπαυση μετ’ εμποδίων—<br />
οι ποιητές πρέπει να έχουνε οξεία μνήμη<br />
το πρόσωπο κυλά μέσα στα χρόνια<br />
πάλη<br />
ο ίδιος σου ο εαυτός<br />
στα πρόσωπα των κοριτσιών που αντίκρισα σε μίσησα.</p>
<p>Υστερογράφω: ο έρως, το γυμνόσιτο κακό, παραμονεύει<br />
να με ερωτευτεί, ζητώ, κάποιος που τ’ όνομά του είναι ερημίτης.</p>
<h5><strong>ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Οι θάλασσές μας γέμισαν πόδια</p>
<p>(εμείς αμέριμνοι<br />
παραθερίζουμε<br />
το δέρμα μας καταλαβαίνει<br />
ότι ο ήλιος του απογεύματος<br />
πάει να δύσει<br />
μόνο και μόνο<br />
για να μας φανερώσει το φεγγάρι)</p>
<p>γι’ αυτό και η επιδερμίδα ανατριχιάζει<br />
γι’ αυτό και βλέπουμε αχνό φεγγάρι</p>
<p>έχουμε μάθει να υποθέτουμε<br />
αυτά που υπάρχουν.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ</strong></h5>
<p>Οι ποιητές πεθαίνουν<br />
κάθε μέρα κι ένας από δαύτους<br />
είναι, λένε, μολυσμένοι.</p>
<p>Στις πέντε τους μαθαίνεις<br />
στις έξι τους ξεχνάς<br />
και Κύριε Ελέησον<br />
κι ανάπαυσον στο ενδιάμεσο.<br />
Αμήν, σταυροκοπήματα και πάμε παρακάτω.</p>
<p>Μα τι με νοιάζει εμένα;<br />
Εγώ σκέφτομαι μοναχά το στόμα σου<br />
που έχω και δεν θέλω τα φιλιά του<br />
που θέλω και δεν έχω τα φιλιά του</p>
<p>σκέφτομαι πως το όνομά μου είναι<br />
Σαρλότ, Ρεβέκκα, Λίζα<br />
ό,τι σ’ αρέσει εσένα, αρκεί όχι εγώ</p>
<p>πηγαίνω στον καθρέφτη και προσεύχομαι<br />
άλλο θεό δεν έχω απ’ το είδωλό μου<br />
κανείς δεν με πιστεύει άλλωστε<br />
πώς να στραφώ εγώ στην πίστη κάποιου άλλου;<br />
αφού κι οι ποιητές πεθαίνουν κάθε μέρα<br />
τι να τις κάνουν πια τις προσευχές μου;<br />
Δεν κάνουνε σουξέ τα μελοδράματα.</p>
<p>Μόνο καμιά φορά αν σε αγγίζω λίγο<br />
στον αγκώνα, στα γόνατα, στα κόκκαλα και τις αιχμές σου<br />
μόνο τότε μαζεύονται κάποιοι απ’ αυτούς τριγύρω<br />
κι αμίλητοι επευφημούν<br />
του θάρρους την πολεμική του έρωτος.</p>
<p>Τι να το κάνεις</p>
<p>φαντάσματα γυρνάνε οι ποιητές<br />
κι αυτοί που δεν πεθάνανε<br />
κι εγώ που τους παρατηρώ<br />
τι άλλο παρά μια τρύπα που κινείται μες στον κόσμο<br />
ένα κενό που περπατά εγώ ο ίδιος<br />
αυτή ’ναι η ταυτότητά μου<br />
κι ας κρύβομαι πίσω<br />
απ’ τα ποιήματα και από τους ποιητές τους.</p>
<h5><strong>ΔΩΡΟ</strong></h5>
<p>στα βιβλία που μου δίνεις τα γράμματά σου<br />
—αφιερώσεις γραμμένες με μολύβι—<br />
με κάνουν και αναρωτιέμαι<br />
πόσο καιρό αντέχει ο γραφίτης;<br />
γιατί δεν έψαξες να βρεις μελάνι<br />
και εμπιστεύτηκες στα χέρια μου ύλη που σβήνει</p>
<p>μα δεν ανησυχώ<br />
όπως τα μεσημέρια κοιτώ τον δρόμο<br />
για να έρθεις<br />
κι αντί για σένα και τα χνάρια σου<br />
βλέπω τον ουρανό και του φωτός τα βήματα</p>
<p>έτσι</p>
<p>πίσω από κάθε γράμμα σου που σβήνω<br />
πίσω από κάθε συλλαβή που κλέβει<br />
ο χρόνος στο ξεφύλλισμα<br />
βλέπω στο χέρι σου<br />
μία αέναη σισσύφεια προσπάθεια<br />
πάντα να γράφεις.</p>
<h5><strong>Η ΠΟΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ</strong></h5>
<p>κουβέρτες<br />
κι άλλες κουβέρτες<br />
σωρός κουβέρτες<br />
μόνο κουβέρτες<br />
κουβέρτες κάθετα<br />
και οριζόντια κουβέρτες<br />
σ’ όλες τις αποχρώσεις του μάλλινου καφέ<br />
ένας δρόμος στρωμένος κουβέρτες<br />
ανάμεσα στις κουβέρτες θα βρεις κουβέρτες<br />
κάτω πάνω γύρω από τον άνθρωπο<br />
κουβέρτες</p>
<p>— πίσω του όμως στο γωνιακό πολυκατάστημα<br />
κούκλες, κουκλάκια και τα ζωάκια τους<br />
κοιμούνται στα κρεβατάκια τους<br />
μακάρια.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ</strong></h5>
<p>Ψάχνεις τις νύχτες να δεις φεγγάρι<br />
και την ημέρα άστρα ξεχασμένα<br />
θυμάσαι ονόματα, κοιτάς τους χάρτες<br />
κάπου να πας (χωρίς εμένα)</p>
<p>κι εγώ τι να σου κάνω;<br />
κι άμα διαβάζω ποιήματα για πεφταστέρια<br />
κι άμα κοιτώ από μακριά το ίδιο φεγγάρι<br />
απ’ όλα τα σώματα τα ουράνια<br />
εκείνο που πιο πολύ ποθώ να δω<br />
είναι το σώμα το δικό σου.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΠΟΔΡΑΣΤΟ</strong></h5>
<p>Ένα κορίτσι στη Χαλκιδική<br />
κι ένα αγόρι στη Σαμοθράκη<br />
την ίδια νύχτα<br />
με το κεφάλι ανεστραμμένο<br />
παραφυλούσανε για πεφταστέρια.</p>
<p>Πρώτο το αγόρι έπιασε ένα<br />
μετά και το κορίτσι,<br />
το θήραμά τους όμως<br />
δεν το εξομολογήθηκε κανείς.</p>
<p>Κάποτε συναντήθηκαν.<br />
Κρύβανε από ντροπή τα πεφταστέρια τους<br />
πίσω απ’ την πλάτη<br />
γι’ αυτό ποτέ δε δώσανε τα χέρια<br />
δεν αγκαλιάστηκαν ποτέ.<br />
Χαθήκαν.</p>
<p>Στο μεταξύ τα πεφταστέρια<br />
είχαν γεμίσει τις παλάμες τους πληγές.<br />
Πάλευαν, βλέπετε, να εκπληρώσουν τις ευχές τους.</p>
<h5><strong>ΠΑΙΔΙΚΟ</strong></h5>
<p>Όταν ήμουν παιδί<br />
όπου κι αν πήγαινα βγαίνοντας απ’ το σπίτι<br />
άκουγα το κελάηδημα ενός πουλιού</p>
<p>Το φανταζόμουν κίτρινο και μικρό<br />
έλεγα πως μάλλον μ’ ακολουθούσε,<br />
με προστάτευε μέχρι να πάω πάλι σπίτι</p>
<p>Μεγαλώνοντας<br />
με τα χέρια στις τσέπες<br />
δίχως ν’ ακούω πια καμιά φωνή<br />
είχα πιστέψει πως το πουλάκι πέθανε.<br />
Λάθος. Φοβήθηκε μονάχα τις άγριες γάτες<br />
που συναντήσαμε στα χρόνια<br />
και κρύφτηκε μέσα στ’ αυτί μου.</p>
<p>Μια νύχτα —απόψε, τώρα—<br />
το άκουσα ξανά καθώς περνούσα<br />
αλαφρυμένος απ’ τις σκέψεις μου<br />
απ’ το παρόν, στο παρελθόν, στο μέλλον.</p>
<h5><strong>ΜΕΣΑ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Μέσα μου κουβαλώ αυτούς που λείπουν<br />
όσους στα χρόνια μέσα ταξιδεύουν<br />
το καλοκαίρι πια δεν είναι ξένοιαστο<br />
γίνεται φορτικό<br />
από πρόσωπα και μνήμες</p>
<p>Στημένοι με το βλέμμα προς τα πίσω<br />
βαδίζοντας μπροστά δίχως να βλέπουμε<br />
δύο κομμάτια είμαστε<br />
ντε — πιες που λέγανε παλιά<br />
όσοι δεν πρόλαβα<br />
ντε — πιες και ντουμπλ-φας είμαστε<br />
ρούχα δέρματα είμαστε<br />
κομμένοι και ραμμένοι<br />
κυρίως<br />
συγκολλημένοι<br />
επανενωμένοι θα ’λεγα.</p>
<p>Κι άλλα θα έλεγα<br />
μα σαν αυτούς που απαιτούν τη σιωπή<br />
πολύ φλυάρησα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΣΙΩΠΗ ΣΕ ΔΥΟ ΧΩΡΟΥΣ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ</strong></h5>
<p>Και τι είναι ο έρωτας;</p>
<p>Κάποιος που υποσχέθηκε να περιμένει<br />
κάποιον που υποσχέθηκε να γυρίσει.</p>
<p>Στο τέλος, κι οι δύο βγαίνουν ψεύτες.</p>
<h5><strong>ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΡΕΙΠΙΑ</strong></h5>
<p>Οι γυναίκες – ερείπια<br />
με τα πόδια τους πάνω σε δίδυμους πύργους<br />
ταξιδεύουν μέσα στη νύχτα.<br />
Πασαλείβονται με λάσπη<br />
για να σ&#8217; αρέσουν όταν τις δεις<br />
στο ανακριτικό, το φως της μέρας.<br />
Ανοίγουν τα μαλλιά τους:<br />
χάλκινο, καστανό, ξανθό.<br />
Σιγά σιγά ανοίγουν κι άλλα.</p>
<p>Οι γυναίκες – ερείπια<br />
κρεμιούνται από κλωστές,<br />
κλωστές ανδρών &#8211; όχι υφασμάτινες,<br />
ξυπνούν πριν απ&#8217; τους άντρες τους και περιμένουν.</p>
<p>Τη ζωή τους καθορίζει μια ανάμνηση από το μέλλον,<br />
μια εικόνα από το οικείο παρελθόν τους,<br />
μια γυναίκα – ερείπιο:<br />
μητέρα, αδελφή, θεία, γιαγιά.<br />
Απόκληρες από το ίδιο τους το θρέμμα,<br />
γυναίκες – ερείπια στήνουν τον κόσμο<br />
και κατοικούν έξω απ&#8217; αυτόν.</p>
<h5><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></h5>
<p>δεν είναι πόλη πια αυτή<br />
κουφάρι είναι<br />
κάθε γωνιά και μια πληγἠ<br />
στάζει αίμα και πύον από παντού<br />
πέτσες που κρέμονται<br />
δέρμα που επουλώνεται<br />
κι εμείς<br />
παράσιτα πατάμε πάνω και το ξύνουμε.</p>
<p>τότε ζωντανεύουν αναμνήσεις νεκρές<br />
εκείνος<br />
ο άλλος<br />
η παιδική σου φίλη<br />
το μαγαζί που αγόραζες ζαχαρωτά και έκλεισε<br />
ο τραγουδιστής που αγαπούσες κι έφυγε.</p>
<p>αυτή η πόλη είναι ένα σώμα μολυσμένο που σπαράζει<br />
ανοίγει με τα δόντια τις πληγές της<br />
κι έπειτα γλείφουμε εμείς για να τις κρύψουμε.</p>
<p>όρνια νεκρόφιλα βυζαίνουμε την σηψαιμία της.</p>
<h5><strong>ΟΛΑ ΜΕ ΔΟΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Τα φιλάκια χωρίς κουκούτσια<br />
οι έρωτες δίχως μέλλον<br />
το γάλα από σόγια<br />
γιαούρτια με 0%<br />
coctails χωρίς αλκοόλ<br />
γαλοπούλα βραστή και<br />
τα μπιφτέκια στον ατμό<br />
σαλάτα χωρίς λάδι<br />
κι αντί για παγωτό frozen yogurt.</p>
<p>Καλά που είναι κι ο Μπουκόβσκι<br />
να ισορροπεί τον αλιτήριο μέσα μας.</p>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ</strong></h5>
<p>Χθες βράδυ συνάντησα στο πάρκο ένα σαλιγκάρι.<br />
Παραλίγο να το πατήσω.<br />
Τελικά κάθησα και το παρατηρούσα.<br />
Τι μικρή ζωή να κάνει μες σ&#8217; αυτό το μικρό καβούκι<br />
μες σ&#8217; αυτό το τεράστιο πάρκο<br />
μες σ&#8217; αυτήν την τεράστια πόλη<br />
μες σ&#8217; αυτόν τον τεράστιο κόσμο.</p>
<p>Η μύτη μου μούδιασε από συγκίνηση.<br />
Αυτή η απρόσμενη συνάντηση μου αποκάλυψε<br />
δύο αλήθειες:<br />
Ότι ακόμα υπάρχουν πλάσματα που ζουν<br />
-ήσυχα καταπώς φαίνεται-<br />
και πως τηρούν ακόμη τα ονειροπολήματά τους<br />
βγαίνοντας κάθε βράδυ για να κάνουν<br />
τη μοναχική τους βόλτα<br />
στο βρεγμένο χώμα<br />
με κίνδυνο να είναι η τελευταία.</p>
<p>Μικροί ηρωϊκοί ιππότες.</p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΑΘΩΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ</strong></h5>
<p>Στο πληκτρολόγιο<br />
το γράμμα φ<br />
είναι πλάι στο<br />
γράμμα γ.<br />
Έτσι, αντί γονείς<br />
εύκολα γράφεις και<br />
φονείς.</p>
<h5><strong>ΧΩΛ</strong></h5>
<p>Τώρα που λιγοστεύουνε οι μέρες<br />
θα πίνω τ&#8217; απογεύματα μονούς ελληνικούς<br />
στον “πιερότο” ή στο φλιτζάνι με τους χάρτες, τον “κολόμβο”<br />
(πάντα μου άρεσε να δίνω ονόματα σ&#8217; αυτά που αγαπώ)</p>
<p>Θα πιάνω ένα σκαμνάκι στο μπαλκόνι<br />
και θα σκέφτομαι:<br />
μια θάλασσα, μια αυλή, ένα φεγγάρι<br />
και μιαν αιώρα.<br />
Κοντά σ&#8217; αυτά κι ένα βιβλίο.</p>
<p>Αυτό το έχω.<br />
Ίσως γι&#8217; αυτό και δεν φοβάμαι.<br />
Στις μέρες που έρχονται και λιγοστεύουν<br />
δεν έχω τίποτα να χάσω.<br />
Εγώ την ίδια διαδρομή θα κάνω.<br />
Απ&#8217; το δωμάτιο στο μπαλκόνι.</p>
<p>Αντέχεται η διαδρομή αυτή<br />
ακόμη και με σκόνες στον καθρέφτη<br />
ακόμη και με χνούδια που χορεύουν<br />
ακόμη και με τα μαλλιά να πέφτουν.</p>
<p>Αντέχεται η διαδρομή αυτή<br />
ακόμη κι αν δεν θέλεις να την κάνεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ (2016)</strong></h4>
<h5><strong>06.08.14</strong></h5>
<p>Τη μέρα εκείνη που το φεγγαράκι<br />
αποφάσισε να έρθει στη γη<br />
όλα άλλαξαν.<br />
Τα βράδια δεν τα περνούσε πια<br />
μετρώντας τ’ άστρα<br />
ούτε κυνηγώντας τις μάγισσες<br />
με τα ιπτάμενα σκουπόξυλα.</p>
<p>Είχε το βλέμμα του αλλού στραμμένο.<br />
Κοιτούσε τα μπαλκόνια και τα σπίτια των ανθρώπων.<br />
Χάζευε τα παιχνίδια τους.<br />
Κρυφοκοίταζε στα βιβλία τους.<br />
Αναρωτιόταν ποιο μέσο ήταν το καταλληλότερο<br />
για το κρυφό του ταξίδι.</p>
<p>Κι ένα βράδυ<br />
το φως του χάθηκε από τον ουρανό<br />
κι εκείνο γλίστρησε σ’ ένα, καλά κρυμμένο, αερόστατο.<br />
Το αερόστατο πετούσε και πετούσε για καιρό<br />
και όταν προσγειώθηκε<br />
το φεγγαράκι έφτασε επιτέλους στη γη<br />
κι ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει<br />
με τέτοια δύναμη,<br />
σαν την ορμή των τρένων που περνάνε.</p>
<p>Τη μέρα εκείνη που το φεγγαράκι<br />
αποφάσισε να επισκεφθεί τη γη<br />
ένα μωρό γεννήθηκε στη ζέστη μιας γυναίκας.</p>
<h5><strong>8.11</strong></h5>
<p>Τι είναι αυτός ο παράξενος ήχος<br />
σαν τρίξιμο ή σφύριγμα<br />
που ακούω κάθε νύχτα<br />
την ώρα που διασχίζω αυτόν τον ίδιο δρόμο<br />
την ώρα που κοιτάω τα φθινοπωρινά φύλλα των δέντρων<br />
την ώρα που τα πόδια μου αδυνατούν ν’ αποφασίσουν μεταξύ<br />
βαρύτητας κι ανυπαρξίας.</p>
<h5><strong>ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Ας υποθέσουμε πως επιπλέουμε ανάσκελα στη θάλασσα<br />
και πως κρατάμε τα μάτια μας κλειστά,<br />
σαν τον Χριστό την ώρα της ανατομίας.</p>
<p>Ας φανταστούμε, τώρα, ότι τ’ ανοίγουμε με προσοχή<br />
– να μην κοιτάξει το βλεφάρισμα την ηρεμία του νερού –<br />
κι ότι κοιτάμε ευθεία από πάνω μας, τον ουρανό.</p>
<p>Ας δούμε τώρα και τη λευκή γραμμή που άφησε τ’ αεροπλάνο.<br />
Διαπερνά σαν βέλος και τρυπάει κάτι στρογγυλό.<br />
Καίγεται απ’ αυτό, παίρνει φωτιά και συνεχίζει.</p>
<p>Ας υποθέσουμε πως είναι ο ήλιος,<br />
ποτέ η καρδιά μου δεν ήταν τόσο κίτρινη.</p>
<h5><strong>ΓΕΝΕΘΛΙΑ</strong></h5>
<p>Κάποτε οι άνθρωποι εφηύρανε τα ποιήματα<br />
για να ναρκώνουνε τη μοναξιά τους<br />
να καταπίνουν σαν χαπάκια το μελάνι<br />
και να εκσφενδονίζουν λέξεις<br />
για να ξορκίσουνε τις ιδιορρυθμίες τους.</p>
<p>Τώρα το ανικανοποίητο δεν βουλώνεται με λέξεις<br />
ούτε με πράξεις ρουτίνας προσυμφωνημένες.<br />
Για να αδειάσω το μυαλό μου μεταφορικώς<br />
–προτού αδειάσει ίσως και κυριολεκτώντας–<br />
χρειάζομαι μονάχα κάτι να με ξαφνιάσει:<br />
ένα παλιό κεράκι γενεθλίων για να το ξανασβήσω<br />
μια λέξη γραμμένη βιαστικά σε μια χαρτοπετσέτα<br />
έναν χορό να με γεμίσει δάκρυα κάποιο απόγευμα στο άδειο σπίτι<br />
κάτι που να ’ρχεται αντίθετα με την πορεία που τραβάμε.<br />
Γιατί ζωή είναι οι μέρες που περνάνε<br />
και τίποτα άλλο.<br />
Δεν έχει νόημα, σκοπό ή κάποιο στόχο.<br />
Στο μόνο τέλος που οδηγεί είναι στην βέβαιη έκπληξη.</p>
<h5><strong>ΙΟΥΝΗΣ</strong></h5>
<p>Μάτωσαν τα νύχια σου και μάτωσαν τα ρούχα σου<br />
μάτωσαν οι λυγμοί σου γιατί μάτωσε η καρδιά σου<br />
μάτωσαν τα ψέματά σου<br />
και μάτωσαν οι επιθυμίες μου.</p>
<p>Και τι θ’ απομείνει από σένα τελικά;<br />
Εσύ, μια λίμνη αίματος,<br />
να με κοιτάς μ’ αυτά τα μάτια πριν ματώσουν.</p>
<p>Πορεία σε τυχαία εκατόμβη.</p>
<h5><strong>Ή ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ</strong></h5>
<p>Και μένεις μόνος να κοιτάζεις από το πίσω κάθισμα του αμαξιού<br />
το χάος.<br />
Το δικό σου χάος που απλώνεται μπροστά σου<br />
και που κρύβεται μέσα στο Θερμαϊκό<br />
και μες στα φώτα.<br />
Δεν ξεχωρίζεις ποια πλευρά της πόλης είναι.<br />
Δεν ξεχωρίζεις ποια πλευρά δική σου είσαι.<br />
Δικαιολογείς τις πράξεις σου.<br />
Όλα είναι εμπειρίες.<br />
Κυρίως τα μεγαλύτερά σου λάθη.<br />
Αυτά που κάνεις χωρίς να το καταλαβαίνεις<br />
στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου<br />
νιώθοντας μόνος<br />
ενώ βυθίζεσαι ολοένα στην επιθυμία του άλλου.<br />
Και οι δικές σου επιθυμίες;<br />
Τις σκέφτηκες αυτές ποτέ;</p>
<p>Κρίμα ρε μαλάκα εαυτέ μου.</p>
<h5><strong>ΛΗΜΝΙΑ ΓΗ</strong></h5>
<p>Πώς περιγράφεται με μία λέξη<br />
αυτό που νιώθεις όταν το πλοίο τρέμει κάτω απ’ τα πόδια σου<br />
και με την καταβύθιση της άγκυρας<br />
βαθαίνει κι η ψυχή σου και βυθίζεται<br />
βυθίζεται ολοένα<br />
την νιώθεις να κατηφορίζει σ’ όλο σου το σώμα.<br />
Φτάνει στα πόδια.<br />
Παγιδεύεται.<br />
Δεν βρίσκει τρόπο διαφυγής.<br />
Την πιάνει πανικός. Χτυπάει συναγερμός.<br />
Νιώθεις ότι θα καταρρεύσεις.<br />
Κοιτάς στο βράχο το εκκλησάκι.<br />
Προσεύχεσαι.<br />
Ελπίζεις να μη γυρίσεις πίσω.<br />
Ελπίζει να γυρίσει πάλι στη θέση της.<br />
Ετοιμάζεσαι να κατέβεις.<br />
Δακρύζεις.<br />
– Άραγε πόσο συχνά νιώθεις αυτήν την προσμονή για κάποιον τόπο άγνωστο;<br />
Με το δεξί πατάς τη γη της Λήμνου<br />
το αριστερό να αιωρείται – από ανάγκη<br />
στη γη του Φιλοκτήτη σέρνεσαι κι εσύ<br />
και την ψυχή σου πάτησε η απάτη.</p>
<h5><strong>ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ</strong></h5>
<p>Μπορεί να μην ξέρω ποια είμαι<br />
ν’ αναζητώ τον εαυτό μου<br />
ανάμεσα στα σύννεφα και στα πουλιά<br />
– σίγουρα πάντως κάπου στον ουρανό –<br />
Μπορεί να τραγουδάω μόνη μου στους δρόμους<br />
τραγούδια που δεν λένε τίποτα<br />
κι έπειτα να βουβαίνομαι διά παντός<br />
– απάντηση δεν έχω για το πού πηγαίνω –<br />
Μπορεί να μην μπορώ να πω με σιγουριά<br />
ούτε βέβαια και μ’ επιφύλαξη<br />
ποιο είναι το νόημα της ζωής<br />
– ή η ματαιότητα του θανάτου –<br />
ωστόσο έχω κατακτήσει μέσα μου<br />
την πιο βαθιά ου–τοπική αλήθεια:<br />
μόνη πατρίδα μας το σώμα του άλλου.</p>
<h5><strong>ΡΟΥΤΙΝΑ</strong></h5>
<p>Κοιτάζω κάτω απ’ το λευκό σεντόνι.<br />
Ακούγονται, από μακριά, σκυλιά.<br />
Με αναγνωρίζω.<br />
Με μύρισαν κι έρχονται.</p>
<p>Βραδιάζει.<br />
Ή ξημερώνει.<br />
Πάντως η ώρα προχωρά.<br />
Εγώ ακίνητος.</p>
<p>Κοιτάζω κάτω απ’ το λευκό σεντόνι.<br />
Αυτά τα σκυλιά δεν ήτανε για μένα.<br />
Σκέφτομαι για μια στιγμή τον ήλιο.<br />
Έπειτα το φεγγάρι.<br />
Ανασηκώνω το σεντόνι<br />
προσεύχομαι ψιθυριστά στο όνομά σου<br />
και παίρνω θέση στο τραπέζι.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΑΥΜΑ</strong></h5>
<p>Το ελληνικό θαύμα δεν είναι<br />
η επανάσταση του ’21<br />
ούτε που διώξαμε τους Γερμανούς.<br />
Το ελληνικό θαύμα είναι ο λόγος<br />
που γίνανε αυτά.</p>
<p>Ο ουρανός που ’ναι γαλάζιος<br />
το αεράκι στα φύλλα της ελιάς<br />
ο ήλιος, συμφωνημένος παίκτης σε κρυφτούλι,<br />
κι η θάλασσα, που ξέρει πιο πολλά απ’ όσα φανερώνει.</p>
<p>Πώς να ηρεμήσεις όταν ξες πως τούτους<br />
ο απέραντος κόσμος<br />
δεν φτιάχτηκε για σένα!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΣΕ ΜΗ+ (2013)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Διαπεραστικό Σκότος</strong></h6>
<h5><strong>ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ</strong></h5>
<p>Κάποιος με ακολουθεί.<br />
Κρύβεται πίσω μου σ’ όλη μου τη ζωή και<br />
με κρατά μ’ αόρατο λουρί.<br />
Δεν τον βλέπουν οι άλλοι.<br />
Είμαι μόνη και είναι αόρατός.<br />
Μοιάζω μεγάλη και μοιάζει μικρός.<br />
Δεν είναι έτσι.<br />
Άλλο το φαίνεσθαι κι άλλο το είναι.<br />
Γυρίζω απότομα και τον κοιτάω<br />
κατάματα. ,<br />
ψύλλος που μου κόλλησε στο δέρμα.</p>
<h5><strong>MAMBO</strong></h5>
<p>Να σε βρω και να σε σκοτώσω.<br />
Να θαφτώ μέσα στα χιόνια<br />
για να με πατήσουνε δυο μπότες στο κεφάλι.</p>
<p>Τότε θα βγάλω ό,τι έχω απ’ το λαιμό μου<br />
και θα το πετάξω στον αέρα.</p>
<p>Τα μυαλά μου θα τα κρεμάσω σε ξύλινο δοκάρι, σαν σημαία.<br />
Θα τα τραβάω μέχρι να ξεμπερδέψουν τα καλώδια.<br />
Να γίνουν μια ευθεία γραμμή.</p>
<p>Και τότε, θα πάρω ένα ψαλίδι και θα τα κόψω.<br />
Σαν τον ομφάλιο λώρο.<br />
Κι έτσι μετά δεν θα πονάω.<br />
Θα έχω ελευθερία.<br />
Κι όπως θα φτιάξω μια θηλιά και θα τη δέσω<br />
στα απομεινάρια του λαιμού μου,<br />
τα χέρια και τα πόδια μου θα μείνουν φτερά.</p>
<h5><strong>ΕΝΥΔΡΕΙΟ</strong></h5>
<p>Γιατί σ’ αρέσουν τα δελφίνια;<br />
Έχεις καταλάβει;<br />
Επειδή μοιάζουν να χαμογελούν;<br />
Κι οι κλόουν χαμογελούν με τον ίδιο φυλακισμένο τρόπο<br />
(ή τρόμο, διάλεξε εσύ).</p>
<p>Επειδή τους αρέσουν τα παιχνίδια;<br />
Και στα παιδιά θα άρεσαν αν δεν τους έκλεινες το στόμα.</p>
<p>Η αλήθεια είναι ότι πιο πολύ σ’ αρέσουνε οι καρχαρίες.<br />
Αλλά σε τρώνε.</p>
<p>Γι’ αυτό πάντοτε κάνεις αυτό που πρέπει,<br />
κι όχι αυτό που θες.</p>
<p>Μόνο να μη σε πιάσω στα δόντια μου.</p>
<h5><strong>ΚΟΡΔΟΒΑ</strong></h5>
<p>Όταν θα φύγω για την Κόρδοβα<br />
θα με ξεχάσετε όλοι.<br />
Τα πράσινα φωτάκια τ’ ουρανού<br />
θα τα βλέπω πιο όμορφα εκεί.</p>
<p>«Μακρινή και μόνη»;</p>
<p>Εγώ.</p>
<p>Η Κόρδοβα θα μ’ έχει για παρέα.<br />
Φυτεύοντας τα πρωινά ζουμπούλια σε πήλινες γλάστρες,<br />
δροσίζοντας τα πόδια μου μ’ ανθόνερο,<br />
γλυκαίνοντας το στόμα μου με δυόσμο,<br />
θα χαμογελάω στους περαστικούς,<br />
στους διανοούμενους και στους σαλταρισμένους.</p>
<p>Τα βράδια θα με ποτίζω σανγκριά ώσπου να μεγαλώσω.</p>
<p>Θα κλαίω κάποια αγάπη που εχάθη.<br />
Κι ο θρήνος μου θα γίνεται τραγούδι.<br />
Θα βλέπω το φεγγάρι και θα λέω<br />
«Άραγε ποιος μ’ ακούει τώρα;<br />
Με σκέφτεται κανείς;»<br />
Και θ’ απαντώ πως<br />
«Ναι, ο εαυτός σου!»</p>
<p>Και τότε θα γελάω πικραμένα για τα χρόνια που έχασα.</p>
<p>Και θα χορεύω τρελά όλη τη νύχτα<br />
σαν μια μικρή,<br />
σαν μια μικρή πολύ ξελογιασμένη.</p>
<p>Μάγισσα, που σ’ έχασα, των παιδικών μου χρόνων<br />
σε βρήκα πάλι στην Κόρδοβα πίσω.</p>
<h5><strong>ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Όταν κανείς δεν σ’ αφήνει να κλάψεις,<br />
όταν τα δάκρυα σου απαγορεύονται<br />
και πρέπει να κρυφτούν,<br />
όταν το στήθος σου τραντάζεται,<br />
νιώθεις να τρέμεις,<br />
η καρδιά θέλει να ξεπηδήσει, να βγει,<br />
να ζήσει μόνη της, μακριά σου,<br />
να μην την έχεις και να μη σ’ έχει ανάγκη,<br />
να μην την περιορίζεις σ’ αυτό το φέρετρο<br />
το μόνο που φοβάσαι είναι μην παρασύρει μαζί κι άλλα</p>
<p>(τα μάτια σου για να μην κλαίνε,<br />
τα δάχτυλά σου για να μην αγγίζουν,<br />
το μυαλό σου για να μην θυμάται)<br />
το μόνο που φοβάσαι είναι μην παρασύρει μαζί κι άλλα</p>
<p>και ξεχάσει μόνο τη μύτη σου,<br />
και αφήσει πάνω σου τη μυρωδιά κάποιου άλλου.</p>
<h5><strong>ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΙΜΑΣΤΕ</strong></h5>
<p>Θέλω να φύγω από εδώ.<br />
Αφού ποτέ δεν θα &#8216;ρθει η ευτυχία.<br />
Κι ό,τι νόμιζα πως ήρθε, με κορόιδεψε.<br />
Όλοι με πουλάνε.<br />
Αλλάζουν τα γούστα τους.<br />
Θέλουν ν&#8217; αλλάξουν και τα δικά μου.<br />
Μα πόσο ίδιοι είναι όλοι;<br />
Αν δεν σπάσει το κεφάλι μου απ&#8217; τα σφυριά<br />
θα το σπάσω εγώ.</p>
<p>Κι η λύπη στην καρδιά μου<br />
βολικός νοικάρης.</p>
<p>Όλοι απομακρύνονται από μένα<br />
για τον λόγο που με πλησίασαν.</p>
<p>Ε, λοιπόν, φωτιά να τους κάψει!</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Συνομιλίες σε Μη+</strong></h6>
<h5><strong>ΕΚΕΙΝΗ<br />
</strong></h5>
<h6><strong>α. Η ζωή θα είναι πάντα Αμελί</strong></h6>
<p>Η ζωή είναι ό,τι θέλω.<br />
Η ζωή μου είναι όπως τη θέλω.<br />
Οι μικρές απολαύσεις της ζωής μου δίνουν μεγαλύτερη<br />
χαρά<br />
από τις δήθεν συμβουλές σου.<br />
Ναι, ακριβώς!<br />
Το να χώνω τα χέρια μου στα σακιά με τα όσπρια γεμίζει τα κενά μου.<br />
Καλύπτει όλες τις τρύπες μου.<br />
Ή την μία και μοναδική μου.<br />
Μπορεί ο Σηκουάνας να είναι μακριά,<br />
μα τον αισθάνομαι μέσ’ απ’ τον βρώμικο, απαράλλαχτο Θερμαϊκό.<br />
Κι αν είμαι μόνη μου,<br />
είναι γιατί με άφησες να φύγω τόσο εύκολα.<br />
Μεγάλο λάθος, το ξέρεις ήδη.<br />
Αφού πάντα θα προτιμώ τη φανταστική μου σχέση με κάποιον<br />
μυστηριώδη τύπο που δεν ξέρω.<br />
Παρά τις συναναστροφές με τους<br />
σαχλούς<br />
γλοιώδεις<br />
υπαρκτούς<br />
ανθρώπους της ζωής μου.<br />
Μπορεί η ζωή να μην είναι γλυκιά σαν κρεμ μπρουλέ,<br />
μα ο ήχος όταν σπάει είναι ο ίδιος.<br />
Μπορεί η ζωή να μου πετάει πίσω τις πέτρες που ρίχνω στο ποτάμι,<br />
μα ποτέ δεν πετυχαίνει τον στόχο της: να σταματήσω.<br />
Δεν ξέρω αν η ζωή είναι μικρή<br />
-ίσως να είναι τεράστια και να γυρνάει στους αιώνες-<br />
αυτό που ξέρω είναι<br />
ότι η ζωή μου είναι Αμελί.</p>
<h6><strong>β. Έμεινα δάσος</strong></h6>
<p>Ακόμα κι όταν βγήκε απ’ το δάσος της, τι έγινε;<br />
Είδε άλλα δάση.<br />
Βρήκε κι άλλα δάση, πιο πυκνά.<br />
Αυτά φοβόνταν.<br />
Τα πυκνά δάση που της έμοιαζαν.</p>
<p>Και πώς αντιδράει ένα δάσος;<br />
Εγώ, λέω, πως αντιδράει σαν εσένα.<br />
Σκύβει για μια στιγμή πάνω απ’ τους άλλους:<br />
ανθρώπους, εκδρομείς, περαστικούς.<br />
Τους ξεκουράζει δίνοντάς τους μιαν ανάσα.<br />
Κι έπειτα, τους την παίρνει πάλι πίσω,<br />
γιατί είδε άλλα κουρασμένα ανθρωπάκια.</p>
<p>Εσύ της έμαθες να είναι δάσος.<br />
Εσύ μου έμαθες να είμαι δάσος.<br />
Κι ας μη με ξέρεις πια καθόλου.</p>
<h6><strong>γ. Εξορία</strong></h6>
<p>Ερωτεύτηκα. Μια τη ζωή και μια εσένα.<br />
Παράλληλα.<br />
Και παράφορα.<br />
Μέσα από σένα ερωτεύτηκα τη ζωή.<br />
Οριστικά.<br />
Η πόλη είναι μικρή για να σε χάσω<br />
και ξέρω ότι μ’ ακολουθείς.<br />
Όμως, ο κόσμος είναι απέραντος.<br />
Ίσως και να σε χάσω τελικά.</p>
<p>Ζω στον πλανήτη μου, στον κόσμο μου, στον χώρο μου.<br />
Στην Εξορία.<br />
Μπλέκω σε λαβυρίνθους δαιδαλώδεις, νοητούς,<br />
μα έχεις κάνει σύμμαχο και το μυαλό μου<br />
και δεν μ’ αφήνει να σε βρω.<br />
Ποιον δρόμο να πάριο τώρα;<br />
Θα χτίσω γέφυρα από σύννεφα για να περάσω.<br />
Θα σε εκπλήξω και θα με πεις τρελή.<br />
Θα σηκωθείς να φύγεις, βέβαια, μου το ’πες.</p>
<p>Μετά, λες, ξέχασα το άρωμά σου.<br />
Ξεχνιέται, μήπως;<br />
Το μυρίζω παντού.<br />
Το μυρίζω πάνω μου συνέχεια.<br />
Στο δέρμα μου κατοικεί το άγγιγμά σου.<br />
Και σε σβήνω. Προσπαθώ.<br />
Μα έχει κι η αφή δική της μνήμη.</p>
<p>Πώς να θερίσω πάθη μ’ άλλον;<br />
Με σένα μόνο έσπειρα θύελλες.<br />
Στο κρεβάτι μου αγρανάπαυση.<br />
Μόνο ο Ήλιος, αν έρθει, θα οργώσει.</p>
<p>Και μην ξεχνάς,<br />
μόνοι μας διαλέγουμε το κλουβί μας.<br />
Άλλοι, όμως, μας ντύνουν πάντα.<br />
Εσύ τι χρώμα θα διαλέξεις;</p>
<p>Το χάος δεν είναι μακριά.<br />
Σε περιμένω.</p>
<h6><strong>στ. Ο μονόλογος της τρελής</strong></h6>
<p>Γιατί εξαφανίστηκες;<br />
Τόση ήταν η αγάπη σου;<br />
Έλεγες πως με περίμενες καιρό και<br />
με την πρώτη αστοχία μου, την κάνεις.<br />
Και ξέρω που πας.<br />
Να συνεχίσεις τη μεγάλη ζωή σου<br />
με τα ξενύχτια και τα κοριτσάκια που τρέχουν πίσω σου.<br />
Με τους φίλους που σπάτε πλάκα μαζί<br />
και κοροϊδεύετε τη μικρή που ’φαγε κόλλημα.<br />
Και ξέρω γιατί πας.<br />
Πας γιατί με θέλεις ετερόφωτη και δεν σου βγαίνει.<br />
Δυο εγωιστές μαζί δεν κάνουνε.<br />
Σύγκρουση δύο τρένων.<br />
Ποιος θα γλιτώσει;<br />
Όχι πάντως η αγάπη.<br />
Δεν θέλω να σου φορτώνομαι.<br />
Θέλω να σε βρίσω<br />
Δεν θέλω να σε θυμάμαι.<br />
Θέλω να μη με ξεχάσεις.<br />
Κι, αν όπως λες, η ανασφάλεια χτυπάει κόκκινο σε μένα<br />
-γιατί; τι έχει το κόκκινο αλήθεια;-<br />
βοήθα με να αισθανθώ τη σιγουριά σου.</p>
<h5><strong>ΕΚΕΙΝΟΣ</strong></h5>
<h6><strong>α. Ασυναίσθητος</strong></h6>
<p>Άγουρο φρούτο κι από πάνω του ο έρωτας.<br />
Ο έρωτας, μαζί κι ο χάρος.<br />
Προτιμάει τον χάρο. Πιο αληθινός και σίγουρος.<br />
Ο έρωτας ας πάει αλλού να παίξει.<br />
Ν’ απλώσει τα φτερά τα τσακισμένα του<br />
και να μοιράσει ψεύτικες ελπίδες σε τσίγκινες καρδιές.</p>
<p>Φέρε μου το κρασί να πιω.<br />
Αυτό, το κόκκινο, το αγαπημένο της σκιάς μου.<br />
Μη λες πως θα μεθύσω.<br />
Κανείς δεν μέθυσε με αίμα απ’ την πληγή του.<br />
Τίποτα δεν είναι όπως-πρέπει.<br />
Μόνο η συνήθεια συνεχίζει την αδιάκοπη ρουτίνα,<br />
τικ τακ<br />
Σε σκέφτομαι,<br />
τικ τακ<br />
Όχι·<br />
τικ τακ<br />
Και πάλι ναι.<br />
τικ τακ<br />
Το παιχνιδάκι της συνήθειας έχω γίνει.</p>
<h6><strong>β. Συγχώρεση</strong></h6>
<p>Ποτέ μη ζητάς συγγνώμη γι’ αυτό που θέλησες να κάνεις.<br />
Συγγνώμη από γονείς που εγκαταλείπεις,<br />
από φίλους που δεν θυμάσαι πια,<br />
από «αγάπες» που δεν ξεδίψασες ποτέ,<br />
από όνειρα που ποτέ δεν θα ερμηνεύσεις.</p>
<p>Μη μου ζητάς συγγνώμη.<br />
Και μη μου ξαναλές τα ίδια.<br />
Η αγάπη δεν θέλει θεωρίες κι αναλύσεις.<br />
Απεχθάνεσαι το μπλα-μπλα<br />
αλλά δεν κάνεις τίποτα άλλο.<br />
Με ρώτησαν ποτέ τα μάτια σου για να τους πω;<br />
Εγώ αυτό το λέω λιποταξία.</p>
<p>Τ’ αγρίμια δεν τάζουν στους ανθρώπους.<br />
Φύγε.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ</strong></h5>
<h6><strong>α. Δαίμονες</strong></h6>
<p>Είσαι θεός και διάβολος μαζί.<br />
Ξέρω πως νοιάζεσαι και πως πεθαίνεις.<br />
Μα κοιτάς τόσο την πάρτη σου.<br />
Σ’ αρέσει να σπέρνεις ζιζάνια σκέψης<br />
(όχι διχόνοιας -μακριά από ’δω- εσύ τους αγαπάς τους ανθρώπους&#8230;)</p>
<p>Θέλεις να σ’ αγαπάνε.<br />
Κυρίως αυτό.<br />
Να σ’ αγαπάνε σαν δαιμονισμένοι.<br />
Το κόκκινο είναι το χρώμα του δαίμονα,<br />
εσένα όμως σ’ ενοχλούσε.<br />
Όταν εκνευρίζεσαι γίνεσαι μαύρος.<br />
Μα είναι μαύρος ο Θεός;</p>
<p>Μάλλον σ’ έχω ερωτευτεί.<br />
Έτσι δεν το ’πε ένας σπουδαίος;<br />
«Έρωτας είναι όταν το μυαλό σου συνδιαλέγεται με τον Θεό<br />
και το κορμί σου με τον Διάβολο».<br />
Είσαι ο θεοποιημένος δαίμονας της ζωής μου.</p>
<h6><strong>β. Η σημασία της Ελευθερίας</strong></h6>
<p>«Οι μέρες που εναλλάσσονται<br />
Είναι δική μας επινόηση<br />
Μέσα σε μια στιγμή υπάρχει<br />
Πιθανότητα για ελευθερία»<br />
Χρ. Ελμάζης</p>
<p>Αχ, πότε θα ελευθερωθώ από τα καταπιεσμένα ένστικτά μου;<br />
Τα κουβαλάω μέσα μου μια ζωή.<br />
Όλα με κυνηγούν και δεν με πιάνουν.<br />
Πόσο ακόμα θα με καίει η φωτιά του χρόνου;<br />
-παρανάλωμα ενός ήλιου που δεν έδυσε<br />
που θ’ αργήσει μάλιστα να δύσει.<br />
Κι όταν βουτήξω στα βαθιά, θα μείνω να κοιτάω την προκυμαία.<br />
Σημαία σε νωχελικό καιρό η Ελευθερία.<br />
Καρφωμένη σ’ έναν πάσσαλο καμαρώνει με τα τερτίπια του αέρα.<br />
Τόσο ελεύθεροι κι εμείς.</p>
<h6><strong>γ. Αέρα!</strong></h6>
<p>Νέα εποχή. «Ναι καλά!»<br />
Κι η παλιά πού πήγε;<br />
αφού στέκεται και με κοιτά ειρωνικά.<br />
«Θα ξαναρθώ! Μην κάνεις βήμα! Δεν θα σ’ αφήσω!»<br />
ουρλιάζει στο κεφάλι άγνωστη φωνή.<br />
«Δεν θέλω! Φύγε! Δεν σε γουστάρω πια!»<br />
με τον εαυτό μου, μόνη μου μαλώνω.<br />
Κι αν φύγει, τι; δεν θα ξανάρθει;<br />
κρυμμένη πάντα από κάτω<br />
θα περιμένει.<br />
Αν τη σκοτώσω, σκοτώνω εμένα<br />
αν την αφήσω, ξεψυχώ.<br />
Τι να την κάνω,<br />
αφού μακριά της δεν μπορώ;</p>
<p>Πάλι με τούμπαρε, είδες;<br />
Με κάνει ό,τι θέλει πια.<br />
Σαν μαριονέτα με κρατάει απ’ τα σχοινιά<br />
και όπου θέλει με πηγαίνει.<br />
«Δεν θα μου πάρεις τα μυαλά, ακούς;»<br />
ακούω στο άδειο μου δωμάτιο<br />
και κάνω ένα βήμα προς τα μπρος.</p>
<h6><strong>δ. Το Αντιδραστικό Κορδόνι</strong></h6>
<p>Το Αντιδραστικό Κορδόνι που λύνεται συνέχεια<br />
είναι το μόνο αντιδραστικό στοιχείο πάνω μου.</p>
<p>Ντύνομαι κόκκινα.<br />
Κόκκινο της φωτιάς, της επανάστασης, του δαίμονα.<br />
Αλλά δεν αντιδρώ.</p>
<p>Το κορδόνι μου αντιδρά στ’ αφεντικό του.<br />
Σιχαίνεται τα θέλω μου.<br />
Κάθεται και το ποδοπατάω.<br />
Όμως, συνεχίζει ν’ αντιδράει</p>
<p>Ενώ εγώ πεθαίνω κάθε μέρα.<br />
Βουλιάζω στην απειροελαχιστότητά μου.<br />
Με ποδοπατούν και δεν καταλαβαίνω.<br />
Ουρλιάζω από μέσα μου.<br />
Ουρλιάζω;<br />
Μάλλον σαρκάζω τον εαυτό μου.</p>
<p>Καλά που είναι και το Κορδόνι.</p>
<h5><strong>ΖΩΗ</strong></h5>
<h6><strong>α. Αφροδίτη</strong></h6>
<p>Μικρέ μου πρίγκιπα,</p>
<p>ο ύπνος δεν σβήνει τα γαλανά σου μάτια.<br />
Κάνε με άγγελο των προσδοκιών σου<br />
και θα γλιστρήσουμε στα σύννεφα μαζί.<br />
Πώς δεν φοβάσαι τ&#8217; άστρα;<br />
είναι επικίνδυνοι εχθροί που θέλουν να σε πάρουν.<br />
Η Αφροδίτη μού μιλά για σένα κάθε νύχτα.<br />
Φέγγει το φως της μόνο για να γράφεις εσύ.<br />
Λέει πως ξενυχτάς μόνο για κείνη, κι εγώ ζηλεύω.</p>
<p>Γύρνα στον πλανήτη σου αγάπη μου<br />
κι άσε να θρηνώ στα στάχυα μόνη.</p>
<h6><strong>β. Τα νήματα</strong></h6>
<p>Η ζωή είναι ένα κουβάρι.<br />
Παίζεις σαν γάτα με αυτό<br />
απ&#8217; τη στιγμή της γέννησής σου.<br />
Στην αρχή το αφήνεις να κυλάει μόνο του<br />
και τρέχεις από πίσω να το φτάσεις.<br />
Παίζεις.<br />
Όσο κυλάει το κουβάρι, τα νήματα μπερδεύονται.<br />
Κάνεις να το ξεδιαλύνεις,<br />
μ&#8217; αυτό μπλέκεται όλο και πιο πολύ.<br />
Στο τέλος, κουρασμένος απ&#8217; την προσπάθεια,<br />
αφήνεις τα νήματα να τυλιχτούν<br />
γύρω απ&#8217; τον λαιμό σου.<br />
Δεν παίζεις πια.</p>
<h6><strong>γ. Λανθάνω</strong></h6>
<p>Το λάθος είναι ένα.<br />
Οι αλήθειες είναι πολλές.<br />
Ή μήπως ανάποδα;</p>
<p>Λανθάνω θα πει: «Διαφεύγω της προσοχής».<br />
Άρα λάθος τι θα πει;<br />
«Κάνω κάτι χωρίς να προσέχω».<br />
Αν πρόσεχα, θα ήταν σωστό.</p>
<p>Και αλήθεια τι θα πει;<br />
«Παραδέχομαι το λάθος μου».<br />
Δεν πρόσεξα και τώρα το φωνάζω.</p>
<p>Έπειτα έρχεται η λήθη.<br />
Η λήθη τι είναι;<br />
«Ξεχνάω το λάθος που έκανα».<br />
Ή ξεχνάω που δεν πρόσεξα.</p>
<p>Και πιο πονάει πιο πολύ;<br />
Το λάθος;<br />
Η αλήθεια;<br />
Ή η λήθη;</p>
<h5><strong>ΤΑ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ</strong></h5>
<p>Ροή. Η μαγική σου λέξη.<br />
Όλη η κατάληξη των σκέψεών σου<br />
και η πηγή τα&gt;ν συναισθημάτων σου.<br />
Δεν τη φυλάς κάτω απ’ τη γλώσσα,<br />
τη μοιράζει η καρδιά σου.<br />
Η ζωή είναι, λες, ροή.<br />
Ποια είναι όμως η δική μου η ροή;<br />
Θα σμίξουν τα ποτάμια μας;<br />
-Τα ρυάκια από καιρό έχουν πεθάνει-<br />
Μην αφήνεις τη ζωή να σε παρασύρει.<br />
Έχεις δική σου.<br />
Ό,τι θες!</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Ιωάννα, αύριο δεν θα υπάρχεις.<br />
Θα συναντήσεις ένα φάντασμα και θα σε πάρει από το χέρι.<br />
Με σιδερένια γροθιά θα τσακίσει τα μάγουλά σου, όπως έκανε με τις σκέψεις σου.<br />
Και θα πεθάνεις.<br />
Κανείς δεν θα θρηνολογήσει τον χαμό σου.<br />
Όλα θα συνεχίσουν όπως πρώτα.</p>
<p>Φύγε από δω.<br />
Εξιλεώσου κι εξαϋλώσου.·<br />
Τόσο πια που το θέλησες να είσαι άλλη.<br />
A Dio.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Να ταξιδέψουμε μαζί μ&#8217; αεροπλάνο<br />
να δω στα μάτια σου τη λάμψη της φωτιάς<br />
το ράγισμα που θα κάνει ο φόβος στη σκιά σου<br />
τη σιωπή που θα γεμίζει με τόσες λέξεις το μυαλό σου<br />
τα χέρια σου που θα &#8216;ναι γαλήνια<br />
κι άλλοτε πάλι θα μπαίνουν νευρικά το ένα στ&#8217; άλλο<br />
την προσμονή<br />
και την υπόνοια<br />
και τη λαχτάρα.</p>
<p>Την πλευρά σου που κρύβεις<br />
που ούτε φαντάζομαι ότι υπάρχει<br />
αυτή θέλω να δω<br />
μ&#8217; αυτή θέλω να ζήσω<br />
-και να την εγκλωβίσω-<br />
να την κάνω δική μου μ&#8217; όλους τους πιθανούς τρόπους<br />
και με τις αισθήσεις μου όλες,<br />
να τη σβήσω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Φιλί. Ζούνε για ν’ αναπνέουν αυτήν τη μάχη.<br />
Και να καίγονται και να φοβούνται.<br />
Και να λιώνουνε σαν κάρβουνα στο διάστημα.<br />
Και να μην έχουν που να πάνε.<br />
Και πυρκαγιά να σιγοκαίει τα σωθικά τους.<br />
Και να φωτίζει τις πληγές τους.<br />
Φίλα με.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Υπέροχα μονάχοι εαυτοί<br />
πετροβολούν ο ένας τον άλλον.<br />
Για λίγο πιάνονται επάνω στο σκοινί.<br />
Τι ώρα θα χτυπήσει το ρολόι;<br />
Τι άραγε η μοίρα θα τους πει;</p>
<p>Φεύγουν, για λίγο, απ’ την κόλαση σκαστοί<br />
και κρύβονται μες στις φωτιές του παραδείσου.<br />
Φοβούνται τις σκιές τους.<br />
Μα ούτε κι αυτοί ξέρουνε ποιοι είναι.</p>
<p>Υπέροχα μονάχοι εαυτοί<br />
με θλίψη ασυγκράτητα να καίει.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Λες πως πρέπει να διαλέξω<br />
-τον δρόμο της αρετής ή της κακίας, λένε οι άλλοι.<br />
Μα εγώ δεν ξέρω που βρίσκομαι.<br />
Νομίζω πως τραβώ δικό μου δρόμο.<br />
Δεν είναι πάντα όλα τόσο εύκολα.</p>
<p>Μια ερώτηση θα μου λύσει τον γρίφο.<br />
Αυτή θα οδηγήσει τα βήματά μου.<br />
«Πώς θα έρθει ο θάνατος πιο γρήγορα;»<br />
Αυτόν θα πάρω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Λύκε λύκε είσαι εδώ;<br />
Η Κοκκινοσκουφίτσα σ’ αποχαιρετά.<br />
Θα παίξει σ’ άλλα παραμύθια τώρα.<br />
Θα βρει τους νάνους, όχι τον πρίγκιπα.<br />
Θα συναντήσει την Αλίκη,<br />
που θα της κρύψει επιμελώς τη χώρα των θαυμάτων.<br />
Κι έτσι, μαζί με τη Σταχτοπούτα θα κάνουνε την επανάστασή τους.<br />
Μακριά απ’ τους κακούς.<br />
Σωτήρες μιας άλλης εποχής.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Ορίζεις τη ζωή μου.<br />
Η ύπαρξή μου δάσος στον ωκεανό χωρίς εσένα.<br />
Ορίζω την καταστροφή σου.<br />
Ο φόβος μου, τραγούδι στη ζωή σου.</p>
<p>Αν φύγεις, θα χάσω τον δρόμο.<br />
Τα σημάδια σου δεν θα σβηστούν.<br />
Δεν θα μπορέσω να βρω άλλα.<br />
Αν φύγω, δεν ξες τι θα γίνει.</p>
<p>Αν μείνεις, θα μείνω κι εγώ.<br />
Μαζί σου για τα πάντα.<br />
Αν μείνω, θα μείνεις κι εσύ.</p>
<p>Θέλω επιτέλους να μου διώξεις τα σκοτάδια.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Σου λέω πως οι κούκοι με συγκινούν κι εσύ γελάς.<br />
Μόνο αυτοί καταφέρνουν να αναιρέσουν την ίδια τους την ύπαρξη.<br />
Ρολόγια μιας άλλης εποχής που ο χρόνος έχει σταματήσει.<br />
Δεν χαλάσανε.<br />
Γέρασαν απλώς.<br />
Και ξεκουράζονται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΣΤΙΚΗ ΑΓΩΝΙΑ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΘΗΝΑ ΡΩΣΣΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Χάρτης &#8211; 83 Νοέμβριος 2025</p>
<p>Εσωτερικές περιπλανήσεις σε δυστοπικά αστικά τοπία</p>
<p>Αστική αγωνία τιτλοφορείται η νέα ποιητική συλλογή της Ιωάννας Λιούτσια. Ένα βιβλίο όπου το αστικό τοπίο τίθεται σε πρώτο πλάνο, ένα τοπίο ζοφερό και δυστοπικό, στο οποίο η γενιά της ποιήτριας καλείται να ενηλικιωθεί βίαια. Στην απάνθρωπη, νεοφιλελεύθερη πόλη που τελεί σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», η ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια έρχεται να αποτυπώσει ένα ατέρμονο και ασυνάρτητο παρόν. Σε αυτό το δυστοπικό παρόν συχνά απόλυτης συντριβής, το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται να βρίσκεται σε έναν αέναο μετεωρισμό, καθηλωμένο σε έναν εις αεί παροντικό χρόνο, σε μια άχρονη παροντικότητα, όπου κάθε σύνδεση, κάθε συνοχή ανάμεσα στο τώρα, το πριν και το μετά έχει σπάσει. Δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και, προσδοκώμενο, έστω αφόρητο, έστω εφιαλτικό, αλλά πάντως μέλλον.</p>
<p>Στις μέρες μας<br />
ανάβουμε το φως απ’ το πρωί<br />
οι φίλοι μας κοιτάνε τ’ άσπρα μας μαλλιά<br />
μα δε ρωτούν·<br />
ξυπνάμε τα χαράματα<br />
ευαισθητοκράτωρ ο καιρός<br />
συγκίνηση και ηττοπάθεια<br />
όσο μας σκεπάζει μια κουβέρτα είμαστε καλά<br />
για περισσότερα δεν είμαστε·<br />
η σκέψη μας γύρω απ’ τον χρόνο<br />
―πόσα οχτάωρα έχει μια μέρα;―</p>
<p>κάποτε και γύρω απ’ τον έρωτα<br />
ανάγκη για γενόσημα αισθήματα<br />
ευνουχιστήκαμε αρκετά, τα χέρια μας δεν αγκαλιάζουν<br />
πια δε ζηλεύουμε την άγνοια των παιδιών<br />
ντρεπόμαστε να τ’ αντικρίσουμε<br />
πώς να τους πούμε ότι θα γίνουν σαν εμάς;</p>
<p>Η αποδυνάμωση, η αποδόμηση, η «κατάργηση» της προσδοκίας του μέλλοντος, δεν γίνεται μέσω του ζόφου της δυστοπίας, αλλά με την κατάργηση της έννοιας του μέλλοντος, μέσω της διάχυσής του, της συμπύκνωσής του, εν τέλει της απορρόφησής του, στο αέναο παρόν. Σε μια εποχή που τα οράματα έχουν διαψευστεί, οι ουτοπίες έχουν εκπέσει, και το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο είναι πλέον απογυμνωμένο από κάθε λογής φαντασιώσεις, η ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια έρχεται να περιγράψει το παρόν μιας γενιάς ματαιωμένης εξαρχής, μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε σε συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας και κοινωνικοπολιτικής κατάρρευσης.</p>
<p>Οι φίλοι μου ήρθαν όλοι<br />
στην Αθήνα για δουλειά,<br />
όπως κι εγώ.<br />
Όσοι δουλέψανε σεζόν<br />
όταν βλεπόμαστε (όχι συχνά)<br />
κερνάνε τους καφέδες<br />
εγώ πάντα επιφυλάσσομαι.</p>
<p>Έχω μια φίλη σε κάθε γειτονιά<br />
στο Μετς, στη Νέα Σμύρνη, Αμπελόκηπους<br />
μες στα μικρά μας σπίτια<br />
στην Καισαριανή<br />
με τον καφέ στερεωμένο στην απλώστρα το πρωί<br />
μισός μέσα, μισός έξω<br />
ένα μπαλκόνι για μισό άνθρωπο</p>
<p>όλοι μας έχουμε έρθει για δουλειά<br />
χωρίς δουλειά<br />
ψάχνουμε διαμερίσματα συνέχεια, ο ένας για τον άλλον<br />
ημιυπόγεια ευήλια<br />
τάχα να θυμίζουν λίγο τα πατρικά μας<br />
―είχαμε, βλέπεις, μεγαλώσει αλλιώς―</p>
<p>στο τέλος καταλήγουμε<br />
«ας μοιάζει έστω στο παιδικό δωμάτιό μας»<br />
έτσι κι αλλιώς όλη τη μέρα είμαστε στους δρόμους<br />
παίρνουμε λεωφορεία, κολλάμε σε φανάρια<br />
―από πάνω μας πετάνε τα ραφάλ―</p>
<p>περπατάμε, καθόμαστε στις στάσεις,<br />
μετράμε τον χρόνο σε τραγούδια<br />
διαβάζουμε τα ονόματα και τις αφιερώσεις στις νταλίκες<br />
«ο όμορφος»<br />
«στον παππού μου»<br />
«για ό,τι αναρωτιέσαι, η απάντηση είναι ναι»<br />
η μια πίσω απ’ την άλλη<br />
η κάθε μία μόνη της μα καραβάνι<br />
κάνω πως τίποτα δε μου θυμίζει αυτό<br />
στρέφω το βλέμμα<br />
πίσω μου στο κατάστημα το άδειο<br />
ξεθωριασμένη η ταμπέλα γράφει:<br />
«Διατίθεται το παρόν. Τηλέφωνο…»</p>
<p>για το μέλλον όμως όλοι τσιμουδιά.</p>
<p>Η ημερήσια αναβίωση των όσων δεν επιτεύχθηκαν, των όσων χάθηκαν, είναι ένα υπαρξιακό φορτίο που δεν μπορεί εύκολα να απεμποληθεί. Μία γενιά παραλυμένη, που φαίνεται αδύναμη να αντιδράσει, να διεκδικήσει τα βασικά της δικαιώματα, βλέποντας το μέλλον της να από-υποστασιοποιείται. Και η ποιήτρια κατορθώνει μέσα σε λίγους μόνο στίχους να καταγράφει αυτό το συλλογικό αίσθημα ματαίωσης, γνωρίζοντάς το ως προσωπικό βίωμα, καθώς η γενιά που περιγράφει είναι η γενιά στην οποία και η ίδια ανήκει.</p>
<p>Κάποτε ήθελα να αδράξω τη μέρα<br />
τώρα η μέρα αδράττει εμένα</p>
<p>[&#8230;] οι μέρες είναι δύσκολες<br />
μαζεύω τα πόδια μου σαν έμβρυο στην κοιλιά<br />
ποτέ δεν ξέρεις ποιος μπορεί να στα τραβήξει<br />
και πρώτη πρώτη η βιαιότητα της νέας μέρας<br />
οι μέρες είναι δύσκολες<br />
κάλλιο οι νύχτες που συνεχίζονται και πάλι απ’ την αρχή</p>
<p>μία παγίδα<br />
ο πόνος<br />
για να μείνω για πάντα<br />
στο κρεβάτι.</p>
<p>Κληρονόμος ενός ακυρωμένου μέλλοντα και μιας αποκλεισμένης ηλικίας, η σύγχρονη γενιά βιώνει τον κόσμο ως ανία και ως απειλή, ενώ έντονο είναι το αίσθημα της απογοήτευσης, της παραλυσίας, της απόγνωσης. Η ήττα της είναι παγιωμένη και εξακολουθητική, μια ήττα που μαθαίνεις να ζεις μαζί της. Σε έναν ασφυκτικό ποιητικό κόσμο, που σπάνια απαλύνεται από κάποια αισιόδοξη προοπτική, το ποιητικό υποκείμενο αισθάνεται απογοητευμένο, ματαιωμένο από τον αγώνα, τον έρωτα, την ίδια τη ζωή. Συνθλίβεται από το βάρος των όσων καλείται να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί, σε μια χώρα που του στερεί κάθε δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης και αυτοεκπλήρωσης. Όπως χαρακτηριστικά γράφει η ποιήτρια, «Όταν ξύπνησα/ μόνο τον εαυτό μου βρήκα πλάι/ κι αυτόν, ριγμένο ήδη/ στην πραγματικότητα».</p>
<p>Στη ορθογραφία δεν ήμουνα ποτέ ιδιαίτερα καλή.<br />
Έλεγα όπως όλα τα παιδιά:<br />
«Τι θα μου χρειαστεί; Σχήματα είναι».</p>
<p>Τώρα τη βρίσκω συνεχώς μπροστά μου.<br />
Όταν οι άλλοι με ρωτούν πώς νιώθω και<br />
ποια είναι η θέση μου στον κόσμο<br />
―αυτό κυρίως σε συνεντεύξεις για δουλειά―<br />
δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό, τι ν’ απαντήσω:<br />
απορημένη ή απορριμμένη;</p>
<p>Μετά θυμάμαι πως<br />
«η πρόθεση είναι που μετράει»<br />
και λύνω κάπως τους δεσμούς μου.</p>
<p>Μέσα από το αδυσώπητο περιβάλλον της πόλης αναφύεται μια υπαρξιακή αγωνία. Η ποιητική φωνή δηλώνει τη δυσφορία της για τη νέα αστική πραγματικότητα μέσα στην οποία αισθάνεται αποξενωμένη και διαλυμένη. Στην ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια, το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί και ταυτόχρονα βιώνει την αορατότητά του, καθώς αισθάνεται ότι η πόλη μετασχηματίζεται μπροστά στα μάτια του, μεταμορφώνεται σε κάτι άγνωστο και εχθρικό, χωρίς το ίδιο να μπορεί να παρέμβει, να συμμετέχει και τελικά να ενσωματωθεί.</p>
<p>Δε θέλω να γεράσω και να γίνω από ‘κείνους<br />
που μόλις ακούνε ασθενοφόρο λένε<br />
«μας χαιρέτησε».<br />
Ούτε από ‘κείνους που στα γέλια των νέων και των παιδιών στα πάρκα,<br />
στα πειράγματα των μεθυσμένων ζευγαριών τη νύχτα<br />
τραβάνε την κουρτίνα και σηκώνονται να δουν.<br />
Δεν θέλω να γεράσω με την αγωνία,<br />
―κατ’ άλλους με τον συμβιβασμό.</p>
<p>Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Maggie Nelson, οι λέξεις δεν αρκούν την ίδια στιγμή που αρκούν. Οι συνηθισμένες λέξεις και το νόημα που τους δίνουμε δεν είναι ποτέ ουδέτερες. Οι λέξεις έχουν ιστορία και τα νοήματά τους οργανώνουν και οργανώνονται γύρω από κοινωνικές δομές, διαφορές ταξικές, πολιτισμικές, έμφυλες, αφορούν την ίδια την προσωπική μας ζωή και τη σχεσιακή μας πορεία[1]. Οι καινούριες λέξεις που αρθρώνουμε πρώτα χαμηλόφωνα, και έπειτα όλο και πιο καθαρά, όλο και πιο σθεναρά, καθίστανται επιτελεστικές ρωγμές, καθώς με αυτές υπάρχουμε, φανταζόμαστε, δημιουργούμε και διεκδικούμε έναν κόσμο έτσι όπως τον φανταζόμαστε και στον οποίο αξίζει να ζούμε.<br />
Γραμμένα κατά βάση σε πρώτο ενικό ή πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, τα ποιήματα της Ιωάννας Λιούτσια δίνουν συχνά την αίσθηση μιας προσωπικής κατάθεσης, ενός προσωπικού βιώματος, μιας προσωπικής και ταυτόχρονα συλλογικής εμπειρίας, ενός προσωπικού και ταυτόχρονα συλλογικού τραύματος, καταγράφοντας μια πραγματικότητα στην αυθεντικότητα, στην αμεσότητα, και την απόλυτη κυριολεξία της. Λέξεις καθημερινές, χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς ιδιαίτερα καλολογικά στοιχεία, που επιδιώκουν να αποτυπώσουν ποιητικά – άλλοτε με θλίψη, πίκρα, απογοήτευση και άλλοτε με τρυφερότητα και χιούμορ – την πολλαπλότητα των πειθαναγκασμών με τους οποίους είναι αντιμέτωπη η γενιά της ποιήτριας στην καθημερινότητά της. Πρόκειται για μια ποίηση πολιτική με την έννοια της επέμβασης στον «μερισμό του αισθητού», σύμφωνα με τον Ζακ Ρανσιέρ, στο ξαναμοίρασμα του κόσμου, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ανθρώπων που ενηλικιώνονται σε μια αφιλόξενη πόλη, στις δικές τους επιθυμίες, στα δικά τους θέλω. Και ίσως είναι η αγάπη, το άνοιγμα στον άλλον, το όχημα για να το πετύχουν.</p>
<p>Η αγάπη είναι<br />
το τζάμι ενός τρένου τη νύχτα.<br />
Πρέπει να κάνεις προσπάθεια να δεις<br />
πώς τα τοπία και τα φώτα αλλάζουν στην άλλη πλευρά<br />
πρέπει να κάνεις προσπάθεια</p>
<p>ν’ ανοίξεις το βλέμμα πέρα απ’ το είδωλο σου<br />
πρέπει να κάνεις προσπάθεια<br />
μέχρι να δεις την αντανάκλασή σου<br />
λιωμένη, με ασαφή τα περιγράμματά της<br />
τέλεια εναρμονισμένη στο τοπίο</p>
<p>Κατά την υλοποίηση της κοινωνίας της πόλης, ο Lefebvre επιφυλάσσει ιδιαίτερο ρόλο στην τέχνη, θεωρώντας ότι η τέχνη μπορεί να νοηθεί ως «ικανότητα μετασχηματισμού της πραγματικότητας, προσοικείωσης στο ανώτατο επίπεδο των δεδομένων του βιώματος, του χρόνου, του χώρου, του σώματος και της επιθυμίας».[2] Με άλλα λόγια, η τέχνη δημιουργεί οικειοποιημένους χρόνους και χώρους – χρονικές ποιότητες εγγεγραμμένες μέσα σε χώρους – προετοιμάζοντας «σαγηνευτικές δομές» που προσφέρουν στους ανθρώπους της πόλης την κίνηση, το απρόοπτο, το πιθανό, το επιθυμητό, το ενδεχόμενο. Εφόσον η πόλη πλάθεται μέσα από τη διαχείριση των εικόνων της και την άρθρωσή τους σε σημαίνουσες ολότητες, τότε η τέχνη συμβάλλει στην αμφισβήτηση των κυρίαρχων μηχανισμών που κατοχυρώνουν την εκπομπή των συλλογικών αναπαραστάσεων.[3]</p>
<p>Aν τα ποιήματα ήτανε φάρμακα<br />
αν τα ποιήματα ήταν τροφή<br />
αν οι ποιητές ήταν στους δρόμους<br />
αν κάθονταν σε σκαμνάκια χαμηλά<br />
αν κάποτε περνούσα από μπροστά τους<br />
αν ήμουν άρρωστος και έβρισκα το θάρρος<br />
θα ρωτούσα:<br />
―Πόσο πάει ένα για τη μοναξιά;<br />
―Ενάμισι ευρώ κι είναι δικό σας.</p>
<p>Αν είχαν πάνω μου ενάμισι ευρώ, θα το αγόραζα<br />
αν δεν με έτρωγε η περιέργεια θα το διάβαζα στο σπίτι<br />
αν ήταν καλό, όταν τελείωνε<br />
θα ένιωθα τα χέρια σου να ντύνουν το σώμα μου<br />
αν, βέβαια, τα ποιήματα ήταν φάρμακα κι εγώ<br />
αν ήμουν έτοιμος να σε γιατρέψω.</p>
<p>Το ζήτημα της πατρίδας φαίνεται επίσης να απασχολεί την ποιήτρια. Όπως οι περισσότεροι ποιητές και ποιήτριες του 21ου αιώνα, η Λιούτσια απομακρύνεται από τον εθνοκεντρισμό της γενιάς του 30, και στρέφεται προς μια διαφορετική κατεύθυνση, αναζητώντας μια νέα ποιητική ιθαγένεια, εναλλακτικές αφηγήσεις που ανταποκρίνονται στην μετανεωτερική συνθήκη στην οποία ζουν. Η εθνογένεση φαντάζει μακρινή και αδιάφορη, όπως και οι προβληματισμοί για την ελληνικότητα, ο ηρωισμός δεν είναι πια της μόδας, και στο επίκεντρο τίθεται η ετερότητα του έθνους, οι αποσιωπημένες πτυχές και τα τραύματα της εθνικής ιστορίας. Τα κυρίαρχα εθνικά και ιδεολογικά αφηγήματα αποδομούνται και τη θέση τους λαμβάνουν αφηγήματα ήττας και οι συνέπειές τους στους ανώνυμους, απλούς ανθρώπους. Στην ποίηση της Λιούτσια η Ελλάδα ταυτίζεται με αρνητικά φορτισμένες λέξεις – πένθος, ελαττώματα, αιματώματα, παραμνησία, τραυματουργία – με την ποιήτρια να τονίζει ότι είναι αυτές ακριβώς οι λέξεις που αποτελούν ισχυρές ενδείξεις για να μαντέψει την σύγχρονη εικόνα της χώρας της.</p>
<p>«Τα ποιήματα δε γράφονται με ιδέες,<br />
αλλά με λέξεις».<br />
Αν όμως αραδιάσω τις λέξεις<br />
παραμνησία<br />
τραυματουργία<br />
πένθος για ψευδαισθήσεις<br />
αιματώματα<br />
ελαττώματα<br />
«συνέχεια» &#8211; το ουσιαστικό<br />
και «κάποτε»<br />
(παρελθόντος και μέλλοντος χρονικό)</p>
<p>δε θα έχετε πάρει μια ιδέα<br />
πώς λέγεται η χώρα μου;</p>
<p>Ένα ακόμη μοτίβο στην ποίηση της Λιούτσια αποτελεί η σχέση με τη μητέρα, η μητρότητα και οι προδιαγεγραμμένοι ρόλοι στους οποίους καλείται μια γυναίκα να ανταποκριθεί λόγω του φύλου της. Η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο χώρο όπου εκπαιδεύονται τα μέλη στη σημασία των έμφυλων χαρακτηριστικών ως προς τις καθημερινές πράξεις, τις προσδοκίες και την κατασκευή μιας εικόνας για τον εαυτό τους, καθώς ό,τι συμβαίνει εντός ενός περιβάλλοντος φροντίδας και προστασίας, όπως η οικογένεια, επικυρώνει την ισχύ και την αυτονόητη αποδοχή του.[4] Καθοριστική είναι η επίδραση της μητέρας στην υποκειμενική συγκρότηση, με τον ρόλο της στη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας να αναγνωρίζεται ως κάτι αρνητικό. Είναι ακριβώς η μητέρα που μας κληροδοτεί τις θυσίες με τις οποίες θα βρεθούμε αντιμέτωπες, τους κανόνες ορθής συμπεριφοράς που καλούμαστε να τηρούμε μεγαλώνοντας, τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς που μας επιβάλλει το φύλο μας.<br />
Η μητρότητα παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν προορισμός των γυναικών, ως καθοριστικός παράγοντας της σωματικής και διανοητικής τους κατάστασης, όσο και της κοινωνικοπολιτικής πραγμάτωσής τους. Είναι ο φόβος αυτής της αναπόδραστης πορείας που περιμένει τη μία μετά την άλλη, διαδοχικές γενιές γυναικών αυτός που εκφράζεται στους στίχους της ποιήτριας. «Έγινα η μαμά μου», γράφει η Λιούτσια, περιορίστηκα στους προδιαγεγραμμένους ρόλους μου, «πλένω τα πιάτα με Στράτο Διονυσίου», «φορώντας νυχτικιές βαμβακερές», σαν τη μαμά μου ―εκείνη επαγγελματίας μαμά, εγώ «μάνα καριέρας»― να αναρωτιέμαι «πώς τα κατάφερα έτσι κι έγινα εγώ νοικοκυρά».<br />
Η μελαγχολία της αποτυχίας, η επιβεβλημένη κανονικότητα, η απόρριψη των επιθυμιών στον βωμό των αναγκών, οι επιταγές της κοινωνικής και εθνικής κανονικοποίησης δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο στερώντας τελικά την αυτενέργεια και την ελευθερία. Και είναι από αυτό το τραύμα που ξεκινάς τελικά. Για να μιλήσεις με απόλυτη ειλικρίνεια για αυτό, τοποθετώντας το στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από αυτούς τους προδιαγεγραμμένους ρόλους θα πρέπει να σπάσουμε τα καλούπια, γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να σκεφτόμαστε και να ζούμε ελεύθερες, μόνον έτσι μπορούμε να χαράξουμε απείθαρχες τις δικές μας πορείες. Είναι ακριβώς εκεί που η μητρότητα μετατρέπεται σε «μη-terra incognita», στην ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια.</p>
<p>Σ’ αυτόν τον κόσμο που γεννήθηκα,<br />
δε γεννήθηκα ο κόσμος.</p>
<p>Γι’ αυτό ζητώ συγγνώμη<br />
που δεν κατάφερα ποτέ να σε γνωρίσω<br />
δεν έχω γίνει μεγαλώνοντας «μαμά»<br />
για μένα κάθε μήνα το κόκκινο υγρό<br />
ανάμεσα στα πόδια μου<br />
ήταν σαν το νερό σε κάποιον που διψάει:<br />
ανακούφιση.</p>
<p>Γι’ αυτό, μη μου κακιώνεις που ακόμη<br />
κάνω ότι δε νοιάζομαι για σένα,<br />
που κρατάω σκληρά τα χαρακτηριστικά μου,<br />
ξέρεις για μένα έμεινες πάντοτε μάνα<br />
ποτέ φίλη<br />
γι’ αυτό με συγχωρείς μαμά<br />
όσο κι αν γύρω μου ο κόσμος με ρωτά<br />
πότε θα γίνω κι εγώ μητέρα να σου μοιάσω<br />
συγχώρα με που επιμένω<br />
και δεν γιορτάζω τις γιορτές σου.</p>
<p>Βλέπεις, στον κόσμο που γεννήθηκα<br />
γεννήθηκα η μάνα όλου του κόσμου.</p>
<p>Απέναντι στον ζοφερό και δυστοπικό χαρακτήρα του σύγχρονου αστικού και πατριαρχικού τοπίου, η Ιωάννα Λούτσια προσφέρει φωτεινές ποιητικές εικόνες, εικόνες γυναικών που «δε χωράνε σε κουτάκια/ δε χωράνε σε στίχους/ δε χωράνε σε κανένα ποίημα ταξινόμησης», εκείνων «που τα κάνουν όλα αυτά μαζί/ κι άλλοτε λίγα λίγα/ κι άλλοτε πάλι τίποτα, ποτέ». Είναι αυτές οι γυναίκες που έρχονται να ξανασυστήσουν τον κόσμο από την αρχή, Εκείνες που μπορούν να μετουσιώσουν τις ήττες και τις ματαιώσεις σε δύναμη εξέγερσης απέναντι σε έμφυλες καταπιέσεις και υποταγές. Είναι οι φίλες μας, οι αγαπημένες μας, αυτές που μαζί τους πορευόμαστε σχεδιάζοντας τις καθημερινές μας μάχες, και τους συλλογικούς μας αγώνες. Αυτές που μαζί τους πορευόμαστε, για τις οποίες και με τις οποίες αντέχουμε.</p>
<p>Μ’ αρέσουν οι γυναίκες<br />
που φοράνε πουκάμισα<br />
πράσινα φορέματα<br />
πίνουν κρασί από τ’ απόγευμα<br />
γελάνε δυνατά<br />
φοράνε βραχιόλια<br />
κοντά μπλουζάκια που φαίνεται η κοιλιά<br />
μαντίλες και μιλάνε δυνατά στην Πανεπιστημίου<br />
που κόβουν τα μαλλιά τους αγορέ<br />
που φοράνε μπαντάνες και πιάνουν τα μαλλιά τους αλογοουρές<br />
που φοράνε τρία μικρά μενταγιόν το ένα πάνω στ’ άλλο<br />
κυκλοφορούν με παντόφλες<br />
με λουλουδάτα φορέματα<br />
αφήνουν τα μαλλιά τους να ασπρίσουν<br />
μαγειρεύουν<br />
που δεν ξέρουν να βράσουν ούτε αυγό<br />
δεν έχουν χρόνο<br />
φοράνε ψηλοτάκουνα<br />
φοράνε αρβύλες<br />
καπνίζουν στο μπαλκόνι<br />
διαβάζουν και γυμνάζονται – ταυτόχρονα<br />
μιλάνε για πολιτική<br />
χορεύουν γιατί θέλουν<br />
τραγουδάνε όταν πλένουνε τα πιάτα<br />
κι όταν βγαίνουν έξω και γλεντάνε<br />
που δεν ξέρουν να οδηγούν<br />
παίρνουν στο σεξ πρωτοβουλία<br />
που είναι πάντα χαμογελαστές<br />
που είναι πάντα μελαγχολικές<br />
που δε θέλουν να γίνουν μητέρες<br />
ή που θέλουν αλλά φοβούνται<br />
ή που είναι ήδη και αγχώνονται<br />
που φοράνε μπικίνι<br />
που ντρέπονται για την κοιλιά τους<br />
που κάνουν δίαιτα όλον τον χρόνο<br />
που τους αρέσει το καλό φαΐ και η καλή παρέα<br />
που χτενίζονται μπρος στον καθρέφτη<br />
που βάφουν τα νύχια τους<br />
που φοράνε όλα τα ρούχα τους μαύρα<br />
κι έχουν μαύρα μαλλιά<br />
που φοράνε τσιγγάνικες φούστες<br />
στρας<br />
φόρμες<br />
κρατούν κομψές τσάντες<br />
ή τεράστιες για να χωρέσουν τη μέρα τους<br />
που το κεφάλι τους είναι ξυρισμένο και κανείς δεν τις ρωτάει<br />
τίποτα<br />
που τα μπούτια τους είναι παχουλά<br />
και δεν ξέρουν αν χαίρονται ή αν πρέπει να ντραπούν</p>
<p>που τα κάνουν όλα αυτά μαζί<br />
κι άλλοτε λίγα λίγα<br />
κι άλλοτε πάλι τίποτα, ποτέ<br />
γιατί γι’ αυτό μ’ αρέσουν οι γυναίκες<br />
δε χωράνε σε κουτάκια<br />
δε χωράνε σε στίχους<br />
δε χωράνε σε κανένα ποίημα ταξινόμησης</p>
<p>Κάθε υποκείμενο φέρει το δικό του βαρύ συναισθηματικό φορτίο βιωμάτων, το οποίο αποτελεί ένα προσωπικό και ευαίσθητο πεδίο, την ίδια στιγμή που μπορεί να αποτελέσει αφετηρία συλλογικών αναζητήσεων και διεκδικήσεων. Παρά τη σημασία των προσωπικών μας βιωμάτων καθ’ εαυτών, παραμένουμε μέρος ενός μεγαλύτερου όλου που συγκροτείται τόσο από σχέσεις καταπίεσης και εκμετάλλευσης όσο και από σχέσεις ισότητας, αλληλεγγύης και ελευθερίας. Και όσο μιλάμε και γράφουμε για τα ατομικά μας βιώματα, για τα προσωπικά μας τραύματα, χωρίς φόβο, με παρρησία, καταφέρουμε πλήγματα στη δομική καταπίεση και ανισότητα, στις πατριαρχικές και ετεροκανονικές εξουσιαστικές σχέσεις και συντελούμε έτσι στην αναμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων με βάση την φροντίδα, την αλληλεγγύη, την ισότητα και την ελευθερία.<br />
Η συντροφικότητα αναφέρεται σε επίμονες ανοχές και αποκαρδιωτικές ρήξεις, αναμοχλεύει απογοητεύσεις και ματαιώσεις, την ίδια στιγμή που έρχεται να αντιπαλέψει την απελπισία, τον φόβο, τη ματαίωση, δημιουργώντας συναισθήματα οικειότητας και αλληλεγγύης. Και έτσι δημιουργείται μια άλλη γεωγραφία, μια τοπογραφία ασφάλειας, χώρων όπου η πόλη δημιουργείται και επαναδημιουργείται συνεχώς, καθώς μεταλλάσσεται και αποκτά πολυδιάστατες ταυτότητες μέσα από τη ζωή των έμφυλων υποκειμένων. Πρόκειται για μια ποίηση που γίνεται κατανοητή ως επιτέλεση οικειότητας, δημιουργώντας χωροχρόνους ανοιχτότητας, κοινών βιωμάτων και συναισθημάτων, οι οποίοι στο πλαίσιο μιας ενδυναμωτικής και επουλωτικής συλλογικότητας, διεκδικούν τις συνθήκες εκείνες όπου η συμμόρφωση δεν θα αποτελεί προαπαιτούμενο κανενός δικαιώματος, οι ζωές θα αξίζουν χωρίς να ιεραρχούνται και τα ατομικά τραύματα δε θα αποτελούν ατομική ευθύνη αλλά αρχή συλλογικής αντίστασης. Και αυτή ακριβώς είναι η ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 14/08/2025</p>
<p>Ζούμε μέσα σε μια συνεχή πίεση για αστικοποίηση. Μια πίεση για να μεταβούμε σ’ ένα καθεστώς περιορισμένης διαμονής στα «κέντρα των εξελίξεων», όπως συνηθίζεται να ονομάζονται τα μεγάλα αστικά κέντρα. Έτσι, σ’ ανύποπτο χρόνο μεταβαίνουμε σε δρόμους που δεν γνωρίζουμε και σε διαμερίσματα που μας θυμίζουν απλά το πόση προσπάθεια χρειάζεται ακόμη για να κερδίσουμε έστω μια ακόμη σπιθαμή χώρου, σ’ ένα περιβάλλον που κάθε άλλο παρά εύκολο είναι να προσαρμοστούμε, μη έχοντας γεννηθεί καν σ’ αυτό.</p>
<p>Αυτή η συνεχής αγωνία, η αγωνία των πόλεων, αποκτάει φωνή στη νέα ποιητική της Ιωάννας Λιούτσια με τίτλο, Αστική αγωνία (εκδ. Θράκα, Λάρισα 2025). Μέσα στις σελίδες της παρούσας συλλογής, και στα ελευθερόστιχα ποιήματά της, όλα τα όνειρα, όλες οι προσδοκίες αλλά κι όλες οι πιέσεις και οι στερήσεις αποκτούν φωνή, μια φωνή νεανική που βράζει μέσα στα στενά της μεγαλούπολης των Αθηνών αλλά και σ’ άλλα ελλαδικά αστικά κέντρα.</p>
<p>Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Δέντρα στις πέτρες», περιγράφεται, με τον αρκετά μοντέρνο τρόπο της ποιήτριας, όλη αυτή την απόγνωση και το κυνήγι των ονείρων σ’ αντίξοες συνθήκες. Μέσα στις οποίες όλοι κάνουν «τσιμουδιά» για το μέλλον που έρχεται. Ούτως ή άλλως, στο τέλος της ημέρας μένει η αβέβαιη αλήθεια της πραγματικότητας στο τραπέζι για να ταΐσει τις συνειδήσεις («Οι μέρες μας»).</p>
<p>Η ενηλικίωση, εξάλλου, είναι η μόνη επιλογή αυτής της μιας αλήθειας, ακόμη και αν μας πονάει η άδοξη επιλογή της («Ενηλικίωση») κι η πραγματικότητα η μόνη διαθέσιμη βύθιση στα ενδότερα σημεία του εαυτού μας. Ενός εαυτού που μένει ακλόνητος κάθε πρωί και μας περιμένει με τα μάτια ανοιχτά, δίπλα από το μαξιλάρι με το ξυπνητήρι συντροφιά.</p>
<p>Παρά ταύτα, η τρυφερότητα των άλλων προσώπων συνοδεύει πολλές φορές αυτή τη μοναξιά, αφού δεν μπορεί να την υπερκαλύψει, δομώντας έτσι ένα χώρο ασφάλειας. Έναν χώρο ασφάλειας που γεννά ελπίδες.</p>
<p>Μια ποιητική συλλογή, που αναδεικνύει με τον δικό της τρόπο την όλη πορεία της εσωτερικής μετανάστευσης προς τις πόλεις. Με τα όνειρα και τις δυσκολίες τους ως μόνο οδοδείκτη.</p>
<p>Η ΚΥΡΙΑ ΡΗΓΑ</p>
<p>Η κυρία Ρήγα πάντα με χαιρετάει<br />
μου πιάνει την κουβέντα στην εξώπορτα<br />
λέει πως περιμένει κάποιο γράμμα<br />
—αν γράφει τ’ όνομά της να το ξεχωρίσω.</p>
<p>Η κυρία Ρήγα πάντα φοράει<br />
ένα πράσινο πουκάμισο ριχτό<br />
γαλάζιο παντελόνι και παντόφλες<br />
—τα μάτια της με απλωμένη μπλε σκιά απ’ το πρωί.</p>
<p>Η κυρία Ρήγα με πετυχαίνει πάντοτε στις σκάλες<br />
κάθεται στο υπόγειο κι εγώ στον πρώτο<br />
κάθε φορά ρωτά ποια είμαι<br />
—αυτή που βιάζεται / εκείνη στέκει.</p>
<p>Η κυρία Ρήγα κάνει πάντοτε θόρυβο όταν ξυπνάει<br />
είναι αυτή που θέλεις ν’ αποφύγεις<br />
που περιμένεις να περάσει για να βγεις απ’ τ’ ασανσέρ<br />
που περιμένεις να κατέβει για να μπεις στην πολυκατοικία<br />
η κυρία Ρήγα είναι πάντοτε αυτό που θέλεις ν’ αποφύγεις:<br />
η υπενθύμιση της μοναξιάς που περιμένεις.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΟΥ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 11/12/2025</p>
<p>Σχεδόν ως συνέχεια της προηγούμενης συλλογής αλλά με την εμπειρία της, η Αστική αγωνία πραγματεύεται ό,τι ο τίτλος δηλώνει ρητά: την αγωνία ενός ποιητικού υποκειμένου από τη νεότερη ηλικιακά βιολογική γενιά όπου το βίωμα της αστικής -αθηναϊκής- ζωής σταδιακά γίνεται αντιληπτό ως διαλυτική, πιεστική συνθήκη που δείχνει προς ένα δυσοίωνο μέλλον όπου καταρρέουν οι προσδοκίες. Το παρόν απορροφά τη νεανική ικμάδα με την εργασιακή επισφάλεια (οι λέξεις δουλειά-δουλεύω και συναφείς επανέρχονται στα ποιήματα). Η ματαίωση, η εξουθένωση, η κόπωση (βλ. «Ξυπνητήρια») διαμορφώνονται σε βασική προοπτική της ενηλικίωσης (βλ. «Ενηλικίωση»). Παράλληλες θεματικές η απομάκρυνση από την αγαπημένη πόλη και η προσαρμογή στην Αθήνα, η έμφυλη βία. Ξεχωρίζει το εκτεταμένο Η πραγματικότητα αποδίδεται χωρίς ακραία ρεαλιστικό λεξιλόγιο, σε τόνο απογοήτευσης αλλά όχι παραίτησης καθώς διακρίνεται στα ποιήματα η αντιστάθμιση των αρνητικών βιωμάτων με θετικά: μη αστικές μνήμες αλλά κυρίως οι παρηγορητικές κοινότητες φίλων και ο έρωτας. Εδώ εγγράφονται τα πλέον λυρικά ποιήματα που λειτουργούν ως αντίσταση στην αστική, και γενικότερη, δυστοπία. Ενώ η Λιούτσια δεν πρωτοτυπεί μορφικά κατορθώνει να αναδείξει το τι η σύγχρονη ποίηση επιδιώκει να αναδείξει ως άξιο λόγου, ορατότητας και προβληματισμού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΝΟΙΧΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΔΑΓΚΩΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ</strong></h4>
<h5><strong>ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>Η Αυγή         11/12/2022</p>
<p><strong>Με ποιητική ποικιλία</strong></p>
<p>Η Ιωάννα Λιούτσια (γένν. 1992) είναι ήδη γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους, καθώς το ποιητικό της ντεμπούτο έγινε το 2014, με τη συλλογή Συνομιλίες σε Μη+ (Αrs Poetica). Έκτοτε, κάθε δύο χρόνια περίπου, εκδίδει μία νέα ποιητική συλλογή: το 2016, τις Αρρυθμίες (ιδιωτική έκδοση), το 2018, τη Σιωπή σε δύο χώρους (Οροπέδιο), και με μια αγρανάπαυση τεσσάρων ετών, το τελευταίο της βιβλίο Ανοιχτά φωνήεντα και δαγκωμένα σύμφωνα (Θράκα), που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες. Η γραφή της, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο της ποίησης, αλλά επεκτείνεται και σε άλλα πνευματικά πεδία: γράφει και διασκευάζει κείμενα που προορίζονται για τη θεατρική σκηνή ή για παραστασιακή επιτέλεση (performance) –ορισμένα μάλιστα έχουν αποσπάσει και διακρίσεις, όπως το κείμενο Τη Μοναξιά και τους Ανθρώπους να Φοβάσαι– εκδίδει επίσης έργα εκπαιδευτικού χαρακτήρα, όπως το 12 σκετς για 19 Παγκόσμιες Ημέρες (Σοφία, 2021), μεταφράζει μεγάλους ξένους συγγραφείς, όπως πρόσφατα τη Νόρμα του Ίψεν (Δωδώνη, 2020), και αρθρογραφεί, τέλος, τακτικά γύρω από τη λογοτεχνία, το θέατρο και το κοινωνικό γίγνεσθαι.</p>
<p>Όλα τα παραπάνω φυσικά, βρίσκονται σε άμεση σχέση με το υπόβαθρο των σπουδών της και τις επαγγελματικές της κατευθύνσεις: έχει αποφοιτήσει από δύο τμήματα του ΑΠΘ, της Ιστορίας-Αρχαιολογίας και του Θεάτρου, και από μία δραματική σχολή· ασχολείται, σήμερα, σε επίπεδο διδακτορικής έρευνας, με την αισθητική και κοινωνικοπολιτική ταυτότητα της βαλκανικής περφόρμανς, ενώ παράλληλα εργάζεται ως ηθοποιός, σκηνόθετιδα και θεατροπαιδαγωγός. Η προσωπική μου γνωριμία βέβαια με την Ιωάννα, δεν έγινε μέσα σε κάποιο θέατρο ή στη διάρκεια κάποιας βιβλιοπαρουσίασης, όπως ενδεχομένως θα ανέμενε κανείς. Καθώς υπήρξε μία από τις πρωτεργάτριες της «Πρωτοβουλίας κατοίκων για την περιοχή της Αλυσίδας», η πρώτη μου επαφή μαζί της υπήρξε στο πλαίσιο του πολύμηνου αγώνα που δόθηκε και εντέλει κερδήθηκε, προκειμένου να μην αναγερθεί μία ακόμα πολυκατοικία στην περιοχή Χαριλάου, αλλά ένα νηπιαγωγείο. Ήθελα να τονίσω το τελευταίο αυτό στοιχείο, γιατί υπάρχει ακόμα η τάση να θεωρείται πως η δουλειά του καλλιτέχνη ή του λογοτέχνη (ιδίως του ποιητή) είναι ασύμβατη με την ενασχόληση με τα κοινά και τους κοινωνικούς αγώνες ευρύτερα· μία αντίληψη βέβαια που υποβιβάζει τη δημιουργική εργασία σε μία ομφαλοσκοπική και ναρκισσιστική ασχολία, με περιορισμένη απήχηση.</p>
<p>Η Λιούτσια σίγουρα δεν βλέπει την ποίηση ως έναν χρυσελεφάντινο πύργο, αποκομμένο από την κοινωνία, αλλά ούτε και γράφει επαναστατικές μπροσούρες. Η κοινωνική κριτική ή το πολιτικό σχόλιο, παρότι δεν αποτελούν κυρίαρχη όψη της ποίησής της, δεν θα λέγαμε ότι απουσιάζουν εντελώς. Στην κατεύθυνση του κοινωνικού προβληματισμού, λ.χ., κινείται το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής της, με τίτλο «Καμιά ελπίδα», όπου αποτυπώνεται η υποκρισία των δημόσιων κοινωνικών σχέσεων, αλλά και η δύσκολη και αντιφατική πραγματικότητα του άσημου –συνήθως άνεργου ή επισφαλώς εργαζομένου– καλλιτέχνη (σ. 7):</p>
<p>(…)</p>
<p>Στα θέατρα, στα μέγαρα, στις εκδηλώσεις<br />
αλληλοθαυμαζόμαστε, ματιάζουμε<br />
μιλάμε για την Τέχνη<br />
–παλεύουμε όλοι, καθένας με τον τρόπο του–<br />
Χαριεντιζόμαστε, γυρνάμε πίσω.</p>
<p>Στο σπίτι βγάζεις τα παπούτσια που σε χτύπησαν,<br />
χαϊδεύεις το μεγάλο δάχτυλο που βγαίνει<br />
απ’ το σκισμένο σου καλσόν,</p>
<p>φοράς τη μια ζακέτα πάνω απ’ την άλλη να ζεσταθείς<br />
χωρίς πετρέλαιο το χειμώνα<br />
ξαπλώνεις με τα γάντια στο κρεβάτι<br />
και προσπαθείς ν’ αλλάξεις τις σελίδες σ’ ένα δοκίμιο<br />
περί αισθητικής.<br />
Με τα γάντια.</p>
<p>Καμιά ελπίδα.</p>
<p>Αλλού πάλι εικονογραφείται η γεμάτη αντινομίες όψη των μεγαλουπόλεων, η οποία προκύπτει από τις κοινωνικές τους ανισότητες: από τη μία, οι πένητες και ανέστιοι που πλανώνται στην πόλη, από την άλλη, οι πολυτελείς βιτρίνες, τα κατ’ εξοχήν σύμβολα της καπιταλιστικής και καταναλωτικής κοινωνίας («Η πόλη τη νύχτα», σ. 29):</p>
<p>κουβέρτες<br />
κι άλλες κουβέρτες<br />
σωρός κουβέρτες<br />
μόνο κουβέρτες</p>
<p>(…)</p>
<p>ένας δρόμος στρωμένος κουβέρτες</p>
<p>…</p>
<p>κάτω πάνω γύρω από τον άνθρωπο<br />
κουβέρτες</p>
<p>(…)</p>
<p>– πίσω του όμως στο γωνιακό πολυκατάστημα<br />
κούκλες, κουκλάκια και τα ζωάκια τους<br />
κοιμούνται στα κρεβατάκια τους<br />
μακάρια.</p>
<p>Σε άλλα ποιήματα, τέλος, το δημόσιο/συλλογικό συμπλέκεται με το προσωπικό, η πολιτική νύξη με την εσωτερική, συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου. Ενδεικτικό είναι το ποίημα «Διαδρομές» (σ. 37).</p>
<p>Για τίποτα δε λυπάμαι</p>
<p>ούτε για τις λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα<br />
ούτε για το κενό ανάμεσά μας<br />
ούτε για τις μετά βίας διαδρομές<br />
ανάμεσα από τραμπούκους μακεδονομάχους<br />
ούτε καν γι’ αυτήν την πόλη που κάθε χρόνο<br />
μας (εχ)θρέφεται δε νιώθω λύπη.</p>
<p>Το μόνο που κάπως με στεναχωρεί<br />
και με στενεύει μες στο σώμα<br />
είναι που όταν γυρνώ το βράδυ σπίτι</p>
<p>δεν είναι κανείς εκεί ν’ αγαπηθούμε.</p>
<p>Η θεματική που δεσπόζει, εντούτοις, σε αυτή τη συλλογή, όπως και στις προηγούμενες, είναι οι ερωτικές σχέσεις. Ο έρωτας, σε όλες του τις εκφάνσεις, μονόπλευρος ή αμοιβαίος, ανεκπλήρωτος ή πραγματωμένος, και με όλες του τις συναισθηματικές επενέργειες (χαρά, επιθυμία, αγωνία, ματαίωση, θλίψη, απόγνωση κ.λπ.) πρωταγωνιστεί σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής (βλ. λ.χ. «Δεσμός, σ. 9, «Στενό πέρασμα», σ. 15 κ.ά.). Μία νέα διάσταση, από την άλλη, προσδίδουν τα ποιήματα που θα λέγαμε «αυτοαναφορικά», ποιήματα στα οποία επιχειρεί γενικότερα να προσδιορίσει τι είναι και τι κάνει η ποίηση, είτε από την οπτική της ποιήτριας είτε από την οπτική του δέκτη. Από τι αφορμάται ο/η δημιουργός, τι πυροδοτεί τη γέννηση ενός ποιήματος; Ποιος ο ρόλος της ποίησης στη ζωή μας; Έτσι, βλέπουμε την ποιητική τέχνη να προβάλλεται, ανάμεσα σε άλλα, ως ένας τρόπος διαχείρισης των κάθε είδους ματαιώσεων: «Βλέπεις η ποίηση / Αντίθετα από την ιστορία / Γράφεται από τους ηττημένους» (σ. 12), θα γράψει. Αλλού πάλι εμφανίζεται να τροφοδοτείται από τα βιώματα του πόνου, καθώς: «Οι ποιητές δεν αγαπούν το Πάσχα / αγαπούν τον Γολγοθά» (σ. 22). Η ποίηση όμως εμπνέεται και από θετικά συναισθήματα, λ.χ. από την εσωτερική πληρότητα που προσφέρει ο αμοιβαίος έρωτας: «ποίηση είναι να μ’ αγαπάς και να μου το λες, ποίηση είναι να μ’ αγαπάς και να σ’ αγαπώ κι εγώ» (σ. 44). Σε ένα άλλο ποίημα, η αναγνωστική εμπειρία της ποίησης προσομοιάζεται με μία διαδικασία θεραπευτική: «Ανέλαβα την αγωγή εγώ προσωπικά. / (…) του διάβασα Dickinson, Καβάφη, Dylan Thomas Τόμας, / του έστειλα Cummings, και λίγο Rilke, λίγο Ελύτη,/ του διάβασα και δυo δικά μου» (σ. 24). Η ποίηση, τέλος, εξυμνείται ως καταφύγιο και σανίδα σωτηρίας από την πεζότητα της καθημερινής ζωής: «Τα ποιήματα είναι αστερισμοί σε χάρτη ναυσιπλοΐας / (…) οι σημαδούρες της μαύρης θάλασσας που μας σκεπάζει» (σ. 17).</p>
<p>Ένα άλλο στοιχείο που ξεχωρίζει κανείς σε αυτή τη συλλογή είναι η προσπάθεια της ποιήτριας να συνομιλήσει με την ελληνική λογοτεχνική παράδοση, αφομοιώνοντας και αξιοποιώντας δημιουργικά το έργο των μεγάλων «κλασικών» της λογοτεχνίας μας. Το επιχειρεί και ως δραματουργός, όταν λ.χ. δραματοποιεί διηγήματα του Παπαδιαμάντη (βλ. παράσταση «Αγρυπνία»), αλλά και ως ποιήτρια όταν αφορμάται από στίχους άλλων ποιητών, για να τους «επικαιροποιήσει» και να τους μεταφέρει στη σύγχρονή της πραγματικότητα, αναπτύσσοντας πάνω σε αυτούς τον δικό της ποιητικό λόγο. Το πιο χαρακτηριστικό ποίημα είναι το «Ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα» (σ. 27), το οποίο ανοίγει και κλείνει κυκλικά με έναν στίχο του Σεφέρη από το ποίημα «Ο βασιλιάς της Ασίνης», στην αρχή αυτούσιο και στο τέλος παραλλαγμένο</p>
<p>Με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη<br />
λέει ο ποιητής<br />
Και μέσα μου καθαρίζουν αιώνες αποκόμματα.<br />
Πού έφτασε ο άνθρωπος<br />
να κόβεται η καρδιά του<br />
όταν ραγίζει μια οθόνη.<br />
Πώς ξεμπερδεύει με λυκοφιλίες<br />
με τη βοήθεια τηλεφώνων που χαλάνε.<br />
Πώς πια δεν έχει χέρι στην επιλογή του<br />
κι επιλογή στο χέρι του.<br />
Η μόνη μνήμη που θυμάται είναι η RΑΜ του κινητού του.<br />
Διαγραφή – Κάδος – Επαναφορά<br />
Είσαστε σίγουροι πως θέλετε<br />
Διαγραφή – Κάδος – Επαναφορά<br />
Ο χρήστης που ίσως γνωρίζετε είναι στο…</p>
<p>(…)</p>
<p>Με τα σύγχρονα μνημεία και την αρχαία θλίψη<br />
λέμε εμείς</p>
<p>Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η τελευταία ποιητική συλλογή της Λιούτσια φανερώνει μία διευρυμένη αντίληψη των πραγμάτων και μία ωριμότερη γραφή σε επίπεδο σκέψης και ύφους. Τα ποιήματα που συμπεριέλαβε προσδίδουν μία ενδιαφέρουσα ποικιλία, άλλα στοχαστικά, άλλα πιο λυρικά, άλλα κοινωνικοκριτικά – στο σύνολό τους όμως ιδιαίτερα δουλεμένα από μορφολογική άποψη. Η εικονοποιία, η ρυθμικότητα, η ανοικειωτική γλώσσα, οι ευρηματικές γλωσσοπλασίες, οι πρωτότυπες και εύστοχες μεταφορές είναι μερικές από τις αρετές της συλλογής, οι οποίες προοιωνίζονται ακόμα μεγαλύτερα ποιητικά επιτεύγματα στο μέλλον.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΤΩΝΙΑ ΤΖΙΡΙΤΑ &#8211; ΖΑΧΑΡΑΤΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Χάρτης &#8211; Αρ. Τεύχους: 55 Ιούλιος 2023</p>
<p>Ασκήσεις φθόγγων εκεί που η γραφή συναντά την επιθυμία</p>
<p>Στα ανοι­χτά φω­νή­ε­ντα η πρώ­τη έγνοια αφο­ρά τους ήχους που πα­ρά­γουν οι δο­νή­σεις του αέ­ρα στο εσω­τε­ρι­κό ενός σώ­μα­τος. Στα δα­γκω­μέ­να σύμ­φω­να αφο­ρά εξί­σου τις άη­χες παύ­σεις που χα­ράσ­σουν τα όρια των ήχων. Οι φθόγ­γοι, όταν μέ­νουν ανοι­χτοί, μας το­πο­θε­τούν εξαρ­χής σε μια ποί­η­ση χα­σμω­δί­ας· στο ξε­χεί­λι­σμα της από­λαυ­σης. Τα <em>Ανοι­χτά φω­νή­ε­ντα και δα­γκω­μέ­να σύμ­φω­να</em> της Ιω­άν­νας Λιού­τσια εί­ναι ένα βι­βλίο που ξέ­ρει κα­λά πώς να αφή­νε­ται σ’ αυ­τούς τους παλ­μούς. Αλ­λά η επι­θυ­μία για ανα­πνοή εί­ναι αδια­χώ­ρι­στη από το στό­μα που κλεί­νει: το σύμ­φω­νο κρο­τα­λί­ζει τις οδο­ντο­στοι­χί­ες του και τις μπή­γει στη σάρ­κα του φω­νή­ε­ντος ση­μα­το­δο­τώ­ντας την αρ­χή και το τέ­λος του. Το ελ­λη­νι­κό αλ­φά­βη­το ήταν το πρώ­το που συ­μπε­ριέ­λα­βε φω­νή­ε­ντα, κι ίσως με αυ­τόν τον τρό­πο να διεκ­δί­κη­σε για τη γρα­φή έναν με­γα­λύ­τε­ρο βαθ­μό αι­σθη­σια­κής υλι­κό­τη­τας. Η Αν Κάρ­σον ανα­φέ­ρε­ται στη χρο­νο­λο­γι­κή σύμ­πτω­ση ανά­με­σα στη με­τά­βα­ση σ’ έναν εγ­γράμ­μα­το πο­λι­τι­σμό και την εμ­φά­νι­ση της λυ­ρι­κής ποί­η­σης, δη­λα­δή ανά­με­σα στην ιδιο­συ­στα­σία του ελ­λη­νι­κού αλ­φα­βή­του και τη φύ­ση του έρω­τα. Σχε­τι­κά με τη συμ­βο­λι­κή λει­τουρ­γία του γρα­πτού συμ­φώ­νου ση­μειώ­νει η ποι­ή­τρια: «Όπως ο έρω­τας επι­κε­ντρώ­νε­ται στα όρια των αν­θρώ­πων και στα με­σο­δια­στή­μα­τα που τους χω­ρί­ζουν, έτσι και το γρα­πτό σύμ­φω­νο επι­βάλ­λει όρια στους ήχους της αν­θρώ­πι­νης ομι­λί­ας κι επι­μέ­νει ότι το όριο εί­ναι πραγ­μα­τι­κό, μο­λο­νό­τι, η απαρ­χή του βρί­σκε­ται στη φα­ντα­σία που δια­βά­ζει και γρά­φει».<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_1"><sup>[1]</sup></a><br />
Κομ­μά­τι της γρα­φής το ερω­τι­κό στοι­χείο κρύ­βει και φα­νε­ρώ­νει κα­τά τρό­πο ανά­λο­γο με τα τε­χνά­σμα­τα της φα­ντα­σί­ας που δη­μιουρ­γούν στιγ­μές προ­σέγ­γι­σης κι απώ­θη­σης. Σ’ έναν τέ­τοιο εν­διά­με­σο χώ­ρο ανα­πτύσ­σε­ται από την αρ­χαιό­τη­τα το παι­χνί­δι της επι­θυ­μί­ας και της γρα­φής. Η σύγ­χρο­νη ποι­ή­τρια μοιά­ζει να γνω­ρί­ζει κα­λά τη φυ­σιο­λο­γία του. Στο ποί­η­μα «Οι ποι­η­τές πε­θαί­νουν κά­θε μέ­ρα» συν­δέ­ει ρη­τά σε μια σχέ­ση συ­νε­νο­χής την ποι­η­τι­κή γρα­φή με την πο­λε­μι­κή του έρω­τος. Στο αμέ­σως επό­με­νο ποί­η­μα, «Οι ποι­η­τές δεν αγα­πούν το Πά­σχα», πε­ρι­γρά­φει την ιδιά­ζου­σα θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα στην οποία πε­ριέρ­χε­ται το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο λό­γω της έλ­ξης του προς τον Γολ­γο­θά. Κι έτσι, αντί για ανα­στά­σι­μα τρα­γού­δια, ένα τε­λε­τουρ­γι­κό έρω­τα και χα­μού τη βρί­σκει στο κρε­βά­τι να χαϊ­δεύ­ε­ται και να γλεί­φει το αί­μα από τις πλη­γές. Η ερω­τι­κή επι­θυ­μία σφρα­γί­ζει το σώ­μα, το αυ­λα­κώ­νει, όπως το μο­λύ­βι χα­ράσ­σει μια λευ­κή σε­λί­δα (Ο έρω­τας)· γρά­φει και γρά­φε­ται κα­τά τρό­πο σισ­σύ­φειο· υστε­ρο­γρα­φεί (Μέ­ρες που ανα­τρι­χιά­ζει η θά­λασ­σα). «Εί­μαι ένα πλά­σμα της επι­θυ­μί­ας, συ­νε­πώς ένα πλά­σμα των λέ­ξε­ων»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_2"><sup>[2]</sup></a> γρά­φει η Νι­κόλ Μπρο­σάρ. Εδώ και με­ρι­κές δε­κα­ε­τί­ες σκε­φτό­μα­στε πως κα­μιά φο­ρά η ιστο­ρία της γρα­φής μπο­ρεί να εξε­λίσ­σε­ται κι έτσι: Η μή­τρα αι­μορ­ρα­γεί. Μια ορ­χι­δέα κόκ­κι­νη μπο­ρεί να γί­νει κό­μπος στον λαι­μό, όταν η σε­ξουα­λι­κό­τη­τα απο­συν­δέ­ε­ται από την ανα­πα­ρα­γω­γή (Θη­λυ­κό). Ένα πρό­σω­πο ση­μα­δε­μέ­νο από την ακ­μή βιώ­νει πολ­λα­πλές με­τα­μορ­φώ­σεις. Στην επι­φά­νεια του δέρ­μα­τος ξε­πη­δούν δια­δο­χι­κά μια πα­τά­τα, ένα φεγ­γά­ρι κι ένας ύφα­λος για να ψη­λα­φί­σου­με τις ανε­ξε­ρεύ­νη­τες εσο­χές της σάρ­κας, στις οποί­ες κυ­ριαρ­χεί το σκο­τά­δι (Ακ­μή). «Εμείς οι ώρι­μες πριν την ώρας μας, εμείς οι κα­τα­πιε­σμέ­νες από τον πο­λι­τι­σμό, τα ωραία στό­μα­τά μας φι­μω­μέ­να με γύ­ρη, οι ανά­σες μας κομ­μέ­νες, εμείς οι λα­βύ­ριν­θοι, οι σκά­λες, οι πο­δο­πα­τη­μέ­νες εκτά­σεις, τα σμή­νη–εί­μα­στε “μαύ­ρες” και εί­μα­στε όμορ­φες»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_3"><sup>[3]</sup></a> θυ­μί­ζω το μα­νι­φέ­στο της Ελέν Σι­ξού.<br />
Η σύγ­χρο­νη ποι­ή­τρια των φω­νηέ­ντων και των συμ­φώ­νων αφή­νε­ται να πα­ρα­συρ­θεί από τη σα­γή­νη των αντι­στρο­φών και των πα­ρ’ ολί­γον συμ­πτώ­σε­ων. Στο ποί­η­μα «Γε­νά­ρης» ένας γλά­ρος ψά­χνει τρο­φή σε μια χιο­νι­σμέ­νη πο­λι­τεία. Αντι­στρο­φή: Μια χιο­νι­σμέ­νη πο­λι­τεία πε­ρι­μέ­νει έναν γλά­ρο να φά­ει τα ψί­χου­λά της. Οι δύο ει­κό­νες μπο­ρούν να πα­ρα­μεί­νουν δια­χω­ρι­σμέ­νες με τον τρό­πο που εί­ναι δια­χω­ρι­σμέ­νες οι δυο όψεις της ίδιας κάρ­τας –στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση της κάρ­τας της μο­να­ξιάς. Ωστό­σο, αν παί­ζα­με εκεί­νο το παι­χνί­δι στο οποίο στρι­φο­γυρ­νάς με τα­χύ­τη­τα την κάρ­τα, θα βλέ­πα­με τη μία ει­κό­να να μπαί­νει στο εσω­τε­ρι­κό της άλ­λης. Ο γλά­ρος ως οπτι­κή ψευ­δαί­σθη­ση ή ως φά­ντα­σμα στοι­χειώ­νει τη χιο­νι­σμέ­νη πο­λι­τεία. Να ένας άλ­λος τρό­πος σύν­δε­σης.</p>
<p>Σ’ αυ­τές τις σε­λί­δες διαρ­κώς κά­τι πε­τά­ει. Ας μην απο­στρέ­ψου­με το βλέμ­μα. Ίσως μας βοη­θή­σει να κα­τα­λά­βου­με αν ο βα­σι­λιάς της Ασί­νης που ακό­μα γυ­ρεύ­ου­με στο ποί­η­μα «Ένα κε­νό κά­τω απ’ την προ­σω­πί­δα» εί­ναι η νυ­χτε­ρί­δα η οποία ξε­πε­τά­γε­ται από το βά­θος της σπη­λιάς στο τέ­λος του σε­φε­ρι­κού ποι­ή­μα­τος. Δεν εί­ναι λί­γα τα ποι­ή­μα­τα στα οποία ο Σε­φέ­ρης βρί­σκε­ται μπλεγ­μέ­νος στα παι­χνί­δια της ποι­ή­τριας, και κα­θώς από την αρ­χή ξε­κα­θα­ρί­σα­με πως μας απα­σχο­λούν τα όρια που ενώ­νουν και χω­ρί­ζουν, κα­λού­μα­στε να εξε­τά­σου­με εδώ τα όρια του μο­ντερ­νι­σμού. Τα ονό­μα­τα έχουν αλ­λά­ξει, όπως δια­πι­στώ­νει το ποί­η­μα «Πώς τα αστέ­ρια με ξε­γέ­λα­σαν». Αν δεν μας λέ­νε πια «Γιώρ­γο και Μα­ρώ Σε­φέ­ρη», «Νό­ρα και Τζέ­ημς Τζόις», πό­σα και ποια από τα λό­για τους θα δα­νει­στεί η σκέ­ψη μας; Ποιες λέ­ξεις θα επι­νο­ή­σει η γλώσ­σα, όταν η ποι­ή­τρια απο­φα­σί­σει να μι­λή­σει; Στο πρώ­το ποί­η­μα της συλ­λο­γής, «Κα­μία ελ­πί­δα», η συλ­λο­γι­κό­τη­τα των σε­φε­ρι­κών θε­α­τρί­νων έχει ήδη με­τα­τρα­πεί σε μια συ­ναρ­μο­γή σω­μά­των που ντύ­νο­νται και γδύ­νο­νται με κό­πο. Δεν υπάρ­χει κα­μία ελ­πί­δα όταν το θέ­α­μα γί­νε­ται το ίδιο το σώ­μα στην προ­σπά­θειά του να φτά­σει στο θέ­α­τρο που πα­ρα­μέ­νει απρό­σι­το. Άρα­γε πό­σα σώ­μα­τα συ­στε­γα­ζό­μα­στε κά­τω απ’ αυ­τήν την εμπει­ρία; Υπο­ψιά­ζο­μαι μια συ­ναρ­μο­γή που κα­τα­σκευά­ζε­ται από φθη­νή δερ­μα­τί­νη, μάλ­λι­να γά­ντια και μια επι­θυ­μία για αι­σθη­τι­κή η οποία προ­σκρού­ει στους υλι­κούς φραγ­μούς της πο­λι­τι­κής.</p>
<p>Ποιες μορ­φές παίρ­νει η θλί­ψη όταν με­τα­φέ­ρε­ται από τα αρ­χαία ερεί­πια στα θραύ­σμα­τα της με­τα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας; Ο αδύ­να­τος νό­στος του Οδυσ­σέα και των συ­ντρό­φων–τό­σο ανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της μο­ντερ­νι­στι­κής ποι­η­τι­κής– υπο­χω­ρεί, κα­θώς στο προ­σκή­νιο ει­σέρ­χε­ται το ερ­γα­στή­ριο επι­θυ­μί­ας της Πη­νε­λό­πης. Υφα­ντό, επι­θυ­μία, κεί­με­νο δια­πλέ­κο­νται στον αρ­γα­λειό. Το ερ­γα­στή­ριο επι­θυ­μί­ας της Πη­νε­λό­πης· ένα ερ­γα­στή­ρι γρα­φής. «Δεν ύφαι­να, δεν έπλε­κα /ένα γρα­φτό άρ­χι­ζα, κι έσβη­να/ κά­τω απ’ το βά­ρος της τέ­λειας λέ­ξης»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_4"><sup>[4]</sup></a> λέ­ει η Πη­νε­λό­πη της Κα­τε­ρί­νας Αγ­γε­λά­κη-Ρουκ· «με το ατί­θα­σό σου σώ­μα έχεις κά­νει πράγ­μα­τα/ που δεν θα έπρε­πε να συ­ζη­τάς σε ποι­ή­μα­τα»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_5"><sup>[5]</sup></a> μο­νο­λο­γεί η Πη­νε­λό­πη της Louise Glück. Η Πη­νε­λό­πη εί­ναι πα­ρού­σα στην ποί­η­ση της Ιω­άν­νας Λιού­τσια ήδη από το προη­γού­με­νο βι­βλίο της (<em>Η σιω­πή σε δύο χώ­ρους</em>, 2018)·<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_6"><sup>[6]</sup></a> σε κά­ποια ποι­ή­μα­τα κα­το­νο­μά­ζε­ται ρη­τά, ενώ σ’ άλ­λα βρί­σκου­με διά­χυ­τα τα ίχνη της. Πρό­κει­ται για τα ποι­ή­μα­τα όπου ο έρω­τας ορ­γα­νώ­νε­ται γύ­ρω από μια ακτι­νο­βό­λα απου­σία.<br />
Στο ποί­η­μα «Η Πη­νε­λό­πη με τα πέ­τσι­να» ο Οδυσ­σέ­ας έχει πα­ρα­χω­ρή­σει τη θέ­ση του στον δια­δι­κτυα­κό καν-ένα, ο οποί­ος δεν έχει άλ­λη ύπαρ­ξη πέ­ρα από τις από­πει­ρες ανα­σύν­θε­σής του. Το χέ­ρι της Πη­νε­λό­πης ζου­μά­ρει και ξε­ζου­μά­ρει πά­νω στην οθό­νη, ανα­δια­τάσ­σει τα πί­ξελ, και τε­λι­κά γί­νε­ται αυ­τό που «θα σου κρα­τά­ει για πά­ντα την καρ­διά» κα­τα­λή­γει η ποι­ή­τρια. Δεν βρι­σκό­μα­στε τό­σο μα­κριά από τους στί­χους «κι εγώ με λέ­ξεις θα κό­βω/ τις κλω­στές που με δέ­νουν/ με τον συ­γκε­κρι­μέ­νο άντρα που νο­σταλ­γώ/ όσο να γί­νει σύμ­βο­λο νο­σταλ­γί­ας ο Οδυσ­σέ­ας».<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_7"><sup>[7]</sup></a> Η Πη­νε­λό­πη μυ­θο­πλό­κα, όπως ο έρω­τας, υφαί­νει στα λό­για των ποι­η­τριών τον μύ­θο του Οδυσ­σέα.<br />
Μια νυ­χτε­ρί­δα χτυ­πά­ει στο φως και πε­ρι­φέ­ρε­ται σ’ έναν χώ­ρο ο οποί­ος χαρ­το­γρα­φεί­ται από τις συ­νε­χείς από­πει­ρες του βι­βλί­ου να ορί­σει την ποί­η­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ποί­η­ση εί­ναι «ένα ζευ­γά­ρι νυ­χτε­ρί­δες που κρώ­ζει/ πά­νω απ’ το κε­φά­λι μας το σού­ρου­πο/ ποί­η­ση εί­ναι να προ­σπα­θώ να κα­τα­λά­βω/ απ’ τις κι­νή­σεις σου αν μ’ αγα­πάς» (Αυ­γου­στιά­τι­κο). Κα­θώς η νυ­χτε­ρί­δα ανα­δι­πλα­σιά­ζε­ται σ’ ένα ζευ­γά­ρι που χτυ­πά­ει τα φτε­ρά του, επι­στρέ­φου­με ξα­νά στην επι­μο­νή του βι­βλί­ου να δια­πλέ­κει την ποί­η­ση με τον έρω­τα. Κά­τι πε­τά­ει διαρ­κώς σ’ αυ­τές τις σε­λί­δες. Σ’ ένα νό­θο δί­στι­χο από τον πλα­τω­νι­κό <em>Φαί­δρο</em> δια­βά­ζου­με πως Πτέ­ρω­τας εί­ναι το όνο­μα με το οποίο οι θε­οί απο­κα­λούν τον έρω­τα λό­γω της ανά­γκης του να βγά­ζει φτε­ρά. Το ση­μείο αυ­τό του κει­μέ­νου πα­ρα­μέ­νει αι­νιγ­μα­τι­κό. Η Αν Κάρ­σον συ­νο­ψί­ζει τα ερω­τή­μα­τα: «Τί­νος εί­ναι τα φτε­ρά και τί­νος η ανά­γκη; Έχει ο Έρω­τας φτε­ρά; Έχει ανά­γκη ο Έρω­τας φτε­ρά; Κά­νει ο Έρω­τας τους άλ­λους να έχουν ανά­γκη φτε­ρά; Έχει ανά­γκη ο Έρω­τας να κά­νει τους άλ­λους να έχουν φτε­ρά; Έχει ανά­γκη ο Έρω­τας να κά­νει τους άλ­λους να έχουν ανά­γκη να έχουν φτε­ρά;»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_8"><sup>[8]</sup></a> Κα­μία απά­ντη­ση δεν εί­ναι ορι­στι­κή ού­τε πλή­ρης. Ο έρω­τας δια­φεύ­γει πε­τώ­ντας.<br />
Στο οπτι­κό πε­δίο της ποι­ή­τριας ει­σβάλ­λουν νε­κρά που­λιά κι άγρια πτη­νά: ση­μεία της επι­θυ­μί­ας, ση­μεία της δια­φο­ράς. Το σα­χτου­ρι­κό αί­τη­μα για ένα κομ­μά­τι ου­ρα­νό επα­νέρ­χε­ται στο ποί­η­μα «Μο­να­χή». Η δύ­σκο­λη κλη­ρο­νο­μιά του ελεγ­κτή-Σα­χτού­ρη εδώ εν­σαρ­κώ­νε­ται στη μορ­φή μια εκ­παι­δεύ­τριας που κα­λεί­ται να αντι­με­τω­πί­σει την ετε­ρό­τη­τα των που­λιών. Τα που­λιά ακο­νί­ζουν τα φτε­ρά τους στο σώ­μα της ποι­ή­τριας, τη γη­τεύ­ουν με το βλέμ­μα τους σε μια εκ­παί­δευ­ση στην οποία εί­ναι αβέ­βαιο ποια εκ­παι­δεύ­ει ποιο κι η οποία πο­τέ δεν κα­τα­λή­γει σε μια χει­ρο­νο­μία ιδιο­ποί­η­σης. «Τ’ αφή­νω να πε­τά­ξουν» κα­τα­λή­γει ανα­γνω­ρί­ζο­ντας τη μη ανα­γώ­γι­μη δια­φο­ρά τους. Πρό­κει­ται για ένα άφη­μα ανα­γκαίο ώστε να ωρι­μά­σουν οι καρ­ποί του αι­νίγ­μα­τος. Προ­κει­μέ­νου ο εαυ­τός να βγει από τον εαυ­τό και να επι­στρέ­ψει χρειά­ζε­ται την επα­φή με «το πράγ­μα που εν μέ­ρει μέ­νει νυ­χτε­ρι­νό και σιω­πη­λό. Το πλη­σί­ον απαι­τεί το αό­ρα­το, την εγκα­τά­λει­ψη της ονο­μα­σί­ας από τη λέ­ξη, το άφη­μα να γί­νε­ται ή να ξα­να­γί­νε­ται η ακε­ραιό­τη­τα του εαυ­τού»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_9"><sup>[9]</sup></a> με τους όρους της Λυς Ιρι­γκα­ραί. Με τους όρους της Ιω­άν­νας Λιού­τσια χρειά­ζε­ται μια ακα­τά­παυ­στη τα­λά­ντευ­ση ανά­με­σα στο κα­τά­μα­τα και στο κα­τά­χα­μα.<br />
Κα­τά­χα­μα εί­ναι οι στιγ­μές στις οποί­ες η κα­τά­βα­ση από τον ου­ρα­νό στη γη πα­ρου­σιά­ζε­ται ως επώ­δυ­νη. Στο ποί­η­μα «ΚΤ­ΘΛΨ» τα κε­φα­λαία σύμ­φω­να έχουν κα­τα­πιεί τα φω­νή­ε­ντα και χά­σκουν ζο­φε­ρά. Υψώ­νο­νται σαν ψη­φία του ελ­λη­νι­κού συ­στή­μα­τος αρίθ­μη­σης που εδώ μοιά­ζει να ση­μα­το­δο­τούν μια ημε­ρο­μη­νία λή­ξης. Κι όμως, μέ­σω της ποί­η­σης η θλί­ψη της κα­τά­θλι­ψης στην καρ­διά της συλ­λο­γής απλώ­νε­ται ήδη προς το πα­ρα­μύ­θι. «Έχω ένα δέ­ντρο στην καρ­διά μου ακό­μα». Θυ­μά­μαι εκεί­νο το ηπει­ρώ­τι­κο πα­ρα­μύ­θι όπου ένα δέ­ντρο φυ­τρώ­νει στην καρ­διά του βα­σι­λιά. Μα­ζεύ­ο­νται άν­θρω­ποι και του αφη­γού­νται πα­ρα­μύ­θια (ή του γρά­φουν ποι­ή­μα­τα), κι έτσι τον κά­νουν να ξε­χνά τον πό­νο του. Όταν ακού­ει το πα­ρα­μύ­θι που επι­θυ­μεί, χρατς, ένα κλω­νά­ρι ξε­κου­μπί­ζε­ται από το δέ­ντρο στο στέρ­νο του βα­σι­λιά. Όταν ακού­ει το ποί­η­μα που επι­θυ­μεί, χρατς, το δέ­ντρο σω­ριά­ζε­ται κα­τα­γής. Τι άλ­λο εί­ναι η ποί­η­ση;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΡΓΥΡΗΣ ΚΟΣΚΟΡΟΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Νησίδες στο τεύχος 24.</p>
<p>Έχει επισημανθεί από πολλούς κριτικούς ότι η ποίηση των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα, ακολουθώντας τον ρου της<br />
ελληνικής ιστορίας και την εξέλιξη της κοινωνίας, επικεντρώνεται περισσότερο στην υποκειμενική οπτική του ποιητή και λιγότερο σε<br />
συλλογικά οράματα˙ ότι ακόμα και όταν υπάρχει κοινωνικός προβληματισμός, αυτός εκδηλώνεται περισσότερο ως μια προσωπική επανάσταση που ακολουθεί δικούς της κανόνες παρά ως ένταξη σε κάποια ομάδα δανείζοντας από αυτή ιδέες και εκφραστικά μέσα ή έστω ανοίγοντάς της δρόμους. Παράλληλα όμως, έστω και στο πλαίσιο αυτού του κατακερματισμού, εντοπίζονται και ίχνη μιας διαμορφωθείσας κατάστασης από κοινά χαρακτηριστικά, που συνιστούν κανόνα ή ρεύμα. Η ποιητική συλλογή «Ανοιχτά φωνήεντα και δαγκωμένα σύμφωνα» της Ιωάννας Λιούτσια<br />
δείχνει να εντάσσεται σ’ αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η Ιωάννα Λιούτσια λοιπόν διαθέτει και αυτή στην ποίησή της μια καθαρά προσωπική οπτική ακόμα και όταν χρησιμοποιεί το «εμείς». Η ποιητική, η χρησιμοποίηση δηλαδή της ίδιας της ποίησής<br />
της ως θέμα για την ποίησή της, είναι ο πλέον αυτοαναφορικός, και κατά συνέπεια απόλυτα προσωπικός, τρόπος που η ίδια επιλέγει να εκφραστεί. Η δημιουργικότητα γενικά αποτελεί τον θεματικό πυρήνα και το συνεκτικό στοιχείο της συλλογής και διαπνέει, άμεσα ή έμμεσα, ολόκληρο το βιβλίο. Η ποιητική ως θέμα λογοτεχνικού έργου ίσως να φαίνεται στον μέσο αναγνώστη περιοριστική, ένα είδος «καπρίτσιου» σε μια προσπάθεια του ποιητή να προβάλει το «εγώ» του, υποκύπτοντας συχνά στην παγίδα του ναρκισσισμού και του αυτοεπαίνου. Και υπάρχουν πράγματι αλλού πολλά παραδείγματα που δικαιώνουν αυτήν την καχυποψία. Επειδή όμως η τέχνη συνίσταται κυρίως στην επεξεργασία και λιγότερο στην επιλογή ενός θέματος, αξίζει ν’ αναλυθεί η προσέγγιση που ακολούθησε στη συγκεκριμένη συλλογή η ποιήτρια, ανεξάρτητα από άλλες σύγχρονες ή παλαιότερες απόπειρες των ομοτέχνων της. Η αυτοαναφορική τέχνη, έκφανση της οποίας είναι και η ποιητική ως λογοτεχνία, μπορεί όντως να καταλήξει σε ένα αποστασιοποιημένο αποτέλεσμα, ή σε κάτι ευχάριστο μόνο αισθητικά όπως το ηλιοβασίλεμα, χωρίς δυνατότητες περαιτέρω νοηματοδότησης. Στην περίπτωση της Ιωάννας Λιούτσια όμως η τέχνη —εν προκειμένω η ποίηση— είναι κάτι βαθύτερο στον άνθρωπο από μια τεχνική που μαθαίνεται, όπως και κάτι<br />
ευρύτερο στην κοινωνία από μια κάστα γραφιάδων: μέσα της βρίσκεται η ουσία του ανθρώπινου.<br />
Ο άνθρωπος υπάρχει, ανακαλύπτει τον εαυτό του και εν τέλει λυτρώνεται μέσω της τέχνης. Το ίδιο το υλικό της ποίησης, η γλώσσα δηλαδή, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης. Κατά την ποιήτρια, δεν αντιπροσωπεύει απλά ένα σύστημα επικοινωνίας, αλλά εμπεριέχει όλη μας τη ζωή, με προεξέχον στοιχείο αυτό του έρωτα. Μια προσεκτική ματιά στο σύνολο των<br />
ποιημάτων του βιβλίου, κάλλιστα μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι λέξεις έρωτας (σε όλες του τις εκφάνσεις) και γλώσσα (ή ποίηση) εναλλάσσονται περίπου ως συνώνυμες. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ποιήματα ερωτικά που ξεδιπλώνονται ως γλωσσικά παιχνίδια, ή ασκήσεις ποίησης με λέξεις και φθόγγους σχεδόν σωματικούς, απευθυνόμενες σ’ έναν<br />
αναγνώστη-εραστή. Όπως όμως και η έννοια της ποίησης διευρύνεται καταλαμβάνοντας τον χώρο του έρωτα, έτσι και η έννοια του έρωτα κατόπιν διευρύνεται καταλαμβάνοντας το βίωμα της ύπαρξης. Μέσα από τις στίχους της, η ποιήτρια προσπαθεί να παραμείνει ζωντανή. Η ανάγκη της αυτή για<br />
επιβίωση είναι που την παρακινεί στη γραφή, καταλήγοντας να την εμποτίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτιστεί μαζί της.<br />
Τα προβλήματα που η ποιήτρια καλείται να ξεπεράσει μέσω της γραφής είναι σε πρώτη ανάγνωση ατομικά. Αδιαφορεί για τη συλλογική διαχρονικότητα, γράφοντας για το ατομικό εδώ και τώρα στο οποίο παρεμβαίνουν βέβαια αναμνήσεις, όμως σε χρόνο όχι αμιγώς παρελθοντικό αλλά, μιλώντας με όρους γραμματικής, παρακείμενο: ένα παρελθόν που άλλοτε στοιχειώνει και άλλοτε κοσμεί το παρόν της. Δεν κάνει καμία αναφορά σε κοινωνικές ζυμώσεις, πολιτικές θέσεις ή συλλογικές ταυτότητες, παρά εκκινεί τους<br />
προβληματισμούς της πάντα από την προσωπική της σχέση με τον κόσμο. Τέλος, δεν εκφράζει καμία πίστη σε κάποιο είδος συλλογικής σωτηρίας (θρησκευτικής, εθνικής ή πολιτικής) παρά στρέφεται συνειδητά στα καταφύγια της γραφής και του έρωτα, τα οποία γνωρίζει καλά ότι μπορούν μέχρι ενός σημείου πάντα να τη λυτρώσουν.<br />
Με μια πιο προσεκτική ανάγνωση βέβαια, αίρεται ως ένα βαθμό η απόλυτη ατομικότητα. Γιατί ο ίδιος ο εαυτός δεν προβάλλεται ως εξαίρεση αλλά ως<br />
δείγμα μιας χώρας, μιας γενιάς, μιας εποχής. Και, ίσως, όχι τυχαία, το πρώτο ποίημα του βιβλίου, με τίτλο «Καμιά ελπίδα», χρησιμοποιεί τον πρώτο πληθυντικό όπως και τον τρίτο ενικό, εκφράζοντας το συλλογικό αδιέξοδο: «[…] Στα θέατρα, στα μέγαρα, στις εκδηλώσεις / αλληλοθαυμαζόμαστε, ματιάζουμε /μιλάμε για την Τέχνη / […] Στο σπίτι βγάζεις τα παπούτσια που<br />
σε χτύπησαν/ […] ξαπλώνεις με τα γάντια στο κρεβάτι / και προσπαθείς ν’ αλλάξεις τις σελίδες σ’ ένα δοκίμιο περί αισθητικής /Με τα γάντια / Καμιά ελπίδα».<br />
Η ματαίωση των προσδοκιών, όπως και το ανέφικτο των «όπλων»<br />
που οι μορφωμένοι νέοι διαθέτουν για να ξεπεράσουν τη στασιμότητα, δηλαδή τη γνώση και την τέχνη, είναι που οδηγεί την ποιήτρια στην εσωστρέφεια. Είναι η ομολογία μιας ήττας που, χωρίς να την απελπίζει, προσπαθεί να την αξιοποιήσει δημιουργικά:<br />
«[…] βλέπεις η ποίηση / αντίθετα από την ιστορία / γράφεται από τους ηττημένους […]». Η έκφραση του συλλογικού υπό τον μανδύα του ατομικού εντοπίζεται κάποιες φορές και από εαυτούς που η ποιήτρια επινοεί να<br />
μιλήσουν σαν να πρόκειται για την ίδια. Έτσι, η κατά περίπτωση χρήση του αρσενικού σε πρώτο πρόσωπο, του γένους δηλαδή και για τα δύο φύλα, υπονοεί ότι το υποκείμενο είναι εν δυνάμει οποιοσδήποτε. Ανεξάρτητα όμως<br />
από το πού απευθύνεται ή ποιος εκφωνεί ένα ποίημα, αφού το «εγώ», το «εσύ» και το «εμείς» συμπλέκονται, το εγωιστικό στοιχείο της γραφής υποχωρεί και δίνει χώρο, δίχως ν’ απαλείφεται η προσωπική οπτική, εξίσου σε κάτι ευρύτερο.<br />
Ο έρωτας, ο δεύτερος άξονας της συλλογής πέρα από τον λόγο, προβάλλεται εξίσου ως καταφύγιο, ομοίως ατελές και ατελέσφορο. Το αίσθημα αυτό, αιώνια εγωιστικό, ζητά να ενωθεί με το ποθητό άλλο ενσωματώνοντάς το στον δικό του εαυτό: «[…] πέφτεις πάνω μου — πέφτω πάνω σου / αυτό είναι ο Έρωτας. / εγωϊσμός ή έλξη.» Παράλληλα όμως το «εσύ» διατηρεί πάντα επίμονα τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποτρέπουν την πλήρη<br />
ένωση με το «εγώ» της ποιήτριας: «απ’ όλα τα σώματα τα ουράνια /εκείνο που πιο πολύ ποθώ να δω /είναι το σώμα το δικό σου». Όπως όμως με τη γραφή, έτσι και με τον έρωτα, η δημιουργός δεν τρέφει υπερβολικές προσδοκίες. Για την ακρίβεια, αυτήν την έλλειψη κατά βάθος την αποδέχεται ως κάτι όχι μόνο βασανιστικό μα και πολύτιμο: «[…] Άλλωστε οι ποιητές δεν<br />
αγαπούν το Πάσχα / αγαπούν τον Γολγοθά», και αλλού: «στα βιβλία που μου δίνεις / τα γράμματά σου / —αφιερώσεις γραμμένες με μολύβι— […] βλέπω στο χέρι σου /μια αέναη σισύφεια προσπάθεια /πάντα να γράφεις».<br />
Η αντίληψη αυτή της ζωής και της γραφής αντικατοπτρίζεται ειδικότερα και στο γλωσσικό ύφος.<br />
Ο στίχος είναι ελεύθερος, οι γλωσσικές επιλογές από την καθημερινή ζωντανή ομιλία, τα εκφραστικά μέσα χωρίς εκζήτηση. Η γλωσσική<br />
πρωτοτυπία δεν είναι σε αυτή τη συλλογή το ζητούμενο, το ύφος όμως υπηρετεί πάντα την αίσθηση που το κάθε ποίημα επιδιώκει ν’ αφήσει στον αναγνώστη˙ δεν υπάρχει φυσικά ενιαία φόρμουλα, κάθε ποίημα αποτελεί ως μορφή, όπως και ως νόημα, μια δική του ξεχωριστή χώρα, ενταγμένη στο σύμπαν της συλλογής. Απουσιάζει επίσης από τη συλλογή η υπερβολική<br />
«δημιουργική ασάφεια», καθώς η ποιήτρια εκφράζει στέρεες σκέψεις,<br />
ακόμα και στην αμφιβολία της˙ αυτό δε σημαίνει βέβαια πως εκπίπτει σε μια πεζολογικού τόπου κυριολεξία, η εξακτίνωση όμως των νοημάτων από τον αναγνώστη έχει εδώ ως εκκίνηση πάντα μια συγκεκριμένη θέση από τη ζωή ή τον ψυχισμό της ποιήτριας.<br />
Σ’ αυτό το σημείο, αξίζει να επισημανθεί η δυσκολία του εγχειρήματος που αναλαμβάνουν όσοι καλούνται να γράψουν σε ελεύθερο στίχο: η απουσία σταθερού κανόνα σχεδόν επιβάλλει τη δημιουργία καινούργιου. Άλλωστε,<br />
σύμφωνα με τον Έζρα Πάουντ, για τον καλό τεχνίτη κανένας στίχος δεν είναι ελεύθερος. Η Ιωάννα Λιούτσια, είτε μέσα από τη διαμόρφωση των στίχων και των στροφών είτε μέσα από αναζήτηση αρμονικών συνδυασμών στις λέξεις, δείχνει να νοιάζεται για το πώς θα βρει η ψυχή των νοημάτων της το αρμονικό σώμα των στίχων που της ταιριάζει. Κάτι που απαιτεί φυσικά άσκηση στην ανάγνωση πρώτα και έπειτα στη γραφή. Έτσι, ενώ το λεξιλόγιο, η γραμματική και η σύνταξη ανήκουν καθαρά στην καθημερινή ομιλία και δεν περιέχουν τίποτα το λυρικό ή μεγαλεπήβολο, είναι δύσκολο να διαβαστούν χωρίς να γίνει αμέσως αντιληπτή η ποιητική τους φύση. Εξάλλου, τα υλικά<br />
της ποίησης είναι, σύμφωνα με την ίδια τη δημιουργό, απλά: «οι λέξεις που ψάχνουμε είναι τρεις: /μάτια, καρδιά, μυαλό».<br />
Η Ιωάννα Λιούτσια είναι μια ποιήτρια που ανήκει στη γενιά της, μια γενιά που προσπαθεί να βρει πατήματα σ’ έναν κόσμο ασταθή και διαλυμένο, σε μια εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, σε μια κοινωνία που έχει χάσει τους συνεκτικούς της δεσμούς. Δεν νιώθει όμως τελείως μόνη, αισθάνεται δικό της αυτό το σύνολο ανθρώπων που προσπαθούν, ο καθένας με τον τρόπο του, να βρουν στον κόσμο τα πατήματά τους. Και έτσι, από το «εδώ και<br />
τώρα» και το «εγώ», μπορεί και βρίσκει διεξόδους σε κάτι πιο ευρύ,<br />
συλλογικό και διαχρονικό: «Μέσα μου κουβαλώ αυτούς που λείπουν /όσους στα χρόνια μέσα ταξιδεύουν/ το καλοκαίρι πια δεν είναι ξένοιαστο / γίνεται φορτικό / από πρόσωπα και μνήμες […]».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΣΙΩΠΗ ΣΕ ΔΥΟ ΧΩΡΟΥΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Λογοτεχνικό Δελτίο</p>
<p>Η Ιωάννα Λιούτσια συστήνεται στον ποιητικό λόγο μέσα από την τρίτη κατά σειρά ποιητική της συλλογή. Επομένως, στη λογική αλληλουχία των πραγμάτων δεν πρόκειται για εκ νέου γνωριμία. Θα όφειλε να αποτελεί τη συνέχεια μίας εξελισσόμενης πορείας. Εκείνο ωστόσο το οποίο υπηρετεί η ποιήτρια δεν είναι η «συνέχεια» με την τυπική της θεώρηση. Εφαρμόζει την αυτονομία της θεματικής εκλογής στην ποιητική της σύνθεση με γνώμονα, όχι την φωτογραφική αποτύπωση ή/και αναπαραγωγή της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά την διαμόρφωση αποστάσεων ολογράμματος σε κάθε τίτλο της ποιητικής της διαδρομής. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή αποκτά αυθύπαρκτη αξία στην μοναδικότητα όχι μόνο των θεματικών της αποτυπώσεων αλλά της διακριτικής αυτής παρέμβασης στο δημόσιο λόγο με τρόπο καθετοποιημένο. Επιβάλλεται η ποιήτρια με την εικονοποιία και τα γλωσσικά σχήματα. Δεν επιτρέπει τη νοηματοδότηση ετεροπροσδιορισμών στην αφαιρετική τους μορφή. Αυτός ο τρόπος γραφής και έκφρασης είναι προτέρημα. Η υλικότητα των εικόνων συναπαντά στην αποδόμηση του εξωτερικού περιτυλίγματος. Η αμορφία των συνεκτικών σχημάτων συναπαντά το ολόγραμμα μετωπικών συγκρούσεων με επίκεντρο το ατομικό «εγώ» της δημιουργού. Η «σιωπή σε δύο χώρους» επιμερίζεται σε τρισυπόστατες καταγραφές εξελικτικών πεδίων. Κάθε ένα εξ αυτών μετουσιώνει την αντίστοιχη θεματική όχι σε αντίθεση αλλά σε σύμπνοια με τα υπόλοιπα διαμερίσματα της σκέψης, οργανωμένα σε επάλληλα επίπεδα. «Ο καθένας ψάχνει να κρεμαστεί/να βρει διέξοδα/…/ Κι εκείνη (….) με χάρη και ηδονή/τα θύματα της αποκεφαλίζει» (σελ 10). Κι όμως δεν πρόκειται για μακάβρια εικόνα ενός ανατέλλοντος θανάτου. Είναι η επαναστατική ρήξη του κομφορμισμού ως τυπολατρίας με την συνείδηση των πεπραγμένων του δρώντος υποκειμένου. Η παρουσία της γυναίκας (όπως θα εμφανιστεί και σε άλλα ποιήματα) ενέχει το στοιχείο υπογράμμισης ενός κατασκευασμένου ρόλου με τα μειονεκτήματα που το συνοδεύουν αλλά και το βασικό πλεονέκτημα ανανέωσης της φύσης των σωμάτων δίχως ταυτότητα φύλλου. Είναι ο άνθρωπος σε αποσύνθεση. Η τελευταία εκκολάπτεται στα συντρίμμια της υλικότητας. Πόσο μάλλον, όταν η ίδια αποκτά διάσταση χώρου ο οποίος με τη σειρά του στενεύει τα όρια και τους αποδεκτούς διαμεσολαβητικούς ορισμούς στο τέλος των πραγμάτων. «Πόσο ψηλά να κρύβεται ο ουρανός για να μας αναγκάσει/ν’ αντικρύσουμε τον Άνθρωπο/στο απέναντι μπαλκόνι» (σελ 12).<br />
Τα όρια περιορίζουν τον ορίζοντα της παρουσίας στη συλλογική της απόφυση. Η ατομική ευθύνη υποσκελίζεται από τα πλήθη των παραδεδεγμένων αληθειών στα οποία διαρκώς καταφεύγουν οι κοινωνικές κατασκευές του ανθρώπινου ομοιώματος προκειμένου να αναγνωρίσουν ψήγματα ετεροπροσδιορισμών-ταυτοτήτων. Παρελθόν, παρόν και μέλλον αυτοκαταργούνται στην αναγκαιότητα στιγμιαίας ανάληψης καθηκόντων τα οποία φέρουν την ιδιαιτερότητα των ανθρωπίνων αδυναμιών στην απολυτότητα των υλιστικών προτύπων. Προτύπων τα οποία αρνούνται πεισματικά την αποθέωση της πολυδιάστατης ατομικότητας ανάγοντας την τελευταία στη δομημένη, σε τεχνικά κακέκτυπα του κοινωνικού όλου, απογραφή της. «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σε αιώνιο πένθος/πρέπει να μάθει να πενθεί για ό,τι πρόκειται να ζήσει/πρέπει να μάθει να κλαίει (…)πρέπει να βρίσκει τρόπο να ξεχνάει» (σελ 15). Επομένως, τα στάδια της αυτογνωσίας έχουν εξαλειφτεί. Η μνήμη, κατηγοριοποιείται στις ενδεχομενικότητες ματαιοτήτων καθώς τα ενεργήματα της ζώσας πραγματικότητας ακυρώνουν ολοταχώς τις επιθυμίες στο όνομα μίας αφηρημένης ισορροπίας. Η υποκρισία των πεπραγμένων δονείται απ’ τις αντιφάσεις της διχασμένης ενέργειας. Από τη μία πλευρά ορίζεται η επιφάνεια των ψευδαισθήσεων ως αναγκαιοτήτων αποκτημένης αξίας σε κεκτημένη ταχύτητα. Από την άλλη πλευρά, η αυτογνωσία του ρόλου ή των ρόλων στους οποίους το δρων υποκείμενο διαρκώς αυτό-υπονομεύεται, λειτουργεί και ως έναυσμα για την διάρρηξη των ορισμών που περιστοιχίζουν τα κοινωνικά δεδομένα.<br />
«Εγκλωβισμένοι στα λευκά κουτιά με πολύχρωμους ανθρώπους/παγιδεύουμε τις επιθυμίες μας (…) χαμογελάμε όταν ανοίγει το στόμα-για να μην ουρλιάξουμε (…) κοιτάζουμε το είδωλο μας και βρίσκουμε δύναμη να ξαναβγούμε» (σελ 18).<br />
Στο δεύτερο επίπεδο της ποιητικής δημιουργίας, η καλλιτέχνης μετουσιώνει την ατομική ήττα σε προσμονή εξιλέωσης μέσα από εποχικές αποδράσεις. Όχι, δεν είναι η άνοιξη που θα επιδράσει προκειμένου να ανοιχτούν ορίζοντες ελευθερίας. Είναι η ίδια σε διάσταση από τις ανολοκλήρωτες επιθυμίες επιχειρώντας να χρωματίσει τους αιμάτινους πόρους του φυσικού κάλλους με την αχρωματοψία των αισθήσεων στην οποία έχει βυθιστεί. Μία αέναη επανάληψη τεκμηριώσεων οι οποίες φυτοζωούν σε διαπάλες οντοτήτων με ιδεολογικές αποχρώσεις. Δεν είναι η πολιτική που εξανίσταται. Είναι ο άδηλος ουμανισμός που εκρήγνυται στην πίεση των εσώκλειστα συσσωρευμένων θελήσεων. Η σύνθεση του χαρακτήρων των δεν αποτρέπει την ποιήτρια απ’ την αισιοδοξία των μελλούμενων. Είναι η σύγκρουση σε πρώτο πρόσωπο δίχως τελικό σκοπό αλλά με ουσιαστική αφετηρία την προάσπιση του «εγώ» και των συνεπειών του. «Ν’ αλλάξω όψη, ν’ αλλάξω εαυτό/να βάλω ρούχα που θα με κάνουν αόρατη/ή μάλλον ορατή, να μην σκοντάφτουν πάνω μου/οι άνθρωποι στο δρόμο/να κάψω τα χαρτιά μου, τα βιβλία μου, τον εαυτό μου/να μην υπάρχω» (σελ 29). Από τους συγκλονιστικότερους στίχους της ποιητικής συλλογής. Ολόκληρη η πολιτισμική προέκταση του ανθρώπου μετασχηματίχεται, εν μία νυκτί, σε πεδίο κάθαρσης. Και καταλήγει η εποχική ανάγνωση στην αυγουστιάτικη ατονία του χρονικού κύκλου. Μία εξέλιξη η οποία βυθίζει στην απόγνωση την ποιήτρια. Οι λέξεις ακροβατούν στο μη-τετελεσμένο. Στην προσδοκία του νέου κύκλου ζωής, ο χρόνος καταργείται στις ασυνείδητες εκφάνσεις του υποκείμενου παρόντος, αναπλάθοντας τις θύμησες του «χτες» στην ανασύνταξη που όλο κυλάει να έρθει κι όλο δεν έρχεται ποτέ.<br />
Και οδεύει η αποχαλίνωση των αισθήσεων στην ομαλότητα του ερωτικού παλμού. Ενός παλμού, η γαλήνη του οποίου ζωγραφίζει το απώτερο διάζωμα της συναίσθησης με χρώματα ηρεμίας. Ο έρωτας μεταμφιέζεται για να επιβιώσει στον εκάστοτε άλλο που ενεργεί σε όφελος του «εμείς». Δεν είναι πάντοτε παρών/παρόν. Σώμα και σκέψη σε απόσταση ανασυνθέτουν την επιθυμία ως φαντασίωση και ως αποπλάνηση της αλήθειας. «Κι ο χρόνος σταμάτησε» (σελ 42-43) σε αλλεπάλληλες τροχιές επεισοδίων, η ζωή εν εγρηγόρσει κινείται σε αδιάλειπτους σχηματισμούς μεταπηδώντας από το πάθος των στιγμών στην αποδοχή αυτών ως εθελούσιας μάχης ανάμεσα σε συνδαιτυμόνες της ίδιας ύλης. Ο εαυτός ως «άλλος» και ως «εγώ», ο εκάστοτε «άλλος» και ο συγκεκριμένος «εγώ». Επιβλητική ανάμνηση αλλοτινών υποσχέσεων, βεβιασμένων στην διαχρονικότητά τους, αληθινής ασφυξίας την ώρα της κορύφωσης, τα συμβαλλόμενα μέρη αποξενώνονται στην καρτερία της νοσταλγικής αγάπης. «Έτσι, για να ‘χουμε κάτι για να κλαίμε/ αφού η νοσταλγία μας ζαχαρωτό που πιπιλάμε/για να ξυπνήσουμε το πάθος» (σελ 50). Και ο χρόνος κατοικοεδρεύει στις επάλξεις κενών που δεν λένε να γεφυρώσουν τις αποστάσεις που μετατράπηκαν σε χάσματα. Και είναι οι αναμνήσεις βαρύ φορτίο για το μέλλον που αχνοφαίνεται. Μα, σε όποια στάση κι αν απολήξεις τις ευθύνες σου, σαν έτοιμος από καιρό πάλι για τον ίδιο προορισμό θα εκκινήσεις το ταξίδι σου, δίχως επιστροφή.<br />
Η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Λιούτσια απορρέει τους κραδασμούς της ύπαρξης στις κορυφώσεις των συναισθημάτων. Από την κοινωνική αμφισβήτηση έως την ατομική ματαιότητα, η τέχνη καρποφορεί και ανατροφοδοτεί τον εαυτό της με προοπτική την ανέλιξη του ανθρώπου ως αξιακό πρόταγμα.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr &#8211; Αρ. Τεύχους: 45 Απρίλιος 2019</p>
<p>Αν, σύμφωνα με τον Henri Gouhier, το δράμα του θεατρικού προσώπου της σκηνής είναι το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον κόσμο, ιδωμένο από μια διαφορετική γωνία, στην πρόσφατη ποιητική συλλογή της ποιήτριας Ιωάννας Λιούτσια με τίτλο, Η σιωπή σε δύο χώρους από τις εκδόσεις Οροπέδιο, το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης εκτυλίσσεται σε δύο τουλάχιστον διαφορετικούς χώρους. Ωστόσο, ακόμη κι όταν μας είναι ξεκάθαρο πως η πραγματικότητα διαδραματίζεται σε πολλαπλά πεδία, η θρυμματισμένη της παρ’ όλα αυτά αλήθεια υφαίνεται και ξε-υφαίνεται, ανάλογα πάντοτε με τη θέση που καλούμαστε να πάρουμε, άλλοτε ως παρατηρητές, άλλοτε ως αφηγητές.</p>
<p>Και τί είναι ο έρωτας;<br />
Κάποιος που υποσχέθηκε να περιμένει<br />
κάποιον που υποσχέθηκε να γυρίσει.<br />
Στο τέλος και οι δυο βγαίνουν ψεύτες.</p>
<p>Το οξύμωρο και το παράδοξο εννοιών εναλλάσσονται με τις επιβεβαιωμένες καταφάσεις των στίχων, τα αντίθετα δεν σημαίνουν πάντα κι αντιφατικά, οι χώροι αριθμούνται δύο, αλλά εγκυμονούν τελικά τρία πεδία δράσης. Όλα σκηνοθετημένα στη λεπτομέρεια, αποκαλύπτοντας την άλλη ιδιότητα της ποιήτριας, αυτή της ηθοποιού και σκηνοθέτιδας. Της δημιουργού εν τέλει, που τοποθετεί τους στίχους στα ποιήματα, τα ποιήματα στις υποενότητες, τις υποενότητες στον μελωδικό ρυθμό της συλλογής, ενορχηστρώνοντας σκηνοθετικά τις τρεις κύριες κατηγορίες του δράματός της: Οι άλλοι. Εγώ. Εμείς. Η ρευστότητα των εννοιών πίσω από τις καλά καρφωμένες λέξεις είναι το μεγάλο αβαντάζ της συλλογής.</p>
<p>Αδίκως προσπαθώ να φτιάξω έναν εαυτό να αγαπήσεις<br />
Κάθε που σε αισθάνομαι,<br />
αλλάζεις.<br />
Δεν είναι το κορμί μου γι’ άλλα πάθη.<br />
Ό,τι μπορούσε να μας σώσει, καταστράφηκε.</p>
<p>Τριάντα οκτώ ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, τριάντα οκτώ ποιητικές καταθέσεις για τον έρωτα: άραγε τί έγινε εκείνο που σκεφτόμουνα για σένα; / Ειπώθηκε; /Ξεχάστηκε; / Ξεράθηκε; / Τί κρίμα που οι έρωτες διαλέγουν νυχτολούλουδα. Τη ζωή σε δύο πράξεις, τον χώρο σε πολλαπλά σώματα: αυτή η πόλη είναι ένα σώμα μολυσμένο που σπαράζει /ανοίγει με τα δόντια τις πληγές της / κι έπειτα γλείφουμε εμείς για να τις κρύψουμε. Το γυναικείο πρόσωπο μέσα στο ρου της ιστορίας: Οι γυναίκες ερείπια … Απόκληρες από το ίδιο τους το θρέμμα, /γυναίκες-ερείπια στήνουν τον κόσμο/και κατοικούν έξω απ’ αυτόν.</p>
<p>Τη συλλογιστική πορεία της ανάγνωσης την προσδιορίζει η ίδια η ποιήτρια. Από το εξώφυλλο ήδη, με την ευρηματική σύνθεση τίτλου και φωτογραφίας, ο τίτλος δηλώνει τους χώρους, αυστηρά δύο, η φωτογραφία τον χρόνο (εστιάζοντας σ’ ένα ασυνήθιστο ρολόι με παράκεντρους αριθμούς και λεπτο-ωροδείκτες), μεταξύ τους μεσολαβεί η σιωπή, θα έλεγα του ανθρώπου. Αν ο χώρος και ο χρόνος είναι φλύαρος, η σιωπή είναι αυτή που τους ισορροπεί. Η σιωπή του ανθρώπου που βρέθηκε και στις δυο πλευρές του χώρου, και του εραστή και του ερωμένου, και του νικητή και του ηττημένου, και του θύτη και του θύματος, και του δυνατού και του αδύναμου.</p>
<p>Εγώ που ζούσα για τις σκάλες του Vertigo<br />
να νιώθω ίλιγγο μπροστά στ’ ανάπηρο σκυλί<br />
που δεν μπορεί να επιλέξει να πεθάνει.</p>
<p>Αν ωστόσο, ένα από τα κεντρικά μοτίβα της συλλογής είναι η σιωπή της ώριμης παραδοχής του περάσματος του χρόνου και της επανατοποθέτησης όχι μόνο του υποκειμένου, αλλά και των αντικειμένων στον χώρο, άλλο ένα αξιοσημείωτο σημείο είναι αυτό της ανάδειξης της λεπτομέρειας. Με στίχους που κατακερματίζουν τη ροή του λόγου -χωρίς να χάνεται ωστόσο το μήνυμα-, η ποιήτρια απομονώνει τεχνηέντως το ουσιώδες που φέρουν οι λέξεις του ποιήματος, φωτίζοντας όσο πρέπει στο κέντρο της σκηνής αποσύροντας διακριτικά τους προβολείς από τους δευτερεύοντες ρόλους.</p>
<p>…κοιτούσα τις σόλες από τα παπούτσια.<br />
Έβλεπα βίδες σφηνωμένες<br />
σαπισμένα φύλλα<br />
λάσπες και χλόη<br />
καταχωνιασμένες<br />
κι έφτιαχνα ιστορίες λαμπερές<br />
για τους μυστηριώδεις ταξιδιώτες που<br />
επισκέπτονται τα σπίτια<br />
για βεγγέρες.</p>
<p>Δύο χώροι. Ένα ρολόι. Ανάμεσά τους η σιωπή. Πώς αλλιώς εξάλλου θα μπορούσε να γίνει, ώστε το υπέροχο και ιδιόμορφο “εγώ” του καθενός να μεταπηδήσει από το στενότατο πεδίο “οι άλλοι” και με πλήρη επίγνωση τη συγκεκριμένη ώρα που αυτό θα επιλέξει να διεισδύσει σιωπηλά και αθόρυβα στο ευρύχωρο “εμείς”.</p>
<h5><strong>ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΣΙΔΕΡΙΔΗΣ (ηθοποιός, θεατρολόγος)</strong><br />
<strong>ΜΠΡΙΚΕΝΑ ΓΚΙΣΤΟ, (ηθοποιός, σκηνοθέτης)</strong></h5>
<p>Εφημερίδα των Συντακτών 11/04/2020</p>
<p>Συγκλίνουσα φυγή</p>
<p>«Πεθαίνουμε οι άνθρωποι χωρίς να γνωριστούμε», αναφέρει στο τρίτο ποιητικό βιβλίο της η Ιωάννα Λιούτσια και έτσι εκκινούμε πάλι από την ίδια σκέψη· η λογοτεχνική δημιουργία είναι ένα σημείο συνάντησης. Το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται στην εγγενή αντίφαση που εμπεριέχεται στον τίτλο του, «Η σιωπή σε δυο χώρους»· έχουμε μπροστά μας την έκταση μιας διάστασης που είναι δισυπόστατη, διττής μορφής, εκβάλλει σε δυο μέρη. Θα ακολουθήσει, άραγε, μια απόπειρα καταγραφής της; Πώς, όμως, καταγράφεται η σιωπή;</p>
<p>Καθώς ο αναγνώστης αρχίζει να διασχίζει το βιβλίο, αντιλαμβάνεται αυτή τη σιωπή σαν μια υπόκωφη κραυγή που αναζητά διεξόδους, έλκεται από μια ανάγκη απελευθέρωσης. Κάθε λέξη των ποιημάτων μετουσιώνεται σε μια μικρή ανάσα, την ακούμε ξέπνοη, λάγνα, διστακτικά δοτική, συμπιέζεται και διοχετεύεται σε αναφιλητά, σε δάκρυα, σε κρυφά όνειρα. Σταδιακά, δημιουργείται το ηχητικό περιβάλλον μιας διάθεσης που αναμένει να καρποφορήσει και γίνεται κραυγή σε ένα βιβλίο-στόμα, που τρέφεται από τη γρήγορη εναλλαγή εισπνοών-εκπνοών, από τα ασταθή βήματα στον δρόμο, από την καρδιά που πάλλεται δυνατά.</p>
<p>Τα σύμβολα σηκώνουν το βάρος των αφηγήσεων. Η γυναικεία παρουσία τίθεται σε αντίφαση· γυναίκες, άλλοτε με μαχητική διάθεση που αντιστέκονται και διεκδικούν τη ζωή τους, άλλοτε υποτακτικές που περιφέρονται άσκοπα. Η ανάγκη γίνεται κάμερα και φωτογραφίζει τον άνθρωπο στην πραγματικότητα που βιώνει· εστιάζει στην αποξένωση των ημερών, στον κίνδυνο που ελλοχεύει στη διαδρομή του καθενός, στην εγκατάλειψη σε ένα παγιωμένο και παγερό εγώ, στο στροβίλισμα, που αν δεν εισακουστεί, μπορεί να επιφέρει σκέψεις περί τέλους.</p>
<p>Δίπλα στον ανθρώπινο παράγοντα και η πόλη αποτελεί ένα σύμβολο που εμφανίζεται στο βιβλίο· τόπος εξωτερικός, αλλά και κατοπτρισμός του εσωτερικού, εφιαλτικού κόσμου, τον οποίο διαπερνά η αγριότητα. Η πόλη σε διαδικασία σμίκρυνσης παραπέμπει στην παρηκμασμένη εκδοχή της ζωής. Μέσα σε αυτό το τοπίο, το ποιητικό υποκείμενο επιθυμεί να αναζητήσει, να απευθυνθεί, να απλώσει το χέρι. Η επαφή επιστρατεύεται ως διέξοδος· ακόμη και τώρα, όμως, ο δρόμος ορθώνεται άγονος, η ατμόσφαιρα παραμένει αποπνικτική, η προσέγγιση προς τον άλλο επιφέρει την εξαΰλωσή του. Εδώ ο έρωτας αρνείται το βασικό του χαρακτηριστικό· δεν εκτοξεύει την ύπαρξη αλλά, αντιθέτως, τη διαβρώνει, την περιστέλλει, τη συστέλλει.</p>
<p>Στο περιρρέον σκοτάδι καταφέρνει να αναδυθεί το χιούμορ σαν βαλβίδα επιβίωσης. Αυτή η άνοστη ζωή περιγράφεται με καθημερινούς όρους, όπως η βραστή γαλοπούλα, τα γιαούρτια διαίτης, τα μη αλκοολούχα ποτά· αυτά, δηλαδή, που μας συγκρατούν σε μια παραδεδεγμένη, ευθεία γραμμή, ώστε να παραμείνουμε στον άξονά μας. Αργότερα επανέρχεται μια διάθεση πρωτοβουλίας· η ανάγκη για παιχνίδισμα που κατευθύνεται προς τον άλλο μπολιάζεται με την επίκληση της Ανοιξης, το υποκείμενο ορέγεται τις μνήμες, τα χρώματα, τις μυρωδιές που φέρει η εποχή αυτή. Η έλευση, όμως, μιας θετικότητας δεν θα πραγματοποιηθεί ούτε τώρα.<br />
Αυτή η Ανοιξη, που προσωποποιεί τη σύνδεση με τον άλλο, είτε τίθεται σε διαρκή κατάσταση αναμονής που εξουθενώνει είτε μουσκεύεται από τη βουερή κίνηση των αυστηρών, αποστειρωμένων γραμμών των ανθρώπων και των αυτοκινήτων. Αφού δεν υπάρχει καμία διέξοδος, το υποκείμενο βρίσκεται σε μόνιμο καθεστώς (αυτό)εγκλεισμού. Και έτσι οι μέρες λιώνουν, ο χώρος εξατμίζεται, το περιβάλλον φαντάζει καταρρέον, αλλά παραμένει ανεκτό.<br />
Ο αναγνώστης τώρα γίνεται ζωγράφος. Αρπάζει κάρβουνα στα χέρια του, πλησιάζει το λευκό χαρτί και με οξείες και επιθετικές γραμμές σκιαγραφεί ένα μουντό τοπίο της πόλης, στο οποίο αχνοφαίνεται μια μικροσκοπική, πνιγηρή μορφή· κάθεται σε ένα παγκάκι και καταβρέχεται συνεχώς, διαβρώνεται από αδιαφορία και μοιραία διασπάται από τη φθορά. Παραμένει εκεί, ωστόσο, μια σκιά να θυμίζει την ακινησία. Αναγκαία η εκ νέου μετατόπιση της κατάστασης, μια ολική επαναφορά που ευαγγελίζεται την επανέναρξη της ύπαρξης. Τη μετέωρη αυτή στιγμή, που η ανάγκη για αλλαγή γίνεται ζήτημα ζωής και θανάτου, ψελλίζεται για πρώτη φορά η λέξη «αγάπη».<br />
Καθώς βαίνουμε προς στο τέλος, ο λυρισμός που ασφυκτιούσε μέσα σε τόσες λέξεις βρίσκει, επιτέλους, διέξοδο και πυροδοτεί μια νέα αφήγηση. Οι αναζητήσεις γίνονται, μέσα στον νου, συντροφικές, καθώς το «μαζί» αρχίζει να αναρριχάται. Το σκληρό περίβλημα της ζωγραφικής με κάρβουνο, που σχεδιάσαμε πιο πάνω, λιώνει και γίνεται ιδρώτας που απορρέει από την έκσταση της στιγμής, γίνεται αναπνοή, γίνεται χτύπος, γίνεται βλέμμα και όλα αυτά όχι πλήρως απελευθερωμένα αλλά αγκυλωμένα σε ένα πλαίσιο ανάγκης κανόνων. Και έτσι ξεκινάει ένας έρωτας έφηβος, αμήχανος αλλά και μονομάχος. Οι εραστές τίθενται αντιμέτωποι, ψηλαφούν τη νέα ένωση, ανοίγουν έναν αέναο κύκλο υποψίας και διάψευσης· η προσμονή του ονειρώδους προσκρούει σε μια συναισθηματική δυστοπία. Η αντίφαση επανέρχεται.</p>
<p>Και τι μένει στο τέλος της ημέρας, στο τέλος της λέξης, στο τέλος της ανάσας; Ένας ιδιότυπος ηρωισμός, που αναγεννάται διαρκώς, διεκδικώντας ανάταση, μέσα στην υπαρξιακή αγωνία.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΟΥ</strong></h5>
<p>&#8220;Η γοητεία της θερινής λίστας&#8221;<br />
Η σιωπή σε δύο χώρους (εκδ. οροπέδιο 2018). Η σχέση τέχνης/ζωγραφικής με την ποίηση σε μια ανταλλαγή κωδίκων, το άτομο στον κόσμο αλλά κυρίως η ερωτική σχέση είναι θεματικές μιας ποίησης που μοιάζει ανακαλυπτική: παρατηρεί ανακαλύπτοντας, σαν να είναι η πρώτη φορά, τον εαυτό, το σύντροφο, τον κόσμο και η καταγραφή ορίζει την αρχή μιας αρνητικής εντύπωσης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;">
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 26 Nov 2025 21:11:28 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22624</guid>

					<description><![CDATA[Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό του νομού Δράμας, στον Κάτω Θόλο Παρανεστίου, το 1951. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και ηλεκτρονικά περιοδικά. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ Ποιήματα-Ξεκίνημα (1970)Σουλουτσέχ (Η Οδύσσεια ενός Ποντίου) (1984)Ο Αλεξικέραυνος Λόγος (Δωδώνη 1992)Ερωτικό φορτίο (Τ.Ε.Δ.Κ. 1997)Φωτογραφίες Κάτω Θόλου (Όστρια,2019)Όλα συμβαίνουν &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p></p>
<p>Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό του νομού Δράμας, στον Κάτω Θόλο Παρανεστίου, το 1951. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. <br>Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και ηλεκτρονικά περιοδικά.</p>
<p>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</p>
<p>Ποιήματα-Ξεκίνημα (1970)<br>Σουλουτσέχ (Η Οδύσσεια ενός Ποντίου) (1984)<br>Ο Αλεξικέραυνος Λόγος (Δωδώνη 1992)<br>Ερωτικό φορτίο (Τ.Ε.Δ.Κ. 1997)<br>Φωτογραφίες Κάτω Θόλου (Όστρια,2019)<br>Όλα συμβαίνουν όταν το ποίημα αφηνιάσει (Περισπωμένη 2024)<br>Ποιητική καταδίκη (Το κοινόν των ωραίων τεχνών 2025)</p>
<p></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-2/" rel="attachment wp-att-22625"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22625" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-1-ΒΙΒΛΙΑ-2-300x189.jpg" alt="" width="451" height="284" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-1-ΒΙΒΛΙΑ-2-300x189.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-1-ΒΙΒΛΙΑ-2.jpg 640w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-21/" rel="attachment wp-att-22628"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22628" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-ΒΙΒΛΙΑ-21-300x188.jpg" alt="" width="455" height="285" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-ΒΙΒΛΙΑ-21-300x188.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-ΒΙΒΛΙΑ-21.jpg 640w" sizes="(max-width: 455px) 100vw, 455px" /></a></p>
<p></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ (2025)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΠΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΣΕ ΜΟΝΟΠΑΤΙ</strong></h5>
<p>Με γλώσσα κάκτου<br>απομακρύνονται<br>οι πλάγιοι δρόμοι των σοφιστών.</p>
<p>Ξαπλωμένος στο δεξί πλευρό <br>κι ή χοντρούλα αναισθησιολόγος <br>στάζει τρεις σταγόνες στο λαιμό μου. <br>Χαμογελώ, αν είναι δυνατόν, <br>όμως σε δύο δευτερόλεπτα είχα χαθεί.</p>
<p>Πρόσωπα πού θ&#8217; αναζητείς, όσο ζεις <br>και δάκρυ-δάκρυ θα μουχλιάζει ή ελπίδα.</p>
<p>Ανήκω στους μοναχικούς τού χειμώνα.<br>Ασυνεπής στις επιθυμίες μου<br>και χάνονται οι δρόμοι για την πολιτεία.</p>
<p>Στην παρανέστια πολίχνη τα ίχνη μου,<br>σε αυτόν τον ουρανό ανήκω.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2023</p>
<h5><strong>ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ</strong></h5>
<p>Και μετά δέκα χρόνια να ξανασυναντηθούμε, <br>θα ελπίζουμε σ&#8217; αυτά που ελπίζουμε και τώρα.</p>
<p>Τραβώντας την κουρτίνα, σέ βλέπει να περνάς κάτω στο δρόμο, <br>με την ελπίδα να καλπάζει προς το ποθούμενο.</p>
<p>Βάζεις σ&#8217; ένα μπουκάλι μέσα το αίτημά σου,<br>αλλά ο Γέροντας Παΐσιος σέ προορίζει γι&#8217; άλλο πρόσωπο.</p>
<p>Εκ των υστέρων διαπιστώνεις το θαύμα <br>και καταλαβαίνεις την βαθιά γνώση τού Αγίου.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2016</p>
<h5><strong>ΚΑΙΓΟΜΑΙ ΣΑΝ ΘΥΜΙΑΜΑ</strong></h5>
<p>Ξαναγυρίζω στα παλιά και στα αγαπημένα, <br>εκεί που ο νους μου έγινε ιερός θεμέλιος λίθος, <br>ν&#8217; αντέξει και να μη χαθεί το ιστορικό μου ίχνος.</p>
<p>Ξαναγυρίζω στην αυλή να βρω τα βήματά μου, <br>εκεί που η μνήμη ρίζωσε και δεν μετακινείται, <br>γιατί εκεί μονάχα εκεί σύγκορμη συγκινείται.</p>
<p>Και φτάνω τα χαράματα στο πατρικό μου σπίτι <br>και δακρυσμένος στέκομαι σαν ταπεινό σπουργίτι.<br>Έφυγε ο Σάββας ο παππούς και η γιαγιά Θυμία, <br>καίγομαι σαν θυμίαμα σέ κάρβουνο αθυμίας.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2008</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ΘΕΛΓΗΤΡΩΝ</strong></h5>
<p>Αγαπώ την βροχή που μου λέει παραμύθια.<br>Και περιμένω το σεντόνι τ&#8217; ουρανού, <br>όταν το κέντημα η νύχτα τελειώνει.</p>
<p>Μοναξιά μαγική, μοναξιά των θελγήτρων.<br>Το μεδούλι της γεύομαι, εισχωρώντας βαθιά.<br>Μοναξιά πού και στις πέτρες δίνει ψυχή.</p>
<p>Μοναξιά που δεν είναι μοναξιά τής βιτρίνας.<br>Μοναξιά τής βροχής, μοναξιά του χωρίου.<br>Της ανδρείας επίλεκτες λέξεις την γλυκιά μοναξιά μου φρουρούν.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2017</p>
<h5>
<p><strong>Ο ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ</strong></p></h5>
<p>Η κάννη του κανίβαλου είναι τυφλή.<br>Στο γέλιο του βράχια κατρακυλούν.</p>
<p>Το ξίφος του δεν έχει μνήμη.<br>Βαρκάρης σκοτεινός μέσα στο χάος.</p>
<p>Τα δάχτυλά σου γίνονται στο στόμα του τσιγάρα.<br>Ξεριζώνει τα κουμπιά σου<br>και να μπεις δεν σε αφήνει στο λεωφορείο.</p>
<p>Μ&#8217; ένα ύφος που σε σκίζει και σε κάνει Υ.<br>Με μι&#8217; ανάσα που σου καίει τα σπαρτά.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2024</p>
<h5>
<p><strong>ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ</strong></p></h5>
<p>Δεν θα χαθώ μες στο σκοτάδι, <br>έχω την μνήμη πού οργώνοντας <br>φυτεύει φως.<br>Είμαι συνήθως σιωπηλός <br>γιατί θυμάμαι τον παράδεισο.<br>Κι άλλωστε με γνωρίζουνε ελάχιστοι.<br>Και φυσικά μετά από χιλιάδες δάκρυα, <br>τα δάκρυά μου πιά λιγόστεψαν <br>και στάζουν σαν άγιασμα.<br>Αλλά δεν νιώθω μόνος.<br>Η αληθινή η μοναξιά αρχίζει όταν φεύγουν τα παιδιά.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2021</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Την αποφεύγουνε σαν πιάτο λερωμένο<br>και την φοβούνται σαν μια σκάλα στο σκοτάδι.<br>Κι όμως εμείς που περπατήσαμε μαζί της,<br>σαν την σημαία την υψώνουμε με πάθος.</p>
<p>Όλοι ζητούν την ζεστασιά στο παραμύθι<br>και δεν τους νοιάζει ο βοριάς και το κοτσύφι.<br>Σαν μια γριά που την λησμόνησαν οι πάντες,<br>κανείς την πόρτα της δεν λέει να κτυπήσει.</p>
<p>Σαν μία άγνωστη που δεν την πλησιάζουν,<br>σαν το σπουργίτι που κανείς δεν το προσέχει,<br>έτσι κι η Ποίηση που πέφτει σαν ψιχάλα·<br>γιατί το κλάμα της δεν φτάνει στην καρδιά τους.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2005</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΚΑΤΩ ΑΠ&#8217; ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ</strong></h5>
<p>Σκοτάδι που κοχλάζει το βλέμμα μου.<br>Κλωτσάω σαν μπάλα τη ζωή μου.<br>Δεν έπρεπε να γεννηθώ,<br>θα χωρούσα μια χαρά στην ανυπαρξία.<br>Η μοναξιά μου δεν γερνάει,<br>παραμένει παρθένα μ&#8217; ένα βιβλίο στο χέρι.</p>
<p>Χιονίζει φαρισαϊκή κατάνυξη.<br>Η μισή Άνοιξη παράλυτη, <br>θα ζήσουμε την υπόλοιπη μισή.<br>Το άλογο κάτω απ&#8217; τις λεύκες βόσκει διψασμένο <br>και με αντιλαμβάνεται από μακριά.<br>Χλιμιντρίζει χαρούμενο πού έρχομαι να το ποτίσω. <br>Μάς περιμένει ό Νέστος με τα πρασινωπά νερά του.</p>
<p style="padding-left: 280px;">Πρώτη δημοσίευση ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, <br>τχ 142, Όκτ.-Δεκ. 2008</p>
<p></p>
<h5><strong>ΥΠΟΧΘΟΝΙΟΙ</strong></h5>
<p>Υποχθόνιοι που έρχονται και κρυφοβλέπουν <br>νομίζοντας ότι δεν βλέπω.<br>Δεν έχω χρόνο να σκεφθώ τί σχεδιάζουν.<br>Ίσως φέρνουνε μπουλντόζα <br>για την χάρτινη μου πολυκατοικία.</p>
<p>Ο απέναντί σου είναι πονηρός σαν τον χάροντα.<br>Κάνει πώς θερίζει με την κόσα <br>και το βλέμμα του συνεχώς στραβοπατάει <br>ψάχνοντας για την κατάλληλη ευκαιρία <br>που για την ώρα είναι άφαντη.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2020</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΛΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΑΝ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΦΗΝΙΑΣΕΙ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΠΟΨΕ</strong></h5>
<p>Απόψε ανεβαίνω στο βουνό, για να είμαι κοντά στο φεγγάρι.<br>Απόψε παρακολουθώ τον ντετέκτιβ της φαντασίας μου. <br>Απόψε γράφω για σκόρπια πράγματα της ψυχής μου <br>που έγιναν άστρα κι αντέχουν ακόμη στη μοναξιά της λήθης<br>σκονισμένα και ρημαγμένα απ’ τον αγέρα του χρόνου.</p>
<p>Απόψε το φεγγάρι είναι ένα ολόγιομο δάκρυ<br>και κουβαλάει τα δάκρυα των ανθρώπων που δακρύζουν.<br>Απόψε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ λέει αλήθειες<br>σ’ ανθρώπους φοβισμένους και φτωχούς<br>που δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2013</p>
<p></p>
<h5><strong>ΓΛΙΣΤΡΗΣΕ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ&#8230;</strong></h5>
<p>Γλίστρησε η επιθυμία κι έσπασε το πόδι της. <br>Ξαπλωμένη στο κρεβάτι της μοναξιάς τώρα.<br>’Έξω η ζωή ολοζώντανη.<br>Χιλιάδες επιθυμίες στους δρόμους μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά.</p>
<p>Σαν νυχτοπεταλούδες καίγονται οι επιθυμίες<br>όταν πλησιάζουνε το κρεμασμένο λουξ<br>στα καπνοχώραφα που «σπάζουμε» τα φύλλα.</p>
<p>Οι επιθυμίες διώχνουν τη γαλήνη<br>περιφρονούνε τη λιτότητα<br>άλλα η φτώχεια σαν δρεπάνι τις θερίζει.</p>
<p>Το ρυάκι της αθωότητας <br>τ’ ασκητικά βράχια <br>η ηχώ της μακαριότητας <br>τα δευτερόλεπτα της ανταπόκρισης <br>ο ακράτητος απ’ το δέντρο καρπός <br>ο ψίθυρος και τα χνάρια της επιθυμίας <br>στη λιακάδα του βλέμματος <br>στην πηγή του παραμυθιού.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2015 </p>
<p></p>
<h5><strong>Κ0ΥΚ0ΥΤΣΙ</strong></h5>
<p>Αυτό που δεν τρώμε φέρνει τη συνέχεια.<br>Τα φωνήεντα είναι σάρκα και τα σύμφωνα κόκαλα.</p>
<p>Η Χρυσούλα στο μοναστήρι για την αγρυπνία<br>κι εγώ που καπνιστής δεν είμαι<br>ένα πακέτο αγρύπνιας θα το κάπνιζα<br>στην προσπάθειά μου να τελειώσω ένα ποίημα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2013</p>
<p></p>
<h5><strong>Ο ΑΣΩΤΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>Ένας λαγός τρέχει στο πέλαγος του φόβου του. <br>Και ευτυχώς ο κυνηγός αστόχησε <br>κι ο σκύλος του κουράστηκε.</p>
<p>Πεδίο βολής η μοναξιά του κυνηγού <br>που σημαδεύει με θυμό χαμένο χρόνο.<br>Άσωτος, άφησε τον χρόνο<br>να τρέχει μπρος του σαν λαγός<br>κι αργώντας για να σημαδέψει, ν’ αστοχεί.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2019</p>
<h5>&nbsp;</h5>
<h5><strong>ΟΛΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΑΝ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΦΗΝΙΑΣΕΙ</strong></h5>
<p>Σαν τον κισσό και σκαρφαλώνω στον κορμό σου.<br>Κι όσο κουράζομαι ακόμη πιο πολύ <br>τη λαχταρώ την ανηφόρα στο κορμί σου<br>ως ότου φτάσω στων χειλιών σου την πηγή.</p>
<p>Ψυχή εράσμια, του κάλλους γνήσιο θέρος<br>ή πίστη μου γιορτάζει<br>στης καλοσύνης σου την ένδοξη λιακάδα.<br>Τα ονόματά μας συμβαδίζουν <br>στον ουρανό τής έναστρης αγρύπνιας.<br>Λες να εξεγερθούν οι σκέψεις μας σε τούτο το ταξίδι; <br>Όλα συμβαίνουν αν το ποίημα αφηνιάσει.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2013</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΟΛΤΟΠΟΙΗΣΗ ΑΧΡΗΣΤΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ</strong></h5>
<p>Πολτοποίηση άχρηστων σκέψεων <br>και μετά ξένοιαστες ανάσες.<br>’Άντε τώρα έναν έλληνικό καφέ <br>κι ένα τσιγάρο για τρεις ρουφηξιές.</p>
<p>Τ’ αστέρια δακρύζουν <br>για να φύγει η σκόνη του ουρανού. <br>Σκέψη τυλιγμένη με κλωστές αράχνης <br>δίνει κλοτσιές για να ελευθερωθεί.</p>
<p>Μείωση περιττών απαιτήσεων. <br>Βαρύ θαύμα σέ φθαρμένο σκοινί <br>γρήγορα ένα στρώμα <br>να μην τσακιστεί το θαύμα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2021</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΕΠΑΛΞΗ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ</strong></h5>
<p>Η ψυχή μου ανοιγοκλείνει τα μάτια της <br>θέλει ν’ αναπνεύσει την παρουσία σου.<br>Φτάνει πια τόσο μόνος<br>υδράργυρος στο θερμόμετρο της μοναξιάς μου.<br>Μη συντρίβεις με τη σιωπή σου τις ρώγες των ονείρων μου. <br>Η αγωνία μου γατούλα που νιαουρίζει στα πόδια σου <br>ζητάει το άρωμα της καλοσύνης σου <br>το τρυφερό σου βλέμμα <br>τη φωνή των χεριών σου.<br>Τα δάκρυά μου ματώνουν τον ουρανό των ποιημάτων μου. <br>Στην έπαλξη της αγρύπνιας για σένα, με ποίημα-σπαθί <br>ενάντια στους γενίτσαρους πού προσπαθούνε να σέ ταπεινώσουν.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2004</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΟ ΝΗΜΑ TOT EZPA ΓΙΑΟΥΝΤ</strong></h5>
<p>Κερδίζει νήμα από τη μνήμη <br>η πάντα κλέφτρα λήθη <br>αλλά το νήμα με τον Έζρα Πάουντ <br>υπάρχει, εκεί στην Πίζα<br>στο δίχως σκεπή συρματοπλεγμένο του κλουβί. <br>Με τρεις κουβέρτες και μέ προβολείς έπάνω του <br>τή νύχτα για να μην μπορεί να κοιμηθεί.<br>Σέ τρεις βδομάδες πια με νευρική κατάρρευση <br>τον μεταφέρουν σ’ ένα αντίσκηνο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2022</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΤΩ ΘΟΛΟΥ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟΣ ΥΜΝΟΣ</strong></h5>
<p>Κι όταν ακόμη απουσιάζεις, φωσφορίζει η παρουσία σου. <br>Πηγή που ξεδιψάει κάθε ανάγκη μας.<br>Γεννήτρια οξυγόνου εσύ, να εισπνέουμε ζωή.<br>Φλεγόμενη και μη καιγόμενη βάτος η αντοχή σου. <br>Αστραπιαίο μήνυμα το βλέμμα σου.<br>Ξάγναντων οριζόντων μαξιλάρι.<br>Πλώρη που με τα κύματα κτυπιέται.<br>Αφετηρία ελπίδων για λεόντιους θριάμβους.<br>Δίκτυ άρδευσης ουράνιας δροσιάς.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2003</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΗΣ ΖΕΣΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡ</strong>Ι</h5>
<p>Η γάτα στο ζεστό κρεβάτι γουργουρίζει<br>και η γιαγιά μου θυμωμένη μουρμουρίζει.<br>Φτάνει στη μέση μας το χιόνι<br>και ο παππούς ανοίγει δρόμο με το φτυάρι.<br>Αχ αλησμόνητοι μου χρόνοι<br>της μνήμης μου ζεστό το μαξιλάρι.</p>
<p>Μέσα στον άγριο χειμώνα <br>με το κοντό μου παντελόνι <br>και με παπούτσια λαστιχένια.<br>Αθώα χρόνια, δίχως έννοια.</p>
<p>Στους τοίχους κυδώνια <br>και με κλειστά τα χείλη ρόδια.<br>Τα δικά μας τα εφόδια <br>των γονιών οι αρετές, <br>του παππού και της γιαγιάς οι συμβουλές.</p>
<p style="padding-left: 280px;">1997</p>
<h5><strong>ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ<br></strong></h5>
<p>Αυτό το μήνα κάνουνε παρέλαση οι Άγιοι <br>κι απ’ την βαθιά ανατολή ξεκίνησαν τρεις Μάγοι. <br>Ένας Δεκέμβριος του Νέστου και του Θόλου, <br>που πάγωνε τα πόδια παιδιού ονειροπόλου.</p>
<p>Χαράματα ξεκίνησε πανστρατιά το χιόνι, <br>νιφάδες αλεξίπτωτα και χαίρεται το εγγόνι.<br>Βγαίνει με φτυάρι ο παππούς κι ανοίγει μονοπάτι, <br>παίρνει και στρώνει η γιαγιά μιντέρια και φλοκάτη.</p>
<p>Δεκέμβριος ο σκοτεινός και ο μεγαλονύχτης, <br>σφυρίζει ο γεροβορριάς, μάγκας μακεδονίτης. <br>Χειμώνας άγριος που έκλεισε τους δρόμους <br>και ξέχασε ανθρώπους, αφήνοντάς τους μόνους.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2011</p>
<h5>
<p><strong>ΕΛΑ ΜΝΗΜΗ&#8230;.</strong></p></h5>
<p>Μισολιωμένο χιόνι πατούσαν στην αυλή <br>κι εγώ τους έβλεπα απ’ το μπαλκόνι.<br>Ήταν στης θείας μου Σοφίας τον γάμο.<br>Οι παιδικές μας αναμνήσεις δεν χωράνε σε ποιήματα <br>ούτε και στον απέραντο γαλάζιο ουρανό.</p>
<p>Βροχή χτυπάει τα τζάμια στα μικρά παράθυρα <br>κι εγώ τόσο γλυκά λαγοκοιμάμαι,<br>μέχρι που τραντάζονται τα τζάμια με το πέρασμα τού τρένου.</p>
<p>Έλα μνήμη και χτυπά μου σαν την βροχή το τζάμι.<br>Σαν πενταψήφιος αριθμός βοήθησέ με, <br>να θυμηθώ αυτά που έκρυψε η λήθη.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2014</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΠΟΧΗ</strong></h5>
<p>Τα πόδια παγωμένα μέσ’ στα σφιχτά τσοράπια. <br>Νύχτες μέσα στην μάντρα και χάμω ξαπλωμένοι <br>εγώ κι ο αδερφός μου.<br>Μας χώριζε απ’ τα πρόβατα μία παλιά καριόλα <br>κι ανάμεσ’ απ’ τα σύρματά της <br>μισοφαγωμένα μήλα δίναμε στα πρόβατα. <br>Αργότερα ο παππούς με πέτρες και με ξύλα, <br>έφτιαξε καλυβάκι κι ένα στενό κρεβάτι, <br>να μένουμε την νύχτα εκεί στην μάντρα. <br>Πρωί-πρωί κατέβαινα απ’ την λοφοπλαγιά <br>κι ερχόμουνα στο σπίτι, <br>να πάω τις αγελάδες στον τσοπάνο, <br>στον πέρα μαχαλά.<br>Τρεις αγελάδες είχαμε,<br>μ’ ανέβαινα στον λόφο του πέρα μαχαλά<br>με είκοσι ή τριάντα αγελάδες.<br>Και ύστερα στα γρήγορα, μέσα σε τσάι ή γάλα <br>να θρύβω το μπαγιάτικο ψωμί.<br>Κι αμέσως έφευγα για το σχολείο, <br>φορώντας μπότες ή κοντά παπούτσια λαστιχένια.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2015</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΟΝΟ ΖΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ</strong></h5>
<p>Μπροστά στο χαμηλό παράθυρο η θεία Κίτσα κεντάει,<br>ενώ εγώ παίζω με άδεια καρούλια,<br>μικρά χαρτάκια περιτυλίγματος από κλωστές ντεμισέ<br>και χρωματιστά χαρτιά ημερολογίου,<br>απ’ αυτά που είχαν από την πίσω μεριά λαϊκά στιχάκια.<br>Είμαι μάλλον τεσσάρων-πέντε χρόνων και η θεία μου δεκαέξι- δεκαεπτά.<br>Έξω έχει μπόλικο χιόνι.<br>Περνάει στο δρόμο η φιλενάδα της θείας μου, η Παγώνα, <br>που γλιστράει στο χιόνι κι η θεία μου γελάει.</p>
<p>Τι χρόνια παιδικά!<br>Μια φορά μόνο ζεις τον παράδεισο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2017</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΑ ΥΓΡΗ ΜΕ ΠΑΓΩΝΙΑ ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ</strong></h5>
<p>Νύχτα υγρή με παγωνιά πολύ σκληρή.<br>Και στου αλόγου το παχνί μέσα σε άχυρο, <br>με την διπλή φαρδιά του φούχτα ο παππούς μου, <br>βάζει κριθάρι που αρέσει στ’ άλογό μας.</p>
<p>Πρωί-πρωί πάει ο παππούς ως το μαντρί <br>και βάζει χόρτο στου αλόγου το παχνί.<br>Έξω τα πάντα σκεπασμένα απ’ την πάχνη. <br>Σκληρή ζωή κι η παγωνιά μαρτυρική.</p>
<p>Εκεί που άναβε ή σόμπα ήταν ζεστά <br>αλλά στα δίπλα τα δωμάτια παγωνιά.<br>Όμως ιδίως στα επάνω τα δωμάτια <br>η παγωνιά ήταν ακόμη πιο σκληρή.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2017</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΡΙΝ ΚΤΥΠΗΣΕΙ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ</strong></h5>
<p>Μπότα που την τραβάω και λίγο-λίγο βγαίνει.<br>Φοράω τσοράπια απ’ των προβάτων το μαλλί φτιαγμένα<br>κι έτσι με πόδια που δεν παίρνουνε ανάσα<br>και κρύο τσουχτερό και υγρασία,<br>στα δάχτυλά μου γίνονται χιονίστρες<br>και ξύνομαι τυραννικά.</p>
<p>Πρωί με την ομίχλη κατεβαίνω απ’ την μάντρα των προβάτων. <br>Παίρνω απ’ το μαντρί τρεις αγελάδες και τις πάω στον πέρα <br>μαχαλά για τον τσοπάνο,<br>αλλά στον δρόμο όλοι μου δίνουν τα γελάδια τους,<br>χωρίς καθόλου να σκεφτούν ότ’ είμαι μαθητής κι έχω σχολείο.<br>Και φτάνω ως την κορφή του πέρα μαχαλά μ’ ένα κοπάδι<br>και γρήγορα γυρίζω σπίτι και σ’ ένα πιάτο βαθουλό με τσάι<br>θρύβω μπαγιάτικο ψωμί και τρώω βιαστικά,<br>για να προλάβω το σχολείο πριν κτυπήσει το κουδούνι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2017</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ (1997)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΞΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ</strong></h5>
<p>Πρέπει ν’ αποφασίσω: <br>το χρώμα ή το χρήμα;</p>
<p>Περνούν Απριλομάηδες <br>προτού μυρίσω τριαντάφυλλο.</p>
<p>Ο χρόνος βγάζει απ’ το στόμα του φωτιές<br>κ’ η μνήμη στάχτη γίνεται·<br>της λήθης ο αγέρας την σκορπίζει.</p>
<p>Βροντές<br>βαρέλια που κατρακυλούν.<br>Βροχή<br>σαν χειροκρότημα.</p>
<p>Χτυπημένο χταπόδι το σώμα <br>κ’ η ψυχή χ και ψ.<br>Αν βρεις την αιτία <br>θα βρεις τ’ αποτέλεσμα.</p>
<p>Οι γνώσεις έρχονται μετά τα γεγονότα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1989]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Μνήμη Τάκη Σινόπουλου</p>
<p>Ένα παράφορο ποτάμι, <br>το πάθος του χίλιες στροφές <br>το ξετυλίγει με αφρούς.</p>
<p>Πάθος ασκούριαστο στο χρόνο <br>και με κρυμμένους τους ασκούς <br>γιατί φοβάσαι τη φουρτούνα.</p>
<p>Όμως ο πόθος βάσανο <br>και το κορμί σου βάλσαμο.</p>
<p>Τέτοιο φορτίο ερωτικό<br>δεν ακυρώνεται·<br>ούτε χαράματα με “πυρ”.</p>
<p>Του έρωτά σου είλωτας<br>στα σύνορα των ψιθύρων<br>τη γύρη σου μαζεύω με υπομονή.</p>
<p>Η γεύση σου αράγιστη· <br>ο αφαλός σου όρμος του ονείρου.<br>Και ο σφυγμός σου ολόγυμνος αστράφτει.</p>
<p>Στις όχθες σου την ηδονή θερίζω·<br>τα μυστικά σου αρώματα εισπνέω με λαχτάρα.<br>Τα χέρια και τα πόδια μου κισσός και σ’ αγκαλιάζουν.</p>
<p>Όπου το ρήμα της αγάπης, ρήγμα δεν υπάρχει.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΗ</strong></h5>
<p>Μάρμαρα<br>Δεν υπάρχουν άλλα σαν τα δικά σου <br>Το άρμα σου είναι άρμα θριάμβου <br>Στο δρόμο του Πινδαρικού διθυράμβου <br>Ο δικός σου ήλιος <br>Είναι ο πιο τρυφερός εραστής.<br>Χαϊδεύει κι αγκαλιάζει μ’ έναν άλλο τρόπο.</p>
<p>Η δόξα το στέμμα σου<br>Πώς να μη σε φθονούν τα Σκόπια;<br>Λυκόπουλο που διψά για αίμα<br>Τα Σκόπια<br>Κόπια της απάτης<br>Όμως εσύ στη σκοπιά του χρέους<br>Αμετακίνητη.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΨΕΜΑ</strong></h5>
<p>Κάνεις μασάζ στο ψέμα.<br>Του κάνεις αποτρίχωση.<br>Βάφεις τα νύχια του.<br>Με τσιμπιδάκι, δυο λεπτές οροσειρές <br>τα φρύδια.<br>Το καλοντύνεις έπειτα<br>και το αφήνεις να κυκλοφορεί<br>ελεύθερο, χωρίς περιορισμούς.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1993]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΟΙ ΤΙΜΙΟΙ</strong></h5>
<p>Διάδρομοι των χαφιέδων <br>με άθλιους άθλους.<br>Η ανθρωπιά κατέρρευσε προ πολλού.<br>Οι άτιμοι κερδίζουν αμέσως αυτό που θέλουν, <br>με όποια κυβέρνηση ή επιτροπή.</p>
<p>Στους τίμιους συνιστούν υπομονή.<br>Τους παραπλανούν με χαμόγελα <br>και υποσχέσεις μιας άνοιξης που ποτέ δεν φτάνει. <br>Οι τίμιοι είναι καλοί αγωγοί της καταστροφής· <br>τραβούν την κακία<br>και πέφτει στα κεφάλια τους η συμφορά.<br>Βάσανο, βάσανο, στο τέλος θα γίνει σάβανο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΘΥΡΙΔΑ</strong></h5>
<p>Στα δάχτυλά μου τ’ ανυπόμονο κλειδί. <br>Μισή στροφή φιλιού με την θυρίδα. <br>Και να το γράμμα σου· <br>νησί<br>στης μοναξιάς μου τ’ αρχιπέλαγος.</p>
<p>Απ’ τον βυθό του πόθου <br>στην επιφάνεια της λαχτάρας <br>βγαίνεις.<br>Αχ Νηρηίδα μου εσύ<br>που κάνεις την λαχτάρα μου<br>ακρίδα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στα παιδιά μου Σάββα, Χαραλαμπία <br>και Ιωάννη-Χρυαοβαλάντη</p>
<p>Λείπουν οι λέξεις όταν λείπουν τα παιδιά.<br>Πώς να μιλήσεις, τι να πεις <br>χωρίς το γέλιο και το κλάμα τους;<br>Όλα τα χρώματα δηλώνουν άρρωστα <br>και τ’ αντικείμενα δηλώνουν απουσία.</p>
<p>Πόσο θα ήθελα Θεέ μου<br>με κάθε δάκρυ μου να σώζω την ζωή<br>ενός παιδιού<br>που το πεθαίνει η αρρώστια και η πείνα, <br>που το σκοτώνει η οβίδα του Διαβόλου.</p>
<p>Είμαι μονάχος κι αγκαλιάζω τα παιδιά· <br>αυτά που δείχνει η οθόνη οτη Ρουάντα.<br>Έτσ’ ήταν πάντα·<br>να σκοτώνουν τα παιδιά<br>με τις αρρώστιες, τα όπλα και την πείνα.</p>
<p>Αχ δέκα μέρες πώς θ&#8217; αντέξω στην σιωπή <br>δίχως την γκρίνια των παιδιών μου.<br>Δίχως ν’ ακούω τις χαρούμενες φωνές τους&#8230;</p>
<p>Αγαπημένα μου παιδιά.</p>
<p>Ίσως στο Ρήγιο* σας τσιμπάνε τα κουνούπια· <br>όμως αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά <br>στα πεινασμένα και στα άταφα παιδιά.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p>*Ρήγιο: Χωριό στο Νομό Έβρου.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΗΤΕΡΑ &#8211; ΠΑΤΕΡΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στους γονείς μου</p>
<p>Ανοίγουν πόρτες με χαμόγελα και προσευχές.<br>Το βλέμμα τους μας δίνει απαντήσεις.<br>Μας ξεδιψά (κρυφή πηγή) η μοναξιά τους.</p>
<p>Η παιδική μας ηλικία είναι θρύλος.<br>Όλ’ η συγκίνηση της μνήμης<br>εκεί μαζεύεται γροθιά,<br>και με εκρήξεις μας θυμίζει τον παράδεισο.</p>
<p>Δυο μανταλάκια που κρατούν το ρούχο, να μη πέσει· <br>να μη το παρασύρει ο αγέρας.</p>
<p>Νύχτες με λουξ στα καπνοχώραφα<br>και το χειμώνα στο παστάλιασμα.<br>Σ’ όλες τις πτώσεις η κατάληξη, <br>αγάπη.</p>
<p>Ανοίγουν μονοπάτι,<br>για ν’ αποφύγουμε τον Περιφήτη·<br>που περιμένει στη στροφή του δρόμου.</p>
<p>Πριν ξεκινήσουμε, σηκώσαμε την πέτρα <br>και βρήκαμε τις συμβουλές, <br>που μ’ αυτές μεγαλώσαμε.</p>
<p>Τώρα συγκεντρωνόμαστε Πάσχα &#8211; Χριστούγεννα <br>στο ίδιο τραπέζι.. Και πίνοντας λίγο κρασί, <br>βγάζουμε τις παλιές φωνές μας.<br>Θλίψη και ομορφιά μας διακατέχει.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ</strong></h5>
<p>Τα εξαπτέρυγα μπροστά <br>και πίσω οι αναμνήσεις.<br>Μια πρόσκληση στη φούχτα μου <br>το νόμισμα- <br>για να γδυθώ.</p>
<p>Τώρα που νύχτωσε τα χείλη μου θα βάψω. <br>Μέσα σε άγνωστους θ’ ανοίξω μονοπάτια.</p>
<p>Πετροβολώ το βλέμμα τους, να με προσέξουν. <br>Στα σύνορά μου κοντοστέκομαι.<br>Αναποφάσιστη.</p>
<p>Περνούν τα χρόνια <br>Παραμένω αναποφάσιστη.<br>Ποιος να χειροκροτήσει μιαν αναποφάσιστη;</p>
<p>Οι φίλες μου παντρεύτηκαν <br>κι απομονώθηκα.<br>Πρέπει να φύγω,<br>πριν με σφραγίσει η απελπισία</p>
<p>Αύριο κιόλας,<br>με το παράβολο της μοναξιάς,<br>θα βγάλω διαβατήριο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p></p>
<h5><strong>Η ΜΠΟΡΑ</strong></h5>
<p>Να δαμάσω τον εγωισμό τους δεν μπορώ.<br>Μπόρα μαίνεται στα σωθικά μου ο δικός μου <br>εγωισμός. Και δεν ξέρω, ακόμα, αν σώθηκα.<br>Πόσο θα κρατήσει αυτή η μπόρα;<br>Κράτος φοβερό, ο φόβος· με υποδομή.<br>Φθόνος που κοντεύει να γκρεμίσει την οικοδομή μου. <br>Πότε η ψυχή μου θα ηρεμήσει;<br>Κοχλάζει ο σφυγμός μου, για το χαλάζι ετούτο.<br>Η ανάσα μου μακριά απ’ την ανάσταση.<br>Μιας βούλησης κακής είμαι το σύμβολο κι ο στόχος. <br>Αδάμαστο δαμάσκηνο στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου. <br>Στα χείλη τους βλάστησε κιόλας η βλαστήμια.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1996]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΛΕΞΙΚΕΡΑΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (1992)</strong></h4>
<h5><strong>Ο ΑΛΕΞΙΚΕΡΑΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>I</strong></p>
<p>Ο Χρόνος<br>Αλήθεια:<br>Κεραυνός ή ουράνιο τόξο.</p>
<p>Ο Χρόνος αδάμαστο άλογο· <br>δεν υπάρχει ’Αλέξανδρος.</p>
<p>Οι ψεύτικες αλήθειες πληθαίνουν <br>κεφάλια Λερναίας Ύδρας, <br>δημαγωγούν.</p>
<p>’Άνθρωποι<br>συγκεντρώθηκαν από διαφορετικούς πλανήτες, <br>περιμένουν μακρινή αλήθεια: <br>κάρβουνο π’ αντιστέκεται στη στάχτη.</p>
<p>Οι σκέψεις αυτοκτονούν <br>ή σκοτώνονται σε μονομαχίες.</p>
<p>Η Αλήθεια μοιρασμένη· <br>στόχοι σ’ αέναη κίνηση.<br>Ο ’Άνθρωπος μερική αλήθεια, <br>σκοντάφτει στην ύπαρξή του.</p>
<p>Εσύ έχεις ένα πόδι κι εγώ μισή ψυχή <br>λαχειοπώλη με την πατερίτσα <br>που χαιρετάς χοντρόκορμα πλατάνια.<br>Η ζωντάνια του κυδωνιού στα σπλάχνα, <br>όχι στη φλούδα.</p>
<p>Η θάλασσα πριονίζει το χρόνο.<br>Στο ποίημα προοιωνίζεται ό ερχομός του ήλιου.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1983-1984]</p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΗ</strong></h5>
<p>Μνήμη αγριοκάτσικο, στα παιδικά μου χρόνια σκαρφαλώνεις<br>γιατί μόνον εκεί ψηλά βρίσκεις τα τρυφερά τα φυλλαράκια<br>που σ’ αρέσουν.<br>Μόνον εκεί μπορείς και βρίσκεις ανοιχτούς ορίζοντες <br>κι ας μαστιγώνεσαι ανελέητα απ’ το χρόνο.</p>
<p>Μνήμη στεγνό λαρύγγι, που το καίει η δίψα της ανάστασης<br>κι αν πριονίζεσαι απ’ το χρόνο λίγο λίγο, <br>καινούργιες ρίζες βγάζεις απ’ τα σπλάχνα σου.<br>Μνήμη κρατάς στο ράμφος σου ακρίδα του θανάτου, <br>ξίφος το φως σου τύφλωσε τη λήθη.</p>
<p>Μνήμη, σου στέλνω χίλια ευχαριστώ.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1988]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΕΣ’ ΣΤΙΣ ΠΑΛΑΜΕΣ ΤΟΫ ΘΕΟΫ&#8230;</strong></h5>
<p>Ψυχές ελάφια διψασμένα <br>που πιάστηκαν σ’ ενέδρα.<br>Θάνατος είναι το «μετά»<br>θάνατος μπρος θάνατος πίσω <br>θάνατος με υπογραφή του Σατανά.</p>
<p>Γέφυρα τού «καλού» πού να ’βρεις;<br>Παντού φωτιά και στάχτη.<br>Και πώς να επικοινωνήσουν οι ψυχές<br>με τέτοια μοναξιά &#8211; καμίνι<br>με τέτοιαν ανομβρία και θανάτου δίψα;</p>
<p>Τύψεις που χύνονται σαν απορρίμματα<br>κάτω απ’ το χέρι του Θεού που ελεεί<br>ψυχές που προσκυνάνε με ταπείνωση<br>ψυχές που ζήσανε τη συντριβή του κεραυνού,<br>τέτοια που μήτε η στάχτη απ’ το μηδέν δεν είχε μείνει.</p>
<p>Μέσ’ στις παλάμες του Θεού <br>είναι γραμμένη ή σωτηρία τής ψυχής <br>που μετανόησε.<br>Άφθονη καλοσύνη, μ’ ένα χαμόγελο σταλμένη απ’ το Θεό <br>για την ψυχή που λαχταράει να ζήσει.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1989]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Γυρίζει ο τροχός του χρόνου <br>γυρίζει και μοιράζει υποσχέσεις.</p>
<p>Η ελπίδα ζει με υποσχέσεις<br>που φέρνουν την υπομονή μέσα στις φλέβες.</p>
<p>Η επιθυμία σαν γεράκι γυροφέρνει, <br>προσμένει της επίθεσης την πιο καλή στιγμή.</p>
<p>Όμως αλίμονο, μάς έχουνε ρημάξει <br>οι ψίθυροι των ψευδαισθήσεων.</p>
<p>Τις ψευδαισθήσεις ας τις κάψει η φωτιά τής πείρας <br>ποτέ δεν είν’ αργά κάτ’ απ’ το χιόνι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1990]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ ΠΡΟΣΕΧΩΣ</strong></h5>
<p>Γυμνό κορμί αγρίμι πεινασμένο, <br>με σημαδεύουνε οι προβολείς τής μοναξιάς σου.</p>
<p>Σύνθημα ουρλιαχτό τού έρωτα <br>και τα κορμιά στο συρματόπλεγμα.</p>
<p>Έρωτας δίχως υστερόγραφο <br>που προσεχώς θα προβληθεί σ’ άλλο σκοτάδι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1990]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΟΙ ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΙ ΤΗΣ ΣΥΡΟΥ</strong></h5>
<p>Οι ανεμοστρόβιλοι τής Σύρου <br>δεν έπαιρναν και την ψυχή μου <br>για να τη φέρουνε στη Δράμα.</p>
<p>Η μοναξιά μου στο δρομάκι <br>μαύρο εσώρουχο, που δείχνει <br>προπορευόμενος αγέρας.</p>
<p>Με τη σιωπή και τα βιβλία <br>έλεγα «όχι» στα κορίτσια <br>που χαρτόπαιζαν στο καράβι.</p>
<p>Σύρος &#8211; ’Αθήνα, πάλι πίσω <br>με φυλάκισαν στις Κυκλάδες <br>για ένα χρόνο και δυο μήνες.</p>
<p>Μα με το άνοιγμα τού χρόνου <br>γλυκό το άγγιγμα της μνήμης <br>που φτιάχνει φως απ’ το σκοτάδι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1991]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΝΗΣΘΗΤΙ</strong></h5>
<p>Μνήσθητι τους αγνούς.<br>Μνήσθητι τους αγνοημένους.<br>Βγες απ&#8217; το χάος και πυρπόλησέ το.<br>Χτίσε μια πόλη να την κατοικήσουμε.</p>
<p>Είμαστε κουρασμένοι.<br>Είμαστε φοβισμένοι.<br>Στείλε μας αγγέλους οργανοπαίκτες, <br>να διασκεδάζουμε, όπως παλιά, μέσα στα σπίτια μας.</p>
<p>Μνήσθητι τα στήθη τής μάνας.<br>Μνήσθητι τη μοναξιά τής Μάνης.<br>Κράτα το Νέστο δυνατό.<br>Φύλαξε μέσ’ στο πράσινο την Τσαγκαράδα.</p>
<p>Ήρθε η ώρα να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.<br>Ν’ απολογηθούμε για τη μοναξιά μας.<br>Ν’ αλαφρώσουμε την ψυχή μας απ’ τ’ ασήμαντα που <br>μας χωρίζουν.<br>Να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας με παραμύθια.</p>
<p>Μνήσθητι τους νεκρούς μας.<br>Μνήσθητι τη στάχτη του ονείρου μας.<br>Φέρε μας το χρυσόμαλλο δέρας της χαμένης μας <br>αθωότητας.<br>Βοήθησέ μας να πληρώσουμε τα χρέη στο μπακάλη.</p>
<p>Μνήσθητι την ψυχή μας όταν θα ξεκαρφώνεται. <br>Μνήσθητι. Μνήσθητι. Μη μάς αφήνεις στη λήθη.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1991]</p>
<p></p>
<h5><strong>Ο ΚΑΣΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΤΥΑΡΙ</strong></h5>
<p>Κρατώντας μέσ’ στη φούχτα μου τον ήλιο <br>ημέρεψα το σκοτεινό βυθό μου.</p>
<p>Και ονειρεύτηκα ένα παράδεισο <br>μακριά στο βάθος τού ορίζοντα.</p>
<p>”Αχ αδυσώπητο Τίποτα τής απιστίας <br>κουρέλιασες τον ουρανό του Νυμφίου <br>συνέλαβες τις συλλαβές του αιώνιου —<br>— τίς αλυσόδεσες.</p>
<p>Και τώρα η ψυχή μου <br>μ’ ένα σωρό άχρηστα ώνια <br>πορεύεται στην απέραντη έρημο.<br>Και δεν έχει πιά καμιά ελπίδα να πει <br>«να ’τη<br>να ’τη η όαση»,<br>αφού μπροστά της είναι η κόλαση.<br>Άλλωστε, να ’τος<br>να ’τος ο Θάνατος,<br>που έρχεται να την προϋπαντήσει<br>με κασμά και φτυάρι στον ώμο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992] </p>
<p></p>
<h5><strong>Η ΟΜΟΡΦΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ</strong></h5>
<p>Με κάνει πρωταγωνιστή και με στηρίζει&#8230;<br>Αχ πόση φαντασία πηγάζει απ’ τη μοναξιά&#8230;<br>Σαν καταρράκτης πέφτει και δροσίζει <br>την ψυχή.<br>Το άγχος αγχόνη. Θέλω θάλασσα κι αμμουδιά <br>βουνό και ποτάμι. Έστω και μόνος <br>με τον άνεμο. Βγάζει τ’ αγκάθι απ’ τα έγκατα <br>της αλήθειας.<br>Η φαντασία που πυρπολεί <br>την κόλαση. Βέλος έλεος. Ελαιώνας <br>της προσευχής. Κι ενώ όλα ησυχάζουν<br>βγαίνει το άφθαρτο φεγγάρι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992]</p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΑ</strong></h5>
<p>Εμείς βουνά αντικριστά<br>και συ μια λίμνη πού γεννήθηκε ανάμεσα μας.</p>
<p>Είσαι μια μέλισσα, μαζεύεις την αγάπη μας<br>και μάς προσφέρεις θεϊκό, τής αθωότητάς σου μέλι.</p>
<p>Σαν αγριολούλουδα μαζεύουμε μπουκέτο τα χαμόγελά σου· <br>αυτά μάς δίνουνε ανάσα και δροσιά μέσ’ στο λιοπύρι.</p>
<p>Σκαρφαλωμένοι στης μαμάς την αγκαλιά σαν ορειβάτης <br>βυζαίνεις λαίμαργα το γάλα της ζωής&#8230;<br>Σέ βλέπω και χαμογελώ ευτυχισμένος.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΤΩ ΘΟΛΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ (5/11/2022)</strong></h5>
<p>Στις &#8220;Φωτογραφίες Κάτω Θόλου&#8221; ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης φτιάχνει μια ποίηση στιβαρή, από καθαρά υλικά που μοιάζουν με τα υλικά της πατρογονικής του γης που υμνεί (Κάτω Θόλος είναι το χωριό του) χώμα, πέτρες, χωράφια, συρμές, νερά, ποτάμια , κι άνθρωποι. Μια ποίηση με ειλικρίνεια και χάρη περισσή, δίχως να ξεστρατίζει σε λεκτικές φιοριτούρες και υπερβολές, μια ποίηση της φύσης (σαν την ποίηση του Γουίτμαν) και της χωριάτικης ζωής με μια απλότητα και δύναμη που φέρνει στο νου πολύ περισσότερο τον Χρήστο Μπράβο, και πολύ λιγότερο τον Μιχάλη Γκανά. Και με μια τοιχογραφική περιγραφικότητα με ντοπιολαλικά στοιχεία, ήθη και έθιμα, που θα μπορούσε να συγκριθεί &#8211; τηρουμένων των αναλογιών &#8211; με του Γιάννη Τσίγκρα. Η αγάπη του στους ανθρώπους που τον κυκλώνουν και τον περιβάλλουν με την δική τους αγάπη, είναι ταυτόχρονα και σεβασμός για το ρόλο του καθενός μέσα στα πλαίσια της οικογένειας και της μικρής κοινωνίας, ρόλος που απονέμεται και συντελείται κυρίως λόγω δεσμών αίματος. Μα και ο έρωτας βρίσκει το δρόμο του και η πατρική αγάπη, κι ένα μακροσκελές δέος απέναντι στο μεταφυσικό και τα στοιχεία του &#8211; τη ζωή και το θάνατο ως τέτοια &#8211; κι όλα αυτά εκφράζονται το ίδιο απλά όπως βιώνονται, γεμάτα με το συναίσθημα και τον πόνο που τα χαρακτηρίζει, μα ουδέποτε γυαλισμένα, εξευγενισμένα, εξωραϊσμένα. Αυτή του η χαρακτηριστική ευθύτητα είναι νομίζω αρκετή ώστε να απονεμηθεί στον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη ο τίτλος του μείζωνος ποιητή. Σπάνια συναντάς τέτοια αλήθεια. Η αναγνώρισή του πάντως δεν έχει να κάνει με μηχανισμούς και αυθεντίες. Κάθε άξιος αναγνώστης είναι σίγουρο ότι θα ενσκύψει σε τούτη την ποίηση με τη θρησκευτική ευλάβεια που της αντιστοιχεί. Αυτό θα πρέπει να είναι και το μοναδικό παράσημο που της οφείλεται. Τα υπόλοιπα (βραβεία, περιοδικά, διάφορα γραφεία κλπ) &#8211; όσο κι αν παραπονιέται ο ποιητής για αυτά, ορισμένες φορές με ένα παιδικό σχεδόν παραπονο &#8211; είναι για το θεαθείναι και σίγουρα πάντως, μακριά από την ουσία της ποίησης καθαυτή.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Η ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Ιωαννίδη επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί τα πολλαπλά επίπεδα της έκφρασης. Ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία οι λέξεις δείχνουν να ανταποκρίνονται σε εικόνες καθημερινές, προσδίδεται όψη ιδιαίτερη και μοναδική καθώς η κάθε μία εξ αυτών βαπτίζεται στη δίνη της βιωματικής εμπειρίας σε τόνο εξομολογητικό. Μία αυτοβιογραφία η οποία σέβεται την ποιητική φόρμα και η στόχευση της ανταποκρίνεται στα διαζώματα της σκέψης. Πράγματι, πρόκειται για πολυεπίπεδη βιογραφία η οποία αναπτύσσεται σε επάλληλα πεδία στην εν λόγω ποιητική συλλογή. Δεν αφορά στιγμιαίες αποκαλύψεις του δρώντος υποκειμένου στα ιστορικά πεπραγμένα του χρόνου σε αφαιρετική σύλληψη αλλά αποκτά σάρκα και οστά σε πρόσωπα, τοπογραφίες, γεγονότα της καθημερινότητας τα οποία αποκαλύπτουν την αθέατη όψη της πραγματικότητας αλλοτινών καιρών. Εποχές δύσκολες τις οποίες ο ποιητής γνώρισε σε άμεση συσχέτιση με τα πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Με πολλαπλασιασμένες διακυμάνσεις ο ποιητικός χρόνος μετατοπίζεται απ’ το παρόν στο παρελθόν. Δεν είναι η αναπόληση που προσθέτει αξία στη συλλογική και ατομική μνήμη. Είναι ο τρόπος έκφρασης των συναισθημάτων τα οποία υπερκαλύπτουν τις περιοριστικές συνθήκες των οποίων υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας ο ποιητής.</p>
<p>Τα ποιητικά στάδια των πρώτων στίχων αποθεώνουν τη σύζυγο Χρυσούλα. Παρά την προσωποποίηση ωστόσο των αναφορών ο ποιητής πίσω από το πρόσωπο της καθρεφτίζει τη γυναίκα ως φυσικό προϊόν το οποίο είναι υπεύθυνο για την αρμονία και την ισορροπία στον κύκλο της ζωής. Γύρω από τη γυναίκα περιστρέφεται η νοηματοδότηση του άρρενος θαυμαστού. Ένας έρωτας αθώος αναζητά το στερέωμα της νιότης στα ακροτελεύτια στολίδια της γυναικείας αυθεντίας. Η τελευταία διαπερνά όλους τους ρόλους, απ’ την ερωτική νύξη στη μητρότητα και τον καίριας σημασίας ρόλο της στις εργασίες και δη τις αγροτικές, συνώνυμο της σκληραγωγημένης της φύσης. Μία παρουσία μοναδικής ομορφιάς κι ενέργειας η οποία διαχέεται σε κάθε γωνιά της οικογενειακής φωτογραφίας. «Πνοή που ξεδιψάει κάθε ανάγκη μας/ γεννήτρια οξυγόνου εσύ, να εισπνεύσουμε ζωή» (σελ 15). Η γυναίκα ως ελπίδα και ως δροσιά νιότης, ως τελευταίος ασπασμός στην δύσβατη πορεία της ζωής.</p>
<p>«Μέσα στον άγριο χειμώνα/με το κοντό μου παντελόνι/και με παπούτσια λαστιχένια. Αθώα χρόνια, δίχως έννοια» (σελ 17). Αποδρά ο ποιητής στον κόσμο των παιδικών αναμνήσεων. Στον κόσμο της ανέμελης καταγραφής περιστατικών τα οποία περικυκλώνουν οικεία πρόσωπα του παππού και της γιαγιάς. Πρόσωπα τα οποία συμβολίζουν την εμπειρία στον κάματο της ζωής και την κληροδότηση της από γενιά σε γενιά, μέσα απ’ τα καθημερινά παραδείγματα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η προσωπικότητα της μητέρας η οποία αντιδιαστέλλεται από τη μορφή του συζύγου, καθώς η πρώτη συμπυκνώνει τη θαλπωρή και την αγωνία, το φόβο και την ανησυχία που αρμόζει στο ρόλο υψηλής κυριότητας ως εφεδρείας στα κατάστιχα των τεχνών. Απ’ τα συντρίμμια του παρελθόντος εκείνη αναδύεται εν εγρηγόρσει να ανταποκριθεί στις πολλαπλές υποχρεώσεις που η ανάγκες προστάζουν. Ο χρόνος μεταναστεύει εκ νέου σε πρωτόγνωρες καταστάσεις επιθυμιών στις οποίες κατοικοεδρεύει η γυναικεία ύπαρξη σε φτωχικό κορμί. «Μέσα στη φύση είναι πρωτόγονες οι καμπύλες των επιθυμιών» (σελ 23) «με εφαρμοστό λουλουδάτο φόρεμα/και χρωματιστή ομπρέλα για τον ήλιο» (σελ 23). Μία οπτασία η οποία αποτυπώνει βαθύτερες επιθυμίες προκειμένου οι λέξεις στην εικονοποιία τους να ελευθερώσουν τον πυρήνα των χρωμάτων που η ανθρώπινη παρουσία φωτίζει.</p>
<p>Είναι όμως και η εξωτερική πραγματικότητα του κοινωνικού όλου που μαστίζει τα όνειρα και τα προσγειώνει απότομα καθώς η βιοπάλη των χωρικών δεν γνωρίζει παρά μονάχα αναλαμπές ξεγνοιασιάς. «Καπνά και καλαμπόκι, σιτάρι και κριθάρι/βρώμη και σίκαλη (…)Εμείς εδώ δεν ξέρουμε θάλασσες και καράβια» (σελ 25). Στην αντίθεση της πεδιάδας</p>
<p>που ζητά ολοένα περισσότερα εργατικά χέρια τα οποία δεν περισσεύουν ποτέ στην ώρα της σποράς και της συγκομιδής, τα γεωγραφικά σύνορα ολοένα στενεύουν και δεν επιτρέπουν τη φαντασία να πλανευτεί στα πέρα όρια της συνείδησης. Η μνήμη και τα πατήματά της αναζωπυρώνουν το πάθος της ιστορίας της στο βιαστικό βάδισμά της. «Οι παιδικές μας αναμνήσεις δεν χωράνε ποιήματα/ούτε και στον απέραντο γαλάζιο ουρανό» (σελ 31). Είναι εκείνες οι στιγμές που η μνήμη αντανακλάται ως εξιλέωση μίας βάρβαρης πραγματικότητας. η αποστροφή έναντι της τελευταίας αναδιπλώνει τη συνέχεια της πλοκής που ομοιάζει ολοένα περισσότερο με κάτι φρέσκο και δροσερό που όμως αφυδατώνεται και στο τέλος καταλήγει μία παγερή χρήση έκτακτης ανάγκης. «Πρωί πρωί κατέβαινα απ’ τη λοφοπλαγιά/κι ερχόμουνα στο σπίτι/να πάω τις αγελάδες στον τσομπάνο (…) και ύστερα στα γρήγορα, μέσα σε τσάι ή γάλα/να θρύβω το μπαγιάτικο ψωμί, κι αμέσως έφευγα για το σχολείο/ φορώντας μπότες ή κοντά παπούτσια λαστιχένια» (σελ 37).</p>
<p>Η ζωή σε κινηματογραφικό σενάριο δίχως περικοπές.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 10/2/2019</p>
<p>«Φωτογραφίες Κάτω Θόλου» Ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Ιωαννίδη, Εκδόσεις Όστρια, Μάιος 2019</p>
<p>«Μέσα στη φύση η αμαρτία δεν είναι αμαρτία<br>Μπορείς να σκέφτεσαι ερωτικά για όλα»<br>Κ. Ιωαννίδης</p>
<p></p>
<p>«Φωτογραφίες κάτω θόλου» ή στιγμές από την αιωνιότητα. Κατ’ αρχήν δίνουν την εντύπωση ποιητικών Μεταγραφών υπέρ του καθημερινού μόχθου. Αλλά τελικά είναι δοξαστικό συναξάρι όπου πίσω από τις εικόνες της επιβίωσης σκιαγραφείται η αγωνία για την επόμενη μέρα. Αποτυπώσεις μιας αθανασίας που τρέφεται στη μνήμη καθώς ζεσταίνουν την παλάμη οι απώλειες. Μια λίμνη αστραφτερή εν ηρεμία όπου οι στίχοι μοιάζουν με ζωγραφιές αλλεπάλληλων κύκλων επιβίωσης… «Τα κίτρινα θερισμένα χωράφια / στις κοιλάδες , στους λόφους και στα βουνά του Θόλου. / Ο κίτρινος ήλιος, το κίτρινο μεσημέρι». Η αγάπη εδώ μέσα προσφέρει ελπίδα στην μοναξιά που μας περιβάλει… «Με την αγκαλιά της να σπάζει τ’ αγκάθια του φόβου. Να σπάζει καπνά με δυο χέρια συγχρόνως».</p>
<p>Η Ανάγκη κατανοείται και εξυμνείται ως γεννήτρια ζωής, και όλα εξανθρωπίζονται χάρις στην αγάπη και τη θυσία… «Μα πως αντέχει τόσο έντονο σφυγμό; Μόνη της εκχερσώνει την ασήμαντη ζωή».</p>
<p>Στίχοι σταγόνες από βοτάνια παρηγορητικά. Ποιητικός λόγος, που εξυψώνει τα ελάχιστα μεγέθη του καθημερινού σε θεμέλιο μέλλοντος. Ποιητικός λόγος με ρυθμό, με οικονομία έκφρασης, ακριβή αφαίρεση και ουσιαστική απλότητα. Αν σ’ όλα αυτά διακρίνουμε την θέση ότι η εξέλιξη επιτυγχάνεται μέσω της θυσίας, τότε διαισθανόμαστε πως ο ποιητής κυρίως τραγουδά την θηλυκή ουσία του κοινωνικού γίγνεσθαι… «Στις ρυτίδες της κυλάει ρυάκι της ελπίδας. Πέτρα πίστης και υπομονής, πέτρα σπίτι».</p>
<p>Όλες οι καθημερινές πράξεις, οι μηχανισμοί, ο ήχος τους, στην υπηρεσία του ποιητή… «Να ράβει στη ραπτομηχανή χεριού τα βρακιά μας. / Να έχει ολόκληρο πάνινο σακούλι, με σπάνια ωραία κουμπιά. / (Δύσκολα βρίσκεις όμορφα κουμπιά στα σημερινά ρούχα)…».</p>
<p>Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης ξεκινά από το ειδικό για να διασώσει την προοπτική, με αποτέλεσμα να μας ωθεί στην αντίληψη του γενικού. Συμπυκνώνει και αποτάζει την κούραση, τις καθημερινές θυσίες, τραγουδά τις ανάγκες της ύπαρξης και με ταπεινό βηματισμό πλησιάζει την ελπίδα.</p>
<p>Υπονοεί πως οφείλουμε να εμπιστευόμαστε ό,τι «ζεσταίνει», ότι «υποστηρίζει», ένα σπιτικό. Όπως οφείλουμε κατά βάθος την ύπαρξή μας, την αντοχή μας, στο λιγοστό χώμα που μας επιτρέπεται. Το χώμα που ανέχεται τα βάρη του σύμπαντος. Η επιβίωση, υποστηρίζει πίσω από της λέξεις, δεν είναι μονάχα άχθος και συντριβή αλλά και ομορφιά, σκέψη, αποδοχή, κατανόηση, καρτερία, τρυφερότητα.</p>
<p>–«Ραγίζω την καρδιά μου με τσεκούρι, / να ζεσταθώ στα μονοπάτια των δακρύων. / Στο Παρανέστι υγρασία και ομίχλη / κι οι γάτες βρίσκουν ζεστασιά στους αχυρώνες».</p>
<p>-«Ο Νέστος κατεβάζει κορμούς / κι όταν η κοίτη του στενέψει, / κούτσουρα θα μαζέψουμε κι άσπρα ξερά κλαδιά, για να μπουκώσουμε τον άγριο χειμώνα».</p>
<p>Αν και άνθρωπος της πόλης, ο ζεστός, γήινος και μεστός λόγος του Κωνσταντίνου Ιωαννίδη θα με καταστήσει κοινωνό μιας ομορφιάς, μιας αλήθειας. Οι μικρές πατρίδες είναι ο προμαχώνας της Μητρόπολης. Είναι μια ζωντανή-υπαρκτή αγκαλιά με μυρωδιές μύθων, σχεδόν παραμύθια. Συναισθήματα χρωματίζουν με οξυγόνο την ασφυξία στις περίκλειστες πλατείες. Πολλά ποιήματα εδώ μοιάζουν με μικρές σφιχτές διηγήσεις όπου αντλείς δύναμη από την συγκίνηση και την μνημοσύνη. Λυρισμός με δύναμη έπους. Άρωμα ουμανισμού προστατεύει τον ποιητή από το κοινότοπο μιας ηθογραφίας. Η αγάπη προστατεύει από το φθηνό συναίσθημα, από την ευκολία του μελό. Η καίρια αφαιρετική προσδίδει φιλοσοφικό βάθος. Η ιδιαιτερότητα του απλού μετατρέπει την οικονομία έκφρασης σε πλούτο. Ο Ρυθμός εξυψώνει το ταπεινό του καθημερινού.</p>
<p>-«Το τραίνο έφυγε απ΄ το σταθμό του, / τα τζάμια τρέμουν σαν σε ποντιακό χορό. / Έρχεται βροχή κι εγώ / ανεβαίνω και κλείνομαι στο μικρό δωμάτιο. / Στέκομαι μπροστά στο μικρό συρταρωτό παράθυρο / που ανοιγοκλείνει πάνω – κάτω. Μπροστά μου / η αποθήκη του θείου Γιαννίκα με την λαμαρινένια στέγη. / Το σπίτι μας και το αραπαλίκι με λαμαρίνες. / Η βροχή με την ουράνια φωνή της/ χτυπώντας στις λαμαρίνες, / τραγουδάει τη –φλαμουριά-».</p>
<p>Οι λέξεις, τα νοήματα, κινούνται με κινηματογραφικές ταχύτητες. Εικόνες σφοδρών συναισθημάτων, στιγμιαία κρατήματα για την κατανόηση του συμβάντος, αποτυπώσεις θλίψης και φυγής. Εικόνες-εντυπώσεις που θυμίζουν γραφή Ταρκόφσκι. Ο αναγνώστης περνά ανεπαισθήτως απέναντι όπου συμμετέχει και συμπάσχει ως ευαίσθητος δέκτης-θεατής. Στο κέντρο του ποιήματος τώρα πια δεν βρίσκεται μόνο ο ποιητής αλλά όλοι εμείς κάτι που επιτυγχάνεται με την δύναμη απλών και ξεκάθαρων γραμμών. Δεν ξέρω αν αυτό είναι κυρίως μια συνειδητή ενέργεια, μια επιστημονικά κατακτημένη ικανότητα του δημιουργού ή μια ασυνείδητη πράξη που οφείλεται στην άβυσσο του ποιητή.</p>
<p>-«Ο ήλιος του μεσημεριού χλιμιντρίζει / σα διψασμένο άλογο / που βόσκει στην πλαγιά του λόφου. / Μέσα στη φύση είναι πρωτόγονες / οι καμπύλες των επιθυμιών. / Περνά το τραίνο με όρθιους επιβάτες / που καπνίζουν και βλέπουν κινούμενο τοπίο απ΄ τα παράθυρα του διαδρόμου».</p>
<p>Συχνά οι απλές εικόνες από τούτη την ανεπιτήδευτη και αληθινή ποιητική, μετατρέπονται σε υπερρεαλιστικούς πίνακες, σε ενύπνια θαυμάσιων αιωρήσεων , καθώς το πρωινό πλησιάζει και η νύχτα έχει κουραστεί στο σκοτάδι της. Και το τραίνο, αυτή την περιφρονημένη «λεωφόρο» των ανοικτών πεδίων, όπου κάποτε έφερνε την δύναμη της επικοινωνίας σ΄ όλη την επικράτεια, το τραίνο που σήμερα ολούθε ακουμπάει στο μέλλον και μόνο εδώ κάτω κρύβεται ντροπιασμένο, το τραίνο, είναι ο μεγάλος φίλος του ποιητή. Κουβεντιάζει μαζί του σαν ίσος προς ίσον… «Τραίνο της παρανέστιας κοιλάδας / με τους καθημερινούς σου επιβάτες, / που συζητούν ή στέκουν όρθιοι στα παράθυρα. / Άντρες που βλέπουν το τοπίο καπνίζοντας / κι άλλοι που περιφέρονται να βρουν κορίτσια».</p>
<p>Θα τολμούσα να υποστηρίξω πως οι φαινομενικά απλές «Φωτογραφίες Κάτω Θόλου» είναι το έπος μιας εποχής με γλυκόλαλο λόγο, ειλικρινείς Μεταφορές και κατανοητό βαθμό Ελλειπτικότητας, όπου γηγενείς άγνωστοι στρατιώτες-φρουροι των συνόρων, μαζί με πρόσφυγες από χαμένες πατρίδες, φυγάδες θανάτου κάποτε, ριζώνουν, και ριζώνουν, ανθίζοντας αενάως την σωτηρία. Φέρνουν την ελπίδα. Προμηνύουν τη νίκη της επιβίωσης δουλεύοντας σκληρά από τα τρυφερά χρόνια τού παιχνιδιού κάτω από αντίξοες συνθήκες… «Τρεις αγελάδες είχαμε, / μ΄ ανέβαινα στον λόφο του πέρα μαχαλά / με είκοσι ή τριάντα αγελάδες. / Και ύστερα στα γρήγορα, μέσα σε τσάι ή γάλα / να θρύβω το μπαγιάτικό ψωμί. / Κι αμέσως έφευγα για το σχολείο, φορώντας μπότες ή κοντά παπούτσια λαστιχένια». Αν είχα την εμμονή να αναζητώ, αδίκως βέβαια, συνέχειες και επιρροές θα σταματούσα έκπληκτος σε Κατάη, Ριχάκου και ΄Ερζα Πάουντ. Θα συνέχιζα με μεγάλους γραφιάδες της Ρώσικης στέπας που έκρυβαν αναγκαστικά τον πόνο πίσω από τον αφαιρετικό λυρισμό και εκείνο το σπουδαίο έργο «-Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού-, υπό Ν. Γ. Πολίτου» . Αλλά έμαθα με τον καιρό και επιβεβαίωσα ακόμη μια φορά εδώ πως η αυθεντικότητα στην δημιουργία μοιάζει με την υγρασία στο χώμα: η βροχή φτάνει από παντού, δίχως επιλογές ποτίζει. Και ο Ιωαννίδης μεταγράφει μέσω της αβύσσου του τον ελληνικό βίο με τρόπο ελληνικό, (ευτυχώς ακόμη και σήμερα κρατάει κάποια μετερίζια ο ελληνικός τρόπος), στο μεταίχμιο μιας νεαρής ακόμη αλλά δραματικής, αντικειμενικά, εξέλιξης.</p>
<p>Και πετυχαίνει εδώ ο ποιητής το καλύτερο, δηλαδή την ανάδειξη ενός κυρίαρχου ερωτήματος πίσω απ’ τις λέξεις δίχως κραυγές, δίχως λυγμό, παρά μόνο μ’ ένα κεκρυμμένο παράπονο, ό,τι προσφέρει η αξιοπρέπεια ενός χωνεμένου πένθους. Το κυρίαρχο ερώτημα είναι: σήμερα, και με προβολή στο αύριο, τι μας στηρίζει; Και βέβαια ο ποιητής δεν προτείνει λύση. Και βέβαια η ποίηση δεν είναι για να δίνει λύσεις.</p>
<p>Δεν είμαι βέβαιος τι ακριβώς πιστεύει ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, εκείνο όμως που μπορώ να πω δίχως να φοβάμαι μην πέσω έξω είναι πως η αγάπη του, άρα και η ελπίδα του, είναι η δύναμη του βηματισμού πατώντας ξυπόλυτος στο ζεστό, στο υγρό, στο παγωμένο χώμα της πατρίδας. Ο κάθε ποιητής, υπονοεί ο Ιωαννίδης, πρέπει να οφείλει, να χρωστά, στις έννοιες ειδικό, γενικό, δράση, ευσπλαχνία, αποδοχή, κατανόηση, καρτερία, φιλοπατρία, έστω κι αν κτυπά στα πλήκτρα ενός laptop-tablet τα τραγούδια του, επικοινωνώντας ταυτόχρονα μέσω του άυλου με τον αναγνώστη, με το παγκόσμιο, με το συμπαντικό, και το αντίστροφο βεβαίως… «Ο νους μου οργώνει μακρινά χωράφια, / που είναι τώρα πια άφραχτα. / Η φύση χρόνο με τον χρόνο αλλάζει μορφή / και γίνεται αγνώριστη».</p>
<p>Τελειώνοντας, ο ποιητής Κωνσταντίνος Ιωαννίδης , ως αρχαίος ιππότης-τροβαδούρος, τριγυρνά στον σύγχρονο κόσμο αναζητώντας στο φορτίο του, στο φορτίο μας, εγγυήσεις και ελπίδα. Τα τραγούδια του θυμίζουν άλλοτε συναξάρι μαρτύρων, άλλοτε μισοσβησμένες αγιογραφίες, καθώς ψαλμωδεί -εν ονόματι- για όλους μας… «Με λέξεις το αλεξίσφαιρό μου. / Αυτό με σώζει με την αθωότητά μου. / Οι πέτρες έχουνε ρυτίδες αναμνήσεων, / το μέτωπό μου χνάρια από σφραγίδες ξεφτισμένες».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ<br>Σε όσους υποκρίνονται την καλοσύνη που οφείλουν στο σύμπαν, φορώντας έναν μανδύα &#8220;αξιοπρέπειας&#8221; και ψευτοϊδεολογίας. Λυπάμαι για μένα, που έδωσα την εμπιστοσύνη μου και τα γραπτά μου (την ψυχή μου δηλαδή), μα πιο πολύ, λυπάμαι για κείνους (που θρέφονται με τα γραπτά &#8211; και τις ψυχές &#8211; των άλλων). Λόγια δεν έχω άλλα να πω, βρήκα τούτο το ποίημα του μεγάλου ποιητή Κωνσταντίνος Ιωαννίδης που τα λέει όλα:</p>
<p>Μια στάμνα δροσιάς είναι ο ίσκιος του καλού ανθρώπου</p>
<p>Η μοναξιά είναι ένα λιβάδι με άκοπα αγριολούλουδα.</p>
<p>Όταν κανείς δεν δίνει σημασία στις αληθινές σου ιστορίες,<br>ένας βράχος πίκρας σου συνθλίβει την ψυχή.</p>
<p>Και μόνο μ’ ένα δάχτυλο του κακού ανθρώπου μπροστά στα μάτια σου,<br>χάνεις τον όμορφο κόσμο σου.</p>
<p>Η μοναξιά δεν φαίνεται, αλλά υπάρχει,<br>σαν ευωδιά μιας φλαμουριάς ή σαν μια παλιά φωτογραφία.</p>
<p>Η μνήμη μας, είναι ο χυμός της όλης μας ζωής.<br>Όλες μαζί οι βιταμίνες σου σ’ ένα ποτήρι, για να ξεδιψάς.</p>
<p>Μια στάμνα δροσιάς είναι ο ίσκιος του καλού ανθρώπου.</p>
<p>Στίχοι της δικής μου ψυχής κουρνιάζουν<br>στην μουριά της παιδικής , εφηβικής και νεανικής μου ηλικίας.</p>
<p>Οι σαν κλειστές ομπρέλες λεύκες, το άλογο που βόσκει, το πηγάδι.<br>Πιο κάτω το ποτάμι, όπου θα πας το άλογο, να ξεδιψάσει.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong>&nbsp;</h5>
<p>(5/11/2022)</p>
<p>Παλαιότερο κείμενο για το ποιητικό βιβλίο του Κωνσταντίνος Ιωαννίδης</p>
<p>Στις &#8220;Φωτογραφίες Κάτω Θόλου&#8221; ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης φτιάχνει μια ποίηση στιβαρή, από καθαρά υλικά που μοιάζουν με τα υλικά της πατρογονικής του γης που υμνεί (Κάτω Θόλος είναι το χωριό του) χώμα, πέτρες, χωράφια, συρμές, νερά, ποτάμια , κι άνθρωποι. Μια ποίηση με ειλικρίνεια και χάρη περισσή, δίχως να ξεστρατίζει σε λεκτικές φιοριτούρες και υπερβολές, μια ποίηση της φύσης (σαν την ποίηση του Γουίτμαν) και της χωριάτικης ζωής με μια απλότητα και δύναμη που φέρνει στο νου πολύ περισσότερο τον Χρήστο Μπράβο, και πολύ λιγότερο τον Μιχάλη Γκανά. Και με μια τοιχογραφική περιγραφικότητα με ντοπιολαλικά στοιχεία, ήθη και έθιμα, που θα μπορούσε να συγκριθεί &#8211; τηρουμένων των αναλογιών &#8211; με του Γιάννη Τσίγκρα. Η αγάπη του στους ανθρώπους που τον κυκλώνουν και τον περιβάλλουν με την δική τους αγάπη, είναι ταυτόχρονα και σεβασμός για το ρόλο του καθενός μέσα στα πλαίσια της οικογένειας και της μικρής κοινωνίας, ρόλος που απονέμεται και συντελείται κυρίως λόγω δεσμών αίματος. Μα και ο έρωτας βρίσκει το δρόμο του και η πατρική αγάπη, κι ένα μακροσκελές δέος απέναντι στο μεταφυσικό και τα στοιχεία του &#8211; τη ζωή και το θάνατο ως τέτοια &#8211; κι όλα αυτά εκφράζονται το ίδιο απλά όπως βιώνονται, γεμάτα με το συναίσθημα και τον πόνο που τα χαρακτηρίζει, μα ουδέποτε γυαλισμένα, εξευγενισμένα, εξωραϊσμένα. Αυτή του η χαρακτηριστική ευθύτητα είναι νομίζω αρκετή ώστε να απονεμηθεί στον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη ο τίτλος του μείζωνος ποιητή. Σπάνια συναντάς τέτοια αλήθεια. Η αναγνώρισή του πάντως δεν έχει να κάνει με μηχανισμούς και αυθεντίες. Κάθε άξιος αναγνώστης είναι σίγουρο ότι θα ενσκύψει σε τούτη την ποίηση με τη θρησκευτική ευλάβεια που της αντιστοιχεί. Αυτό θα πρέπει να είναι και το μοναδικό παράσημο που της οφείλεται. Τα υπόλοιπα (βραβεία, περιοδικά, διάφορα γραφεία κλπ) &#8211; όσο κι αν παραπονιέται ο ποιητής για αυτά, ορισμένες φορές με ένα παιδικό σχεδόν παραπονο &#8211; είναι για το θεαθείναι και σίγουρα πάντως, μακριά από την ουσία της ποίησης καθαυτή.</p>
<p></p>
<p>.</p>
<p></p>
<p></p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
