<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/category/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Sat, 06 Jan 2024 09:00:23 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 21 Aug 2023 21:17:45 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=19944</guid>

					<description><![CDATA[Ο Θεοδόσης Κοντάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, με καταγωγή από την Ιεράπετρα Κρήτης και από τη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: Αναγνώριση εδάφους και άλλα ποιήματα (Πλανόδιον, 2009), Τελευταία εποχή (Θράκα, 2016), Μέρες &#38; νύχτες του Οδυσσέα (Κέδρος, 2017). Εξέδωσε επίσης, έναν τόμο με νουβέλες και διηγήματα: Επτά σπίτια (ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου, &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Θεοδόσης Κοντάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968, με καταγωγή από την Ιεράπετρα Κρήτης και από τη Θεσσαλονίκη.<br />
Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές: Αναγνώριση εδάφους και άλλα ποιήματα (Πλανόδιον, 2009), Τελευταία εποχή (Θράκα, 2016), Μέρες &amp; νύχτες του Οδυσσέα (Κέδρος, 2017). Εξέδωσε επίσης, έναν τόμο με νουβέλες και διηγήματα: Επτά σπίτια (ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου, 2016). Η «Δεύτερη Πορεία» (24 γράμματα, 2022) είναι η τελευταία του ποιητική συλλογή.<br />
<span style="font-size: 1rem; color: var(--ast-global-color-3);"> Ποιήματα και διηγήματά του έχουν βραβευτεί και δημοσιευτεί σε περιοδικά, καθώς και σε ανθολογίες. </span>Παράλληλα, ασχολείται με την μετάφραση ποίησης από τη γερμανική, την ιταλική, την ισπανική, την καταλανική, τη γαλλική, την πορτογαλική και την αγγλική γλώσσα. Σε μετάφρασή του από τα γερμανικά έχει εκδοθεί η ποιητική συλλογή του Ρ. Huchel Η ένατη ώρα (Βακχικόν, 2017, με την υποστήριξη &#8211; χορηγία του Ινστιτούτου Goethe), ενώ έχει εκπονήσει το έργο Ανθολογία γερμανικής ποίησης: 16 γερμανόφωνοι μεταπολεμικοί ποιητές (Οδός Πανός, 2021). Σε μετάφρασή του από τα ιταλικά έχουν εκδοθεί, από τις εκδόσεις Βακχικόν, τα βιβλία: Μ. Luzi, Ποιήματα της ωριμότητας και της όψιμης άνθησης (συνέκδοση με το Fondazione Mario Luzi)· U. Saba, To Βιβλίο των Τραγουδιών (A&#8217; Βραβείο Νέων Μεταφραστών από το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο)· V. Sereni, Τ’ ανθρώπινα εργαλεία &#8211; Μεταβλητός αστέρας (με επιχορήγηση του Υπουργείου Εξωτερικών και Διεθνούς Συνεργασίας της Ιταλίας). Τέλος σε δική του ανθολόγηση και μετάφραση έχουν εκδοθεί η ανθολογία &#8220;Μετά τον εμφύλιο 16 Ισπανοί ποιητές&#8221;<br />
(24 γράμματα, 2022)  και &#8220;Ανθολογία Καταλανικής ποίησης 12 πρωτοπόροι ποιητές (24 γράμματα, 2023).</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19945 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0003-217x300.jpg" alt="" width="350" height="484" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0003-217x300.jpg 217w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0003.jpg 463w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19955 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/b222419.jpg" alt="" width="350" height="512" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19946 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0002-197x300.jpg" alt="" width="350" height="533" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0002-197x300.jpg 197w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0002.jpg 420w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-19947 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0001-211x300.jpg" alt="" width="350" height="497" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0001-211x300.jpg 211w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2023/08/ΒΙΒΛΙΑ-0001.jpg 451w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΟΡΕΙΑ (2022)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>Α’ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΕΠΟΧΗ</strong></em></h6>
<h5><strong>ΙΣΤΟΡΙΑ</strong></h5>
<p>Δεν πάει πολλή ώρα που κατέβηκες να κολυμπήσεις τα νερά της<br />
πράσινα σαν τα ’βάφε ο ήλιος &#8211; νωθρός εραστής:<br />
στις θάλασσές της είχε καθίσει για καιρό, μα η κορφή<br />
όταν ξεκίνησες -δε θυμάσαι;- χαμένη έμοιαζε σε σύννεφο γκρίζο·<br />
γιατί κι εδώ σκοτεινιάζει συχνά</p>
<p>κι όχι μόνο:<br />
ξεγελασμένοι όσοι μόλις χτες, άγουροι σαν και σένα<br />
περπάτησαν Μάρτη μήνα μεθυσμένοι στη ράχη της &#8211;<br />
κάτω απ’ τον ήλιο της γέμισαν τα πρόσωπα ρυτίδες·<br />
κουκουλωμένοι τώρα σκυφτοί περπατούν, βαραίνουν<br />
τα χιόνια στα μαλλιά τους</p>
<p>μα κι από πολύ παλιά<br />
ένα βουητό φτάνει απ’ όσους αλώνιζαν, νέοι σαν και σένα<br />
μες στο κατακαλόκαιρο· μια κρούστα πάγου, διάφανη<br />
σ’ τους καθρεφτίζει τώρα μαρμαρωμένους, αν έσκυβες να δεις<br />
τα μάτια γεμάτα απορία: θα τη νιώσεις και συ, κρύα στάλα,<br />
μα δε θα καταλάβεις· κι ο ήλιος θα σου καίει ακόμα την πλάτη.</p>
<h5><strong>ΟΥΡΑΝΟΣ</strong></h5>
<p>Τη νύχτα ήτανε το βουνό γεμάτο φαντάσματα:<br />
Τα δέντρα βογγούσαν μες στο σκοτάδι.<br />
Με το χάραμα φανήκαν οι κεραμιδένιες σκεπές<br />
ν’ αναπνέουνε λίγο-λίγο τις πρωινές σταγόνες-<br />
μια μέρα ακόμα: οι κάτοικοι -αν ζουν- θα κοιμούνται</p>
<p>Μέσα στην πάχνη, τα κλαδιά υψώνουν τις παλάμες-<br />
μαλακός βοριάς στην κορφή τραβά<br />
το σώμα: τα μάτια στραμμένα στον ουρανό<br />
κάτι πασχίζουν ν’ αναστήσουν<br />
ξανά, από κάτω προς τα πάνω &#8211;<br />
ενώ το τελευταίο άστρο τρεμοσβήνει</p>
<p>Μια φωνή ανεβαίνει, κατεβαίνει με την ψιλή βροχή:<br />
το καμπαναριό, το ρολόι με βγαλμένους τους δείχτες &#8211;<br />
η καμπάνα, σκουριασμένη, πενθεί τα χρόνια-<br />
παλιό αμαξάκι, σύντροφος πιστός, κάθεται άχρηστο πια,<br />
τα μπράτσα του φυτεμένα στη γη:<br />
τώρα όλα τρέχουν πολύ γρήγορα</p>
<p>Όμως εδώ τα τρένα φτάνουνε πολύ αργά:<br />
οι σταθμοί πονούν, έχουν αίμα, και δέρμα απαλό &#8211;<br />
λίγοι άνθρωποι, πρόσφυγες περιμένουνε γυμνοί<br />
σκυφτοί· εδώ μένουνε &#8211; καμιά σκεπή γι’ αυτούς·<br />
όταν σηκώνουν το πρόσωπο, πέρα ψηλά πάει το βλέμμα:<br />
ο κόσμος εδώ είναι πιο λεπτός<br />
απ’ τη δροσιά του πρωινού &#8211; ομίχλη κι απάτη·<br />
αλλιώς θα ’ταν αβάσταχτος.</p>
<p>Μια φωνή ανεβαίνει, έπειτα γκρεμίζεται στη γη:<br />
σκληρό κι αέρινο και το στερέωμα και το χώμα,<br />
ομίχλη και σιωπή· μόνο πέρα, στον ορίζοντα<br />
οι κορφές των δέντρων, μυστικές<br />
αγκαλιάζουν τα σύννεφα.</p>
<h5><strong>ΚΑΙ ΓΙ’ ΑΥΤΑ ΜΙΛΗΣΑΝΕ…</strong></h5>
<p>Και γι’ αυτά μίλησαν κάποτε,<br />
όταν ξεκινήσανε να βαδίζουν &#8211; ποιος ξέρει για πού,<br />
ποιες θάλασσες να περάσουνε με ξύλινες σχεδίες<br />
και με μια πρωτόγονη πυξίδα</p>
<p>Στο δρόμο τους στέκονταν κάθε τόσο: σε κύκλο<br />
πιασμένοι στέλνανε τους ύμνους τους &#8211; ψηλά<br />
είχανε ζωγραφίσει ένα μεγάλο αυτί: ανάμεσα στα σύννεφα</p>
<p>τα θηρία κοιτούσανε τότε με περιέργεια<br />
τα θηράματά τους, με μάτια αθώα,<br />
γεμάτα άγνοια: σα ν’ απορούσαν<br />
ποιοι να ’τανε τούτοι που τρυπούσαν τον πάγο σκάβανε<br />
το χώμα ματώναν τα δέντρα τα ζώα</p>
<p>και κείνα ξαπλώνανε στις φωλιές τους<br />
μες στις μαλακιές τους τις γούνες &#8211; την ίδια ώρα<br />
οι άλλοι, γυμνοί, με μανία οργώνανε τη γη:<br />
σύντομα θα υψώνανε τοίχους γυάλινους πύργους,<br />
μα φύσαγε ακόμα άνεμος αρχαίος</p>
<p>και τα κορμιά τους αγκαλιάζονταν<br />
θυσιάζονταν χάνονταν στον πυρετό &#8211;<br />
τα χέρια ιδρωμένα ψάχναν ακόμα<br />
ένα μάτι: ανάμεσα στα σύννεφα &#8211;<br />
κι εδώ κάτω ομίχλη μόνο χιόνι στάχτη λευκή</p>
<p>και γι’ αυτά μιλήσανε κάποτε,<br />
με λέξεις άγνωστες κι αινιγματικές &#8211;<br />
τα δικά μας τα στόματα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>Β’ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΟΡΕΙΑ</strong></h6>
<h5><strong>ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΕΔΑΦΟΥΣ</strong></h5>
<p>Ένα πλοίο διακρίνεται μέσα σε σύννεφο να πλησιάζει<br />
στον κόλπο μα ποτέ δεν πιάνει λιμάνι &#8211;<br />
η ακτή σα ν’ απομακρύνεται· αν μόνο πλησιάσεις<br />
αργά, αθόρυβα, με μια βάρκα να βγεις κλεφτά·<br />
τότε, αν είσαι έτοιμος να περπατήσεις τη χώρα,<br />
στα χωράφια θα δεις τις σκιές να δουλεύουν τη γη.<br />
Κοίταξε και μην ενοχλήσεις· άσε να θρέψουν<br />
το μεγάλο καρπό του κάμπου· μην τους ταράζεις πως:<br />
«δείτε! η θάλασσα είναι μόλις μισή ώρα δρόμος από δω»<br />
Κανένας τόπος δεν είναι άσχημος να τον επισκεφτείς:<br />
μέσ’ από παράθυρα τρένων, ο άνθρωπος είν’ ωραίος εν κινήσει &#8211;<br />
μαλακός καρπός κρύβει την ατσάλινη καρδιά-<br />
άγγιξέ τον και συνέχισε για τον επόμενο σταθμό:<br />
πρόσεξε μη χτίσεις σπίτι με κήπο, μη σε παρασύρει<br />
ο καπνός απ’ το τζάκι, κι η ζεστή αγκαλιά μη σε κάψει &#8211;<br />
προπάντων μη ζητήσεις να κοιτάξεις<br />
τη σκοτεινή, υγρή λάμψη στο βάθος των ματιών,<br />
γιατί τότε θα πρέπει να πάρεις ξανά<br />
το κουπί στον ώμο, νέο ταξίδι ν’ αρχίσεις<br />
ψάχνοντας στις ξέρες για λιμάνι, γι’ ανθρώπους<br />
που δεν γνωρίζουν αλάτι, ακόμα είκοσι χρόνια<br />
και δε θα προλάβεις.-</p>
<h5><strong>ΠΟΡΕΙΑ</strong></h5>
<p>Και τότε αφήσαμε πίσω τα ζεστά μας τα σπίτια:<br />
ανεβαίναμε χέρι-χέρι, αλυσίδα ολόκληρη, και μπαίναμε στο σπήλαιο.<br />
Τα δέντρα, μοχθηρά, μας χτυπούσαν στο πρόσωπο<br />
μα κάποτε φτάναμε λίγοι λίγοι, ματωμένοι.<br />
Θυμάμαι που φέρναμε μαζί κάτι κουλουριασμένους υπνόσακους<br />
πολύχρωμους γιατί ήτανε, λέει, μέσα λευκό και κρύο.<br />
Άρχιζα να συνηθίζω τους παράξενους σχηματισμούς του &#8211;<br />
«έτσι κι αλλιώς, εμείς θα μείνουμε λίγο», μας λέγανε.</p>
<p>Γιατί υπήρχανε κι οι άλλοι:<br />
στη μέση, κάτω από ένα κίτρινο στεφάνι που ’φεγγε από τη σκεπή<br />
υπήρχε μια λίμνη με ασβεστόνερο που το λέγαν «του θεού το γάλα»·<br />
εκεί οι αιρετικοί, πιασμένοι γύρω-γύρω, ψέλνανε τους ύμνους τους &#8211;<br />
οι φωνές τους μας φτάνανε μεσ’ από στοές και σχήματα απόκοσμα.</p>
<p>Εκεί ζούμε και τώρα:<br />
μέσα του οι σταγόνες ενώνονται, πάνω και κάτω,<br />
και γίνονται κολόνες ψηλές &#8211; τις έχουμε τόσο συνηθίσει<br />
που δεν τις βλέπουμε πια: κάθε τόσο ακούμε, ρυθμικά σχεδόν,<br />
ένας, κι έπειτα κι άλλος, να χτυπάνε κει πάνω τα κεφάλια.</p>
<p>Μα κι εμείς έχουμε γίνει διάφανοι:<br />
σεβαστοί, κατοικούμε κοντά στην είσοδο που μπαίναμε τότε &#8211;<br />
τα παιδιά μας τα στέλνουμε παραμέσα, στα σχολειά<br />
να μάθουν για την έξοδο κείνη που βγάζει, λέει, στη θάλασσα·<br />
τα μαλλιά μας είναι γκρίζα μα προχωράμε κάθε μέρα κατά κει &#8211;<br />
τα βράδια γυρνάμε πίσω, να κοιμηθούμε<br />
μες στους ξεθωριασμένους μας υπνόσακους.<br />
Έχουμε φτιάξει και μια σημαία γαλανή και βαδίζουμε, βαδίζουμε&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΣΤΡΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ</strong></h5>
<p>Οι άγγελοι του σπιτιού σκιές, πίσω απ’ την κουρτίνα κρύβονται,<br />
αυτοκόλλητα διάφανα στο τζάμι από Χριστούγεννα παιδικά<br />
σαράντα χρόνια λησμονημένα· γυμνά και τα δέντρα απ’ έξω &#8211;<br />
τα κλαδιά τους μάταια υψωμένα, χέρια δίχως παλάμες<br />
και βραδιάζει</p>
<p>ενώ σύννεφα γκρίζα κρύβουν τη σελήνη και τ’ άστρα,<br />
όλα σε μυστήριο κάποιας βαθιάς αναμονής· κι εκεί μια χορωδία<br />
σα να πάλλεται απόκοσμα μες στο κτίριο του επαρχιακού σχολείου<br />
χρυσοκόκκινη πίσω απ’ το τζάμι, αχνίζει σε τούφες έξω στο σούρουπο:<br />
αν κανείς ήθελε ν’ αγγίξει, θα πρέπει να ’χει παλάμη μικρή, απαλή·<br />
μα τώρα νύχτωσε κιόλας</p>
<p>και μόνο ένα κουδούνισμα αχνό<br />
απ’ τα μπαλκόνια-πολύχρωμα φώτα, τροχιά χαμένη σε κάθε βήμα:<br />
αν ένας πίσω κοιτάξει -Χριστούγεννα παιδικά- βαθιά θα πέσει· πάγος<br />
πάνω απ’ το κεφάλι, όμως ξαφνικά τα σύννεφα διαλύονται:<br />
μεσάνυχτα<br />
ο ουρανός ανοίγει, αυλαία, κι άστρο κανένα δε φάνηκε ούτε φεγγάρι,<br />
γιατί με το βλέμμα στη γη πάει ένας μόνος, ξένος &#8211; λυτρωμένος.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="TextRun SCXW164262730 BCX0" lang="EL-GR" xml:lang="EL-GR" data-contrast="auto"><span class="NormalTextRun SCXW164262730 BCX0">ΜΕΡΕΣ &amp; ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ</span></span><span class="EOP SCXW164262730 BCX0" data-ccp-props="{&quot;201341983&quot;:0,&quot;335559739&quot;:160,&quot;335559740&quot;:259}"> (2017)</span></strong></h4>
<h5><strong>ΓΗ</strong></h5>
<p>Τούτη η ξερή γη μιλάει σπάνια. Την πρώτη φορά που θα καλέσεις τ’ όνομά<br />
της είναι μαγεία και πόθος. Δε θα τη διασχίσεις δεύτερη φορά &#8211; όχι την ίδια.<br />
Κι ένας περιπατητής μαγεύτηκε μια φορά στην αγκαλιά της σαν ερωτευμένος<br />
&#8211; ήταν τότε υγρή: κάποιος βαθύς αχός την έκανε να λαχανιάζει ανεπαίσθητα.<br />
Κάποιος την άνοιγε, φαίνεται, με την τσάπα για να τη σπείρει. Ή είχε περάσει πριν<br />
από λίγο το τρένο κι έκανε τις φλέβες να σπαρταράνε. Κι αλήθεια, οι ράγες λαμπερές<br />
-αλαζονικές θα ‘λεγες- αναπαύονταν τώρα πάνω στο κορμί της, σίγουρες, σαν δίδυμα<br />
παιδιά της. Ο προσκυνητής έστησε αυτί κι άκουσε τη φωνή της σαν παράπονο, μα<br />
ήταν κι αυτό απόλαυση. Έμοιαζε όλος ο τόπος νέος, σαν και τον ίδιο. Κι αυτή<br />
γεννούσε.<br />
Κι οι άνθρωποί της; Αδιάφορους κι ευτυχισμένους τους τραβούσε χωρίς να το<br />
νιώθουν, εραστές της, λες κι είχαν πέταλα μες στα παπούτσια τους: «Μην τους<br />
ξυπνάς.»<br />
Τη δεύτερη φορά κάθε βήμα σβήνει ό,τι γράφτηκε την πρώτη. Να βάρυνε η<br />
ίδια, σαν να γέρασε, ή οι άνθρωποι κουράστηκαν να τη σπέρνουν; Κάτι φθινοπωρινό<br />
κι άγονο μαζί νιώθει ο περιπλανώμενος στα ρουθούνια. Σαν να την ακούει ακόμα,<br />
υπάκουος, ψαχουλεύει το χώμα μέχρι που το χέρι του γίνεται κατακόκκινο. Ένιωσε<br />
το σφυγμό της- αδύναμο. Ο τελευταίος που μαντάλωσε την πόρτα και κρέμασε το<br />
σαμάρι σ’ ένα σκουριασμένο καρφί σήκωσε τους ώμους, κι έμοιαζαν ν’<br />
ανοιγοκλείνουνε στον κόκκινο σβέρκο του δυο χείλη: «Μην ξανάρθεις.»<br />
Η τρίτη φορά είναι για τους τρελούς. Μια πυκνή ομίχλη την κάλυπτε τώρα &#8211;<br />
έτσι έπρεπε- καθώς αυτός τη διέσχιζε με πόδια λευκά του μπαμπακιού. Υπήρχε; Μα<br />
ένιωθε πια κι ο ίδιος βαρύς. Κάθε βήμα κι ένα παράξενο τσούξιμο στο στομάχι. Γιατί<br />
κάτι ετοιμαζόταν εδώ και ώρα &#8211; μια μορφή, σχεδόν ανθρώπινη γεννιόταν απ’ το<br />
γκρίζο πούσι. Φαινόταν να ζητάει τη βοήθειά του. Έμοιαζε σαν άγγελος γονατιστός.<br />
Μα γιατί μπροστά σε κείνον;<br />
Κοίταξε τα άδεια χέρια του με αμηχανία. «Θα πρέπει να ξέχασα κάτι<br />
σπουδαίο», έτσι μίλησε η παλιά αγωνία πουν τον είχε φέρει εδώ πέρα. Κι αυτό όμως<br />
είχε ειπωθεί έτσι μόνο του: δεν υπήρχε πια κάποιο σημάδι που να βγαίνει από μέσα<br />
της, βαθιά: ήταν βουβή. Πήγε να της γυρίσει την πλάτη, λυτρωμένος· τίποτα δεν τον<br />
κρατούσε στον τόπο εκείνο. Κοίταξε τις ράγες με λύπηση. Είχανε σκουριάσει· με τη<br />
βροχή άφηναν κόκκινες κηλίδες στη γη. Έτσι κι αλλιώς, δεν περνούν πια τα τρένα<br />
πάνω στο σώμα της: μην το πεις πως είναι πεθαμένη.</p>
<h5><strong>ΦΑΝΤΑΣΙΑ</strong></h5>
<p>Δεν πρέπει να ’ταν άνθρωπος ασήμαντος, τελικά &#8211;<br />
το μαρτυρά η γενειάδα του, όχι μακριά μα σεβάσμια,<br />
το καλαμάρι, με χάρη κρατημένο, λίγο υπερβολική<br />
για μας εδώ κάτω που λέμε, η θάλασσα: πολύ βαθιά,<br />
ο ουρανός: πολύ ψηλά</p>
<p>μα όταν συννέφιαζε, χανόταν·<br />
τότε λευκές μπουγάδες μάς τον έπαιρναν μαζί τους<br />
για να τον φέρουνε ξανά με την πραμάτεια του: σε μας<br />
πάντα κατέβαινε, γνώριμος φίλος</p>
<p>της πόλης του το μπαίγνιο·<br />
αθώα κι ανύποπτα τα παιδιά τον κυνηγούσανε με τις ροκάνες,<br />
τρελοί και ζητιάνοι του καίγανε τα γένια όταν αφηνόταν<br />
μεθυσμένος, και κοιμόταν στο χώμα, όπου λάχαινε,<br />
ένας ξένος</p>
<p>όποιος μιλάει την αλήθεια·<br />
λεπτό μπαστούνι χοντρό μπαστούνι: ο κόσμος μας<br />
βάρβαρος είναι, κι εκείνος πείραζε τους άρχοντες,<br />
ύστερα κουλουριαζόταν κι ένιωθε γνώριμο χτύπημα &#8211;<br />
χοντρό μπαστούνι λεπτό μπαστούνι, γαμψό ή μυτερό,<br />
αιμάτινες στάλες στο χαρτί:</p>
<p>μικρά και μεγάλα νησιά<br />
μελετούσε έπειτα μονάχος, κλεισμένος στη γωνιά του<br />
μέσα σε κάτι πορτολάνους· σημάδια άγνωστα για μας<br />
μα στα δικά του, λέει, μάτια ζωντάνευαν, θολώνανε<br />
και -ιδού!- προς τα κει ταξιδεύει με διάφανα πανιά<br />
ή πάλι, ολόγυμνος, στη μέση του ωκεανού κολυμπάει,<br />
προς το βυθό</p>
<p>όστρακα, χταπόδια, καλαμάρια &#8211;<br />
τον περίμενε δα η Κυρά της αβύσσου, μόνο εκείνον,<br />
ψηλή, ασύγκριτη, με φύκια στα μακριά της μαλλιά,<br />
στα ρούχα της μυρωδιά από ψαρόλαδο κι αρμύρα, ρουφούσε<br />
κείνος μεθυσμένος</p>
<p>παράξενο θέαμα, όταν πρόβαλλε ξανά<br />
μέσα απ’ το κύμα, φύκια στο φαλακρό κεφάλι, κι οι ναυτικοί<br />
κοιτούσαν, μια εκείνον, μια ο ένας τον άλλο, και στραβώνανε<br />
το στόμα σε γέλιο μισό &#8211; μα ό,τι κρατούσε μας το ’δινε:<br />
όστρακα, χταπόδια, καλαμάρια</p>
<p>άσπρα βότσαλα, μαύρα βότσαλα·</p>
<p>κι όλο και ξεμάκραινε και πάντα εδώ γυρνούσε:<br />
δυο φορές το χρόνο, δώρα μας έφερνε από μακριά<br />
κι άσπρα βότσαλα την άνοιξη, μαύρα το φθινόπωρο.</p>
<p>Μα αλίμονο, κάποτε αφιλόξενο τόπο πάτησε<br />
που το ’χαν έθιμο παλιό, με βία<br />
να χωρίζουνε το πνεύμα από το σώμα &#8211;<br />
κι έτσι έγινε και τώρα: το κεφάλι του το έθαψαν εκεί<br />
και στείλανε το σώμα με μια βάρκα, να ταξιδεύει<br />
με τους ανέμους· όμως ο Κύριος αντίθετα τα ’φερε:<br />
άνθισε το κεφάλι κι η φωνή του ταξίδεψε τη Γη·<br />
το σώμα πάλι -θαύμα!- στην πατρίδα του έφτασε, χρόνια μετά:<br />
οι άρχοντες το θάψανε με τις δέουσες τιμές, στο μνήμα που και συ<br />
τώρα αντικρίζεις, ξένε φίλε: A.X., POETA, A.D. MDCXV, R.I.P.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΛΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (2023)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 200px;"><strong>12 πρωτοπόροι ποιητές</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΠΙΛΟΓΗ · ΕΙΣΑΓΩΓΗ · ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΟΔΟΣΗΣ KONTAKHΣ</strong></h6>
<h5><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΗ</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>1. Το γλωσσικό και λογοτεχνικό υπόβαθρο</p>
<p>Είθε ο Ήλιος, όταν μπροστά στα μάτια μου<br />
δύσει, να με βρει ν ’ανάβω για μένα<br />
μια φωτίτσα.<br />
Josep Carrier</p>
<p>Η καταλανική ποίηση έχει μια αξιόλογη και μακρά παράδοση, περίπου μιας χιλιετίας. Συγγενής με την οξιτανική γλώσσα της Νότιας Γαλλίας, η καταλανική ξεκίνησε να ανθεί ποιητικά γύρω στο 1100, ενώ κατά τον ύστερο Μεσαίωνα φτάνει σε λαμπρές επιτεύξεις, κυρίως με τα έργα του θεολόγου, φιλοσόφου και ποιητή Ramon Llull και με την -πετραρχικής έμπνευσης- λυρική ποίηση του Ausias March. Ο 15ος αιώνας θεωρείται ο Χρυσός αιώνας της κλασικής καταλανικής λογοτεχνίας, όμως ήδη από τα τέλη του ίδιου εκείνου αιώνα εισέρχεται σε μια σκοτεινή περίοδο, γνωστή στα γράμματα της Καταλωνίας ως La Decadencia (Παρακμή).<br />
Η λογοτεχνική χρήση της γλώσσας υποχωρεί μπροστά στη χρήση της ισπανικής, η οποία ξεκινά με τη σειρά της τη δική της χρυσή εποχή&#8230; Αυτό διαρκεί για αιώνες, ώσπου έρχεται στην Καταλωνία, στα μέσα πλέον του 19ου αιώνα, η γενικότερη εθνική και πνευματική Αναγέννηση (Renaixenca).<br />
Τούτη η Αναγέννηση συνδέεται, όπως και σε άλλους λαούς κατά την ίδια εποχή, με τον Ρομαντισμό και τον ρομαντικό εθνικισμό. Πρωτεργάτης της στο πεδίο της ποίησης υπήρξε ο ιερέας Jacint Verdaguer, ο αποκαλούμενος (όπως αργότερα ο Josep Carrier) και «Πρίγκιπας των ποιητών», ειδικά με το πολύτομο επικό του ποίημα L ’Atlantida (Λτλαντίς).<br />
Στα τέλη του ίδιου αιώνα, κυριαρχεί ένα κίνημα που ονομάστηκε μοντερνισμός, με άτυπο ηγέτη τον Joan Maragall. To τελευταίο ενσωματώνει επιρροές από τον συμβολισμό και τον παρνασσισμό. Όμως, ως αντίδραση στις «παρακμιακές» αυτές τάσεις, που προέρχονταν κυρίως από τη Γαλλία, δύο σπουδαίοι -διεθνούς εμβέλειας- ποιητές των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, ο Josep Camer και ο Carles Riba προτείνουν την επιστροφή στον κλασικισμό, με ένα νέο λογοτεχνικό (και γενικότερα καλλιτεχνικό και πνευματικό) κίνημα, που ονομάστηκε Noucentisme. Ο Carles Riba θα δώσει σε ώριμη ηλικία, στην εξορία πια, ένα από τα κορυφαία ποιητικά έργα της ευρωπαϊκής ποίησης στον 20ό αιώνα, τις Ελεγείες της Μπιερβίλ, οι οποίες είναι ευτύχημα ότι έχουν μεταφραστεί υποδειγματικά στα ελληνικά &#8211; αποτελώντας, πιθανότατα, τη μοναδική μέχρι στιγμής συλλογή ποίησης που έχει μεταφραστεί στην ελληνική από την καταλανική γλώσσα&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>J.V. FOIX (1893-1987)</strong></h5>
<h5><strong>ΗΜΑΣΤΕ ΤΡΕΙΣ, ΗΜΑΣΤΕ ΔΥΟ, ΗΜΟΥΝΑ</strong><br />
<strong>ΜΟΝΟΣ ΕΓΩ, ΔΕΝ ΗΜΑΣΤΕ ΚΑΝΕΙΣ..</strong>.</h5>
<p style="padding-left: 200px;">Στη Ρόζα Λεβερόνι</p>
<p>Ήμαστε τρεις, σκυφτοί, σε τρύγο σκοτεινό,<br />
στα μάτια η θάλασσα, στα χέρια η μούργα,<br />
καθώς καπνίζει το φράγμα στ’ αλάτι των δασών<br />
και στο λόφο αντηχάει ενός παιδιού το κλάμα.</p>
<p>Ήμαστε δυο, στον ξάστερο το βράχο,<br />
ματωμένη η καρδιά, δίχως βέλη και σφεντόνες,<br />
καθώς καίγετ’ ο ξερότοπος κι ουρλιάζουνε οι πίσσες<br />
στις κηλίδες που ’ν’ κρυμμένες μες στων φάρων τις ακτίνες.</p>
<p>Ήμουνα μόνος, μέσα σε σκιές αρχαίες κι εγώ μια σκιά,<br />
άλλης σκιάς μορφή στου λιμανιού<br />
τα βάθρα &#8211; ανάμεσα σε δίχτυα απλωμένα,<br />
κει που όλοι αποκοιμιούνται σε σύθαμπα πυρετικά.</p>
<p>Δεν ήμαστε κανείς, με φύλλα σκεπασμένοι στα σκοτάδια,<br />
καθώς βρέχει ο φόβος πάνω στα πέταλα του βάλτου<br />
και τ’ άλλο, το Αγνό, λεύτερο από δοιάκι και πανιά,<br />
σαλπάρει, οραματικό, για τη Στιγμή την καθάρια.</p>
<p style="padding-left: 240px;">Αύγουστος 1953</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>JOAN SALVAT-PAPASSEIT</strong></h5>
<h5><strong>Η ΚΥΡΑ ΜΑΣ Η ΘΑΝΗ,</strong></h5>
<p>να μ’ επισκεφτεί θέλησε<br />
μες στους τέσσερις τους τοίχους της κάμαράς μου<br />
της περίκλειστης.<br />
Πορφυρό φορούσε χιτώνα<br />
και δίχως θόρυβο από κόκαλα γλιστρούσε<br />
αδιάντροπη μες στην ηδονή της.</p>
<p>Η κυρά Θανή<br />
είχε μάτι αετίσιο.<br />
Τόσο που να με σκοτώσει μπορούσε<br />
και να με κάνει εραστή της.<br />
Γιατί καιγόμουν από λαχτάρα.<br />
Καρφωμένο το πρόσωπό της στο δικό μου.<br />
Μα εγώ τώρα παραφύλαγα<br />
να ντραπεί για τα πάθη της,<br />
όσο κι αν με βασάνιζαν του νου μου<br />
οι φαντασίες.</p>
<p>Η κυρά Θανή<br />
μου ’κάνε μια γκριμάτσα περιφρονητική,<br />
με λυπήθηκε κι εχάθη<br />
απ’ τους τέσσερις τους τοίχους.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>SALVADOR ESPRIU (1913-1985)</strong></h5>
<h5><strong>ΟΨΙΜΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p><strong>IV</strong></p>
<p>Τούτη η θλίψη η απέραντη και παγερή,<br />
που ανέκαθεν πλανιέται από πάνω μας,<br />
κάνει να νιώθουμε σιμά του κόσμου το τέλος.<br />
Ποιος ξέρει όμως, αν κάποιος, από τη θάλασσα αυτή<br />
των ναυαγών, μια μέρα φτάσει σ’ ακτή φωτεινή<br />
και κινήσει και πάλι με σίγουρο βήμα<br />
για δρόμους ίσιους κι ανοιχτούς.<br />
Ίσως τότε να καταλάβουμε το τραγούδι<br />
που υψώθηκε και μας ήρθε με μόχθο πολύ<br />
απ’ την ίδια την καρδιά της νύχτας τούτης.</p>
<p><strong>VI</strong></p>
<p>Λέξεων νήματα, ξετυλίγματα<br />
από κομματιασμένα, θρυμματισμένα νοήματα<br />
δε μας ωφελούν. Μέσ’ από τα σωθικά,<br />
σαν της κίσσας το ράμφος ψαχουλεύουμε,<br />
κάποιο θησαυρό γυρεύουμε,<br />
σε κάθε ψίχουλο. Σκούζοντας από βαθιά,<br />
απ’ τον δρόμο αποκαμωμένοι,<br />
κομπάρσοι μοναχά,<br />
από ύπνο και μισθό στερημένοι,<br />
για φάρσες στα θέατρα τα πλατιά,<br />
στων συμποσίων τις σκηνές πεινασμένοι.</p>
<h5><strong>JOAN VINYOLI (1914-1984)</strong></h5>
<h5><strong>ΠΑΙΓΝΙΟ</strong></h5>
<p>Με γυρνά μια μπάλα του μπιλιάρδου<br />
εβένινη, καθώς κυλά χτυπημένη<br />
από στέκα μοχθηρή· και με πόνο<br />
αναπηδά ως του ορθογώνιου τις άκριες,<br />
χτυπημένη με βία στυγνή,<br />
δίχως σταματημό.<br />
Δεν μπορώ ν’ αντέξω πια, πάρε με<br />
απ’ την πράσινη την τσόχα, παίκτη αιώνιε,<br />
άφησέ με να νιώσω πώς οι ώρες περνούνε,<br />
πώς σταματά η κίνηση κι ο ήχος,<br />
πώς, άπραγος, κερί θα γενεί ο έβενος,<br />
να τόνε λιώσει, τέλος-τέλος, το πύρινο το χέρι.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>JOSEP PALAU I FABRE (1917-2008)</strong></h5>
<h5><strong>ΠΕΤΡΑ</strong></h5>
<p>Σκληρή όπως είναι το νερό σκληρό.<br />
Ριζωμένη στον εαυτό της.<br />
Σ’ αιώνια έκσταση<br />
η αιώνια πέτρα<br />
η πέτρα η αέναη,<br />
η πέτρα, μορφή καθαρή·<br />
και της πέτρας η ιδέα<br />
μέσα μας φτάνει στην πλήρη ωριμότητα.</p>
<h5><strong>JOAN BROSSA (1919-1998)</strong></h5>
<h5><strong>Ο ΧΡΟΝΟΣ</strong></h5>
<p>Ο στίχος τούτος είναι το παρόν.</p>
<p>Ο στίχος που διαβάσατε είναι τώρα παρελθόν<br />
—έχει μείνει κιόλας πίσω μετά την ανάγνωση.<br />
Το υπόλοιπο του ποιήματος είναι το μέλλον,<br />
που υπάρχει έξω από τη δική σας<br />
αντίληψη.</p>
<p>Οι λέξεις είν’ εδώ,<br />
όσο τις διαβάζετε<br />
ή όχι. Και τίποτε στη γη<br />
δεν μπορεί να το αλλάξει.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>GABRIEL FERRATER</strong></h5>
<h5><strong>ΧΑΡΑΜΑ</strong></h5>
<p>Φεύγει η νύχτα, μια ακόμα νύχτα, και το φτερό<br />
ενός πελώριου πεσμένου αεροπλάνου παρεμβάλλεται<br />
ανάμεσα στ’ ανοιχτό γαλανό και το παράθυρο, κι αναρωτιέμαι<br />
αν είν’ απ’ το πράσινο το πιο ξέθωρο ή ασημί, παγερό<br />
σαν την κρυάδα την επίμονη του μαχαιριού που αφαιρεί<br />
απ’ τη μήτρα το βάρος της περισσής<br />
ζωής, ή αν είναι τάχα το φως καθώς ανοίγει<br />
τ’ αγοριού η γροθιά, που κουράστηκε να τη σφαλίζει<br />
για να νευριάσει τα συντρόφια, κάνοντάς τα να πιστέψουνε<br />
πως έχει κι εγώ δεν ξέρω τι θησαυρό, κι αφήνει να πετάξει<br />
η λεία, και ξέρω πως τίποτα δε θα λάχει που να μην<br />
υπήρχε μέσα μου και χθες δίχως παρηγοριά, και νιώθω<br />
παγωνιά καθώς με κοιτώ μια μέρα ακόμα, καρπού σάρκα<br />
σάλια γεμάτη, με δίχως χυμούς, έξω απ’ τη νύχτα.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>MIQUEL MARTI I POL (1929-2003)</strong></h5>
<h5><strong>ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ</strong><br />
<strong>(Απόσπασμα)</strong></h5>
<p>Το τέλος του κόσμου θα ξεκινήσει ένα καλοκαίρι<br />
μόλις φτάσουνε οι πρώτες οι κοπέλες<br />
με τα μικρά στηθάκια και τα μακριά μπούτια,<br />
και τ’ αγόρια τα γαλανομάτικα,<br />
τα ξανθομάλλικα κι ερμαφρόδιτα.</p>
<p>Ο Μπιέλ ο Φερρατέ πεταλούδα θα ’ναι<br />
και θα πετά, λεύτερος επιτέλους,<br />
γύρω απ’ τα στήθια τα νεανικά.</p>
<p>Καλοκαίρι θα ξεκινήσει το τέλος του κόσμου,<br />
δίχως προφητών σαματάδες και σαλπίσματα,<br />
ράθυμα, λες και θα ’ναι μια πρόβα<br />
για του κόσμου το τέλος κι όχι το ίδιο το τέλος.</p>
<p>Θα ’χει και κόσμο στις παραλίες κι ηλιοβασιλέματα,<br />
κι αγάπες καινούργιες και μισόλογα,<br />
και μοιχείες τρυφερές πολύ κι ελπίδες &#8211;<br />
κι άνεμο κι ήλιο και βροχή.</p>
<p>…/…</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>JOAN MARGARIT (1938-2021)</strong></h5>
<h5><strong>ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΠΕΡΠΑΤΑ</strong></h5>
<p>Φορώ όλα τα περασμένα χρόνια που ζήσαμε μαζί<br />
σαν παλτό βαρύ μες στη χειμωνιάτικη τη νύχτα:<br />
τόσες είν’ οι ώρες του πόνου που σκεπάζει.<br />
Καθώς παγώνει το σκότος προσμένοντας την αυγή,<br />
προβολείς περνούν στο βάθος. Φονιάς κανένας<br />
δεν μπορεί να με φοβίσει όσο φορώ τούτο το χοντρό παλτό<br />
που μέσα κρύβω την αγάπη αυτή<br />
με τις κάννες τις πριονισμένες.<br />
Το ποίημα το νιώθω ίσαμε το στομάχι:<br />
μια πείνα που απ’ το θάνατο με σώζει.<br />
Είναι τέτοιο το σκότος μέσα σε κάθε μανίκι<br />
που τώρα τα χέρια μου, τ’ αρθριτικά και ξυλιασμένα,<br />
μια λησμονιά γίνονται, ή καλύτερα ένας αποχαιρετισμός.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>MARTA PESSARRODONA (γ. 1941)</strong></h5>
<h5><strong>MRS X</strong></h5>
<p>Το ’ξέρα πως, σε πολύ λίγη ώρα, δε θα θυμόμουνα<br />
τ’ όνομά της: Welcome home, θα ’λεγε έπειτα από<br />
κάποια περίοδο διακοπών, θα σταματούσε τη Hoover,<br />
για να μην καλύψει τα δικά της<br />
τα καλόβολα λόγια. Με συγκινούσε. Thanks,<br />
Mrs&#8230; &#8211; αν και το γνώριζα, δεν το θυμόμουν ούτε<br />
τ’ όνομα ούτε το πρόσωπο. Κείνος ο διάδρομος της σχολής<br />
του πανεπιστήμιου, άδειος ακόμα από φοιτητές, από<br />
διαβασμένους, γαϊδάρους με πτυχία, τόσο έρημος σα θέατρο<br />
πριν απ’ την πρόβα, σαν εκκλησία μισή ώρα πριν<br />
απ’ τη λειτουργία&#8230; Μου λείπει τούτη η τελετουργία.<br />
Mrs X, μακάρι να ’σαι τόσο καλή, όπου κι αν είσαι, ώστε να μπεις<br />
στο κορμί των άλλων καθαριστριών που μέλλεται να γνωρίσω.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>FRANCESC PARCERISAS (γ. 1944)</strong></h5>
<h5><strong>ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ</strong></h5>
<p>Ουρλιάζει ο άνεμος, πάγωσε το νερό<br />
στα λούκια, χιονίζει.<br />
Είν’ εδώ και ώρες σκοτεινά,<br />
παγωμένες στάλες κρέμονται<br />
απ’ τις μαρκίζες.<br />
Πόσο ωραίο είναι να κλείσεις το βιβλίο,<br />
να φυσήξεις τη φλόγα που καίει πάνω στο τραπέζι<br />
και, με την αναλαμπή μέσ’ από το τζάκι,<br />
να κουρνιάσεις στο κρεβάτι, αθόρυβα,<br />
για να μην ταράξεις τον ύπνο αυτού του κορμιού<br />
του νεανικού που κιόλας κοιμάται, αγνό.<br />
Τώρα, κουκουλωμένος μες στις κουβέρτες, κλείσε<br />
τα μάτια κι αναθυμήσου τη μέρα τούτη,<br />
όχι και τόσο διαφορετική απ’ όλες τις άλλες.<br />
Νιώσε αυτή τη σύντομη στιγμή απόλαυσης<br />
που αξίζει τα πάντα, αφήνοντας το χέρι<br />
απάνω σ’ ένα στήθος που ανασαίνει, αποκοιμισμένο &#8211;<br />
το πρόσωπο πίσω από μια τούφα μαλλιών κυματιστή.<br />
Έτσι θα ’ναι, ο θάνατος;<br />
Καλοδεχούμενος σαν τούτο τον ύπνο που σε παίρνει,<br />
γλυκύτατος, δίχως μεταμέλειες και παράπονα,<br />
μονάχα μ’ ευγνωμοσύνη για τα απροσμέτρητα δώρα της ζωής;<br />
Θα ’ναι έτσι που, από του σκότους τον δρόμο,<br />
θα πάμε για να συναντήσουμε το φως;</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>PERE GIMFERRER (γ. 1945)</strong></h5>
<h5><strong>ΕΝΟΤΗΤΑ</strong></h5>
<p>Με το κέλευσμα του δειλινού<br />
και του αγέρα του σκοτεινού, ανοίγει ο κύκλος<br />
κι εκεί κατοικούμε: μεταβάσεις, μεσο-<br />
διάστημα. Ούτε τόπος<br />
της αποκάλυψης, μήτε τόπος<br />
της συνεύρεσης. Το ξίφος<br />
που το φως στα δυο χωρίζει.<br />
Απ’ το μάτι ως τη ματιά,<br />
η αιώνια διαύγεια, των ήχων ο χώρος,<br />
η καμπάνα που περικλείει το γήινο βλέμμα<br />
καθώς τ’ άσβεστο μάτι της μορφής των ανθέων<br />
καταπαύει του ψευδάνθρακα τη φλόγα. Τούτο το μάτι &#8211;<br />
-το θωρείς το μάτι μου; Φλεγόμενος καθρέφτης είναι<br />
το μάτι που τώρα με κοιτά. Με του παλάγκου τον ήχο,<br />
τ’ αδράχτια της νυκτός. Αποψιλωμένη,<br />
καταρρέει η σκοτεινιά και, ψηλαφητά,<br />
κάνει ο ήλιος γνωριμιά με τη νύχτα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΠΑΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (2022)</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>Μετά τον εμφύλιο 16 Ισπανοί ποιητές</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ &#8211; ΕΙΣΑΓΩΓΗ &#8211; ΕΠΙΜΕΤΡΟ  ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΚΟΝΤΑΚΗΣ</strong></h6>
<h5><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΗ</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>1. Ισπανικός εμφύλιος &amp; ποιητικές «γενιές»</p>
<p>Ο Ισπανικός εμφύλιος, η αιματηρή δηλαδή διαμάχη ανάμεσα στους<br />
δημοκρατικούς και στους εθνικιστές, είχε διάρκεια τρία χρόνια<br />
(1936-39), σημάδεψε όμως σε βάθος χρόνου τη χώρα, πολιτικά, κοινωνικά<br />
και πνευματικά. Μετά την επικράτηση των εθνικιστών και την εγκαθίδρυση του Φράνκο στην εξουσία για τέσσερις δεκαετίες (έως τον θάνατό του το 1975), η Ισπανία παρέμεινε βαθιά διαιρεμένη, παρά την αργή και σταδιακή αναδιοργάνωσή της και την υποτιθέμενη αρραγή εθνική ενότητα που επαγγελλόταν ο νέος δικτάτορας. Καθώς οι διώξεις συνεχίζονταν και οι αντίθετες φωνές αντιμετωπίζονταν εχθρικά, κυριάρχησε ο συντηρητισμός, με αποτέλεσμα να ανακοπεί προσωρινά ο εκσυγχρονισμός της χώρας. Επίσης, τα τραύματα του πολέμου, με τις χιλιάδες απώλειες και τον διχασμό ανάμεσα στους πολίτες, παρέμεναν ανοιχτά για πολλά χρόνια, αν θεωρηθεί ότι έχουν κλείσει μέχρι σήμερα &#8211; φαινόμενο οικείο, δυστυχώς, και στην Ελλάδα.<br />
Η παρούσα ανθολογία παρουσιάζει την πορεία της ισπανικής ποίησης, από το τέλος του εμφυλίου μέχρι τη λήξη της φρανκικής δικτατορίας, ενώ δίνει και κάποια πρόγευση για τις μετέπειτα εξελίξεις. Οι ποιητές που ανθολογούνται κατατάσσονται χρονολογικά (με βάση το έτος γέννησης), ώστε το ελληνικό αναγνωστικό κοινό να παρακολουθήσει με ευχέρεια τον τρόπο με τον οποίο κινήθηκαν οι Ισπανοί ποιητές μέσα σε τούτο το πλαίσιο, είτε όσοι εξορίστηκαν, είτε όσοι παρέμειναν στη χώρα, είτε -τέλος- όσοι βίωσαν σε πολύ μικρή ηλικία τον εμφύλιο ή γεννήθηκαν έπειτα από αυτόν, ωρίμασαν όμως ποιητικά την περίοδο της φρανκικής δικτατορίας. Σε όλους αυτούς τους ποιητές, το βίωμα του πολέμου, της τυραννίας ή και της εξορίας φαίνεται ότι άφησε βαθύ αποτύπωμα, έχει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον πώς αυτό διαφοροποιείται από γενιά σε γενιά, αλλά και ανάμεσα σε ποιητές της ίδιας γενιάς.<br />
Έτσι, η ανθολόγηση ξεκινά από τους ποιητές που είχαν ήδη αναπτύξει<br />
αξιόλογο ποιητικό έργο πριν από τον εμφύλιο. Ξεκινά, επομένως, από την περίφημη «Γενιά του 1927», την πιο διάσημη ίσως ομάδα Ισπανών ποιητών του 20ού αιώνα (Λόρκα, Αλμπέρτι, Θερνούδα, κ.ά.), η οποία ανανέωσε βαθιά την ισπανική ποίηση, αντλώντας στοιχεία τόσο από τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό και την πρωτοπορία, όσο και από την ντόπια ποιητική παράδοση στην πιο γόνιμη μορφή της: από τους ποιητές ιης ισπανικής αναγέννησης έως την, προηγούμενη από τη δική τους, «Γενιά του 1898» (Χιμένεθ, Ματσάδο, κ.ά.).1 Με το ξέσπασμα του Εμφυλίου, αρκετοί από τους ποιητές της Γενιάς του ’27 σπεύδουν να στηρίξουν τις δημοκρατικές δυνάμεις, ενώ κατά κανόνα το ποιητικό τους έργο στα δραματικά αυτά χρόνια επικεντρώνεται σαφώς στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Μετά τον εμφύλιο, όμως, οι περισσότεροι, όσοι<br />
δηλαδή συνέχισαν την ποιητική τους δραστηριότητα, στράφηκαν, ως προς τη θεματολογία, στον προσωπικό-υπαρξιακό. Αυτό συνέβη τόσο στους εξόριστους, που ήταν και οι περισσότεροι, όσο και στους λίγους που<br />
προσπάθησαν να προσαρμοστούν στη μετεμφυλιακή πραγματικότητα της χώρας τους.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>LEON FELIPE (1884-1968)</strong></h5>
<h5><strong>ΕΛΘΕΤΩ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ελθέτω ο ποιητής.<br />
Με έφερες εδώ για να μετρώ τ’ αστέρια,<br />
να λούζομαι στον ποταμό, στην άμμο να σχεδιάζω.</p>
<p>Τούτη ήταν η συμφωνία.<br />
Και τώρα μου όρισες να φτιάχνω δόκανα κι αμπάρες,<br />
τουφέκια να γεμίζω, για δίκες κατάστιχα να γράφω.</p>
<p>Μ’ έφερες εδώ να τραγουδώ σε γάμο<br />
και μου όρισες να θρηνώ πλάι σε τάφο.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>JORGE GUILLEN</strong></h5>
<h5><strong>ΜΙΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ</strong></h5>
<p>Είναι μια μαργαρίτα<br />
που ’χει δεκαπέντε πέταλα,<br />
τρία τρία<br />
κι από κάτω ανοιχτογάλανο·<br />
προς το ηλιόφως<br />
τεντωμένη, καλά ανοιγμένη<br />
την ενέργειά της κατευθύνει.<br />
Και προς το δειλινό,<br />
καθώς πέφτει η σκιά,<br />
μαζεύεται το άνθος<br />
και κλείνει για τη νύχτα.</p>
<p>Φύση. Θαύμα. Δίχως δίδαγμα.</p>
<p style="padding-left: 200px;">(Από τη συλλογή Final)</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>VICENTE ALEIXANDRE (1898-1984)</strong></h5>
<h5><strong>Η ΤΑΞΗ</strong></h5>
<p>Σαν τ’ αγόρι που μες στο βραδινό τ’ αγιάζι λέει το μάθημα<br />
να αποκοιμιέται.<br />
Και κει, πάνω απ’ το πελώριο θρανίο, βουβός στέκει<br />
δάσκαλος δίχως ν’ ακούει.<br />
Κι έχει κατέβει, την τελευταία ώρα, αλαφρύς, επίμονος αχνός<br />
να άξαφνα πυκνός πολύ γύρω απ’ όλους τυλίγεται.<br />
Κι όλοι τους ήμεροι, γαλήνιοι, μαλακοί κι αναστενάζοντας,<br />
αχ, πόσο στ’ αλήθεια οικείοι.<br />
Όλο το πρωινό παίξανε, σπάσαν<br />
να απλώσανε τα όριά τους, τις γωνιές, τα γέλια τους,<br />
τα βρισίδια &#8211; ως και τα κλάματά τους.<br />
Και τώρα μια δροσιά ανεπαίσθητη, μια πάχνη, μια σιωπή &#8211; σαν φιλί,<br />
τους ενώνει<br />
τους σβήνει, τους χαϊδεύει και γλυκά πολύ<br />
τους ξαναδίνει σχήμα.<br />
Είναι τώρα όπως είναι: μπορείς να τους αναγνωρίσεις.<br />
Κι όλοι τους μες στην τάξη αποκοιμιούνται.<br />
Κι όμως υψώνεται φωνή, γιατί η τάξη η κοιμισμένη ακόμα ζει.<br />
Φωνή αχνή με δίχως προορισμό, που ακουγότανε<br />
κι ας μην ήξερε πια κανείς από ποιο στόμα έβγαινε.</p>
<p>Κι είναι και τ’ αγιάζι το γλυκό, τόσο ευωδιαστό, μεθυστικό,<br />
κι όλοι αναπαύουν την κεφαλή πάνω στο νέφος το μαλακό<br />
που τους τυλίγει.<br />
Κι ίσως ένα οποιοδήποτε αγόρι ξυπνά, τα μάτια ανοίγει,<br />
και κοιτά λίγο να δει την αψηλή, την ξέθωρη την έδρα<br />
κι απάνω της, σωρός πυκνός από κουρέλια, πεσμένος,<br />
κοιμισμένος ο δάσκαλος, χαμένος εκεί πέρα ονειρεύεται.</p>
<p style="padding-left: 200px;">(Από τη συλλογή Historia del corazon)</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>EMILIO PRADOS (1899-1962)</strong></h5>
<h5><strong>ΠΛΑΙ ΣΤΟ ΡΕΜΑ</strong></h5>
<p>Ξημέρωμα.<br />
Ονείρου ροή,<br />
βροχή θερινή:<br />
πού ταξιδεύει το σύννεφο<br />
που σε γέννησε;</p>
<p>Δάσους ηχώ,<br />
του ανέμου καρδιά:<br />
πού η φωνή<br />
που σ’ εγκατέλειψε στον ουρανό;</p>
<p>Νερού κελάρυσμα<br />
ανάμεσα σε μίσχους λεπτούς:<br />
κατά πού τρέχει<br />
του ρεύματός σου η δροσιά;</p>
<p>Ανθρώπου κορμί απατηλό,<br />
καλάμι λιανό:<br />
πού λησμόνησε τη γύμνια της<br />
η δίκιά σου η σκιά;</p>
<p>Ομορφιά, μοναξιά<br />
στοχασμός σιωπηλός:<br />
πού του λόγου σου<br />
τ&#8217; άρωμα το πιστό;</p>
<p>(Αντιλαλεί Θεού φωνή<br />
κόντρα στον καιρό&#8230;)<br />
Πού να κρύβει η αγάπη<br />
το δικό της το μυστικό;</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>RAFAEL ALBERTI (1902-1999)</strong></h5>
<h5><strong>ΓΑΛΑΖΙΟ</strong></h5>
<p>1<br />
Έφτάσε το γαλάζιο κι η εποχή του χρωματίστηκε</p>
<p>2<br />
I Ιόσα γαλανά να ’χει δώσει η Μεσόγειος;</p>
<p>3<br />
Αφροδίτη, μητέρα των θαλασσών των κυανών</p>
<p>4<br />
Το κυανό των Ελλήνων<br />
κατέρχεται ως θεός επί των κιόνων</p>
<p>5<br />
Τ’ απαλό κυανό του Μεσαίωνα</p>
<p>6<br />
Το γαλανό της το παρθενικό έφερε η Παρθένος:<br />
Μαρία η γαλανή, η κυρά μας η γαλανή.</p>
<p>7<br />
Στην παλέτα του κατήλθε. Έφερε μαζί του<br />
το πιο κρύφιο γαλανό των ουρανών.<br />
Γονυπετής ζωγράφισε τα δικά του τα γαλανά.<br />
Στο γαλανό τον βαφτίσαν οι αγγέλοι.<br />
Τον ονομάσανε: Μπεάτο Αγγέλικο Γαλανό.</p>
<p>8<br />
Υπάρχουνε παλέτες στο χρώμα τ’ ουρανού, σα φτερά,<br />
που απ’ τα λευκά τα σύννεφα κατεβήκαν.</p>
<p>9<br />
Γαλάζια της Ιταλίας,<br />
γαλάζια της Ισπανίας,<br />
γαλάζια της Γαλλίας&#8230;</p>
<p>10<br />
Φτερά είχ’ ο Ραφαήλ,<br />
κι ο Περουτζίνο είχε φτερά<br />
που τα γαλανά του πιτσιλίζανε καθώς ζωγράφιζε.</p>
<p>11<br />
Πούπουλα είν’ οι χρωστήρες<br />
σαν χρωματίζονται από σένανε, λουλάκι.</p>
<p>12<br />
Βενετιά του γαλάζιου του Τισιανού μες στο χρυσό.</p>
<p>13<br />
Ρώμη του γαλανού, κι ο Πουσέν στα πεύκα ανάμεσα.</p>
<p>14<br />
Του Τιντορέτο τα γαλάζια το κεντρί τους μου αφήνουν.</p>
<p>15<br />
Θειάφι οινόπνευμα γαλάζιο, φώσφορος: Ελ Γκρέκο.<br />
Του Γκρέκο το κυανό, χαλκοπράσινο φαρμάκι.</p>
<p>16<br />
Στου Βελάσκεθ την παλέτα όνομα άλλο αποκτώ:<br />
με λένε Γκουανταράμα.</p>
<p>17<br />
Καθώς τυλίγομαι στις σάρκες του από πέρλα,<br />
φλέβα λέγομαι γαλάζια ζωηρή του Ρούμπενς.</p>
<p>18<br />
Και στων λιμνών το γλυκοχάραμα,<br />
με γαλανό που αντιλαλεί<br />
του σκότους την ηχώ: Πατινίρ.</p>
<p>19<br />
Άμωμο του Μουρίγιο το μπλε,<br />
πρόδρομος της λαμπράδας του χρωμίου.</p>
<p>20<br />
Κ ι ο Γιέπολο χάρισε γαλάζιο του αιώνα του.</p>
<p>21<br />
Μια λωρίδα είμαι, κορδέλα λεπτή<br />
από του Γκόγια το γαλανό το αχνό, τ’ αραιωμένο.</p>
<p>22<br />
Θα σου ’λεγα: όμορφη είσαι, τόσο όμορφη,<br />
σαν το γαλάζιο το λαμπρό πάνω στις στέγες.</p>
<p>23<br />
Γαλανού εκρήξεις στις αλληγορίες.</p>
<p>24<br />
Στου Μανέ το γαλάζιο τραγουδούν οι αντίλαλοι<br />
ένα σπανιόλικο γαλάζιο μακρινό.</p>
<p>25<br />
Με λένε και Ρενουάρ. Με φωνάζουν.<br />
Μα απαντώ καμιά φορά<br />
με. κυανό που μέσα του περνά της πασχαλιάς το χρώμα.</p>
<p>26<br />
Σκιά είμαι γαλαζωπή,<br />
του κορμιού σου καθαρή σιλουέτα.<br />
Για τα γέρικα τα μάτια, σκάνδαλο.</p>
<p>27<br />
Δώσαν οι Βαλεαρίδες το γαλανό τους στη Ζωγραφική.</p>
<p>28<br />
Καμιά φορά η θάλασσα εισβάλλει στην παλέτα του ζωγράφου<br />
και του δίνει<br />
έναν γαλάζιο ουρανό που μονάχα δίνει στα κρυφά.</p>
<p>29<br />
Πιο γαλάζια είν’ η σκιά όταν πια το κορμί<br />
που τη ρίχνει έχει χαθεί.</p>
<p>30<br />
Το γαλάζιο το εκστατικό νοσταλγεί,<br />
σαν ήτανε γαλάζιο καθάριο εν κινήσει.</p>
<p>31<br />
Κι αν δεν είναι το γαλάζιο μες στο κάδρο<br />
το τυλίγει μες στο φως του σαν προβολέας.</p>
<p>32<br />
Είπε το γαλάζιο μιαν ημέρα:<br />
&#8211; Σήμερα έχω ένα όνομα καινούργιο. Με λένε<br />
Γαλάζιο Πάμπλο Ρουίθ, Γαλάζιο Πικάσο.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>GABRIEL CELAYA (1911-1991)</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΟΙΧΤΟΦΟΒΙΑ</strong></h5>
<p>Λαβύρινθος απ’ έξω,<br />
μορφές, παρακαμπτήριες.<br />
Λαβύρινθος από μέσα,<br />
φώτα, καθρέφτες.<br />
Τι ανακαλύπτει κανείς;<br />
Χώρο δίχως κέντρο,<br />
συνείδηση του κανενός<br />
και κόσμο μηδενικό.<br />
Λεν υπάρχει φρουρός.<br />
Δεν είναι κανείς στη μέση.<br />
Τρόμος! Είν’ ένας χώρος<br />
απλώς ανοιχτός.<br />
Κάποιος τότε κραυγάζει. Είναι τρομερό:<br />
δεν υπάρχει ηχώ.<br />
Κι επιστρέφει στη σπηλιά<br />
και στο φόβο,<br />
και στο διάλογο με τον εαυτό του<br />
για τον ουρανό-μηδέν.<br />
Ο έσχατος λαβύρινθος: το φίδι<br />
της σκέψης.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ANGEL GONZALEZ (1925-2008)</strong></h5>
<h5><strong>ΓΙΑ ΝΑ ΛΕΓΟΜΑΙ ΑΝΧΕΛ ΓΟΝΘΑΛΕΘ</strong></h5>
<p>Για να λέγομαι Άνχελ Γονθάλεθ,<br />
για να ζυγίζομαι πάνω στο χώμα,<br />
αναγκαίος ήτανε χώρος ευρύς<br />
και χρόνος μακρός:<br />
άνθρωποι απ’ όλη τη θάλασσα και τη γη ολάκερη,<br />
γόνιμες γυναικείες κοιλιές, κορμιά<br />
κι άλλα κορμιά, αδιάκοπα χωνεμένα<br />
σε κορμί καινούργιο.<br />
Ηλιοστάσια κι ισημερίες φωτίζανε<br />
με φως που εναλλασσόταν, μ’ ουρανούς μεταβλητούς,<br />
της σαρκός μου το χιλιόχρονο ταξίδι<br />
καθώς σκαρφάλωνε σ’ αιώνες και οστά.<br />
Απ’ το πέρασμά του τ’ αργό κι οδυνηρό,<br />
απ’ τη φυγή του μέχρι το τέρμα, επιβιώνοντας<br />
σε ναυάγια κι αγκυροβολώντας<br />
στων νεκρών τον ύστατο στεναγμό,<br />
δεν είμαι παρά τ’ αποτέλεσμα, ο καρπός,<br />
τ’ απομεινάρι που ανάμεσα στα λείψανα σαπίζει-<br />
ό,τι βλέπεις εδώ,<br />
τούτο είναι μοναχά:<br />
ένα απόβλητο επίμονο, ν’ αντιστέκεται<br />
στην αποσύνθεσή του πολεμώντας τον άνεμο,<br />
ν’ ανεβαίνει δρόμους που οδηγούν<br />
στο πουθενά. Η επιτυχία<br />
κάθε αποτυχίας. Η παράφορη<br />
δύναμη της απόγνωσης&#8230;</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>JOSE MANUEL CABALLERO BONALD (1926-2021)</strong></h5>
<h5><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΜΕ ΚΑΡΑΒΙΑ</strong></h5>
<p>Νιώθω να περνούνε τα καράβια απ’ ία βάθη<br />
της νυκτός. Έρχονται από μιαν εποχική<br />
χειμερινή παραμονή και τραβάνε για μιαν άλλη<br />
προσωρινή στάση γι’ αργοναύτες∙<br />
τούτες οι ρότες<br />
οι χιμαιρικές που περιπολούνε<br />
τα λιμάνια τα μαγευτικά της φαντασίας.</p>
<p>Αόρατα φορές φορές, οργώνουνε τις χώρες της ομίχλης τις βαθιές,<br />
μεσ’ από κόσμον έρημο περνούν<br />
σε κάποιες θυελλώδεις αφηγήσεις<br />
από υαλογραφίες ξέθωρες, μοιάζουνε<br />
με το αίσθημα που πίσω τους αφήνουνε κάποια όνειρα.</p>
<p>Ως εδώ πέρα φτάνει η γοργή<br />
των μηχανών η ανάσα, η ορμή<br />
του νερού πάνω στην πορεία&#8217;<br />
και καμιά φορά<br />
μια σειρήνα ξεδιπλώνει<br />
της θλίψης της την κακόφωνη κορδέλα<br />
μες στους θολούς τους κύκλους του ανέμου.</p>
<p>Τούτων των καραβιών ο κώδικας είν’ ο δικός μου.<br />
Με κείνα κάθε νύχτα πάει και πάει η ψυχή μου</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>JAIME GIL DE BIEDMA (1929-1990)</strong></h5>
<h5><strong>ΚΑΤΆ ΤΟΥ JAIME GIL DE BIEDMA</strong></h5>
<p>(Απόσπασμα)</p>
<p>Τι ωφελεί, ήθελα να ’ξέρα, ν’ αλλάξω πάτωμα,<br />
ν’ αφήσω πίσω ένα υπόγειο πιο μαύρο<br />
και από τη φήμη μου -κι αυτό τα λέει όλα-,<br />
να βάλω κουρτινάκια λευκά<br />
και να πάρω υπηρετριούλα,<br />
αν είναι να ’ρθεις μετά εσύ, κουραστικέ,<br />
οχληρέ μουστερή, ένας βλάξ με τα δικά μου τα κοστούμια,<br />
κηφήνας, άχρηστος κόπανος,<br />
με τα καθαρά σου τα χεράκια,<br />
να τρως απ’ το πιάτο μου και να λερώνεις το σπίτι;</p>
<p>Σε συνοδεύουν οι μπάρες και τα μπαρ<br />
της νύχτας τα τελευταία, νταβατζήδες, λουλουδούδες,<br />
του ξημερώματος δρόμοι πεθαμένοι<br />
και μισοφωτισμένα ασανσέρ,<br />
καθώς γυρνάς, τύφλα, και σταματάς<br />
για να στραφείς στον καθρέφτη,<br />
να δεις τη φάτσα σου τη φθαρμένη,<br />
με μάτια ακόμα γεμάτα οργή<br />
που δε θες να κλείσεις. Κι άμα σε πάρω απ’ τα μούτρα<br />
γελάς μαζί μου, μου θυμίζεις το παρελθόν<br />
και λες πώς γερνάω.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>JOSE ANGEL VALENTE (1929-2000)</strong></h5>
<h5><strong>ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΑ, ΠΟΙΗΜΑ 34°</strong></h5>
<p>Τι ξέρεις, σώμα, εσύ για μένα<br />
καθώς έτσι με κοιτάς<br />
τούτη τη μελαγχολική βραδιά,<br />
με εξετάζεις, στοχάζεσαι, σαλεύεις<br />
το κεφάλι κατά κει που αναπάντεχα διαρκεί<br />
ο άνεμος<br />
της νιότης μας εκείνης.<br />
Και τώρα<br />
που το ταξίδι μακρό αναγγέλλεται και τίποτα<br />
δε μοιάζει ν’ απομένει που να μην το ’χουμε σκοτώσει,<br />
σώμα γυμνό, πες μου,<br />
τι ξέρεις τάχα εσύ για μένα καθώς έτσι με κοιτάς<br />
στην όχθη τη θολή και σκοτεινή της θάλασσας ετούτης.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>FRANCISCO BRINES (1932-2021)</strong></h5>
<h5><strong>ΟΙ ΔΥΟ ΜΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ</strong></h5>
<p>Ήμουν ένας μικρός θεός: αθάνατος γεννήθηκα.<br />
Ένας χρυσός απεσταλμένος,<br />
αθάνατα άφηνα και ζωντανά της θαλάσσης τα νερά<br />
και γύρευα απείραχτο να κρατήσω το σώμα μες στη φρεσκάδα του·<br />
κατοικούσε κείνο τους πορτοκαλεώνες με μέλισσας τραγούδι,<br />
και λυγίζανε τ’ ανθισμένα κλαδιά απ’ την αφθονία των καρπών.<br />
Απέραντο, γλυκύτατο, κατέβαινε το γαλανό<br />
στ’ αψηλότερα των πεύκων τα κλαριά,<br />
κι αγέρι, αόρατο, τα σάλευε.<br />
Φως ήταν η σιωπή.<br />
Μέσ’ από των ματιών μου το πιο ισχυρό κέντρο<br />
έσχιζα εγώ τα πέπλα των ανέμων,<br />
των νυκτών το πέταγμα το γαλήνιο<br />
και μες στο φλογερό ρόδισμα από ’να δάκρυ<br />
σίμωνε η γέννηση των άστρων.<br />
Γυμνός ήταν ο κόσμος, μονάχα εγώ τόνε θαύμαζα.<br />
Κι όλα τα κατόρθωνε η αθωότης.</p>
<p>Ακόμα κρατεί ο κόσμος. Και υπάρχουμε.<br />
Κοιτάξτε με τώρα, θνητό· μα κι ένοχο.</p>
<p style="padding-left: 160px;">Από τη συλλογή Insistencias en Luzbel (1977)</p>
<h5><strong>CLAUDIO RODRIGUEZ (1934-1999)</strong></h5>
<h5><strong>ΠΡΟΣ ΤΟ ΦΩΣ</strong></h5>
<p>Και για να δεις θα πρέπει να υψώσεις το κορμί,<br />
η ζωή η εσώτερη να εισέλθει στο βλέμμα<br />
προς το φως, τόσο μυστηριώδες και τόσο απλό,<br />
προς τούτη τη λέξη την αληθινή.</p>
<p>Τώρα ξημερώνει και τούτο το φως απ’ την Ανατολή<br />
το σταχτί,<br />
που ’ναι παράδοση και προστασία,<br />
μες σε δρόμους τόσο μοναχικούς και τόσο διαυγείς<br />
μας βασανίζει και μας φροντίζει,<br />
καθώς η σκιά μέσα του γυμνώνεται<br />
κι ορθώνεται αληθής του ανέμου η υπόσχεση.</p>
<p>Είναι τ’ ουρανού η ευωδιά,<br />
είναι τ’ άρωμα της διαύγειας,<br />
καθώς εισερχόμαστε εν σκοτία στην ημέρα,<br />
σε φως τόσο πληγωμένο απ’ του ματιού<br />
την τυφλότητα, γιατί ’ναι το βλέφαρο πολύ τρυφερό για ν’ ανοίξει<br />
του στοχασμού τις θύρες,<br />
τη στήλη της ψυχής,<br />
την πρώιμην άνθηση της μνήμης.</p>
<p>Συ, φως, ουδέποτε γαλήνιο,<br />
θα μου δώσεις τάχα τώρα τη γαλήνη;</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ANTONIO COLINAS (1946)</strong></h5>
<h5><strong>ΠΑΓΕΡΗ ΠΑΡΘΕΝΑ ΟΜΟΡΦΙΑ</strong></h5>
<p>Πίσω απ’ τις νιφάδες, σελήνη παγερή,<br />
λιβάδια, σειρές οι λεύκες, σκεπές&#8230;<br />
Από δρόμους νοτισμένους έφτασα<br />
σιμά πολύ στα μάτια σου, στο χιόνι.<br />
Τρούλοι κατακόκκινοι, μαυροπούλια<br />
ξεπαγιασμένα να τσιρίζουνε: ποίηση.<br />
Πίσω απ’ τον τοίχο τον πρασινισμένο, κρυστάλλινο<br />
ποτήρι κολονάτο, που ’χει μέσα<br />
σαμπάνια, φιλιά και λόγια.<br />
Φιλιά πλάι στο τζάκι, κούτσουρα, βουβά<br />
τα σύνεργα του κυνηγού, άνθη πεθαμένα<br />
πολυκαιρισμένα μες στη νεκρικήν υδρία.<br />
Παγωμένη η λίμνη, κει που το καλοκαίρι<br />
τραγουδάνε τα βατράχια μες στα βαθιά τ’ απογέματα.<br />
Φεύγουνε τα σμήνη, ως μέσα στο αίμα πόνο φέρνουνε<br />
τ’ αλυχτίσματα και του βοσκού το τραγούδι.<br />
Πυκνώνει η νύχτα με τ’ αστέρια της.<br />
Βαρύ είναι να θωρείς τέτοια παρθένα ομορφιά.<br />
Πάνω απ’ το σπίτι, καθώς σαλεύει<br />
τούτη τη φλογισμένη και μαγική γωνιά,<br />
τρίξιμο σε θόλο ουράνιο ακούγεται ο Θεός.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>GUILLERMO CARNERO (1947)</strong></h5>
<h5><strong>ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑ</strong></h5>
<p>Οι θεοί μάς παρατηρούν μέσ’ από ιη γεωμετρία<br />
που εικόνα τους είναι.<br />
Δε φοβούνται το φως οι ναοί τους-<br />
μέσα σ’ αυτό ορθώνουνε τη στίλβη<br />
της λευκότητάς τους· οι κιονοστοιχίες<br />
προβάλλουνε τ’ αστραποβόλημά τους<br />
κόντρα στον ουρανό.<br />
Υπάρχουν μες στο φως.<br />
Έτσι οι βάρβαροι οι λαοί<br />
νιώθουνε την ταραχή των ζοφερών θεών τους<br />
που αντίλαλοι είναι, σ’ άφωτα χάσματα χαλκευμένοι:<br />
χλαπαταγή από πετράδια μέσα σε άδεια σήραγγα.</p>
<p>Εδώ οι θεοί είναι,<br />
όπως και των κιόνων τούτων η σύλληψη,<br />
απόλαυση μοναδική: η νόηση<br />
και τα γεννήματά της, πάμφωτα φαντάσματα.</p>
<p>Από τη συλλογή Variacionesy figuras sobre un tema<br />
de La Bruy ere, 1974</p>
<h5><strong>LEOPOLDO MARIA PANERO (1948-2014)</strong></h5>
<h5><strong>THE END</strong></h5>
<p>Τη ζωή μου κάπνισα κι απ’ τη φλόγα της<br />
την αναπάντεχη απέμειναν<br />
στη μνήμη μου γελοία κατακάθια:<br />
πλάσματα που δε μ’ έβλεπαν, γυναικών αχνός,<br />
καπνός στα στόματα και σιωπή<br />
να σκεπάζει σα μανδύας<br />
κείνο που δε θέλησα να ’μαι &#8211; και ήμουν<br />
πάχνη ή ίχνος από πετούμενο πάνω σε κύματα ράθυμα, αγόρια<br />
με τα ναυτικά που στο σχολειό μαθαίνανε το Λάθος.<br />
Κανένανε δεν είχα σε κείνο το υπόγειο, ήταν<br />
άδειο το μπουντρούμι, σκέφτομαι καθώς<br />
&#8211; ανοίγοντας πια την πύλη και σπάζοντας<br />
επιτέλους την αμπάρα που μ’ έδενε<br />
μάταια με τους αητούς, που μ’ έκανε<br />
τα νησιά ν’ αγαπώ, το μηδέν να λατρεύω &#8211;<br />
ανακαλύπτω<br />
ελάχιστο, να μου χαμογελά, το φως.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΕΠΙΜΕΤΡΟ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>SALVADOR ESPRIU (1913-1985)</strong></h5>
<h5><strong>ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΕΙΡΕΣΙΑ</strong></h5>
<p>Τώρα η θανή* μού στερεί<br />
τα μάτια, για να σ’ αντικρίσω.</p>
<p>Χαμένος φωνάζω, και καταλαβαίνω:<br />
μ’ έκανε αυτή τυφλό· πώς με κοιτά!</p>
<p>Παίρνεις τα όρη και τα βουνά,<br />
κει που λες πώς θα ’σαι ασφαλής.</p>
<p>Σκέφτεσαι ίσως: «Εκτρέφω σκυλιά,<br />
χρυσάφι φυλάω, ξέρω από βιβλία.</p>
<p>Μπορεί τάχα η μάντισσα να μ’ αναγνωρίσει,<br />
τόσο βαθιά σε τούτα τα όνειρα χωμένο;»</p>
<p>Μάλιστα, όμοια σαν και τους άλλους:<br />
πρόσωπο, δρόμο και κρυψώνα.</p>
<p>Μα παίρνει η θανή<br />
τα μάτια τα παλιά, και πλησιάζει.</p>
<p>* Ο Θάνατος στα καταλανικά είναι γένους Θηλυκού, όπως και στις άλλες λατινογενείς γλώσσες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΜΕΡΕΣ &amp; ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ</strong></h5>
<p>Fractal 17/1/2018</p>
<p>Λίγο πολύ οι ποιητές καταπιάνονται με θέματα γνωστά, εκείνο που εξετάζουμε κάθε φορά είναι ο τρόπος που πραγματεύονται το θέμα τους και αν κάτι νέο με αυτόν τον τρόπο κομίζουν. Επίσης, μοιραία οι ποιητές αλληλεπιδρούν και πρέπει να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας μέσω των λέξεων και των στίχων πράγματα που τροφοδοτούν και τις δύο πλευρές. Ο Θεοδόσης Κοντακης φαίνεται να έχει μια λίγο μοναχική πορεία, πειραματιζόμενος με δικά του υλικά και τρόπους, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση και αγάπη στην ανάγνωση και μετάφραση Ευρωπαίων κυρίως ποιητών. Με δεδομένα τα όσα λέγονται πιο πάνω, ο Κοντάκης «δείχνει» ή χαράζει ένα δρόμο κάπως διαφορετικό από αυτόν των σύγχρονών τoυ ποιητών. Έχει όντως μια έντονη ιδιοπροσωπία η ποίησή του, ο χρόνος, ωστόσο, πάντα μιλάει καλύτερα από όλους για όλα τα πράγματα.</p>
<p>Στις «μέρες και νύχτες του Οδυσσέα» του, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Κέδρος» καταθέτει ποιήματα με πεζολογικό χαρακτήρα, ποιήματα σαν μικρές ιστορίες που ανιχνεύουν το χρόνο, το βίο του ανθρώπου, αλλά και το μοτίβο της περιπλάνησης. Υπάρχει μια γαλήνη, μια διάχυτη σοφία και ήρεμη δύναμη σε αυτά τα ποιήματα, σαν να είναι προϊόντα περισσότερο μιας θυμοσοφικής διάθεσης παρά μιας εγκεφαλικής κατασκευής. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το «ξανακερδισμένο παιδί» με την υποβλητική του ατμόσφαιρα: Aν μπορούσα να δω μέσ’ απ’ το παράθυρο/κει που φτάνει ο δρόμος του φεγγαριού: ίσως πίσω/ απ’ τα παντζούρια, δίχως σκοτούρα πλάσμα νέο κοιμάται-/ξέρω πάντως πως πέρσι είχαν χάσει ένα παιδί/ οι άνθρωποι το σπιτιού’ οι φωνές φτάναν ως το κύμα/ κείνη τη νύχτα, φανταζόσουν τους δυο τους ένα κουβάρι/ να οδύρεται, δίχως δρόμο: μαύρο, όμως κι αυτοί/ εδώ δίπλα κοιμούνται ακόμα, τα πόδια πλεγμένα-και ξημερώνει. Ο παρατηρητής που στοχάζεται, το δυνατό μοτίβο του χαμένου παιδιού, ο οδυρμός, η εικόνα των ανθρώπων που μας μιλά, η έντονη αίσθηση της απώλειας.</p>
<p>Τα στοιχεία της φύσης τα συναντάμε κατά κόρον μέσα στα ποιήματα. Το χώμα, το κύμα, η βροχή, το φεγγάρι, τα δέντρα, η νύχτα, μπλέκονται με τη φωνή του αφηγητή ή άλλοτε δημιουργούν εντυπώσεις μέσα στο ποίημα που συχνά συνδέονται με κάποια παρουσία ή απουσία. Στο ποίημα «Όχι πολύ μακριά» επίσης της πρώτης ενότητας, διαβάζουμε: «Όχι πολύ μακριά από κει, στον πίσω δρόμο/το κύμα ακούγεται στο βάθος, μοιάζει όμως/να ‘ναι μίλια μακριά’ εκεί πάει ένας μονάχος-/το φεγγάρι, καθώς χαμηλώνει ,ούτε που φτάνει/στην άσφαλτο’ κάθε βήμα προδίδει/την άσκοπη παρουσία: πώς βρέθηκε εδώ;/κανένας δε ρώτησε/»</p>
<p>O συνεχής διασκελισμός δεν αναιρεί τον πεζόμορφο χαρακτήρα, αλλά είναι πανταχού παρών, σκοπίμως προφανώς. Ίσως γιατί στη συνείδηση του ποιητή δίνει κάποιο τέμπο, ή υπονοεί κάποιον ρυθμό.</p>
<p>Υπάρχει στις συνθέσεις μια αφηγηματική χροιά που αφήνει την αίσθηση μιας ζεστής, βαθιάς και εξομολογητικής ενίοτε φωνής. Οι στίχοι του Κοντάκη κινούνται «ανάμεσα στο τραγούδι και τη σιωπή». Υπάρχει ακόμα μια ζωή που πάλλεται, μια ζωή μυστική και απόκοσμη ανθρώπων που δηλώνονται στο ποιήματα «Από τη μυστική χώρα» και «Πέρασμα». Στο πρώτο ποίημα, υπάρχει κάτι το κατανυκτικό και το φοβιστικό συνάμα. Μια αβεβαιότητα, μια θολούρα, κάποιο στοιχείο γκόθικ πλανιέται στον αέρα. Διαβάζω: «και να! μια ακτίνα περνά διαγώνια/το φαλακρό κρανίο, τα λευκά μαλλιά, χαϊδεύει την πλάτη-/κι απ’ έξω το μάτι, μια δεξιά στο παράθυρο μια αριστερά/στον τοίχο του κοιμητηρίου’ πουλιά κατεβαίνουν/στα μνήματα των κοινωνημένων, ευλαβικά αποθέτουν /μικροσκοπικούς σπόρους: τα ‘χε ξαναδεί όταν στα μισάνοιχτα μπαίνανε παράθυρα/ των νοσοκομείων, τα ιερά δωμάτια των ετοιμοθάνατων-»</p>
<p>Το Πέρασμα, έχει μια θεολογική διάσταση, αν μπορώ να το πω έτσι ,που όμως εισπράττεις και από αλλού μέσα στο βιβλίο. Είναι πιθανόν μια αίσθηση ιδιαίτερης πνευματικότητας αναφορικά με τον άνθρωπο και τον τρόπο που ενεργεί και περιπλανιέται μέσα στον κόσμο, διερευνώντας αυτό που βλέπει και ακούει και αγγίζει, διερευνώντας τα τοπία που του ανοίγονται μπροστά στα μάτια του, αλλά και τη θέση του μέσα σε αυτά.</p>
<p>Και στα δύο ποιήματα ένας σκύλος έχει το ρόλο του στη σκηνή. Αναφέρω στο μεν πρώτο: «[…]ο σκύλος μόνος πλησιάζει, βλέμμα βαθύ-κάποιος τον είχε κλοτσήσει, θέλησε κι αυτός να μπει μέσα…» (Από τη μυστική χώρα)</p>
<p>Στο δεύτερο, στο «Πέρασμα» «μονάχα ο σκύλος πρόλαβε τη γραμμή να περάσει ψάχνοντας τόπο, κείνα τα κόκαλα να θάψει/που μάζεψε κάτω από το ιερό μας τραπέζι/»</p>
<p>Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου με τίτλο «το χώμα και οι φωνές του» η φύση έχει ρόλο παρηγορητικό προς τον άνθρωπο. Εκείνος όμως πώς την αντιμετωπίζει; Οι αντιδράσεις του μπορεί να ποικίλουν, αλλά είναι σε κάθε περίπτωση άξιες διαλόγου. Αποδοχή, πίστη, αμφιβολία, δυσπιστία, δέος. «Τούτη η ξερή γη μιλάει σπάνια. Την πρώτη φορά που θα καλέσεις το όνομά της είναι μαγεία και πόθος. Δεν θα τη διασχίσεις δεύτερη φορά, όχι την ίδια. Κι ένας περιπατητής μαγεύτηκε μια φορά στην αγκαλιά της σαν ερωτευμένος» Ο προσκυνητής στήνει αυτί να την αφουγκραστεί, τους ανθρώπους τους έλκει, τους κάνει ευτυχισμένους. Είναι μαγική η δύναμή της. Ο περιπλανώμενος, υπάκουος ψαχουλεύει το χώμα μέχρι που το χέρι του γίνεται κατακόκκινο. Νιώθει το σφυγμό της αδύναμο. Στο πεζοποίημα «Γη »είναι δυνατή η αλληλεπίδραση ανθρώπου -περιβάλλοντος. Στο ποίημα «Ουρανός» λίγοι άνθρωποι, πρόσφυγες, περιμένουν γυμνοί, σκυφτοί, χωρίς καμιά σκεπή να υπάρχει γι’ αυτούς, εκτεθειμένοι στη φύση, σώματα μετέωρα, ζωές μετέωρες. Στο ποίημα «Ψηφίδες» θα γράψει: «άδικα κανείς δεν πλανήθηκε» και θα φτιάξει εικόνες με τη «γέρικη μήτρα», τη θάλασσα, και τις διαθέσεις της σε αλληλεπίδραση πάλι με τους ανθρώπους και τη μοίρα τους. Ο Κοντάκης με πληθώρα εικόνων αέρινων, γήινων, εύστοχων, εικόνων που ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μας «κάτι πασχίζει ν’ αναστήσει ξανά».</p>
<p>Πάντα δίνεται η αίσθηση ή η υπόνοια μιας μεταφυσικής στις συνθέσεις του Κοντάκη. Είναι μια γραφή που κυλάει στα δικά της μονοπάτια, αφού δεν φαίνεται να έχει εμφανείς τουλάχιστον επιρροές. Λείπουν τα λεκτικά πυροτεχνήματα, οι άλογες ή παράλογες ανατροπές, καθώς και οι έντονοι νοηματικοί ακροβατισμοί για το κέρδος των εντυπώσεων και μόνο. Η κάθε σύνθεση έχει η λογική της, που ανοίγεται μπροστά στα μάτια μας, ακριβώς επειδή υπάρχει συνέπεια στα επιμέρους στοιχεία-στίχους, υπάρχει συνοχή των προηγουμένων με τα επόμενα, ο αναγνώστης παρακολουθεί κάτι να εξελίσσεται, σαν συμβάν. Επομένως δεν μιλάμε για τα κλασικού τύπου ποιήματα με την μεγάλου βαθμού πύκνωση και αφαίρεση. Ο επίμονος αφηγηματικός χαρακτήρας των συνθέσεων παραπέμπει αυτόματα σε μια άλλου τύπου οικονομία.</p>
<p>Ο Κοντάκης δεν είναι εμφανώς και επιμόνως αυτοαναφορικός, δεν είναι μοντέρνος ή μεταμοντέρνος, δεν είναι και κλασικός. Δεν είναι και βαριά διακειμενικός. (Για παράδειγμα, στοιχεία διακειμενικότητας συναντώνται στα εξαιρετικά Primitive Art, Γωγ και Μαγώγ και Πορεία 2)</p>
<p>Η τελευταία ενότητα του βιβλίου περιέχει μέρος του έργου «Τελευταία Εποχή».</p>
<p>Άνθρωποι, εικόνες αβέβαιες, που κυριαρχούν εν όψει ενός αβέβαιου ή θολού μέλλοντος. Είναι δύσκολο να ορίσει κανείς το πρόσωπο του αύριο, πόσο μάλλον όταν αυτό δεν έχει ένα μόνο πρόσωπο, αλλά πολλά και ποικίλα.</p>
<p>Στο ποίημα «Χρησμός» γράφει: «Στεκόμουν στην εξώπορτα όλη μέρα, κι όταν νύχτωσε/«το αύριο ,πώς θα ‘ναι άραγε;» σε ρώτησα-κι εσύ:/Περίεργα παιχνίδια κάνουν εδώ κάτω η θάλασσα με τη γη:/είναι δεν είναι εκατό μέτρα το νερό, μα αδύνατο να περάσεις/ απέναντι, τα πλοιάρια όλα δεμένα από φόβο για τη νύχτα/ τη φουρτουνιασμένη ‘ κι η γέφυρα θα κόστιζε πολύ ακριβά-/«και τι σχέση έχουν όλα αυτά;» «μα το θεό, εγώ δεν έχω ιδέα,/συ όμως θα δεις, ίσως, σα συνηθίσεις»‘</p>
<p>Ενώ το ποίημα «Κατάβαση» ξεκινάει ως εξής: «Ξένη στα μάτια μου η πόλη, κι ας μείνω εδώ κάθε μέρα:/κάθε ώρα πιο σκοτεινή, για όσους μπορούν ακόμα να δουν-/ή είναι το δικό μου βλέμμα που ξέμαθε το φως/αυτοί είναι λοιπόν οι ορίζοντές μας, το τοπίο/άχρωμο/κλείνει αυτό το ποίημα πριν καν αρχίσει ΄ τέλος// όμως μια στιγμή/»</p>
<p>Μια διάχυτη απαισιοδοξία πιο πολύ βλέπουμε να κυριαρχεί μέσα στις εκτενείς συνθέσεις. Στο ποίημα με τίτλο «Σε στιγμές γαλήνης» γράφει: […] αβάσταχτο μοιάζει πως δεν θα μας θυμούνται για πολύ,/κι όμως είναι πιο ανθρώπινο να μην είναι αιώνια η μνήμη» Υπάρχει πάντα ο άνθρωπος ο μόνος, ο ξένος, ο μετέωρος, με την θολή του μοίρα που αλληλεπιδρά με την άλλη έξοδο της σπηλιάς, με το γαλάζιο κύμα, με τον ουρανό, με τα δέντρα, με το χλομό φως, με τον παγωμένο άνεμο, με «το απελπισμένο πλήθος». Η φύση λοιπόν εμπλέκεται σχεδόν πάντα, όπως επίσης δίνεται πάντα η αίσθηση μιας πορείας. Υπάρχει κάτι το απροσδιόριστο, το κρυφό στην ποίηση του Κοντάκη, που πάει να αγγίξει τα ενδόμυχα του ανθρώπου δίνοντας ταυτόχρονα διαστάσεις μιας αλληγορικής ερμηνείας των πραγμάτων. Όμως, και εδώ είναι το παράξενο, έχεις ως αναγνώστης ταυτόχρονα την αίσθηση και του γήινου αλλά και του υπερβατικού συνάμα.</p>
<p>Κλείνω τούτο το σημείωμα με το πρώτο μέρος της σύνθεσης Γεράματα. Σύντομο, όμως διαθέτει συνέπεια στον τρόπο που ξεδιπλώνεται και δίνεται στον αναγνώστη:</p>
<p>Γεράματα</p>
<p>1.</p>
<p>Κάπου πρέπει να μπέρδεψα τις ανταποκρίσεις<br />
και νύχτωσα σε τούτο τον άγνωστο σταθμό<br />
μόνη-κι ούτε ξέρω ποιο δρομολόγιο γύρευα</p>
<p>Σαν να θυμάμαι πως ρώτησα κάποιον φύλακα<br />
και μου’ πε να περιμένω ή να φύγω ή<br />
ότι λυπάται: κρατούσε-θαρρώ-κάτι βαριά κλειδιά</p>
<p>Τώρα το κτίριο του σταθμού είναι κλειδωμένο<br />
και τα σκυλιά αλυχτούν στο βάθος’ κάνει κρύο<br />
μες στη νύχτα, κι έπεσε ομίχλη βαριά</p>
<p>Μ’ ακούει κανείς;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2023/08/%ce%b8%ce%b5%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%83%ce%b7%cf%83-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΡΙΑΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/05/%ce%b8%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/05/%ce%b8%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 18 May 2021 22:14:15 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΡΙΑΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=15694</guid>

					<description><![CDATA[Ο Θοδωρής Βοριάς γεννήθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη. Ποιήματα των συλλογών του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά, στα ισπανικά, στα πολωνικά και στα ρουμάνικα. Διατηρεί στο διαδίκτυο το ηλεκτρονικό περιοδικό «Λογοτεχνικά Επίκαιρα» (http://logotexnika-epikaira.blogspot.com) και την ιστοσελίδα «Το Εργαστήρι» (http://vorias.blogspot.com). Υπήρξε υπεύθυνος σύνταξης του μηνιαίου ψηφιακού περιοδικού «Λογοτεχνικά Σημειώματα» που κυκλοφόρησε ελεύθερα στο διαδίκτυο μέσω τής ιστοσελίδας &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2021/05/%ce%b8%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΡΙΑΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Θοδωρής Βοριάς γεννήθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη. Ποιήματα των συλλογών του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά, στα ισπανικά, στα πολωνικά και στα ρουμάνικα.<br />
Διατηρεί στο διαδίκτυο το ηλεκτρονικό περιοδικό «Λογοτεχνικά Επίκαιρα» (http://logotexnika-epikaira.blogspot.com) και την ιστοσελίδα «Το Εργαστήρι» (http://vorias.blogspot.com).<br />
Υπήρξε υπεύθυνος σύνταξης του μηνιαίου ψηφιακού περιοδικού «Λογοτεχνικά Σημειώματα»<br />
που κυκλοφόρησε ελεύθερα στο διαδίκτυο μέσω τής ιστοσελίδας «Λογοτεχνικά Επίκαιρα» από<br />
τον Σεπτέμβριο τού 2010 μέχρι τον Ιανουάριο του 2012.<br />
Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά στην Ελλάδα<br />
και το εξωτερικό καθώς και σε ποιητικές ανθολογίες.</p>
<p>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</p>
<p>«Το τρύπιο ταβάνι» (Ερωδιός 2005),<br />
«Νυχτερινές επιπλοκές» (Ερωδιός 2008),<br />
«Πυγολαμπίδες» (Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου 2011),<br />
«Χαμένες ψηφίδες» (ιδιωτική έκδοση 2012),<br />
«Στιγμές από το ρεπερτόριο του θανάτου» (ιδιωτική έκδοση 2018)<br />
«Ανιλίνες»   (Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου 2021)<br />
«Χαμένες ψηφίδες 2»  (ιδιωτική έκδοση 2024)</p>
<p>Δύο βιβλία σέ ψηφιακή μορφή:<br />
«Ευριπίδης [Ανδρομάχη]» (ιδιωτική έκδοση 2009) με<br />
18 αποσπάσματα του έργου, και<br />
«Ευριπίδης [Μήδεια]» (ιδιωτική έκδοση 2010) με 21 αποσπάσματα, σέ ελεύθερη απόδοση, διαθέσιμα στο διαδίκτυο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20492 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/2024-ΧΑΜΕΝΕΣ-ΨΗΦΙΔΕΣ-2-219x300.jpg" alt="" width="270" height="370" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/2024-ΧΑΜΕΝΕΣ-ΨΗΦΙΔΕΣ-2-219x300.jpg 219w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/2024-ΧΑΜΕΝΕΣ-ΨΗΦΙΔΕΣ-2.jpg 350w" sizes="(max-width: 270px) 100vw, 270px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15919" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ164.jpg" alt="" width="490" height="294" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ164.jpg 800w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ164-300x180.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ164-768x461.jpg 768w" sizes="(max-width: 490px) 100vw, 490px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20493 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ165-1-300x179.jpg" alt="" width="491" height="293" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ165-1-300x179.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ165-1.jpg 480w" sizes="(max-width: 491px) 100vw, 491px" /></p>
<p><img loading="lazy" class=" wp-image-20495 aligncenter" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ166-1-300x183.jpg" alt="" width="490" height="299" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ166-1-300x183.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ166-1.jpg 480w" sizes="(max-width: 490px) 100vw, 490px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-15697" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ155.jpg" alt="" width="491" height="327" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ155.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/05/ΒΙΒΛΙΑ155-300x200.jpg 300w" sizes="(max-width: 491px) 100vw, 491px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΧΑΜΕΝΕΣ ΨΗΦΙΔΕΣ 2 (2024)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><strong><em>ΑΠΟΤΟΜΕΣ ΣΤΡΟΦΕΣ</em></strong></h6>
<h5><strong>ΣΤΙΣ ΑΠΟΤΟΜΕΣ ΣΤΡΟΦΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ</strong></h5>
<p>Κάθε φορά που έρχεται<br />
απροσδόκητα η νύχτα<br />
κάποτε νυχτώνει κατά το χάραμα<br />
η κατά το απομεσήμερο<br />
στρέφουν κατά πάνω μου<br />
τα μάτια σας,<br />
οι προβολείς σας,<br />
οι κάνες των τουφεκιών σας.</p>
<p>Ζήτημα προσχώρησης,<br />
ζήτημα συμμόρφωσης,<br />
ζήτημα υποταγής<br />
ζητήματα ζωής και θανάτου<br />
μου δένουν τον λαιμό.</p>
<p>Λίγες στιγμές μετά τη μέρα,<br />
στις απότομες στροφές της ιστορίας<br />
ξεκινάει πάντα το μαρτύριο</p>
<h5><strong>Η ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΦΟΝΟΥ</strong></h5>
<p>Η μέρα βρέθηκε νεκρή.<br />
Χαράματα οι κυνηγοί<br />
μας ανακάλυψαν γυμνούς στο δάσος,<br />
στους θάμνους που κρύβεται<br />
κάθε πρωί η νύχτα.</p>
<p>Ας πέθανε η μέρα·<br />
το μεσημέρι γυμνές κοπέλες<br />
χαϊδεύονται στον ποταμό<br />
και το νερό γλείφει τα στήθη τους<br />
σαν να ’τανε νυχτερινά<br />
τα χάδια εκείνα στο ποτάμι.</p>
<p>Το απόγευμα η πολιτεία βούλιαζε<br />
μέσα στων δρόμων την πίσσα,<br />
μ’ ένα μακρόσυρτο<br />
μαρσάρισμα μοτοσυκλέτας<br />
αντί για επιθανάτιο ρόγχο.</p>
<h5><strong>ΦΤΩΧΟΔΙΑΒΟΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ</strong></h5>
<p>Μας πιάσανε στα πράσα…<br />
τηρήθηκε στο ακέραιο το έθιμο της διαπόμπευσης·<br />
κουβαλητό με φέρανε στο σπίτι οι συμμαθητές<br />
με αλαλαγμούς και …σταύρωσον,<br />
να πούνε στη μάνα τα κατορθώματά μου.</p>
<p>Ήμουν ζωντανός·<br />
αντάρτης στους αντάρτες, που κατέβαζαν<br />
ρακένδυτους και ηττημένους στην Εγνατία.<br />
Ήμουν νεκρός·<br />
να φτύνουν διά της βίας οι περαστικοί<br />
στο πτώμα ενός υποτιθέμενου προδότη.</p>
<p>Τώρα, συμμαθητές, σωπάστε,<br />
γεννιούνται ποιητές.</p>
<p>Πετάξτε τα μαχαίρια σας μακριά<br />
να μην τα βρουν οι καταραμένοι<br />
και σφαχτούν μέσα στους στίχους.<br />
Πετάξτε τα πιστόλια σας στη θάλασσα·<br />
να γιατί αυτοκτονούν οι ποιητές:<br />
της ζωής τα ποιήματα<br />
είναι κάποτε θανατηφόρα.</p>
<p>Μέσα σε σκόνες γεννιέται ο ποιητής,<br />
στον χωματόδρομο επιστρέφει,<br />
καίγεται στις φωτιές του Αη Γιαννιού,<br />
σαν τέφρα θα ξανάρθει<br />
-αν ξανάρθει- με τον άνεμο.</p>
<h5><strong>ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ποτέ δεν έμαθα που καρτερούν<br />
τα φαντάσματα και οι σκιές,<br />
από που παίρνουν τα πρώτα όνειρα της νύχτας<br />
κι αν χωρούν λαθρεπιβάτες<br />
στ’ όνειρο της ζωής.</p>
<p>Κάποτε σου έγραψα<br />
με τ’ όνειρο που νόμισα άσπρο σκοινί,<br />
στα χέρια μου τ’ αδρά πως θ’ άρπαζα,<br />
κρίμα, αδύνατο ν’ ανέβω<br />
και πως δηλαδή.</p>
<p>Εκείνη η τριχιά πληγιάζει<br />
ακόμα τις παλάμες μου.</p>
<p>Εκείνο το ταξίδι που δεν έκανα<br />
ακόμα με στοιχειώνει<br />
αλλά την καθημερινή ανοησία<br />
δεν τη χώνεψα.</p>
<p>Και πόσο χώρο να πιάσει,<br />
δίπλα σε σκιές και σε φαντάσματα,<br />
ένας λαθρεπιβάτης δίχως συμπράγκαλα;</p>
<p>Να ’ρθω μαζί σας<br />
φορέστε μου φτερούγες<br />
ξεκαρφώστε με</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ</strong></em></h6>
<h5><strong>ΣΚΟΝΗ, ΣΤΑΧΤΗ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ</strong></h5>
<p>Έρχονται νεκροί συγχωριανοί<br />
με τα ζωνάρια και τις τραγιάσκες τους,<br />
έρχονται τοίχο τοίχο, τα Ψυχοσάββατα.</p>
<p>Σπρώχνουν νυχτιάτικα το χέρι μου,<br />
οδηγούν τη γραφίδα στο χαρτί.<br />
Επιμένουν<br />
με το τουφέκι και το άροτρο<br />
να γραφτούν στο βιβλίο μου.</p>
<p>Ψιθυρίζουν λόγια από την εξόδιο ακολουθία<br />
κι υπογράφουν με σταυρό</p>
<p>Που έστιν η του κόσμου προσπάθεια;<br />
Που έστιν η των προσκαίρων φαντασία;<br />
Που έστιν ο χρυσός και ο άργυρος;<br />
Που έστιν των οικετών η πλημμύρα<br />
και ο θόρυβος;<br />
Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά.</p>
<h5><strong>ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 120px;">Βογάζκιοι 13 Ιουνίου 1924</p>
<p>Έμαθε να γράφει ποιήματα,<br />
να σφιχτοδένει τους στίχους<br />
στις κομμένες ρίζες της γενιάς του,<br />
στο στερνό θυμιάτισμα στα μνήματα,<br />
στη γυμνωμένη εκκλησιά,<br />
στων σπιτιών τις πόρτες<br />
και τα παραθύρια<br />
που έχασκαν ορθάνοιχτα.</p>
<p>-Πατέρα, σαν ανταμωθούμε κάποτε<br />
θα σου πω για τις κουρτίνες μας,<br />
ξεμακραίναμε κι ανέμιζαν<br />
απ’ τα παράθυρα<br />
όπως κουνάει στην προκυμαία<br />
ο κόσμος τα μαντήλια<br />
για καλό κατευόδιο.</p>
<p>Το ξεφτισμένο χαρτί<br />
του ανταλλάξιμου,<br />
εκείνο το κομμάτι ριζικού,<br />
είναι κακιά πληγή<br />
και στάζει ιστορία.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ</strong></h5>
<p>Σαν θα ανηφορίσουμε στα σύνορα,<br />
Αξιούπολη, Κοτζά-ντερέ, Φανό<br />
μέχρι τα Πλάγια και την Ειδομένη</p>
<p>να ’ναι μέσα Νοέμβρη</p>
<p>θα σε πιάσει η κάπνα<br />
απ’ τα καζάνια και τα ψησίματα</p>
<p>θα σε τυλίξει κι η φθινοπωρινή<br />
καταχνιά παραλλαγής<br />
με καφετί και ώχρα</p>
<p>να δεις πως χωρίς ενδοιασμούς<br />
θα ζητήσεις να γευτείς<br />
τ’ αποστάγματα της πατρίδας</p>
<p>να ’ρθεις στα γράδα σου<br />
με ’κοσπεντάρι από Τσάπουρνο</p>
<p>με τ’ Άγιο Μύρο<br />
της βάφτισής σου.</p>
<h5>
<p><strong>ΚΙ ΟΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΞΕΧΝΟΥΝ</strong></h5>
<p>Και να που κάποτε οι νεκροί θυμούνται<br />
κι έρχονται<br />
πεταλούδες της νύχτας<br />
γύρω από τη λάμπα<br />
κι έρχονται στα όνειρα,<br />
στ’ ανοιχτά παράθυρα<br />
όταν ο αέρας μετατοπίζει την κουρτίνα.</p>
<p>Και να που οι ζωντανοί ξεχνούν<br />
ψελλίζουν<br />
γαμώ την αγανάκτηση<br />
κι αδειάζουν το μυαλό τους<br />
στη λεκάνη με τ’ απόνερα.</p>
<p>Η άνοια, η άνοιά σου τόσα χρόνια<br />
μ’ έκανε να ξεχάσω τη χροιά της φωνής σου.<br />
Μονάχα κάποιες λέξεις σου επαρχιώτικες<br />
προφέρω για να θυμάμαι τα λόγια σου<br />
αράν’ τ’ αράν&#8217;<br />
αλάκ μπουλάκ<br />
αντίδερο.</p>
<p>Η άνοιά σου άρχισε<br />
να κατατρώει και τα όνειρά μου<br />
κι εκεί αμίλητη έρχεσαι.</p>
<h5>
<strong>ΑΝΝΑ</strong></h5>
<p>Το 1950 αλώνιζε Κιλκισιώτικα χωράφια<br />
με το άλογο, στην Αλωνάρα.</p>
<p>Το ’70 αλώνιζε τα σοκάκια της Σαλονίκης<br />
από τα Κάστρα ως το Καπάνι.</p>
<p>-Πάνε χρόνια που έχω να μιλήσω</p>
<p>Ύφαινε χαλιά στον αργαλειό της το ’80<br />
σ’ ένα παλιό ψηλοτάβανο στην Άνω Πόλη.</p>
<p>-το κατάκοιτο ταβάνι με στοιχειώνει</p>
<p>Μέχρι το ’90 άσπριζε και χουσμέτευε<br />
σπίτια και σπίτια.</p>
<p>-άσπρισα. Το κρεβάτι πληγιάζει το κορμί μου.<br />
Θεέ μου, ποιος με ντύνει, ποιος με ταΐζει;<br />
Δεν θυμάμαι,<br />
άντρα, παιδιά αν είχα, δεν&#8230;<br />
Έρχονται, φεύγουνε μορφές,<br />
μάνα με λένε,<br />
Άννα με φωνάζουν.<br />
Τα μαλλιά μου,<br />
έχω χρόνια να φτιάξω τα μαλλιά μου.<br />
Δεν θυμάμαι αν με λέγαν Άννα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ</strong></em></h6>
<h5>
<strong>ΧΑΡΤΑΕΤΟΙ ΚΙ ΑΓΕΡΗΔΕΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ</strong></h5>
<p>Στη χωμάτινη αλάνα ελάτε,<br />
θα βρείτε αλητάκια, καρναβάλια<br />
κι αναρριχητές σε δέντρα.</p>
<p>Όσο ξηλώνεται η χάρτινη ουρά σου<br />
τόσο πιο έξαλα λικνίζεσαι,<br />
όσο δυνατά φυσάω στο κορμί σου<br />
τόσο βουτάς κι ορθώνεσαι<br />
γυμνή μες στους αιθέρες.</p>
<p>Πασχίζω να κόψω την καλούμπα<br />
που σ’ εμποδίζει να φτάσεις στον ήλιο.</p>
<p>Αμέτρητοι μασκαράδες<br />
μας κοιτάζουν από τη Γη.</p>
<h5><strong>ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΣΕΙΡΗΝΩΝ</strong></h5>
<p>Αν θα ενώσεις τους ερωτικούς στεναγμούς<br />
κάθε νύχτας, τότε θ’ ακούσεις<br />
το τραγούδι των Σειρήνων</p>
<p>σπασμοί κι αρώματα της συνουσίας<br />
νυχτέρια για κυνήγι και για όργωμα<br />
μοσχοβολούν βροχή τ’ ανοιχτά σκέλια<br />
της οργωμένης γης</p>
<p>πηγάδια που δεν έχασαν τη θέρμη τους<br />
κραυγάζουν<br />
έλα να βαφτιστείς στον οργασμό μας</p>
<p>κρυψώνες του κορμιού λυώνουν στον πυρετό</p>
<p>απόψε κάποιος πεθαίνει<br />
πνιγμένος στ’ αρώματα του έρωτα<br />
χουφτώνοντας της Αφροδίτης τους μαστούς</p>
<h5><strong>ΑΛΩΣΗ</strong></h5>
<p>Διψασμένα βλέμματα σκάβουν λαγούμια<br />
στο κορμί σου, νύχτα να εισχωρήσουν.<br />
Αναπότρεπτοι πολιορκητές<br />
ρίχνουν τους γάντζους,<br />
δυο δυο ανεβαίνουν λυσσιασμένοι Δωριείς.<br />
Μια ποθητή λεηλασία<br />
σαν όρκος ιερός, σαν τάμα αιώνιο.<br />
Ξηλωμένες πανοπλίες,<br />
ξεσκισμένες σημαίες ποδοπατήθηκαν<br />
στον οργασμό των επιθέσεων.<br />
Η δαγκωμένη σάρκα σου στάζει υγρά<br />
της νεκρανάστασης των αισθήσεων.<br />
Το οχυρό φλέγεται από το υγρό πυρ<br />
που εκτοξεύσανε χίλιοι φαλλοί.</p>
<h5><strong>ΙΜΕΡΟΣ</strong></h5>
<p>Την ώρα που ξεπλένονται οι νεκροί στην Κασταλία,<br />
την ώρα που ο Πήγασος<br />
καλπάζει από τον Ελικώνα προς τον Σείριο,<br />
την ώρα εκείνη φτερουγίζει ο Ίμερος.<br />
Ψαύει τους κόρφους να κλέψει<br />
θέρμη θηλυκότητας.<br />
Εισβάλλει στων αιδοίων το μυστήριο,<br />
στους λαβύρινθους στρέφει τους σπασμούς του<br />
κι αναδύονται τ’ αρώματα της συνουσίας<br />
στα σεντόνια ως το ξημέρωμα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">
<em><strong>ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ</strong></em></h6>
<h5><strong>ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ</strong></h5>
<p>Να τρέξεις μια νύχτα<br />
στους χωματόδρομους,<br />
στις γειτονιές των κάστρων.</p>
<p>Ν’ αρπάζονται στα πόδια σου<br />
τσαλιά και χέρια θαμμένων μπέηδων,<br />
να σε τσιμπούν τσουκνίδες<br />
ν’ ακούσεις τις γριές Σαλονικιές<br />
να λένε πως να τρίβεις με μολόχα<br />
τα τσουκνιδίσματα.</p>
<p>Να τρέξεις,<br />
να κολλάνε άγανα στις κάλτσες,<br />
με πληγωμένα γόνατα να ’ρθεις,<br />
αίμα κι ιδρώτας να σε αναστήσουν,<br />
να μη στεγνώσουν οι αναμνήσεις.</p>
<h5><strong>ΡΩΓΜΕΣ [α΄]</strong></h5>
<p>Πέρασε μέσα,<br />
η πόρτα είναι ψευδαίσθηση<br />
δεν έχουν ανάγκη φύλαξης<br />
η σιωπή κι η εγκατάλειψη.</p>
<p>Κάποτε, όταν ξημέρωνε,<br />
βολεύονταν η νύχτα<br />
πίσω από τα έπιπλα.</p>
<p>Διαβάζονται εύκολα<br />
τα περιγράμματα στον τοίχο:<br />
Εδώ ήταν το στρογγυλό ρολόι,<br />
εκεί ήταν η βαριά ντουλάπα<br />
κι εκεί που ακουμπάς,<br />
φαίνεται μια γυναίκα ξαπλωμένη<br />
ανάμεσα στα σκέλια της χάσκει<br />
στεγνή ρωγμή<br />
από δυνατό σεισμό<br />
η από τον θάνατο της προσμονής.</p>
<p>Τα ίχνη από παλάμες στον τοίχο<br />
μυρίζουν υγρασία οργασμών.</p>
<p>Τα δωμάτια σ’ αφήνουν να δεις<br />
μονάχα όσα αντέχεις.</p>
<h5>
<strong>ΡΩΓΜΕΣ [β΄]</strong></h5>
<p>Οι τρύπες στην παλιά ταπετσαρία<br />
είναι ίχνη από σταυρωμένες φαμίλιες.</p>
<p>Κάποτε, με την πέτρα<br />
κάρφωνα στο σπίτι μου καρφιά,<br />
μα οι χτύποι δε λυπούνται,<br />
επιστρέφουν σαν εμβοές στ’ αυτιά μου.</p>
<p>Όταν γερνούν τα σπίτια<br />
καταριούνται.</p>
<p>Έρχονται οι τύψεις με τα όνειρα·<br />
ντουβάρια με ματωμένες ρωγμές,<br />
φαντάσματα νυχτερινών δραμάτων,<br />
ξυλοδαρμοί και θρήνοι τα μεσάνυχτα.</p>
<p>Το καρφί και η πέτρα εκδικούνται·<br />
πόνος από τσακισμένα δάχτυλα,<br />
μαύρα νύχια από σκοτωμένο αίμα.</p>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΦΑΛΑΓΓΑ ΚΑΤ’ ΑΝΤΡΑ</strong></em></h6>
<h5><strong>ΑΤΣΑΛΕΝΙΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ</strong></h5>
<p>Φτιάχνουν ατσαλένιους στρατιώτες<br />
που δε θα τους προσμένουν γονείς,<br />
γυναίκες και φίλοι.<br />
Την ώρα των παραγγελμάτων,<br />
κάτω απ’ το λιοπύρι,<br />
δεν θα χωράει στο μυαλό τους<br />
η θάλασσα και τα πλατάνια του χωριού.</p>
<p>Κι εσύ κάποτε πολέμησες</p>
<p>η στολή σου σκίστηκε<br />
από θραύσματα θανάτων<br />
έκρυβες φυλαχτά καρφιτσωμένα<br />
στη φανέλα<br />
κομμάτια απ’ τους θεούς σου<br />
στο μέρος της καρδιάς</p>
<p>έκανες τον σταυρό σου<br />
πριν τη μάχη.</p>
<h5><strong>ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΝΕΚΡΟΙ</strong></h5>
<p>Είχαν ακόμα στ’ άρβυλα<br />
ξεραμένα τα στερνά τους βήματα.</p>
<p>Ένας είχε στο στόμα τσιγάρο μισοκαμμένο,<br />
ένας είχε στη φούχτα ένα μάτσο στάχια<br />
κι ένας είχε στα μάτια το φεγγάρι<br />
και τρεις στίχους στην παλάμη<br />
δεν έμαθα σε ποιόν πόλεμο<br />
αιχμαλωτίστηκα,<br />
ποιάς μάχης είμαι ηττημένος.</p>
<h5><strong>ΦΑΛΑΓΓΑ ΚΑΤ’ ΑΝΤΡΑ</strong></h5>
<p>Στα χνάρια του μπροστινού πατάμε,<br />
τις νάρκες να μη βρουν τα πόδια μας.</p>
<p>Έτσι ζηλέψαμε τα δέντρα<br />
και τις ρίζες τους.</p>
<p>Ποτέ άλλοτε τα βήματα δεν οδηγούσαν<br />
τόσο<br />
κοντά<br />
στον θάνατο.</p>
<p>Την τραγωδία του πρώτου της γραμμής,<br />
ποιος θα τη νιώσει<br />
για να την κάνει ποίημα;</p>
<h5><strong>ΕΠΙΚΛΗΣΗ</strong></h5>
<p>Ω Ζαρατούστρα,<br />
πες μας για τα βλέμματα των κουρασμένων,<br />
για τις στρατιές<br />
των άχρωμων ανθρώπων.</p>
<p>Φανέρωσέ μας<br />
για πόσων αργυραμοιβών το γούστο<br />
χτίστηκε κι η δική μας πολιτεία<br />
πάνω σε γκρεμισμένα είδωλα.</p>
<p>στη φανέλα<br />
κομμάτια απ’ τους θεούς σου<br />
στο μέρος της καρδιάς<br />
έκανες τον σταυρό σου<br />
πριν τη μάχη</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΙΛΙΝΕΣ (2021)</strong></h4>
<h5><strong>ΚΑΤΑΡΡΙΧΗΣΗ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[α’]</strong></p>
<p>Να στραφείς μέσα σου,<br />
αν θες να γράψεις ποιήματα<br />
να συρθείς στα βράχια σου<br />
—καταρρίχηση στον γκρεμό<br />
με το κεφάλι προς την άβυσσο.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[ε’]</strong></p>
<p>Άφησε τη μέρα για το δρόμο,<br />
για τον κόσμο<br />
όμως τη νύχτα<br />
κράτα τη για σένα.</p>
<p>Όταν βραδιάζει<br />
μην κοιτάς απ’ το παράθυρο,<br />
μέσα σου κοίταζε και σκάβε.</p>
<p>Το αίμα στερεύει στο σκοτάδι<br />
—να γιατί τα ποιήματα<br />
που γράφονται τη νύχτα είναι όνειρα<br />
και μέρα μεσημέρι δεν διαβάζονται.</p>
<h5><strong>ΣΤ’ ΑΜΠΑΡΙΑ ΓΑΥΓΙΖΕ Ο ΚΕΡΒΕΡΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[β’]</strong></p>
<p>Πέρασε το καράβι του θανάτου.<br />
Από την πλώρη<br />
σκιές μας χαιρετούσαν με μαντήλια<br />
κι οι Άρπυιες πάνω στα κατάρτια<br />
μας αγριοκοιτούσαν.</p>
<p>Στ’ αμπάρια γαύγιζε ο Κέρβερος.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[δ’]</strong></p>
<p>Λίγο χαμηλότερα από τις κορυφογραμμές<br />
αρχίζει ο Κάτω Κόσμος.<br />
Μετατοπίστηκε μια νύχτα<br />
που είχε αρρυθμίες η Ιστορία.<br />
Μοναδικοί ζωντανοί οι ορειβάτες.</p>
<p>Καταντήσαμε έκθετα της μετατόπισης,<br />
ψηφίδες ρουτίνας που ανατινάχτηκε.<br />
Ας προσαρμοστούμε στα νέα ήθη,<br />
ας μπούμε στη ρουτίνα των νεκρών.</p>
<p>Θα ’χει κι εδώ παπούτσια<br />
που περπατάνε μονάχα τους στο δρόμο;</p>
<p>Κι οι νεκροζώντανοι πώς θα λέγονται;</p>
<p>Τώρα πια θα φοβόμαστε<br />
τους ζωντανούς.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΙΝΑΙ ΣΦΑΙΡΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[δ&#8217;]</strong></p>
<p>Κάποτε έγραφες ποιήματα<br />
κι ούτε θυμάσαι που τα έκρυψες.<br />
Μα οι στίχοι είναι σφαίρες,<br />
τις ξεχνάς όταν γυρίσεις στη ρουτίνα<br />
τής ειρήνης·<br />
ξεδιπλώνεις κάποιο ρούχο<br />
και ξεφεύγουν στο πάτωμά,<br />
κοιτάζεις την καρδιά σου<br />
και καρφώνονται στα μάτια σου.</p>
<p>Τις νύχτες οι σφαίρες<br />
τρυπώνουν στα όνειρά σου<br />
κι όταν δακρύζεις,<br />
οπλίζει μέσα σου<br />
το ποίημα ετοιμοπόλεμο.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[ε&#8217;]</strong></p>
<p>Ρωτάς τι είναι τα αυτοάνοσα.<br />
Στίχοι είναι σκαλισμένοι στο κορμί,<br />
ποιήματα που γράφτηκαν μια νύχτα,<br />
κακόβουλες ματιές, λέξεις μαχαίρια<br />
κι ανεμοστρόβιλοι ψυχής&#8230;</p>
<p>όπως εκείνος ό βαρδάρης,<br />
μισός βοριάς,<br />
μισός αντάρτης<br />
με δρασκελιές κατέβηκε το Σέιχ Σού.</p>
<p>Τη νύχτα μάζεψε ό,τι ήταν να μαζέψει<br />
και το πρωί γυρεύαμε τα όνειρα<br />
κάτω από τα σκόρπια φύλλα μας<br />
και τα σπασμένα μας κλαδιά.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[στ&#8217;]</strong></p>
<p>Σας γνωρίζω στρατιώτες,<br />
ξέρω από φάλαγγες σκιών<br />
σε νυχτερινές πορείες.</p>
<p>Τις νύχτες πάντα νικούσε το βουνό<br />
—τα βήματά μας καταντούσαν ξένα,<br />
η ανάσα μύριζε διψασμένα λόγια<br />
και τα χαλίκια<br />
γίνονταν σπασμένα κόκαλα<br />
κάτω από τ’ άρβυλά μας.</p>
<p>Αν τύχαινε<br />
να σ’ ακουμπήσει ό διπλανός σου<br />
ήταν θαρρείς<br />
και σ’ ακουμπούσε πεθαμένος.</p>
<h5><strong>ΚΡΥΦΤΗΚΕ Η ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΚΡΥΦΤΟ ΜΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[α&#8217;]</strong></p>
<p>Τα κάστρα, τα κάστρα κοίταξε&#8230;<br />
σκύβουν πάνω στα χρόνια μας,<br />
αφοπλίζουν τα παιδικά μας χέρια<br />
κι οι βέργες μας, από σπαθιά,<br />
έγιναν βάγια υποδοχής<br />
για εμάς, τους άσωτους,<br />
τους εξωμότες,<br />
που απαρνηθήκαμε τις γειτονίες μας.</p>
<p>Κοίτα! ’Ανάμεσα στις πολεμίστρες<br />
γδύνεται το φεγγάρι τα μεσάνυχτα.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[δ&#8217;]</strong></p>
<p>Στων ερείπιων τα δωμάτια γυρίζεις<br />
ψάχνεις ανάσες φαντασμάτων<br />
μες στις σκόνες<br />
οι άδειοι τοίχοι πλημμυρίζουν με εικόνες<br />
κοιτάς κι αγγίζεις τη ραγισματιά του χρόνου.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[η&#8217;]</strong></p>
<p>Ξαναγεννιέται μες στα παλιά σοκάκια<br />
η Σαλονίκη.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[ι]</strong></p>
<p>Να γίνω σκόνη, κάπως να συνηθίσω<br />
τα ερείπια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΝΙΛΙΝΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>α&#8217;</strong></p>
<p>Κάναμε ψυχή<br />
το χαρτί και το μολύβι.</p>
<p>Πιστέψαμε πώς τα μοιραία<br />
δε μένουν αναπότρεπτα<br />
σαν πιάσεις και τα γράψεις<br />
στην ψυχή σου.</p>
<p>Στον πρώτο στίχο<br />
που σκαρώσαμε<br />
γράψαμε για τον θάνατο.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>β&#8217;</strong></p>
<p>Πόσους θανάτους αποτρέψαμε απόψε<br />
με τις συλλαβές των στίχων;</p>
<p>Οι σκιές που ξεγλιστρούσαν στο χαρτί<br />
ήταν θάνατοι ντυμένοι μολυβιές.</p>
<p>Ήταν να κάψουνε το ποίημα,<br />
για να νικήσουν, μα λιποτάχτησαν.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>δ&#8217;</strong></p>
<p>Κι απάνω που έθρεφε η πληγή στο στήθος<br />
ξεπετάχτηκε από μέσα της το κεφάλι της οχιάς<br />
για να ξαναδαγκώσει κάποιον ανύποπτο<br />
και να επιστρέψει να φωλιάσει στην καρδιά.</p>
<p>Από την αρχή λοιπόν τις θεραπείες,<br />
τα γιατροσόφια και τα βότανα.<br />
Ούτε η χειμερία νάρκη φέρνει αποτέλεσμα<br />
ούτε το δηλητήριο στερεύει.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ε&#8217;</strong></p>
<p>Στο νοσοκομείο πεθαίνουν άρρωστοι<br />
και στο προαύλιο η βλάστηση οργιάζει·<br />
θαρρείς πως τα λουλούδια<br />
με τις στερνές ανάσες μας ανθίζουν.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>στ&#8217;</strong></p>
<h5><strong>Επιστροφή στα χαλάσματα</strong></h5>
<p>Τότε, στο σπίτι μας, έπιανα ένα μεγάλο καρφί,<br />
από τα «δεκάρια» κι ένα σφυράκι<br />
κι αντέγραφα τα έργα των μεγάλων.<br />
Είχα για εκσκαφέα το σφυρί με το καρφί·<br />
λίγο λίγο χαλνούσα τον σάπιο σουβά του τοίχου μας<br />
τις μέρες που γκρεμίζανε<br />
κάποιο χαμόσπιτο στη γειτονιά.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>η&#8217;</strong></p>
<p>Το αυγουστιάτικο φεγγάρι<br />
βγήκε σημαδεμένο, βγήκε ματωμένο.<br />
Ποιος καρτεράει πίσω από τη νύχτα,<br />
με θραύσματα πολέμων κι άδεια όνειρα,<br />
ανακατεύοντας σκοτάδι με εκατόμβες σκοτωμένων;<br />
Ποιος έσκαψε τους τάφους στο φεγγάρι;</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>θ&#8217;</strong></p>
<h5><strong>Δρομολόγια με την πανσέληνο</strong></h5>
<p>Βλέπεις εκείνον με το πιστόλι;<br />
Θέλει να πεθάνει.<br />
Ψάχνει στις τσέπες του για σφαίρες<br />
λες και ψάχνει γι’ αναπτήρα.</p>
<p>Βλέπεις τον άλλον;<br />
Βάζει το χέρι του στη μέσα τσέπη του μπουφάν<br />
και τραβάει την καρδιά του.<br />
Την κοιτάζει προσεχτικά στο φεγγαρόφωτο,<br />
την παραδίνει στον αστυφύλακα<br />
για να εξακριβώσει τα στοιχεία.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ια&#8217;</strong></p>
<p>Φύσηξε από τη μεριά της Παλαιστίνης.<br />
Τα σύννεφα έφεραν πόλεμο<br />
στη νυσταγμένη πολιτεία μας.<br />
Πρώτα ψιχάλιζε δάκρυα<br />
και τώρα βρέχει αίμα.<br />
Αν το γυρίσει σε χαλάζι,<br />
ο Θεός να φυλάξει<br />
τους νυχτερινούς διαβάτες<br />
που δε θα ’χουν<br />
αλεξίσφαιρες ομπρέλες.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ιδ&#8217;</strong></p>
<h5><strong>Μεταθανάτια καθαίρεση</strong></h5>
<p>Γονατισμένος<br />
-με τον νεκρό στρατιώτη<br />
ανάμεσα στα σκέλια σου-<br />
μ’ εάν σουγιά ξηλώνεις<br />
της στολής τα επιρράμματα<br />
από τα μπράτσα<br />
και το στήθος</p>
<p>Λάφυρα νίκης<br />
κι αποδείξεις του θανάτου.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ιε’</strong></p>
<h5><strong>Σιδερένιοι στρατιώτες</strong></h5>
<p>Είμαστε σιδερένιοι στρατιώτες,<br />
οι χάρτες μας είναι χάρτες άλλης γης.<br />
Εδώ ούτε γι’ αγάλματα μας θέλουν<br />
ούτε για σκιάχτρα.</p>
<p>Φταίμε γιατί ήταν φτηνό το μέταλλό μας,<br />
γιατί το σπέρμα μας σκουριά πλημμύρισε τις μήτρες,<br />
γιατί πιο άγονο απ’ τη σκουριά δεν έχει σπέρμα.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ιζ&#8217;</strong></p>
<h5><strong>Ραγίζει κι ο φλοιός της Ιστορίας</strong></h5>
<p>Την ώρα της εξέγερσης θέλεις να γράψεις<br />
μα η Μούσα είναι δεμένη,<br />
ξαπλωμένη στην κεντρική πλατεία<br />
για να την ποδοπατήσουνε τα πλήθη.<br />
Έτσι κι αλλιώς κανένας στίχος δε χωρά<br />
τη δρασκελιά της Μοίρας,<br />
τους τόνους αίματος<br />
που χύνονται απ’ το ποτήρι της<br />
και τους άλλοτε πανίσχυρους ηγέτες,<br />
που ξεψυχούν κάτω από τη φτέρνα της.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ιθ&#8217;</strong></p>
<p>Ξυπόλητοι χορεύουμε στο χώμα<br />
-μυριάδες οι νεκροί<br />
μας αφουγκράζονται ζηλεύοντας.</p>
<p>Γυμνοί στο φεγγαρόφωτο<br />
μαζί με τις μορφές των θρύλων<br />
κρυβόμαστε στα σύννεφα της σκόνης.</p>
<p>Χτυπάμε τα πόδια μας στη γη<br />
κι οι πεθαμένοι απαντούν<br />
με χτύπους στην καρδιά μας.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>κ’</strong></p>
<h5><strong>Το ρεπερτόριο του θανάτου</strong></h5>
<p>Κάθε εποχή ο θάνατος<br />
έχει το δικό του ρεπερτόριο.</p>
<p>Είναι κι οι φιλόμουσοι,<br />
που ξεχωρίζουν τη μουσική της κάθε σφαίρας.<br />
Που ξεχωρίζουν το μοναδικό εμβατήριου<br />
του δικού τους θανάτου<br />
μέσα από τις χιλιάδες, πιστές<br />
στο στόχο τους βολίδες.</p>
<p>Είναι κι οι άλλοι που αναστενάζουν,<br />
ανασφαλείς για τη ζωή τους,<br />
εξαρτημένοι από τις δειλές,<br />
τις άστοχες σφαίρες,<br />
εκείνες που προτίμησαν να εξοστρακιστούν<br />
πάνω στο άψυχο μπετόν,<br />
εκείνες τις παράφωνες<br />
σφαίρες του οίκτου.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>κβ&#8217;</strong></p>
<h5><strong>Αδικαιολογήτως παρών στον κόσμο</strong></h5>
<p>Να ’ρθεις για λίγο<br />
να μ’ αντικαταστήσεις<br />
κι αντάλλαγμά σου το μπαλκόνι μου,<br />
ο ήσυχος μικρός μου κόσμος<br />
-τα σμήνη των περιστεριών,<br />
ο δρόμος των περαστικών ζητιάνων,<br />
οι ανέκφραστοι υπήκοοι<br />
στη στάση των αστικών&#8230;</p>
<p>Να καθίσεις στη θέση μου,<br />
να μου δώσεις τα πόδια σου<br />
να σηκωθώ, να τρέξω.<br />
Να μου δώσεις τα μάτια σου<br />
κι ένα δρόμο αγαπημένο.<br />
Να μου δώσεις την καρδιά σου<br />
και μια μάχη, να μ ανάψει.</p>
<p>Για δυο τρεις ώρες<br />
αδικαιολογήτως παρών<br />
στον κόσμο σου.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>κγ&#8217;</strong></p>
<p>Διάλεξε μια σφαίρα, επιτέλους,<br />
να σου διαβάσω<br />
τους στίχους που ‘ναι πάνω της γραμμένοι.</p>
<h4><strong>ΧΑΙΚΟΥ</strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>α&#8217;</strong></p>
<p>Του νεκρού Ήρωα</p>
<p>Όταν έσβησε<br />
η νεκρική πυρά σου,<br />
τραγουδήσαμε.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>β&#8217;</strong></p>
<p>Στον ποταμό του Άδη</p>
<p>Αν δραπετεύσεις<br />
από τον Κάτω Κόσμο,<br />
κάψε τη βάρκα.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>γ&#8217;</strong></p>
<p>Τα βράχια κρύβουν<br />
απόστρατους θανάτους<br />
σε καραντίνα.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>δ&#8217;</strong></p>
<p>Πενθεί η νύχτα.<br />
Πνίγηκε το φεγγάρι<br />
στον Αχέροντα.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ε&#8217;</strong></p>
<p>Αποστολή θανάτου<br />
Άνοιξε φτερά,<br />
αρχάγγελε, ξεκίνα&#8230;<br />
νύχτωσε νωρίς.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>στ&#8217;</strong></p>
<p>Στη Σπιναλόγκα<br />
οι μέρες σπέρνουν λέπρα,<br />
οι νύχτες νέκρα.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>ζ’</strong></p>
<p>’Έχεις μετρήσει<br />
τα πεσμένα αστέρια<br />
της γειτονιάς σου;</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>η&#8217;</strong></p>
<p>Εκεχειρία!<br />
Η σπορά του ατσαλιού<br />
αναβάλλεται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΧΑΜΕΝΕΣ ΨΗΦΙΔΕΣ (2012)</strong></h4>
<h5><strong>ΡΩΓΜΕΣ ΓΕΝΝΟΥΝ ΤΗ ΝΥΧΤΑ</strong></h5>
<p>Απόψε για σένα τρυπιέται<br />
το σκοτάδι απ’ το φεγγάρι.<br />
Οι δρόμοι της Σαλονίκης παραμονεύουν<br />
κι εσύ μαραίνεσαι με μια ζωή στην ταμπακιέρα,<br />
που σε κόφτει πως να τη στρίψεις άφιλτρο<br />
κι αφήνεις να στη φουμάρουν τυχοδιώκτες.</p>
<p>Δεν είναι γι’ άλλον<br />
τα φώτα των μακρινών χωριών<br />
που τρεμοπαίζουν,<br />
για σένα γεννήθηκε η νύχτα.</p>
<p>Αν ξεκολλήσεις απ’ τις σπασμένες πλάκες των πεζοδρομίων<br />
-κι οι τοκογλύφοι χάσουν ένα σίγουρο χαρτί-<br />
τότε θα δεις θεούς και δαίμονες<br />
να τριγυρνάνε στ’ απόμερα σοκάκια.</p>
<p>Θα δεις τη νύχτα να ξεπετιέται<br />
απ’ τις ρωγμές παλιόσπιτων διατηρητέων<br />
και θ’ ανασάνεις, στα γεννητούρια,<br />
τ’ αρώματα των νυχτολούλουδων.</p>
<h5><strong>ΚΑΡΦΩΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ</strong></h5>
<p>Το μεσημέρι γυαλίζουν τα καρφωμένα σου φτερά στα σύννεφα<br />
-φεγγάρι που ξέφυγες από τις νύχτες-<br />
κι όσοι μπορούν να ορθώνουν το κεφάλι<br />
θα σε βλέπουν.<br />
Ανυπεράσπιστος στη βαρβαρότητα της πόλης,<br />
κατάληξες κι εσύ να αιωρείσαι<br />
πλάι στον Προμηθέα.</p>
<p>Το δειλινό ματώνετε τον ουρανό.<br />
Τη νύχτα αστράφτει η κρυμμένη φωτιά<br />
απ’ τα καλάμια σας<br />
κι οι ανυποψίαστοι λένε πως έρχεται βροχή.</p>
<h5><strong>ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΗΛΙΟ</strong></h5>
<p>Ξημέρωμα γαντζώθηκα στον ήλιο για να πετάξω.<br />
Έμειναν κολλημένα τα παπούτσια μου στην άσφαλτο,<br />
έκλεψα και το πρωινό τραγούδι<br />
απ’ την κορφή μιας ακακίας<br />
γιατί στο χωματόδρομο της γειτονιάς μας<br />
παίζαμε ξυπόλητοι<br />
κι είχα ακακίες στην αυλή<br />
κι ένα τραγούδι<br />
που το σκεπάσανε με άχαρο μπετόν.</p>
<p>Από το χθες ξεκόλλησα μια ζωγραφιά<br />
-τρία παιδιά που σχεδιάζουν στο χώμα της αλάνας τη ζωή τους-<br />
&#8216;<br />
την έδειξα και στα πουλιά</p>
<p>&#8230;είχαμε κι εμείς φτερά<br />
πριν μεγαλώσουμε.</p>
<p>Το μεσημέρι έσκισα τα ρούχα μου,<br />
το φόβο κι όλες τις προσωπίδες·<br />
εδώ ψηλά δεν έχει δρόμους για να ντρέπεσαι.<br />
Το δειλινό ελευθέρωσα τα ποιήματα<br />
να φτερουγίσουν πάνω από τα κύματα.</p>
<h5><strong>ΟΠΩΣ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ</strong></h5>
<p>Οι χτύποι της καρδίας σου<br />
-απότομοι ήχοι νεκρών βαγονιών-<br />
μέταλλα παροπλισμένης ατμομηχανής<br />
που συστέλλονται,<br />
που τρομάζουν<br />
από εκτροχιασμούς ονείρων.</p>
<p>Τα χέρια σου βιδωμένα<br />
στα έμβολα των ακίνητων τροχών<br />
με το ρολόι, στ’ αριστερό, σταματημένο.</p>
<p>Τα πόδια σου μισοφαίνονται·<br />
χορταριασμένες ράγες<br />
-άνεμοι παίζουν με τα λυμένα σου κορδόνια.</p>
<p>Η σιωπή σου σκοτάδι,<br />
σφιγμένο στομάχι,<br />
κόμπος στο λαιμό.</p>
<p>Το πρόσωπό σου ανέκφραστο<br />
φεγγάρι,<br />
μάτι δακρυσμένο.</p>
<p>Διάσπαρτη κόκκινη σκουριά<br />
σε ζωγραφιά<br />
το βλέμμα σου.</p>
<p>Έφυγες από την πόλη<br />
πριν να πεθάνεις εγκλωβισμένος,<br />
τώρα κι από τον έρημο σταθμό<br />
ζητάς να ξεκολλήσεις</p>
<p>όπως οι ποιητές</p>
<p>δε χώρεσες<br />
ποτέ<br />
πουθενά.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ</strong></h5>
<p>Οι ποιητές που νιώθουν<br />
τα. σημάδια των καιρών<br />
γράφουν ποιήματα<br />
ολόιδια με ρημαγμένα σπίτια,<br />
μ’ ερημωμένα σοκάκια κι αλητοπαρέες.</p>
<p>Κάνουν τόπο στις λέξεις<br />
να βρουν απομεινάρια ξεχασμένα<br />
-κρυμμένα τσιγάρα<br />
κάτω από τα κεραμίδια<br />
του χαμόσπιτου.</p>
<p>Οι ποιητές που νιώθουν<br />
τα σημάδια των καιρών<br />
δε χωράνε στα σαλόνια.<br />
Ψάχνουν στους δρόμους για στίχους<br />
ολόιδιους με μπαλωμένα ρούχα<br />
μιας μόδας που έσβησε.</p>
<p>Ψάχνουν στις τσέπες τους<br />
για σκόρπιες συλλαβές,<br />
για να πληρώσουν.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΨΕ ΦΤΙΑΞΕ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ</strong></h5>
<p>Απόψε πέφτουν όλα τ’ άστρα,<br />
πέφτουν τα κάστρα κι οι σημαίες.<br />
Απόψε μάζεψε ό,τι είναι να μαζέψεις</p>
<p>τις αναμνήσεις<br />
που θα στάξουν Ιστορία.</p>
<p>Σκύψε και κλέψε λίγο χρώμα,<br />
σκύψε και κλέψε λίγο χώμα,<br />
σμίξε τ’ απλόχερα και φτιάξε μια πατρίδα</p>
<p>σαν παραμύθι<br />
να μαγεύει τα παιδιά μας.</p>
<h5><strong>ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ</strong></h5>
<p>Μια μέρα ίσως πάρεις την απόφαση<br />
να ξαναγίνεις εργάτης,<br />
να ψάξεις σπασμένους στίχους<br />
κάτω από τα συντρίμμια της πόλης.</p>
<p>Ίσως χρειαστεί να τραβήξεις<br />
το νάιλον του καταποντισμένου ουρανού<br />
και ν’ απελευθερώσεις<br />
θεούς και θυμητάρια.</p>
<p>Ίσως ξεθάψεις<br />
λέξεις με ανοιχτές πληγές,<br />
λέξεις ακρωτηριασμένες.</p>
<p>Ίσως, μια μέρα,<br />
με τα χέρια ματωμένα,<br />
να γίνεις ποιητής<br />
κι απ’ την ντροπή να μην αντέξει,<br />
να τον ξεκάνεις τον πατέρα σου.<br />
Κι ύστερα<br />
να κλαις για τα στενά<br />
που έρημα ξεμένουνε συχνά<br />
από διαβάτες.</p>
<h5><strong>ΨΗΦΙΔΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ</strong></h5>
<p>Της πόλης μια χαμένη ψηφίδα σου μιλά,<br />
ένας ακόμη αιχμάλωτος<br />
στων ήμερων την προπαγάνδα.</p>
<p>-Πότε προλάβανε και μαυροφόρεσαν<br />
μ’ εφημερίδες όλους τους δρόμους;</p>
<p>Των αρπαχτικών οι κυκλικές πτήσεις<br />
στενεύουν πάνω απ’ το κεφάλι μου.<br />
’Άλλο δεν έχω,<br />
δεκαετίες ληστεύουν την ψυχή μου.</p>
<p>Σωτήρες μάς δείχνουν σιδερένια κλουβιά<br />
-παρέχουν κανναβούρι, νερό<br />
κι οπωσδήποτε μια τηλεόραση-</p>
<p>μας ορμηνεύουν να μπούμε μέσα,<br />
να σωπάσουμε<br />
για να σωθούμε.</p>
<h5><strong>ΟΡΦΑΝΕΜΕΝΕΣ ΡΙΖΕΣ</strong></h5>
<p>Θέρισες ανεμώνες και τις έστησες στο βάζο<br />
-αντίδοτο για την αγιάτρευτη κακογουστιά της πόλης.</p>
<p>Στο πανάκριβο σου βάζο, οι τελευταίες εκπνοές<br />
καταντήσανε φυσαλίδες οξυγόνου<br />
στα γυάλινα τοιχώματα.</p>
<p>Τα πόδια μου, ακρωτηριασμένα, κρέμονται ακίνητα μες στο νερό.<br />
Στηρίζομαι απ’ τις μασχάλες στο χείλωμα του βάζου.<br />
Τα χέρια μου άρχισαν να ξεραίνονται.<br />
Το κεφάλι μου, αναίσθητο, ακουμπά στους ώμους μου.</p>
<p>Πλησιάζεις και μυρίζεις κάθε τόσο τα μαλλιά μου.</p>
<p>Κάθε δυο μέρες αλλάζεις το νερό, να μη βρωμήσει το πεθαμένο αίμα.</p>
<p>Θα ’ρθει κι η ώρα που θα με πετάξεις στα σκουπίδια.</p>
<p>Η γη της πατρίδας<br />
είναι πιά ξερές, ορφανεμένες ρίζες,<br />
είναι τα παραχωμένα παπούτσια<br />
κι οι αστράγαλοί μου.</p>
<h5><strong>ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ</strong></h5>
<p>Τρέμεις μήπως βρεθεί το έλλειμμα<br />
εκεί που αντικατέστησες με σκιές<br />
τις κλεμμένες στιγμές,<br />
εκεί που νόθεψες τη νύχτα<br />
κι αποπλάνησες τ’ αστέρια.</p>
<p>Τρέμεις την ετυμηγορία.</p>
<p>Πάλι θα πεις για τους μεθυσμένους ξενύχτηδες,<br />
για τα πλεγμένα κορμιά στο παγκάκι,<br />
για τα σβησμένα φεγγάρια κάτω από το κρεβάτι σου.</p>
<p>Πάλι θα πεις για το τρύπιο ταβάνι<br />
και τις νυχτερινές επιπλοκές της ζωής σου</p>
<p>μα τώρα υπήρξαν ξάγρυπνοι μάρτυρες,<br />
βρέθηκαν κι αποδείξεις<br />
στα χαρτιά σου με τα ποιήματα,<br />
μην περιμένεις επιείκεια.</p>
<h5><strong>ΡΗΜΑΓΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Γ</strong></p>
<p>Μοίραζε στον κόσμο προκηρύξεις<br />
-ποιήματα που έγραφε στο δρόμο,<br />
μεράκι σπασμένο σε στίχους,<br />
συλλαβές γεμάτες ανθρωπιά.</p>
<p>Τον σχολιάζανε στην Εγνατία<br />
ήτανε γνωστός και στο Ντεπό.</p>
<p>Έβγαινε μαζί με το φεγγάρι<br />
κι ανηφορίζανε τη Βενιζέλου.<br />
Τον αγαπούσε μια πόρνη στο Βαρδάρη.</p>
<p>-Όταν σχολάσεις, ποιητή, απ’ το νυχτέρι,<br />
όταν μαζέψεις τα μυστικά των δρόμων,<br />
να ’ρθεις από το «σπίτι» να σου ψήσουμε καφέ.</p>
<p>Φοβόταν τα κόκκινα φανάρια<br />
που τον κοιτούσαν ύπουλα<br />
πάνω απ’ τις εξώπορτες<br />
και τους ξελιγωμένους θαμώνες στο σαλόνι<br />
και την ξετσιπωσιά που μύριζε<br />
βαριά αρώματα.</p>
<p>Απ’ όσο ξέρω,<br />
σε τέτοια σπίτια<br />
δεν πάτησε ποτέ.</p>
<h5><strong>ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Α</strong></p>
<p>Έξω από τις πολεμίστρες ακούγονται τα σύννεφα,<br />
διηγούνται πειρατικές συνάξεις,<br />
αιωρούνται κατακόκκινα,<br />
καθρεφτίζουν το αίμα που είναι να χυθεί.</p>
<p>Η θάλασσα σκοτείνιασε,<br />
έκλεψε το χρώμα<br />
από το βλέμμα του βιγλάτορα.</p>
<p>Η γη,<br />
προτού κρατήσει την ανάσα της<br />
-λίγες στιγμές προτού τη μάχη-<br />
μοσχοβολάει ρίγανη,<br />
φωνάζει στην ψυχή του στρατιώτη</p>
<p>υπερασπίσου με!</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Γ</strong></p>
<p>Κάτω από τη σημαία,<br />
στους πρόποδες του θανάτου,<br />
στρατιώτες ζητούν το περίσσιο λίπος σου<br />
ν’ αλείψουν τ’ άρβυλά τους<br />
για να μην μπάζουν υγρασία<br />
από τις ματωμένες λάσπες.</p>
<p>Κάτω από το σταυρό,<br />
λίγο πριν τον παράδεισο,<br />
καλόγεροι ζητούν το περίσσιο λίπος σου<br />
ν’ ανάψουν τα λυχνάρια<br />
για τις λιτανείες.</p>
<p>Ό,τι απόμεινε στο ζήτησε ο έρωτας.<br />
Λάβα να χυθεί<br />
από τ’ ανοιχτά ηφαίστεια της σάρκας.</p>
<p>-Ντιντή, δεν πρόκειται να πολεμήσεις<br />
ούτε θα σε σταυρώσουν.<br />
Μπουμπού, δεν πρόκειται να γίνεις<br />
πόρνη πολυτελείας<br />
στον αιώνα τον άπαντα.</p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ (2011)</strong></h4>
<h5><strong>33 χαϊκού</strong></h5>
<p>1.</p>
<p>Η νύχτα ψάχνε!,<br />
ερειπωμένες λέξεις<br />
να ενεδρεύσει.</p>
<p>2.</p>
<p>Σκιές κρυφτείτε &#8211;<br />
αιμόφυρτο φεγγάρι<br />
λιώνει στις στέγες.</p>
<p>3.</p>
<p>Όταν νυχτώνει<br />
τα μολύβια δε γράφουν,<br />
γίνονται σφαίρες.</p>
<p>4.</p>
<p>Ξέρω πως κρύβεις<br />
ένα κομμάτι νύχτας<br />
μέσα στην τσέπη.</p>
<p>5.</p>
<p>«Οδός Ηρώων»<br />
Στίχος εκτός θέματος<br />
σε νεκρό τοίχο.</p>
<p>6.</p>
<p>Πνίγουν διά βοής<br />
την ήρεμη μέρα μου<br />
στη λεωφόρο.</p>
<p>7.</p>
<p>Μοιραίες έλξεις·<br />
οδών, σπαθιών, βλεμμάτων<br />
διασταυρώσεις.</p>
<p>8.</p>
<p>Στη διαδρομή<br />
πέταξε τα πόδια σου·<br />
είσαι του συρμού.</p>
<p>9.</p>
<p>[Νυχτερινές σκοπιές]</p>
<p>Απόψε πάλι<br />
ξεσκίζονται βοριάδες<br />
στις ξιφολόγχες.</p>
<p>10.</p>
<p>Αδιάλλακτη<br />
σιωπή δρεπανηφόρος<br />
σφάζει τίς νύχτες.</p>
<p>11.</p>
<p>«Ψηλά τα χέρια!»<br />
&#8230;δυο φλεγόμενα κλαδιά<br />
στην ανάταση.</p>
<p>12.</p>
<p>&#8230;σαν θυμητάρια·<br />
λεκέδες μαύρης μνήμης,<br />
πληγές στο χάρτη.</p>
<p>13.</p>
<p>Όταν ο ήλιος<br />
ξεμένει από βέλη<br />
στη γη νυχτώνει.</p>
<p>14.</p>
<p>Γλάροι ψαρεύουν<br />
στης θάλασσας το μνήμα<br />
πνιγμένα ψάρια.</p>
<p>15.</p>
<p>Χαμένες ψυχές<br />
με φτηνές ανιλίνες<br />
φτιάχνουν σκοτάδια.</p>
<p>16.</p>
<p>Χιόνι στις λάσπες<br />
η χαλασμένη μέρα<br />
που ξεψυχάει.</p>
<p>17.</p>
<p>[Αγιασμός]</p>
<p>Σώσον Κύριε&#8230;<br />
αιμάτινες ρανίδες<br />
στο βασιλικό.</p>
<p>18.</p>
<p>Έσταξε θλίψη,<br />
το χώμα ήπιε νύχτα,<br />
φύτρωσαν σκιές.</p>
<p>19.</p>
<p>[Πυγολαμπίδες]</p>
<p>Δράκοι της νύχτας<br />
καταπίνουν αστέρια<br />
και σκόρπιους στίχους.</p>
<p>20.</p>
<p>Τίναξες κλαδιά<br />
έβγαλες και λουλούδια<br />
μπηγμένο ξίφος.</p>
<p>21.</p>
<p>Αίμα στ’ αγκάθια<br />
ο πόνος ξεγεννάει<br />
τριαντάφυλλα.</p>
<p>22.</p>
<p>Πώς την κρέμασες<br />
ανάποδα τη νύχτα<br />
σαν νυχτερίδα.</p>
<p>23.</p>
<p>Το γυμνό κλαδί<br />
αν δε γίνεται στίχος<br />
ας γίνει σπαθί.</p>
<p>24.</p>
<p>Τα ξένα πουλιά<br />
στο ξένο δέντρο τρέμουν<br />
την καταφρόνια.</p>
<p>25.</p>
<p>Ξύπνα τον ήλιο,<br />
μαλώσανε τ’ αστέρια<br />
με το φεγγάρι.</p>
<p>26.</p>
<p>Μαύρες γαλέρες<br />
στα σπλάχνα της θάλασσας<br />
γεννούν γοργόνες.</p>
<p>27.</p>
<p>Δεν είσαι δάσος,<br />
πευκοβελόνα είσαι<br />
στο μανίκι μου.</p>
<p>28.</p>
<p>Σκιές των στίχων<br />
πίσω απ’ τη σελίδα<br />
ξεγυμνώνονται.</p>
<p>29.</p>
<p>Γδύσε τη νύχτα<br />
ν’ ανάψει, στο σκοτάδι&#8217;<br />
Γυναίκα! Φωτιά!</p>
<p>30.</p>
<p>Σκίσε τα ρούχα<br />
-γυμνοί, με τα φτερά μας<br />
ν’ αναληφθούμε.</p>
<p>31.</p>
<p>Για το ξενύχτι<br />
αρκούνε τ’ άστρα;<br />
Αρκεί το ξεγύμνωμα;</p>
<p>32.</p>
<p>Έσβησε το φως<br />
&#8211; το σκοτάδι ασελγεί<br />
στη φαντασία.</p>
<p>33.</p>
<p>Ημέρα χρωμάτων</p>
<p>Οι πεθαμένοι<br />
σχεδιάζουν γκράφιτι<br />
στις ταφόπλακες.</p>
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ (2008)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 120px;"><em><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ</strong></em></h6>
<h5><strong>ΡΩΓΜΕΣ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ</strong></h5>
<p>Ξέρεις πώς κρύβω<br />
ένα κομμάτι νύχτας<br />
μέσα στην τσέπη μου.</p>
<p>Αν υπήρχαν παραθύρια,<br />
τ’ άστρα θα σεργιανούσανε<br />
τα κρεμασμένα όνειρά μου<br />
σ’ έναν χάρτη.<br />
Αν υπήρχαν πόρτες<br />
ίσως ερχόταν κάποιος<br />
μ’ ένα πρόσωπο φεγγάρι,<br />
με λόγια νυχτοπούλια,<br />
μαθημένος να τραγουδάει<br />
με τα τριζόνια.<br />
Ίσως ερχόταν μια γυναίκα<br />
βγαλμένη από τ’ αρώματα<br />
της φλαμουριάς.</p>
<p>Μαύρες μορφές κρυφοκοιτάζουν<br />
απ’ τις ρωγμές της νύχτας μου.<br />
Με τη σιωπή μου υφαίνουν όνειρα.<br />
Με τις ανάσες μου<br />
ξεγεννάνε τα μυστήρια τους.<br />
Κλέβουν το άρωμα του ύπνου μου<br />
για να ντυθούν.</p>
<h5><strong>ΘΙΑΣΟΣ</strong></h5>
<p>Στις έρημες καρδιές, στα καλντερίμια,<br />
η νύχτα περπατάει σαν κλέφτης.</p>
<p>Αναζητάει γνώριμες μορφές του δρόμου<br />
που ανάβανε πιο πριν στους έρωτες τους<br />
και τώρα στροβιλίζουν στο σκοτάδι<br />
στάχτες που τις σέρνει ο αέρας.</p>
<p>Ακουμπάει τους βρεγμένους τοίχους<br />
κι η ώχρα ξεφλουδίζει,<br />
περπατάει στους βρεγμένους δρόμους<br />
και λασπώνουν οι λοξές σκιές,<br />
ψάχνει για ιδρωμένα κορμιά που ν’ αχνίζουν<br />
από τις εκπνοές του έρωτα.</p>
<p>Η νύχτα περνάει πάνω απ’ τα κορμιά μας<br />
-χιλιάδες βυθισμένοι στα όνειρα<br />
δεν καταδεχόμαστε ν’ ακούσουν<br />
τους πλανόδιους νυχτερινοί θιάσους.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΙ</strong></h5>
<p>Οι διψασμένοι για έρωτα<br />
δεν κατεβαίνουν στο Βαρδάρη.</p>
<p>Πρώτα είχαν ξεκόψει απ’ την πλατεία<br />
οι εξοδούχοι φαντάροι,<br />
ύστερα έκλεισαν οι κινηματογράφοι<br />
κι έσβησαν τα κόκκινα φανάρια.</p>
<p>Όσα χρωστούσαν τα σκοτάδια<br />
στους νυχτόβιους της πιάτσας<br />
πάνε χαμένα.</p>
<p>Οι διψασμένοι απόμειναν στα ποιήματα<br />
εκεί που είναι γραμμένα<br />
και τα χρέη κάθε νύχτας.</p>
<h5><strong>ΝΙΩΘΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ</strong></h5>
<p>Νιώθεις τους τοίχους στο δωμάτιο<br />
να σε κοιτάζουν με τα μάτια μου.</p>
<p>Ακούς τις γάτες απέξω<br />
να κλαίνε τους έρημους δρόμους,<br />
τα δέντρα να βγάζουν βλαστάρια.</p>
<p>Πολεμάς τη μοναξιά με το μολύβι,<br />
η ανάσα μου γιατρεύει τις πληγές σου.</p>
<p>Αν λιποθυμήσεις<br />
θα σε πάρω στα χέρια<br />
να σ’ απλώσω σ’ άλλο ποίημα.</p>
<h5><strong>ΠΑΝΩ ΜΟΥ ΚΡΥΒΩ ΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ</strong></h5>
<p>Πάνω μου κρύβω τα κλεμμένα κομμάτια<br />
από ξένα ποιήματα που κάπου ξέπεσαν,<br />
κλεμμένα κομμάτια από κρύα ίχνη<br />
που κάποτε πύρωναν.</p>
<p>Θέλεις να σβήσεις το τσιγάρο σου<br />
πάνω στις πιο κακές συνήθειες μου.</p>
<p>Με φοβούνται τα πεζοδρόμια,<br />
οι γραμμένοι τοίχοι<br />
κι οι μισοκολλημένες αφίσες<br />
που προσκύνησαν.</p>
<p>Φοβάσαι να με κοιτάξεις στην καρδιά,<br />
να μού τραβήξεις τα αγκάθια ένα ένα,</p>
<p>Ξέρεις καλά, αιμορραγώ εδώ και χρόνια.</p>
<p>Χάιδεψε τα κόκκινα μου αποτυπώματα<br />
πάνω στα κλοπιμαία,<br />
μουντζούρωσέ τα, να με νιώσεις.</p>
<h5><strong>ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟ</strong></h5>
<p>Τις νύχτες οδηγούνται, ιδρωμένοι<br />
οι αιχμάλωτοι του έρωτα<br />
πίσω από το Ποσειδώνιο.</p>
<p>Μισόγυμνοι παραδίνονται<br />
σε στεναγμούς κι αγκαλιάσματα,<br />
στα σκοτεινά αποδυτήρια.</p>
<p>Τις στιγμές εκείνες ξεκολλάνε<br />
από τις σκιές άλλες σκιές που τρέφονται<br />
απ’ τα περισσέματα των πόθων.</p>
<p>Μεθούν τη μοναξιά τους με ψίθυρους,<br />
με κάποιο πνιχτό φιλί, με μια πνοή βαριά<br />
η ένα τίναγμα της έξαψης.</p>
<h5><strong>ΔΕ ΦΥΛΑΓΕΣΑΙ ΠΙΑ</strong></h5>
<p>Δε φυλάγεσαι πιά,<br />
λες τις σκιές: σκιές</p>
<p>-κομμάτια νύχτας<br />
που σέρνονται στα πεζοδρόμια,</p>
<p>απλές κι ακίνδυνες γωνιές<br />
σπασμένου σκοταδιού-</p>
<p>δε φοβάσαι που σου αγγίζουν<br />
το κορμί.</p>
<p>Δε φυλάγεσαι πιά,</p>
<p>σκύβεις χωρίς αναστολές<br />
για να μαζέψεις του δρόμου<br />
τα πεσμένα άστρα.</p>
<h5><strong>ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΡΙΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>β’</strong></p>
<p>Οι εφημερίδες κάποτε θα γράψουν πώς<br />
οι μοναχικοί νιώθουν γυμνοί κόντρα στο βοριά.</p>
<p>Εδώ μέσα φυσάει μόνιμα βαρδάρης.<br />
Τα χέρια μου ξέμαθαν τις χειραψίες,<br />
έσβησαν από το πρόσωπό μου οι προσποιήσεις<br />
-αν θέλεις άφησε την καθημερινή σου<br />
προσωπίδα εκεί πάνω στο τραπέζι.<br />
Συνήθισα το σπασμένο τζάμι, την ανοιγμένη<br />
ρυτίδα στο μέτωπο που χωράει ακόμα μισό αιώνα<br />
κατεδαφίσεων και τόση εσωστρέφεια μέσα στους<br />
στίχους, στις στάχτες των άτυχων στιγμών μου.</p>
<p>Οι εφημερίδες κάποτε θα γράψουν για ποιήματα<br />
και για δάκρυα. Τότε θα μου τις φέρεις<br />
να τις απλώσω και να καλύψω τον τοίχο.</p>
<p>Οι εφημερίδες κάποτε θα γράψουν πως<br />
οι στίχοι και τα δάκρυα μυρίζουνε σκοτάδι.<br />
Οι ειδικοί θα μετράνε πόση φωτιά<br />
σπαταλιέται απ’ την καρδιά τη στιγμή που<br />
τη διαπερνάει μια λέξη<br />
ή όταν ένα δάκρυ χαράζει το μάγουλο.</p>
<p>Οι εφημερίδες κάποτε ίσως γράψουν για τον άνεμο<br />
που αρπάζει τα χαρτιά με τα ποιήματά μας<br />
-αν κρυώνεις φόρεσε την προσωπίδα σου.</p>
<h5><strong>ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ</strong></h5>
<p>Σαν να σε βλέπω,<br />
βάφεις στον τοίχο κόκκινο κύκλο.</p>
<p>Ξεκολλάει η ώχρα,<br />
χύνονται τα χρώματα<br />
που ’χάνε βάψει με τα χρόνια οι νοικάρηδες.</p>
<p>Ρέει απ’ τον κύκλο<br />
η γλουτολίνη της παλιάς αφισοκόλλησης<br />
κι όλο το σπέρμα που γεννούσε τις ιδέες.</p>
<p>Ψάχνεις να καταλάβεις<br />
τι του ’κάνες του τοίχου,</p>
<p>η ιστορία χύνεται συνέχεια<br />
στο πεζοδρόμιο,<br />
στην άσφαλτο.</p>
<h5><strong>ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ</strong></h5>
<p>Χαρτιά στο τραπέζι<br />
χαραγμένα με σκέψεις,<br />
πουλιά που δοκιμάζουν<br />
τα χάρτινα φτερά τους.</p>
<p>Όλα γύρω βαραίνουν στο δωμάτιο&#8230;<br />
κι αυτή η μουσική στο «Τρίτο πρόγραμμα»!</p>
<p>Το ραδιόφωνο αργοσβήνει</p>
<p>βρήκε χαραμάδες ο αέρας<br />
και σιγά σιγά δραπέτευσε,</p>
<p>ο καθρέφτης μου δε βλέπει<br />
τίποτα πιά στο κενό,<br />
αντανακλά το σκοτάδι του<br />
στους τοίχους.</p>
<p>Αιωρείται το δωμάτιο,<br />
τα φτερά κι ο καθρέφτης.<br />
Οι μπαταρίες κερδίζουν ζωή<br />
στο σιωπηλό ραδιόφωνο.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΡΡΗΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ</strong></h5>
<p>Να μην ξεχάσεις, να τραβήξεις την κουρτίνα<br />
οι δρόμοι απόψε κρύβουν βλέμματα παράξενα.</p>
<p>Ας συγυρίσουμε,<br />
ας κρύψουμε πίσω απ’ τις κουρτίνες<br />
τα παραμύθια που έχτιζαν<br />
ως τώρα τη ζωή μας.</p>
<p>Ας συζητήσουμε για περιστατικά απόρρητα:<br />
για την κραυγή των στίχων,<br />
για τα υγρά υπόγεια διαμερίσματα,<br />
για τα μυαλά που κόλλησαν στην τηλεόραση.</p>
<p>Έπιασε βροχή, μην πλησιάζεις το παράθυρο<br />
άλλωστε ακούγονται οι ψιχάλες<br />
πάνω στη λαμαρίνα του άστεγου της γειτονιάς.</p>
<p>Γιατί όταν σταθείς μπροστά στο τζάμι<br />
μπορεί να δεις κάποιον να προσπαθεί<br />
να διασχίσει τον πλημμυρισμένο δρόμο,<br />
ίσως γελάσεις που θα γεμίζουν<br />
τα παπούτσια του νερό,<br />
ίσως θυμηθείς τα παραμύθια,<br />
πίσω απ’ τις κουρτίνες,<br />
και δε θελήσεις κι απόψε να μιλήσουμε.</p>
<h5><strong>ΦΕΓΓΑΡΙ ΘΕΡΙΝΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΝ</strong></h5>
<p>Αδειάζει το φεγγάρι<br />
κι όλοι νομίζουν πως γίνεται στο έργο,<br />
πως είναι σκηνοθετημένο.</p>
<p>Αδειάζει,<br />
το φθονούμε για τη λάμψη του.<br />
Αδειάζει,<br />
το φοβόμαστε<br />
έτσι που είναι σαν μάτι<br />
και μας βλέπει.</p>
<p>Με ματιές τρυπάμε τα φεγγάρια.</p>
<p>Τόσο ασήμι πάει χαμένο.</p>
<h5><strong>ΔΥΟ ΩΡΕΣ ΜΕΣ ΣΤΟ ΚΡΥΟ</strong></h5>
<p>Αυτή τη νύχτα<br />
δεν τρεμοφέγγει στον ουρανό<br />
η μοναξιά των άστρων.</p>
<p>Απ’ το πρωί κι ο Λευκοπύργος<br />
στην ομίχλη,<br />
δεν ήθελε να δει τη θάλασσα.</p>
<p>Βγήκες για ένα τσιγάρο<br />
και στάθηκες<br />
δυο ώρες μες στο κρύο.</p>
<p>Γύρω ησυχία·<br />
περιοχή κυκλωμένη<br />
με χριστουγεννιάτικα φωτεινά<br />
συρματοπλέγματα.</p>
<p>Αρραβωνιάζεται η δούλη της νύχτας ερημιά<br />
τους σκόρπιους στίχους&#8230;<br />
τους βλέπεις,<br />
μαζεύτηκαν γύρω απ’ το χλωμό φεγγάρι<br />
κι όλο το ζαλίζουν,<br />
το μεθάνε<br />
και θολώνει.</p>
<h5><strong>ΓΥΡΩ ΜΥΡΙΖΕΙ ΠΕΘΑΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ</strong></h5>
<p>Βρήκα την αλυσίδα που έβλεπα στα όνειρά μου<br />
με τη βαριά της άγκυρα<br />
περασμένη στην καγκελόπορτα<br />
της πλαζ στην Αρετσού.</p>
<p>Μονάχος παρηγοράω<br />
τα έρημα ερωτικά αποδυτήρια,<br />
την αμμουδιά που ψάχνει για ιδρωμένα κορμιά,<br />
για βρεγμένα ίχνη βημάτων που άλλαξαν πορεία.</p>
<p>Θα φωνάξω δυνατά<br />
να σπάσει ένα κομμάτι από την εγκατάλειψη<br />
και μια γωνίτσα από κοφτερό φεγγάρι,<br />
να τα κάνω μαχαίρι<br />
ολόιδιο με τις κραυγές των γλάρων,<br />
να κόψω σε λουρίδες τα παιδικά μου χρόνια,<br />
να τα ξαπλώσω εδώ κι εκεί πάνω σε ψάθες.</p>
<p>Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα<br />
σαν παλιά φωτογραφία.</p>
<h5><strong>ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ</strong></h5>
<p>Τώρα που έμαθα να κρύβω λόγια<br />
κάτω από σωρούς ξεραμένων φύλλων,<br />
συνήθισα το σκοτάδι.</p>
<p>Τώρα που έμαθα,<br />
αγγίζω τη νύχτα κι αυτή πονάει,<br />
αναπνέω μα δεν ζω με τ’ οξυγόνο<br />
των γκρίζων δρόμων,<br />
μήτε του σπασμένου λιθαριού<br />
που ήταν κάποτε καρδιά.</p>
<p>Τώρα που έμαθα,<br />
μπορώ ν’ ανοίγω την καρδιά μου,<br />
τη θάλασσα που τη φοβόμουν,<br />
να μαζεύω σκουριασμένες άγκυρες<br />
τυλιγμένες γύρω από ευσυνείδητους καπετάνιους.</p>
<p>Τώρα που έμαθα<br />
το μυστικό των λευκών χαρτιών<br />
-που δεν είν’ άλλο<br />
από τη μαύρη μολυβιά που ταξιδεύει-<br />
τρέμω τους άσπρους τοίχους<br />
που δεν έχουν πάνω τους σημάδια<br />
κι όλο νομίζω βλέποντάς τους<br />
πως ξεμαθαίνω πιά να γράφω.</p>
<h5><strong>ΑΝΙΛΙΝΕΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[α&#8217;]</strong></p>
<p>Ήξερε απόψε<br />
και δε βγήκε το φεγγάρι.<br />
Κάθε αστέρι που δείχνεις<br />
αυτοκτονεί μες στο σκοτάδι<br />
-θ’ αφήσεις τη νύχτα δίχως μάτια-<br />
γιατί δε θέλεις να μας βλέπει<br />
κανείς που αγκαλιαζόμαστε.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[β&#8217;]</strong></p>
<p>Δεν είναι τα ξωτικά<br />
που διακόπτουν το χορό<br />
των τριζονιών<br />
κι ανεβαίνουνε στα δέντρα.<br />
Είναι οι φλεγόμενες ανάσες<br />
του ερωτά μας<br />
που γλύφουνε, κλαδί κλαδί,<br />
της νύχτας τη δροσιά<br />
μέχρι να ξεθυμάνουν.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[γ’]</strong></p>
<h5><strong>Φωτογραφία</strong></h5>
<p>Σκιές στο πρόσωπό σου,<br />
σκοτάδια σου αγκαλιάζουνε τα μάτια<br />
κι εγώ θέλω τ’ άστρα σου ν’ αγναντέψω.</p>
<p>Σε μια φωτογραφία<br />
πως να χωρέσει λίγος έρωτας<br />
κι απ’ το κορμί σου να στάξει<br />
μια σταγόνα θηλυκότητας στα δάχτυλά μου;</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[δ&#8217;]</strong></p>
<p>Να ψηλαφίζεις τη σιωπή με τα δάχτυλα,<br />
να κλείνεις τα μάτια σου<br />
και ν’ αγκαλιάζεις το σκοτάδι.<br />
Ν’ αγγίζεις τον τοίχο<br />
την ώρα που ο παλμός της καρδιάς του<br />
ταιριάζει με τον δικό σου παλμό,<br />
υστέρα να σκίζεις το χρώμα του<br />
να βυθίζεσαι στη σκόνη των αισθήσεων<br />
και να ριγείς με τους χτύπους<br />
άγνωστων μορφών, εγκλωβισμένων.<br />
Κάθε λίγο ν’ απλώνεις τα χέρια σου,<br />
ν’ ακούγεται απ’ το στήθος<br />
η καρδιά σου σαν σεισμός.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[ε’]</strong></p>
<p>Βγήκε στη βροχή<br />
να γυρέψει στις ψιχάλες<br />
τα δάκρυα<br />
που έγιναν άγιασμα.<br />
Πέταξε τα ρούχα να ξεπλυθεί<br />
απ’ τα ξένα αποτυπώματα,<br />
ν’ ανταλλάξει μοναξιά<br />
με το θεό.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[στ&#8217;]</strong></p>
<h5><strong>Άγγελοι φονιάδες</strong></h5>
<p>Άγγελοι φονιάδες, τις νύχτες του έρωτα,<br />
τραβούν κάτω απ’ τα πόδια σου<br />
τα πεταμένα ρούχα.</p>
<p>Γλιστράνε μέσα τους,<br />
σκοτώνουν τις τελευταίες σου ανάσες.</p>
<p>Φλέγεσαι και λιώνεις<br />
πάνω από τα νεκρά σου ρούχα,<br />
στάζεις στα μάτια που σε κοιτάζουν<br />
απ’ τα μανίκια τους,<br />
απ’ τα διαρρηγμένα φερμουάρ.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[ιa’]</strong></p>
<p>Οι άδειοι δρόμοι<br />
μου ανοίγονται άφοβα<br />
και μου μιλούν,<br />
τ’ άστρα δυναμώνουν το φως τους<br />
γιατί τους το ζητάω,<br />
τώρα που κανένας δε ζητά<br />
τίποτε πια απ’ το σκοτάδι.</p>
<p style="padding-left: 40px;">[ιβ’]</p>
<p>Φωνές με έντονα χρώματα<br />
κομμένες σε γράμματα,<br />
άνοιξαν δικούς τους δρόμους<br />
στους τοίχους.</p>
<p>Οι στάλες στο πεζοδρόμιο,<br />
δεν είναι χρώματα,<br />
είναι ρανίδες αγώνα,<br />
περισσέματα οραμάτων,<br />
δάκρυα από υψωμένα λάβαρα.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[ιγ’]</strong></p>
<p>Η νύχτα δεν παρηγοριέται<br />
με τ&#8217; αδύναμα φώτα της πόλης,<br />
θέλει στους δρόμους το θίασό της·</p>
<p>φλεγόμενοι κάδοι σκουπιδιών,<br />
βόμβες μολότοφ<br />
κι εκρήξεις δακρυγόνων<br />
τη θεραπεύουν<br />
απ’ το αδυσώπητο σκοτάδι της.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>[ιδ’]</strong></p>
<h5><strong>Στρατευμένος</strong></h5>
<p>Τις νύχτες ξαπλώνει κι ονειρεύεται<br />
ανθρώπους που παραμένουν άνθρωποι,<br />
κι ύστερα<br />
-τόσα χρόνια το ίδιο όνειρο-<br />
μαζεύει σκόρπια κουρέλια αξιοπρέπειας,<br />
να ράψει μια σημαία για το τέλος,<br />
για να σκεπάσει την καρδιά του<br />
στην εξόδιο ακολουθία.</p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ (2005)</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Ηρωισμός 2004</strong></p>
<p style="padding-left: 80px;">Θαρσείν χρη…<br />
Με την ομπρέλα ανοιχτή<br />
κόντρα στον άνεμο.</p>
<h5><strong>ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ</strong></h5>
<p>Πήρα την πέτρα,<br />
πήρες το αγέρι της αυγής.<br />
Πήρα το ξερόκλαδο,<br />
πήρες τη φλόγα του μεσημεριού.<br />
Πήρα την ξεραμένη λάσπη,<br />
πήρες το κοκκίνισμα του δειλινού,<br />
κάθισα εγώ στην παραλία της Σκοτίνας<br />
κι εσύ στην κορυφή του Ολύμπου,<br />
να ονειρευτούμε,<br />
να φτιάξουμε καινούργια Ελλάδα!</p>
<p>Κι ονειρευτήκαμε όλη τη νύχτα…<br />
Κι ονειρευτήκαμε στην ξαστεριά…<br />
Ακόμα εκείνη την Ελλάδα ονειρευόμαστε!</p>
<h5><strong>ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Αυτός ο τοίχος χώρεσε απανωτά<br />
του κόσμου τα έγχρωμα συνθήματα.<br />
Πρώτα υπήρξε τετράδιο ιχνογραφίας<br />
κι έπειτα λιμάνι έγινε απάνεμο<br />
για αραγμένα ιδανικά<br />
που μοναχά του ασπριτζή η βούρτσα<br />
μπορεί να τ’ απειλήσει.</p>
<p>Μόνο στα μάτια των λαθραίων τοιχογράφων,<br />
γυαλίζουν ζωντανά σε κάθε τοίχο<br />
τα γράμματα, τα σύμβολα, τα χρώματα,<br />
χωρίς να έχει δύναμη στο ξέφτισμα,<br />
του χρόνου και του ασπριτζή η βούρτσα.</p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ, ΕΝΑ ΞΕΦΑΝΤΩΜΑ</strong></h5>
<p>Μια Κυριακή, ένα ξεφάντωμα τρελό,<br />
ήταν όλη η ζωή σου, ήταν η ανάμνησή σου<br />
ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.</p>
<p>Χρωμάτιζες τους τοίχους, τις καρδιές μας,<br />
σαν το ηλιοβασίλεμα στο Λευκοπύργο,<br />
μια Κυριακή, ένα ξεφάντωμα τρελό.</p>
<p>Παράθυρο ανοιχτό, όλο τον κόσμο έβλεπα<br />
μες στην καρδιά σου και τον κερνούσα<br />
ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.</p>
<p>Ήταν όλη η ζωή σου, ήταν η ανάμνησή σου<br />
το πανηγύρι στο χωριό, ένας ζεϊμπέκικος,<br />
ένα στροβίλισμα στην πίστα.</p>
<p>Βάσταξε ο λεβέντικος χορός ένα ηλιόγερμα,<br />
ένα ηλιοβασίλεμα στο Λευκοπύργο,<br />
κι ύστερα… κι ύστερα ήρθε η Δευτέρα.</p>
<h5><strong>ΑΝΕΜΟΣ ΜΕ ΛΑΒΑΡΟ</strong></h5>
<p>Πήρα τους δρόμους μόνος στο πλήθος,<br />
πήρες το λάβαρο, έγινες ουρανός.<br />
Στους τοίχους διάβασα την ιστορία σου,<br />
έγινες άνεμος, έγινες αητός.</p>
<p>Μόνος πλανιέμαι, ψηλά πετάς,<br />
άλλοι τρομάζουν με τη σκιά σου,<br />
άλλοι ζηλεύουν για τα φτερά σου.</p>
<p>Ήπια κρασί, έπινες νέκταρ,<br />
σκόνταψα, έπεσα, τη γη αγκάλιασα…<br />
τον ήλιο μάλωνες και το φεγγάρι…<br />
ίδιος βαρδάρης, μ’ άγγιξες κι αναγάλλιασα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Τα όνειρά μου καμαρώνω<br />
στον καθρέφτη…<br />
και σωπαίνω.</p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ</strong></h5>
<p>Μια ηλιαχτίδα τον τοίχο να εμβολίσει,<br />
να διαπεράσει και την μοίρα μας<br />
που ξεχάστηκε στον πίνακα ανακοινώσεων.</p>
<p>Πόρτες και διάδρομοι είναι το τηλέφωνο.<br />
Στοίχειωσε το κουδούνισμά του.</p>
<p>Μια ηλιαχτίδα να ελευθερωθούμε…<br />
Μονάχα να περάσει μέσα μας,<br />
να μας πυρώσει,<br />
να λιώσει τον δεσμοφύλακά μας,<br />
τη νοοτροπία μας.</p>
<h4></h4>
<h5><strong>ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ</strong></h5>
<p>Όποτε βρέχει στάζει η σκεπή,<br />
δεν μέτρησα ποτέ τις τρύπες.<br />
Στάζει… πως έγινε διάτρητη!</p>
<p>Μέρα τη μέρα εξατμίζομαι<br />
κι αναστατώνονται<br />
τα έντομα και τα ποντίκια<br />
που ανασαίνουν τη ζωή μου<br />
στο τρύπιο ταβάνι.</p>
<h5><strong>ΞΕΦΥΓΑΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Ξέφυγαν τα όνειρά μας,<br />
σκορπίστηκαν στον άνεμο.<br />
Στους δρόμους<br />
σβήστηκαν τα ίχνη μας,<br />
ξεχάστηκαν οι μορφές μας,<br />
χάθηκαν οι αφίσες.<br />
Πίσω δεν έμεινε κανείς<br />
η έμειναν πολύ λιγότεροι.</p>
<p>Ξέφυγαν τα όνειρά μας.<br />
Τα παιδιά μας, δικαστές,<br />
δε θα ’χουνε ν’ ακούσουνε πολλά,<br />
θα μας καταδικάσουν</p>
<h5><strong>ΑΣΒΗΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ</strong></h5>
<p>Στην πλατεία Αριστοτέλους<br />
τύπωνα τα ιδανικά μου σε αφίσες<br />
-αφισοκολλούσα με γλουτολίνη<br />
στις μαρμάρινες κολώνες·<br />
νύχτα τη νύχτα<br />
σιγόκαιγε η φωτιά τους.</p>
<p>Με ρωτάς αν ξεχωρίζω πιά το παρελθόν,<br />
αν τη στάχτη του μαζεύω·<br />
τις νύχτες ξεβάφουνε οι τοίχοι<br />
και διαβάζονται,<br />
οι κολώνες της Αριστοτέλους<br />
προδίδουν τ’ όνομά μου,<br />
οι δρόμοι φωνάζουνε<br />
συνθήματα για την πατρίδα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Στα όνειρά σου<br />
μια «μολότοφ»<br />
ξερνάει επαναστάσεις!</p>
<h5><strong>ΞΥΠΝΗΜΑ</strong></h5>
<p>Κάποιες αναπάντεχες σκιές<br />
εισβάλουν στα όνειρα<br />
μοιάζοντας με χτύπους μολυβιού στο τραπέζι<br />
που γιατρεύουν τη σιωπή αλλά δολοφονούν τον ύπνο.<br />
Σήματα μορς βγαλμένα<br />
από τα φτωχά σύνεργα της μοναξιάς,<br />
σταλμένα σ’ άγνωστους αποδέκτες.</p>
<p>Ξυπνώ μ’ ένα ταβάνι πάνω απ’ τα μάτια μου.<br />
Συνέχεια ένα ταβάνι, λευκό σαν μάρμαρο,<br />
ίδιο πάτωμα, σωστή ταφόπλακα.</p>
<p>Ανάπηρο όνειρο με λειψά πλοκάμια,<br />
πρόωρα θανατωμένο,<br />
τρύπιο από μια νεογέννητη ηλιαχτίδα,<br />
αποσυντίθεται σκορπώντας<br />
χρώμα &#8211; χρώμα τη χροιά του.<br />
Σκληραίνει το φως κάτω από τα σκονισμένα τζάμια<br />
της μυωπικής μέρας που προσηλώνει<br />
το αδύναμο βλέμμα της στα νεκρά όνειρα<br />
και λησμονάει στην τύφλα της τον κόσμο.</p>
<p>Το μεσημέρι πλαγιάζουν ν’ αποκοιμηθούν<br />
γερασμένοι ο κόσμος κι η μέρα.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΛΑΣΤΙΧΑ</strong></h5>
<p>Τα λάστιχα ξεσκίσανε τ’ απόνερα,<br />
τινάχτηκε η καταφρόνια<br />
στη μοναξιά ρομαντικού ποδηλάτη.</p>
<p>Στις στράτες με τις λησμονημένες καντάδες<br />
οι θορυβώδεις και γυαλιστεροί χείμαρροι<br />
σβήσανε τα πατήματα της αλητοπαρέας,<br />
σταμάτησε στη διάβαση ο ρυθμός της καρδιάς μας,<br />
ανέλαβαν σηματοδότες τη ρύθμιση.</p>
<p>Ψάχνω στις άσπρες γραμμές των διαβάσεων<br />
να βρω τα μυστικά του τροχονόμου,<br />
γίνομαι σφυρίχτρα κι αλλάζω τη ροή της κίνησης,<br />
η πόλη σαπίζει στους στάσιμους χείμαρρους.<br />
Νεόπλουτοι πνιγμένοι στο βρόχο της γραβάτας τους,<br />
λαμποκοπάνε στο μποτιλιάρισμα<br />
της αηδίας, της υπομονής, της σκέψης τους.<br />
Γίνομαι χέρι τσιγγανόπουλου,<br />
απλώνω στα τζάμια πίσσα,<br />
οι οδηγοί μ’ ευγνωμονούν,<br />
τους κρύβω το χάος, τον άρρωστο ήλιο<br />
κι ο τροχονόμος χλώμιασε.</p>
<p>Τα λάστιχα τα πήραν διαρρήκτες πήραν,<br />
τα πήγαν σ’ άλλες γειτονιές,<br />
βγήκε στη σύνταξη ο τροχονόμος.</p>
<h5><strong>ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ</strong></h5>
<p>Βρώμικα πεζοδρόμια καθορίζουν<br />
τους άγριους δρόμους της πόλης<br />
κι όμως πονάνε απ’ τη βρωμιά μας,<br />
τρέμουν στην αγριότητα,<br />
μέρα τη μέρα τρίζουν οι πλάκες τους,<br />
ραγίζουνε και κομματιάζονται.</p>
<p>Κάθε Παρασκευή έχει πορείες με δεκάδες διαδηλωτές<br />
κι άλλοι, χιλιάδες,<br />
φτιάχνουν την απεργία τριήμερη αργία.</p>
<p>Στα πεζοδρόμια, πρώτα τα βήματά μας<br />
σιχάθηκαν οι πλάκες,<br />
ύστερα τη ζέστη των καθισμένων ζητιάνων<br />
και τη σκιά του απλωμένου τους χεριού,<br />
τέλος εκείνες τις αστικές συνήθειες μας<br />
που τις παρκάρουμε ανέμελα όπου βρούμε.</p>
<p>Στην πορεία δε φωνάζουν όλοι τα συνθήματα,<br />
έγινε πιά κι αυτό προνόμιο των καταξιωμένων,<br />
των εκλεγμένων της πρώτης σειράς,<br />
όσων κρατούν ψηλά τον τηλεβόα.</p>
<p>Τις νύχτες, στις έρημες συνοικίες<br />
οι πλάκες κλαίνε,<br />
μοιρολογάνε τα άσημα μυστικά<br />
κάθε διαβάτη.</p>
<p>Νωχελικοί διαδηλωτές χαρίζουν<br />
τα πλαστικά τους σημαιάκια<br />
στους παραγεμισμένους κάδους του πολιτισμού μας<br />
κι απλώνουνε τις τυπωμένες συνειδήσεις τους<br />
κατάχαμα για να καθίσουν, μη λερωθούνε.</p>
<p>Τα πεζοδρόμια ψιθυρίζουν,<br />
περιμένουν να περάσει η περίπολος,<br />
ετοιμάζουν εξεγέρσεις.</p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ</strong></h5>
<p>Πήρες τον κόσμο<br />
να τον ρουφήξεις μονοκόμματα<br />
και βρέθηκες εξόριστος<br />
μ’ ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι.</p>
<p>Όχι εδώ, κάτω μονάχα,<br />
στους δρόμους τσακίζει η εξορία.</p>
<p>Το πετροβόλημα δεν τάραξε τις συνειδήσεις.</p>
<p>Οι γροθιές σε πόνεσαν, μεγάλωσαν το τείχος.</p>
<p>Ξεθώριασαν οι αφίσες, περίμενες να ξεφωνίσουν,<br />
ούτε τα συνθήματα ξεφώνισαν στον τοίχο,<br />
καλύφθηκαν με διαφημίσεις.</p>
<p>Οι στίχοι σε χάραξαν,<br />
ρυτίδα &#8211; ρυτίδα μετράω τα ποιήματά σου.</p>
<p>Πήρες τα μάτια σου,<br />
τα έκλεισες στο κουτάκι των γυαλιών.<br />
Πήρες τα χέρια, τα δίπλωσες<br />
μαζί με τη σημαία στο συρτάρι.<br />
Πήρες τ’ αυτιά σου και τα σφράγισες,<br />
στην εξορία, είπες, δε χρειάζονται πολλά.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Στην παχιά σκιά<br />
όσο κι αν σε ποτίζουν<br />
χλωμά θ’ ανθίζεις.</p>
<h5><strong>ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ξέφυγε το φεγγάρι<br />
στα λασπόνερα του δρόμου,<br />
ομόρφυνε η δημοσιά,<br />
γλύκανε η σκοτεινιά της.</p>
<p>Οι καθρέφτες,<br />
μεσάνυχτα προχωρημένα,<br />
λακκούβες γίνονται<br />
γεμάτες απόνερα,<br />
θολωμένοι από τις βρώμικες<br />
ανάσες μεθυσμένων.</p>
<p>Ξέρω καλά, και δεν κοιτιέμαι<br />
στον καθρέφτη, ώρα που ’ναι.</p>
<h5><strong>ΩΡΕΣ ΚΟΙΝΟΥ</strong></h5>
<p>«Το γραφείο λειτουργεί ώρες κοινού».<br />
Το ορίζει η επιγραφή στην είσοδο.</p>
<p>Αυτές τις ώρες θα φοράς μονόχρωμη γραβάτα<br />
και με το ύφος το επίσημο θα δέχεσαι<br />
τον πρώτο της ουράς,<br />
γυρτός στο θλιβερό σου γραφειάκι.</p>
<p>Αυτές τις ώρες θα διαβάζεις τις αιτήσεις του κοινού<br />
και ισάξια σπουδαίος με τη στρογγυλή σφραγίδα<br />
της υπηρεσίας, θα υπογράφεις και θα σφραγίζεις.</p>
<p>Αυτές τις ώρες θα στριμώχνεις<br />
σε φακέλους και συρτάρια,<br />
σκονισμένα και ξέθωρα όνειρα αγνώστων,<br />
πριν τ’ ανταλλάξεις με το μηνιάτικό σου.</p>
<p>«Το γραφείο λειτουργεί ώρες κοινού».<br />
Εκτός υπηρεσίας, θα ’σαι λεύτερος<br />
ν’ αναπολείς την αύξηση, την άδεια,<br />
την προαγωγή και ν’ αναπαύεσαι.</p>
<h5><strong>ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΛΙΑΚΑΔΑ</strong></h5>
<p>Βλέπεις, παιδί μου;<br />
Στα χαμηλά πατώματα οι γείτονες,<br />
πίσω από σιδηρόφρακτα παράθυρα,<br />
κοιτούν τον κλέφτη που προσπέρασε.</p>
<p>Δέντρα κρυμμένα σε τσιμεντένιους τοίχους,<br />
ποιος κεραυνός να τα ζηλέψει;<br />
Η κόκκινη βροχή που πέφτει, χθες ήταν κίτρινη,<br />
τα πλαστικά λουλούδια κοροϊδεύει που ξεβάψανε.</p>
<p>Μπροστά σου απλώνεται η γκρίζα πολιτεία.<br />
Βασανιστής ο ήλιος το καταμεσήμερο<br />
παίρνει εκδίκηση, πνιγμένος στην αιθάλη.</p>
<p>Τους δρόμους καίει μια λιακάδα παγωμένη<br />
κι αν παραμένεις άνθρωπος ακόμη,<br />
φύγε, παιδί μου, και μην ξαναγυρίσεις.</p>
<p>Κοίτα τις αδειανές φωλιές,<br />
τα χελιδόνια ταξιδέψανε αγύριστα.</p>
<h5><strong>ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΑΛΛΑΞΕΣ</strong></h5>
<p>Σκόρπια μάτια και χέρια στην πλατεία<br />
δείχνουν μια ανύποπτη κρυψώνα,<br />
σ’ ένα κατάστημα, μια τηλεόραση.<br />
Μέσα της, πλήθος μυαλά κοιμούνται ναρκωμένα,<br />
στρυμωγμένα στην κονσόλα.</p>
<p>Απ’ την οθόνη φωνές διατάζουν:<br />
«’Άλλαξε, άλλαξε, άλλαξε&#8230;<br />
σώπασε, σώπασε, σώπασε&#8230;<br />
άκουσε, άκουσε, άκουσε&#8230;».<br />
Δεν είναι αντρικές φωνές,<br />
δεν είναι γυναικείες,<br />
είναι&#8230; είναι&#8230; τι είναι τούτοι;<br />
Δεν ξεχωρίζουν οι μορφές τους.</p>
<p>«Ακούμπησε στο κεφάλι το κοντρόλ,<br />
πάτησε το πλήκτρο 1,<br />
μετά κλείσε τ’ αυτιά σου,<br />
άνοιξε το στόμα,<br />
χαμήλωσε τα μάτια,<br />
και τώρα άλλαξες&#8230;<br />
άκουσε, σώπασε!»</p>
<p>Τσαφ!!! Διακοπή&#8230;<br />
πού πηγαίνεις, μείνε ακίνητος!</p>
<p>Κοιτάζω απ&#8217; τίς τρύπες</p>
<p>Το φεγγάρι πέταξε<br />
στη στέγη μας<br />
μ’ ένα χαρταετό.</p>
<h5><strong>ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ</strong></h5>
<p>&#8216;Ένας χαρταετός περίμενε<br />
στα ορθωμένα παιδικά μας χέρια.<br />
Η ουρά του σκαλωμένη στα τριβόλια,<br />
ο χάρτινος κορμός του<br />
περηφάνια παιδική,<br />
πολύχρωμο εξάγωνο<br />
κι άπάνω ένα μονόγραμμα,<br />
ίδιο σημαία, ολόιδιο η μοίρα μας.</p>
<p>Ένας χαρταετός περιμένει<br />
σέ ορθωμένα χέρια<br />
τον αγέρα να φυσήξει.<br />
«Αμόλα καλούμπα», να μας πούνε,<br />
να πάμε ψηλά τη μοίρα μας,<br />
ψηλότερα απ’ τον κόσμο,<br />
ψηλότερα απ’ τα τριβόλια κι ύστερα&#8230;<br />
ας κόψουμε το σπάγκο<br />
μια για πάντα.</p>
<h5><strong>ΤΟΙΧΟΙ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ</strong></h5>
<p>Λόγια καρφωμένα από παλιά στους τοίχους<br />
συζητάνε χαμηλόφωνα για ιδέες.<br />
Συνθήματα που ήταν κάποτε γραμμένα<br />
φουντώνουν τη συζήτηση&#8230;<br />
ανάσες αγωνίας, φανατισμού,<br />
ανάσες ενθουσιασμού, πόνου.</p>
<p>Κάποιοι τοίχοι στη Θεσσαλονίκη ζωντανεύουν,<br />
μαντρότοιχος του λιμανιού,<br />
υδραγωγείο της Καλλιθέας,<br />
μάντρα των μνημάτων της &#8216;Αγίας Παρασκευής.</p>
<p>Λόγια, συνθήματα, ανάσες στοιχειώνουν,<br />
τρομάζουν τους ανυποψίαστους,<br />
φωνάζουν το χθες στους πρωταγωνιστές.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΝΗΨΗ</strong></h5>
<p>Κοιτάξτε, φανταχτερά τα όνειρα κατρακυλάνε<br />
στις πλαγιές του μαξιλαριού<br />
κι αλλάζουν χρώμα στο σεντόνι πεθαμένα.<br />
Η νάρκωση στο χειρουργείο<br />
κρατάει για ώρες, ίσως και για χρόνια.</p>
<p>Σαν θα ξυπνήσω κάποια μέρα<br />
ίσως να θυμηθώ για ποια εγχείρηση<br />
βρισκόμουν ξαπλωμένος.<br />
Να θυμηθώ να πιάσω ένα όνειρο<br />
προτού προλάβει να πνιγεί μες στη φορμόλη<br />
κι όλες των νυστεριών τις λάμψεις<br />
στο ταβάνι και στους τοίχους να ξεχάσω.</p>
<h4><strong>ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΛΛΑΖΕΙ</strong></h4>
<p>Είναι βραδιές που ξεφτίζει το φεγγάρι,<br />
ασημιά ροκανίδια γεμίζει τον κάμπο<br />
ο μακελάρης άνεμος.<br />
Μικρό χαμοπούλι ριγμένο στο χώμα<br />
η τελευταία λάμψη,<br />
η τελευταία ελπίδα.<br />
Το δέντρο μαράθηκε,<br />
ο φίλος σκοτώθηκε,<br />
το λάβαρο κάηκε&#8230;<br />
κομμάτι &#8211; κομμάτι σκορπίζεις πατρίδα.</p>
<p>Είναι βραδιές που λιώνει το φεγγάρι,<br />
σταγόνα &#8211; σταγόνα υγραίνει την πόλη,<br />
υγραίνει τα μάτια μας.<br />
Σκουριάζουν τα είδωλα,<br />
σ’ ένα παλιό τουφέκι<br />
σκούριασαν κι οι ιδέες.<br />
Η αφίσα ξεθώριασε,<br />
οι δρόμοι ησύχασαν,<br />
το πλήθος κοιμήθηκε&#8230;<br />
ταίριαξε στις ψυχές το «δε βαριέσαι, αδερφέ».</p>
<p>Είναι βραδιές που το φεγγάρι αυτοκτονεί,<br />
αιμάτινες στάλες χαλάνε τον ύπνο μας,<br />
χαλάνε τα όνειρά μας.<br />
Μονάχα ρόδα και παπαρούνες<br />
με ζωή πλημμυρίζουν<br />
στο θάνατο του φεγγαριού.<br />
Τα μάτια σκοτείνιασαν,<br />
τα λόγια ξεθώριασαν,<br />
τα στήθια πουλήθηκαν&#8230;<br />
έριξαν την αγάπη στο κρεβάτι του μπουρδέλου.</p>
<p>Είναι βραδιές που το φεγγάρι ξενυχτάει,<br />
παίζει στ’ αστέρια «τα μήλα»,<br />
παίζει στα μάτια μου «αμπάριζα».<br />
’Αηδόνια τρελαίνουν την αύρα,<br />
την αύρα που χαϊδολογά<br />
τον θηρευτή των ονείρων.<br />
Ένα παιδί γεννιέται,<br />
ένα στάχυ ξεφυτρώνει,<br />
μια σημαία κυματίζει&#8230;<br />
χίλιες φωνές τραγουδούν:<br />
Αυτός ο κόσμος<br />
δεν μπορεί παρά να ζήσει.</p>
<p>.</p>
<h4 style="padding-left: 280px;"><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</strong></h4>
<h5><strong>ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ [ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ] (2009)</strong></h5>
<p>Αποσπάσματα</p>
<p>Επιλογὴ &#8211; απόδοση: Θοδωρὴς Βοριᾶς</p>
<p>στιχ. 93 &#8211; 95</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: …ἐμπέφυκε γὰρ<br />
γυναιξὶ τέρψις τῶν παρεστώτων κακῶν<br />
ἀνὰ στόμ᾿ ἀεὶ καὶ διὰ γλώσσης ἔχειν.]</p>
<p>Είναι απ’ τη φύση τους φτιαγμένες οι γυναίκες<br />
να ευχαριστιούνται<br />
φέρνοντας στο στόμα και τη γλώσσα τους<br />
όσες τυράγνιες ρημάζουν τη ζωή τους.</p>
<p>στιχ. 100 &#8211; 103</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: Χρὴ δ᾿ οὔποτ᾿ εἰπεῖν οὐδὲν᾿ ὄλβιον βροτῶν,<br />
πρὶν ἂν θανόντος τὴν τελευταίαν ἴδῃς<br />
ὅπως περάσας ἡμέραν ἥξει κάτω.]</p>
<p>Ποτέ μην πεις ευτυχισμένο κάποιον άνθρωπο<br />
πριν τη στερνή του μέρα,<br />
προτού τον δεις πως θα κατέβει<br />
νεκρός στον κάτω κόσμο.</p>
<p>στιχ. 177 &#8211; 178</p>
<p>[Ἑρμιόνη: &#8230;ἂ μὴ παρ᾿ ἡμᾶς εἴσφερ᾿· οὐδὲ γὰρ καλὸν<br />
δυοῖν γυναικοῖν ἄνδρ᾿ ἕν᾿ ἡνίας ἔχειν…]</p>
<p>Τέτοιες συνήθειες εδώ να λείπουν·<br />
δεν ταιριάζει σ&#8217; έναν άντρα<br />
δυο γυναικών τα χαλινάρια να κρατά.</p>
<p>στιχ. 184 – 185</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: Κακὸν γε θνητοῖς τὸ νέον ἔν τε τῷ νέῳ<br />
τὸ μὴ δίκαιον ὅστις ἀνθρώπων ἔχει.]</p>
<p>Είναι συμφορά για τους ανθρώπους<br />
το να &#8216;σαι νέος κι άδικος μαζί.</p>
<p>στιχ. 189 – 190</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: Οἱ γὰρ πνέοντες μεγάλα τοὺς κρείσσους λόγους<br />
πικρῶς φέρουσι τῶν ἐλασσόνων ὕπο.]</p>
<p>Το δίκιο δεν καταδέχονται ν&#8217; ακούνε<br />
οι ισχυροί από το στόμα των ανίσχυρων.</p>
<p>στιχ. 207 – 208</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: Φίλτρον δὲ καὶ τόδ᾿· οὐ τὸ κάλλος, ὦ γύναι,<br />
ἀλλ᾿ ἁρεταὶ τέρπουσι τους ξυνενεύτας.]</p>
<p>Γυναίκες, το βοτάνι που ευφραίνει τους συζύγους σας<br />
δεν είναι τα κάλλη σας μα οι αρετές.</p>
<p>στιχ. 215 – 221</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: …εἰ δ᾿ ἀμφὶ Θρῄκην χιόνι τὴν κατάρρυτον<br />
τύραννον ἔσχες ἄνδρ᾿, ἵν᾿ ἐν μέρει λέχος<br />
δίδωσι πολλαῖς εἷς ἀνὴρ κοινούμενος,<br />
ἔκτεινας ἄν τάσδ᾿; εἶτ᾿ ἀπληστίαν λέχους<br />
πάσαις γυναιξὶ προστιθεῖσ᾿ ἄν ηὑρέθης.<br />
Αἰσχρὸν γε· Καίτοι χείρον᾿ ἀρσένων νόσον<br />
ταύτην νοσοῦμεν, ἀλλὰ προύστημεν καλῶς.]</p>
<p>Αν παντρευόσουν κάποιον Θρακιώτη βασιλιά<br />
που με πλήθος πλάγιαζε γυναίκες,<br />
όλες θα τις σκότωνες;<br />
Έτσι, εξαιτίας σου, θ&#8217; ακούγονταν για όλες τις γυναίκες<br />
πως είναι άπληστες στον έρωτα.<br />
Είναι ντροπή·<br />
Κι αν η αρρώστια της λαγνείας<br />
μας τυραννάει περισσότερο απ&#8217; τους άνδρες<br />
εμείς ξέρουμε να μην τη φανερώνουμε δημόσια.</p>
<p>στιχ. 229 – 231</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: Μὴ τὴν τεκοῦσαν τῇ φιλανδρίᾳ, γύναι,<br />
ζήτει παρελθεῖν· τῶν κακῶν γὰρ μητέρων<br />
φεύγειν τρόπους χρὴ τέκν᾿ ὅσοις ἔνεστι νοῦς.]</p>
<p>Γυναίκα, μη θες τη μάνα σου να ξεπεράσεις<br />
στην προστυχιά, στο πάθος για τους άντρες.<br />
Tα μυαλωμένα παιδιά ας αποφεύγουν<br />
των κακών μανάδων τις συνήθειες.</p>
<p>στιχ. 269 – 273</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: Δεινὸν δ᾿ ἐρπετῶν μὲν ἀγρίων<br />
ἄκη βροτοῖσι θεῶν καταστῆσαί τινα·<br />
ὃ δ’ ἔστ᾿ ἐχίδνης καὶ πυρὸς περαιτέρω,<br />
οὐδεὶς γυναικὸς φάρμακ᾿ ἐξηύρηκὲ πω κακῆς…]</p>
<p>Για τα φαρμακερά φίδια<br />
δίνουν στους ανθρώπους οι θεοί βοτάνια,<br />
και για το χειρότερο,<br />
κι απ’ την οχιά κι απ’ τη φωτιά,<br />
για την κακιά γυναίκα<br />
κανείς δε βρήκε μέχρι σήμερα το φάρμακο.</p>
<p>στιχ. 352 – 354</p>
<p>[Ἀνδρομάχη: …οὐ χρὴ ᾿πὶ μικροῖς μεγάλα πορσύνειν κακὰ<br />
οὐδ᾿, εἰ γυναῖκές ἐσμεν ἀτηρὸν κακόν,<br />
ἄνδρας γυναιξὶν ἐξομοιοῦσθαι φύσιν.]</p>
<p>Μη φέρνεις για τ&#8217; ασήμαντα<br />
την καταστροφή·<br />
κι αν οι γυναίκες είμαστε κακό μεγάλο,<br />
άντρες, μην κάνετε κι εσείς σαν τις γυναίκες.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ [ΜΗΔΕΙΑ] (2010)</strong></h5>
<p>Αποσπάσματα</p>
<p>Επιλογὴ &#8211; απόδοση Θοδωρὴς Βοριᾶς</p>
<p>στιχ. 34 &#8211; 35</p>
<p>[Τροφός: …ἔγνωκε δ᾿ ἡ τάλαινα συμφορᾶς ὕπο<br />
οἷον πατρῴας μὴ ἀπολείπεσθαι χθονός.]</p>
<p>Στη συμφορά της ένιωσε, η δύστυχη,<br />
πως της πατρίδας το χώμα δεν κάνει ν’ απαρνιέσαι.</p>
<p>στιχ. 85 &#8211; 88</p>
<p>[Παιδαγωγός: …τίς δ᾿ οὐχὶ θνητῶν; ἄρτι γιγνώσκεις τόδε͵<br />
ὡς πᾶς τις αὑτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ͵<br />
οἳ μὲν δικαίως͵ οἳ δὲ καὶ κέρδους χάριν͵<br />
εἰ τούσδε γ᾿ εὐνῆς οὕνεκ᾿ οὐ στέργει πατήρ.]</p>
<p>Και ποιος απ’ τους θνητούς δεν έκανε τα ίδια;<br />
-Άφησε τα παιδιά του γι’ αλληνής κρεβάτι.-<br />
Μάθε πως πάνω απ’ όλους τον εαυτό μας αγαπάμε<br />
άλλοι με χίλια δίκια κι άλλοι για το συμφέρον.</p>
<p>στιχ. 101 &#8211; 104</p>
<p>[Τροφός: …καὶ μὴ πελάσητ᾿ ὄμματος ἐγγύς͵<br />
μηδὲ προσέλθητ᾿͵ ἀλλὰ φυλάσσεσθ᾿<br />
ἄγριον ἦθος στυγεράν τε φύσιν<br />
φρενὸς αὐθάδους.]</p>
<p>Να μη σας δούν τα μάτια της·<br />
μπροστά της να μη βγείτε· μονάχα φυλαχτείτε<br />
απ’ των σπασμένων νεύρων της την αγριάδα και το μίσος.</p>
<p>στιχ. 119 &#8211; 121<br />
[Τροφός: …δεινὰ τυράννων λήματα καί πως<br />
ὀλίγ᾿ ἀρχόμενοι͵ πολλὰ κρατοῦντες<br />
χαλεπῶς ὀργὰς μεταβάλλουσιν.]</p>
<p>Φέρνουν δεινά οι αποφάσεις<br />
όσων χωρίς να διοικούνται διοικούν<br />
και δύσκολα η οργή τους μαλακώνει.</p>
<p>στιχ. 190 &#8211; 198</p>
<p>[Τροφός: …σκαιοὺς δὲ λέγων κοὐδέν τι σοφοὺς<br />
τοὺς πρόσθε βροτοὺς οὐκ ἂν ἁμάρτοις͵<br />
οἵτινες ὕμνους ἐπὶ μὲν θαλίαις<br />
ἐπί τ᾿ εἰλαπίναις καὶ παρὰ δείπνοις<br />
ηὕροντο βίου τερπνὰς ἀκοάς·<br />
στυγίους δὲ βροτῶν οὐδεὶς λύπας<br />
ηὕρετο μούσῃ καὶ πολυχόρδοις<br />
ᾠδαῖς παύειν͵ ἐξ ὧν θάνατοι<br />
δειναί τε τύχαι σφάλλουσι δόμους.]</p>
<p>Λάθος δε θα ’κανες αν έλεγες:<br />
άμυαλοι άνθρωποι εκείνοι οι παλιοί,<br />
που δε βρήκανε τραγούδι<br />
να γιατρεύει των θνητών τα βάσανα<br />
κι ας ανακάλυψαν τόσα τραγούδια<br />
για τα γλέντια, τις γιορτές,<br />
τα τραπεζώματά τους·<br />
πάθη και θάνατοι,<br />
ακόμα, τα σπίτια μας ρημάζουν.</p>
<p>στιχ. 215 &#8211; 221</p>
<p>[Μήδεια: …οἶδα γὰρ πολλοὺς βροτῶν<br />
σεμνοὺς γεγῶτας͵ τοὺς μὲν ὀμμάτων ἄπο͵<br />
τοὺς δ’ ἐν θυραίοις· οἱ δ’ ἀφ’ ἡσύχου ποδὸς<br />
δύσκλειαν ἐκτήσαντο καὶ ῥᾳθυμίαν.<br />
δίκη γὰρ οὐκ ἔνεστ᾿ ἐν ὀφθαλμοῖς βροτῶν͵<br />
ὅστις πρὶν ἀνδρὸς σπλάγχνον ἐκμαθεῖν σαφῶς<br />
στυγεῖ δεδορκώς͵ οὐδὲν ἠδικημένος…]</p>
<p>Ξέρω πολλούς ανθρώπους,<br />
άλλους τους είδα και γι’ άλλους έχω ακουστά,<br />
που απ’ το ήρεμο περπάτημα<br />
τους χαρακτήρισαν τεμπέληδες.<br />
Το δίκιο δε φωλιάζει στα μάτια των θνητών·<br />
δίχως να μάθεις τι κρύβει κάποιος στην καρδιά του<br />
τον μισείς μ’ ένα σου βλέμμα μοναχά,<br />
χωρίς ποτέ κακό να σου ’χει κάνει.</p>
<p>στιχ. 235 &#8211; 237</p>
<p>[Μήδεια: …κἀν τῷδ᾿ ἀγὼν μέγιστος͵ ἢ κακὸν λαβεῖν<br />
ἢ χρηστόν. οὐ γὰρ εὐκλεεῖς ἀπαλλαγαὶ<br />
γυναιξίν͵ οὐδ᾿ οἷόν τ᾿ ἀνήνασθαι πόσιν.]</p>
<p>Η μεγάλη αγωνία της γυναίκας είναι<br />
αν θα πετύχει άνδρα κακό η καθωσπρέπει.<br />
Άτιμη θα την πουν αν τον αφήσει,<br />
πιότερο οι χωρισμοί τις γυναίκες στιγματίζουν.</p>
<p>στιχ. 244 &#8211; 247</p>
<p>[Μήδεια: …ἀνὴρ δ᾿͵ ὅταν τοῖς ἔνδον ἄχθηται ξυνών͵<br />
ἔξω μολὼν ἔπαυσε καρδίαν ἄσης·<br />
ἢ πρὸς φίλον τιν᾿ ἢ πρὸς ἥλικα τραπείς·<br />
ἡμῖν δ᾿ ἀνάγκη πρὸς μίαν ψυχὴν βλέπειν.]</p>
<p>Αν βαρεθεί ο άντρας μες στο σπίτι<br />
θα βγει με τους συνομηλίκους του,<br />
με φίλους θα ξεσκάσει,<br />
μα εμείς βαστάμε ολημερίς<br />
σε μια ψυχή τα μάτια καρφωμένα</p>
<p>στιχ. 263 &#8211; 266</p>
<p>[Μήδεια: …γυνὴ γὰρ τἄλλα μὲν φόβου πλέα<br />
κακή τ᾿ ἐς ἀλκὴν καὶ σίδηρον εἰσορᾶν·<br />
ὅταν δ᾿ ἐς εὐνὴν ἠδικημένη κυρῇ͵<br />
οὐκ ἔστιν ἄλλη φρὴν μιαιφονωτέρα.]</p>
<p>Κι αν η γυναίκα με φόβο στέκεται<br />
μπροστά στα όπλα και στον πόλεμο<br />
όταν της γίνει στο γάμο αδικία<br />
πιο φονική ψυχή δε γίνεται να υπάρχει.</p>
<p>στιχ. 292 &#8211; 299</p>
<p>[Μήδεια: …φεῡ φεῡ<br />
οὐ νῦν με πρῶτον͵ ἀλλὰ πολλάκις͵ Κρέον͵<br />
ἔβλαψε δόξα μεγάλα τ’ εἴργασται κακά.<br />
χρὴ δ’ οὔποθ’ ὅστις ἀρτίφρων πέφυκ’ ἀνὴρ<br />
παῖδας περισσῶς ἐκδιδάσκεσθαι σοφούς·<br />
χωρὶς γὰρ ἄλλης ἧς ἔχουσιν ἀργίας<br />
φθόνον πρὸς ἀστῶν ἀλφάνουσι δυσμενῆ.<br />
σκαιοῖσι μὲν γὰρ καινὰ προσφέρων σοφὰ<br />
δόξεις ἀχρεῖος κοὐ σοφὸς πεφυκέναι·]</p>
<p>Αλίμονο μου, Κρέοντα,<br />
πολλές φορές η δοξασμένη φήμη<br />
μ’ έχει βλάψει.<br />
Όποιος γεννιέται μυαλωμένος<br />
να μη μαθαίνει στα παιδιά του<br />
να ξεχωρίζουν στη σοφία<br />
γιατί δε θ’ αργήσει<br />
ο φθόνος του κόσμου να τα βρει.<br />
Αν τη σοφία προσφέρεις στους σκαιούς<br />
άχρηστος πως γεννήθηκες θα πουν κι όχι σοφός.</p>
<p>στιχ. 319 &#8211; 320</p>
<p>[Κρέων: …γυνὴ γὰρ ὀξύθυμος͵ ὡς δ’ αὔτως ἀνήρ͵<br />
ῥᾴων φυλάσσειν ἢ σιωπηλὸς σοφός.]</p>
<p>Απ’ την οξύθυμη γυναίκα κι απ’ τον άντρα<br />
πιο εύκολα φυλάγεσαι<br />
παρά απ’ το σοφό που ξέρει να σωπαίνει.</p>
<p>στιχ. 407 &#8211; 409<br />
[Μήδεια: …ἐπίστασαι δέ· πρὸς δὲ καὶ πεφύκαμεν<br />
γυναῖκες͵ ἐς μὲν ἔσθλ’ ἀμηχανώταται͵<br />
κακῶν δὲ πάντων τέκτονες σοφώταται.]</p>
<p>Γνωρίζεις άλλωστε,<br />
πως είμαστε οι γυναίκες απ’ τη φύση μας<br />
αδέξιες για το καλό,<br />
μα επιδέξιες, για το κακό, τεχνίτριες.</p>
<p>στιχ. 469 &#8211; 472</p>
<p>[Μήδεια: …οὔτοι θράσος τόδ’ ἐστὶν οὐδ’ εὐτολμία͵<br />
φίλους κακῶς δράσαντ’ ἐναντίον βλέπειν͵<br />
ἀλλ’ ἡ μεγίστη τῶν ἐν ἀνθρώποις νόσων<br />
πασῶν͵ ἀναίδει’·]</p>
<p>Δεν είναι τόλμη και παλικαριά<br />
στα μάτια να κοιτάζεις<br />
τους φίλους που ’χεις βλάψει,<br />
είν’ η χειρότερη αρρώστια των ανθρώπων,<br />
η αναίδεια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΙΛΙΝΕΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 7/7/2021</p>
<p>Η Ποίηση είναι κάτι σαν το «παραδοξόνιο» της Φυσικής</p>
<p>«Ουκ εν τω πολλώ το ευ», μοιάζει να πρεσβεύει ο εκδότης αυτών των λιλιπούτειων κομψοτεχνημάτων Κύριος Βασίλης Δημητράκος.</p>
<p>Γι’ αυτό και το δικό μου κριτικό σημείωμα θα είναι λακωνικό και (ευελπιστώ) ουσιώδες.</p>
<p>Μόλις ένα τυπογραφικό, θυμίζει τις παλαιές ποιητικές συλλογές που ήταν χειρόγραφες, δακτυλόγραφες, από πανεπιστημιακό πολυγράφο ίσως.</p>
<p>Ο ποιητής Θοδωρής Βοριάς είναι μάλλον πολυγραφότατος κι ενεργός στα πολιτιστικά μας πράγματα, εδώ όμως περιορίζει την έμπνευσή του στα στεγανά αλλά όχι ασφυκτικά περιθώρια μιας «ποίησης δωματίου», όπως θα έλεγα νεολογίζοντας (σε παραλληλισμό με το λεγόμενο «θέατρο δωματίου»).</p>
<p>Κι ο καλός ο ποιητής ξεκινάει με μία συμβουλή (προς εαυτόν και αλλήλους ομοτέχνους):</p>
<p>[α΄]</p>
<p>Να στραφείς μέσα σου,<br />
αν θες να γράψεις ποιήματα<br />
να συρθείς στα βράχια σου<br />
– καταρρίχηση στον γκρεμό<br />
με το κεφάλι προς την άβυσσο.</p>
<p>[Σοφόν το σαφές. Λατρεύω το πολυτονικό με βαρείες. Σχεδιάζω να βγάλω μια χειρόγραφη συλλογή με τα δικά μου τεράστια πνεύματα και τις λατρεμένες υπογεγραμμένες μου].</p>
<p>Νεορομαντική αντίληψη τού ποιητικού φαινομένου παραπέμπει εμμέσως κι υπογείως στο περίφημο κίνημα «Θύελλα και Ορμή» (“Sturm und Drang”), όπου η ενασχόληση με την γραφή είναι σχεδόν συνώνυμη της αυτοκαταστροφής. Κι αυτό συνεχίστηκε και μετά, διαποτίζει το σήμερα. Φυσιολογικό, αν σκεφτείς πως στην πρώτη βιομηχανική επανάσταση όποιο ανυπότακτο πνεύμα δεν δεχόταν την απόλυτη εξειδίκευση εθεωρείτο ελαττωματικό κοινωνικό εξάρτημα, μίασμα και στοιχείο προς αποβολήν. Σήμερα διάγουμε την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση με την ρομποτοποίηση της πληροφορίας και την μεταψηφιακή διάδοσή της, που δεν είναι όμως συνώνυμη τής Γνώσης (πόσω μάλλον της Αρχαίας Γνώσεως).</p>
<p>Ποιητές σαν τον Θοδωρή Βοριά και επιτεύγματα σαν αυτό εγγράφουν υποθήκες για ένα μέλλον καλύτερο από τους χειρότερους εφιάλτες μας. Η διάκριση της ευτοπίας από την δυστοπία δεν είναι θέμα εθελοτυφλίας αλλά μήκους κύματος της ταλάντωσης των πολλαπλών, ανεξιχνίαστων και αστάθμητων εκκρεμών που δίνουν περιεχόμενο στον αλγόριθμο της ζωής μας. Η Ποίηση είναι κάτι σαν το «παραδοξόνιο» της Φυσικής των υποατομικών σωματιδίων κι όσο κι αν δεν «πουλάει» στις μέρες μας, διαμορφώνει όμως τη Συλλογική Συνειδητότητα (και το Υποσυνείδητο βεβαίως).</p>
<p>Τέσσερα αρθρωτά ποιήματα στεγάζει αυτή η συλλογή: «Καταρρίχηση» (σε επτά μέρη), «Στ’ αμπάρια γαύγιζε ο Κέρβερος» (σε τέσσερα μέρη), «Οι στίχοι είναι σφαίρες» (οκτάπτυχο), «Κρύφτηκε η μέρα στο κρυφτό μας» (δεκάπτυχο).</p>
<p>Δεν θα παραθέσω άλλο για να μην τα προδώσω. Οι τίτλοι εξ άλλου είναι δηλωτικοί τού περιεχομένου, όμως η μορφή, η ποιητική μορφή πάντα θα διαφεύγει, γιατί εξαρτάται από την συνδημιουργική φαντασία τού επαρκούς (αν)αγνώστου.</p>
<p>Η αποσπασματική ανάγνωση βλάπτει σοβαρά τη σύνθεση. Κι εδώ πρόκειται για έργο συνθετικό με διακριτά μέρη, που καταλήγει σε έξι δίστιχα.</p>
<p>Κυνηγείστε το σπάνιο, ερωτευτείτε το αόρατο, αναζητείστε το αζήτητο. Έτσι μόνον μπορείτε να γευτείτε το Άρρητο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ</strong></h5>
<p>ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΠΟΙΗΤΩΝ</p>
<p>Το 2018 κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Θοδωρή Βοριά, ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ, με ψηφιακή μορφή σε ιδιωτική έκδοση.</p>
<p>Αλυσιδωτές αντιδράσεις που μυρίζουν θάνατο είναι τα δομημένα ποιήματα, στη γεωγραφία της ποίησης.<br />
Το μολύβι και το χαρτί από όργανα γραφής μετασχηματίζονται σε μέσο, που θα διαπλεύσει το σκοτεινό του μυστήριο, στα νερά του Άδη.<br />
Έτσι, οι λέξεις μεταφέρουν με αξιωματική επιμονή το πένθος, στις αφηγηματικές του θανάτου.</p>
<p>Απεικονίζεται φωτογραφικά η αλήθεια του ή μήπως η ψευδαίσθηση, που αντικατοπτρίζεται στον φακό της ψυχής του δημιουργού;<br />
Γιατί, ο ποιητής έμμεσα διατηρεί τον ρόλο του εντολοδόχου, που δεν αναλώνεται σε θρήνους, απλά παρατηρεί και ταυτόχρονα καταγράφει την μυστηριακή εκπνοή του αναπότρεπτου.</p>
<p>Είναι σχεδόν βέβαιο, πως κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες παροτρύνουν τον δημιουργό να εμφανίσει ποιήματα που διαπερνούν το επέκεινα, αντανακλώντας το μάταιο.<br />
Ο λόγος αποκρυσταλλώνεται για να κεντρίσει με τον λυρισμό του τα μελαγχολικά και πένθιμα μοτίβα, που συνθέτουν το φευγαλέο της ύπαρξης.</p>
<p>Έχω την αίσθηση, πως ο ποιητής παγιδεύεται σε μια κοινωνική πραγματικότητα που παράγει στρεβλές επαφές με τον θάνατο, επιδιώκοντας την απομυθοποίησή του. Συμφιλιωμένος με λέξεις που συνθέτουν στίχους, μετουσιώνει την ελεγειακή εικονοποιία σε ποιητική τέχνη.<br />
Έτσι, αναπαράγει γεγονότα με σκεπτικισμό, προσπαθώντας να διαθλαθεί το ποιητικό φως σε κοσμικά σκοτάδια. Για τούτο και τα ποιήματά του ενέχουν ένα διαρκές δράμα, που εκκολάπτεται με αφοπλιστική αμεσότητα στους αρμούς των στίχων.</p>
<p>Σε τούτη την ποιητική ιχνογραφία, ο Θοδωρής Βοριάς φαίνεται πως διδάσκεται από την σοφή ρήση του Oscar Wilde «Το μυστήριο του κόσμου είναι στο ορατό και όχι στο αόρατο».<br />
Τα ποιήματά του διατηρούν έναν ρεαλισμό και μια αφυδατωμένη υπερβατικότητα. Οι αναγνώστες καλούνται να διαμορφωθούν βαθμιαία σε αυτόπτες μάρτυρες, που προσλαμβάνουν πραγματικά γεγονότα, στην αστική τοπιογραφία.</p>
<p>Η αισθητηριακή αντανάκλαση της προσωπικής εμπειρίας, εγκιβωτίζεται και γίνεται έμπνευση.<br />
Με όχημα τις λέξεις, ο βαθύς προβληματισμός, η ανησυχία, και ο φόβος μετατοπίζονται, για να κωδικοποιηθούν μετά σε αφηγηματική ποιητική ρητορική, με τους στίχους να λιποτακτούν στο ανείπωτο.</p>
<p>Ἀνιλίνες<br />
α΄</p>
<p>Κάναμε ψυχὴ<br />
τὸ χαρτὶ καὶ τὸ μολύβι.</p>
<p>Πιστέψαμε πὼς τὰ μοιραῖα<br />
δὲ μένουν ἀναπότρεπτα<br />
σὰν πιάσεις καὶ τὰ γράψεις<br />
στὴν ψυχή σου.</p>
<p>Στὸν πρῶτο στίχο<br />
ποὺ σκαρώσαμε<br />
γράψαμε γιὰ τὸν θάνατο.</p>
<p>β΄</p>
<p>Πόσους θανάτους ἀποτρέψαμε ἀπόψε<br />
μὲ τὶς συλλαβὲς τῶν στίχων;</p>
<p>Οἱ σκιὲς ποὺ ξεγλιστροῦσαν στὸ χαρτὶ<br />
ἦταν θάνατοι ντυμένοι μολυβιές.</p>
<p>Ἦταν νὰ κάψουνε τὸ ποίημα,<br />
γιὰ νὰ νικήσουν, μὰ λιποτάχτησαν.</p>
<p>Στα περάσματα των στίχων ο δημιουργός προσωποποιεί την νύχτα και τις ανυπεράσπιστες στιγμές της.<br />
Γι’ αυτό και κάθε στιγμή εκτελείται αργά &#8211; βασανιστικά στη σκοτεινή διαδρομή της.<br />
Στις ενύπνιες συναντήσεις με τα όνειρα ο θάνατος προσπερνά, στάζοντας το φαρμάκι του.</p>
<p>Ο ποιητής, εντέχνως διευθετεί την γοητευτική αινιγματικότητα του θανάτου, προσδίνοντας μια υλικότητα στις συμπυκνωμένες εκφράσεις του, για να φανεί η λακωνικότητα του άδηλου.</p>
<p>Ἄργησε ἡ νύχτα νὰ περάσει,<br />
κάθε στιγμὴ ἐκτελέστηκε ἀργά.<br />
Στράγγισε στὰ ὄνειρα<br />
τὸ φαρμάκι του ὁ θάνατος<br />
καὶ προσπέρασε.</p>
<p>Ο δημιουργός, ζώντας διαρκώς σε μια κατάσταση εγρήγορσης, παρασύρεται από ερεθίσματα, στις ταλαντώσεις της έμπνευσης!<br />
Σε διαστέλλοντες χώρους και χρόνους αναστοχάζεται αλλοτριωτικές συμπεριφορές,<br />
στις διαδραστικές θεάσεις.</p>
<p>Μέσα στην αγωνία να διασώσει τον Άνθρωπο, οι λέξεις μυρίζουν το αίμα του.<br />
Ίσως γιατί, το δικό του παρόν είναι συνυφασμένο με το παρόν γύρω του, που δεν μπορεί να αγνοηθεί και να αγνοήσει.</p>
<p>Τί στέκεις σεργιανώντας τέτοια θάλασσα;<br />
Κάθε βραδιὰ<br />
ξερνάει αἷμα ὁ βυθός,<br />
βάφει τὶς ἀμμουδιὲς καὶ τὰ λιμάνια.</p>
<p>-Γύρνα στὸ σπίτι<br />
τὰ ματωμένα σου παπούτσια νὰ στεγνώσεις.</p>
<p>Η διεισδυτική ματιά του Θοδωρή Βοριά, με εμβόλιμα στοιχεία ρεπορτάζ που εμπεριέχουν επικαιρότητα, προσδίδουν στην γραφή το απαραίτητο<br />
απέριττο ύφος, για να πει την αλήθεια του.</p>
<p>Συνοπτικά, μεταφέρει τα ερεθίσματά του με εικόνα, στους δέκτες των ματιών του αναγνώστη.<br />
Άλλωστε, η οπτική ποίηση δεν επιδέχεται καμιά επεξεργασία, για να φανεί το φωτογραφικό στιγμιότυπο.<br />
Το συγκρατημένο συναίσθημα του δημιουργού αφήνεται να παρασυρθεί από την θέαση του ποιήματος, που μπορεί να ξυπνά συνειδήσεις.</p>
<p>Δρομολόγια μὲ τὴν πανσέληνο</p>
<p>Βλέπεις ἐκεῖνον μὲ τὸ πιστόλι;<br />
Θέλει νὰ πεθάνει.<br />
Ψάχνει στὶς τσέπες του γιὰ σφαῖρες<br />
λὲς καὶ ψάχνει γι’ ἀναπτήρα.</p>
<p>Βλέπεις τὸν ἂλλον;<br />
Βάζει τὸ χέρι του στὴ μέσα τσέπη τοῦ μπουφὰν<br />
καὶ τραβάει τὴν καρδιά του.<br />
Τὴν κοιτάζει προσεχτικὰ στὸ φεγγαρόφωτο,<br />
τὴν παραδίνει στὸν ἀστυφύλακα<br />
γιὰ νὰ ἐξακριβώσει τὰ στοιχεῖα.</p>
<p>Όλη η νέα ποιητική συλλογή είναι ένα διαρκές ταρακούνημα στη συνείδηση του αναγνώστη.<br />
Είναι η συνεχής εμφάνιση του θανάτου και η διαχρονική ισχύ του, στο σημείο που όλα λήγουν και όλα τερματίζουν στο αδιόρατο.<br />
Γιατί, «κάθε ποίημα ένας επιτάφιος», θα πει ο T.S. Eliot.<br />
Και πώς να καταλυθεί το αδιευκρίνιστο, όταν στη γη γεμίσαμε τάφους και σκάβουμε νέους στο φεγγάρι;</p>
<p>Αποσιωπημένες λύπες καρτερούν σε εκατόμβες σκοτωμένων από χρονικά πολέμων, στα ασύνορα των ονείρων.<br />
Νύχτες εκτοπισμένων αντηχήσεων, θα ηχήσει του καθενός της μοίρας το αλάνθαστο πεπρωμένο.</p>
<p>Τὸ αὐγουστιάτικο φεγγάρι<br />
βγῆκε σημαδεμένο, βγῆκε ματωμένο.<br />
Ποιός καρτεράει πίσω ἀπὸ τὴ νύχτα,<br />
μὲ θραύσματα πολέμων κι ἄδεια ὄνειρα,<br />
ἀνακατεύοντας σκοτάδι μὲ ἑκατόμβες σκοτωμένων;<br />
Ποιός ἔσκαψε τοὺς τάφους στὸ φεγγάρι;</p>
<p>Στον ποταμό του Άδη πορθμεύονται οι ψυχές στο αέναο το χρόνου.<br />
Ποτέ κανείς δεν δραπέτευσε από εκεί.</p>
<p>Ωστόσο, ο άνθρωπος εξακολουθεί να πορεύεται με τον φόβο του θανάτου, υπενθυμίζοντας την θνητότητά του.<br />
Για τούτο και η πρόταξη του δημιουργού σε εκείνον που θα δραπετεύσει να κάψει τη βάρκα, για να μην πλεύσουν άλλοι στα νερά του.</p>
<p>Ἂν δραπετεύσεις<br />
ἀπὸ τὸν Κάτω Κόσμο,<br />
κάψε τὴ βάρκα.</p>
<p>Κάθε που πενθεί η νύχτα είναι γιατί κρατά τον επίλογο του πνιγμένου φεγγαριού στον Αχέροντα.<br />
Καμιά ελπίδα στο μυστήριο του σκοταδιού, που κρύβει τη λάμψη του.</p>
<p>Και πώς να συντηρηθούν χωρίς στέγη τα όνειρα, στην αθανασία του πένθους;</p>
<p>Ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Μόνον σκοτεινιά από το θλιμμένο παρόν &#8211; αινιγματικό και ανεξήγητο &#8211; κρατά έναν λυγμό στην αφανέρωτη όψη της σελήνης.</p>
<p>Πενθεῖ ἡ νύχτα.<br />
Πνίγηκε τὸ φεγγάρι<br />
στὸν Ἀχέροντα.</p>
<p>Τόσος θάνατος και πώς να αντέξει η καρδιά του ποιητή να σεργιανάει στις μυρωδιές του Άδη;<br />
Αποφασίζει να δαμάσει σιωπές άσωτες και να κηρύξει Εκεχειρία, σε όλα εκείνα που παρατηρεί και σπέρνουν θάνατο.</p>
<p>Τα διόδια για την κόλαση ας παραμείνουν κλειστά!</p>
<p>Ἐκεχειρία!<br />
Ἡ σπορὰ τοῦ ἀτσαλιοῦ<br />
ἀναβάλλεται.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ (33 ΧΑΪΚΟΥ)</strong></h5>
<h5><strong>ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ</strong></h5>
<p>ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΠΟΙΗΤΩΝ</p>
<p>Το περιοδικό «ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ του Μπιλιέτου» για την περίοδο Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2011 φιλοξενεί τις ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ του Θοδωρή Βοριά. Πρόκειται για 33 χαϊκού του ποιητή, με ακριβά αποστάγματα λέξεων και συναισθημάτων.</p>
<p>«Όταν νυχτώνει<br />
τα μολύβια δε γράφουν,<br />
γίνονται σφαίρες.»</p>
<p>Η ακριβοθώρητη ποίηση του Θοδωρή Βοριά διασταυρώνεται με την τεχνική των χαϊκού, για μας δώσει δείγματα υψηλής αισθητικής και συμπυκνωμένης γραφής με νοήματα που επιδιώκουν ν’ αφυπνίσουν αισθήσεις. Οι λέξεις γίνονται ξιφολόγχες που τρυπούν στίχους, αγιάζοντας τα ποιήματα.<br />
Η νύχτα χωρά στη μνήμη που αναπλάθει πόνο και θλίψη, φως και σκοτάδι, για να επιστρέψουν σκιές και σιωπές στα περιθώρια σελίδων της ποιητικής γεωγραφίας.</p>
<p>«Ξέρω πως κρύβεις<br />
ένα κομμάτι νύχτας<br />
μέσα στην τσέπη.»</p>
<p>Στα χαϊκού ο λόγος γίνεται πυκνός, ελλειπτικός επομένως και πιο δύσκολος ώστε να συμπεριλάβει όλα εκείνα που θάθελε ο ποιητής να καταθέσει. Παρ’ όλα αυτά ο Θοδωρής Βοριάς αποδεικνύει την δυνατότητά του να γράψει το ίδιο καλά και στο συγκεκριμένο είδος. Αναδεικνύει την αλληλεγγύη της μιας γραφής προς την άλλη, δουλεύοντας αισθητικά τα νοήματα στο ρυθμό μιας άλλης τεχνικής, υπηρετώντας πάντα με σεβασμό την τέχνη του. Υποτάσσεται στην ανάσα και τον βηματισμό μιας εσώτερης ειλικρινής ανάγκης που εναρμονίζεται με χάρη, υπερασπιζόμενος τον Ποιητικό Λόγο.</p>
<p>«Αδιάλλακτη<br />
σιωπή δρεπανηφόρος<br />
σφάζει τις νύχτες.»</p>
<p>«Όταν ο ήλιος<br />
ξεμένει από βέλη<br />
στη γη νυχτώνει.»</p>
<p>Η υποσυνείδητη πηγαία πνοή κατακτά αβίαστα την μορφή του συγκεκριμένου είδους με τόλμη, καθώς ορίζεται μέσα στην ιστορία της προσωπικής ατομικότητας που αφορά όμως και την προσωπική ατομικότητα των αναγνωστών. Η έκταση του περιεχόμενου νοήματος ενός ποιήματος ακουμπά, σε κείνη την εξαϋλωμένη ευγένεια που αποπνέουν οι στίχοι, δίνοντας την δυνατότητα στην ψυχή να συλλάβει το ωραίο που της δίνεται. Έτσι απλά φτάνει και αναδημιουργεί λυτρωτικά το δημιούργημα. Υψώνεται μαζί με τον δημιουργό, αφού προηγουμένως έχει καταδυθεί ως την μυθική ενσυναίσθηση του ποιητή.</p>
<p>«Έσταξε θλίψη,<br />
το χώμα ήπιε νύχτα,<br />
φύτρωσαν σκιές.»</p>
<p>«Δράκοι της νύχτας<br />
καταπίνουν αστέρια<br />
και σκόρπιους στίχους.»</p>
<p>Ο Θοδωρής Βοριάς με την ποίησή του καταφέρνει να μας μεταφέρει εικόνες από αγνοημένους τόπους, που διατηρούν την οικειότητα με εύγλωττο και κατανοητό τρόπο, με πλήρη συγκίνηση. Διακρίνουμε μια αρετή μέτρου ,χωρίς υπερβολικά μεγέθη, θυσιάζοντας τα γιγάντια στα ανθρώπινα. Έτσι φθάνει να κερδίσει την πειθαρχία στον Λόγο, με ευλύγιστη ισορροπία στο οικοδόμημα της ποίησης. Μορφοποιεί και τιθασεύει τις λέξεις στις κανονιστικές αντιλήψεις του αυστηρού πλαισίου των χαϊκού (5-7-5), χωρίς να χάνει την αισθητική ουσία των ποιημάτων.</p>
<p>«Δεν είσαι δάσος,<br />
πευκοβελόνα είσαι<br />
στο μανίκι μου.»</p>
<p>Η φαντασία ακολουθεί τις δικές της διαδρομές στο ύφος και τις λεκτικές αποχρώσεις του ποιητή, γυρεύοντας ν’ αποκαλύψουμε την δική μας αλήθεια, μέσα από την αλήθεια του δημιουργού. Ας την αναζητήσουμε στις ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ του Θοδωρή Βοριά και τα 33 χαϊκού που φιλοξενούνται στο ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ του Μπιλιέτου, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2011. Καλοτάξιδο…</p>
<p>«Έσβησε το φως<br />
-το σκοτάδι ασελγεί<br />
στη φαντασία.»</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΙΜΠΑΣ</strong></h5>
<p>24grammata.com/ σύγχρονοι λογοτέχνες</p>
<p>Ο ποιητής Θοδωρής Βοριάς γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου μέχρι και σήμερα ζει με την οικογένεια του.</p>
<p>Η ποιητική συλλογή «Πυγολαμπίδες (33 χαϊκού)» που εκδόθηκε το 2010 από τις εκδόσεις Μπιλιέτο είναι η τρίτη του ποιητική συλλογή και η πρώτη αποκλειστικά με ποιήματα χαϊκού. Οι δυο προηγούμενες «Το τρύπιο ταβάνι» (2006) και «Νυχτερινές επιπλοκές» (2008) εκδόθηκαν από τον εκδοτικό οίκο Ερωδιός. Επιπλέον έχει κυκλοφορήσει σε ηλεκτρονική μορφή μέσω του διαδικτύου δυο e-books με αποσπάσματα από τις τραγωδίες του Ευριπίδη, «Ανδρομάχη» και «Μήδεια» σε ελεύθερη απόδοση.</p>
<p>Διατηρεί- το ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό «Λογοτεχνικά Επίκαιρα» [ http://logotexnika-epikaira.blogspot.com ] – την ιστοσελίδα «Το Εργαστήρι» [ http://vorias.blogspot.com ] και εκδίδει, μέσω της ιστοσελίδας των «Λογοτεχνικών Επικαίρων» το μηνιαίο ηλεκτρονικό περιοδικό «Λογοτεχνικά Σημειώματα».</p>
<p>Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά είτε έντυπα είτε ηλεκτρονικά.</p>
<p>Ο Θοδωρής Βοριάς με αυτή του τη συλλογή καταφέρνει να μας προσφέρει 33 πολύ όμορφα 17σύλλαβα τρίστιχα (στη μορφή 5-7-5) και, κάτι που ελάχιστοι έλληνες δημιουργοί έχουν πετύχει μέχρι σήμερα, κάποια από αυτά να προσεγγίζουν το παραδοσιακό γιαπωνέζικο χαϊκού. Βέβαια το ζητούμενο είναι να διαβάζουμε ΠΟΙΗΣΗ και ο Θοδωρής Βοριάς συνεπής στη μέχρι τώρα πορεία του μας την προσφέρει και πάλι, αλλά όταν μια συλλογή τιτλοφορείται «χαϊκού» θα πρέπει, ο δημιουργός, να μην αρκείται στην παράθεση τρίστιχων 17σύλλαβων (5-7-5 ή 5-5-7) αλλά να προσπαθεί να μεταφέρει κάτι από τη «φιλοσοφία» που υπονοείται σε αυτά (στον ελάχιστο βαθμό που αυτό είναι δυνατό – αρκεί να συνειδητοποιήσουμε τη διαφορά του πολιτισμού που γεννήθηκε το χαϊκού και του δικού μας). Από τα τριάντα τρία ποιήματα της παρούσας συλλογής παρουσιάζονται τα εννέα και θεωρώ ότι το πέμπτο και το έκτο (κατωτέρω) είναι ποιήματα χαϊκού που αν τα συναντούσα τυχαία και δε γνώριζα το δημιουργό θα τα απέδιδα σε κάποιο ιάπωνα ποιητή πριν 2-3 αιώνες. Γιώργος Πρίμπας<br />
(σ.σ. τα ποιήματα παρουσιάζονται στο μονοτονικό)</p>
<p>Η νύχτα ψάχνει<br />
ερειπωμένες λέξεις<br />
να ενεδρεύσει.</p>
<p>Όταν νυχτώνει<br />
τα μολύβια δε γράφουν,<br />
γίνονται σφαίρες.</p>
<p>Πνίγουν δια βοής<br />
την ήρεμη μέρα μου<br />
στη λεωφόρο.</p>
<p>Χαμένες ψυχές<br />
με φτηνές ανιλίνες<br />
φτιάχνουν σκοτάδια.</p>
<p>Χιόνι στις λάσπες<br />
η χαλασμένη μέρα<br />
που ξεψυχάει.</p>
<p>Πως την κρέμασες<br />
ανάποδα τη νύχτα<br />
σαν νυχτερίδα.</p>
<p>Ξύπνα τον ήλιο,<br />
μαλώσανε τ’ αστέρια<br />
με το φεγγάρι.</p>
<p>Έσβησε το φως<br />
– το σκοτάδι ασελγεί<br />
στη φαντασία.</p>
<p>(Ημέρα χρωμάτων)<br />
Οι πεθαμένοι<br />
σχεδιάζουν γκράφιτι<br />
στις ταφόπλακες.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>ΕΝΕΤ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 14/5/2011</p>
<p>Με το υπέροχο εξώφυλλο που επιμελήθηκε ο ζωγράφος Γιάννης Δημητράκης, εκδόθηκε άλλο ένα κομψοτέχνημα στην περίφημη σειρά «το ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ του Μπιλιέτου» θυμίζοντάς μας ότι «ουκ εν τω πολλώ το ευ» και ποιητής γίνεσαι και με λίγα χαϊκού και με πολυσέλιδες συλλογές. Ο μάχιμος νέος ποιητής Θοδωρής Βοριάς ζει κι εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, διατηρεί λογοτεχνικό περιοδικό στο Διαδίκτυο (http://logotexnika-epikaira.blogspot.com) και είναι υπεύθυνος σύνταξης του μηνιαίου ψηφιακού περιοδικού Λογοτεχνικά Σημειώματα, που διακινεί ελεύθερα μέσω της ιστοσελίδας Λογοτεχνικά Επίκαιρα. Δείγμα γραφής: 27. Δεν είσαι δάσος, / πευκοβελόνα είσαι / στο μανίκι μου. 28. Σκιές των στίχων/ πίσω απ&#8217; τη σελίδα / ξεγυμνώνονται (σ. 7).</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΧΑΜΕΝΕΣ ΨΗΦΙΔΕΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΗΛΙΑΣ Θ. ΠΑΠΠΑΣ</strong></h5>
<p>στίγμαΛόγου 14/12/2012</p>
<p>«» του Θοδωρή Βοριά</p>
<p>Δεν είναι εύκολο στη σημερινή εποχή να συναντήσεις ποίηση με συγκεκριμένο στίγμα. Ανάμεσα στα στιχουργικά φληναφήματα και στις όποιες «αυθεντίες», ποιητές σαν τον Θοδωρή Βοριά παρουσιάζουν ποιητικές προσπάθειες που χαράσσονται με ευκολία στη μνήμη, δίχως τυμπανοκρουσίες ή ανούσιες επάρσεις.</p>
<p>Στις «Χαμένες Ψηφίδες» ο αναγνώστης θα συναντήσει μια ηθελημένα στεγνή ποίηση, που στοχεύει στον εντοπισμό πηγών για να ξεδιψάσει. Κάποτε αυτές οι πηγές -αυτές οι ψηφίδες- εντοπίζονται και κάποτε όχι, καθώς ο Βοριάς παίζει με έναν λυρισμό που θέλει και δεν θέλει να κάνει δικό του, πότε αποκαλύπτοντας το πρόσωπό του και πότε κρύβοντάς το πίσω από προσωπεία.</p>
<p>Εντούτοις αυτή η (υπεκ)φυγή σε τρίτα πρόσωπα, αν και προκαλεί προβλήματα στον εντοπισμό του ίδιου του ποιητή μέσα στη συλλογή, δεν τον αποκρύπτει τελείως. Πόσο μάλλον όταν κάτι τόσο δικό του, όπως η Θεσσαλονίκη, φαίνεται να λειτουργεί όπως μία κεντρομόλος δύναμη, η οποία έμμεσα δηλώνεται (ενίοτε ψιθυριστά) ως βάση των ποιητικών του εξορμήσεων. Παρόλα αυτά ο Βοριάς δεν είναι -ευτυχώς- ποιητικός τοπικιστής και δεν τον απασχολεί να θρηνήσει για κάποιο χαμένο μεγαλείο της πόλης ή να αφεθεί σε φτηνούς, ανακλητικούς συναισθηματισμούς.</p>
<p>Αγόγγυστα έτσι αφήνει χώρο να πάρουν τα ηνία οι χαρακτήρες του που, αν και αναμενόμενοι, συνθέτουν μια εικόνα που επιβάλλεται με άνεση. Πόρνες, φαντάροι, τοκογλύφοι, αλήτες και ποιητές μπλέκονται μέσα στα σκοτάδια, στη βαρυχειμωνιά, στα σοκάκια και στα ρημαγμένα σπίτια. Σκοπός τους είναι η κατανόηση μιας πραγματικότητας στην οποία φανερά δεν έχουν θέση, ενώ λειτουργούν και σαν φερέφωνο του ποιητή που επίσης ψάχνει τη δική του, όχι απλώς σε ατομικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο.</p>
<p>Αξιοσημείωτες είναι οι αντιφατικές αναφορές που γίνονται σχετικά με την ταυτότητα του σύγχρονου ποιητή, που άλλοτε δεν χωρά πουθενά στο «Όπως οι Ποιητές», άλλοτε χωρά στους δρόμους και όχι στα σαλόνια όπως στο «Σημάδια των καιρών» και άλλοτε δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί στο -πιθανά βιογραφικό- «Ίσως γίνεις Ποιητής». Οι αντιφάσεις αυτές στοιχειοθετούν έναν έντονο προβληματισμό πάνω στην τρέχουσα περιθωριοποίηση του ρόλου του σύγχρονου ποιητή, με την οποία ο Βοριάς προσπαθεί να συμφιλιωθεί.</p>
<p>Αυτή η προσπάθεια βασίζεται στις ξεπεσμένες περσόνες που αναφέρθηκαν παραπάνω, οι οποίες περιγράφουν επιθυμίες και μόχθους, μεταμορφώσεις και απώλειες καθώς προσπαθούν να κερδίσουν την επάνοδό τους στην καθημερινότητα.</p>
<p>Οι ελάχιστες στιγμές που ο Βοριάς φτάνει σε σκαιά μονοπάτια όπως στο «Ορφανεμένες Ρίζες» ή στο «Κατηγορούμενος», τότε δηλαδή που εξαντλεί το έλεος για τον εαυτό του, αντισταθμίζονται γλυκόπικρα με καταλύτη την παιδικότητα στο «Στίχοι από ένα ταξίδι με τον ήλιο» και στο «Αναστημένα Χέρια». Αποτέλεσμα αυτής της ισορροπίας είναι η αποκάλυψη ενός αυθεντικού παραπόνου, ενός ακόμα δηλαδή αισθηματικού παρακλαδιού στις «Χαμένες Ψηφίδες», που δεν αποκλείεται να είναι και ο πιο καίριος πυρήνας τους.</p>
<p>Σίγουρα βέβαια ο Βοριάς δεν είναι πάντα επιτυχής στις βλέψεις του. Υπάρχουν φορές που γίνεται θύμα του προσωπικού του μονολόγου και πέφτει στην παγίδα της απλούστευσης, όπως στο μερικώς ικανοποιητικό «Ανιλίνες», όπου οι εικόνες των εραστών στην άμμο και η ανάγκη για έρωτα χάνουν γρήγορα τη δυναμική τους. Άλλοτε, στο «Ψηφίδα της πόλης», η αναφορά στην κοινωνική καταπίεση από το πολιτικό μαστίγιο είναι πολύ εμφανής για να συναρπάσει και, άλλοτε, στο «Τέλος Εποχής» η φιλοδοξία των νοημάτων αποδεικνύεται κάπως βαριά για τις παραγόμενες εικόνες. Κάποιες φορές επίσης ο δισταγμός του να προσχωρήσει στον λυρισμό αφήνει ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες, όπως στο «Μη σπαταλήσεις τα όνειρα» και στο «Απόψε φτιάξε μια πατρίδα», δισταγμός που δεν δικαιολογείται από τις επιτυχημένες του προσχωρήσεις, όπως στο «Χέρια».</p>
<p>Εντούτοις οι όποιες αδυναμίες (αν θεωρήσουμε ότι μπορούμε να τις αποκαλέσουμε έτσι) είναι απλά απόδειξη της ρυθμικής αρτιότητας της συλλογής, που είναι δομημένη με προσοχή και λεπτομέρεια και δεν αποδέχεται πρόσθετα βάρη ή ξένα σώματα (ακόμα και αν προέρχονται από τον ίδιο τον ποιητή).</p>
<p>Η γλώσσα ακολουθεί την ίδια μετρημένη χρήση αλλά, τόπους-τόπους, όπως στο τετραμερές «Ρημαγμένα Σπίτια» είναι εμφανές ότι ο Βοριάς βρίσκεται ήδη σε πιο εξελιγμένα λεκτικά μονοπάτια, που λογικά θα απολαύσουμε σε επόμενο έργο.</p>
<p>Εν τέλει οι «Χαμένες Ψηφίδες» πετυχαίνουν αυτό που επιδίωξαν, κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, την παραγωγή δηλαδή ειλικρινούς συναισθήματος, που δεν είναι επιτηδευμένο για να είναι φιλοσοφικό αλλά ούτε και υπέρ-αναλυτικό για να είναι εγκεφαλικό.</p>
<p>Ούτως ή άλλως, ποιητής που συνθέτει το σχεδόν ιδιοφυές «Το Παραθύρι» δεν μπορεί παρά να προέρχεται και -κυρίως- να κατευθύνεται προς κάπου αληθινά.</p>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ</strong></h5>
<p>(http://karizoni.blogspot.com/2008/07/blog-post_25.html)</p>
<p>Η ποίηση με αναγκάζει να διακόψω τη σιωπή και να βγω απ’ την ευδαιμονία των καλοκαιρινών μου διακοπών. Διαβάζοντας το βιβλίο του Θοδωρή Βοριά, αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω γι’ αυτά τα ποιήματα που είναι γεμάτα τρυφερότητα ,ονειροπόληση και ερωτισμό, αλλά και ιδιαίτερα εντυπωσιακό ταλέντο. Απόδειξη το παρακάτω ποίημα : Οι διψασμένοι Οι διψασμένοι για έρωτα δεν κατεβαίνουν στο Βαρδάρι. Πρώτα είχαν ξεκόψει απ’ την πλατεία οι εξοδούχοι φαντάροι ύστερα έκλεισαν οι κινηματογράφοι κι έσβησαν τα κόκκινα φανάρια. Όσα χρωστούσαν τα σκοτάδια στους νυχτόβιους της πιάτσας πάνε χαμένα. Οι διψασμένοι απόμειναν στα ποιήματα εκεί που είναι γραμμένα και τα χρέη κάθε νύχτας. Έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα Θοδωρή Βοριά. Οι διψασμένοι αυτού του κόσμου πίνουμε το νερό της ποίησης σ΄ όλη μας τη ζωή και δεν ξεδιψάμε ποτέ. Χαίρομαι που διαβάζω τόσο ωραία ποιήματα από ένα νέο ποιητή που &lt;&lt;στην σελίδα τριανταοκτώ της ζωής του , ρίχνει τις χλωμές του προσωπίδες του για να μας μιλήσει για τις βαθύτερες πληγές και τις σκιές , για τα λιωμένα φεγγάρια , το αίμα στη νύχτα και το αίμα στο χαρτί&gt;&gt;.Οι στίχοι του που έχουν κάτι από το ύφος Χριστιανόπουλου , λιτοί , αλλά κατά κανόνα αμφίσημοι και συμβολικοί κινούνται στο κλίμα της λογοτεχνίας και της ποίησης της πόλης. Μου αρέσει αυτό. Η πόλη είναι ορατή και ευδιάκριτη ως σκηνικό αλλά και ως περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ο Θοδωρής Βοριάς μπορώ να πω ότι συνεχίζει την παράδοση της ποίησης της Θεσσαλονίκης κι αυτό είναι ένα πρόσθετο πλεονέκτημα στην ποίησή του γιατί της προσδίδει ιδιαίτερη ταυτότητα . Αλαφροΐσκιωτος, ονειροπόλος και ερωτικός ο Θοδωρής Βοριάς δεν διακρίνει την ποίηση μόνο στους ίσκιους και στα φεγγάρια αλλά και στους δρόμους , στα πεζοδρόμια, στην καγκελόπορτα της πλαζ της Αρετσούς, στην πεθαμένη θάλασσα.&lt;&lt;Η νύχτα δεν παρηγοριέται με τ αδύναμα φώτα της πόλης θέλει στους δρόμους το θίασό της φλεγόμενοι κάδοι σκουπιδιών, βόμβες μολότοφ κι εκρήξεις δακρυγόνων τη θεραπεύουν απ΄ το αδυσώπητο σκοτάδι της.&gt;&gt;Σκληρός και τρυφερός μαζί ο ποιητής υψώνει την δική του φωνή πάνω απ’ την πόλη , τις καθημερινές σχέσεις , τον έρωτα , αλλά και την ιδιαίτερα σκληρή κοινωνική πραγματικότητα. Τα ποιήματά του έχουν προσωπικό ύφος, έχουν μετουσίωση , αίμα και εικόνες από την πόλη που απ’ ό,τι φαίνεται τον στοιχειώνουν συνεχώς. Το κυριότερο όμως έχουν την σφραγίδα ενός ταλαντούχου και ευαίσθητου ποιητή. Εύχομαι να συνεχίσει την δύσκολη αυτή διαδρομή και να ξεδιψάει πάντα από το νερό των φεγγαριών της. Κατερίνα</p>
<h5><strong>ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ</strong></h5>
<p>ΠΟΙΕΙΝ 7/18/2008</p>
<p>Δηλώνω απολογητικά πως την ποίηση του Θοδωρή Βοριά δεν την γνώριζα-είχα ανακαλύψει όσο έπρεπε- μολονότι και γνωστός στο χώρο του διαδικτύου είναι και “εργάτης” της τέχνης κυριολεκτικά (πολύτιμη η καθημερινή δουλειά του στα διαδικτυακά “Λογοτεχνικά Επίκαιρα” και μεταφορικά (όπως φαίνεται από τα ποιήματά του). Το βιβλίο του για μένα ήταν μια πολύτιμη έκπληξη και το λέω χωρίς ίχνος κολακείας. Λιτός, συμπυκνωμένος και καίριος στα λόγια και στα αισθήματά του. Περισσότερα όμως προσεχώς.. Προς το παρόν ένας στίχος που μου άρεσε ιδιαίτερα: “Κλέβεις ανύποπτες στιγμές για να τις κάνεις ποιήματα, εσύ, ένας ένστολος εν υπηρεσία!</p>
<p>* * *</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΛΙΑ</strong>Σ</h5>
<p>Monody 18/7/2008</p>
<p>Ο Θοδωρής Βοριάς, είναι ένας σεμνός δημιουργός. Είναι ο ποιητής που διασχίζει με αθόρυβα βήματα τα δύσκολα τοπία των λέξεων. «…Ίσως έρχονταν μια γυναίκα Βγαλμένη από τ ’αρώματα της φλαμουριάς» και ακόμα «…Αν λιποθυμήσεις θα σε πάρω στα χέρια να σε απλώσω σ’ άλλο ποίημα» Ο Θοδωρής, είναι ο παρατηρητής που δεν περιγράφει απλώς αλλά ζωντανά αποτυπώνει « Τις νύχτες οδηγούνται, ιδρωμένοι, οι αιχμάλωτοι του έρωτα πίσω από το Ποσειδώνιο. Μισόγυμνοι παραδίνονται σε στεναγμούς κι αγκαλιάσματα, στα σκοτεινά αποδυτήρια…» και ακόμα «…Έσταζε από υγρασία το δερμάτινο μπουφάν σου. Έτρεμαν τα χέρια του άλλου την ώρα της συναλλαγής-έρωτας και λεφτά, υποταγή και θράσος. Τα αρρωστιάρικα φώτα στο πάρκο της ΧΑΝΘ δεν εμπόδιζαν την πράξη, ίσα ίσα έσβηναν μοναχά τους σαν τα έπιανε ντροπή.» Όταν φυλλομέτρησα για πρώτη φορά το βιβλίο του Θοδωρή το πρώτο που βιάστηκε να με χαράξει ήταν το ποίημα Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα το οποίο θεωρώ το ψηλότερο κύμα του. Οι Νυχτερινές επιπλοκές είναι το βιβλίο που θα σας κρατήσει τρυφερά το χέρι και θα σας οδηγήσει… « Σε μια φωτογραφία πώς να χωρέσει λίγος έρωτας κι απ’ το κορμί σου να στάξει μια σταγόνα θηλυκότητας στα δάχτυλά μου; » Υ.Γ. Με σήμα Γ και εν ώρα υπηρεσίας, γράφονται τα πιο ωραία ποιήματα!</p>
<p>* * *</p>
<p><strong>Ignis 7/19/2008</strong></p>
<p>Εν ώρα υπηρεσίας Κλέβεις ανύποπτες στιγμές για να τις κάνεις ποιήματα, εσύ, ένας ένστολος εν υπηρεσία! Γέρνουν οι τοίχοι σ’ ελέγχουν κάθε νύχτα, σε υποπτεύονται γιατί έσκυψες στο δρόμο ή γιατί βρήκες κάτι και το έβαλες στη τσέπη σου. Ήξερες να κρύβεις τα κλεμμένα λίγα παλιόχαρτα τσαλακωμένα, κρυμμένα μες στην τσέπη ήταν τα όνειρα κι οι στίχοι σου. Όταν έσφιγγε το κρύο έχωνες εκεί τα χέρια και τα ζέσταινες. Αυτό είναι όχι μόνον ένα από τα ωραιότερα και δυνατότερα ποιήματα της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Θοδωρή Βοριά, μα ένα από τα ωραιότερα ποιήματα που έχω διαβάσει. Και το έχω δει στις δυο εκδοχές του, ένα αυτό στο βιβλίο τώρα, κι άλλο λίγους μήνες πριν, αλλού, δεν ξέρω ποιο από τα δυο να προτιμήσω, ειλικρινά! Είναι που η εικόνα που καθρεπτίζεται σε αυτό, ξεφεύγει από μια συνήθη περιγραφή και γίνεται θερμή, τόσο θερμή που η συμπάθεια της ανάγνωσης κυριεύει. Οι στίχοι, σκόρπιοι στο νου μέχρι να μαζωχτούν μαζί και να χτίσουν το ποίημα, γίνονται κάρβουνα στα χέρια αναμμένα, όταν η ίδια η ζωή τού επιτάσσει να είναι αλλού. Και πυρώνει το ποίημα ως να βρεθεί χαρτί, κι εκεί να κατατεθεί. Μαγική διαδικασία επώασης. Τροφής ειλικρινούς ζωής, από όσα αναδύονται, από αυτά τα σπαράγματα καθημερινότητας που συλλέγει η ματιά του, περιδιαβαίνοντας. Η φλόγα του δημιουργού που δεν παύει, που ανθίσταται στα άλλα, και μένει εκεί, ανεμοδείκτης, ωροδείκτης, σελιδοδείκτης του Είναι του. “….Δεν σηκώνω τα χέρια ψηλά, δε σκύβω το κεφάλι, στα βιβλία που τυπώνω θα βάλω για σελιδοδείκτη τη φωνή μου, κομμένη σε πέντε γράμματα: ΦΩΤΙΑ. Ο τοίχος τους δεν θ’ αντέξει, χρόνια τρίβω πάνω του τα χέρια μου-έτσι μ’ έμαθαν ν’ ακονίζω το μαχαίρι.” Και γίνονται οι εικόνες, η νύχτα (που πάντα “κρύβεται στην τσέπη” ) τα ξεραμένα φύλλα, οι γκρίζοι δρόμοι, οι τοίχοι, λευκό χαρτί για να εγκατασταθούν επάνω τους οι στίχοι καθώς η μαύρη μολυβιά ταξιδεύει, και ταξιδεύει….ταξιδεύει την πορεία της μέσα στους χρόνους και την ζωή…για να μην τρομάζει τον ποιητή της αυτή η λευκότητα. Μια και πλέον την ορίζει. Δεν πρόκειται να ξεμάθει πια να γράφει. Έφτασε. Τώρα που έμαθα Τώρα που έμαθα να κρύβω λόγια κάτω από σωρούς ξεραμένων φύλλων, συνήθισα στο σκοτάδι Τώρα που έμαθα, αγγίζω τη νύχτα κι αυτή πονάει, αναπνέω μα δεν ζω με τ’ οξυγόνο των γκρίζων δρόμων, μήτε του σπασμένου λιθαριού που ήταν κάποτε καρδιά. Τώρα που έμαθα, μπορώ ν’ ανοίγω την καρδιά μου, τη θάλασσα που την φοβόμουν, να μαζεύω σκουριασμένες άγκυρες τυλιγμένες γύρω από ευσυνείδητους καπετάνιους. Τώρα που έμαθα το μυστικό των λευκών χαρτιών -που δεν είν’ άλλο από τη μαύρη μολυβιά που ταξιδεύει- τρέμω τους άσπρους τοίχους που δεν έχουν πάνω τους σημάδια κι όλο νομίζω βλέποντάς τους πως ξεμαθαίνω πια να γράφω. Δεν αντιγράφω κανένα άλλο ποίημα, μην χαλάσω την ευχαρίστηση και την αδημονία του να προμηθευτούν οι αναγνώστες του Ποιείν τις Νυχτερινές Επιπλοκές.(όλη η ενότητα Ανιλίνες εξαιρετική, αδιάσπαστη, μα το ιδ’-”Στρατευμένος”- κορυφαίο!) Από μένα, συγχαρητήρια.(και δεν είναι τυπική η λέξη) Και καλοτάξιδο.</p>
<p>* * *</p>
<h5><strong>ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ</strong></h5>
<p>Αυτό που εντυπωσιάζει στην ποίηση του Θοδωρή Βοριά και κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή, είναι η σεμνότητα και η λιτότητα λόγων και συναισθημάτων (όπως επισήμαναν οι προλαλήσαντες), η δυνατότητα της αποτύπωσης κι όχι της περιγραφής. Με άλλα λόγια η δημιουργία ενός κλίματος μέσα στο οποίο λαμβάνει τόπο η δράση των ηρώων κι από χειρονομίες είναι γεμάτα αυτά τα ποιήματα. Ο Θοδωρής Βοριάς είναι εδώ για να μας πει πως είναι ζωντανή η “σχολή της Θεσσαλονίκης”, με όλες τις αρετές που εξέθεσα πιο πάνω, και που την κάνουν ευκόλως διακριτή στην σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Θοδωρή Βοριά, καλωσόρισες! 7/19/2008 8:05 pm</p>
<p>* * *</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΛΤΟΣ</strong></h5>
<p>7/19/2008</p>
<p>Ένας συνεπής και αξιόλογος τεχνίτης του λόγου. Μια γραφή ζωντανή, σε εξέλιξη.Μεστές ουσίας οι Νυχτερινές Επιπλοκές εμπλέκουν τον αναγνώστη τους στις βιωματικές, στις ξάγρυπνες νύχτες της Θεσσαλονίκης του Βοριά, όπου «Κανένας τοίχος δε φωνάζει ονόματα», όπου «Η νύχτα δεν παρηγοριέται με τ’ αδύναμα φώτα της πόλης». 8:12 pm</p>
<p>* * *Giwrgos Beis Symfwnw me ton Swtiri Pastaka. στις 7/20/2008 3:09 am * * * Dark Virtual Poetry Ήταν ο μόνος που αποφάσισενα πάει πιο νωρίςστο ραντεβού με τ’ όνειρο.Οι υπόλοιποι μείναμε εδών’ αναρωτιόμαστε πως κατάφερεκαι έχασε με τόση επιδεξιότητα το ρολόι του για τον Θοδωρή Βοριά που οι στίχοι του“μιλάνε” Καλοτάξιδο _Σκοτεινή Πριγκήπισσα_Ιούλιος 2008</p>
<p>* * *</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΥΡΓΑΡΗΣ</strong></h5>
<p>ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Αύγουστος 2008</p>
<p>Μια πρώτη επαφή με τις &#8220;Νυχτερινές Επιπλοκές&#8221; του Θοδωρή Βοριά Ίσως είμαι ο πιο ακατάλληλος να μιλήσω για το έργο του Θοδωρή Βοριά «Νυχτερινές επιπλοκές». Ακατάλληλος για δύο λόγους. Ο ένας ότι δεν είμαι κριτικός, αλλά ένας συνοδοιπόρος του. Ο άλλος , ότι είμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί του και άρα προκατειλημμένος. Θυμάμαι φέτος που βρεθήκαμε Θεσσαλονίκη. Κι ήμουνα ιδιαίτερα συγκινημένος. Είχα να ανέβω δεκατέσσερα χρόνια στην αγαπημένη μου πόλη. Από τότε που σπούδαζα. Έφυγα νέος φοιτητής και γύριζα με τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Κάθε γωνιά και δρόμος, κάθε τοίχος και σοκάκι, μου θύμιζε κάτι απ’ τη φοιτητική ζωή και τη νιότη μου. Συγκίνηση που προσπαθούσα εντέχνως να κρύψω απ’ τους δικούς μου, μιλώντας λιγότερο. Ο Θοδωρής όμως, κατάλαβε τη φόρτισή μου από τη πρώτη στιγμή . Φάγαμε τη πρώτη μέρα στη Κρήνη όλοι μαζί. Γυναίκες και παιδιά. Περάσαμε ωραία αλλά δε μας έφτανε. Το άλλο πρωί, μια μουντή μέρα του χειμώνα, είχαμε δώσει ραντεβού σ’ ένα μικρό καφέ στην Αριστοτέλους. Οι δυο μας μονάχα. Να πούμε τα δικά μας. Με το Θοδωρή νιώθω σα να μαι με έναν μακρινό αδερφό που συναντώ αραιά και όσο είμαι μαζί του, οι ώρες δε θέλω να τελειώσουν ποτέ. Περάσαμε ένα υπέροχο πρωινό μαζί συζητώντας, ώσπου σχεδόν μεσημέριασε. Αποχαιρετισθήκαμε στη παραλία. Μπροστά στο Λευκό Πύργο. Ακόμα θυμάμαι τα βουρκωμένα μάτια του. Αυτός είναι ο Θοδωρής Βοριάς. Ένας ευαίσθητος άνθρωπος που πνίγεται από συναισθήματα και μετατρέπει αυτό που το πνίγει σε ποίηση. Γι’ αυτό, θα επιχειρήσω όχι μια κριτική, αλλά μια ανάλυση, έτσι όπως εγώ είδα τις «Νυχτερινές επιπλοκές» του. «Νυχτερινές επιπλοκές» λοιπόν που θα μπορούσαν άνετα να ονομαστούν και «Επίκληση στη Νύχτα» από τις εκδόσεις ερωδιός. Ποιήματα γραμμένα σε πολυτονικό σύστημα, που εδώ όμως θα μετατρέψουμε σε μονοτονικό και ζητάω συγνώμη από τον Θοδωρή γι’ αυτό. Σε αυτή τη συλλογή λοιπόν, πραγματικά ο Βοριάς επικαλείται τη «Νύχτα» να τον μυήσει στις μικρές ή μεγάλες αλήθειες της. Το μότο του Χριστιανόπουλου στην αρχή της συλλογής «Δε ξεριζώνονται οι νύχτες από μέσα μας» δίνει το σύνθημα για μια καταβύθιση στο «σκότος-φως» της νύχτας. Η Νύχτα λοιπόν, μια αυστηρή μάγισσα-γυναίκα στέκει αγέρωχα απέναντι από το ποιητή και κείνος τη πλησιάζει. Ξέρεις πως κρύβω ένα κομμάτι νύχτας μες στη τσέπη μου λέει ο ποιητής, μα δε μιλάει στον αναγνώστη. Μιλάει στην ίδια τη Νύχτα. Είμαι και γω δικός σου, της λέει, εμπιστέψου με, κάνε με να δω τα μυστικά σου. Είναι η ίδια επίκληση που κάνουν συνήθως οι ποιητές από την εποχή του Ομήρου στη Μούσα τους. Μόνο που η Μούσα εδώ είναι η ίδια η Νύχτα. Όχι το Απολλώνιο φως της ημέρας, αλλά το σκοτάδι. Τα κρυμμένα μυστικά. Ο Διόνυσος. Επίκληση στον Διόνυσο λοιπόν. Να τι είναι η συλλογή του Θοδωρή Βοριά «Νυχτερινές επιπλοκές» Και ο Διόνυσος γνέφει καταφατικά. Σηκώνει το μαγικό του ραβδί και οι πρώτες ρωγμές «Ρωγμές στη νύχτα» εμφανίζονται, αφήνοντας τον ποιητή να δει τα πρώτα φαντάσματα του θιάσου του Διόνυσου, που του γνέφουν να τους ακολουθήσει. Κάποιος που αντί για πρόσωπο, έχει ένα φεγγάρι και τραγουδάει με τα τριζόνια, μια γυναίκα βγαλμένη από τ’ αρώματα της φλαμουριάς, μαύρες μορφές που τον κρυφοκοιτάζουν, έτοιμες να ξεγεννήσουν μυστήρια και να υφάνουν όνειρα. Η Νύχτα-Διόνυσος, παίρνει από το χέρι το ποιητή και τον ξεναγεί. Μοιάζει σαν μια περιήγηση-απειλή μέσα στη πόλη, αλλά ο ποιητής δε φεύγει. Κουρασμένος από τις προσωπίδες της ημέρας, θέλει να μάθει. Και η Νύχτα αυστηρή και άφθαρτη μέσα στην αιωνιότητά της, τον ξεναγεί στα μυστικά της. Αφουγκράζεται τα ιδρωμένα κορμιά των ερώτων, προσπαθεί να αναγνωρίσει παλιές ανθρώπινες μορφές που και η ίδια αγάπησε κάποτε μα πουθενά. Οι παλιές μορφές που ήταν ολοζώντανες κάποτε και ίδρωναν μέσα της από έρωτα, είναι άφαντες στάχτες που τις σέρνει ο αέρας σα να πονάει και η ίδια η Νύχτα μαζί με τον ποιητή από την απουσία τόσων φθαρτών ανθρώπων που έζησαν μέσα της κάποτε και τώρα είναι στάχτη. Η φθαρτότητα των όντων μέσα στο χρόνο, τα αναπάντητα ερωτηματικά, το γιατί του τέλους και το αναπάντητο του προορισμού, σκόρπιες σκιές που κινούνται γύρω τους. Μα τα όντα δε χάνονται. Στη θέση τους αφήνουν χιλιάδες άλλα, που συνεχίζουν να θέλουν να ζήσουν απελπισμένα και να διαιωνιστούν. Συνεχίζουν να ιδρώνουν οι νέοι άνθρωποι και να κάνουν έρωτα μα ζουν επιδερμικά γιατί δε κοιτάνε μέσα στη νύχτα πραγματικά, μα περιφρονούν την αλήθεια της χιλιάδες βυθισμένοι στα όνειρα δε καταδέχονται ν’ ακούσουν τους πλανόδιους νυχτερινούς θιάσους Να πάλι ο Διόνυσος με τη κουστωδία του. Και να ένα κοινό σημείο (αόρατος θίασος να περνά) με το Καβάφη. Ο ποιητής ακολουθεί τον Διόνυσο, τη Νύχτα και τους θιάσους. Μα που συμβαίνει αυτή η περιήγηση; Σε μια πόλη. Γνωστή; Μα φυσικά. Είναι η πόλη του Θοδωρή Βοριά η Θεσσαλονίκη. Σταματούν σε μια πλατεία. Στο Βαρδάρη. Τα όργανα του θιάσου σιωπούν. Ησυχία. Ο ποιητής κοιτάζει αμήχανα τον Διόνυσο κοιτάζει γύρω και μεμιάς καταλαβαίνει. Το πέρασμα του χρόνου, η φθορά, έχει επηρεάσει και τη κραταιά πόλη. Ο Βαρδάρης δεν είναι πια ο ίδιος. (Ποίημα «Οι διψασμένοι) Ό, τι μέχρι τώρα τον χαρακτήριζε, οι αδρές πινελιές του, οι εξοδούχοι φαντάροι, οι κινηματογράφοι, τα κόκκινα φανάρια του αγοραίου έρωτα, έχουν χαθεί. Όλα. Το τέλος μιας μεγάλης εποχής. Ο ποιητής πονάει τόσο πολύ, που δε καταδέχεται να δει τι αντικατέστησε αυτό που χάθηκε. Δε το κοιτάζει και δε τον ενδιαφέρει καν. Για να πάρει εκδίκηση όμως για τους διψασμένους για έρωτα που χάθηκαν απ’ το Βαρδάρη, φωνάζει στον Διόνυσο και στη Νύχτα, πως οι ποιητές τουλάχιστον παραμένουν στη θέση τους. Άφθαρτοι και αναλλοίωτοι. Οι διψασμένοι απόμειναν στα ποιήματα εκεί που είναι γραμμένα και τα χρέη κάθε νύχτας Τουλάχιστον αυτό δεν άλλαξε στην αγαπημένη του πόλη. Οι ποιητές παραμένουν στις επάλξεις. Ένα σταθερό σημείο στο κλυδωνισμό και το γκρέμισμα του κόσμου του. Ο ποιητής και η Νύχτα δυο σταθερά σημεία στη πορεία του κόσμου. Το πρώτο μάθημα που παίρνει ο ποιητής, είναι η αντοχή του στη φθορά, το πέρασμα του χρόνου και τη καταστροφή. Ο θίασος ξαναρχινά τη μουσική του. Συνεχίζουν να προχωρούν μέσα στη πόλη, ενώ ο Διόνυσος ψιθυρίζει ανατριχιαστικά στο αυτί του ποιητή το ποίημα «Σκόρπιες σκιές»: Σκόρπιες σκιές στις κρεμασμένες σου κουβέρτες στο μπαλκόνι………………………………………………&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..Σκόρπιες σκιές, γαντζωμένες αιωρούνται……………………Σκόρπιες σκιές νοτίζουν υγρασία, τυλίγονται στην ομίχλη ακροβατούν στη πνευμονία του χαμάλη στο χαμένο γάντι που παράπεσε στων τραβεστί τα στέκια………………………………………………………………Σκόρπιες σκιές βρίσκονται και ζευγαρώνουν αλήθειες που πυρπολούν τα κεφάλια σας ακόμη και την ημέρα μα εσείς αρνείστε να τις δείτε Κάθε πρωί τινάζεις τις κουβέρτες και ξανεμίζεις ξεθυμασμένες ανάσες οργασμού Και αυτοί, που όλοι θεωρούν απόβλητους, οι χαμάληδες και οι τραβεστί και όλοι του κόσμου οι πονεμένοι, είναι οι δικοί μου άνθρωποι υπαινίσσεται ο Διόνυσος. Αλλά κι εσύ ποιητή αγαπημένε του Διόνυσου, πρέπει να αφουγκραστείς αυτές τις σκόρπιες σκιές και τα φαντάσματα. Να τα δείξεις. Να ακούσεις το κλάμα τη νύχτα από τις γάτες, να νιώσεις τα δέντρα που ακόμη και τη νύχτα βλασταίνουν, την ομορφιά και το πόνο όλων των πλασμάτων, γιατί όλα μαζί είστε ένα. Δεν έχεις ποιητή παρά να πολεμάς τη μοναξιά με το μολύβι (και γω πάντα θα είμαι δίπλα σου) η ανάσα μου (θα) γιατρεύει τις πληγές σου Νύχτα, ποιητής και Διόνυσος είναι σύμμαχοι. Τροφοδοτούν την ημέρα με στοιχεία που θα ανανεώσουν τον κόσμο. Γιατί τίποτε δε χάθηκε, έστω κι αν φεύγουν οι άνθρωποι, έστω κι αν άλλαξε ο Βαρδάρης, έστω κι αν αλλάζουν οι εποχές. Ο κόσμος πεθαίνει και ξαναγεννιέται. Και συ ποιητή, πρέπει να παρακολουθείς όλα αυτά όρθιος και δυνατός. Και να ξαναγεννάς τον κόσμο. Γιατί στο βάθος ο κόσμος παραμένει ίδιος. Αλλά πρώτα, πρέπει να ομολογήσεις. Να βγάλεις ποιητή τη καθημερινή σου προσωπίδα και να εξομολογηθείς χωρίς φόβο. Να απογυμνωθείς μπροστά μου. Το ποίημα «Κρυφτό» είναι η πρώτη εξομολόγηση του ποιητή, η πρώτη απογύμνωση και η πληρωμή για να συνεχιστεί ο διάλογος με τη Νύχτα και τον Διόνυσο. Η χλωμή καθημερινή προσωπίδα βγαίνει και ο ποιητής φανερώνει ένα μυστικό που έκρυβε χρόνια μέσα του. Το ανασύρει από τη προσωπική του κρύπτη. Στη σελίδα τριάντα οχτώ σε φίλησα με τ’ αληθινά μου χείλη σου μίλησα με τ’ αληθινά μου λόγιασε κοίταξα με τα μάτια της ψυχής μου Είναι ένα προσωπικό μυστικό που φαίνεται να τον εξουθενώνει. Δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αθώα αγάπη. Η απέραντη αγάπη χωρίς φόβους και ενοχές. Το κουβαλάει μέσα του χρόνια αυτό το επικίνδυνο μυστικό, μα δε διστάζει να το ομολογήσει γαλήνια στη Νύχτα και να δώσει μια υπόσχεση στο Διόνυσο: σα φτάσουμε μια μέρα στον επίλογο θα εγκαταλείψω τη χλωμή μου προσωπίδα λάφυρο, στους περαστικούς γιατί δε μπορώ από τώρα να την βγάλω για πάντα, δε μπορώ να μείνω ανάμεσα στους ανθρώπους ολόγυμνος και χωρίς προσωπίδα μη τύχει και καταλάβουνε τη κρύπτη μας δεν είναι έτοιμος ακόμα ο κόσμος να ζήσει χωρίς προσωπίδες. «Είναι νωρίς ακόμη μέσα στο κόσμο αυτόν/δε έχουν εξημερωθεί τα τέρατα» έλεγε κι ο Ελύτης. Χρειάζονται ακόμα οι προσωπικές κρύπτες. Μα ο Διόνυσος και η Νύχτα, θέλουν κι άλλη πληρωμή. Κι άλλο ξεγύμνωμα. Γι’ αυτό ο ποιητής συνεχίζει την ομολογία. Το ποίημα «Πάνω μου κρύβω τα κλεμμένα» είναι η δεύτερη εξομολόγηση και πληρωμή. Πάνω μου κρύβω κλεμμένα κομμάτιααπό ξένα ποιήματα που δεν είναι άλλο, παρά μια ομολογία ενοχής για τις παγωμένες πληγές των αδερφών του ποιητών, που δε πρόσεξε κανένας. Κλέβει τα γραμμένα κομμάτια τους, που κάποτε πύρωναν και τα ξαναγράφει για να τα αναστήσει. Και να αναστήσει μαζί με αυτά, τους ξεχασμένους αδερφούς του. Μα θυμώνει με έναν σάτυρο που καπνίζει , δε τον ακούει και μοιάζει μάλλον να τον κοροϊδεύει Θέλεις να σβήσεις το τσιγάρο σου πάνω στις πιο κακές συνήθειες μου Και συνεχίζει θυμωμένος: (Εμένα που κοροϊδεύεις) Με φοβούνται τα πεζοδρόμια οι γραμμένοι τοίχοι κι οι μισοκολλημένες αφίσες που προσκύνησαν Φοβάσαι να με κοιτάξεις στη καρδιά να μου τραβήξεις τα αγκάθια ένα ένα Ξέρεις καλά, αιμορραγώ εδώ και χρόνια Οργή απέναντι στον σάτυρο. Ομολογία χρόνιας αιμορραγίας και πόνου. Μα και ομολογία δύναμης. Εμένα (τον ποιητή) με φοβούνται τα πεζοδρόμια και όσοι προσκύνησαν! Χάιδεψε τα κόκκινά μου αποτυπώματα πάνω στα κλοπιμαία μουτζούρωσέ τα να με νοιώσεις Θυμίζει τίποτα; Ο σάτυρος μεταμορφώνεται στον άπιστο Θωμά, που ο Χριστός-ποιητής τον καλεί να τοποθετήσει το δάχτυλό του πάνω στις πληγές των καρφιών. Επί των τύπο των ήλων. Πονάω! φωνάζει στην Νύχτα και τον θίασο του Διόνυσου ο ποιητής, ελάτε να δείτε τις πληγές μου! Βάλτε τα δάχτυλά σας πάνω τους! Ο θίασος με αρχηγό τον Διόνυσο, τη μάγισσα Νύχτα, τον ποιητή και τους σατύρους συνεχίζει τη περιήγησή του μέσα στη πόλη, όπου ακολουθούν τέσσερα ποιήματα «Πίσω από το Ποσειδώνιο» «Συναλλαγή» «Δε φυλάγεσαι πια» «Άλλοι τα λένε κύματα» με έντονες επιρροές από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Παράνομοι έρωτες στα σκοτεινά αποδυτήρια, ερωτικές συναλλαγές με λεφτά, μισόγυμνοι αιχμάλωτοι του έρωτα, αγρύπνιες και ερωτικός παροξυσμός κοντά στη θάλασσα. Ο Διόνυσος δείχνει τα πάντα στο ποιητή. Δε του κρύβει τίποτα. Δείχνει στο ποιητή τα παιδιά του. Από μία άποψη, είναι και μια ανταμοιβή για την απογοήτευση που ένιωσε ο ποιητής στο Βαρδάρη. Οι διψασμένοι για έρωτα, αν και τους στέρησαν την ιστορική τους πλατεία, συνεχίζουν να υπάρχουν μαζί με τη δίψα τους και βρίσκουν άλλα στέκια στη πόλη να ξεδιψάσουν. Στο ποίημα «Επιδημία» ο θίασος σταματά σε έναν πολυσύχναστο δρόμο γεμάτο βιτρίνες. Θα μπορούσε να είναι Τσιμισκή και Γούναρη ή κοντά στη Διαγώνιο. Ο ποιητής ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι το σώμα του αρχίζει να κιτρινίζει. Και όλοι του θιάσου να κιτρινίζουν. Ο Διόνυσος τον παροτρύνει να γδυθεί για να δει το κίτρινο σώμα του. Βγάλε τα ρούχα σου να δεις πως σκαρφαλώνει στο κορμί σου το κιτρίνισμα Βγάλτα, δε θα τα σκορπίσω εδώ κι εκεί τώρα είμαστε μέσα στο κόσμο θα τα κρατήσω με επιμέλεια Πάμε πιο κάτω μας κοιτάζει κι ένας κατακίτρινος ζητιάνος Το κιτρίνισμα, αν δεν είναι επίγνωση αρρώστιας, είναι επίγνωση της αλήθειας και του πόνου. Επίγνωση που έχει όμως και ένας ζητιάνος. Παιδί του Διόνυσου κι αυτός -θα μπορούσε να είναι στο θίασό του- και φυσικά εκλεκτός συγγενής του ποιητή, γνωρίζει και κείνος τα μυστικά της νύχτας. Είναι συν-κοινωνός του κιτρινίσματος, της αλήθειας και των μυστηρίων. Η προτροπή του Διόνυσου να βγάλει ο ποιητής τα ρούχα και ειδικά ο στίχος «θα τα κρατήσω με επιμέλεια» παραπέμπει στον Μυστικό Δείπνο του Χριστού και στη σκηνή που ο Χριστός γίνεται υπηρέτης και πλένει τα πόδια των μαθητών του. Εδώ ο Διόνυσος, γίνεται υπηρέτης του ποιητή «κρατώντας με επιμέλεια τα ρούχα του» και βαδίζοντας πίσω του. Σκηνή που δηλώνει την «σημαντικότητα» του ποιητή στη πορεία του κόσμου. Δε του αρέσει όμως του Διόνυσου εκεί και δηλώνει εδώ την πρώτη του αδυναμία Πάμε πιο κάτω τα όνειρα της βιτρίνας μας σκοτώνουν Το εμπόριο, τα κέρδη και τα χρήματα είναι αρρώστια. Δε ταιριάζουν με το όραμα του ποιητή και του Διόνυσου. Πρόκειται για την δεύτερη εμφανή στιγμή σε αυτό το ποίημα, που ο Θοδωρής Βοριάς κάνει έμμεση αναφορά στον Χριστό. Στο νου μας, έρχεται η σκηνή στο ναό, που ο Χριστός έδιωξε τους εμπόρους και τις πραμάτειες με το μαστίγιο. Είναι επίσης η πρώτη υπόνοια, πως Διόνυσος και Χριστός είναι ένα. Και περνάμε στα τέσσερα ποιήματα του «Επισκεπτηρίου» Στα τέσσερα (α, β, γ, δ) ποιήματα του «Επισκεπτηρίου» οι ρόλοι αλλάζουν. Έχουμε μια αντιστροφή. Ξεναγός εδώ είναι ο ποιητής και καλεί τον Διόνυσο και τον θίασό του (αφήνει έξω την Νύχτα γιατί σε αυτά τα ποιήματα, όπως θα δούμε παρακάτω, την θεωρεί δεσμοφύλακα) να μετατραπούνε σε ακροατές για να τους ξεναγήσει στο κελί του. Υπάρχει έντονη η αίσθηση της φυλακής ή του φυλακισμένου, εξ ου και ο τίτλος «Επισκεπτήριο» Ο Διόνυσος-ακροατής λοιπόν, επισκέπτεται τον ποιητή στη φυλακή και το κελί του. Πρόκειται για ένα μονόπρακτο-μονόλογο του ποιητή και ο Βοριάς εδώ επαναφέρει το δυνατό του σύμβολο, που επανέρχεται συχνά στη ποίησή του και τείνει να τον χαρακτηρίσει. Και το σύμβολο αυτό δεν είναι άλλο από τους τοίχους. Οι ξεβαμμένοι τοίχοι που κρύβουν κάτω από τις στρώσεις των χρωμάτων, την ιστορία και την αλήθεια. Την αλήθεια, που η εξουσία με τα συνεχή βαψίματα, προσπαθεί να κρύψει. Ο ποιητής όμως, ταγμένος ενάντια σε τέτοιες εξουσίες, προσπαθεί να φανερώσει την αλήθεια. Σκάβει ακόμη και με τα νύχια το γυαλισμένο χρώμα για να ανακαλύψει την αλήθεια, την ελευθερία και αν είναι δυνατόν να δραπετεύσει. Ο ακροατής πια Διόνυσος, προτρέπεται από τον ποιητή μπαίνοντας στο κελί του, ν’ αφήσει τις φωνές και τα λόγια και με τη σειρά του τη προσωπίδα. Να απογυμνωθεί ο επισκέπτης, για να γνωρίσει την απελπισία του ποιητή. Το σουρεαλιστικό κελί του, είναι ένα παράξενο δωμάτιο, με ξεβαμμένους τοίχους απ’ τη προσπάθεια του ποιητή να ανακαλύψει την ιστορία που κρύβουν μέσα τους. Εκεί μέσα, φυσάει μόνιμα Βαρδάρης, τα τζάμια είναι σπασμένα και κυριαρχεί μια έντονη μυρωδιά απελπισίας και ένδειας. Ο ποιητής, χωρίς αυταπάτες, γνωρίζει ότι ο αγώνας του δεν είναι προσωπικός. Πιστός στο παραδοσιακό του ρόλο, γνωρίζει ότι είναι απελευθερωτής των ανθρώπων. Έχει αναλάβει χωρίς αναστολές αυτό το ρόλο και έχει επίγνωση της σπουδαιότητάς του. Γνωρίζει, ότι απ’ τις δικές του προσπάθειες, εξαρτώνται πολλοί. Είναι όμως ένας απελευθερωτής αντικοινωνικός. Τα χέρια μου ξέμαθαν τις χειραψίες Δεν χαίρεται, δεν ενθουσιάζεται με τίποτα. Χωρίς αυταπάτες. Αυτό που μπορεί να του δώσει μια αχνή χαρά, είναι κάποια μελλοντικά άρθρα εφημερίδων για το έργο του Τότε θα μου τις φέρεις να τις απλώσω και να καλύψω το τοίχο Το γ΄ επισκεπτηρίου είναι ποίημα αυτογνωσίας. Γιατί δε μπορείς να μιλάς για την ελευθερία κανενός, αν δε γνωρίζεις τον εαυτό σου. Ο ποιητής εδώ ομολογεί πως έχει δύο ζωές. Η μία είναι πρωτόγονη, Διονυσιακή, κατεβαίνει απ’ τα βουνά με άγανα στα πόδια και παίζει στα πάρκα και τις γειτονιές της πόλης με τα αγάλματα της Αφροδίτης και του Άρη. Η αληθινή φύση του λοιπόν, είναι ερωτική και άγρια, ο έρωτας και ο πόλεμος η αλήθεια του. Θέλει να βάλει φωτιές και να κάνει έρωτα. Γνωρίζει όμως ότι αυτή η ζωή του παρακολουθείται Την κοιτάζουν κρυφά οι φοβισμένοι την παρακολουθούν από το δορυφόρο οι τεχνοκράτες Η δεύτερη ζωή του είναι η τυποποιημένη καθημερινή, με τα κουστούμια, τους κανόνες και τα πρέπει. Δε του αρέσει όμως αυτή η ζωή και θέλει να σβήσει το αποτύπωμά της στο τοίχο. Και το κάνει με τόση δύναμη, που φορές νομίζει πως θα γκρεμίσει το τοίχο Ο τοίχος τους δε θ’ αντέξει χρόνια τρίβω πάνω του τα χέρια μου Είναι μία ψευδαίσθηση, που του δίνει όμως την απαραίτητη δύναμη και ελπίδα, για να συνεχίσει να ζει σε αυτό το κελί. Και φτάνουμε στη πιο συγκλονιστική στιγμή του «Επισκεπτηρίου» στο τμήμα δ΄ όπου ο ποιητής απευθυνόμενος στον επισκέπτη-Διόνυσο-ακροατή, φανερώνει το μεγάλο του μυστικό Περιμένεις να βγάλω απ’ το συρτάρι τη σημαία με τον άσπρο σταυρό, το σταυρό που κοκκίνισε απ’ τη ζωή, απ’ το κρασί και το αίμα. Βιάζεσαι να ψηλαφίσεις τα σημάδια απ’ τα καρφιά στα χέρια όλων των Ελλήνων. Πρόκειται για την μεταμόρφωση του Διόνυσου στον Χριστό. Η σημαία με το σταυρό που κοκκίνισε απ’ τη ζωή, το κρασί και το αίμα, είναι το κρυφό χαρτί που ο ποιητής κρύβει στο συρτάρι του. Εδώ δεν υπάρχει Θεσσαλονίκη, ούτε Βαρδάρης. Υπάρχει Ελλάδα και Έλληνες, που είναι όλοι τους μικροί Εσταυρωμένοι-Διόνυσοι. Το σύμβολο του χριστιανισμού για τον Βοριά, είναι σύμβολο του Διόνυσου. Το σύμβολο του μαρτυρίου που βιώνουν όλοι οι Έλληνες. Και οι άνθρωποι. Χριστός, Διόνυσος, ποιητής και λαός είναι ένα. Και προτού φανερώσει το επόμενο λυτρωτικό μυστικό του, διώχνει ευγενικά τον επισκέπτη, επισημαίνοντάς του, πως βρίσκεται στη φυλακή και θα ‘ρθουν σε λίγο οι δεσμοφύλακες να σημάνουν το σιωπητήριο των δέκα. Οι τόνοι πέφτουν, ο ποιητής δείχνει (φαινομενικά) κουρασμένος Ήρθε η ώρα και πρέπει να φύγεις …………………… Η νύχτα (δεσμοφύλακας) θα σταματήσει το βηματισμό της θα ρίξει μια κλεφτή ματιά…………………………. ………………………………………-σίγουρη πως δε θα δραπετεύσω-……………………….. και θ’ αποκοιμηθεί και τότε Θα ξεδιπλώσω τη σημαία και θα’ ρθω στους δρόμους! Τρομερή ενέργεια που εκπλήσσει, τη στιγμή ακριβώς που εκφράζεται. Ο Επισκέπτης είναι σχεδόν κουρασμένος κι αυτός, έτοιμος να φύγει αφήνοντας τον ποιητή στο κελί του, να παλεύει με τα δικά του φαντάσματα. Μα οι δύο τελευταίοι στίχοι, απελευθερώνουν μια καταπληκτική ενέργεια. Δε φτάνει η ποίηση, λέει ο Βοριάς. Ο ποιητής πρέπει να δραπετεύει κάποτε από το κελί του και να βγαίνει μαζί με το λαό του στους δρόμους. Θα βρεθούμε στους δρόμους, εκεί που ενώνονται όλοι με όλα. Αυτό είναι το επόμενο ραντεβού του ποιητή με τους επισκέπτες του. Και νομίζω πως κάπου εδώ, οι «Νυχτερινές επιπλοκές» έχουν εκπληρώσει το στόχο τους. Τα υπόλοιπα ποιήματα μέχρι τις «Ανιλίνες» θεωρώ ότι είναι ποιήματα ημέρας και όχι νύχτας. Δεν υπάρχουν σκιές και φαντάσματα. Ο ποιητής έχει εκπληρώσει το νυχτερινό του ταξίδι, γνωρίζοντας όμως πως τα φανάρια των δρόμων δε σταμάτησαν ν’ αναβοσβήνουν δεν έχασε την επαφή με τη πραγματικότητα. Τα επόμενα ποιήματα είναι ποιήματα περισυλλογής που ο ποιητής παλεύει πάλι με την ιστορία και τα συνθήματα στους τοίχους. Και μετά τη μοναδική αναφορά για Έλληνες που παραπέμπει στην σημειολογική Ελληνική πόλη, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη μαγεμένος αιώνια απ’ αυτήν , σα να μη θέλει να τη προδώσει ποτέ. Περπατάει ξανά στους δρόμους της Βενιζέλου, Μητροπόλεως και Εγνατία, σε όλη τη πόλη, όπου πια κυριαρχούν τα νόμιμα γκράφιτι που τα κάνει ο καθένας μέρα μεσημέρι, ταπεινές εικόνες από το δρόμο, ακρόαση από το ραδιόφωνο που τον ενώνει με τις ειδήσεις του κόσμου, εμπόλεμες ζώνες, φωτιές στα δάση, η ομολογία σε έναν φίλο πως γράφει στίχους μ’ ένα στίχο χαράζονται οι διαχωριστικές γραμμές ο ένστολος που εν ώρα υπηρεσίας κλέβει ανύποπτες στιγμές για να τις κάνει ποιήματα, ενώ και γι’ αυτό ακόμη οι τοίχοι γέρνουν και τον ελέγχουν κάθε μέρα και η νίκη του λίγα παλιόχαρτα τσαλακωμένα κρυμμένα μες στη τσέπη ήταν τα όνειρα κι οι στίχοι σου μικρές ψυχές ελευθερίας όμως , υπερπολύτιμες γιατί Όταν έσφιγγε το κρύο έχωνες τα χέρια και τα ζέσταινες Τα ιδανικά είναι απαραίτητα για το Βοριά, αλλιώς η ζωή δεν έχει νόημα Πιστέψουν δε πιστέψουν κατέβα στο υπόγειο και διάλεξέ τους τα πιο λαμπρά ιδανικά κι αστέρια να τους φέρεις Δε θα μιλήσω εδώ για τις Ανιλίνες, γιατί πιστεύω ότι είναι κάτι διαφορετικό και αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Ίσως το κάνω κάποια άλλη στιγμή. Σε αυτή τη συλλογή ο Θοδωρής Βοριάς, συζητάει με τα φαντάσματα και εξομολογείται. Επικοινωνεί με την Νύχτα, τον Διόνυσο, τους σατύρους, τα ξωτικά και τις σκιές τις νύχτας, τον ίδιο το Χριστό που είναι εν τέλει ο ακροατής και ο αναγνώστης. Κεντρικό πρόσωπο στη συλλογή είναι ο ποιητής και η πόλη του. Ο ποιητής για τον Βοριά, είναι πιστός στις επάλξεις, ένας απελευθερωτής που σκαλίζει τη μνήμη να συνταιριάσει τις αλήθειες και τα γεγονότα για να τα χρησιμοποιήσει στο μέλλον για τους ανθρώπους. Ο ποιητής είναι συνάμα και ένας φυλακισμένος. Και πολλές φορές αντικοινωνικός. Γιατί μονάχα έτσι θα δοθεί ολόψυχα στο έργο του. Ποίηση όμως και πράξη, πάνε μαζί για το Θοδωρή Βοριά. Η σημαία με το σταυρό, είναι γι&#8217; αυτόν το μεγάλο λάβαρο, το μεγαλύτερο ιδανικό που χρειάζεται για να πορευτεί η Ελλάδα, ενώ πιστεύει πως ο Χριστός είναι συνέχεια του Διόνυσου. Θα μπορούσε κανείς να πει πολλά μα θα ήθελα να μείνω σε αυτή τη πρώτη επαφή, χωρίς να επεκταθώ άλλο. Ας το αφήσουμε μόνο του να πετάξει. Καλοτάξιδο Θοδωρή</p>
<p>* * *</p>
<h5><strong>ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>Αύγουστος 2008</p>
<p>http://giannisrigopoulos.blogspot.com/</p>
<p>Η νύχτα είναι γεμάτη μυστικά, γεμάτη φαντάσματα, φόβους, έρωτες και αρνήσεις. Είναι μάγισσα. Με τις πολλές υποσχέσεις της σε φυλακίζει. Φυλακίζει τη σκέψη σου και τα όνειρα σου. Στην ποιητική συλλογή «Νυχτερινές Επιπλοκές» ο Θοδωρής Βοριάς αποτύπωσε τα σημάδια της νύχτας. Περπατώντας τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, τα πάρκα της έκανε τη συγκομιδή των στίχων «κρύβοντας ένα κομμάτι νύχτας μες την τσέπη του», γιατί τη νύχτα τη νιώθει στο κορμί του. Τους έρωτες της νύχτας μέσα στην ποίηση τους βαφτίζει, να τους πιούν οι διψασμένοι μη και ξεδιψάσουν. «Οι διψασμένοι για έρωτα δεν κατεβαίνουν στο Βαρδάρι. Πρώτα είχαν ξεκόψει απ’ την πλατεία οι εξοδούχοι φαντάροι ύστερα έκλεισαν οι κινηματογράφοι κι έσβησαν τα κόκκινα φανάρια .Όσα χρωστούσαν τα σκοτάδια στους νυχτόβιους της πιάτσας πάνε χαμένα. Οι διψασμένοι απόμειναν στα ποιήματα εκεί που είναι γραμμένα και τα χρέη κάθε νύχτας.» «Οι διψασμένοι» Αλλά κι όταν πολεμάει τη μοναξιά στην ποίηση καταφεύγει «Νιώθεις τους τοίχους στο δωμάτιο να σε κοιτάζουν με τα μάτια μου. Ακούς τις γάτες απέξω να κλαίνε τους έρημους δρόμους τα δέντρα να βγάζουν βλαστάρια. Πολεμάς τη μοναξιά με το μολύβι η ανάσα μου γιατρεύει τις πληγές σου. Αν λιποθυμήσεις θα σε πάρω στα χέρια να σ΄ απλώσω σ΄ άλλο ποίημα.» «Νιώθεις τους τοίχους» Μέσα στη νύχτα ο έρωτας και η υποταγή &#8211; αδιέξοδο. «Ανάμεσα στα λιγοστά σου όνειρα έβρισκες και κανένα πάρκο, η νύχτα αγαπάει τέτοια μέρη. Έσταζε από τη υγρασία το δερμάτινο μπουφάν σου, έτρεμαν τα χέρια του άλλου την ώρα της συναλλαγής-έρωτας και λεφτά υποταγή και θράσος. Τα αρρωστιάρικα φώτα στο πάρκο της ΧΑΝΘ δεν εμπόδιζαν την πράξη, ίσα ίσα έσβηναν μονάχα τους σαν τα έπιανε ντροπή.» «Συναλλαγή» Τα ποιήματα έχουν προσωπικό ύφος, είναι λιτά και καίρια σε λέξεις και συναισθήματα. Είναι πολλές φορές γεμάτα αίμα, από όνειρα και αποχωρισμούς. «Αλλιώς η νύχτα δεν περνά πες τους για το υπόγειο του σπιτιού, για τη στοίβα τα σβησμένα αστέρια, για τις ιδέες που βρήκες τυλιγμένες σε μια σημαία μισοκαμένη, για τις παλιές αρβύλες που οι ξεραμένες λάσπες τους τραγουδάνε τις νύχτες εμβατήρια. Πιστέψουν δεν πιστέψουν κατέβα στο υπόγειο και διάλεξε τους τα πιο λαμπρά ιδανικά, κι αστέρια να τους φέρεις. Να τα προσφέρεις, «για να θυμάστε τον παππού…»να πεις. Ύστερα βάλε τις παλιές αρβύλες δίπλα στο κρεβάτι, σαν θα σηκώσουν το νεκρό μη τις ξεχάσουν.» «Αναθήματα» Και όταν ανακαλύπτεις την αλυσίδα που έβλεπες στα όνειρα σου «Γύρω μυρίζει πεθαμένη θάλασσα/ σαν παλιά φωτογραφία» Τώρα που έμαθε να κρύβει λόγια, ας μη φοβάται. Δεν ξεμαθαίνεις. «Τώρα που έμαθα να κρύβω λόγια κάτω από σορούς ξεραμένων φύλλων συνήθισα το σκοτάδι. Τώρα που έμαθα, αγγίζω τη νύχτα κι αυτή πονάει, αναπνέω μα δε ζω με τ΄ οξυγόνο των γκρίζων δρόμων, μήτε του σπασμένου λιθαριού που ήταν κάποτε καρδιά.Τώρα που έμαθα,μπορώ ν΄ ανοίγω την καρδιά μου, τη θάλασσα που τη φοβόμουν, να μαζεύω σκουριασμένες άγκυρες τυλιγμένες γύρω από ευσυνείδητους καπετάνιους. Τώρα που έμαθα το μυστικό των λευκών χαρτιών-που δεν ειν΄ άλλο από τη μαύρη μολυβιά που ταξιδεύει-τρέμω τους άσπρους τοίχους που δεν έχουν πάνω τους σημάδια κι όλο νομίζω βλέποντάς τους πως ξεμαθαίνω πια να γράφω». «Τώρα που έμαθα» Η νύχτα μας προστατεύει με τα μικρά και τα μεγάλα μυστικά. Με τα ψέματα και τις ονειροπολήσεις. Με τις κραυγές και τις σιωπές της. Με τη σημαία της, μαύρη, σαν την επανάσταση και κόκκινη, σαν το αίμα. «Τις νύχτες ξαπλώνει κι ονειρεύεται ανθρώπους που παραμένουν άνθρωποι, κι ύστερα-τόσα χρόνια το ίδιο όνειρο-μαζεύει σκόρπια κουρέλια αξιοπρέπειας να ράψει μια σημαία για το τέλος για να σκεπάσει την καρδιά του στην εξόδιο ακολουθία». «Στρατευμένος»</p>
<p>* * *</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>Αύγουστος 2008</p>
<p>Το τρύπιο ταβάνι και Νυχτερινές επιπλοκές, εκδόσεις «ερωδιός», ποιήματα. Χαιρετίζω μία νέα ποιητική φωνή αυτούσια, αυτόφωτη και αυτεξούσια. Φωνή λυρική και διακριτικά μεταφυσική, μέσα στην παγιδευμένη, ανέκφραστη, σχεδόν πληγωμένη ευαισθησία της. Ποιήματα λιτά σαν μαχαιριές στο κορμί της αξημέρωτης νύχτας, εκσπερματώσεις φωτός στα μαύρα σκοτάδια της αστικής ζωής. Η Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστεί στα καλαίσθητα αυτά βιβλιαράκια με τα καλοτυπωμένα – σε πολυτονικό με βαρείες – ποιήματα. Απόηχοι του νυχτερινού ερωτισμού του Ντίνου Χριστιανόπουλου, απόηχοι της «ατσαλάκωτης ζωής» του δημόσιου υπάλληλου Κώστα Καρυωτάκη, η ξεψυχισμένη αγωνία της Μαρίας Πολυδούρη που ένιωθε ότι είχε γεννηθεί σε λάθος τόπο, σε λάθος χρόνο, ή και τα δύο μαζί… Η Θεσσαλονίκη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, η Ελλάδα και η γαλάζια σημαία με τον άσπρο σταυρό, έρημες πλαζ και ερωτικά αποδυτήρια, ένστολοι που γράφουν ποιήματα εν ώρα υπηρεσίας, φαντασιώσεις γυμνών γυναικών, και ονειρώξεις εις αναζήτησιν μίας χαμένης – ή ξεχασμένης – θηλυκότητας… Η επανάσταση ανέφικτη, αυτό-ακυρωμένη από την ανία και τα προσωπεία της αστικής ζωής. Τα συνθήματα στους στίχους, οι στίχοι στο λευκό χαρτί, τα αστέρια στο μαύρο σεντόνι του ουρανού… Ιδού ο κόσμος του «αστεροκλέφτη» ρομαντικού ποιητή Θοδωρή Βοριά. Και η νοσταλγία των βουνών, της άγριας φύσης, της μη εξημερωμένης και αξημέρωτης. Η νύχτα είναι καταφύγιο και πατρίδα για τον λυρικό ποιητή που συναντάει εκεί του ερωτισμού του τα οράματα, και τα αθανατοποιεί εξασθενίζοντας και καταγράφοντάς τα…</p>
<p>***</p>
<h5><strong>ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ</strong></h5>
<p>ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ Ιανουάριος 2009</p>
<p>Πως μας τυλίγει η νύχτα απαλά, τρυφερά αν και βοριάς; Πως μας αγγίζει εκείνη η περισπωμένη στο επίθετο του Θοδωρή Βοριά. Πως μας ξυπνάει μνήμες σαν σεργιανάμε στην ποιητική του συλλογή Νυχτερινές Επιπλοκές που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ τον Μάρτιο του 2008;Όλη η ποίηση είναι γραμμένη σε πολυτονικό σχήμα να μας θυμίζει πως κάποτε χρησιμοποιούσαμε μια γλώσσα πλούσια σε τόνους και πνεύματα. Κάθε του σκέψη, κάθε του αίσθημα πολύεδρα σώματα που αναζητούν συντροφιά στους δρόμους της πόλης. Γράφει απελευθερωμένος από επιρροές αλληλοσυγκρουόμενες, όχι απλά για να επικοινωνήσει με τους άλλους, αλλά για να καταγράψει κυρίως ότι συμβαίνει γύρω του και φυσικά μέσα του. Υπάρχει το άλογο στοιχείο της συνείδησης που τον διεγείρει και γίνεται ηθικός αυτουργός και δέκτης εικόνων και συγκινήσεων που τις μεταφέρει στην ποίησή του. Υπάρχει η έντονη συναισθηματική παρουσία την οποία και αντικαθιστά με μια αισθησιακή τάξη . Μέσα στο ομιχλώδες τοπίο του Λόγου ο Θ.Β. προχωρά με το βλέμμα στραμμένο στον ορίζοντα της αληθινής ποίησης, μιας ποίησης που είναι αμάλαγη στην αλήθεια της. Έμπνευση και κίνητρο γίνεται πολλές φορές η ίδια η πόλη του, η Θεσσαλονίκη και οι άνθρωποι που την κατοικούν. Αναζητά τις &#8220;ρωγμές στη νύχτα&#8221; και τα κομμάτια της κρύβει πολλές φορές. &#8220;Ξέρεις πως κρύβω ένα κομμάτι νύχτας μες στην τσέπη μου&#8221; Εκείνη γίνεται η μούσα του που περιπλανάται. Οι σκιές της ακουμπούν στον Βαρδάρη, στο Λιμάνι, στο Ποσειδώνιο κολυμβητήριο. Με τον έρωτα να αναζητά τις ανάσες του πότε αγοραία και πότε αιχμάλωτα να ξεψυχά, στα γνωστά στέκια της πόλης, στο πάρκο της ΧΑΝΘ. Γίνεται τρυφερός, λυρικός, μετέωρος στο ταξίδι του και μας παρασέρνει με την γλυκύτητα του λόγου του.&#8221; Αν λιποθυμήσεις θα σε πάρω στα χέρια να σ&#8217; απλώσω σ&#8217; άλλο ποίημα&#8221; Με λειψό φεγγάρι θα χτυπηθούν τα κορμιά για ν&#8217; αγκαλιαστούν μετά στην άκρη μιας θάλασσας. Σπαράσσονται με βία. Δεν είναι κύματα, είναι οι σκιές που ξεσκίζουν με βία τα ρούχα κι ερωτεύονται. &#8220;Χτυπιούνται, αγκαλιάζονται, γίνονται πόλεμος, έρωτας και πυρετός της νύχτας&#8221; &#8220;Εχθροί και φίλοι οι δρόμοι που περπάτησες&#8221; . Μητροπόλεως-Βενιζέλου-Εγνατία. Δρόμοι γνωστοί σε όλους, οικείοι, αγαπημένοι μιας πόλης αγαπημένης. Πόσες φορές δεν τους περπάτησε ο ποιητής και μαζί του κι εμείς κουβαλώντας την μυσταγωγία της χαράς ή της σιωπής. Ακόμα κι οι τοίχοι αποκτούν τη σημειολογία με τα κάθε είδους μηνύματα που φιλοξενούνται σ&#8217; αυτούς και βουλιάζουν. Γίνονται το θέατρο μορφών από γκράφιτι και συνθήματα που ζητούν την αφύπνιση των περαστικών. Μιλάει ο τοίχος κι ο ποιητής αφουγκράζεται. Ξεδιπλώνεται η γραφή του &#8220;κάτω από σωρούς ξεραμένων φύλλων&#8221; με φθινόπωρα και ζεστούς χειμώνες και τις νύχτες που δεν φοβάται ανοίγει τα φύλλα της καρδιάς του για να εισβάλλει όλο το φως μιας γραφής που μας αποκαλύπτει τα μυστικά του Λόγου του.</p>
<p>***</p>
<h5><strong>ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΕΡΔΑΡΗΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τχ.12 Ιανουάριος 2009</p>
<p>&#8220;Ξέρεις πως κρύβωένα κομμάτι νύχταςμέσα στην τσέπη μου.&#8221;Το σκοτάδι με φόβιζε, τις επιπλοκές τις απέφευγα, η νύχτα μ&#8217; άρεζε με τους φόβους της. Ποίηση νυχτερινή, ποίηση ερωτική. με προσωπικές στιγμές, με αναζητήσεις, με δυνατούς και ανεκπλήρωτους έρωτες, με πόθους που δεν ξεπερνιούνται και ταράζουν τη νύχτα του ποιητή. Ποίηση εξαιρετική, ο Βοριάς θα μπορούσε να γράψει καλό στίχο για καλό τραγούδι.</p>
<p>***</p>
<h5><strong>ΝΑΤΑΣΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ</strong></h5>
<p>http://www.lifo.gr/blogs/wwwlifogrblogsnatash/14866#comment<br />
Θοδωρής Βοριᾶς, Νυχτερινές Ἐπιπλοκές</p>
<p>Ἔχω τήν αἴσθηση διαβάζοντας τήν ποιητική συλλογή «Νυχτερινές Ἐπιπλοκές», ὅτι ὁ Θοδωρής Βοριάς εἶναι ἕνας τρυφερός ἄνθρωπος, ἕνας ἔφηβος, πού ἡ νύχτα τόν ἐπιπλέκει καί τόν περιπλέκει μέ τίς καί στίς διαδρομές της.Ὅλα τά ποιήματα τῆς συλλογῆς εἶναι νυχτερινά ἐπεισόδια τῆς πόλης του, τῆς Θεσσαλονίκης, τά ὁποῖα ξετυλίγονται μπροστά μας, καθώς ἐπίσης καί στιγμιότυπα ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ πού συμπλέκεται μαζί τους, γι&#8217; αὐτό ἴσως ἀκόμη καί στά πιό μικρά του ποιήματα ἐπιλέγει τήν ἀφηγηματική ἐξομολόγηση, παρά τήν ἀφαιρετική οἰκονομία τῆς ποίησης.Ἡ πόλη εἶναι, μέ τήν παραμικρή εὐκαιρία, πανταχού παρούσα (ὁ Λευκόπυργος, ἡ Ἀρετσού, Μητροπόλεως, Μπενιζέλου, Ἐγνατία, στό Βαρδάρι), λές κι ἀποτελεῖ μιά δικλείδα ἀσφαλείας, τήν ἀνάγκη ἑνός ριζικοῦ καταφυγίου, στή μελαγχολική ἐπαναστατικότητα, τή διαψευσμένη (&#8230;γερασμένα συνθήματα&#8230;/&#8230;περισσέματα ὁραμάτων&#8230;/&#8230; Ὅποιος μπορεῖ να στέκει ἤρεμος/σ&#8217; αὐτή τήν πόλη/μπορεῖ ν&#8217; ἀφουγκραστεῖ τίς φωνές/καί τά συνθήματα/πού δραπετεύουν κάθε μέρα/κι ἔρχονται πάλι τίς νύχτες/ να λουφάξουν/πίσω ἀπό τούς ξεφτισμένους τοίχους) τοῦ ἔφηβου ποιητῆ.Ἀκόμα καί στόν ἔρωτα ὁ Θ.Β., παρ&#8217; ὅλη τή «συναλλαγή», «τῶν τραβεστί τά στέκια», «τίς ἀνάσες ὀργασμοῦ», τ&#8217; «ἀγκαλιάσματα/στά σκοτεινά ἀποδυτήρια» παραμένει τρυφερός κι ὀνειροπόλος, «ἄν λιποθυμήσεις/θά σέ πάρω στά χέρια/νά σ&#8217; ἁπλώσω σ&#8217; ἄλλο ποίημα», λέει, καί γλιστράει στήν ἐσωτερική του κρύπτη, ὅπως «βρῆκε χαραμάδες ὁ ἀέρας/καί σιγά σιγά δραπέτευσε», πού τόν περιφυλάσσει ἁπαλό ἡ ποιητική του μοναξιά καί τόν περισώζει. Ἡ γλώσσα του, συνεπής στό ἀφηγηματικό της ὕφος εἶναι λιτή καί χωρίς ἐξάρσεις ἤ ἐξεζητημένες λέξεις, καθημερινή, κάποιες φορές γίνεται, κατά τή γνώμη μου, ἐπίμονη στό νά μεταβάλλει τό ξύλινο λεκτικῶς σήμερα (γκράφιτι, γλουτολίνη, ἀφισοκόλληση, μολότοφ) προσπαθώντας νά τό μεταβάλλει καί νά τό ἐντάξει στό ποιητικό περιεχόμενο.Στά σύν τῆς συλλογῆς ἡ ἐπιλογή τοῦ πολυτονικοῦ, σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς γλωσσικῆς μας συνέχειας, πού ἐπιστεγάζει ἡ ποίηση.Ἐν ὥρᾳ ὑπηρεσίαςΚλέβεις ἀνύποπτες στιγμέςγιά νά τίς κάνεις ποιήματα,ἐσύ, ἕνας ἔνστολος ἐν ὑπηρεσίᾳ!Γέρνουν οἱ τοῖχοι,σ&#8217; ἐλέγχουν κάθε νύχτα,σέ ὑποπτεύονταιγιατί ἔσκυψες στό δρόμοἤ γιατί βρῆκες κάτικαί τό ἔβαλες στήν τσέπη σου&#8230;Ἤξερες νά κρύβεις τά κλεμμένα᾿λίγα παλιόχαρτα τσαλακωμένα,κρυμμένα μές στήν τσέπηἦταν τά ὄνειρα κι οἱ στίχοι σου.Ὅταν ἔσφιγγε τό κρύοἔχωνες ἐκεῖ τά χέριακαί τά ζέσταινες.[Νυχτερινές Ἐπιπλοκές, Θοδωρής Βοριᾶς, ποιήματα, ἐκδ. Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2008]</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΤΑΒΑΝΙ</strong></h5>
<h5><strong>ΓΧΚ</strong></h5>
<p>Περιοδικό ΕΝΔΟΧΩΡΑ τεύχος 94, Δεκέμβριος 2005 &#8211; Απρίλιος 2006</p>
<p>Δυναμικός, ρηξικέλευθος και αφυπνιστικός ο ποιητικός λόγος του Θοδωρή Βοριά, έρχεται να ταρακουνήσει συνειδήσεις, να μετουσιώσει οράματα σε κατάθεση ψυχής, να δώσει κουράγιο σε απογοητευμένους και να ορθοδρομίσει γοητευμένους.Κοινός παρονομαστής στα ποιήματα της μικρής αυτής συλλογής, η συνειδητοποίηση ότι ο αγώνας μιας ολόκληρης γενιάς έμεινε αδικαίωτος. Κυρίαρχη η πίκρα από τη γεύση του ανεκπλήρωτου πόθου (Ξέφυγαν τα όνειρά μας/ σκορπίστηκαν στον άνεμο./ Στους δρόμους/ σβήστηκαν τα ίχνη μας/ξεχάστηκε η μορφή μας…) αντιπαλεύει πότε με την απαισιοδοξία (…σκοινί για αναρρίχηση ψάξε αλλού,/ χορτάσαν οι γκρεμοί κι οι τάφοι με θρήνους/ και άψυχα κουφάρια τ’ ονείρου νεκρών.) ή τη μοιρολατρία (…πήρες τα μάτια σου,/ τα έκλεισες στο κουτάκι των γυαλιών./ Πήρες τα χέρια, τα δίπλωσες/ μαζί με τη σημαία στο συρτάρι./ Πήρες τ’ αυτιά σου και τα σφράγισες,/ στην εξορία, είπες, δε χρειάζονται πολλά.) και πότε με το ψυχοτρόφο όραμα της ελπίδας και της αναγέννησης (Είναι βραδιές που το φεγγάρι ξενυχτάει/παίζει στ’ αστέρια «τα μήλα»/ παίζει στα μάτια μου «αμπάριζα». / Αηδόνια τρελαίνουν την αύρα,/ την αύρα που χαϊδολογά/ τον θηρευτή των ονείρων./ Ένα παιδί γεννιέται,/ ένα στάχυ ξεφυτρώνει,/ μια σημαία κυματίζει…/ χίλιες φωνές τραγουδούν:/ Αυτός ο κόσμος/ δεν μπορεί παρά να ζήσει.) Ο νέος αυτός ποιητής της Θεσσαλονίκης υπόσχεται πολλά για το μέλλον. Η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή του αναδεικνύει λόγο εγερτήριο με στίχο δουλεμένο με ιδιαίτερη επιμέλεια, που σε παρασέρνει σ’ ένα κόσμο αισθημάτων και ονείρου, αναμνήσεων και προσμονής όπου η τρυφερότητα και το χρέος συμπορεύονται σε μια άγρια στράτα (Τα λάστιχα ξεσκίσανε τ’ απόνερα,/ τινάχτηκε η καταφρόνια κι αρπάχτηκε/ στη μοναξιά ενός ρομαντικού ποδηλάτη…) (Φίλοι αναθρεμμένοι,/ χωρίς τον πόλεμο/ δε θα στερήσετε/ απ’ τα λιοντάρια την τροφή,/ χωρίς τη μάχη/ δεν θ’ απαρνηθείτε την αγιοσύνη.) Η υπόσχεση που μας δίνει ο Θ. Βοριάς για το λογοτεχνικό του μέλλον διατυπώνεται ευθαρσώς από τον ίδιο αφού (…δέντρα κρυμμένα σε τσιμεντένιους τοίχους/ ποιος κεραυνός να τα ζηλέψει…)</p>
<p>***</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΥΡΓΑΡΗΣ</strong></h5>
<p>Μάρτιος 2006</p>
<p>&#8220;Η γενιά μεμβράνη&#8221; από την ιστοσελίδα ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ Θοδωρής Βοριάς –Το τρύπιο ταβάνι Όποτε βρέχει στάζει η σκεπή,/δε μέτρησα ποτέ τις τρύπες, /Στάζει…πώς έγινε διάτρητη!/Μέρα τη μέρα εξατμίζομαι/ κι αναστατώνονται/ τα έντομα και τα ποντίκια/που ανασαίνουν τη ζωή μου/ στο τρύπιο ταβάνι. (ζητώ συγνώμη για το μονοτονικό, η συλλογή είναι με πολυτονικό σύστημα) Πρόσφατα, ο φίλος Θοδωρής Βοριάς από την όμορφη Θεσσαλονίκη, εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, ‘’το τρύπιο ταβάνι’’. Να του ευχηθούμε λοιπόν, ό,τι καλύτερο και να συνεχίσει και με άλλες δημιουργικές συλλογές, το λογοτεχνικό του ταξίδι… Ο Θοδωρής Βοριάς, ανήκει σε κείνη την αναδυόμενη γενιά, που σε πρώτη φάση, θα την ονομάσω γενιά-μεμβράνη. Είναι η σπάνια εκείνη γενιά, που είχε την τύχη η την ατυχία, να ανδρωθεί σε ένα σημαντικότατο χρονικό σημείο. Στο τελείωμα του εικοστού αιώνα και στην αυγή του εικοστού πρώτου. Και αυτό, σημαίνει πολλά. Αυτή η γενιά-μεμβράνη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους. Στον θάνατο μιας μεγάλης εποχής και στην αυγή μίας άλλης. Το ευτύχημα για την ποίηση, ότι η συγκεκριμένη γενιά, δέχτηκε ερεθίσματα και από τους δύο αυτούς κόσμους έστω και αν αυτό για τους ίδιους τους ποιητές που την αποτελούν, είναι η παραμένει επώδυνο. Από τη μια πλευρά λοιπόν, πάνω της, έπεσαν τα τελευταία κύματα των μεγάλων οραμάτων του εικοστού αιώνα, μαζί με τη πίκρα και την απογοήτευση της μη πραγματοποίησής τους. Οι ορδές των κοινωνικών μαχητών, οι ήρωες της ουτοπίας, οι ηττημένοι αγωνιστές και ονειροπόλοι, φωνάζουν μέσα από τον εικοστό αιώνα και έρχονται να αποτυπώσουν το χνάρι τους στη τελευταία ευκαιρία. Να δικαιωθούν μέσα στους αιώνες, από την μοναδική γενιά, που μπορεί ακόμη να τους καταλάβει. Από την γενιά εκείνη που ανήκει και ο Θοδωρής Βοριάς. Αλλά δεν είναι σημαντική μόνο γι’ αυτό το λόγο. Δεν είναι σημαντική μόνο γιατί μπορεί να κατανοήσει το παλαιό αυτή γενιά. Είναι σημαντική, γιατί το χρονικό σημείο που ανδρώθηκε, την καθιστά ικανή να κατανοήσει και το καινούριο. Να συλλάβει και να κρίνει τον αναδυόμενο κόσμο, με τα μεγάλα τεχνολογικά επιτεύγματα, τον κόσμο του ίντερνετ (χαρακτηριστικό της πως αναδύεται αργά αλλά σταθερά και μέσα από το διαδύκτιο) τον κόσμο της κινητής τηλεφωνίας, την παγκοσμιοποίηση, την τρομαχτική γρηγοράδα της πληροφορίας, την αίσθηση πως ο κόσμος πια, είναι ένα μεγάλο χωριό και όλα τα τρομαχτικά που συνέβησαν την τελευταία δεκαετία η εικοσαετία. Το τρύπιο ταβάνι του Θοδωρή Βοριά, είναι μια τέτοια μεμβράνη, όπου το χνάρι του παλαιού κόσμου αποτυπώνεται και περνάει στην άλλη πλευρά. Διασώζεται. Ποίηση της πόλης. Ο Βοριάς ένας ποιητής παρατηρητής, περιφέρεται ανάμεσα στα χαλάσματα και τα καινούρια που ανεγέρθησαν, τα πεζοδρόμια, τα μπαλκόνια και τα παιδικά πλατάνια Σε κείνο το πλατάνι/ σε κείνο το κατάρτι μας/ τα όνειρά μας σεργιανούσαμε/ να κυματίζουνε περήφανες σημαίες./ Λαμπύριζε ο ήλιος στα μαλλιά μας,/κρυφοκοιτούσε από τις φυλλωσιές,/ τα χρόνια μας αλάνθαστα μετρούσε/ επτά, οκτώ, εννέα, δέκα…. Δε μένει φυσικά στη παιδική ηλικία. Τα παιδιά των πλατανιών μεγάλωσαν. Δεν μένουν μόνο στις βαθύσκιωτες παιδικές απλωσιές. Βυθίστηκαν μέσα στις πόλεις, διάβασαν, άκουσαν έμαθαν. Και μαζί τους, ένα μ’ αυτούς, ανδρώθηκε και ο ποιητής που αναπολεί, προσπαθεί να σκάψει τους ασβέστες από τους τοίχους για να βρει τα παλαιά συνθήματα και την αλήθεια. Μόνο στα μάτια των λαθραίων τοιχογράφων,/ γυαλίζουν ζωντανά σε κάθε τοίχο/ τα γράμματα, τα σύμβολα, τα χρώματα,/ χωρίς να έχει δύναμη στο ξέφτισμα,/ του χρόνου και του ασπριτζή η βούρτσα. Ο κόσμος για προφανείς λόγους, του φαίνεται πια ορφανός. Κάτι λείπει από το παρελθόν, κάτι λείπει από το στερέωμα που κάποτε το γέμιζε. Τα ιερά φαντάσματα ορθώνονται μέσα του κι ας ξέρει πως δεν υπάρχει τίποτα πραγματικά από αυτά. Πονάει, προσπαθεί να τους δώσει πάλι φωνή… Πήρα τους δρόμους μέσα στο πλήθος,/ πήρες το λάβαρο, έγινες ουρανός./ Στους τοίχους διάβασα την ιστορία σου/ έγινες άνεμος, έγινες αϊτός… Αμφισβητεί και κρίνει τους νικητές, αν και το τελευταίο, δεν είναι ακόμη τόσο εμφανές σ’ αυτή τη πρώτη του ποιητική συλλογή. Σ’ αυτήν τη συλλογή, το βάρος πέφτει σε κείνο που έφυγε. Σαν ένα ζωντανό μνημόσυνο. Σε ένα ηρωικό ρομαντικό παρελθόν που μας άφησε ανεπιστρεπτί. Όμως οι ποιητές είναι εδώ και τιμούν. Οι ποιητές είναι εδώ και θυμούνται. Οι ποιητές είναι εδώ και πονούν. Αυτή η αίσθηση μου δημιουργήθηκε διαβάζοντας το τρύπιο ταβάνι.Εκείνο όμως που με προβλημάτισε είναι για το αν ακόμη μπορούν να ονειρεύονται. Κάθε Παρασκευή έχει πορείες με δεκάδες διαδηλωτές/ κι άλλοι χιλιάδες/ φτιάχνουν την απεργία τριήμερη αργία. Μέσα στην δίνη του καταναλωτισμού δεν υπάρχουν ελπίδες για ουσιαστικό αγώνα. Η πίστη στον αγώνα έχει χαθεί. Ο άνθρωπος έχει χαθεί στην καταναλωτική μοναξιά του. Ιδιωτεύει, θα έλεγαν οι παλαιοί ρομαντικοί. Ξέφυγαν τα όνειρά μας,/ σκορπίστηκαν στον άνεμο./ Στους δρόμους σβήστηκαν τα ίχνη μας,/ ξεχάστηκε η μορφή μας,/ χάθηκαν οι αφίσες./ Πίσω δεν έμεινε κανείς/ ή έμειναν λιγότεροι./ Ξέφυγαν τα όνειρά μας./ Τα παιδιά μας, δικαστές,/ δε θα ‘χουνε ν’ ακούσουνε πολλά,/ θα μας καταδικάσουν. Εδώ μιλάμε και για χρέος πια. Το χρέος απέναντι στα παιδιά. Το φίλτρο του ποιητή κρατάει από τον παλαιό κόσμο την λέξη ‘’αγώνας’’ Έστω και υπόγεια προτρέπει σε αγώνα. Ο, τι κι αν χάθηκε για τον Βοριά, αυτό που θα αντισταθεί στα κακά του καινούριου κόσμου είναι η εξεγέρσεις. Τα άψυχα τοπία της πόλης το ξέρουν καλά. Και αν οι άνθρωποι έχουν κουραστεί να ονειρεύονται και να αγωνίζονται, τα άψυχα τοπία έρχονται χορηγοί του ονείρου… Τα πεζοδρόμια ψιθυρίζουν,/ περιμένουν να περάσει η περίπολος,/ ετοιμάζουν εξεγέρσεις. Η περίπολος των κραταιών; Η περίπολος των νικητών; Η περίπολος της μονοκρατορίας; Κάποιοι πάντως φοβούνται τα πεζοδρόμια και πάνω τους περιπολούν για να μην ανθίσουν οι εξεγέρσεις. Τα ίδια τα πεζοδρόμια όμως μυστικά συνομωτούν ενάντια στους κραταιούς και τις περιπόλους τους. Ετοιμάζουν μυστικά εξεγέρσεις, γιατί ο κόσμος είναι πλαστικός, γιατί αυτό που του δίνουν οι νικητές είναι κάλπικο, πλαστικό και κάλπικο&#8230; Ο Βοριάς όμως σ’ αυτή τη συλλογή, δεν είναι μόνο νοσταλγός του ονείρου. Τα μεγάλα αποτυχημένα πειράματα του εικοστού αιώνα, ασυνείδητα έχουν στάξει τη γιατρειά του ρεαλισμού Σχοινί για αναρρίχηση ψάξε αλλού,/ χορτάσαν οι γκρεμοί κι οι τάφοι με θρήνους/ και άψυχα κουφάρια τ’ ονείρου νεκρών… ή Πήρες τον κόσμο να τον ρουφήξεις μονοκόμματα/ και βρέθηκες εξόριστος/ μ’ ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι… Αυτή είναι η προίκα αυτής της γενιάς μεμβράνης. Η ουσία ρεαλισμού. Η παραδοχή του ρεαλισμού, όχι μόνο του ονείρου. Παραθέτω ολόκληρο το ποίημα ‘’Φυλλοβόλο δέντρο’’ που μαζί με τον ‘’χαρταετό’’ εκφράζουν την ελπίδα, μόνο που στο φυλλοβόλο δέντρο, υπάρχει μέσα και αυτή η μαγική ουσία του ρεαλισμού… Στο φυλλοβόλο δέντρο μοιάσε,/ τίναξε στον άνεμο τα κιτρινισμένα φύλλα/ στο χώμα να σαπίσουν./ Κοίταξε το κυπαρίσσι και το πεύκο,/ γερνάνε μες στη σκόνη των καημών τους./ Τα λόγια φτιάχνουν φωλιά,/ σού τσιμπολογούν τα φύλλα,/ κρύβονται βαθιά σου./ Τίναξε τα φύλλα, άκουσε τον άνεμο/ κι ύστερα τα λόγια θα κρυώσουν, θα πετάξουν/ κι άλλα λόγια θα φωλιάσουν μέσα σου/ άλλες χαρές και λύπες θάρθουν με την Άνοιξη./ Εσύ θα στέκεις δέντρο περήφανο,/ μη λησμονήσεις όμως, φυλλοβόλο. Ποίημα, που το θεωρώ από τα σημαντικότερα της συλλογής. Εδώ ο Βοριάς προτρέπει σε ανανέωση και για πρώτη φορά κοιτάει χωρίς νοσταλγία το παρελθόν «τίναξε στον άνεμο τα κιτρινισμένα φύλλα» Να πεταχτούν τα άχρηστα. Το ηρωικό παρελθόν δεν είναι μόνο ένας όμορφος κήπος. Κουβαλάει σκόνες και κίτρινα φύλλα που πρέπει να φύγουν, να σαπίσουν για να ανθίσει το καινούριο. Χωρίς ψευδαισθήσεις όμως «…μη λησμονήσεις όμως, φυλλοβόλο» Εδώ το όνειρο δεν είναι αιώνιο. Έχει γίνει αντιληπτό από αυτή τη γενιά-μεμβράνη, ότι τα όνειρα ανθίζουν, αλλάζουν όσο γίνεται τον κόσμο και μαραίνονται πάλι. Οι σκουριασμένες ιδέες που σκούριασαν μαζί με τα όπλα, πρέπει να υποστούν κριτική, να φιλτραριστούν προτού ανθίσουν πάλι. Είναι ο πιο σαφής διαχωρισμός από τις μεγάλες γενιές των αγώνων του εικοστού αιώνα που πίστευαν ακράδαντα, πως έφτανε ένα όνειρο για να εγκαθιδρύσει τον παράδεισο στη γη. Η γενιά μεμβράνη όμως δείχνει να έχει πάρει το μάθημά της. Στέκεται πια κριτικά απέναντι στα μεγάλα όνειρα. Δεν αφήνεται… Προσωπικά έμεινα ευχαριστημένος με την συλλογή του Βοριά. Έδωσε το στίγμα της η γενιά μας. Κοινωνική ματιά, ανθρώπινη, χωρίς μεγάλα λόγια, βλέπει με ευαισθησία το παρελθόν και το μέλλον. Ενώνει δύο κόσμους. Κι αν ακόμη δεν είναι καθαρή η φωνή που θα μιλήσει πραγματικά για το σήμερα κι αν ακόμη παλινδρομεί και νοσταλγεί το παρελθόν, βρίσκεται σε καλό δρόμο. Κληρονομεί τον ουμανισμό του παρελθόντος και προσπαθεί να βαφτίσει το μέλλον. Στέκει ανεπηρέαστη από τη δύναμη των μονοκρατόρων. Απέναντί τους. Πονά για το σήμερα και αναλαμβάνει χρέος απέναντι σε αυτούς που θάρθουν, γιατί μπορεί να την καταδικάσουν. Σαρκάζει στο ‘’καμάρι’’ των τωρινών δυνατών… Ο ήλιος χαμηλώνει,/ οι σκιές μεγαλώνουν/ στο πλακόστρωτο της παραλίας/ κι έρχονται κάποιοι/ που ξέμειναν από καμάρι/ να ευφρανθούν και να κομπάσουν/ για τη μεγάλη τους σκιά./ Νάνοι με τη σκιά γιγάντων,/ με το σουρούπωμα θ’ αλλάξουν ρότα/ για ολόφωτες πλατείες/ προτού ξεπέσει το καμάρι τους. Αλλά και ατενίζει με αισιοδοξία και αγάπη το μέλλον στο τελευταίο ποίημα της συλλογής ‘’το τελευταίο φεγγάρι’’……Είναι βραδιές που το φεγγάρι ξενυχτάει,/ παίζει στ’ αστέρια τα μήλα/ παίζει στα μάτια μου αμπάριζα./ Αηδόνια τρελαίνουν την αύρα,/ την αύρα που χαϊδολογά/ τον θηρευτή των ονείρων./ Ένα παιδί γεννιέται,/ ένα στάχυ ξεφυτρώνει,/ μια σημαία κυματίζει…/χίλιες φωνές τραγουδούν:/ Αυτός ο κόσμος/ δεν μπορεί παρά να ζήσει. Ήταν μια πρώτη προσέγγιση στο ΄΄τρύπιο ταβάνι΄΄ του Θοδωρή Βοριά. Ίσως είναι πολλά να πούμε ακόμη. Προσωπικά θέλω να συγχαρώ τον φίλο και αδελφό Θοδωρή, που τώρα πια πήρε το βάπτισμα του πυρός, θεωρώ πως είναι ένας γνήσιος εκπρόσωπος της γενιάς μας. Να του ευχηθώ ό,τι καλύτερο από δω και μπρος…</p>
<p>***</p>
<h5><strong>ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ</strong></h5>
<p>Ιστοσελίδα POETS 1/10/2007</p>
<p>Ήταν Δεκέμβριος του 2005, που είχε κανονιστεί η συνάντηση με το Θοδωρή Βοριά. Είχα τότε την αίσθηση πως θα συναντούσα έναν ακόμα ποιητή, που οδηγεί πάνω στον κόσμο των καλλιτεχνικών ψευδαισθήσεων το εσωτερικό των συνομιλιών του. Σ&#8217; αυτή τη διάθεση σκεπτικισμού, επέλεξα το κεντρικό σημείο της πόλης μου να συναντηθούμε, που είναι συνήθως μια ασαφής αφετηρία εγχειρημάτων. Έτσι, ανεκτική και μη συνεκτική περίμενα το Θοδωρή, μάλιστα έχοντας διατηρήσει μια απροσδιόριστη υφή στην προσωπική μου έκφραση. Όσα και ότι μπορώ τώρα να θυμηθώ λοιπόν από εκείνη τη συνάντηση η προβολή της συνένωσης ποίησης κι ανθρώπου κι ο δρόμος προς τη δική του υπαρξιακή γραφή Μια γνώριμη απέναντι γραφή με εμφανή τα σύμβολα που ταράζουν τα δεδομένα του κόσμου. Μια αθώα σχεδόν πραγματικότητα που ωστόσο επάνω της συγκρούονταν ανελέητα τα &#8220;ποιητικά&#8221;. Ο ποιητής Θοδωρής Βοριάς δεν είναι ένας απλά ένας φορτισμένος με στοχασμό λόγος,που η άμυνά του μοιάζει εξασφαλισμένη με τη δημιουργία του πρώτου βιβλίου του &#8220;Τρύπιο Ταβάνι&#8221;. Ο Θοδωρής είναι ίσως ο άνθρωπος που υποβάλλεται ο ίδιος στους τραχείς &#8220;αγώνες&#8221; της ποίησης για να επιβιώνει. Στο χαρακτηριστικότερο ποίημα της συλλογής του &#8220;Τρύπιο Ταβάνι&#8221; αφηγείται: &#8220;Μέρα τη μέρα εξατμίζομαι/ κι αναστατώνονται/ τα έντομα και τα ποντίκια/ που ανασαίνουν τη ζωή μου/ στο τρύπιο ταβάνι&#8221; Τα ποιήματά του, όπως κι ο ίδιος, αποδίδουν καίρια συναισθήματα και μνήμες που τον βασανίζουν με ακρίβεια και πλούτο λέξεων δημιουργώντας απαρχής το γλωσσικό του κώδικα. Η ικανότητά του να αρπάζει τον εξωτερικό κόσμο την πόλη, τη φύση, τους ανθρώπους μ&#8217; ένα στοιχείο στοχαστικού ρεμβασμού διακρίνεται αμέσως στη γραφή του. Φαινομενικά τα ποιήματά του μοιάζουν ακαριαίες συλλήψεις βηματισμών αλλά θα έλεγα πως η διάρθρωση και η μορφή των ποιημάτων συνδέονται με μεγαλύτερο βηματισμό από τούτο. Καθώς διαβάζουμε το Θοδωρή, μας δημιουργείται η εντύπωση ότι τα ποιήματά του χαράζουν ενδεικτικά εναγώνιας πορείας μια αμετάκλητα χαμένη παιδικότητα δημιουργούν ρωγμές στην άλλη συνείδηση. Η γραφή του άλλοτε προκλητική σχεδόν θραύει την ευθεία κοινόχρηστη γλώσσα. Μάλλον, καταθέτει την πίκρα της γενιάς του για το συγκαλυμμένο κακό αλλά με έντονη κριτική και διάθεση ανατρεπτική και αρκετά συχνά με στοιχεία αυτοσαρκασμού και ειρωνείας. Το εσωτερικό μέτρο των ποιημάτων του Θοδωρή επιβεβαιώνει ότι, εδώ δεν είναι απλά ένας ποιητής αλλά διαβάζοντάς τον μπαίνουμε στο &#8220;ναό&#8221; της Ποίησης.</p>
<p>***</p>
<h5><strong>ΤΑΣΟΣ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ</strong></h5>
<p>Ιστοσελίδα ΜΟΝΟΦΥΛΛΑ 4/11/2007</p>
<p>Πριν αρκετές μέρες μια ευχάριστη έκπληξη με περίμενε στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο: Ο φίλος- αν και τον γνωρίζω μόνο μέσω του blog – Θοδωρής Βοριάς, μου έστειλε « Το τρύπιο ταβάνι » του. Το διάβασα και μου άρεσε. Ήξερα ,βέβαια, τη δουλειά του Θοδωρή. Παρακολουθώ τις αναρτήσεις του – κι εκείνος τις δικές μου – Αυτές τις μέρες, που μια ίωση με περιόρισε στο σπίτι, το ξαναδιάβασα και το χάρηκα πάλι. Χαμηλόφωνος, χωρίς περιττά στολίδια αναζητά την ουσία και τη βρίσκει. Έχει κατακτήσει τον προσωπικό του τρόπο έκφρασης κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Επιτρέψτε μου να σας προσφέρω λίγους στίχους του Ελλάδα του ονείρου Πήρα την πέτρα,/ πήρες το αγέρι της αυγής/ Πήρα το ξερόκλαδο,/ πήρες τη φλόγα του μεσημεριού/ Πήρα την ξεραμένη λάσπη,/ πήρες το κοκκίνισμα του δειλινού./ Κάθισα εγώ στην παραλία της Σκοτίνας/ κι εσύ στην κορυφή του Ολύμπου,/ να ονειρευτούμε,/ Να φτιάξουμε καινούργια Ελλάδα./ Κι ονειρευτήκαμε όλη τη νύχτα/ κι ονειρευτήκαμε στην ξαστεριά/ ακόμα εκείνη την Ελλάδα ονειρευόμαστε. Ο προβληματισμός του για μια δίκαιη κοινωνία κυριαρχεί. Κάθε Παρασκευή έχει πορείες με δεκάδες διαδηλωτές/ κι άλλοι, χιλιάδες/ φτιάχνουν την απεργία τριήμερη αργία…… Τις νύχτες , στις έρημες συνοικίες/ οι πλάκες κλαίνε,/ μοιρολογάνε τα άσημα μυστικά/ κάθε διαβάτη… Ένα χάι-κου που πολλοί θα το ζήλευαν: Στην παχιά σκιά/ όσο κι αν σε ποτίζουν/ χλωμά θ΄ αθίζεις. Η ανθρωπιά και η ευαισθησία, ναι, γίνονται ποίημα: Πάρκιγκ Την ώρα που παρκάρεις το αμάξι σου/ στο πεζοδρόμιο, πάνω στη ράμπα/ για καροτσάκια αναπήρων,/ την ώρα εκείνη της μανούβρας/ ο ανθρωπισμός σου/ ζαλίζεται κι αποκοιμιέται. Είναι αισιόδοξη η κατάληξη του βιβλίου &#8220;Ένα παιδί γεννιέται/ ένα στάχυ ξεφυτρώνει,/ μια σημαία κυματίζει&#8230;/ χίλιες φωνές τραγουδούν:/ Αυτός ο κόσμος/ δεν μπορεί παρά να ζήσει.&#8221; Νοιώθω βαθιά συγκίνηση κάθε φορά που διαπιστώνω πως αποδίδει καρπούς η προσπάθεια επικοινωνίας με αυτούς που αγαπούν την ποίηση. Σε ευχαριστώ φίλε Θοδωρή</p>
<p>***</p>
<h4><strong>Ιστοσελίδα ΗΛΙΑΧΤΊΔΕΣ</strong></h4>
<p>Εδώ και καιρό το προγραμματίζω αυτό το «ταξίδι» στους στίχους του Θοδωρή… Τον διαβάζω στο Ανεμολόγιο στο μπλογκ του, πάει ένας μήνας που έχω στη βιβλιοθήκη μου και «Το τρύπιο ταβάνι» του, που διαβάζω και ξαναδιαβάζω. Μου αρέσει και με εκφράζει τόσο ο τρόπος που γράφει… Ξεκάθαρος, εύστοχος και πάντα τόσο ανθρώπινος… Ποιήματα που πηγάζουν κατευθείαν μέσα από την ψυχή του με εμφανή πρόθεση να εκφραστεί. Να μοιραστεί σκέψεις και συναισθήματα. Να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη. Και όχι να υψώσει τοίχους χρησιμοποιώντας λέξεις δυσνόητες και νοήματα ακαταλαβίστικα, μπερδεμένα.Φοβάμαι όμως ότι όσα γράφω είναι πολύ &#8220;φτωχά&#8221; πλάι στα συναισθήματα που μου δημιουργούν τα λόγια του Θοδωρή… Γι΄ αυτό κάπου εδώ σκέφτομαι να σωπάσω… Και ας μιλήσουν για μένα δύο από τα αγαπημένα ποιήματα της συλλογής του…. ΜΙΑ ΗΛΙΑΧΤΙΔΑ Μια ηλιαχτίδα τον τοίχο να εμβολίσει,/ να διαπεράσει και τη μοίρα μας/ που ξεχάστηκε στον πίνακα ανακοινώσεων./ Πόρτες και διάδρομοι είναι το τηλέφωνο./ Στοίχειωσε το κουδούνισμά του./ …Μια ηλιαχτίδα να ελευθερωθούμε./ Μονάχα να περάσει μέσα μας,/ να μας πυρώσει,/ να λιώσει το δεσμοφύλακα,/ τη νοοτροπία μας. ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ Ποιος εξαφάνισε τους ανθρώπους/ απ΄το δρόμο;/ Στα πεζοδρόμια απόμειναν/ παπούτσια./ Από συνήθεια αντιγράφουν την κίνηση, περπατάνε./ Οδηγούνται στις διαβάσεις,/ σταματούν στο φανάρι/ κι ύστερα συνεχίζουν… / Ολόκληρη πόλη χραπ-χρουπ,/ χραπ-χρουπ…/ κατάπιε τη γλώσσα της βουής./ Κανείς δεν είχε τίποτε/ να πει προηγουμένως. Καλά ταξίδια στα μονοπάτια της ποίησης αγαπητέ Θοδωρή! Να είσαι καλά και πάντα να μας χαρίζεις τόσο όμορφα π ο ι ή μ α τ α…. 6/12/2006</p>
<h5>***<br />
<strong>AMANDA 24/1/2006</strong></h5>
<p>Ιστοσελίδα ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ</p>
<p>Κάθομαι αρκετή ώρα μπροστά στην οθόνη και σκέφτομαι τι να γράψω για το βιβλίο του Θοδωρή (συγγνώμη για τον ενικό -πιθανής- αγένειας αλλά μετά τόσον καιρό συναντήσεων εδώ μέσα τον νοιώθω οικείο.) Δεν το διάβασα ακόμα. Θα γράψω αργότερα για τα ποιήματά του. Θέλω να γράψω για τον Θοδωρή που με συγκίνησε και με συγκινεί ακόμα. Σαν το διακριτικό πολυτονικό σύστημα γραφής που χρησιμοποιεί το οποίο συνδιαλέγεται αρμονικά με τις δυνατότηες που μας παρέχει η τεχνολογία και το διαδίκυτο. Συγκινήθηκα όταν με σκέφτηκε να μου στείλει το βιβλίο του και συγκινήθηκα και σήμερα που το έλαβα και το χω στα χέρια μου. Είναι ένας μικρός θρίαμβος αυτό για μένα. Ένας συνοδοιπόρος εδώ μέσα κατάφερε να βρει μία δίοδο επικοινωνίας και έξω από τον διαδικτυακό κόσμο. Σαν να έμαθε δειλα δειλα να πετά και τώρα να βγήκε από το κλουβάκι της ευκολίας που είμαστε κλεισμένοι και δοκιμάζει να πετάξει χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Χαίρομαι ειλικρινά που τα κατάφερε! και του εύχομαο πολλές πολλές πτήσεις&#8230; Τον Θοδωρή τον γνώρισα εδώ μέσα και εδώ αγάπησα και την ποίησή του. Αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι ότι η ποίησή του, για μένα, δεν είναι ένα συνοθύλευμα εντυπωσιακών λέξεων, ένας πολύπλοκος συγκερασμός ήχων και εικόνων αλλά ένα σκαλάκι. Ένα σκαλάκι πάνω στο οποίο πατάς απαλά και αυτό ανυψώνεται για να σε ταξιδέψει στους ήχους και τα χρώματα, που εσύ επιλέγεις. Ένα μαγικό χαλί, που είναι απλά η αφορμή για να ανθίσει η ποίηση που κρύβεις μέσα σου. Πάντα όταν διαβάζω ποίημα το Θοδωρή, το νοιώθω σαν ένα χέρι, που απλώνεται στην δική μου ποίση, προσδοκώντας μια ζεστή χειραψία, έναν α-λογο διάλογο, συνομωτικό και ταξιδιάρικο. Ένας στίχος του eros ramazzotti λέει: είναι χέρια όλα μου τα όνειρα και με τα χέρια θα τα πάρω πίσω&#8230; κάπως έτσι νοιώθω και τα ποιήματα του Θοδωρή. Πάω να διαβάσω το βιβλίο να συναντήσω ξανά μικρές συνομωσίες και θα επανέλθω σύντομα ΥΓ. Θοδωρή μου ευχαριστώ για την εφιέρωση θα σημειώσω τα δικά μου ποίηματα πάνω στα δικά σου. ελπίζω να μην σε πειράζει αυτή η μικρή ιεροσυλία. καλοτάξιδος&#8230;. πολυτάξιδος&#8230;.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ</strong></h5>
<p>Ηλεκτρονικό περιοδικό Critique.gr, 10 Δεκεμβρίου 2008</p>
<p>Θοδωρής Βοριάς, Το τρύπιο ταβάνι και Νυχτερινές επιπλοκές, εκδόσεις «ερωδιός», ποιήματα</p>
<p>Χαιρετίζω μία νέα ποιητική φωνή αυτούσια, αυτόφωτη και αυτεξούσια. Φωνή λυρική και διακριτικά μεταφυσική, μέσα στην παγιδευμένη, ανέκφραστη, σχεδόν πληγωμένη ευαισθησία της. Ποιήματα λιτά σαν μαχαιριές στο κορμί της αξημέρωτης νύχτας, εκσπερματώσεις φωτός στα μαύρα σκοτάδια της αστικής ζωής. Η Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστεί στα καλαίσθητα αυτά βιβλιαράκια με τα καλοτυπωμένα – σε πολυτονικό με βαρείες – ποιήματα. Απόηχοι του νυχτερινού ερωτισμού του Ντίνου Χριστιανόπουλου, απόηχοι της «ατσαλάκωτης ζωής» του δημόσιου υπάλληλου Κώστα Καρυωτάκη, η ξεψυχισμένη αγωνία της Μαρίας Πολυδούρη που ένιωθε ότι είχε γεννηθεί σε λάθος τόπο, σε λάθος χρόνο, ή και τα δύο μαζί… Η Θεσσαλονίκη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, η Ελλάδα και η γαλάζια σημαία με τον άσπρο σταυρό, έρημες πλαζ και ερωτικά αποδυτήρια, ένστολοι που γράφουν ποιήματα εν ώρα υπηρεσίας, φαντασιώσεις γυμνών γυναικών, και ονειρώξεις εις αναζήτησιν μίας χαμένης – ή ξεχασμένης – θηλυκότητας… Η επανάσταση ανέφικτη, αυτό-ακυρωμένη από την ανία και τα προσωπεία της αστικής ζωής. Τα συνθήματα στους στίχους, οι στίχοι στο λευκό χαρτί, τα αστέρια στο μαύρο σεντόνι του ουρανού… Ιδού ο κόσμος του «αστεροκλέφτη» ρομαντικού ποιητή Θοδωρή Βοριά. Και η νοσταλγία των βουνών, της άγριας φύσης, της μη εξημερωμένης και αξημέρωτης. Η νύχτα είναι καταφύγιο και πατρίδα για τον λυρικό ποιητή που συναντάει εκεί του ερωτισμού του τα οράματα, και τα αθανατοποιεί εξασθενίζοντας και καταγράφοντάς τα…</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2021/05/%ce%b8%ce%bf%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b7%cf%83-%ce%b2%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b1%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/06/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/06/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 23 Jun 2019 18:19:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΔΟΚΙΜΙΟ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΥΠΡΟΣ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.blog/?p=16106</guid>

					<description><![CDATA[Ο Ανδρέας Πετρίδης γεννήθηκε το 1948 στην Τρεμιθούσα και αποφοίτησε από το Β&#8217; Γυμνάσιο Πάφου το 1966. Στη συνέχεια σπούδασε Ιατρική στη Γερμανία και από το 1980 εργάζεται ως ειδικός Παιδίατρος στην Πάφο.Ασχολήθηκε αρχικά με την ποίηση, στη συνέχεια με τη λογοτεχνική μετάφραση και το κριτικό δοκίμιο.Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και για μακράν περίοδο Αντιπρόεδρος της &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2019/06/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p>Ο Ανδρέας Πετρίδης γεννήθηκε το 1948 στην Τρεμιθούσα και αποφοίτησε από το Β&#8217; Γυμνάσιο Πάφου το 1966. Στη συνέχεια σπούδασε Ιατρική στη Γερμανία και από το 1980 εργάζεται ως ειδικός Παιδίατρος στην Πάφο.<br>Ασχολήθηκε αρχικά με την ποίηση, στη συνέχεια με τη λογοτεχνική μετάφραση και το κριτικό δοκίμιο.<br>Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και για μακράν περίοδο Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Δωρική Γραμμή, 1989<br>Αργοί Σταλακτίτες, 1991<br>Νόστου και. Φυγής, 2001<br>Εντόπιο Ρίγος, 2014<br>Όστρακα και Πετρανθοί, 2019</p>
<p><strong>ΔΟΚΙΜΙΟ</strong></p>
<p>Αναφορές, 2000<br>Μια Εμπειρική Αισθητική, 2010<br>Εξ Αφορμής -Αισθητικές Προσεγγίσεις, 2014</p>
<p><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</strong></p>
<p>Bertolt Brecht, Ποιήματα, 1989<br>R. Μ. Rilke, Τα Σονέτα στον Ορφέα, 1995<br>(ομού με Δημήτρη Γκότση)<br>Οδοιπορικό στον R. Μ. Rilke, 2007<br>R. Μ. Rilke: Ο Πάνθηρας και Άλλα 30 Ποιήματα, 2015</p>
<p><strong>ΣΥΝ-ΑΝΘΟΛΟΓΟΣ</strong></p>
<p>Οργής και Οδύνης -Εκατόν Φωνές, 2000<br>Πάφος -Λόγος Ποιητικός, από την αρχαιότητα<br>μέχρι σήμερα (δίγλωσση έκδοση), 2017</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16107" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ178.jpg" alt="" width="640" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ178.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ178-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16108" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ176.jpg" alt="" width="640" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ176.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ176-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16109" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ177.jpg" alt="" width="640" height="443" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ177.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2021/08/ΒΙΒΛΙΑ177-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 640px) 100vw, 640px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΣΤΡΑΚΑ ΚΑΙ ΠΕΤΡΑΝΘΟΙ&nbsp; (2019)</strong>&nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp; &nbsp;<strong> διαδικτυακές διαδρομές</strong></h3>
<h5 style="padding-left: 40px;">&nbsp;&nbsp;&nbsp;<em><strong>ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ</strong></em></h5>
<h4><strong>Αέναη Αναζήτηση</strong></h4>
<p style="font-weight: 400;">Σαν μεθυσμένο τρωκτικό συνέχεια σκάβω<br>για λίγη σκόνη -έστω αργυρή- μου φτάνει.<br>Κρατήσου άστρο μου, κάπου κοντά τη ψαύω·<br>η μνήμη ας δυναμώσει το πυρρό τρυπάνι.</p>
<h4><strong>Το Σκιερό Βάθος</strong></h4>
<p>Αχλύς στο φόντο κίτρινη, γαλαζωπή,<br>το «ραγισμένο ηλιόγερμα» στοιχειώνει,<br>καθώς διαβάτης ήρεμα μονολογεί:<br>Την πίσω όψη των πραγμάτων προτιμώ,<br>Το σκιερό τους και μυστήριο βάθος&#8230;<br>w μαύρο, πού ναι απίθανα σεμνό<br>και μόνο περιγράμματα διαγράφει,<br>που μοιάζουν καταφύγια των ψυχών</p>
<p style="font-weight: 400;">
</p><h4><strong>Ευλογία βροχής</strong></h4>
<p>Πέφτει μια πράσινη πυκνή βροχή<br>μέσα στο ξάγναντο εσπερίας ώρας·<br>σαν ευλογία, σαν βάφτιση αντηχεί,<br>κάτι σαν γεύση σπάνιας οπώρας.</p>
<h4><strong>Η Έμπνευση</strong></h4>
<p>Η έμπνευση από μια μνήμη ξεκινά,<br>τ&#8217; ακύμαντά της τα νερά ταράζει<br>εικόνα-βότσαλο πού &#8216;πεσε ξάφνου.<br>Κύκλους βλέπεις ν&#8217; ανοίγουνε,<br>των βιωμάτων ο βυθός φεγγιάζει,<br>κι αλάργα οι Λέξεις σαν πουλιά<br>ακόμα αόρατες χτυπούν φτερούγες.<br>Μη βιάζεσαι, έχεις ανάγκη τη σιωπή,<br>τη φλογερή διάθεση έχεις ανάγκη,<br>οι λέξεις να στεριώσουν στο χαρτί<br>κάποια στιγμή σοφή κι ευλογημένη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Υπερκόσμια Αύρα</strong></h4>
<p>Ανάμεσα σε θάλασσα και φλογερό ουρανό,<br>το λιόγερμα έχει ρίξει τη χρυσή του σκόνη·<br>ορθό και άφωνο μες σε πλεούμενο σκιερό,<br>αύρα υπερκόσμια και ριγηλή σε ζώνει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ανώτερα Δύναμη</strong></h4>
<p>Μεσ&#8217; από σύννεφο βαρύ πλησιάζεις,<br>μεσ&#8217; από αύρα νεφική αναδύεσαι.<br>Κι αν είσαι αλήθεια μη Θεός κι απλά<br>με νόμο φυσικό πιότερο μοιάζεις·<br>αφού δεν σώνεσαι, δεν εξαντλείσαι,<br>η Δύναμη υπεράνω μου ας Είσαι.</p>
<p></p>
<h4><strong>Άπνοο δείλι</strong></h4>
<p>Σιγή σαν πέσει στ&#8217; άπνοο δείλι<br>με τ&#8217; αλμυρό τού νόστου δάκρυ,<br>αηδονούν στης χλόης την άκρη<br>τα εύλαλα των όντων χείλη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Η Δύναμη των Λέξεων</strong></h4>
<p>Οι λέξεις λεν αυτό που λένε<br>μ&#8217; αν τις υγράνει καυτό δάκρυ,<br>ακούς κρυφά να σιγοκλαίνε<br>στης μνήμης μας την άκρη.<br>Οι λέξεις τούτες πριν εκλείψει<br>το έμπυρο του οίστρου αγκάθι,<br>μ&#8217; άσπρα φτερά πάνε στα ύψη<br>και με πανιά τραβούν στα βάθη.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΦΩΤΟΒΟΛΕΣ</strong></em></h5>
<h4><strong>Βιβλικό Ξημέρωμα</strong></h4>
<p>Χλόη φωτός λυτρωτικά σκεπάζει<br>το αυγινό ανάγλυφο της οικουμένης.<br>Δεν παίζει αυλός, μηδέ αμνός βελάζει<br>μόνο η αχλύς διάχυτη τής ειμαρμένης.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ο Ήλιος στη Δύση του</strong></h4>
<p>Παίρνει μαζί του όλα τα χρώματα<br>στο μαύρο να μας δοκιμάσει,<br>να κρίνει πριν τα ξημερώματα<br>πώς θα ξαναμοιράσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Αθροιστικό στο Φως</strong></h4>
<p>Στης Τέχνης τον καυτό κρατήρα<br>είναι η ψυχή σου πτερωτός ικέτης,<br>στ&#8217; άχρονο φως σού έταξε η μοίρα<br>και συ το φως σου να προσθέτεις.</p>
<p></p>
<h4><strong>Στο Σκιόφως</strong></h4>
<p>Σε νύχτας άφεγγης τη μαύρη πύλη<br>μ&#8217; ένα φεγγάρι που δε λέει ν&#8217; ανέβει,<br>δελφίνια σ&#8217; άψογη χορευτική καμπύλη<br>στο σκιόφως προκαλούν τα ερέβη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Λυτρωτικό</strong></h4>
<p>Κρουνός φωτός πάνωθε ανοίγει<br>αμαρτωλών τα ερέβη να φωτίσει,<br>να λυτρωθούν ψυχές μ&#8217; ένοχα ρίγη<br>κι άχραντο ρούχο να τις ντύσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Τα λιτά μας Χρώματα</strong></h4>
<p>Πυκνά φυλλώματα σε φως χρυσίζον<br>πάνω από λίμνες, με νερό στο γκρίζο.<br>Τόση αφθονία· του Βορρά καμώματα,<br>μα εμείς κρατάμε τα λιτά μας χρώματα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Φωτοπλημμύρα</strong></h4>
<p>Αίφνης πλημμύρα φωτερή<br>στα συννεφομαζώματα,<br>τη μαύρη τρύπα ν&#8217; αναιρεί<br>με του φωτός τα χρώματα.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΕΙΣ</strong></em></h5>
<h4><strong>Άπνοια</strong></h4>
<p>Όλα το βράδυ σιωπηλά<br>τίποτε δεν σαλεύει,<br>μόνο η ψυχή δειλά-δειλά<br>άσπρο πανί γυρεύει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Άνθιση και Μαρασμός</strong></h4>
<p>Κοίτα η ακμή, πώς συνοδεύει τη φθορά<br>κι ο χρόνος νόμισμα στις δυο του όψεις·<br>μια μαργαρίτα σπόριασε, άλλη ανθοκοπά,<br>όποια κι αν σε καλεί, ω, μην την κόψεις.</p>
<p></p>
<h4><strong>Βάθος Μνήμης</strong></h4>
<p>Νεκρά κοχύλια συναντώ<br>στην αυγινή ραστώνη,<br>το σκήνωμά τους τ&#8217; αδειανό<br>μνήμη βυθού στοιχειώνει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Διάρκεια Δος μου</strong></h4>
<p>θαμβωτικά τα πράγματα τού κόσμου<br>όσα θεάσαι την αυγή κι όσα στη δύση·<br>της θέασης, ω μοίρα, διάρκεια δος μου,<br>το τέλος της όσο μπορεί ν&#8217; αργήσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Κρυφή Απειλή</strong></h4>
<p>Όπως ελάφι σ’ έντρομη φυγή<br>είν’ η ψυχή στου ήλιου το γέρμα<br>μα ο κυνηγός δεν είναι να φανεί,<br>μονάχα η ανάσα του στο τέρμα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Σεμνό Γκρίζο</strong></h4>
<p>Εύκολα το γκρίζο των πραγμάτων<br>ρυθμίζει των ματιών την υγρασία·<br>τη φωνασκία ακούω των χρωμάτων,<br>όμως βαθύτερη τού γκρίζου η ουσία.</p>
<p></p>
<h4><strong>Δέος</strong></h4>
<p>Σε βράχο αν βγεις καμιά φορά<br>κι εκεί ψηλά στο χάος σκύψεις·<br>το δέος σου καλά κι αν κρύψεις,<br>το Κάτι νιώθεις που τα πάντα ορά.</p>
<p></p>
<h4><strong>Αετού Πληρότητα</strong></h4>
<p>Με μαζεμένα τα φτερά<br>της μνήμης τα νερά ραμφίζει<br>σε χαμηλά ή σε ψηλά<br>με ορμή παραπανίσια,<br>ό,τι έγινε έγινε καλά<br>όλα πετάγματα αετίσια.</p>
<p></p>
<h4><strong>Δισταγμός στο Ηλιοβασίλεμα</strong></h4>
<p>Μα ο ήλιος πάει, χαμήλωσε<br>μ’ άγγιγμα Μίδα τα νερά χρυσώνει,<br>σκύβει να μπει στη θάλασσα<br>και πάλι μετανιώνει·<br>γιατί πίσω απ&#8217; το σύννεφο<br>καθώς παραμονεύει<br>ανέγνοιο ζεύγος πτερωτών<br>τον κάνει να ζηλεύει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Μαρασμός</strong></h4>
<p>Γίναν κακού καιρού βορά<br>στέγνωσαν τα αισθήματα,<br>τα πέταλά τους τα χλωρά<br>είναι πια πέτρας σχήματα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Υπερ-ήχηση</strong></h4>
<p>Σ&#8217; έναστρο βγήκες ουρανό<br>να πεις την προσευχή σου<br>κι άστρο τής πήρε την ηχώ<br>στα βάθη της αβύσσου.</p>
<p></p>
<h4><strong>Απόδραση</strong></h4>
<p>Ξάφνου η έγκλειστη ψυχή<br>παράθυρα ανοίγει πλέρια<br>και φεύγουν τότε όλα μαζί<br>μύρια πανιά σαν περιστέρια.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ψέλλισε μιαν Ευχή</strong></h4>
<p>Σε συναπάντημα κρυφό με τον Εσπερινό<br>και τόξο πάνω ανοιχτό την αργυρή σελήνη,<br>πλατάνι αν ευτύχησες να δεις στον ουρανό,<br>ψέλλισε μιαν ευχή· κι αληθινή θα γίνει.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΜΕ ΛΟΓΙΣΜΟ ΚΑΙ Μ&#8217; ΟΝΕΙΡΟ</strong></em></h5>
<h4><strong>Έννομη Φύση</strong></h4>
<p>Στης Λίμνης τ&#8217; αδιατάραχτο ατλάζι<br>βαθιά υποκλίνονται δάση και λόγγοι·<br>ιδές, πώς ανυψώνεται ό,τι βουλιάζει,<br>πώς αλαφραίνουν στα νερά οι όγκοι.</p>
<h4><strong>Η Κρίσιμη Ώρα</strong></h4>
<p>Ο ήλιος κάποια σαν τις άλλες μέρα<br>με τη ροδόχρου δε θα επιστρέφει αυγή·<br>θα &#8216;ναι μια πρόκληση σκληρή για σένα<br>αν με πληρότητα θα φύγεις ή κραυγή.</p>
<p></p>
<h4><strong>Θολό Υπερπέραν</strong></h4>
<p>Βουνά, του αιώνιου ασάλευτοι πυλώνες,<br>την άλλη όχθη απ&#8217; τη θέαση μην κρύβετε·<br>καλά να βλέπουμε του δρόμου τις εικόνες<br>ως πέρα, που θολό ξάγναντο ανοίγεται.</p>
<p></p>
<h4><strong>Στ&#8217; Απλά το Άπαν</strong></h4>
<p>Ευδαιμονία ανθίζει εκεί, όπου<br>με καθαρή καρδιά και πνεύμα<br>και τα μικρά σού κάνουν νεύμα</p>
<p></p>
<h4><strong>Το Πνεύμα</strong></h4>
<p>Μοναχικός -νά &#8216;ναι το πνεύμα- Λύκος,<br>σ’ ακρώρειες λογισμών ν&#8217; ακροπατά·<br>της νύχτας ν&#8217; αψηφά το μαύρο κήτος,<br>πικρής ανταύγειας τη σπίθα να κρατά.</p>
<p></p>
<h4><strong>Υλιστικό</strong></h4>
<p>Τ’ ανάγλυφο του σώματος μας δέρμα<br>στο κοίλο τ&#8217; ουρανού ψηλά αυγαταίνει.<br>Στ&#8217; αυλάκια του μυαλού είναι το τέρμα,<br>το δέντρο της ψυχής εκεί ανασαίνει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ουρανοδρόμηση</strong></h4>
<p>Τα δέντρα είναι κάποτε σαν ναυαγοί,<br>ψυχές σκιερές μοναχικής ορφάνιας·<br>το φύλλωμα στον άνεμο κάνουν πανί<br>και πλώρη βάζουνε πλεύσης ουράνιας.</p>
<p></p>
<h4><strong>Αποκαθήλωση</strong></h4>
<p>Άλλο η ψυχή στο γήινο δεμένη δεν αντέχει, <br>τη ρίζα αποτάσσεται χωρίς αιδώ και τύψη· <br>επί πτερών αόρατων κι επί ανέμων τρέχει <br>-χορευτική ανάληψη που τόσο έχει λείψει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Εγρήγορση</strong></h4>
<p>Του κόσμου το παράθυρο να μένει ανοιχτό,<br>σε χίλια τόσα χρώματα να βόσκουνε τα μάτια<br>κι αν πέσει παραπέτασμα βαρύ -πούσι πηχτό, <br>του ριζικού μια αστραπή ν’ ανοίγει μονοπάτια.</p>
<h4><strong>Ροδόχρους Συστολή</strong></h4>
<p>Κυκλάμινο, μοναχική την παρουσία υψώνει <br>και του Αδιαμόρφωτου το σύμπαν προκαλεί. <br>Δείχνει με ταπεινότητα ως αρετή του μόνη,<br>παρθενική στα πέταλα ροδόχρου συστολή.</p>
<p></p>
<h4><strong>Συμπληγάδεια Πύλη</strong></h4>
<p>Ανάμεσα σε θάλασσας πηχτό μολύβι <br>και σκοτεινού ουρανού βαριά σκιά·<br>στο αιχμηρό ενδιάμεσο ως να φρικιά<br>ψυχή που το δικό της βάρος κρύβει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Δοξαστικό</strong></h4>
<p>Άνθρωπος και φυτό μαζί, τα δυο αντάμα<br>στον θόλο τ’ ουρανού ανοίγουν την αγκάλη.<br>Ίδια κάνουν προσευχή κι ίδιο κάνουν τάμα<br>ευλογημένο τ&#8217; αύριο να ξαναρχίσει πάλι.</p>
<p></p>
<h4><strong>Άφυλλο Δέντρο</strong></h4>
<p>Άφυλλο δέντρο στο γιαλό &#8211;<br>ψυχή μέσα στη λύπη,<br>του λεν οι αύρες στο καλό<br>μα το πανί τού λείπει&#8230;</p>
<p></p>
<h4><strong>Εναγώνια Πορεία</strong></h4>
<p>Λίμνες βουνών-νερά αιώνια<br>πυρετικό μου ανάβετε μεθύσι,<br>ν&#8217; αναζητώ παντού εναγώνια<br>ό,τι στο διάβα δεν θα σβήσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Συνείδηση Ζυγιάζεται</strong></h4>
<p>Συνείδηση ζυγιάζεται, μετριέται<br>στου αιγιαλού τον λείο καθρέφτη·<br>μια πάει χάνεται και μια κρατιέται<br>σαν αϊτός χτυπά φτερό, δεν πέφτει.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΥΔΑΙΜΩΝ ΘΕΑΣΗ</strong></em></h5>
<h4><strong>Άγιες Αισθήσεις</strong></h4>
<p>Όλα του κόσμου ταπεινά κι εμπράγματα<br>με ρόδινη κάθε αυγή KL άγνωστο τέρμα·<br>της Φύσης προσκυνώ τ&#8217; άγια πετάγματα<br>στην όραση, στην ακοή, στ&#8217; άφωνο δέρμα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ιεροτελεστία της Αυγής</strong></h4>
<p>Βουνών κυματισμός γλυκοχαράζει<br>σαν μουσική σχεδόν σταματημένη·<br>δεν παίζει αυλός μήτε αμνός βελάζει,<br>μονόλεπτος σιγή στην Οικουμένη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ο Μελωδός Αόρατος</strong></h4>
<p>Βουνογραμμές επάλληλες στα βάθη τ&#8217; αχανή<br>των ομματιών κυματιστή υψώνουν μελωδία·<br>ο μελωδός αόρατος, ίσως εντός μας αηδονεί,<br>στα φυλλοκάρδια μας μ&#8217; αγγέλων συνοδεία.</p>
<h4><strong>Νοσταλγία Δέντρου</strong></h4>
<p>Δέντρο στο γκρίζο, δίχως χρώματα,<br>του χρόνου ένιωσε καυτά τα χνώτα·<br>κάποτε νοσταλγεί λίγα φυλλώματα<br>να κρύψει μέσα τα πουλιά σαν πρώτα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Άστρα χαμηλού Ουρανού</strong></h4>
<p>Ανθάκια-μάτια του γλυκού νερού<br>που ελεύθερο κρατάτε το κεφάλι,<br>είσαστε τ&#8217; άστρα χαμηλού ουρανού<br>στην παιδική μας μνήμη τη μεγάλη.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ως να ζωγράφισαν Παιδιά</strong></h4>
<p>Θάλασσα κι ουρανός γλαυκό σεντόνι,<br>ένα πράσινο γαλήνης η στεριά<br>και νέφη ν&#8217; αρμενίζουν σε ραστώνη,<br>ως να ζωγράφισαν μικρά παιδιά.</p>
<p></p>
<h4><strong>Θαύμα Ζωής</strong></h4>
<p>Της πεταλούδας τ&#8217; άλικο φτερό<br>και των ανθών τ&#8217; άσπρο σεντόνι,<br>υμέναιο υφαίνουν θαλερό·<br>θαύμα ζωής που δεν τελειώνει.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΝΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΑ</strong></em></h5>
<h4><strong>Γνώριμη Αντάμωση</strong></h4>
<p>Της αναθρήκας τ&#8217; άγια μέρη<br>μνήμες κρατούν απ&#8217; τα παλιά·<br>ο τόπος δείχνει πως με ξέρει,<br>γι&#8217; αυτό ανθεί κι αναγάλλια.</p>
<p></p>
<h4><strong>Οικείο Ξημέρωμα</strong></h4>
<p>Ξημέρωσε, σε χρώμα γκρίζο<br>και θέλει κάτι λίγο ακόμα,<br>να πάρει το ροδί του χρώμα<br>0 ουρανός, οπού καλά γνωρίζω.</p>
<p></p>
<h4><strong>Κάστρο στην Κάτω Πάφο</strong></h4>
<p>Του Έσπερου το προαιώνιο άστρο<br>του βλέφαρου στη γη σαν χαμηλώνει,<br>τα λούζει όλα στη χρυσή του σκόνη<br>με πάμφωτο του λιμανιού το κάστρο.</p>
<p></p>
<h4><strong>Δέντρα Σηματωροί</strong></h4>
<p>Συμβαίνει, από μόνο του ένα δέντρο<br>νά &#8216;ναι στα μέρη μας σημείο αναφοράς·<br>γνώριμου τόπου η καρδιά ή το κέντρο,<br>που σε βουρκώνει σαν το προσπερνάς.</p>
<p></p>
<h4><strong>Θαυμαστικό Άνθισμα</strong></h4>
<p>Πώς κατορθώνουν, πώς, στην ξηρασία<br>Λευκά να υψώνονται άνθη κι αρώματα,<br>στου φράκτη πλάι τη Λιτή χαλκογραφία<br>με όλα τα γήινα του τόπου χρώματα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Η Μηχανή του Χρόνου</strong></h4>
<p>Η μηχανή του χρόνου ας ξεκινήσει,<br>εξώπορτας το μάνταλο να πέσει·<br>μαρμαρωμένο κόσμο να ξυπνήσει,<br>να ζωντανέψει ό,τι έμεινε στη μέση.</p>
<p></p>
<h4><strong>Χους εσμέν</strong></h4>
<p>Σώμα, που ανθείς κάθε φορά<br>τροχιά διαγράφοντας με χάρη,<br>του χρόνου έγινες πλέον βορά<br>και δίνεις πίσω ό,τι έχεις πάρει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Εκλιπούσα Μάνα</strong></h4>
<p>Η Λατρεμένη που μας έφυγε ψυχή<br>έρχεται κάποτε σαν πεφταστέρι-<br>διασχίζει τη βραδιά σαν αστραπή<br>και το τρεμάμενο μάς δίνει χέρι.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ιθάκη</strong></h4>
<p>Κάποτε ακούς να σε καλεί γενέθλια κοιτίδα<br>κι ο Αργοναύτης μέσα σου θέλει ν&#8217; αράξει·<br>ρίχνεις την άγκυρα λοιπόν και λες εντάξει,<br>τα Ελδοράδο τέρμα πια κι η μυθική Κολχίδα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Αβεβαιότητα</strong></h4>
<p>Όλο και πιο αβέβαια διαπλέουμε νερά<br>και πού το πούσι σταματά μην το ρωτάμε.<br>«Εάλω η νήσος;», αντηχεί σαν μαχαιριά,<br>μα ήταν βραχνάς· ακόμη ας ξαγρυπνάμε.</p>
<p></p>
<h4><strong>Βραχνάς</strong></h4>
<p>Ο ύπνος πια δεν έρχεται σαν πρώτα,<br>μα και του ονείρου δύσκολη η στιγμή·<br>στην άβυσσο να χάσκει μια αιώρα<br>και να πληθαίνει το βουβό γιατί.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ματωμένη Γραμμή</strong></h4>
<p>Στης βουνοράχης τη γραμμή<br>δάχτυλα πέντε ματωμένα,<br>στα δυο χωρίζουν το κορμί<br>που όμως πονεί σαν ένα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Όπου το Πλάσμα γέρνει</strong></h4>
<h6>(πάνω σε γλυπτό τον Νορβηγού Fredrik Raddum)</h6>
<p>Όπου το πλάσμα ανήμπορο πια γέρνει<br>σ&#8217; ελεύθερη του σώματός του πτώση,<br>ράμφος πουλιού ανάλαφρα τον παίρνει<br>μα δεν μπορεί το βάρος να σηκώσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Βίος Διαβατικός</strong></h4>
<p>Έβγα Κυρά, εκεί ψηλά στο παραθύρι<br>τα στάχυα να εποπτεύσεις, το περβόλι<br>και πες αν σού &#8216;κάνε ο χρόνος το χατίρι,<br>ή αν έφυγες κι εσύ σαν φεύγουν όλοι.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ταυτότητα</strong></h4>
<p>Αντέχει ξένε να περάσεις απ&#8217; την Πάφο<br>στο βουλιαγμένο δάπεδο αρχαίας οικίας<br>ανάγνωσμα θα βρεις γλώσσας οικείας,<br>λέξεις που ως σήμερα παρόμοια γράφω.</p>
<p></p>
<h4><strong>Τρία «Ιερά» Στιγμιότυπα</strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Η Έλευση</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;">Μας έρχεται με ένδυμα επίγειο,<br>του στρώνει η νύχτα αστρικό χαλί·<br>να βρει το θέλημά Του καταφύγιο,<br>τα λόγια ν&#8217; ακουστούν τ&#8217; αειθαλή.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Οι Μάγοι</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;">Στον πολύαστρο ουρανό τους<br>μάτι φωτός τους οδηγεί·<br>χώρο αντιμάχεται του σκότους,<br>τον ουρανό φέρνει στη γη.</p>
<p style="padding-left: 40px;"><strong>Το Θείον Βρέφος</strong></p>
<p style="padding-left: 40px;">Για την ακρίβεια, το θείον βρέφος<br>μάς καταυγάζει ελπίδα, δίχως άλλο·<br>σέλας λαμπρό που κυνηγά το νέφος<br>και της ψυχής το άχθος, το μεγάλο.</p>
<p style="padding-left: 40px;">
</p><h4><strong>Το Νύχτωμα ν &#8216;αργήσει</strong></h4>
<p>Δέντρο μ&#8217; αγκάλη απαντά<br>στη φλογισμένη δύση·<br>σφίγγει τον ήλιο στα κλαδιά<br>το νύχτωμα ν&#8217; αργήσει.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΣΥΝΘΕΜΑΤΑ</strong></em></h5>
<h4><strong>Κύπριδος Θρήνος</strong></h4>
<p>Γυναίκες-μορφές ανάμεσα<br>στο χρώμα της νύχτας και της μέρας<br>σκιές του σπιτιού καρτερικές<br>τ &#8216;αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,<br>το έπος τους εξιστορούν<br>με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:<br>ξέπλυνε πρώτη βροχή<br>το κάρβουνο, το αίμα,<br>ξέπλυνε και τη συνήθεια<br>του πόνου και του χαμού·<br>πέπλος κρυφός που κάθεται<br>στη ψυχή μου ανεπαίσθητα<br>σαν αόρατη άμμος.</p>
<p></p>
<h4><strong>Σταυρικό Όραμα</strong></h4>
<p>Στο πενταδάκτυλο βουνό<br>έκλειψη ήλιου ως να συνέβη<br>και πάνω σ’ αστραπής σταυρό<br>σβηστός ο δίσκος του ανέβη.<br>Μα όνειρο ήτανε, αφού<br>της Κτίσης είναι ο κανόνας,<br>η επικράτεια τ&#8217; ουρανού<br>νάν&#8217; του φωτός πυλώνας.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΠΙΚΑΛΕΟΜΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΙΝ</strong></em></h5>
<h4><strong>10+2 εκφωνήματα</strong></h4>
<p>Στενεύει ο χρόνος σου πολύ<br>και με κλεψύδρα μοιάζει;<br>Δος του με Τέχνη διαστολή,<br>αιώνιος να φαντάζει.</p>
<p></p>
<p>Τη χάρη δίνε μας, Θεέ μου, περισσή,<br>να φτερουγά η ψυχή πάντα καθάρια<br>κι οι στίχοι ν&#8217; ανασαίνουν στο χαρτί<br>γαλήνια, όπως κολυμπούν τα ψάρια.</p>
<p></p>
<p>Βότσαλα ξεκομμένα από τις κοίτες,<br>κοσμούν του δέλτα την υγρή αγκάλη·<br>ήταν κοτρώνια στα ψηλά κι ορείτες<br>κι έγιναν σχήμα που σαν άνθος θάλλει.</p>
<p></p>
<p>Ανοίγει ο λόγος τα λινά φτερά του,<br>την αφασία των στιγμών να κρύψει·<br>ανάμεσα Ευφρόνης και θανάτου,<br>μια πεταλούδα η ψυχή, μια τύψη.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ</strong></em></h5>
<h4><strong>Ένδον Πρόνοια</strong></h4>
<p>Του Λογισμού τ’ αόρατο νήμα<br>στην άγραφη εντός σου οθόνη,<br>υφαίνει της στοργής το ντύμα<br>ποτέ η ψυχή να μην κρυώνει.</p>
<p></p>
<h4><strong>Το Σήμερα</strong></h4>
<p>Κτυπά φτερούγες η ασήμαντη στιγμή<br>θρίαμβο γράφουν τα μικρά κι εφήμερα·<br>του αιώνιου διανοίγεται βαθιά ρωγμή,<br>σε κράζει: αδόλευτα ζήσε το σήμερα.</p>
<p></p>
<h4><strong>Τα πάντα ρει</strong></h4>
<p>Όλα περνούν και χάνονται εν τάχει<br>τίποτε πια δεν φαίνεται να διαρκεί,<br>ό,τι φανεί ως να κόβεται σαν στάχυ<br>από τον χρόνο -τον αιώνιο θεριστή.</p>
<p></p>
<h4><strong>Είναι καιρός&#8230;</strong></h4>
<p>Ήταν ανθός ολόρθος και χλωρός<br>με πέταλα λευκά, πλούσια γύρη<br>μα τώρα βιάζεται -είναι καιρός<br>να γίνει απόσταγμα, πριν γείρει&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΝΤΟΠΙΟ ΡΙΓΟΣ (2013)</strong></h3>
<h4><strong>ΤΟ ΘΑΜΒΟΣ ΤΡΙΓΥΡΩ</strong></h4>
<p>…Ω, τι χαρά, ω, τί γιορτή<br>στα μάτια συνωστίζονται<br>στην ακοή<br>και στο αθόρυβο δέρματα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι !</p>
<p></p>
<h4><strong>α. ΞΗΜΕΡΩΜΑ</strong></h4>
<p>Μικρός αυλός στο στόμα<br>του πρώτου τσοπάνη χαιρετά<br>την έλευση καινούργιας μέρας.<br>Ο δίσκος του ήλιου κοντοστέκει<br>για να πατήσει στον ρυθμό του,<br>κι ύστερα ανεβαίνει τα σκαλιά&#8230;</p>
<p>Φωτίζει μ&#8217; ένα βλέμμα τις βουνοπλαγιές<br>έν&#8217; άλλο βλέμμα ρίχνει στις κοιλάδες,<br>κι αρχινάει μετά να ψάχνει<br>σκοτάδι που απόμεινε στις γωνιές<br>ή κάτω απ&#8217; τα βλέφαρα κουρνιασμένο &#8211;<br>έτοιμο να χυθεί ν&#8217; απλώσει<br>όπως μελάνι στο σεντόνι της μέρας.</p>
<p>Ήδη στον θρόνο του ο βασιλιάς<br>τού φωτός έχει καθήσει<br>μ&#8217; ένα βουητό ζωής<br>το πήγαινε-έλα μυριάδων ακτίνων,<br>που ξύπνησαν το καθετί<br>που μοίρασαν το χρώμα &#8211;<br>έτσι όπως πάντοτε,<br>δουλειά γνωστή τους. </p>
<p></p>
<h4><strong>δ. ΝΟΣΤΟΣ</strong></h4>
<p>Του ποτάμιου που αγάπησα, μια στάλα-<br>σώμα σουπιάς χρωμάτιζε το νερό<br>στη θάλασσα δίνοντας δικό του χρώμα.<br>Άσπρο χαρτί τα χιονισμένα βράδια<br>νοσταλγικά παράδερνε ζητώντας<br>μ&#8217; άγρυπνο βλέμμα τον χαμένο στίχο.<br>Σαν χελιδόνι σπάθιζε<br>τον ουρανό και τον χρόνο<br>ακροπατώντας στα κοιμισμένα<br>κεφάλια των γνώριμων βουνών&#8230;</p>
<p>Μπροστά μου τότε η ξερολιθιά,<br>τα κυκλάμινα στα φυτεμένα βράχια<br>κι η μούλα που γέμιζε με κλειστά μάτια<br>νερό τ&#8217; αυλάκι.</p>
<p>Ώσπου όλα θολώνουν και πάλι<br>από ένα δάκρυ όλο αλμυράδα,<br>σε μια σοφίτα ξενική κάπου<br>μ&#8217; εύθυμα φώτα στων σπιτιών τα παράθυρα<br>και γελαστούς ανθώνες στους δρόμους. </p>
<p></p>
<h4><strong>ε. ΚΟΙΤΙΔΑ ΜΝΗΜΗΣ</strong></h4>
<p>Βάζεις το πόδι στο λιγοστό<br>νερό που βγαίνει απ&#8217; το χώμα<br>αφήνοντάς το να το γαργαλά<br>παράξενα &#8211; σχεδόν μεταφυσικά,<br>μ&#8217; αυτί ολάνοιχτο σ&#8217; όλους τους ήχους<br>με μάτι δεκτικό σε κάθε χρώμα.<br>Κι εκεί ανάμεσα<br>στη σαύρα που σέρνεται στη γη<br>και στο φτερό που χάνεται σ&#8217; αβέβαιη πτήση,</p>
<p>στα σύνορα πάντα<br>αυτού που θά&#8217; θελες<br>κι αυτού που πρέπει,<br>περνά ένα παράπονο το σώμα<br>ένα παράπονο στα χείλη σαν έτοιμη<br>να πέσει σταγόνα:</p>
<p>Ποιός κόβει των παιδικών<br>χρόνων τα δέντρα μας,<br>διώχνει με φώτα εκτυφλωτικά<br>τ&#8217; αγαπημένα φαντάσματα<br>και κλέβει το νερό και στερεύει το ρέμα</p>
<p></p>
<h4><strong>στ. ΓΕΡΑΚΙ</strong></h4>
<p>Γεράκι που ζυγιάζεσαι ψηλά<br>ακροκτυπώντας που και που τις φτερούγες,<br>χαμήλωσε λιγάκι- στα μάτια σου<br>να μελετήσω τις αδρές εικόνες<br>που δέχτηκες μέσ&#8217; τον Ακάμα&#8230;<br>Όταν μετέωρο προσηλώνεσαι<br>πάνω στην πεύκη, την αγριελιά<br>και τον Αόρατο που παντού βλαστάνει,<br>κι όταν κτυπώντας δυνατά τα φτερά<br>στον φωτερόν αιθέρα παίρνεις ύψος &#8211;<br>πάνσκοπη πρόθεση και στάση<br>ν&#8217; απαθανατίσεις<br>την τραχειά σιλουέτα του:<br>από του Αρναούτη τη ριζωμένη<br>μέσα στη θάλασσα σφήνα,<br>ως την πατρίδα της αργής χελώνας<br>με χαλί από θάμνα.</p>
<p>Γεράκι, που κρατάς στο βλέμμα<br>την πορφυρή του δειλινού δαντέλα,<br>πάνω απ&#8217; τα θεϊκά λουτρά<br>μ&#8217; ένα πλατάγισμα φτερών στη μνήμη &#8211;<br>τον κόσμο της Ρήγαινας ξυπνάς<br>κι από τα δίκτυα του πάλι ξεφεύγεις<br>με μια βουτιά στον αέρα.</p>
<p><strong>η. ΚΑΤΑΝΥΞΗ</strong></p>
<p>(Μονή Αγίου Νεοφύτου)</p>
<p>Περπατώντας ξανά<br>στο δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα<br>χωρίς κάποια πρόθεση &#8211; αντίθετα ίσως,</p>
<p>ξυπνά μια κατάνυξη από ένα<br>σαπισμένο που πέφτει καρύδι<br>μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,<br>που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα<br>και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο<br>της μνήμης θρουμπί.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ</strong></em></h5>
<h4><strong>Τρεις νύξεις για τη ζωή</strong></h4>
<p>α.</p>
<p>Γέννηση μικρού παιδιού<br>σε κλίνη με ρούχινο θόλο,<br>κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου<br>και φως αυγερινό στον φεγγίτη&#8230;</p>
<p>Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος<br>ο ναός της ζωής<br>κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες,<br>ο κτύπος της καρδιάς<br>τα σκαλοπάτια ν&#8217; ανέβει.<br>Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν<br>από το γνώριμο παραμύθι<br>με καλάθια στα χέρια.,<br>τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω<br>το μερτικό του διαχωρίζουν&#8230;</p>
<p>Και λίγο πιο πέρα<br>απ&#8217; το ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,<br>αλόγου οπλές να σβήνουν &#8211;<br>και σκιά φευγαλέα που μόλις<br>παίρνει το μάτι<br>να χάνεται, βέβαιη πως<br>θα ξαναγυρίσει&#8230; </p>
<p>β.</p>
<p>Ώρα μεσημεριού ο ήλιος<br>στη μέση τ&#8217; ουρανού<br>ζυγιάζει το βάρος της γης.<br>Δεξιά η δύση, ζερβά η ανατολή<br>μισά ελιόδεντρα στη μια<br>μισά στην άλλη,<br>τόσα πρόβατα απ&#8217; εδώ τόσα απ&#8217; εκεί&#8230;<br>Μα πιο χαμηλά<br>άλλοι τον κόσμο διαφεντεύουν νόμοι<br>κι αλλιώτικα μοιράζουν τη σοδειά τους,<br>τον βίο μετρώντας μ&#8217; άπληστο μάτι.</p>
<p>Στο φαράγγι μόνο πιο κάτω<br>σαν κατεβαίνουνε καμιά φορά<br>&#8211; μ&#8217; άγγιγμα ξάφνου ριγηλό στο δέρμα &#8211;<br>παίρνει το μάτι τους σπηλιές στον βράχο<br>κι από βαριές άχρονες στάλες<br>μισοφαγωμένα οστά&#8230;<br>Ανεβαίνουν τότε μουδιασμένοι<br>στη γνώριμη ρουτίνα επάνω<br>που τώρα τρέχει βιαστικά &#8211;<br>με του ήλιου ξέφρενο να φεύγει τον δίσκο<br>τα δέντρα με καρπούς μόλις ανθίσουν,<br>και το χνούδι να γίνεται<br>ως το πρωί γενειάδα. </p>
<p>γ.</p>
<p>Φυσάει ένας αγέρας<br>στην αυλή απόψε<br>πεισματικά την πόρτα σειώντας,<br>αποτραβιέται και πάλι ορμά<br>φοβερίζοντας στον γυάλινο φεγγίτη<br>αναλαμπές από χλωμό λυχνάρι&#8230;</p>
<p>Νύχτα βαθειά &#8211; κανένας<br>δεν ανοίγει στ&#8217; ακρινά σπίτια,<br>δεν ξέρεις τί φέρνει τέτοια ώρα<br>δίχως ξύλα στη φωτιά<br>χωρίς ένα σκύλο<br>να τρέξει να ψάξει.</p>
<p>Ας μείνει τραβηγμένος λοιπόν ο σύρτης<br>ως αύριο που θα χαράξει η μέρα.<br>Εκεί τουλάχιστον μέσα στο φως<br>στο βέβαιο περίγραμμα των πραγμάτων,<br>άς έλθει οποιοσδήποτε<br>κι ό,τι θέλει άς ζητήσει &#8211;<br>όχι εν λευκώ,<br>μα εκεί μπροστά στα μάτια<br>των ανθισμένων μυγδαλιών,<br>που μόνο αν είναι δίκαιο<br>θα συγκατανεύσουν.</p>
<h4><strong>ΕΝΥΛΗ ΕΜΒΙΩΣΗ</strong></h4>
<p>Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια<br>αλλοτινής λατρείας<br>τώρα σημάδια<br>εμπύρετου μόνο περάσματος.<br>Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά<br>με κέρινα φτερά σωριάστηκαν<br>στο πρώτο άγγιγμα των ακτίνων,<br>κι η βασιλεία των ουρανών<br>άδειος πια θρόνος&#8230;</p>
<p>Τώρα εκεί θα καθήσει<br>με πόδια τις ρίζες των βουνών<br>με μάτια τις ατάραχες λίμνες,<br>ο κόσμος που ξυπνά το πρωί<br>και με τη δύση του ήλιου πάει για ύπνο.<br>Τίποτε άλλο εμπρός σου<br>απ&#8217; ό,τι φωτίζεται κάθε αυγή<br>κι ό,τι ακούς στις φυλλωσιές των δέντρων<br>ή με τ&#8217; αυτί κολλημένο στο χώμα.<br>Τίποτε άλλο εκτός<br>απ&#8217; τα αιώνια των γενιών μονοπάτια<br>τ&#8217; ακρογιάλια όπου σπάει το κύμα<br>και το ρίγος της πηγής πάνω στο δέρμα.</p>
<p><strong>ΟΣΤΡΑΚΟ</strong></p>
<p>Όστρακο &#8211; ντύμα σκληρό<br>μιας έγκλειστης ζωής<br>δεν μπόρεσες πολύ ν&#8217; αντέξεις&#8230;<br>Με υπομονή με επιμονή<br>σαν τη σταγόνα που τρώει την πέτρα,<br>η γνώση λύγισε &#8211; σώμα καυτό<br>την άτεγκτη σκληρότητα σου.</p>
<p>Τώρα δεν είσαι πια ευτυχής<br>τώρα αμφιβάλλεις<br>για τον βοριά για τον νοτιά<br>που χαϊδεύει τα μαλλιά σου,<br>και για το χρώμα του γιαλού<br>που όσο ρουφάει το φως αλλάζει.<br>Μονάχα λίγο πίσω ακροκοιτάζεις<br>αγαπημένα πριν χαθούν αχνάρια<br>κι είδωλα μέχρι τα γόνατα στην άμμο<br>Ώσπου τ αφήνεις στην πρώτη στροφή<br>ρούχο φιδιού στο μονοπάτι,<br>χωρίς διόλου να λυπάσαι&#8230;<br>Καθώς το όστρακο σου ανοίγει πάλι<br>μπάζοντας φως χάνοντας αίμα<br>σε μια ζωή που όλο κι αλλάζει<br>το πρόσωπο της κάθε μέρα.</p>
<p><strong>ΜΑΥΡΟ ΠΟΥΛΙ</strong></p>
<p>Το μαύρο που πια μάθαμε πουλί<br>που είδαμε τόσες φορές να διασχίζει<br>το διάστημα των ημερών μας,<br>κράτα το ζωή λιγάκι<br>κλεισμένο στο κλουβί.<br>Να τρέξουμε να τραγουδήσουμε<br>μακάριοι μέσα στην αχλύ της άγνοιας,<br>κάτω από δέντρα να ξαπλώσουμε<br>χωρίς την έγνοια της βαρειάς σκιάς του&#8230;<br>Γιατί συνέχεια μας ξαφνιάζει. Έρχεται<br>μέσα στην κάψα του καλοκαιριού<br>ανέμελοι σαν σκύβουμε πάνω απ&#8217; την πηγή,<br>ή μέσα στ&#8217; όνειρο τις νύχτες του χειμώνα<br>τρυπώνει πάλι και μας βρίσκει<br>τάχα γαλήνιους, τάχα δυνατούς &#8211;<br>κι ας μας περνά ένα ρίγος στο πλατάγισμά του.</p>
<p>Το ξέρουμε ζωή, μ&#8217; αυτό<br>το μαύρο πουλί πρέπει<br>να τα βγάλουμε πέρα,<br>με ό,τι μπορεί να βοηθήσει &#8211;<br>αστεία κάνοντας για σιγουριά<br>δέντρα φυτεύοντας όπου λάχει,<br>μάρμαρα ψάχνοντας μέσα στη γη<br>και το χαρτί γεμίζοντας με μανία.</p>
<p><strong>ΕΝΑ ΝΗΣΙ</strong></p>
<h5><strong>Επεισόδιο (1974)</strong></h5>
<p>Απότομος χειμώνας μπήκε<br>στον ουρανό μας φέτος ξαφνικά,<br>προτού προλάβει να πατήσει η φτέρνα<br>του ανέτοιμου ποδιού<br>πάνω από φύλλα σκόρπια<br>φθινοπωρινά.</p>
<p>Ευαίσθητη η ψυχή<br>και θέλει χρόνο,<br>λίγο προαύλι<br>ανάμεσα στο πέταγμα και τη φωλιά,<br>για να μπορέσει δίχως φόβο να περάσει<br>από το ένα στο άλλο κλαρί.</p>
<p>Παράξενος αλήθεια φέτος<br>αυτός ο χειμώνας<br>που ενέσκηψε στις ακτές,<br>πίσω του αφήνοντας νεκρούς τους γλάρους<br>και στης λευκότητας τη δαντέλα<br>το μελάνι από χίλιες σουπιές. </p>
<p><strong>Σχόλια</strong></p>
<p>α.</p>
<p>Κωφεύεις<br>στη φωνή της μοίρας<br>όσο τ&#8217; αντέχεις<br>σιγά &#8211; σιγά,</p>
<p>και μια μέρα<br>ούτε που ξέρεις<br>ποιό δρόμο να πάρεις,<br>κι εύκολα ξεχνάς<br>πού είναι η πλώρη<br>πού είναι η πρύμνη,</p>
<p>σ&#8217; ένα νησί με πολλά ακρωτήρια<br>πολλούς δείκτες στη θάλασσα. </p>
<p>β.</p>
<p>Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε<br>για τον Πενταδάκτυλο<br>είναι γιατί<br>μοιάζει χτυπημένο πουλί<br>με δυο φτερούγες<br>καρφωμένες στο χώμα.</p>
<p>Θά&#8217; ταν πιστεύω ένας αετός περήφανος<br>με καταγωγή ίσως<br>τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη<br>μέρη Καυκάσου,<br>ένας αετός μάρτυρας<br>της σταύρωσης και της οδύνης,</p>
<p>που πέταξε μακριά χαμηλώνοντας<br>για να κτίσει τελικά τη φωλιά του<br>σ&#8217; ένα νησί &#8211; χλωρό κλαρί<br>αντίξοης μοίρας. </p>
<p></p>
<h4><strong>Οδύνη</strong></h4>
<p>Γυναίκες &#8211; μορφές ανάμεσα<br>στο χρώμα της νύχτας και της μέρας<br>σκιές του σπιτιού καρτερικές<br>τ&#8217; αγρού σκληρές κυρτές Αμαζόνες,<br>το έπος τους εξιστορούν<br>με διαπεραστικό τραγούδι θλιμμένο:</p>
<p>Ξέπλυνε πρώτη βροχή<br>το κάρβουνο, το αίμα.<br>Ξέπλυνε και τη συνήθεια<br>του πόνου και του χαμού-<br>πέπλος κρυφός που κάθεται<br>στη ψυχή μου ανεπαίσθητα<br>σαν αόρατη άμμος.</p>
<p style="padding-left: 200px;">1974</p>
<p></p>
<h4><strong>Ναυάγιο «Κερύνεια»</strong></h4>
<p>Δεν είναι λίγο<br>στης θάλασσας τ&#8217; ανήλιαγα βάθη<br>τόσο χρόνο ν&#8217; αντέξεις,<br>μόνο και μόνο γιατί γνωρίζεις<br>στην αγκαλιά σου πως κρατείς<br>πήλινα αγγεία.</p>
<p>Ήξερες πως θ&#8217; αντικρύσεις<br>μια μέρα το φως του ήλιου,<br>όλα πως θά&#8217; ναι ύστερα σαν ψέμα:<br>Το ναυάγιο στη θαλασσοταραχή,<br>οι νέες φυλές<br>οι σκυθρωποί αιώνες&#8230;</p>
<p>Κρατώντας λοιπόν την ανάσα<br>στον σκοτεινό βυθό,<br>ακολούθησες τη μοίρα<br>που σε πήρε απ&#8217; το χέρι<br>και βγήκες στον κόσμο<br>να δώσεις έγκυρη μαρτυρία &#8211;<br>κατάθεση σε δίσεκτο καιρό<br>και σε όψιμους λογχοφόρους,<br>που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο<br>για δικά τους σημάδια</p>
<p>και γράμματα βρίσκουνε μόνο<br>που δεν μπορούν να διαβάσουν<br>πάνω στ&#8217; αγγεία.</p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h3><strong>ΝΟΣΤΟΥ ΚΑΙ ΦΥΓΗΣ (2001)</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Διαλογισμοί</strong></h4>
<p style="padding-left: 80px;">Ποιος λοιπόν, έτσι μας έστρεφε, ώστε<br>ό,τι κι αν κάνουμε, παίρνουμε τη στάση κάποιου<br>που όλο αναχωρεί;<br>(Ρ.Μ. ΡΙΛΚΕ)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΡΕΙΣ ΝΥΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ</strong></h4>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Γέννηση μικρού παιδιού<br>σε κλίνη με ρούχινο θόλο,<br>κάπνισμα γύρω ελιόφυλλου<br>και φως αυγερινό στον φεγγίτη&#8230;<br>Τώρα ανοιχτός κι ολόφωτος<br>ο ναός της ζωής<br>κι ο νεωκόρος ανάβει λαμπάδες<br>ο κτύπος της καρδιάς<br>τα σκαλοπάτια ν’ ανέβει.<br>Τώρα κι οι μοίρες βγαίνουν<br>από το γνώριμο παραμύθι<br>με καλάθια στα χέρια,<br>τα δέντρα κι ο ήλιος παραπίσω<br>το μερτικό του διαχωρίζουν&#8230;<br>Και λίγο πιο πέρα<br>απ’ το ανοιχτό παράθυρο στο βάθος,<br>αλόγου οπλές να σβήνουν &#8211;<br>και σκιά φευγαλέα που μόλις<br>παίρνει το μάτι<br>να χάνεται, βέβαιη πως<br>θα ξαναγυρίσει.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ</strong></h4>
<p>A&#8217;</p>
<p>Φωτεινή μια γραμμή<br>εμπρός του αχνοτρέμει,<br>και το ρώτημα αν είναι<br>κι αυτή οπτασία.<br>Απάντηση μόνη<br>το πιο ταχύ βήμα<br>κι η ανάγκη που νοιώθει<br>πιο καλά να προσέξει<br>τ’ αγριολούλουδα στου δρόμου την άκρη,<br>τον χρόνο στα χέρια βιαστικής κλεψύδρας.</p>
<p>Μα κάπου όταν σκύβοντας<br>τους ιμάντες να δέσει<br>&#8211; πολύ ακόμα, πολύ<br>ο κύκλος πριν κλείσει &#8211;<br>βλέπει τη σκόνη να επικάθεται<br>υγρή κι αμετακίνητη στο δέρμα,</p>
<p>«όχι, ακόμα» αναφωνεί<br>με υπόκωφη φωνή πρωτόγνωρη<br>τινάζοντας μακριά του το χώμα.</p>
<p>Είναι απόγεμα και παντού<br>τη γύρω γνωστή επιφάνεια<br>η πορφύρα του ήλιου βαραίνει.</p>
<p>Β&#8217;</p>
<p>Πάνω σε πέτρα κάθισες<br>να πάρεις ανάσα καθώς είπες.<br>Ω, τι παράξενη ψυχή,<br>δεν πρόλαβε στον ίσκιο<br>το κεφάλι να γείρει<br>και το βλέμμα πώς αλλάζει τα χρώματα<br>μες στην αδύνατη στιγμή!</p>
<p>Τώρα μια διάθεση αόριστη<br>τον πρότερο μόχθο αραιώνει,<br>του ύπνου στρώνει την κλίνη<br>το πέλμα του πονεί.</p>
<p>Μ’ αυτός είναι ο δρόμος του. Δεν θλίβεται<br>στα ενδιάμεσα κάποτε<br>η έφεσή του σαν λυγίζει&#8217;<br>μια παύση ας είναι, ένα ξεδίψασμα<br>ως το πρωί.</p>
<p>Ας χαίρει λοιπόν κι ας ονειρεύεται<br>των αχναριών τη συνέχεια,<br>σε ό,τι κι αν τύχει σε ό,τι συμβεί.<br>Τ’ αγριόχορτα κοίτα &#8211; προς το μέρος του<br>δεμένα σ’ ανένδοτες ρίζες<br>γέρνουν το σώμα με κάποιο φθόνο<br>σε μάταιη κίνηση φυγής.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΛΩΣΤΗ</strong></h4>
<p>Από μια κλωστή ίσως κρέμεται<br>η χαρά μας κι η λύπη &#8211;<br>αισθήματα σαν δέντρα τριγύρω μας<br>φαινομενικά αειθαλή.<br>Γιατί το μάτι του τυφώνα συνέχεια<br>πάνω απ’ τα κτίσματά μας ξαγρυπνά,<br>πάνω απ’ τον ήσυχο ύπνο<br>κυμάτισμα αγέρα δείχνει<br>τη φτερούγα που πέρασε δίπλα μας<br>τ’ άνεγνοιο συσπώντας φρύδι.</p>
<p>Όχι, δεν είναι δύσκολο<br>στα πόδια σου να σωριαστεί<br>το πρόσωπο της ευτυχίας σ’ ερείπια &#8211;<br>του άλκιμου κορμιού το ευώδιασμα<br>και των ψυχών η καταφυγή.<br>Μην τρέμεις όμως μην απελπίζεσαι<br>γιατί δεν θέλει πολύ να ξέρεις<br>κι απ’ τον ελάχιστο πηλό ακόμα<br>που σχηματίζει το δάκρυ στο χώμα,<br>για να προβάλουν σαν τ’ άστρα στον ουρανό<br>πίσω απ’ των λυγμών τα βήματα<br>τ’ άνθη εκείνα τα χρυσά που ονόμασες<br>δάκρυα της Παναγίας&#8230;</p>
<p>Κι αν από μια κλωστή τελικά κρέμεται<br>το σχήμα των χειλιών και το χρώμα<br>της επόμενης μέρας,<br>την ελπίδα σώζει το ατάραχο βλέμμα<br>και τη γύρη ο βόμβος των μελισσών<br>πάνω από κάθε τέφρα.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ</strong></h4>
<p>Ας διαπλεύσει το κορμί<br>των εκβολών το δέλτα,<br>μες στην αγρυπνία ας κρατηθεί<br>προτού λυγίσει<br>κατά το τέρμα.</p>
<p>Με πέντε αισθήσεις στήθηκε<br>η καθημερινή πανδαισία &#8211;<br>ω τί χαρά, ω τί γιορτή<br>στα μάτια συνωστίζονται στην ακοή<br>και στο αθόρυβο δέρμα<br>τα ρίγη, οι εικόνες, οι ήχοι!</p>
<p>Αργά &#8211; αργά περιστρέφεται<br>η σφαίρα της γης &#8211; ίδια<br>παιδικό παιγνίδι&#8217;<br>κι άτακτα δεξιά ξερβά<br>μυρίζοντας το καθετί<br>ανήσυχα εντοπίζεις,<br>τον χρόνο να τραβά τα λουριά<br>στα δάκτυλα ξάφνου να μετριούνται οι γύροι.</p>
<p>Τότε μπορείς να βυθιστείς<br>στο δάκρυ που διστάζει ακόμα<br>και τη φθορά ν’ αντικρύσεις.<br>Καθώς η κίνηση σχεδόν σταματά<br>κι εξέρχεσαι ευπρεπής και πλήρης<br>κάνοντας τόπο σε μικρά παιδιά&#8230;</p>
<p>Κι η μνήμη αρχίζει.</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Κοιτίδες μνήμης</strong></p>
<p style="padding-left: 80px;">ολόκληρο το άηχο τοπίο<br>κάτω από μια συννεφιασμένη<br>ή και μιαν αίθρια μοίρα&#8230;</p>
<p style="padding-left: 80px;">(Ρ.Μ. ΡΙΛΚΕ)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΕΓΚΛΕΙΣΤΡΑ</strong></h4>
<p>Κομμένη στα πλευρά του βουνού<br>κάθετη κώχη<br>κάτω από γκρίζες χαρουπιές<br>που γονατίζουν&#8230;<br>Εδώ μπορείς με τον σουγιά να σκάψεις<br>κρύπτες βαθιές μέσα στον βράχο,<br>μπορείς με τ’ αδύναμο κορμί σου<br>ν’ ανέβεις πέτρινα σκαλιά κατακόρυφα &#8211;<br>για να ‘σαι μόνος<br>και πιο κοντά Του.<br>Μα μόνο αν μέσα σου<br>άναψε φλόγα δυνατή<br>που πυρώνει τα σπλάχνα,<br>και πια δεν υπάρχει αναπαμός.<br>Μόνο αν είδες μια μέρα<br>τα δυο καματερά μπροστά απ’ το αλέτρι<br>στη μέση τ’ αγρού<br>να σταματάν λυπημένα&#8230;</p>
<p>Δεν έχεις τότε εκλογή.<br>Παίρνεις όπως εκείνος τον ίσιο δρόμο<br>παράλληλα στην ακροθαλασσιά<br>και φτάνεις στην Πάφο,<br>αφήνοντας πίσω σου νοικοκυριό<br>και στέφανα μιας μέρας.<br>Κοιτάζεις ύστερα τα κοντινά βουνά<br>και το πράσινο σούρσιμο της ποταμιάς<br>που φέρνει κοντά τους.<br>Και τέλος &#8211; τέλος εκεί<br>στον κόρφο του Μελισσόβουνου<br>κρυμμένο στα δέντρα, <br>καθώς ο παράξενος εκείνος διαβατής<br>που λεγόταν Νεόφυτος &#8211;<br>μπορείς κι εσύ να λαξέψεις<br>την κρύπτη σου<br>ή την πίστη σου<br>και να τη δοξάσεις.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΜΙΑ ΚΑΤΑΝΥΞΗ</strong></h4>
<p>Αγριοπερίστερα πλαταγίζουν<br>στα διάκενα της προσευχής<br>στο ύψος της σκήτης όπου<br>βυζαντινά οστεοφυλάκια ρύθμιζαν<br>σαν καρδιά τον σφυγμό μας,<br>για να μπορούν ελληνικά<br>να τραγουδούν οι σκλάβοι τον πόνο<br>κι ευλαβικά να κάνουν τον σταυρό τους<br>σε κάθε γύρισμα της μοίρας.</p>
<p>Τώρα ανάμνηση αυτή η ζωή,<br>η στενωπός έχει τελειώσει<br>και κολυμπούμε σ’ ανοιχτά πέλαγα.</p>
<p>Περπατώντας ξανά<br>στον δρόμο του Αγίου με τα γέρικα πεύκα<br>χωρίς κάποια πρόθεση &#8211; αντίθετα ίσως,<br>ξυπνά μια κατάνυξη από ένα<br>σαπισμένο που πέφτει καρύδι<br>μια κατάνυξη τόσο χειροπιαστή,<br>που επικάθεται σαν ρίγος στο δέρμα<br>και χνούδι υγρασίας στο γνώριμο<br>της μνήμης θρούμπι.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΞΗΜΕΡΩΜΑ</strong></h4>
<p>Μικρός αυλός στο στόμα<br>του πρώτου τσοπάνη χαιρετά<br>την έλευση καινούργιας μέρας.<br>Ο δίσκος του ήλιου κοντοστέκει<br>για να πατήσει στον ρυθμό του,<br>κι ύστερα ανεβαίνει τα σκαλιά&#8230;</p>
<p>Φωτίζει μ’ ένα βλέμμα τις βουνοπλαγιές<br>έν’ άλλο βλέμμα ρίχνει στις κοιλάδες,<br>κι αρχινάει μετά να ψάχνει<br>σκοτάδι που απόμεινε στις γωνιές<br>ή κάτω απ’ τα βλέφαρα κουρνιασμένο &#8211;<br>έτοιμο να χυθεί ν’ απλώσει<br>όπως μελάνι στο σεντόνι της μέρας.</p>
<p>Ήδη στον θρόνο του ο βασιλιάς<br>τού φωτός έχει καθίσει<br>μ’ ένα βουητό ζωής<br>το πήγαινε-έλα μυριάδων ακτινών,<br>που ξύπνησαν το καθετί<br>που μοίρασαν το χρώμα &#8211;<br>έτσι όπως πάντοτε,<br>δουλειά γνωστή τους.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΟΠΙΟ</strong></h4>
<p>Κάθετοι βράχοι, αετών φωλιές &#8211;<br>άγρυπνο μάτι πάνω από λόφους<br>μ’ άνυδρα πεισματικά θάμνα,<br>ζεσταίνοντας χνάρια ζωντανά<br>γενιών και γενιών&#8230;</p>
<p>Σκληρό τοπίο αιώνιο<br>σε δειλινό περίβλημα φωτός,<br>ψηφία φωσφορίζοντας στον αιθέρα<br>που πρωτονομασαν τη βροχή,<br>το σύννεφο, το νερό&#8230;</p>
<p>Βράδιασε. Γυρνούν στα σπίτια<br>μαζί με τις μέλισσες των θρουμπιών,<br>τα βήματα που άνοιξαν τα μονοπάτια<br>τα χέρια που τρύγησαν τους ελαιώνες &#8211;<br>και το δέρμα που δέχτηκε<br>το ρίγος του πρωινού<br>και του μεσημεριού τις βελόνες.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΛΟΥΤΡΑ</strong></h4>
<p>Όταν χρόνο με χρόνο βλέπεις<br>στην αιωνόβια θύμησή σου,<br>άδικον ουρανό σ’ άλλη χώρα<br>τις βροντές του να σπαταλά<br>σε γλεντοκόπια πλημμύρας –</p>
<p>κι εσέ ν’ αποξεχνά<br>μικρό νησί του νότου<br>ράχη στο κορμί του Ακάμα&#8230;<br>Στης ξηρασίας το σώμα τότε σκάβεις<br>μια γούβα και μαζεύεις το δάκρυ,<br>πάνωθε απλώνοντας την κόμη<br>βοστρύχους πράσινους μιας συκιάς &#8211;<br>πηγή ακριβή των σπλάχνων σου<br>που συντηρείς στο λιοπύρι,<br>εκείνο που τσουρουφλίζει τα μέτωπα<br>και το άλλο της νωπής σκλαβιάς.</p>
<p>Μα εσύ όπως καθωσπρέπει Μάνα<br>στραγγίζεις τη φλέβα και δίνεις<br>το αίμα ν’ αντέξει η ζωή<br>μέχρι να ροδίσει το χάραμα.<br>Στραγγίζεις τη λίγη υγρασία<br>από τον κόνιζο και τ’ άγριο θρούμπι<br>και ταπεινά δοξάζεις<br>μια στρογγυλή γούβα νερού &#8211;<br>του τοπίου γνήσιο αγίασμα<br>και της Θεάς οπωσδήποτε ιερά λουτρά.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Άνθος Οδύνης</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Ω μητέρες Ηρώων,<br>ω πηγή ποταμών αφρισμένων<br>(Ρ.Μ. ΡΙΛΚΕ)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΜΟΡΦΕΣ (μνήμη Κύπριας)</strong></h4>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Τα όνειρα πλέκουν τις νύχτες<br>το ακριβό ένδυμα της ελπίδας,<br>λίγο ακόμα και πάει να τελειώσει.<br>Μα η λήθη στον ύπνο ευδοκιμεί<br>δεν προλαβαίνει των ωρών η κλεψύδρα<br>κι ελαύνει το φως σαν καταδότης.<br>Και σπεύδεις τότε, ω Πηνελόπη<br>μ’ ολόγυρά σου θηλυκούς μνηστήρες &#8211;<br>την πενία τη μοναξιά και τη λύπη,</p>
<p>σε μονοπάτι αγκαθερό σε λειμιώνα<br>ταλανίζοντας τα γυμνά πόδια&#8230;<br>Για να επιστρέφεις με μικρό καλάθι<br>το βατόμουρο μέσα το σαλιγκάρι<br>κι η ζωή που πρέπει βρέξει &#8211; χιονίσει<br>πάνω απ’ όλα να συνεχίσει.</p>
<p>Κι ας φυσά το βράδυ κρύος βοριάς,<br>εσύ τον κάματο μπορείς να ξεχνάς<br>πάνω από μάτια αθώα μεγάλα<br>και στόματα ανοιχτά &#8211; ίδια σπουργίτια &#8211;<br>ταξιδεύοντας σε μακρυνή<br>εωθινή ανάμνηση, καβάλλα<br>στου υμέναιου σου το λευκό άτι<br>όταν ανάλαφρα στον ώμο του έγερνες<br>το σώμα της νιότης&#8230;<br>Πριν έρθουν οι δίσεκτοι καιροί,<br>στον ουρανό μετάλλινα<br>άγρια ράμφη.</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Νόστος</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;">Μας απομένει ο δρόμος του χτες<br>και η αλλοιωμένη πίστη μας σε μια συνήθεια,<br>που της άρεσε κοντά μας κι έμεινε και πια δεν φεύγει. <br>(Ρ.Μ. ΡΙΛΚΕ)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΜΝΗΜΕΣ (στους γονείς μου)</strong></h4>
<p>Β’</p>
<p>Σαν πέρασε ο καιρός<br>κατάλαβα<br>πόσο είχαν αλλάξει τον πατέρα μου,<br>οι νύχτες του σπιτιού οι μικρές<br>κι οι μέρες οι μεγάλες<br>μέσ’ τον κάμπο.</p>
<p></p>
<p>Γ’</p>
<p>Πενήντα χρόνια πίσω η σκέψη<br>εύκολα γλιστρά σαν την κεντρίζουν<br>στη βεράντα δειλινές ακτίνες<br>μερών Αλκυονίδων,<br>εικόνες μνήμης<br>που τα μάτια μουσκεύουν&#8230;<br>Της ψυχής τα πανιά τότε φουσκώνουν<br>λαχταρώντας τον άλλο γιαλό<br>στην αγκαλιά του αγέρα.<br>Μα το κορμί που χτυπήθηκε<br>στης ζωής τα μελτέμια,<br>καράβι τώρα στο σούρουπο<br>με του λιμανιού τον βυθό<br>γίνεται ένα.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΜΕΣ’ ΤΟ ΝΕΡΟ</strong></h4>
<p>Τότε μια αίσθηση πρωτόγονη<br>σαν το χταπόδι σε σφίγγει,<br>να βγεις δεν μπορείς στην ακτή<br>παρά σ’ εκατομμύρια χρόνια,<br>σαν την υδρόβια ζωή<br>που πρωτοπάτησε της γης την όχθη.</p>
<p>Απλά το νοιώθεις, δεν το σκέφτεσαι<br>δεν είσαι τίποτε παραπάνω<br>από τον κάβουρα που στην τρύπα χώνεται,<br>μονάχα που εξόκειλες σ’ άλλο σημείο&#8230;<br>Και χρειάστηκες κόπο και άλλα εφόδια<br>για να ’βρεις τον δρόμο σου<br>να κερδίσεις τη μνήμη.</p>
<p>Απλώνεις έτσι το κορμί στο νερό<br>σαν πράσινο φύκι κι αισθάνεσαι<br>το άλλο άγγιγμα, την πρώτη μήτρα.<br>Μα το δειλινό το δειλινό<br>που οι πρώτες σκιές καλούν εις οικον-<br>σπεύδεις αντίθετα με των ψαριών τη γραμμή<br>κρυφοκοιτάζοντας<br>παράξενα θλιμμένα πίσω.</p>
<p></p>
<h4><strong>Ο ΑΛΛΟΣ ΝΟΣΤΟΣ</strong></h4>
<p>(&#8230;γέροντας στο Μέσα-χωριό &#8211; οι εφημερίδες)</p>
<p>Βράδιασε, κάνει κρύο<br>στην ψυχή μου την ξεχασμένη<br>μέσ’ τα βαριά κι ακίνητα<br>εβδομηνταεφτά μου χρόνια.<br>Κι ο αγέρας που κατεβαίνει ουρλιάζοντας<br>πάνω απ’ το Μέσα-χωριό<br>δεν κάνει φέτος<br>μόνο τα σκυλιά να κλαίνε,<br>καθώς αδιάκριτα χτυπά την πόρτα μου<br>και μου φωνάζει να βγω&#8230;<br>Για πού; Ποιος να με περιμένει;</p>
<p>Σήμερα Κυριακή ξεπρόβαλε<br>ο ήλιος μ’ ένα σάλτο<br>μέσα απ’ το σύννεφο να με κοιτάξει,<br>στην εκκλησιά μ’ ανθό στο πέτο<br>τρίτη φορά να στέκομαι γαμπρός&#8230;<br>Υμέναιος φθινοπωρινός.<br>Άνοιξα τα παράθυρα, τις πόρτες-<br>να κεραστούν οι ξένοι ένα λουκούμι<br>να πάρουν τα παιδιά ένα γλυκό<br>και μια φωτογραφία οι φωτορεπόρτερ<br>με τα σχετικά, γιατί και πώς&#8230;<br>Κανείς δεν ήξερε,<br>μόνο εγώ.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΑΞΙΔΙ &#8211; ΕΜΠΥΡΕΤΗ ΕΦΕΣΗ</strong></h4>
<p>Πεύκο στης απαντοχής<br>το νοερό ακρογιάλι,<br>προσμένοντας χρόνια εκατό<br>πότε επιτέλους να σαλπάρει –</p>
<p>μα η μοίρα του είναι μονάχα αυτή<br>να ταξιδεύει με βαθειές ρίζες<br>σε υπόγεια νερά&#8230; Έτσι καθώς<br>με το λυχνάρι μια ζωή<br>ή κάτω απ’ την ηλεκτρική λάμπα<br>σαλπάρουμε κι εμείς,<br>σε θάλασσα άσπρο χαρτί<br>γράφοντας πάντα μια νωπή ρότα.</p>
<p>Ταξίδι &#8211; εμπύρετη έφεση<br>ψυχών που άλλα γυρεύουν,<br>έσχατη επιθυμία της φτέρνας<br>που αισθάνεται ν’ αγγίζει το τέρμα.<br>Μ’ αφού οι δρόμοι είναι κλειστοί<br>κι ο περίπλους φέρνει στο ίδιο σημείο –</p>
<p>δέχεται το πεύκο τη μοίρα του<br>απαλύνοντάς την<br>στο κύμα στον άνεμο<br>ρίχνοντας σπόρους,<br>παρόμοια όπως<br>δέντρο φυτεύεις σαν κουραστείς<br>κι ο ποιητής ετοιμάζεται<br>για τον επόμενο στίχο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΠΙΚΡΗ ΓΕΝΕΣΗ (1983)</strong></h3>
<h4><strong>ΠΟΡΕΙΑ</strong></h4>
<p>Δεν έχω πια τόσο λαμπερά<br>και διάφανα ως το βυθό μάτια,<br>και τραβηγμένη βαθιά<br>δεν κινδυνεύει η καρδιά<br>που χτυπώντας μου γέμιζε<br>το κάθε χαμόγελο.</p>
<p>Έπρεπε να πονέσω πολύ<br>πριν φύγει το πικρό μου δάκρυ,<br>για κάποιες μνήμες<br>κάποιους κόσμους πού ‘χαν φτιάξει<br>απατηλά αισθητήρια.</p>
<p>Το φως οδήγησε τοι βήμα<br>μου σ’ άλλους ανθρώπους<br>που ‘χαν στην καρδιά τον πόνο<br>κι από πληγές που δεν ανήκαν<br>στο δικό τους σώμα. . .</p>
<p>Ήταν η αγάπη.<br>Και μάταια<br>αργοπόρησα το βίο<br>ψάχνοντας μέσα σε κρυψώνες<br>και ποτές δίπλα μου,<br>αντί το χαμόγελο σέρνοντας<br>μια βαριά πανοπλία.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΠΙΚΡΗ ΓΕΝΕΣΗ</strong></h4>
<p>(στους γονείς μου)</p>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Σκληροί καιροί, δύσκολα χρόνια. . .<br>Μπορούσες να τα διαβάσεις<br>στα πρόσωπα τους<br>που μαζεύονταν σε γραμμές<br>γερμένα τ’ απόδειπνο στους αγκώνες.</p>
<p>Ψιθύριζε εκείνη:<br>Κράτα το στεναγμό<br>κράτα τον πόνο μην ακουστεί,<br>γιατί τα παιδιά κοιμούνται<br>και τα όνειρα τους<br>κρέμονται σε κλωστές από μάς.</p>
<p>Τα χέρια που μας νανούρισαν το βράδυ<br>ήταν ακόμα μουδιασμένα<br>από τον κάματο της μέρας,<br>τα χείλη π’ άγγιξαν τα μάγουλα μας<br>σφίγγαν του πόνου τη δαγκωματιά<br>να μην μπορέσει μια κραυγή να φύγει. </p>
<p>Οι γονείς μας δεν είδαν πότες<br>σα Θείο δώρο τον ήλιο,<br>τυλιγμένοι ολημερίς σε μαντήλια<br>για να τον αποφύγουν. . .<br>Δεν τραγουδήσαν τις πηγές<br>γιατί έπρεπε ως τα γόνατα<br>να’ χουν τα πόδια τους μέσ’ το νερό. . .</p>
<p>Κι όμως αγάπησαν τον ήλιο<br>και τη δροσιά που μοίραζε<br>σ’ όλους το ρέμα.<br>Κι έτσι μπορέσαμε να γεννηθούμε<br>σ’ εκείνες τις στιγμές<br>πού ‘χαν για να στεγνώσουν τον ιδρώτα.</p>
<p>Μεγάλη η πράξη τους.<br>Και πιο μεγάλη η πληρωμή:<br>Τα σώματα τους καίνε ακόμα. </p>
<p></p>
<h4><strong>ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ</strong></h4>
<p>(στον άνθρωπο)</p>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Τ’ ατσάλι σαν εσφίξαμε στα χέρια<br>έγινε στο καράβι μας τιμόνι.<br>Την πέτρα πού ‘κλείνε το δρόμο πλέρια<br>έκαμε ο μύλος της αγάπης σκόνη. </p>
<p></p>
<p>Οι λίμνες, τα ποτάμια κι οι σπηλιές—<br>ένα κομμάτι μέσα μας<br>παμπάλαιης μνήμης,<br>ξυπνά σα μια ηδονή<br>κάθε φορά που περπατάμε στο τοπίο.</p>
<p>Ήταν γραμμένο μέσα στο αίμα μας<br>ν’ αφήνουμε τα πρώτα σπίτια,<br>ανήσυχοι ν’ ανάβουμε<br>ψηλότερη φωτιά πάνω στη στάχτη. . .</p>
<p>Οι λίμνες, τα ποτάμια κι οι σπηλιές—<br>η φύση φοβερή μέσ’ τη σιωπή της.<br>Τ’ ασύνορο στενεύει τις καρδιές,<br>μα πώς συσπώνται, πώς<br>ανατριχιάζουν ξαφνικά τα δέντρα<br>κι όλο μικραίνει το τοπίο,<br>το τραίνο σα φανεί μέσ’ την κοιλάδα<br>σαλπίζοντας τη δύναμη μας.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΒΡΑΔΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ</strong></h4>
<p>Α&#8217;</p>
<p>Μ’ όνειρα χίλια θρέψαμε το μακρινό ταξίδι<br>πάνω στο βράχο του γιαλού τα δειλινά τα ρόδινα,<br>πριν έρθει ο σάλος μιας ζωής με το κρυφό λεπίδι<br>να κόψει τις φτερούγες μας σιγά κι ανώδυνα.</p>
<p>Στον ώμο το βαρύ γυλιό &#8211; κάπου θ’ ανταμωθούμε<br>κάποια φωνή ψιθύριζε κρυφή κι αόριστη,<br>μια συντροφιά παλιά να ξαναμετρηθούμε—<br>ίσως γνωστοί σαν κάποτε, κι ίσως αγνώριστοι.</p>
<p>Κύλησε ο χρόνος κι έφυγε σαν την αστραπή<br>και μεσ’ τη μνήμη η συντροφιά πάει να σβήσει,<br>σκύψε στ’ αυτί και πεσ’ μου βραδινή στιγμή<br>ποιοι μείναν όρθιοι και ποιοι έχουν γονατίσει.</p>
<p></p>
<p>Δ&#8217;</p>
<p>Στο παραθύρι κόπασε η ζωή<br>κι ακούω μονάχα την καρδιά μου.<br>Τις μέρες κρατιέμαι στο σκοπό<br>μα όταν νυχτώνει,<br>βοήθησε με ορμή της νιότης<br>ν’ ακολουθεί το βλέμμα μου μια λάμψη.</p>
<p>Βράδιασε. Και κρατώ<br>το σώμα ακόμα στο βωμό &#8211; θυσία<br>να γεννηθεί μια φλόγα. . .<br>Άνεμοι που τη σβήνετε<br>στη στάχτη της δε σταματώ,<br>χτύπα καρδιά μου<br>χτύπα δυνατά ν’ ανάψεις,<br>να ζήσει από φως μια κίνηση<br>στη μορφή σου<br>φευγαλέα οθόνη του βίου.</p>
<p>Το τέλος πια δε με τρομάζει.<br>Μου φέρνει μόνο ανησυχία<br>και σύντομο ύπνο.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΕΝΤΑΦΙΟ</strong></h4>
<p>Γη ελαφρά,<br>τί δόξα τί τιμή<br>να με σκεπάζεις. . .<br>Το αίμα τ’ άφησα στον κάμπο<br>που διψούσε τη βροχή<br>μα δεν κρυώνω,<br>είμαι ο ήρωας<br>και με ζεσταίνει το στεφάνι.</p>
<p>Γαλήνη στη ψυχή<br>κι οράματα έταξες<br>στα κλειστά μου μάτια,<br>και μη γίνεσαι<br>γη ελαφρά<br>με το δάκρυ που πέφτει των παιδιών<br>τόσο βαριά,<br>μη γίνεσαι<br>τόσο διάφανη—<br>τ’ άλλο στεφάνι να θωρώ<br>που πλέκεται μ’ αγκάθια. </p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ</strong></h4>
<p>Θα κρύψω πάλι τις πληγές<br>που μ’ άνοιξες με το μαστίγιο,<br>θα ξεχάσω το φως<br>που μου στέρησες τα μάτια . . .</p>
<p>Στους κάμπους τα βουνά<br>«είτε παίδες Ελλήνων»,<br>το πνεύμα μου που μίσησες<br>κρατά τις γραμμές μας,<br>και τα χέρια<br>ακόμα ψηλά<br>ανεμίζουν σημαίες,<br>τα χέρια ακόμα λεύτερα<br>και ματωμένα<br>όταν ξανάρχεσαι<br>και τους περνάς<br>τις παλιές αλυσίδες.</p>
<p></p>
<h4><strong>ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ (1976)</strong></h4>
<p>Το νησί μου μικρό<br>καράβι σταματημένο<br>στη Μεσόγειο θάλασσα,<br>που του σχίσανε τα πανιά<br>που του κόψαν τα κατάρτια<br>και δεν προχωρά<br>μήτε μπροστά μήτε πίσω.</p>
<p>Θολώνουν κι αποτραβιούνται<br>οι γραμμές των γιαλών του<br>το ηλιοβασίλεμα<br>σε διάφανα σχήματα,<br>κι επιπλέει πια<br>κάτω από γαλανό ουρανό<br>το ίδιο σώμα &#8211; αιμόφυρτο<br>της Θεάς Αφροδίτης . . .</p>
<p>Κι οι δυο μαστοί του, ο ένας<br>ο Όλυμπος κι ο Πενταδάχτυλος<br>ο άλλος<br>μέσα στο στόμα του βιαστή<br>χωρίς κανένα ρίγος—<br>με μια γραμμή μια μαχαιριά<br>στα δυο να τους χωρίζει,<br>ως κάτω στον κόλπο τον κρυφό<br>με τις πορτοκαλιές<br>που ξεκινούν τα καράβια . . .</p>
<p>Αμμόχωστος. Νεκρική σιγή.<br>Της νυχτερίδας ξέφωτο<br>όμηρος νύχτα και μέρα<br>του τρωκτικού καιρού, <br>σαν να μην πέρασε πότες<br>ο Τελαμώνιος με την τριήρη<br>κι ο Ευαγόρας<br>να μη στέριωσε βασίλειο.</p>
<p>Προστάτη του νησιού, Θεά,<br>μέσα απ’ το ίδιο κύμα<br>στην πέτρα του Ρωμιού<br>παρθένα ατόφια υψώσου<br>και στιλπνή στον ήλιο.<br>Το αίμα σμίγοντας εφτά γενιών<br>σε μια μονάχα φλέβα—<br>με το λεπίδι<br>που μου ξεσχίζει τα σπλάχνα<br>διάπλατα να την ανοίξω,<br>καθαρτήριος ποταμός<br>να χυθεί σε πλαγιές και λαγκάδια.</p>
<p>Να ξεπλύνει μ’ ένα του κύμα<br>τα μαγαρισμένα χωριά<br>και το κατώφλι της εκκλησιάς<br>τ’ Αποστόλου Ανδρέα.<br>Να ξεπλύνει και τη συνήθεια<br>του πόνου και του χαμού,<br>πέπλος κρυφός που κάθεται<br>πάνω στη ψυχή μου ανεπαίσθητα<br>σαν αόρατη άμμος.</p>
<p><strong>ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΑ</strong></p>
<p>Αύγουστος, κι ακόμα καρτερά<br>της Μεσαριάς το νιό σιτάρι.<br>Μα βρέχει φλόγες ο ουρανός<br>κι εγώ ιτιά γέρος κι έρημος<br>σε ποιο να δώσω το δρεπάνι,<br>που οι γιοι μου φύγαν το πρωί<br>με το ντουφέκι.</p>
<p>Καίγεται το χωριό μέσα στις φλόγες . . .<br>Κρύβω τον πόνο μέσ’ τα στήθια<br>και φεύγω μέσ’ τους κάμπους,<br>κρύβω τον πόνο στην καρδιά μου<br>και χάνομαι μέσα στα δάση.<br>Ήλιε,<br>κι αν σε κρύψαν οι καπνοί<br>μου φωτίζουν ακόμα<br>τα πυρπολημένα πεύκα το δρόμο,<br>τούτη τη χρονιά<br>που με κυνήγησαν οι άνθρωποι<br>και με καλούν στους κόρφους τους τ’ αγρίμια.</p>
<p>Κατάμονος μέσα στον κάμπο τώρα,<br>γερμένος στη σκληρή την πέτρα.<br>Να σε κοιτάξω δε μπορώ—<br>τα μάτια τά ‘στειλα να βρουν τον γιό μας. <br>Να σου μιλήσω δε μπορώ—<br>βαρύς λυγμός με δέρνει ακόμα.<br>Ξένε,<br>και να σε κεράσω πώς,<br>που από το σπίτι μ’ έκοψαν<br>σα με μαχαίρι;</p>
<p>Γύρισε παλιό αλακάτι.<br>Το περιβόλι εμάρανε<br>και πρέπει να ποτίσω<br>τα δέντρα πού ‘θρεψαν τόσες γενιές μου.<br>Βόλε φαΐ στη μαντηλιά<br>και δωσ’ μου το δρεπάνι,<br>γιατί ωρίμασαν ξανά τα στάχυα . . .<br>Και μη μου λες πως πήρανε<br>με το σπαθί το βιός μας,<br>και μη μου λες πως είμαστε<br>σε ξένα μέρη<br>με μόνη σκεπή τον ουρανό<br>και την καρδιά μας μόνη φλόγα.</p>
<h4><strong>ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ</strong></h4>
<p>Κρυφή μου στέρνα της ψυχής<br>γέμισε χόρτο<br>το σώμα σου πυκνό<br>μα δε φυτρώνει λησμοσύνη.</p>
<p>Βάτος- θεριό τα γένια μου<br>άδεια σπηλιά το βλέμμα μου,<br>και περπατώ σα μούλα<br>στον ίδιο κύκλο που ‘θρεψε<br>η προσμονή- ξερό πηγάδι.</p>
<p>Χρόνους οχτώ παιδεύομαι<br>κι αναζητώ σαν τη γοργόνα,<br>τα κύματα ξαναρωτώντας<br>που πέρασαν απ’ τη Κερύνεια<br>και του Πενταδάχτυλου τα πουλιά<br>που πετούν προς το νότο . .<br>.<br>Αν είδαν το χαμένο γιο<br>να περπατά τη νύχτα<br>να κρύβεται τη μέρα,<br>να ‘χει θητεία στο θάνατο<br>χρόνους οχτώ.</p>
<p>Νιόβρης, 1982</p>
<p><strong>ΑΠΟΠΡΟΣΑΝATOΛΙΣΜΟΣ</strong></p>
<p>Κωφεύεις<br>στη φωνή της πατρίδας—<br>όσο τ’ αντέχεις<br>σιγά &#8211; σιγά.<br>Και μια μέρα<br>ούτε που ξέρεις<br>ποιο δρόμο να πάρεις<br>κι εύκολα ξεχνάς<br>πού είναι η πλώρη<br>πού είναι η πρύμνη,<br>σ’ ένα νησί<br>με πολλά ακρωτήρια<br>πολλούς δείχτες στη θάλασσα.</p>
<p></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</strong></h3>
<h3><strong>Ο ΠΑΝΘΗΡΑΣ (2015)</strong></h3>
<p><strong>ΣΕ ΑΝΟΙΚΤΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ</strong></p>
<p></p>
<h4><strong>ΑΛΛΑ 30 ΠΟΙΗΜΑΤΑ&nbsp;</strong><br><strong>του Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε</strong></h4>
<h5><strong>[Περνώ τη ζωή μου]</strong></h5>
<p>Περνώ τη ζωή μου<br>σε κύκλους που ολοένα ανοίγουν,<br>και πάνω απ&#8217; τα πράγματα ξεμακραίνουν.<br>Τον τελευταίο ίσως να μην τον κλείσω,<br>μα να πασκίσω οι λογισμοί μου κραίνουν.</p>
<p>Γύρω απ&#8217; τον Θεό περιστρέφομαι,<br>τον πανάρχαιο τούτο πύργο,<br>χιλιάδες χρόνια τώρα γυρίζω &#8211;<br>κι αν είμαι γεράκι, θύελλα ή άσμα βουερό,<br>ακόμα αυτό δεν το γνωρίζω.</p>
<p>(I, 253,1899)</p>
<p></p>
<h5><strong>[Μέσα απ&#8217; τον Λόγο σου το διαβάζω]</strong></h5>
<p>Μέσα απ&#8217; τον Λόγο σου το διαβάζω,<br>κι απ&#8217; τις κινήσεις των χεριών σου,<br>που πλαστουργώντας<br>τρυφερά στρογγυλεύαν-<br>περίγραμμα στο καθετί,<br>ζεστά, μα και γεμάτα σοφία.<br>«Ζωή» έκραξες, και ψιθύρισες «θάνατος»<br>κι είχες στα χείλη τη Λέξη «υπάρχω».</p>
<p>Μα ο φόνος πρόλαβε τον πρώτο θάνατο.<br>Σχισμή τότε πέρασε<br>τους ώριμους κύκλους σου,<br>και κραυγή εσηκώθη<br>τις φωνές υφαρπάζοντας,<br>πού είχανε μόλις συναχθεί<br>ολόγυρά σου να μιλήσουν,<br>ολόγυρά σου να κρατήσουν<br>τη γέφυρα όλου του χάους.</p>
<p>Κι ό,τι έκτοτε ακούς να τραυλίζουν,<br>θρύψαλα είναι<br>του παλαιού σου Ονόματος.</p>
<p>(I, 257,1899) </p>
<p></p>
<h5><strong>[Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.]</strong></h5>
<p></p>
<p>Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.<br>Να Λευτερώσω θέλω<br>τα πιο ευσεβή μου αισθήματα.<br>Ό,τι κανείς δεν τόλμησε ακόμα να ποθεί,<br>ακούσια ξάφνου μου οδηγεί τα βήματα.</p>
<p>Αν τούτο είναι ασέβεια, συγχώρεσέ με Θεέ μου.<br>Όμως αυτό θέλω μονάχα να σου πω:<br>Τη δύναμή μου την πιο ακριβή,<br>όπως αρχέγονη ορμή τη θέλω νά &#8216;ναι,<br>έτσι χωρίς θυμό και δείλιασμα κανένα,<br>όπως κι η αγάπη των παιδιών για σένα.</p>
<p>Με τούτο το πλημμύρισμα να γιγαντώνει,<br>μ&#8217; αγκάλες διάπλατες<br>στο πέλαγος εκβάλλοντας το ανοιχτό,<br>μ&#8217; αυτό τον γυρισμό που όλο φουντώνει,<br>να σε πρεσβεύω και να σε δοξάζω ποθώ<br>όσο ποτέ άλλος κανένας.</p>
<p>Κι υπεροψία αν φαίνεται,<br>σ&#8217; αυτήν άφησέ με<br>την προσευχή μου να κάνω,<br>που βλοσυρή στέκει και μόνη<br>προ του μετώπου Σου, που νέφος ζώνει.</p>
<p>(I, 259,1899) </p>
<p></p>
<h4><strong>ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ</strong></h4>
<p>Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.<br>Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,<br>να τον ζητάς γι&#8217; αυτό δεν πρέπει.<br>Κι αν νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,<br>ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,<br>έτσι και ποιον θα δεις, στοχάσου.</p>
<p>Παραμορφώθηκαν οι άνθρωποι τρομερά<br>από το φως που απ&#8217; τα πρόσωπά τους στάζει,<br>κι αν νύχτα όλοι τους μαζί βρεθούνε,<br>έναν κόσμο κλονισμένο θα κοιτούσες<br>σ&#8217; άτακτο πυκνό μπουλούκι.<br>Στα μέτωπά τους χλωμή λάμψη<br>έχει εκτοπίσει κάθε σκέψη,<br>στα βλέμματά τους το κρασί αχνοτρέμει,<br>κι από τα χέρια τους κρέμεται η βαριά<br>χειρονομία, που τους επιτρέπει<br>στις συνομιλίες να καταλαβαίνονται.</p>
<p>Και λεν ολοένα: Εγώ κι εγώ<br>Κι εννοούν: τον καθένα.</p>
<p>(I, 392,1899)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΤΑΝΑΓΡΑ</strong></h4>
<p>Ένα κομμάτι γης καμένης,<br>σαν από ήλιο δυνατό πυρπολημένης.<br>Ωσάν η κίνηση χεριού κοπέλλας<br>μετέωρη να &#8216;μενε ξάφνου για πάντα &#8211;<br>δίχως ν&#8217; απλώνεται κάπου,<br>σε κάποιο ολόγυρά του πράγμα<br>οδηγημένη απ&#8217; το αίσθημά της,<br>τον εαυτό της μόνο συγκινώντας,<br>σαν χέρι που στο πηγούνι ακουμπά.</p>
<p>Σηκώνουμε και περιστρέφουμε<br>τη μια μορφή μετά την άλλη,<br>πάμε σχεδόν να καταλάβουμε<br>γιατί ποτέ δεν χάνονται,-<br>όμως βαθύτερα και πιο θαυμαστά<br>νά &#8216;μαστέ πρέπει δεμένοι<br>με ό,τι έχει υπάρξει,<br>και να μειδιούμε: καθαρότερα ίσως<br>απ&#8217; τη χρονιά την περασμένη.</p>
<p>(I, 515,1906)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ</strong></h4>
<p>Το γκρίζο του βραδιού στη γη πυκνώνει,<br>κι είναι πια νύχτα ό,τι σαν πέπλος<br>κρύος τις Λατέρνες ζώνει.<br>Μ&#8217; απροσδιόριστα ξάφνου, Λίγο ψηλότερα,<br>ο άδειος κι ανάλαφρος πύρινος τοίχος<br>οπίσθιου δώματος,<br>στριμώχνεται στη φρίκη μιας νύχτας<br>γεμάτης πανσέληνο,<br>φεγγάρι μόνο και τίποτε άλλο&#8230;</p>
<p>Ψηλά τότε μια απλωσιά<br>γλυστρά παραπέρα,<br>αλώβητη- καλά φυλαγμένη,<br>και τα παράθυρα παντού στα πλευρά<br>ακατοίκητα φαίνονται και λευκά.</p>
<p>(II, 35,1908/9)</p>
<p></p>
<h5><strong>[&#8230;Ω κόσμε σε έγερση, γεμάτε άρνηση]</strong></h5>
<p>(αποσπασματικό)</p>
<p>&#8230;Ω κόσμε σε έγερση, γεμάτε άρνηση.<br>Τον χώρο λοιπόν ανασάνετε, όπου πλανιώνται τ&#8217; αστέρια.<br>Ετούτο δες, που χωρίς ανάγκη καμιά θα μπορούσε,<br>τυφλά ξεμακραίνοντας,<br>στην απεραντωσύνη να χαθεί, μακριά μας&#8230;<br>Και τώρα ευφραίνεται και μας αγγίζει το πρόσωπο,<br>όπως της αγαπημένης το βλέμμα.<br>Διανοίγεται απέναντι μας και κατασκορπά<br>σε μας ίσως την ύπαρξη του. Και δεν τ&#8217; αξίζουμε&#8230;<br>Κάποια δύναμη ίσως απ&#8217; τους αγγέλους θα παίρνει,<br>ώστε ο έναστρος ουρανός να ενδίδει<br>κατά το μέρος μας<br>και στη θολή μέσα να μας κλείνει μοίρα.<br>Μάταια όμως. Γιατί ποιος το προσέχει;<br>κι όπου σε κάποιον αισθητό γίνεται,<br>ποιος δικαιούται ακόμα<br>το μέτωπο του στον χώρο της νύχτας<br>σαν στο παράθυρο του ν&#8217; ακουμπήσει;<br>Ποιος δεν τ&#8217; αρνήθηκε; Στο έμφυτο τούτο στοιχείο,<br>πλαστές, κίβδηλες κι απαίσιες νύχτες<br>ποιος δεν έμπασε μέσα,<br>ικανοποίηση βρίσκοντας σε κάτι τέτοιο;<br>Τους Θεούς αφήνουμε στη σαπίλα τριγύρω,<br>γιατί δεν δελεάζουν οι Θεοί. Απλώς υπάρχουν,<br>και μόνο υπάρχουν, ύπαρξης πλησμονή,<br>δίχως νεύμα καθόλου, δίχως οσμή.</p>
<p>Τίποτε πιο βουβό απ&#8217; του Θεού το στόμα,<br>ωραίο σαν κύκνος<br>στης αιωνιότητας την απύθμενη έκταση:<br>Έτσι πορεύεται ο Θεός,<br>και κρύβει και προστατεύει τη Λευκότητα του.<br>Όλα Λοιπόν στην πλάνη. Και το πουλάκι ακόμα<br>μέσ&#8217; απ&#8217; το φύλλωμα το καθαρό μας βαραίνει,<br>το λουλούδι στενάχωρο απλώνει πιο πέρα.<br>Τί ζητά ο άνεμος λοιπόν; Ο Θεός μονάχα,<br>σαν κολώνα να περάσει αφήνει &#8211;<br>μοιράζοντας από ψηλά όπου στέκει<br>και στις δυο πλευρές τον ανάλαφρο θόλο<br>της μακαριότητάς του.</p>
<p>(Από τα «ποιήματα στη νύχτα», II, 52,1913)</p>
<p></p>
<h5><strong>[Πλημμυρισμένοι ουρανοί]</strong></h5>
<p>Πλημμυρισμένοι ουρανοί σπαταλημένων άστρων<br>θριαμβικά απλώνονται πάνω απ&#8217; τη θλίψη.<br>Σκυφτός αντί να κλαις στο προσκεφάλι,<br>ψηλά σήκωσε τον θρήνο. Να,<br>στον οδυρόμενο κι όλας, στην όψη που σβήνει,<br>τριγύρω απλώνοντας το συναρπαστικό<br>σύμπαν αρχίζει. Ποιος διακόπτει<br>στην κίνηση σου προς τα εκεί τούτο το ρέμα;<br>Κανείς. Εκτός κι αν ξάφνου αντιπαλεύεις<br>τον χείμαρρο των αστεριών που πλησιάζει.<br>Ανάσανε. Το σκοτάδι της γης ανάσανε<br>και ψηλά πάλι κοίτα! Ξανά.<br>Ελαφρύ κι απρόσωπο το βάθος<br>από ψηλά επάνω σου γέρνει.<br>Το σβησμένο &#8211; γεμάτο νύχτα πρόσωπο &#8211;<br>και τον δικό σου χώρο του προσφέρει.</p>
<p>(Από «τα τραγούδια της νύχτας» II, 54,1913)</p>
<p></p>
<p><strong>ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ</strong></p>
<p>Μουσική: Των αγαλμάτων ανάσα. Ίσως<br>των εικόνων σιωπή. Γλώσσα εσύ, όπου<br>οι γλώσσες τελειώνουν. Εσύ χρόνος<br>που κάθετα στέκει<br>προς το μέρος καρδιών που σβήνουν.</p>
<p>Αισθήματα, για ποιον; Ω εσύ,<br>των αισθημάτων αλλαγή, σε τί;<br>Σε τοπίο ακοής.<br>Ξένη, εσύ: Μουσική.<br>Άνοιγμα<br>του χώρου της καρδιάς μας,<br>εαυτός μας πιο βαθύς,<br>που πέρα από μας<br>σπρώχνει να βγει,-<br>αποδημία ιερή:<br>αφού μας περιβάλλει ό,τι ενδότερο<br>σαν η πιο δοκιμασμένη<br>απώτερη φύση, ως άλλη<br>πλευρά του αιθέρα: καθαρή<br>απέραντη,<br>όχι πια κατοικήσιμη.</p>
<p>(II, 111,1918)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙΑ</strong></h5>
<p>Ο ουρανός απέραντος, γεμάτος αρμονία,<br>χώρου απόθεμα και Χτίσης πλησμονή.<br>Κι εμείς πολύ μακριά απ&#8217; την κοσμογονία,<br>και τόσο κοντά για την επιστροφή.</p>
<p>Εν&#8217; άστρο πέφτει, να! Με βλέμμα σαστισμένο,<br>ταχιά προσμένουμε να πει μια γνώμη:<br>Τί άρχισε λοιπόν, και τί &#8216;ναι περασμένο;<br>Τί είναι ένοχο; Και τί πήρε συγγνώμη;</p>
<p>(II, 175,1924)</p>
<p></p>
<h5><strong>(Από τον κύκλο: «Νύχτες»)</strong></h5>
<p>Αστερισμοί της νύχτας που άγρυπνος κοιτώ,<br>την όψη μου την τωρινή μόνο διαστέλλουν;<br>ή μήπως και την όψη μου όλων των χρόνων-<br>αυτές οι γέφυρες που ακουμπούν<br>σε στήλες φωτός;</p>
<p>Ποιος θέλει εκείνα πορευτεί;<br>Για ποιον άβυσσος είμαι και ρύακα κοίτη,<br>ώστε μακριά να οδηγεί τα βήματά του,<br>εύκολα να με προσπερνά,<br>σαν το πιόνι να με παίρνει στο ζατρίκι<br>και νά &#8216;βγει επιμένει νικητής;</p>
<p>(II, 177,1924)</p>
<p></p>
<h5><strong>[Όταν ζυγώνει η βροχή]</strong></h5>
<p>Όταν ζυγώνει η βροχή, ο κήπος σκοτεινιάζει<br>σχεδόν τρυφερά,<br>κήπος που κάτω<br>από νωθρό χέρι ησυχάζει.<br>Λες και στοχάζονται μες στις πρασιές τα Είδη:<br>πώς έγινε, αλήθεια πώς<br>τα πρωτονόμασε ο κηπουρός!</p>
<p>Γιατί πάντα τον σκέφτονται &#8211; έχοντας σμίξει<br>με την ιλαρή απολύτρωση,<br>απόμεινε το κουρασμένο πνεύμα του,<br>και η παραίτηση του, ίσως κι αυτή&#8230;</p>
<p>Για μας παράξενη στ&#8217; αλήθεια διδαχή,<br>να έχουν και τούτα μια διττή φύση:<br>ακόμα και το πιο ελαφρύ<br>προβάλλει αντίρροπο βάρος.</p>
<p>(II, 187,1926)</p>
<p></p>
<h4><strong>ΡΟΔΟ</strong></h4>
<p>Ρόδο, ω άδολη αντίθεση,<br>χαρά: να μην είσαι<br>ο ύπνος κανενός<br>κάτω από τόσα βλέφαρα.<br>1925</p>
<p><strong>Επεξηγηματικό σημείωμα</strong></p>
<p>Οι ρωμαϊκοί και αραβικοί αριθμοί σε παρένθεση στο τέλος εκάστου ποιήματος,<br>αντιστοιχούν στον τόμο, τη σελίδα και τον χρόνο γραφής του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΔΟΚΙΜΙΟ</strong></h3>
<p></p>
<h3><strong>ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ (2014)</strong><br><strong>ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ</strong></h3>
<h5><strong>ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ</strong></h5>
<p>Το βιβλίο αυτό με τις Αισθητικές Προσεγγίσεις έργων μιας πλειάδας σύγχρονων Κυπρίων ποιητών, έχει ως προτεραιότητα τον αισθητικό φωτισμό συγκεκριμένων ποιητικών επιτεύξεων, μέσω μιας κατά κύριον λόγο μορφοκεντρικής προσέγγισης. Στη βάση μιας τέτοιας θεώρησης (ίδε Επίμετρο στο τέλος του βιβλίου) γίνεται προσπάθεια δομικής κι ερμηνευτικής θεμελίωσης του αισθητικού φαινομένου στην ποίηση γενικότερα.<br>Με δεδομένη την πιο πάνω βασική στοχοθέτηση, οι επιλογές που έγιναν δεν έχουν κατά κανόνα αξιολογικό χαρακτήρα. Προέκυψαν, πρέπει να ομολογήσω, περισσότερο από συγκυριακές αναγνωστικές γνωριμίες ή και προκλήσεις, που αντιμετώπισα στη διαδρομή μιας στενής κι αγαπητικής σχέσης με σημαντικό μέρος της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας. Διαμόρφωσα έτσι αργά μα σταθερά κρίσεις και συναισθήσεις σε κείμενα, αντλώντας κι αιμοδοτούμενος κάθε φορά από τις έμμορφες, πολύτροπες και πολύσημες εκφάνσεις του έργου ενός εκάστου. Και μπορώ να πω ότι ευδαιμονούσα πραγματικά, όχι ισορροπώντας μετέωρος σε θεωρητική γνωσιολογική σφαίρα, αλλά μετέχοντας κατά δύναμιν στην πρωταρχική και ριγηλή ανάπτυξη της δημιουργικής διαδικασίας.<br>Στις προθέσεις μου φυσικά δεν είναι ν’ αναλύσω ναρκισσιστικά τη δική μου μεθοδολογία, αφού το ζητούμενο δεν είναι η εστίαση σε μια ετερόφωτη και δευτερογενή εργασία (όση δόση κριτικής και λογοτεχνικής αλήθειας κι αν ενέχει). Κύρια επιδίωξή μου αντίθετα, αν ευδοκιμήσει τελικά, είναι η διάνοιξη επικοινωνίας του αναγνώστη με την βαθύτερη καλλιτεχνική αλήθεια των ποιητών και της συγκεκριμένης δημιουργίας των.</p>
<p>Σημ. Παραθέτω μερικά απόσπάσματα από τις Αισθητικές προσεγγίσεις ποιητών που έχω ανθολογίσει. Α.Κ.</p>
<h4><strong>Ο ελλειπτικός Μάριος Αγαθοκλέους</strong></h4>
<p>Από τον Ηδονοβλεψία στη Γυναίκα με τα μαύρα</p>
<p>Α.<br>Με τη δεύτερη του ποιητική συλλογή Ηδονοβλεψίας, εκδομένη το 1988 &#8211; η πρώτη με τον τίτλο Εολίθια εκδόθηκε το 1983 &#8211; ο Μάριος Αγαθοκλέους όχι μόνο βελτιώνει τη χαρακτηριστικά λιτή και στρωτή τεχνική του, αλλά της προσδίδει μια πιο σύνθετη και πιο πλούσια συμβολιστική. Με έντονη ακόμη την ερωτική διάθεση και θεματική, απαλλάσσεται ως ένα βαθμό από το προηγούμενο αισθητικά αμφίβολο στίγμα μιας ερωτικά «σωματικής» εκφραστικής και περνά στην πολυσήμαντη ανάπτυξη του ποιήματος. Η ροή των εικόνων και ο πάντα απρόβλεπτος μεταφορικός του λόγος ξετυλίγονται σχεδόν επεισοδιακά, με εύγλωττες σιωπές και σκόπιμα χάσματα. Καταθέτω κάτι χαρακτηριστικό:</p>
<p>Έγκλειστος<br>Αυτά θα τα κρατήσω για μένα.<br>Σ’ ανθρώπου μάτι δε θα εκτεθούν<br>μα προπαντός σ’ ανθρώπου λογική.</p>
<p>Γι&#8217; αυτό και δε με βλέπουν που τ&#8217; απλώνω,<br>τις νύκτες χωρίς φεγγάρι,<br>στο σκοτεινό μου δωμάτιο.</p>
<p>Κανένας άλλος ας μην πληρώσει<br>γι&#8217; αυτά που έφταιξα, πάρεξ εγώ.<br>Διπλοκλειδώνω λοιπόν από μέσα<br>κι ανοίγω στον τοίχο τα μάτια μου.</p>
<p>Ο αναγνώστης εξέρχεται του ποιήματος έχοντας τη βέβαιη αίσθηση, ότι ο ποιητής έχει κατορθώσει να «διπλοκλειδώσει» εξίσου μια συμπαγή στην εναλλακτικότητά της καλλιτεχνική μορφή, η οποία κρατά τις κεραίες μας σε διαρκή εγρήγορση. Δεν πρόκειται εδώ για κοινότοπη ψυχογραφία ή ένα ανιαρό εξομολογητικό μονόλογο, από αυτούς που τόσο συχνά διαβάζουμε. Η κίνηση των στίχων είναι συνήθως σύντομη κι ελλειπτική, άλλοτε πάλι γίνεται πιο σύνθετη κι ελικοειδής, οδηγώντας σε τελικές επιγραμματικές συμπυκνώσεις. Μια τέτοια αρμονικά δομημένη ταλάντωση της κειμενικής μορφής και ιδιαίτερα η ταυτόχρονη συνάρθρωση του συγκεκριμένου και του<br>υπονοουμένου, διαχέουν εντός μας μια ουσία αποσταγματική, που ευφραντικά μας κατακλύζει.<br>Περνώ τώρα στο ποίημα «Ηδονοβλεψίας», που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή. Καταθέτω δύο ενδεικτικά αποσπάσματα. Το πρώτο είναι πολύ σύντομο, μονάχα τρεις στίχοι’ προσέξτε όμως την πυκνότητα και τον πολυδύναμο συμβολισμό τους.</p>
<p>Πάντα μια ένωση μπροστά στα μάτια μου<br>φασματοποιεί τα αντικείμενα που αγαπώ,<br>αποκαθηλώνει τα εξαίσια τους χρώματα.</p>
<p>Είναι απαράμιλλα διαυγείς, συγχρόνως όμως και κρυπτικοί στίχοι, με φυσική κι αβίαστα αναδυόμενη υποβλητικότητα. Μπορούμε να τους διαβάζουμε και να τους ξαναδιαβάζουμε, χωρίς να νιώθουμε να μειώνεται το σημασιολογικό και συγκινησιακό τους φορτίο. Κι αυτό, γιατί υπερβαίνουν το λογικό και το αυτονόητο, λειτουργώντας ως εφαλτήριο προς αποκαλυπτικότερες των πραγμάτων θεάσεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Η ιδιότυπη συμβολιστική του Ανδρέα Γεωργιάδη</strong></h4>
<p>Η σπαρακτική στο είδος της ποιητική ενεργοποίηση στοιχείων και φαινομένων των θετικών επιστημών, κάνει τον Ανδρέα Γεωργιάδη να είναι και να φαίνεται ως ο πλέον ιδιότυπος &#8211; και ας τον γνωρίζουν ελάχιστοι &#8211; ποιητής του χώρου μας.<br>Η προσπάθειά του, τηρουμένων των αναλογιών, παραπέμπει στον κόσμο των πολλαπλών προσωπείων του Καβάφη, με μια βασική ωστόσο διαφορά. Ο Καβάφης χρησιμοποιεί προσωπεία και σύμβολα από τον ευκολότερα αναγνωρίσιμο χώρο της ιστορίας, κάτι που μειώνει σημαντικά τον βαθμό διακινδύνευσης της επικοινωνίας του με τον αναγνώστη. Ο Ανδρέας Γεωργιάδης κάνει τα πάνω κάτω και κόβει ολότελα τις γέφυρες με τη γνωστή και δοκιμασμένη συμβολιστική, αντλώντας το υλικό του σχεδόν αποκλειστικά από τον απάτητο ποιητικά κόσμο της Βιολογίας, της φυσικής ή της Χημείας. Αναμετράται έτσι δημιουργικά με την ψυχρή και συναισθηματικά ανύπαρκτη επιφάνειά τους, μπαίνοντας σε ανάλογη καλλιτεχνική διακινδύνευση. Θέτει συχνά ενώπιον του ιδιόμορφες καλλιτεχνικές προκλήσεις, προκαλώντας με τη σειρά του κι εμάς να σκύψουμε χωρίς προκατάληψη πάνω απ&#8217; τις δύσβατες εκφραστικές του αναζητήσεις. Κινείται έτσι διαρκώς σε τεντωμένο σχοινί, με υπαρκτό ρίσκο να διαταράξει λεπτές ισορροπίες και να περιπέσει στο πνευματικό ευφυολόγημα ή την ευρηματική ατάκα.<br>Η δυσκολία για τον αναγνώστη έγκειται σχεδόν αποκλειστικά στην ειδική γνωσιολογική προπαίδεια, μια βασική προϋπόθεση για την άμεση και ακριβή πρόσληψη των νύξεων και υπονοουμένων των στίχων του.<br>Η προσεκτική όμως ανάγνωση ανταμείβει τελικά τον αναγνώστη, αφού τον φέρνει σε επαφή μ&#8217; ένα πρωτόγνωρο αισθητικό κλίμα, σπάνιο στο είδος του. Και δεν είναι λίγες οι στιγμές που πραγματώνεται μ&#8217; εκπληκτικό τρόπο μια σύμπνοια μορφής και ουσίας, όπου πνευματικές αγωνίες και ανθρώπινα πεπρωμένα αναδύονται δειλά &#8211; δειλά μέσα από απίθανα προσωπεία φυσικοχημικών και βιολογικών φαινομένων. Κι ενώ τούτο σε πρώτο πλάνο αιφνιδιάζει και προσλαμβάνεται καταρχήν ως διανοητικό παιγνίδι, εμβαθύνοντας στην ανάγνωση οδηγούμαστε στην εμβίωση μιας κρυπτικής κι επτασφράγιστης αισθαντικότητας.<br>Πρόκειται σίγουρα για μια ανοίκεια και διαφορετική φωνή με αναγνωρίσιμο ύφος, που διεκδικεί &#8211; παρά την ολιγογραφία και τις όποιες ουσιαστικές αντιρρήσεις- τον ελάχιστο χώρο της στο μωσαϊκό της νεότερης Κυπριακής ποίησης. Η επάνοδος εξάλλου του ποιητή, κάθε φορά με βελτιωμένους και εμπλουτισμένους ποιητικούς τρόπους, μας υποχρεώνει να του δώσουμε περισσότερη προσοχή κι ετοιμότητα αποδοχής αυτού που δεν συνηθίσαμε. Ακόμα κι αν δεν είναι πάντοτε βέβαιο, ότι κινείται εντός των ορίων της ποιητικής επικράτειας.</p>
<p>Δείγματα γραφής του Ανδρέα Γεωργιάδη:</p>
<p>Άκρατος έρως</p>
<p>Δε βιαστήκανε.<br>Αφήσανε τον έρωτα<br>να πάρει τον καιρό του,<br>να υποστεί τη ζύμωση.<br>Τώρα ακράτητοι<br>τον γεύονται άκρατο.</p>
<p>Ήρθες για να δεις</p>
<p>Ήρθες για να δεις<br>τα βαλσαμωμένα πουλιά.<br>Σε άγγιξα δοκιμαστικά<br>και μου απάντησες δετικά.<br>Σ&#8217; έφερα στην αγκαλιά μου<br>και τα χείλη μου συνάντησαν<br>την παρειά σου.</p>
<p>Πού ήσουνα ταριχευτή<br>να βαλσαμώσεις τη στιγμή;</p>
<p>Το άνοιγμα του διακόπτη<br>Αποδεδειγμένα<br>το άγγιγμά τους<br>άνοιξε τον διακόπτη.<br>Κι άρχισαν να φωτοβολούν!<br>Αυτή η φωτοβολία τους<br>δα διαρκέσει πολύ.<br>Η ερωτική φόρτιση<br>είχε κρατήσει χρόνια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Ο ποιητικός κόσμος του Γιώργου Μολέσκη</strong></h4>
<p>Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής του δημιουργίας</p>
<p>Στις καλύτερες του στιγμές ο Γιώργος Μολέσκης κρατά ψηλά τη συγκινησιακή ένταση των στίχων του. Κι αυτή με τη σειρά της μετριάζει τη ροπή του στην αναλυτικότητα και τον πλατυασμό, εκμαιεύοντας συχνά έναν απλό και ουσιαστικό λόγο.</p>
<p>Ξύπνα και σε φωνάζουν, μα μην πας.<br>Ακόμα δεν ξημέρωσε καλά.<br>Χτυπούν την πόρτα με σίδερα βαριά.<br>Χτυπούν&#8230; Χτυπά κι ο ήλιος<br>της παγωμένης γης την κρούστα,<br>χτυπά και το νερό<br>βαθιά μέσα στις φλέβες της&#8230;<br>Ω! πώς παγώνει μέσα μου το αίμα!<br>Μέσ&#8217; από δρόμους δα σε παν<br>από καιρό κλειστούς,<br>μέσ&#8217; από πόρτες σκοτεινές δα σε περάσουν.<br>Αυτοί που σε καλούν είναι εκείνοι&#8230;</p>
<p>«Κραυγή γυναίκας» (Μεγάλο που ήταν το φεγγάρι)</p>
<p>Οι στίχοι που διαβάσαμε έχουν μια αφοπλιστική αμεσότητα, με γλωσσική επιφάνεια κοινή και συνηθισμένη. Η δύναμή τους όμως έγκειται αλλού: Στο υψηλό επίπεδο συγκινησιακής εκκίνησης και στην θαυμαστικής εμπνοής θέαση των πραγμάτων τριγύρω. Εκπέμπεται με πειστικότητα μια βιωματική εμπειρία, χωρίς εκφραστικές ή άλλες εκζητήσεις. Κι επειδή κατά τεκμήριο είναι πολυγράφος ποιητής (πάνω από δέκα ποιητικά βιβλία), δεν πρέπει να προσεγγίζεται με σχολαστικά εργαστηριακή μεθοδολογία. Αλλιώς ο κριτικός του θα προσηλωθεί υπέρμετρα στο επιμέρους &#8211; αισθητικά όχι πάντα ομοιογενές &#8211; και θα παραβλέψει το εκτόπισμα της συνολικής προσφοράς του.<br>Διότι πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Γιώργος Μολέσκης δεν κατέθεσε ως τώρα μιαν πενιχρή και δύστοκη καρποφορία, αλλά δημιούργησε αντιθέτως ένα αυτοτελή και δικό του ποιητικό κόσμο. Κι αυτό αποτελεί αξιοπρόσεκτο επίτευγμα. Κατόρθωσε κάτι τέτοιο έχοντας ως όπλα του την αυθεντικότητα, μα και τη βαθιά αφοσίωση στην τέχνη της ποίησης.<br>Ας δούμε όμως ένα σύντομο ποίημα ποιητικής, όπως συνηθίσαμε να λέμε, με τον τίτλο «Ο ποιητής»:</p>
<p>0 ποιητής πάντα γυρίζει.<br>Ζωντανό νερό κυλά κάτω απ&#8217; τους πάγους,<br>την Άνοιξη τους σπάζει και ξανοίγεται<br>πλατιά μέσα στους κάμπους&#8230;<br>Ξεπλένει τις ντροπές, ξεπλένει το αίμα,<br>τα ερείπια καθαρίζει από τη σκόνη&#8230;</p>
<p>Ο ποιητής πάντα γυρίζει<br>κι όπου συναντήσει ένα παιδί<br>ξαναγεννιέται.</p>
<p>«Τα δέντρα στο Βορρά» (Κρυφό Τετράδιο, 1981)</p>
<p>Είναι ένα αρμονικά ισοζυγισμένο μικρό ποίημα, κλασικό στη δομή του, υπό την έννοια της μορφικής επεξεργασίας. Με εικονοπλαστική ευρηματικότητα και βαθιά ανθρωπιστικό πυρήνα, διαμορφώνεται παραστατικά το πορτρέτο του ποιητή. Αν ρίξουμε μια ματιά προς τα μέσα, ανιχνεύοντας την καλά κρυμμένη προεργασία, θα εντοπίσουμε στην κίνηση και στους αρμούς των στίχων<br>μια λιτή και συμπαγή αρχιτεκτονική.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Μυριάνθη Παναγιώτου- Παπαονησιφόρου</strong></h4>
<p><strong>H αυθεντική και πολύτροπη</strong></p>
<p>Στοχεύοντας να δώσω την αδρή λογοτεχνική φυσιογνωμία ης Μυριάνθης Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου, δεν έχω καρά να σχολιάσω συνοπτικά τη συλλογική της έκδοση Ανάδρομη Πλεύση, ένα βιβλίο που διατρέχει την ποιητική της παραγωγή μισού σχεδόν αιώνα (μέχρι πίσω στο 1965). Αλλά κι αυτό σίγουρα δεν είναι πλήρες, αφού η Μυριάνθη ευδοκίμησε με βραβεία και διακρίσεις και σε άλλα είδη, όπως την παιδική λογοτεχνία και το παραμύθι.<br>Η πρώτη εκδοτική της εμφάνιση ανάγεται στο έτος 1978, με συλλογή ποιημάτων κάτω από τον τίτλο Επιστροφή. Τα πρώτα αυτά ποιήματα διακρίνονται από διάχυτο λυρισμό και την αγάπη του τόπου και της ιστορίας του. Κάποια μάλιστα αντέχουν αισθητικά μέχρι σήμερα και δεν είναι καθόλου παράξενο, που επιλέγονται επανειλημμένα στις Ανθολογίες. Πέντε χρόνια αργότερα βλέπουν το φως της δημοσιότητας οι Ηρωικοί Απόηχοί, χωρίς ποιητικές ιδιαιτερότητες και με θεματική τον αγώνα ελευθερίας του 1955-1959, στον οποίο η ποιήτρια έλαβε ενεργά μέρος.<br>Η τρίτη ποιητική συλλογή της με τον τίτλο Άχρονη Φύση |1988) ήταν κάτι πολύ διαφορετικό. Εδώ δεν μιλούσε πληθωρική και κυρίαρχη η καρδιά, αλλά ο συγκινημένος υπαρξιακός στοχασμός. Ο αυθορμητισμός έδινε τη θέση του στην αφηγηματική και νηφάλια γραφή, σε μια φιλόδοξη στόχευση μιας ποιητικής κοσμογονίας. Ξεκινώντας οριακά απ&#8217; το χάος, η ποιήτρια διατρέχει λυρικο-επικά την ανθρώπινη εξελικτική περιπέτεια, φτάνοντας μέχρι τον κόσμο των δικών της προσωπικών αναμνήσεων. Σ&#8217; αυτό το βιβλίο, άνισο ως προς τις αισθητικές του πραγματώσεις, βρίσκουμε εντούτοις και μερικά από τα κατορθωμένα ποιήματα του συνόλου έργου της.<br>Μια δεκαετία αργότερα (1997) κυκλοφορεί το λυρικο-αφηγηματικό Γράμμα στον Αγνοούμενο, μαρτυρία και γραφή οδύνης για το ξαδέρφι που δεν γύρισε ποτές πίσω. Και σε μικρή μόνο χρονική απόσταση η ποιήτρια μας εκπλήσσει ξανά με νέα δημιουργία, που της δίνει τον τίτλο Στον κρατήρα του Ήλιου. Καμιά σχέση με τον προηγούμενο χαμηλόφωνο κι εκφραστικά συγκρατημένο<br>εκφραστικό τόνο. Οι στίχοι λυρικά μεγαλόστομοι και κοφτοί εξακοντίζονται με ένταση και σουρεαλιστικές εξάρσεις από τα βάθη μιας ψυχής, που αναμετριέται αξιοπρεπώς στην κονίστρα των λογής υπαρξιακών προσκλήσεων. Έτσι γι&#8217; άλλη μια φορά η ποιήτρια πείθει ότι μπορεί ν&#8217; ανανεώνει με ευχέρεια το ψυχο-πνευματικό υπέδαφος που της αρδεύει την έμπνευση, προσφέροντας κάθε φορά μια νέα ανθοφορία.<br>Είχα γράφει κάποτε σ’ αυτό το βιβλίο το ακόλουθο χαρακτηριστικό σχόλιο:</p>
<p>&#8230;Η Μυριάνθη κατορθώνει πλέον να αισθητοποιεί τις εμπειρίες και τις ιδέες της, μεταπλάθοντάς τες σε ψηλαφητή ύλη αυθεντικών και ζωντανών εικόνων από τη φύση, της οποίας γνωρίζει καλά τα μυστικά και τη γλώσσα Συνδυάζει επιτυχώς τη λυρική ευαισθησία που πάντα τη διέκρινε, με εκφραστική τόλμη και ρωμαλεότητα. Συνθέτει τελικά ένα ποιητικό πανόραμα ενιαίο και συμπαγές αλλά και στα μέρη του σφριγηλό και παλλόμενο, όπως είναι κάθε σωστή και ισορροπημένη δημιουργία.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>Η επίμοχθη απόσταξη του Γιάννη Ποδιναρά</strong></h4>
<p>Ο Γιάννης Ποδιναράς πρωτοεμφανίστηκε εκδοτικά στην ποίηση το 1996, με την ποιητική συλλογή Ένα πράσινο θολό. Απ&#8217; ό,τι γνωρίζω κι από τις κριτικές που έχω υπόψη, η δουλειά του κρίθηκε ως σοβαρή και ποιοτική για πρώτη εμφάνιση.<br>Μια δωδεκαετία αργότερα, επανήλθε ο Ποδιναράς, όχι φυσικά δριμύτερος &#8211; όπως συνηθίζουμε να λέμε – αλλά πιο έμπειρος και αποσταγματικότερος. Το νέο ποιητικό του βιβλίο έχει τον τίτλο Φαράγγια των Αγγέλων, με ό,τι θα μπορούσε συνειρμικά να σημαίνει κάτι τέτοιο. Πάνω από τα συμβολικά αυτά φαράγγια των αγγέλων σηκώνει συχνά ο ποιητής με τους στίχους του την ψυχή μας, και τη μετεωρίζει σε μια άσκηση βάθους. Τον διαβάζουμε σ&#8217; ένα απόσπασμα από τα «Ταξίδια στο άπειρο»:</p>
<p>Υπάρχεις στο σκοτεινό ποτάμι<br>της μύχιας ταραχής.<br>Στην τεντωμένη χορδή της πλήρωσης<br>και της λιγοθυμιάς του ονείρου.<br>Γύρισε ο καιρός.<br>Σήκωσε το τραγούδι μας<br>να οριοθετήσει ταξίδια στο άπειρο.</p>
<p>Το πρώτο μέρος της συλλογής, με οκτώ σχετικά σύντομα ποιήματα, μας πείθει χωρίς αμφιβολία για την τεχνική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή. Με πρόδηλη την ερωτική θεματική, διαβάζουμε λιτούς και άρτιους στίχους, που διανοίγουν σχεδόν πάντοτε μια υπερβατική προοπτική:</p>
<p>Ένα κύμα στα μέλη.<br>Ένα μαχαίρι από ήλιο<br>χάραξε το γυμνό σώμα<br>βυθίζοντας το φως<br>σ&#8217; αμμουδερά πηγάδια.<br>Θαλασσινά νερά<br>στέγνωσαν τη δίψα μας.</p>
<p>από το ποίημα «Στους βυθούς του ανείπωτου»</p>
<p>Στο δυνατής λυρικής έντασης ποίημα «Κραυγή της Άνοιξης», η κορύφωση επιτυγχάνεται με την κλιμακωτή επανάληψη της λέξης «λευκό», η οποία, επανερχόμενη κάθε φορά σε διαφορετικό σημασιολογικό επίπεδο, φορτίζει το ποίημα με μια ιδιαίτερη δυναμική. Μια δυναμική που οδηγεί τελικά σε λυτρωτική διέξοδο. Κι έτσι φαίνεται να δημιουργείται η καλή τέχνη, ακολουθώντας συνειδητά ή ασυνείδητα αρχετυπικά πρότυπα ρυθμών και παραστάσεων, που εμφωλεύουν βαθιά μέσα μας. Καταγράφω το ποίημα, για να μπορέσω στη συνέχεια να συμπληρώσω τον σχολιασμό μου.</p>
<p>Αγγίζω τη φωνή<br>κι ο νους μου σαλεύει.<br>Λευκό του ρίγους,<br>των αθώων στεναγμών.<br>Λευκό της πέτρας που ακινητεί προσμένοντας.<br>Της αέναης αφής.<br>Της αμφίδρομης ροής.<br>Της πλήρους αποδοχής και άφεσης.<br>Λευκό των βέβαιων χρόνων.<br>Άτρωτη όχθη στων ημερών την οργή.<br>Γυμνό βύθισμα στο γενναίο φως<br>που χύνεται στο λευκό χέρι<br>και σε παίρνει πέρα<br>στην ανελέητη κραυγή<br>της Άνοιξης.</p>
<p>…/…</p>
<p></p>
<h4><strong>H ιδιότυπη λυρική φωνή της Έλενας Τουμαζή &#8211; Ρεμπελίνας</strong></h4>
<p>Α. «Αυτοί οι άνθρωποι μου κλείνουν το δρόμο»</p>
<p>Την Έλενα Τουμαζή την πρωτοσυνάντησα ποιητικά πριν από πολλά χρόνια, σε έναν τόμο των εκδόσεων Χρ. Ανδρέου για την Κυπριακή Λογοτεχνία. Η εντύπωση που μου άφησε ήταν και έντονη και διαρκής. Με κατέκλυσε απ&#8217; την πρώτη στιγμή το σαγηνευτικό άρωμα μιας αποκλίνουσας στη ψυχική και καλλιτεχνική έκφραση ιδιοσυγκρασίας, που αναπαράσταινε την καθόλου βιωματική μνήμη της στον αντίποδα της όποιας κοινότοπης και αναμενόμενης εκφραστικής. Ήταν ένα ποίημα με πρωτογενή και καθαρά προσωπικό λυρισμό, σημειολογία αινιγματική και συγκρατημένη συναισθηματική κύμανση. Η αλληλοδιάδοχη κίνηση των στίχων, η εναλλαγή των πρωτότυπων εικόνων και το επανερχόμενο σε διαφορετικά συγκινησιακά επίπεδα μοτίβο («αυτοί οι άνθρωποι»), με έπειθαν πως δεν επρόκειτο για ποιήτρια της σειράς.<br>Το ποίημα «Αυτοί οι άνθρωποι μου κλείνουν το δρόμο»,<br>από τη συλλογή Ο μικρός τυφλοπόντικας και ο ήλιος, έκδοση 1972 (στο οποίο και αναφέρομαι), το κράτησα στη μνήμη &#8211; έστω με κάποια εξωποιητικά ερωτηματικά – και το διάβαζα κάθε φορά που δινόταν μια ευκαιρία. Κίνητρό μου ήταν να επαναβεβαιώσω την αλήθεια, ότι την καλή ποίηση δεν τη φτιάχνει ο συναισθηματισμός κι η βαθυστόχαστη νοησιαρχία, αλλά η αυθεντικότητα της φωνής και η ποιότητα της συνειρμικής δυναμικής. Αυτή η δραστικότητα της μορφής δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως εξωτερικό στοιχείο, αφού ταυτίζεται και αναδεικνύει το ίδιο το περιεχόμενο, από το οποίο και οργανικά προκύπτει. Θα προσεγγίσω τμηματικά το κομβικό αυτό για τη δημιουργό ποίημα, που εμπεριέχει όλα τα στοιχεία της λυρικής της ιδιοτυπίας.</p>
<p>Αυτοί οι άνθρωποι μου κλείνουν τον δρόμο<br>με τους ωκεανούς των ματιών τους<br>και την εικόνα του παράδεισου<br>ζωγραφιστή στα βλέφαρα</p>
<p>Μια προφανής αντιμαχία διατρέχει εξαρχής το ποίημα. Οι επιμέρους στίχοι, όπως και η αλληλουχία των στιχουργικών μονάδων, μεταφέρουν διαλεκτικά συγκρουόμενα φορτία σε μια κρίσιμα κορυφούμενη εσωτερική διελκυστίνδα. Οι κατ&#8217; αίσθησιν μνήμες της δημιουργού δεν διαγράφονται μονοεπίπεδα, αλλά με σύνθετη δομή κρατούνται &#8211; επώδυνα ως φαίνεται &#8211; σε αγωνιώδη ισορροπία:<br>«Οι ωκεανοί των ματιών» και «η εικόνα του παράδεισου» διχάζουν και βασανίζουν την ψυχή, αφού την οδηγούν σε μια γλυκιά και δύσκολα αποτινάξιμη αιχμαλωσία. Είναι το αντικείμενο του πόθου, συνάμα όμως κι ο ιστός της αράχνης που παρεμβάλλεται ως εμπόδιο σε μιαν άλλη ανάγκη, εκείνη της ελεύθερης ανοιχτής θέασης. Από τον επιτυχή διττό συμβολισμό των πρώτων τούτων εικόνων εκπηγάζει και το πρώτο ευχάριστο ξάφνιασμα του αναγνώστη. Τον κατακλύζει ένα απροσδιόριστο ρίγος, από το γεγονός ότι εκφράζεται ενοποιητικά και με αφοπλιστική υποβολή και ενάργεια μια θεμελιακή και αντίρροπη στη φύση της κατάσταση της ύπαρξης…./…</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h2>&nbsp;</h2>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Εντόπιο ρίγος</strong></h4>
<h4><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ</strong></h4>
<p>Ποίηση από αυθεντικά παραδοσιακά υλικά</p>
<p>&#8230;Ο ποιητής ξαναζωντανεύει το κυπριακό τοπίο, χωρίς μεγαλόστομες πατριδολατρικές ρητορείες, αλλά με σεμνούς χαμηλότονους ήχους και εικόνες, νηφάλιες και απαλές, χωρίς φαντασμαγορικά εφέ επίπλαστης και κραυγαλέα επιδεικτικής νεωτερικότητας.</p>
<p>Ο Ανδρέας Πετρίδης φτιάχνει ποίηση από αγνά, αυθεντικά, παραδοσιακά υλικά. Τον εμπνέει το κυπριακό τοπίο, η χλωρίδα και η πανίδα της πατρίδας μας, η θάλασσα κι ο ουρανός της, τα ξεροτόπια της. Και σέβεται όλα τα υλικά του, τα περικλείει με περίσσια θαλπωρή κι αγάπη. Δεν τα μαγαρίζει νοθεύοντας ή εμβολιάζοντας τα με επισφαλείς πειραματισμούς εν είδει νεωτερικών προσεγγίσεων.</p>
<p></p>
<p>Στην υπό παρουσίαση συλλογή που φέρει τίτλο: «Εντόπιο ρίγος» και υπότιτλο: «Αναγραφή τελευταία» και κυκλοφόρησε το Μάρτιο του 2013 με ιδιωτική έκδοση, ο ποιητής ξαναζωντανεύει το κυπριακό τοπίο, χωρίς μεγαλόστομες πατριδολατρικές ρητορείες, αλλά με σεμνούς χαμηλότονους ήχους και εικόνες, νηφάλιες και απαλές, χωρίς φαντασμαγορικά εφέ επίπλαστης και κραυγαλέα επιδεικτικής νεωτερικότητας. Τόσο ο χώρος, όσο και το ύφος είναι συνειδητές επιλογές. Ο Α.Π. μοιάζει να μην θέλγεται από αυτό που συνηθίσαμε ν’ αποκαλούμε αστική ποίηση. Επιλέγει τον καμβά της υπαίθρου για να εξωτερικεύσει συναισθήματα, προβληματισμούς, σκέψεις, έγνοιες αλλά και μνήμες, μνήμες που είναι λειτουργικά ζώσες.</p>
<p>Συχνά – πυκνά, ο ποιητής αρέσκεται να αξιοποιεί τη θρησκευτική, εκκλησιαστική σημειολογία και ορολογία, προκειμένου όμως ν’ αναφερθεί σε μια καταφανώς ευρύτερη θεματική με μια κατά βάση υπαρξιακή απόχρωση: «Ναοί αδειανοί, βουβά κωδωνοστάσια / αλλοτινής λατρείας / τώρα σημάδια / εμπύρετου μόνο περάσματος. / Οι προσευχές σου εσπερινά πουλιά / με κέρινα φτερά σωριάστηκαν / στο πρώτο άγγιγμα των ακτινών, / κι η βασιλεία των ουρανών / άδειος πια θρόνος…». (σελ. 23)</p>
<p>Σ’ ένα άλλο συναφές παράδειγμα – και χωρίς καμιά διάθεση ή πρόθεση θρησκευτικής νουθεσίας – ο ποιητής επιχειρεί ενδοσκοπικές βυθομετρήσεις, χρησιμοποιώντας ως εφαλτήριο ή βατήρα το τοπίο γύρω από τη Μονή Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο, την εγκλείστρα του Αγίου κλπ, συνοψίζοντας: «μπορείς κι εσύ να λαξέψεις / την κρύπτη σου ή την πίστη σου / και να την δοξάσεις». (σελ.16)</p>
<p>Παρά το «υπαίθριο» εξωτερικό της περίβλημα, η ποίηση του Α.Π. είναι βαθιά ενδοσκοπική, είναι ποίηση εσωτερικού χώρου. Η ματιά του ποιητή είναι μονίμως στραμμένη προς τα μέσα: «Μοίρα μας να ταξιδεύουμε / σαν δέντρα με βαθιές ρίζες / σε υπόγεια νερά…». (σελ. 25) Στο ίδιο ποίημα, που φέρει τίτλο «Ταξίδι εντός μας», ο ποιητής ξεδιπλώνει διάφανα και πτυχές της ποιητικής του: «παρόμοια όπως / δέντρο φυτεύεις σαν κουραστείς / κι ο ποιητής ετοιμάζεται / για τον επόμενο στίχο». (σελ. 25)</p>
<p>Τον ποιητή απασχολεί έντονα εκείνο το μεταιχμιακό σημείο μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ χαράς και λύπης, φωτός και σκοταδιού. Και το προσεγγίζει με βαθύτατο λυρισμό και έντονη φιλοσοφική διάθεση: «… δεν θέλει πολύ να ξέρεις / κι απ’ τον ελάχιστο πηλό ακόμα / που σχηματίζει το δάκρυ στο χώμα, / για να προβάλουν σαν τ’ άστρα στον ουρανό / τ’ άνθη εκείνα τα χρυσά που ονόμασες / δάκρυα της Παναγίας…». (σελ. 27)</p>
<p>Η ποίηση του Α.Π., σχεδόν στο σύνολό της, έχει βαθύτατο υπαρξιακό υπογάστριο. Κι η μέγιστη αγωνία του ποιητή αφορά την έλευση του τέλους, σε συνάρτηση βεβαίως με τη φιλοσοφική κατηγορία του χρόνου, κυρίως του παρελθόντος. «Αργά &#8211; αργά περιστρέφεται / η σφαίρα της γης, / ίδια παιδικό παιγνίδι… / Κι άτακτα δεξιά ζερβά / μυρίζοντας το καθετί / ανήσυχα εντοπίζεις / τον χρόνο να τραβά τα λουριά / στα δάκτυλα ξάφνου να μετριούνται οι γύροι…». (σελ. 28)</p>
<p>Στην ποίηση του Α.Π. οι θεματικές της εξύμνησης της πατρίδας με τις θεματικές της αναζήτησης του θείου, της θεότητας ή θεϊκότητας δηλαδή, συχνά συμπλέκονται και εφάπτονται. Έξαλλου και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ο καμβάς όπου στρώνει τα χρώματα του το πινέλο του ποιητή είναι το κυπριακό υπαίθριο τοπίο: «Στραγγίζεις τη λίγη υγρασία / από τον κόνιζο και τ’ άγριο θρουμπί / και ταπεινά δοξάζεις / μια στρογγυλή γούβα νερού &#8211; / του τόπου γνήσιο αγίασμα / και της Θεάς οπωσδήποτε / ιερά λουτρά». (σελ. 14)</p>
<p>Η ποίηση του Α.Π. είναι βεβαίως και βαθιά κυπροκεντρική. Το κυπριακό ηχόχρωμα υπάρχει παντού. Ενίοτε φυσικά προβάλλει και η κυπριακή προβληματική. Και κυρίως απασχολούν τον ποιητή τα αδιέξοδα μας: «Ούτε που ξέρεις / ποιο δρόμο να πάρεις, / κι εύκολα ξεχνάς / πού είναι η πλώρη / πού είναι η πρύμνη / σ’ ένα νησί με πολλά ακρωτήρια / πολλούς δείκτες στη θάλασσα». (σελ. 31)</p>
<p>Το κυπριακό τοπίο τον εμπνέει συνεχώς, πότε με ενδοσκοπική, πότε με λυρική ή φυσιολατρική διάθεση και πότε με προδιαγραφές αγνής φιλοπατρίας, αλλά μακριά από πομπώδεις εκφράσεις και ηχηρά λεκτικά σχήματα. Η φιλοπατρία του ποιητή εκδηλώνεται γήινα, χαμηλόφωνα και σεμνά: «Κι αν κάπως συχνότερα μιλάμε / για τον Πενταδάκτυλο / είναι γιατί / μοιάζει χτυπημένο πουλί / με δυο φτερούγες / καρφωμένες στο χώμα». (σελ. 32)</p>
<p>Ο ποιητής συνομιλεί και με το καράβι της Κερύνειας, από το ύψος του σήμερα και αναφερόμενος στο τώρα. Εκείνο που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι οι ρίζες, οι ιστορικές καταβολές του τόπου του. Μιλά για «όψιμους λογχοφόρους», «που ψάχνουν ανήσυχα το ξύλο / για δικά τους σημάδια / και γράμματα βρίσκουνε μόνο / που δεν μπορούν να διαβάσουν / πάνω στ’ αγγεία». (σελ. 35).</p>
<p>Ο Α.Π. είναι γενικά ένας ολιγόγραφος ποιητής, που παιδεύει την δουλειά του, επεξεργαζόμενος τους στίχους του ξανά και ξανά. Κι αφήνει ένα ποίημα χρόνια και χρόνια στο συρτάρι του, να ωριμάσει και να δοκιμαστεί στο χρόνο. Έχω την άποψη πως το αισθητικό αποτέλεσμα, τουλάχιστον στα πλείστα από τα 28 ποιήματα της συλλογής, τον δικαιώνει.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ</strong></h4>
<p>εφημερ. ΑΛΗΘΕΙΑ, 03.07.14</p>
<p>&#8220;Εξ Αφορμής&#8221; και &#8220;Εντόπιο Ρίγος&#8221; Α. Πετρίδη ( γράφει Μ. Πυλιώτου )<br>1.Εξ αφορμής. Αισθητικές προσεγγίσεις. 2.Εντόπιο ρίγος: Αναγραφή τελευταία (ποίηση).</p>
<p>Με ιδιαίτερη χαρά η Σελίδα μας προτείνει σήμερα δύο βιβλία. Και τα δύο ανήκουν στον γνωστό ποιητή και μελετητή λογοτεχνίας Ανδρέα Πετρίδη. Ο συγγραφέας γεννήθηκε το 1948 στην Τρεμιθούσα της Πάφου. Σπούδασε Ιατρική στη Γερμανία και ειδικεύτηκε στην Παιδιατρική. Από το 1980 εργάζεται ως ιδιώτης γιατρός. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και για μακρά περίοδο αντιπρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου. Υπήρξε συνανθολόγος της Παγκύπριας Ανθολογίας ποίησης «Οργής και Οδύνης &#8211; Εκατόν φωνές» (2000).<br>Ο Ανδρέας Πετρίδης έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Έχει, επίσης, μεταφράσει ποίηση του Μπρεχτ και του Ρίλκε. Παράλληλα δημοσιεύει κείμενα λογοτεχνικής κριτικής κι αποτελεί μια από τις πιο εξέχουσες πνευματικές μορφές της Πάφου.</p>
<p>Να ξεκινήσουμε με τις «Αισθητικές Προσεγγίσεις-Εξ αφορμής», που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Πρόκειται για ένα αξιόλογο τόμο άνω των 200 σελίδων, όπου περιλαμβάνονται κριτικές ποιητικών βιβλίων, μα και πιο εκτενείς μελέτες για ποιητές, γνωστών και λιγότερο γνωστών, που ωστόσο το έργο τους έχει αφήσει τα χνάρια του στη λογοτεχνία του τόπου μας. Πιστεύω πως αξίζει ν&#8217; αναφερθούν όλα τα ονόματα των ποιητών μας που ο Ανδρέας Πετρίδης κάνει σύντομες αλλά σημαντικές κριτικές αναλύσεις κάποιου έργου τους ή ακόμα και στο σύνολο της προσφορά ς τους. Στον τόμο, λοιπόν, αναφέρονται τα ονόματα των Μάριου Αγαθοκλέους, Ανδρέα Γεωργιάδη, Δημήτρη Γκότση, Σοφοκλή Λαζάρου, Ανδρέα Μακρίδη, Γιώργου Μολέσκη, Πολύβιου Νικολάου, Μυριάνθης Παναγιώτου-Παπαονησιφόρου, Ανδρέα Παστελλά, Μιχάλη Πιερή, Αντώνη Πιλλά, Γιάννη Ποδιναρά, Μόνας Σαββίδου-Θεοδούλου, Έλενας Τουμαζή-Ρεμπελίνας, Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Κυριάκου Χατζηλουκά. Ακολουθούν «Χωρίς Σχόλια» άλλες πέντε ποιητικές αναφορές -«Συναντήσεις», όπου ο συγγραφέας επιλέγει και προτείνει ποιήματα, πολύ σημαντικά πιστεύω, και σωστά ο κ. Πετρίδης αποφεύγει τα σχόλια. Εξάλλου, δεν είναι πάντα απαραίτητα. Να μην ξεχνάμε πως και μονάχα η επιλογή ποιητών και ποιημάτων (π.χ. σε Ανθολογίες) αποτελεί κριτική αποτίμηση. Έτσι έχουμε δείγματα γραφής της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, της Ειρήνης Χατζηλουκά-Μαυρή, της Νάσας Παταπίου, του Νίκου Ορφανίδη και της Αντριάνας Ιεροδιακόνου. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι κι αυτό με το οποίο ο συγγραφέας καταλήγει στο Προλογικό του Σημείωμα: «Κύρια επιδίωξή μου, αν ευδοκιμήσει τελικά, είναι η διάνοιξη επικοινωνίας του αναγνώστη με τη βαθύτερη καλλιτεχνική αλήθεια των ποιητών και της συγκεκριμένης δημιουργίας των».</p>
<p>Ο μελετητής Ανδρέας Πετρίδης, λοιπόν, κρίνει, προβληματίζει και προβληματίζεται και αυτοκρίνεται, σε μια προσπάθεια να φτάσει σ&#8217; ένα αποτέλεσμα ικανοποιητικό για τον ίδιο πρώτιστα και για τον ενδιαφερόμενο, βέβαια, αναγνώστη: «Μέρος αυτών των δοκιμιακών εργασιών», όπως ο ίδιος υποσημειώνει, «έχουν προδημοσιευτεί στο προηγούμενό μου βιβλίο (2010) με τον τίτλο «Ποιητές και Ποιήματα &#8211; Μια Εμπειρική Αισθητική». Η επαναφορά τους γίνεται μετά από περαιτέρω κριτική επεξεργασία και επιμέρους αλλαγές που έχουν προκύψει».<br>Προτού προχωρήσω στο δεύτερο βιβλίο, το ποιητικό «Εντόπιο Ρίγος. Αναγραφή Τελευταία», θα &#8216;θελα να αναφέρω την εκδοτική αρτιότητα του «Εξ αφορμής» με το υπέροχο εξώφυλλο του Δημήτρη Κατσώνη.<br>Το «Εντόπιο Ρίγος» περιέχει 28 ποιήματα χωρισμένα σε τρεις ενότητες: Το Εντόπιο Ρίγος, Διαλογισμοί, Ένα Νησί. Όλα τα ποιήματα είναι γραμμένα σε μοντέρνα τεχνοτροπία, με σουρεαλιστικά σκόρπια στοιχεία που δένονται αισθητικά κι αποτελούν κάθε φορά κι ένα ενδιαφέρον σύνολο. Επίσης, και στις τρεις ενότητες κυριαρχεί το τοπίο, ιδιαίτερα της Πάφου, με το φως, το μύθο, τη θάλασσα, τον ουρανό, τη γη με τα κυκλάμινα, την ιστορία, τις παραδόσεις, τα μοναστήρια. Μαζί μ&#8217; αυτά και η ψυχή του ανθρώπου. Κι η αγωνία του «σε μια ζωή που όλο αλλάζει/το πρόσωπό της κάθε μέρα» (Όστρακο, σελίδα 24).<br>Ενδιαφέρουσα και η ποίηση του Ανδρέα Πετρίδη, μια ποίηση που φέρει &#8211; κι αυτό είναι το πιο σημαντικό &#8211; την προσωπική σφραγίδα του ποιητή, μια γραφή ιδιόμορφη, κι αυτή η ιδιομορφία παρατηρείται και στις κριτικές και τα δοκίμιά του.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ</strong></h4>
<p>Το βιβλίο του Ανδρέα Πετρίδη, Ποιητές και Ποιήματα: Μια εμπειρική αισθητική, έκδοση του 2010, αποτελεί ένα εξαιρετικό πόνημα εντρύφησης στην εμπειρική αισθητική και στη συνειδητοποίησή της, ως εργαλείο κριτικής των ποιητικών έργων.<br>Πολλές φορές η κριτική απαξιώνεται από τους δημιουργούς, είτε αυτοί είναι ποιητές, τεχνίτες του λόγου ή οποιοιδήποτε άλλοι δημιουργοί, καθότι αποτελεί, κατά πολλούς, απλώς την υποκειμενική αντίκριση ενός έργου μέσα από τους φακούς εστίασης του εκάστοτε κριτικού είτε αυτοί είναι ιδεολογικοί, φιλοσοφικοί, λογοτεχνικοί, υπό την άποψη των λογοτεχνικών ρευμάτων που ασπάζεται ο εκάστοτε κριτικός, ή οποιοιδήποτε άλλοι φακοί. Από την άλλη, δεν είναι λίγες οι φορές που η κριτική «υφαρπάζεται» από τους κριτικούς ως η ευκαιρία για επίδειξη γνώσεων μέσα από ένα επιτηδευμένο τεχνοκρατικό λόγο που ελάχιστα «μιλά», για την προώθηση ημετέρων και την απαξίωση αλλοφρόνων. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά, η εκάστοτε κριτική κινείται συνήθως στο μεθόριο της άρνησης και της αποδοχής, της αξίας και της απαξίωσης, της λογικής και του συναισθήματος.</p>
<p>Ο Ρολάν Μπαρτ έλεγε, ότι «η κριτική πρέπει να παραληρεί», εννοώντας ότι πρέπει να συμπεριφέρεται όπως η λογοτεχνία. Παρότι έχει επανειλημμένα υποστηριχθεί ότι η κριτική δεν είναι ομοούσια με τη λογοτεχνία, στο βιβλίο του Ανδρέα Πετρίδη, ενυπάρχει κατάφυτη η λογοτεχνία εν είδη πανεύοσμων λογοτεχνικών ανθέων. Πολύ συχνά ο συγγραφέας εμπνεόμενος από το έργο των ποιητών που κρίνει δημιουργεί κάλλιστα λογοτεχνικά ευρήματα χωρίς «φιλολογικές ή άλλες εξωποιητικές διανοίξεις». Ο συγγραφέας φωτίζει με επιδεξιότητα την «αισθητική δυναμική» των ποιητικών έργων που κρίνει και συλλαμβάνει με τα ευαίσθητα αισθητήριά του «την αύρα θαυμαστικής θέασης των πραγμάτων» που αυτά εκλύουν. Η λεπτομερής «διερευνητική περιδιάβαση» που κάνει δεν αφήνει περιθώρια να χαθούν από το «αισθητικό και ερμηνευτικό νυστέρι» του τα οποιαδήποτε «πλεονάζοντα φορτία ψυχοπνευματικής έντασης» και τη «μεταφυσική αχλή της εικονοποιΐας» όπου αυτή εντοπίζεται.<br>Τα σχόλιά του καίρια καλύπτουν τόσο τη δυναμική της ποιητικής δομής και τις διακυμάνσεις του «ποιητικού εκκρεμούς», τη μορφική διαστρωμάτωση των ποιημάτων, την αλληλουχία των στιχουργικών μονάδων, την «εύστοχη γλωσσική μορφοποίηση» και την «αρμονία στις κινήσεις κορύφωσης και ανάπτυξης του ποιητικού λόγου». Η «συγκινησιακή ένταση των στίχων», η αρχιτεκτονική στην «κίνηση και στους αρμούς των στίχων», είναι επίσης κριτικά κριτήρια για την εμπειρική αισθητική του Ανδρέα Πετρίδη. Η «ιχνηλάτηση κορυφώσεων» και η «αρμονικότητα της ταλάντωσης» της κειμενικής μορφής» επίσης εντοπίζονται και αξιολογούνται.</p>
<p>Ο ευαίσθητος ποιητής και κριτικός Ανδρέας Πετρίδης μας περιγράφει με ιατρική ακρίβεια τα συμπτώματα της συναισθηματικής έντασης που αισθάνεται όταν το εναργές κριτικό βλέμμα του αντικρύσει ένα ζωντανό και ομιλούντα στίχο. Μας εξηγεί: «Η συναισθηματική ένταση αυξάνεται απότομα, με αποτέλεσμα μια ανεξήγητα γλυκιά ταραχή. Ένα πρώτο κύμα αισθητικής ηδονής νιώθουμε ήδη να εκλύεται μέσα μας». Τα κύματα «ποιητικής δραστικότητας» που αισθάνεται ο Ανδρέας Πετρίδης είναι τεράστια και είναι φορές που κτυπούν καίρια τις «χορδές της υπαρξιακής του συνειδητοποίησης». Αλλού μας εξηγεί πώς οι εύστοχοι στίχοι οδηγούν τον αναγνώστη σε μια «δύσκολα αποτινάξιμη αιχμαλωσία» και τον «κατακλύζει ένα απροσδιόριστο ρίγος». Την «αφοπλιστική υποβολή και ενάργεια» διαδέχεται η «μοιραία φαντασιακή αναπόληση».<br>Μια «πηγή φωτακτίνων», μια «ριγηλά στοργική μελωδία», μερικές «εναλλασσόμενες υπερβατικές εικόνες», μια «υπόγεια ζωηφόρα αύρα» και κάποιοι «υποβλητικοί οραματικοί διάλογοι» είναι αρκετά για να διαπεράσουν, όλους τους σωματικούς και πνευματικούς «ιστούς της ύπαρξής του». Με τις «αισθητικές κεραίες» του δεν αφήνει να χαθούν στο ανερμήνευτο στίχοι που οδηγούν σε «δυνατές εκτινάξεις σε χώρους μια άλλης οντολογικής και υπαρξιακής εμπειρίας», συλλέγει το «επώδυνο απόσταγμά» τους και οδηγείται σε «απίθανους συνειρμούς μια ιδιότυπης αισθαντικότητας». Μεταπίπτει συχνά από τη «διέγερση του αισθητικού εκκρεμούς», στην «αισθητική ικανοποίηση» και στην «κλιμακούμενη προσμονή» και από την «αισθητική ηδονή» στην καθαρτική ικανοποίηση» και στη «λυτρωτική διέξοδο». Ένα απρόβλεπτο «κυμάτισμα της μορφής» είναι αρκετό για να νιώσει τον άυλο πτερυγισμό και τη «λαχτάρα στο στήθος» που «εκτινάσσουν συχνά τη ψυχή και το πνεύμα σε χώρους μιας ουσιαστικότερης και βαθύτερης εμπειρίας».<br>Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τα πνευματικά τοπία της αισθητικής και σκηνογραφεί το υπόστρωμα και τις λεπτές αναλογίες της εμπειρικής αισθητικής που βιώνει. Μετεωρίζεται σε «ασκήσεις βάθους» μας γνωρίζει γίγαντες στίχους για πολλούς αόρατους. Μας ζωγραφίζει με το λόγο του «συμπαγείς λυρικούς πυρήνες καλοδουλεμένων στίχων» και «δωρικούς αγαλμάτινους στίχους». Οι «διαιώνιες και μυστηριακές», οι χειμαρρώδεις διαδρομές» των λέξεων είναι αφετηρίες για να μια «υπερφυσική μεταβολή του τοπίου». Ενός τοπίου με διάσπαρτους «υψιπέτες στοχασμούς» και «συστοιχίες ιονικών κιόνων».<br>Για τον Ανδρέα Πετρίδη η αφαίρεση είναι η «απελευθέρωση του μυαλού από μια ενεργοβόρα φυγόκεντρη πολλαπλότητα», μια «χαλάρωση από τη στοχαστική πολλαπλότητα». Πολύ συχνά χρησιμοποιεί ιατρικούς και βιολογικούς όρους, οι οποίοι μέσα από τη λογοτεχνική του υπόσταση τους μεταποιεί σε ποιητικούς πυρήνες. Έτσι εντοπίζουμε μέσα στα κείμενά του το «ερμηνευτικό και αισθητικό νυστέρι», τα «καταπραϋντικά που τον κατακλύζουν», την «αισθητική εργαστηριακή λαβίδα», τη «στοχαστικότητα που μεταβολίζεται σε βαθύτερη αίσθηση». Εντοπίζει ακόμα την «εκτονωτική καλλιτεχνική βαλβίδα», τους «ιστούς της ύπαρξής μας», τις «αισθητικές κεραίες», τη «λεπταίσθητη ποιητική βελόνα» και τη «βιολογική ζωτικότητα»<br>Η «λογοτεχνική και αισθητική γεύση» του συγγραφέα μάς επιτρέπει να αισθανθούμε την «έμπνοη ύλη» και η πνευματική του υπόσταση να ταξιδέψουμε σε ενορατικές διαστάσεις που «διαχρονίζουν τους χρόνους και διαποτίζουν τους τόπους». Νιώθουμε μάς λέει «να φανερώνεται, ως ψηλαφητή αίσθηση, κάτι απ’ την ουσία του άρρητου και αυτό είναι που μας συναρπάζει». Ο «ερμηνευτικός και αναλυτικός φωτισμός» του είναι ικανός να φωτίσει τα στοιχεία των ποιημάτων που οδηγούν στην «ευδαιμονική ενατένιση», που συνδιαλέγονται με το συλλογικό υποσυνείδητο. Εντοπίζει την «μεταποίηση του επίκαιρου», τον «κρυσταλλωμένο λυγμό και το πικρό δάκρυ», τον «ασίγαστο ρεμβασμό», τη «νοσταλγική αναπόληση».<br>Λογοτεχνικότατοι είναι και οι ευρηματικοί τίτλοι που ο Ανδρέας Πετρίδης χαρίζει στα κριτικά κείμενά του. Αναφέρω τα εξής παραδείγματα: «Ανοίγοντας όστρακα της ποιητικής δημιουργίας», «Ιχνηλατώντας τα υψίπεδα της ποιητικής δημιουργίας», «Η ελλειπτική φωνή», «Η επίμοχθη ποιητική απόσταξη», «Ο ηδύφθογγος λόγος».<br>Το βιβλίο του Ανδρέα Πετρίδη Ποιητές και Ποιήματα: Μια εμπειρική αισθητική, αποτελεί και για μας που το μελετήσαμε μια «καλλιτεχνική βαλβίδα εκτόνωσης της ψυχικής και πνευματικής δοκιμασίας» που περνούμε σε καιρούς αφιλίας και σκληρότητας, σε χρόνους εξαθλίωσης και απαξίωσης, σε τόπους ιδιοτέλειας και αγανάκτησης. Αδιαμφισβήτητα το εν λόγω βιβλίο είναι ένα έργο που πρέπει ο κάθε ποιητής να διαβάσει, ένα έργο που ενδιαφέρει τα μέγιστα τον κάθε μελετητή της λογοτεχνικής παραγωγής του τόπου μας.</p>
<p></p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2019/06/%ce%b1%ce%bd%ce%b4%cf%81%ce%b5%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%b5%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%ce%bf%cf%85/#comments</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 25 Jan 2018 00:35:41 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=9284</guid>

					<description><![CDATA[Η Ευαγγελία Πολύμου σπούδασε Νεοελληνική και Ιταλική Φιλολογία και Μετάφραση-Μεταφρασεολογία στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών, της Φλωρεντίας και της Περούτζια. Έχει στο ενεργητικό της μία πλούσια συνεργασία με λογοτεχνικούς ιστότοπους σε Ελλάδα και Ιταλία, όπως «La dimora del tempo sospeso», «Iris di Kolibris», «Iris News», «Perigeion», «Ποιείν», «Bibliotheque», όπου έχουν δημοσιευθεί κείμενα, συνεντεύξεις και &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Ευαγγελία Πολύμου σπούδασε Νεοελληνική και Ιταλική Φιλολογία και Μετάφραση-Μεταφρασεολογία στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, των Αθηνών, της Φλωρεντίας και της Περούτζια. Έχει στο ενεργητικό της μία πλούσια συνεργασία με λογοτεχνικούς ιστότοπους σε Ελλάδα και Ιταλία, όπως «La dimora del tempo sospeso», «Iris di Kolibris», «Iris News», «Perigeion», «Ποιείν», «Bibliotheque», όπου έχουν δημοσιευθεί κείμενα, συνεντεύξεις και μεταφράσεις της.</p>
<p>Στην Ιταλία έχουν κυκλοφορήσει σε μετάφραση της Πολύμου η ποιητική συλλογή του Simone Di Biasio «Partita. Penelope / Η Φυγή της Πηνελόπης» (εκδ. Fusibilia, 2016) και η συλλογή του Francesco Tomada «Non si puo imporre il colore a una rosa / Δεν επιβάλλεται το χρώμα σ’ ένα ρόδο» (εκδ. Carteggi Letterari, 2019).</p>
<p>Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί σε μετάφραση της Ευαγγελίας Πολύμου:</p>
<p>&#8211; Giuseppe Ungaretti Κείμενα για την ποίηση (Σοκόλη 2007)<br />
&#8211; Οι καλύτερες μου φλέβες (Εκδόσεις 24 γράμματα 2020) όπου εκτός από τη μετάφραση και την ανθολόγηση έχει και βιο-βιβλιογραφικά επίμετρα για τον κάθε ανθολογούμενο ποιητή-ποιήτρια.<br />
&#8211; της «Vittorio Sereni, Η Κόρη Των Αθηνών» (εκδ.Κουκούτσι, 2020) που περιλαμβάνει εισαγωγή-μετάφραση-κριτικό σχολιασμό-επίμετρο από την Ευαγγελία.<br />
&#8211; Στις Γειτονιές της Πεσκάρα» (Μετάφραση διηγημάτων του Gabriele D’Annunzio) (εκδ. Bibliotheque 2020)<br />
&#8211; «Πιραντέλλο: Δύο Προσωπεία» (εκδ. Bibliotheque 2020)<br />
Antonia Pozzi  Ο θάνατος των αστεριών. (Ενύπνιο 2021) Εισαγωγή-Μετάφραση Άννα Γρίβα και Ευαγγελία Πολύμου</p>
<p>Υπό έκδοση βρίσκεται η μετάφραση ποιημάτων της Άλντα Μερίνι, «Χτες Βράδυ Ήταν Έρωτας»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16052" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ22.jpg" alt="" width="558" height="386" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ22.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ22-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 558px) 100vw, 558px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16053" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ23.jpg" alt="" width="558" height="386" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ23.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ23-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 558px) 100vw, 558px" /></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-16054" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ25.jpg" alt="" width="561" height="388" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ25.jpg 640w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/ΦΩΤΟ25-300x208.jpg 300w" sizes="(max-width: 561px) 100vw, 561px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 160px;"><strong>ANTONIA POZZI  (2021)<br />
</strong><strong>Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ</strong></h3>
<p style="text-align: left;">
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-16064" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/Antonia_Pozzi.jpg" alt="" width="205" height="306" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/Antonia_Pozzi.jpg 205w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/Antonia_Pozzi-201x300.jpg 201w" sizes="(max-width: 205px) 100vw, 205px" /></p>
<p style="text-align: right;">
<p style="padding-left: 240px;"><strong>Εισαγωγή-Μετάφραση</strong><br />
<strong>ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ</strong><br />
<strong>ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ</strong></p>
<h5></h5>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ Α’</strong><br />
<strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Άννα Γρίβα</strong></h5>
<h4><strong>ΝΕΡΟ ΤΩΝ ΑΛΠΕΩΝ</strong></h4>
<p>Χαρά είναι να τραγουδώ όπως εσύ, χείμαρρε.<br />
Χαρά να γελώ<br />
νιώθοντας στο στόμα τα δόντια<br />
λευκά όπως η όχθη σου.<br />
Χαρά να έχω γεννηθεί<br />
μονάχα μέσα σ&#8217; ένα πρωινό από ήλιο<br />
ανάμεσα στις βιολέτες<br />
ενός λιβαδιού,<br />
να έχω ξεχάσει τη νύχτα<br />
και τη δριμύτητα των πάγων.</p>
<p style="padding-left: 200px;">(Μπρέιλ) Παστούρο, 12 Αυγούστου 1933</p>
<h4><strong>ΣΚΕΨΗ</strong></h4>
<p>Να έχεις δύο μακριές φτερούγες<br />
από ίσκιο<br />
και να τις διπλώνεις πάνω απ&#8217; τον πόνο σου,<br />
να είσαι σκιά, εσπερινή<br />
ειρήνη<br />
γύρω απ&#8217; το σβησμένο σου<br />
χαμόγελο.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Μάιος 1934</p>
<h4><strong>Η ΖΩΗ</strong></h4>
<p>Στο κατώφλι του φθινοπώρου<br />
μέσα σ&#8217; ένα ηλιοβασίλεμα<br />
βουβό</p>
<p>ανακαλύπτεις το κύμα του χρόνου<br />
και τη μυστική σου<br />
παραίτηση</p>
<p>όπως από κλαδί σε κλαδί<br />
ανάλαφρα<br />
πέφτουν τα πουλιά<br />
που πια τα φτερά τους δεν τα βαστάζουν.</p>
<p style="padding-left: 200px;">18 Αυγούστου 1935</p>
<h4><strong>ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ</strong></h4>
<p>Βουνά &#8211; θλιμμένοι άγγελοι<br />
που την ώρα του λυκόφωτος<br />
βουβά κλαίτε<br />
τον άγγελο των αστεριών —χαμένο<br />
ανάμεσα σε σκοτεινά σύννεφα—</p>
<p>μυστικά άνθη<br />
απόψε<br />
Θα γεννηθούν στις χαράδρες —</p>
<p>ω -ας βρίσκεται<br />
στα λουλούδια των βουνών<br />
ο τάφος<br />
των σβησμένων αστεριών—</p>
<p style="padding-left: 200px;">13 Σεπτεμβρίου 1933</p>
<h4><strong>ΦΥΓΗ</strong></h4>
<p>Ασθενικά πρόσωπα ακουμπούν οι νάρκισσοι<br />
στο αγιάζι.</p>
<p>Χέρια μωρών:<br />
κι απρόσμενοι<br />
φράκτες γαντζώνονται στις πύλες.</p>
<p>Η ανάσα διαλύεται<br />
στο τρέξιμό μου:</p>
<p>ματιές<br />
του ρίχνονται στα πράγματα<br />
-ανώφελες γέφυρες—<br />
η εκκωφαντική άβυσσος με καταβροχθίζει.</p>
<p style="text-align: left; padding-left: 200px;">10 Μαΐου 1935</p>
<h4>ΠΑΝΑΣ</h4>
<p>Χόρευε μια αδύναμη κηλίδα<br />
ήλιου στο μέτωπό μου,<br />
υπήρχε ακόμη ένα θρόισμα ανέμου<br />
ανάμεσα στις πιο μακρινές φυλλωσιές.</p>
<p>Έπειτα ήρθε<br />
(«όνος ο αφρός αυτών των κυμάτων αίματος<br />
και ένα σφυροκόπημα από καμπάνες στο σκοτάδι,<br />
βαθιά στο σκοτάδι μέσα από ορμητικές δίνες,<br />
μέσα από κόκκινες ριπές σιωπής —<br />
στο σκάσιμο των κυμάτων.</p>
<p>Ύστερα<br />
τα μυρμήγκια έπλεκαν<br />
ώρες σειρές ζωής ανάμεσα στο χορτάρι<br />
κοντά στα μαλλιά<br />
και πάνω στο δικό μου — και στο δικό σου<br />
ιδρωμένο πρόσωπο<br />
μια πεταλούδα χτυπούσε τα φτερά.</p>
<p>27 Φεβρουάριου 1938</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΜΕΡΟΣ Β’</strong><br />
<strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Ευαγγελία Πολύμου</strong></h5>
<h4><strong>ΚΡΑΥΓΗ</strong></h4>
<p>Να μην έχεις έναν Θεό<br />
w μην έχεις ένα μνήμα<br />
να μην έχεις τίποτα σταθερό<br />
παρά μονάχα ζώντα πράγματα που ξεγλιστρούν<br />
να υπάρχεις δίχως χθες<br />
να υπάρχεις δίχως αύριο<br />
και να τυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα<br />
-βοήθεια—<br />
για τη δυστυχία<br />
που δεν έχει τέλος.</p>
<p style="padding-left: 200px;">10 Φεβρουάριου 1932</p>
<h4><strong>ΦΟΒΟΣ</strong></h4>
<p>Γυμνή σαν ξερόκλαδο<br />
στον νυχτωμένο κάμπο<br />
με μάτια τρελής σκαλίζεις τους ίσκιους<br />
για να μετρήσεις τις ενέδρες.<br />
Και σαν μακρύφυλλο κολχικό<br />
με την πορφυρή στεφάνη των στοιχειών σου<br />
τρέμεις<br />
κάτω απ&#8217; το μαύρο βάρος των ουρανών.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Μιλάνο, 19 Οκτωβρίου 1932</p>
<p><strong>ΑΠΟΥΣΙΑ</strong></p>
<p>Έψαχνα το πρόσωπό σου<br />
πίσω απ&#8217; την αυλόπορτα.</p>
<p>Όμως το σπίτι είχε ρίξει άγκυρα<br />
στον κόλπο της σιωπής,<br />
οι κουρτίνες φούσκωναν<br />
ανάμεσα στους έρημους εξώστες,<br />
ιστία νεκρά.</p>
<p>Στ’ ανοιχτά,<br />
στις παρυφές εξωπραγματικών βουνών<br />
δραπέτευε η λίμνη,<br />
τσακίρικα κύματα<br />
αποτραβιόντουσαν πάνω σε σκαλιά<br />
από πέτρα.</p>
<p>Αργοτάξιδη έπλεε η βάρκα<br />
κάτω απ&#8217; τον βαθύροο ουρανό,<br />
σε κόκκινο κλοιό<br />
είδαμε να μεγαλώνουν στην όχθη<br />
οι αζαλέες, άλαλες λόχμες.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Μονάτε, 5 Μαΐου 1935</p>
<h4><strong>ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ</strong></h4>
<p>Στο ουρλιαχτό των σειρήνων<br />
ένα σμήνος<br />
φλεγόμενο σκίζει τον ουρανό.</p>
<p>Ραγισμένες οι καμπάνες γκρεμίζονται<br />
ανάμεσα στα σπίτια.</p>
<p>Ξεπηδούν γυναίκες<br />
αγκαλιά με τη σημαία της πατρίδας·<br />
τα ξανθά τους μαλλιά<br />
φωνάζουν κουράγιο<br />
στον άνεμο.</p>
<p>Ύστερα,<br />
τα μάτια χαμηλώνουν εξαντλημένα.</p>
<p>Το δείλι<br />
αντικρίζουν κατάχαμα τον πρώτο νεκρό<br />
ξαπλωμένο κάτω από τ&#8217; αστέρια.</p>
<p style="padding-left: 200px;">3 Οκτωβρίου 1935</p>
<h4><strong>ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΣΤΑΣΗ</strong></h4>
<p style="padding-left: 200px;">στον L.B.</p>
<p>Ακούμπησε το κεφάλι σου στον ώμο μου,<br />
να σε χαϊδεύω εγώ με αργές κινήσεις,<br />
σαν να ακολουθεί το χέρι μου<br />
μια μακριά, αόρατη κλωστή.<br />
Όχι μόνο στο κεφάλι σου, σε κάθε σημείο<br />
που πονά από βάσανο και μόχθο<br />
να πέφτουν τυφλά τα χάδια μου,<br />
όπως του φθινοπώρου τα κιτρινισμένα φύλλα<br />
σ&#8217; ένα πηγάδι που καθρεφτίζει τον ουρανό.</p>
<p style="padding-left: 200px;">Μιλάνο, 23 Απριλίου 1929</p>
<h4><strong>ΑΓΝΩΣΤΟ ΧΕΡΙ</strong></h4>
<p>Δεν ξέρεις πόσο θλιβερό είναι<br />
να επιστρέφω αϊτό εκείνο το λασπωμένο<br />
μονοπάτι<br />
μ&#8217; εκείνα τα λερωμένα<br />
ρούχα<br />
-μέσα στη μαύρη νύχτα<br />
στη μαύρη ομίχλη—<br />
να παραπαίω ανάμεσα στα ροδόδεντρα<br />
που στάζουν,<br />
να εισπνέω την πικρή τους μυρωδιά,<br />
για να μην πέσω να πιάνομαι<br />
απ&#8217; το άγνωστο χέρι που μου απλώνεις,<br />
άγνωστο<br />
όπως το πρόσωπό σου το βυθισμένο στο σκοτάδι<br />
-όπως το ξεχασμένο τ&#8217; όνομά σου—<br />
να προχωρώ προς το σκέπαστρο<br />
που γειτονεύει η βροχή<br />
στον βυθό των δακρύων της,<br />
και να πρέπει — να θέλω<br />
να απομακρύνω<br />
μες στη θεοσκότεινη νύχτα<br />
το μοναδικό αδελφικό χέρι,<br />
οδεύοντας προς ένα αύριο<br />
που το κλειδώνει η μοναξιά<br />
στα βάθη της ερήμου&#8230;</p>
<p style="padding-left: 200px;">(Μπρέιλ) Παστούρο, 15 Αυγούστου 1933</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΗ</strong></h4>
<p><strong>Antonia Pozzi: Κρυμμένο φως μες στο συρτάρι</strong></p>
<ol>
<li>Μια σύντομη ζωή</li>
</ol>
<p>Η Antonia Pozzi γεννήθηκε στο Μιλάνο στις 1 3 Φεβρουάριου του 1912. Καταγόταν από μια εύπορη, αριστοκρατική οικογένεια και μεγάλωσε σ&#8217; ένα εκλεπτυσμένο περιβάλλον του αγαπούσε τη μόρφωση και εκτιμούσε τις τέχνες. Κόρη του Roberto Pozzi, γνωστού δικηγόρου του Μιλάνου ο οποίος<br />
το 1936 διορίστηκε από το Φασιστικό Κόμμα ως δήμαρχος σε ένα χωριό της Λομβαρδίας, και της κοντέσας Lina Cavagna Sangiuliani που ήταν συγγενής με τον ρομαντικό ποιητή Tommaso Grossi, η Αντόνια πήρε το όνομα του παππού της κάντε Αντόνιο, το πρώτο από μια σειρά συγγενικών ονομάτων (Αντόνια, Ρόζα, Ελίζα, Μαρία, Τζιοβάννα, Έμμα), που μαρτυρούσαν πάντα την ταυτότητά της.<br />
Η Αντόνια έλαβε την εκπαίδευση που άρμοζε στην κοινωνική της τάξη. Ο κόσμος για εκείνη έμοιαζε να είναι ένα καλειδοσκόπιο ευκαιριών και συναισθημάτων. Φοίτησε σε ακριβά σχολεία, έμαθε ξένες γλώσσες, σπούδασε μουσική, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και τη φωτογραφία, καθώς και<br />
με τα αθλήματα, ιδιαίτερα με την κολύμβηση, το τένις, το σκι<br />
και την ιππασία.<br />
Τα χρόνια της φοίτησης στο κλασικό λύκειο «Manzoni» του Μιλάνου σημάδεψαν για πάντα τη ζωή της Αντόνια: τότε έγραψε τα πρώτα ποιήματά της και όντας ακόμη μαθήτρια στην πρώτη τάξη του λυκείου, το 1927, γοητεύτηκε από την προσωπικότητα του καθηγητή των ελληνικών και<br />
των λατινικών, Antonio Maria Cervi. Η γοητεία σύντομα μετατράπηκε σε έρωτα, αλλά είχε τραγικές συνέπειες καθώς το αυστηρό οικογενειακό της περιβάλλον εναντιώθηκε σε αυτή τη σχέση. Παρόλ&#8217; αυτά οι δύο εραστές για πολλά χρόνια συνέχισαν να συναντιούνται μυστικά. Η σχέση τους (με απόφαση της Αντόνια) θα λάβει τέλος το 1933 με τη μετάθεση του Τσέρβι στη Ρώμη.<br />
Η οικονομική της κατάσταση της επέτρεπε να ταξιδεύει συχνά σε πόλεις της Ιταλίας, κυρίως σε χειμερινά και καλοκαιρινά Θέρετρα, σε χώρες όπως η Αγγλία, η Αυστρία, η Γερμανία, η Βόρειος Αφρική. Το 1934 επισκέφτηκε και την Ελλάδα, γνωρίζοντας από κοντά τον πολιτισμό που είχε αγαπήσει και μελετήσει κοντά στον καθηγητή Τσέρβι. Όμως συχνά επισκεπτόταν και τα περίχωρα της πόλης του Μιλάνου όπου ερχόταν σε επαφή μ&#8217; έναν κόσμο τον οποίο συμπονούσε και βοηθούσε νιώθοντας ένοχη για την προνομιούχα ζωή της. Δεν είναι τυχαίο ότι, από την κοσμικότητα του Μιλάνου, προτιμούσε να καταφεύγει στη σιωπή και στην άγρια ομορφιά των βουνοκορφών γύρω από το Παστούρο, ένα χωριό στους πρόποδες του βουνού Grigna, όπου βρισκόταν η οικογενειακή τους βίλα του δέκατου όγδοου αιώνα. Εκεί, μέσα από τις μακρινές εξορμήσεις με τα πόδια ή με το ποδήλατο, εμπνεόταν από τη φύση, τραβούσε φωτογραφίες δημιουργώντας τα άλμπουμ της, αληθινές σελίδες ποίησης σε εικόνες. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του &#8217;30 η Αντόνια σχετίστηκε με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής και<br />
δημιούργησε φιλίες με συνομηλίκους της συγγραφείς και διανοητές όπως οι: Vittorio Sereni, Luciano Anceschi, Alberto Mondadori, Maria Corti, Daria Menicanti, Dino Formaggio· όλους εκείνους που αποτελούσαν τον περίγυρο και είχαν επηρεαστεί από τον φιλόσοφο Antonio Banfi και τα φιλοσοφικά ρεύματα του 20ου αιώνα όπως η φαινομενολογία και ο υπαρξισμός.<br />
Οι διδασκαλίες του Μπάνφι (1886 &#8211; 1957) επικεντρώνονταν κυρίως στα θεωρητικά θέματα της φιλοσοφίας της τέχνης και έθιγαν τον πλούτο και την πολυμορφία του κόσμου της. Επηρεασμένη και η Πότσι από τις διδασκαλίες του, το 1935 θα παραδώσει τη μελέτη της για τον Gustave Flaubert και τον<br />
λογοτεχνικό φορμαλισμό, που εκτός από έπαινο, πετυχαίνει και την ακαδημαϊκή αναγνώριση ενός χρυσού μεταλλίου για την ξένη φιλολογία. Η μελέτη της θα κυκλοφορήσει, μετά τον θάνατό της, με κριτικό σημείωμα του Μπάνφι (Flaubert. La formazione letteraria, Garzanti, 1940).<br />
To 1937 η Αντόνια άρχισε να παραδίδει μαθήματα λογοτεχνίας στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο «Schiaparelli» του Μιλάνου, σε μια προσπάθεια χειραφέτησης από τους γονείς της και το ασφυκτικό, βαθιά θρησκευόμενο οικογενειακό της περιβάλλον. Παράλληλα προσέφερε εθελοντικά κοινωνική<br />
εργασία, βοηθώντας φτωχούς κι ανήμπορους ανθρώπους. Την ίδια εποχή πειραματίστηκε με την πρόζα και σχεδίαζε να γράψει ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τη βόρεια Λομβαρδία του I870 και μετά, με κεντρική ηρωίδα τη γιαγιά της Μαρία Γκραμινιόλα, την αγαπημένη «Νένα», όπως την αποκαλούσε. Γι&#8217; αυτόν τον λόγο τράβηξε αρκετές φωτογραφίες από την εξοχή της Λομβαρδίας, τα βουνά, τις λίμνες, αλλά και από τις εκκλησίες, τους εργάτες και τα παιδιά των χωριών. Η φωτογραφία άλλωστε ήταν μία από τις μεγάλες της αγάπες.<br />
Το πρωί στις 2 Δεκεμβρίου του 1938, οι μαθητές της την είδαν να κλαίει κρυφά. Προφασιζόμενη «αδιαθεσία» τούς αποχαιρέτησε και έφυγε από το σχολείο που εργαζόταν. Η Αντόνια κατευθύνθηκε στο Κιαραβάλλε, έξω από το Μιλάνο, όπου αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή της, κάνοντας χρήση βαρβιτουρικών. Χάνοντας τις αισθήσεις της μέσα στο χιόνι και την παγωνιά, έπαθε πνευμονία. Πέθανε την επόμενη μέρα, στις 3 Δεκεμβρίου, αφήνοντας τρία αποχαιρετιστήρια σημειώματα: ένα στους γονείς της και από ένα στους αγαπημένους της φίλους Vittorio Sereni και Dino Formaggio, στα οποία έκανε λόγο για καταπίεση, για έλλειψη πίστης και στοργής, για μια ακατανίκητη «θανατηφόρα απελπισία» και για «μια αδυναμία των νεύρων της, που την εμπόδιζε να βλέπει τα πράγματα με έναν ισορροπημένο τρόπο». Η οικογένειά της, για να αποφύγει το σκάνδαλο, θα αποκρύψει ότι πρόκειται για αυτοκτονία και στην επίσημη αναφορά, υπό τις οδηγίες της οικογένειας, ως αιτία θανάτου καταγράφεται «καρδιακό επεισόδιο».<br />
Σύμφωνα με την τελευταία της επιθυμία, η σορός της ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο του Παστούρο, «κάτω από τους βράχους του βουνού, ανάμεσα στις ροδοδάφνες» και μια ατελείωτη πομπή ανθρώπων —συγγενών, γνωστών και φίλων— είχε συρρεύσει εκεί, για να την συνοδέψει «παρόχθια της ζωής / σαν έναν θύσανο σπάρτων / που ανεμίζει / πλάι σε ταξιδιάρικο νερό».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3></h3>
<h3><strong>ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΜΟΥ ΦΛΕΒΕΣ (2020)</strong></h3>
<h3></h3>
<p>Στην  αναλυτική εισαγωγή  ο Σταύρος Δεληγιώργης  γράφει μεταξύ πολλών άλλων &#8220;Οι ποιητές που ακολουθούν, και ενώ αρκετοί από αυτούς υπήρξαν οικείοι των πρωτομαστόρων της τάξεως του Ungaretti, π.χ., ή του Montale, δεν θα ήθελαν ποτέ να ονομαστούν συνεχιστές ή, έστω, κατά το ελάχιστον διάδοχοί τους. Στο σύνολό τους είναι μουσικοί της συλλαβής, της σιωπής, της ηπιότητας ακόμη και της αυτοκατάργησης αρχής γενομένης από την αρχαιότερη εξ αυτών, τη θεόφτωχη, ερωτόπαθη Alda Merini.&#8221;<br />
Μια πολύ μικρή γεύση από την εξαιρετική αυτή δουλειά  της Ευαγγελίας Πολύμου στις εκδόσεις 24 γράμματα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>ALDA MERINI (1931 &#8211; 2009)</strong></h3>
<h4><strong>Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Η ΑΥΛΑΙΑ</strong></h4>
<p><strong>[Δεν έχω ανάγκη από χρήματα]</strong></p>
<p>Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.<br />
Έχω ανάγκη από αισθήματα,<br />
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,<br />
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,<br />
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,<br />
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,<br />
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν<br />
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.<br />
Έχω ανάγκη από ποίηση,<br />
εκείνη τη μαγεία που πυρακτώνει το βάρος των λέξεων<br />
&#8220;υ ξυπνά τι? εκκινήσεις και βγάζει καινούργια χρώματα.</p>
<h4><strong>LA VOLPE Ε IL SIPARIO</strong></h4>
<p>[Non ho bisogno di denaro]</p>
<p>Io non ho bisogno di denaro.<br />
Ho bisogno di sentimenti<br />
di parole, di parole scelte sapientemente,<br />
di fiori, detti pensieri,<br />
di rose, dette presenze,<br />
di sogni, che abitino gli alberi,<br />
di canzoni che faccian danzarle statue,<br />
di stelle che mormorino aU&#8217;orecchio degli amanti.<br />
Ho bisogno di poesia,<br />
questa magia che brucia le pesantezza delle paroll<br />
che risveglia le emozioni e da colori nuovi.</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>MARIA GRAZIA CALANDRONE (Γεν. 1964 )</strong></h3>
<h4><strong>ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΟΛΩΝ</strong></h4>
<p><strong>Μικρή άρια των παιδιών</strong></p>
<p>0 αέρας, ο πρώτος<br />
που ανάσανες, ήταν μαρτιάτικος πρωινός αέρας. 0 ήλιος<br />
έκαιγε ήσυχος στο κύμα του<br />
από το μεγάλο παράθυρο γιατί μεγάλη<br />
ήταν η καρδιά<br />
και αδιάφορη<br />
όπως ο ήλιος που ακουμπά το φως του πάνω στα νερά του ποταμού<br />
και ταξιδεύει λαγαρός<br />
μέχρι τη θάλασσα<br />
που τον χώρο της διασχίζουν απ&#8217; άκρη σ&#8217; άκρη<br />
σφυρίγματα γλάρων και τίποτα πια<br />
δεν μπορεί να σε βλάψει. Είναι όμορφο να προστατεύεις<br />
τον καινούργιο αέρα στο πρόσωπο εκείνου που γεννιέται,<br />
με χέρια ανθρώπινα να διατηρείς<br />
ιερό το ιερό, να κάνεις τον αέρα πιο καθαρό εκεί όπου αγγίζει<br />
η καρδιά, γιατί η καρδιά είναι απλή κι ανάλαφρη<br />
σαν χαρταετός<br />
και άλλα πράγματα που πάνε από τη γη στον ουρανό.<br />
Όμορφο είναι να λες θα κάνω ό,τι μπορώ<br />
κι ακόμα περισσότερα, από οποιαδήποτε άλλη πάνω στη γη:<br />
πάρε, ζωή<br />
από τη ζωή μου<br />
την αθώα σου ελευθερία.</p>
<p style="padding-left: 160px;">13.10.2008</p>
<h4><strong>SULLA BOCCA DI TUTTI</strong></h4>
<p><strong>Arietta dei bambini</strong></p>
<p>L’aria, la prima<br />
che hai respirato, era aria di marzo e di mattina. Il sole<br />
ardeva quieto nella sua onda<br />
dalla finestra grande perche grande<br />
era il cuore<br />
e disinteressato<br />
come il sole che appoggia la sua luce sulle acque del fiume<br />
e naviga chiaro<br />
fino al mare<br />
dove lo spazio e tutto attraversato<br />
da fischi di gabbiani e ρίύ niente<br />
fa male. E hello custodire<br />
l’aria nuova sul viso di chi nasce, con mani<br />
umane conservare<br />
sacro il sacro, fare l&#8217;aria ρίύ chiara dove tocca<br />
il cuore, perche il cuore sia semplice e leggero<br />
come un aquilone<br />
e altre cose che vanno dalla terra al cielo.<br />
Bello e dire faro quello che posso<br />
e ρίύ di me, come tutte le altre sulla terra: prendi, vita<br />
dalla mia vita<br />
la tua innocente liberta.</p>
<p style="padding-left: 160px;">13.10.2008</p>
<h3 style="padding-left: 40px;"><strong>NATALIA CASTALDI (Γεν. 1971)</strong></h3>
<h4><strong>TO ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ TOY ΝΕΡΟΥ</strong></h4>
<p><strong>Επί την ηλίου δύση</strong></p>
<p>Στην άκρη των ματόκλαδων σε λήθη<br />
ξαναγράψε μου των αστεριών τον στίχο<br />
όταν πάνε να εξορμήσουν<br />
ανάμεσα στις περασμένες καταστάσεις<br />
ενός παρόντος με αμνησία.<br />
Μάζεψε τους κονδυλοφόρους μου<br />
και πέτα τους στο ποτάμι<br />
γιατί δεν υπάρχει σπόρος γνώσης<br />
που να μην βλασταίνει μες στον πόνο.</p>
<p>Το φθινόπωρο προχωρά με το ποδοπάτημα των φύλλων<br />
στο πεζοδρόμιο<br />
και είναι ένα βήμα που μόλις ξεκίνησε<br />
επί την ηλίου δύση.</p>
<h4><strong>IL CANTO NEL CERCHIO DELL’ACQUA</strong></h4>
<p><strong>Al calar della sera</strong></p>
<p>Sull’orlo delle ciglia in oblio<br />
riproducimi il verso delle stelle<br />
quando si vanno a scagliare<br />
tra le ipotesi passate<br />
di un presente privo di memorie.<br />
Raccogli le mie penne<br />
e gettale al fiume<br />
che non c’e seme di conoscenza<br />
che non germini nel dolore.</p>
<p>Avanza l’autunno nel calpestio delle foglie sul selciato<br />
ed e un passo appena abbozzato<br />
al calar della sera.</p>
<h3><strong>FRANCESCO TOMADA (Γεν. 1966 )</strong></h3>
<h4><strong>ΑΣΥΝΑΙΣΘΗΤΑ</strong></h4>
<p>Κοιμάσαι και το κορμί σου γίνεται λεπτό<br />
σαν τετράφυλλο τριφύλλι μεταξύ σελίδων<br />
και όχι χαρτί αλλά σεντονιού πανί<br />
και ούτε βιβλίο αλλά εσύ φέρε μας τύχη<br />
σε αυτή την ζώσα εκδορά<br />
που από φόβο μη γίνουμε μπανάλ<br />
μόνο αραιά και που ονομάζουμε αγάπη</p>
<p><strong>IMPERCEZIONE</strong></p>
<p>Dormi e il tuo corpo si fa sottile<br />
come un quadrifoglio tra le pagine<br />
e non e carta ma stoffa di lenzuola<br />
e non e libro ma tu portaci fortuna<br />
in questa escoriazione fino al vivo<br />
che per paura di essere banali<br />
solo di rado chiamiamo amore</p>
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΒΙΤΤΟΡΙΟ ΣΕΡΕΝΙ  Η ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ   (2020)</strong></h3>
<h5><strong>ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ-ΕΠΙΜΕΤΡΟ  ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΠΟΛΥΜΟΥ</strong></h5>
<h4><strong>I. Η ζωή και το έργο του</strong></h4>
<p>ΟΒιττόριο Σερένι γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1913 στο Λουίνο, μια μικρή πόλη κοντά στη λίμνη Ματζόρε της Βόρειας Ιταλίας, μοναχοπαίδι του Ενρίκο και της Μαρία Μικελίνα Κολόμπι. Ο πατέρας του ήταν τελωνειακός υπάλληλος, γεννημένος στη Σάντ’ Αγκάτα ντέι Γκότι, αλλά με καταγωγή από τη Βενετία και πιθανόν, απώτερα, από την Ουγγαρία. Η μητέρα του ήταν γόνος παλιάς και σεβαστής οικογένειας του Λουίνο, εκεί όπου ο Βιττόριο πέρασε την παιδική του ηλικία έως και την τελευταία τάξη του δημοτικού σχολείου. Το απολυτήριο δημοτικού, που το πήρε με άριστα, του άνοιγε τις πόρτες του γυμνασίου, στο Λουίνο όμως τότε δεν υπήρχε γυμνάσιο. (Σήμερα πλέον που υπάρχει, φέρει το όνομά του: Λύκειο «Βιτ-τόριο Σερένι».)<br />
Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ο πατέρας του υπέβαλε αίτηση μετάθεσης, ώστε να μπορέσει ο γιος να συνεχίσει τις σπουδές του και, έτσι, το 1924 η οικογένεια Σερένι μετακόμισε στην Μπρέσια,όπου ο Βιττόριο παράλληλα με τις σπουδές του, ασχολήθηκε με αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο, το τένις και το κολύμπι, και με τα «Χίλια Μιλιά», την ποδηλατοδρομία μεγάλων αποστάσεων. Αργότερα, το 193 2, μια νέα μετάθεση θα οδηγήσει την οικογένεια στην αριστοκρατική συνοικία του Μιλάνου της οδού Μάριο Παγκάνο 42. Ο Βιττόριο θα εγγραφεί αρχικά στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου της πόλης, όμως λίγους μήνες μετά, το Ι933&gt; θα μεταηδήσει στη Φιλοσοφική.<br />
Η κλίση του νεαρού Σερένι στην ποίηση τον έκανε να ξεχωρίσει μεταξύ των συμφοιτητών του, εκείνων ιδιαίτερα που βρίσκονταν στον περίγυρο του φιλοσόφου Αντόνιο Μπάνφι, οι διδασκαλίες του οποίου επικεντρώνονταν ως επί το πλείστον, στα θεωρητικά θέματα της φιλοσοφίας της τέχνης. Σ’ εκείνες τις συναθροίσεις συζητιούνται και σχολιάζονται οι μεγάλοι σύγχρονοι: Μανν, Προυστ, Ουάιλντ, Στρίντμπεργκ, &#8216;Ιψεν και Ντοστογιέφσκη. Γύρω από αυτούς θα διαμορφωθούν οι προτιμήσεις των νέων της εποχής, όπως της Αντόνια Πότσι, των Τζαν Λουίτζι Μάντσι, Έντσο Πάτσι, Ραφαέλλε Ντε Γκράντα, Τζοβάννι Μαρία Μπέρτιν, Λουτσιάνο Αντσέσκι, Τζουλιάνο Κάρτα, Τζόζουε Μπονφάντι, Ρέμο Καντόνι, Τζούλιο Πρέτι, Ντάρια Μενικάντι κ.ά. — θαμώνες των γνωστών καφέ του Μιλάνου όπως το Tre Marie και το Savini.</p>
<p>…/…</p>
<p>Ο Σερένι πέθανε στις ίο Φεβρουάριου του 1983 στο Μιλάνο από ανεύρυσμα. Η σορός του μεταφέρθηκε στη γενέτειρά του, το Λουίνο.<br />
Κατά τη διάρκεια των εβδομήντα χρόνων της ζωής του, ο Σερένι συνέλεξε ένα αρχείο περίπου 2000 χειρογράφων και δακτυλογραφημένων κειμένων κι επιστολών με ποιήματα και σχόλια, που γράφτηκαν από ποιητές και φίλους συγγραφείς και απευθύνονταν στον ίδιο. Θα πρέπει να επισημάνουμε το θέμα της φιλίας, που προσλαμβάνει κεντρικό ρόλο στην ποίηση και στην προσωπική ζωή του Σερένι, στοιχείο ζωτικής σημασίας τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την πυκνή αλληλογραφία του ποιητή με τους πιο στενούς συντρόφους, στα νεανικά του χρόνια αλλά κι αργότερα, όπως με τους Τζόζουε Μπονφάντι, Τζόρτζιο Βιγκορέλλι, Φράνκο Φορτίνι ή τους αδελφούς Αρκάντζελι. Μεταξύ εκείνων που αλληλογραφούσε είναι και η ποιήτρια Σιμπίλλα Αλεράμο, με μία επιστολή το 1947, οι ποιητές Εουτζένιο Μοντάλε και Τζουζέππε Ουνγκαρέττι, ο Αττίλιο Μπερτολούτσι, με τον οποίο αντάλλασσε επιστολές από το 1936 έως το 1980, ο Κάρλο Μπεττόκι, ο Κοράντο Αλβάρο, ο Ρικάρντο Μπακέλλι, ο Τζόρτζιο Μπασάνι, ο Κάρλο Μπο και άλλοι, με τους οποίους διατήρησε μία πολυετή επιστολική επικοινωνία. Την επιμέλεια αυτού του αρχείου, οι κληρονόμοι του Σερένι την ανέθεσαν αργότερα στον κριτικό λογοτεχνίας Ντάντε Ιζέλλα, ο οποίος θεωρεί ότι το αρχείο αυτό αντιπροσωπεύει μία από τις τελευταίες και πλέον εμπεριστατωμένες μαρτυρίες της λογοτεχνικής ζωής του 20ού αιώνα στην Ιταλία.</p>
<h4><strong>II. Η ποίηση</strong></h4>
<p>Το ποιητικό έργο του Σερένι γεννιέται μέσα από τους κύκλους του ερμητισμού της Λομβαρδίας. Αρχικά κινείται περισσότερο στα χνάρια του μαθήματος του Ουνγκαρέττι και του πρώτου και καλύτερου Κουα-ζίμοντο, αλλά στη συνέχεια αποκτά μια δική του αυθεντική οντότητα. Δίχως τις μεταφυσικές αγωνίες των διανοουμένων του κύκλου της Φλωρεντίας και άρρηκτα συνδεδεμένος με την ανθρώπινη ύπαρξη, με το εφήμερο και αναπόδραστο πεπρωμένο της, ο Σερένι ταυτίζει τον αληθινό χρόνο της ποίησης με τον ιστορικά παρόντα χρόνο προκειμένου να μείνει πιστός στις περιστάσεις των προσωπικών του βιωμάτων.<br />
Η πρώτη περίοδος της ποίησής του διαφαίνεται μέσα από τις σελίδες της συλλογής Μεθόριος (1941), το ελεγείο της νεότητάς του. Βρίσκεται ακόμη κάτω από την επήρεια των ερμητικών αισθητικών. Ερέθισμα του λυρικού του λόγου στη Μεθόριο αποτελούν κυρίως τα στοιχεία του τοπίου της λίμνης Ματζόρε, συμβόλου ηρεμίας και σταθερότητας, στου οποίου την ειδυλλιακή φύση εισχωρούν παρουσίες απειλητικές που έρχονται να ταράξουν τη γαλήνη του. Ο Σερένι τις χρησιμοποιεί για να υπαινιχθεί έναν προαιώνιο συμφυρμό ανθρώπων και καταστάσεων.<br />
Το αφηγηματικό χάρισμα, που στη Μεθόριο συναντάται μάλλον σποραδικά, στη δεύτερη ποιητική συλλογή, Ημερολόγιο της Αλγερίας (1947) γίνεται το<br />
επίκεντρο, εμπλουτίζοντας την ποιητική αυτοβιογραφία με τη δύναμη μιας επικό-μυθιστορηματικής δομής, πλούσιας σε ιστορικούς συσχετισμούς. Ο Ιζέλλα στο δοκίμιο «Η ποιητική γλώσσα του Σερένι» επισημαίνει ότι όροι όπως «χίμαιρα», «πικρό» ανήκουν στο λεκτικό υποσύστημα της συλλογής Ημερολόγιο της Αλγερίας και αντιπαραβάλλονται στην παλέτα της Μεθορίου<br />
στην οποία επικρατούν τα χρώματα του πράσινου και του μπλε της Λομβαρδίας. Η λέξη «chimera» (χίμαιρα), ιδιαίτερα αγαπητή στον Σερένι του Ημερολογίου της Αλγερίας, παλινδρόμηση ανάμεσα στις δύο χίμαιρες του ποιήματος «Βελιγράδι», και η λέξη «amaro» (πικρός), σαφής αναγραμματισμός της λέξης «amore» (έρωτας/αγάπη) —το γυναικείο φάντασμα που και πάλι αρχίζει να μας καταδιώκει—, επιστρέφει μέσα<br />
από το ποίημα «Ημερολόγιο: Μπολόνια» σαν «μουσική που ξεγλιστράει απ’ τα παράθυρα» κι επανέρχεται στην «Κόρη των Αθηνών» σαν «μια γλυκόπικρη<br />
κόγχη ελαιώνων» μέσω μιας διαδρομής που από τον Πετράρχη καταλήγει στον Ντ’ Ανούντσιο.<br />
Στη λυρική περίοδο που ακολουθεί, ο Σερένι στρέφεται αποφασιστικά προς μια νέα υπαρξιακή κατεύθυνση με τις συλλογές Τα ανθρώπινα εργαλεία<br />
(1965) και Μεταβλητό αστέρι (1979). Στα Ανθρώπινα εργαλεία, συλλογή που συγκεντρώνει την περίσκεψη μιας ολόκληρης εικοσαετίας και την οποία η κριτική αναγνωρίζει ως ένα από τα σπουδαιότερα έργα της ποιητικής μεταπολεμικής παραγωγής παγκοσμίως, η δεδηλωμένη ποιητική του βίωση συγκρίνεται με τις μεγάλες στιγμές της «ανάσας» που ακολουθεί το τέλος<br />
του πολέμου.<br />
Από τα πρώτα σχεδόν ποιητικά βήματα στην κοινή στυλιστική αναζήτηση της ποιητικής της λέξης των ερμητικών, ο Σερένι αντιπαραβάλει την ποιητική των αντικειμένων, στοιχείο που τον συνδέει εν μέρει με τον Μοντάλε. Η ποιητική των αντικειμένων, κατά το κριτήριο πολλών, είναι ένα από εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σημεία που διαφοροποιούν τον Σερένι από τους Φλωρεντινούς ερμητικούς. Αυτό που τους ενώνει είναι η αναζήτηση μιας γλώσσας αριστοκρατικά επιλεκτικής και ενδεχομένως κάποιες θεματικές,<br />
όπως εκείνη της προσμονής, η οποία στον Σερένι δεν προσλαμβάνει μεταφυσικές προεκτάσεις.<br />
Το ποιητικό του ιδίωμα, με μια γλώσσα επιμελώς λιτή και απλή, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά, κομίζει μια γλώσσα τελείως ιδιαίτερη, χαρακτηριστική του όψιμου Σερένι. Συνάδει, θα λέγαμε, με τις πιο προχωρημένες τάσεις της ατονικής μουσικής· έτσι, «στρέφεται προς την υλοποίηση όχι μίας συνειδητής αντι-ποίησης αλλά, κυρίως, προς μία ποίηση γεννημένη μέσα από την πρόζα-πλάνη, όχι πάντοτε απατηλή, των σύγχρονων ποιητών», όπως γράφει ο Ιζέλλα. Η ερμητική γλώσσα επενδύεται με ένα νέο, πυκνότερο περιεχόμενο, νέο όχι μόνο σε σχέση με τον προπολεμικό Σερένι, αλλά και σε σχέση με τις εύκολες επαναστατικές καινοτομίες πολλών από τους συναδέλφους του, οι οποίοι απαρνήθηκαν στη συνέχεια τον ερμητισμό. Αδιαμφισβήτητο ωστόσο παραμένει το γεγονός ότι, τόσο ο Σερένι όσο και οι ποιητές Μάριο Λούτσι και Αντρέα Τζαντζόττο, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, δεν απέρριψαν ποτέ τις ερμητικές καταβολές τους.<br />
Την ποίηση του Σερένι, που ερμηνεύεται ως βιωμένη ιστορική εμπειρία, μπορεί κανείς να την ψηλαφίσει με τα δάχτυλα ανάμεσα στους στίχους της, για να αισθανθεί την «κρυφή αυθεντική ποιότητα της φωνής», σημειώνει ο ποιητής Αλφόνσο Γκάττο. Και ο Ιζέλλα προσθέτει: «Με μια ερμητική παιδεία που διαμορφώθηκε μέσα από τον φυσικό διαφωτισμό της Λομβαρδίας, ανάμεσα στους Παρρίνι και Ρέμπορα, ο Σερένι έμεινε πάντοτε πιστός στην ιδέα της ποίησης που τρέφεται με ομορφιά, και στο πνεύμα της πιο υψηλής δικής μας λυρικής παράδοσης, από τον Πετράρχη και μετά· περιττεύει να προσθέσουμε ότι πρόκειται για ποίηση που την συντονίζει μια φαινομενολογική θεώρηση της πραγματικότητας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Μια ποίηση που ανοίγεται σιγά σιγά στις πολλαπλές αλλαγές που υφίταται η ευρωπαϊκή κοινωνία μετά τον πόλεμο, αλλά ελεύθερη και ανυπότακτη σε ιδεολογικές επιβολές· ένα είδος ευαίσθητου οργάνου ακρίβειας που του έδινε τη δυνατότητα να εστιάσει γύρω από τα εμπειρικά του στοιχεία, σε κάποια εκτυφλωτική λάμψη αλήθειας».</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ</strong></h4>
<h4><strong>ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ</strong></h4>
<p>Ανήσυχος στο μεταγωγικό τραίνο<br />
που σε σιγαγγίζει<br />
προσπαθώ να φτάσω τα μακάβρια φώτα σου<br />
μέσ’ απ’ τον στεναγμό των δέντρων.</p>
<p>Κοιμάσαι εσύ ενώ<br />
στις ψηλές κάμαρες</p>
<p>κάποιος ίσως πεθαίνει<br />
και φεύγεις μ’ ένα πρόσωπο<br />
πίσω από κάθε τζάμι — εσύ η ίδια<br />
ένα πρόσωπο, ένα και μόνο πρόσωπο<br />
που κλείνει για πάντα.</p>
<h4><strong>ΙΤΑΛΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ</strong></h4>
<p>Πρώτο βράδυ στην Αθήνα,<br />
μακρύς αποχαιρετισμός<br />
των νηοπομπών που φεύγουν στις παρυφές σου<br />
γεμάτες από σπαραγμό στο διάχυτο ημίφως.<br />
Σαν ξόδι<br />
άφησα το καλοκαίρι πάνω στην καμπή του<br />
και θάλασσα και έρημος είναι το αύριο<br />
δίχως εποχές πια.<br />
Ευρώπη Ευρώπη που με κοιτάζεις<br />
να κατεβαίνω στοχαστικός και άοπλος<br />
σ’ έναν εύθραυστο μύθο μου<br />
μες στις ορδές των βαρβάρων,<br />
είμαι ένα παιδί σου σε φυγή που δεν γνωρίζει<br />
άλλον εχθρό από τη δική του θλίψη<br />
ή κάποιες αναστημένες τρυφερότητες<br />
για λίμνες για φυλλωσιές<br />
πίσω από τα χαμένα βήματα,<br />
είμαι ντυμένος με σκόνη και ήλιο,<br />
τραβώ για την κόλαση<br />
να θαφτώ στην άμμο για χρόνια.</p>
<p>Πειραιάς, Αύγουστος 1942</p>
<h4><strong>Η ΚΟΡΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ</strong></h4>
<p>Τώρα η μέρα είναι ένας στεναγμός<br />
κι όλη η Αττική ένας ίσκιος.<br />
Και καθώς μια λάμψη φωτίζει τα θαμπά<br />
τα τζάμια που τρέπονται σε φυγή<br />
το πρόσωπό σου είναι που φεγγοβολά εκεί κάτω<br />
απ’ τη στεφάνη του καντηλιού που ανάβεις<br />
στη βραδινή εικόνα.</p>
<p>Όμως εδώ<br />
όπου ολοένα και πιο αραιά ξεπέφτουν<br />
τα θηράματα του τελευταίου κυνηγιού<br />
ανάμεσα στα φυτά που ακολουθούν τα σύνορα,<br />
αλίμονο! το αμιγές<br />
σημάδι των συλλαβών σου φθίνει,<br />
αλλάζει σε στρεβλά κυριλλικά.<br />
Κι εσύ, πώς σκοτεινιάζεις αγάλι αγάλι.<br />
Να! δεν μπορείς να μείνεις, χάνεσαι<br />
στην οχλοβοή της τελευταίας οδογέφυρας.</p>
<p>*</p>
<p>Σύντομα θα είμαι ο εκστατικός οδοιπόρος<br />
που ριψοκινδυνεύει μες στον ομιχλώδη χρόνο.</p>
<p>Πτήσεις αδύναμες, ονόματα αδρανή τώρα πια<br />
μία-μία ξετυλίγονται οι νότες<br />
για ν’ αποσπαστούν από τη χορωδία,<br />
σκοτεινές μικρογραφίες<br />
μιας χαμένης διαμονής: Χαϊδάρι,<br />
μια γλυκόπικρη κόγχη ελαιώνων<br />
στη νωθρή μου θύμηση — ή εκείνα<br />
τα σαστισμένα καράβια στον άνεμο του Πειραιά.</p>
<p>Και κάθε τι που άρπαξε το μάτι και το αφτί<br />
βυθισμένο στην ομίχλη έχει πια προσπεράσει.</p>
<p>*</p>
<p>Αφού για καιρό γύρισε ο τροχός<br />
σήμερα ένας στόλος φιλικός αρμενίζει στ’ ανοιχτά,<br />
αργά ωριμάζει ο καρπός της καρτερίας<br />
πρώιμος για άλλους, αλλά όχι για σένα,<br />
δεσποινίς.</p>
<p>Όποιος κοιμάται, κοιμάται στο ψηλό<br />
χιόνι εκεί πάνω ανάμεσα στους αγαπημένους νεκρούς.</p>
<p>Εσύ ξυπνάς με τους νεκρούς και σ’ εκείνους μιλάς:<br />
— Εγώ θέλω μια σημαία<br />
που ν’ απηχεί τον σπαραγμό μου<br />
ν’ ακτινοβολεί το κλάμα μου,<br />
εγώ θέλω μια χώρα που να ’ναι τραγούδι<br />
απαλό ο ύμνος που με κατάτρυχε<br />
από τα άγουρα χρόνια,<br />
όπου ο συναγερμός που όργωσε τις νύχτες μου<br />
να επιστρέφει αλλαγμένος σε ηχώ<br />
συμπόνιας, ελπίδας, σεβασμού —.</p>
<p>*</p>
<p>Έτσι, απόμακροι, συναντιόμαστε.<br />
Και μερικές φορές μοιάζει<br />
να περπατάμε, δεσποινίς, στον ήλιο<br />
που είναι ευχάριστος και στους ηττημένους<br />
μες στης Αττικής τους ζωηρούς κήπους.</p>
<p>Και πρασινίζει ακόμα η θύμησή σου.</p>
<p>Μεταγωγικό τραίνο Αθήνα-Μέστρε, φθινόπωρο 1942<br />
Βόρειος Αφρική, φθινόπωρο 1944</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ (2020)</strong></h3>
<p><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></p>
<h4><strong>LUIGI PIRANDELLO (1867 –1936)</strong></h4>
<p>«Δυσπιστείτε! Είναι Σικελός, βαστάει πίσω απ’ την πλάτη του στιλέτο!»</p>
<p>Ο Luigi Pirandello, μια ιδιοφυΐα των γραμμάτων και του θεάτρου, ένας νεωτεριστής συγγραφέας πρωτότυπος και «παράδοξος», όπως καταμαρτυρούν οι ίδιοι οι τίτλοι των έργων του, γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου το 1867 λίγο πιο έξω από το Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα της Σικελίας, σε μια κωμόπολη που ύστερα από έναν καταστροφικό σεισμό μετονομάστηκε «Χάος»!</p>
<p>Το 1903, η οικονομική καταστροφή και οι δυσχέρειες με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος ο συγγραφέας, θα τον φέρουν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Υπό αυτές τις συνθήκες επηρεασμένος ο Λουίτζι αναλαμβάνει να γράψει για τη «Nuova Antologia» το μυθιστόρημα, Il Fu Mattia Pascal (Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ, 1904), έργο στο οποίο θίγεται το θέμα της σύγχυσης ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι», γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, με μια ρεαλιστική αφήγηση γεγονότων και χαρακτήρων, που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και τον καταξιώνει ως πεζογράφο.</p>
<p>Η παγκόσμια καθιέρωση για τον Πιραντέλλο θα έρθει από τις θεατρικές του δημιουργίες. La ragione degli altri (Το δίκιο των άλλων, 1915), Cecè, (Τετσέ, 1915), Così è [se vi pare] (Έτσι είναι, [αν έτσι νομίζετε], 1917), Come prima, meglio di prima (Όπως πρώτα, καλύτερα από πρώτα, 1920), Sei personaggi in cerca d&#8217;autore, (Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, 1921), Εnrico ΙV, (Ερρίκος ο Δ΄, 1922). L&#8217;uomo dal fiore in bocca (Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα, 1923), Il piacere dell&#8217;onestà (Η ηδονή της τιμιότητος, 1917), Vestire gli ignudi (Να ντύσουμε τους γυμνούς, 1922), La vita che ti diedi (Η ζωή που σου έδωσα, 1923), Giascuno a suo modo (Ο καθένας με τον τρόπο του, 1924), Come tu mi vuoi (Όπως με θέλεις, 1930), είναι κάποια από τα περίπου 43 θεατρικά του, που ξεκινούν μεν από τον σικελικό νατουραλισμό, σκιαγραφούν όμως, ψυχαναλυτικά θα έλεγε κανείς, τον μικρόκοσμο της ιδιαίτερης πατρίδας του, τη ζωή των ταπεινών ανθρώπων της, την απρόσμενη σχέση της ζωής με την τέχνη και, όπως σχεδόν πάντοτε, τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ λογικής και τρέλας.</p>
<p style="text-align: right;"><strong>.</strong></p>
<h3 style="padding-left: 200px;"><strong>ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 200px;"><strong>ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1900</strong></h4>
<p>τέσσερα νυχτικά<br />
τέσσερα σεντόνια,<br />
τέσσερα μισοφόρια,</p>
<p>τέσσερα απ&#8217; όλα, κοντολογίς. Και δεν κουραζόταν να δείχνει στις γειτόνισσες τα προικιά της κόρης, φτιαγμένα μέρα με τη μέρα, μια κλωστή σήμερα, μια κλωστή αύριο, με την υπομονή αράχνης.</p>
<p>&#8211; Πράγματα φτωχικά, πλην τίμια.</p>
<p>Μ&#8217; εκείνα τα κακομοιριασμένα χέρια της, τα τραχιά και ξασπρισμένα, χέρια που ήξεραν από μόχθο, έβγαζε, ένα ένα, μέσα από το παλιό ελάτινο<br />
προικοσέντουκο, στενόμακρο σαν φέρετρο, αργά αργά, σαν ν’ άγγιζε την αγιασμένη όστια, τα ωραία ασπρόρουχα και τα φορέματα και τις δίκλωνες μάλλινες εσάρπες: εκείνη του γάμου με τις κεντημένες μπορντούρες και τα μεταξωτά ποδήρη κρόσσια της· οι άλλες τρεις, κι αυτές μάλλινες, αλλά πιο καθημερινές. Τα στοίβαζε όλα πάνω στο κρεβάτι για να τα δουν κι επαναλάμβανε χαμογελώντας ταπεινά:</p>
<p>&#8211; Πράγματα φτωχικά&#8230;-και της έτρεμαν από χαρά τα χέρια και η φωνή.</p>
<p>&#8211; Έμεινα κατάμονη, έλεγε. Όλα με τούτα δω τα χέρια που δεν τα νιώθω πια. Μα ήλιο μα βροχή, εγώ τις μπουγάδες στη βρύση και στον ποταμό,<br />
εγώ να ξεφλουδίζω αμύγδαλα, εγώ στα χωράφια να μαζεύω τις ελιές εδώ κι εκεί, εγώ πότε υπηρέτρια, πότε νερουλού&#8230; Δεν πειράζει! Ο Θεός που<br />
μέτρησε τα δάκρυά μου και γνωρίζει τη ζωή μου, μού ’δώσε δύναμη και υγεία. Έκανα τόσα πολλά, ώστε τα κατάφερα και τώρα πια μπορώ να πεθάνω. Σ’ αυτόν τον άγιο άνθρωπο που με περιμένει εκεί, αν με ρωτήσει για την κόρη μας, θα μπορώ να του πω: «Μην ανησυχείς, φουκαρά μου! Μην έχεις έγνοια! Την άφησα καλά την κόρη σου. Βάσανα δεν θα υποφέρει. Υπόφερα τόσα εγώ για εκείνη». Κλαίω από χαρά, μη δίνετε σημασία&#8230;</p>
<p>Και σκούπιζε τα δάκρυά της η μάμα Αντό, με την άκρη του μαύρου μαντηλιού που φορούσε στο κεφάλι και ήταν δεμένο κάτω απ’ το σαγόνι. Εκείνη τη μέρα, φαινόταν σχεδόν σαν να μην ήταν πια η ίδια, έτσι καινουργιοντυμένη, κι έκανε<br />
παράξενη εντύπωση να την ακούει κανείς να μιλάει όπως συνήθιζε.</p>
<p>Οι γειτόνισσες την παίνευαν, τη συμπονούσαν για τον αγώνα της. Όμως σε μια γωνιά της καμαρούλας, η κόρη της η Μαραστέλλα ντυμένη για τη νυφιάτικη παράτα με το γκρίζο ατλαζένιο φουστάνι (μια αρχοντιά!) και το γαλάζιο μεταξωτό μαντήλι στο λαιμό, στολισμένη όσο το δυνατόν<br />
καλύτερα για την περίσταση, βλέποντας να κλαίει η μάνα της, ξέσπασε σε λυγμούς και αυτή.</p>
<p>&#8211; Μαραστέ, Μαραστέ, μα τι κάνεις;</p>
<p>Οι γειτόνισσες βρέθηκαν όλες γύρω της, γεμάτες έγνοια, για να πει η καθεμιά το δικό της:</p>
<p>&#8211; Μην στενοχωριέσαι! Ω! Μα τι κάνεις; Σήμερα δεν κλαίνε&#8230; ξέρεις τι λένε; Χίλιες λίρες μελαγχολίας δεν ξεπληρώνουν το χρέος μιας πεντάρας.<br />
&#8211; Σκέφτομαι τον πατέρα μου!, είπε τότε η Μαραστέλλα σκεπάζοντας με τα χέρια το πρόσωπό της.</p>
<p>Ο πατέρας της βρήκε τραγικό θάνατο πριν από εφτά χρόνια! Τελωνοφύλακας στο λιμάνι, πήγαινε με τις βάρκες για νυχτερινή περίπολο. Κάποια νύχτα φουρτουνιασμένη, καθώς έπλεαν κοντά στις Δυο Ακτές, η βάρκα μπατάρισε και χάθηκε μαζί με τους τρεις άντρες που την κουμάνταραν.</p>
<p>Το θυμούνταν όλοι οι ναυτικοί εκείνο το ναυάγιο. Και θυμούνταν που έτρεχε η Μαραστέλλα με τη μητέρα της, φωνάζοντας και οι δυο τους, με τα χέρια σηκωμένα μέσα στον άνεμο και τις ψιχάλες των μεγάλων κυμάτων, πάνω στα βράχια του νέου λιμανιού όπου ξεβράστηκαν τα πτώματα των τριών πνιγμένων μετά από δυο ημερών μάταιης έρευνας· και αντί η Μαραστέλλα να πέσει γονατιστή πλάι στο πτώμα του πατέρα της, απόμεινε πετρωμένη μπροστά σ’ έν&#8217; άλλο πτώμα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, ψιθυρίζοντας:</p>
<p>&#8211; Αχ! Αγάπη μου! Αγάπη μου! Αχ, πώς σε βρίσκω&#8230;</p>
<p>Η μάμα Αντό, οι συγγενείς του νεαρού πνιγμένου, ο κόσμος όλος που προσέτρεξε, έμειναν ξεροί μπροστά σ’ αυτή την απρόοπτη αποκάλυψη.<br />
Και η μάνα του πνιγμένου που ονομαζόταν Τίνο Σπάρτι -χρυσό παιδί, ο δύσμοιρος!- ακούγοντάς την να μιλάει έτσι, άνοιξε τα χέρια και αμέσως την<br />
έσφιξε δυνατά πάνω στην καρδιά της, μπροστά σ’ όλους, σαν να ’θελε να την κάνει δική της, δική της και δική του, του νεκρού γιου, αποκαλώντας<br />
την με δυνατή φωνή:</p>
<p>-Κόρη μου! Κόρη μου!</p>
<p>Γι’ αυτό τώρα οι γειτόνισσες ακούγοντας τη Μαραστέλλα να λέει: «Σκέφτομαι τον πατέρα μου» αντάλλαξαν ένα βλέμμα κατανόησης συμπονώ-<br />
ντας την σιωπηλά. Όχι, δεν έκλαιγε για τον πατέρα της η κακομοίρη κοπέλα. Ή έκλαιγε ίσως, ναι, επειδή σκέφτηκε πως αν ζούσε ο πατέρας της, δεν θα δεχόταν αυτό το συνοικέσιο, που στη μητέρα της, στις άθλιες συνθήκες που είχε απομείνει, έμοιαζε τυχερό.</p>
<p>Πόσο χρειάστηκε ν’ αγωνιστεί η μάμα Αντό για να ξεπεράσει το πείσμα της κόρης της!</p>
<p>-Με βλέπεις; Είμαι γριά πια, κοντότερα στον θάνατο παρά στη ζωή! Τι θ’ απογίνεις; Σε τι ελπίζεις αύριο μονάχη σου, χωρίς βοήθεια, έρημη στους<br />
δρόμους;</p>
<p>Ναι! Η μάνα της είχε δίκιο. Όμως αυτή, η Μαραστέλλα, έκανε τόσες πολλές άλλες σκέψεις απ’ τη μεριά της. Καλός άνθρωπος, ναι, εκείνος ο δον Λίζι<br />
Κίρικο που ήθελαν να της δώσουν για άντρα -δεν το αρνιόταν- αλλά γερόφερνε και επιπλέον χήρος. Ξαναπαντρευόταν, ο κακόμοιρος, ύστερα από έναν μόλις χρόνο χηρείας, περισσότερο από ανάγκη παρά από έρωτα, γιατί χρειαζόταν εκεί πάνω μια γυναίκα να φροντίζει το σπίτι και να του μαγειρεύει το βράδυ. Να γιατί ξαναπαντρευόταν.</p>
<p>-Τι σε νοιάζει εσένα;- της απάντησε η μητέρα της. Ορίστε άντρας μυαλωμένος πάνω στον οποίο μπορείς να βασιστείς. Γέρος; Ούτε σαράντα χρονών δεν είναι ακόμα. Δεν θα σου λείψει τίποτα έχει σταθερό μισθό, μια καλή δουλειά. Πέντε λιρέτες τη μέρα! Να τύχη!</p>
<p>&#8211; Α ναι, καλή δουλειά! Καλή δουλειά!</p>
<p>Εδώ ήταν το κώλυμα! Η μάμα Αντό το είχε καταλάβει απ’ την αρχή: στο είδος της εργασίας του Κίρικο.</p>
<p>Και μια όμορφη μέρα του Μαγιού, είχε προσκαλέσει μερικές γειτόνισσες -αυτή, η φτώχιά γυναίκα για περίπατο εκεί πάνω στο ύψωμα. Ο δον Λίζι<br />
Κίρικο είδε τη γυναικοπαρέα από τα κάγκελα του μικρού, λευκού κοιμητηρίου που δέσποζε πάνω απ’ το χωριό, με τη θάλασσα μπροστά και τη στεριά πίσω του, και τις προσκάλεσε να μπουν μέσα.</p>
<p>&#8211; Βλέπεις πώς είναι; Σαν κήπος με πολλά λουλούδια&#8230;, είχε πει η μάμα Αντό στη Μαραστέλλα ύστερα από την επίσκεψη στο νεκροταφείο. Αμάραντα σου λέω. Κι εδώ ολόγυρα, χωράφια. Αν σκύψεις λιγάκι το κεφάλι πάνω απ’ το κιγκλίδωμα, βλέπεις στα πόδια σου όλο το χωριό- ακούς κάθε ήχο, ακούς τις φωνές&#8230; Και είδες τι όμορφη κάτασπρη καμαρούλα, πεντακάθαρη κι ευάερη;<br />
Το βράδυ κλείνεις πόρτα και παράθυρο, ανάβεις το φως- και είσαι στο σπίτι σου; ένα σπίτι όπως όλα τ’ άλλα. Τι το σκέφτεσαι;</p>
<p>Και οι γειτόνισσες εν χορώ:</p>
<p>&#8211; Μα βέβαια, έτσι είναι! Κι έπειτα, τα πάντα είναι συνήθεια- θα δεις! Ύστερα από μια δυο μέρες, δεν θα σου κάνει πια εντύπωση. Εξάλλου, κορούλα μου, οι πεθαμένοι δεν πειράζουνε κανέναν· τους ζωντανούς να φοβάσαι. Κι εσύ που είσαι μικρότερη από μας, θα μας έχεις εδώ όλες, τη μια μετά την άλλη. Αυτό είναι το μεγάλο σπίτι και συ θα είσαι εδώ κυρά και φύλακας πιστός.</p>
<p>Η επίσκεψη εκεί πάνω, εκείνη την όμορφη μαγιάτικη μέρα, έμεινε στο νου της Μαραστέλλα σαν παρήγορο όραμα, όσο κράτησαν οι έντεκα μήνες του αρραβώνα· σ&#8217; αυτή την επίσκεψη πρόστρεχε με τη σκέψη της τις ώρες της αποκαρδίωσης, κυρίως με την έλευση του δειλινού, όταν σκοτείνιαζε η ψυχή της κι έτρεμε από φόβο.</p>
<p>Σκούπιζε ακόμα τα δάκρυά της, όταν ο δον Λίζι Κίρικο εμφανίστηκε στο κατώφλι με δυο μεγάλες χαρτοσακούλες στα χέρια, και ήταν σχεδόν<br />
αγνώριστος.</p>
<p>&#8211; Παναγιά μου!, φώναξε η μάμα Αντό. Τι πήγατε και κάνατε χριστιανέ μου;</p>
<p>&#8211; Εγώ; Α, ναι&#8230; Τα γένια, ε; απάντησε ο δον Λίζι μ’ ένα θλιβερό χαμόγελο που τρεμόσβηνε αμήχανα στα πλατιά και μελανά, άσαρκα χείλη του.</p>
<p>Όμως ο δον Λίζι δεν είχε μόνο ξυριστεί, είχε κατακοπεί παντού, τόσο δασύτριχα και σκληρά ήταν τα γένια σ&#8217; εκείνα τα βαθουλωμένα μάγουλα,<br />
που του έδιναν τώρα την όψη ενός ξεγδαρμένου γερο-τράγου.</p>
<p>-Εγώ, εγώ του είπα να ξυριστεί, βιάστηκε να παρέμβει η δόνα Νέλα, η αδελφή του γαμπρού, καταφθάνοντας γεμάτη έξαψη, τροφαντή και χειμαρρώδης. Κουβαλούσε κάτω από το σάλι της μερικές μπουκάλες και μπαίνοντας φάνηκε σαν να έπιανε όλο το χώρο στο μικρό δωματιάκι, με το μεταξωτό της φόρεμα, στο πράσινο του μπιζελιού, που θρόιζε σαν σιντριβάνι. Την ακολουθούσε ο σύζυγος, αδύνατος σαν τον δον Λίζι, λιγομίλητος και βλοσυρός.</p>
<p>-Άσχημα έκανα; εξακολούθησε εκείνη βγάζοντας το σάλι της. Αυτό πρέπει να μας το πει η νύφη. Πού είναι; Κοίτα, Λίζι, δεν στα &#8216;λεγα; Κλαίει&#8230; Δίκιο έχεις, κόρη μου. Χάσαμε τόσο χρόνο. Εκείνος φταίει, ο Λίζι! «Να ξυριστώ; Να μην ξυριστώ;» Δυο ώρες για να αποφασίσει. Για πες τώρα, δεν δείχνει πιο νέος έτσι; Μ&#8217; εκείνες τις άσπρες γουρουνότριχες τη μέρα του γάμου&#8230;</p>
<p>&#8211; Θα τις αφήσω να μεγαλώσουν πάλι, είπε ο Κίρικο διακόπτοντας την αδελφή του και κοιτώντας θλιμμένα τη νεαρή νύφη. -Έτσι κι αλλιώς φαίνομαι γέρος και, μάλιστα, πιο άσχημος.</p>
<p>&#8211; Ο άντρας είναι άντρας, μπουνταλά μου, και δεν είσαι ούτε ωραίος ούτε άσχημος!, δήλωσε τότε αδελφή ενοχλημένη. -Πρόσεχε όμως το καινούργιο<br />
σου κοστούμι! Σήμερα το πρωτοφόρεσες, κρίμα!</p>
<p>Κι άρχισε να του χτυπάει τα μανίκια για να του τινάξει τη ζαχαρόσκονη από τα γλυκά που κρατούσε ακόμα στις δυο χαρτοσακούλες.</p>
<p>Ήταν αργά· έπρεπε να πάνε πρώτα στο Δημαρχείο να μην κάνουν τον πάρεδρο να περιμένει και ύστερα στην εκκλησία. Και η μικρή γιορτούλα έπρεπε να έχει τελειώσει προτού βραδιάσει, το πολύ μετά το φαγητό και την άφθονη οινοποσία, επέμενε ο δον Λίζι από υπερβάλλοντα ζήλο στα καθήκοντά του, ο οποίος καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα λόγω της ανακατώστρας και φωνακλούς αδελφής του.</p>
<p>&#8211; Να έρθουν τα όργανα! Γάμος δίχως όργανα γίνεται; Πρέπει να χορέψουμε! Στείλτε να έρθει ο στραβο-Ισίδωρος. Κιθάρες και μαντολίνα!<br />
Φώναζε τόσο που ο αδελφός της αναγκάστηκε να την πάρει παράμερα.</p>
<p>&#8211; ΠάΨε, Νέλα, πάψε! Έπρεπε να έχεις καταλάβει πως δεν τη θέλω τόση βαβούρα.</p>
<p>Η αδελφή του γούρλωσε τα δυο της μάτια.</p>
<p>&#8211; Πώς; Ακόμα και τώρα! Γιατί;</p>
<p>Ο δον Λίζι συνοφρυώθηκε κι αναστέναξε:</p>
<p>&#8211; Σκέψου πως πέρασε μόλις ένας χρόνος που η δίκιά μου&#8230;<br />
&#8211; Τη σκέφτεσαι ακόμη, στ’ αλήθεια;, τον διέκοψε η δόνα Νέλα καγχάζοντας. Τώρα που ξαναπαντρεύεσαι! Αχ, φουκαριάρα Νουντσιάτα!</p>
<p>&#8211; Ξαναπαντρεύομαι, είπε ο δον Λίζι μισοκλείνοντας τα μάτια και χλομιάζοντας, αλλά δεν θέλω ούτε όργανα, ούτε χορούς! Άλλα τα αισθήματά<br />
μου&#8230;</p>
<p>Και όταν του φάνηκε πως η μέρα έγερνε να βασιλέψει, παρακάλεσε την πεθερά του να ετοιμαστούν για αναχώρηση.</p>
<p>[ … /…]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΣΚΑΡΑ (2020)</strong></h3>
<p><strong>ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ</strong></p>
<p>0 Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο, (Πεσκάρα, 12 Μαρτίου 1863 &#8211; Γκαρντόνε Ριβιέρα, 1η Μαρτίου 1938), il Vote, «ο Ποιητής-Προφήτης» της Ιταλίας, όπως του άρεσε να τον αποκαλούν, μία ιστορική προσωπικότητα αμφιλεγόμενη και πολύπλοκη, υπήρξε επίσης δημοσιογράφος, πολιτικός, δραματουργός, σεναριογράφος και δοκιμιογράφος. Πρόδρομος του ιταλικού φασισμού, υποστηρικτής της θεωρίας του Υπεράνθρωπου του ΦρίΙντριχ Νίτσε, οπαδός του αισθητισμού και του [εκλεκτικισμού, με την ακραία και πολυκύμαντη [ζωή του, τους αναρίθμητους έρωτές του, τα πολεμικά του ανδραγαθήματα, καθώς και με το συγγραφικό του έργο, κατάφερε να σκανδαλίζει την Ευρώπη και να δημιουργήσει έναν μύθο γύρω από το όνομά του, επηρεάζοντας πολλές γενεές νέων συγγραφέων και ποιητών εντός και<br />
εκτός των ορίων της πατρίδας του.<br />
Έφηβος ακόμα, στα δεκαέξι του χρόνια, δημοσίευσε με έξοδα του πατέρα του την πρώτη του ποιητική συλλογή Primo Vere (1879), με έντονες επιδράσεις από το έργο του Τζοσουέ Καρντούτσι αλλά και τους αρχαίους Έλληνες λυρικούς ποιητές. Λίγο πριν την επανέκδοση της πρώτης του συλλογής, ο εκδότης μιας μεγάλης εφημερίδας στη Φλωρεντία, έλαβε ένα ανώνυμο σημείωμα από την Πεσκάρα, που έλεγε ότι ο ποιητής είχε σκοτωθεί πέφτοντας από το άλογό του. Το θέμα αναπαράχθηκε από μεγάλη μερίδα του τύπου όμως επρόκειτο για μια ψευδή είδηση, την οποία διέσπειρε ο ίδιος ο Ντ&#8217; Αννούντσιο προκειμένου να λάβει δημοσιότητα. Και το εγχείρημα πέτυχε.<br />
Από το 1881 και ενώ ξεκινούσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης La Sapienza, άρχισε να αρθρογραφεί για τις τοπικές εφημερίδες και να προωθεί τον ιταλικό αλυτρωτισμό. Επιπλέον, επιθυμώντας να διακριθεί και κάτω από το λάβαρο της επίγειας Αφροδίτης, ακολουθεί πιστά τη γνώμη του δημιουργήματος του Αντρέα Σπερέλι (βλ. το μυθιστόρημά του II piacere / Ηδονή, 1889), που αποφαίνεται ότι η πιο όμορφη γυναίκα είναι πάντα η επόμενη. Μεταξύ των αμέτρητων ερωτικών του συντρόφων συγκαταλέγονται η διάσημη ηθοποιός Ελεονόρα Ντούζε, η μούσα του στον Θρίαμβο του θανάτου (Trionfo della morte, 1894) Μπάρμπαρα Λεόνι, η Λουίζα Καζάτι και η μαρκησία Αλεσάντρα Σταράμπα ντι Ρουντινί. Προσφάτως δημοπρατήθηκε στη Ρώμη η ανέκδοτη μέχρι τώρα επιστολογραφία της Αλεσάντρα με τον Ντ&#8217; Αννούντσιο, όπου καταγράφεται η έντονη σχέση του ζεύγους κατά τα έτη 1903-1907. Μεταξύ των επιστολών βρέθηκε και το συμβόλαιο που οι δύο εραστές συνέταξαν στις 27 Νοεμβρίου 1903, του οποίου το πρώτο άρθρο αναφέρει: «Η Αλεσάντρα Καρλόττι από την Γκάρντα παραχωρεί στον Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο την απόλυτη κατοχή του κορμιού της -απελευθερωμένο από κάθε είδους ρούχο και περιορισμό- από το νύχι<br />
του όμορφου ποδιού της ως την τελευταία τρίχα των ανάλαφρων μαλλιών της, χωρίς καμιά εξαίρεση, προς τέρψη, υγεία και χαρά».<br />
Ο κοντός και φαλακρός άντρας, με τα χαλασμένα δόντια και τον υπέρμετρο ναρκισσισμό, ο άντρας αυτός που αδίστακτα αυτοχαρακτηριζόταν ήρωας και θεωρούσε τον εαυτό του ως τον σπουδαιότερο δημιουργό μετά τον Δάντη, μαγνήτιζε όσους τον πλησίαζαν με το φλογερό του βλέμμα και τη βελούδινη φωνή του. «Όταν μιλά ο κύριος Ντ&#8217; Αννούντσιο, φαίνεται σαν να εκμυστηρεύεται ένα μυστικό, έστω κι αν λέει απλώς καλημέρα», θα παραδεχτεί η κόρη του συνθέτη Πιέτρο Μασκάνι, η οποία γνώρισε τον Ντ&#8217; Αννούντσιο το 1910 στο Παρίσι όπου είχε καταφύγει για να γλιτώσει από τους πιστωτές του.<br />
Το 1897 ο Ντ’ Αννούντσιο εξελέγη στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου παρέμεινε ως ανεξάρτητος βουλευτής για τρία χρόνια. Επίσης ήταν ο σεναριογράφος της ταινίας του 1914 «Καμπίρια», μια ταινία υπερεθνικιστική. Αυτός υπήρξε ο εμπνευστής της στολής των μελανοχιτώνων και του χαιρετισμού με υψωμένο το δεξί χέρι, που το 1926 έγινε υποχρεωτικός για όλους τους ιταλούς πολίτες.</p>
<p>Με την έναρξη του Α&#8217; Παγκοσμίου Πολέμου, οΝτ’ Αννούντσιο, παρά τα 52 του χρόνια, κατατάχθηκε εθελοντικά στην Αεροπορία και στους«Lancieri di Novara», τους Λογχοφόρους της Νοβάρα. Ως πιλότος μαχητικού, τον Ιανουάριο του1916, κατά τη διάρκεια μιας πτήσης υποχρεώθηκε σε αναγκαστική προσθαλάσσωση. Η σφοδρήπρόσκρουση του κόστισε την όραση από το δεξίτου μάτι.<br />
Ο τραυματισμός του δεν έκαμψε τον φιλοπόλεμο ενθουσιασμό του. Στις 9 Αυγούστου του1918, ως διοικητής της 87ης μοίρας μαχητών «La Serenissima», οργάνωσε μια προπαγανδιστικήπτήση εννέα αεροπλάνων πάνω από την πόλη της Βιέννης, με σκοπό τη ρίψη 400.000 φυλλαδίων. Η πράξη του επιδοκιμάστηκε από τους Φουτουριστές και αναδείχθηκε εθνικός ήρωας της Ιταλίας.<br />
Τον Σεπτέμβριο του 1919 ο Ντ&#8217; Αννούντσιο επέδραμε μαζί με λεγεωνάριους που επιστράτευσε ο ίδιος και κατέλαβε την πόλη Φιούμε (σήμερα Ριέκα, στην Κροατία), την ανακήρυξε ανεξάρτητο κρατίδιο και διοίκησε ως Ντούτσε της Αντιβασιλείας του Καρνάρο (Reggenza Italiana del Carnaro), επί δεκαπέντε μήνες μέχρι τα Χριστούγεννα του 1920. Στο Φιούμε, συνέγραψε και την Carta του Καρνάρο, ένα σύνταγμα που εγκαθίδρυε ένα σύστημα συντεχνιακό που εξέφραζε τα δικά του πολιτικά ιδεώδη.<br />
Ένα χρόνο πριν ν&#8217; ανέβει ο Μουσολίνι στην εξουσία, ο Ντ&#8217; Αννούντσιο, απογοητευμένος από την έκβαση της επιχείρησης στο Φιούμε, αποσύρθηκε στο Βιττοριάλε, την πολυτελή έπαυλη στη Λίμνη Γκάρντα στο Καρνιάκο, όπου έζησε ως το θάνατό του. Πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία, την 1 η Μαρτίου του 1938.</p>
<p style="text-align: right;">Ευαγγελία Πολύμου</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>Η ΜΑΓΙΔΑ</strong></h3>
<p>Μόλις ο Λούκα άκουσε τον θόρυβο από τα δεκανίκια, γούρλωσε τα μάτια του και τα έστρεψε αναμμένα και βλοσυρά προς την πόρτα, περιμένοντας να εμφανιστεί ο αδελφός του στο κατώφλι. Όλο το πρόσωπό του, εξαντλημένο από την κακουχία, φαγωμένο από τον πυρετό, διάσπαρτο από κοκκινωπές φουσκάλες, πήρε ξαφνικά μια όψη σκληράδας στα όρια του θυμού. Άρπαξε τα<br />
χέρια της μητέρας του, σπασμωδικά, φωνάζοντας με τη βραχνή και ραγισμένη του φωνή:</p>
<p>Διώξ’ τον! Διώξ’ τον! Δεν θέλω να τον βλέπω, καταλαβαίνεις; Δεν θέλω να τον ξαναδώ ποτέ ξανά. Καταλαβαίνεις;</p>
<p>Τα λόγια τον έπνιγαν. Έσφιγγε δυνατά τα χέρια της μητέρας του, μ’ έναν βήχα που του &#8216;κόβε την ανάσα, ενώ το πουκάμισο στο στήθος του ανέμιζε κι<br />
άνοιγε λιγάκι σε κάθε του ζόρισμα. Το στόμα του ήταν πρησμένο και στο πηγούνι του οι ξέραμένες φουσκάλες σχημάτιζαν μια κρούστα που έσκαγε και μάτωνε σε κάθε του προσπάθεια. Η μητέρα του προσπαθούσε να τον καθησυχάσει.</p>
<p>Ναι, ναι, γιε μου. Δεν θα τον ξαναδείς. Θα κάνω αυτό που μου ζητάς. Θα τον διώξω, θα τον διώξω. Τούτο είναι το σπίτι σου, γιόκα μου, κατάδικό σου.<br />
Μ&#8217; ακούς;</p>
<p>Ο Λούκα έβηχε πάνω στο πρόσωπό της.</p>
<p>Τώρα, τώρα αμέσως! -της έλεγε με θηριώδη επιμονή, καθώς ανασηκωνόταν πάνω στο κρεβάτι, σπρώχνοντας τη μάνα του προς την πόρτα.</p>
<p>&#8211; Ναι, γιε μου. Τώρα, αμέσως!</p>
<p>Ο Τσίρο πρόβαλε στο κατώφλι, γέρνοντας πάνω στα δεκανίκια του. Ήταν κοκαλιάρης, μ&#8217; ένα κεφάλι βαρύ και χοντρό. Τα μαλλιά του ήταν τόσο ξανθά που φάνταζαν σχεδόν άσπρα. Τα μάτια του ήταν τρυφερά σαν του αρνιού, γαλανά ανάμεσα στις μακριές, ανοιχτόχρωμες βλεφαρίδες.<br />
Μπαίνοντας, δεν είπε τίποτα. Είχε μουγγαθεί από κάποια παράλυση. Όμως είδε τα μάτια του αρρώστου, που τον κοίταζαν έντονα και σκληρά, και σταμάτησε στη μέση της κάμαρης, στηριγμένος στα δεκανίκια του, μη τολμώντας να προχωρήσει. Το δεξί του πόδι, στραβό και κουτσουρεμένο, είχε ένα μικρό, ορατό τρέμουλο.</p>
<p>Ο Λούκα είπε στη μητέρα του: &#8211; Τι έρχεται να κάνει εδώ τούτος ο σακάτης; Διώξε τον! Θέλω να τον διώξεις. Καταλαβαίνεις; Αμέσως.</p>
<p>Ο Τσίρο κατάλαβε και κοίταξε τη μητριά του που ετοιμαζόταν να σηκωθεί. Την κοίταξε με μάτια τόσο παρακλητικά, που δεν βάσταξε η καρδιά της να τον κακομεταχειριστεί. Ύστερα, κρατώντας παραμάσχαλα το ένα δεκανίκι, με το ελεύθερο χέρι του έκανε μια απελπισμένη χειρονομία. Κι έριξε ένα λαίμαργο βλέμμα στη μαγίδα που ήταν σε μια άκρη. Σα να &#8216;λεγε:</p>
<p>&#8211; Πεινάω.</p>
<p>-Όχι, όχι! Τίποτα μην του δώσεις, άρχισε να φωνάζει ο Λούκα, φρενιασμένος πάνω στο κρεβάτι, επιβάλλοντας στη γυναίκα τη μοχθηρή του ιδιοτροπία.</p>
<p>-Τίποτα! Ξαπόστειλέ τον.</p>
<p>Ο Τσίρο έγειρε πάνω στο στήθος το χοντρό του κεφάλι, τρέμοντας, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Όταν η μητριά του έβαλε το χέρι της στον ώμο<br />
του και τον έσπρωξε προς την εξώπορτα, εκείνος ξέσπασε σε αναφιλητά- όμως την άφησε να τον σπρώξει. Ύστερα άκουσε την πόρτα να κλείνει κι<br />
απόμεινε στο κεφαλόσκαλο να κλαίει με λυγμούς. Έκλαιγε δυνατά, ακατάπαυστα.</p>
<p>Είπε ο Λούκα στη μητέρα του, μ’ ένα νεύμα θυμού:</p>
<p>-Τον ακούς; Το κάνει επίτηδες, για να μ&#8217; εξοργίσει.</p>
<p>Οι λυγμοί του αδελφού εξακολουθούσαν, κάποιες φορές διακόπτονταν από ένα παράξενο μουγκρητό, αποκαρδιωτικό σαν τον ρόγχο του<br />
αλόγου που πάει να πεθάνει.</p>
<p>&#8211; Μα τον ακούς; Άντε, πήγαινε! Πέταξέ τον από τις σκάλες!</p>
<p>Η γυναίκα σηκώθηκε μ&#8217; ορμή, έτρεξε στην πόρτα και σήκωσε πάνω στον μουγγό τα τραχιά της χέρια που &#8216;ταν μαθημένα να χειροδικούν και να<br />
βασανίζουν. Ο Λούκα, ανασηκωμένος στους αγκώνες του, άκουγε τα χτυπήματα φωνάζοντας:</p>
<p>&#8211; Κι άλλο! Δώσ’ του κι άλλο!</p>
<p>Με τον ξυλοδαρμό, ο Τσίρο σώπασε. Συγκροτώντας το κλάμα, κατέβηκε στο δρόμο. Πεινούσε-δεν είχε φάει σχεδόν δυο μέρες. Μόλις που κατάφερνε να σύρει τα δεκανίκια του.</p>
<p>Πέρασε τρέχοντας ένα τσούρμο χαμίνια, κυνηγώντας το πέταγμα ενός χαρταετού που πετούσε στον αέρα σκαμπανεβαίνοντας. Κάποιοι του<br />
έδωσαν μια σπρωξιά φωνάζοντας:</p>
<p>-Έι, ο σακάτης!</p>
<p>Αλλοι τον περιγελούσαν φωνάζοντάς του:<br />
&#8211; Ντέι, αλογάκι, ντέι!</p>
<p>Άλλοι υπονοώντας τη μεγάλη του κεφάλα, τον ρωτούσαν κοροϊδευτικά:</p>
<p>&#8211; Πόσα το κιλό το μυαλό, σακάτη;</p>
<p>Το πιο απάνθρωπο χαμίνι, του &#8216;ρίξε κάτω το ένα δεκανίκι και το &#8216;σκάσε τρέχοντας. Ο μουγγός τρέκλισε- ύστερα το έπιασε από κάτω, με κόπο, και κίνησε. Τα ξεφωνητά και τα γέλια των παλιόπαιδων σκόρπισαν προς το ποτάμι. Ο χαρταετός σηκωνόταν σαν εξωτικό πουλί, σ’ έναν ολορόδινο και<br />
γλυκό ουρανό.</p>
<p>Συντροφιές στρατιωτών τραγουδούσαν όλοι μαζί, κατά μήκος των Λουτρών. Ήταν η όμορφη εποχή του εορτασμού του Πάσχα. Ο Τσίρο, νιώθοντας να του δαγκώνει τα σπλάχνα η πείνα, σκέφτηκε:</p>
<p>-Τώρα θα ζητήσω ελεημοσύνη.</p>
<p>Από το φούρνο ερχόταν με τ&#8217; ανοιξιάτικο αγέρι η ευωδιά του ζεστού ψωμιού. Πέρασε ένας ασπροντυμένος άντρας, κουβαλώντας στο κεφάλι του μια μακριά τάβλα που πάνω της ήταν αραδιασμένα στη σειρά πολλά χρυσόχρωμα ψωμιά που άχνιζαν ακόμα. Τον ακολουθούσαν δυο σκυλιά με το μουσούδι τους σηκωμένο στον αέρα, κουνώντας τις ουρές τους. Ο Τσίρο κόντεψε να λιποθυμήσει από το ξελίγωμα. Σκεφτόταν:</p>
<p>-Τώρα θα ζητήσω ελεημοσύνη· εάν όχι, πέθανα.</p>
<p>Η ημέρα έπεφτε αργά. Ο διάφανος ουρανός ήταν κατάσπαρτος με χαρταετούς που τους τραβούσαν προς τη γη για να κυματίσουν. Οι καμπάνες σκόρπιζαν στον ηχηρό αέρα ένα συνεχές και βαθύ βουητά. Ο Τσίρο σκέφτηκε:</p>
<p>-Τώρα θα καθίσω στην πόρτα της εκκλησιάς. Και σύρθηκε προς εκείνη τη μεριά.</p>
<p>Η εκκλησία ήταν πράγματι ανοιχτή. Στο βάθος φαινόταν η αγία Τράπεζα φωτισμένη με τρεμουλιαστές φλογίτσες, σαν κάποιος αστερισμός.<br />
Έβγαινε μέχρι έξω το άρωμα του λιβανιού και του μοσχολίβανου, εξατμισμένο. Κάπου κάπου, το εκκλησιαστικό όργανο εξαπέλυε μία συγχορδία. Ο Τσίρο, ξαφνικά, ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν από καινούργια δάκρυα. Παρακάλεσε με την θρήσκα του καρδιά:</p>
<p>&#8211; Κύριε και Θεέ μου, εσύ βοήθησε με!</p>
<p>Το αρμόνιο έβγαλε έναν κρότο που έκανε τις κολώνες να δονούνται σαν να &#8216;ταν αυτά όργανα κι έπειτα ζωήρεψε με νότες ξεκάθαρες. Οι πιστοί και οι πιστές έμπαιναν δυο δυο, τρεις τρεις, από τη μοναδική πόρτα. Ο Τσίρο δεν τολμούσε ακόμα ν’ απλώσει το χέρι. Λίγο παραπέρα, ένας ζητιάνος<br />
εκλιπαρούσε με παράπονο:<br />
αδελφό του με τους χτύπους της καρδιάς του.<br />
Φαινόταν σαν να πλημμύριζαν οι παλμοί του<br />
ολόκληρο το σπίτι, με εκκωφαντικό θόρυβο.</p>
<p>&#8211; Για όνομα του Θεού, ελεήστε!</p>
<p>Τότε, ο μουγγός ντράπηκε. Είδε τη μητριά του να μπαίνει στην εκκλησιά τυλιγμένη ολόκληρη στο μαύρο της παλτό. Σκέφτηκε:</p>
<p>&#8211; Και αν πήγαινα στο σπίτι, ενώ η μητριά μου λείπει;</p>
<p>Η λαχτάρα για τροφή τον παρακίνησε τόσο δυνατά, που δεν χασομέρησε άλλο. Πετούσε πάνω στα δεκανίκια του κυνηγώντας την ελπίδα για ψωμί. Μια γυναικούλα, καθώς περνούσε, του φώναξε γελώντας:</p>
<p>&#8211; Τρέχεις για την πρωτιά, σακάτη;</p>
<p>Έφτασε στο σπίτι, σαν αστραπή, βαριανασαίνοντας και καρδιοχτυπώντας. Ανέβηκε τις σκάλες με περίσσια προφύλαξη, δίχως να κάνει θόρυβο.<br />
Αναζήτησε το κλειδί ψηλαφητά σ&#8217; ένα βαθούλωμα του τοίχου, όπου συνήθιζε να το βάζει η μητριά του όταν έβγαινε. Το βρήκε, και προτού ν&#8217; ανοίξει,<br />
κοίταξε από την κλειδαρότρυπα. Ο Λούκα, επάνω στο κρεβάτι, φαινόταν κοιμισμένος.<br />
Ο Τσίρο σκέφτηκε:</p>
<p>&#8211; Να μπορούσα να πάρω ψωμί χωρίς να τον ξυπνήσω!</p>
<p>Και γύρισε το κλειδί, σιγά σιγά, κρατώντας την αναπνοή του, τρέμοντας μη τυχόν ξυπνήσει τον αδελφό του με τους κτύπους της καρδιάς του. Φαινόταν σαν να πλημμύριζαν οι παλμοί του ολόκληρο το σπίτι, με εκκωφαντικό θόρυβο.</p>
<p>&#8211; Κι αν ξυπνήσει; -σκέφτηκε ο Τσίρο, με μια ανατριχίλα που έφτανε ως στο μεδούλι, όταν ένιωσε πως η πόρτα άνοιξε.</p>
<p>Αλλά η πείνα τον έκανε τολμηρό. Μπήκε ακουμπώντας απαλά τα δεκανίκια, δίχως να πάρει ούτε στιγμή το βλέμμα από τον αδελφό του.</p>
<p>&#8211; Κι αν ξυπνήσει;</p>
<p>Ο αδελφός του, ανάσκελα, ανάσαινε με δυσκολία στον βαθύ του ύπνο. Κάθε τόσο έβγαινε από τα χείλη του κάτι σαν ελαφρύς συριγμός. Μόνο ένα κερί έκαιγε πάνω στο τραπέζι, ρίχνοντας στους τοίχους απλωτούς, κινούμενους ίσκιους. Ο Τσίρο, καθώς ζύγωσε στη μαγίδα, σταμάτησε για να κατανικήσει το τρεμούλιασμα του, κοίταξε τον κοιμισμένο και ύστερα, βαστώντας και τα δυο<br />
δεκανίκια παραμάσχαλα, άρχισε να σηκώνει το καπάκι. Η μαγίδα έτριξε δυνατά. Ξαφνικά ο Λούκα αναπήδησε ξυπνώντας. Αντίκρισε τον αδελφό<br />
του σ’ εκείνη τη στάση κι άρχισε να φωνάζει εναντίον του, κουνώντας τα χέρια του σαν τρελός·</p>
<p>-Α, κλέφτης! Κλέφτης! Βοήθεια!</p>
<p>Όμως η μανία τον έπνιγε. Ενώ ο αδελφός του τυφλωμένος από την πείνα, σκυμμένος πάνω από τη μαγίδα, έψαχνε να &#8216;βρει με τα τρεμάμενα χέρια<br />
του κανένα κομμάτι ψωμί, εκείνος πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι κι όρμησε καταπάνω του για να τον εμποδίσει να το πάρει.</p>
<p>Εκτός εαυτού, τράβηξε το βαρύ καπάκι πάνω στο σβέρκο του Τσίρο που σπάραξε απελπισμένα, σαν θύμα που πιάστηκε στην παγίδα. Ο Λούκα,<br />
έχοντας χάσει κάθε συναίσθηση τού τι έκανε, εναντιωνόταν στις προσπάθειες του Τσίρο να γλιτώσει, πιέζοντας μ’ όλη του τη δύναμη, για ν’ αποκεφαλίσει τον αδελφό του. Το καπάκι τριζοβολούσε καθώς χωνόταν στη ζωντανή σάρκα του αυχένα του, συνθλίβοντας τον λαιμό, πιέζοντας τις φλέβες και τα νεύρα, μέχρις ότου κρεμάστηκε απ&#8217; το καπάκι ένα κουφάρι άνευρο, που δεν προέβαλε πια καμία αντίσταση.</p>
<p>Τότε, μπροστά στον σφαγιασμένο ανάπηρο, ένας τρελός φόβος κυρίεψε την ψυχή του αδελφού του. Δυο ή τρεις φορές, τρεκλίζοντας, διέσχισε το δωμάτιο που το σάλεμα του κεριού γέμιζε με τρόμο πήρε στα χέρια του τα κλινοσκεπάσματα, τα τράβηξε πάνω του, τυλίχτηκε ολόκληρος, σκεπάζοντας και το κεφάλι- έπειτα κάθισε ανακούρκουδα κάτω απ&#8217; το κρεβάτι. Και μέσα στη σιωπή τα δόντια του έτριζαν όπως η λίμα πάνω στο σίδερο.</p>
<p>Σ.τ.Μ.: Η μαγίδα (παράγωγο του «μάσσω» δηλ. ζυμώνω. Στα ιταλικά madia)· ένα κιβωτιόσχημο ξύλινο έπιπλο που χρησίμευε είτε για την αποθήκευση μικρών ποσοτήτων αλεύρων, την προετοιμασία του ψωμιού πριν το ψήσιμο ή για τη φύλαξη τροφίμων μεταξύ γευμάτων. Το έπιπλο σχεδόν πάντα είχε προστατευτικό κάλυμμα από ξύλο ή βαριά πέτρα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><span style="color: #000000;"><strong>ΙΤΑΛΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ</strong></span><br />
<strong><span style="color: #000000;"> ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΠΟΛΥΜΟΥ </span></strong></h3>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>LUIGI DI RUSCIO</strong></span></h3>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-9274" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/10/1-luigi-di-ruscio.jpg?w=300" alt="1-LUIGI DI RUSCIO" width="300" height="199" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΗΜΟΥΝ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΩΝ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ήμουν πέντε χρονών</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια γριά μού έδωσε να καταλάβω</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί κανείς δεν με κράτησε στα γόνατά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> η γιαγιά μου που με κρατούσε απ’ το χέρι δεν με προστάτεψε</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε για παρηγοριά δεν μου έσφιξε το χέρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> γι’ αυτό τράβηξα μόνος κατά τους ποταμούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάγκη δεν το ’χα το νερό για να καθρεφτιστώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο σπίτι επέστρεφα για να μην κοιμηθώ πάνω στα χαλίκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην ηλικία εκείνη, η πείνα σε τρελαίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε κάνει να γίνεις πριν της ώρας σου ενήλικας</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κάθε χορτάρι που ’χουν οι κατσίκες βοσκήσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> έμαθα να το μαζεύω</span><br />
<span style="color: #000000;"> η γεύση της πικράδας άρχισε να μ’ αρέσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτό ήταν το γάλα μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι επειδή έκλεβα με τρόπο</span><br />
<span style="color: #000000;"> είχα τους πιο όμορφους καρπούς</span><br />
<span style="color: #000000;"> πήγαινα μόνος για να μην με τσακώσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη μυρουδιά μου τα σκυλιά δεν γάβγισαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κανείς δεν μπορεί να με κατακρίνει</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν το Θεό από νωρίς πάσχισα ν’ απαρνηθώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω στα τείχη που τα φούσκωνε το νερό</span><br />
<span style="color: #000000;"> μόνο εικόνες χάρτινες είχα αντικρύσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα βιβλία τ’ ανακάλυψα στο σωρό από παλιόχαρτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ακόμα και σήμερα μαγεύομαι να τα κοιτώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα στα χαρτιά έψαχνα για τη γραμμένη σελίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φώναξα και με κοίταζαν σαν να ’μουν ζωντανός</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν κάτι περισσότερο από ένας ταξιδιώτης</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξαμολήθηκα στους δρόμους</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποιο αγόρι δεν ονειρεύεται άντρας να ντυθεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> εγώ αντρώθηκα νωρίς</span><br />
<span style="color: #000000;"> όντας ακόμη με τα κοντά παντελονάκια</span><br />
<span style="color: #000000;"> βρήκα μια γυναίκα που ήταν ευτυχής</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι επειδή οι άνθρωποι πληγώνουνε τις σκέψεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέταξα πάνω τους</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάνοντας όνειρα για κάθε φύλλο που είδα να πέφτει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήταν οι ώρες χωρίς σταματημό</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι εκκλησιές χρησιμεύανε για να δροσιστώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυρνοβολούσα διψασμένος για γυναίκες</span><br />
<span style="color: #000000;"> που σύντομα τις πλήρωνα με χρήματα κλεμμένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τώρα νιώθω τον έρωτα των γυναικών να μου ακουμπά</span><br />
<span style="color: #000000;"> το πρόσωπο με την ανάσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σφίγγω τα λιπαρά μαλλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τύχη μου φέρνουν τα σαν νέγρου χείλη μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα μάτια που δεν έχουν αναπαμό.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΝ ΠΕΡΝΟΥΜΕ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Την Κυριακή την περνούμε χορεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή στον κινηματογράφο</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή όταν η ομάδα πάει καλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> παρακολουθώντας τον αγώνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κουβεντιάζοντας στο καφενείο ολοβραδύς</span><br />
<span style="color: #000000;"> για ένα πέναλτι που δεν έπρεπε να δώσουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> για ένα φάουλ</span><br />
<span style="color: #000000;"> για μια άστοχη βολή</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γεννημένοι ανάμεσα σ’ εκείνα τα τείχη</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαζί κάναμε τα πάντα</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σχολείο την πρώτη Κοινωνία</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ίδια όνειρα φυγής</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μαζί περάσαμε τον πόλεμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρώγοντας εκατόν πενήντα γραμμάρια ψωμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν αρκεί για να γεμίσει το στόμα μια φορά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τον φασισμό τον γνωρίσαμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> και το να συλλαμβάνεται ολοένα και κάποιος</span><br />
<span style="color: #000000;"> επειδή το να δουλεύεις στη χάση και στη φέξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι ιστορία όλων των εποχών</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως το κουβεντολόι να σαλπάρουμε για Αυστραλία</span><br />
<span style="color: #000000;"> ή να πάμε εθελοντές</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να μην υποφέρουμε άλλο τη μιζέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κάθε μέρα μας πιάνει τρελό κέφι</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γελάμε με πράγματα κοινότοπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μιλούν περί πατρίδας και Θεού</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να μας πείσουν να πεθάνουμε όπως γεννηθήκαμε.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΣΤΕΓΕΣ ΑΛΩΝΙΖΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Απάνω στις στέγες αλωνίζουν οι γάτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τα νιαουρίσματα θρήνοι ερωτικοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> οδηγούνε στον τρόμο τα μυαλά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και τα μπουκάλια πεταμένα απ’ το φόβο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Λένε πως ανάμεσα στις σκιές στριφογυρνούν οι μάγισσες</span><br />
<span style="color: #000000;"> και οι νεκροί σηκώνονται ολόρθοι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εγώ ποτέ δεν είδα τίποτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι μόνο μια δική μου σκληρή ειρωνεία</span><br />
<span style="color: #000000;"> που με φέρνει στα φαντάσματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> φαντάζομαι κουκουβάγιες με πράσινα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> να πλανώνται στη σκιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> βλέπω τ’ αμέτρητα τ’ αστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> και δεν φοβάμαι.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ANTONIO PORTA</strong></span></h3>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-9278" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/10/1-antonio-porta.jpg?w=300" alt="1-ANTONIO PORTA" width="300" height="199" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν ήξερα τίποτ’ άλλο, παρά μόνο όσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι</span><br />
<span style="color: #000000;"> ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω απ’ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις</span><br />
<span style="color: #000000;"> πέτρες, κι εξακολούθησα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κορδόνια λυτά, τον δρόμο για το σπίτι,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής</span><br />
<span style="color: #000000;"> γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα</span><br />
<span style="color: #000000;"> σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη σκόνη, η γλώσσα τεμαχίζοντας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γλείφοντας, το αίμα κυλούσε απ’ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,</span><br />
<span style="color: #000000;"> οι γιοί μας δεν έχουν ιδέα&#8230; »</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια φωτογραφία ξασπρίζει λίγο λίγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ένα πρόσωπο, έπειτα παν το εικονιζόμενο εξαφανίζονται.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκεί που υπήρχαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα ξεθωριάζει ένα γκρίζο κι αν κάτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> αντιστέκεται, ένα χαμόγελο πολύ βεβιασμένο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαστίζει εκείνον που το παρατηρεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> και η μνήμη αρνείται να προσπεράσει το εμπόδιο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αλλά για να καταλάβεις σε βάθος</span><br />
<span style="color: #000000;"> τι σημαίνει διαγραφή πρέπει</span><br />
<span style="color: #000000;"> να νιώσεις διαγραμμένος, όταν μια σκιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν είναι παρά μια σκιά, μια ανάσα, μια πνοή,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέσα στον θρίαμβο των αποσιωπητικών&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;">(από τη συλλογή “Yellow”)</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">τυχαία καθώς κοιμάσαι</span><br />
<span style="color: #000000;"> από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε γαργαλάω κι εσύ γελάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> γελάς δίχως να ξυπνάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έτσι ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:</span><br />
<span style="color: #000000;"> άσε με να κοιμηθώ, πρέπει να τελειώσω ένα όνειρο</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>GIANMARIO LUCINI</strong></span></h3>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9275" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/10/1-gianmario-lucini.jpg" alt="1-GIANMARIO LUCINI" width="300" height="200" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΝ ΔΕΝ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ, ΜΕΤΡΑ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Αν δεν με πιστεύεις, μέτρα τ’ αστέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> που χωρούν σ’ ένα δάκρυ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέτρα τα μαλλιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> της αγαπημένης καθώς τα χαϊδεύεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μέτρα τις ρυτίδες του κορμιού της,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις μυστικές επιστροφές του πάθους</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έρχεται και σε διαποτίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως το αλάτι το ψωμί</span><br />
<span style="color: #000000;"> και σκέψου το άπειρο που θα μπορούσες να ζήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ένα μόνο σάλτο της καρδιάς.</span><br />
<span style="color: #000000;">(σ’ εκείνους που πάνε στον πόλεμο και το ξέρουν)</span><br />
<span style="color: #000000;">(από τη συλλογή «Επιτομή»)</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΘΑ ’ΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΑΦΙΕΡΩΣΩ ΣΤΙΧΟΥΣ ΑΓΑΠΗΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θα ’θελα να σου αφιερώσω στίχους αγάπης</span><br />
<span style="color: #000000;"> σύμφωνα και φωνήεντα που κλίνουν το πρόσωπό σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να σ’ αποκαλύψω στην παλάμη του ανοιχτού μου χεριού</span><br />
<span style="color: #000000;"> εποποιίες χωρίς σημαίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν ψωμί στον πεινασμένο, αίμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πάθος το πιο αληθινό.</span><br />
<span style="color: #000000;">Κοιμάται</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας αρχαίος δαίμονας στα ονόματα και στα ρήματα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τρέμει το φώνημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> προφέροντάς σε μέσα στο χυδαίο</span><br />
<span style="color: #000000;"> της πεθαμένης τούτης γης.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΟΤΑΝ Μ’ ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν μ’ αγαπούσες, κοιτούσες με τα μάτια</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενός μεγάλου ποταμού όπου βάρκες αμέριμνες</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανέβαιναν από τη θάλασσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> συμφωνίες φώτων ήταν οι νύχτες</span><br />
<span style="color: #000000;"> η ανάσα σου μια αποθαλασσιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τραγουδούσε στο άπειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως χρόνο, δίχως λόγο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τραγουδούσε στο άπειρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> παραδομένη στο όλον</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνου του τίποτα χωρίς ιστορία</span><br />
<span style="color: #000000;"> που είναι η αγάπη. Πόσο σ’ αγαπούσα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήμουν σαν Θεός όταν ξυπνά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα ηλιόλουστο πρωί και χαμογελά.</span><br />
<span style="color: #000000;">(στους εραστές που δεν το ξέρουν)</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>FEDERICO TAVAN</strong></span></h3>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-9277" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/10/1-federico-tavan.jpg?w=300" alt="1-FEDERICO TAVAN" width="300" height="200" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΑΡΟΥΡΑΙΩΝ</strong></span><br />
<span style="color: #000000;"> (τραγούδι αγάπης)</span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Είμαι ο ποιητής των αρουραίων</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μου λασπώνουν τα χέρια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ο υπόνομος μ’ αρέσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί είναι χαμηλά</span><br />
<span style="color: #000000;"> όπως η κόλαση.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τους φωνάζω όλους γύρω μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τις ιστορίες τους που δεν φτιάχνουν ιστορία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γι’ αυτούς παίζω το πίφερο</span><br />
<span style="color: #000000;"> δίχως να τους παρασέρνω στον πνιγμό.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Βιτορίνο!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στα σαράντα τρία του</span><br />
<span style="color: #000000;"> με την όψη ενός εικοσάχρονου</span><br />
<span style="color: #000000;"> που υπέστη</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα τα δεινά αυτού του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;"> (ανέμους που λευτέρωσε ο Αίολος)</span><br />
<span style="color: #000000;"> ξύλινο πρόσωπο σαρακοφαγωμένο από τους δοθιήνες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μουρμουρίζει ψιθυριστά</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να μην μπορεί ν’ ακούσει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ούτε και ο ίδιος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> άγια μάτια καθηλωμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> πάνω σε παλιές εικόνες ψυχιατρείου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και μετά ο αδελφός του «Λουίτζι!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Εκδηλώθηκε στα τριάντα του</span><br />
<span style="color: #000000;"> έξυπνος κι ενεργητικός</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τώρα «πηγμένο σπέρμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που παίρνοντας φωτιά γίνεται κόλαση»,</span><br />
<span style="color: #000000;"> παλιοί παπάδες παλιοί κομμουνιστές,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μυρουδιά της μάνας του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> η μόνη γυναίκα που γνώρισε.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αρουραίοι με ελεύθερη έξοδο</span><br />
<span style="color: #000000;"> στους δρόμους του Αντρέις.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Θείε Μάριε!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχει την ηλικία μου</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι όμως είναι γέρος σαν το Ράουτ,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σέρνεται εμπρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη θλίψη του</span><br />
<span style="color: #000000;"> παριστάνοντας πως χαμογελά·</span><br />
<span style="color: #000000;"> «χωρίς πνευμόνια χωρίς καρδιά»</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς παραμύθια για τα παιδιά,</span><br />
<span style="color: #000000;"> παίζοντας από μικρός</span><br />
<span style="color: #000000;"> μες στον χτισμένο τούβλο-τούβλο κόσμο του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Και μετά ο αδελφός του «Πάολο!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν ξεμυτά ποτέ από το σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να περιμένει ανετότερα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αρουραίοι σε πομπή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Γιάκου ντε Προυπιέρε!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Τόνε ντε Τσίνκιου!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Πετρούλα!» «Παρούσα!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Γκίντια!» «Παρούσα!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Κιέλ ντ’ Ιζόρτζ!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Φιορίνο!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Βίγκι ντε Πετίκ!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Μπερτ λ’ Eσπέρτ!» «Παρών!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα μεγάλα μυστικά του</span><br />
<span style="color: #000000;"> που έρχονται από την Ισπανία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> νέος γέρος κυρτός,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα γυαλιά για να κρύβει τις εκφράσεις του,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που υποφέρει από την πείνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που υποφέρει από το κρύο</span><br />
<span style="color: #000000;"> που υποφέρει από τη βρόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που υποφέρει από κείνο που ’χει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα στα σκέλια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αρουραίοι ιταλικοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> που καταστρέφουν το τοπίο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μικροί Χριστοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς σταυρό</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς Γολγοθά</span><br />
<span style="color: #000000;"> χωρίς παράδεισο.</span><br />
<span style="color: #000000;"> «Τίνα ντε λι Ρίμπες!» «Παρούσα!»</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κάτω στο Κολονιάν</span><br />
<span style="color: #000000;"> τρομάζει όλα τα παιδιά, φωνάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα ποιήματά της, σκουπίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα σπίτι που δεν υπάρχει</span><br />
<span style="color: #000000;"> τσαπίζει ένα χωράφι που δεν υπάρχει.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αρουραίοι φωτογραφημένοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> πολλά χρόνια πριν</span><br />
<span style="color: #000000;"> που παρεμβαίνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> στα πράγματα του σήμερα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Για κείνους τραγουδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> την παγωνιά των χεριών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τον πυρετό του μυαλού,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη σιγή της φωνής,</span><br />
<span style="color: #000000;"> την κούραση των ποδιών,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα πεθαμένα δάκρυα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη χειμωνιά των όρχεων.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Αρουραίοι που ξετρύπωσαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> από κάθε εκκλησιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> από κάθε σπίτι</span><br />
<span style="color: #000000;"> από κάθε ταβέρνα</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να κλέψουν ένα σάπιο μήλο</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ τα σκουπίδια.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Καταραμένη εκείνη η μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που άρχισα να γράφω</span><br />
<span style="color: #000000;"> όχι γιατί</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι κακό να γράφεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλλά γιατί</span><br />
<span style="color: #000000;"> ήταν καταραμένη εκείνη η μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ήμουν μόνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι έκλαιγα</span><br />
<span style="color: #000000;"> και γι’ αυτό</span><br />
<span style="color: #000000;"> έγραφα.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>FRANCESCO TOMADA</strong></span></h3>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-9276" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/10/1-francesco-tomada.jpg?w=300" alt="1-FRANCESCO TOMADA" width="300" height="200" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>Η ΡΟΔΙΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Η Ιταλία (είναι μια ροδιά)</span><br />
<span style="color: #000000;">Στη ζωή μου αγόρασα και φύτεψα μόνο ένα δέντρο</span><br />
<span style="color: #000000;"> μια ροδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> διάλεξα του κήπου μια γωνιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> απ’ όπου αγναντεύεις τον οδοντωτό κλοιό των βουνών</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τον Άγιο Γαβριήλ μέχρι το Νάνος</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνη η ακρώρεια ήταν Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και μετά Σλοβενία</span><br />
<span style="color: #000000;"> γη σπαραγμού και μίσους</span><br />
<span style="color: #000000;">τα σύνορα θα ’πρεπε να ’ναι σαν τους ορίζοντες</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν κινείσαι να κινούνται κι αυτοί</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν σταματάς, να σταματούν μαζί σου</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σε κάνουν πάντα να νιώθεις στο κέντρο του κόσμου</span><br />
<span style="color: #000000;">και πατρίδα είναι όπου</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένας άνθρωπος φυτεύει μια ροδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μπορεί να προσδοκά να δρέψει τους καρπούς της</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν τα παιδιά μας εδώ παίζουν πόλεμο</span><br />
<span style="color: #000000;"> φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι για να φτιαχτεί μια βάση</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα τους έχουνε πιστόλια ή τουφέκια με κόκκινη χρωματιστή τάπα</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάποια έχουνε και βόμβες από αφρολέξ</span><br />
<span style="color: #000000;">τότε αναρωτιέμαι αν τα παιδιά της Βηρυτού παίζουν ειρήνη</span><br />
<span style="color: #000000;"> και πώς τα καταφέρνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι</span><br />
<span style="color: #000000;"> γονείς από πλαστικό</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι εύκολο είναι στα ψέματα να πεθαίνεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα είναι αδύνατον στα ψέματα να ζεις.</span></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν</span><br />
<span style="color: #000000;"> αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> ενάμισι κατά κεφαλή;</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα τα κόβαμε στη μέση;</span><br />
<span style="color: #000000;">ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα που δείχνει να επαληθεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> και τρία διά του δύο ίσον μηδέν</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>ALDA MERINI</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-9286" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/alda-merinia.jpg?w=199" alt="alda merinia" width="199" height="300" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/alda-merinia.jpg 332w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/alda-merinia-199x300.jpg 199w" sizes="(max-width: 199px) 100vw, 199px" /></p>
<p><span style="color: #000000;">Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχω ανάγκη από αισθήματα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,</span><br />
<span style="color: #000000;"> από ρόδα που τα λένε παρουσίες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έχω ανάγκη από ποίηση,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκείνη τη μαγεία που καίει το βάρος των λέξεων,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που ξυπνά τις συγκινήσεις και φέρνει καινούργια χρώματα.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>ANTONIA POZZI</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9287" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/antonia-pozzi.jpg" alt="Antonia Pozzi" width="246" height="356" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/antonia-pozzi.jpg 246w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/antonia-pozzi-207x300.jpg 207w" sizes="(max-width: 246px) 100vw, 246px" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΚΡΑΥΓΗ </strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Να μην έχεις ένα Θεό</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μην έχεις ένα μνήμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μην έχεις τίποτα στέρεο</span><br />
<span style="color: #000000;"> παρά μονάχα πράγματα έμψυχα που δραπετεύουν</span><br />
<span style="color: #000000;"> να υπάρχεις δίχως χθες</span><br />
<span style="color: #000000;"> να υπάρχεις δίχως αύριο</span><br />
<span style="color: #000000;"> και να τυφλώνεσαι μέσα στο τίποτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> -βοήθεια-</span><br />
<span style="color: #000000;"> για τη μιζέρια</span><br />
<span style="color: #000000;"> που δεν έχει τέλος.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>DANIELE PIETRINI</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9288" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/daniele-pietrini.jpg" alt="Daniele Pietrini" width="200" height="200" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/daniele-pietrini.jpg 200w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/daniele-pietrini-150x150.jpg 150w" sizes="(max-width: 200px) 100vw, 200px" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΖΑΛΟΓΓΟ  1803</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Το ύστατο πράγμα που θα δείτε από μένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα ’ναι ολόιδιο με το πρώτο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> απαράλλαχτα η πλάτη και το στήθος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάμεσα στο κεφάλι και τα πόδια</span><br />
<span style="color: #000000;"> το ίδιο βάρος. Πεθαίνω χορεύοντας</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να μην απομείνω πίσω, διχασμένη,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σαν κείνους που ζουν σε δυο τόπους διαφορετικούς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κανείς περνώντας από εδώ να μη με θυμάται,</span><br />
<span style="color: #000000;"> να μην πιάσει να με μιμηθεί κι ο ίδιος χαθεί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θαρρείτε αλήθεια ότι οι σφαίρες</span><br />
<span style="color: #000000;"> με διαπερνούν, το καβούκι μου βγάζουν;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κοιτάξτε πως όλα ήδη από μένα απορρέουν:</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτό το πράσινο, το μπλε σταχτί. Τίποτα</span><br />
<span style="color: #000000;"> όμως δεν μπορεί να αθροιστεί.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Θα μεταχειριστώ ακόμα και το θάνατο</span><br />
<span style="color: #000000;"> για να μεγαλώσω τη ζωή μου.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>EUGENIO MONTALE</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9289" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/montale-eugenio.jpg" alt="montale-eugenio" width="226" height="250" /></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>MΟTTETTI </strong></span></h2>
<p><span style="color: #000000;">Το ξέρεις, να σε ξαναχάσω πρέπει και δεν μπορώ.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Σαν σημάδι διορθωμένο με δελεάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κάθε έργο, κάθε κραυγή ως και η αλμυρή</span><br />
<span style="color: #000000;"> πνοή που απ’ τους μόλους ξεχειλίζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> και κάνει ζοφερή την Άνοιξη</span><br />
<span style="color: #000000;"> στη Σοττορίπα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τόπος από σιδερικά κι από δενδροφυτείες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε δάσος μες στου εσπερινού τη σκόνη.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Έν’ ασταμάτητο βούισμα έρχεται απέξω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σα νύχι σπαράζει τα τζάμια. Γυρεύω το</span><br />
<span style="color: #000000;"> χαμένο</span><br />
<span style="color: #000000;"> σημάδι, το μόνο ενθύμιο που είχα σαν χάρη</span><br />
<span style="color: #000000;"> από σένα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι η κόλαση είναι σίγουρη.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>FRANCESCO MAROTTA</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-9290" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/francesco-marotta.jpg?w=300" alt="francesco-marotta" width="300" height="168" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">είναι ο νους που</span><br />
<span style="color: #000000;"> αριθμεί τη σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> των νεκρών, και το μέτρημα</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι ένας πόνος που ζει και</span><br />
<span style="color: #000000;"> διακλαδώνεται σε κηλίδες</span><br />
<span style="color: #000000;"> σύννεφων πάνω στο δέρμα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μερικές φορές</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι άμμος,</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα ηλιοβασίλεμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> ένα λουλούδι του χιονιού</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ απλώνεται μέχρι</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις ίριδες, να</span><br />
<span style="color: #000000;"> γεμίζει το στόμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τη γλώσσα του ξέχειλη</span><br />
<span style="color: #000000;"> από θύμησες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα περιφερόμενα</span><br />
<span style="color: #000000;"> αποκαΐδια μιας</span><br />
<span style="color: #000000;"> πυρκαγιάς, με το</span><br />
<span style="color: #000000;"> περίβλημά του από ίχνη, φωνές</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαλλιά, με τη</span><br />
<span style="color: #000000;"> σβολιασμένη, ακάθαρτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> αλήθεια του πάγου</span><br />
<span style="color: #000000;">Από τη συλλογή: &#8220;Αποτυπώματα στο νερό&#8221;</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>GIORGIO CAPRONI</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9291" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/caproni_giorgio.jpg" alt="caproni_giorgio" width="305" height="205" /></p>
<p><span style="color: #000000;">Φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πόσοι έχουν φύγει…</span><br />
<span style="color: #000000;"> Πόσοι.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Τι απομένει&#8230;</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ούτε καν</span><br />
<span style="color: #000000;"> η πνοή.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ούτε καν</span><br />
<span style="color: #000000;"> της πίκρας η αμυχή ή</span><br />
<span style="color: #000000;"> της παρουσίας η κεντιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> έχουν φύγει δίχως</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ αφήσουν ίχνος.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο μάρμαρο καθώς περνά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όπως</span><br />
<span style="color: #000000;"> δεν αφήνει πατημασιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο πεζοδρόμιο η σκιά.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Όλοι</span><br />
<span style="color: #000000;"> άφαντοι σ’ έναν κονιορτό</span><br />
<span style="color: #000000;"> ανάκατο από μάτια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένα θρόισμα</span><br />
<span style="color: #000000;"> άναρθρων φωνών, σαν</span><br />
<span style="color: #000000;"> φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά</span><br />
<span style="color: #000000;"> πίσω απ’ τα τζάμια.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Φύλλα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που μόνο η καρδιά μπορεί να δει</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο νους δεν δίνει πίστη.</span><br />
<span style="color: #000000;">(από τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής»)</span><br />
<span style="color: #000000;">Α΄ Παρουσίαση στα ελληνικά</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>GIULIANO MESA</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9292" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/giuliano-mesa.jpg" alt="GIULIANO MESA" width="200" height="232" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΑΥΤΗ Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΑΚΟΥΜΕ ΜΑΖΙ </strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">σε αφήνω εδώ</span><br />
<span style="color: #000000;"> με τα σύννεφα τούτα φορτωμένα βροχή</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυλακωμένα από μια αχτίδα</span><br />
<span style="color: #000000;"> που θα σε ξυπνήσει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> αύριο κιόλας,</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν θα ’χεις πια αναμνήσεις</span><br />
<span style="color: #000000;"> να σκεφτείς.</span><br />
<span style="color: #000000;"> πηγαίνω</span><br />
<span style="color: #000000;"> στην παρασκιά που απομένει,</span><br />
<span style="color: #000000;"> εκεί που επιστρέφω, τώρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα που μπορεί να ξαναρχίσω,</span><br />
<span style="color: #000000;"> που θα μπορούσα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> υπάρχει τώρα μονάχα μια αποθυμιά:</span><br />
<span style="color: #000000;"> ν’ αφήσω, ν’ αφήσω ανέγγιχτη</span><br />
<span style="color: #000000;"> τη στιγμή εκείνη πριν από τη θλίψη</span><br />
<span style="color: #000000;"> όταν η θλίψη</span><br />
<span style="color: #000000;"> γίνηκε μοιρολόι παρηγοριάς</span><br />
<span style="color: #000000;"> και μετά σιωπή</span><br />
<span style="color: #000000;"> αυτή η σιωπή που ακούμε μαζί,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τώρα &#8211; είναι τώρα που ξέρουμε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> σ’ ετούτη τη στιγμή που διαιρεί</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε αφήνω εδώ</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>GIUSEPPE UNGARETTI</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-medium wp-image-9293" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/giuseppe-ungaretti.jpg?w=189" alt="GIUSEPPE UNGARETTI" width="189" height="300" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>LA PIETA</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,</span><br />
<span style="color: #000000;"> θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του</span><br />
<span style="color: #000000;"> μα απ’ τα πυρετικά τα χέρια του</span><br />
<span style="color: #000000;"> περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα</span><br />
<span style="color: #000000;"> Στον αραχνένιο του ιστό</span><br />
<span style="color: #000000;"> γαντζωμένος στο κενό,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δε φοβάται και δεν πλανεύεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους</span><br />
<span style="color: #000000;"> και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,</span><br />
<span style="color: #000000;"> άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>MARIA LUISA SPAZIANI</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9294" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/maria-luisa-spaziani.jpg" alt="maria-luisa-spaziani" width="231" height="227" /></p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong>ΜΕ ΚΑΤΕΒΑΣΜΕΝΗ ΑΥΛΑΙΑ</strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Όταν σε αγαπούσα ονειρευόμουν τα όνειρά σου.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κοιτούσα τα υπνωμένα βλέφαρα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τις βλεφαρίδες μ’ ένα ελαφρύ πετάρισμα.</span><br />
<span style="color: #000000;"> Καμιά φορά</span><br />
<span style="color: #000000;"> είναι με κατεβασμένη αυλαία που ξετυλίγεται</span><br />
<span style="color: #000000;"> με ηθοποιούς πρωτάκουστους και φωταψίες</span><br />
<span style="color: #000000;"> &#8211; το θάμα.</span></p>
<h2><span style="color: #000000;"><strong>MASSIMILIANO DAMAGGIO</strong></span></h2>
<p><img loading="lazy" class="alignnone size-full wp-image-9295" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2018/01/massimiliano-damaggio.jpg" alt="MASSIMILIANO DAMAGGIO" width="300" height="225" /></p>
<h3> <span style="color: #000000;"><strong>CELEBRATION TOWN </strong></span></h3>
<p><span style="color: #000000;">Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας τόπος</span><br />
<span style="color: #000000;"> που οι γείτονες χαιρετούσαν τους γείτονες</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο ήσυχο φως του σούρουπου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> τα παιδιά κυνηγούσανε πυγολαμπίδες,</span><br />
<span style="color: #000000;"> στο σινεμά παίζανε καρτούν</span><br />
<span style="color: #000000;"> κι ο μπακάλης έκανε διανομές κατ&#8217; οίκον</span><br />
<span style="color: #000000;"> Ένας τόπος με καραμελωμένα μήλα,</span><br />
<span style="color: #000000;"> μαλλί της γριάς και μυστικά φρούρια,</span><br />
<span style="color: #000000;"> το κουτσαντήρι στο δρόμο,</span><br />
<span style="color: #000000;"> πανηγύρια στις γειτονιές, παρελάσεις της 4ης Ιουλίου,</span><br />
<span style="color: #000000;"> δείπνα με μακαρόνια, πωλήσεις τουρτών στα σχολεία,</span><br />
<span style="color: #000000;"> γλειφιτζούρια, πυγολαμπίδες φυλακισμένες μέσα σ&#8217; ένα βάζο</span><br />
<span style="color: #000000;"> Κι αν δεν μπορούμε να γυρίσουμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> σε εκείνους τους καιρούς, μπορούμε</span><br />
<span style="color: #000000;"> να φτάσουμε σ&#8217; έναν τόπο, που ν’ αγκαλιάζει</span><br />
<span style="color: #000000;"> όλα τούτα, και μια μέρα</span><br />
<span style="color: #000000;"> θα είναι η Celebration Town</span><br />
<span style="color: #000000;"> το σπίτι μας, σπιτάκι μας</span><br />
<span style="color: #000000;">[από τη συλλογή «Τα κτίρια τα επισφαλή»]</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h3>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Vittorio Sereni, Η Κόρη των Αθηνών.</strong></h4>
<h4><strong>ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ</strong></h4>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 12/9/2020</p>
<p>Το βιβλίο της Ευαγγελίας Πολύμου, Vittorio Sereni, Η Κόρη των Αθηνών και με υπότιτλο, Ιστορία και Ποίηση (Ο Ιταλικός Ερμητισμός), αποτελεί πραγματικά μια υποδειγματική μελέτη για τη ζωή και το έργο του ποιητή (1913-1983). Στο πολύ καλαίσθητο εξώφυλλο της δίγλωσσης έκδοσης εικονίζεται το κομψό πορτρέτο του ποιητή, όχι στυλιζαρισμένο, αλλά με μια φυσική, ξαφνιασμένη, θα έλεγα, έκφραση στο ωραίο του πρόσωπο, ενώ στο φόντο αχνοφαίνονται αράδες από γραπτό του κείμενο. Στο κάτω μέρος του εξώφυλλου αναφέρεται η συνολική εργασία που εκπόνησε η Ευαγγελία Πολύμου: Εισαγωγή, Μετάφραση, Κριτικός Σχολιασμός, Επίμετρο. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ολοκληρωμένη εργασία που καλύπτει κάθε πτυχή, όχι μόνο της ζωής και του έργου του ποιητή, αλλά και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, της ταραγμένης εποχής του β’ παγκόσμιου πολέμου, όπου ο ποιητής επιστρατεύτηκε και κατατάχτηκε στο πεζικό και αργότερα αιχμαλωτίστηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις και έζησε για δύο χρόνια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Αλγερίας και του Μαρόκου. Εμπειρίες που θα τον σημαδέψουν και θα αφήσουν το ίχνος τους στο Ημερολόγιο της Αλγερίας, στο οποίο εντάσσεται και η ενότητα Η Κόρη των Αθηνών, που περιλαμβάνει ποιήματα εμπνευσμένα από την ολιγόμηνη παραμονή του στην Ελλάδα.<br />
Στο πλούσιο πληροφοριακά κεφάλαιο Ι. της Εισαγωγής υπάρχει ένα πλήθος στοιχείων για τη ζωή, τις σπουδές, τις φιλίες και τις εκλεκτικές συγγένειες, τη διδασκαλία του σε Λύκειο της Μόντενα, το πέρασμά του από το διαφημιστικό τμήμα της βιομηχανίας Pirelli, την ανάληψη των καθηκόντων του ως σύμβουλος και στη συνέχεια ως διευθυντής των εκδόσεων Mondadori, τη συμμετοχή του σε λογοτεχνικά περιοδικά, τις μεταφράσεις του, την αγάπη του για τον Καβάφη, (έγραψε μάλιστα ένα κριτικό σημείωμα στα Ερωτικά του ποιήματα) και για τον Σεφέρη (έγραψε τον πρόλογο στην ιταλική μετάφραση των Έργων του), και τέλος, για το πολυσέλιδο αρχείο του, που σύμφωνα με τον επιμελητή του, Ντάντε Ιζέλλα, «αντιπροσωπεύει μια από τις τελευταίες και πλέον εμπεριστατωμένες μαρτυρίες της λογοτεχνικής ζωής του 20ου αιώνα στην Ιταλία». Στο κεφάλαιο ΙΙ. της Εισαγωγής, η Ευαγγελία Πολύμου μας εισάγει με δεξιοτεχνία στα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ποίησης του Σερένι, που είναι επηρεασμένη από τον ερμητισμό και ερμηνεύεται ως «βιωμένη ιστορική εμπειρία», και επιπλέον μας παρουσιάζει τις ποιητικές του συλλογές, καθώς και την εξέλιξη του γλωσσικού του ιδιώματος και της ποιητικής του από συλλογή σε συλλογή. Τέλος, στο ΙΙΙ. μέρος της Εισαγωγής αναφέρεται σε σύντομες βιβλιοκριτικές για το έργο του Σερένι, «ποιητή του συγκρατημένου συναισθήματος και των χαμηλών τόνων», που θεωρείται «ο αρχηγέτης της νέας γενιάς ερμητικών μετά τον Μοντάλε {…}, και «που ενέπνευσε όσο λίγοι τον κριτικό λόγο τριών γενεών εκτιμητών».<br />
Μετά την εμπεριστατωμένη Εισαγωγή, ακολουθεί η δίγλωσση ποιητική ενότητα, Η Κόρη των Αθηνών, όπου είναι εμφανής η μεταφραστική δεινότητα της Πολύμου. Το κείμενο ρέει κυριολεκτικά, η γλώσσα είναι ζωντανή και πάλλουσα και κατορθώνει να προκαλέσει τη μέθεξη και τη συγκίνηση του αναγνώστη. Η ενότητα αποτελείται από 10 ποιήματα/σταθμούς στην πορεία του ποιητή προς το μέτωπο, άνισα μεταξύ τους ως προς τον αριθμό των στροφών και των στίχων, με πιο εκτεταμένο Η Κόρη των Αθηνών, που έδωσε και τον τίτλο σ’ αυτόν τον ποιητικό κύκλο. Τα περισσότερα ποιήματα είναι χρονολογημένα και αναφέρουν τον τόπο της συγγραφής, π.χ. στο κάτω μέρος του ποιήματος Βελιγράδι ο ποιητής σημειώνει: Μεταγωγικό τρένο Μέστρε-Αθήνα, Αύγουστος 1942. Όλα τα ποιήματα αυτού του κύκλου αποτελούν απόσταγμα των εμπειριών του Σερένι από τα περάσματά του σε διάφορα μέρη ως στρατευμένος ή αιχμάλωτος, στην περίοδο του β’ παγκόσμιου πολέμου, μεταξύ του 1940-1944. Οι τίτλοι των ποιημάτων είναι ενδεικτικοί: Περίμετρος 1940, Μια πόλη τη νύχτα, Ημερολόγιο: Μπολόνια, Βελιγράδι, Ιταλός στην Ελλάδα, Δημήτριος, Η Κόρη των Αθηνών, Ανάπλους του Άρνου από την Πίζα, Έπαυλη Παράδεισος, Pin –Up Girl. Στην αριστερή σελίδα του βιβλίου υπάρχει το πρωτότυπο ποίημα στα ιταλικά και στη δεξιά σελίδα η ελληνική μετάφραση.<br />
Εκτός όμως από την έξοχη μεταφραστική της δουλειά, που δείγμα της θα παρουσιάσω αμέσως παρακάτω, η Ευαγγελία Πολύμου προχωρά και σε έναν κριτικό σχολιασμό για κάθε ποίημα της ενότητας, μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση, που ονομάζει Ι. Το οδοιπορικό μιας περιπλάνησης και ακολουθεί ΙΙ. Το Ημερολόγιο της Αλγερίας.<br />
Επιλέγω τις δύο τελευταίες ενότητες, την 4η (στίχ. 28-44, «Αφού για καιρό… σεβασμού») και 5η ενότητα (στίχ. 45-50, «Έτσι, απόμακροι… η θύμησή σου») από το ποίημα, Η Κόρη των Αθηνών, ως ένα δείγμα εξαίρετης μετάφρασης:<br />
Αφού για καιρό γύρισε ο τροχός[1]<br />
σήμερα ένας στόλος φιλικός αρμενίζει στ’ ανοιχτά,<br />
αργά ωριμάζει ο καρπός της καρτερίας<br />
πρώιμος για άλλους, αλλά όχι για σένα,<br />
δεσποινίς.</p>
<p>Όποιος κοιμάται, κοιμάται στο ψηλό<br />
χιόνι εκεί πάνω ανάμεσα στους αγαπημένους νεκρούς.</p>
<p>Εσύ ξυπνάς με τους νεκρούς και σ’ εκείνους μιλάς:<br />
-Εγώ θέλω μια σημαία<br />
που ν’ απηχεί τον σπαραγμό μου<br />
ν’ ακτινοβολεί το κλάμα μου,<br />
εγώ θέλω μια χώρα που να’ ναι τραγούδι<br />
απαλό ο ύμνος που με κατάτρυχε<br />
από τα άγουρα χρόνια,<br />
όπου ο συναγερμός που όργωσε τις νύχτες μου<br />
να επιστρέψει αλλαγμένος σε ηχώ<br />
συμπόνιας, ελπίδας, σεβασμού-.</p>
<p>Έτσι απόμακροι συναντιόμαστε.<br />
Και μερικές φορές μοιάζει<br />
να περπατάμε, δεσποινίς, στον ήλιο<br />
που είναι ευχάριστος και στους ηττημένους<br />
μες της Αττικής τους ζωηρούς κήπους.</p>
<p>Και πρασινίζει ακόμα η θύμησή σου.</p>
<p>Μεταγωγικό τρένο Αθήνα-Μέστρε, φθινόπωρο 1942<br />
Βόρειος Αφρική, φθινόπωρο 1944</p>
<p>Το Επίμετρο που ακολουθεί αποτελείται από δύο μέρη: Ι. «Λογοτεχνία όπως ζωή» και ΙΙ. Νέα Ερμητική Γενιά. Ο τίτλος του πρώτου μέρους, «Λογοτεχνία όπως ζωή», προέρχεται από το δοκίμιο του κριτικού της λογοτεχνίας, Κάρλο Μπο, που το δημοσίευσε το 1938 και θεωρήθηκε το μανιφέστο του ερμητισμού, γιατί περιέχει τις θεωρητικές και μεθοδολογικές βάσεις της ερμητικής ποίησης. Η Ευαγγελία Πολύμου αναφέρει την προέλευση του όρου Ερμητισμός και τονίζει τη στενή σχέση του με τον σουρεαλισμό. Στη συνέχεια μας δίνει τα γνωρίσματα του ερμητισμού και τα στοιχεία που υιοθετούν οι ερμητικοί ποιητές, και παρουσιάζει τους κυριότερους εκπροσώπους του λογοτεχνικού αυτού ρεύματος. Στο δεύτερο μέρος αντίστοιχα παρουσιάζει τους εκπροσώπους της Νέας ερμητικής γενιάς. Έτσι, ολοκληρώνει την περιήγησή της στον ερμητισμό, στον οποίο ανήκε και ο ποιητής Σερένι.<br />
Στο Παράρτημα που ακολουθεί αναφέρει αναλυτικά κατά είδος τον κατάλογο των έργων του Βιττόριου Σερένι (Ποιητικές συλλογές, Πεζογραφήματα, Μεταφράσεις, Συνεργασίες σε περιοδικά και εφημερίδες), αλλά και τη Μεταφραστική τύχη του ποιητή στην Ελλάδα.<br />
Τέλος, το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια πλήρη βιβλιογραφία, ξένη και ελληνική, για το έργο του.<br />
Από όλα, όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, το βιβλίο της Ευαγγελίας Πολύμου, Vittorio Sereni, Η Κόρη των Αθηνών, είναι εμφανές ότι αποτελεί μια εξαντλητική έρευνα και μελέτη για έναν ποιητή που «οι στίχοι του αντιπροσωπεύουν ένα από τα υψηλά δείγματα της ιταλικής ποίησης του 20ου αιώνα». Της οφείλουμε, λοιπόν, τη γνωριμία μας με αυτόν τον σπουδαίο Ιταλό ποιητή και τη μύησή μας στην ποίησή του, όχι μόνο μέσα από την έξοχη μετάφραση του ποιητικού κύκλου, Η Κόρη των Αθηνών, αλλά και μέσα από τα πλούσια σχόλια και τις πληροφορίες που αναφέρονται στη ζωή, στο έργο και στο λογοτεχνικό ρεύμα του ερμητισμού, του οποίου υπήρξε πολύ σημαντικός εκπρόσωπος.</p>
<p>[1] Να, πώς προσεγγίζει ερμηνευτικά αυτήν την ενότητα (4η) η Ε. Πολύμου: «Πέρασε καιρός και πλέον είναι όλα παρελθόν. Σήμερα επικρατεί ο καρπός της καρτερίας, η ειρήνη, και στις ελληνικές θάλασσες, όπου περιέπλεαν εχθρικές νηοπομπές, αρμενίζουν καράβια φίλων. Στους επόμενους στίχους γίνεται αντιληπτός ένας ελεγειακός τόνος και αποκαλύπτεται η ευαισθησία του ποιητή για εκείνους τους νεκρούς που χάθηκαν στο χιόνι κατά το πέρασμα των ιταλικών μεραρχιών από την Αλβανία. {…} Μια μεγάλη λυρική στιγμή στο σύνολο του ποιητικού κύκλου αποτελούν οι επόμενοι στίχοι (στιχ. 36-44), όπου ο ποιητής για πρώτη φορά δίνει φωνή σε πρώτο πρόσωπο, σε κάποιον άλλον πέραν του μοναχικού στρατιώτη-αφηγητή. Η μετουσίωση της νέας Ελλάδας, η «δεσποινίς», η νεότερη «θεότητά» της, ενσαρκώνει το Υψηλό που το προτάσσει, ομιλώντας με όλους εκείνους τους αγαπημένους νεκρούς για τα καταπατημένα ιδεώδη. Ετούτοι επιζητούν μία σημαία να τους αντιπροσωπεύει και μία χώρα, για να παιανίζει ο δικός της ύμνος, απηχώντας τα ιδεώδη της συμπόνιας, της ελπίδας και του σεβασμού. Επιζητούν την Ελευθερία!»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Οι καλύτερες μου φλέβες</strong></h4>
<h4><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h4>
<p>FRACTAL 18/03/2020</p>
<p>Μισή ιερή, μισή πορνογραφική</p>
<p>[…Οι Καλύτερες μου Φλέβες τιτλοφορείται η ανθολογία ιταλικής ποίησης που προτείνουν οι εκδόσεις 24 Γράμματα. Η Ευαγγελία Πολύμου στο εργαστήριο και ο Σταύρος Δεληγιώργης που υπογράφει την εισαγωγή του τόμου συνθέτουν τους θεματολογικούς και κριτικούς εμπνευστές μιας πλούσιας όσο και επίκαιρης εργασίας, αφού στην πλειοψηφία τους οι ανθολογημένοι, Ιταλοί ποιητές διαμορφώνουν την έκφρασή τους κατά το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Σε μια ιταλική πραγματικότητα που ανακτά την αυτοπεποίθησή της μετά τα τραγικά γεγονότα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και πασχίζει να εξισορροπήσει ρεύματα και δυνάμεις που γυρεύουν μερίδιο στην εξουσία η ποίηση υπογράφει την υφολογία μιας κοινωνίας. Στους στίχους των ποιημάτων που φιλοξενούνται στην έκδοση των 24 Γραμμάτων συνοψίζεται σε μια φθαρμένη αναπαράσταση η Ιταλία αλλά και τα ατομικά ελατήρια μερικών από τους σημαντικότερους, σύγχρονους ποιητές της γείτονος χώρας. Ωστόσο το στοιχείο του προσωπικού, είτε αυτό διατυπώνεται με γλωσσικούς όρους, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει στην εισαγωγή του ο κ. Δεληγιώργης, αλλά και ο παράγοντας πατρίδα φορτωμένος με όλα του τα περιττά φτιασίδια, τις εμμονές, τις καλύτερες αλλά και τις πιο σκοτεινές εκδοχές του, καθορίζουν την στόχευση των δημιουργών. Μια συμπόρευση διακριτική και αμείωτη που οδηγεί πάντα στην αναβίωση μιας ιταλικής πραγματικότητας, αυτής που διαμορφώνουν τα κορυφαία, παγκόσμια γεγονότα αλλά και όσα δράματα παίζονται με φόντο την εθνική εποποιία. Οι ανθολογημένοι ποιητές δεν καταπιάνονται με τις μεγάλες ιδέες, αλλά καταθέτουν το βίωμα και την καταγγελία, επιτυγχάνοντας με την συνύπαρξή τους στην ανθολογία της κυρίας Πολύμου την πύκνωση ειδικών συνθηκών. Πραγμάτων, εποχών και ιδεών που παρά την φαινομενική τους διαφορετικότητα, δεν παύουν να δανείζονται από τις ανεξάντλητες δεξαμενές της εθνικής πόζας για να δείξουν δίχως δισταγμό τα μικρά και τα μεγάλα έπη της ζωής. Οι βιογραφίες των ποιητών, εστιασμένες σε μια γενική όσο και ενδεικτική εντύπωση, παραχωρούν μια πρώτη εικόνα για τα ποιήματα που ακολουθούν. Οι εξαιρετικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου μαρτυρούν, όχι μόνο την ενδελεχή μελέτη της μεταφράστριας αλλά και τις θεμελιώδεις αφορμές που ενεργοποίησαν την σύγχρονη, ποιητική παραγωγή στην Ιταλία.</p>
<p>Πατρίτσια Καβάλι, Τζιαμάρκο Λουτσίνι, Φεντερίκο Ταβάν, Κάρμινε Βιτάλε μα και άλλοι διαμορφώνουν το περιεχόμενο της ανθολογίας. Προικισμένοι με το χάρισμα του στίχου καταθέτουν τα ποιήματά τους στα πόδια της Ιταλίας που σκοτώνει τα παιδιά της σε ένα ξέφωτο έξω από την Ρώμη, που δολοφονεί τον Άλντο Μόρο μέσα σε ένα πορτ παγκάζ αφοπλίζοντας κάθε έννοια συμβιβασμού, την σημερινή Ιταλία που κουβαλά τις πρόσφατες μνήμες του μπερλουσκονισμού αλλά και το στίγμα μιας λαϊκιστικής, ακροδεξιάς κυβέρνησης. Την Ιταλία των τρομερών αντιφάσεων, του φτωχού νότου και του πλούσιου, εκβιομηχανισμένου βορά, την πάλαι ποτέ αυτοκρατορία που τώρα ποζάρει με στυλ στα ιστορικά συντριβάνια και βαδίζει επάνω στα θαυματουργά, βενετσιάνικα νερά, ταράζοντας με ομόκεντρους κύκλους την ησυχία ενός σκοτεινού θεού. Ποίηση ευθεία, νατουραλιστική, συμπερασματική ποίηση, πλασμένη από την πολυφωνική Ιταλία με τα αναρίθμητα, κοινωνικά αντανακλαστικά και το εσωτερικό, σκληρό τραγούδι της ποζάρει στα ποιήματα των δημιουργών της ανθολογίας, κρατώντας για τον εαυτό της την αυθεντική αίσθηση της συσσωρευμένης μνήμης αλλά και της αναγκαίας δρομολόγησης των μελλοντικών καιρών. Καταργώντας κάθε έννοια αυτοσυντήρησης οι Ιταλοί ποιητές που κυλούν σαν αίμα στις καλύτερες φλέβες της Ευαγγελίας Πολύμου, εργάζονται αδιάκοπα σε κλίμακες ελάσσονες και μείζονες, αφήνοντας στις σελίδες ως ίχνος, τον βόμβο μιας ρυθμικής περιπέτειας. Οι ποιητές της ανθολογίας συνιστούν ένα είδος ερωδιού, σωστά αγριοπούλια. Δίχως σχέδιο, καταλύοντας άλλοτε τον ρυθμό ή καθιστώντας κρυπτική την αναπαράσταση ενός κόσμου που πνίγεται μέρα την μέρα σε ληθαίους ποταμούς, κομίζοντας μια αλήθεια ή μια φαντασία στο αδέξιο πλήθος της Νέας Υόρκης οι ποιητές των Φλεβών πραγματώνουν το όνειρό τους . Εκείνο που χρειάζεται για να ακουστούν οι πλατιές αναπνοές του γέρο Ουίτμαν δεν εντοπίζεται στην παράδοση ή το στοιχείο του φολκλορικού που ολοένα κερδίζει έδαφος με την επιφανειακότητά του στον καταιγιστικό ρεαλισμό της νέας χιλιετίας. Μια ιδέα έμφυτης μουσικής στην ίδια την εκφορά των πρωτότυπων ποιημάτων που συνοδεύουν στο αντικριστό σαλόνι της έκδοσης τις ελληνικές αποδόσεις, ο χρόνος θάλασσα που υπεισέρχεται ανάμεσα στα πράγματα και τα κάνει κάπως παράλογα και πελιδνά, το υλικό της πλατιάς και ανόθευτης ζωής περιλαμβάνονται στα εκφραστικά χαρακτηριστικά των φλεβών, κάτω από την αλυσιδωτή και αναπότρεπτη πορεία του χρόνου. Ανάμεσα στα πένθη τους, – οι στίχοι θέλουν διαλυμένες καρδιές και περαστικές σκιές-, γυρεύουν το προορισμένο και ίσως την επαρκέστερη απομίμηση της ζωής. Σαν να ανοίγει κανείς μια αρχαία πόρτα στην Ραβένα καρφώνοντας λέξεις τίμιες, σκληρές, λυτρωτικές, εγκαταλείποντας τα πράγματα μες στην τόση τους καθημερινή αναγκαιότητα, την συνθήκη που κάθε τόσο μας επιβάλλεται ώσπου να γίνει μια δικιά μας υπόθεση. Μέχρι να μεταμορφωθούμε εμείς οι ίδιοι στο αναγκαίο.</p>
<p>Ίσως κάτι από το συγκολλητικό υλικό της εθνικής συνείδησης να διατρέχει ζωηρά τις σελίδες της ανθολογίας σαν ένα είδος δεύτερου δέρματος. Κάνετε λάθος κύριε, λάθος και στο νου του επέστρεψε το δειλό εκείνο ρίγος που καταλήγει πάντα στο χαμόγελο και την ίδια στιγμή καταργεί το δόγμα της αυτοματοποιμένης συμπεριφοράς απελευθερώνοντας ένα είδος εσώτερης θέασης, σαν να αντικρίζουμε την πραγματικότητα του Μ. Σουλτς, ένα είδος ζωής για τα έργα της ανθολογίας που μόνον κάτω από ειδικούς φωτισμούς συλλαμβάνεται.]</p>
<p>Όλα τα παραπάνω διαβάζονται από έναν αρλεκίνο, κάπως λυπημένο. Φορά στην στολή του τα εθνικά χρώματα και κρατιέται από το τίποτε του κόσμου. Στο φόντο του τρεμοπαίζουν τα φώτα των οικισμών που φύονται γύρω από το Λέτσε. Στα πόδια του αρλεκίνου η γη τρέμει, η φιγούρα του η ίδια τρέμει σαν σήμα που χάνει και κερδίζει τον εαυτό του. Γύρω του σκόρπια τα πράγματα και οι εντυπώσεις της κομέντια ντε λ΄αρτ, ένα είδος παλιού βασιλείου. Στέκει στην κορυφή του υψώματος και τραγουδά για τους ανθρώπους του νότου, όπως ένας καλός χριστιανός που γνωρίζει σε βάθος την ιστορία της πίστης και του αφάνταστου. Η Ρόουζ και ο χρόνος που βαθαίνει, αυτοσχέδιες βόμβες, νεαροί αλήτες, βόμβες από αφρολέξ, πλαστικοί γονείς, ιταλικές εποποιίες, ιταλικές ροδιές, το ψωμί και τα σύνορα και οι μεθόριοι στην συνοριακή γραμμή της Σλοβενίας σημαδεύουν την εκφορά του παράταιρου αρλεκίνου. Κάθε τόσο η όψη του ανακτά τα χαρακτηριστικά ενός αρχαίου δαίμονα στα ονόματα και τα ρήματα, η φωνή του τρέμει, η FIAT φτιάχνει αδιάκοπα εργοστάσια και παρμπρίζ και ένα σωρό λεπτομέρειες των αυτοκινήτων που κατακλύζουν τους δρόμους της Ρώμης, τα βοσκοτόπια και τα λιγοστά βουνά παραμένουν, η παγωνιά των χεριών και οι σταγόνες μιας παλιάς, υπέροχης κουλτούρας, θάνατος γεμάτος μάτια που έρχεται από τις βιομηχανικές συνοικίες του Τορίνο, όλο συνθήματα και ιαχές του σκοραρίσματος στην Νάπολη των αξεπέραστων, ιταλικών φρέσκο. Ο αρλεκίνος δεν διαθέτει όνομα και ίσως απόψε να του ταιριάζουν τίτλοι όπως Πατρίτσια, Τζιαμάρκο, Φεντερίκο.</p>
<p>Η έννοια της ανθολογίας υπακούει σε μια σειρά από αξιολογικά και θεματολογικά ή υφολογικά κριτήρια. Ωστόσο, απομένει πάντα η δυνατότητα στον χαρισματικό συλλέκτη να εντοπίσει με το αλάθητο αισθητήριο της πρόθεσής του, τους στίχους που μιλούν αμεσότερα για την έννοια της πατρίδας, για ένα είδος έρωτα ή λύπης που φύεται στα όρια του χοϊκού. Η ανθολογία που επιμελείται η Ευαγγελία Πολύμου και κυκλοφορεί από τις εξειδικευμένες στα ιταλικά γράμματα εκδόσεις των 24 γραμμάτων διαθέτει το σπάνιο χάρισμα της αφοσίωσης. Μιας στάσης που θέλησε να τραγουδήσει το κατεπείγον ενός ιταλικού αιώνα φορτωμένου συγκοπές, ελλείψεις, ηθικές αναγκαιότητες και επίμονους, ακίνητους, ιταλικούς ενεστώτες. Μια άλλη διάσταση τέταρτη, αφήνει να φανεί η ανθολογία των Καλύτερων Φλεβών και αυτό συνιστά ένα είδος σπάνιας βαρύτητας που νομιμοποιεί την επιλογή, κάτω από την έναστρη μετάφραση των στίχων.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2018/01/%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%cf%85%ce%bc%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>2</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/01/%ce%b2%ce%b9%ce%ba%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b1%ce%bd%ce%b7-2/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/01/%ce%b2%ce%b9%ce%ba%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b1%ce%bd%ce%b7-2/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 22 Jan 2016 09:41:40 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/?p=2317</guid>

					<description><![CDATA[. Η Βικτωρία Καπλάνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Μέλος της Ομάδας Έρευνας για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση επιμελήθηκε μαζί με τη Βενετία Αποστολίδου και την Ελένη Χοντολίδου τον τόμο: Διαβάζοντας Λογοτεχνία στο Σχολείο, Τυπωθήτω 2000. Έχει μεταφράσει δοκίμια των Randall JaiTell &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2016/01/%ce%b2%ce%b9%ce%ba%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b1%ce%bd%ce%b7-2/"> <span class="screen-reader-text">ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p>Η Βικτωρία Καπλάνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Μέλος της Ομάδας Έρευνας για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση επιμελήθηκε μαζί με τη Βενετία Αποστολίδου και την Ελένη Χοντολίδου τον τόμο: Διαβάζοντας Λογοτεχνία στο Σχολείο, Τυπωθήτω 2000. Έχει μεταφράσει δοκίμια των Randall JaiTell και Tzvetan Todorov και ποιήματα των Elizabeth Bishop, Marianne Moore, Carol Ann Dufly, Susan Howe, Paul Auster, τα οποία δημοσιεύτηκαν σε τεύχη του περιοδικού Ποίηση. Μετέφρασε ακόμα λαϊκά παραμύθια των Εβρίδων και κείμενα για την τζαζ. Κριτικά σημειώματα της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. (Μάρκος Μέσκος, Κώστας Παπαγεωργίου, Μπίλλη Βέμη, Ξενοφών Κοκκόλης, Αλεξάντρα Δεληγιώργη, Χλόη Κουτσουμπέλη, Νίκη Μαραγκού, Αγγελική Ελευθερίου,  Νίκος Καρούζος, Κλείτος Κύρου κ.α.).<br />
Η συλλογή &#8220;Η άγνωστη φίλη&#8221; είναι στη μικρή λίστα υποψηφίων βιβλίων ΠΟΙΗΣΗΣ του περιοδικού Αναγνώστης για τα Λογοτεχνικά  Βραβεία  2016<br />
Ασχολείται παράλληλα με το τραγούδι και την οργάνωση μουσικών παραστάσεων που συνδυάζουν την ποίηση με τη μουσική.</p>
<p><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></p>
<p>Ήχοι Απόηχοι, (Γαβριηλίδης 2007)<br />
Λευκές Συνομιλίες (Γαβριηλίδης 2010)<br />
Σημείο Φυγής (Γαβριηλίδης 2013)<br />
Η άγνωστη φίλη (Γαβριηλίδης 2015)<br />
Μεταίχμιο (Γράφημα 2021)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p class="translator-checked translator-dont-translate"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ-1.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17403" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ-1.jpg" alt="" width="350" height="500" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ-1.jpg 420w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ-1-210x300.jpg 210w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></a></p>
<p style="text-align: left;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-Η-ΑΓΝΩΣΤΗ-ΦΙΛΗ-ΕΚΤΥΠΩΣΗ.ΕΞΩΦ-001.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17405" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-Η-ΑΓΝΩΣΤΗ-ΦΙΛΗ-ΕΚΤΥΠΩΣΗ.ΕΞΩΦ-001.jpg" alt="" width="350" height="512" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-Η-ΑΓΝΩΣΤΗ-ΦΙΛΗ-ΕΚΤΥΠΩΣΗ.ΕΞΩΦ-001.jpg 410w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-Η-ΑΓΝΩΣΤΗ-ΦΙΛΗ-ΕΚΤΥΠΩΣΗ.ΕΞΩΦ-001-205x300.jpg 205w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-005.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17406" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-005.jpg" alt="" width="350" height="512" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-005.jpg 410w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-005-205x300.jpg 205w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-3-βιβλια0001.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17407" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-3-βιβλια0001.jpg" alt="" width="350" height="504" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-3-βιβλια0001.jpg 417w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-3-βιβλια0001-209x300.jpg 209w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></a></p>
<p style="text-align: left;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-004.jpg"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-17408" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-004.jpg" alt="" width="350" height="504" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-004.jpg 417w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-004-209x300.jpg 209w" sizes="(max-width: 350px) 100vw, 350px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (2021)</strong></h3>
<p style="padding-left: 80px;">Ακροπατεί σ’ ένα στενό περβάζι<br />
ο ίλιγγος του ύψους παραλύει τα μέλη<br />
αίφνης βιβλία ορθάνοιχτα πετούν και αδειάζουν τις λέξεις τους<br />
γράμματα μετέωρα στροβιλίζονται<br />
φτιάχνουν παράξενα σχέδια στην άσφαλτο<br />
τυλίγονται στα πόδια των περαστικών<br />
το αεράκι τα μετακινεί<br />
ονόματα εξ αδοκήτω<br />
στα πρόσωπα, τους τοίχους τα πεζοδρόμια.</p>
<p style="padding-left: 80px;">Έχει θάψει τους νεκρούς, ενίοτε προσφέρει χοές της μνήμης<br />
θα πετάξει<br />
θα πέσει στο κενό<br />
ή θα περιμένει ακίνητη το θαύμα;</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><em><strong>Κάπου στο μεταίχμιο</strong></em></h5>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>I.</strong></h4>
<p>Κάθε νίκη κρύβει μέσα της μιαν ανομολόγητη ήττα<br />
αθόρυβα διαβρωτική<br />
εκπειράσσει το κέντρο του λόγου<br />
άταφες λέξεις μολύνουν τα σώματα<br />
μνήμη<br />
κομμένα νήματα<br />
εμφύλιος των κυττάρων.</p>
<p>‒ Κι ο άρτος της ζωής;<br />
‒ Απεταξάμην.<br />
‒ Ο άρτος της επιβίωσης;<br />
‒ Συνεταξάμην.</p>
<p>Ο εχθρός έχει πρόσωπα με όλων των ειδών τα προσωπεία<br />
ενίοτε το δικό σου<br />
αποκαλύπτεται αιφνιδίως μέσα στη θερινή ραστώνη<br />
κοιτάζει τον κόσμο μέσα από τα τείχη της μίζερης ζωής.</p>
<p>Πόλη άλαλη αλαλάζουσα<br />
νοσεί<br />
οίστρος λησμοσύνης<br />
εγκώμιο παραφροσύνης</p>
<p>μια οθόνη ο κόσμος όλος<br />
εκθαμβωτική, χαοτική, σαγηνευτική.<br />
Ποιος κινεί τα νήματα<br />
οι πολίτες, ο Θεός<br />
ή μήπως οι αόρατοι άλλοι;</p>
<p>Μπορείς να κοιμηθείς κι απόψε με την απορία.<br />
Ο κυβερνοχώρος έχει ακόμη αμέτρητες πύλες.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>VI</strong></h4>
<p>Οσμή καμένου<br />
επί του σώματος σου τελείται<br />
η καύση της νεκρής μητέρας<br />
σε αποστειρωμένες γάζες<br />
η πρώτη τροφή<br />
αίμα και γάλα</p>
<p>θρυμματίζεται το όνειρο στο φως<br />
φόβος η εν κρυπτώ απελπισία</p>
<p>ένα παιχνίδι<br />
με σημαδεμένη τράπουλα<br />
-αρά ιερά μοίρα-<br />
θα δώσει τα ρέστα του</p>
<p>ο σπλαχνικός μαντατοφόρος επιλέγει<br />
τον πανάρχαιο τρόπο<br />
τον αργό<br />
να κοινωνήσει το μήνυμα.</p>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>XI</strong></h4>
<p>Λέξεις έπεσαν στην πέτρα<br />
πέτρωσαν<br />
φωνήματα μπλέχτηκαν στα δόντια<br />
αποβλήθηκαν<br />
ιδέες πήγαν ν’ ανθίσουν στις παύσεις<br />
μαράθηκαν</p>
<p>πουλιά πετούν μαζί στο φως της μέρες<br />
στίχοι ψάχνουν δύσβατα μονοπάτια να χαθούν.</p>
<p>Βαδίζουμε στη σκιά<br />
η βυθισμένη πολιτεία ανέπαφη<br />
δονείται όλο και πιο σπάνια<br />
τις ώρες της σιωπής</p>
<p>ο χρόνος αιφνιδίως καμπυλώνει.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Δωδώνη</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 120px;"><strong>II.</strong></h5>
<p>Θρόισμα απαλό της ιερής φηγού<br />
την ώρα που σκοτεινιάζει<br />
τα πλάσματα της φύσης πειθαρχούν στην ευεργετική σιωπή.<br />
Αδειάζει ο νους<br />
οι μέριμνες αναπαύονται<br />
η σύγχρονη ιέρεια με φόρμιγγα, δίαυλο και σείστρα<br />
μεταφέρει τις προσευχές μας στον Παντεπόπτη.</p>
<p>Την αυγή<br />
το μήνυμα θα ξημερώσει</p>
<p>εδώ στου τόπου τις άχρονες ηχητικές ανταποκρίσεις<br />
δονείται το σώμα<br />
η φύση του σπόρου<br />
καθορίζει του λόγου τη σοδειά.</p>
<p>Τώρα γνωρίζεις.<br />
Οι χρησμοί που δεν εκβιάζονται αληθεύουν.</p>
<h4><b> </b></h4>
<h4><strong>Νεκρομαντείο</strong></h4>
<p>Κατεβαίνει τη στενή σκάλα<br />
φωτισμός ελάχιστος τεχνητός<br />
ψηλαφεί με δέος τις πέτρες<br />
δοκιμάζει την ηχώ<br />
ο τρόμος εδώ υποβάλλεται.</p>
<p>Ανακαλεί την αναγνωστική εμπειρία<br />
ζητά τη συνδρομή της εις μάτην<br />
περιμένει ένας ίσκιος να φανεί.<br />
Απορεί κι ας στην πραγματικότητα γνωρίζει.<br />
«Απέσβετο η ισχύς του χώρου».<br />
Οι νεκροί δεν πλησιάζουν πια<br />
το ιερό στην περιέργεια αντιστέκεται.</p>
<p>σε κλωστή μεταξωτή<br />
στην ανέμη τυλιγμένη<br />
μύθων αποκυήματα<br />
ρήματα βήματα<br />
πάνω εκεί</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Η δεύτερη επιστροφή</strong></h4>
<p>Το ρολόι στον τοίχο αιφνιδίως απορρυθμίζεται<br />
οι δείχτες του γυρίζουν αλόγιστα χωρίς σταματημό<br />
σώνεται ο χρόνος όνειρο σαρκοβόρο<br />
ανατροπή στα σχέδια της μέρας.</p>
<p>Σωματίδια σκόνης μετεωριτών<br />
θραύσματα μετάλλων, διαρραγέντες βράχοι<br />
σχήματα παράδοξα υπέρυθρου φωτός<br />
διαγράφουν την τροχιά τους γύρω απ’ τον πλανήτη<br />
επιστρέφει τώρα στο πεδίο σου<br />
μακρινός επισκέπτης<br />
ο κόκκινος μανδύας του από βελούδο<br />
παρασύρει τα πρώτα αγριολούλουδα της άνοιξης<br />
εντέλλεται την έξοδο από το τετράγωνο πλαίσιο<br />
από την τελεία πάνω το πέρασμα<br />
δρόμοι που έταξαν τα όνειρα<br />
ανερμήνευτα υγρά τοπία<br />
υπόγεια σκηνικά σε αναδιάταξη<br />
αυτό που θέλεις χωρίς καν να το γνωρίζεις<br />
ίσως προλάβεις να αληθεύσει.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Η ζωγράφος</strong></h4>
<p>Άφησε μπογιές, τελάρα και τη βαριά σκιά του<br />
στον ίδιο χώρο εκείνη χρόνια τώρα δοκιμάζει με τα χρώματα<br />
τις γλώσσες μιας ενδόμυχης Βαβέλ<br />
αναρωτιέται με ασύμμετρες γραμμές: τελικά η Πηνελόπη<br />
κίνησε τα νήματα της εξόντωσης των μνηστήρων<br />
incognito στη βούληση του αγαπημένου<br />
αποδίδοντας την έμπνευση στο νυχτερινό φάσμα;</p>
<p>Να σβήσει τη σκιά<br />
αναστροφές διαστημάτων βαδίζοντας<br />
μηχανεύεται τη λύση<br />
στον άδειο καμβά χρώματα ριγμένα αποσπασματικά<br />
θυμός γκρίζος, κυανός, μέλας<br />
χαραγματιές του πορφυρού βρίσκουν<br />
δρόμους ελικοειδείς για να περάσουν<br />
σπαζοκεφαλιές της αρμονίας<br />
μέσα από το οικείο το ανέλπιστο.</p>
<p>Μήπως το όνειρό της συνάντησε πράγματι εκείνο του Οδυσσέα<br />
ή ενύπνια έπλεξαν τη μηχανή<br />
ερήμην του πολυμήχανου και της δαιμόνιας υφάντρας;</p>
<p>Αντιχρονισμοί<br />
λύσεις αινιγματικές μετεωρίζουν το θέμα<br />
με τα πινέλα της πυροβολεί τη μοίρα<br />
ακανόνιστα σχήματα<br />
ρέοντα αποτυπώματα χρωμάτων<br />
θάβει τον δικό της δήμιο<br />
με το ίδιο πινέλο τον ξεθάβει<br />
αμήχανη στο λευκό καμβά.</p>
<p style="padding-left: 120px;">**</p>
<p style="padding-left: 80px;">μέχρι το άγνωστο βαθύ<br />
να ρίξει πέτρα στη σκεπή<br />
αθιβολής ανατροπή<br />
όπως αλλάζει η εποχή<br />
σημείο πάλι<br />
μηδέν</p>
<p style="padding-left: 120px;">**</p>
<p>Το παιδικό τρενάκι έφτασε σε μια νέα πόλη<br />
η μικρή τρέχει στην άδεια πλατεία<br />
να πετάξει τον ήλιο χαρταετό<br />
παίζει κρυφτό με τη σκιά της στις αψίδες.</p>
<p>Παλιό βαγόνι αποθήκη ταξιδιών<br />
αποσκευές ανέγγιχτες<br />
πρόθυμες κάποτε για αναχώρηση<br />
από την ετυμηγορία του χρόνου ατελέσφορη.<br />
Η γυναίκα με το λευκό φόρεμα<br />
σε αντίστιξη με το σκιερό της είδωλο<br />
μοιάζει τελετουργικά κάτι ν’ αποχαιρετά:<br />
ευσεβείς πόθους, εις εαυτόν εντολές, κρυστάλλους ενοχές.</p>
<p>Το παιδί πλησιάζει. Ακούει μελωδικά ακατανόητα λόγια<br />
συνόδευαν χθες το βράδυ παραδόξως τον ύπνο του<br />
της προσφέρει αντίδωρο ένα μεγάλο ρολόι<br />
τιμόνι για το επόμενο ταξίδι</p>
<p>κλεψύδρα χαρμολύπης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΦΙΛΗ  (2015)</strong></span></h3>
<p style="padding-left: 80px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πρόσωπα του μύθου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επάλληλοι διπλοί καθρέφτες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα στο λαβύρινθο του ιστορείν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λόγια φτερωτά τους δίνουν σχήμα και μορφή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επαναλαμβάνουν τα λάθη τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να υπάρξουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θρυλούν τα πάθη τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε ευήκοα ώτα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πρόσωπα συμπαγή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντιστέκονται στων βροτών τα είδωλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο ανίδωτος κόσμος της σκιάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η μοίρα</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παρουσία αναπαράσταση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια ιλιγγιώδης εναλλαγή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απροσχημάτιστη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ψηφιακή νωπογραφία</span></p>
<p style="padding-left: 80px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">είδωλα σκιές ινδάλματα του μύθου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μας επινοούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χαμογελούν με νόημα στις συμπτώσεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μας δίνουν το άλλοθι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της αποταύτισης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα πρώτα βήματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του δικού μας πεπρωμένου.</span></p>
<p style="text-align: right; padding-left: 80px;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Η Αριάδνη μένει εδώ   </strong></span><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">(2011-2012)</strong></span></h4>
<h5 style="padding-left: 180px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σπονδή στη Σίκινο</span></strong></h5>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>1.</strong></h4>
<p>Από το πλοίο αχνοφέγγει του νησιού το περίγραμμα<br />
παίρνω πάλι το δρόμο και την αναζητώ<br />
θα’ χει –λέω- μεγαλώσει<br />
θα σε κοιτάζει τώρα με το δικό της πρόσωπο</p>
<p>χάθηκε μέσα σε ρόλους αλλότριους<br />
μιλούσε με τα λόγια των άλλων<br />
ο χρόνος την τύλιξε σε ένα προστατευτικό μανδύα<br />
την άφησε απέξω από κάθε εξουσίας τα διακυβεύματα<br />
η ιστορία δεν την περιέχει</p>
<p>του ξέφυγα<br />
πέταξα το χρυσό στεφάνι του<br />
κι έφυγα κρυφά μια νύχτα για τούτο το νησί<br />
ένας μύστης του φωτός μου έδειξε το δρόμο</p>
<p>εγώ η ιέρεια των αρχαίων καιρών<br />
ελεύθερη από τα δικά του θεϊκά προστάγματα<br />
ανάβω τις νύχτες τα ταπεινά καντήλια της Παντοχαράς</p>
<p>ο χρόνος απ’ την αρμύρα ξεθώριασε<br />
το φως πέφτει στοργικά<br />
πάνω στις μορφές των ανθρώπων<br />
αραχνοΰφαντο το βλέμμα της<br />
διαπερνά την πύλη των ονείρων<br />
διακρίνει τις αντιστάσεις<br />
τις λεπτοφυείς αποχρώσεις της απουσίας<br />
κι εγώ μια κατασκευή από θραύσματα<br />
παλαιάς ληκύθου στην τέφρα της σιωπής<br />
περιπλανιέμαι στο νησί<br />
ο ρυθμός του κύματος<br />
ο ρυθμός της ζωής μας</p>
<p>«θρήνησε, μόνο αν χάσεις τη θάλασσα»</p>
<p>Αντάμωσα προς στιγμήν την Αριάδνη<br />
παιδούλα στα έρημα καλντερίμια του νησιού<br />
ξερολιθιές, ελιές και σκίνα<br />
στη σαγήνη του λυκόφωτος παραδομένα<br />
εκείνη ατάραχη<br />
«μέσα από δω είναι το μονοπάτι που αναζητάτε<br />
της συμφιλίωσης<br />
το δικό σας μονοπάτι»</p>
<p>Το βλέμμα μου μετρά τα σπίτια<br />
τη γεωμετρία του χώρου καταγράφει η ψυχή<br />
αναγνωρίζει</p>
<p>φυσάει δυνατά<br />
μια δύναμη από το σώμα<br />
με ταξιδεύει</p>
<p>«ξέχασες το τετράδιο και το μολύβι σου»</p>
<p>χώμα οι λέξεις<br />
κοχύλια σπασμένα βότσαλα της αρμύρας</p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">5.</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ανεμόεσσες ελιές κλαίουσες καρτερικές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια μεγάλη σκάλα από ξερολιθιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οδηγεί στη Δευτέρα Παρουσία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δυο ανεμόμυλοι στην κορυφή της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ολόγυρα το κόκκινο και το πράσινο των σκίνων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι τρίλιες των πουλιών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το αγριεμένο κύμα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τραχιά ξύλινη πόρτα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εφτασφράγιστη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και της φωνής σου ο αντίλαλος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απαγγέλλει πεθυμιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ερμητικές κι ανέγνωρες</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«μην ακυρώνεις τη χαρά»</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η παραζάλη ο πόθος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να διαβάσεις τη γλώσσα του βυθού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την προφητεία της μεταμόρφωσης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το φωτεινό δίχτυ απλωμένο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια αγκαλιά γεμάτη μυστικά ψιθυρίσματα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σε καλούν, την εξορία σου θρηνούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άφησε ν’ αναπαύεται η μάνητα του χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζύμωσε με χώμα τα λόγια της καρδιάς</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η αδιατάρακτη αιώνια γαλήνη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξόρκι για των παθών τις θύελλες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα καταργήσει το μυστήριο του κόσμου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια παγερή ακινησία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θάνατος της σχέσης του θεού με τον άνθρωπο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«ό,τι αρνήθηκες να δεις, κοίταξέ το»</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα ξεραμένα χόρτα ιερουργούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στις μελωδίες του ανέμου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επανέρχονται της νοσταλγίας σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι εικόνες μία-μία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -το κάστρο, δεν άντεξες ν’ ακούσεις τα μυστικά του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ραγίζει σιωπηλό κι αγέρωχο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το σπίτι βυθίστηκε στου ύπνου τα άχρονα τοπία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και το σκυλί μάταια περιμένει την επιστροφή σου-</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ό,τι δεν άφησες ν’ αληθέψει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με το πείσμα του άγραφου πόθου σε κυκλώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυρεύει το αγριεμένο χάδι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το νήμα της ανάστασης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να λύσει τη φωνή σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο περίτεχνος ιστός του φόβου πυκνώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να σε κρατήσει εκεί για πάντα</span></p>
<p><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μη χαθείς πάλι μες στο λαβύρινθο</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο χάρτης σου –το ίδιο κι ο δικός μου-είναι τούτο το νησί</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θάρρος, το κουβάρι να ξετυλίξεις μέσα σου</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χωρίς να κρίνεις</span></em></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>7.</strong></h4>
<p>Δυο σύννεφα φτερά<br />
από την πένα παλιού δημιουργού<br />
καταγράφουν στα ουράνια τις σκέψεις μας</p>
<p>ψηλά στο Κάστρο<br />
ερημιά και περήφανος αγέρας<br />
χρώματα και σκιές<br />
το πράσινο τόξο του ήλιου<br />
δεσπόζει στον ορίζοντα<br />
καταπίνει τις προσευχές μας</p>
<p>δίπλα μας βράχια απόκρημνα<br />
γκρεμνά αδιάβατα<br />
στην κόψη της στιγμής<br />
ο αγέρας επιμένει<br />
υπενθυμίζει βασανιστικά<br />
την ευθύνη<br />
του</p>
<p><em>Είμαι</em></p>
<p><em>ναι, εγώ είμαι</em><br />
<em>για όποιον τολμά να εισέλθει</em><br />
<em>στο δικό του μυητικό ναό</em><br />
<em>στη δική του άβυσσο</em><br />
<em>τον πεπτωκότα, τον ταπεινό υπηρέτη της πλάνης</em><br />
<em>τον εξόριστο του έρωτα</em><br />
<em>τον αποσυνάγωγο δημιουργό</em><br />
<em>τον απόκληρο του κόσμου τούτου</em></p>
<p><em>Είμαι</em></p>
<p><em>ναι, εγώ είμαι</em><br />
<em>την ίδια στιγμή</em><br />
<em>μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες</em></p>
<p>Φτάνουμε<br />
στο γήινο ιερό της Παντοχαράς<br />
να’ ρχεται η ψυχή του ποιητή<br />
να απολαμβάνει δειλινό<br />
κι επίγειο παράδεισο</p>
<p>κάπου εδώ βρίσκεται το σπίτι της θαρρώ<br />
μαζεύεται προς στιγμήν όταν οι καταιγίδες των ανθρώπων<br />
συντρίβουν της χαράς τα παραπετάσματα</p>
<p>μετά πάλι κατηφορίζει τα κακοτράχαλα σκαλιά<br />
με του ουρανού τη δύναμη<br />
και της γης την αλάνθαστη σοφία<br />
επιστρέφει ακαταπόνητη, μαχητική<br />
στο πεδίο βολής του καθημερινού βίου</p>
<p>«Αριδήλη, σπονδή στο ναυάγιο του φόβου»</p>
<p>μόλις νυχτώσει ο γαλαξίας φανερώνει<br />
την ουράνια οδό<br />
καθρέφτη του γήινου δρόμου<br />
ο ίδιος δρόμος μέσα σου</p>
<p>τα δέντρα εγκυμονούν τα δώρα τους<br />
η ζωή αποκρίνεται με σεβασμό<br />
στο λιοπύρι της καρδιάς<br />
στο θρίαμβο της αληθινής ανάγκης</p>
<p>θα την ανταμώσω<br />
να δω στο βλέμμα της<br />
την αστραπή του απρόσιτου<br />
η μνήμη να γυρίσει στο άχρονο τοπίο<br />
του έρωτα και της δημιουργίας<br />
να πάρει γι’ άλλη μια φορά απ’ την αρχή τον κόσμο.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η άγνωστη φίλη  </span></strong><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2012-2014)</span></strong></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">με αφορμή φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου</span></strong></p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Η μούσα στο ραγισμένο όνειρο</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι αλήθειες της χρυσή βροχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φώτισαν τη νύχτα το παράθυρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το πρωί βρήκε θρυμματισμένα τα γυαλιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι πρώτες ηλιαχτίδες κυνηγούσαν τις σκιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο μισογκρεμισμένο σπίτι</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φορά το καπέλο της σηκώνει το βλέμμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αγναντεύει με ένα χαμόγελο από ψηλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αφουγκράζεται τα λόγια της πόλης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καλεί, αναζητά, εντέλλεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έτοιμη να πάρει το δρόμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για τα ποτάμια, τα δάση, τις θάλασσες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα από κει να επιστρέψει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αστραπή καίει τον πόνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυρίζει αδιάκοπα η ρόδα τη ψυχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλέθει ελπίδα και φόβο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βαδίζει στις σελίδες, έξω από τις σελίδες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όλα χωρούν μες στη γραφή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το σπίτι παίρνει σχήμα βαφτίζεται στα χρώματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του πρωινού ονείρου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">θα γυρίσει.</span></p>
<h4></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Η άγνωστη φίλη</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ένα τετράγωνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάδρο κενό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα ερωτηματικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα ξυλάκι κανέλας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα κλειδί του χαμένου σπιτιού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από σκουριασμένο σίδερο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα φυλαχτά της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο τοίχος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο χρώμα της γης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ασφαλές, μητρικό, σιωπηλό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όλα όσα συμβαίνουν εκεί είναι κόσμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι ποθεί η ψυχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και σχεδιάζει είναι κόσμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η σιωπή της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να συντονιστεί με μιαν άλλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από το ρήγμα κρινάκι της αρμύρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο λόγος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένα τετράγωνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα κλειδί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα ερωτηματικό στο λαιμό της κρεμασμένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μενταγιόν μαγνήτης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προσανατολίζει το βλέμμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να διασχίσει την απόσταση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέχρι τον άγριο κήπο της καρδιάς της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πρόσωπο παιδιού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κορμί ανάλαφρο, μίσχος που ισιώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να χαιρετήσει τον ήλιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάθε φορά σε άλλη πόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στα χνάρια του χρόνου κεντάει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φύλλα πλανόδια μαντείες του αιθέρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε κάθε τόπο πλάθεται και γεννιέται εξαρχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καθρεφτίζει στο σώμα του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα αντιφεγγίσματα της δικής της μεταμόρφωσης</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Την είδα στο λυκόφως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μιας καλοκαιρινής μέρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μου χαμογελά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο άδειο κάδρο.</span></p>
<h4></h4>
<h4><strong>Ο άγνωστος</strong></h4>
<p>Περνάει αθόρυβα<br />
αιφνιδιαστικά σχεδόν αόρατος<br />
στο μισοσκόταδο της σκέψης<br />
αφηγείται ελλειπτικά τις ιστορίες του<br />
μου υπενθυμίζει τις απάτητες κορυφές<br />
μην ξεχαστούν<br />
στου πόθου τα περάσματα</p>
<p>δεν πλησιάζει<br />
σημάδι μυστικό<br />
πως ο χρόνος παρατείνεται</p>
<p>άλλοτε αρκεί η σκιά του<br />
για να νιώσω πως είναι πάλι εδώ<br />
αντίστιξη στου δέντρου τη σκιά τη φιλική<br />
σιωπηλά συγχωνεύει στο φως<br />
τα σκοτεινά μηνύματα</p>
<p>ρίξε τα βότσαλα<br />
τις άτυχες αγάπες σου στο δρόμο<br />
να θυμηθείς να γυρίσεις πίσω.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Τα κάστρα της περασμένης μου ζωής</strong></h4>
<p>-Τα κάστρα τρέχουν ή εμείς; &#8211;<br />
Περνάμε δίπλα τους<br />
με τις πολλαπλές ταχύτητες της μνήμης<br />
μιας περασμένης εποχής<br />
γραφιάδες και γραμματικοί<br />
βυθισμένοι στα μυστήρια<br />
άγνωστων κωδίκων</p>
<p>άσε τα μυστικά να ταξιδεύουν μέσα σου<br />
με τη σοφία τους να μετακινούν τα εμπόδια<br />
τις ετοιμόρροπες ιδέες<br />
τα ολισθηρά σκαλοπάτια<br />
οδηγούν εκεί που οι δονήσεις του χρόνου<br />
θολώνουν σιωπή και ξεφλουδίζουν λόγια<br />
σποραδικές κοσμικές υπομνήσεις</p>
<p>το φίδι ελίσσεται στη ράβδο του ερημίτη<br />
φτερουγίσματα πουλιών<br />
αμφίσημα μαντάτα</p>
<p>με τη βιασύνη του ανέμου περιφερόμαστε<br />
άπληστοι ταξιδιώτες του βλέμματος<br />
αντί ταπεινοί περιπατητές της ζωής μας</p>
<p>ο κόσμος πάλι αλλάζει<br />
η απόγνωση επαγγέλλεται μελλοντικές πολιορκίες<br />
παραλογισμός, η ηδονή των απελπισμένων τιμωρών<br />
ορκίζεται στους αμετάκλητους εμπρησμούς<br />
της αλήθειας μας</p>
<p>παλαιός τους ένοικος κι εγώ<br />
κάθε που γυρίζει ο καιρός<br />
πάντα εκεί<br />
από διαφορετικούς δρόμους<br />
απρόβλεπτες διαδρομές<br />
επιστρέφω.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Ο άταφος νεκρός</strong></h4>
<p>Δέντρο μοναχικό<br />
τα κλαδιά του ανοίγονται<br />
σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα<br />
πίσω του μια σειρά κυπαρίσσια<br />
η γραμμή της ζωής</p>
<p>οι ρίζες μπλέκονται βαθιά στο χώμα<br />
από τη ρίζα του ενός ανασαίνει θαρρείς το επόμενο<br />
μόνο σε κείνο κάτι άλλαξε -ας υποθέσουμε-<br />
μια μερική διακοπή της συνέχειας<br />
όλα άλλωστε υπόθεση ερμηνείας είναι<br />
όπως θα έλεγε<br />
ο άταφος νεκρός του φθινοπώρου</p>
<p>κάπου εδώ τριγυρνά<br />
ρίξε τα φύλλα σου και σκέπασέ τον<br />
η ώρα της επιστροφής σήμανε<br />
στη θαλπωρή της γης<br />
οι άγραφοι στίχοι θα ελευθερωθούν<br />
σε ανέγνωρο πεδίο<br />
η συνέχεια του ταξιδιού</p>
<p>χοηφόρος εσύ την άνοιξη<br />
απ’ τα κλαδιά σου οι νέοι καρποί<br />
τα ποιήματα της καινούριας μέρας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η Μικρή Σειρήνα στην πόλη  </span><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2013-2014)</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κάποτε έρχεται η στιγμή να ξαναγράψουμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το παιδικό μας παραμύθι</span></p>
<h3></h3>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>1.</strong></h4>
<p>Διαγώνιες γραμμές<br />
επάλληλα διαδοχικά τετράπλευρα<br />
φωτεινά χρώματα στους τοίχους<br />
το πάτωμα μετατοπίζεται και επανέρχεται<br />
πάντα εντός των ορίων<br />
η γυναίκα ασάλευτη κινείται</p>
<p>σιωπή<br />
απόκοσμη μοναξιά<br />
διαδρομές ιδεών</p>
<p><em>ο δρόμος φεύγει με ταχύτητα </em><br />
<em>παρασύρει το σώμα</em><br />
<em>γίνεται χρόνος ίλιγγος</em><br />
<em>ανέστια η σκέψη, η αγκαλιά κενή</em><br />
<em>άθυρμα παλίμψηστο </em><br />
<em>στα δεσμά της επανάληψης</em></p>
<p>σκάλες οδηγούν σε τετράγωνα<br />
ανοίγματα χωρίς έξοδο<br />
αναβάσεις<br />
περάσματα φωτός<br />
διάδρομοι σκιάς</p>
<p><em>το αόρατο δίχτυ στο βυθό</em><br />
<em>όστρακα, κοχύλια, αστερίες και κοράλλια</em><br />
<em>εγώ ανάμεσα ούτε γυναίκα ούτε παιδί</em><br />
<em>προσμένω χρόνια την έξοδο </em><br />
<em>από του παραμυθιού τις εντολές</em><br />
<em>στου χώματος και του ουρανού</em><br />
<em>τον προϋπάρχοντα κόσμο</em></p>
<p>μια δεύτερη επιφάνεια<br />
οθόνη εγγεγραμμένων εικόνων<br />
χώρος υποδοχής παλαιών εντολών<br />
νοητικό φράγμα<br />
διακοπή της προοπτικής</p>
<p><em>σε παλιούς θαλασσινούς χάρτες</em><br />
<em>αποκεκρυμμένη η πατρίδα μου</em><br />
<em>η μνήμη των κυττάρων ξυπνά </em><br />
<em>μια ιδέα είμαι στοιχειό της εμμονής</em><br />
<em>θηλιές οι ερμηνείες μου κόβουν την ανάσα</em></p>
<p><em>πάρειμι εν κρυπτώ</em><br />
<em>ένα κουβάρι λέξεις</em><br />
<em>υπάρχω </em><br />
<em>στης πεθυμιάς σου το λεπίδι</em><br />
<em>χαράζει αύρα</em><br />
<em>ανθρώπου μοίρα την όψη μου</em><br />
<em>να φανερώσω στο φως</em></p>
<p>κάθε παρόν<br />
στιγμή αόρατη ασύλληπτη<br />
το εικονικό της ισοδύναμο<br />
σπάει τα δεσμά του πραγματικού<br />
αναζητά να σχετιστεί μαζί του εκ νέου</p>
<p><em>φευγαλέες μορφές απροσδιόριστες</em><br />
<em>ψιθυρίζουν μέσα από το σώμα μου</em><br />
<em>ακατάληπτες λέξεις χρησμούς</em><br />
<em>δεν ορίζω το λόγο</em><br />
<em>μετέωρη λεύκα της θάλασσας</em><br />
<em>ρίζες βαθιές στην άκρη του ορίζοντα</em><br />
<em>φυσώ τα άνθη μου στην πόρτα σου</em><br />
<em>το κρύσταλλο θολό</em><br />
<em>δεν μπόρεσα ποτέ να δω </em><br />
<em>την καθ΄ ομοίωσιν εικόνα</em><br />
<em>της αληθινής ζωής μου</em></p>
<p>ανεβαίνει τα σκαλοπάτια<br />
οιονεί βωμός<br />
στο δάπεδο ουρές<br />
σκοτωμένων παγωνιών</p>
<p>μικρές τετράγωνες πλάκες<br />
το αναβαλλόμενο ποίημα<br />
κρύσταλλοι φθόγγων<br />
ιδεών ανεμόδαρτες ψηφίδες<br />
συλλαβές σπαράγματα αδόκητων στιγμών</p>
<p>της αγωνίας<br />
η επάρατη σφραγίδα στην είσοδο</p>
<p>τώρα πάλι<br />
οργανώνεται πεισματικά η λήθη<br />
η ανωνυμία του θανάτου<br />
επιστρέφει απειλητική</p>
<p>ασταθής ισορροπία<br />
ο φόβος μολύνει το σώμα<br />
αφανίζει τα πρόσωπα<br />
η Αντιγόνη τρέχει πανικόβλητη στ’ αλώνι<br />
πεδίο μάχης της κρυμμένης ζωής<br />
κυλιέται στα στάχυα η απόγνωση<br />
καθαιρείται ο θάνατος<br />
ως τέλος μιας οργανωμένης ζωής</p>
<p>στην άκρη τα πολύχρωμα λουστρίνια<br />
για την έξοδο</p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>5.</strong></h4>
<p>Σε ερείπια σπιτιών<br />
τριγυρνά η γυναίκα άπατρις πια κι ανέστια<br />
μ’ ένα πλατανόφυλλο στο χέρι<br />
αυτοσχέδιο φυλαχτό<br />
σαν αναδεύει ο κίνδυνος τα σπλάχνα<br />
πέτρες σπασμένοι καθρέφτες<br />
καρέκλες με την μοίρα των ανθρώπων<br />
κολλημένη πάνω τους</p>
<p>βαδίζει προσεκτικά στα δωμάτια<br />
σάπια ξύλα, σύρματα, καλώδια<br />
ανάμεσά τους ξεχασμένα ζάρια<br />
απ’ της τύχης τα αζήτητα</p>
<p><em>στο σφυγμό μου πάλλονται οι φόβοι του</em><br />
<em>της κάθε έγνοιας το σπασμό</em><br />
<em>ολημερίς κι ολονυχτίς </em><br />
<em>το σώμα δοκιμάζει</em></p>
<p><em>ακαταπόνητος τεχνίτης</em><br />
<em>σμιλεύει μέσα μου το όριο της νύχτας</em><br />
<em>εκεί ακροπατώ μέσα από κει περνάω</em></p>
<p>με τα ίδια υλικά<br />
δημιουργεί το δέον γενέσθαι<br />
επουλώνει τα ρήγματα του τοπίου<br />
δίνει πνοή στη φθορά<br />
ν’ ανασάνει το ασύλληπτο</p>
<p>μολυβένια σύννεφα τρυπά το μακρινό βέλος<br />
στο δωμάτιο το ουράνιο τόξο<br />
αφήνει αποτυπώματα στον τοίχο</p>
<p><em>στο κατώφλι της πόρτας σου</em><br />
<em>φέγγει ο πόθος μου</em><br />
<em>βαδίζει κάθε πρωί τα βήματά σου</em><br />
<em>ο ίλιγγος αφήνει μικρές δίνες </em><br />
<em>ευλογία χρυσού αέρα </em><br />
<em>μόνο η ανάσα μιλά</em><br />
<em>πενθεί τα αγέννητα λόγια</em></p>
<p>το σπασμένο δέντρο<br />
φανερώνει την υλική του αλήθεια<br />
τα κατεστραμμένα κομμάτια<br />
του έργου σου άφησε να μιλήσουν<br />
σε μιαν άλλη διάταξη<br />
εικόνα εαυτού στο φυσικό χώρο</p>
<p><em>μόνο η μνήμη στα κλαδιά της</em><br />
<em>τρεμοπαίζει φευγαλέα το μυστικό</em><br />
<em>χαμόγελο γυναίκας μετά το ναυάγιο</em><br />
<em>ψίθυροι λουλουδιών στον ενδιάμεσο χώρο</em><br />
<em>το σήμερα να μην είναι ήδη χθες</em><br />
<em>επιλήσμον το αύριο μη δραπετεύσει</em><br />
<em>επιτάφιος θεός στο βασίλειο των μενεξέδων</em></p>
<p>ο περίπατος έχει τη δική του ανταμοιβή</p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">6.</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πόλη βυθίζεται στον ασέληνο ύπνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι γελωτοποιοί κι οι σαλτιμπάγκοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τερατώδεις μάσκες μιας αδίστακτης εξουσίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα παραποιήσουν πάλι τις εικόνες της ελπίδας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυρίζει το τσέρκι του χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα θεμέλια της γης με το ρυθμό τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μετατοπίζονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα αγριόχορτα σκέπασαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ολόγυρα τη σπηλιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απορρίμματα κατάλοιπα παλαιών στιγμών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φράζουν την είσοδο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η σκουριά των άκαμπτων κανόνων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εντυπωμένη στο βράχο</span></p>
<p style="padding-left: 10px;"><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φίλησε τα χείλη μου</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι δονήσεις του βυθού ανάταση και τρόμος</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η μνήμη έσβησε την εικόνα του καταρράκτη</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του μυστικού σπηλαίου τη γέννηση</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πέρασε τη μεγάλη θάλασσα</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με ευφρόσυνα λικνίσματα</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με παιχνίδια των νερών</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τέλος εκ του ασφαλούς</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κατέφυγε στα γνώριμα πεδία</span></em></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η σκέψη ετοιμάζει μιαν έρημο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θρυμματίζεται κάθε εστία αντίστασης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φιγούρες κρεμασμένες με νήματα χρωματιστά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πλήττουν και πλήττονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κινούνται όπου τα αόρατα χέρια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάθε στιγμή αποφαίνονται</span></p>
<p style="padding-left: 10px;"><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένα εύθραυστο πλάσμα</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δέρμα από πορσελάνη</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πόδια που πατούν στης γης</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα σκουριασμένα καρφιά</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην ενέδρα των ματιών σου</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δίχως συνείδηση φύλου</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οπτασία αέρινη</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε ρόλο γυναίκας</span></em></p>
<p style="padding-left: 10px;"><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οσμίζεται απόψε</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την αποφορά του καμένου ονείρου</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ακούει τα σήμαντρα του κενού</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αναλαμβάνει τα ροδοπέταλα</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την τελετή της ευτυχίας σου</span></em></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πίσω από τη σκηνή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο εξάγγελος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ετοιμάζει την κάθαρση</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>11.</strong></h4>
<p>Ζωγραφίζει τα φτερά του αγγέλου<br />
φύλλα του δέντρου των ευχών<br />
πετούν πάνω απ’ τη θάλασσα</p>
<p>διανύουμε χιλιόμετρα επίγειου χρόνου<br />
στην υπηρεσία του ασήμαντου<br />
μέσα στο θόρυβο διώκτη τύραννο<br />
της εύγλωττης σιωπής<br />
δεν την ακούμε με πόση δύναμη<br />
ξεφλουδίζει την άβυσσο<br />
καθώς υπαγορεύει<br />
όσα η γλώσσα ομιλεί</p>
<p><em>η άνοδος στη στενή σκάλα</em><br />
<em>ο τρόμος της ευτυχίας</em><br />
<em>ράγισαν το όργανο του λόγου</em></p>
<p>πίσω από το σαθρό κάλυμμα<br />
του οργανωμένου κόσμου<br />
άβυσσος το μη-νόημα<br />
πίσω από το νόημα</p>
<p><em>τα μάγια πιάνουν αν τα πιστεύεις</em><br />
<em>η φαρμακεύτρα κι η φαρμακολύτρια</em><br />
<em>εσύ</em></p>
<p><em>ανθρώπινη η φωνή σου τώρα πια</em><br />
<em>τραγουδά τη μνήμη των ζωντανών πλασμάτων</em><br />
<em>της άγρυπνης λαχτάρας τα βάσανα φυλλομετρά</em></p>
<p>η σκληρότητα η ακαμψία<br />
ο εν ζωή θάνατος<br />
δεινός ο άνθρωπος<br />
ποτέ ο θεός<br />
στον καινούριο αιώνα<br />
διφυής κι αμετανόητος ετοιμάζει<br />
πάλι της ζωής του τα ερείπια</p>
<p><em>το νερό ακούει </em><br />
<em>το κλαδάκι από το δέντρο των ευχών</em><br />
<em>μέσα σου μεγαλώνει</em><br />
<em>θαλπωρή γεμάτο το ρεύμα της ζωής μάχεται</em><br />
<em>της δυαδικότητας τα εμπόδια</em></p>
<p>Ο φόβος αγαπά<br />
Το κρυφτό με τη σκιά μας<br />
Ποιεί τα λόγια του έρωτα<br />
αγίασμα λευκού φωτός</p>
<p><em>υμνωδείς τον πρίγκιπα</em><br />
<em>της φαντασίας τον καρπό πενθείς</em><br />
<em>η ζωή του ασφαλής</em><br />
<em>μες στις παγίδες της επίπλαστης ευτυχίας</em><br />
<em>στην προκυμαία του ύπνου</em><br />
<em>μικρές αποδράσεις ψευδαισθήσεων</em><br />
<em>της ερωτομανούς ψυχής του</em></p>
<p><em>εσύ στις δονήσεις της γης</em><br />
<em>δοκιμάζεις τα βήματά σου</em></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><strong>13.</strong></h4>
<p>Κουράστηκαν τα λόγια<br />
γυρεύουν έναν ίσκιο να ξαποστάσουν<br />
μέρες φλύαρες φιμώνουν τη σιωπή<br />
να μη μιλήσει</p>
<p>οι κήρυκες του θανάτου διαπρέπουν<br />
οι νάρκισσοι της γραφής<br />
ερωτοτροπούν με τυπωμένες σελίδες<br />
διάζευξη, διαχωριστικές γραμμές, σύνορα<br />
δοκιμασμένα, δόκιμα, αναλογικά, ψηφιακά<br />
σε θάλασσα γη κι αέρα</p>
<p>εμείς -οι άλλοι<br />
ανάμεσα μας αόρατος<br />
ταυτοποιός καθρέφτης</p>
<p><em>ο κόσμος άνω-κάτω</em><br />
<em>πάντα το άδικο φονικό</em><br />
<em>πάντα κάτι λείπει κάτι πονά</em><br />
<em>η ομορφιά διώκεται </em><br />
<em>η απουσία της μας κρύβει </em><br />
<em>τις μαγικές συνδέσεις των πραγμάτων</em><br />
<em>το ξέφωτο του άλλου λόγου</em></p>
<p>χαρτιά, σημειώσεις, σενάρια<br />
ακανόνιστα σύμβολα<br />
αντικλείδια, οδηγοί<br />
δεν ωφελούν<br />
λόγιοι, γραφιάδες<br />
μια διαβρωτική εξουσία<br />
με ένδυμα αμνού<br />
το βλέπει καθαρά<br />
τροφή της φωτιάς το παράπονο<br />
της φαντασίας τα απόνερα<br />
τα πήρε η θάλασσα και πάνε</p>
<p>ονειρευόταν τόσο πολύ<br />
ώστε λησμόνησε να ζήσει<br />
πεθυμιές ζείδωρες, απλές και άλλες<br />
μεγαλεπήβολες πιεστικές<br />
άλλοτε πετούσαν με κέρινα φτερά<br />
και άλλοτε χαμηλά το βάρος του νερού τις καταργούσε</p>
<p><em>από τα έγκατα της γης και τις ακρώρειες του αιθέρα</em><br />
<em>άλικο και κυανό ποτάμι η ζωή ρέει αδιάκοπα</em><br />
<em>στις σιωπηλές γωνιές της πόλης</em><br />
<em>αντιφεγγίσματα αγριεμένης σελήνης</em><br />
<em>ζωγραφίζουν αλλόκοτα σχήματα στην άσφαλτο</em></p>
<p>φευγαλέα οδόσημα της μνήμης<br />
μια πληγή βαθιά αποκοιμίζουν τη νύχτα οι άνθρωποι</p>
<p>η σκιά αίφνης εγκαταλείπει<br />
τον αταξίδευτο ταξιδιώτη</p>
<p><em>ρίξε τη σχεδία στα απάνεμα νερά</em><br />
<em>το σώμα ξέρει τη διαδρομή</em><br />
<em>η άλλη οδός ευδαιμονίας</em></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 120px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">16.</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σκιές οι άνθρωποι περιφέρονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον πύργο των νέων εποχών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αιωρούνται σ’ ένα σύννεφο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περίπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανάμεσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χωρίς συντεταγμένες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο ίδιο σημείο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο ήχος του όπλου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η οσμή του αίματος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η λαιμητόμος στη σκιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το γύρισμα του κύκλου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην οθόνη των πόλεων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι ήρωες διασχίζουν την αλήθεια τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γίνονται ρόλοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για το βλέμμα των άλλων</span></p>
<p style="padding-left: 10px;"><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι μισάνοιχτες πόρτες</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -δεν κρυφοκοιτάζεις, δεν εκλιπαρείς-</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κλείνουν αθόρυβα πια</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -το πρώτο βλέμμα έσβησε</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της αγάπης το μελάνι-</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πίσω σου για πάντα</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επαναφορά υλικών στα κοιτάσματα της γης</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι πολύτιμοι λίθοι των δακρύων</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θεραπεύουν μιαν ανέγνωρη δημιουργία</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σ του χρόνου την αντιστροφή</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> νερό της Μνημοσύνης ράντισε</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα σκιερά περάσματα της σιωπής</span></em></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">λευκά βότσαλα φθογγόσημα του δρόμου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα παρτέρια με τα χρυσάνθεμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> υποκλίνονται στη λευκότητα του φωτός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άλλοτε θραύσματα του ορυκτού κόσμου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λόγια στον αντίλαλο του βουνού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανεμίσματα προσευχές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντραλίσματα ενοχές</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η φωνή έχει τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τη χροιά όλων των ηλικιών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ρέει όπως μιλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της σιωπής την ώρα</span></p>
<p style="padding-left: 10px;"><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κλαδάκια γέφυρες ανάμεσα στους θάμνους</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα χρώματα των φύλλων</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σμίγουν χωρίζουν και πορεύονται</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το καθένα στην ώρα του</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τη δύναμή του</span></em></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα προσωπεία αναπαύονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάνω τους αποτυπωμένες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ιδέες πεποιθήσεις και βεβαιότητες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια μικρή υπόκλιση αποχαιρετισμού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έξοδος στην πόλη χωρίς ψιμύθια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με μιαν έκφραση απορίας</span></p>
<p style="padding-left: 10px;"><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μια αόρατη κλωστή κρατά</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την οδό την ανοιχτή</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έχεις αφήσει το χέρι</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έχω αφήσει τη λήθη</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του βυθού το παραμύθι</span></em></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όλα τίθενται επί τάπητος εξαρχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο τόπος βίαια αλλάζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ενηλικιώνεται με θυμό και με φόβο</span></p>
<p style="padding-left: 10px;"><em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η ζωή αρχίζει έξω από το λαβύρινθο</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όταν ο μίτος πέσει στα κύματα</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γίνει φανός θυέλλης</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξαποστάσει στους φάρους των λιμανιών</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τότε οι άνθρωποι κλείνουν της ζωής τους</span></em><br />
<em><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μισογραμμένα κεφάλαια και αλλάζουν ρότα.</span></em></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ (2013)</strong></span></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ  </strong></span><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">(2008-2009)</strong></span></h4>
<p><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">(Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη).</strong></span></p>
<h4><span style="color: #000000;"><br />
<strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΕΝ ΑΡΧΗ</strong></span></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate"> α</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φως εν αρχή και δάκρυ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αγέννητο στις κόγχες των ματιών σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κάπου χάθηκες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και χάθηκε κι ο δρόμος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σκηνοθετείς πάλι από την αρχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την αναπαράσταση του αθέατου ταξιδιού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χαράζεις το όριο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τις τρεις πρώτες νότες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πρελούδιο σε λα μινόρε</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">β</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Από τα χλωμά νερά της λήθης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια στιγμή αέρινη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έτοιμη να διαλυθεί στο φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δάκρυ εγώ φωνήεν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στις χορδές της άρπας συλλαβή της αγωνίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μεταμορφώνομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κόσμημα και νιο φεγγάρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πίσω από τα σύννεφα της σκέψης σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανατέλλω και ο ουρανός σου πλημμυρίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντιφεγγίσματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αδικαίωτων στιγμών</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">γ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δέσμη φωτονίων επί του ύδατος ορθρίζει εκ νυκτός μια σταγόνα μια νότα παίρνει φως κίνηση αργή τελετουργική στους ανέγνωρους ρυθμούς του σύμπαντος απ’ αυτήν φωτίζεται μια άλλη κι ύστερα άλλη η σκέψη ρέει ανακαλεί το άνυδρο τοπίο απολύει στον αέρα τα πάθη της μια λάμψη όλα μια εύθραυστη στιγμή η γέννηση</span></p>
<h4></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΣΙΩΠΗ</strong></span></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">α</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ήχος οξύς διαπεραστικός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αιφνιδιάζει τη γαλήνια κιβωτό σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επιθανάτια κραυγή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από έγχορδο ημερών αρχαίων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το μάγεψε η σιωπή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να μην ηχήσει ποτέ ξανά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τις απόκοσμες μελωδίες του</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η μνήμη του φυλακισμένο φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επιλήσμων λόγος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προφητικός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ατενίζει το δικό σου τρομαγμένο καθρέφτη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αφανίζει το είδωλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε καταργεί</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">απορροφά τους ήχους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όλα τα έγχορδα της ορχήστρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παράγουν σιωπή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια ασίγαστη παύση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκρηκτική</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">β</strong></span></h4>
<h4></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εγώ η σμιλεμένη κίνηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η απολιθωμένη μουσική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> των άχρονων καιρών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εγώ η άλλη σου όψη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η εν τω κόσμω ηττημένη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μεγεθύνομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τρομακτικό τοτέμ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αυτοσχέδια πύλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της απαγορευμένης υδάτινης πολιτείας σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">από την πλησμονή των δακρύων φλογίζομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εγώ το ακυρωμένο ρήμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο οχυρό της εξορίας μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τρομάζω το θαύμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να μη γεννηθεί</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">γ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το άγνωστο γυρεύει υπόσταση περίοδοι σιωπής με ανοιχτό το τραύμα της επανάληψης μέχρι από το χωνευτήρι της να βγει τρυφερό φως απ’ τις χαραμάδες της συνείδησης διαρκώς έρχεται και φεύγει αλλάζει χρώματα διάθεση αντιφατικά μηνύματα η συνείδηση της δημιουργίας</span></p>
<h4></h4>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">BLOW UP</span></strong></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">α</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κάπου στις μακρινές διαδρομές της σκέψης σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζείδωρες εκρήξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της ύλης φωτεινές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρωματίζουν νύχτες την αγρύπνια σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η θραύση της κρυστάλλινης σφαίρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με το μεγάλο μυστικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η συντριβή της ομορφιάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο παράθυρο σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να εικονίσεις το Αδύνατο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένδροσος ανατολή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μ’ ένα κλικ της μηχανής σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τα ίδια υλικά η νύχτα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χάντρες της τύχης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζαριές προφητικές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απ’ το πηγάδι κρύσταλλοι νερού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θρυμματισμένο φως τα λάθη σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προμηνύουν δυσανάγνωστα μηνύματα</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">β</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το δάκρυ εγώ το μετά την έκρηξη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πολλαπλασιάζομαι γαλήνιες ψηφίδες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αναδιατάσσονται ποιούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τη λιμναία γη των ονείρων σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καλειδοσκόπιο αισθημάτων</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γίνομαι φθόγγος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μιλώ στον άλλο φθόγγο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξεψυχώ και ανασταίνομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο άλλο μέτρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πενθώ τη δρόσο που μαραίνεται</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η μελωδία αλλάζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στρόβιλοι ήχου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζοφερά ηχοχρώματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σιντριβάνια φωτός</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">απειλή της ομορφιάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στη μέγιστη ένταση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έντρομη γαλήνη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια στιγμή κι ο χρόνος έφυγε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προβολή στο ακίνητο σημείο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο φινάλε μιας παρατεταμένης παύσης</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">γ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το ποιείν ανάγκη εξόδου από το λαβύρινθο στο ένδον σκότος αναζήτηση του ζωτικού κέντρου μια απροσδιόριστη στιγμή όλα ξεκινούν τότε που είναι ορατό το φωτεινό τους τέλος η ακύρωση η ύστατη δικαίωση περιπλάνηση στη γαλήνια νήσο με το βελούδινο φως επί των υδάτων η ένωση αδιατάρακτη ενότητα όλα αίφνης απλά</span></p>
<h4></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ</strong></span></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">α</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μορφή τυπωμένη στην πέτρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> των ονείρων σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ρήγματα που τα ένωσε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η μνήμη και ο χρόνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ιέρεια του ακατάληπτου πάθους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του τρόμου και της ηδονής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αριέτα τραγούδι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τις στοές του ουρανού και της συνείδησης</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το χέρι της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν τόλμησες να αγγίξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πήρε φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και στο παράθυρο χαράχτηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δενδρίτις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η άλλη όψη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κουλουριάζεσαι εσύ αδέσποτος κύκλος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο χλοερό καταφύγιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διάστικτο φωτεινές ψηφίδες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της αλήθειας τα θραύσματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μάταιη η λύτρωση του ύπνου</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">β</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αναζητώ να καθρεφτίσω τις εικόνες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα από τις ρωγμές του φανερού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γεωμετρημένου πεδίου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και του αφανούς που εκλύεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άμορφο από τα σπλάχνα της συνείδησης</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">διάφανος έντυπος αστήρ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στις ανείπωτες συλλαβές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο λόγος μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ρυθμός φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αιφνιδιάζει τα όρια του κήπου σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι ιριδισμοί στα μαλλιά μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντικατοπτρισμοί του φόβου σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σκεπάζεις της καρδιάς τις εικόνες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μ’ ένα λευκό σεντόνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σκιές διψασμένες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για μια ρυτίδα φως</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">γ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το βλέμμα εστράφη στα οπίσω και οι μορφές συνετρίβησαν η σιωπή που ακολουθεί την τρομερή επιβολή της συμμετρίας μετά τον κατακλυσμό του αιφνίδιου αλλά επιμελώς αναμενόμενου πόνου οι λέξεις αφετηρία των σκέψεων υγραίνονται δυσανάγνωστες αφήνουν στο χαρτί άτεχνα σύμβολα ξεθωριάζει το μελάνι αποσιωπητικά θησαυρούς μηνυμάτων ο έχων όμματα ιδείν ιδέτω</span></p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ  </span></strong><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(2010-2011)</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 210px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στη μητέρα μου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Καλοκαιρινό πρωινό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η πόλη κρύβεται στην καταχνιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο άγγελος αποκοιμήθηκε στη σκάλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κουράστηκε να περιμένει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την ιδεατή μεταμόρφωση</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η αναχώρηση έχει πλέον ολοκληρωθεί</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εμέ δε χλωρόν δέος ήρει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα πρόσωπα της ζωής σου ξεθωριάζουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μορφές διάφανες αλλοτινών καιρών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σήμερα ερωτηματικά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χωρίς απάντηση</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μισο-ειπωμένες αφηγήσεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ιστορίες μετέωρες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυρεύουν μορφή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να καθρεφτιστούν εντός της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να πιστέψουν πως υπήρξαν</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στα νούφαρα του πρωινού ονείρου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γλιστρά ο χρόνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στου φωτός τα χρώματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αποκαλύπτεται κι αίφνης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διαγράφεται μεμιάς</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">λοξοδρομούν οι ερμηνείες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα αδιάκριτα βλέμματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εμμένουν στις προφάνειες του εαυτού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάθε προσωπική ιστορία πολύπλοκη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί που την αντιλαμβάνεται η γλώσσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί τη χάνει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σπαραγμός του απλησίαστου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι λέξεις γυρεύουν αδέξια να ζωγραφίσουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα μετακινούμενο ίσκιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παιχνίδι του φωτός</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ό,τι αντιστέκεται στη ζωή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρυσές κλωστές στη θάλασσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα διαγράψει την τροχιά του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ίχνος κανένα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το άγνωστο παραμονεύει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξεφεύγει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι εσύ στο κατόπι του πάντα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σκιές φιλικές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του λόγου καλείς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να επιστρέψουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να πάρεις επιτέλους θέση στη ζωή τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι λέξεις τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκμαγεία των δακρυσμένων ονείρων</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι όμως κι εσύ στις ίδιες λέξεις κολυμπάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στις ίδιες λέξεις πνίγεσαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ποίηση η εν δυνάμει γλώσσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα στη γλώσσα</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πλανόδιοι ήχοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συνθέτουν τους ρυθμούς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τις μελωδίες της σκέψης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αποδεσμεύουν σκηνές του καθημερινού βίου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δίνουν του αγέρα αφή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να αγγίξει τα τοπία της αληθινής ζωής μας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ανοίγει το βήμα του ο χρόνος, ολοένα επιταχύνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο ένας μήνας σβήνει μέσα στον προηγούμενο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ο επόμενος είναι ήδη παρελθόν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η ενηλικίωση των στίχων μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προκαλεί την αναμέτρηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με το σήμερα</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ο πονεμένος δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Γιατί του φαίνεται συχνά τον κόσμο πως θα χάσει».</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">I.</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ψηλαφώ τους τοίχους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα έπιπλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η σκιά της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περιφερόταν μέσα στο σπίτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρόνια πολλά αγριεμένη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ύστερα παραδόθηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο πείσμα του καιρού</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αφιλόξενη εξαρχής για σένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η πολιτεία της ομίχλης</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η σκιά της γυναίκας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φάσμα πιο υπαρκτό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι από την ύπαρξη.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τρεμοσβήνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στροβιλίζεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κρύβεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απειλεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κλυδωνίζεται</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άγνωστη και σιωπηλή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέχρι το τέλος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η σκιά της μητέρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στα εξώφυλλα των βιβλίων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα στις λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στα λευκά περιθώρια των σελίδων</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η γαλάζια πόρτα έκλεισε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πίσω σου για πάντα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άφησε απέξω τη θάλασσα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δεν πήρε τίποτα μαζί της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μόνο μια αλλαξιά ρούχα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όπως τη μέρα που ήρθε στην υγρή πόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του θανάτου της</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα όνειρα άνοιξαν τα μυστικά τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πλημμύρισαν οι τοίχοι φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το σπίτι έγινε ουρανός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μικρά άστρα λαμπυρίζουν στους τοίχους</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αιωρούμενα φύλλα διαπερατά σύννεφα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι σκέψεις ανεξίτηλες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> υπενθυμίζουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την απουσία</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δεν φοβάσαι απόψε το σούρουπο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κατοικείς επιτέλους στο όνειρο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αγάπη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το διαμπερές τραύμα μιας λέξης</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">IV.</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κυνηγάμε το φεγγάρι το πλοίο φεύγει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η αναμέτρηση σιμώνει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το λάφυρο του μισεμού σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επιστρέφει ν’ αναζητήσει τα ίχνη σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εγώ αντί για σένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα περάσω το κατώφλι του σπιτιού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να ψηλαφήσω το σημάδι της σφαίρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο παγωμένος χρόνος να δακρύσει</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δρόμοι στα κύματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γραμμές της μοίρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην ώρα τους όλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μισόγιομο φεγγάρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τιμόνι θυέλλης</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μια στιγμή μια ελάχιστη πνοή χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι όλα τα σενάρια ανατρέπονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο ενδόμυχος χάρτης έχει ήδη σχεδιάσει τη διαδρομή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι όμως ο έλεγχος χάνεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το έδαφος υποχωρεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι είσαι αλλού για κάποιο λόγο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που ίσως να μην τον ανακαλύψεις ποτέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συνεχίζεις την αλυσίδα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυρίζεις γύρω από το ίδιο σημείο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αναζητάς την έξοδο</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χωρίς εσένα τίποτα δεν προχωρά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ευλογία της ζωής διαχέεται στο σύμπαν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γκρίζες πέτρες και καφετιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στου νερού το διάφανο σεντόνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το δέντρο γέρνει να κοιμηθεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον ύπνο σου να ταξιδέψει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί που λύθηκαν τα γόνατά μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί που το κλειδί χάθηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι εγώ παίζοντας τη νιότη μου στα ζάρια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το γύρευα στις πιο απίθανες κρυψώνες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του καλογυμνασμένου νου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν κοίταξα ποτέ τα μάτια σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να μου το φανερώσουν</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να σε τυλίγει το φεγγαρόφωτο σφιχτά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν ν’ αγκαλιάζεις τη μοίρα σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το χωριό χαμένο στις ελιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ταπεινά αναπαύεται το μεσημέρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ωστόσο βαθιά από το χώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έρχονται ίσκιοι μακρινοί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -χορός ιερατικός ενός σύγχρονου δράματος-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να αφηγηθούν την ιστορία τους</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο ήχος του νερού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τη στάμνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μετράει τις στιγμές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι συλλαβές του αργαλειού σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σχήματα ακατανόητα</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι λευκές ίριδες του κήπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανοίγουν ένα ήσυχο μονοπάτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από την ευωδιά τους γεννιούνται λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οδοιπόροι του πουθενά και του απείρου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην ευωδιά της αρμπαρόριζας εσύ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η χάρη σου στη γεύση του κυδωνιού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στου πηγαδιού τη σιωπή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η σιωπή σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην αφή του βοριά αντραλίζομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον ήχο της ροδιάς μερώνω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προσμένω ένα νεύμα σου μυστικό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να διασώσω τα ανείπωτα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στο δακρυσμένο βλέμμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μιας νεαρής γυναίκας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θωρώ το παράπονό σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την αντανάκλαση της συγγνώμης μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σου μιλώ και τα λόγια μου δεν έχουν ήχο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα μενεξεδένια βουνά της πατρίδας σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δίνουν χρώμα στην καταχνιά του θέρους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ύπνος γλυκός στη μυθική αγκαλιά της μητέρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η έσχατη παραμυθία</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο μοβ κρύσταλλος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανασαίνει τη γαλήνη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> &#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;</span></p>
<p style="padding-left: 150px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Χίλια παραπονέματα στα χείλια μου γραμμένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Μα δεν μπορώ να σου τα πω μόνο να πιάσω πένα».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δε μιλάς στο χαρτί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η στιγμή καταγράφεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ευθύς διαλύεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε άδηλο χρόνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα βλέμματα των άλλων υπαγορεύουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επιβάλλουν ενίοτε ερμηνείες αλλότριες</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η λέξη μια δόνηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο στίχος μια μικρή ρωγμή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο λόγος δείχνει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο αντίλαλος των λέξεων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η δική τους αλήθεια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η δική σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> των άλλων οι αλήθειες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γλιστρούν ελίσσονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διαλύονται και ξανασμίγουν</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η άηχη φωνή του είναι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ταράζει τη σιωπή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μηνύματα του αγνώστου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανέλπιστα οικεία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και την ίδια στιγμή μυστηριώδη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η ζωή στη διαύγεια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όπως όταν το φως του απογεύματος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πέφτει εαρινό στα φύλλα του πλατάνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια λάμψη απόκοσμη και τόσο αληθινή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν να βλέπεις από μέσα το σώμα σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ροή της ζωής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια χαραμάδα στη συνείδηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η γαλήνη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα ανεπαίσθητα θαύματα που σε μαγεύουν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άνοιξε τα μάτια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δώσε χρόνο στο βλέμμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να κοιτάξει το λουλούδι που ανασαίνει</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πίσω από τις λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα άχρονο υποκείμενο αφανές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> υπαγορεύει ρήσεις, εικόνες, αισθήσεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το μυστήριο του κόσμου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στα σπήλαια της ενδόμυχης νύχτας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η παγωμένη αγάπη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σχηματίζει διάφανα κοράλλια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δαιδαλώδεις σταλακτίτες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πολύπλοκα έργα του χρόνου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άδακρυς λόγος</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το θήραμα εντός σου διαφεντεύει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ασύλληπτες από το νου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι μυστικές συνδέσεις των πραγμάτων</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δώσε μου λέξεις κοχύλια της παιδικής μου θάλασσας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θροΐσματα δέντρων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πέταξε της τελειότητας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μαύρα ρούχα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μυστικά σου ο άνεμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πενθοφόρος δε λησμονά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα ξαναφέρνει πίσω σε μια αμέριμνη στιγμή</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μεταμορφώνουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο βλέμμα σου το άγγιγμα της μέρας</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δυσανάγνωστος κόσμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η γλώσσα ομιλεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συμπυκνώνει το αίνιγμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τη μεταμόρφωση</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στα χέρια σου κρατάς το όνειρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εύθραυστο όπως πάντα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">από αχαρτογράφητες περιοχές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τα βάθη του χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έρχεται η ευχή της γυναίκας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα στη ρευστότητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να πάρει σάρκα και οστά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο λόγος κι η κραυγή γίνονται μοίρα</span></p>
<p style="padding-left: 240px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στα κελάρια τους ωριμάζουν οι ποιητές</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το ποίημα επινοεί</span></p>
<p style="padding-left: 270px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ποίημα επινοείται</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι ανάμεσα εσύ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αληθεύεις</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΛΕΥΚΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ (2010)</strong></span></h3>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Λευκές Συνομιλίες Ι</span></strong><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> [2005]</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το σκηνικό επαναλαμβάνεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάλι η βροχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τώρα στην άλλη πόλη</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">επιλήσμων άγγελος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διπλώνει φθαρμένα ειλητάρια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ύλη των ειδώλων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ύλη της νόησης</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο ένας απέναντι στον άλλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι σελίδες μας αγγίζουν η μία την άλλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στροβιλίζονται οι λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η εγκατάλειψη του εγώ στη ροή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> των λέξεων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κοιτάζω εσένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κοιτάζεις το μαύρο μελάνι να τρέχει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο χαρτί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ροή του χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι λέξεις αγωνίζονται να επιβιώσουν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(ο πυθμένας με τα μυστικά όστρακα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και τα δροσερά κοράλλια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στα λόγια τον γύρευες να τ&#8217; αγγίξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να βυθιστείς να αναδυθείς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην άκρη τον ορίζοντα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να πάρεις το δρόμο τον άγνωστο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δικό σον)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«αυτό το μελάνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν κάνει για μένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αργεί να στεγνώσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αν η κόρη μου βάλει στο στόμα της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τις μαύρες λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα κινδυνεύσει» είπες και</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όλα άγγιγμα δύναμης ιερής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι όλα ζωή είναι</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">να βλέπεις σημαίνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να δημιουργείς το παρόν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να κρατήσεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι επέπρωτο να χαθεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ν&#8217; ανασύρεις το σώμα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[φλεγόμενο στης μακρινής νύχτας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα συναπαντήματα)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένα κόμπος στο λαιμό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο αέρας λιγοστεύει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επανέρχεται η μνήμη της θάλασσας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ψηλά από το κάστρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα λέπια του ήλιου στο σώμα σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια πόρτα κλείνει</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">διάτρητο φιλί</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στο τρυφερό αγκάλιασμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το χάος δείχνει την αύρα του</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κάτι χάθηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -θάψον τους εαυτού νεκρούς-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γεννά την αναζήτηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάτι να βρεθεί</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(χαρτοκόπτης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απελευθερώνει άγραφα ποιήματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αίμα στα δάχτυλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντηχείο των αισθημάτων)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">-Τι με κοιτάς;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -Για να μην ξεχάσω τη μορφή σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διάλογος σε σκηνικό ονείρου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(το σώμα θυμάται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι δεν έζησε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι όλα τώρα συμβαίνουν)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το φίδι γλιστρά πάνω στα ρούχα σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν το φοράς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν το εγκαταλείπεις</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το σώμα αντιστέκεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην τρυφερότητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα λόγια τα λόγια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το καταφύγιο των αδύναμων ψυχών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γεμίζουν τον αέρα</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στις ραγισματιές των λέξεων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περιπλανώμενος άγγελος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διαβάζει τα ανείπωτα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το μαρτύριο του ατελούς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του ατελούς η ασφάλεια</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα πανάκριβα δώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της ένδειας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εγώ σιωπή</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εσύ μιλάς αυτάρεσκα παντού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλήθειες πικρές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εμβαπτισμένες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε εγγλέζικο φλέγμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παίρνουν άλλο επίχρισμα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(το σώμα απεικονίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι η ψυχή φυλλορροεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το φως κι οι σκιές τον προσώπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κοχύλια-θραύσματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λόγου ρυτίδες)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">υδατογραφίες σε μαύρο φόντο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο βλέμμα μας γειτνίαση χρωμάτων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σχήματα της απώλειας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τετράγωνο προσοχή κι αναζήτηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κύκλος επιστροφή στην ενότητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ρόμβος του πόθου γυρίσματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ένα χρώμα πάνω στο άλλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τονικές διαβαθμίσεις των ήχων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα χρώματα η παλέτα της σκέψης σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διάχυση του χρώματος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ρευστότητα των γραμμών</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο άγγελος κρατά δυο φλογερούς τροχούς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και γυρίζει</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένα ψυχρό ρεύμα εκπορεύεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ακινητεί την εικόνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να μιλήσεις μέσα από μένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να με διαβάσω μέσα απ&#8217; τα λόγια σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ηχώ της φωνής μου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(το σώμα πάλλεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο μάρμαρο του ονείρου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διαγράφονται τα νεύρα οι μύες)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στους δρόμους της πόλης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάποτε το χέρι σμιλεύει το τίποτα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ανύπαρκτο και φτιάχνει ύλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άσε στη γλώσσα ένα λεπτό πέρασμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ν&#8217; αναπνέει ο λόγος</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αέρας και φως ο άγγελος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ορά το ανομολόγητο</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο στο άθροισμα του πριν και του μετά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άλλος έξωθεν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο άλλος εντός σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο τρελός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο ξένος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο άντρας εντός σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο άλλος άλλη εσύ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το τίποτα που σε ορίζει κάτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το τίποτα μέσα σου</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όλα αεί τώρα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(το σώμα εξεγείρεται τα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο άλλο σώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δέος αντίπαλον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκβάλλει και σ&#8217; οδηγεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στη δική σον θύελλα)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο άγγελος έβγαλε τα φτερά του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αμήχανος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν βρήκε κουράγιο να πετάξει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καταγράφει τις σκέψεις σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζωή σου ό,τι σου λείπει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ό,τι δεν έχεις ζωή σου κι αυτό</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το υπέρτατο αβίωτο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η δημιουργία</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κι όμως μέσα από τις λέξεις μαθαίνεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αυτό που είσαι κι αυτό που υπάρχει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κατά τα άλλα η ζωή σου δεν έχει θέμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μάταιες συναντήσεις και συναναστροφές</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">λιποτάκτης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο θεός και ο άνθρωπος τραχύς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> των θαυμάτων δραπέτης</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι φίλοι σου οχυρώνονται σε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μικρόκοσμους εξουσίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συμβατοί με το ρόλο τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εν μέσω ασύμβατων συναισθημάτων</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δεν υπάρχει πόλη-ιστός να κινηθείς</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το πότε γράφεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το πότε πράττεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πότε συναντάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αυτό που γυρεύεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανήκει στα μυστικά της ζωής</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(λύπη λύπη κλειδωμένη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάποια στιγμή-ποτέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν θα καταδεχτείς να δραπετεύσεις)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;&#8230;..</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στη γη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο εκάστοτε εδώ και το τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ονοματίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τη ροή του ανέκκλητου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (μ&#8217; ό,τι αυτό για σένα συνεπάγεται)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το μελάνι χύθηκε στο χαρτί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έπνιξε τις μαύρες λέξεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(στη λευκή άμμο της συνείδησης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο βοριάς σηκώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> νομίσματα θραύσματα ροές ψηφίδες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του καιρού μηνύει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άλλη γραφή άλλη ανάγνωση)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στο δωμάτιο σπάει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλάβαστρο το φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανέγνωρο φτερούγισμα</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο εκλιπών άγγελος της αστραπής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και του μοιραίου πόθου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> υπενθυμίζει το αίτημα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">να πάρει ο λόγος βήμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πέρα από εγώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πιο πέρα από εδώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ενδότερα από τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν τίποτα να μην είναι όπως ήταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -δεν είναι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -είναι</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">{άρωμα ξύλου ταξιδεύει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο σώμα σον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο χρόνος πετά φύλλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στιλπνά φεγγάρια μεταξένια)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η βία του νέου κόσμου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρώματα εκτυφλωτικά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ήχοι εκκωφαντικοί πανομοιότυποι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντι-τρόμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντι-κόσμος απατηλός</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το άλεκτο και ερήμην ημών συντελείται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δονείται η λευκή άμμος της συνείδησης</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ό,τι βλέπω και αποσιωπώ στοιχειώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι μιλώ και αγνοώ απομαγεύεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυρεύει εκ νέου τη σύνθεση</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(το ποτάμι αργοσαλεύει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περιμένει τα νερά της βροχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να το ανανεώσουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μη βαλτώσει μη στερέψει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μη)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο λόγος &#8211; ο κόσμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> can poetry matter?</span></p>
<h4></h4>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Λευκές Συνομιλίες ΙΙ στη Β.Μ.</span></strong><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> [2006]</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μόλις δύσουν τα χρώματα της σκηνής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το προστατευτικό γυαλί θα γίνει θρύψαλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τώρα θα κοιτάξεις το πρόσωπο στα μάτια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μιαν εκδοχή του προσώπου σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(το φύλλωμα των δέντρων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το δέρμα σον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυναίκα-δέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θροΐζεις )</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φευγαλέα αδιόρατα σήματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την έφεραν στον ήχο της φωνής σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έστω μια φορά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την έσχατη</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο άγγελος φόρεσε το χρυσαφένιο δίχτυ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέθυσε κι αιχμαλώτισε τις μοίρες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έστω μια νύχτα την έσχατη</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένα ζευγάρι μάτια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βλέπουν στον ήχο την εικόνα τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τότε και τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν να στοίχειωσε ο χρόνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το δωμάτιο -δεν θυμάμαι το χρώμα του-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μίκρυνε πάλι έγινε ένα παλιό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βραχνό ραδιόφωνο</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πήρε ρόδινο φως η αίθουσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θαρρείς υπερκόσμιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν το βλέπουν οι άλλοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αισθάνονται μόνο την παρουσία του</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(μια ελεγεία στο φεγγάρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βροχή από χρυσές ψηφίδες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο τετράγωνο παράθυρο)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τώρα θα μιλήσεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν έχεις επιλογή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φεύγει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είδες την παράξενη λάμψη στα μάτια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άκουσες τη δύναμη του μετάλλου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να τραγουδά την επιστροφή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «πάμε κι εμείς στην»&#8230; όχι, εγώ μόνη μου πάω.</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πού;</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένα βελούδινο σύννεφο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντιστρέφεται τυλίγει τα άστρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σκοτάδι ρίξε τη γέφυρα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μόνο ένα ρεύμα υπόγειο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον αέρα σε πάει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε τροχιά ελλειπτική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν έχεις βήματα μόνο παλμούς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δονήσεις κρουστών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ηχοχρώματα της νύχτας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(στο πράσινο της λίμνης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μειλίχιο φως γλιστράς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάνω στα νούφαρα ο ύπνος της αγάπης)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τώρα προβολή μιας εκδοχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ενός ματαιωμένου προσώπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αποχαιρετισμός ενός εγώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> που δεν άνθισε ποτέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -δεν τόλμησε ν&#8217; ανθίσει ποτέ-</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">υπάρχουν κάπου μέσα μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι αληθινές βεβαιότητες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αυτές που φορούν τη μάσκα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> των υποθέσεων του μη πραγματικού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα αν&#8230; τότε&#8230;</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο τοίχος κινείται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μεγαλώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το είδωλο σβήνει τη σκιά του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η πόρτα ανοίγει</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο άγγελος προπορεύεται με μιαν αγκαλιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φθινοπωρινά χρυσάνθεμα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εσύ με τα χέρια αδειανά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έτοιμη να το βάλεις πάλι στα πόδια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ενώ μια μεταξένια ανάμνηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλλοτινού ονείρου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περνά ανέπαφη τα σύνορα του τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διάφανα λόγια από το βλέμμα δραπετεύουν</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πλανήτες στίχοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αδέσποτοι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του κύκλου αγγελίσματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυρεύουν να εγγραφούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο ακατέργαστο ποίημα</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ενώπιον σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα καταβεβλημένο σώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τη χλομάδα του καπνού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο φτιασιδωμένο πρόσωπο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δηλώνει τις συγκρούσεις π</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ου συντελούνται εντός του</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">έλα&#8230; μίλησε., η ιστορία της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ιστορία σου</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ασπρόμαυρες φωτογραφίες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι άλλες με χρώματα και φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ήχοι μελωδίες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λόγια θαρρείς μαγικά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε μεγάλα τετράδια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξαποσταίνουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απλώνονται δυναμώνουν γεμίζουν το σπίτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί μέσα ένα κορίτσι μεγαλώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον ίσκιο μιας γυναίκας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανασαίνει κι ελπίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να γίνει η ηχώ του μετάλλου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">{όταν το σκοτάδι πυκνώνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι όλα τα τέρατα σκιάζουν τον ύπνο σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μονοπάτια απάτητα της συνείδησης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αχνοψέγγονν δειλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παλεύεις να επιστρέψεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν ξέρεις όμως πού)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">εκείνη αλλάζει, μεταμορφώνεται,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανεβαίνει τη φωτεινή κλίμακα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέχρι να αναλωθεί από το φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και πάλι ηλιαχτίδα να κατέλθει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δημιουργία, έρωτας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρώματα της νιότης πλεγμένα όνειρα</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο άγγελος καταγράφει την αέναη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κίνηση από το σκοτάδι στο φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και πάλι πίσω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρονομέτρης ανάλγητος</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα τετράδια μοναδικός συνομιλητής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αταξίδευτος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αυτοσχεδιασμοί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ηχώ μιας φωνής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ενός πυρέσσοντος ονείρου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(τη νύχτα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σημαδεύω τα φανάρια τον δρόμου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σημαδεύω το θάνατο και χάνω το σημάδι)</span></p>
<p style="padding-left: 30px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ήταν αλλά δεν ήταν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι ούτε τώρα είναι</span></p>
<p style="padding-left: 120px;"><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βρες τους δαίμονές σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παραδώσου σ&#8217; αυτούς</span></p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h3><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΗΧΟΙ – ΑΠΟΗΧΟΙ (2007)</span></strong></h3>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είσοδος  </span></strong><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[1998-2000]</span></strong></h4>
<p style="padding-left: 40px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αντί προλόγου</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο μεγάλο ρολόι της πλατείας οι σπασμένοι δείχτες τον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κατάργησαν τον χρόνο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η σκιά της Αριάδνης καθρεφτίζεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μεσημέρια στους δρόμους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καβάλα στο ποδήλατο περιφέρεται ανήσυχη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν να γυρεύει κάτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ίσως και η ίδια να μην ξέρει τι.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αριάδνη, εγώ σου το &#8216;λεγα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο θεός σου πέθανε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο χορός του θρήνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο θρήνος του χορού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">α</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εδώ σε θέλω πώς κάνεις τώρα την αρχή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πώς παίρνεις το ρίσκο να κινήσεις επιτέλους για το σπίτι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με την πίστη αυτή τη φορά πως θα το βρεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ανυποχώρητη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η γυναίκα μένει πάντα εκεί.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φέρει τα βέλη του φεγγαριού στα κύτταρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χαραγμένο των αιώνων το πέρασμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η εστία, η έμπνευση, η ηδονή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η δίχως ενοχή δημιουργία.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όσο γι&#8217; αυτά που λένε για συνθήκες αντίξοες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για τη φθορά της καθημερινότητας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για την αμφίβολη ροή των πραγμάτων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην περίπτωσή μας δεν είναι παρά παιχνίδια του μυαλού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για να βρεθείς απ&#8217; άλλο δρόμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «τεκμηριωμένο»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο οικείο κι αμετάβλητο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για άλλη μια φορά.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εδώ σε θέλω, αντέχεις;</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">α’</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η αρχή έχει γίνει σε μιαν ασύλληπτη στιγμή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τότε που τέτοιου είδους ερωτήματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν τα υποψιαζόμασταν καν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι ακολουθεί είναι η σοφή της συνέχεια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αμφίσημη όλο παράξενα συναπαντήματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> -αυτό που καλείς τυχαίο-</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε μια προσπάθεια να πειστείς και συ ότι υπάρχει.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όλα ωριμάζουν αργά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι στίχοι, τα μεγάλα ταξίδια κι η αγάπη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στους νευρώνες διαγράφουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με ακρίβεια την τροχιά τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάποτε θα σε φέρουν πάλι στην αρχή.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τότε η γυναίκα θα πάρει το τόξο και τα βέλη της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα βγει να σημαδεύει φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μελί σαν αυτό που φέρνει ο αέρας απόψε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απ&#8217; το μισάνοιχτο παράθυρο.</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ε</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κάποτε σ&#8217; αιφνιδιάζει ο χρόνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τις ελεύθερες πτώσεις του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανοίγει πέρασμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το περίγραμμα του νεκρού θεού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απαγχονισμένο δέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σμιλεύεται και σβήνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με το ναι και το όχι του φωτός.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είναι η στιγμή που βλέπεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πόσα ψέματα μετρήσαν τη ζωή σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και βγήκε λειψή. Χάθηκε η επαφή, ζητάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ν&#8217; ακυρωθείς για να υπάρξεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όπερ άτοπον.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Απόψε η φωνή πιάνεται στο ρήγμα της ψυχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η μνήμη φως εξ ακανθών και ας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">χιονίζει λεύκες σ&#8217; ολόκληρη την πόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χιλιόμετρα πιο πέρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε μια άλλη πόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χιονίζει φωτιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε μια νεφέλη ο χρόνος διχάζεται:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η ψυχή παροπλισμένη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν λαμβάνει πια τα μηνύματα.</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ε’</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όταν λείπει το ζωτικό κέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τι περιμένεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ύπαρξη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξερνάει σκουριά λερώνει όποιον την αγγίξει.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το κεράκι της Ανάστασης αρνήθηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο σπίτι σον το φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντιστέκεται κι ο αέρας αγγελίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έαρ φιλέρημο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κάπου υπάρχεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εσύ ο δημιουργός του ανέφικτου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πόσο δρόμο έχω ακόμη κι αν σε βρω</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ύβρις η σιωπή ενώπιον της αγάπης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι η σπατάλη της δωρεάς έλεος δεν βρίσκει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όλα στο σύμπαν καταγράφονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πορεύονται, μεταλλάσσονται όμως υπάρχουν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αίφνης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα τα βρεις πάλι μπροστά σου.</span></p>
<h4></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">αντί επιλόγου</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κατά τ&#8217; άλλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο χρόνος συνεχίζει κρυφά την αναρρίχησή του μέσα μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τυλίγεται γύρω από τα σώματα μέχρι να τ&#8217; αφανίσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ζωή επιμένει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαρκάζει ανελέητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ό,τι ανομολόγητο στο βάθος μάς πονάει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και την ίδια στιγμή βάζει τα καλά της και προκαλεί:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όποιος αντέξει.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αριάδνη,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι καιροί αλλάζουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζητούν τα δικά τους παραμύθια.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ήχοι – Απόηχοι</span></strong><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> [2003-2004]</span></strong></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΙΙ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ενεστώς της αγωνίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απουσία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η αβάστακτη παρουσία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πέρασαν κιόλας τέσσερα χρόνια</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η σειρήνα του ασθενοφόρου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ράγισμα της γλώσσας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο αγώνας της μνήμης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να συλλέξει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα χαμένα βλέμματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα κεντρικά πλάνα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η μνήμη υπόθεση ατομική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πεθαίνει μαζί μας;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ώρα την ώρα εκείνος ιδιωτεύει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απομακρύνεται</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κόκκινα φύλλα λουσμένα φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σταλάζουν στον ύπνο μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι άξαφνα ένα αεράκι ψυχρό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με σηκώνει ψηλά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν τους χαρταετούς που τόσο αγαπούσες</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(θα ήθελες όλα αυτά να είχαν ειπωθεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ύστατη εκπνοή τόσο ανώδυνη να &#8216;ταν!)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σβήνει μαλακά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ψυχή καταπονημένη από</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ολόκληρου αιώνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τη θύελλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> —ανακάλεσε με—</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην άλλη μέρα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γίνεται εικόνες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αφηγήσεις πολλαπλών αφηγητών</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μόνωση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τίποτα δεν φτάνει σε μένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μόνο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο φιλόξενο βλέμμα του ζώου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η παραμυθία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της ετεροχρονισμένης ενηλικίωσης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η αλλαγή ρότας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σ&#8217; ακολουθώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και μετά την αποχώρηση μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παίρνω τις μορφές τον αγνώστου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με το μακρύ παλτό και το καπέλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εμφανίζεται στον ύπνο σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μιλά σε ακατάληπτες γλώσσες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λόγος ιερατικός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για μυημένους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και σ&#8217; αφήνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάλι στη σιωπή</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το όλο και το τίποτα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ακίνητο σημείο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί μάταια επιμένεις να ισορροπείς</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μέρες χθόνιες ανελέητες δείχνουν τα δόντια τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βιάζεσαι το κεφάλαιο αυτό να κλείσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (τι αφέλεια!)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ή τώρα ή ποτέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το εξόδιον μέλος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τη μέσα πλευρά την αθέατη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αρωγός ο χρόνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συνθέτει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το φινάλε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αδιόρατο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άφευκτο όμως και δικό σου (εντέλει!)</span></p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 40px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Χ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Χάλκινος ουρανός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ένα αργυρό μισοφέγγαρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γυαλίζουν τα νερά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα σπίτια στο χρώμα του χαλκού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντικατοπτρίζουν τα είδωλά σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τη σειρά</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κοίταξα το πρόσωπο μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο παγωμένο χιόνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι είδα το πρόσωπο τον πατέρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βλοσυρό αλλά απελπισμένο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μια τοιχογραφία με ευκρινή περιγράμματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σχέδια και χρώματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η στρωματογραφία των επιχρισμάτων</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όλα δυνάμει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εγγεγραμμένα εντός μας είναι</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τα έργα της ψυχής εγκαταλείπονται, σήπονται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γεννούν άλλα έργα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο μόχθος επιστρέφει στη γη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το νόημα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το χαμένο σημείωμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα στην ακαταστασία της καθημερινότητας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και δίπλα σου να &#8216;ναι δεν το βλέπεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ανάμνησή του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κινούμενη άμμος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το δίχτυ να πιαστείς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι από κει ολοένα δραπετεύεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Οι άλλοι πάντα γύρω μου ένα ποτάμι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί βρίσκω τον δρόμο μου κι εκεί τον χάνω»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έλεγες</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">πλάνη το παρελθόν (πώς να γίνει αλλιώς;)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πλάνη γητειά το αύριο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια δέσμη ανυπόστατων ελπίδων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ή μήπως όχι απλώς</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η ανάγκη της συνεχείας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> υπενθυμίζει πως η αναζήτηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συνεχίζεται εντός της ασυνέχειας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η γλώσσα τολμά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανοίγει την πόρτα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ρίχνει το κουβάρι στον δρόμο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ονομάζεις τα πράγματα και τις σκιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (προπάντων τις σκιές)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παιχνίδι στοίχημα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αδήριτη ανάγκη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η εναρμόνιση των τωρινών ήχων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και των απόηχων (εν μέρει)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δημιουργών τους</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η σύνθεση του προσώπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (αγωνιά να ανα-γνωρίσει τα συστατικά του)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">να υπάρξει εντέλει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην πλήρη λόγου σιωπή</span></p>
<p style="padding-left: 40px;">.</p>
<h3 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ</strong></span></h3>
<h3><strong>ELIZABETH BISHOP</strong></h3>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Το Πνεύμα</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Περίμενε. Άφησέ με να σκεφτώ ένα λεπτό», είπες.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και στο λεπτό πάνω είδαμε:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Την Εύα και τον Νεύτωνα μ’ ένα κομμάτι μήλο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον Μωυσή με τον Νόμο,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον Σωκράτη με τα σγουρά μαλλιά να ξύνει το κεφάλι του,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι άλλους πολλούς ακόμη από την Ελλάδα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να σπεύδουν να φανερωθούν στο σήμερα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μόλις δώσεις εντολή μ’ ένα σου νεύμα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τότε όμως εσύ επινόησες ένα ευφυές λογοπαίγνιο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ξεσπάσαμε σ’ ένα βροντερό γέλιο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εκνευρισμένοι οι βοηθοί σου εξαφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο χώρος της συζήτησης άδειασε και μέσα από το κενό, αργότερα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> συλλάβαμε &#8211; πίσω, πίσω, πέρα, μακριά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα λαμπερά γενέθλια ενός εύθραυστου αστεριού.</span></p>
<h4></h4>
<h4><strong>Σονέτο</strong></h4>
<p>Παγιδεύτηκε &#8211; η φυσαλίδα<br />
στο αλφάδι,<br />
ένα πλάσμα διχασμένο.<br />
και της πυξίδας η βελόνα<br />
ταλαντεύεται και τρεμοπαίζει,<br />
αναποφάσιστη.<br />
Ελευθερώθηκε &#8211; του θρυμματισμένου<br />
θερμόμετρου ο υδράργυρος<br />
σκορπά και χάνεται.<br />
κι εκείνο το πουλί με τα χρώματα του ουράνιου τόξου<br />
απ’ το στενό πλαίσιο<br />
του αδειανού καθρέφτη,<br />
ανοίγει τα φτερά και πετάει &#8211; όπου<br />
τραβά η ψυχή του &#8211; ευχαριστημένο.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Το Βουνό</strong></h4>
<p>Το βράδυ, κάτι πίσω μου.<br />
Κάνω να μετακινηθώ για λίγο, χλωμιάζω απ’ το φόβο μου,<br />
ή έχοντάς τα χαμένα, σταματώ και καίγομαι.<br />
Δε γνωρίζω την ηλικία μου.</p>
<p>Το πρωί είναι διαφορετικά.<br />
Ένα ανοιχτό βιβλίο με φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό μου<br />
τόσο κοντά, ώστε δεν μπορώ να το διαβάσω με άνεση.<br />
Πες μου πόσο χρονών είμαι.</p>
<p>Κι έπειτα, οι κοιλάδες γεμίζουν ασφυκτικά<br />
αδιαπέραστες ομίχλες<br />
σαν βαμβάκι στ’ αφτιά μου.<br />
Δε γνωρίζω την ηλικία μου.</p>
<p>Δεν έχω σκοπό να παραπονιέμαι.<br />
Αυτό ισχυρίζονται πως είναι το λάθος μου.<br />
Κανένας δε μου λέει τίποτα.<br />
Πες μου πόσο χρονών είμαι.</p>
<p>Οι πιο βαθιές διαχωριστικές γραμμές<br />
μπορούν μ’ αργούς ρυθμούς ν’ απλωθούν και ν’ ατονήσουν<br />
σαν τ’ οποιοδήποτε γαλάζιο τατουάζ.<br />
Δε γνωρίζω την ηλικία μου.</p>
<p>Οι σκιές πέφτουν, τα φώτα ανεβαίνουν.<br />
Αναρριχώμενα φώτα, ω! Παιδιά!<br />
Ποτέ δε θα παραμείνετε γι’ αρκετό καιρό.<br />
Πες μου πόσο χρονών είμαι.</p>
<p>Πέτρινες φτερούγες έχουν κατακαθίσει εδώ πέρα<br />
καθώς το ένα φτερό μεταγγίζει τη σκληράδα του στο άλλο.<br />
Τ’ αρπαχτικά νύχια έχουν χαθεί κάπου αλλού.<br />
Δε γνωρίζω την ηλικία μου.</p>
<p>Χάνω σιγά &#8211; σιγά την ακοή μου. Οι φωνές των πουλιών<br />
λιγοστεύουν. Οι καταρράχτες<br />
πέφτουν χωρίς να βγάζουν ήχο. Ποια είναι η ηλικία μου;<br />
Πες μου πόσο χρονών είμαι.</p>
<p>Ας αφήσουμε το φεγγάρι να κρέμεται,<br />
τ’ αστέρια να πετούν τους χαρταετούς τους.<br />
Θέλω να μάθω την ηλικία μου.<br />
Πες μου πόσο χρονών είμαι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>CAROL ANN DUFFY</strong></h3>
<h4></h4>
<h4><strong>Όρθιο γυναικείο γυμνό</strong></h4>
<p>Έξι ώρες στην ίδια στάση για λίγα φράγκα.<br />
Κοιλιά θηλές οπίσθια στο φως του παραθύρου,<br />
κι εκείνος στραγγίζει από πάνω μου το χρώμα. Λίγο πιο δεξιά,<br />
Δεσποινίς. Προσπαθήστε να μείνετε ακίνητη.<br />
Η αναπαράσταση μου θα γίνει με κάθε λεπτομέρεια και θα με κρεμάσουν<br />
στα μεγάλα μουσεία. Οι μπουρζουάδες θα μουρμουρίζουν σκανδαλισμένοι<br />
μπροστά στο είδωλο μιας πόρνης του ποταμού. Αυτό εκείνοι το ονομάζουν Τέχνη.</p>
<p>Ίσως να είναι κι έτσι. Τον απασχολεί ο όγκος, ο χώρος.<br />
Εμένα το επόμενο γεύμα. Αδυνατίσατε,<br />
Δεσποινίς, κι αυτό δεν είναι καλό. Το στήθος μου κρέμασε<br />
ελαφρώς, το στούντιο είναι κρύο. Στα φύλλα του τσαγιού<br />
μπορώ να διακρίνω τη Βασίλισσα της Αγγλίας να καρφώνει το βλέμμα της<br />
στο σχήμα του κορμιού μου. Θεσπέσιο, ψιθυρίζει,<br />
καθώς προχωρά. Αυτό με κάνει να γελώ. Το όνομά του</p>
<p>είναι Georges. Μου λένε είναι μεγαλοφυία.<br />
Υπάρχουν στιγμές που δεν συγκεντρώνεται<br />
και γίνεται σκληρός όταν λέω ότι κρυώνω.<br />
Με κατέχει πάνω στον καμβά καθώς βυθίζει κάθε τόσο<br />
το πινέλο του στο χρώμα. Αγοράκι μου,<br />
τα δικά σου τα λεφτά δε φτάνουν για τις τέχνες που πουλώ.<br />
Και οι δυο μας φτωχοί, τα βολεύουμε κάθε φορά όπως μπορούμε.<br />
Τον ρωτώ Γιατί το κάνεις αυτό; Γιατί<br />
πρέπει. Δεν έχω επιλογή. Μη μιλάτε.<br />
Το χαμόγελό μου τον κάνει να τα χάνει. Αυτοί οι καλλιτέχνες<br />
παίρνουν τον εαυτό τους πολύ στα σοβαρά. Τη νύχτα γεμίζω τα κενά μου<br />
με κρασί και χορό τριγύρω στα μπαρ. Μόλις το έργο είναι τελειωμένο<br />
μου το δείχνει με καμάρι, ανάβει τσιγάρο. Λέω<br />
Δώδεκα φράγκα και πιάσε το σάλι μου. Αυτό το πράγμα δεν είμαι εγώ.</p>
<p style="padding-left: 320px;">Από τη συλλογή &#8220;Standing Female Nude&#8221;</p>
<h4></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Μέδουσα</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Υποψία, αμφιβολία, ζήλια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φύτρωσαν στο μυαλό μου,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μεταμόρφωσαν τα μαλλιά μου σε σιχαμερά φίδια,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θαρρείς οι σκέψεις μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σφύριζαν και ξερνούσαν στο δέρμα της κεφαλής μου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ανάσα του γαμπρού όλο ξινίλα και βρομιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στους γκρίζους θύλακες των πνευμόνων μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είμαι γεμάτη στόματα, γεμάτη γλώσσες,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κίτρινα δόντια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έχω σφαίρες δάκρυα στα μάτια μου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρομάζεις;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Να τρομάξεις.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Εσύ είσαι αυτός που αγάπησα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τέλειε άνδρα, έλληνα θεέ, απόκτημά μου;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αλλά ξέρω ότι θα φύγεις, θα με προδώσεις, θα ξεκόψεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από το σπίτι.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Άρα πολύ καλύτερα για μένα να ήσουν πέτρα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Έριξα το βλέμμα μου σε μια μέλισσα που ζουζουνίζει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια μουντή γκρίζα κροκάλα έπεσε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο έδαφος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έριξα το βλέμμα μου σε ένα πουλί που κελαηδά,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια χούφτα σκονισμένο χαλίκι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σκορπίστηκε στο έδαφος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κοίταξα μια πυρόξανθη γάτα,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένα τούβλο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θρυμμάτισε ένα πιάτο γάλα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κοίταξα ένα γουρούνι που γρύλιζε,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ένας ογκόλιθος κατρακύλησε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε ένα λάκκο ακαθαρσίες.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κοιτάχτηκα με προσοχή στον καθρέφτη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η αγάπη επιδεινώθηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με έδειξε μια Γοργόνα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κοίταξα με προσοχή ένα δράκοντα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ξέρασε φωτιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το στόμα του βουνού.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κι ήρθες εδώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με μια ασπίδα για καρδιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με μια λόγχη για γλώσσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και τις κόρες σου, τα κορίτσια σου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν ήμουν όμορφη;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεν ήμουν νέα και εύθραυστη;</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τώρα κοίταξέ με.</span></p>
<p style="padding-left: 320px;">Από τη συλλογή &#8220;The World&#8217;s Wife&#8221;</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Ποιος σ΄ αγαπάει</strong></h4>
<p>Ανησυχώ για σένα που ταξιδεύεις μ&#8217; αυτά τα μυστήρια μηχανήματα.<br />
Κάθε μέρα άνθρωποι πέφτουν από τα σύννεφα, νεκροί.<br />
Πάρε ανάσα, εισπνοή, εκπνοή ήρεμα<br />
Ασφάλεια, σιγουριά, το σπίτι ασφαλές καταφύγιο.</p>
<p>Η φωτογραφία σου στο ψυγείο, χαμογελά όταν πέφτει πάνω της το φως.<br />
Διαρκώς οι άνθρωποι παίρνουν φωτιά στους δημόσιους χώρους.<br />
Ησύχαζε εκεί που η δροσιά των δέντρων αφήνει μια μαλακή σκιά.<br />
Ασφάλεια, σιγουριά, το σπίτι ασφαλές καταφύγιο.</p>
<p>Μην ξαπλώνεις στην άμμο κάτω από την τρύπα του ουρανού.<br />
Τόσοι πολλοί άνθρωποι αναλώνονται, γίνονται κομμάτια.<br />
Στείλε μου τη φωνή σου όσο κι αν έρχεται μέσα από τους ωκεανούς.<br />
Ασφάλεια, σιγουριά, το σπίτι ασφαλές καταφύγιο.</p>
<p>Ανέραστοι άντρες και αγόρια ανέστια είναι εκεί έξω όλο θυμό.<br />
Κάθε βράδυ άνθρωποι διεκπεραιώνουν τη ζωή τους με συνοπτικές διαδικασίες.<br />
Βάδιζε στο φως, σπεύδε σταθερά προς το μέρος μου.<br />
Ασφάλεια, σιγουριά, το σπίτι ασφαλές καταφύγιο.(Ποιος σ&#8217; αγαπάει;)<br />
Ασφάλεια, σιγουριά, το σπίτι ασφαλές καταφύγιο.</p>
<p style="padding-left: 400px;">Από τη συλλογή &#8220;The Other Country&#8221;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3><strong>PAUL AUSTER</strong></h3>
<h5><strong>«Γραφή στον τοίχο» (1971-1975)</strong></h5>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Παλμός</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ό,τι απομακρύνεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα έρθει πάλι κοντά μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από την άλλη πλευρά της μέρας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φθινόπωρο: ένα φύλλο μοναχό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φαγωμένο από το φως: και το πράσινο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βλέμμα του πράσινου πάνω μας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όπου η γη δεν τελειώνει,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι εμείς θα γίνουμε αυτό το φως,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την ώρα που το φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πεθαίνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο σχήμα του φύλλου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ορθάνοιχτα μάτια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στη λαχτάρα της μέρας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όπου δεν έχουμε βρεθεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα βρεθούμε. Ένα δέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα ριζώσει μέσα μας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και θα ανεβεί στο φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του στόματός μας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η μέρα θα βρίσκεται μπροστά μας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η μέρα θα μας ακολουθήσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα στη μέρα.</span></p>
<h4></h4>
<h4><strong>Λευκές Νύχτες</strong></h4>
<p>Κανείς εδώ,<br />
και το σώμα λέει: ό,τι λέγεται<br />
δεν είναι για να ειπωθεί. Ωστόσο ο κανένας<br />
είναι κι αυτός ένα σώμα, κι ό,τι λέει το σώμα<br />
δεν το ακούει άλλος<br />
μόνο εσύ.</p>
<p>Χιονόπτωση και νύχτα. Η επανάληψη<br />
του φονικού<br />
ανάμεσα στα δέντρα. Η πένα<br />
διασχίζει τη γη: δεν γνωρίζει πια<br />
τι θα συμβεί, και το χέρι που την κρατά<br />
έχει εξαφανιστεί.</p>
<p>Παρόλα αυτά, γράφει.<br />
Γράφει: στην αρχή,<br />
ανάμεσα στα δέντρα, ένα σώμα έρχεται<br />
από τη νύχτα. Γράφει:<br />
η λευκότητα του σώματος<br />
είναι το χρώμα της γης. Είναι γη<br />
και η γη γράφει: το καθετί<br />
είναι το χρώμα της σιωπής.</p>
<p>Δεν είμαι άλλο πια εδώ. Ποτέ δεν είπα<br />
ό,τι ισχυρίζεσαι<br />
πως έχω πει. Κι ωστόσο, το σώμα είναι ο τόπος<br />
όπου εκεί τίποτα δεν πεθαίνει. Και κάθε νύχτα,<br />
από τη σιωπή των δέντρων, το ξέρεις<br />
η φωνή μου<br />
βαδίζει κατευθείαν επάνω σου.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Εσωτερικό</strong></h4>
<p>Σάρκα τυραννισμένη<br />
από το ολότελα διαφορετικό.<br />
Και το καθετί εδώ, σαν να ήταν το τελευταίο πράγμα<br />
να ειπωθεί: ο ήχος μιάς λέξης<br />
ενωμένης με τον θάνατο, και η ζωή<br />
αυτή η δύναμη μέσα μου<br />
να χαθώ.</p>
<p>Τα παραθυρόφυλλα κλειστά. Η σκόνη<br />
κάποιου προηγούμενου εαυτού, αδειάζει τον χώρο<br />
που δεν καλύπτω. Αυτό το φως<br />
δυναμώνει στη γωνία του δωματίου,<br />
εκεί όπου όλο το δωμάτιο<br />
έχει μετακινηθεί.</p>
<p>Η νύχτα επαναλαμβάνει. Μία φωνή μου μιλά<br />
μόνο για τα πιο μικρά πράγματα.<br />
Ούτε καν για πράγματα &#8211; αλλά για τα ονόματά τους.<br />
Κι όπου δεν υπάρχουν ονόματα &#8211;<br />
για πέτρες. Το κοπάδι με τις γίδες<br />
αναρριχάται μέσα από τα χωριά<br />
του απογεύματος. Ένας σκαραβαίος<br />
καταποντισμένος στη σφαίρα<br />
της κοπριάς του. Και το βιολετί σμήνος<br />
από πεταλούδες πέρα.</p>
<p>Στο αδύνατο των λέξεων,<br />
στην ανείπωτη λέξη<br />
που ασφυκτιά,<br />
βρίσκω τον εαυτό μου.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Γραφή στον τοίχο</strong></h4>
<p>Τίποτα λιγότερο από το τίποτα.</p>
<p>Μέσα στη νύχτα που έρχεται<br />
από το τίποτα,<br />
για κανέναν μέσα στη νύχτα<br />
που δεν έρχεται.</p>
<p>Κι ό,τι βρίσκεται στο όριο της λευκότητας,<br />
αόρατο<br />
στο βλέμμα εκείνου που μιλά.</p>
<p>΄Η μία λέξη.</p>
<p>Ερχόμενη από το πουθενά<br />
μέσα στη νύχτα<br />
εκείνου που δεν έρχεται.</p>
<p>Ή η λευκότητα μιάς λέξης,<br />
γραμμένης βιαστικά<br />
πάνω στον τοίχο.</p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h3><strong>SUSAN HOWE</strong></h3>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Από την ενότητα &#8221; Ο ελεύθερος χρόνος της θεωρητικής τάξης&#8221;</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κλονίστηκε η εξουσία της αργυρής εποχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εποχές έξαψης γρήγορα φτάνουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και η παλιά βασιλική οικογένεια τόσο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οικεία σε μένα ώστε μοιάζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διαβάζοντας να ζω την εποχή του σιδήρου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάλι είμαι πολίτης ξένος άγνωστος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δημοκρατία ούτε πρόκειται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να υπάρξει ούτε πρόκειται να μην</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> υπάρξει με καθοριστικό τρόπο ένα μέλλον όχι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ούτε η χρυσή εποχή της ποίησης</span></p>
<h4></h4>
<h4><strong>Από την ενότητα &#8220;Αρίσβη&#8221;</strong></h4>
<p>Η φαινομενολογία του πολέμου στην Ιλιάδα<br />
πώς οι άνθρωποι παρουσιάζονται ο ένας στον άλλο όταν<br />
oι θεοί αλλάζουν την όψη των πραγμάτων<br />
Απομάκρυνέ τον χωρίς τη θέλησή του οδηγέ<br />
των Καταφρονεμένων είναι καταδικασμένος με έναν τρόπο μοναδικό<br />
Η θνητότητα σημάδι της ανθρώπινης ιδιότητας είναι οι<br />
βάρβαροι προγονοί μας ο εμπαθής εαυτός μας<br />
Ο κάθε ισχυρισμός οφείλει να υπερασπίζεται την εικόνα του<br />
Η πίστη στην απόδειξη τον οδηγεί προς τα κάτω</p>
<p>***</p>
<p>Η επιβολή των ορίων αναγνωρίζει τον εαυτό της<br />
σαν κολυμπήσεις στ&#8217; ανοιχτά στη θάλασσα Ευρώπη<br />
Ανάμεσα σ&#8217; έναν ερμηνευτή και<br />
το αντικείμενό του στο χώρο της δοκιμασίας της<br />
καρδιάς το ελεύθερο ενδιάμεσο του Μάκβεθ<br />
η βάναυση βεβήλωση ακόμη πιο βαθιά<br />
Πέρασε εκείνα τα τελευταία χρόνια όχι<br />
γράφοντας το έργο του πάνω στη δυστυχία<br />
θυμάμαι τώρα όλες τις στιγμές<br />
θυμάμαι τη μελαγχολία την αναστάτωση</p>
<p>***</p>
<p>Ο ηρωισμός στην Ιλιάδα μια άλλη κατάσταση<br />
ασταθούς ταυτότητας ο Πολύδωρος<br />
βγαίνει στη σκηνή έχει παρουσιαστεί<br />
στην Εκάβη σ&#8217; ένα όνειρο το εξωτερικό<br />
περίβλημα του κορμιού του απομεινάρι<br />
Ενδύματος κομματιασμένου απαλό μάλλινο που σέρνεται<br />
η Εκάβη κι ο χορός απευθύνονται στην<br />
ασπίδα σαν σε τάφο έτσι η μνήμη πράγματι<br />
τον κατακλύζει με ιερό καθαρτήριο ύδωρ</p>
<h4></h4>
<h3><strong>MARIANNE MOORE</strong></h3>
<h4><strong>Το Παρελθόν είναι το Παρόν</strong></h4>
<p>Εάν η εξωτερική δράση έχει παρακμάσει<br />
εάν η ρίμα δεν είναι πια στη μόδα,<br />
θα επανέλθω σε σένα,<br />
Αβακούμ, όπως τότε που στη διδασκαλία της Βίβλου<br />
ο δάσκαλος έκανε αναφορά στον ανομοιοκατάληκτο στίχο.<br />
Είπε &#8211; και νομίζω επαναλαμβάνω με ακρίβεια τα λόγια του,<br />
&#8221; Η Εβραϊκή ποίηση είναι πρόζα<br />
με κάποιο βαθμό υψηλής συνειδητότητας&#8221;. Η έμπνευση δίνει<br />
την αφορμή κι ο στόχος καθορίζει τη μορφή.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Σιωπή</strong></h4>
<p>Ο πατέρας μου είχε τη συνήθεια να λέει :<br />
« Οι σπουδαίοι άνθρωποι ποτέ δεν κάνουν μεγάλες επισκέψεις,<br />
έχουν να ξεναγηθούν στον τάφο του Longfellow<br />
ή στα γυάλινα λουλούδια του Χάρβαρντ<br />
Αυτάρκεις όσο κι οι γάτες &#8211;<br />
που παίρνουν τη λεία τους παράμερα,<br />
η ουρά του ποντικού κρέμεται χαλαρά σαν σόλα παπουτσιού από το στόμα τους &#8211;<br />
κάποιες φορές απολαμβάνουν τη μοναξιά,<br />
και χάνουν τα λόγια τους<br />
όταν ακούνε λόγια που τους προσφέρουν ευχαρίστηση.<br />
Τα πιο βαθιά αισθήματα φανερώνουν τον εαυτό τους στη σιωπή<br />
όχι στην απουσία του λόγου, αλλά στη συγκρατημένη εκφορά του».<br />
Δεν ήταν ανειλικρινής, όταν έλεγε «Το σπίτι μου για σένα ας είναι πανδοχείο.»<br />
Στα πανδοχεία, άλλωστε, δεν μένει ποτέ κανείς, για πάντα.</p>
<h4></h4>
<h4><strong>Τι σημαίνουν τα χρόνια;</strong></h4>
<p>Ποια είναι η αθωότητα μας<br />
και ποια η δική μας ενοχή; Όλοι<br />
γυμνοί, κανένας ασφαλής. Κι από πού<br />
το θάρρος: το αναπάντητο ερώτημα,<br />
η καθοριστική αμφιβολία, &#8211;<br />
άφωνο κάλεσμα, άηχο άκουσμα &#8211; αυτό<br />
στην κακοτυχία, ακόμη και στο θάνατο,<br />
ενθαρρύνει τους άλλους<br />
και στην ήττα της, κεντρίζει</p>
<p>την ψυχή να’ναι δυνατή;<br />
Βλέπει σε βάθος και είναι χαρούμενος, όποιος<br />
αποδέχεται τη θνητότητα<br />
ακόμη και μέσα στη φυλακή του εξεγείρεται<br />
ενάντια στον εαυτό του όπως<br />
η θάλασσα όταν πιαστεί σε κάποιο ρήγμα, παλεύοντας να<br />
ελευθερωθεί κι ανήμπορη να το πετύχει,<br />
παραδίδοντας τον εαυτό της<br />
βρίσκει τη δική της συνέχεια</p>
<p>Επομένως όποιος με δύναμη αισθάνεται<br />
αυτός φέρεται σωστά. Και το πουλί ακόμη<br />
ψηλώνει καθώς τραγουδά, αποκτά δύναμη<br />
η μορφή του εκεί πάνω. Αν και φυλακισμένο,<br />
το ακαταμάχητο τραγούδι του<br />
λέει, είναι ασήμαντο πράγμα η ικανοποίηση<br />
πόσο καθάριο πράγμα είναι η χαρά<br />
Η θνητότητα,<br />
Η αιωνιότητα</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΕΤΣΙ ΝΑ ΄ΡΘΕΙΣ" width="1200" height="675" src="https://www.youtube.com/embed/e177Xp4VrO0?feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture; web-share" allowfullscreen></iframe></div>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: right;">.</h5>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ </strong></h5>
<p>https://www.philenews.com/politismos/prosopa/article/1294040/biktoria-kaplani-o-mitos-ki-o-labyrinthos-ena</p>
<h3 class="article-headline"><strong>Βικτώρια Καπλάνη: Ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα</strong></h3>
<div id="ctl22_ctl00_MainCategory" class="main-category hide-me"><a href="https://www.philenews.com/">ΑΡΧΙΚΗ</a> • <a href="https://www.philenews.com/politismos">ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ</a> • <a href="https://www.philenews.com/politismos/prosopa">ΠΡΟΣΩΠΑ</a> <span class="headline">• Βικτώρια Καπλάνη: Ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα</span></div>
<div>
<div></div>
</div>
<div class="image">
<div class="bannerTopLeft">
<div id="ctl22_ctl00_BannerTopLeft"><iframe id="frame_3442_233" class="txtg-center" width="234" height="60" frameborder="0" marginwidth="0" marginheight="0" scrolling="no" data-mce-fragment="1"></iframe></div>
</div>
<div><a class="fancyimages" href="https://www.philenews.com/temp/images/1500x3000/cache_1500x3000_Analog_medium_1294039_38013_1792021.JPG" rel="imggallery" data-fancybox-title=""><img class="article-main-image" src="https://www.philenews.com/temp/images/726x510/cache_726x510_Crop_medium_1294039_38013_1792021.JPG" alt="" border="0" /></a></div>
</div>
<div>
<div id="ctl22_ctl00_Banner"></div>
</div>
<div class="top-row">
<div class="hide-me addthis_inline_share_toolbox_a7tu"></div>
<div class="content date">
<div><span id="ctl22_ctl00_ltLastModifiedShow">Τελευταία Ενημέρωση: 20 Σεπτεμβρίου 2021, 16:46</span></div>
</div>
<div class="btnszoom"></div>
</div>
<div></div>
<div class="content"><span class="authors"><i class="fa fa-user" aria-hidden="true"></i><strong>  Συνέντευξη: Χρυστάλλα Χατζηδημητρίου</strong>   </span></p>
<div>
<p><b>Μεταίχμιο τιτλοφορείται η τελευταία ποιητική συλλογή της Ελλαδίτισας Βικτώριας Καπλάνη, η οποία θα είναι αυτές τις μέρες στην Κύπρο, με αφορμή λογοτεχνική ημερίδα. Με την ευκαιρία μιλήσαμε μαζί της για ποίηση, αλλά και για κοινωνικά, εκπαιδευτικά και υπαρξιακά ζητήματα.</b></p>
<p><b>&#8211; Στην τελευταία σας ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο &#8220;Μεταίχμιο&#8221;, διαφαίνεται ένα αίσθημα απαισιοδοξίας. Πώς το εξηγείτε; </b>Απαισιοδοξία δε θα το χαρακτήριζα. Διαφαίνεται η αγωνία για το πού ακριβώς οδηγούμαστε ως κοινωνία, ως ανθρωπότητα, τώρα που έχουμε εισέλθει σε μια νέα εποχή, αλλά και η έγνοια για το πώς ο καθένας από μας ως μονάδα διαχειρίζεται τις απώλειες του οικείου κόσμου, τον χρόνο που μετράει αντίστροφα κάθε μέρα, την αγωνία του αγνώστου και την αναγκαία για την εξέλιξή μας πρόκληση εσωτερικών μετατοπίσεων και αλλαγών.</p>
<p><b>&#8211; Το μεταίχμιο (ως όρος) σηματοδοτεί ένα τέλος ή μια αρχή; </b>Το μεταίχμιο δείχνει πώς συνυπάρχει το τέλος με την αρχή, το γνωστό με το άγνωστο, ένα ιδεατό μετακινούμενο σημείο στο οποίο διαρκώς επιχειρείς να ισορροπείς και να κινείσαι.</p>
<p><b>&#8211; Και το δικό σας μεταίχμιο; </b>Το μετέωρο βήμα από την αναβλητικότητα στη δράση, λίγο πριν να ξεκινήσει το επόμενο άγνωστο ταξίδι.</p>
<p><b>&#8211; Λέτε πως κάποτε «οι άνθρωποι κλείνουν της ζωής τους / τα μισογραμμένα κεφάλαια και αλλάζουν ρότα». </b>Οι άνθρωποι αναλώνουμε μεγάλο μέρος του επίγειου βίου μας, κυνηγώντας πολλές φορές εμμονικά αυτό που νομίζουμε ότι είναι ο δρόμος της προσωπικής μας ευτυχίας κι ολοκλήρωσης. Όμως το παιδικό και νεανικό σενάριο χρειάζεται επανεξέταση και αναθεώρηση, ειδικά όταν αποδεχτούμε ότι ο κόσμος δεν γυρίζει γύρω από τις επιθυμίες και τα προσωπικά μας όνειρα! Τότε χρειάζεται να βρούμε το θάρρος ν’ αλλάξουμε ρότα, να δούμε πώς αλλιώς μπορούμε με όλες τις εμπειρίες, τις γνώσεις και τις δεξιότητες μας να παίξουμε υπεύθυνα και με όλο μας το μεράκι ο καθένας το δικό του ρόλο στη μεγάλη παράσταση της ζωής.</p>
<p><b>&#8211; Μία έκδοση στην οποία συμμετείχατε ως εκπαιδευτικός έχει τίτλο «Διαβάζοντας λογοτεχνία στο σχολείο». Πώς διαβάζεται η λογοτεχνία στα σχολεία το 2021, μια εποχή εικόνας, ταχύτητας, κωδικοποιημένης επικοινωνίας και viral; </b>Η Ομάδα Έρευνας για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας ξεκίνησε το 1994 ως μια δονκιχωτική προσπάθεια δημιουργικής παρέμβασης στη διδακτική της λογοτεχνίας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, βασισμένη στις πολιτισμικές σπουδές και στην κριτική παιδαγωγική. Οι προτάσεις της ομάδας για ένα ανοιχτό πρόγραμμα διδασκαλίας της λογοτεχνίας που εμπλέκει δημιουργικά τον μαθητή και το δάσκαλο στην περιπέτεια της ανάγνωσης αντιμετωπίστηκαν αρχικά με έκπληξη, δυσπιστία και καχυποψία, θεωρήθηκαν ανεφάρμοστες και ανεδαφικές, ενώ τώρα έχουν μεγάλη διάδοση, ανανεώνονται και εφαρμόζονται με παραλλαγές από πολλούς εκπαιδευτικούς. Οι δυνατότητες του διαδικτύου υπάρχει μέριμνα να αξιοποιούνται και τα πολιτισμικά προϊόντα της τεχνολογίας να μελετώνται κριτικά και ν’ αξιοποιούνται στη διδακτική πρακτική. Βέβαια, είμαστε ακόμη στην αρχή του δρόμου. Χρειαζόμαστε πιο ανοικτά και ευέλικτα προγράμματα σπουδών, καλύτερη οργάνωση και εμπνευσμένους δασκάλους, που, παράλληλα με την παιδαγωγική και διδακτική τους επάρκεια, να είναι και αναγνώστες της λογοτεχνίας. Δεν αρκούν μόνο οι γνώσεις και οι διδακτικές τεχνικές. Αν δεν αγαπάς αυτό που διδάσκεις, αν δεν έχει σημαίνοντα ρόλο στη δική σου ζωή, τότε τα αποτελέσματα είναι πενιχρά και περιορισμένα.</p>
<p><b>&#8211; Ποιος είναι ο ρόλος της τέχνης και ειδικά της ποίησης σε μια εποχή σαν αυτή που ζούμε; </b>Η τέχνη πάντα μας κρατά σε εγρήγορση. Αντιστρατεύεται τη λήθη του αληθινού μας προσώπου. Η ποίηση είναι η γλώσσα με την οποία μας μιλά το «δαιμόνιο» μέσα μας, το οποίο έχει τη σοφία και τη διάκριση να παρατηρεί τη διάδραση του εσωτερικού με τον εξωτερικό κόσμο, την όποια συμμετοχή μας στα δρώμενα της πραγματικότητας, τη σχέση μας με τους άλλους και να μας υπενθυμίζει σε ποιο σταθμό του ταξιδιού μας βρισκόμαστε. Στην εποχή μας, η αφθονία καλλιτεχνικών δημιουργημάτων αναπόφευκτα δυσχεραίνει τη δυνατότητα πρόσληψης όλων αυτών των έργων, ενώ παράλληλα καλλιεργείται και μια καταναλωτική στάση απέναντι σ’ αυτά, η οποία, αν δεν συνειδητοποιηθεί, αποδυναμώνει τη δραστική τους λειτουργία.</p>
<p><b>&#8211; Παρακολουθείτε την πνευματική ζωή στην Κύπρο; Πώς την κρίνετε; </b>Η γνώση μου για τη σύγχρονη  πνευματική ζωή στην Κύπρο περιορίζεται στην ποίηση. Η Κύπρος είχε και έχει σπουδαίους ποιητές. Η πρώτη γνωριμία μου με τη νεότερη κυπριακή ποίηση έγινε την περίοδο των φοιτητικών μου χρόνων, το 1982, σε μια διήμερη ποιητική συνάντηση στη Θεσσαλονίκη, στην οποία πήραν μέρος 14 Κύπριοι ποιητές που πρωτοεμφανίστηκαν με βιβλίο τους στα χρόνια 1960-1980. Ο απόηχος αυτής της εκδήλωσης παραμένει ακόμη ζωντανός μέσα μου. Μετά υπήρξε μια μεγάλη παύση. Από το ξεκίνημα του 21ου αιώνα κάτι θαρρείς άρχισε ν’ αλλάζει. Αρκετοί Κύπριοι ποιητές εξέδιδαν τα βιβλία τους σε ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, δημοσίευαν συχνότερα κείμενά τους σε ελληνικά περιοδικά, επομένως οι αφορμές να τους γνωρίσουμε ήταν περισσότερες. Το διαδίκτυο σαφέστατα έπαιξε το ρόλο του, οι εκδηλώσεις της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου μας έδωσαν την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με σημαντικούς ποιητές της σύγχρονης Κύπρου. Στη Θεσσαλονίκη, άλλωστε, ζει και ο καλύτερος πρεσβευτής της κυπριακής λογοτεχνίας, ο ποιητής Αντρέας Καρακόκκινος. Στο blog του Ποιητικοί Διάλογοι ανθολογεί και παρουσιάζει Κύπριους ποιητές και φροντίζει να οργανώνονται εκδηλώσεις για την κυπριακή λογοτεχνία.</p>
<p><b>&#8211; Στην Ημερίδα θα μιλήσετε για το ρόλο του τραγουδιού και της ποίησης στο λογοτεχνικό έργο του Στέφανου Κωνσταντινίδη. Αν και όχι απόλυτα σχετικό, θα ήθελα να σας ρωτήσω: Η μελοποίηση ποιημάτων ενισχύει τον ποιητικό λόγο ή οδηγεί σε εκλαΐκευση που δεν ταιριάζει πάντα στον ποιητικό λόγο; </b>Η μελοποίηση είναι μία ανάγνωση του ποιήματος, μια ερμηνευτική στάση απέναντι στο ποίημα. Κάποιες φορές η συνομιλία του συνθέτη με τον ποιητή είναι εκλεκτική και ιδιαίτερα δραστική. Ο συνθέτης τότε απελευθερώνει τον εσωτερικό ρυθμό του ποιήματος, αναδεικνύονται οι αποχρώσεις και τα αρώματα των λέξεων και κατακλύζουν τις αισθήσεις και τη σκέψη του ακροατή-αναγνώστη. Ακόμη ένας εμπνευσμένος συνθέτης μπορεί ν’ αναδείξει λανθάνουσες δυνάμεις του ποιήματος και να διευρύνει τις δυνατότητες της πρόσληψης του. Άλλοτε όμως η μελοποίηση ενός ποιήματος γίνεται σχεδόν ερήμην του κειμένου και το αποτέλεσμα είναι ένα αυτόνομο τραγούδι, που μοιάζει να μην επικοινωνεί με το ποίημα. Στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 η μελοποιημένη ποίηση έκανε γνωστό το έργο πολλών ποιητών του μοντερνισμού, αρκετές φορές εκλαϊκεύοντάς το, ωστόσο η δυνατότητα που έδωσε σε μεγάλο μέρος του κοινού να έχει μια πρώτη επαφή, έστω περιορισμένη ίσως και περιοριστική, με το ποιητικό έργο δεν είναι αμελητέα και ευκαταφρόνητη. Άνοιξε ένα δρόμο και ήταν πλέον προσωπική επιλογή του καθενός να επιδιώξει μια πιο βαθιά σχέση με την ποίηση.</p>
<div id="_15355761" class="inline-image">
<div><a class="fancyimages" href="https://www.philenews.com/temp/images/1000x3000/cache_1000x3000_Analog_medium_1294054_884230_1792021.JPG" rel="imggallery" data-fancybox-title=""><img loading="lazy" class="inline_newsitem aligncenter" src="https://www.philenews.com/temp/images/728x3000/cache_728x3000_Analog_medium_1294054_884230_1792021.JPG" alt="" width="390" height="557" /></a></div>
<div id="caption_15355761" class="inline-image-caption"></div>
</div>
<p><b>&#8211; Πώς βλέπετε την επόμενη μέρα μετά την πανδημία; Θα βρεθούμε σε ένα καλύτερο ή χειρότερο κόσμο; </b>Το πρώτο ερωτηματικό είναι πότε ξημερώνει αυτή η επόμενη μέρα. Οι κλιματικές αλλαγές και η εμφάνιση πρωτόγνωρων κινδύνων και άγνωστων απειλών δε μας επιτρέπουν τον εφησυχασμό. Η πανδημία έχει ήδη προκαλέσει πολλές ανατροπές σε όλους τους τομείς της ζωής ανθρώπων και κρατών που αδυνατούμε ακόμη να τις συλλάβουμε σε όλες τις διαστάσεις τους και να τις κατανοήσουμε. Η τωρινή στάση μας απέναντι στην πανδημία μας προετοιμάζει για την επόμενη μέρα. Αν δώσουμε την εξουσία στο φόβο, αν συναινέσουμε σε διχαστικές και επιθετικές συμπεριφορές, μη λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ιός και οι συνακόλουθες επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης έχουν συλλογικές παρενέργειες στην οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική, τότε οδηγούμαστε σε δυστοπικά σενάρια. Η εποχή μας καλεί σε αυτογνωσία και ετοιμότητα. Ο καλύτερος κόσμος είναι ένα ζητούμενο που προϋποθέτει τον επαναπροσδιορισμό αξιών και προτεραιοτήτων αλλά και την παραίτηση από το εγωιστικό μοντέλο παντοδυναμίας και κυριαρχίας έναντι της φύσης και των συνανθρώπων μας.</p>
<p><b>&#8211; Ας κλείσουμε με μια ερώτηση που βγαίνει από στίχους δικούς σας: «Aριάδνη, εγώ σου το ᾽λεγα/ο θεός σου πέθανε/κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα/πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές/τώρα/το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου/ο χορός του θρήνου/ο θρήνος του χορού/χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις/ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα». Δεν μπορούμε να βγούμε από το λαβύρινθο; </b>Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή μας που αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε παγιδευμένοι στο λαβύρινθο, δική μας κατασκευή με υλικά κληροδοτημένα αλλά και ασυνειδήτως επιλεγμένα. Δική μας η επιλογή της εξόδου ή η παραμονή στην ασφάλεια του εγκλεισμού.</p>
<p><i>Η Βικτώρια Καπλάνη θα μιλήσει στην <a href="https://www.philenews.com/politismos/kypros/article/1290863/epistimoniki-imerida-ga-to-erg-toy-stefanoy-konstantinidi" target="_blank" rel="noopener"><b>Επιστημονική Ημερίδα που οργάνωσε ο Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής με θέμα: «Το ποιητικό και το πεζογραφικό έργο του Στέφανου Κωνσταντινίδη»</b></a>. Η ημερίδα θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου, από τις 9:30 π.μ. στο αμφιθέατρο UNESCO του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.</i></p>
<p><i><b>Φιλελεύθερα, 19.9.2021.</b></i></p>
</div>
</div>
<p style="text-align: right;">&#8216;</p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-large wp-image-15141" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΓΡΑΦΕΙΟ-ΠΟΙΗΣΗΣ-706x1024.jpg" alt="" width="706" height="1024" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΓΡΑΦΕΙΟ-ΠΟΙΗΣΗΣ-706x1024.jpg 706w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΓΡΑΦΕΙΟ-ΠΟΙΗΣΗΣ-207x300.jpg 207w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΓΡΑΦΕΙΟ-ΠΟΙΗΣΗΣ-768x1115.jpg 768w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/ΓΡΑΦΕΙΟ-ΠΟΙΗΣΗΣ.jpg 882w" sizes="(max-width: 706px) 100vw, 706px" /></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><strong><span style="color: #000000;">Η Βικτωρία Καπλάνη μιλά στην εκπομπή &#8220;Βουστροφηδόν&#8221;</span></strong><br />
<strong><span style="color: #000000;">με τον Γιώργο Καλιεντζίδη</span></strong></p>
<p><img loading="lazy" class="aligncenter size-full wp-image-15147" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1.jpg" alt="" width="854" height="480" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1.jpg 854w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-300x169.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/1-768x432.jpg 768w" sizes="(max-width: 854px) 100vw, 854px" /></p>
<p><!--[if lt IE 9]><script>document.createElement('audio');</script><![endif]-->
<audio class="wp-audio-shortcode" id="audio-2317-1" preload="none" style="width: 100%;" controls="controls"><source type="audio/mpeg" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/rec0923-190532.mp3?_=1" /><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/rec0923-190532.mp3">https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/rec0923-190532.mp3</a></audio></p>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3></h3>
<h4><strong>ΒΡΑΔΙΝΟ ΣΙΝΙΑΛΟ</strong></h4>
<p><strong>στο εθελοντικό ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης  </strong></p>
<p><strong>Παρουσίαση και επιμέλεια Βικτωρία Καπλάνη</strong></p>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΒΡΑΔΙΝΟ ΣΙΝΙΑΛΟ" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/MJ-5UaL1jSM?start=6&#038;feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h3></h3>
<div class="ast-oembed-container" style="height: 100%;"><iframe loading="lazy" title="ΒΡΑΔΙΝΟ ΣΙΝΙΑΛΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ  ΜΑΡΙΟ ΤΟΚΑ" width="1200" height="900" src="https://www.youtube.com/embed/j_HMiUmgndE?start=39&#038;feature=oembed" frameborder="0" allow="accelerometer; autoplay; clipboard-write; encrypted-media; gyroscope; picture-in-picture" allowfullscreen></iframe></div>
<h3></h3>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h3 style="text-align: center;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΡΙΤΙΚΕΣ </span></strong></h3>
<h4><strong>ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ</strong></h4>
<p><strong>Κ’ η φαντασία στο λογισμό. Τιμητικός τόμος για την καθηγήτρια Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου. Επιστημονική επιμέλεια: Δημήτρης Πολίτης, Γιάννης Σ. Παπαδάτος. Αθήνα, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, 2021, σ. 205-218.</strong></p>
<h5 style="text-align: center;"><strong>Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ ΚΑΠΛΑΝΗ: </strong><br />
<strong>ΜΙΑ ΜΕΛΩΔΙΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ</strong></h5>
<p>Η ποιητική γλώσσα είναι η υπέρβαση του προσωπικού μύθου του ποιητή, γράφει η Άντα Γκίβαλου, σε άρθρο της για τον Κώστα Στεργιόπουλο. Αυτή η παρατήρηση, εμπνευσμένη από τον T. S. Eliot όπως δηλώνει η ίδια, της δίνει την ευκαιρία να κάνει μια ρηξικέλευθη πρόταση για τον πολυβραβευμένο Έλληνα ποιητή. Αν και τίτλος της μελέτης είναι η ποιητική γλώσσα, η συγγραφέας μάς πληροφορεί ότι με τη λέξη «γλώσσα» δεν εννοεί τόσο τις λέξεις όσο τη μυθολογική τους υπόσταση και αναδεικνύει τη δύναμη των αντιθέσεων και των συγκρούσεων που κρύβονται στο βάθος των ποιητικών μύθων. Αυτή η γόνιμη πρόταση, που βοηθά την Γκίβαλου να τοποθετήσει το συγγραφέα της στην εποχή του και στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα εκτελεί χρέη οδηγητικού μίτου στη συμμετοχή μου στο αφιέρωμα, ελάχιστος φόρος τιμής στην εξαίρετη καθηγήτρια και εκλεκτή φίλη.<br />
Θα μας απασχολήσει το ποιητικό έργο μιας σημαντικής ποιήτριας χαμηλών τόνων. Η Βικτωρία Καπλάνη έχει δημοσιεύσει ποίηση, μεταφράσεις ποίησης και κριτική λογοτεχνίας σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Κυρίως έχει εκδώσει ως τώρα τέσσερεις ποιητικές συλλογές-συνθέσεις, όλες στις εκδόσεις Γαβριηλίδη:<br />
Ήχοι – Απόηχοι, 2007<br />
Λευκές συνομιλίες, 2010<br />
Σημείο φυγής, 2013<br />
Η άγνωστη φίλη, 2015.<br />
Οι τίτλοι της ήδη σκιαγραφούν τον υποβλητικό και ανεξερεύνητο χαρακτήρα της ζωής, όταν αγκαλιάζει την τέχνη, ενώ ο αριθμός των συλλογών παραπέμπει σε αρχέτυπο της ολοκληρωμένης δημιουργίας: σημεία του ορίζοντα, φάσεις της Σελήνης, εποχές του έτους, γωνίες του δωματίου… Όπως η ποίησή της γενικά, οι τίτλοι που επιλέγει και ο αριθμός των ποιητικών βιβλίων έως τώρα μας οδηγούν σε μία αρχετυπική θέαση της γραφής του ποιήματος και του κόσμου. Καθώς βρίσκεται στην ακμή της δημιουργικότητάς της (γ. 1961), οφείλουμε να τονίσουμε ότι αυτή η ερμηνεία δεν έχει στόχο να την εμποδίσει να γράψει και άλλα ποιητικά βιβλία, να συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο ή να επανεξετάσει τις θέσεις της και να μεταβεί σε νέα ή και άβατα μονοπάτια.<br />
Το σύνολο των ποιητικών της βιβλίων δεν δημιουργεί απλώς ένα ποιητικό δράμα σε τέσσερεις πράξεις αλλά και ένα ενιαίο επικό ποίημα. Αν και κυριαρχούν οι γυναικείες φιγούρες, η πάλη των φύλων παύει να αποτελεί πεδίο έμπνευσης για τη γυναίκα. Η έννοια του ισχυρού φύλου δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με κοινωνική αδικία αλλά με τη δύναμη της ύλης. Γι’ αυτό ο Φάουστ περιέχεται / στη γυναικεία ψυχή (2007: 46). Η γυναίκα, συνδυασμός αντιθέσεων, φως μαζί και δάκρυ, αγέννητο στις κόγχες των ματιών [της] (2013: 9), κρύβεται μέσα σε σκιές και σιωπές, ενώ ταξιδεύει σε θάλασσες, σε λαβύρινθο, σε καθρέφτη, ανάγεται σε μετωνυμία για τον άνθρωπο, αναντίρρητη πρωταγωνίστρια σε ένα κείμενο που χρειάστηκε μεγάλη ποιητική πνοή για να γραφεί.<br />
Στο τέταρτο βιβλίο το αρχέτυπο Γυναίκα συγκροτείται από τρεις εμβληματικές φιγούρες: την Αριάδνη, που έμεινε για λίγο μόνη στο Λαβύρινθο να εξαντλήσει τις λανθασμένες επιλογές της και να αντλήσει δυνάμεις∙ την άγνωστη φίλη, που ψάχνει την ταυτότητά της, ασύλληπτη στις αέναες μεταμορφώσεις της∙ τη Μικρή Σειρήνα, έμβλημα της ποιητικής έμπνευσης, που ενώνει τις αντιθέσεις. Κοντολογίς, επιθυμία, γνώση, συναίσθημα, όπως οι τρεις τρόποι συνειδητότητας, σύμφωνα με τον Καντ. Το σημείο εκκίνησης της μελέτης θα μπορούσε να ήταν το τελευταίο βιβλίο, μία ακόμη ένδειξη ότι η ποίησή της συνθέτει ένα ενιαίο έργο. Η άγνωστη φίλη έχει αποδεχθεί τα διαφορετικά της προσωπεία, γι’ αυτό και παραμένει αειθαλής, έτοιμη για θαρραλέες αναζητήσεις και πρωτόγνωρες περιπέτειες.<br />
Η πιο βασική μυθική και μυθολογική φιγούρα στην ποίηση της Καπλάνη, η Αριάδνη, κάνει την εντυπωσιακή εμφάνισή της εν είδει προλόγου της πρώτης συλλογής, άρα της τετραλογίας:</p>
<p>αντί προλόγου</p>
<p>Στο μεγάλο ρολόι της πλατείας οι σπασμένοι δείχτες του<br />
κατάργησαν τον χρόνο.<br />
Η σκιά της Αριάδνης καθρεφτίζεται<br />
τα μεσημέρια στους δρόμους<br />
καβάλα στο ποδήλατο περιφέρεται ανήσυχη<br />
σαν να γυρεύει κάτι<br />
ίσως και η ίδια να μην ξέρει τι.</p>
<p>Αριάδνη, εγώ σου το ’λεγα<br />
ο θεός σου πέθανε<br />
κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα<br />
πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές<br />
τώρα<br />
το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου<br />
ο χορός του θρήνου<br />
ο θρήνος του χορού<br />
χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις</p>
<p>ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα. (2007: 9)</p>
<p>Το προλογικό ποίημα αρχίζει με αναφορά σε μια διαχρονική Αριάδνη, τώρα πλέον πάνω σε ποδήλατο, παρέα με αντιήρωες, η ίδια ωστόσο πιο ηρωική από ποτέ, καθώς έχει απωλέσει την προγονική της κληρονομιά –κόρη μυθικού βασιλιά– και ανήκει περισσότερο στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Μοντέρνος, μετα-νιτσεϊκός, και ο θεός της, ενώ ο μίτος της ζωής μας, σύμβολο συνοχής, ελεύθερος έξω από το λαβύρινθο, έτοιμος για ρήξη, αυτονομείται και ψάχνει μάταια να βρει άλλη λειτουργία. Η Αριάδνη που θα ξανασυναντήσουμε σε λίγο, μολονότι πολύμορφη και πολυφωνική, δεν είναι παρά μία σκιά, ή μάλλον το είδωλο της σκιάς της, μια πλατωνική αντανάκλαση της θυγατέρας του Μίνωα. Άφησε την Αριάδνη να πλέκει / με το πολύχρωμο κουβάρι της (2007: 12), ψιθυρίζει η ποιητική φωνή, αποδίδοντάς της ένα προσωπείο άξιο της Πηνελόπης, για να αναθεωρήσει σε λίγο τη θέση της:<br />
Αριάδνη,<br />
οι καιροί αλλάζουν<br />
ζητούν τα δικά τους παραμύθια. (2007: 24)<br />
Με τη μοντέρνα Αριάδνη η ποιήτρια εγκαθιστά μια ανανεωμένη αρχαία ελληνική μυθολογία στο ποιητικό σύμπαν του 21ου αιώνα. Η ηρωίδα της δεν αργεί ωστόσο να αλλάξει και πάλι μορφή. Ψάχνει συνεχώς το δικό της Εγώ, που ίσως να είναι και κόρη του πολύτροπου Οδυσσέα και όχι του σοφού Μίνωα. Και όταν μια φωνή ρωτά πού βρίσκεται η Αριάδνη, απαντά ένα άγνωστο Εγώ, που θα εξελιχθεί σε φίλη και θα κυριαρχήσει στο τέταρτο βιβλίο:<br />
– Κι η Αριάδνη;<br />
– Δεν μένει πια εδώ, ταξιδεύει.<br />
– Πού θα τη βρω;<br />
– ;… (2007: 22).<br />
Δεν υπάρχει απάντηση. Η Αριάδνη δεν έχει βρει ακόμη το χώρο που θα γίνει πατρίδα της, όπως δεν έχει βρει ένα σταθερό προσωπείο που να αντανακλά και να αποκαλύπτει το ενδότερο είναι της. Η γυναίκα-Αριάδνη είναι το γήινο σύμβολο του φεγγαριού, όπως επίσης το γήινο ταίρι του αγγέλου. Εντούτοις, ο στίχος η αέναη θυσία της μεταμόρφωσης (2013: 37, 44) προειδοποιεί για τον κίνδυνο να απωλέσει η γυναίκα-Σελήνη, όταν ακόμη βρίσκεται σε ημιτελή φάση, το εγώ που έχει κατακτήσει. Γι’ αυτό η γυναίκα τρέμει τη μεταμόρφωση (2015: 32). Και αν δεν ολοκληρωθεί; Αν μείνει στάσιμη σε μία από τις φάσεις του φεγγαριού; Θα είναι τότε ο κόσμος μας για πάντα παραμορφωμένος ή εμείς θα χάσουμε την (εν)όρασή μας; Ωστόσο, η Σελήνη, με τις θηλυκές ιδιότητές της από τα μυθολογικά χρόνια, γίνεται αρχέτυπο της μεταμόρφωσης στην ποίηση της Καπλάνη. Η γυναίκα νικά το θάνατο, όχι μονάχα γιατί είναι δυνάμει φορέας νέας ζωής, αλλά και γιατί αλλάζει διαρκώς εικόνα, είτε από τη φύση της είτε από καταναγκασμό της κοινωνίας. Οι μυθικές φιγούρες με τις μεταβολές τους αναιρούν το θάνατο, μας θυμίζουν ότι τα πάντα ρει, άρα τίποτε δεν τελειώνει. Καμία μορφή δεν φτάνει στο τέλος της. Ταξιδεύει μέσα στα είδωλά της και αναδύεται κάθε φορά με νέο πρόσωπο. Και όταν ακόμη πέσει η αυλαία, τότε ζούμε την πιο σημαντική στιγμή. Τότε η παράσταση αρχίζει (2010: 48)∙ μία ακόμη απεικόνιση καραδοκεί μόλις μείνουμε μόνοι. Το ίδιο και η αγωνία για το τι θα επακολουθήσει, ποια ψέματα θα πρέπει να επινοήσουμε για να αντέξουμε την απρόσμενη αλλαγή. Και ο θάνατος, επιρρεπής και αυτός στη μεταμόρφωση, παραμένει πρόβλημα χωρίς λύση, ερώτηση χωρίς απάντηση: Ο θάνατος άλλαξε τα πάντα (2007: 36), Ο θάνατος δεν άλλαξε τίποτα (2007: 38).<br />
Για υποταγή στο τετελεσμένο και για την πολλαπλότητα της ύπαρξης (2013: 36) μιλά το ποιητικό Εγώ. Οι θετικές επιστήμες έχουν αποδείξει ότι οι αδιάκοπες αλλαγές είναι στη φύση των πραγμάτων, ότι ακόμη και η μονάδα χαρακτηρίζεται από πολλαπλότητα. Σε μια συμβολική κίνηση η Αριάδνη οδηγεί τον Θησέα έξω από το Λαβύρινθο, ενώ η ίδια μένει εκεί, στη θέση τού Μινώταυρου, να κατακτήσει το χώρο που γέννησε το μύθο της, να αφήσει παντού τα σημάδια της. Ακούγεται η φωνή της, ενώ τα λόγια της γράφονται με πλάγια, τονίζοντας τον μυθικό και συμβολικό τους χαρακτήρα:<br />
μη χαθείς πάλι μες στο λαβύρινθο (2015: 20)<br />
και αργότερα με δισταγμό:<br />
προχωράμε με τους χτύπους της καρδιάς<br />
στο λαβύρινθο (2015: 45),<br />
για να συμπεράνει με συμβολικό ξανά λόγο:<br />
η ζωή αρχίζει έξω από το λαβύρινθο (2015: 95),<br />
ταυτίζοντας την πραγματικότητα με το μύθο. Ζει μια διαλεκτική σχέση με το περιβάλλον που τη γέννησε ως μυθολογική οντότητα, αρχικά ένας μισογκρεμισμένος λαβύρινθος (2007: 12), που αντλεί δύναμη από την εισβολέα του και στη συνέχεια ολοκληρώνει την ταυτότητά του χάρη στην ίδια. Με την εξέλιξη της Αριάδνης, ο λαβύρινθος ανάγεται σε χώρο μέσα στον οποίο γεννιούνται τα αρχέτυπα. Η Κρήτη, από όπου ξεκινά ο ήρωας Θησέας –ήρωας χάρη στην Αριάδνη–, και η Νάξος, εκεί που, σαν να έχει διασχίσει τους αιώνες, ο αντι-ήρωας πλέον Θησέας εγκαταλείπει την Αριάδνη, δεν ονομάζονται καν στην ποίηση της Καπλάνη, είναι εκεί με την ένδειξη «νησί», με το όνομα του γένους, που εκφράζει την απομόνωση και την οδό προς την αυτοδημιουργία. Και ενώ η ποιήτρια γράφει για συνθέσεις φωτογραφίας και πίνακες ζωγραφικής ταλαντούχων ανδρών, αποκαθιστά την εικόνα στην αρχική της ιδιότητα της αντανάκλασης και συλλαμβάνει με τον δικό της φακό τη στιγμή που η γυναίκα αποφασίζει να γράψει το κεφάλαιο της Ιστορίας που της αναλογεί, τονίζοντας την ισορροπημένη σχέση ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες, αυτή που αναδύεται μέσα από την τέχνη. Θα εγκαταλείψει πρώτα το λαβύρινθο, αλλά θα είναι έτοιμη να φύγει, όταν τον μετατρέψει στο αντίθετο: ευθεία οδό που οδηγεί στη θάλασσα, σύμβολο κατακτήσεων, με συντροφιά πάντα το μίτο που συμπληρώνει το αρχέτυπο. Το ομιλούν υποκείμενο, όποια και αν είναι η ένδυσή του, φαντασιακή ή κοινωνική, χρειάστηκε τέσσερα βιβλία, τέσσερα σκαλιά, για να φτάσει σε αυτή τη σοφία.<br />
Μέσα στο εφήμερο σκοτάδι εγγράφεται το επικείμενο φως. Άγγελοι εμφανίζονται σε πολλές μορφές και πολλούς ρόλους, αν και συχνά στην ποίηση η λέξη που κρύφτηκε κάτω από τη γλώσσα και δεν ειπώθηκε ποτέ είναι η πιο σημαντική. Παράδειγμα ο μύθος του Μινώταυρου, πολύσημη φιγούρα που έχει προκαλέσει τη συγγραφή σημαντικών μελετών. Τα μοτίβα Αριάδνη, λαβύρινθος, μίτος παίζουν με περισσή τέχνη τους ρόλους τους, λειτουργούν απελευθερωτικά, αλλά απουσιάζει ο Μινώταυρος και μαζί του ο αδελφός εχθρός, ο Θησέας. Το κακό εξορκίζεται; Ή μήπως είναι το συστατικό στοιχείο της γραφής, κρυμμένο σε ένα λαβύρινθο-παρελθόν ή και στο δρόμο μας, μπροστά μας, χωρίς ακόμη να το βλέπουμε; Ο λόγος, όπως η ζωή, είναι εφήμερος. Η γραφή παραμένει, όπως ο θάνατος. Ίσως γι’ αυτό ο χαρτοκόπτης είναι πιο δυνατός από την πένα, καθώς ανατρέπει τη ρομαντική μεταφορά του παλαιομοδίτικου πλέον ξίφους που υποκλίνεται μπροστά στην παντοδύναμη γραφή. Ο χαρτοκόπτης είναι πλάι στο χαρτί, αλλά όχι για να το γεμίσει με γράμματα-κενά ή να κόψει άγραφες σελίδες∙ απελευθερώνει, από τα σίδερα της έμπνευσής μας, ποιήματα που δεν έχουν ακόμη ωριμάσει, δεν έχουν κατακτήσει το δικαίωμα στη γραπτή έκφραση (2010: 10).<br />
Από την πρώτη σελίδα της τετραλογίας οι μύθοι της ποιήτριάς μας κρύβουν αντιθέσεις, υποθάλπουν σπαραγμούς. Η Γυναίκα συναντιέται με το σύνολο της κοινωνίας, μόνο όταν η Αριάδνη γνωρίζει τον Διόνυσο. Τότε αρχίζει η αντιφωνία του συλλογικού πεπρωμένου (2015: 44). Η γυναίκα, Πηνελόπη και Άλκηστις, ανάγεται επιπλέον σε Βακχίδα, σε ολοκληρωμένη γυναίκα συνάμα της αγάπης και του πάθους. Προσοχή, ωστόσο. Η λέξη «σώμα», που επαναλαμβάνεται στην ποίηση της Καπλάνη, κυρίως στο τέταρτο βιβλίο, παραπέμπει συχνά σε αντικείμενο αναφοράς σχεδόν άυλο, σαν να επρόκειτο για ένα όνειρο, μια επιθυμία, όπως στο Φαίδρο (237 d 4), «επιθυμία τις ο έρως»:<br />
δίχως συνείδηση φύλου<br />
οπτασία αέρινη<br />
σε ρόλο γυναίκας (2015: 68).<br />
Το σώμα ενδύεται με αιθέριες λέξεις, αγγέλου και όχι θνητού: αιφνίδιο φως αστρικό σώμα / άγγελος φωνήεις (2010: 22, πλάγια στο ποίημα). Το σώμα ωστόσο έχει την ιδιότητα να θυμάται / ό,τι δεν έζησε (2010: 11, πλάγια στο ποίημα), προφανώς γιατί η στέρηση είναι πιο δυνατή από τον έρωτα, ενώ ταυτίζεται με το στίχο, την ποίηση, το λόγο:<br />
δεν υπογράμμισα τους στίχους σου<br />
κατοίκησα μέσα τους<br />
χωρίς να το γνωρίζεις (2010: 16).<br />
Δεν είναι τυχαίο ότι το τρίπτυχο μοντέλο Αριάδνη-Πηνελόπη-Οδυσσέας (2007: 12, 22) οδηγεί σε συνεχείς παραλλαγές του μύθου και συνδέει το μυστικό του Λαβυρίνθου με το υφαντό της παραδοσιακής γυναίκας και το αδιάκοπο ταξίδι του αιώνιου άνδρα. Άγγελος-γυναίκα-λόγος (2010: 16), άγγελος-γυναίκα-μητέρα (2013: 69), άγγελος-γυναίκα-έρωτας (2015: 84), πάντα στο πλευρό της γυναίκας, ο άγγελος τη βοηθά να δει κατάματα το φως: εκεί μέσα ένα κορίτσι μεγαλώνει / στον ίσκιο μιας γυναίκας (2010: 30). Ζούμε στον ίσκιο μιας καταπιεσμένης γυναίκας ή ακόμη στην αντανάκλαση του ίσκιου της, πολύ μακριά από την Ιστορία, όχι ως Ιδέα αλλά ως είδωλό της. Και όμως, η γυναίκα διπλή μορφή / ασκητική και θυελλώδης (2013: 37, πλάγια στο ποίημα) περικλείει την έννοια του μετασχηματισμού. Ο λόγος του ποιητικού Εγώ, όταν εκφέρεται από γυναικείο πρόσωπο, γεννά αυτομάτως άπειρα σχήματα. Ο μίτος βρίσκεται στα χέρια τής γυναίκας, που αρχίζει με την αρχέγονη μορφή της –είναι η Αριάδνη– και φτάνει στην απώλεια της ταυτότητάς της. Καθώς σε αυτή τη φάση της ζωής της αντιπροσωπεύει τέλεια το ασθενές φύλο, η απόλυτη πίστη της στον Θησέα ανταμείβεται με προδοσία και εγκατάλειψη. Χωρίς πρότυπο πλέον, η πορεία της προς την κατάκτηση δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα τον δυναμικό άνθρωπο σε μια νέα αρχή. Συναντά τον Διόνυσο και αγέρωχη, ισόθεη τώρα, ενσαρκώνει το διονυσιακό πάθος, και αυτή η αλλαγή εκπροσωπεί το θρίαμβο μέσα από συναισθήματα που η ίδια τα θέλει ανεξέλεγκτα, αλλά χωρίς καμιά απολύτως συγγένεια με τη μητέρα της Πασιφάη.<br />
Επιπλέον, η μυθική Αριάδνη, όσο γήινη ή βακχική και αν είναι η μορφή της, εξαγιάζεται και παραμένει η άλλη όψη του αγγέλου. Άγγελος και Αριάδνη τοποθετούν ανάμεσά τους τη γυναίκα, που, δυνάμει μητέρα, δεν παύει να συνδηλώνει την προσφορά, τη θυσία, την αγάπη. Ταξιδεύει στο διάστημα σαν άπατρις άγγελος, ανάμεσα σε γη και ουρανό,<br />
φέρει τα βέλη του φεγγαριού στα κύτταρα<br />
χαραγμένο των αιώνων το πέρασμα (2007: 10).<br />
Τότε η γυναίκα θα πάρει το τόξο και τα βέλη της<br />
θα βγει να σημαδεύει φως (2007: 11).<br />
«Πάντα εκεί», στο σπίτι, θεά αλλά και κόρη της Εστίας, χωρίς καμιά προοπτική, στιγματισμένη, πληγωμένη από τα σύμβολα του σκότους που προσπαθεί να ξεπεράσει με δάνειο φως. Χαρακτηριστικό της γυναίκας-Σελήνης είναι ότι βλέπει και βλέπεται με φως που δεν πηγάζει από το δικό της βλέμμα, σαν να είναι το πεπρωμένο της ο δορυφόρος της Γης.<br />
Άγγελος-γυναίκα-λόγος. Τα λόγια του ποιητικού υποκειμένου αναρριχώνται στα φτερά (2010: 16, πλάγια στο ποίημα) του αγγέλου για να αναδυθεί ένα ακόμη τρίπτυχο. Και ο λόγος είναι άγγελος, λόγος συχνά χωρίς σημαίνοντα, λόγος άφατος, βιβλίο άγραφο. Οι άγγελοι-αγγελιοφόροι φέρνουν τα μηνύματα του Ουρανού στη Γη∙ η γυναίκα λαμβάνει τα μηνύματα, τα ξαναπλάθει και γεμίζει σελίδες που παραμένουν εντούτοις κενές. Με τη γυναίκα πνεύμα και μύθο, η ποιητική έμπνευση εγκαθίσταται στην καρδιά της καθημερινότητας. Με τα αρχετυπικά τρίπτυχα, η Καπλάνη οργανώνει τη μεταμόρφωση και ανοίγει δρόμους που θα γίνουν σκηνή και θάλασσα, για νέες παραστάσεις και άλλες εμπειρίες, μια καινούργια ζωή, με φως και δάκρυ (2013: 9).<br />
Γυναίκα-ουρανός-γη. Η δεύτερη ενότητα της δεύτερης σύνθεσης είναι αφιερωμένη στη Β.Μ. Η γήινη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού συνδέει τον άγγελο, ουράνιο αντικατοπτρισμό της γυναίκας, με τον αρχέγονο άνθρωπο, πλασμένο από πηλό αλλά και πνοή, που αναδύεται σε τραγούδι. Άπατρις πολίτης του ουρανού (2010: 44, πλάγια στο ποίημα), άπατρις πολίτις της γης, ο άγγελος και η γυναίκα δένουν τον Ουρανό με τη Γη, ενώ μένουν έξω από το χώρο, ταξιδεύουν στον μη-χρόνο, με στόχο να συναντήσουν αυτό που υπάρχει ως απουσία. Σύμβολο του συνόλου των ουράνιων όντων, ο άγγελος επικουρεί τη γυναίκα να φέρει γαλήνη στην ανθρωπότητα. Πρώτη του αποστολή να συμπληρώσει το κενό που άφησε στη ζωή μας η απουσία του θεϊκού:<br />
άγγελος πανσέληνος<br />
αμίλητος στο ανοιχτό παράθυρο<br />
οι οιωνοί σιωπούν</p>
<p>ανάμεσα στο θεϊκό και την απουσία του<br />
σχοινοβάτης σε ασταθή ισορροπία (2010: 21).<br />
Ενώ ο άγγελος ορά το ανομολόγητο (2010: 13, πλάγια στο ποίημα), μοιράζεται με τη γυναίκα τη γη και τον ουρανό, συνεργάζονται για να επικοινωνούν αρμονικά οι δύο σφαίρες. Ο άγγελος, αν και εκπρόσωπος του φωτός (2010: 22), δεν είναι απλό φως. Εναρμονίζεται με το αντίθετό του, τη σκιά, αψηφώντας τα όρια, κουρνιάζει στο σώμα της γυναίκας την ίδια στιγμή που το προικίζει με την υπόσταση μιας παράδοξης σκιάς που εκπέμπει φως (2010: 35). Τα πράγματα δεν θα είναι ποτέ πλέον σταθερά και αμετάβλητα. Οι μεταμορφώσεις θα οδηγούν τη γυναίκα στην αιωνιότητα. Ο άγγελος δακρύζει. Όπως οι πρωτόγονοι στοχάζονταν με την καρδιά τους, ο άγγελος, με τα δάκρυά του (2007: 38), παραμένει πιστός στον συναισθηματικό τρόπο σκέψης. Δεν διστάζει μάλιστα να βγάλει τα φτερά του σαν να είναι ένδυμα (2010: 13), να μείνει γυμνός, όπως οι πρωτόπλαστοι.<br />
Στη δεύτερη σύνθεση κυριαρχεί ο άγγελος σαν ήρωας της αφήγησης και της ζωής. Και ενώ στο τέλος του βιβλίου χάνεται στο δάσος, εμφανίζεται ξανά στο τρίτο με το χαμό της μητέρας. Η απώλεια αγαπημένου προσώπου προσθέτει στην ποίηση της Καπλάνη μια βιωματική διάσταση –το πιο επικοινωνιακό είδος ποίησης–, την ίδια στιγμή που ο άγγελος επανέρχεται να συμπληρώσει το αρτιγενές κενό. Ίσως βέβαια να μας λέει και το αντίστροφο: η γυναίκα μετουσιώνεται σε προστάτη άγγελο όταν γίνει μητέρα.<br />
Η δεύτερη ενότητα του τρίτου βιβλίου, αφιερωμένη στη μητέρα, αρχίζει με τη γλώσσα των συναισθημάτων και των αρχετύπων:<br />
Καλοκαιρινό πρωινό<br />
η πόλη κρύβεται στην καταχνιά<br />
ο άγγελος αποκοιμήθηκε στη σκάλα (2013: 51).<br />
Είτε ανεβαίνει είτε κατεβαίνει τη σκάλα, ο άγγελος οδηγείται πάντα στη γνώση – του πνεύματος ή του ασυνειδήτου. Τη σκάλα την ανεβαίνουμε σκαλί-σκαλί, δηλαδή με ανθρώπινο βηματισμό και όχι με τα φτερά ουράνιου όντος. Η αγωνιώδης ερώτηση παραμένει αναπάντητη: Γιατί δεν χρησιμοποιεί ο Ουρανός τη σκάλα να συναντήσει τη Γη; Γιατί αυτή η ατελείωτη μοναξιά ανάμεσα στο πιο αρχέγονο ζευγάρι της Ησιόδειας Θεογονίας;<br />
Μια ποιητική απάντηση είχε δώσει το Εγώ στο πρώτο βιβλίο, όταν δεν μπόρεσε να βρει το σπίτι της Αριάδνης: Τώρα στη θέση του σπιτιού / έπεσε ένα αστέρι (2007: 22). Το φαίνεσθαι αποκτά οντότητα στην ποίηση της Καπλάνη, το μετέωρο γίνεται αστέρι, πηγή φωτός και κοσμικό σύμβολο, παραμένει ωστόσο λίθος και χτίζει το σπίτι της Αριάδνης, ενώ κουβαλά πλήθος νοημάτων, όπως γενικά ο μεταφορικός λόγος στην ποίησή της. Μοιάζει να μας λέει: δεν είναι ερμητικό, αλλά πώς θα το διαβάσεις; Καλύτερα να μην το ερμηνεύσεις, να μην το περιορίσεις. Ή αν το ερμηνεύσεις να αφήσεις ένα μικρό άνοιγμα στο τέλος.<br />
Σε επόμενο βιβλίο η ποιήτρια θα εκφράσει μια απορία με την ιδιότητα της φιλολόγου και κριτικού λογοτεχνίας:<br />
τόση αφήγηση και δεν κατάλαβα ποτέ<br />
η επανάληψη σκότωσε το μήνυμα<br />
το διαμέλισε<br />
οι ερμηνείες το παραμόρφωσαν (2013: 70).<br />
Καθώς το ποιητικό μήνυμα δεν είναι ποτέ μονοσήμαντο, η μοναδικότητά του ίσως και να αυτοαναιρείται με την αδέξια ερμηνεία. Ίσως τελικά οι ερμηνείες ποιημάτων θα πρέπει να γίνονται από (δυνάμει έστω) ποιητές. Οι τεχνίτες του λόγου και από τις δύο πλευρές –λογοτέχνες ή κριτικοί– λαξεύουν το λόγο, αλλά τον μετατρέπουν σε λόγια, σε έπεα πτερόεντα, όταν ξεχνούν να του δώσουν πνοή. Το παιχνίδι με τα πολλαπλά νοήματα είναι γόνιμο μέσα στην τάξη, επιβάλλεται από την πολλαπλότητα των συμμετεχόντων, όχι όμως στο δωμάτιο του μοναχικού αναγνώστη. Τότε κινδυνεύει να νιώσει και ο ίδιος εγκλωβισμένος, καθώς εγκλωβίζει το ποίημα. Με άλλα λόγια, οι θεωρίες της ερμηνείας είναι τα θεμέλια της ανάγνωσης και όχι το οικοδόμημα.<br />
Η διαλεκτική σχέση ζωής-κειμένου οδηγεί στη διαπίστωση ότι η κατάκτηση της γραφής ανήκει στο χώρο του αδυνάτου:<br />
η ζωή γίνεται πάλι κείμενο<br />
οι λέξεις αναιμικές δεν βγάζουν ήχους<br />
κι εσύ επιμένεις ν’ ακουστούν (2010: 15).<br />
Η ποιήτρια ξεπερνά την πραγματικότητα για να ταυτιστεί με το βιβλίο της∙ παλεύει ανάμεσα στη σιωπή των λέξεων και την προσδοκία του ακροατή της. Γιατί η ποίηση θα είναι πάντα γραπτό κείμενο και συνάμα προφορικός λόγος, εκφορά των πρώτων ραψωδών. Και είναι αλήθεια ότι η παύση ανάμεσα στις λέξεις, η σιωπή, η αναμονή γεννούν το λόγο: άσε στη γλώσσα ένα λεπτό πέρασμα / ν’ αναπνέει ο λόγος (2010: 12). Υπάρχουν ραγισματιές στις λέξεις που τους επιτρέπουν να αναπνέουν με τον δικό τους αέρα. Παράδειγμα η λέξη «χαρτοκόπτης» (2010: 10), που παραπέμπει στο Κεκλεισμένων των θυρών, ένας χαρτοκόπτης στο τζάκι της κόλασης, εκεί που όλα τα βιβλία έχουν καεί.<br />
Υπάρχεις σε ό,τι οι άλλοι / αγνοούν για σένα (2015: 48). Η χρησιμότητα των άλλων δεν είναι, όπως στον Sartre, για να αποκτήσουμε μια συνολική εικόνα του εαυτού μας. Και στην ποίηση της Καπλάνη οδηγεί στην αυτογνωσία και την αυτοδημιουργία, αλλά, κοντά και στη λακανική φιλοσοφία, η ωρίμανση επιτυγχάνεται όταν ο άλλος αποστρέψει το βλέμμα του∙ όχι μέσα στο βλέμμα τού Άλλου, αλλά στα κενά που μας επιτρέπει να έχουμε.<br />
Ας θυμηθούμε τον Σωκράτη που χρησιμοποιεί τον Ησίοδο για να ερμηνεύσει τη χρήση λέξεων σε ποίημα του Σιμωνίδη (Πρωταγόρας 340 d). Το Εγώ του αναγνώστη ταυτίζεται με το ασυνείδητο του ποιητή. Ας ακούσουμε, με τη σειρά μας, τη φωνή του Αργύρη Χιόνη και του Γιάννη Βαρβέρη:<br />
Μ’ αυτό που δεν λέει<br />
μ’ αυτό που σκόπιμα<br />
ή εν αγνοία του αποσιωπά<br />
μ’ αυτό που ούτε καν<br />
υπονοείται με τα λόγια του</p>
<p>μ’ αυτό μας πείθει ο ποιητής.</p>
<p>Περιουσία μας είναι<br />
ό,τι έχουμε χάσει<br />
Αυτό εξηγεί γιατί η φωνή φέρει πάντα το στίγμα της αιωνιότητας κάθε φορά που κατορθώνει να αναδυθεί μέσα από τη σιωπή. Καθώς εκφέρει τη φράση στην πλήρη λόγου σιωπή (2007: 56, πλάγια στο ποίημα) στο τέλος της πρώτης σύνθεσης, ετοιμάζεται να γράψει εγώ σιωπή στη δεύτερη (2010: 11), ταυτίζοντας το Εγώ με το λόγο, ενώ στην τρίτη σύνθεση η λέξη «σιωπή» επαναλαμβάνεται στα ποιήματα για τη μητέρα. Εδώ, προφανώς, σημαίνει κάτι διαφορετικό από τη δύναμη που ο λόγος συσσωρεύει μέσα στη σιωπή, εκτός και αν, ύστερα από προσεκτική εξέταση, μπορούμε να διακρίνουμε την άρνηση του λόγου, ή και την αδυναμία του, να οδηγήσει σε λύτρωση. Στην τέταρτη λόγος και σιωπή ανήκουν σε αντιμαχόμενες πλευρές, για να αναδείξουν τη δύναμη ενός διφορούμενου Εγώ κρυμμένη μέσα σε μια υπόγεια όψη του εαυτού του, μέσα στο δικό του ασυνείδητο.<br />
Η ποίηση της Καπλάνη μας προτρέπει να αναρωτηθούμε: Τι σημαίνει το Εγώ στην ποίηση; Πώς μεταμορφώνεται από τη συγκεκριμένη ταυτότητα του ποιητή ή της ποιήτριας σε σύμβολο; Τι δανείζεται και τι απορροφά από τον κόσμο γύρω του; Τι επιστρέφει διευρυμένο, αναδημιουργημένο, στον περίγυρό του; Η ποιήτρια απαντά με εναλλαγή πλαγίων και όρθιων γραμμάτων. Πολλά ποιήματα είναι γραμμένα με πλάγια γράμματα, με πρωταγωνιστή το ποίημα «Πρόλογος» του πρώτου βιβλίου. Και ενώ στον γραπτό λόγο τα πλάγια σηματοδοτούν το λόγο του άλλου, εδώ τα πλάγια, καθώς εκφέρονται από το ποιητικό Εγώ, σημαίνουν ότι το εγώ είναι ο άλλος ή ότι, όπως στην περίπτωση του Rimbaud, «το εγώ είναι ένας άλλος». Με αυτό το εύρημα, το Εγώ αναδεικνύεται εκφραστής του λόγου της απουσίας, ενώ δεν μπορεί παρά να είναι πάντα παρόν, όταν υπάρχει ομιλούν υποκείμενο. Ενδείξεις αόρατης παρουσίας, τα πλάγια επιβάλλουν μια συγκεκριμένη ανάγνωση: το Εγώ ως λόγος του Άλλου συνθέτει μια δεύτερη αναγνωστική φωνή του υποκειμένου.<br />
Στο τρίτο βιβλίο, καθώς είμαστε θεατές στο χορό της εναλλαγής των γραμμάτων όρθια-πλάγια, συναντούμε ένα αεικίνητο Εγώ που ανατρέπεται και απουσιάζει ακόμη και όταν ονομάζεται, συνθέτοντας την παράδοξη απουσία τού Εγώ. Σε αυτό το δίλημμα μας καλεί να απαντήσουμε το ποιητικό υποκείμενο. Τα πλάγια που μας κράτησαν σε αναμονή στα δύο προηγούμενα βιβλία, τώρα μας αποκαλύπτουν την κρυφή σημασία τους. Η γυναίκα έχει δύο φωνές, τη δική της και του άνδρα κατακτητή. Ωστόσο, τα λόγια των άλλων δεν είναι εδώ κοινωνιόλεκτος αλλά ούτε λόγος της εξουσίας. Η τέταρτη συλλογή απαντά με διάλογο. Ακούγεται πρώτα η φωνή της μυθολογικής ηρωίδας της αφήγησης, γραμμένη με πλάγια, απάντηση σε υπαρξιακά ή μεταφυσικά ερωτήματα:<br />
εγώ η ιέρεια των αρχαίων καιρών (2015: 11)<br />
και συνεχίζει η φωνή της αφηγήτριας, της ποιήτριας, με όρθια:<br />
αντάμωσα προς στιγμήν την Αριάδνη (2015: 12)<br />
ή και διάλογος ανάμεσα σε δύο φωνές, η μία μέσα σε καθρέφτη, η φωνή του άνδρα και της γυναίκας ή ακόμα η φωνή του Άλλου, του ασυνειδήτου, και η ώριμη φωνή της συνείδησης:<br />
δύο σήμαντρα δύο φωνές συντονίζονται<br />
στον αρμονικό ήχο της καρδιάς μας […]<br />
δραπέτευσε ο αγαπημένος<br />
υπάκουσε στης φρόνησης την εντολή […]<br />
και το φεγγάρι κρύφτηκε μέσα μου για πάντα<br />
ολόγιομο με τα ιερογλυφικά του έρωτα (2015: 15-16)<br />
Το Εγώ πλάγια είναι αντανάκλαση σε κάτοπτρο ή και αντικατοπτρισμός. Δύσκολο ωστόσο να κρίνεις αν τα πλάγια ανήκουν στην ομιλία του Εγώ, είτε γιατί το Εγώ δεν προέρχεται πάντα από το ομιλούν υποκείμενο, είτε γιατί συμπεριλαμβάνει ένα άδηλο μη-Εγώ:<br />
ενσωματώνω το χώρο σου<br />
ταξιδεύεις εντός μου<br />
απ’ το παράθυρό σου ατενίζεις<br />
περίτεχνους αντικατοπτρισμούς<br />
ωκεανού σημάδια<br />
και μιαν ανατολή<br />
που ρίχνει στο βυθό τα γράμματα της νύχτας (2013: 28).<br />
Στην τρίτη σύνθεση κάποια ποιήματα ονομάζονται α ή β. Και δεν εκπλήσσει πλέον το γεγονός ότι το α αντιστοιχεί στο εσύ, το δεύτερο και όχι το πρώτο πρόσωπο της γραμματικής. Εσύ: η κρυφή μορφή του Εγώ. Εσύ και όχι αυτό. Ένα ανελέητο εγώ μιλά στο εσύ-άλλος, στο είδωλο του εαυτού του σε παραμορφωτικό καθρέφτη, που δεν αντανακλά μονάχα το πρόσωπο ή το σώμα αλλά και το βαθύτερο ή άγνωστο εγώ. Συμμετέχουμε σε ταξίδι μέσα σε κάτοπτρα, στην ψυχή μας, στην αυτογνωσία. Συναντώ το είδωλό μου, για να με γνωρίσω καλύτερα και μέσω των μεταμορφώσεών μου να επιστρέψω στον πραγματικό εαυτό μου. Η αντανάκλαση στον καθρέφτη οδηγεί στο μυστικό του λαβυρίνθου. Κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ο κατεξοχήν χώρος για να πραγματοποιηθεί η ολοκλήρωση της ψυχής. Η Γυναίκα έχει τελικά το δικό της μακροχρόνιο ταξίδι να προτείνει.<br />
Αν και η εναλλαγή ανάμεσα σε πλάγια και όρθια γράμματα δίνει την εντύπωση μιας συστηματικής σκέψης, τίποτε δεν παραπέμπει σε κατασκευή. Η ποιήτρια μας προσκαλεί να ταξιδέψουμε στο χώρο της δικής της δημιουργίας που, με τη σειρά της, ταξιδεύει από την αρχαία ελληνική μυθολογία μέχρι τη σημερινή σιδηρά εποχή.</p>
<p>Με τις επιλογές των συμβόλων της, η Καπλάνη εντάσσει την ποιητική τέχνη της σε εκείνα τα αρχέτυπα που θέλουν τη γυναίκα κόρη της Γης και τον άνδρα γιο του Ουρανού αλλά χωρίς αξιολογική κατάταξη όπως στην ανθρώπινη κοινωνία. Ακόμη και στον μισογύνη, όταν αναφέρεται σε θνητές, Ησίοδο , η Γαία γέννησε τον Ουρανό και, μεγαλόψυχη, τον έκανε «ίσον εωυτή» (Θεογονία 126). Μέσα σε αυτό το πνεύμα ο γυναικείος λόγος δεν είναι φεμινιστικός. Εχθρός δεν είναι ο άνδρας αλλά δυνάμει εχθρός η άγνωστη που κρύβεται στην ψυχή της γυναίκας και μάλιστα πολύ πριν από την τέταρτη σύνθεση με τον τίτλο Η άγνωστη φίλη:<br />
Ό,τι αναζητάς ποτέ δεν βρίσκεις<br />
αν δεν φιλιώσεις<br />
με κείνη την άγνωστη μέσα σου<br />
φύλο φεγγαριού<br />
μόνη εκείνη εγγράφει στο σώμα σου<br />
κύκλους αλάθητους<br />
που σε διατρέχουν (2007: 23)<br />
Η ποίηση της Καπλάνη έχει ένα δικό της τρόπο να σε οδηγήσει σε μια φιλοσοφική θέαση του σύμπαντος. Όταν οι λέξεις αντλούν τη δύναμή τους από τη μυθολογία και την ικανότητά μας να δημιουργούμε μύθους, η ποίηση ξεκινά από τη γνώση της αρχής, για να φτάσει στον προορισμό τής ανθρώπινης ύπαρξης, που δεν είναι το τέλος, ο θάνατος, αλλά ένα πεπρωμένο σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, το ταξίδι στην ανοιχτή θάλασσα ή μέσα στον κλειστό λαβύρινθο. Χτισμένη με υπαινικτικές εικόνες και έντονο εσωτερικό ρυθμό, που δεν διστάζει όταν χρειαστεί να ανατρέψει τον παραδοσιακό, η ποίησή της δεν διστάζει επίσης να αλλάξει το παρελθόν, για να χτίσει ένα καινούργιο, γόνιμο μέλλον, γεμάτο περιπλανήσεις στο πηγαίο φως του ήλιου ή στο δάνειο φως του φεγγαριού.<br />
Πώς θα μπορούσε να συνεχίσει την ποιητική της πορεία η Βικτωρία Καπλάνη; Ξεκίνησε με πρωταγωνίστρια ένα σύνθετο ον που έπαιξε πολλαπλούς ρόλους, με στόχο να φτάσει στο λαβύρινθο, στον σκοτεινό καθρέφτη του ποιητικού σύμπαντος. Τώρα πλέον είναι έτοιμη να αρχίσει το αντίστροφο ταξίδι, που δεν είναι έξοδος αλλά η αποδοχή του πνεύματος από την ύλη, του Ουρανού-υιού από τη Γαία-μητέρα. Όλα σχεδόν τα ποιήματα της τετραλογίας καλλιεργούν το έδαφος της επικείμενης ιερής συνάντησης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Μεταίχμιο</strong></h4>
<h4></h4>
<h4><strong>ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ</strong></h4>
<p>CULTUREBOOK.GR 19/9/2021</p>
<p>Η ποιητική σηματοδότηση μιας επανεκκίνησης</p>
<p>Στη ροή της ζωής όλα μεταβάλλονται. Αυτό όμως που μεταβάλλεται πιο αθόρυβα και ύπουλα είναι η σχέση με τον χρόνο. Ο χρόνος στην πραγματική του διάσταση, ο χρόνος της παιδικής ηλικίας, ο χρόνος ο επινοημένος, ο συνεπτυγμένος και χαοτικός, ο ποιητικός χρόνος, ο χρόνος ο υπερπραγματικός κι ο χρόνος του ονείρου.<br />
Η αναμονή ώστε κάτι θεαματικό κάτι σαν θαύμα να συμβεί, κάτι σαν έκλαμψη προφητική μέσα στην ανθρώπινη ερημιά- σηματοδοτεί από επιλογή μια κίνηση καθοριστική κι ένα καταφύγιο γαλήνης πέρα από τα πεδία συγκρούσεων, ανταγωνισμών, αντιπαραθέσεων, αντιπαλοτήτων, πέρα από τη συνήθη γρίνια, τη μιζέρια, τα παράπονα, αλλά και τις νέες απαιτήσεις και ταχύτητες που συνθλίβουν την ανθρώπινη ζωή.</p>
<p>Η Βικτωρία Καπλάνη στην πέμπτη ποιητική της συλλογή κηρύττει χαμηλόφωνα μια θαυμαστή επανεκκίνηση. Ένα είδος επαναφοράς -αφού έχουν κλείσει τα θέματα ανασκόπησης, επανεκτίμησης, σαν ξεκαθαρίσματα λογαριασμών- μια επανασυγκρότηση πεπραγμένων, μια ενατένιση σε οικοδομήματα και ερείπια, στήνει τα πράγματα σ&#8217; ένα πλαίσιο λειτουργικό με ό,τι αξίζει κι ό,τι προσλαμβάνεται πλέον ως απολύτως σημαντικό. Το ποιητικό σώμα-φλοιός ντύνεται με νέους δακτυλίους οι οποίοι προσδίδουν στο δέντρο μεγαλύτερη ηλικία, αλλά και μεγαλύτερη σοφία, ευστάθεια, σταθερότητα και ισορροπία.</p>
<p>Ο τίτλος «Μεταίχμιο» είναι λιτός και σε κάθε περίπτωση υπαινικτικός. Μεταίχμιο σύμφωνα με τη δική μου πρόσληψη σημαίνει ότι αφίχθηκε η κατάλληλη στιγμή, το πλήρωμα του χρόνου, ένα σημείο καθοριστικό σε μια πορεία, σαν ένα σταυροδρόμι, μια γέφυρα, ένα σταθμό τρένου, ένα σημείο καμπής και μετάβασης, ένα σημείο κρίσιμο, ένα βήμα ανεπίστρεπτο, ένα πέρασμα σε μια αλλαγή, όμως χωρίς επιστροφή.<br />
Η ποιήτρια σηματοδοτεί μέσω της ποιητικής μεταφοράς το ποιητικό μεταίχμιο της ζωής της με ένα αποτελεσματικό μοντάζ από συγκολλήσεις θραυσμάτων, ό,τι θυμάται, ό,τι ανακαλεί, ό,τι απομονώνει πετυχαίνοντας παράλληλες συνδέσεις ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, το υπαρκτό και το ανύπαρκτο, το φυσικό και το μεταφυσικό. Η Καπλάνη που γράφει κατ&#8217; εξοχήν στοχαστική ποίηση, διανθισμένη πάντα με εξπρεσιονιστικά στοιχεία, επιχειρώντας ν&#8217; απομονώσει το νόημα και την ουσία μέσα σε έννοιες που την απασχολούν στέκεται στιβαρή εκεί που ανασαίνει η Ποίηση, συνενώνοντας πανανθρώπινες συνδέσεις σ&#8217; έναν χάρτη ή κι ένα σύννεφο πανανθρώπινων συναισθημάτων όπου όλα και όλοι συνδέονται μεταξύ τους με αόρατες μεταξωτές κλωστές, σε ισότητες κι ανισότητες, στο μεγάλο σχέδιο της ζωής, με θραύσματα από λύπες, φόβους, έρωτες, θανάτους, μνήμες, χρόνους, χαρές και πόνους.<br />
Μέσα από μια πύλη εξαγνισμού περνάει μέσα από αυτήν την συλλογή της η ποιήτρια, μπαίνοντας μεσήλικας και βγαίνοντας κοριτσάκι με έκδηλη την ανάγκη να κυλιστεί στην αθωότητα σαν σ&#8217; ένα λιβάδι χαμομήλια, έχοντας πάντα κάτι δικό της να πει και να εξομολογηθεί, που δεν είναι ούτε δανεικό ούτε παραφθαρμένο κι αυτό κατά τη γνώμη μου κάνει την ποίησή της τόσο αξιοπρόσεκτη.<br />
«ψιχάλισμα φωνών σκιών συναπαντήματα/ ένα παιδί βρήκε στο δρόμο ένα κλειδί/ σαν το ανίκητο γιατί/ χαράζει τη διαδρομή»</p>
<p>Η μεστότητα του συγκροτημένου ποιητικού λόγου και το βάθος του στοχασμού της Βικτωρίας Καπλάνη, με μια φωνή που τη χαρακτηρίζουν η ευσέβεια και η φυσική ευγένεια κι όχι η προσπάθεια κάποιου ματαιόδοξου φθηνού εντυπωσιασμού, αποκαλύπτουν το μεταιχμιακό σημείο όπου στέκεται η ποιήτρια, η οποία αφού κατέβηκε τον ποταμό, ανέβηκε προς την πηγή και στέκεται εκεί μπροστά της βλέποντας από την πηγή ν&#8217; αναβλύζει ό,τι βαθιά επιθυμεί: Την ένωση με το θείο, την υπέρτατη ελευθερία, την πραγμάτωση του εαυτού, την αφύπνιση και την οριστική ευτυχία, όπως θα τις ήθελε ίσως ο Γάλλος φιλόσοφος και ιστορικός των θρησκειών Φρεντερίκ Λενουάρ.<br />
Ό,τι ζει είναι ιερό, είχε γράψει κάποτε ο μεταφυσικός ποιητής και ζωγράφος Γουίλιαμ Μπλέικ, υπερασπίζοντας όλα τα μικρά και τα μεγάλα, τα ορατά και τα αόρατα που συνθέτουν το πρόσωπο του Θεού έχοντας ζήσει παθιασμένα το κομβικό σημείο του περάσματος από το εφήμερο στο αιώνιο, το σημείο όπου ένας ποιητής, μια ποιήτρια εν προκειμένω συνειδητοποιεί ότι στον χρόνο που απομένει επικεντρωνόμαστε στα αιώνια, που είναι οι σκέψεις, τα αισθήματα, οι ενοράσεις, η σμίλευση του πνεύματος και της ψυχής αφήνοντας πίσω μας τα εφήμερα, την ανάλωση σε ασήμαντες όσο και σε χθαμαλές ανθρώπινες ενέργειες που φθείρουν ανεπανόρθωτα την ψυχή και το πνεύμα και που μοιραία συνυπάρχουν στο τέλμα της ρουτίνας και στην ευτέλεια της κοινοτοπίας.<br />
Παραθέτω αυτούσιο το ποίημα με τον τίτλο «Ο καλλιτέχνης» (σ. 48):<br />
«Κορίτσι με το γαλάζιο φόρεμα/ έρχεται από μακρινούς καιρούς/ η σκιά του ακολουθεί βαθύ μελάνι/ δεν παίζει, δεν γελά, μάχεται με άδηλες εικόνες/ σε στάση αναμονής στο κέλυφος της ουτοπίας/ ή αν προτιμάτε στον τοίχο των θρήνων/ έξω ο φόβος μούλιασε απ&#8217; τη δυνατή βροχή/ έγινε λάσπη πρώτη ύλη δημιουργίας. Θυμάται τον αφιονισμένο καλλιτέχνη/ βάζει φωτιά στα έργα του/ να φτάσει στο κέντρο της ψυχής/ στην έκσταση του χρώματος. Ακούγεται ο ήχος του σφυριού πάνω στην πέτρα/ κάπου ένας δημιουργός σμιλεύει/ θαύματα της μυστικής ζωής/ που δεν κοινωνούνται.»</p>
<p>Κάπου εδώ το τρένο σφυρίζει, η πραγματικότητα μέσα σε καπνούς διαλύεται, αφήνοντας το ένα και μοναδικό ίχνος ζωής στην ποιήτρια για ν&#8217; ακολουθήσει. Γράφει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής (σ.69) Άγγελος ΙΙ: «Το παιδικό τρενάκι έφτασε σε μια νέα πόλη/ η μικρή τρέχει στην άδεια πλατεία/ να πετάξει τον ήλιο χαρταετό/ παίζει κρυφτό με τη σκιά της στις αψίδες/[…]<br />
μέχρι το άγνωστο βαθύ/ να ρίξει πέτρα στη σκεπή/ αθιβολής ανατροπή/ όπως αλλάζει η εποχή/ σημείο πάλι / μηδέν»</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</strong></h4>
<p>Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 29/8/2021</p>
<p>Αντίδωρο ένα μεγάλο ρολόι</p>
<p>«Μεταίχμιο», λέει το λεξικό μου, είναι το διαχωριστικό σημείο ανάμεσα σε δύο αντίθετα ή διαφορετικά πράγματα ή καταστάσεις. Σε κάτι τέτοιο θα πρέπει να παραπέμπει και η ομότιτλη ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη, που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου από τις εκδόσεις Γράφημα. Γιατί, όμως, Μεταίχμιο και ποιες είναι οι αντίθετες καταστάσεις μεταξύ των οποίων καλείται να ισορροπήσει το καινούργιο βιβλίο, αν όντως καλείται να ισορροπήσει μεταξύ κάποιων καταστάσεων; Ανέτρεξα, με το που ολοκλήρωσα το Μεταίχμιο, στην πρώτη συλλογή της Καπλάνη, η οποία κυκλοφόρησε το 2007, υπό τον τίτλο Ήχοι – απόηχοι, και σε όσα είχα γράψει στην Ελευθεροτυπία για την πρώτη τότε εμφάνισή της. Σημείωνα εκεί πως η ποιήτρια, παρά την κάπως καθυστερημένη είσοδό της στα γράμματα, είναι τυπικό παιδί της γενιάς της (της γενιάς του 1980, που είναι και η δική μου γενιά), με τη ζωή να έχει χάσει οριστικά τον μυθικό της χαρακτήρα, την ύπαρξη να τριγυρίζει απεγνωσμένα γύρω από το απαστράπτον κενό της, τον χρόνο να έχει ξεφύγει από τις συμφωνημένες ακολουθίες του και τη μνήμη να μη μπορεί να δαμάσει τον μάταιο πόθο της για επιστροφή σε μια πρωταρχική αθωότητα – κι όλα αυτά, στο πλαίσιο μιας σπαρακτικής απουσίας των όντων. Από την εποχή εκείνη ακολούθησαν άλλες τρεις συλλογές: Λευκές συνομιλίες (2010), Σημείο φυγής (2013) και Η άγνωστη φίλη (2015). Τι συμβαίνει σήμερα και για ποιον ακριβώς λόγο το Μεταίχμιο, η πέμπτη πλέον συλλογή, έρχεται να σημάνει μια μετάβαση;</p>
<p>Λαμβάνοντας υπόψη τις ενδιάμεσες συλλογές, αλλά κοιτάζοντας και τη σημερινή, μπορώ με αρκετή βεβαιότητα να πω πως κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας η Καπλάνη αύξησε και βελτίωσε την εξαρχής προωθημένη τεχνική της, πολλαπλασίασε τις μεθόδους προσέγγισης και επαναπροσέγγισης του αντικειμένου της και πύκνωσε τη σκηνοθεσία του λόγου της (στοιχείο τόσο απαραίτητο όταν μιλάμε για ποίηση). Κατά πόσο, όμως, άλλαξε και τη θεματική της γραμμή ή απομακρύνθηκε πράγματι από την πρώτη συλλογή της; Όσοι έχουν διαβάσει ή πρόκειται να διαβάσουν το Μεταίχμιο, με την προϋπόθεση ότι ξέρουν και την προγενέστερη διαδρομή της Καπλάνη, δύσκολα θα διαφωνήσουν με ένα μικρό σύνολο στοιχειωδών διαπιστώσεων: έχοντας στο παρελθόν χρησιμοποιήσει πολλά σχήματα και συστήματα ποιητικών φωνών, έχοντας επίσης αναμετρηθεί με πλήθος μυθολογικές χροιές και μορφές, αλλά και έχοντας επιπροσθέτως δοκιμάσει να στοιχηθεί πίσω από ποικίλα τεχνάσματα, η Καπλάνη φτάνει σίγουρα πιο απέριττη στο νέο βιβλίο της, όχι μόνο χωρίς την κρυπτικότητα που συνόδευσε γοητευτικά τους στίχους της επί πολλά χρόνια, αλλά και δίχως τις φιλότεχνα επινοημένες αμφιέσεις με τις οποίες έντυσε κατ’ επανάληψη την ποιητική της – στέκει συνεπώς κάπως μακριά από το πώς οργάνωσε και από το πώς υποστήριξε παλαιότερα στο επίπεδο της μορφής τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τους σκοπούς και τη λειτουργία της τέχνης της. Υπό αυτή την έννοια, τα καινούργια ποιήματα της Καπλάνη επιδιώκουν μια πιο άμεση επικοινωνία, αποζητούν το βλέμμα και το νεύμα του αναγνώστη απευθύνοντάς του μιαν οικειότερη χειρονομία. Ας μην τραβήξουμε, ωστόσο, αυτό το νήμα πολύ μακριά. Η Καπλάνη συνεχίζει τη δουλειά της χωρίς υποχωρήσεις και παραχωρήσεις, σμιλεύοντας πάντοτε τις λέξεις και τις εικόνες της και αγνοώντας ευκολίες, συμβάσεις και αυτονόητα.</p>
<p>Μήπως, εντούτοις, έχει αλλάξει κάτι κρίσιμο στο επίπεδο του περιεχομένου; Δεν θα το έλεγα ούτε αυτό. Κάποιοι θάνατοι που πρόλαβαν να μεσολαβήσουν (θάνατοι πραγματικοί και συμβολικοί) δεν μετέβαλαν τον τόνο, κάποιες ακυρώσεις (ακυρώσεις καθημερινές και υπαρξιακές) που ήρθαν να προστεθούν δεν επηρέασαν το κέντρο της όρασης. Τότε, δεν έχει συμβεί εντέλει το παραμικρό; Φυσικά και έχει συμβεί, μόνο που τις λέξεις δεν πρέπει να τις εννοούμε προσφεύγοντας σε λεξικά, όπως έκανα ο ίδιος νωρίτερα. Μεταιχμιακό στο βιβλίο της Καπλάνη είναι εκείνο που αλλάζει χωρίς να το φωνάζει, είναι η απαλλαγή από τα βάρη του παρελθόντος (είδαμε προεισαγωγικά πόσα και ποια βάρη) δίχως τη διάταση των αισθημάτων, είναι ό,τι μεταβάλλει ή και αποβάλλει δέρμα χωρίς να μεταμορφώνεται δραματικά, γιατί επιδιώκει να κρατήσει την αποδραματοποίηση ως βασικό κανόνα οποιουδήποτε ποιητικού εγχειρήματος – ως έδρα μιας ποίησης η οποία δεν έχει πάψει να μας συγκινεί με την αποκαθαρμένη ένταση και με την ακρίβεια της ευθυβολίας της, ακόμα κι αν προσβλέπει, έστω μελαγχολικά, σε ένα λιγότερο άδειο μέλλον:</p>
<p>Το παιδικό τρενάκι έφτασε σε μια νέα πόλη<br />
η μικρή τρέχει στην άδεια πλατεία<br />
να πετάξει τον ήλιο χαρταετό<br />
παίζει κρυφτό με τη σκιά της στις αψίδες.<br />
Παλιό βαγόνι αποθήκη ταξιδιών<br />
αποσκευές ανέγγιχτες<br />
πρόθυμες κάποτε για αναχώρηση<br />
από την ετυμηγορία του χρόνου ατελέσφορη.<br />
Η γυναίκα με το λευκό φόρεμα<br />
σε αντίστιξη με το σκιερό της είδωλο<br />
μοιάζει τελετουργικά κάτι να αποχαιρετά:<br />
ευσεβείς πόθους, εις εαυτόν εντολές, κρυστάλλους ενοχές.</p>
<p>Το παιδί πλησιάζει. Ακούει μελωδικά ακατανόητα λόγια<br />
συνόδευαν χθες το βράδυ παραδόξως τον ύπνο του<br />
της προσφέρει αντίδωρο ένα μεγάλο ρολόι<br />
τιμόνι για το επόμενο ταξίδι<br />
κλεψύδρα χαρμολύπης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ</strong></h4>
<p>ΠΕΡΙ ΟΥ 7/8/2021</p>
<p>Ποιητική Ακροβασία</p>
<p>Η νέα ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη, πέμπτη κατά σειρά, συστήνεται με τον μονολεκτικό τίτλο Μεταίχμιο, που αποδίδει ακριβώς την πρόθεση της συγγραφέως, αλλά και τις κατευθυντήριες γραμμές της καλλιτεχνικής της δημιουργίας. Πιο συγκεκριμένα, η λέξη αποκαλύπτει το οριακό εκείνο σημείο στη ζωή κάθε ανθρώπου στο οποίο πραγματοποιείται ένας απολογισμός ζωής και δράσης και, ταυτόχρονα, μία επανεκκίνηση με τους όρους που ο απολογισμός αυτός προσδιορίζει και προδιαγράφει. Το μεταίχμιο αυτό προσφέρεται άριστα για τη διοχέτευση και τη μετουσίωσή του σε έργο τέχνης στο μέτρο και στο βαθμό που ο δημιουργός, διατηρώντας τη δέουσα απόσταση και την απαραίτητη ψυχραιμία, έχει το μοναδικό προνόμιο να μπορεί να βιώσει και να συλλάβει τις εσωτερικές δονήσεις, τους παλμούς της ψυχοδιανοητικής του συνθήκης και να τους εξωτερικεύσει μέσα και μέσω του ποιητικού λόγου.<br />
Η συλλογή αποτελείται από ελευθερόστιχα, κατά κανόνα, ποιήματα, ποικίλης έκτασης, ο εσωτερικός ρυθμός των οποίων τείνει προς την πεζολογία και αποκαλύπτει μία εξομολογητική διάθεση και τάση. Πράγματι, η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς από την ανάγνωση των ποιημάτων είναι αυτή μιας διερώτησης και μιας διερεύνησης που πραγματοποιεί η ποιήτρια μέσα στον προσωπικό της χωροχρόνο, προκειμένου να συλλάβει τις δυνάμεις που προσδιορίζουν την ουσία και την κίνηση της ύπαρξής της: Ποιος κινεί τα νήματα/ οι πολίτες, ο Θεός/ ή μήπως οι αόρατοι άλλοι; («Ι») Κεντρική θέση μέσα σε αυτήν την κατάσταση και τη διαδικασία έχει η εικόνα, η δύναμη και η επενέργεια της οποίας μοιάζει να καθηλώνει την ποιήτρια σε μία εξ αποστάσεως ενατένιση του τρόπου με τον οποίο αυτή καθορίζει και καθοδηγεί τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου που, αδύναμος να ελέγξει την εξέλιξη της ζωής του, μοιάζει να αδρανοποιείται και να λιμνάζει μέσα σε μία συνθήκη που τον συνθλίβει και τον καταργεί: Γέρικο σκυλί στο πεζοδρόμιο/ αργοπεθαίνει/ άστεγοι μουλιάζουν στις αιφνίδιες καταιγίδες/ συρρίκνωση/ εξαφάνιση («ΙΙΙ») Η συνθήκη αυτή προσομοιάζει στον θάνατο, όχι τόσο τον φυσικό, αλλά έναν θάνατο που συμβαίνει όσο ο άνθρωπος ζει και υπάρχει, τον θάνατο της ανθρώπινης ουσίας του. Στο πλαίσιο αυτό, ο ποιητικός λόγος της Καπλάνη αποκτά μια σκοτεινότητα, μια κρυπτικότητα και μια αφαιρετικότητα που συμπίπτει ακριβώς με το περιεχόμενο και αντανακλά ή, καλύτερα, αντικατοπτρίζει τη δυσκολία και τη δυστοκία των σύγχρονων συνθηκών ζωής να υπηρετήσουν τον ανθρωπισμό και τις αρχές του.<br />
Παρά τη ροπή, όμως, της στιχουργίας της προς την καλλιέργεια ενός ποιητικού πεδίου που εξελίσσεται και ενυπάρχει μέσα στο ημίφως, η Καπλάνη είναι αρκετά ξεκάθαρη, διαυγής θα έλεγε κανείς, στο κομμάτι που αφορά την ευθύνη του ανθρώπου για την πορεία του μέσα στη ζωή και μέσα στον κόσμο. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιοι στίχοι ξεχωρίζουν με την ευθύτητα, την καθαρότητα, τη σαφήνεια τους και που αποκαλύπτουν με τόλμη και τολμηρότητα την αλήθεια του ανθρώπου: πασχίζει να ορίσει μια ρέουσα ταυτότητα («Χ») Αυτή ακριβώς είναι και η βασική μέριμνα και στόχευση της ποιήτριας, η αναζήτηση, δηλαδή, και η ανεύρεση της αλήθειας στο μέτρο και στο βαθμό που αυτή αφορά τον άνθρωπο και τη μοίρα του, νοούμενη όχι τόσο ως την προδιαγεγραμμένη πορεία του μέσα στον χωροχρόνο, όσο ως την ουσία και το νόημα της ύπαρξής του, τη θέση και το ρόλο του μέσα σε μία συγκυρία που θολώνει τον ορίζοντα της εξέλιξης και της προόδου: Αυτός που προείδε σιωπηλά θρηνεί/ δεν βρήκε σκαλοπάτι στη σκοτεινή σκάλα/ ομίχλη, το σπίτι συνεχίζεται στη θάλασσα/ ταξίδι άδηλο προς τι;/ Προς τα πού; («Ανάκτηση κωδικών») Στενά συνυφασμένη με την αναζήτηση αυτή που αφορά τον προσδιορισμό της θέσης και του ρόλου του ανθρώπου μέσα στον χωροχρόνο είναι και η αναζήτηση της ελπίδας στην οποία η ποιήτρια εναποθέτει όχι μόνο τη συνέχειά της ως άνθρωπος, αλλά και ως καλλιτέχνης. Η ελπίδα αυτή είναι φορές που σαρκώνεται στη μορφή ενός παιδιού, αλλά και στην ίδια την έννοια της παιδικότητας ως φορέα της αθωότητας, της αγνότητας, της καθαρότητας: γυρνά σελίδα το όνειρο/ αχνίζουν στη λιακάδα/ σκόρπια στο χώμα ρόδια και μήλα/ η παιδικότητα. («Τα κλειδιά, ΙΙ»)<br />
Ξεχωριστή και σημαίνουσα θέση μέσα στη συλλογή έχουν κάποια ποιήματα που συντίθενται με πυρήνα τους έναν τόπο συγκεκριμένο, γνωστό για την ιστορική του διάσταση και αξία, που προσφέρει στην ποιήτρια το κέντρισμα, την αφορμή και την αφόρμηση προκειμένου αυτή να πραγματοποιήσει έναν απολογισμό και μία αποτίμηση της ζωής, όχι μόνο σε επίπεδο προσωπικό, αλλά και στο επίπεδο μιας γενικότερης ενατένισης και περίσκεψης γύρω από την ανθρώπινη συνθήκη και ουσία. Πρόκειται για μία ποιητική τεχνική κατά την οποία ο δημιουργός εκκινεί από το απτό και το συγκεκριμένο για να εξακτινωθεί και να αναγάγει τη δημιουργία του σε ένα επίπεδο υψηλότερο, αυτό των εννοιών και των προεκτάσεών τους. Από αυτή την άποψη, μια τέτοια ποίηση θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι προσεγγίζει και προσιδιάζει στον συμβολισμό στο μέτρο και στο βαθμό που ό,τι προσλαμβάνεται ως ύπαρξη συγκεκριμένη, είτε πρόκειται για τόπους, είτε για αντικείμενα, προσφέρει τη δυνατότητα για μία συνειρμική πορεία και διεργασία της δημιουργικής σκέψης και πράξης.<br />
Στην πραγματικότητα, βέβαια, και ενώ φαίνεται πως το επίκεντρο της ποιητικής δημιουργίας της Καπλάνη είναι ο άνθρωπος και οι γραμμές που ορίζουν και προσδιορίζουν τον προσωπικό του μύθο, το βάρος της ερμηνείας θα πρέπει εξίσου να πέσει πάνω στην ίδια την ποιητική δημιουργία ως αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της διείσδυσης στον κόσμο και τα μυστικά της ανθρώπινης δημιουργίας και ύπαρξης. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η ποιήτρια, με τον ίδιο τρόπο που στοιχειοθετεί, οικοδομεί και συνθέτει την ανθρώπινη αλήθεια, με τον ίδιο τρόπο τεχνουργεί τις ποιητικές της δημιουργίες σα να πρόκειται για την ανασύσταση του ίδιου της του εαυτού. Έτσι, η ποίησή της αποκτά έναν χαρακτήρα ανθρωποκεντικό, κυρίως όμως ανθρωπο-πλαστικό από τη στιγμή που το ποίημα συμπίπτει και ταυτίζεται με τη χάραξη της εσωτερικής εκείνης πορείας που επιχειρεί να φτάσει στον πυρήνα της ανθρώπινης ουσίας. Η λέξη, λοιπόν, του τίτλου της συλλογής, Μεταίχμιο, θα μπορούσε να ερμηνευθεί και υπό το πρίσμα της ακροβασίας της Καπλάνη ανάμεσα στον άνθρωπο και τη δημιουργία, ανάμεσα σε ό,τι προσλαμβάνει και αντιλαμβάνεται ως πραγματικότητα και την καλλιτεχνική της μετουσίωση, ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Μπορεί, όμως, κάλλιστα να αποδώσει και να χαρακτηρίσει τον ίδιο τον ποιητικό τρόπο σκέψης και έκφρασης που μετεωρίζεται ανάμεσα στο «διανοείσθαι» και το «αισθάνεσθαι», ακροβατεί, δηλαδή, και κατορθώνει μία ακριβή ισορρόπηση ανάμεσα σε μία διανοητική προσέγγιση και διερεύνηση των δεσμών που συνέχουν τον άνθρωπο και τον κόσμο και στην ανάδυση ενός αισθήματος από τα μύχια, από τα κατάβαθα της ποιητικής ψυχής που χωνεύεται με τη σκέψη και εκβάλλει σαν ένα, ενιαίο όλον στο ποίημα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ</strong></h4>
<p>Χάρτης 32 &#8211; ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2021</p>
<p>Το υποθετικό τώρα</p>
<p>Μεταίχμιο. Ανάμεσα σε ποια αντίθετα σημεία;<br />
Το ένα ας είναι το οπισθόφυλλο. Ας το αφήσουμε να περιμένει την ολοκλήρωση της ανάγνωσης. Οι σκέψεις που περικλείει δεν βρίσκονται τυχαία στο τέλος, όπως δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο ποίημα της συλλογής καθοδηγεί τον αναγνώστη.<br />
Το νέο βιβλίο της Βικτωρίας Καπλάνη αρχίζει με το ποιητικό εγώ κάτω από τις λέξεις, στα παρασκήνια του ποιήματος, σαν σε σκηνικές οδηγίες, να σκιαγραφεί κάποιον που «Ακροπατεί σ’ ένα στενό περβάζι». Στο τέλος του ποιήματος, η αναφορά στο κεντρικό πρόσωπο παραμένει τριτοπρόσωπη, αλλά χωρίς μάσκα. Είναι ο δημιουργός, το κατεξοχήν πρώτο πρόσωπο στην ποίηση, η ποιήτρια στην προκειμένη περίπτωση: «θα πετάξει / θα πάει στο κενό / ή θα περιμένει ακίνητη το θαύμα;» Η τολμηρή εικονική κίνησή της, σαν άνεμος, σηκώνει τα βιβλία ψηλά, «αδειάζουν τις λέξεις τους», τα γράμματά τους, «τυλίγονται στα πόδια των περαστικών»(σ. 5). Η ποίηση δεν είναι ποτέ μόνη. Τότε γιατί το ποιητικό υποκείμενο απουσιάζει από το ποίημα, κρύβεται στο μεταίχμιο, ανάμεσα στην κίνηση –το πέταγμα στο κενό– και την ακινησία – το θαύμα; Ο τίτλος του βιβλίου επιβάλλει τη θεματική από τον πρώτο στίχο.<br />
Στο επόμενο ποίημα (σ. 9), «στο μεταίχμιο της άλλης μέρας», το ξημέρωμα, στιγμή αναχώρησης των ετοιμοθάνατων στη λογοτεχνία, περιγράφεται με το λογοπαίγνιο των μεγάλων μας τραγικών, ως «αιών δυσαίων», βίος αβίωτος. Και το ολιγόστιχο ποίημα, πιθανή εξεικόνιση της εφήμερης ζωής μας, τελειώνει με την εμφάνιση μιας μαύρης πεταλούδας, που συμβολίζει συνήθως τη μεταμφίεση, μια μορφή αιωνιότητας, αλλά εδώ παραμένει μαύρη. Δυσαίων και ο δικός της αιών, δεν τον σώζει η εικονική μακροζωία του.</p>
<p>Ο θάνατος ανατρέπει τους συμβολισμούς, η σκάλα δεν σηματοδοτεί εδώ την ανάταση, δεν προφυλάσσει από την πτώση:</p>
<p>Πεσμένος στη σκάλα<br />
με τη βαλίτσα στο χέρι<br />
αναχώρησε τα ξημερώματα σιωπηλός<br />
ένας ακόμη άνθρωπος(σ.16).</p>
<p>Και ενώ οι ονομασίες κατέχουν σημαντική θέση στο βιβλίο, ποιήματα κάτω από τον ίδιο γενικό τίτλο είναι κατ’ ουσίαν άτιτλα, με μόνη ένδειξη ένα λατινικό αριθμό. Καθώς ο τίτλος είναι όνομα, Λόγος, καιτα φωνήματά του δημιουργούν έννοιες ή και αντικείμενα, η απουσία ταυτότητας δηλώνει την πρόθεση της ποιήτριας να προφυλάξει το ποίημα και την ιερή ανάγνωσή του από οποιαδήποτε εξωτερική δύναμη που θα μπορούσε να οδηγήσει τον αναγνώστη σε κοινούς ή απλώς γνωστούς τόπους.<br />
Ουσιαστική, η λέξη «νήμα» επανέρχεται στη συλλογή, αλλά όχι με δημιουργό την Αριάδνη, όπως σε προηγούμενες ποιητικές συνθέσεις τής Καπλάνη. Και εδώ μας οδηγεί από το σκότος στο φως, από το θάνατο στη ζωή με όλεςτις επιπλοκές καιτις αυτοαναιρέσεις της, αλλά και αντιτίθεται στο μεταίχμιο. Ενώ το νήμα συνδέει και καθοδηγεί, το μεταίχμιο διαιρεί και εξοστρακίζει. Μεταίχμιο δεν είναι μονάχα η ελάχιστη απόσταση που χωρίζει τη μια μέρα από την άλλη. Δείχνει την αντίσταση της καθημερινότητας, την άρνησή της να μεταβεί σε μια ανώτερη σφαίρα:</p>
<p>Ποιος κινεί τα νήματα<br />
οι πολίτες, ο Θεός<br />
ή μήπως οι αόρατοι άλλοι; (σ.12)</p>
<p>Η επανάληψη της λέξης «νήμα» μάς θυμίζει ότι είμαστε μαριονέτες στα χέρια κάποιου αόρατου όντος, κάποιου αόρατου χειριστή των νημάτων μας(σ. 65),«Μαριονέτες οι άνθρωποι /τρομαγμένα πουλιά»(σ.15).</p>
<p>Η ανάγνωση άλλων ποιητών ανάμεσα στις λέξεις της Καπλάνη, κυρίως αρχαίων, υπενθυμίζει μια παιδεία άλλων εποχών, που ταξιδεύει με ούριο άνεμο μέσα στην ποίηση. O Baudelaire κάνει επίσης την εμφάνισή του με άρωμα αλληλουχίας, με δέντρα-γλυπτά να επικοινωνούν με τους διαβάτες:</p>
<p>Δέντρα λαξεύει με βία ο καιρός<br />
γλυπτά στο μουσείο του δρόμου<br />
ταγμένα να προσεύχονται<br />
για τους διαβάτες(σ. 39).</p>
<p>Η πέτρα κατέχει κυρίαρχη θέση, επαναφέροντας στο προσκήνιο τον Δευκαλίωνα και την Πύρα, την πέτρα ως πηγή ζωής:</p>
<p>Λέξεις έπεσαν στην πέτρα<br />
πέτρωσαν<br />
φωνήματα μπλέχτηκαν στα δόντια<br />
αποβλήθηκαν<br />
ιδέες πήγαν ν’ ανθίσουν στις παύσεις<br />
μαράθηκαν[…]<br />
στίχοι ψάχνουν δύσβατα μονοπάτια να χαθούν(σ. 23).</p>
<p>Η πέτρα και ο βράχος μαγνητίζουν τις λέξεις, τις εξουδετερώνουν. «Άταφες λέξεις μολύνουν τα σώματα» (σ. 11). Η λέξη πρέπει να περάσει από τη Σταύρωση και την Ταφή για να γίνει Λόγος, «λόγια θραύσματα της ιερής σιωπής» (σ. 60). Η σιωπή πριν από τη δημιουργία, «Πόλη άλαλη αλαλάζουσα» (σ. 11). Η σχέση του ποιητή με τη λέξη είναι η σχέση του πιστού με τη θρησκεία του. «Οι λέξεις δεν σου ανήκουν σε φιλοξενούν γενναιόδωρα»(σ. 57).<br />
Η μυθολογία του θανάτου περιπλέκει τη ζωή μας. Πώς αποδεχόμαστε το θάνατο; Τι γίνεται όταν τον αναμένουμε και δεν έρχεται; Η παράδοξη ιστορία της ζωής μας σε δύο στίχους, ιστορία του νεκρού που χάνει το δρόμο του:</p>
<p>Κι αν ένα ολίσθημα σε πάει εκεί<br />
άθυρμα του μύθου δίχως οβολό; (σ. 32)</p>
<p>Τρέμουμε το θάνατο όσο θα τρέμαμε στη σκέψη ότι μπορεί να μην πεθάνουμε ποτέ. Υπάρχει πάντα ένας «λάκκος έτοιμος για τον καινούριο ένοικο»(σ. 17). Κλειδοκράτορας του άλλου κόσμου, κρύβει το κλειδί «στο πανωφόρι του»(σ. 37).</p>
<p>Το μεταίχμιο είναι μια αντίθεση μέσα στο χώρο αλλά και μια ισορροπία μέσα από την ποίηση. Εξισώνει την ύπαρξη με την ανυπαρξία, μας κάνει να βλέπουμε τη ζωή ακόμη βραχύτερη, άρα πιο πολύτιμη. Μας προσκαλεί «να ανακαλύψουμε πάλι την ομορφιά σαν ένα θαύμα» (σ. 44). Μια ματιά τώρα πλέον επιτρέπεται στο οπισθόφυλλο. Αρχίζει με τους δύο τελευταίους στίχους της προηγούμενης συλλογής, Η άγνωστη φίλη, που προετοιμάζουν την αλλαγή της κυριαρχίας του απόντος εγώ. Και τώρα μπορούμε να<br />
απαντήσουμε ότι το νέο ποιητικό προσωπείο βρήκε την έστω εικονική ή υποθετική του ταυτότητα, δεν «χάθηκε μέσα σε ρόλους αλλότριους/ [δεν] μιλούσε με τα λόγια των άλλων».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong>ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ</strong></h4>
<p>CULTUREBOOK 3/11/2021</p>
<p>Ο μοιρασμένος άρτος της ζωής: σχόλια πάνω στην ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη</p>
<p>Με την πέμπτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή της Μεταίχμιο, η Βικτωρία Καπλάνη συγκροτεί έναν πολυσήμαντο ποιητικό, αλλά και εσωτερικό χώρο. Το ανά χείρας -κομβικό για την ποιητική διαδρομή της συγγραφέως- βιβλίο αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδούν τόσο από την ευαίσθητη βίωση της πρωτόγνωρης για την Ελλάδα και την ανθρωπότητα εμπειρίας της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας όσο και από ιδιαίτερα προσωπικά βιώματα, τα οποία συμπυκνώνουν αισθητικά τη συναισθηματική και καλλιτεχνική ωρίμανση της ποιήτριας και μια γενικότερη θέαση, δηλωτική της ανθρώπινης περιπέτειας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο τίτλος Μεταίχμιο καταδεικνύει εξαρχής την ορίζουσα της συλλογής και μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου.<br />
Με άλλα λόγια, ο τίτλος δεν αναφέρεται μόνο στο κρίσιμο βιολογικό μεταίχμιο του ποιητικού υποκειμένου, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα και ένα πολιτικό σχόλιο τόσο απέναντι σε έναν ορθολογιστικό, τεχνοκρατικό, υλιστικό κόσμο που αποστρέφει το βλέμμα από οποιοδήποτε συνεκτικό ανθρωπιστικό και οικολογικό όραμα όσο και απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό που -είτε από ιδιοτέλεια είτε με τις όποιες δεύτερες σκέψεις ή προσχήματα- απώλεσε το ενδεχόμενο θαύμα της ζωής και οπισθοχώρησε βουλιάζοντας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ψευδαισθητικά κλειστός χώρος της πόλης δεν βιώνεται ως χώρος προστασίας και ασφάλειας, αλλά αντίθετα ως χώρος ανοικτός και ανοχύρωτος˙ έχουμε, με άλλα λόγια, μια μεταιχμιακή πραγματικότητα (προσωπική, εθνική και παγκόσμια), όπως, βεβαίως, την αντιλαμβάνεται και, μάλλον τραυματικά, την εισπράττει το ανήσυχο πνεύμα και ο ευάλωτος ψυχισμός του πάσχοντος γυναικείου υποκειμένου.<br />
Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή πραγματεύεται το επίκαιρο, εθνικό, ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα της οικονομικής, οικολογικής, αλλά κυρίως πνευματικής κρίσης του τόπου και του κόσμου ως μεταιχμιακό βίωμα. Μέσα σε αυτό το αντιθετικό πλαίσιο, τα θέματα της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της μεταπολεμικής, ελληνικής πραγματικότητας, της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης, της τραυματισμένης ενηλικίωσης και τέλος της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου και της σπαρακτικής απώλειας, δεσπόζουν σε όλο το μήκος και πλάτος της συλλογής και καταδεικνύουν αφενός έναν κόσμο αλλοτριωμένο με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένο στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση και αφετέρου έναν κόσμο ποιητικό και αόρατο, που κείται πέρα από το προφανές και που ορίζεται από το απροσδόκητο και το θαύμα.<br />
Ανάμεσα σε αυτό, λοιπόν, τον μεταιχμιακό χώρο η ποιήτρια επιχειρεί να φωτίσει τον αδηφάγο, τεχνοκρατικό, υποκριτικό και σκοτεινό χαρακτήρα του σύγχρονου κόσμου, αλλά και να αποτυπώσει την τραυματική ενηλικίωση των σωμάτων και των ψυχών. Και, επομένως, η αφηγηματική, αλλά και λυρική ταλάντωση ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, το ιδιωτικό και το συλλογικό, το συγκεκριμένο και το αφηρημένο, το πραγματικό και το ονειρικό-φανταστικό, το διαχρονικό και το επίκαιρο, το παλαιό και το σύγχρονο δεν αποτελεί παρά μιαν επιμέρους εκδήλωση της ευρύτερης διαλεκτικής ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία της καθημαγμένης, αστικής καθημερινότητας, η οποία φαίνεται να ανακινεί και μερικά άλλα συνολικότερου εύρους ζητήματα που αφορούν την κοινωνία γενικότερα και αποδεικνύουν επιπρόσθετα ότι τα ποιήματα είναι γερά προσγειωμένα στον τόπο και την εποχή τους.<br />
Λεπτά ειρωνική, ενίοτε σαρκαστική και, βεβαίως, βαθιά υπαρξιακή, η Καπλάνη αποτελεί παραδειγματική περίπτωση ενός πνευματικού ανθρώπου που αντιλαμβανόμενη το προσωπικό-ιδιωτικό, αλλά και το οικουμενικό μεταίχμιο εξεγείρεται από τη μια απέναντι σε ένα ανάξιο και ηθικά διαβρωμένο παρόν χωρίς, ωστόσο, να εγκαταλείπει από την άλλη την πίστη της στην ποίηση, στη ζωή, στον έρωτα και στο θαύμα. Και, βέβαια, μέσα σε αυτή τη διαλεκτική δομή του κειμενικού σύμπαντος της Καπλάνη, όπως αυτή η δομή αποτυπώνεται στη συλλογή ως συνδυασμός ορατού χώρου και αθέατης ή βαθιάς εσωτερικής διαστρωμάτωσης των εσωτερικών τοπίων, η φύση από τη μια, αλλά και το δεσπόζον αστικό τοπίο και καθημερινά αντικείμενα από την άλλη επιλέγονται για να αποδίδουν καταστάσεις του υποκειμενικού κόσμου, ενώ ο θάνατος ανεξέλεγκτος διασχίζει κάθετα και οριζόντια όλη τη συλλογή με ποικίλα προσωπεία.<br />
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, είναι κατά την άποψή μου, προφανές ότι η έξοδος από το μεταίχμιο στο οποίο αναφέρεται η ποιήτρια δεν συνδέεται με μια μοιρολατρική στάση ζωής ή ακόμη με μια στενή, θρησκόληπτη οπτική που την αποδίδει μονοδιάστατα στη θεϊκή παρέμβαση. Αντίθετα, οι συνεχείς αντεγκλήσεις ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, τη μνήμη και τη λήθη, το ψεύδος και την αλήθεια, την άγνοια και τη γνώση, τη σιωπή και τον λόγο, τον πόθο και το πάθος, την ευτυχία και τον πόνο, την αποδημία και την απώλεια, την ύβρη ως υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων και την κάθαρση, το άρρητο, το παράλογο και τον ορθολογισμό, την απόκρυψη και την αποκάλυψη, το φως και το σκότος, συναρμολογούν διαλεκτικά και εν προόδω μια μονίμως ενεργητική, ποιητική συνείδηση, η οποία δεν διστάζει να απομυθοποιεί και να ασκεί κοινωνική κριτική.<br />
Εστιάζοντας τώρα στα εκφραστικά μέσα της Καπλάνη, παρατηρούμε ότι φιλοτεχνεί το ποιητικό της σκηνικό βασισμένη τόσο σε αφηρημένες έννοιες όσο και στην υλικότητα των πραγμάτων, στοιχεία που φανερώνουν, βέβαια, τον διάλογό της με το έργο της Κική Δημουλά. Παράλληλα εντοπίζουμε μια έντονη μουσικότητα και ρυθμικότητα του ποιητικού λόγου, η οποία επιτυγχάνεται με ποικιλόμορφους, γόνιμους και αισθητικά δραστικούς συνδυασμούς ελεύθερων στίχων με ποικίλα μήκη και παρηχήσεις. Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τη σημαίνουσα παρουσία του ποιητικού ρυθμού κατανοούμε ξεκάθαρα ότι η ρυθμική, μουσική αγωγή του ποιητικού λόγου της Καπλάνη είναι συνειδητή και συνδέεται άμεσα με τη στέρεα μουσική της παιδεία. Τέλος, παρά τις επιμέρους ενστάσεις για υπερβολική σε κάποια σημεία σκοτεινότητα και αναλυτικότητα, ο οξύς υπαρξιακός πυρήνας της συλλογής, η παρουσία των αρχετύπων (π.χ. Πηνελόπη), οι πολλαπλές αναδυόμενες σημασίες και, τέλος, ο γοητευτικός συγκερασμός μιας λεπτότητας και καθαρότητας συγκροτούν, κατά την άποψή μου, ένα δυναμικό ποιητικό δίκτυο που αποκαλύπτει ένα προσωπικό (υπαρξιακό και καλλιτεχνικό), αλλά και εθνικό και οικουμενικό μεταίχμιο.</p>
<p>ΚΑΠΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ<br />
VII<br />
Για όλους φαίνεται πως έρχεται η ώρα της ευθύνης<br />
ακόμη κι η Ωραία Κοιμωμένη<br />
ξύπνησε τρομαγμένη από μιαν εκκωφαντική έκρηξη<br />
διαψεύδοντας τις προβλέψεις για κάποιον<br />
δήθεν πρίγκιπα που καταργεί τον ύπνο μ&#8217; ένα φιλί.<br />
Φωνές, σειρήνες, καπνοί<br />
οι τοίχοι του πολυκαιρισμένου παλατιού ετοιμόρροποι<br />
δεν της μίλησε κανείς –έστω στα όνειρά της-<br />
για την αντοχή των υλικών<br />
για τον κίνδυνο να θαφτεί στα αποκαΐδια του ύπνου της.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η άγνωστη φίλη</span></strong></h4>
<h4></h4>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"><strong>Ο</strong><strong class="translator-checked translator-dont-translate"> Αναγνώστης 15 Ιουλίου 2015</strong></span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο βιβλίο Η άγνωστη φίλη, που είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη, η ποιήτρια ενορχηστρώνει την ποιητική αφήγηση θεατρικά, δεδομένου ότι αυτή, στις ενότητες Α’ και Γ’ του βιβλίου, εκφέρεται από δύο φωνές, που ανήκουν είτε στο ίδιο ποιητικό υποκείμενο είτε σε δύο διαφορετικούς ομιλητές. Αυτός ο ρητορικός τρόπος δεσπόζει και στο Σημείο φυγής (2013), που είναι η τρίτη της συλλογή, και επισφραγίζει τη “διπλότητά” του, όπως έχει επισημανθεί από τη Λ. Τσιριμώκου (“Η ποίηση κεντά σιωπηλά ερωτήματα”: Ο Αναγνώστης, 6 Ιουλίου 2014: http://www.oanagnstis.gr). Η έκδηλη, λοιπόν, θεατρικότητα στο νέο βιβλίο της Καπλάνη συνυφαίνεται με μια τραγική αίσθηση της ζωής, που απορρέει, ανάμεσα σε άλλα, από την αδυναμία επικοινωνίας (βλέπε τα μοτίβα του λαβύρινθου, των επάλληλων και ενίοτε θρυμματισμένων καθρεφτών, των φόβων, των ονείρων), και από άλλα θεματικά στοιχεία, όπως είναι η σύγκρουση με την εξουσία και η συντριβή, η αέναη αλλαγή και ο χρόνος, ο έρωτας και η φθορά. Στην ποιητική γραφή συγχωνεύονται αφενός ο μύθος της Αριάδνης (Ενότητα Α’) και η μορφή της μικρής σειρήνας, την οποία η ποιήτρια αντλεί από το ομώνυμο παραμύθι του Άντερσεν (Ενότητα Γ’), και αφετέρου τα διακείμενα από τον Ερωτόκριτο του Β. Κορνάρου, χωρίς να λείπουν και οι αναφορές σε πολιτισμικά μορφώματα του αρχαίου και του μεσαιωνικού ελληνισμού, με έμφαση στη θρησκευτική του διάσταση, ενώ η μεταφυσική του αιγαιοπελαγίτικου τοπίου που δεσπόζει στη συλλογή παραπέμπει στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, η μορφή του οποίου συνδέεται με την Παναγία Παντοχαρά της Σικίνου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα 41 ποιήματα της συλλογής Η άγνωστη φίλη, με εξαίρεση το προλογικό “[Πρόσωπα του μύθου]”, αρθρώνονται σε τρεις ενότητες: Α’. Η Αριάδνη μένει εδώ, Β’. Η άγνωστη φίλη, Γ’, Η Μικρή Σειρήνα στην πόλη. Ο ρητορικός τρόπος της “διπλής εκφοράς” του ποιητικού λόγου από τις διακριτές φωνές εντοπίζεται στις Ενότητες Α’ και Γ’. Τα ποιήματα της ενότητας Β’ γράφτηκαν “με αφορμή φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου” (ας σημειωθεί ότι και η ενότητα “Φωτο-Παίγνια” στο Σημείο φυγής περιλαμβάνει ποιήματα που “γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη”) (Σημείο φυγής, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 7). Τα επτά ποιήματα της ενότητας Α’ και τα 16 της ενότητας Γ’ αριθμούνται χωρίς να φέρουν τίτλους, στοιχείο που παραπέμπει στη συγγραφική πρόθεση της δημιουργίας ποιητικών συνθέσεων που συνδέονται με ισχυρούς συνεκτικούς αρμούς, λειτουργώντας στο πλαίσιο μιας ευρύτερης σύνθεσης. Λαμβάνοντας υπόψη τους κοινούς στις δύο ενότητες ρητορικούς τρόπους και τις υφολογικές συγκλίσεις που τις συνέχουν, θεωρούμε ότι και η δεύτερη ενότητα εντάσσεται λειτουργικά στο όλον της ευρύτερης ποιητικής σύνθεσης, καθώς σ’ αυτήν κυριαρχούν οι κυριότεροι θεματικοί άξονες αλλά και τα επιμέρους θεματικά στοιχεία και μοτίβα των άλλων δύο ενοτήτων, μολονότι εδώ δεν εντοπίζεται η διφωνική εκφορά του λόγου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η διφωνική αυτή εκφορά δεσπόζει στις ενότητες Α’ και Γ’: Η ποιητική αφήγηση αρχίζει στην ενότητα Α’ από μια γυναίκα της εποχής μας, η οποία έχει και τον τελευταίο λόγο στο έβδομο ποίημα. Ο εκφερόμενος λόγος της σύγχρονης γυναίκας σημαίνεται με όρθια γράμματα. Με πλάγια διακρίνεται ο λόγος της γυναίκας των παλαιότερων εποχών, στον οποίο συγχωνεύονται οι φωνές των πλασμάτων του μύθου και του παραμυθιού. Αυτό το ποιητικό υποκείμενο έχει και τον τελευταίο λόγο στην ενότητα Γ’ (και στη σύνολη ποιητική σύνθεση). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο τελευταίος λόγος της διαχρονικής γυναίκας, στο καταληκτικό ποίημα του βιβλίου, αποτελεί προέκταση του εναρκτήριου λόγου της σημερινής γυναίκας στο πρώτο ποίημα της συλλογής:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από το πλοίο αχνοφέγγει του νησιού το περίγραμμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παίρνω πάλι το δρόμο και την αναζητώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα ‘χει -λέω- μεγαλώσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θα σε κοιτάζει τώρα με το δικό της πρόσωπο [&#8230;] (σ. 11)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το μοτίβο της ερωτικής αναζήτησης, που εντοπίζεται στους πιο πάνω στίχους, διευρύνεται στους καταληκτικούς στίχους της συλλογής και αποκρυσταλλώνεται στο θέμα της αέναης κι ανειρήνευτης αναζήτησης, κατά το πρότυπο του Οδυσσέα:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[&#8230;] η ζωή αρχίζει έξω από το λαβύρινθο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όταν ο μίτος πέσει στα κύματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γίνει φανός θυέλλης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ξαποστάσει στους φάρους των λιμανιών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τότε οι άνθρωποι κλείνουν της ζωής τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μισογραμμένα κεφάλαια και αλλάζουν ρότα. (σ. 95)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η διαχρονική γυναίκα της ενότητας Α΄είναι η Αριάδνη, «ιέρεια των αρχαίων καιρών και του ιερού γάμου» (σ. 11), ο έρωτας, που είναι μια από τις δεσπόζουσες ισοτοπίες ολόκληρης της συλλογής, προσλαμβάνει μιαν ευρύτατη κοσμολογική διάσταση. Η μορφή της ιέρειας Αριάδνης είναι απόκοσμη και εξωλογική: («θαρρώ μαζί μας μέσα στο πλήθος κι εκείνη / να γίνω ορατή εγώ η αόρατη; / Βαδίζει στα βήματα των προσκυνητών / αγγίζει με ιερό δέος τους τοίχους / [&#8230;] το σώμα της απαντοχή / χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη [&#8230;]» (21). Ταυτόχρονα, είναι μια γυναίκα «σαν όλες τις άλλες», μολονότι την ίδια στιγμή είναι προστάτιδα και καταφυγή όλων όσοι αναζητούν την αυτογνωσία (σ. 21). Τα ξωκλήσια της Σικίνου είναι οι χώροι των περιδιαβάσεών της και το σπίτι της βρίσκεται κοντά στο ιερό της Παντοχαράς, «να ’ρχεται η φωνή του ποιητή / να απολαμβάνει δειλινό / και επίγειο παράδεισο». Ο ποιητής εδώ δεν είναι άλλος από τον Οδυσσέα Ελύτη (http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=414471 09/08/2011, πρόσβαση: 21/06/2015), που φαίνεται να είναι ένας από τους δασκάλους της Βικτωρίας Καπλάνη, και στον οποίο η ίδια αποτίει φόρο τιμής, με τα ποιήματα της Α’ ενότητας του βιβλίου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παράλληλα, στην ενότητα Γ΄της συλλογής συνυφαίνονται οι φωνές της μικρής σειρήνας του παραμυθιού και της σύγχρονης γυναίκας, με τη χρήση της τεχνικής του εσωτερικού μονολόγου, αν θεωρήσουμε ότι η γυναίκα της εποχής μας φέρει εντός της περισσότερες από μία φωνές ή ταυτότητες, ή του διαλόγου, αν δεχτούμε την άποψη ότι η γυναίκα του μύθου και του παραμυθιού είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο της ποιητικής αφήγησης. Κατ’ αντιστοιχία, στην Α’ ενότητα μπορούμε να μιλήσουμε για εσωτερικό μονόλογο ή διάλογο. Η σειρήνα, λοιπόν, στην ενότητα Γ’ είναι μια έφηβος που προσμένει «χρόνια την έξοδο / από του παραμυθιού τις εντολές / στου χώματος και του ουρανού / τον προϋπάρχοντα κόσμο» (53). Ενώ η γυναικεία μορφή της πρώτης ενότητας (Αριάδνη) κινείται συχνά σε ημιορεινές περιοχές, η μικρή σειρήνα της ενότητας Γ΄κινείται στο θαλασσινό τοπίο («κοραλλένιοι τοίχοι / παράθυρα από κεχριμπάρι /στέγη με όστρακα στρειδιών [&#8230;]» (σ. 56) και επιδιώκει τη συνάντηση με τον αγαπημένο της στο οποίο απευθύνεται, επιδίωξη που στη συνέχεια γίνεται πόθος ([&#8230;] στο κατώφλι της πόρτας σου / φέγγει ο πόθος μου» (σ. 66). Ας σημειωθεί ότι και σ’ αυτή την ενότητα η γυναικεία μορφή είναι εξωλογική, απόκοσμη («’Εχω φωνή χροιά απόκοσμη / καθώς ανυψώνεται το σώμα μου / πάνω από την επιφάνεια του νερού») (σ. 74) και «ιδαλγός του ανέφικτου έρωτα» (σ. 78). Και στις δύο ενότητες ανιχνεύεται η διαρκής επιδίωξη των ποιητικών υποκειμένων να συναντηθούν και να επικοινωνήσουν. Πιο συγκεκριμένα, η σύγχρονη γυναίκα στην ενότητα Α΄φτάνει στο νησί και αναζητεί την ιέρεια Αριάδνη (σ. 11), τη συναντά πρόσκαιρα (σ. 12), και στη συνέχεια περιπλανιέται σε διάφορα μέρη, άλλοτε με την αίσθηση της απουσίας της και άλλοτε με την εντύπωση της νοερής και απόκοσμης παρουσίας της (σ. 21). Εξάλλου, στην ενότητα Γ΄ η επιδίωξη της συνάντησης και της επικοινωνίας είναι εσωτερικότερη και φαίνεται να οδηγείται σε τραγικό αδιέξοδο: φθαρμένες φωτογραφίες «από το τρωκτικό του χρόνου» (σ. 72), επώδυνη απουσία («η γυναίκα έφυγε από το κάδρο / τα ίχνη της αναζητούνται μέσα μας / υπόθεση καθαρά προσωπική») (σ. 76), τραυματική συναίσθηση του κενού («η σκιά αίφνης εγκαταλείπει / τον αταξίδευτο ταξιδιώτη») (86). Ας σημειωθεί ότι η ποιήτρια, ενώ στα πρώτα ποιήματα της ενότητας Γ’ βασίζεται στο παραμύθι “Η μικρή σειρήνα” του Άντερσεν, στη συνέχεια επιχειρεί να πλάσει τη δική της μικρή σειρήνα, υπονομεύοντας την παραμυθιακή αφήγηση, αν λάβουμε υπόψη ότι η σειρήνα της Καπλάνη αποφασίζει να ζήσει στην πόλη και όχι στον ωκεανό.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στην ενότητα Β΄η ποιήτρια, μολονότι αφορμάται από φωτογραφίες του Μιχάλη Διονυσίου, αποφεύγει τη διπολική ποιητική αφήγηση. Το λυρικό ποιητικό εγώ άλλοτε αποδίδει τις εντυπώσεις του με χρήση του 1ου ρηματικού προσώπου (π.χ. «Κάρφωσα στο ξύλο / το σχοινάκι με τα κομμένα όνειρα / το δαχτυλίδι του Αυγούστου / το σημειωματάριο του φόβου [&#8230;]» (σ. 35), άλλοτε μονολογεί (χρήση 2ου ρηματικού προσώπου: π.χ. «η σκιά σου πάντα εκεί / φορτωμένη αδικαίωτες στιγμές / προσωπεία ενοχής» (σ. 43)) και άλλες φορές επιλέγει την αποτύπωση των εντυπώσεών του με τη χρήση του 3ου ρηματικού προσώπου (π.χ. «φόβος το θεμέλιο της εξουσίας / σκορπίζει τον όλεθρο / ξηλώνει της αγάπης τα βλαστάρια / κόβει τις γλώσσες δένει πισθάγκωνα τα χέρια» (σ. 38). Βέβαια, με μεγαλύτερη συχνότητα χρησιμοποιείται στην ενότητα ο συνδυασμός της τριτοπρόσωπης ρηματικής εκφοράς με την απεύθυνση εις εαυτόν σε 2ο πρόσωπο, με δεσπόζοντα τον τόνο της συγκρατημένης και διόλου αισθηματικής λυρικής εξομολόγησης.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εξετάζοντας, έπειτα, τους κυριότερους θεματικούς άξονες σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή, διαπιστώνουμε ότι η βασανιστική επιθυμία για συνάντηση και η μη εκπλήρωσή της κυριαρχεί στις τρεις ενότητες του βιβλίου. Γύρω από τις μορφές της Αριάδνης και της</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">μικρής σειρήνας και με τη χρήση συμβόλων, όπως ο λαβύρινθος, ο μίτος, το πέλαγο, συνυφαίνονται οι συνδηλώσεις της αδυναμίας για επικοινωνία, της λήθης και της φθοράς (π.χ. «[&#8230;] την είδα στο λυκόφως / μιας καλοκαιρινής μέρας / η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς μου / μου χαμογελά / στο άδειο κάδρο» (σ. 37).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Επιπλέον, με τον θεματικό άξονα της αδυναμίας για συνάντηση συνδέεται ένα κυρίαρχο γνώρισμα της ρητορικής δομής των ενοτήτων Α΄και Γ’ που είναι εκείνο του εσωτερικού μονολόγου ή διαλόγου (ανάλογα με την ερμηνευτική γραμμή που θα υιοθετήσουμε). Πιο συγκεκριμένα, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι οι διακριτές φωνές στις δύο ενότητες δεν συναντώνται και επομένως δεν διαλέγονται, παρά σε ελάχιστα σημεία. Με τη δεσπόζουσα χρήση της τεχνικής αυτής προβάλλεται η διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα, την επιθυμία και το όνειρο, το τραγικό αδιέξοδο που βιώνουν σε κάθε περίπτωση τα ποιητικά υποκείμενα (ή το υποκείμενο που μονολογεί), καθώς βρίσκονται αντιμέτωπα με την εξουσία.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η εξουσία, είναι ένας πολύσημος θεματικός άξονας στο βιβλίο, με συνδηλώσεις όχι μόνο πολιτικές αλλά και κοσμολογικές και μεταφυσικές: «[&#8230;] φόβος το θεμέλιο της εξουσίας / (σ. 38)» ή «ζωή αναρτημένη στο αγκίστρι της εξουσίας» (σ. 60) ή, τέλος, «[&#8230;] η εξουσία του λόγου / των άλλων σε κυβερνά / αιχμάλωτη στης φενάκης / τον ολισθηρό λαβύρινθο» (σ. 63). Συχνά η εξουσία ταυτίζεται με τη μοίρα (π.χ. σ. 65) και με τη ματαιότητα των ποικίλων σχέσεων νόμιμης ή αυθαίρετης επιβολής και καθυπόταξης, σε οποιοδήποτε επίπεδο ανθρώπινης δραστηριότητας («τέφρα πυρπολημένου κάστρου η επί γης εξουσία»: σ. 75), που δεν αποκλείεται να αφορά και τους λεγόμενους πνευματικούς ανθρώπους: «λόγιοι γραφιάδες / μια διαβρωτική εξουσία / με ένδυμα αμνού» (σ. 85).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είναι, λοιπόν, Η άγνωστη φίλη ένα αξιόλογο ποιητικό βιβλίο, αν συνυπολογίσουμε τα πολλαπλά και παλίμψηστα σημασιολογικά, ρητορικά, υφολογικά και διακειμενικά επίπεδά του, που δεν είναι δυνατό να προσδιοριστούν και να αναλυθούν από την πρώτη ανάγνωση. Είναι επίσης, μια συλλογή που προσφέρεται για μια δειγματική εξέταση των τροπικοτήτων της πρόσληψης του Ερωτόκριτου στη νεοελληνική ποίηση του 21ου αιώνα (για παράδειγμα, μερικές φράσεις από τη συλλογή που παραπέμπουν στον Ερωτόκριτο είναι: «ορμητήριο ανέμων / φωλιά των πελελών πουλιών»: σ. 13, «απαγγέλλει πεθυμιές / ερμητικές κι ανέγνωρες»: σ. 19, «χορδή άρπας μελωδική γραμμή / αθιβολή αποκοτιάς και πεθυμιάς οδύνη»). Πάντως, από μια δειγματοληπτική δειρεύνηση του ζητήματος αυτού, διατυπώνουμε την υπόθεση εργασίας ότι η Β. Καπλάνη, διαλέγεται σε πολλά σημεία του βιβλίου της δημιουργικά με το πιο πάνω έργο του Β. Κορνάρου και σε καμιά περίπτωση δεν αρκείται σε απλή αναφορά των διακειμένων της, αλλά τα εντάσσει με τόλμη σε νέα συμφραζόμενα, εμπλουτίζοντας έτσι τις εκφραστικές δυνατότητες του ποιητικού της λόγου. Όμως η υπόθεση αυτή θα μπορούσε να διερευνηθεί διεξοδικά σε ξεχωριστή εργασία.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(*) o Λεωνίδας Γαλάζης είναι ποιητής – Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ</span></strong></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΠΟΙΗΤΙΚΑ τευχ. 20 Δεκέμβριος 2015</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αναφορά σε γυναικείες μορφές του μύθου με την προσήνεια μιας κατακτημένης οικειότητας επιχειρεί η ποιήτρια, τουλάχιστον στα ποιήματα που συνθέτουν την ποιητική, την υφολογική, τη συναισθηματική ταυτότητα της ανά χείρας συλλογής της Βικτωρίας Καπλάνη. Σε μορφές που, περιβαλλόμενες προστατευτικά από την αύρα της μυθικής τους φήμης, διατηρούνται άφθαρτες• «αντιστέκονται στων βροτών τα είδωλα» και τους διδάσκουν δρόμους αυτογνωσίας και τρόπους συνείδησης της θνητής τους μοίρας. Κάπως έτσι η Αριάδνη, ένσαρκη, περιβαλλόμενη από τον μανδύα του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρόνου, απρόσβλητη από κάθε ενδεχόμενο φθοράς, αδιάφορη κι έξω «από κάθε εξουσίας τα διακυβεύματα», ανέγγιχτη και αλώβητη από τα πισωγυρίσματα της ιστορίας, μοιάζει να θέλει να υπενθυμίσει στην ποιήτρια τον εγκλωβισμό και την υποταγή της στους ρυθμούς μιας ζωής καταδικασμένης να κυλάει τυφλά στις ράγες της καθημερινότητας και ότι η ανθρώπινη μοίρα δεν ορίζεται και δεν προσμετράται παρά μόνο με τα μέτρα της φθοράς.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ποίηση και η φύση, εν προκειμένω, καλούνται και δέχονται να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο, συνδράμοντας το ποιητικό υποκείμενο στη νηφάλια και ελεγχόμενη προσπάθειά του να αναπροσδιοριστεί σε σχέση με τον εαυτό του και με τους άλλους, καθώς και να αντιμετωπίσει ισορροπιστικά τις εσωτερικές και τις εξωτερικές του εντάσεις. Η ποίηση αποτελεί το μοναδικό πεδίο όπου μπορεί κανείς να εμπειραθεί τρόπους κατάκτησης και άσκησης της ατομικής του ελευθερίας όπου από τη μια προσφέρονται, υπό προϋποθέσεις, τρόποι απαγκίστρωσης από τα γρανάζια μιας θορυβώδους και καθηλωτικής στο ασήμαντο καθημερινότητας και από την άλλη παρέχεται η δυνατότητα να διακρίνει κανείς την άκρη του νήματος που θα τον οδηγήσει σε αυτό που πραγματικά είναι. Η φύση εξάλλου αποτελεί το προσφορότερο στον άνθρωπο πεδίο-σκηνικό πραγμάτωσης της υπέρτατης και πάντα ενδιάθετης -ακόμα κι αν δεν εκδηλώνεται- επιθυμίας του να διδαχθεί και να επικοινωνήσει με την ουσία της ύπαρξης του και την αλήθεια των πραγμάτων και των καταστάσεων, τον συνδράμει στην κάποτε αγωνιώδη προσπάθειά του να απελευθερωθεί, έστω προσωρινά, από τις αδήριτες ανάγκες του παρόντος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τα σημαντικότερα ποιήματα της συλλογής συνθέτουν ένα οδοιπορικό που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φυσιοκρατικό-φυσιολατρικό, αφού το κυρίαρχο στοιχείο είναι μια εσώστροφη, συχνά ιδιότυπης ημερολογιακής υφής, εγγραφή-καταγραφή εντυπώσεων πραγματικών ή φανταστικών περιπλανήσεων σε τοπία και τόπους πρόσφορους για την αφύπνιση κατευναστικών σκέψεων και αισθημάτων. Παράλληλα και σε δεύτερο επίπεδο, τα ίδια ποιήματα συνθέτουν το οδοιπορικό της ποιήτριας προς τον εσωτερικό της κόσμο, εκεί όπου μπορεί, εν σιωπή, να ψαύσει ψήγματα του αληθινού της προσώπου, εν σιωπή, γιατί «η σιωπή αναπαύει την πολυπραγμοσύνη της συνείδησης», γιατί αυτή, η σιωπή, είναι εντέλει η πυξίδα που οδηγεί στον ουσιαστικό λόγο και στον πραγματικό κόσμο που επιμένει να υπάρχει και να εκπέμπει αιφνίδια και αναπάντεχα σημάδια και σήματα ενδεικτικά ή επιβεβαιωτικά της ύπαρξής του. Γι&#8217; αυτό και η ποιήτρια μοιάζει να έχει τυφλή εμπιστοσύνη σε όλα τα αιφνίδια και αναπάντεχα μηνύματα ή καλέσματα και ενδίδει ευφρόσυνα σε όλες τις πιθανότητες να συγκεκριμενοποιηθεί η διαχυμένη παντού και πάντα, ως ενδεχόμενο, ομορφιά, την οποία θεωρεί ως το μοναδικό έναυσμα, εφαλτήριο για την κατάκτηση κρυμμένων μέσα της δυνατοτήτων συχνά υπερβατικών, αφού ο δρόμος προς την υπέρβαση διαπερνά, διασχίζει τόπους και πράγματα απλά, καθημερινά, πλην όμως αιφνίδια φωτισμένα από το φως της ψυχής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όσο για την «άγνωστη φίλη» («-Η άγνωστη αιχμάλωτη της σκιάς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μου», λέει κάπου) μπορεί και να είναι ο άλλος άγνωστος εαυτός που</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κρύβει μέσα του ο καθένας που απαιτεί, αξιώνει, διεκδικεί τους δικούς του χαμένους χρόνους, αυτούς που έχουν χαθεί στις πτυχές του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντικειμενικού, του ρυθμιστικού της χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθημερινότητας χρόνου. Είναι -η άγνωστη φίλη- τα συγκροτημένα σε ένα πρόσωπα που στέργουν την ποιήτρια στην αναζήτηση ερεισμάτων και εναυσμάτων ζωής, που την ωθούν στους τρόπους ενός ιδιάζοντος εσωτερικού μονολόγου &#8211; ιδιάζοντος γιατί συχνά εκτρέπεται προς τον άλλο, αναζητώντας έναν αποδέκτη, που δεν αποκλείεται να υποκαθιστά ή και να παριστάνει η ίδια, δεδομένου ότι, πλήρης μνήμης και ζωντανών μυθικών και ιστορικών αποθεμάτων, μπορεί με φυσικότητα να μετέρχεται τρόπους του εγώ, του εμείς και τανάπαλιν, καθώς «το παλαιό πηγάδι ξυπνά / ποτίζει ρυθμικά τα θεμέλια του ιδιωτικού βίου». Σε έναν κόσμο όπου αισθάνεται να «μετακινούνται διαρκώς τα σημεία αναφοράς», μονίμως βιώνοντας την «αποδιάρθρωση των συμβόλων», αφήνεται με εμπιστοσύνη στη ρύμη του λόγου, στον προφανή ή στον συγκαλυμμένο ειρμό των σκέψεων, των συναισθημάτων και των διαχυμένων στην ατμόσφαιρα νοημάτων, με την προφανή ή την τεκμαιρόμενη πρόθεση να αμβλύνει και να διαστείλει τον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αρραγή πυρήνα της υπαρξιακής της αγωνίας, αναζητώντας μέσα της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα ίχνη της γυναίκας του κάδρου και συχνά λειτουργώντας ως εκπρόσωπος όλων των ηλικιών που ως τώρα διάνυσε &#8211; απόδειξη της πνευματικής της ωριμότητας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σημείο φυγής</span></strong></h4>
<h4></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΛΙΖΥ ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΥ</strong></span></h4>
<p><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ</strong></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Η ποίηση κεντά σιωπηλά ερωτήματα»</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">H τρίτη ποιητική συγκομιδή της Βικτωρίας Καπλάνη είναι ένα «διπλό βιβλίο», συνδυάζει δύο χειρονομίες σε μια κίνηση: τη φιλική υποστήριξη και τη θυγατρική οφειλή που συστεγάζονται στον ίδιο χώρο, ενοποιώντας τη συγκίνηση, φέρνοντας κοντά τους ακριβούς νεκρούς με τους ζωντανούς σε κοινό σύμπαν. Στίχοι έμφορτοι από μνήμες και αισθήματα, πρόσωπα, εικόνες και όνειρα που κρατούν την υγρασία της πρωτοβάθμιας, βιωματικής αίσθησης αλλά και συνάμα τη μετασχηματίζουν έντεχνα σε ποιητικά κρυσταλλώματα, λεπτοδουλεμένα κοσμήματα λόγου.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η πρώτη ενότητα, λοιπόν, του παρόντος διπτύχου περιλαμβάνει τα «Φωτο-παίγνια», ποιήματα καμωμένα ως αναγνωστικά σχόλια σε μια σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη με αυτόν τον τίτλο. Φιλικός υποστηρικτικός λόγος, όπως προανέφερα: συναδελφικός ή συντροφικός, θα διευκρίνιζα περαιτέρω, συνομιλία ομοτέχνων, μια και η ποιητική αύρα είναι ήδη δεδομένη, έκδηλη στις συγκεκριμένες φωτογραφίες. Πρόκειται για φωτο-ποιήματα που καδράρουν μια παλλόμενη ευαισθησία, καταγράφουν το φως, τις σκιές, τα χρώματα, τις καλειδοσκοπικές συνενώσεις και διαθλάσεις τους, διαμορφώνοντας συνεχείς εκπλήξεις εικόνων και σχημάτων. Τα παιχνίδια του φωτός και οι ιριδισμοί του νερού μέσα σε ένα παλιό γυάλινο μπουκάλι μεταδίδουν με μέσα απλά τα «κινήματα της ψυχής» και λειτουργούν σαν εικονικό αυτοβιογράφημα, σαν προσωπικό ημερολόγιο με διαυγείς εγγραφές.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σε αυτή τη ροή των εικόνων έρχεται να παρεμβληθεί το αναγνωστικό φίλτρο της Βικτωρίας Καπλάνη. Επανεστιάζει σε λεπτομέρειες, μεταφράζει τη μουσική των χρωμάτων και ενωτίζεται τη σιωπή των πραγμάτων, επιστρέφει, πολιορκεί, αναδιατάσσει τον εικονικό αυτό κόσμο και διαμορφώνει μια νέα επικράτεια. Η ποιητική αρχιτεκτονική της μετρά με δικούς της κώδικες τις ακολουθίες και τις παύσεις, τις συμμετρίες και τη διάχυση, τους στροβιλισμούς και την καθήλωση. Ο εσωτερικός ρυθμός της χωρίζει σε δεκατρία τρίφωνα ποιήματα, γεωμετρημένα και πολλαπλώς επεξεργασμένα, τον λόγο της. Έκαστο μέρος του τρίπτυχου ακολουθεί μια ενδότερη λογική: το μεσαίο (β) ποίημα, πυρηνικό, πάντα πλαγιογράμματο, προβάλλει την ισχυρή φωνή, σε πρώτο πρόσωπο, εσωκλείει τη βούληση, την επιθυμία, την ενδοσκόπηση, το αυτοσχόλιο, την έκκεντρη κίνηση και την επαναφορά στο πλαίσιο – ένας κυματισμός του εγώ. Τα δύο ακριανά ποιήματα (α και γ) κρατούν κάπως ασύμμετρες αποστάσεις. Το μεν ένα (α) είναι κατά κανόνα ευθεία αποστροφή σε ένα εσύ, στον ποιητή-τεχνίτη ενός κόσμου που αιχμαλωτίζει το βλέμμα, στον δημιουργό που έχει χαράξει τις διαδρομές του, τους περίκλειστους τόπους του, αλλά μένει ευάλωτος και εκτεθειμένος• το δε έτερο (γ) σε τριτοπρόσωπο λόγο, ουδέτερο, σχεδόν αποδραματοποιημένο και διαπιστωτικό, ισοκρατεί πάγκοινες και ζωτικές αλήθειες• είναι, κατά κάποιον τρόπο, η ήρεμη δύναμη του αποφθεγματικού λόγου έναντι των δύο άλλων εντονότερων εκφορών.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με αυτή την ευρηματική τρίφωνη σχεδία η ποιήτρια αναπλέει τον ποταμό των συν-εικόνων και εκθέτει την περιπέτεια του εσωτερικού της ταξιδιού, κρατώντας το δικό της «ημερολόγιο καταστρώματος». Καταγράφω τους τίτλους-σταθμούς αυτών των δεκατριών τριμερών συνθεμάτων: Εν αρχή / Εναντιοδρομίες / Συν-εικόνες / Κατάδυση / Σιωπή / Blow up / Ταξίδι / Ανθοφορία / Αντικατοπτρισμοί / Επίκληση / Δίνη / Σκιές / Adieu.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Yπογραμμίζω το γεγονός ότι με αυτή την ποιητική επίνοια διευρύνει την αναγνωστική δυνατότητα της κατασκευής της, εφόσον μπορεί κανείς να ξεκλειδώσει αυτό το υπαινικτικό σταυρόλεξο … οριζοντίως και καθέτως: μπορεί δηλαδή ο αναγνώστης να στοιχίσει σε κάθετη ανάγνωση, σαν ένα ενιαίο ποίημα, τα μεσαία πλαγιογράμματα ποιήματα (τα β΄) ή, χωριστά πάλι, όλα τα εναρκτήρια ή τα καταληκτικά ποιήματα του τριπτύχου (τα α΄ είτε τα γ΄) – θα ακολουθήσει έτσι την κλιμάκωση μιας φωνής, με τις κορυφώσεις, τις υφέσεις, τις επιταχύνσεις, τις ανισοδιάρκειές της. Από την άλλη, μπορεί να κρατήσει, σε οριζόντια, σελιδαριθμική διάταξη, την τρίφωνη συμπλοκή, διατηρώντας την έκπληξη της αλλαγής του τόνου από το α΄ στο β΄ κι έπειτα στο γ΄ ποίημα και επανευρίσκοντας μέσα από την τρίτονη ασυνέχεια την ακολουθία των επόμενων τριαδικών συμπλεγμάτων. Δείγματος χάριν θα ακολουθήσω τη μία ή την άλλη λογική, διαβάζοντας πρώτα κάποιες από τις μεσαίες μονωδίες :</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β΄</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από τα χλωμά νερά της λήθης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια στιγμή αέρινη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έτοιμη να διαλυθεί στο φως</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δάκρυ εγώ φωνήεν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στις χορδές της άρπας συλλαβή της αγωνίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μεταμορφώνομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κόσμημα και νιο φεγγάρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πίσω από τα σύννεφα της σκέψης σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανατέλλω και ο ουρανός σου πλημμυρίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντιφεγγίσματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αδικαίωτων στιγμών</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">*</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ανατέλλω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πνοές του αόρατου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ακατανόητα μηνύματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ορίζουν την τροχιά μου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αποκρίνομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η σκιά μου βαθαίνει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρυσαφένιο σύννεφο ελιγμός στον ορίζοντα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παλινδρομώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η τροχιά μου κεντά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μελωδίες της αγρύπνιας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">βυθίζομαι στα σκοτεινά ουράνια ύδατα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αμοιβάδες φωτός χάνουν το χρώμα τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα μου γαλάζιο ποτάμι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επικράνθη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ουρανοδρομώ και αναπαύομαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όνειρο αθανασίας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> *</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Κινούμαι αργά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε σπειροειδή τροχιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εγώ ο διπλός καθρέφτης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η μία διπλή είσοδος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ψίθυροι του αιθέρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μεταγράφονται στο σώμα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο χώρος διάστικτος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απλές αρμονίες και καθαρούς χρωματισμούς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κατέρχομαι στο φαινομενικά αδρανές τοπίο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σκοτεινά ηχοχρώματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επιστρέφουν πάνω μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρησμοδοτώ τη νοσταλγία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντιστρέφω τα φαρμακερά βέλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το εσωτερικό φως να ξημερώσει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παράθυρο βυθισμένο στα νερά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φυτά ονείρων μεγεθύνονται στο σκοτάδι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ναυάγιο φωτός η παρουσία μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στον καθρέφτη του ουρανού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ζωγράφισε το εσωτερικό σου φεγγάρι</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όλα ακίνητα εδώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μόνο φευγαλέοι ήχοι άρπας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ντο έλασσον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μετέωρο μήνυμα διάλυσης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εστιάζεις αδέξια το φακό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να επιβεβαιώσεις την κίνηση</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αποσύρομαι μην αναλωθώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και καταργήσω την ύπαρξη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ως μνήμη και ως δυνατότητα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">φευγαλέα γραφή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «υπάρχω»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μια συμβολική μορφή ύπαρξης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο χρυσαφί των αθώων ονείρων σου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">να με θυμάσαι</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και, σε οριζόντια ανάγνωση, ένα ατόφιο τρίφωνο, το όγδοο, που τιτλοφορείται «Ανθοφορία»:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κι όμως στο χέρι σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εικονίζεται εν μικρώ η αρμονία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ακολούθησε τις γραμμές τα όρη τα σύμβολα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τις αναλογίες με τα μουσικά διαστήματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ακινησία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα δάχτυλα αιμορραγούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παραμορφώνονται</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">λευκό της μνήμης χρώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανακαλεί σχήματα μελωδικά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αντάντε αμορόζο</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">όνειρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ανθοφορία</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Αλλεπάλληλοι τραυματισμοί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σημαδεύουν κάθε έξοδο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από το γυάλινο κέλυφος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">επιστρέφω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σ’ ένα φίλανθο κέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απομονωμένο και αδιάφορο στην επαφή</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι αιχμηρές νότες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βουβές χωρίς ήχο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αδιάψευστο σημάδι στα δάκτυλα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η έκρηξη πάντα την τελευταία στιγμή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αναβάλλεται</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η έκθεση στο πραγματικό ανάδυση του εσωτερικού τοπίου με έναν ιδιαίτερο κάθε φορά φωτισμό η γνώμη των άλλων συσκοτίζει την εικόνα το κέντρο ανθεκτικό παρά τους κλυδωνισμούς δεν συντρίβεται ο εαυτός και ο κόσμος συνέχονται η έκφραση αβίαστα ωριμάζει φως εν τη σκοτία ανθίζει</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πιστεύω πως τα διάπλοκα τούτα ποιήματα διεμβολίζουν τις εικόνες και ξεκλειδώνουν έναν κόσμο πολύχρωμο, ψηφιδωτό, καλοχτισμένο, με τις κρυφές στοές και τις καταπακτές του, καταχωνιασμένα μυστικά και θαρρετές αλήθειες, τις διάφωτες αίθουσες και τα δροσερά εξώστεγα, έναν εσωτερικό οίκο έτοιμο να δεχθεί και να φιλοξενήσει τον αναγνώστη. Η ένοικος ξεναγεί με λόγο παραστατικό, οπτικό, σχεδόν απτό και συνάμα μουσικό, με μελωδικά περιγράμματα. Οι εικόνες εντάσσονται σε προοπτική διάσταση, γίνονται κινητικές, εφορμούν σε βάθη και επανέρχονται στην επιφάνεια κουβαλώντας αινιγματικά όστρακα από λησμονημένους τόπους και δυσκατάληπτες γλώσσες.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η δεύτερη ενότητα του βιβλίου ονοματίζεται «Σημείο φυγής» με τη διακριτική αφιέρωση: Στη μητέρα μου. Πρόκειται για ένα ελεγειακό σύνθετο ποίημα με πύλες εισόδου και εξόδου και, ενδιαμέσως, επτά ποιητικά μέρη καταγεγραμμένα με λατινικούς αριθμούς (Ι – VII). Είναι μια δύσκολη συνομιλία μεταξύ προσώπων οριστικά πλέον αποχωρισμένων, του επιζώντος από τη μια μεριά και μιας βωβής σκιάς από την άλλη. Μονολογικός διάλογος («διαιρούμαι για να μιλήσω»), δηλαδή δίχως αντίλογο, με το το ποιητικό υποκείμενο να παίζει εναλλάξ ρόλους σε μια προσπάθεια να εξημερωθεί η αγριότητα της απώλειας, να εξορκιστεί το άγος της μοναξιάς, να συμφιλιωθεί η ζωή με το πένθος.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το εισόδιο ποίημα, με καρφωμένο στα πλευρά του ένα ημιστίχιο από τη «Νέκυια» της Οδύσσειας (… εμέ δε χλωρόν δέος ήρει), καταλήγει αποφασιστικά:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η ενηλικίωση των στίχων μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> προκαλεί την αναμέτρηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με το σήμερα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τούτο μπορεί να διαβαστεί διττά, σε σχέση με τον τίτλο: το «σημείο φυγής» παραπέμπει και στην αποχώρηση της μητέρας και στην αναχώρηση μιας ποίησης από τη ζώνη της παρατεταμένης εφηβείας – σημείο εκκίνησης, λοιπόν, ή έστω επανεκκίνησης προς την ενηλικίωση. Στο κατώφλι των επτά ποιημάτων, ένα παραδοσιακό δίστιχο, αντίλαλος από τη μακρινή, θαλασσινή πατρίδα, σταλάζει την παραμυθία του στην πόλη της καταχνιάς και της ομίχλης:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Ο πονεμένος δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γιατί του φαίνεται συχνά τον κόσμο πως θα χάσει»</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με τον ίδιο οικείο τόνο, χαιρετισμός πέρα από τη θάλασσα, ξεπροβοδίζεται το μεγάλο ελεγειακό σύνθεμα προχωρώντας προς το τέλος του:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">«Χίλια παραπονέματα στα χείλια μου γραμμένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μα δεν μπορώ να σου τα πω μόνο να πιάσω πένα»</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα λαϊκά δίστιχα πλαισιώνουν, κατά κάποιον τρόπο, με την αμεσότητα και τη σοφία τους τον πένθιμο λόγο που επιχειρεί να υπερβεί την αμηχανία και το κόμπιασμα, τις αδέσποτες λέξεις και τις άτακτες σκέψεις. Φοδράρουν με την πατίνα τους τoν τρόμο και τον πόνο, επανοικειώνουν την ξεριζωμένη μητέρα με τον γενέθλιο τόπο της.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το μελανό ριπίδι ανοίγει σε επτά πτυχές, παραλλαγές ενός επίμονου ανακαλέσματος, που στέκεται σε παρωχημένες στιγμές, ανείπωτα μηνύματα, μορφές αγαπημένες, ανήμπορα συλλαβίσματα και παράπονα της ψυχής, «των αναμνήσεων πυροτεχνήματα».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">… Έχεις καιρό να σχολιάσεις τα συμβαίνοντα εδώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ίσως όμως η σιωπή σου να είναι το σχόλιο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της αδέξιας ζωής μου</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">κοιτάζω τα σύννεφα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ας μην ξέρω να τα διαβάζω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μεταβαλλόμενα σήματα – τους οιωνούς</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δεν κάλεσες τα φαντάσματά σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ποτέ να αναμετρηθούν στο φως της μέρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τώρα – κατόπιν εορτής – μεταμφιεσμένα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ουρλιάζουν στο βυθό</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άκου την πνοή της πέτρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σαν τη χαϊδεύει το κύμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της μοναξιάς τα καρφιά πώς κρατούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στερεωμένα τα σπίτια</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">δρόμοι στα κύματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γραμμές της μοίρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην ώρα τους όλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μισόγιομο φεγγάρι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τιμόνι θυέλλης</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">γκρίζες πέτρες και καφετιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στου νερού το διάφανο σεντόνι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το δέντρο γέρνει να κοιμηθεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τον ύπνο σου να ταξιδέψει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί που λύθηκαν τα γόνατά μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εκεί που το κλειδί χάθηκε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι εγώ παίζοντας τη νιότη μου στα ζάρια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το γύρευα στις πιο απίθανες κρυψώνες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του καλογυμνασμένου νου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν κοίταξα ποτέ τα μάτια σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να μου το φανερώσουν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">οι λέξεις μου έχασαν τα σύμφωνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα φωνήεντα-κραυγές σε καλούν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τόση αφήγηση και δεν κατάλαβα ποτέ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η επανάληψη σκότωσε το μήνυμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το διαμέλισε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι ερμηνείες το παραμόρφωσαν</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στην άλλη όχθη απομαγεύεσαι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εδώ παιδί εγώ με το στανιό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να μη σε χάσω</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο δικός σου τόπος έρημος ερειπίων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο δικός σου χρόνος μαρμαρωμένος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο δικός σου φόβος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο δικός σου πόνος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ίχνη στη γλώσσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τη γύρη του νοήματος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με αναζητώ και δε με βρίσκω</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ηττημένη η μούσα πέρασε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να καταθέσει ένα αστέρι στο παράθυρό σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το πήρες και το έθαψες στο πηγάδι του κήπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> νερό φλεγόμενο έκαψε τα λόγια του</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">σκοτεινό μαγνητικό κέντρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η μοναξιά σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> γύρω της αδέξια γυρίζω</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">[…]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο ήλιος βυθίστηκε στη θάλασσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η μητέρα κι ο πατέρας έδυσαν μέσα μου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για ν’ ανατείλουν πάλι αύριο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την καινούρια μέρα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">τη μετά θάνατον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δική μου μέρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην άλλη ακτή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της καθημερινής αναμέτρησης</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι στην εκπνοή των επτά ποιητικών μερών επανευρίσκουμε την ίδια λέξη με την οποία έκλεινε το εισόδιο ποίημα: την αναμέτρηση με το διεσταλμένο έξαφνα παρόν που προσπαθεί να χωρέσει τόσο παρελθόν και να ειρηνεύσει το μέλλον. Το επτάπτυχο ριπίδι κλείνει απαλά• το τελικό, εξόδιο ποίημα μεταφέρει στην κρύπτη του την ανάσα μιας οικείας γαλήνης:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">… δώσε μου λέξεις κοχύλια της παιδικής μου θάλασσας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> θροΐσματα δέντρων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πέταξε της τελειότητας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μαύρα ρούχα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα μυστικά σου ο άνεμος</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πενθοφόρος δε λησμονά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τα ξαναφέρνει πίσω σε μια αμέριμνη στιγμή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μεταμορφώνουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στο βλέμμα σου το άγγιγμα της μέρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> […]</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στα χέρια σου κρατάς το όνειρο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εύθραυστο όπως πάντα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">από αχαρτογράφητες περιοχές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από τα βάθη του χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έρχεται η ευχή της γυναίκας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μέσα στη ρευστότητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να πάρει σάρκα και οστά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο λόγος κι η κραυγή γίνονται μοίρα</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">στα κελάρια τους ωριμάζουν οι ποιητές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το ποίημα επινοεί</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">το ποίημα επινοείται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ανάμεσα εσύ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">αληθεύεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Πιστεύω να έδειξα πως σε αυτό το διαξονικό βιβλίο η Βικτωρία Καπλάνη ενοφθάλμισε την τεχνική της ωριμότητα. Γερά αρματωμένη, κατέχει πια την ποιητική εκείνη «ευγένεια» που δόξασε ο Καρυωτάκης:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κάνε τον πόνο σου άρπα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και γίνε σαν αηδόνι,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και γίνε σαν λουλούδι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάνε τον πόνο σου άρπα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και πε τονε τραγούδι.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Άλλωστε δεν ξεχνώ πόσο με ξάφνιασε η παιγνιώδης σοβαρότητα, η αδραματοποίητη σαφήνεια με την οποία μπήκε στην ποιητική αρένα, σαν έτοιμη από καιρό. Στους Ήχους-Απόηχους, το πρώτο της βιβλίο (2007), «αντί προλόγου» καρφίτσωνε το πρόγραμμα της αυτογνωσίας της:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Aριάδνη, εγώ σου το ᾽λεγα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο θεός σου πέθανε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ο ήρωας που λάτρευες παρέδωσε τα όπλα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πάει καιρός, αλλάξαν οι εποχές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τώρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο χορός του θρήνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ο θρήνος του χορού</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δεν μπορώ, κλείνοντας, παρά να κάνω στη Βικτωρία Καπλάνη την αναμενόμενη ευχή: να συνεχίσει αυτό το ξετύλιγμα του κουβαριού με την ίδια ζέση και τη σκηνοθετική ευαισθησία που έχει δείξει ώς τώρα στα ποιητικά της πλάνα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ</strong></span></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παρουσίαση στη Κεντρική Βιβλιοθήκη στις 27 Νοεμβρίου 2013</span></strong></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Δημοσίευση στο Εντευκτήριο τ. 102-103 Δεκ. 2013</span></strong></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σκηνοθετώντας την ψευδαίσθηση</span></strong></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βικτωρία Καπλάνη. .</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μετά τους Ήχους-απόηχους και τις Λευκές συνομιλίες, με το τελευταίο της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> βιβλίο, Σημείο φυγής, η Βικτωρία Καπλάνη έρχεται να επιβεβαιώσει μια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εξαρχής κατακτημένη ωριμότητα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Όμως, τι να σημαίνει ωριμότητα στην ποίηση; Ίσως την αποδοχή της</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ψευδαίσθησης, την άνευ όρων παραδοχή της πλάνης ότι η γλώσσα δεν είναι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> απλώς το εργαλείο που οργανώνει και περιγράφει παρόντα συναισθήματα αλλά ο τρόπος με τον οποίο βγαίνουμε έξω από αυτά. Ίσως την παραδοχή του αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα στα σημεία της γλώσσας και σε ό,τι αυτά αναπαράγουν στη φυγή τους. Γιατί τότε, όπως γράφει, περίπου, ο Φερνάντο Πεσσόα στο Βιβλίο της ανησυχίας, ο ποιητής δεν κινδυνεύει από τη διάψευση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η Καπλάνη φαίνεται να αναγνωρίζει την πραγματικότητα της ψευδαίσθησης. Και όχι μόνο να την αναγνωρίζει αλλά και να υποκύπτει στη γοητεία της, και να συνδιαλέγεται μαζί της. Φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι τα &#8220;όρια&#8221; είναι ένα ζήτημα νέων δυνατοτήτων και όχι οι γραμμές ανάμεσα στις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οποίες κινούμαστε. Γι&#8217; αυτό και δομεί το βιβλίο της, όχι σαν μια ενδοστρεφή</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και τετελεσμένη κατάσταση, για την οποία πρέπει να μιλήσει, αλλά σαν μια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> περαιτέρω επιθυμία της γλώσσας. Χωρίζοντάς το σε δύο ενότητες, «Φωτοπαίγνια» και «Σημείο φυγής», στην ουσία δεν το διαχωρίζει νοηματικά αλλά διχοτομεί το ίδιο νόημα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Λάζαρου Ιωαννίδη» είναι η πληροφορία που προτάσσεται της ενότητας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Φωτο-παίγνια». Ωστόσο, γυρίζοντας μία μία τις σελίδες, μπορεί αμέσως να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παρατηρήσει κανείς ότι αυτές οι φωτογραφίες απουσιάζουν. Παρών είναι μονάχα ο λόγος, ο οποίος καλείται να αναπληρώσει αυτή την απουσία και, ανατρέποντας το στερεότυπο «μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις», να αποδείξει άτι οι λέξεις μπορούν να απεικονίσουν τα «φωτο-παίγνια»• μπορούν, μέσα από μια διαδικασία αναδιατύπωσης συμβολικών συστημάτων, να γίνουν οι εικόνες που λείπουν.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Φαντάζομαι ότι οι τίτλοι των ποιημάτων αυτής της πρώτης ενότητας είναι οι ίδιοι που επιγράφουν τη θεματική ακολουθία των φωτογραφιών: μια,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κάθε άλλο παρά ακύμαντη, υπαρξιακή διαδρομή, την οποία εξαρχής φροντίζει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να νοηματοδοτήσει η Καπλάνη ως την «αναπαράσταση ενός αθέατου ταξιδιού» και να τη χαράξει ως την πορεία «από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τι πάει να πει όμως «αναπαριστώ το αθέατο»; Σε αυτό το, κατά κυριολεξία, αθέατο ταξίδι της ανθρώπινης συνείδησης, τι είναι αυτό που πρέπει να αναπαραστήσουν οι λέξεις; Και ποιος είναι ο τρόπος; «Σκηνοθετείς» είναι η ενέργεια που επιστρατεύει η ποιήτρια. Χωρίς ωστόσο να γίνεται σαφές το υποκείμενο, ούτε αν το αντικείμενο είναι ο λόγος ή η εικόνα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Σκηνοθετείς», λοιπόν. Επειδή στίχοι όπως «ό,τι φέρω εντός μου / αντανακλά στο χώρο» έχουν ανάγκη από σκηνοθεσία. Θα θεωρείτο άραγε αυθαίρετο αν έλεγα ότι οι λέξεις, πέρα απ&#8217; το νόημα, είναι ταυτόχρονα και ο χώρος που φιλοξενεί το νόημά τους; Και πως αυτό το νόημα, εσκεμμένα αποσταθεροποιημένο από την καθολική έλλειψη στίξης, πρέπει να σκηνοθετηθεί μέσα στον ίδιο του τον χώρο;</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ας δούμε τώρα από πιο κοντά τα «Φωτο-παίγνια». Ας ακολουθήσουμε αυτήν την πορεία από το χάος στον έρωτα και τη μοίρα, και ας ροσπαθήσουμε να τροφοδοτήσουμε με είδωλα το βλέμμα. «Φως εν αρχή και δάκρυ» ο εναρκτήριος στίχος. Και ύστερα ο χρόνος που διαλύεται στο φως, και το δάκρυ παιχνίδι των χρωμάτων. Στιγμές αέρινες. Ό,τι δεν προλαβαίνει το «κλικ» της μηχανής το προλαβαίνει ο λόγος. Ό,τι δεν καταγράφεται στο φιλμ είναι ο λόγος που το εμφανίζει. Και ο έρωτας παρών, να έρπει ανάμεσα στους στίχους. Να έρπει η επιθυμία. Η απουσία, ωστόσο: ρούχο που ντύνει το ανεκπλήρωτο, για να μη φαίνεται ότι ο άλλος λείπει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είπα πιο πριν πως ό,τι λείπει είναι οι φωτογραφίες. Άραγε, θα μπορούσε να ειπωθεί πως οι φωτογραφίες είναι ο άλλος; Ότι ο άλλος είναι αυτός που απουσιάζει και οι λέξεις είναι εκείνες που τον ανακαλούν; Όχι σαν παρουσία πια αλλά σαν μνήμη, σαν δυνατότητα της ύπαρξης να υπάρχει στη γραφή. Δεν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> φανταζόμαστε τις φωτογραφίες, ή τον άλλο μέσα από τις φωτογραφίες, που</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λείπουν. Δεν μπορούμε να τους φανταστούμε. Μπορούμε όμως να τους εγγράψουμε σαν μια αναπαράσταση, όπου το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> την ύπαρξή τους είναι το επαληθεύσιμο της γλώσσας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Και στη δεύτερη ενότητα, «Σημείο φυγής», η γλώσσα πάλι. Μόνο που αυτή τη φορά δεν απεικονίζει αλλά περιέχει την απουσία. Γιατί εδώ δεν είναι φωτογραφίες εκείνο που λείπει. Εδώ η απουσία είναι απτή, είναι η ψηλάφηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> του κενού πάνω στους τοίχους, στα έπιπλα, στα λευκά περιθώρια των σελίδων. Εδώ δεν είναι η στιγμή που ανακαλείται μα ο χρόνος ολόκληρος, δεν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι το είδωλο του ανθρώπου μα ολόκληρος ο άνθρωπος. Γιατί εδώ η απουσία αναγνωρίζεται ως απώλεια, συντελείται ως μια «αναχώρηση που έχει πλέον ολοκληρωθεί», αφήνοντας πίσω της τον «σπαραγμό τού απλησίαστου».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Πώς να ειπωθεί ο θάνατος, αν όχι έσχατη φυγή; «Δεν βρίσκω λέξεις να</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μιλήσω για σένα» γράφει η Καπλάνη, και λίγο μετά: «πώς να σ&#8217; ελευθερώσω</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> από μένα;/ πώς να ελευθερωθώ από σένα;». Σπαράγματα που γυρεύουν ιη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> μορφή τους μέσα στο ποίημα. Φάσεις αρχινισμένες που μένουνε μετέωρες</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανάμεσα στα ερωτηματικά τους. Ζώνες σιωπής, για να υπάρξει χώρος για την</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αίσθηση, αλλά και ένας ενεργός στοχασμός για την ενηλικίωση μέσα απ&#8217; την</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αναμέτρηση με τη μοίρα. Τα ρήματα ορίζουν τον χρόνο, ενώ ταυτόχρονα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ορίζονται απ&#8217; αυτόν, το παρελθόν δεν κατοικείται σαν ανάμνηση αλλά σαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σώμα που αναδημιουργείται απ&#8217; την εκφώνησή του: «Έχεις καιρό να έρθεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> / με τα μπαλωμένα ρούχα/ να καθίσεις κάτω από τον ίσκιο της συκιάς/ τα ζεστά μεσημέρια του Ιουλίου».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Συνοψίζοντας: η Βικτωρία Καπλάνη μάς δίνει ένα καλό βιβλίο με ποιήματα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ποιήματα σμιλεμένα στο υλικό του δόγματος ότι η απώλεια δημιουργεί τον</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κόσμο και η ψευδαίσθηση τον κάνει αποδεκτό. Αφήνοντας ωστόσο να αιωρείται το ερώτημα: είναι η ποιήτρια που μιλά για την ψευδαίσθηση ή είναι</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> οι λέξεις που μιλούν για την ψευδαίσθηση τους;</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σημείο φυγής» της Βικτωρίας Καπλάνη (βιβλιοκριτική) στο cityportal.gr</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ποιητική συλλογή «ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ» της Βικτωρίας Καπλάνη, με τις επί μέρους ενότητες «ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ»2008-2009 και «ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ» 2010-2012 , εκδόσεις Γαβριηλίδης (επιμέλεια έκδοσης της ίδιας της ποιήτριας), περιλαμβάνει δεκατρία ποιήματα με επιμερισμό α, β, γ στην πρώτη ενότητα, οκτώ ποιήματα, άτιτλα, στη δεύτερη ενότητα και τέλος ένα άτιτλο ποίημα -επίλογο που τελειώνει με το στίχο «&#8230;το ποίημα επινοεί</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το ποίημα επινοείται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κι ανάμεσα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εσύ αληθεύεις».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Είχαμε τη χαρά να διαβάσουμε αυτή τη φρέσκια ποιητική συλλογή μόλις κυκλοφόρησε (φεβρουάριος 2013) και ευχόμαστε τα ποιήματα να συναντηθούν με τους αναγνώστες στη θάλασσα της Ποίησης.Κάθε καινούργιο βιβλίο είναι σα μια ευχή ( καλοτάξιδης!) συνομιλίας του συγγραφέα με τον αναγνώστη.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη με φιλοσοφικό λυρισμό και συναισθηματική δύναμη στο φόντο μιας μουσικής, περιγράφει (στην πρώτη ενότητα) το πριν και το μετά της Γέννησης, τις «ζείδωρες εκρήξεις», «το πέπλο των ονείρων», τη «ροή της ζωής». Ποιήματα σύντομα που απευθύνονται άλλοτε σ΄ένα εσύ, που δεν κατονομάζεται, άλλοτε αφορούν το εγώ ή αποστασιοποιούνται για να αφουγκραστούν μιαν ευταξία μεταβαλλόμενη. Η νύχτα, το μυστήριο της ύπαρξης, το νερό, το φως, η μνήμη, ο χρόνος, η γυναίκα, η δημιουργία, απασχολούν ναρκισσιστικά ως ερωτήματα τη συνείδηση με μια εκφορά εκκλησιαστικής γραφής, συμβολικής και μεγαλοπρεπούς στο ποιητικό γίγνεσθαι του κόσμου.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει άτιτλα ποιήματα με αφιέρωση «Στη μητέρα μου». Εδώ το ύφος και η δομή αλλάζει, είναι εμφανής μια συγκίνηση προσωπική, μια εσωστρεφής μελαγχολία, ένας εξομολογητικός τόνος για ό,τι υπήρξε «των αναμνήσεων πυροτεχνήματα», «ζωή&#8230;ανάσα&#8230;ζω&#8230;ή αν&#8230;ά&#8230;α», ο πόνος της απώλειας του αγαπημένου προσώπου, διατρέχει όλα τα ποιήματα στις εικόνες τους και στα σύμβολα. Νερό, λουλούδια, κεντήματα, το φως των λέξεων, η δύναμη της ανάμνησης, γίνονται πηγές δύναμης που εξοστρακίζουν τελικά τη θλίψη και τη μετουσιώνουν σε δημιουργία «στην άλλη ακτή της καθημερινής αναμέτρησης». Το ραγισμένο χαμόγελο,η βιωματική σχέση των λέξεων ως γλώσσα (έκφρασης του αέναου κύκλου) στη Γέννηση του ποιήματος, δίνουν στον επίλογο με ευαισθησία και δύναμη το αληθινό πρόσωπο της τέχνης της ποίησης.Το ποίημα ως απάντηση στην «ευχή της γυναίκας».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ποιήτρια Βικτωρία Καπλάνη έχει επίσης εκδώσει στις εκδόσεις Γαβριηλίδης τις ποιητικές συλλογές «Ήχοι- απόηχοι» 2007 και «Λευκές συνομιλίες» 2010. Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το καινούργιο βιβλίο της!</span></p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΔΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΡΥΖΑΣ</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">1.6.2013</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σημείο Φυγής»</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μια βιβλιοκριτική</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποιητικό και το νέο βιβλίο της Καπλάνη, ενσωματώνει τις συλλογές «Φωτο-παίγνια» (2008-09), ποιήματα γραμμένα για την ομότιτλη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη, και «Σημείο Φυγής» (2010-11), ποιήματα αφιερωμένα «στη μητέρα» της.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η μουσική είναι πανταχού παρούσα στα ποιήματα αυτά. Άλλοτε με «τρείς πρώτες νότες / πρελούδιο σε λα μινόρε» και άλλοτε με «μία νότα», που σαν σταγόνα, «δέσμη φωτονίων επί του ύδατος ορθρίζει εκ νυκτός». Άλλοτε «στις χορδές της άρπας», «κεντά/ μελωδίες αγρύπνιας» και άλλοτε μέσα σε «σκοτεινά ηχοχρώματα», υπαρξιακά, επιστρέφει. Όμως μουσική είναι και η σιωπή, μια «ασίγαστη παύση / εκρηκτική», προερχόμενη από την «επιθανάτια κραυγή» ή «τις απόκοσμες μελωδίες» από ένα «έγχορδο ημερών αρχαίων». Πώς να εκφράσεις όμως τη μουσική, αν δεν γίνεις εσύ ο ίδιος «φθόγγος», που «πενθεί τη δρόσο που μαραίνεται» ; Αν δεν γίνεις «στρόβιλος ήχων», μια «μελωδία που αλλάζει» την «απολιθωμένη μουσική» του εσωτερικού σου εγώ; Τελικά η αρμονία των μουσικών διαστημάτων μπορεί και να βρίσκεται στο χέρι, στην απαλάμη σου, όπου ανακαλώνται «σχήματα μελωδικά / αντάντε αμορόζο» ! Ωστόσο όμως –προσοχή !- η δημιουργία είναι μια επίπονη, αβέβαιη και αιματηρή διαδικασία που ενδέχεται απλώς να σου αφήσει, όπως «οι αιχμηρές νότες / βουβές χωρίς ήχο», ένα «αδιάψευστο σημάδι στα δάκτυλα» … Σε κάθε περίπτωση, πάντως, «πλανόδιοι ήχοι … / δίνουν του αγέρα αφή / ν΄ αγγίξει τα τοπία της αληθινής ζωής μας».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μέσα στον μεταβαλλόμενο κόσμο (των ιδεών), η ποιήτρια βρίσκει ότι «μόνο η εμπιστοσύνη στη σιωπή του νου δίνει κάθε φορά το καινούριο βήμα … ανάκληση του δυνατού και κατ’ ουσίαν αδύνατου να συντελεστεί αυτό που όντως συμβαίνει» ! Τα ποιήματα της Καπλάνη δεν θέτουν μόνο ερωτήματα, αλλά επιχειρούν και απαντήσεις : Το περιεχόμενο ζητάει να καθρεφτιστεί στη μορφή έστω και «σιωπηρά», σαν «αφηγήσεις μετέωρες» που ζητούν «να πιστέψουν πως υπήρξαν». Μέσα από τη γλώσσα η ύπαρξη σκιαγραφεί τα όριά της : «ποίηση η εν δυνάμει γλώσσα / μέσα στη γλώσσα». Μέσα στο παιχνίδι της ποίησης η ύπαρξη δεν είναι παρά αυτό που όντως είναι : «Αστήρ πλάνης πλανώμενος / πεπλανημένος / περιίπταται» ! Όλα μετασχηματίζονται σε ποιήματα, από τις «συλλαβές του αργαλειού» ως τις «λευκές ίριδες του κήπου … από την ευωδιά τους γεννιούνται λέξεις / οδοιπόροι του πουθενά και του απείρου».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Ο άνθρωπος είναι ο χρόνος / ο χρόνος είναι ο άνθρωπος», που μπορεί και να σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι ο χρόνος-Κρόνος : «Οι σκιές αλλάζουν τις διαστάσεις των πραγμάτων / αδήριτη ανάγκη η διαφυγή». Η ποιήτρια άλλο δεν είναι από τη «φωνή του χαμένου παιδιού … / την ώρα που το δέντρο του κήπου / ανασαίνει την υπόσχεση της άνοιξης». Εν τέλει μας προτρέπει : «άνοιξε τα μάτια / δώσε χρόνος το βλέμμα / να κοιτάξει το λουλούδι που ανασαίνει». Και αυτό ισχύει (ας μας επιτραπεί να προσθέσουμε) όσο περισσότερο μας κατακλύζουν οι εικονικές πραγματικότητες του Κέρδους. Διότι δεν απαιτείται μόνο αισιοδοξία, αλά και δράση : «στα χέρια σου κρατάς το όνειρο / εύθραυστο όπως πάντα / φόρεσέ το και βάδισε θαρρετά».</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στα ποιήματα της Καπλάνη ισορροπούν αδροπρεπώς λεπτές και εύσχημες αναφορές σε φιλολογικές και φιλοσοφικές αναφορές, ενώ ορισμένα από αυτά χαράζονται πάνω σε μια γόνιμα αυστηρή αρχιτεκτονική μαθηματικής ακρίβειας (α-β-γ).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Γνήσια ποίηση, που σε καλεί να την αναγνώσεις.</span></p>
<p style="padding-left: 40px; text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ</span></strong></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφόρησε η τρίτη ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη «Σημείο Φυγής» Η συλλογή χωρίζεται σε δυό ενότητες τα Φωτο-παίγνια και το Σημείο Φυγής</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">α. ΦΩΤΟ-ΠΑΙΓΝΙΑ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα ποιήματα, όπως αναφέρεται στην αρχή , γράφτηκαν για την ομώνυμη σειρά φωτογραφιών του Λάζαρου Ιωαννίδη τη περίοδο 2008-2009.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ποιήτρια σκύβει πάνω στις φωτογραφίες, αγγίζει το σφυγμό τους, διαβάζει αυτά που είναι κρυμμένα πίσω από την εικόνα κουβεντιάζει μαζί τους όπως θα κουβέντιαζε με τον ίδιο τον δημιουργό και τις αναδημιουργεί με λέξεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Δεκατρία ποιήματα, τρεις φωνές στο καθένα, συνομιλούν πίσω και μέσα στη καρδιά των εικόνων. ΕΝ ΑΡΧΗ η « αναπαράσταση του αθέατου ταξιδιού» «άθυρμα στη δοκιμασία των χρωμάτων» και «μια εύθραυστη στιγμή η γέννηση».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το αντιφέγγισμα της κάθε φωτογραφίας «αντανακλά στο χώρο ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο είδωλο» κι οι πολλαπλές αντανακλάσεις γίνονται λέξεις και στίχοι που καταδύονται μέσα στο αδιόρατο των αισθήσεων.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ποιήτρια στη συνομιλία της με τις εικόνες αναζητά την υπόσταση και τις δυσκολίες της δημιουργίας ταξιδεύοντας μέσα από τις μελωδίες της σιωπής τους και μέσα από την ανθοφορία των ονείρων. Στα όνειρα που οι αντικατοπτρισμοί των χρωμάτων την οδηγούν στην είσοδο όπου στη ξεθωριασμένη τοιχογραφία αναγνωρίζει τη μορφή της γυναίκας και στην ίδια τη ροή της ζωής.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">β. ΣΗΜΕΙΟ ΦΥΓΗΣ</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα ποιήματα της σειράς η ποιήτρια τα αφιερώνει στη μητέρα της. Από τους πρώτους στίχους η καταχνιά της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου, της μητέρας, με την ξεχωριστή μοναδικότητα της σχέσης, είναι κυρίαρχη και βιωματική. Είναι όμως και η συνέχεια της γραφής της από τη προηγούμενη συλλογή. Στις Λευκές Συνομιλίες «ο άγγελος χάθηκε στο δάσος με τις οξιές» αφήνοντας το μήνυμα ότι «η παράσταση τώρα αρχίζει» Μια παράσταση με διττό σενάριο. Από τη μια της δημιουργίας του κόσμου που συνεχίζει με τις ίδιες πάντοτε σκηνές, Γέννηση, Ζωή, Θάνατος και από την άλλη η χάραξη της δικιάς της αυτόνομης πορείας αποστασιοποιημένη από σφικτούς εναγκαλισμούς. «Η ενηλικίωση των στίχων μου/προκαλεί την αναμέτρηση/ με το σήμερα»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στο Σημείο Φυγής ο άγγελος της ποιήτριας «κουράστηκε να περιμένει/ την ιδεατή μεταμόρφωση» Η νομοτέλεια είναι αμείλικτη και « η αναχώρηση έχει πλέον ολοκληρωθεί.» Η συνειδητοποίηση της απώλειας οδηγεί τη ποιήτρια σ ένα ταξίδι σ’ ολόκληρη τη ζωή της μητέρας που έφτασε κάποτε στην «αφιλόξενη… πολιτεία της ομίχλης» μια και «η γαλάζια πόρτα έκλεισε/ πίσω σου για πάντα»</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με έναν έντονο φιλοσοφικό λυρισμό η ποιήτρια αφήνεται μέσα στις στιγμές που βίωσε «Έχεις καιρό να έρθεις/με τα μπαλωμένα ρούχα/να καθίσεις κάτω από τον ίσκιο της συκιάς» κι αναζητά μέσα από τις ιστορίες που άκουγε, μέσα από τα αγαπημένα αντικείμενα «τα εργόχειρα με τις δαντέλες/ τα περίτεχνα κεντήματα» τη δικιά της λύτρωση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αναζητά όλα εκείνα τα σημάδια του μισεμού της «εγώ αντί για σένα/θα περάσω το κατώφλι του σπιτιού» και «ανασαίνει τη γαλήνη» αντικρίζοντας «τα μενεξεδένια βουνά της πατρίδας» για να φτάσει στην απελευθέρωση της «πώς να σ’ ελευθερώσω από μένα/πώς να ελευθερωθώ από σένα?». Αναζητά «να αποδράσει από το λυπημένο όνειρο» και μέσα από τη δικιά της «καθημερινή αναμέτρηση» να φτάσει στη δικιά της κάθαρση και ενηλικίωση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Αναμφίβολα η ποιητική συλλογή της Βικτωρίας Καπλάνη μας χαρίζει όμορφες στιγμές ποίησης της αξίζει να διαβαστεί και να έχει μια καλή πορεία στο ποιητικό γίγνεσθαι.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Λευκές συνομιλίες</span></strong></h4>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</span></strong></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εντευκτήριο </span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Όταν το βίωμα αγκαλιάζει την ars poetica</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με την πρώτη συλλογή της, Ήχοι- απόηχοι, που κυκλοφόρησε το 2007, η Βίκυ Καπλάνη μπήκε στη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή σαν έτοιμη από καιρό: με κατασταλαγμένη γλώσσα και λιτά φροντισμένη σκηνογραφία, με ολοκληρωμένο —παρά την εγγενή αποσπασματικότητα του— βλέμμα, όπως και με μια βαθύτερη έγνοια τόσο για τη φανέρωση όσο και για τη θεμελίωση της ποιητικής της. Σχολιάζοντας προ τριετίας το βιβλίο της, είχα σπεύσει να προτάξω το ζήτημα της ποιητικής επειδή έφερνε υποβλητικά στην επιφάνεια τις μεθόδους μέσω των οποίων κατανοείται, αλλά και ασκείται η τέχνη της ποίησης, σ&#8217; ένα πλαίσιο σαφούς υποχώρησης και συρρίκνωσης του δημόσιου λόγου της, που μειώνει μοιραία και το αναφορικό της βάρος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Θέλω να μείνω λίγο στο πρώτο έργο της Καπλάνη και στη σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου. Ό,τι προέχει και προξενεί τις καλύτερες εντυπώσεις στους Ήχους-αποήχους, πηγάζει, για να ξεκινήσουμε από το σημαίνον, από την προσήλωση της ποιήτριας στις τεχνικές προσέγγισης και επαναπροσέγγισης του αντικειμένου της, από την αταλάντευτη εστίαση της προσοχής της στους τρόπους άρθρωσης και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σκηνοθεσίας των υλικών της. Ως προς τι καταστάσεις και τα αισθήματα που στοιχειώνουν τη στιχουργική των Ήχων-αποήχων, για να πάμε και στ σημαινόμενο, η Καπλάνη μοιάζει με τυπικό παιδί της γενιάς της (της γενιά του 1980), με μια σειρά από καθιερωμένα λίγο-πολύ μοτίβα να συγκροτούν τη θεματική της: η ζωή έχει χάσει οριστικά (και δεν θα ξαναβρεί ποτέ) το μυθικό της χαρακτήρα, η μνήμη είναι αδύνατον να καλμάρει τον παντελώς μάταιο πόθο της για επιστροφή σε μια πρωταρχική αθωότητα, το πρόσωπο τριγυρίζει απεγνωσμένα γύρω από το απαστράπτον κενό του, ο χρόνος έχει ξεφύγει από τις συμφωνημένες ακολουθίες του και στροβιλίζεται σ&#8217; ένα φάσμα χωρίς αφετηρία και δίχως τέρμα ενώ ο προσανατολισμός ή η όδευσή μας προς τον άλλο σκοντάφτουν κάθε τόσο πάνω στα κοτρόνια μιας σπαρακτικής απουσίας των όντων. Τα πάντα σε ένα τέτοιο περιβάλλον δείχνουν να έχουν στραβώσει εν τη γενέσει τους και κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να φτάσε στην οιαδήποτε λύση με κανέναν, ακόμη κι αν όλοι καίγονται από την επιθυμία μιας σωτήριας (ή, έστω, απλώς ανακουφιστικής) παραμυθίας.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο τρόπος με τον οποίο η Καπλάνη υπερβαίνει στους Ήχους-αποήχου&lt; αυτά τα σχεδόν ιδεοτυπικά μοτίβα, προ κειμένου να απεικονίσει και, ενδεχομένως, να ξορκίσει τον ζόφο της κατάρρευσης του σύμπαντος, αποτυπωμένο στη φτενή (κάποτε ακόμη και ευτελή ύλη της καθημερινότητας, είναι η εκτεταμένη αποφόρτιση του λόγου του ζόφου, μια αποφόρτιση η οποία, πίσω απ( τις εσκεμμένα ουδέτερες περιγραφές και λέξεις η φράσεις της, κρύβει την οδύνη ή και τον θρήνο για τη διάσπαση και την απώλεια των πραγμάτων, αποσιωπώντας με ευστροφία τους ακρωτηριασμούς ή τα τραύματα τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Για να τελειώνω με τους Ήχους- αποήχους, η Καπλάνη δοκιμάζει επίσης εδώ την τακτική της ειρωνικής χρήσης των δισσών λόγων: ονομάζοντας την ανθρώπινη συνθήκη (στοιχεία, εν πάση περιπτώσει, και τρίμματα μιας πολλαπλά συντετριμμένης ανθρώπινης συνθήκης) δύο φορές, με τη ματιά της να προέρχεται από δύο αντικριστές σκοπιές, καταλήγει όχι στην αντιβολή ή στην αντιπαράθεσή τους, αλλά σε μιαν όλως ιδιότυπη —δεν ξέρω αν μπορώ να την πω διαμελισμένη— ανασύνθεση τους. Με μίτο τον μίτο μιας Αριάδνης η οποία δείχνει να έχει υποστεί τις χειρότερες εκδοχές του μύθου της (τη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό της μετά την επιχείρηση διάσωσης του Θησέα), η Καπλάνη ρίχνει σε όλα τα ποιήματα του πρώτου βιβλίου της ένα μεταμορφωτικό φως, που λειαίνει τα παθολογικά εξογκώματα της καθημερινής περιπέτειας, χωρίς να μας καταπραΰνει ούτε κατ&#8217; ελάχιστον ως προς τη νοσολογία ή την πιθανότητα της θεραπείας τους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι Λευκές συνομιλίες υποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως μιαν εκ νέου αδυναμία του ποιητικού υποκειμένου να ανατάξει τη ζωή, να αποτινάξει το κενό του, να ανακαλύψει ένα χρονικό καταφύγιο, να μυθοποιήσει τη μνήμη του ή να οδεύσει προς τον άλλο. Τώρα, όμως, αυτά τα κατηγοριοποιημένα, όπως το έλεγα και πρωτύτερα, μοτίβα, που λειτουργούν ως ένα είδος ρετσιτατίβο στους Ήχους-αποήχους (μια συνοδευτική επένδυση για την κοινοποίηση των κανόνων της ars poetica), συγκαλύπτοντας το πάθος και τον πόνο μέσα από την τυποποίησή τους, αποκτούν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αίφνης σάρκα και οστά, για να μετατραπούν από προσχηματικό σύμπτωμα σ&#8217; ένα παγερά κοφτερό ζωικό λεπίδι. «Παγερά κοφτερό» γιατί η ποιητική έκφραση της Καπλάνη δεν θα μπορούσε ποτέ να προσφύγει στην ανάγκη της εξομολόγησης ή στους τόνους της συναισθηματικής έξαρσης, ενώ μπορεί ανεμπόδιστα να αναμετρηθεί με τη βαθμιαία αποκάλυψη (ένα βασανιστικά αργό ανασήκωμα του πέπλου) του βιώματος, που έρχεται στις Λευκές συνομιλίες να δώσει στα τεχνικά μέσα και στην οντότητα της ποιητικής ένα βαθύτερο, σαφώς υπαρξιακό νόημα.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Επιτρέποντας στο ποιητικό της εγώ μια προτεταμένη λυρική λειτουργία, που μετασχηματίζει τον διαμεσολαβημένο από πολλαπλές αφαιρέσεις ατομικό χώρο των Ήχων-αποήχων σε ορατό βιωματικό σκηνικό, η Καπλάνη δεν θα πάψει να λειαίνει τα παθολογικά εξογκώματα της καθημερινής περιπέτειας, με τη διαφορά ότι τώρα τα λειασμένα εξογκώματα θα αποκτήσουν μια πολύ πιο απτή (να τη χαρακτηρίσω παλλόμενη;) παρουσία. Και σ&#8217; αυτό το σημείο θα πρέπει να παραλείψουμε εκείνα τα κι όμως μέσα από τις λέξεις μαθαίνεις, αυτό που είσαι κι αυτό που υπάρχει, κατά τα άλλα η ζωή σου δεν έχει θέμα, μάταιες συναντήσεις και συναναστροφές, όπως και τα «write, write or die» (ουδέν σχόλιον, απόψε ο ρομαντισμός γιορτάζει), τα οποία αναπαράγουν κάτι από το κλίμα των Ήχων- αποήχων, και να πάμε σε ό,τι όντως συνέχει και ταυτοχρόνως συγκλονίζει τις Λευκές συνομιλίες, όπως το επικίνδυνα βραδυφλεγές (πάντα η αντίσταση στην πλημμυρίδα του αισθήματος) παίρνει στροφή ο χρόνος, δεν βλέπεις το δόκανο, στημένο καλά να πιαστείς, εντός του βρίσκεσαι και δεν το γνωρίζεις, σπαρταράς λάφυρο εκλεκτό, το λαμπρά ερειπωμένο μετέωρη η ζωή μου, χαρταετός και το σχοινί να σώνεται, κι άλλοτε με τα πόδια γυμνά, χαράζω κύκλους σ&#8217; αναρριχώμενα άστρα ή το κρυφά απεγνωσμένο (πόση απόκρυψη ακόμη) το βλέμμα σου με προσπέρασε, έγινα πέτρα, ράγισα στα δυο, κι υστέρα τίποτα, έδιωξα την εικόνα σου, με αφορά πια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Είναι, νομίζω, καταφανές πως οι Λευκές συνομιλίες οδηγούν την Καπλάνη στην πλήρη συνταύτιση σημαίνοντος και σημαινομένου. Βρισκόμαστε πια σε μια περιοχή όπου το βίωμα διαχέεται εντός του πεδίου της τεχνικής και η ποιητική διαχέεται εντός του πεδίου του βιώματος, με τους δισσούς λόγους των &#8216;Ήχων -αποήχων να μετακινούνται από τη διπλή κατονομασία και τις αντικριστές σκοπιές (υπενθυμίζω, μια διαμελισμένη ανασύνθεση; στην αλληλοεπικοινωνία και την αλληλοσυμπλήρωση, που θα συντονίσουν εν τέλει τα πλάγια και τα όρθια τυπογραφικά στοιχεία της συλλογής στ&lt; ίδιο, ενοποιημένο μήκος κύματος.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Με το πρώτο βιβλίο της η Καπλάνη μάς έδωσε τις πλέον ανθηρές υποσχέσεις. Με το δεύτερο, ας μην αμφιβάλουμε, βαδίζει στον δρόμο μιας εξαιρετικά γόνιμης ωριμότητας.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><span style="color: #000000;"><b>Ήχοι</b></span><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> &#8211; Απόηχοι</span></strong></h4>
<h4></h4>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΚΡΗΣ</span></strong></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Περιοδικό ΑΝΤΙ</strong></span></h4>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">Σύνθετη ποιητική αντίστιξη</strong></span></h4>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Βικτωρία Καπλάνη, Ήχοι-Απόηχο/, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007, σελ. 64</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η αντίστιξη ως μουσικός όρος περιλαμβάνει δύο ρυθμικούς σχεδιασμούς που εκτελούνται ταυτόχρονα και συμβάλλουν στην ανάδυση αρμονίας. Οι δύο ποιητικές καταθέσεις της Βικτωρίας Καπλάνη (Είσοδος, Ήχοι &#8211; Απόηχοι) που συγκροτούν το βιβλίο ανταποκρίνονται στο χαρακτηρισμό «σύνθεση για δύο φωνές» και κατορθώνουν να αναδείξουν τη γόνιμη συλλειτουργία του έμφυλου ποιητικού λόγου, της νεωτερίζουσας εκφραστικής δυναμικής, της υπαρξιακής αναζήτησης και θεματικής (έρωτας, μοναξιά, διαπροσωπική επικοινωνία, φθορά του χρόνου, θάνατος).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η έως τώρα ποιητική παρουσία της Καπλάνη υπήρξε αισθητή και δημιουργική. Πέρα από τις δύο συνθέσεις της, που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο αναμφισβητήτως πιο εξειδικευμένο και αναντιρρήτως υψηλόβαθμο ως δυναμική και ποιότητα ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, την Ποίηση, μας έχει δώσει και εμπνευσμένες ποιητικές μεταφράσεις, στοιχειοθετώντας μια σοβαρή και συγκινησιακά ελκυστική λογοτεχνική πορεία.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η Αριάδνη δεσπόζει στην Είσοδο ως γυναικείο και ποιητικό σύμβολο. Ουσιαστικά, αξιοποιείται από την ποιήτρια η μυθική μέθοδος, κατά την οποία το μυθολογικό πρόσωπο είναι το όχημα για τη μετάδοση διαχρονικών μηνυμάτων και συναισθημάτων, οπότε το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον συγχωνεύονται με όρους καλλιτεχνικά δικαιωμένης διαχρονίας:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Το κουβάρι ξετυλίγεται πάνω στα βήματά σου / ο χορός του θρήνου / ο θρήνος του χο¬ρού I χαρτογραφούν αυτό που είσαι αλλά δεν γνωρίζεις / ο μίτος κι ο λαβύρινθος ένα»(σ. 9).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Οι δύο γραμματοσειρές (με όρθια και με πλαγιασμένα στοιχεία) εναλλάσσουν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τονικότητες και φωνές που προέρχονται από την ίδια ποιητική κοιτίδα. Διασφαλίζεται, έτσι, η οργανική ενότητα των στίχων, αλλά και εμπλουτίζεται η έκφραση τους με εκφορές διαφορετικής επιφάνειας, που όμως εκπορεύονται από κοινή πηγή βιωμάτων, προβληματισμού και συναισθηματικού βάθους.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ο έμφυλος λόγος της Καπλάνη δεν είναι μονοσήμαντος ή διεκδικητικά φεμινιστικός. Ενσωματώνοντας τη γυναικεία ταυτότητα όχι σαν απλοϊκή ευαισθησία αλλά ως υπαρξιακό διακύβευμα, εκκινεί ως έμφυλος και, χωρίς να απεμπολεί την εγγενή του θηλυκότητα, λειτουργεί ως πανανθρώπινος:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Τη ζωή που σου ταιριάζει να ζητάς / όσο κι αν σου στοιχίζει: / αυτή είναι η ευχή της γης / που ξέρει τι σημαίνει γέννα και τι επιστροφή [&#8230;] Μέσα μας μια αόρατη γραμμή / (συχνά πέφτω πάνω της, τρομάζω) / θαρρείς κλείνει το δρόμο / από το θάνατο της σελήνης / στη γέννηση του ανθρώπου / το ίδιο κατακόκκινο αίνιγμα / όλο δικό σου / για πάντα» (σ. 12).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Στη σύνθεση Ήχοι-Απόηχοι η ποιητική θεματική δεν μεταστρέφεται, ωστόσο ανιχνεύεται μία ρυθμική μετεξέλιξη. Οι δύο ποιητικές εκφορές διαχωρίζονται με διαφορετική γραμματοσειρά εκτύπωσης, όμως συγχωνεύονται και διεισδύουν η μία στην άλλη. Δεν καλύπτει ολικά η καθεμία τη ρυθμική και συναισθηματική επιφάνεια των «δικών» της ποιημάτων, αλλά στο πλαίσιο του ίδιου ποιήματος συνυπάρχουν και στηρίζουν την αντίστιξη μιας δημιουργικής αλληλοδιαδοχής:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Μια ολόκληρη ζωή κυνηγάς τον ίσκιο του / όλος σου ο βίος / στον χρόνο μιας αφήγησης ελλειπτικής / γεμάτος σκιές / να ταξιδεύει, να αλλάζει κινήσεις / δεν μπορούσα να σε διακρίνω / στη θύελλα / να σε σκοτώσω / σπορά / στων αγγέλων τα δάκρυα / κρυσταλλένια κόκκινα δάκρυα / Ο θάνατος δεν άλλαξε τίποτα» (σ. 38).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τα ποιήματα της Καπλάνη εκπέμπουν γνησιότητα, απομακρυνόμενα από τη λεκτική εκζήτηση, από τη λογοτεχνική πόζα, αλλά και από τις δήθεν απαρασάλευτες απαντήσεις στα υπαρξιακά ερωτήματα. Η εναλλαγή φωνών, εικόνων και λεπτών συναισθηματικών αποχρώσεων προικίζει τους στίχους με υψηλόβαθμη δραματικότητα. Παρότι, επίσης, ο συνθετικός άξονας σύνδεσης των ποιημάτων είναι διακριτικά φωτισμένος και επαρκώς ανιχνεύσιμος, εντοπίζονται σποραδικές διασπάσεις της ρεαλιστικής κανονικότητας, οι οποίες χαρίζουν στα ποιήματα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> νεωτερική αύρα και συγκινησιακή δραστικότητα:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Χιονίζει λεύκες σ&#8217; ολόκληρη την πόλη / χιλιόμετρα πιο πέρα / σε μια άλλη πόλη / χιονίζει φωτιά» (σ. 18), «κόκκινα φύλλα λουσμένα φως / σταλάζουν στον ύπνο μου / κι άξαφνα ένα αεράκι ψυχρό / με σηκώνει ψηλά / σαν τους χαρταετούς που τόσο αγαπούσες» (σ. 31).</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ποιητική συνείδηση της Καπλάνη είναι εμπλουτισμένη από αξιοπρόσεκτες ποιητικές «συνομιλίες». Οι φωνές όμως των επιφανών ομοτέχνων είναι γόνιμα και δημιουργικά διυλισμένες από το προσωπικό φίλτρο της ποιήτριας: «Οι μεγάλες αλήθειες που απαγγέλλει η σιωπή / τυλίγονται με το ίσως / να μην είναι κι έτσι» (σ. 13 &#8211; Ρίτσος), «Η μεγάλη αναμέτρηση έρχεται / όταν πάψεις να καλείς / τον φόβο αγάπη» (σ. 15-Αναγνωστάκης), «λευκό το αφήνω το χαρτί, τ&#8217; άλλο πρωί λευκότερο» (σ. 16 &#8211; Σεφέρης), «άνευ όρων αταξία / καθώς απορρυθμίζεται ο ένδον χάρτης» (σ. 29 &#8211; Εμπειρίκος) κ.ά. Η Είσοδος και οι Ήχοι &#8211; Απόηχοι αποτελούν μία καλλιτεχνικώς δικαιωμένη οντότητα, που υπόσχεται λειτουργική συνέχιση της λογοτεχνικής πορείας της Καπλάνη. Τα συγκεκριμένα ποιήματα, με το θελκτικό άρωμά τους -έμφυλο αλλά και πανανθρώπινο, ρυθμικά σύνθετο, θεματικά διαχρονικό και τεχνοτροπικά νεωτερικό-, κατακτούν τον επιδιωκόμενο αλλά και δύσκολο ως προς την επίτευξή του στόχο: υπηρετούν μία τέχνη που εκφράζει με σύνθετο και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λεπταίσθητο τρόπο την υπαρξιακή περιπέτεια. Με το υψηλόβαθμο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα εναρμονίζονται η τυποτεχνική εμφάνιση του βιβλίου και το εξώφυλλο, το οποίο κοσμείται από έναν φωτεινό πίνακα του Χουάν Μιρό.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ</span></strong></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ &#8211; 22/02/2008</span></strong></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Μια φρέσκια εμφάνιση σε ώριμη ηλικία</span></strong><br />
<strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Τρόποι για να ασκήσουμε την ποιητική τέχνη</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Οι ποιητές που έκαναν την εμφάνισή τους στα ελληνικά γράμματα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 έχουν σχηματίσει την ταυτότητα μιας γενιάς η οποία δυσκολεύτηκε αρκετά, και όχι μόνο στα πρώτα της βήματα, να βρει τα χαρακτηριστικά και το στίγμα της. Η εκφραστική αμηχανία, οι αναφομοίωτες επιδράσεις, το εύκολο στιλ της γραφής, αλλά και η συχνή έλλειψη ποιητικών ιδεών είναι μερικά μόνο από τα εμπόδια τα οποία υποχρεώθηκαν</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να αντιμετωπίσουν επί σειρά ετών ουκ ολίγα μέλη της γενιάς του 1980. Βέβαια, τα χρόνια πέρασαν κι έλυσαν από μόνα τους πλήθος προβλήματα: οι αδύναμοι και οι αδιόρθωτοι πήγαν εκ των πραγμάτων στην άκρη, οι μέσοι όροι αύξησαν τη δύναμη της σταθερότητας και της αντοχής τους, ενώ οι προχωρημένοι έφτιαξαν με ευκρινή τρόπο τη φυσιογνωμία τους, διανύοντας σήμερα μιαν ασφαλή περίοδο ωριμότητας. Η Βίκυ Καπλάνη είναι γεννημένη το 1961 και ανήκει στη γενιά του 1980: έχουμε δει κατά καιρούς ορισμένες ποιητικές δημοσιεύσεις της (πρωτότυπες και μεταφραστικές), αλλά το «Ηχοι &#8211; Απόηχοι» αποτελεί το πρώτο της βιβλίο &#8211; την πρώτη συγκροτημένη παρουσία της σε μια φάση κατά την οποία πολλοί από τους συνομηλίκους της έχουν να επιδείξουν μια ποσοτικά (αλλά και ποιοτικά πλέον) αξιοσύστατη και αξιοπαρατήρητη παραγωγή.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Σαν έτοιμη από καιρό</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Και λοιπόν; Η περίπτωση της Καπλάνη δείχνει πως τίποτε δεν πρέπει να αποκλείουμε οποτεδήποτε και πως τα πάντα μπορεί, κάλλιστα, να βρεθούν ανά πάσα ώρα σε μια καινούργια αφετηρία και να ξεκινήσουν από την αρχή. Η Καπλάνη μπαίνει στη σύγχρονη ποιητική σκηνή σαν έτοιμη από καιρό: με κατασταλαγμένη γλώσσα και λιτά φροντισμένη σκηνογραφία, με ολοκληρωμένο, παρά την εγγενή αποσπασματικότητά του, βλέμμα, όπως και με μια βαθύτερη έγνοια τόσο για τη φανέρωση όσο και για τη θεμελίωση της ποιητικής της. Και αν προτάσσω το ζήτημα της ποιητικής, το κάνω επειδή η συλλογή της Καπλάνη, χωρισμένη σε δύο ευδιάκριτες ενότητες («Είσοδος» και «Ηχοι &#8211; Απόηχοι»), που βρίσκονται σε μόνιμη εσωτερική σύνδεση, αλλά και σε πάγια υπόγεια επικοινωνία, αποτελεί, μαζί με</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πολλά άλλα, ένα βιβλίο για τις μεθόδους μέσω των οποίων κατανοείται, αλλά και βιώνεται ή ασκείται η τέχνη της ποίησης σ&#8217; ένα πλαίσιο σαφούς υποχώρησης και συρρίκνωσης του δημόσιου λόγου της.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Εκείνο που προσπαθώ να πω είναι πως ό,τι προέχει και προξενεί τις καλύτερες εντυπώσεις στη δουλειά της Καπλάνη πηγάζει από την προσήλωσή της στις τεχνικές προσέγγισης και επαναπροσέγγισης του αντικειμένου της, από την αταλάντευτη εστίαση της προσοχής της στους τρόπους άρθρωσης και σκηνοθεσίας του λόγου της. Ως προς τις καταστάσεις και τα αισθήματα που στοιχειώνουν τη στιχουργική της, η Καπλάνη είναι τυπικό παιδί της γενιάς της: η ζωή έχει χάσει οριστικά (και δεν θα ξαναβρεί ποτέ) τον μυθικό της χαρακτήρα, η ύπαρξη τριγυρίζει απεγνωσμένα γύρω από το απαστράπτον κενό της, ο χρόνος έχει ξεφύγει από τις συμφωνημένες ακολουθίες του και στροβιλίζεται σ&#8217; ένα φάσμα χωρίς αφετηρία και</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δίχως τέρμα, η μνήμη είναι αδύνατον να καλμάρει τον παντελώς μάταιο πόθο της για</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επιστροφή σε μια πρωταρχική αθωότητα, ενώ ο προσανατολισμός ή η όδευσή μας προς τον άλλο σκοντάφτουν κάθε τόσο πάνω στα κοτρόνια μιας σπαρακτικής απουσίας των όντων:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> «Σ&#8217; ακολουθώ / και μετά την αποχώρησή μου / παίρνω τις μορφές του αγνώστου / με το μακρύ παλτό και το καπέλο / εμφανίζεται στον ύπνο σου / μιλά σε ακατάληπτες γλώσσες / λόγος ιερατικός / για μυημένους / και σ&#8217; αφήνει / πάλι στη σιωπή». Τα πάντα σε ένα τέτοιο πεδίο δείχνουν να έχουν στραβώσει εν τη γενέσει τους και κανείς δεν θα καταφέρει ποτέ να φτάσει στην οιαδήποτε λύση με κανέναν, ακόμη κι αν όλοι καίγονται από την ανάγκη μιας σωτήριας (ή, έστω, απλώς ανακουφιστικής) παραμυθίας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τα καθημερινά υλικά του σύμπαντος</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο ζόφος της κατάρρευσης του σύμπαντος, αποτυπωμένος στη φτενή (κάποτε ακόμη και ευτελή) ύλη της καθημερινότητας, αποτελεί απαραγνώριστο σημάδι της ποιητικής γενιάς της Καπλάνη και δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάσει και την ίδια αποφασιστικά. Ο δικός της, παρ&#8217; όλα αυτά, δρόμος προκειμένου να απεικονίσει και, ενδεχομένως, να ξορκίσει τον ζόφο είναι ο δρόμος μιας εκτεταμένης αποφόρτισής του, μιας αποφόρτισης η οποία πίσω από τις εσκεμμένα αποστασιοποιημένες περιγραφές ή τις σκόπιμα ουδέτερες λέξεις και φράσεις της κρύβει την οδύνη ή και τον θρήνο για τη διάσπαση και την απώλεια των πραγμάτων, αποσιωπώντας με ευστροφία (για να τα διασώσει στο ακέραιο) τους ακρωτηριασμούς ή τα τραύματά τους. Η Καπλάνη δοκιμάζει επίσης την τακτική της ειρωνικής χρήσης των δισσών</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> λόγων: ονομάζοντας την ανθρώπινη συνθήκη (στοιχεία, εν πάση, περιπτώσει, και τρίμματα μιας πολλαπλά συντετριμμένης ανθρώπινης συνθήκης) δύο φορές, με το βλέμμα της να προέρχεται από δύο αντικριστές σκοπιές, καταλήγει όχι στην αντιβολή ή στην αντιπαράθεσή τους, αλλά σε μιαν όλως ιδιότυπη -δεν ξέρω αν μπορώ να την πω διαμελισμένη- ανασύνθεσή τους.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Με μίτο τον μίτο μιας Αριάδνης η οποία δείχνει να έχει υποστεί τις χειρότερες εκδοχές του μύθου της (τη σφαγή ή τον εξανδραποδισμό της μετά την επιχείρηση διάσωσης του Θησέα), η Καπλάνη ρίχνει σε όλα τα ποιήματα του βιβλίου της ένα υποβλητικό και μεταμορφωτικό φως, που λειαίνει τις αιχμές των παθολογικών εξογκωμάτων της καθημερινής ύπαρξης, χωρίς να μας καταπραΰνει ούτε κατ&#8217; ελάχιστον ως προς τη νοσολογία ή την πιθανότητα της θεραπείας τους. Γυρίζω στο σημείο από το οποίο άρχισα. Τι κι αν δηλώνεται με κάποια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρονική υστέρηση μια σημαντική ποιητική μονάδα; Τι κι αν οι συσχετισμοί με τις άλλες μονάδες του πεδίου οφείλουν να γίνουν όψιμα ή και ετεροχρονισμένα; Ποιήτριες σαν την Καπλάνη διατρέχουν τις χαμένες αποστάσεις με έναν διασκελισμό &#8211; και, βεβαίως, μας κάνουν να προσδοκούμε τα καλύτερα.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4><span style="color: #000000;"><strong class="translator-checked translator-dont-translate">ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ</strong></span></h4>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ποιητική τ. 1 Μαρτ-Αυγ. 2008</span></strong></p>
<p><strong><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΥΡΙΣΜΟΥ</span></strong></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η ΑΤΟΦΙΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑ, καθώς και ο επιτυχής συνδυασμός της ζωής με την</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ποίηση στεγάζονται κάτω από τον μάλλον συμβατικό τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής της Βικτωρίας Καπλάνη Ήχοι-Απόηχοι. Το βιβλίο περιλαμβάνει δύο μέρη, την «Είσοδο» (1998-2000) και την ομώνυμη της συλλογής ενότητα (2003-2004), πού πρωτοδημοσιεύτηκαν στην Ποίηση (τεύχη 16 και 24, αντίστοιχα). Η εισαγωγική εικόνα, εκείνη του σταματημένου ρολογιού πού καταργεί το χρόνο, αποκαλύπτει ένα από τα βασικά θέματα της ποίησης: την αναστάτωση της ψυχής μπροστά στο πέρασμα του χρόνου. Οι δύο ενότητες αναδιηγούνται με υψηλή τάση και πνοή τον τρόμο τού λυρικού «εγώ» απέναντι στον εχθρικό και καταδυναστευτικό εξωτερικό κόσμο. Το επίτευγμα ωστόσο της ποιήτριας είναι η νέα δράση και έκφραση αυτού του διχασμού που διαδραματίζεται στην ανθρώπινη ψυχή. Οι Ήχοι δημιουργούν Απόηχους, τούς όποιους η ποιητική φαντασία επιδέξια επιτυγχάνει να συντονίσει σε μία σύνθεση.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η ιδανική και αιώνια μορφή που κυκλοφορεί στα ποιήματα, άλλοτε ως ποδηλάτισσα και άλλοτε ως Αριάδνη και Ευρυδίκη, δεν είναι παρά το λυρικό «εγώ» της ποιήτριας σε μερικές από τις ποικίλες μεταμορφώσεις του. Η ίδια -σε μία αποστροφή «εις εαυτόν»- αναζητεί επίμονα «το αίνιγμα της ζωής σου», το «κατακόκκινο αίνιγμα», τη «λύση το καινούριο αίνιγμα». Αυτά οδηγούν στο βάθος της ύπαρξης, στην πρώτη αρχή, στη «σκοτεινή αρχή της ζωής», στον «πρώτο πυρήνα του αίματος». Η κίνηση προς τα βάθη της ύπαρξης ακολουθεί άλλοτε την ευθεία, άλλοτε κύκλους και μαιάνδρους και παίρνει τη μορφή μιας ιερής αναζήτησης. Η ποιήτρια δεν μπορεί να αντιληφθεί τον ποιητικό λόγο, αν αυτός δεν καλύπτει κάποιο «μεγάλο μυστικό», μια «μεγάλη αναμέτρηση» και ίσως κάποιο «ζωτικό κέντρο». Χρησιμοποιεί κάποτε την ποιητική της ιερωνυμίας, μια προσπάθεια «αποδόσεων ονομάτων ιερότητας στην πολυμορφία και την εναντιοδρομία των συμβάντων που συνιστούν την ύπαρξη» (Β. Καραλής). Η ποίηση αποβαίνει με αυτό τον τρόπο «λόγος ιερατικός/για μυημένους». Εδώ υπονοείται κάποια κοσμική καταστροφή πού συνδέεται με τη δημιουργία, κάποια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> πού συνδέεται με τη θεϊκή και την ανθρώπινη δημιουργικότητα. &#8220;Ύστατο καταφύγιο απομένει ή «ουτοπία».</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Έτσι κι αλλιώς ο αιώνας μας παίρνει μαζί του</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τα ψήγματα του δικού μας χρόνου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (και ψηφίδες μνήμης απύθμενης)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να συνθέτουν μια πραγματικότητα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αυστηρώς προσωπική</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> έναν τόπο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με τα κοιτάσματα τού άχρονου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τη μοναδική μας εστία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> εντέλει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η αναζήτηση του ιδανικού παρ&#8217; όλα αυτά δεν αποκλείει την επικοινωνία με την πραγματικότητα και οι αιώνες ποίησης πού μεσολάβησαν από την εποχή του αρχαϊκού λυρισμού, κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην παρούσα συλλογή, καθώς και τα επιτεύγματα τους. Πρόκειται για έναν περίπλοκο κόσμο, μεστό από αινίγματα και μυστικά, τον όποιο ό ποιητής καλείται να αποκωδικοποιήσει &#8211; και Ισως να αλλάξει. Η επικοινωνία με τον άλλον -τον αναγνώστη- είναι συνεχής (με το δεύτερο ενικό πρόσωπο) και αποβλέπει στη μετάδοση της εμπειρίας:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Παρεμβαίνεις</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και αν βρεις τη δύναμη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> επιτυγχάνεις τη μεταμόρφωση.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Η χρονική στιγμή του παρόντος, ενός αιώνα σκληρού και αδυσώπητου, είναι σαφής ήδη στο πρώτο ποίημα της συλλογής («αντί προλόγου»). Αυτή προσδίδει το στίγμα μιας αντιηρωικής και πεζής εποχής, προς την οποία καλείται να αναμετρηθεί η ποιητική φαντασία. Οι ενότητες α-ζ τού πρώτου μέρους αποτελούν την εκδοχή της πραγματικότητας, ενώ οι αντίστοιχες ά-ζ&#8217; σε μια ευφυή αντιπαράθεση- την άποψη της φαντασίας. Πρόκειται για ηχώ αντήχηση, ήχους-απόηχους, που συνθέτουν τη διπλή όψη του κόσμου. Η ποιήτρια γνωρίζει ότι ή ιδανική μορφή δε είναι παρά προβολή του εσωτερικού της κόσμου και ότι πίσω της καραδοκεί ο τρόμος τού κενού, πού αναδεικνύεται σε κίνητρο ζωής. Το στοίχημα της επιστροφής στον χαμένο παράδεισο διατηρείται σταθερό παρά τις δύσκολες συνθήκες και τις κάθε λογής αντιξοότητες. Η πραγματικότητα, παρά τις λυρικές διαφυγές, παραμένει ισχυρή και οριοθετεί τις ποιητικές δυνάμεις. Η αλλαγή είναι ο αδυσώπητος κανόνας μιας εποχής πού «σαρκάζει ανελέητα» και προκαλεί τις ανθρώπινες δυνάμεις σε δοκιμασία. Οι νέοι καιροί συνθέτουν το δικό τους τραγούδι και ζητούν τα δικά τους</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> παραμύθια.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Βασικός στόχος ωστόσο της ποίησης είναι η αναζήτηση της «ουτοπίας» που εντοπίζεται σε μια άχρονη στιγμή και στην οποία εγκατοικεί η αιώνια γυναικεία μορφή: αυτή συνδυάζει την εστία, την έμπνευση, την ηδονή, τη «δίχως ενοχή δημιουργία». Η ίδια έχει στην κατοχή της τη γραφή της άμμου, την «ανερμήνευτη γραφή», τη βίβλο με τα μυστήρια. Η ποιήτρια ως κάτοχος του παλίμψηστου βιβλίου εκφράζεται με διττό τρόπο, με τους ήχους αλλά και τους απόηχους, με την ηχώ αλλά και την αντήχηση, με την πραγματικότητα αλλά και το είδωλο της. (Ο αναγνώστης καλείται να διαλέξει ποιόν κόσμο θεωρεί πραγματικό.) Πρωταρχικά στοιχεία είναι το σκοτάδι και η σιωπή, ενώ όλες οι κατευθύνσεις συγκλίνουν προς την αποκάλυψη του μεγάλου μυστικού/αινίγματος. Το μυστικό αυτό ρίχνει βαριά τη σκιά του πάνω στα πράγματα -«μολυβένια φτερούγα τρομερή / σαν άγγιγμα αγγέλου»- και προκαλεί τον τρόμο της λευκής σελίδας, τον τρόμο τού κενού. Ό εσωτερικός λυρισμός μετουσιώνει τις λέξεις σε ήχο και η λυρική γλώσσα αντιστοιχεί σε μιαν ισοδύναμη ουσία. Είναι η ίδια ουσία πού μετουσιώνεται σε ήχο. Εκφράζεται μι αυτό τον τρόπο «η ενδότερη αντήχηση, πού βγαίνει από την αναταραχή της ψυχής, των αγωνία της» (Γ. Θέμελης, «Μηνάς Δημάκης»).</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Φοβάμαι θα φορέσω κι εγώ</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τόν σκοτεινό χιτώνα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όπως η μητέρα τόσες φορές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όπως η μητέρα της μητέρας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> με ρόδια, λινάρι και στάχυα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> όλο και συχνότερα πια ιέρεια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τού κύκλου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η τελική σφραγίδα στο διαβατήριο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> για το άλλο ταξίδι.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι επομένως μια μύηση πού οδηγεί στη μεγάλη αναμέτρηση με το ανέγγιχτο / την αλήθεια / το ανομολόγητο μυστικό της ποίησης. Οι κύκλοι ωστόσο της λυρικής πορείας προσεγγίζουν εξίσου τη «ζωή έξω από το κέλυφος τού μύθου» &#8211; με εικόνες, αναμνήσεις, ψήγματα της προσωπικής και συλλογικής μυθολογίας, με παραβολές. &#8220;Οπως έχει τονίσει άλλωστε κι ό Γ. Σεφέρης, τού οποίου ή φωνή ακούγεται στο βάθος, «κι ά σού μιλώ με παραμύθια και παραβολές/ είναι γιατί τ&#8217; ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή /γιατί είναι αμίλητη και προχωράει». Πρόκειται για μιαν εικονιστική ποιητική αφήγηση πού αναπαριστά τη διπλή υπόσταση του κόσμου με κέντρο βάρους την ανθρώπινη ψυχή:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Απόψε η φωνή πιάνεται στο ρήγμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της ψυχής</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η μνήμη φώς εξ ακανθών και ας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χιονίζει λεύκες σ&#8217; ολόκληρη την πόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χιλιόμετρα πιο πέρα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε μια άλλη πόλη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χιονίζει φωτιά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σε μια νεφέλη ο χρόνος διχάζεται:</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> η ψυχή παροπλισμένη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν λαμβάνει πια τα μηνύματα.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ο αναγνώστης πλησιάζει με αυτό τον τρόπο στην ουσία του ζητήματος, στον εσωτερικό μονόλογο πού καλύπτει το δεύτερο μέρος του βιβλίου και προσεγγίζει τη λεγόμενη «υπαρξιακή» ποίηση. Ο προσδιορισμός άφορα ποιητές -και ποιήτριες- πού δημοσιεύουν ήδη στη δεκαετία τού 1930 και επιμένουν στην εσωτερική αναζήτηση και περιπλάνηση, οι όποιες θεωρείται ότι διευρύνουν τα όρια της ποιητικής εμπειρίας. Μόνο ή ποίηση άλλωστε, που αρνείται και καταστρέφει τα όρια των πραγμάτων, έχει το χάρισμα να μας παραπέμπει στην απουσία ορίων της. Ή Βικτωρία Καπλάνη είναι δυνατό να συνδεθεί με αυτό το ρεύμα, στο όποιο έχει να συνεισφέρει την προσωπική της φωνή με τρόπο ανανεωτικό. Η ιδία έχει μεταφράσει αγγλική ποίηση -ειδικότερα την Κάρολ Ανν Ντάφυ στό 20ό τεύχος της Ποίησης- πού διακρίνεται για τη φεμινιστική και ανανεωτική οπτική της γωνία και την οποία προτιμά να αφομοιώσει δημιουργικά. Η γυναικεία μορφή παρουσιάζεται μέσα από ένα καλειδοσκόπιο σύμφωνα με τα ρομαντικά πρότυπα άλλα και ως αντικειμενικό σύστοιχο τού Φάουστ. Καινούργια θέματα είναι ό καθρέφτης, «το κάτοπτρο» -«μεταβλητοί καθρέφτες», «κάτοπτρα παραμορφωτικά»- πού συμμετέχουν στη διπλή αντανάκλαση. Η ποίηση είναι η σκιά που αντανακλάται σε κάτοπτρο («ή σκιά τής Αριάδνης καθρεφτίζεται»). Η πυκνότητα του λόγου και η υπαινικτικότατα συνοδεύονται από υποβλητικές εικόνες και σύμβολα που δημιουργούν την αίσθηση του μουσικού ρυθμού. Αυτός οδηγεί στα σκοτεινά βάθη της ύπαρξης και στο χαμένο κέντρο.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">ένα τυχαίο σύμπλεγμα ιδιοτήτων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είμαστε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χρόνια παλεύουμε</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ν&#8217; αλλάξουμε τούς συνδυασμούς</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να βάλουμε τη ζωή μας σε τάξη</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ή -αν το δεις ανάποδα-</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">άνευ όρων αταξία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> καθώς απορρυθμίζεται ό ένδον χάρτης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> χωρίς συντεταγμένες αναζητάς</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ή, όπως το έχει θέσει ό Μηνάς Δημάκης:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Νοσταλγεί το σώμα την ουσία</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της ύπαρξης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Ελευθερία από την περιδίνηση</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> τού φωτός</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να κλείσουν οι φωτεινές τού ήλιου πληγές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Να αποχωρισθείς την ενέργεια</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> της κίνησης</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Της βαρύτητας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Της παρουσίας</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Ή, σύμφωνα με τον Πώλ &#8220;Ωστερ:</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Κανείς εδώ,</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και το σώμα λέει: ό,τι λέγεται</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν είναι για να ειπωθεί. Ωστόσο ό</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> κανένας</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> είναι κι αυτός ένα σώμα, κι ό,τι λέει το</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> σώμα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δεν το ακούει άλλος, μόνο εσύ.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">(«Λευκές νύχτες», μτφρ. Β. Καπλάνη)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η έκφραση είναι περισσότερο πυκνή και συνοπτική, καθώς ακολουθεί την πνοή της ψυχής στο δρόμο της αγωνίας της. Στοιχεία της μοντέρνας ποίησης όπως ο αυτοσχολιασμός και ο ασθματικός, κατακερματισμένος λόγος δημιουργούν ένταση και αναπαριστούν κλιμακωτά τα στάδια της εσωτερικής ζωής της ποιήτριας: «τις χαμένες προσδοκίες, τις λαθεμένες ερμηνείες, τις ψευδαισθήσεις, της ουτοπίας την απώλεια των ονείρων τα όνειρα». Από το σύνολο δεν λείπει και το στοιχείο της ειρωνείας, καθώς και τού σαρκασμού πού άφορα καταστάσεις εξιδανικευμένες και πρόσωπα ωραιοποιημένα, όταν μάλιστα τα φώτισε παραμορφωτικά το μαγικό φως τού έρωτα. Ένας κοινός θνητός μεταμορφώνεται σε εξόριστο «πρίγκιπα» και μόνο η αναδρομική ματιά έρχεται εκ των υστέρων να αποκαλύψει την πλαστοπροσωπία. Είναι ίσως αναπόφευκτη συνέπεια της εφαρμογής της ποιητικής της ιερωνυμίας η απογύμνωση των προσώπων από την αίγλη τους, όταν αυτά αποδεικνύονται κατώτερα από το υψηλό τους όνομα και το κύρος που τα συνοδεύει. Στη μνήμη απομένει ο χώρος «με τα ψηλά ζωγραφιστά ταβάνια» καθώς και τα αισθήματα δυσφορίας και αποξένωσης πού ενισχύουν το αίσθημα της απώλειας. «Διπλή πηγή, μόνιμη παράβαση, χρόνιος δυϊσμός, μόνιμος διχασμός: όλες αυτές οι αμφιλεγόμενες έννοιες τις μοντέρνας ειρωνείας [&#8230;] αντιστοιχούν σε μια στιγμή κρίσης της μοντέρνας αντικειμενικότητας, η όποια (αύτο)αναγορεύεται σε μοναδικό εγγυητή της αλήθειας και σε ακλόνητο θεμέλιο κάθε βεβαιότητας» (Δ. Πολυχρονάκης). &#8220;Όταν η αντικειμενικότητα κλονιστεί, το λυρικό «εγώ» αναλαμβάνει να δώσει νέα ονόματα στα πράγματα και να διευθετήσει την τάξη πού έχει διασαλευθει.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Η διάσπαση ωστόσο και ο κατακερματισμός του προσώπου του ποιητικού αφηγητή δημιουργούν πολυπρισματικές εικόνες και αφηγήσεις. Ξεχωριστός σταθμός αυτής της αναδρομής είναι υη εποχή της νεότητας, πού συνδέεται με ειδικές οπτικές και ακουστικές εικόνες οι όποιες κρύβουν την καταγωγή τους στο παρελθόν. Η μνήμη θεωρείται ατομική υπόθεση που εξασφαλίζει την επιστροφή στην Εδέμ αλλά και την προσωπική συγκρότηση («&lt;δεν έχεις μνήμη / δεν έχεις κέντρο»). Η μνήμη εξάλλου συντηρεί και διασώζει τη μοναδικότητα της στιγμής με την ικανότητα της να αναπαραγάγει τις χαμένες εικόνες και την προσήλωση της σε ένα «ιδεατό (ανύπαρκτο) σημείο». Με αυτό τον τρόπο «ό κόσμος καθηλώνεται σαι μια πλαστή αυθυπαρξία / [και] το εγώ σε προστατευτική ανυπαρξία». Πρόκειται για μια καθήλωση πού δημιουργεί τον απαραίτητο χρόνο της ποίησης, καθώς και τον προστατευτικό της χώρο όπως τον εννοεί ό ποιητής.</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> Το ερώτημα εντούτοις παραμένει και είναι καθοριστικό: Πώς αντιμετωπίζει η ποιήτρια την επέλαση των νέων καιρών ; Είναι δυνατόν οι παλιές της μνήμες και συγκινήσεις να κινήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη; Στην πραγματικότητα, η μεταμόρφωση του κόσμου είναι άρρηκτα δεμένη μι των ερμηνεία του. Η τελευταία βασίζεται στην αναλογία, η όποια διατηρεί μιαν ανεκτίμητη επαφή αισθήσεων με το αντικείμενο και είναι ικανή να έχει στη διάθεσή της τον άνθρωπο, στις σχέσεις του με τον αισθητό κόσμο. Ζητήματα πού πηγάζουν από τον σκοτεινό κόσμο της ψυχής βρίσκουν τρόπο να επανέλθουν στη μοντέρνα ποίηση, φτάνει να βρουν την κατάλληλη έκφραση με τη βοήθεια της αναλογίας. Ως εκ τούτου, ο αφοσιωμένος αναγνώστης μπορεί να ανταποκριθεί στη μυθοπλαστική φαντασία του δημιουργού, στον επιδέξιο συνδυασμό του έκτακτου καί του καθημερινού, καθώς και στον παλμό της προσωπικής του ευγλωττίας.</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η γλώσσα τολμά</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ανοίγει την πόρτα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ρίχνει το κουβάρι στον δρόμο</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> ονομάζεις τα πράγματα και τις σκιές</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (προπάντων τις σκιές)</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">παιχνίδι στοίχημα</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> αδήριτη ανάγκη</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η εναρμόνιση των τωρινών ήχων</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> και των απόηχων (εν μέρει)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> δημιουργών τους</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">η σύνθεση τού προσώπου</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> (αγωνιά να αναγνωρίσει τα συστατικά του)</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> να υπάρξει εντέλει</span><br />
<span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;"> στην πλήρη λόγου σιωπή</span></p>
<p><span class="translator-checked translator-dont-translate" style="color: #000000;">Τελικό αίτημα, η επιστροφή στην αρχή της εξέλιξης, στην έλλογη σιωπή. Το παλίμψηστο της μνήμης φθείρεται, οι έγγραφές σβήνουν και η διαδικασία της γραφής χρειάζεται να αρχίσει από την αρχή. Το ζητούμενο είναι νά εναρμονιστεί το παρόν και το παρελθόν, η παρουσία και η απουσία, η αποδοχή και η άρνηση, το όμοιο και το αντίθετο, ο λόγος και ο αντίλογος όπως στην παρούσα συλλογή. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει μονάχα ένας δρόμος πού μας οδηγεί προς τα εμπρός, προς ένα ολοκληρωμένο δράμα, διαμέσου της εμπειρίας. Η ποίηση είναι ανάγκη να ανακαλυφθεί από τον αναγνώστη για μια ακόμη φορά.</span></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4></h4>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2016/01/%ce%b2%ce%b9%ce%ba%cf%84%cf%89%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%cf%80%ce%bb%ce%b1%ce%bd%ce%b7-2/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		<enclosure url="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/rec0923-190532.mp3" length="65612433" type="audio/mpeg" />
<enclosure url="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/rec0923-190532.mp3" length="65612433" type="audio/mpeg" />
<enclosure url="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2016/01/rec0923-190532.mp3" length="65612433" type="audio/mpeg" />

			</item>
	</channel>
</rss>
