<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>Ανδρέας Καρακόκκινος &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<atom:link href="https://whenpoetryspeaks.gr/author/andreaskarakokkinos/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<description>Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής.</description>
	<lastBuildDate>Tue, 31 Mar 2026 19:23:29 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	<generator>https://wordpress.org/?v=5.9.13</generator>

<image>
	<url>https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2020/05/bcab05393282c748ec0ab540200d1290.jpeg</url>
	<title>Ανδρέας Καρακόκκινος &#8211; ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ</title>
	<link>https://whenpoetryspeaks.gr</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Thu, 26 Mar 2026 11:46:03 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22840</guid>

					<description><![CDATA[. Η Αννα Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές &#8220;Λόγοι&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2023) και &#8220;Διέσχισα την πόλη&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2025) . . ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ (2025) Στέκομαι τώρα εδώ. Μόνη, όπως συνηθίζεται συχνά. Κάτω, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν λέξεις. Άβολες οι θέσεις του σώματος γι’ &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p style="text-align: right;">.</p>
<p>Η Αννα Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές &#8220;Λόγοι&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2023) και &#8220;Διέσχισα την πόλη&#8221; (εκδόσεις Βακχικόν 2025)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/1-%ce%b4%ce%b9%ce%b5%cf%83%cf%87%ce%b9%cf%83%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b7/" rel="attachment wp-att-22842"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22842" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ-212x300.jpg" alt="" width="290" height="411" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ-212x300.jpg 212w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΔΙΕΣΧΙΣΑ-ΤΗΝ-ΠΟΛΗ.jpg 453w" sizes="(max-width: 290px) 100vw, 290px" /></a></p>
<p style="text-align: center;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/1-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%ce%b9/" rel="attachment wp-att-22843"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22843" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ-208x300.jpg" alt="" width="290" height="418" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ-208x300.jpg 208w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/03/1-ΛΟΓΟΙ.jpg 443w" sizes="(max-width: 290px) 100vw, 290px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ (2025)</strong></h4>
<p>Στέκομαι τώρα εδώ.<br />
Μόνη,<br />
όπως συνηθίζεται συχνά.<br />
Κάτω, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν λέξεις.<br />
Άβολες οι θέσεις του σώματος<br />
γι’ αυτούς που σηκώνουν τα μάτια από χαμηλά<br />
για ν’ αντικρίσουν εκείνους,<br />
που σκύβουν να τους συναντήσουν.</p>
<p>Εγώ εδώ μουτρώνω στα σύννεφα.<br />
Ελάχιστα με υπολογίζουν.<br />
Έχουν απλώσει επάνω στη μέρα.<br />
Στα κοτσύφια που ερωτοτροπούν<br />
και τις μέλισσες, που αποζητούν τα άνθη.<br />
Έχουν απλώσει πάνω στις σκέψεις και τις ενοχλούν.</p>
<p>Πόσες Κυριακές σαν αυτή<br />
θα νοσταλγήσεις σαν τις χάσεις;<br />
Η ακολουθία των Κυριακών<br />
είναι μια παρηγοριά<br />
στην ανασφάλεια του εντός και γύρω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Δεν αναγνωρίζω την πόλη.<br />
Η ερημιά σκεπάζει τους δρόμους<br />
και τα πρόσωπα.<br />
Στριμωγμένοι σε ουρές άνευ λογικής<br />
τσακωνόμαστε με αγνώστους<br />
που δεν δίνουν δεκάρα.</p>
<p>Περιμένουμε</p>
<p>λεωφορεία που αργούν<br />
τηλέφωνα που παραμένουν σιωπηλά<br />
καλύτερες μέρες που η προοπτική τους<br />
χάνεται αβέβαιη.</p>
<p>Ίχνος ενθουσιασμού.<br />
Κι οι «επαφές» μας,<br />
επαφές νεκρών<br />
που έπαψαν από καιρό να νιώθουν<br />
και μες στους άλλους<br />
προσπαθούν να το ξορκίσουν.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Κάτοικοι προαστίων<br />
με τις βερμούδες και τα ανατομικά σανδάλια<br />
απόντες τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού<br />
επιστρέφουν κάθε Κυριακή βράδυ<br />
κι έχουν στους ώμους τους<br />
το βάρος των προσδοκιών τους.<br />
Το ανεκπλήρωτο πιέζει την πλάτη τους,<br />
σχεδόν τους βυθίζει στη γη.</p>
<p>Πετούν σκουπίδια,<br />
βγάζουν βόλτα τον σκύλο<br />
και οι γυναίκες τους ποτίζουν τα φαρδιά μπαλκόνια<br />
– πολύ τυχερές που γλίτωσαν τις πολυκατοικίες…</p>
<p>Μαυρισμένες, ξανθές,<br />
με τον αέρα της μεσοαστικής ευμάρειας<br />
μάχονται πρόσκαιρα τη σκόνη του χρόνου<br />
που θα τις νικήσει</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Οι Κυριακές βοούν<br />
εκεί που όλα σωπαίνουν.</p>
<p>Βράδια, που οι πατεράδες<br />
βγαίνουν για γάλα<br />
και οι μαθητές, παρέες παρέες,<br />
πασχίζουν να τις επιμηκύνουν στις άκρες των δρόμων.</p>
<p>Στη σιδερώστρα που μαζεύεται,<br />
στα σάντουιτς της επόμενης μέρας,<br />
στη σιωπή των ζευγαριών<br />
ύστερα από μια μέρα με φίλους<br />
και στα φώτα των άδειων λεωφορείων.</p>
<p>Στάζουν θυμό και πίκρα<br />
για όσα δεν πρόλαβαν<br />
και ανανεώνουν το ραντεβού<br />
για νέες διαψεύσεις.</p>
<p>Οι Κυριακές βοούν<br />
όταν πια όλοι κοιμούνται.</p>
<p>Στα πόδια του ανέστιου,<br />
που σέρνουν μηχανικά ένα χάρτινο κυπελλάκι παγωτού<br />
και δίνουν κλοτσιά στην κανονικότητα</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Κι όταν νυχτώνει…<br />
τα γέλια και οι καβγάδες παίρνουν τέλος<br />
και τα παιδιά αποσύρονται.</p>
<p>Είναι αλλιώς οι ήχοι τότε.<br />
Πιο υπόκωφοι, πιο προσεκτικοί.<br />
Τρομακτικές οι μυστικές ζωές<br />
μέσα απ’ τα μισόκλειστα παράθυρα,<br />
κι όλες<br />
κάτι κοινό φοβούνται κι αποπνέουν.</p>
<p>Τότε είναι που μ’ επισκέπτεται ξανά η ανησυχία.<br />
Όλη τη μέρα τής ξέφευγα και την ξεχνούσα<br />
κι έλπιζα πως είχα πια τελειώσει μαζί της.</p>
<p>Πιστή στο βραδινό μας ραντεβού,<br />
με τριγυρίζει κι εγκαθίσταται εντός μου,<br />
με κατακλύζει και γίνεται αυτή κυρίαρχη των πάντων.<br />
Τα κόλπα μου δεν πιάνουν.<br />
Στα πάντα συμφωνώ μαζί της.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Όταν λείπει η αγάπη,<br />
παίρνει τη θέση της η τάξη.</p>
<p>Αποδεκατίζει τα ζιζάνια του κήπου,<br />
απογυμνώνει το χώμα από τους σπόρους<br />
και σφραγίζει τα παράθυρα με κορνίζες γάμων.</p>
<p>Καμιά σκόνη δεν θα εισχωρήσει<br />
να ανταγωνιστεί εκείνη των ψυχών.</p>
<p>Τα μπαγιάτικα πάθη θα αποξηρανθούν<br />
για τον χειμώνα<br />
ώστε τίποτε να μην πάει χαμένο.</p>
<p>Έτσι, το σπίτι σου θα γίνει η φυλακή σου<br />
κι ο τάφος σου δεν θα ’χει χώμα.</p>
<p style="padding-left: 80px;">* * *</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
χωρίς να αφήσω το ίχνος μου πάνω της.</p>
<p>Αμνήμων επιδείκνυε τον τουριστικό της εαυτό<br />
ακατανόητο στην παρακμή της.</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
χωρίς να διασταυρώσω το βλέμμα μου<br />
με των ανθρώπων.</p>
<p>Απο-στρέφοντας<br />
έστρεφα στα ανθισμένα μπαλκόνια,<br />
ζήλευα την παράλογη παρουσία<br />
ενός ρολογιού τοίχου σε ένα από αυτά<br />
σχεδόν έκλαψα από νοσταλγία.</p>
<p>Διέσχισα την πόλη<br />
κουφή στην οχλοβοή της.</p>
<p>Με το βλέμμα χαμηλωμένο<br />
με προσπέρασα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗ ΠΟΛΗ</strong></h5>
<p>www.koukidaki.gr</p>
<p>Γεννήθηκα δυτικά, στη Θεσσαλονίκη των χωματόδρομων, του σάμαλι σε χαρτάκι, με το αμύγδαλο στη μέση. Του πιάτου με το καλό φαΐ που αντάλλασσαν οι γειτόνισσες μεταξύ τους. Του ταψιού της Κυριακής φερμένου από τον φούρνο και λεηλατημένου κατά το ήμισυ από παιδιά λιανά, παρατημένα στην τύχη τους –που ήταν οι δρόμοι–, παιδιά που τα λαμπερά τους μάτια έσβηναν για λίγο το χειμώνα στη διαδρομή από το σπίτι στο σχολείο και αντίστροφα.<br />
Στη Θεσσαλονίκη της Εγνατίας οδού στα χρόνια της ακμής της και των ιστορικών καφέ της παραλίας, το Majestic, το Θερμαϊκό, το Αχίλλειο με τον «καλό καφέ», που ισοπεδώθηκαν μαζί με την ιστορία της πόλης. Των πάρκων πάνω και γύρω από το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπου περνούσαμε τα βράδια της εφηβείας μας σε κυκλικούς σχηματισμούς οι φίλοι μιλώντας και γελώντας, χωρίς να χρειαζόμαστε χαρτζιλίκι. Του φεστιβάλ του Ρήγα τον<br />
Σεπτέμβρη, των πολύχρωμων σαλβαριών των «φρικιών», που ξεμύτιζαν την άνοιξη με την πρώτη λιακάδα.<br />
Στη Θεσσαλονίκη της στρατιωτικής τσάντας με τα συνθήματα και τις κονκάρδες, του κόκκινου φουλαριού του Παπάζογλου και του καπέλου του Λαχά, της «άπιαστης» –λόγω ηλικίας– Γαζίας.<br />
Κινήθηκα στη Θεσσαλονίκη του «κέντρου», επειδή τότε δεν υπήρχε «ζωή» στις συνοικίες. Οι δρόμοι οδηγούσαν στο κέντρο και το κέντρο σήμαινε συναντήσεις, ερεθίσματα, διασκέδαση και έμπνευση.<br />
Οι καλύτερες στιγμές ήταν όταν μόνη παρατηρούσα τους άλλους. Πίσω από τζάμια λεωφορείων, λοξά στον δρόμο, πάνω από έναν μυρωδάτο καφέ, στα μουλωχτά ενώ δήθεν είχα τα μάτια στο πεζοδρόμιο&#8230; Με τα μάτια δήθεν στο<br />
πεζοδρόμιο πέρασα όλη τη ζωή μου. Από συστολή αλλά και από σεβασμό στους ανθρώπους.<br />
Οι άνθρωποι είναι η έμπνευσή μου. Πίσω από τους ανθρώπους. Όχι αυτοί που βλέπω, αλλά που μαντεύω. Οι «μυστικές ζωές» αλλά κυρίως το δράμα τους, η αδυναμία να βιώσουν τη ζωή, γνώρισμα κοινό σε όλο το είδος.<br />
Το Διέσχισα την πόλη είναι μια μουλωχτή παρατήρηση των τελευταίων χρόνων. Αυτό που ήξερα σαν πόλη, έχει αλλάξει. Και η αλλαγή γίνεται δραματικά αντιληπτή από τη διαπίστωση ότι τα βήματα δεν συνοδεύονται από καμιά συγκίνηση. Η ιστορία της νιότης μου διαγράφηκε στο όνομα «αναπλάσεων» κι αυτό που απέμεινε είναι άλλο ένα αντίτυπο πόλης χωρίς χαρακτήρα και χαρακτηριστικά. Μιας πόλης που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε – στην Ελλάδα.<br />
Κάποιοι άνθρωποι νομίζουν ότι ανάπτυξη είναι η ισοπέδωση και η ομοιομορφία. Η κατοχή από μεγάλα brands. Αντί να αξιοποιούν την Ιστορία, την αφανίζουν και την περιθωριοποιούν. Σε ένα περιβάλλον ξένο, περιπλανιέμαι απο-ξενωμένη και καταγράφω την αποξένωση που μοιραία μου προκαλεί.<br />
Το Διέσχισα την πόλη είναι μια καταγραφή της αποξένωσης. Αυτής που βιώνουν οι κάτοικοι της πόλης αλλά και οποιασδήποτε πόλης. Οι άνθρωποι της εργασίας, των δρόμων, οι άνθρωποι γείτονες, αυτοί που μετακινούνται από το ένα σημείο στο άλλο χωρίς να σηκώσουν τα μάτια από το κινητό τους, οι άνθρωποι καταναλωτές και αυτοί που αποκαλούνται «ξένοι».<br />
Είναι μια καταγραφή της μοναξιάς και ταυτόχρονα μια καταγγελία της αδιαφορίας και της παραίτησης. Ένας τρόπος να φωνάξω «Προσέξτε τι συμβαίνει εδώ! Θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε ζήσει». Και βεβαίως να θέσω τη σκέψη «ό,τι κι αν είναι αυτό που κλέβει τις ζωές μας, πρέπει να το φτιάξουμε!»</p>
<p style="text-align: left;">ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΛΟΓΟΙ (2023)</strong></h4>
<h5><strong>ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ</strong></h5>
<p>Αράχνες έχουν στολίσει το μπαλκόνι μου.<br />
Στήνουν περίτεχνες παγίδες και βολεύονται<br />
γιατί ξέρουν πως η υπομονή αποδίδει.</p>
<p>Τα σαλιγκάρια αποφεύγουν τις συναντήσεις.<br />
Μαρκάρουν με βλέννα το πέρασμά τους<br />
κι αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στα φετινά βλαστάρια.</p>
<p>Πολλά, σχεδόν τα πατάς κάθε που κάνεις βήμα.</p>
<p>Είναι που η βροχή δε σταμάτησε<br />
κι ο ήχος της στη στέγη<br />
κάνει τους φόβους να γιορτάζουν.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ</strong></h5>
<h6 style="text-align: left; padding-left: 80px;">ΙΙ.</h6>
<p>Οι φωτογραφίες μας<br />
μάς χαμογελούν, αγάπη μου.</p>
<p>Η δική σου κάτω από τη βροχή<br />
κι η δική μου με το δέρμα μαυρισμένο<br />
χαϊδεμένο από τα μάτια σου.</p>
<p>Πιάνονται απ΄ το χέρι<br />
και κοιμούνται η μια στην αγκαλιά της άλλης<br />
ώσπου η νέα μέρα να ανασύρει<br />
καινούργια αναζήτηση<br />
καινούργια ανάγκη<br />
καινούργιο αίσθημα απώλειας.</p>
<p>Οι φωτογραφίες μας<br />
θα ανανεωθούν, αγάπη μου.</p>
<p>Γιατί ως τη στιγμή<br />
που η μέρα σου θα είναι και δική μου<br />
και η βροχή θα κάνει το χώμα να μυρίζει<br />
κάτω από τα πόδια μου<br />
και η θάλασσα θα αφήνει το αλάτι στο κορμί σου,</p>
<p>Οι φωτογραφίες μας,<br />
ναι, αυτές οι καθημερινές λίγο αμήχανες στιγμές μας,<br />
είναι οι μόνες που μπορούν<br />
να μετριάσουν την απόσταση.</p>
<h5><strong>ΒΡΕΧΕΙ</strong></h5>
<p>Συμπαθητικά τα πάθη<br />
έτσι εξημερωμένα στις εσωτερικές μας τσέπες</p>
<p>συμπαθητική κι η ποταπότητα<br />
που καλημερίζει στις συναναστροφές μας.</p>
<p>Η μικροψυχία δίνει λάμψη στο βλέμμα<br />
και το ψεύδος σπρώχνει τα χείλη<br />
σχεδόν σε γκριμάτσες γέλιου.</p>
<p>Έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση;<br />
Να μην ξεχάσουμε να πάρουμε ομπρέλα:<br />
βρέχει ανεξερεύνητες ιδέες.</p>
<h5><strong>ΚΥΡΙΑΚΕΣ</strong></h5>
<p>Οι ερωμένες ξεβολεύονται τις Κυριακές.<br />
Την ώρα που χολιάζουν τραγικές,<br />
εκείνος οδηγεί με πεποίθηση τρία ζευγάρια χεράκια<br />
για τον εκκλησιασμό<br />
και το γλυκό με τη μαμά.</p>
<h5><strong>ΣΚΙΕΣ</strong></h5>
<h6 style="padding-left: 80px;">ΙΙΙ.</h6>
<p>Είμαστε σκιές του εαυτού μας.</p>
<p>Τα βράδια<br />
τα όνειρα ξύνουν τις ενοχές μας<br />
βάζουν στέμμα στις αδυναμίες μας<br />
και προκαλούν αμηχανία στα ξυπνήματα.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">VII.</h6>
<p>Είμαστε σκιές της απουσίας μας<br />
αθόρυβοι αποχωρήσαντες<br />
εκκωφαντικά κενοί.</p>
<p>Κατορθώνουμε<br />
ό,τι πασκίζουμε να αρνηθούμε<br />
υποκριτικά υποδυόμενοι<br />
άλλους εαυτούς.</p>
<h6 style="padding-left: 80px;">ΙΧ.</h6>
<p>Ήμασταν σκιές του εαυτού μας</p>
<p>απόδειξη ότι υπήρξε φως<br />
κι ίσως<br />
κι ένας εαυτός.</p>
<p>Τώρα τυφλοί δινόμαστε στο χάος.</p>
<p>Όχι σκιές.<br />
Μόνο σκοτάδι.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ</strong></h5>
<p>Literature.gr 23/11/2023</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>Σατιρίζοντας τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου</strong></p>
<p>Η Άννα Ξανθοπούλου στην ποιητική συλλογή της με τον αινιγματικό, λιτό και υποβλητικό τίτλο Λόγοι (εκδόσεις Βακχικόν, 2023) μάς εισάγει στον προσωπικό αλλά ταυτόχρονα και δημόσιο ποιητικό της κόσμο, καθώς όσα γράφει αντανακλούν γνωρίσματα της εποχής μας και εκκινώντας επαγωγικά από τις δικές της σκέψεις, τα δικά της βιώματα και τις δικές της προσλαμβάνουσες, εύκολα μπορεί ο αναγνώστης να οδηγηθεί στην εξαγωγή ευρύτερων συμπερασμάτων και στην αποτύπωση αντιλήψεων σχεδόν καθολικών με πολύ μικρό ποσοστό λάθους, αμελητέο θα έλεγε κανείς. Η Ξανθοπούλου, ουσιαστικά, δομεί την ποιητική της στη βάση των σκιών, σε εκείνες τις σκοτεινές περιοχές, οι οποίες φωτίζονται αμυδρά, όσο η κύρια πηγή φωτός είναι στραμμένη αλλού, σε ένα άλλο σημείο του εαυτού μας, διότι η ποιήτρια κάνει λόγο για τον εαυτό και, γενικότερα, για τον Άνθρωπο. Η ποιήτρια σατιρίζει άλλοτε με κυνική και άλλοτε με φιλοπαίγμονα διάθεση, όμως πάντοτε με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Έναν τρόπο, εν πολλοίς, κίβδηλο, συμβιβασμένο και οδυνηρά υποκριτικό. Οι σκιές, όσο απλώνονται και σκεπάζουν την πόλη, λειτουργούν ως καλοκουρδισμένες μαριονέτες σε μια θεατρική παράσταση, ενώ απηχούν ξέφρενη απόγνωση και θλιβερή ατολμία, εγκλωβισμένες όπως είναι σε μια σειρά πεπερασμένων κινήσεων. Δηλώνεται καταφανώς η έλλειψη συντροφικότητας και η απουσία επαρκούς χώρου και χρόνου για ανάπτυξη και καλλιέργεια μιας συναισθηματικά δυναμικής ταυτότητας, ενόσω η μοναξιά συνδαυλίζει τον φόβο και συνεπαγωγικά εξαγριώνει τον άνθρωπο. Παρόλα αυτά το δώρο της ζωής εξυψώνεται και υμνείται μακριά από τα εφήμερα και κίβδηλα βλέμματα που το κατασπαράσσουν, διανοίγοντας πληγές ανεπούλωτες.</p>
<p>Η ποιήτρια μετέρχεται της φωτογραφίας ως μέσου σε μια προσπάθεια γεφύρωσης του παρελθόντος με το παρόν, της λήθης με τη μνήμη. Οι φωτογραφίες χαμογελούν στην ποιήτρια και σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, ενώ αλλάζουν με τις εποχές/ και κρύβουν όσα θέλουμε να δούμε/ ή φωνάζουν/ για όσα πασκίζουμε να τις κάνουμε να πάψουν. («Οι φωτογραφίες, Ι.», σ. 12) Οι φωτογραφίες μάς συντροφεύουν στο διάβα του χρόνου λειτουργώντας άλλοτε νοσταλγικά κι άλλοτε επώδυνα. Είναι τα απομεινάρια από ανθρώπινες σχέσεις ώριμα ολοκληρωμένες ή βεβιασμένα τελειωμένες, ενώ, παράλληλα, είναι εκείνες που μετριάζουν τις αποστάσεις και φέρνουν κοντά τα αγαπημένα πρόσωπα. Οι διαπροσωπικές σχέσεις προτάσσονται από την ποιήτρια ως μείζον θέμα και εύλογα η παρουσία τους επανέρχεται στα ποιητικά κείμενα της συλλογής. Η καλλιέργεια και η ανθοφορία των ανθρωπίνων σχέσεων απαιτεί κόπο και χρόνο, πόνο και δάκρυ, θέληση και αυταπάρνηση. Να αγνοώ/ και να πλανώμαι/ να διάγω τον βίο μου εν αγνοία// να αεροβατώ/ και να ελπίζω,/ να προσπαθώ ν’ αδράξω ευτυχία.// Να μην πονώ/ να μη γνωρίζω/ να μην αφήνω ν’ αγγιχτώ.// Κι όταν κατάκοπη στη γη γυρίζω/ κανείς να μη μου λέει «σ’ αγαπώ». («Ν’ αεροβατώ, Ι.», σ. 14) Όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από τον αποφατικό της λόγο, η ποιήτρια στους ακροτελεύτιους στίχους του ποιήματος διατυπώνει διακριτικά και εύστοχα συνάμα το απότοκο των προηγούμενων στίχων της.</p>
<p>Η Ξανθοπούλου με στίχους που προκαλούν έκπληξη στον αναγνώστη καυτηριάζει με σαφήνεια και χωρίς καμία διάθεση να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό της τη συμβατικότητα και τον φαρισαϊσμό των ανθρωπίνων σχέσεων και του οικογενειακού θεσμού. Μ’ ανατριχιάζουν οι οικογένειες/ το «αυτονόητο»/ τα μυστικά τους. […] Πόση ατομικότης/ και πόση βία/ κάτω από την ίδια στέγη; («Οι οικογένειες», σ. 16) Είναι συμπαθητικά τα πάθη των ανθρώπων, συμπαθητική και η ποταπότητά τους συνταιριασμένη με τη μικροψυχία και το ψεύδος, εντούτοις η ποιήτρια προειδοποιεί: να μην ξεχάσουμε να πάρουμε ομπρέλα:/ βρέχει ανεξερεύνητες ιδέες. («Βρέχει», σ. 17) Παράλληλα, εστιάζει στο ζήτημα της κατάλληλης στιγμής, του κατάλληλου χρόνου, κατά τον οποίο ο άνθρωπος οφείλει, πρωτίστως από σεβασμό στον εαυτό του, να φεύγει από μια σχέση. Γράφει χαρακτηριστικά: νυχοπατώντας θα σε εγκαταλείψω/ την ώρα της μεγαλύτερης ασφάλειας. («Ασφάλεια», σ. 18) Βλέπουμε, επομένως, πως η ποιήτρια εν προόδω, από ποίημα σε ποίημα προσθέτει τα συστατικά εκείνα στοιχεία που συγκροτούν και συνέχουν το ποιητικό της οικοδόμημα, μέχρι τη στιγμή της κορύφωσης, η οποία επιτυγχάνεται, κατά τη γνώμη μας, με το ποίημα «Υπάρχουν χίλιοι τρόποι» (σ. 19)</p>
<p style="padding-left: 40px;">Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεθάνεις·<br />
στα μέτρα των άλλων συμμορφωμένος,<br />
μέρος αταίριαστων «συνόλων»<br />
ευγνώμων και τρομοκρατημένος.<br />
Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεθάνεις·<br />
να αφανιστείς στη φυσιολογικότητα των άλλων<br />
και να γίνεις πρωταγωνιστής ξένων ονείρων.<br />
Υπάρχουν χίλιοι λόγοι να θυμάσαι<br />
την προσωρινότητα των πατημάτων σου<br />
στη γη.</p>
<p>Η ποιήτρια απορρίπτει πασιφανώς την ανειλικρίνεια, την επιτήδευση, τη διπροσωπία και προκρίνει τη «λαθραία απόδραση» απ’ ό,τι μάς κρατά εγκλωβισμένους και δέσμιους σε μια υποτονική, ανιαρή, μονότονη και φλύαρη πραγματικότητα. Προκρίνει με όλη τη δύναμη της πένας της την αυθεντικότητα, ολοκληρώνοντας κυκλικά το βιβλίο της με το σπονδυλωτό – κατατετμημένο σε εννέα μέρη – ποίημα «Σκιές». Συνομιλεί διακειμενικά με το ποίημα «Είμαστε κάτι…» του Κ.Γ. Καρυωτάκη γράφοντας η ίδια: είμαστε κάτι καημένοι υπόλογοι/ θλιβερών αμαρτημάτων/ που μας αρέσει να ομολογούμε/ ως ένδειξη αλλαγής και θάρρους. (σ. 22) Εκκινεί από τη διαπίστωση ότι «είμαστε σκιές του εαυτού μας» εξηγώντας τους λόγους: η τυποποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, η συμμόρφωση με τις κοινοτυπίες, η ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης, η κοινωνική απομόνωση, η αντιερωτική και ανέραστη εποχή μας, το ξόδεμα του εαυτού σε ό,τι επουσιώδες και κάλπικο, η θλιβερή δειλία, το στράγγισμα των ονείρων, το καταχώνιασμα της ελπίδας, το σκοτάδι των ψευδαισθήσεων, η πνευματική και συναισθηματική τυφλότητα, οι εξαρτήσεις και η ουσιαστική κενότητα που μας συνθλίβουν, οι στερήσεις και οι ελλείψεις που μας εξαγριώνουν και εν τέλει η απουσία φωτός από τη ζωή, οδηγεί την ποιήτρια σε χρόνο παρελθοντικό: ήμασταν σκιές του εαυτού μας// απόδειξη ότι υπήρξε φως/ κι ίσως/ κι ένας εαυτός. (σ. 31) Ο λόγος της Ξανθοπούλου μετουσιώνεται σε κραυγή προσπαθώντας να προειδοποιήσει και να προστατέψει εαυτόν και αναγνώστες από τη χαίνουσα άβυσσο του σκότους που απειλητικά γιγαντώνεται μπροστά στα μάτια μας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ</strong></h5>
<p>Literature.gr 12/07/2023</p>
<p style="padding-left: 120px;"><strong>Η Άννα των στίχων</strong></p>
<p>Λόγοι προσωπικοί, είπε η ποιήτρια και δόθηκε στην πόλη. Άφησε μονάχα εδώ και εκεί σινιάλα πρόζες, σε πρώτο πρόσωπο, πληθυντικό. Κάποτε οι στίχοι θα επιστρέψουν, θα βρουν την σελίδα μιας συλλογής και εκεί θα υπάρξουν για πάντα, στοιχεία ενός προσωπικού θεωρήματος. Σαν αυτό που στοιχειοθετούν τα μικρά και τα μεγάλα στιχουργήματα της Άννας Ξανθοπούλου. Βιολέτες, πνιγμένες στην ομίχλη διαμορφώνουν τούτη την συλλογή με έναν δισύλλαβο, περιεκτικό τίτλο. Πρόζες δίχως ομοιοκαταληξίες που όμως γεννήθηκαν γνωρίζοντας τον τρόπο που έρχονται τα δάκρυα. Τις σημαδεύει ένα απροσμέτρητο βάθος σκέψης και συγκίνησης, έτσι όπως στα μάτια του μικρού σπουργιτιού η Άννα αντικρίζει τον εαυτό της. Όλα γραμμένα σε χρόνο μαγικό, σαν αεράκι στιγμιαίο που χαϊδεύει τα μαλλιά του αγοριού σε εκείνες τις φωτογραφίες. Αυτές που «που μας χαμογελούν αγάπη μου, που αλλάζουν με τις εποχές και κρύβουν όσα θέλουμε να δούμε ή φωνάζουν για όσα πασκίζουμε να τις κάνουμε να πάψουν. Μια σταθερή θερμοκρασία», γράφει η Άννα Ξανθοπούλου, η Άννα των ποιημάτων, «συντηρούν την ασταθή μας διάθεση». Μες στο αχανές πέλαγο του εαυτού της, η δημιουργός αφήνει το φως να περάσει, φέγγοντας καινούριες απώλειες, καινούριες ανάγκες και αναζητήσεις. Σε πρώτο πρόσωπο, ενικό και συλλογικό την ίδια στιγμή, γραμμένες την ώρα που ασκούνται αντιστάσεις πάνω σε δυνάμεις πρωτόγνωρες. Ελπίζω, προσπαθώ, αεροβατώ, αγνοώ και πλανώμαι ταξιδεύοντας από τους μελαγχολικούς ενεστώτες ως την θηριωδία της ελπίδας. Είναι στίχοι από ένστικτο αυτοί που στελεχώνουν τα ποιήματα των «Λόγων» και δεν εξηγούνται, όπως τίποτε και κανείς δεν μπορεί να ερμηνεύσει την τέχνη με δίχως αυθαιρεσίες. Λέξεις παθιασμένες που δεν ρητορεύουν και δεν ξενίζουν μονάχα κρατούν όρθιο το τραγούδι της ευαίσθητης ψυχής, εκείνης που συλλαμβάνει παράξενα μεγέθη και γκρεμίζει σύμβολα. Με έναν συρτό ρυθμό, σκοτεινό και υπνωτικό η Άννα Ξανθοπούλου από το ατομικό ως το συλλογικό φθάνει στερεώνοντας τους στίχους της με τους αρμούς της εποχής μας, με τα μεγάλα της ψεύδη και με τις αυταπάτες, με της αγάπης το πέπλο. Δεν θα χρειαστεί τις φόρμες, δεν θα επιστρατεύσει σχήματα προπαρασκευασμένα η Άννα, μονάχα με ζωγραφιές θα μιλά, αναπαραστάσεις του μυστικού θαύματος, του απλού που ιχνογραφείται στο φόντο της ζωής και των προσώπων της, στις άπειρες τροπές της πιο επίκαιρης μυθολογίας. Κάτω από τις μαρκίζες των ποιημάτων της που ανάβουν και σβήνουν σαν παλλόμενες καρδιές, η Άννα εμφανίζει πτυχές της ύπαρξής μας, με εκείνον τον ίδιο τρόπο που αποκαλύπτονται οι φιγούρες στις φωτογραφικές πλάκες, αργά, μεθοδικά, δανείζοντας από το σκοτάδι όσο κουράγιο χρειάζεται για να φτιαχτεί ένα και μόνο ποίημα.</p>
<p>Στο σύντομο βιογραφικό της η ποιήτρια με καταγωγή από την Θεσσαλονίκη του Τσίζεκ, του Χριστιανόπουλου, της ομίχλης του Ιωάννου και της Διαγωνίου, σημειώνει. «Αν έπρεπε να γράφουμε κάτι πέρα από τα ήδη υπάρχοντα δημιουργήματα, θα έπρεπε να είχαμε σωπάσει από καιρό, καθώς τα περισσότερα έχουν ήδη ειπωθεί με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο». Η ανάγκη της επικοινωνίας, η καρδιά που εκπληρώνει τον σκοπό της όταν απομένει μονάχα σπάραγμα του εαυτού της ωθούν την Άννα Ξανθοπούλου προς την κατεύθυνση της ποιητικής δημιουργίας. Εκεί που δεν έχει μονάχα ανάσες και συμμετρίες, αλλά στίχους και ένα κουβάρι αστέρια που θα ξεδιαλύνει η καρδιά. Σαν εκείνους που αρθρώνουν την φωνή αυτής της πρώτης ποιητικής συλλογής όταν σαν πεταλούδα γεννιέται η άλλη όψη του κόσμου. Μες στο υλικό που διαμορφώνει την συλλογή της Άννας θα βρεις το μυστικό μετάλλευμα που υψώνει σε απόθεμα ποιητικό κάθε ήθος του καιρού μας. Τον φωτισμό που αναδεικνύει την εικόνα της εποχής μας θα βρεις και τον ποιητή που κλείνει εντός του τον κόσμο.</p>
<p>Στίχοι για να αντέχουν μες στα χέρια μας οι Κυριακές, όταν οι ερωμένες ξεβολεύονται και χολιάζουν τραγικές. Στίχοι σύννεφα που σε παίρνουν μακριά σε μια λαθραία απόδραση. Σκιές και χίλιοι τρόποι για να πεθάνεις, χίλιες υπενθυμίσεις για το ανθρώπινο χρέος σε τούτη εδώ την πραγματικότητα. Τίτλοι και ποιήματα γεμάτα από τις ουλές και τα σημάδια μας, στίχοι που στα χέρια της Άννας ενσαρκώνουν το άθροισμα συσσωρευμένων γενικεύσεων που ιχνογραφούν τούτο τον αβέβαιο, τον πλανημένο καιρό. Ζωγραφιές σαν μοναξιές, τύψεις και ενοχές για εκείνα που έπραξες και για τα άλλα τα συμφραζόμενα που ακολουθούν τις πρόζες των Λόγων.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΨΑΡΗΣ</strong></h5>
<p>Periou.gr 03/06/2023</p>
<p>Οι Λόγοι της Ξανθοπούλου συνιστούν έναν ισχυρό αντίλογο σε μια εποχή που βιώνεται από το ποιητικό υποκείμενο ως σκιά του εαυτού, ως βίωμα της μη αυθεντικής ζωής, ως ψευδαίσθηση ύπαρξης. Η ποιήτρια αναμοχλεύει τα καρυωτακικά περιγράμματα και τις απώτερες καταβολές της μπωντλαιρικής γαλλικής ποίησης για να ανασυστήσει εκδοχές της τραγικότητας στην καθημερινότητα της εποχής μας. Η πλήξη και η έλλειψη προοπτικής ταλανίζουν κάθε άτομο ναρκοθετημένο σε ένα ασφυκτικό και τελματώδες παρόν.</p>
<p>Προτέρημά της είναι ο ζωτικός εικονοπλαστικός λόγος της που συνθέτει μια ιδιότυπη αφηγηματική ροή, έναν ολιστικό ποιητικό λόγο, δίχως θρυμματισμούς ή θεματικές ασυνέχειες. Το δίπολο παρουσία-απουσία ενυπάρχει στη συλλογή ως συνεκτικός αρμός που συσπειρώνει σε μια ιδιότυπη συνύπαρξη όλες τις αντιθέσεις των καιρών. Η έννοια της φωτογραφίας στην ποίησή της σηματοδοτεί την ανάγκη αναμόχλευσης όλων των παρελθουσών στιγμών, ενώ από την άλλη υπαινίσσεται την νέκρωση της όποιας αντίδρασης σε μια παραλυτική διαδικασία που καθιστά τη ζωή άνευρη, τα συναισθήματα αναιμικά, τις σχέσεις αποπροσωποποιημένες.</p>
<p>Η ποιήτρια ακροβατεί μεταξύ συνειδητοποίησης και πλάνης, συναισθηματικής απεμπλοκής από όσα τής προκαλούν πόνο και βούλιαγμα στη αυτοανάλυση. Η ενδοσκόπηση καθίσταται μια οδυνηρή διαδικασία που καθηλώνει το παρόν σταθερά στο χτες, ενώ παράλληλα δεν αφήνει περιθώρια για το αύριο. Στους στίχους της καταγγέλλει τις επιφάσεις πολιτισμού που ανακλώνται στις σύγχρονες υποκριτικές αστικές συμβάσεις. Η εκάστοτε κοινωνική συμπεριφορά αποτιμάται αρνητικά στη βάση αλλοτρίωσης που ταλανίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η δραματική υφή τους συνίσταται στην έλλειψη αυθεντικότητας, στην τυποποίηση κάθε πτυχής της ζωής σε επικοινωνίες άνευ ουσίας. Η έντονη απογοήτευση και πικρία της αποτυπώνουν την ασθμαίνουσα αγωνία της για ένα αρτιότερο μέλλον που να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υπαρξιακές αγωνίες των ανθρώπων, αποτρέποντας κάθε εκδοχή πρόκλησης ψυχικού αδιεξόδου.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΕΥΛΑΛΙΑ ΠΑΝΟΥ</strong></h5>
<p>Bookpress.gr 23/07/2023</p>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>«Οι λέξεις είναι εργαλείο και γιατρειά»</strong></p>
<p><strong>Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε για σας;</strong></p>
<p>Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να βρει κάποια από τα πράγματα που σκέφτηκε, που δεν τα σκέφτηκε έτσι, που έζησε παρόμοια, που θα μπορούσε μέσα του να δει τον εαυτό του, καθώς και τη σχέση του με τους άλλους. Ένα βιβλίο που δεν ωραιοποιεί ή δεν αποφεύγει την πραγματικότητα, αλλά αντίθετα την παρατηρεί, την εξετάζει, την κρίνει σκληρά ίσως, αλλά πάντα με έναν σκοπό: να την κάνει καλύτερη.</p>
<p><strong>Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;</strong></p>
<p>Όλοι φέρνουν κάτι, είτε γράφουν, είτε μιλούν, αν όχι καινούργιο, τότε δικό τους. Αν κάποιος είναι τόσο «κλειστός» σε κάτι που μόλις εμφανίζεται, τότε σημαίνει ότι αποκλείει οτιδήποτε δεν ξέρει ήδη, άρα απορρίπτει τις πιθανότητες έκπληξης και εξέλιξης…</p>
<p><strong>Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».</strong></p>
<p>Επειδή το γράψιμο δεν είναι «εργασία» για την οποία υπάρχει μεθοδολογία, ο αυτοσχεδιασμός είναι αναπόφευκτος. Οι λέξεις δεν είναι ένα άγνωστο εχθρικό περιβάλλον για να χαθείς, οι λέξεις είναι το εργαλείο και η γιατρειά σου.</p>
<p><strong>Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες ­–κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.– τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;</strong></p>
<p>Όλες οι μορφές τέχνης αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ο κινηματογράφος, τα εικαστικά και τα κόμικς βοηθούν να εικονοποιηθεί η ιδέα ή η αίσθηση και η μουσική δίνει έμπνευση και ώθηση στο συναίσθημα. Είμαι ένας άνθρωπος που τα αγαπά όλα, άρα έχω αναφορές σε αυτά.</p>
<p><strong>Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;</strong></p>
<p>Νομίζω ότι στην περίπτωσή μου δεν ταλαιπωρήθηκα ιδιαίτερα. Τα γραπτά μου βρήκαν αποδοχή γρήγορα και η συνεργασία μου με τον εκδοτικό οίκο που τους έδωσε την ευκαιρία να βγουν σε βιβλίο, ήταν εξαιρετική. Με θεωρώ τυχερή ως τώρα και ελπίζω να συνεχίσω να είμαι, τόσο εγώ όσο και όλες/οι όσοι βρίσκονται σε παρόμοια θέση.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/03/%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%be%ce%b1%ce%bd%ce%b8%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 19 Jan 2026 23:00:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22726</guid>

					<description><![CDATA[Η Φιλαρέτη Βυζαντίου ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας- Φιλαρέτης Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπάκα Τρικάλων. Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Αποφοίτησε με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές σπουδές . Έκτοτε εργάζεται ως φιλόλογος καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Με την ποίηση ασχολείται από &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΦΙΛΑΡΕΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Φιλαρέτη Βυζαντίου ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας- Φιλαρέτης Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπάκα Τρικάλων. Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Αποφοίτησε με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές σπουδές . Έκτοτε εργάζεται ως φιλόλογος καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Με την ποίηση ασχολείται από τα φοιτητικά της χρόνια ,δημοσιεύοντας κατά καιρούς έργα της σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τον Νοέμβριο του 2018 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις ΚΥΜΑ με τον τίτλο &#8221;ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ&#8221;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7/" rel="attachment wp-att-22727"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22727" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/ΦΙΛΑΡΕΤΗ-210x300.jpg" alt="" width="301" height="431"></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΦΑΓΙΟΥΜ</strong></h5>
<p>Κι εγώ που κουβαλώ<br>Αιώνες ανήμπορους<br>Σε κάθε πόρο ανέγγιχτο<br>Από τον καύσο της ανάσας σου</p>
<p>Που κουβαλώ τόσα ερέβη<br>και στάχτες άλλες τόσες<br>από τη λάβα σου<br>που Πομπηία με βάφτισε<br>Πώς θέλεις να ξεχάσω?<br>Η μνήμη σου<br>Το τώρα<br>Το ύστερα<br>Το πάντα<br>Αναίσχυντα<br>Με έχει διαπομπεύσει&#8230;</p>
<p>Μα εγώ εκεί<br>Φαγιούμ σιωπηλό<br>Στον τοίχο της ζωής σου<br>Να μαρτυρώ ανελέητα<br>Έναν πυρίμαχο έρωτα</p>
<h5><strong>ΛΥΓΜΟΣ</strong></h5>
<p>Μου άρεσε κάθε βράδυ<br>να σου διαβάζω Λίγους στίχους<br>Μετά αγρίευαν τα μέσα μου<br>και ζητούσαν φωτιές<br>Εσύ έσπερνες στο μυαλό μου μικρούς θανάτους<br>και μάζευες κόλλυβα<br>Ένιωθες τα πλοκάμια μου<br>γύρω από το σκοτάδι σου<br>Δεν μιλούσες<br>Ξεχνούσες το μεγάλο μου όνομα<br>Με φώναζες Λυγμό<br>Κι εγώ έκλαιγα<br>γιατί χαμένοι πήγαιναν όλοι οι στίχοι μου<br>Τους έκαιγε ολοζώντανος ο Λυγμός<br>Κι εσύ αναπαυόσουν με απελπισιά<br>πάνω στα αποκαΐδια<br>Μα και κείνη η δήθεν αγάπη σου<br>πνιγόταν εξήντα οργιές βαθιά<br>στο μέλλον των ματιών μου<br>Κάθε βράδυ<br>πάντα την ίδια ώρα<br>στον αστερισμό της Απόγνωσης<br>πεθαίναμε μαζί<br>τυλιγμένοι στους καμένους στίχους μας<br>οικειοθελώς και αναπότρεπτα</p>
<h5><strong>ΦΙΛΙΑ ΜΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΡΑΣΑ</strong></h5>
<p>Φιλιά μου πετροκέρασα<br>αιμάσσοντα , φθονερά<br>Έτσι καθώς φυτρώνετε<br>στις παρυφές του πόθου<br>αφήστε με να οσμισθώ<br>την άχραντη ευωδιά σας</p>
<p>Είναι σκληρό να μη μπορώ<br>τουλάχιστον να σας ψαύσω<br>Ούτως ή άλλως η γλώσσα σας<br>με γραμμική ομοιάζει<br>Κι εγώ αγράμματος εραστής<br>πώς να σας ερμηνεύσω;</p>
<h5><strong>ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ</strong></h5>
<p>Η νύχτα απλώνει ανασφάλειες<br>το καλοκαίρι δηλώνει αθώο<br>-κι ας μην είναι-<br>τα χιλιόμετρα ορίζουν τη λέξη δυστυχία</p>
<p>Αν ο ουρανός συνεχίσει να με κοροϊδεύει<br>θα τον ανατινάξω σύγκορμο<br>Κι ας γίνω η παράπλευρη απώλεια</p>
<p>Θα ανοίξω ένα πηγάδι<br>θα κατεβώ στην υγρή κοιλιά του<br>Το θάνατο θέλω να μυρίσω<br>πρώτη εγώ</p>
<p>Απόψε συμμάχησα με όλα τα νυχτολούλουδα<br>Θα κρυφτώ στη στάχτη της γύρης τους<br>μέχρι να σ&#8217; αντικρίσω να σκύβεις<br>να δεις αν μυρίζουν</p>
<p>Απίστευτο τί τεχνάζεται ο έρωτας<br>για να υποκλέψει ένα δήθεν άγγιγμα<br>ένα μάλλον φιλί</p>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ I</strong></h5>
<p>Είπα<br>θ&#8217; αφήσω το αποτύπωμά μου εκεί<br>εκεί στο μισάνοιχτο στρείδι<br>των χειλιών σου<br>άσπιλο μαργαριτάρι<br>να μαρμαρώνει τη μνήμη<br>αιώνια</p>
<h5><strong>ΣΙΣΥΦΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ</strong></h5>
<p>Βρεγμένοι δρόμοι<br>μιας κοιμώμενης πόλης<br>Οι λακκούβες προσχηματικές<br>Οι λογισμοί πριόνια<br>Οι πιτσιλιές της νύχτας<br>στο μεσοφόρι μου<br>Ο πόθος κατακερματισμένος<br>Η ομπρέλα υγρός λυγμός<br>Η καρδιά θρυμματισμένη</p>
<p>Ω. ! ασίγαστες σιωπές<br>και συ, ψυχή μου<br>των κεραυνών<br>και των Βεζούβιων<br>πώς αντέχεις να επωάζεις<br>έναν σισύφειο έρωτα</p>
<h5><strong>ΦΙΛI ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ</strong></h5>
<p>Μασημένο αγριοτριαντάφυλλο<br>το φιλί μου<br>Οι λεπτομέρειες του πάθους<br>ασήμαντες<br>Τα πεφταστέρια άχρηστα<br>Τα ρίγη ατρικύμιστα<br>Τα μονοσύλλαβα άφωνα</p>
<p>Η ουρά του ήλιου στο φευγιό του<br>μαστίγιο για την αυταπάτη μας<br>Κουρτίνες που θροούν<br>ψελλίζοντας τα αμολόγητα<br>Και τέλος το κατακάθι του έρωτα<br>πικρό<br>σαν της αψιθιάς τη φλόγα</p>
<p>Δεν έχουν λυτρωμό<br>οι ένοχες αγάπες</p>
<h5><strong>ΤΕΤΡΙΜΜΕΝΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ο ορίζοντας πάντα χαμηλών προσδοκιών<br>Τα έλατα μαχαίρια<br>που δεν καρφώνονται ποτέ<br>στο στήθος του ουρανού<br>Τα χέρια μου φορούν ακόμη<br>τα κίτρινα φθινόπωρα των αναζητήσεων<br>Έχω και μια επανάσταση σε εξέλιξη<br>αλλά βαριέμαι να τη συνεχίσω</p>
<p>Η φωνή του κοτσυφιού<br>Η ψαλμουδιά του ορθρινού σήμαντρου<br>κι εκείνο το χελιδόνι το αναποφάσιστο<br>ορίζουν τα βήματά μου</p>
<p>Στην παραλία η αμμουδιά τρώει τα πόδια μου<br>Πάντα αδηφάγο την ήξερα<br>κι όμως της τα έδωσα<br>Ίσως βγάλω φτερά<br>αν τελικά τα χάσω</p>
<p>Άλλωστε ο κόσμος τί θα ήταν<br>δίχως κάποιες ψυχές ανάπηρες<br>που τόλμησαν να πετάξουν με θράσος<br>θάβοντας τις προβλέψιμες τετριμμένες επαναστάσεις;</p>
<h5><strong>ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ</strong></h5>
<p>Η νύχτα περπατάει σκεφτική<br>Στήνω παγίδες στον έρωτα<br>Στήνω αντίσκηνο στον πόνο μου<br>Χρόνια τον κατοικώ<br>σαν τη μοναξιά μου<br>Νομάς των προαστίων της καρδιάς<br>αόρατη ακόμη και για σένα</p>
<p>«Γιατί δε μου μιλάς;»</p>
<p>Σβήνω τα χνάρια του φεγγαριού πάνω σου<br>Ελευθερώνω τα πουλιά που έχω κρυμμένα στον κόρφο μου<br>Να σε φτάσουν θέλω<br>να σου τραγουδήσουν τα ανείπωτα</p>
<p>Κρατάς το μαχαίρι<br>κοιτάς την πληγή μου<br>Δεν με πονάς<br>Είσαι πιο μόνος από τη σιωπή<br>Γονατίζω μπροστά σου<br>Φιλώ τη θλίψη σου<br>Μη με φοβάσαι<br>Είμαι μέλι</p>
<p>Χαράζω με τα νύχια μου την κόκκινη γραμμή<br>ανάμεσά μας<br>Εσύ στο όνειρο<br>Εγώ στο σκοτάδι<br>Η αγάπη σε αναζήτηση των διακριτικών του πάθους</p>
<p>Έλα να κοιμηθούμε στο άσπρο της νύχτας<br>Δεν είναι πάντα μαύρο το χρώμα της απόγνωσης</p>
<h5><strong>ΕΣΩΤΕΡΟΝ ΠΥΡ</strong></h5>
<p>Έσω καθίζηση<br>Χαμηλά έστρωσα να αναπαύσω την ψυχή μου<br>Δυο μάτια αναζήτησα<br>Φως ιλαρόν αγίας μνήμης<br>μεσ&#8217; τα σκοτάδια μου<br>Σκόνταψα στο σκαμνί σου συναξάρι μου<br>Ξεστράτισε από τις νότες η ψαλμωδία των καημών<br>στο κενοτάφιο της ζωής μου</p>
<p>Έσω εξιλέωση<br>των τραυμάτων<br>των παθών και των λαθών<br>των θανάτων και των αναστάσεων<br>των τίποτε και των ολότελα<br>Αγκομαχά η θύμηση<br>Στο σταυροδρόμι καταρρέει<br>Μαζί της κι εγώ</p>
<p>Έσω κατάνυξη<br>Φοράει το πνεύμα μου τα φλουριά<br>της Κομνηνής<br>Χύνεται στα χέρια μου το μελάνι της ιστορίας<br>Διαλέγω τις ψηφίδες μιας επανάστασης<br>Σφυροκοπά στα μηνίγγια μου η άλωση<br>του Εγώ<br>Κανείς προδότης<br>καμιά ιεροσυλία<br>Όλες οι κερκόπορτες δικές μου</p>
<p>Στο αρχαίο στασίδι ολόσωμη στέκεται η Μοίρα μου<br>Με υψωμένα τα χέρια δέεται<br>να αντέξει η πήλινη φτιαξιά μου το εσώτερον πυρ<br>της αναγέννησης<br>Πόσο χαίρομαι που γεννήθηκα πυράντοχη!</p>
<p>(Μετέωρα&#8230; αγναντεύοντας τους πύρινους βράχους της ζωής<br>μου&#8230;)</p>
<h5><strong>ΝΑ ΓΙΑΤΊ&#8230;</strong></h5>
<p>Να γιατί κάθε νύχτα<br>αλυσοδένω τα ρήματα<br>Να γιατί κάθε νύχτα<br>εχθρεύομαι τις παραλήγουσες<br>Γιατί π αιωνιότητα<br>τριγυρνάει αδέσποτη<br>κι αν πέσω πάνω της<br>χωρίς αντισώματα πια<br>θα μείνω αθάνατα<br>απελπισμένη</p>
<h5><strong>ΥΠΕΡΤΑΧΕΙΑ</strong></h5>
<p>Ταξιδεύω τη ζωή μου<br>με υπερταχεία<br>ανηλεούς κατεύθυνσης<br>Στο τελευταίο βαγόνι<br>υπνώττουν οι επιβαίνουσες<br>προσδοκίες<br>Τσάι καυτό πάνω σε ράγες<br>εαρινής ομολογίας<br>ήττας<br>Δυο περιστέρια αυτόχειρες<br>σε μετωπική ιδεολογιών<br>Ο ινδός απέναντι μου<br>βυθισμένος<br>σε ένα οξειδωμένο ροκ<br>Πόση ζωή ξυπόλητη<br>αντέχει<br>να κουβαλάει απόψε<br>ο συρμός<br>των 12 παρά πέντε<br>γκρεμούς ;</p>
<h5><strong>ΔΙΧΩΣ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ&#8230;</strong></h5>
<p>Η μαύρη γραμμή στον ορίζοντα<br>Η βουή των θνητών<br>που ανέμελα<br>τσαλαβουτούν στη λάσπη<br>Ο κεραυνός που γίνεται κάρβουνο<br>Η οσμή του ηφαιστείου<br>που θολώνει<br>την μέσα μου Πομπηία<br>Κι ο Σταυρός του Νότου<br>να δείχνει αμετάκλητα<br>το Πάθος<br>Πώς να περάσουν οι νύχτες<br>δίχως το φως σου;</p>
<h5><strong>ΤΕΛΟΣ</strong></h5>
<p>Οι Λέξεις<br>Οι στίχοι<br>Οι έρωτες<br>Οι ημίθεοι θνητοί<br>Οι απαγχονισμένοι χρησμοί<br>Όλα τελείωσαν<br>Εσύ έμεινες χωρίς μάσκα<br>Εγώ χωρίς χιτώνα<br>και η ιστορία μας χωρίς κοθόρνους<br>μίζερη , ασήμαντη, μικρή</p>
<p>Μείναμε τελικά<br>με ένα μήλο μισοφαγωμένο στα δόντια<br>και την ουλή από τη μαχαιριά του θανάτου να δείχνει<br>πόσο ερωτευμένοι υπήρξαμε με την αθανασία μας<br>κάποτε !</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΙΧΟΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ 2022-2024</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΑΛΩΘΗΚΑΜΕ ΜΑΤΑΙΩΣ</strong></h5>
<p>Και αναλωθήκαμε σε λόγια πολλά, φτηνά και χιλιοειπωμένα<br>Η γλώσσα μας από το ψέμα έχει μουδιάσει<br>Τα μάτια μας αδάκρυτα και στείρα πια<br>Και μεις ανέμελοι μέσα στην τόση αναίδειά μας<br>μέσ&#8217; στη χλιδή της ανείπωτης πενίας μας<br>σκονισμένοι στους χωματόδρομους της περηφάνειας μας<br>φυλακισμένοι στα διαβρωμένα δωμάτια<br>της άμοιρης αλαζονείας μας<br>Κι η έρμη ποίηση<br>ακόμη αντέχει<br>να μας ανέχεται<br>έτσι μικρούς και λίγους<br>ασκόπως να την περιφέρουμε<br>σε μάταιων συνάξεων ποικίλες οχλαγωγίες<br>Έρχονται όμως νύχτες εκδικητικές<br>στης ύπαρξής μας<br>το σκοτεινό παραγώνι<br>Ας ανάψουμε ένα κεράκι ελεήμον και συγχωρητικό<br>της τόσης αμετροέπειάς μας&#8230;</p>
<h5><strong>ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΛΠΑΖΟΝΤΑΣ ΩΡΑΙΕ ΜΟΥ ΙΟΥΛΙΕ ;</strong></h5>
<p>Πού πάει καλπάζοντας πάνω στα κύματα τούτος ο Ιούλιος;<br>Πού φεύγει με τόση βιάση η ποίησή του η αλμυρή;<br>Θα αναρωτιούνται σε λίγο οι γλάροι και τα μελτέμια που σέρνουν στα φτερά τους<br>πού είναι ο κύρης τους<br>Κι άλλη απάντηση δεν θα χουν από τη μυρουδιά των αχινών<br>τα θαλασσοφαγωμένα σανδάλια των Αγίων του Αιγαίου<br>και τα σπαρταρίζοντα στήθη της γοργόνας της Αντίπαρου<br>Πού κοιμάται πνιγηρό καταμεσήμερο<br>μέσ&#8217; τον ασβέστη του Ήλιου<br>ο χλωμός αστερίας της Αμμουλιανής;<br>Πού κλαίει<br>από σπασμένο σε χίλια θρύψαλλα έρωτα<br>ο βουτηχτής έφηβος των Αντικυθήρων;<br>Και πάλι<br>πού ξαποσταίνει μέσα στη λάβα της νιότης του<br>ο Κούρος της αρχαίας μου πατρίδας;<br>Ω! Μεσημέρι του Ιούλη μου<br>λιωμένο στο μέγα καύμα της ψυχής σου<br>αλυσοδεμένο στους θανατερούς τροχούς<br>του άμυαλου Φαέθωνα<br>ιδρωμένο και λιγόθυμο<br>πάνω στις καυτές πέτρες<br>της Κιμώλου!<br>Ω! Μεσημέρι του αδυσώπητου Ιούλη μου<br>Λιώσε με κι ανάστησέ με<br>μέσ&#8217; την ωραία κολυμβήθρα<br>της τέλειας ομορφιάς σου&#8230;</p>
<h5><strong>ΝΙΟΒΗ , ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ ΝΑ ΚΛΑΙΣ</strong></h5>
<p>Μέρες θέρους<br>ανυποψίαστα θλιβερές<br>Με ένα δρεπάνι αμφίστομο<br>να τεμαχίζει τον ήλιο σε δηλητηριώδεις μπουκιές<br>Με ένα καύμα να ρέει στις φλέβες του φεγγαριού<br>πού συνήθισε πια τις ιαχές του πολέμου<br>και τις εκατόμβες των δακρύων<br>Κάλυψε τα μάτια σου, Νιόβη<br>Καλύτερα βγάλτα<br>μικρότερος ο πόνος θα&#8217;ναι<br>πίστεψέ με<br>Τίναξε απ&#8217;τα ρούχα σου την άμμο της ερήμου<br>τυλίξου στο μαύρο ράσο<br>του πένθους των ανθρώπων<br>και μην ξεστομίσεις ούτε μια κατάρα<br>Δεν ωφελεί<br>πίστεψέ με<br>Λαμπαδιάζει απόψε ο ουρανός στην Ταμπρίζ<br>Ματώνουν τα κοχύλια στη θάλασσα της Άκρα<br>Δεν έχω ανάσα<br>Δεν έχω φωνή<br>Κι οι προσευχές μου όλες συντρίφτηκαν στη νεκρά ζωή των λόφων της Παλαιστίνης<br>Ο Αρχάγγελος της Αποκάλυψης βάζει δακρυσμένος στο θηκάρι το σπαθί του<br>Κουράστηκα, ψιθυρίζει<br>Πέθανα,κι ας είμαι αθάνατος<br>Σκύβω<br>τη δίψα της ψυχής να ανακουφίσω<br>Νερό πουθενά<br>Μόνον άμμος<br>και αίμα<br>Κουράστηκα, μονολογώ<br>Πεθαίνω κάθε μέρα<br>Όχι γιατί είμαι θνητή<br>αλλά γιατί δεν με αφήνουν<br>να είμαι άνθρωπος<br>αυτοί που θεοί αποφάσισαν πως είναι&#8230;</p>
<h5><strong>ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ</strong></h5>
<p>Τούτος ο τόπος είν&#8217; θεός<br>Τον ορίζουν οι παπαρούνες της Ανάστασης<br>και τα μνήματα όσων πολύ αγαπήσαμε<br>Κάθε Σάββατο σαν το σημερινό<br>οι ψυχές σεργιανάνε μέσα σε εκκλησιές ευωδιαστές<br>και κήπους με υάκινθους και γιούλια<br>Εμείς<br>τις κρατάμε απ&#8217;το χέρι<br>και βάζουμε στις τσέπες τους<br>σπόρια σιτάρι και ρόδια κατακόκκινα<br>Στα χείλη τους στάζουμε λάδι καθάριο και μαυροδάφνη μέλι<br>Και σαν το σήμαντρο σημάνει εσπερινό<br>τους κατευοδώνουμε στην αντίπερα όχθη<br>με μιαν υπόσχεση<br>Να αξιωθούμε την άφατη<br>χάρη και χαρά<br>όλοι μαζί<br>να ανταμώσουμε σε μιας Αγάπης ανέσπερης το φως<br>που δε γνωρίζει τι πάει να πει<br>ο φόβος του θανάτου&#8230;</p>
<h5><strong>ΕΡΗΜΗΝ</strong></h5>
<p>Σπασμός<br>Ένα αιφνίδιο κρακ<br>Τρία μπάι πας σε ώρα αιχμής<br>Ακριβώς στη στροφή Κινστέρνας και Μακεδονομάχων<br>πέφτει το βλέμμα μου πάνω σου<br>Ξανά ο σπασμός<br>Κάτι μεταξύ Αλεξάνδρειας που με αποχαιρετά και έρωτα που ξεψυχά<br>αδιάκοπα<br>χρόνια τώρα<br>Στο πρώτο περίπτερο της παραλιακής αγοράζεις<br>σταυρόλεξο και Καρέλια<br>Σ&#8217; ακολουθώ σαν τη σκιά σου<br>Πιτσιρικάς περνάει με ηλεκτρικό πατίνι δίπλα μου<br>σχεδόν θανάσιμα<br>Η ταχύτητα δεν είναι πια το δυνατό μου σημείο<br>Μαζεύονται σύννεφα στον ορίζοντα<br>κι εσύ μαζεύεις τα μανίκια σου<br>Πρώιμος καύσωνας<br>ή<br>δυσβάστακτες σκέψεις;<br>Παραγγέλνεις καφέ<br>Κάνω το ίδιο<br>Δεν ξέρεις τί ώρα είναι<br>Αλλιώς<br>γιατί αναζητάς απάντηση σε ερώτηση που αιωρείται μέσα σου<br>εν αμφιβόλω;<br>Πέντε παρά είκοσι , απαντώ<br>κάνοντας πως μιλώ στο τηλέφωνο<br>Ξεχνώ πως είναι θαμμένο στην τσάντα μου<br>κάτω από τα γραπτά της Ιστορίας<br>Ο Δαρείος μάλλον με κοροϊδεύει<br>αλλά ποιος δίνει σημασία σε έναν βάρβαρο<br>Ο καφές δεν πίνεται<br>Η βροχή δεν έρχεται<br>Οι ποδηλάτες δεν μας κοιτάζουν<br>Το σταυρόλεξο δεν άνοιξε ποτέ<br>Η ώρα δεν αυτοκτόνησε όπως το είχα σχεδιάσει<br>Κι εσύ δεν γύρισες ποτέ να δεις<br>ποιος κάθησε πίσω σου<br>Πια κατάλαβα<br>Τις λύσεις τις ήξερες από παιδί<br>Το ρολόι ήταν σφιχτοδεμένο πάντα στο χέρι σου<br>Ο καφές σου ήταν πρόσχημα παραπλάνησης<br>Και ο έρωτας παρίστανε τον νεκρό<br>-προμελετημένο έγκλημα<br>παλαιόθεν &#8211;<br>Μόνον που εγώ έμεινα κολλημένη<br>σε κείνον τον σπασμό<br>που συνέτριψε όλη την ύπαρξή μου<br>και μάλιστα ερήμην μου&#8230;</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ 2021-2022</strong></h5>
<h5><strong>ΜΗ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙΣ &#8230;!</strong></h5>
<p>Μνήμη , Μνήμη, Μνήμη μου<br>Εφορμάς με όλες σου τις λόγχες σήμερα<br>και με σφάζεις<br>και ντύνεσαι στα μαύρα<br>και ολοφύρεσαι<br>και κάθε που ανοίγω τα παράθυρα<br>να μην πνιγώ<br>απ&#8217; τους καπνούς σου<br>Εσύ , μου δείχνεις<br>και μου δείχνεις<br>κι όλο κλαίς<br>και χτυπιέσαι<br>και θρηνείς<br>και φλόγες ξερνάς<br>και τα σωθικά μου ξεσκίζεις<br>Μνήμη μου<br>τέτοια μέρα<br>με έναν ήλιο<br>να μαστιγώνει ανελέητα<br>όπως τότε<br>τα βουνά του Πόντου<br>να λιώνει αίμα πηχτό<br>στη Μαύρη θάλασσα<br>των αλύτρωτων καημών μας<br>και των αδικαίωτων λυγμών μας<br>να γκρεμίζεται στον Άδη<br>μαζί με τις χιλιάδες αθώες ψυχές<br>Μνήμη μου<br>πάλι και ξανά<br>σήμερα<br>με θανατώνεις<br>Μνήμη , Μνήμη, Μνήμη μου<br>δεν σταματάει ο πόνος<br>χρόνια τώρα<br>Τα δόντια του μένουν εκεί καρφωμένα<br>στα ογδονταοχτώ καμένα χωριά<br>της Κερασούντας<br>στα εβδομήντα χιλιάδες κουφάρια<br>της Αμάσειας<br>στα λεηλατημένα σώματα<br>και τα βεβηλωμένα κορμιά<br>της Σαμψούντας<br>Μνήμη μου<br>κλείσε τα αυτιά μου<br>Δεν αντέχω τις κραυγές<br>κλείσε τα μάτια μου<br>Δεν αντέχω τόση φρίκη<br>δεν αντέχω τόσο αίμα<br>να κατρακυλάει<br>στο στήθος της Ιστορίας<br>Δεν αντέχω να λέγομαι<br>Άνθρωπος<br>όσο εσύ μένεις πικρή και αδικαίωτη<br>μελανή και απορφανισμένη γλείφοντας<br>τις χαίνουσες πληγές σου<br>Μνήμη του Πόντου<br>του Γένους μου του καθημαγμένου<br>Αγία και αδούλωτη Μνήμη<br>Μη με προδώσεις &#8230;!</p>
<h5><strong>ΚΛΕΙΣΤΟΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ</strong></h5>
<p>Μικρός θάνατος η κάθε σκέψη σου<br>Πατήματα χωρίς χνάρια<br>τα λόγια σου<br>Δεν αντέχεται τόση απουσία<br>Είναι εκκωφαντικός ο τρόπος που σπάζεις μέσα μου<br>από ανάσα σε ανάσα<br>κι από βλέμμα σε άλλο ένα πεθαμένο βλέμμα σου<br>Έπαψα προ πολλού να υπάρχω<br>στην καύτρα του τσιγάρου και στα τραγούδια της κάθε νύχτας σου<br>Αιωρούμαι άσκοπα στο χθες που σταυρώνει το τώρα<br>Δεν ξέρω γιατί πονάει τόσο πολύ ακόμη το χαμόγελό σου<br>Ούτε γιατί οι θεοί σε κρατάνε στα αζήτητα<br>Ίσως μια Νέμεση χρεώνει πολλά για μια τέτοια προδοσία κι εσύ ελπίζεις να γλιτώσεις φτηνά<br>το ικρίωμα<br>Ξηλώνω το δυσβάσταχτο<br>γιατί<br>πριν ανατείλει η καινούργια μέρα<br>Δεν πρέπει να με βρει ντυμένη κατάσαρκα<br>την απελπισία της αποτυχίας<br>να αγαπήσω τον πόνο μου<br>Αλλά και χωρίς αυτόν<br>απίστευτα δύσβατοι όλοι της ευτυχίας οι δρόμοι&#8230;</p>
<h5><strong>Η ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ</strong></h5>
<p>Κρίμα<br>Η νύχτα φοράει κόκκινες παντόφλες<br>και μαύρο πουκάμισο<br>Δεν την ήθελα<br>τόσο ανθρώπινη<br>τόσο συνηθισμένη<br>Ήλπιζα σε μια μαγεία<br>κάτι να σαλεύει περίεργα μέσα της<br>να τη βλέπω να μυρώνει<br>το ακατάληπτο<br>και το δεδομένο<br>και να τα κάνει θεϊκά<br>Ξέρεις<br>από καιρό ήθελα να σου μιλήσω<br>για το χώμα<br>για τα νερά<br>για τις πέτρες<br>και για κείνο το απ&#8217; όλα πιο σκληρό<br>τον έρωτα<br>Αλλά δίσταζα<br>μήπως και εξαιτίας μου<br>πιστέψεις<br>στον κλώνο της αμυγδαλιάς<br>και στο ξερό χορτάρι<br>Κι αν έτσι γίνει<br>τότε , αλίμονο,<br>δεν θα έχει πια η ποίηση<br>κανένα δικαίωμα<br>μήτε στο κορμί<br>μήτε και στην ψυχή σου<br>Ακριβώς όπως και η νύχτα σου<br>είτε φοράει μαύρο πουκάμισο<br>είτε φοράει απελπισμένο φως&#8230;</p>
<h5><strong>ΣΤΟ ΛΟΦΟ ΠΟΥ ΕΣΠΑΣΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ</strong></h5>
<p>Σαν ρημαγμένη από καιρό πολύ<br>σαν παραλοϊσμένη από τα τόσα βάσανα<br>κατέβαινε τον λόφο του Τεπέ<br>ψηλόκορμη και περήφανα ανθισμένη<br>ακόμη και τώρα<br>στα ογδόντα τόσα χρόνια<br>που κρεμόντουσαν σαν γιορντάνια<br>στο λαιμό της<br>Τι την προσπέρασε<br>Τι της έσβησε όλα τα χρώματα<br>Τι την αγρίεψε<br>μα και τι πολύ τηνε φοβήθηκε<br>δεν το&#8217;χε καταλάβει<br>Αυτή βαστούσε σφιχτά πάνω στην καρδιά της<br>τα σαλκίμια τα ευωδιαστά<br>και λίγους υάκινθους<br>να τα μοιράσει πάνω στα μνήματα<br>αυτών ,που είχαν για πάντα , φύγει<br>Το κορμί της βαρύ<br>Η σκέψη πεταλούδα<br>Το στόμα δροσερό<br>Τα βήματα αργά<br>Έσμιξε το βλέμμα της με μια μικρή χελώνα<br>Σα να της χαμογελούσε μέσα εκεί<br>στα βάτα και τις παπαρούνες<br>Της έμοιαζε πολύ<br>Σήμαντρο ακούστηκε εσπερινού<br>Άργησε<br>και θα την περίμενε σκυφτός και σιωπηλός<br>ο παπα Ανέστης<br>να διαβάσει το τρισάγιο το αναστάσιμο<br>για τους αγαπημένους της ψυχής της<br>Αυτή την ξέχασε ο Θεός εδώ κάτω<br>και του το χτυπούσε ετούτο το μικρό παράπονο<br>σε κάθε προσευχή της<br>Μα πώς να κάμψει τη βούληση<br>του Μεγαλοδύναμου<br>αφού &#8221;Αυτός μονάχα ξέρει&#8221;<br>Η μνήμη της χτισμένη κάθετα<br>ολόρθη σαν το κάστρο που γνέφει όλο τον κάμπο<br>απ την κορφή του λόφου<br>Όλα τα θυμόταν<br>λόγια, χάδια, αγάπες , και τις φαρμακερές σκλήθρες<br>του πόνου<br>Όλα<br>Και την πελεκούσανε αθόρυβα<br>βαθιά μέσα της<br>Μέχρι που πια δεν αισθανόταν τίποτε<br>Τίποτε<br>Μοναχά το δρεπάνι στοχαζόταν<br>που τη ζωή της θέρισε<br>προτού αυτή χρυσίσει από καρπό<br>Στο τελευταίο φιλί του ήλιου<br>έφτασε<br>Έσκυψε σαν ερωδιός μονάζων στις ερημιές<br>προσκύνησε το τελευταίο φως<br>το στερνό &#8221;εκέκραξα προς Σε&#8230;&#8221;<br>την πρώτη ανάσα της νύχτας<br>το πληγωμένο φτερό του Αρχάγγελου<br>στην πόρτα της εκκλησιάς<br>Κι έπειτα<br>σηκώθηκε με μια χαρά καρφωμένη κατάστηθα<br>στα μαύρα της ρούχα<br>με μιαν ελπίδα πανηγυρίζουσα<br>στα πονεμένα της μάτια<br>Ο ουρανός έγειρε ολάκερος πάνω της<br>Κρακ &#8230; έσπασε μύρια κομμάτια<br>Τα έτριψε σαν τη ρίγανη<br>μέσα στα δάχτυλά της<br>Και μοσχοβόλησε η πλάση<br>αγιοσύνη &#8230;!</p>
<h5><strong>ΠΩΣ ΝΑ ΓΛΥΚΑΘΕΙΣ&#8230;</strong></h5>
<p>Στην ερημιά του κόσμου<br>αναζητώ ένα πρόσωπο<br>Καταμεσήμερο<br>Φλέγονται οι ανάσες μου<br>Ο βασιλικός μαραζώνει<br>από κρυφό καημό<br>και ίσως έρωτα<br>Ανακινώ μηχανικά την αμφιθυμία μου<br>Πίκρα στα χείλη<br>Κατακάθισε μάλλον η ζάχαρη<br>Πώς να γλυκαθείς αόρατη ζωή μου<br>Οι άνθρωποι με προσπερνούν πάντα παγερά αδιάφοροι<br>Δεν είμαι παρά ένα ασήμαντο στίγμα στην προκαθορισμένη πορεία τους<br>Ακίνδυνο<br>Χωρίς καν την απαραίτητη θυμώδη απόχρωση<br>που ίσως κινητοποιούσε<br>το ελάχιστο ενδιαφέρον τους<br>Βυθίζομαι στον βυθό τους<br>Κανείς δεν θα με προσέξει<br>Ωραίος θάνατος<br>και ήσυχος<br>προπαντός<br>Το σήμερά μου σκάλωσε<br>σε μια παμπάλαιη εικόνα<br>του Άγιου Μόδεστου<br>προίκα της προγιαγιάς μου<br>Στηρίζω το βλέμμα μου στα στριφογυριστά κέρατα του αθώου βοδιού<br>που κρύβεται στα φτωχικά του ράσα<br>Ζηλεύω ετούτη την εκκωφαντικά απόλυτη ασφάλεια που νοιώθει<br>Καταμεσήμερο<br>Φλέγομαι από την αποτυχία της αναζήτησής μου<br>Χωρίς ένα πρόσωπο απέναντί σου<br>Πού να στραφείς πολυόμματη και διψασμένη, ψυχή μου&#8230;;</p>
<p></p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΩΣ ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ 2020-2022</strong></h5>
<p><strong>Ο ΜΕΓΑΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ</strong></p>
<p>Σκυφτός<br>Τα χέρια πάντα σταυρωμένα<br>σαν την σταυρωμένη ζωή του<br>Λόγια λιγοστά<br>Εν ταις οπαίς της γης κρυμμένος<br>Όπως όλοι οι θησαυροί<br>άλλωστε<br>Νοσταλγός η σκέψις του εσύρθη εις την πεφιλημένην νήσον<br>Ενηγκαλίσθη νοερώς την φιλτάτην μορφήν του τάλανος πατρός<br>εθώπευσε τας παρειάς των δύσμοιρων αδελφών του<br>Εδάκρυσε<br>Έσφιγξε πεισμόνως την ευλογημένη του πένα<br>και<br>&#8211; Ω του παραδόξου θαύματος &#8211;<br>άπαντας τους εν σκιά θλίψεως και πτωχείας και πάσης δυστυχίας καθημένους<br>ανέστησεν<br>ομού και τον πολυβασανισμένον εαυτόν<br>Ούτως<br>ως στρουθίον μονάζον εις του κόσμου την ερημίαν<br>ως όνειρον εις το κύμα<br>και ως αστραπή παμφωτίζουσα<br>διέβη από γης εις τα εράσμια ουράνια καταλύματα<br>Ένθα η τρυφερή του καρδία θα αναπαύετο πλέον<br>από πάσαν οδύνην, λύπην και στεναγμόν&#8230;<br>Και ημείς,τέκνα του απορφανισμένα όντες,<br>γόνυ κάμπτομεν ευλαβώς<br>την αγίαν του ευχήν εκζητούντες<br>Και κάθε που θολώνει ο νους μας, αδελφοί<br>κάθε που τον βηματισμόν μας χάνομεν<br>εις αυτόν ας προστρέχωμεν&#8230;.</p>
<h5><strong>ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τραπέζι<br>Σερβίτσιο τσαγιού<br>Βαζάκι με γλυκό τριαντάφυλλο<br>Μεταξύ μας, όλα ετούτα, απλώς παρίσταντο<br>στη συνάντηση<br>της Κλεοπάτρας με την Ευριδίκη<br>Δυο γυναίκες ξεχασμένες από τη ζωή<br>και την ποίηση<br>Ποιος άλλωστε να ασχοληθεί με την τετραγωνική ρίζα της δυστυχίας τους<br>Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αφαιρώντας το άθροισμα των βασάνων τους<br>προέκυπτε μια φαμ φατάλ σε χειμερία νάρκη<br>και μια Ζαν ντ &#8216; Αρκ με σκουριασμένο σπαθί και ξεθωριασμένο φωτοστέφανο<br>Τότε η ποίηση όφειλε<br>να υποκλιθεί στη γενναία πράξη της μετάνοιας<br>και να αρπάξει την ευκαιρία της αποκατάστασης της τιμής τους<br>Αλλά σήμερα<br>είναι τόσο δυσνόητα τα μαθηματικά και η συγχώρεση<br>Ας επαναπαυθούμε, επομένως, στην μονότονη και ασφαλή γραμμή πλεύσης της εφημερότητάς μας<br>Κι ας αφήσουμε τους ηρωισμούς<br>στους ποιητές που κυοφορούνται σιωπηλά<br>στο υπογάστριο της επικίνδυνα αναίσθητης κι απαίδευτης εποχής μας<br>Κάποια στιγμή<br>είναι βέβαιο πως<br>θα αποκαλυφθεί το μεγαλείο και η μεγαλειότητα<br>των δύο ασήμαντων ηρωίδων και της απογευματινής τους συνάντησης<br>Άλλωστε αυτό το εγγυάται &#8211; εν είδει τραγικής προοικονομίας &#8211;<br>το φτιαγμένο από τα χεράκια τους<br>γλυκό τριαντάφυλλο&#8230;</p>
<h5><strong>Ω! ΝΕΚΡΕ ΓΥΜΝΕ &#8230;!</strong></h5>
<p>Ίσταμαι<br>κάτω από το ξύλο<br>που τόσοι προφήτες παίνεψαν<br>Εγώ , ο σκώληξ που ροκάνισε το σκήπτρο<br>που κάποτε μου χάρισες<br>Το τιποτένιο χορτάρι<br>το αφανισμένο από δυο πέτρες<br>που το αίμα Σου πότισε<br>Εγώ , η ακίδα του εμβαπτισμένου<br>στο όξος και στη χολή όλων των αιώνων<br>καλαμιού ,που Σε δρόσισε<br>Εγώ, το ένα από τα ζάρια<br>που διεκδίκησαν τον άρραφο χιτώνα Σου<br>Το τελευταίο της αστραπής βλεφάρισμα<br>πριν το &#8221;τετέλεσται&#8221;<br>Ίσταμαι<br>κάτω από το χωρίς είδος και κάλλος πρόσωπό Σου<br>Αιμορραγώ<br>από όλες τις αμφιβολίες<br>όλες τις αρνήσεις<br>όλα τα ασήκωτα ερωτηματικά<br>που φόρτωσες στις αδύναμες πλάτες μου<br>Δεν μπορώ να δω του ναού το σκισμένο παραπέτασμα<br>μήτε ν&#8217; ακούσω τη βοή των ανεωγμένων τάφων<br>Δεν μπορώ να αντικρίσω τις λεγεώνες των αγγέλων<br>που τον ιδρώτα Σου σκουπίζουν<br>μήτε του ήλιου το φρικτό σκοτείνιασμα<br>στου αγκαθωτού στεφανιού Σου τη θέα<br>Ίσταμαι<br>μόνη<br>μέσα στην οδυνηρή ερημιά της απιστίας μου<br>και με οδυνώμενα σπλάχνα αγριμιού λαβωμένου<br>κραυγάζω<br>Ὢ νεκρὲ γυμνέ καὶ Θεοῦ ζῶντος Λόγε<br>Εσύ μπορείς να με δεις<br>μπορείς να με ακούσεις<br>Έλα , Πληγή μου και Πόνε μου<br>δείξε μου την πόρτα να βγω από τον Άδη<br>Εσύ, που τόσο καλά γνώρισες τα κατατόπια του&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ</strong></h5>
<p>Τραπέζι<br>Σερβίτσιο τσαγιού<br>Βαζάκι με γλυκό τριαντάφυλλο<br>Μεταξύ μας, όλα ετούτα, απλώς παρίσταντο<br>στη συνάντηση<br>της Κλεοπάτρας με την Ευριδίκη<br>Δυο γυναίκες ξεχασμένες από τη ζωή<br>και την ποίηση<br>Ποιος άλλωστε να ασχοληθεί με την τετραγωνική ρίζα της δυστυχίας τους<br>Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αφαιρώντας το άθροισμα των βασάνων τους<br>προέκυπτε μια φαμ φατάλ σε χειμερία νάρκη<br>και μια Ζαν ντ &#8216; Αρκ με σκουριασμένο σπαθί και ξεθωριασμένο φωτοστέφανο<br>Τότε η ποίηση όφειλε<br>να υποκλιθεί στη γενναία πράξη της μετάνοιας<br>και να αρπάξει την ευκαιρία της αποκατάστασης της τιμής τους<br>Αλλά σήμερα<br>είναι τόσο δυσνόητα τα μαθηματικά και η συγχώρεση<br>Ας επαναπαυθούμε, επομένως, στην μονότονη και ασφαλή γραμμή πλεύσης της εφημερότητάς μας<br>Κι ας αφήσουμε τους ηρωισμούς<br>στους ποιητές που κυοφορούνται σιωπηλά<br>στο υπογάστριο της επικίνδυνα αναίσθητης κι απαίδευτης εποχής μας<br>Κάποια στιγμή<br>είναι βέβαιο πως<br>θα αποκαλυφθεί το μεγαλείο και η μεγαλειότητα<br>των δύο ασήμαντων ηρωίδων και της απογευματινής τους συνάντησης<br>Άλλωστε αυτό το εγγυάται &#8211; εν είδει τραγικής προοικονομίας &#8211;<br>το φτιαγμένο από τα χεράκια τους<br>γλυκό τριαντάφυλλο&#8230;</p>
<h5><strong>ΑΘΩΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ</strong></h5>
<p>Δεν είναι εύκολο να κόβεις μόνος σου τον ομφάλιο λώρο<br>Και να λες να!<br>Γεννήθηκα!<br>Γιατί το αίμα πάντα θα σε προδίδει<br>ακόμη και ξερό<br>πάνω στα λέπια της ψυχής<br>Και τα ποτάμια που λαχτάρησες να το ξεπλύνουν<br>-πίστεψέ με &#8211;<br>δεν τους αρέσει να γυρίζουν στις πηγές τους<br>Από την άλλη<br>Είναι και κείνη η μήτρα η σκοτεινή που φλεγμαίνει<br>κάθε φορά<br>που βρέφος θέλεις να ξαναμπαίνεις μέσα της<br>Ο πυρετός της<br>που δεν ξεχωρίζει ποιητές και μη<br>που καίει κάθε επέτειο γέννησης<br>και βραχυκυκλώνει κάθε μικρή ηλεκτρική μονάδα παραγωγής αισθημάτων<br>Δεν είναι εύκολο ποτέ<br>να περιμένεις να στεγνώσουν τα λοχεία<br>της ποίησης<br>για να μπορέσεις να βαπτισθείς στο βλέμμα της<br>να ονοματιστείς άνθρωπος εξ αρχής<br>να κάνεις τα καταγώγια του Άδη<br>να κλάψουν από ζήλεια<br>για την θανάτωση της φθοράς<br>Το μόνο εύκολο είναι<br>να παίζεις με τη λέξη<br>αθώα περιστερά<br>χαμογελώντας ουράνια&#8230;</p>
<p></p>
<p>.</p>


<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%b1%cf%81%ce%b5%cf%84%ce%b7-%ce%b2%cf%85%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 16 Jan 2026 20:20:35 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22718</guid>

					<description><![CDATA[Η Μάτση Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου 1914. Γονείς της ο Κλέωνας Χατζηλαζάρου και μητέρα της η Βιργινία Ζωΐδου. Νονός της, ο τότε βασιλιάς τής Ελλάδος Κωνσταντίνος ο Α&#8217;.Η οικογένεια των Χατζηλαζάρων ήταν από τις πιο εύπορες και σημαντικές στην Θεσσαλονίκη κατά το 2ο ήμισυ τού 19ου αιώνα και τις αρχές τού 20ου. &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p>Η Μάτση Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 17 Ιανουαρίου 1914. Γονείς της ο Κλέωνας Χατζηλαζάρου και μητέρα της η Βιργινία Ζωΐδου. Νονός της, ο τότε βασιλιάς τής Ελλάδος Κωνσταντίνος ο Α&#8217;.<br>Η οικογένεια των Χατζηλαζάρων ήταν από τις πιο εύπορες και σημαντικές στην Θεσσαλονίκη κατά το 2ο ήμισυ τού 19ου αιώνα και τις αρχές τού 20ου. Ο πατέρας της Κλέωνας Χατζηλαζάρου είχε σπουδάσει νομικά στην Γερμανία και την Αμερική και από το 1891 υπήρξε διερμηνέας στο προξενείο των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη και από το 1905 συνδιευθυντής τού υποκαταστήματος τής νεοϊδρυθείσας Τράπεζας τής &#8220;Ανατολής&#8221; Ελληνικών συμφερόντων.<br>Υπάρχουν μαρτυρίες για την συμμετοχή του στον Μακεδονικό αγώνα, στον τομέα τού εξοπλισμού των Ελληνικών σωμάτων. Το 1912 με τη απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ο βασιλιάς τής Ελλάδος Γεώργιος θα φιλοξενηθεί στο σπίτι τού Χατζηλαζάρου. Υπήρξαν στενές μεταξύ τους και στο Ισόγειο τού μεγάρου των Χατζηλαζάρων θα εκτεθεί η σορός τού Γεωργίου μετά την δολοφονία του στις 18-03-1913. Οι σχέσεις τής οικογένειας με το νέο βασιλιά Κωνσταντίνο υπήρξαν στενές.<br>Τον Απρίλιο τού 1917 λόγω τής πολιτικής κατάστασης διαφεύγει με όλη του την οικογένεια στη Γαλλία και στη συνέχεια στην Ιταλία.<br>Με τη λήξη τού Α&#8217; παγκοσμίου πολέμου το 1918 η οικογένεια θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη.<br>Το 1986 η Μάτση Χατζηλαζάρου θα πει: Είμαι τρίγλωσση. Λόγω των μετακινήσεων των γονιών μου, έμαθα πρώτα αγγλικά, μετά Ιταλικά και όταν γύρισα στην Ελλάδα Ελληνικά». Στην πραγματικότητα τετράγλωσση λόγω των Γαλλικών τα οποία μιλούσαν στο σπίτι, κατά τις μεγαλοαστικές συνήθειες.<br>Από το 1931 η οικογένεια κατοικεί στην Αθήνα και με την πάροδο τού χρόνου λόγω και των πολιτικών μεταβολών και ανωμαλιών, έρχεται η οικονομική καταστροφή.<br>Παλαιότεροι Αθηναίοι, θυμούνται τη Μάτση Χατζηλαζάρου, μια λεπτή και ζωηρή Αθηναία, που ξεχώριζε στην κοσμική ζωή τής Αθήνας τη δεκαετία 30-40, όταν ήταν στα είκοσι της χρόνια και να αναφέρεται στις κοσμικές στήλες.<br>Παντρεύτηκε, πιο σωστά κλέφτηκε, με ένα νεαρό Γερμανό φοιτητή, τον Καρλ Σούρμαν τον οποίο δεν ήθελε η αυστηρή, αστική, πλούσια ακόμη οικογένεια Χατζηλαζάρου και ο γάμος έγινε κρυφά, σε μια αίθουσα τού «Σεσίλ» στην Κηφισιά («Σημειωματάριο», Η Καθημερινή 2.7.1987).<br>Το 1934 πεθαίνουν και οι δύο γονείς της με διαφορά έξι μηνών ο ένας από τον άλλο, αφού προηγουμένως έχουν καταστραφεί οικονομικά.<br>Το 1936 διαλύεται ο γάμος τής Μάτση Χατζηλαζάρου με τον Καρλ Σούμαν και τον Ιούλιο 1937 παίρνει διαζύγιο . <br>Μετά το διαζύγιο παντρεύεται τον γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων Σπύρο Τσαούση, αλλά και ο γάμος αυτός θα κρατήσει πολύ λίγο. Θα διαλυθεί το 1938. Μαζί του όμως θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις καθ᾿ όλη τη διάρκεια τής ζωής της.<br>Το 1935 είχε γίνει γίνει η περίφημη διάλεξη του Ανδρέα Εμπειρίκου &#8220;Υπερρεαλισμός, μια νέα επαναστατική σχολή&#8221; και η έκδοση τής πρώτης ποιητικής του συλλογής &#8220;Υψικάμινος&#8221;. Ακολούθησε το 1936 η έκθεση με Υπερρεαλιστικά έργα στο σπίτι του Εμπειρίκου. Συγχρόνως ο Ανδρέας Εμπειρίκος άρχισε το επαγγελματικό ψυχαναλυτικό του έργο.<br>Η Μάτση θα προσφύγει στον Εμπειρίκο ως ψυχαναλυόμενη. Η σχέση θα μετατραπεί σε έντονη ερωτική σχέση. Ο Εμπειρίκος θα μυήσει την Χατζηλαζάρου στην ποίηση και το κίνημα τού Υπερρεαλισμού. Η Μάτση γοητεύεται από τον Υπερρεαλισμό, σαν κίνημα απελευθερωτικό από συμβάσεις κοινωνικές, σαν κίνημα ελεύθερης ποιητικής και ερωτικής έκφρασης. Η σχέση θα καταλήξει σε γάμο το 1939. Το ταξίδι τού &#8220;μέλιτος&#8221; θα γίνει στο Ναύπλιο, από το οποίο υπάρχουν στο αρχείο τής Χατζηλαζάρου πολλές φωτογραφίες. <br>Το χειμώνα του 1940-41, και ενώ η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο, η Χατζηλαζάρου παρακολουθεί σεμινάρια βοηθού νοσοκόμου τα οποία ολοκληρώνει ένα μήνα πριν οι Γερμανοί μπουν στην Ελλάδα. Για τις υπηρεσίες της στα στρατιωτικά νοσοκομεία Αθηνών, ο Ε.Ε. Σταυρός τής απένειμε το 1949 &#8220;Δίπλωμα και Μετάλλιο&#8221;.<br>Κατά την διάρκεια της Κατοχής συνεχίζονταν οι τακτικές συγκεντρώσεις τής Πέμπτης στο σπίτι τού Εμπειρίκου με ένα ευρύτατο κύκλο υπερρεαλιστών και νεωτερικών ποιητών (Ελύτης, Γκάτσος, Εγγονόπουλος, Παπατσώνης, Νάνος Βαλαωρίτης, Κακναβάτος, Παπαδίτσας, και πολλοί άλλοι). <br>Την χρονική περίοδο τού 1943, μέσα στην κατοχή αλλά και τις έντονες πνευματικές αναζητήσεις, η Χατζηλαζάρου γνωρίζει τον ποιητή Ανδρέα Καμπά και συνδέεται ερωτικά μαζί του, εγκαταλείποντας τον Εμπειρίκο, με τον οποίο θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις. Ο Εμπειρίκος θα συνεχίσει να την βοηθά και να στηρίζει τις επιλογές της. Μάλιστα θα τής δώσει συστατική επιστολή για να συμπεριληφθεί στη λίστα υποτρόφων τού Γαλλικού Ινστιτούτου (Διευθυντής, ο Οκτάβιο Μερλιέ, γενικός γραμματέας Ροζέ Μιλλιέξ). Όταν η επιτροπή επιλογής ρώτησε τη Μάτση για πιο λόγο ήθελε να ταξιδέψει στη Γαλλία εκείνη απάντησε: «Για να αγγίξω ένα Πικάσσο, ένα Ματίς με το χέρι μου. Να μην τούς βλέπω reproduction». Οι Έλληνες διανοούμενοι αναχώρησαν στις 22 Δεκεμβρίου 1945, για τη Γαλλία με το &#8220;θρυλικό&#8221; πλοίο Ματαρὀα.<br>Η Μάτση είχε κάνει τις πρώτες ποιητικές της απόπειρες στα πρώτα χρόνια τής Κατοχής και τελικά θα καθαρογράψει 31 ποιήματα χρονολογημένα από 11-1-1939 έως 20-2-1942 με αφιέρωση στον &#8220;Ανδρέα&#8221;(Εμπειρίκο). Δέκα από αυτά θα συμπεριλάβει στην πρώτη της ποιητική συλλογή &#8220;Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης&#8221;, (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1944 (με μια ξυλογραφία του Διαμαντή Διαμαντόπουλου).<br>Το 1945 στο 1ο τεύχος τού περιοδικού &#8220;Τετράδιο&#8221; η Χατζηλαζάρου δημοσιεύει τα &#8220;Δύο διαφορετικά ποιήματα&#8221; <br>Το 1946 βγαίνει το διαζύγιο της Μάτσης με τον Εμπειρίκο. Η Χατζηλαζάρου αν και ταξιδεύει με το νέο της σύντροφο Ανδρέα Καμπά στη Γαλλία, χωρίζει μαζί του στα μέσα του 1946, για τον ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό.<br>Στη Γαλλία γνωρίζεται με τον Τριστάν Τζαρά τον Αντρέ Μπρετόν και τον Ισπανό ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό ανεψιό τού Πικάσσο. Με τον Βιλατό αρχίζει μια καινούργια ερωτική σχέση και θα ζήσουν μαζί για οκτώ χρόνια ως το 1954. Μέσω τού Βιλατό θα γνωρίσει τον Πικάσο και τον Ματίς.<br>Το 1947 ο Εμπειρίκος θα παντρευτεί με κουμπάρο τον Οδυσσέα Ελύτη, τη Βιβίκα Ζήση. Η Χατζηλαζάρου θα διατηρήσει φιλικές σχέσεις με το νέο ζευγάρι.<br>Το 1949 εκδίδεται η ποιητική της συλλογή Cinq Fois στο Παρίσι, με έξι χαλκογραφίες τού Βιλατό.<br>Τον Οκτώβριο 1951, εκδίδεται στην Αθήνα η ποιητική συλλογή της &#8220;Κρυφοχώρι&#8221;, πάλι με τέσσερεις χαλκογραφίες τού Βιλατό.<br>Το 1954 η Μάτση και ο Βιλατό χωρίζουν. Διατηρεί όμως μαζί του, μια βαθιά φιλία, ακόμη και όταν ο Βιλατό παντρεύτηκε και απέκτησε οικογένεια. Η πυκνή αλληλογραφία τους διατηρείται έως το τέλος τής ζωής τής Μάτσης. 0 Βιλατό μετά το θάνατο τής Μάτσης θα προχωρήσει το 1989 σε δωρεά τριών έργων του στη μνήμη της.<br>Το 1954 εκδίδεται στο Παρίσι η ποιητική της συλλογή &#8221; La Frange des Mots&#8221; (Τα λόγια έχουν κρόσσια), η οποία είναι αφιερωμένη στον Βιλατό. Μεταφρασμένα στα Ελληνικά θα συμπεριληφθούν το 1979 στη συγκεντρωτική συλλογή: &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221;.<br>Το 1955 η Μάτση Χατζηλαζάρου συνδέεται ερωτικά με τον Καστοριάδη.<br>Το 1958 η Χατζηλαζάρου επιστρέφει στην Αθήνα.<br>Το διάστημα (1965-1973) δεύτερη διαμονή στο Παρίσι, ως διευθύντρια τού εκεί καταστήματος τού οίκου Βαράγκη. <br>Το 1973 οριστική επιστροφή στην Αθήνα.<br>Το 1975 θάνατος του Ανδρέα Εμπειρίκου.<br>Το 1979, έκδοση από τον Ίκαρο, τής συγκεντρωτικής συλλογής &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221; με πρόλογο και επιμέλεια Αλέξανδρου Ξύδη. Περιλαμβάνει τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές και 20 νέα ποιήματα με τον τίτλο &#8220;Εκεί-πέρα εδώ&#8221;<br>Το 1984 οι εκδόσεις &#8220;Κείμενα&#8221; του Φίλιππου Βλάχου εκδίδουν την ποιητική συλλογή της 7χ3.<br>Το 1985 δημοσιεύεται και πάλι από τα &#8220;Κείμενα&#8221; η συλλογή &#8220;Το δίχως άλλο-Αντίστροφη αφιέρωση&#8221;.<br>Το 1987 στις 16 Ιουνίου πεθαίνει η Μάτση Χατζηλαζάρου.<br>Το Δεκέμβριο 1989, οι εκδόσεις &#8220;Ίκαρος&#8221; εκδίδουν σε ένα τόμο με τον τίτλο &#8220;Ποιήματα 1944-1985&#8243; με επιμέλεια Γεωργίας Παπαγεωργίου, όλα τα ποιήματα που είχαν γραφεί στα Ελληνικά, και περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές &#8221; &#8220;Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης&#8221;, &#8220;Δύο διαφορετικά ποιήματα&#8221;, &#8220;Κρυφοχώρι&#8221;, &#8220;Τα λόγια έχουν κρόσσια&#8221;, &#8220;Εκεί-πέρα εδώ&#8221; τις οποίες η ποιήτρια είχε ενώσει στη συγκεντρωτική συλλογή &#8220;Έρως μελαχροινός&#8221; και δύο ποιητικές συλλογές &#8220;7χ3&#8243;και το &#8220;Το δίχως άλλο-Αντίστροφη αφιέρωση&#8221;.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/untitled-fr12-115/" rel="attachment wp-att-22720"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22720" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12-206x300.jpg" alt="" width="311" height="453" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12-206x300.jpg 206w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2026/01/Untitled.FR12.jpg 660w" sizes="(max-width: 311px) 100vw, 311px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h6><strong>ΠΡΟΛΟΓΟΣ</strong></h6>
<p>Δειγματολογικά εδώ τα ποιητικά κείμενα της Μάτσης Χατζηλαζάρου, <br>ένα είδος χειραψίας και προς τους σημερινούς κατοίκους<br>της Κοινότητας του Κάτω Γραμματικού, πρώτη εστία και γενέτειρα<br>των προγόνων πατέρων της.<br>Ωσάν γόνος του παρόντος γεωγραφικού σημείου (που ποτέ δεν<br>γνώρισε μα που επιθυμούσε ζωηρά κι αυτό και τη λαλιά του), η<br>πυρηνική ποίησή της ένα προσκύνημα και μια υπενθύμιση του <br>απέραντου διακονέματος των αγαθών (μα τόσον επώδυνων) <br>γραφών στην υπηρεσία της ανθρώπινης καθημερινότητας.<br>Ο πολιτισμός της ποίησης και πάλι παρών -η αρχή κάθε ομορφιάς <br>που όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι κατέχουν κρυμμένη τη δυνατότητά της.</p>
<p>Σημείωση:<br>Τα ενδεικτικά ποιήματα, Μνήμη της Μάτσης Χατζηλαζάρου, προέρχονται από την έκδοση «Ποιήματα 1944-1985» εκδόσεις Τκαρος 1989, Αθήνα.<br>Η παρούσα ιδιωτική έκδοση εκτός εμπορίου διανέμεται δωρεάν.</p>
<p style="text-align: center;">Μάρκος Μέσκος<br>Κάτω Γραμματικό Ν. Πέλλας, 2-9-2012</p>
<p></p>
<p>Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.<br>Σε περιέχω όπως τ’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.<br>Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει<br>μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη.<br>Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος<br>κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει<br>Τον καλπασμό του αλόγου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού.<br>Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου<br>εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι<br>τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό, πρωτόγονο,<br>ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια γαλάζια τα νερά του,<br>κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ‘τανε βαριά σα σήμερα,<br>μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι<br>τα μέλη σου σφιχτοδεμένα &#8211; εκεί κάπως εντοπίζω<br>την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν<br>το δαγκωμένο φρούτο.<br>Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία &#8211; τα ποιήματα που<br>αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου. Μπορούσα τόσα πράματα<br>να τα μετατρέψω σε χαρά και να σ’ τα δώσω.<br>Κάθε στιγμή μπορούσα να σου την κάνω μουσική<br>πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που<br>βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από<br>μέλη να ‘χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές<br>—μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ‘ναι μυρουδιές δροσερές,<br>σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι &#8211; ή σαν γιαλός<br>το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,<br>ο αχινός &#8211; και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,<br>μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,<br>σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη<br>τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,<br>και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου,<br>τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p>Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω<br>να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ‘ναι<br>σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Τα λουλούδια των δέντρων είναι τα πουλιά.<br>Το σιγανά κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση<br>της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.<br>Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.<br>Η ποίησή μας είναι η ζωή.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός -Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)</p>
<p></p>
<p>Εθωρούσεν ο νιος πίσω απ’ την αγναντεύτρα κουρτίνα.<br>Επερίμεναν οι σπιλιάδες του Αυγούστου μες στους φουσκωμένους φλόκους.<br>Ένα αγιόκλημα εσκαρφάλωνε αναστενάζοντας και μοσχοβολώντας &#8211;<br>ίσαμε που έμπλεξε μες στο σύννεφο του δειλινού.<br>Τόσα δάση φλέγονται,<br>τόσα παγόβουνα λιώνουνε,<br>τόσες μανόλιες μας λιποθυμούν,<br>τόσοι κάμποι μας παιδεύουνε.<br>Εμείς ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο<br>-η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι.<br>Η θάλασσα είναι παντάνασσα &#8211; πλένει όλους τους καημούς μας.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός -Μάης Ιούνης και Σεπτέμβρης)</p>
<p></p>
<p>Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό<br>επάνω σ’ ένα καθρέφτη, και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι<br>μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.<br>Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,<br>κι όταν ξανασταθούμε ν&#8217; ακούσουμε ο ήχος μας είναι<br>σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,<br>τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων<br>των κυμάτων.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλους τους ασφοδέλους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου<br>τα μεράκια, τα ντέρτια — το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,<br>το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως<br>και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου<br>όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, τη χαρά μου<br>όταν ζω.<br>Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,<br>όλες τις μέρες του χρόνου — δικές μου είναι, από τη μιαν<br>αυγή στην άλλη — με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,<br>ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Η νύχτα έπεσε στο πέλαγος — για μένα που είναι η μέρα;<br>Πού ‘ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,<br>πού ‘ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, πού ‘ναι<br>ο γκιώνης, τα τζιτζίκια, κι οι πέντε μου φωνές;<br>Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό<br>λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και<br>Aqua Marina.<br>Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να<br>πεθάνω όλους τους θανάτους.<br>Μερικές χορδές μουσικής φθάνουνε για να τρέξουμε<br>γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε<br>όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε<br>με το ‘να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Στην Σ. X</p>
<p>Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;<br>Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;<br>Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες<br>επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.<br>Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο<br>κι ένα κόκκινο — ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.<br>Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο<br>τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου — ίσως τη δούνε, ίσως<br>την ακούσουνε.<br>Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,<br>τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα<br>και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι — τότε ίσως του<br>δοθούνε, ναι, ίσως ερωτευθούνε.<br>Αν είχα τη φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε<br>μου ‘φτάνε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικο μου διάβα.<br>Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,<br>και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνουνται σκιές μας,<br>και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν<br>την καρδιά μας;<br>Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,<br>το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της<br>δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου και οι παλμοί μου θε να ‘ναι<br>οι αναπνοές κι οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.<br>Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή,<br>Έ ρ ω τ α, Έ ρ ω τ α.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο; μην είναι θαύμα;<br>Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,<br>κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.<br>Όλα μου σου τα χαρίζω — μες στον ήλιο και μες στο<br>ερωτικό χρώμα των ματιών σου.<br>Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει<br>το φως; έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.<br>Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;<br>έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.<br>Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατο ζώνη.<br>Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;<br>Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,<br>η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά — αχ!<br>μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι<br>η τρυφερότης σου.<br>Ποιος να ‘ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;<br>Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης<br>Παρασκευής.<br>Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι· η θλίψη μου,<br>πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα ως τον κάμπο· οι ρεμβασμοί μου,<br>δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.<br>Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.<br>Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου<br>μες στα χαμομήλια.<br>Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου — με το φως,<br>με τον ήλιο.<br>Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί<br>μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<p>Αυτή η τελευταία σταγόνα του κρασιού περιέχει την κραυγή<br>μιας μπουρούς, πάνω σ’ ένα κύμα αρμενίζει η σταρένια μου ψάθα.<br>Α, στάσου! γιατί εκεί δεξιά στον ουρανό είδα το σύννεφο<br>της καρδιάς μου.<br>Είναι δικό μου παιδί το δελφίνι, οι αχιβάδες είναι τα<br>μάτια μου, τα στέρεψεν η θάλασσα.<br>Εμέτρησα τα γλαστράκια του μπαλκονιού — απ’ αυτόν τον<br>τιποτένιο αριθμό πάντα λείπει ο εαυτός μου.<br>Μέσα στα βράχια έζησα μαζί με τόσες πεταλίδες — σε κάθε<br>τρυφερή λακκούβα της σπηλιάς κρεμάω τη γαλανόλευκή μου.<br>Δεν εκοίταξα ποτέ μου πίσω απ’ τις παλιές μου φωτογραφίες<br>(εκεί που ‘μια τόσο απροστάτευτη) — φοβάμαι μη μου φανερωθεί<br>το προσωπικό μου δράμα.<br>Έτσι θα βρω μια μέρα μέσα στα σεντόνια μου ένα κόκκινο<br>τριαντάφυλλο — μες στην έντασή του θα παραμονεύει το βάρος<br>της τρυφερότητάς του.<br>Κι ας μη με πείθουνε τα χέρια των πολλών, κι οι αναπνοές<br>των πολλών ας μη θαμπώνουνε κανένα μου καθρέπτη — κάποτε<br>σωπαίνει ο άνεμος που ροβολάει απ’ το βουνό μ’ ένα μονάχα<br>στεναγμό ανθρώπου.</p>
<p style="text-align: center;">(Έρως μελαχρινός)</p>
<p></p>
<h5><strong>Απόγεμα</strong></h5>
<p>Μαύρη γάτα γυαλιστεροί<br>λάγνα σα μάτι<br>κατοικίδιο<br>εσύ ελεύθερο<br>στην ηδονή έχεις<br>μιαν ανάσα αλλόκοτη<br>ήμερη ήμερη ήμερη<br>η ράχη σου βρίσκει<br>μες στο δωμάτιο<br>όλα τα λησμονημένα χάδια</p>
<p>κι αν δοκίμαζα με σενανε<br>τα ξόρκια μου<br>κι αν σε ονομάτιζα<br>Γριγρίτσα μου γυαλιστερή<br>εσύ ελεύθερη</p>
<p>όχι καλύτερα<br>να σε πω Γριγρία<br>γυαλιστερή μου λάγνα<br>Γριγρία<br>μαύρη σα μάτι<br>παίζεις καθώς γράφω<br>ψευτοδαγκάνεις το στυλό μου<br>Γριγρία λεβεντιά<br>ξένοιαστα ζυγώνεις<br>τη μελάνη ή το λόγο<br>παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά<br>μα ποτές το ρήμα πεθαίνω.</p>
<p style="text-align: center;">(Κρυφοχώρι) </p>
<p></p>
<h5><strong>βράδυ</strong></h5>
<p>Συγυρίζοντας κάτι μπαούλα<br>ανακάλυψε πως<br>μαζί της δεν έσερνε μόνο<br>τον στίχο της Βάρκιζας<br>αλλά και λίγην άμμο<br>που ‘τρίζε σιγά σιγά<br>μες στον ποδόγυρο<br>ενός φουστανιού<br>γι’ αυτό λέει<br>πάντα ακούω το άγχος<br>εκείνης της ώρας<br>που όλα θρυμματίστηκαν<br>κι έγιναν ένα<br>με την αμμουδιά<br>σάπια και άχρηστη<br>είμαι εδώ μόνη<br>πάνω στα τελευταία<br>συντρίμμια ζωής που ξέρω<br>η πίκρα μου η θλίψη<br>πλέουνε συνεχώς<br>κατά τη θάλασσα<br>σαν τα ψόφια ψάρια<br>που κατηφορίζει ο Σηκουάνας<br>Γριγρία τι νιαουρίζεις τώρα<br>θέλεις να βγεις<br>έλα ανοίγω την πόρτα<br>φύγε και συ<br>δε χωράνε πια τα ψέματα.</p>
<p style="text-align: center;">(Κρυφοχώρι)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΦΗΚΕΣ</strong></h5>
<p>Κουκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή του ορίζοντα<br>φορτωμένο ψάρια και καρπούζια</p>
<p>μα είναι δυνατόν άλλου και την ίδια ώρα τα χώματα με τις <br>πετμεζένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να <br>στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους αυτό τώρα που ο ήλιος <br>πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα<br>δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα</p>
<p>κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται <br>πάνω στις λέξεις γραμμή του ορίζοντα τα δυο σου μάτια που<br>πιάνουνται και μπερδεύουνται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε <br>εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες <br>οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς <br>μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη<br>και καμάκια τα μάτια σου βάρκα πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται <br>ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ</strong></h5>
<p>Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το<br>τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε<br>σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες<br>αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες<br>ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται<br>τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς <br>ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας</p>
<p>τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη<br>μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το<br>τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν <br>τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει<br>μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις<br>άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες <br>νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα<br>γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα <br>νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h5>
<p>Εκεί που ‘ναι κιόλας κάπα ταυρομάχου αίμα και ήλιος και σκιά και<br>νότισμα της λαγάνας και αρώματα κανέλας που καίνε τον λαιμό<br>μας η έκρηξη της παρουσίας του όταν το σούρουπο αποκαμωμένο <br>καβαλάει έναν τοίχο και παριστάνει την μπουκενβίλια όλο άνθος <br>φραμπαλά και χείλια το ατέλειωτο στραγγάλισμα της απουσίας <br>που αυτή είναι ο φαύνος με οίστρους μουσικής πιο<br>τραχιά κι από τις περιστροφές ανθρώπου και ζώου όταν μάχονται<br>πιο χυμώδης και απ’ το παχύ φύλλο που νυχιάζω για να νιώσω το<br>μελίτωμα να κυλάει</p>
<p>στην αρχή ήτανε η μαύρη χάντρα των ματιών των φρυδιών των<br>μαλλιών το κούμπωμα οι ώμοι ενός ρούχου τ’ ακροφτερούγισμα<br>των χεριών όπως και όλου του ανθρώπου… η μύτη και οι απλωσιές<br>της λάμψης πάνω στα μαλλιά στην μύτη στα μάγουλα στα χέρια<br>η δύναμη των σκελιών τεντωμένη κάτω απ’ το ύφασμα η μυρουδιά <br>του καπνού και του νεφτιού κατά διαλείμματα και το χτύπημα<br>του ρολογιού μες στην πάνα) τσέπη μήνα Ιούλιο η κίνηση ν’ ακουμπάει <br>και να ξαναπιάνει το τσιγάρο με βαθιά φωνή τα δόντια γαλάζια απ’ το πολύ <br>να ‘ναι άσπρα όπως το άσπρο των ματιών και της χωρίστρας στο πλάι.</p>
<p style="text-align: center;">(Τα λόγια έχουν κρόσσια) </p>
<p></p>
<h5><strong>Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι</strong></h5>
<p>κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα<br>όλη νύχτα τις μετράνε μια μια το άλλο κομπολόι απλώνεται νωθρά <br>κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει</p>
<p>αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια τι\ς λεύκας</p>
<p>μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως<br>τα πιο ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία</p>
<p>τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο</p>
<p>λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ έναν ξερό λόφο της Αττικής</p>
<p>ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου</p>
<p>φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα<br>βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου</p>
<p>πόσο κάθετος είσαι<br>τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι<br>μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων</p>
<p>μ’ έχεις γοργόνα ακρόπλωρη</p>
<p>πέρα απ’ τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες<br>των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας<br>χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Στο Παρίσι<br>φύλλα κισσού τρυφερά βλαστάρια<br>φοίτα πάνω σε σκούρο πράσινο χαλί<br>σπαρμένο μ’ έξι δάχτυλα ζαρωμένα<br>που πέσανε απ&#8217; την κοκκινισμένη καστανιά<br>πέρα στον τόπο μου<br>φωνές υπόκωφες απορημένες<br>ναι να δρέψουμε τις μικροσκοπικές χελώνες<br>που διαβαίνουν μες στο μαλακό καυκί τους<br>αιφνίδια αποκάλυψη ζωής με θαμπώνει</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Ναοί στάδια κρανία διαφανή<br>σαρκαστικοί μάρτυρες του διάβα μας<br>μες στον ήλιο πνοές μυρουδιάς<br>να μπεις στη σκιά είναι κάθαρση<br>βουητό της σφήκας<br>πετάει και ψάχνει τα χείλια σου<br>πάντα με κάποια διακοπή<br>και ξεκίνημα τριγμού τζιτζικιών<br>ν’ αγγίξουμε τα τρυφερά βλαστάρια της κληματαριάς<br>πιο μακριά<br>το βουνό ξαπλωμένος ελέφαντας<br>εδώ ο εχθρός ή ο πόλεμος κορόιδευαν<br>τα πτώματα που πέρασαν από τ’ απόσπασμα<br>και απ’ τον λιμό</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<p>Σκαρφάλωμα κατηφόρα σκαρφάλωμα και αφού<br>διαβείς την τελευταία πτυχή της γης<br>η παρουσία του ναού<br>που το τοπίο στις Βάσσες σηκώνει<br>ψηλά στα χέρια και συ να του δοθείς</p>
<p>το χώνεμα αυτό ανθρώπου και φύσης<br>δεν είναι διόλου πιο συνταρακτικό<br>απ’ τη βλάστηση του πλάτανου<br>ακόμα κι αν η δημιουργία είναι τυχερή σύνθεση<br>από μόρια πολυ-συναρμολογημένα<br>α να μπορούσα ν’ ανατρέψω λίγο το συνηθισμένο<br>ν’ ανακαλύψω μονάχα πώς να κάνω εγώ<br>μια αληθινή ανθισμένη περικοκλάδα<br>να φκιάσω χίλια μάτια πάντα διαφορετικά<br>να εφεύρω ένα βράχο με κατσίκια όλο σκιρτήματα<br>ν’ ανεβάσω στον ορίζοντα έναν τεράστιο ήλιο<br>λουλακί σε σχήμα χεριού</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p>Ναυτίλος μεγαλόπρεπος πάνω στο τραπέζι μου<br>κοχύλι άσπρο και πυρρό<br>παλιό κέλυφος ζώου με φροντίδα<br>αν και το περίβλημα είναι πάντα έρμα<br>εγώ όταν φύγω στο θάνατο<br>το κάλυμμα που θα ‘χω εκκρίνει<br>δε θα ‘ναι παρά λόγια λογιών</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, I)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΤΑΓΟΝΕΣ</strong></h5>
<p>Αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το αίμα<br>εισδύει μες στο κόκαλο<br>το πεταμένο πίσω από μια μάντρα με τσουκνίδες<br>πολύ καιρό αφού λιώσουν οι σάρκες<br>η σταγόνα<br>κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε</p>
<p>φτέρες πλαγκτόν ή ατόλλ<br>είναι σημάδια στις γλώσσες όπως<br>η σταγόνα<br>κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε<br>αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το στόμα μου<br>δίχως τέλος φανερό<br>κάθε σταγόνα που κυλάει ξεχειλίζει<br>και πλημμυρίζει και εξατμίζεται<br>ένας διάλογος παλάμη με παλάμη<br>και τα φύλλα αραιώνουνε<br>το φως εισδύει έως τους κρυφούς λοβούς<br>μες στη νωπή θαλπωρή<br>θαλάμη με παλάμη<br>τα βλέμματα είναι χνούδι φυλλωσιάς<br>τα λόγια είναι οι φλέβες της<br>όταν δε σέρνεις πια τ’ αστέρια<br>σαν του καταδίκου τους χαλκάδες<br>τ’ αστέρια που σε κρατάνε καθηλωμένο<br>με τον θάνατο<br>που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε<br>σφουγγάρι της κάθε σταγόνας που κυλάει ξεχειλίζει<br>και πλημμυρίζει και εξατμίζεται<br>σταγόνες δάκρυα γάλα και σπέρμα<br>σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι<br>τόσες σταγόνες που πλανιούνται<br>μετρημένες για κάθε μοίρα<br>αδιάκοπα ως τον ουρανό<br>απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών<br>ως το αίμα</p>
<p style="text-align: center;">( Εκεί -πέρα εδώ, II)</p>
<p></p>
<p>Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις<br>κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά<br>της ζωής μου που γέρασε<br>βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες<br>είναι πληρωμένοι δολοφόνοι<br>ας οργανωθεί πια η σφαγή<br>απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, III)</p>
<p></p>
<h5><strong>50 000 000 ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ</strong></h5>
<p>Είμαστε αλλόκοτες πόρτες λαδωμένες<br>καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις<br>σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και<br>θανάτου μεριάζουμε μπρος στο «σκιάς<br>όναρ» έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια<br>μετέωρου στοχασμού όμως θυμάσαι<br>κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να <br>διαγράφεται στην ακροθαλασσιά σαν έσκυβε<br>να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο</p>
<p style="text-align: center;">(7 γραπτά στα Ελληνικά)</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ</strong></h5>
<p>Άραγε<br>Με σκάπτεσαι κάπου κάπου<br>Θυμάμαι πως κοίταζες εσύ γητευτή<br>τα μάτια σου τόσο ερευνητικά<br>που να μου σκίζουν την καρδιά<br>έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα<br>ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο<br>μα είσαι τώρα ο παραχωμένος σπόρος<br>απ’ όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα<br>λόγια μιας κλεψύδρας<br>που αναποδογυρίζει κάπου κάπου<br>άραγε με σκέπτεσαι</p>
<p style="text-align: center;">(7 γραπτά στα Ελληνικά)</p>
<p></p>
<h5><strong>επίλογος</strong></h5>
<p>μετά από το έτος 2000<br>ο Ζακ Υβ Κουστώ<br>και οι άλλοι επιστήμονες<br>θα μας κάνουνε ν’ αγγίξουμε<br>τη χλιδή της ανακάλυψης<br>την έξαλλη ζωή της ύλης<br>την αξία ενός άστρου για μας<br>σε εκατομμύρια χρόνια φως<br>απόσταση τότε<br>ένας βίος ποίησης<br>δε θα βρίσκεται πια για<br>κανέναν στο υπερπέραν</p>
<p style="text-align: center;">(Καλοκαίρι, κύματα μνήμης)</p>
<p></p>
<p>Α η απελπισία του κάτισχνου Πούμα σαν περιφέρεται ακατάπαυστα <br>μες στο κλουβί του και ρουθουνίζει από πάνω ως κάτω καθένα<br>απ’ τα κάγκελά του και περπατάει κατά μήκος του τοίχου για να<br>φθάσει ως το βάθος της φυλακής του όπου κάθε φορά μπήζει μια<br>φωνή τόσο διαπεραστική και παράξενη που την ξανακούω ακόμα<br>μες στην τάφρο μου</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Στο τσίρκο όταν έχει διάλειμμα κοιτάω κάθε φορά με την ίδια <br>δυσφορία τον παλιάτσο που παραδέρνει σε όλα τα σημεία της πίστας<br>κρεμάει την ομπρέλα του το καπέλο του το σακάκι του και τα διάφορα <br>γιλέκα του μα τούτα σωριάζουνται μόλις συμπληρωθεί η κίνηση <br>γιατί δεν υπάρχει ίχνος τοίχου ή καρφιού γιατί είναι στο κενό<br>που κοπιάζει για να περιμαζέψει και να ξεσκονίσει τ’ αγαπητά<br>κουρέλια που ξανά δοκιμάζει να κρεμάσει και που πάντα σωριάζουνται σταμάτα σταμάτα λοιπόν εγώ είμαι ο παλιάτσος ο γελοίος<br>δεν ξέρω πια τι να κάνω όλα αυτά που ‘χαμέ αγαπήσει μαζί κι είμαι<br>εδώ δα με την καρδιά άδεια από σένα<br>ατελείωτο διάλειμμα χωρίς καμιά συνέχεια από τις βραχυκυκλωμένες <br>μέρες και τις απογνώσεις μου</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Ήταν η ώρα του φαγητού σ’ ένα ελληνικό χωριό έκανε ζέστη απ’ τ’<br>ανοιχτό παράθυρο ακούγαμε τα σταματήματα και τα ξεκινήματα<br>των τζιτζικιών όταν αναστατώθηκα από έναν άλλο θόρυβο<br>ένας άντρας που περπατούσε μπρος στο σπίτι έβηξε κι αυτός ο βήχας <br>του καπνιστή μου ‘τανε τόσο κοντινός όσο και το θρόισμα του<br>δικού μου<br>κορμιού<br>πως αυτός<br>μα αυτός είναι ήρθε να ξανασμίξουμε εσύ μου ξανάρχεσαι εσύ μ’<br>αγαπάς ακόμα εσύ με γυρεύεις όχι δεν είν’ αλήθεια ναι είναι αλήθεια <br>πρέπει να μάθω ξανά να μην τα υποψιάζουμαι όλα έχω ακόμα<br>το δικαίωμα να πιστεύω στον έρωτά μου για να με ξαναβρεί διέτρεξε <br>όλες τις αποστάσεις<br>όλα τ’ απραγματοποίητα<br>θαμπωμένη από χαρά σηκώνομαι απ’ το τραπέζι και ορμώ προς<br>την είσοδο σταματώ στο κατώφλι της πόρτας<br>μόλις πρόλαβα να δω έναν άγνωστό μου χωρικό που γύριζε απ’ τα<br>χτήματα κρατούσε πάνω στον ώμο το φκυάρι του είχε ύψος τέλεια<br>αποσταμένος</p>
<p style="text-align: center;">(Ο Πούμας, απόσπασμα) </p>
<p></p>
<p>είσαι το μαύρο φίλντισι και όλοι του οι στόχοι έως το πλησίασμα<br>του άσπρου είσαι το κόκκινο το καρμίνι έτσι τα γραψίματά μου<br>είναι χαρτιά του τοίχου σκισμένα που κρέμουνται μες στο σπίτι<br>τώρα που γκρεμίζεται με τα δωμάτια να χάσκουνε πάνω στο δρόμο<br>πώς να γεράσω χωρίς εσένα για ποιόν να γράψω για ποιόν να ξυπνήσω <br>το πρωί ξαναβρίσκουμαι στο πεζοδρόμιο της δυστυχίας εκεί<br>που γίνεται κανείς αμέσως θεατρίνος ή άλλη κάποια προσποίηση<br>για να ξεφύγω απ’ τη φρίκη να ‘μια μόνη</p>
<p>μεγάλες εκτάσεις από μέρες όπου τίποτε για μένα δε ζει καιροί σάβανα γνώρισα επίσης και τους έρωτες του πιοτού και τα μισοψόφια<br>ποιήματα θρήνοι φτάσανε στο λαιμό μου αλλά τότε το σχοινί της<br>ανυπαρξίας μ’ έσφιγγε ακόμα παραπάνω</p>
<p>…………………………………………………………………………………………………………………………</p>
<p style="text-align: right;">(Ο Πούμας, απόσπασμα)</p>
<p></p>
<p>Πως και δε θα ‘τανε μετρημένες οι μέρες μας<br>όταν οι κόκκοι της άμμου πάνω σε τούτον τον πλανήτη είναι<br>όσο μαθηματικά υπολογίσιμοι και τα δισεκατομμύρια οι γαλαξίες<br>τα έκπληκτα μάτια των χτυπημένων πουλιών<br>καθώς πετάνε θα μπορούσαμε να τα λογαριάσουμε<br>όπως και την ακριβή χρονολογία της τέλειας εξαφάνισης τους<br>μπα όλα αυτά τ’ αριθμητά<br>είναι απείρως απαράδεκτα<br>ο θάνατός μου κιόλας γνωστός για μένα μοναδικός<br>μετά απ’ αυτόν δε θα μπορώ<br>να φορέσω τη μαύρη μου μαντίλα για να σκορπίσω<br>τα δάκρυα και τα μοιρολόγια των θρήνων μου<br>ψευδέστατη μοναδικότητα</p>
<p style="text-align: center;">(Εκεί -πέρα εδώ, 111)</p>
<p></p>
<p></p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2026/01/%ce%bc%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%b7-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%ce%bb%ce%b1%ce%b6%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΛΠΑΖΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 22 Dec 2025 22:24:16 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΛΠΑΖΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22688</guid>

					<description><![CDATA[Η Γεωργία Καλπαζίδου είναι φιλόλογος γλωσσολόγος. Ασχολείται ειδικότερα με τους τομείς της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ένταξης περιθωριοποιημένων κοινοτήτων Ρομά συμμετέχοντας σε δράσεις και έργα αρμόδιων φορέων για την κοινωνική ένταξη σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο. Από το 2021 αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας REVMA, η οποία έχει ως αντικείμενο τον σχεδίασμά &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΑΛΠΑΖΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Γεωργία Καλπαζίδου είναι φιλόλογος γλωσσολόγος. Ασχολείται ειδικότερα με τους τομείς της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ένταξης περιθωριοποιημένων κοινοτήτων Ρομά συμμετέχοντας σε δράσεις και έργα αρμόδιων φορέων για την κοινωνική ένταξη σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο. Από το 2021 αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας REVMA, η οποία έχει ως αντικείμενο τον σχεδίασμά και την υλοποίηση παρεμβάσεων για την άρση των στερεοτύπων και την καταπολέμηση του φαινομένου της μαθητικής διαρροής προωθώντας μεταξύ άλλων την τσιγγάνικη λογοτεχνία και τον γλωσσικό ακτιβισμό. Έχει γράψει το παραμύθι «Η πεταλούδα Ειρήνη και η μαγική Συνταγή» (εκδόσεις Πηγή), το οποίο χρησιμοποιείται από την ΑΜΚΕ REVMA ως εργαλείο προώθησης της αξίας της εκπαίδευσης.<br />
Έχει εκδώσει τη πρώτη τη ποιητική συλλογή «Me Sem» (Εκδ. Κύκνος 2025)</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ME SEM (2025)</p>
<p></strong></h4>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ</strong></h6>
<p>Με σεμ σημαίνει εγώ είμαι.. Η φράση συνοδεύεται από όσα γεννιούνται μαζί μας αλλά και από όσα μας αναγεννούν ξανά και ξανά σε μια πορεία αυτοπραγμάτωσης, μια διαδρομή πάντα λυτρωτική, συχνά επίπονη και ποτέ δεδομένη. Με σεμ Ρομνί μπορεί να πει η κάθε γυναίκα. Με σεμ Ρομνί αντηχούν τα κοινά βιώματα και τα κοινά συναισθήματα των γυναικών στο τότε και στο τώρα. 0 συμβολισμός της φράσης ξεπερνά τα όρια κάθε πολιτισμικού πλαισίου.<br />
Βιώματα, σκέψεις και συναισθήματα αποτυπώνονται ισότιμα σε αυτή τη συλλογή μέσα από την ελληνική και την τσιγγάνικη γλώσσα, γλώσσες που αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια του εαυτού μου. Για την αποτύπωση της τσιγγάνικης γλώσσας, δεδομένου πως δεν υπάρχει μία κοινώς αποδεκτή κωδικοποίηση, επιλέχθηκε αφενός η γραφηματική απόδοση της γλώσσας με λατινικό αλφάβητο και αφετέρου με ελληνικό αλφάβητο. Έγινε προσπάθεια να αποδοθεί η προφορά λέξεων και φθόγγων με όσο το δυνατόν πιο κατανοητό και εναργή στον αναγνώστη τρόπο. Σημειωτέον πως πρόκειται για την τσιγγάνικη διάλεκτο Αρλί, η οποία μιλιέται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και τα Βαλκάνια.</p>
<h5><strong>ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ</strong></h5>
<p>Βάζω τις λέξεις μπροστά μου<br />
να παίξω για λίγο,<br />
να φτιάξω πύργους και κάστρα,<br />
ιστορίες και σπηλιές,<br />
να κάνω τον σκληρό στρατιώτη<br />
απέναντι σε παπαρούνες και ελιές.</p>
<p>Βάζω τις λέξεις<br />
τη μία πάνω στην άλλη,<br />
να γίνουν σκάλα ψηλή,<br />
να την ανέβω μέχρι πάνω<br />
να δω τι κρύβουν πίσω τους οι φυλακές<br />
και οι χαρούμενες Πρωτοχρονιές.</p>
<p>Βάζω τις λέξεις δίπλα δίπλα<br />
να τις ντύσω με νόημα,<br />
με ύφασμα σατέν, μεταξωτό,<br />
με δαντέλα που έπλεκαν ώρες ατέλειωτες<br />
δυο γυναικεία χέρια<br />
πλέκοντας μαζί την εντέχνως τρύπια λογική μου.</p>
<p>Μόνο που απόψε<br />
οι λέξεις δεν μπαίνουν στη σειρά,<br />
δεν φτιάχνουν την αγάπη,<br />
δεν χτίζουν ουρανό,<br />
μπρος στη φωτιά γίνονται στάχτη.<br />
Και η φωνή δειλή σιωπά,<br />
κι ας νιώθει θάλασσα που ορμά,<br />
παιδάκι είναι μοναχό<br />
σ&#8217; έναν δίχως φανάρια δρόμο<br />
διαβαίνοντας με κίνδυνο<br />
έναν ενήλικο, πολιτισμένο φόβο.</p>
<h5><strong>ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΒΡΕΧΕΙ</strong></h5>
<p>Στο έρωτα απλώνεται ο άνθρωπος,<br />
για να στεγνώσει τη μοναξιά του<br />
και έτσι<br />
καταλήγει πολλές φορές πιο βρεγμένος από πριν.</p>
<p>Κι ύστερα ξανά μουσκεμένος<br />
βγαίνει και σ’ άλλη βροχή&#8230;<br />
και σ’ άλλη&#8230;<br />
μαζεύοντας βροχές<br />
που έμαθαν να ρέουν στην ίδια διαδρομή<br />
με το αίμα του.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΙΑ ΞΥΛΙΝΗ ΡΟΔΑ</strong></h5>
<p>Άνθρωπε,<br />
σπρώχνεις τη ζωή σου,<br />
τη μοίρα σου,<br />
ολομόναχος.<br />
Τη σπρώχνεις σα ρόδα ξύλινη, βαριά ενός τσιγγάνικου κάρου.<br />
Προσπαθείς να την πας παρακάτω,<br />
σε μια πατρίδα αγαπητή και αγαπημένη.<br />
Και σπρώχνεις&#8230; Και μοχθείς&#8230;<br />
Και προσπαθείς&#8230;<br />
Η ιστορία σου κυλά από τόπο σε τόπο<br />
αφήνοντας το σημάδι της στους δρόμους του κόσμου<br />
πλάι σε άλλες ανθρώπινες ιστορίες&#8230;<br />
ιστορίες που τελικά αγκαλιάστηκαν<br />
κι έπλασαν μαζί την Ιστορία όλων μας<br />
με χώμα και νερό θαλασσινό.<br />
Ώσπου κουράστηκες μοναχός&#8230;<br />
Ώσπου ο χρόνος και οι λάσπες βαρύναν τους ώμους σου.<br />
Ξαποσταίνεις για λίγο και συνεχίζεις&#8230;<br />
Η μορφή σου πια σαν σκιά μολυβένια<br />
γέρνει πάνω στη ρόδα «σύμβολο» που σου ‘δώσαν.<br />
Εκεί, στο χρώμα του μολυβιού,<br />
στο περίγραμμα του κουρασμένου σου κορμιού,<br />
κρύβονται τόσα ανείπωτα λόγια&#8230;<br />
Λόγια και τραγούδια που κυλούν σαν νερό από γενιά σε γενιά<br />
και κουβαλούν πόνο, ζωή, ήχους και φθόγγος αλλιώτικους<br />
που κάποτε σε κάνουν μισητό.<br />
Παρηγοριά μόνον το μαντίλι σου,<br />
ένα μαντίλι που σου ‘δώσε καιρό πριν<br />
ένα κορίτσι σε μια γιορτή του δρόμου.<br />
για να σκουπίσεις από το μέτωπό σου ιδρώτα, σκόνη και αδικία&#8230;<br />
Όσο μία και μόνο απορία πηγαινοερχόταν<br />
και τρυπούσε το μυαλό σαν το αξόνι της ρόδας σου&#8230;<br />
Εμείς τώρα, κυρία, τι είμαστε;</p>
<p>ΥΓ.: Εμπνευσμένο από το εξώφυλλο του βιβλίου με τίτλο «Εμείς τώρα, κυρία, τι είμαστε;» της Τάνιας Αβέλλα.</p>
<h5><strong>ΚΟΚΚΙΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΑ ΣΚΑΛΙΑ</strong></h5>
<p>Άπλωσα τα κόκκινα λουλούδια της νιότης μου<br />
στα μαρμάρινα σκαλιά σου.<br />
Προσευχή και τάμα κάνω στο όνομά σου το άγιο.<br />
Τα κόκκινα λουλούδια να μη μαραίνονται ποτέ,<br />
ποτέ τα φορέματα των κοριτσιών να μην ξεφτίσουν<br />
απ’ της βροχής και του χρόνου την ορμή&#8230;<br />
Τάμα κάνω και προσευχή<br />
μπροστά σε αναμμένο κερί<br />
με τα πόδια στεριωμένα<br />
στης Βόνης την πλακόστρωτη, μινωική αυλή.</p>
<h5><strong>ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΧΟΥΝ ΣΚΑΛΕΣ</strong></h5>
<p>Αν ήξερα πως τα χρώματα έχουν σκάλες<br />
και καταλήγουν σε μπλε κρόσσια&#8230;<br />
Αν ήξερα πως οι σκάλες οδηγούν<br />
σε φωτεινές λέξεις και απροσδόκητα σχήματα&#8230;<br />
Τότε, αμέσως δυο δυο θα ανέβαινα τα σκαλιά,<br />
για να ακουμπήσω λιγάκι την άκρη ενός ονείρου<br />
κι έτσι μήπως πια έβρισκα νόημα στην άχρωμη ανηφόρα.</p>
<h6 style="text-align: center;"><strong>ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ</strong></h6>
<p>Η συλλογή αποτελεί μία πρώιμη προσπάθεια να συμπεριληφθεί η ελληνική τσιγγάνικη Η γλώσσα σ’ ένα διαφορετικό πλαίσιο απ’ ό,ιι συνηθίζεται μέχρι τώρα, σε αυτό της λογοτεχνικής γραφής. Μέσα από την εναλλαγή της ελληνικής και της τσιγγάνικης γλώσσας αποτυπώνεται η εναλλαγή δύο μητρικών γλωσσών ως αδήριτο όλον.<br />
Παράλληλα, τη συλλογή διαπνέει η αίσθηση της γυναικείας διεκδίκησης και χειραφέτησης συνυφασμένη με το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, αφού η κοινωνία διαμορφώνει κάθε «εγώ» και κάθε «εγώ» σχηματίζει την κοινωνία, μία αδιάκοπη συνδιαλλαγή και διαδρομή που καθρεφτίζεται στη γλώσσα και σε φωτογραφικά στιγμιότυπα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ</strong></h5>
<p>(δάσκαλος, δρ. ΠΤΔΕ/ΑΠΘ)</p>
<p>Πρόκειται για την πρώτη ποιητική συλλογή της φιλολόγου –γλωσσολόγου Γεωργίας Καλπαζίδου. Πολλά ποιήματα της συλλογής έχουν αποδοθεί σε δυο γλώσσες: Στα Ρομανές (Τσιγγάνικα) και στα Ελληνικά. «Με σεμ Ρομνι» = Είμαι Ρομνί (Τσιγγάνα). Από την αρχή κιόλας η ποιήτρια δηλώνει με παρρησία και υπερηφάνεια την κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητά της. Όπως δηλώνει στο οπισθόφυλλο η ίδια, όλη η κοινωνική πορεία της χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή ανάμεση σε δυο γλώσσες: την Ρομανί (η) και την Ελληνική. Η Γ. Καλπαζίδου θεωρεί και τις δυο γλώσσες ως μητρικές. Με αυτήν την διάσταση η ποιήτρια θέτει ως σκοπό να συμπεριληφθεί η τσιγγάνικη γλώσσα στην λογοτεχνική γραφή. Η δίγλωσση ταυτότητα της ποιήτριας δηλώνει την δυναμική διάσταση των κοινωνικών και πολιτικών προεκτάσεων, που συνεπάγεται αυτή σε επίπεδο της γυναικείας χειραφέτησης όχι μόνο της ίδιας ή των γυναικών Τσιγγάνων -Ρομνά, αλλά και κάθε γυναίκας. Γι’ αυτόν τον λόγο η διγλωσσία δεν είναι πρόβλημα, όπως παρουσιάζεται σε ποικίλα θεσμικά περιβάλλοντα, αλλά κοινωνικός πλούτος, που αν τον μεταφέρουμε στην εκπαίδευση τα οφέλη του πολλαπλασιάζονται για το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας. Η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 10 Νοεμβρίου στην αίθουσα της «Στέγης της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης», η οποία και ανέλαβε την διοργάνωση της εκδήλωσης. Για την ποιήτρια και την ποιητική συλλογή μίλησαν: η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη, ο Ομ. καθηγ, του ΑΠΘ Γιώργος Τσιάκαλος, ο γράφων και οι φίλες και συνεργάτριες της ποιήτριας η Ακριλένια Κάπου και Ειρήνη Ράπου. Οι κυρίες Στέλλα Παντελή, μητέρα της ποιήτριας και Ολυμπία Κύκλη απάγγειλαν ποιήματα στα Ρομανές και στα Ελληνικά αντίστοιχα. Τον συντονισμό της παρουσίασης είχε η πρόεδρος της Εταιρίας η κ Δ. Μήττα Ξεχωριστή ήταν η απαγγελία ποιημάτων συλλογής και δυο ποιημάτων του Ολοκαυτώματος των Ρομά από τον ηθοποιό του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδας τον Γ. Τσιακμάκη. Τις απαγγελίες έντυσε μουσικά η Στέλλα Μακράκη παίζοντας ακορντεόν.</p>
<p>Μια σύντομη κοινωνικο-βιογραφική ανάγνωση της πορείας της Γεωργίας Καλπαζίδου.</p>
<p>Η Γεωργία γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου το 1989.</p>
<p>Την γνώρισα μαθήτρια στο δημοτικό σχολείο μας στον Δενδροπόταμο, όπου και κατοικεί μέχρι και σήμερα. Δεν είχα την χαρά να την έχω στην τάξη, που δίδασκα. Παρακολουθούσα όμως τη σχολική πορεία της, όπως και όλων των άλλων παιδιών του Δενδροποτάμου</p>
<p>Ήταν μια από τα 28 παιδιά Ρομά, που αποφοίτησαν από τα συστεγαζόμενα δημοτικά σχολεία του Δενδροποτάμου το διδακτικό έτος 2001-2. Ήταν θα λέγαμε η πρώτη δυναμική φοίτηση και αποφοίτηση παιδιών Ρομά της δεκαετίας του 1990 μετά την ουσιαστική παρέμβαση του πρώτου προγράμματος για την σχολική ένταξη των Ρομά, που υλοποιήθηκε από το ΠΤΔΕ/ΑΠΘ με τίτλο Φτώχεια 3» (με επιστημονικό υπεύθυνο τον Γ. Τσιάκαλο και συνεργάτριες την Δ. Κογκίδου και Ε. Τρέσσου). Αξίζει να γνωρίζει κάποιος/α ότι μέχρι την προηγούμενη δεκαετία 1980 τα περισσότερα παιδιά Ρομά δεν γινόταν δεκτά στο σχολείο για λόγους που καλύπτονταν από το ευρύτερο πέπλο-πλέγμα των κοινωνικών, οικονομικών (φτώχειας) και ρατσιστικών παραγόντων. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παράγοντες αυτοί έκτοτε εξαλήφθηκαν. Το αντίθετο καθημερινά μέχρι και σήμερα ορθώνονται οδοφράγματα αποκλεισμού και ρατσισμού στην κοινωνική και εκπαιδευτική ένταξη-συμπερίληψη- των Ρομά. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι μεταλλάσσονται μέσα από πατερναλιστικά οργανωμένες παρεμβάσεις ποικίλων κρατικών θεσμών και πολλών οργανώσεων της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών.</p>
<p>Από την μαθητική γενιά της ποιήτριας 17 μπαλαμέ (μη Ρομά) και 28 παιδιά Ρομά, που όλα εγγράφονται στο γυμνάσιο, ελάχιστα παιδιά Ρομά κατορθώνουν να αποφοιτήσουν από το γυμνάσιο χωρίς να επαναλάβουν κάποια τάξη και από αυτά ελάχιστα, που μετρούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, συνέχισαν σε κάποια άλλη δομή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης την περίοδο 2000-2010. Η Γ. Καλπαζίδου είναι η μόνη που κατάφερε να ολοκληρώσει και τους δυο κύκλους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χωρίς διακοπή η επανάληψη τάξης. Με την καθοδήγηση της αγαπημένης της φιλολόγου της κ Ιωαννίδου η Γεωργία –Γωγώ για μας που την ξέρουμε από παιδί- πετυχαίνει στις εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή.</p>
<p>Στα φοιτητικά χρόνια η ποιήτρια αποφασίζει να δημιουργήσει τη δική της οικογένεια και να φέρει στη ζωή τον αγαπημένο της Ανέστη. Με την Γωγώ συναντιόμαστε και πάλι το 2010 (ως το 2015) όχι ως δάσκαλος- μαθήτρια, αλλά συνεργάτες-συνάδελφοι εκπαιδευτικοί- στο πρόγραμμα Εκπαίδευση παιδιών Ρομά, που υλοποιήθηκε από το ΠΤΔΕ/ΑΠΘ (με επιστημ. υπευθ. την κ. Ε. Τρέσσου και συνεργάτριες τις κ Σ. Μητακίδου και Γ. Καραγιάννη). Αυτή τη φορά στο πλαίσιο του προγράμματος η Γωγώ ως μητέρα, εργαζόμενη και φοιτήτρια Ρομνή αναλαμβάνει πρώτα- πρώτα μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας σε παιδιά γυμνασίου και δημοτικού. Παράλληλα συμμετέχει στο πρόγραμμα γραμματισμού ενηλίκων Ρομά του Δενδροποτάμου, που υλοποιούμε στο σχολείο μας ήδη από το 2005 σε συνεργασία με τη διοίκηση του Δήμου Αμπελοκήπων Μενεμένης.</p>
<p>Στα μαθήματα ενηλίκων θα φέρει και τη μητέρα της την Στέλλα, η οποία θα αποκτήσει απολυτήριο δημοτικού το 2013. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα φέρει και τη θεία της τη κ. Ευαγγελία, η οποία θα αποκτήσει απολυτήριο δημοτικού σχολείου στα 60 της χρόνια.</p>
<p>Ως εργαζόμενη και μητέρα θα ολοκληρώνει τις πτυχιακές σπουδές. Συνεχίζει μεταπτυχιακές στην γλωσσολογία με ερευνητικό αντικείμενο της διπλωματικής εργασίας της την μητρική της γλώσσα, τη Ρομανί(η). Η εκπαιδευτική πορεία της Γεωργίας γίνεται το παράδειγμα για παιδιά , νέους/ες και ενήλικες στο Δενδροπόταμο. Στα χρόνια που ακολουθούν, παρατηρούμε πολλά παιδιά Ρομά να αποφοιτούν από το δημοτικό, αρκετά από το γυμνάσιο, λιγότερα από το Λύκειο και κάποιοι/ες πλέον νέοι/ες Ρομά από το Πανεπιστήμιο. Σε αρκετές περιπτώσεις επιτυχίας αυτών των παιδιών σημαντικό ρόλο έπαιξε η τοπική εκκλησία του Αγ. Νεκταρίου (Ιερ. Μητρόπολη Νεαπόλεως -Σταυρουπόλεως) με την οργάνωση της «Φάρος του Κόσμου».</p>
<p>Η Γεωργία όπως και αρκετοί/ες νέοι/ες Ρομά διαμορφώνουν την δυναμική εκπαιδευτική εξέλιξη του Δενδροποτάμου την εικοσαετία 1990-2010. Παράλληλα εμείς οι δάσκαλοι/ες καταγράφουμε την δυναμική μετασχηματιστική διαδικασία της μορφωτικής και κοινωνικής ζωής των Ρομά του Δενδροποτάμου. Εκεί που άλλοτε ακούγαμε οι Τσιγγάνοι/ες παντρεύονται μικροί/ες και δεν έχουν στο αίμα τους τα γράμματα παρατηρούμε ότι το σχολείο –η εκπαίδευση με την δυναμική παρουσία των παιδιών Ρομά του Δενδροποτάμου μετασχηματίζει αυτό το στερεότυπο. Περιορίζεται σταδιακά η «μικρογαμία» (γάμοι εφήβων) και τα παιδιά Ρομά αντιστρέφουν το στερεότυπο της δήθεν βιολογικά καθοριζόμενης πολιτισμικής ασυμβατότητας των Ρομά με την μόρφωση, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Η Γωγώ σε αυτή τη διαδικασία γίνεται «μπροστάρισσα» και παροτρύνει στα Ρομανές και στα Ελληνικά τις Ρομνά-Τσιγγάνες γυναίκες, όπως στο πρώτο ποίημα της συλλογής:</p>
<p>Οπρέ Ρομνα</p>
<p>λεν εμπούκα κχαμ.<br />
Αν –ντέ τουμαρέ βαστά<br />
Ντα μακhέν εντουνιαβά<br />
Σηκωθείτε πάνω γυναίκες<br />
πάρτε λίγο ήλιο<br />
μες στα χέρια σας<br />
και βάψτε τον κόσμο</p>
<p>2015- 20: Αυτήν την πενταετία ως μητέρα μαθητή του σχολείου μας και μέλος του συλλόγου γονέων συνεργάζεται με γυναίκες και άνδρες του συλλόγου και όλοι/ες μαζί εντείνουν τις προσπάθειες για την σχολική ένταξη των παιδιών Ρομά της γειτονιάς του Δενδροποτάμου. Γίνεται πρόσωπο αναφοράς όχι μόνο των δασκάλων, των μαθητών, των γονιών του δημοτικού σχολείου, αλλά και του γυμνασίου. Με άλλες μητέρες συμμετέχει σε μορφωτικές και θεατρικές δράσεις του σχολείου μας για την ανάδειξη του Ολοκαυτώματος των Ρομά.</p>
<p>Όλα αυτά τα χρόνια ώριμη πλέον και συνειδητοποιημένη επιστήμονας η ποιήτρια συμμετέχει σε εκδηλώσεις επιστημονικού ή κοινωνικού ενδιαφέροντος: σε επιστημονικά συνέδρια, σε πολιτικές συναντήσεις και σε διαπολιτισμικές επιμορφώσεις εκπαιδευτικών. Σε αυτά και ιδιαίτερα σε όλους/ες στον Δενδροπόταμο γενναιόδωρα προσφέρει σε όλους/ες τον λόγο, την σκέψη και την εμπειρία της με στόχο πάντα την διεκδίκηση του δικαιώματος της εκπαίδευσης, για να γεμίσουν οι μαθητές/τριες Ρομά τον τόπο μας με ελπίδα. Σε αυτήν την διαδικασία όπως και στο ποίημα της συλλογής βάζει τις «Λέξεις στην σειρά»:</p>
<p>«Βάζω τις λέξεις<br />
την μια πάνω στην άλλη,<br />
να γίνουν σκάλα ψηλή,<br />
να την ανέβω μέχρι πάνω».</p>
<p>Συνειρμικά με παραπέμπει στον Καβάφη. Στο ποίημά του «Το πρώτο σκαλί», Ο Καβάφης παρουσιάζει τον νέο ποιητή Ευμένη να παραπονιέται στον έμπειρο καθοδηγητή του Θεόκτιστο –θα λέγαμε δάσκαλος δημιουργικής γραφής. Ο Θεόκτιστος προσπαθεί να συμβουλέψει και να ενθαρρύνει τον απογοητευμένο νέο, που για μεγάλο χρονικό διάστημα κατάφερε να γράψει μόνο ένα μικρό ειδύλλιο διαπιστώνοντας την δυσκολία της ποίησης:</p>
<p>«…πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα<br />
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι<br />
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»<br />
Είπ’ ο Θεόκτιστος: Αυτά τα λόγια<br />
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.<br />
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει<br />
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.<br />
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι:<br />
τόσο που έκαμες μεγάλη η δόξα….»</p>
<p>και λίγο πιο κάτω ο στο αποκορύφωμα της πολιτικής φιλοσοφικής σκέψης του ο Καβάφης βάζει στο συμβουλευτικό λόγο το Θεόκτιστου τους στίχους:</p>
<p>«Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο<br />
Πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι<br />
Πολίτης εις των ιδεών την πόλι…»</p>
<p>Προσκαλεί και παροτρύνει τους/τις αναλφάβητους/ες ενήλικες Ρομά ή εκείνους/ες, που δεν ολοκλήρωσαν την πρωτοβάθμια υποχρεωτική εκπαίδευση της γειτονιάς, να συμμετέχουν στο τμήμα γραμματισμού ενηλίκων στο σχολείο μας. Να μάθουν να βάζουν τις δικές τους «Λέξεις στην σειρά» ή «την μια πάνω στην άλλη», όπως λέει η ίδια στο σχετικό ποίημα της συλλογής, για να κατασκευάσουν την δική τους σκάλα της εκπαίδευσης, ώστε να μπορούν να δουν με τα δικά τους μάτια τον κόσμο ανεβαίνοντας στο πρώτο σκαλί της εκπαίδευσης. Συμμερίζεται την αγωνία και την ελπίδα της προσπάθειάς τους, ενώ παράλληλα συμμερίζεται και όλες τις προσπάθειες των δασκάλων του σχολείου μας, του οποίου γίνεται μέλος. Σήμερα είμαστε στην ευχάριστη θέση να λέμε ότι: απέκτησαν απολυτήριο δημοτικού 216 ενήλικες Ρομά του Δενδροποτάμου. Σε αυτό τον αριθμό οι περισσότερες είναι γυναίκες. Παράλληλα από τα δυο σχολεία του Δενδροποτάμου τη δεκαετία του 2010-20 αποφοίτησαν περίπου 400 παιδιά (από αυτά περίπου 30 παντρεύτηκαν ως έφηβοι/ες.). Επιπλέον την ίδια χρονική περίοδο αποφοίτησαν από το δημοτικό σχολείο 50 περίπου έφηβοι\ες και νέοι/ες ως 17 χρονών. Από αυτούς/ες μία παντρεύτηκε στα 17 της χρόνια. Σε αυτούς τους αριθμούς παιδιών αν προσθέσουμε και τους/τις 80 περίπου νέους/ες που αποφοίτησαν από το Γυμνάσιο (2015-20) και τους/τις πρώτους/ες αποφοιτήσαντες/σσες ενήλικες από το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Αμπελοκήπων –Μενεμένης (με έδρα τον Δενδροπόταμο), η ελπίδα και η αισιοδοξία του εκπαιδευτικού μετασχηματισμού χαράζεται πλέον στην κοινωνική ιστορία του Δενδροποτάμου με εμφανείς επιρροές στις μικροκοινωνικές σχέσεις της ζωής των Ρομά. Σε αυτήν την πορεία η Γωγώ στέκεται πάντοτε αρωγός. Γνωρίζουμε , όπως και η ίδια γνωρίζει, ότι ο δρόμος για την υποχρεωτική εκπαίδευση αρκετών παιδιών Ρομά αλλά και νέων του Δενδροποτάμου και πάρα πολλών άλλων σε καταυλισμούς είναι μακρύς και γεμάτος οδοφράγματα. Γι αυτό για όλους/ες εμάς και την ποιήτρια η περίπτωση κι ενός παιδιού να αποκλείεται από την εκπαίδευση και να βρίσκεται εκτός σχολείου είναι εκπαιδευτικό, κοινωνικό και πολιτικό σκάνδαλο.</p>
<p>Η Γ Καλπαζίδου συνεχίζει να χαράζει την δική της πορεία στο λιβάδι του χρόνου φτιάχνοντας την δική της μαγική συνταγή επιτυχίας για την μορφωτική εξέλιξη των Ρομά, όπως η «Πεταλούδα Ειρήνη» του πρώτου της βιβλίου- παραμυθιού : Σε αυτήν την πορεία δεν μαζεύει μόνη της την γύρη από την ομορφιά του λιβαδιού της εκπαίδευσης και της μόρφωσης. Με άλλες γυναίκες Ρομνες/α επιστήμονες την Ελένη, την Χριστίνα, την Ειρήνη και την Παρασκευή συγκροτούν την δυναμική ομάδα της μη κερδοσκοπικής εταιρείας REVMΑ. Όλες μαζί συνεργάζονται ως ειδικές επιστήμονες με το υπουργείο εργασίας και κοινωνικής πολιτικής στην συγκρότηση προγράμματος παρέμβασης για την κοινωνική ένταξη-συμπερίληψη των Ρομά. Γυναίκες που δεν πέφτουν θύματα του εύπεπτου και εύκολου λόγο, αλλά αδράχνουν στα δικά τους στιβαρά χέρια το μέλλον τους και το μέλλον των κοινοτήτων τους, για να πετάξουν όλες μαζί και να μεταφέρουν την γύρη της εκπαίδευσης σε καταυλισμούς Ρομά και σε σχολεία με παιδιά Ρομά και μη Ρομά. Όλες μαζί τονίζουν την αξία της συνύπαρξης όλων των παιδιών ενάντια σε αποκλεισμούς και ρατσισμούς. Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως οι κοινωνικές ανισότητες είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Πέρα από την άρτια επιστημονική γνώση απαιτείται καθημερινά η αγωνιστική κοινωνική και πολιτική διεκδίκηση και παρέμβαση. Η 58χρονη η κ Ελένη, μαθήτρια του τμήματος γραμματισμού ενηλίκων και γειτόνισσα της Γωγώς, με αφορμή την Παγκόσμια Μέρα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχολιάζοντας μια αφίσα παιδιών από όλον τον κόσμο είπε και έγραψε στα Ρομανές «Σάορε ε χουρντέ σι μπουτ σουκάρ τελέ κ(χ)αμ, αμά νιί σι ίσα»(: Όλα τα παιδιά κάτω από τον ήλιο είναι πολύ όμορφα, αλλά δεν είναι ίσα)</p>
<p>Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Me Sem» μέσα από την ματιά της ποιήτριας Χλόης Κουτσουμπέλη1.</p>
<p>Παρακολουθώντας την έμπειρη και διεισδυτική ματιά της ποιήτριας Χλόης Κουτσουμπέλη θα προσπαθήσω να σταχυολογήσω κάποιες σημαντικές θέσεις της από την εισήγησή της. Από την αρχή κιόλας τονίζει ότι τα ποιήματα της Γεωργίας Καλπαζίδου είναι φτιαγμένα με πάθος, υπερηφάνεια και αγάπη για την καταγωγή της, για τη Ρομνή γυναίκα, αλλά και κάθε γυναίκα της οικουμένης. Όπως ιδιαίτερα επισήμανε Χλόη Κουτσουμπέλη, η ποίηση της Γεωργίας αποτυπώνει γίνεται έκφραση της δύναμης και του ονείρου των ανθρώπων, που υψώνουν το ανάστημά τους σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να τους κρατάει στο περιθώριο.</p>
<p>«Μέ σεμ Ρομνή»: είμαι γυναίκα. Σε αυτόν τον στίχο αντιστοιχούν συμβολισμοί, που ξεπερνούν τα όρια κάθε πολιτισμικού πλαισίου. Μέσα στο σύνολο της ποιητικής συλλογής αποτυπώνονται τα βιώματα και τα συναισθήματα της ποιήτριας σε δυο γλώσσες ισότιμα: Στα Ρομανές- Τσιγγάνικα και στα Ελληνικά»</p>
<p>Οπρέ Ρομνά<br />
Σηκωθείτε επάνω γυναίκες,<br />
πάρτε λίγο ήλιο<br />
μες στα χέρια σας<br />
και βάψτε τον κόσμο.</p>
<p>Σε αυτούς τους στίχους αποτυπώνονται τα κοινά και διαχρονικά συναισθήματα της ποιήτριας ως προτροπές για όλες τις γυναίκες. Η διεισδυτική ματιά της Κουτσουμπέλη αναδεικνύει ότι το ποίημα αυτό μπορεί να αφορά τις γυναίκες σε ένα καταυλισμό Ρομά, όμως αποκτά παγκόσμια διάσταση και γίνεται δυναμική έκκληση προς κάθε πονεμένη γυναίκα. Γι αυτό αφορά εξίσου τις γυναίκες στην Παλαιστίνη, στην Γάζα. Αφορά τις γυναίκες, που έχασαν τα παιδιά τους στα σκοτεινά νερά της θάλασσας κατά την μετανάστευσή τους. Αφορά όλες αυτές τις όμορφες και πονεμένες γυναίκες, που θέλουν να χτίσουν έναν καινούργιο κόσμο πάνω στα συντρίμμια του παλιού. Οι γυναίκες είναι αυτές που φέρνουν την ζωή. Κουβαλούν μέσα τους την αναγέννηση και την ανασυγκρότηση της ζωής. Οι γυναίκες είναι αυτές που χτίζουν και όχι αυτές που γκρεμίζουν. Για όλα αυτά οι παραπάνω στίχοι μπορούν να προσεγγιστούν με πλαίσιο την παγκόσμια σφαίρα του ρόλου της γυναίκας. Και όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε η Κουτσουμπέλη: τις γυναίκες τις συνδέει ο πόνος και το τραύμα και αυτά υπάρχουν ως αόρατα δεσμά, που τις ενώνουν.</p>
<p>Ένα απαραίτητο στοιχείο, κατά την Χλόη Κουτσουμπέλη, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι ο συνδυασμός του πρώτου δίγλωσσου ποιήματος με τη φωτογραφία (της Ευαγ.Γούλα), για να τονιστούν τα ζητήματα της ανισότητας και της αξιοπρέπειας της Ρόμικης ζωής. Η συνάφεια των εικόνων και των φωτογραφιών στην συλλογή είναι εμφανής. Αντανακλούν στο περιεχόμενο των ποιημάτων. Η αντανάκλαση του φεγγαριού στη θάλασσα στο ποίημα «Στο χρυσάφι σου να βουτήξω», το ηλιοβασίλεμα ή τα ανθισμένα λουλούδια με χρώματα μωβ σε μια προσπάθεια να αποτυπώσουν την μελαγχολία και την νοσταλγία είναι σφιχτά δεμένα με το μήνυμα και το περιεχόμενο των ποιημάτων. Η απεικόνιση ενός βροχερού τοπίου πιο συγκεκριμένα μετά την μπόρα συνοδεύει το ποίημα «στον έρωτα βρέχει» για να τονίσει την μύχια αγωνία του έρωτα.</p>
<p>Χαρακτηριστική είναι η αναλυτική ερμηνεία που δίνει η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη στη χρήση των φωτογραφιών. Περιγράφει: Οι φωτογραφίες και τα χρώματα εντείνουν την υλική έκφραση των συναισθημάτων. Με την αποτύπωση ενός γυναικείου χεριού στην κοιλιά ενός βρέφους εκφράζει την τρυφερότητα και τον απόηχο της μητρικής φωνής και στοργής. Και σε αντίθεση με μια τεράστια σκιά αποτυπώνεται η φρίκη του ναυαγίου στην Πύλο στο ποίημα «Η θάλασσα της Πύλου» Γραφεί σε αυτό το ποίημα η Γ Καλπαζίδου:</p>
<p>«Τα κύματα σχημάτιζαν φιγούρες ανδρικών και<br />
γυναικείων σωμάτων.<br />
Οι γλάροι έμαθαν να τα’ αναγνωρίζουν.<br />
Αναγνωρίζουν τα πόδια τους, τα δάχτυλά τους,<br />
τις υποσχέσεις επιστροφής στους γονείς και στα παιδιά τους.<br />
Τόσα και τόσα ανθρώπινα σώματα…..</p>
<p>Εισάγοντάς μας συνεχώς σε αισθητικές διαστάσεις της ποιητικής συλλογής Me sem η Χλόη Κουτσουμπέλη θα σταθεί στο ποίημα «Όταν βγαίνεις από το σκοτάδι». Σε αυτό η ποιήτρια αναλύει τα στάδια και τις διεργασίες του πένθους με ένα τρόπο υπαρξιακό και βαθύ. Το ποίημα από μόνο του αποτελεί μια διατύπωση της απομόνωσης και της μοναξιάς:</p>
<p>«Βγαίνεις από το σκοτάδι<br />
και νομίζεις ότι Άλλοι θα δουν,<br />
θα δουν την σκόνη<br />
που άφησε ριγμένη……<br />
…Βγαίνεις από το σκοτάδι<br />
με την έντονη γεύση του στα χείλη σου.<br />
Στο πρώτο τυχαίο φιλί,<br />
νομίζεις πως την έχεις μοιραστεί<br />
νομίζεις πως μοιράστηκαν<br />
όσα δεν θα μπορούσες με φράσεις να μοιραστείς….»</p>
<p>Πρόκειται τελικά όπως διαπιστώνει η Χλοη Κουτσουμπέλη για μια ιδιόμορφη ερμηνεία της εμπειρίας. Χαρακτηριστικά διατυπώνει με τον δικό της γλαφυρό ύφος και λόγο η ποιήτρια τώρα Κουτσουμπέλη: Μια εμπειρία πως υπάρχουν εμπειρίες, που δεν μοιράζονται.</p>
<p>Αντιστάθμισμα σε αυτό το ποίημα (Όταν βγαίνεις από το σκοτάδι) είναι το επόμενο ποίημα «Μ’ ένα φεγγάρι στο φτερό». Σε αυτό το σκοτάδι δεν προβάλλεται με αρνητικό περιεχόμενο αλλά κουβαλά την αέρινη υπόσχεση της αναζωπύρωσης και της ανατροφοδότησης του φωτός. Πρόκειται για ένα ποίημα συμπυκνωμένο και δραστικό στην σύντομη ομορφιά του.</p>
<p>Λίγο παρακάτω η Χλόη Κουτσουμπέλη θα χαρακτηρίσει το δίγλωσσο ποίημα «Μητρική φωνή» συγκλονιστικό και πανανθρώπινο. Πρόκειται για ένα ποίημα συμπεριληπτικό και περιεκτικό. Είναι γεμάτο παιδικές φωνές, γεμάτο δάκρυα ορφανών παιδιών. Παιδιών που δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με τα παιδιά των λευκών εφησυχασμένων πολιτών. Μια κοινωνία που ευημερεί κάνοντας τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους. Παιδιά που ζουν πίσω από συρματοπλέγματα σε υποβαθμισμένα γκέτο. Όπου αντιμετωπίζουν καθημερινά φυλετικές διακρίσεις, το στίγμα της περιθωριοποίησης και του αποκλεισμού. Αναφέρεται σε όλα τα παιδιά: Προσφυγόπουλα, που χάνονται. Στα ασυνόδευτα παιδιά που συλλαμβάνουν οι συνοριοφύλακες και η Frontex, για να τα οδηγήσουν σε δομές- στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το ποίημα αναφέρεται σε όλα τα παιδιά ενός κατώτερου θεού. Εκείνα που δήθεν «απειλούν να αλλοιώσουν» τον πολιτισμό μας και δεν συμπεριλαμβάνονται στο φαντασιακό του δήθεν πολιτισμένου κόσμου</p>
<p>Η πολιτικοποιημένη Χλόη Κουτσουμπέλη θα συνεχίσει και θα σταθεί ιδιαίτερα στο ποίημα «Αντώνη μ’ ακούς;». Πρόκειται για ένα ποίημα με στοιχεία του υποσχόμενου οικονομικού Ευρωπαϊκού μοντέλου, που είναι γεμάτος με ρατσισμούς και αποκλεισμούς. Το ποίημα αυτό συνοδεύεται από την φωτογραφία ενός μεγάρου στον τοίχο του οποίου κυριαρχεί ένα γκράφιρτι – φράση- «το μέλλον της Ευρώπης». Η ποιήτρια Γ. Καλπαζίδου μιλά για όλους αυτούς τους ανθρώπους, που αποκλείονται από την Ευρώπη του καπιταλισμού, της υπερκατανάλωσης και δεν έχουν μέλλον ούτε καν παρόν:</p>
<p>Αντώνη ακούς τι λένε οι τοίχοι;<br />
Αντηχούν με το τσιμεντένιο σώμα τους<br />
το μέλλον….<br />
Κρίμα που εσύ θα λείπεις από το λαμπρό μέλλον που<br />
έρχεται,<br />
κι όλο έρχεται<br />
και με τρομάζει τόσο…..</p>
<p>Η Χλόη Κουτσιμπέλη θα κλείσει την εισήγησή της με την εμπειρία της από την συμμετοχή στο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής στο 3ο Γυμνάσιο Μενεμένης στον Δενδροπόταμο. Η μαθήτρια Ελένη Τσακίρη γράφει:</p>
<p>«Δεν ξέρω, αν ο ωκεανός θα σου φέρει αυτά που έγραψα.<br />
Μα ξέρω σίγουρα<br />
Πως όσες θάλασσες και ωκεανοί κι αν μας χωρίζουν<br />
Πάντα θα υπάρχει μια στεριά να μας ενώνει»</p>
<p>Εν κατακλείδι αυτή η ποιητική συλλογή της Γ Καλπαζίδου για την Χλόη Κουτσουμπέλη είναι ωκεανός και στεριά μαζί, που μας ενώνει. «Θα ήθελα να τελειώσω με μια μόνο φράση Μέ σεμ Ρομνή. Είμαι κι εγώ Ρομνή. Όλοι και όλες εδώ είμαστε Ρομνή» .</p>
<p>Όταν οι εμπειρίες του Γ. Τσιάκαλου με «τα Ρομά» σμίγουν- δένουν με την ποιητική συλλογή «Me sem»:</p>
<p>Την εισήγησή του Ο Γ Τσιάκαλος την ξεκίνησε παίρνοντας αφορμή από ένα κείμενο του, που δημοσίευσε στην εφημερίδα Αυγή πριν σαράντα περίπου χρόνια και στου οποίου τον τίτλο δέσποζε η φράση στα Ρομανές «Opre Roma» (σηκωθείτε Ρομά). Σ’ εκείνο το κείμενο, όπως και σε πολλά άλλα που ακολούθησαν, τόνιζε την ανάγκη της κοινωνικής και σχολικής ένταξης των Ρομά ως Δικαίωμα. Όπως επισήμανε όταν έγραφε για Ρομά-για Τσιγγάνους, όπως λέγαμε εκείνη την εποχή, πολλοί ήταν εκείνοι, που αμφισβητούσαν την αυτονόητη για αυτόν παιδαγωγική θέση των ικανοτήτων μάθησης από όλα τα παιδιά, λέγοντας του «σιγά μην μάθουν οι Τσιγγάνοι». Στην χειρότερη μορφή αποτύπωσης του χλευασμού πολλών τότε ανάμεσά τους και εκπαιδευτικοί έλεγαν: «Οι Γύφτοι δεν θέλουν το σχολείο».</p>
<p>Σε εκείνα τα κείμενα όταν χρησιμοποιούσε τον όρο –λέξη Ρομ(ά), όπως θυμάται ο ίδιος, για κάποιους φαινόταν αστείο. Σ’ εκείνο το κείμενο περιέγραφε και επιζητούσε την αλληλεγγύη των μη Ρομά. Όμως ταυτόχρονα ήθελε σε αυτήν την διαδικασία να συμμετέχουν και οι Ρομά. Ενώ μιλούσε για τους «αθέατους»- αποκλεισμένους, ταυτόχρονα ήθελε κι αυτούς μαζί σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων. Αυτό επιδίωκε τονίζοντας ιδιαίτερα στον τίτλο του άρθρου αλλά και μέσα στο κείμενο με την φράση «Opre Roma». Στάση και αρχή που ακολούθησε και ακολουθεί ο Γ Τσιάκαλος σε όλη την επιστημονική και κοινωνική του πορεία. Θεωρεί και καταγράφει συνεχώς ότι η διαδικασία της συμμετοχής και της αλληλεγγύης με κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες κουμπώνουν πάντα με την χειραφέτηση ως διαρκή καθημερινή διαδικασία του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας. Συγκινημένος στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής ο Γ Τσιάκαλος ανατρέχει στο τότε του άρθρου της εφημερίδας Αυγή και διερωτάτο: Σκεφτόμουνα τότε γράφοντας το άρθρο, αν θα ’ρθει άραγε η στιγμή, όπως σήμερα. Να συμβαίνει με αυτονόητο τρόπο η συμμετοχή των Ρομά. Και θα’ ναι εκείνη ακριβώς η στιγμή, που «θα πεις στον εαυτό σου τώρα θα κάθομαι πίσω» για να ακούσω τους δημιουργούς.</p>
<p>Ο Γ. Τσιάκαλος βάζοντας μπροστά τις δικές του εμπειρίες από τις πολύχρονες σχέσεις του με «τα Ρομά» λέει πως συγκινήθηκε διαβάζοντας όλα τα ποιήματα της συλλογής. Εκείνο όμως που «του άρεσε» περισσότερο είναι το ποίημα «Τα κρόσσια της Σεβίλλης», γιατί του θύμισε ένα ταξίδι στην πόλη της Ισπανίας, όπου πριν πολλά χρόνια συναντήθηκε και αντάλλαξε απόψεις με Ρομά για ζητήματα εκπαιδευτικής, κοινωνικής και πολιτικής ένταξης, κ.α.. Αν θα ξεκινούσε την παρουσίαση της συλλογής, με αυτό το ποίημα θα άρχιζε. Όμως για αυτόν το σημαντικό ζήτημα είναι -η πρόκληση- ανάμεσα στο δικό του κείμενο «Opre Roma» και στην ποιητική συλλογή της Γεωργίας.</p>
<p>Σε μια σημερινή παρουσίαση δεν θα την ξεκινούσε πλέον με το Opre Roma, αλλά μόνο Ρομνά. Γιατί η ποιητική συλλογής της Γεωργίας είναι πέρα από αυτά που φανταζόταν τότε. Στην ποιητική συλλογή είναι πια οι γυναίκες αυτές που μιλούν και αυτό το γεγονός είναι το σημαντικότερο όλων. Είναι μια ιστορική κατάκτηση και καταγραφή για τον Δενδροπόταμο.</p>
<p>Όμως για τον Γ Τσιάκαλο η ποιητική συλλογή αποκτά και μια ιδιαίτερη προκλητική διάσταση και σημασία. Όπως τονίζει ο ίδιος ότι το όνειρο του πριν πολλά χρόνια θα ήταν μια ποιήτρια να παρουσιάζει την ποιητική συλλογή σε οποιαδήποτε γλώσσα, αλλά χωρίς να χρειάζεται να παρουσιάζεται και το βιογραφικό της. Αυτό θα σήμαινε ότι έχουν διαμορφωθεί εκείνες οι κοινωνικές αλλαγές των ισχυρών κοινωνικών προτύπων. Ότι τα πράγματα θα είναι τόσο αυτονόητα πια και ότι θα μπορεί να υπάρχει μια ποιήτρια Ρομνή όπως μια άλλη Ελληνίδα, μια Γερμανίδα ή μιας οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας. Θα είχαν διαμορφωθεί έτσι οι συνθήκες, που δεν θα χρειάζεται πια να λες: ξέρετε ότι για να φτάσει να γράψει αυτό το ποίημα χρειάστηκε πρώτα να είναι μια από τις λίγες, που κατάφεραν να περάσουν από όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ώστε να πετύχει να γράφει και να διαβάσει.</p>
<p>Ως τελευταίος εισηγητής ο Γ Τσιάκαλος είχε την ευκαιρία βάσει προγράμματος της εκδήλωσης να παρακολουθήσει όλες τις απαγγελίες των ποιημάτων. Βλέποντας την μητέρα της ποιήτριας –την κ Στέλλα- να απαγγέλει συγκινημένη τα ποιήματα της κόρης της αναλογίστηκε την κοινωνική ευθύνη του για το γεγονός ότι η Στέλλα δεν τέλειωσε το σχολείο, όπως θα έπρεπε κατά την παιδική της ηλικία. Θυμήθηκε την περίπτωση μιας μητέρας, η οποία σε κάποια εκδήλωση στον Δενδροπόταμο του είπε ότι αυτός, που μιλούσε, ολοκλήρωσε το σχολείο και πως ήταν ο γιός της. Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει το γεγονός της ευθύνης του ως δασκάλου και της αναγκαιότητας αυτοκριτικής, κατά την οποία έρχεσαι να δεις που πέτυχε εκείνος (ο γιος) και που απέτυχε ο ίδιος (ως δάσκαλος) με το ερώτημα, γιατί εκείνη (η μητέρα) δεν προχώρησε στο σχολείο, όπως εννοούσε. Θα είναι σημαντικό εκπαιδευτικό και κοινωνικό γεγονός, όταν δεν θα χρειάζεται να λες ότι τα κατάφεραν αυτοί μονάχα. Όταν το αυτονόητο της επιτυχίας θα είναι για όλους και όλες ως κανόνας και θα έρθει εκείνη η εποχή, όπου θα λες ότι δεν τα κατάφεραν δυο ή τρία παιδιά και στη συνέχεια θα αναλογίζεσαι και θα διερωτάσαι: Γιατί άραγε;</p>
<p>Γι αυτά τα ζητήματα Ο Γ. Τσιάκαλος μίλησε και στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όταν του δόθηκαν οι ευκαιρίες. Σε συνεδριάσεις του παρουσίασε τις συνθήκες μη αποδοχής και εγγραφής των Ρομά σε κάποιο δήμο με επίπτωση εγγραφής των παιδιών τους στα σχολεία. Αλλά και όταν διευθετήθηκαν διοικητικά αυτές οι αναγκαιότητες και είχαν τα σχετικά έγγραφα οι Ρομά (πιστοποιητικά γέννησης), οι διοικήσεις των σχολείων έθεταν ως εμπόδιο την ανυπαρξία βιβλιαρίου των εμβολίων. Παρόλα αυτά το επιχείρημα της κυρίαρχης άποψης ήταν: δεν πηγαίνανε ή εγγράφονταν και φεύγανε από το σχολείο. Δεν υπήρχε τότε μια απόφαση, που να λέει ότι ακόμα και αν δεν είναι τα παιδιά εμβολιασμένα, θα γίνονται δεκτά –θα πηγαίνουν στο σχολείο. Βολευόταν με αυτή την κατάσταση. Οι διαδικασίες αυτές συμπληρωνόταν και από προσεγγίσεις των δνσεων εκπαίδευσης για την περιοχή του Δενδροποτάμου. Οι παράγοντες της διοίκησης θεωρούσαν ότι οι δάσκαλοι πήγαιναν στα κάτεργα του Δενδροποτάμου. Αφού πήγες κάποια περίοδο, μετά φεύγεις.</p>
<p>Επανερχόμενος στην ποιητική συλλογή ο Γ. Τσιάκαλος παρατηρεί ότι τα ποιήματα προκαλούν ευχαρίστηση και για έναν επιπλέον λόγο: «Μ’ αρέσουν γιατί έχουν μια ευαισθησία, αλλά ταυτόχρονα εκφράζουν αυτοπεποίθηση». Περιγράφει την αυτοπεποίθηση μπαίνοντας στην θέση της ποιήτριας. Ναι είμαι Ρομνή. Δεν θα κρύβομαι και τα κατάφερα. Μόνο έτσι δέχεται η ποιήτρια να την αναγνωρίζουνε και δεν θα κρύβεται επιπλέον με βάση το μέρος που θα μένει. Η ίδια μιας και κέρδισε κάποια χρήματα δεν θα αλλάξει μέρος κατοικίας, αλλά μένει στον Δενδροπόταμο. Και αυτό έχει ιδιαίτερη αξία ως κοινωνική προέκταση της προσωπικής της επιλογής.</p>
<p>Απευθυνόμενος ο Γ. Τσιάκαλος στην ποιήτρια: «τότε είπα το οπρέ Ρομά. Τώρα δεν θα πω οπρέ. Σηκωθήκατε. Κοιτάξτε να μην σας τυλίξουνε». Τόνισε ιδιαίτερα ότι οι άνθρωποι από τις οποιεσδήποτε μειονότητες, που καταφέρνουν κάποια στιγμή να ενταχθούν στον κοινωνικό χώρο ως εγγράμματοι, δεν θεωρούνται πια αποκλεισμένοι. Έχουν πλέον την δύναμη οι ίδιοι και οι ίδιες να πουν «αυτός/η είμαι» και τότε έρχεται η κοινωνία, αυτή που μέχρι πριν του/τις είχε στην άκρη, και τους/τις αγκαλιάζει. Το κάνει αυτό γιατί θεωρεί η κυρίαρχη κοινωνία ότι αυτοί/ες είναι το κάτι ιδιαίτερο ως άτομα. Είναι άτομα πλέον τα οποία έχουν και τον οποιοδήποτε τίτλο με τον οποίο εμείς -αντίστοιχα τα μέλη της κυρίαρχης κοινωνίας- μπορούμε να καταφέρουμε πολλά εις βάρος της μειονότητας. Αυτή η εξέλιξη είναι ο μεγάλος φόβος. Όλα ξεπερνιούνται από την στιγμή που κάποιος σηκώνεται και λέει: εγώ είμαι όρθιος άνθρωπος – γυναίκα ή άντρας. Ο όρθιος άνθρωπος δεν σκύβει ποτέ και δεν λέει ευχαριστώ στο άλλον, που έρχεται ως μέλος της εξουσίας να τον βάλει μέσα στις κοινωνικές δομές ή σε μια προνομιακή κατάσταση χαριστικά. Οι δομές ανήκουν δικαιωματικά σε όλους και όλες.</p>
<p>Ο ίδιος επαναλαμβάνοντας την αισιοδοξία του, που πηγάζει από το γεγονός ότι Ρομνές πλέον μπορούν να στέκονται όρθιες, αποφαίνεται – εν τη ρύμη του λόγου του- ότι δεν χρειάζεται να ξαναγράψει για Ρομά (του Δενδροποτάμου), αλλά μόνο για τον Ασπρόπυργο. Γιατί εκεί βλέπουμε ότι συμβαίνουν γεγονότα όμοια με εκείνα, για τα οποία μιλούσαμε πριν από σαράντα χρόνια. Το γεγονός ότι θα υπάρχουν αστυνομικοί οπουδήποτε ζουν Ρομά με το πρόσχημα ότι εκεί ζουν επικίνδυνοι άνθρωποι συνιστά μια επικίνδυνη πολιτική πράξη. Ο Γ Τσιάκαλος απευθυνόμενος σε αυτές τις εξουσιαστικές λογικές και επιλογές θα πει: κοιτάξτε και μπροστά στο σπίτι του πρωθυπουργού έχουμε αστυνομικούς (ως επικίνδυνο!!). Όπου κάθονται αυτοί (οι επικίνδυνοι) έχουμε πολλούς αστυνομικούς. Έτσι θα μπορούσε να εννοεί κάποιος/α ότι: κοιτάξτε εμείς παντού θέλουμε να υπάρχει ησυχία. Και αυτό θα είχε ίσως μια ιδιαίτερη σημασία. Όταν όμως έρχεσαι και λες –ως πολιτεία- ότι ΕΚΕΙ (όπου κατοικούν οι Ρομά) υπάρχουν κίνδυνοι και στην συνέχεια να συμπληρώνει ο οποιοσδήποτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γράφοντας: ότι μέχρι τώρα δεν τολμούσε να μπει εκεί μέσα αστυνομικός, γιατί ήταν άβατο!! Όταν λοιπόν συμβαίνουν αυτά διαπιστώνει ο Γ Τσιάκαλος ότι ακόμα είμαστε σε παλιές εποχές. Αυτό τον γεγονός προκαλεί την προσωπική του κοινωνική και επιστημονική ευθύνη και ενεργοποιεί την ανάγκη της δικής του εγρήγορσης τόσο για την αλληλέγγυα συμμετοχή του με Ρομά, που βιώνουν αυτές τις διακρίσεις, όσο και την ευθύνη με τον λόγο του για την κοινωνική αφύπνιση και συνειδητοποίηση. Γι αυτό καταληκτικά ο Γ. Τσιάκαλος εκφράζοντας τη βεβαιότητα του πιστεύει ότι η ποιήτρια θα αγωνιστεί με τα ποιήματά και τον λόγο της ενάντια σε τέτοιες απόψεις.</p>
<p>Όταν η συγκίνηση δημιουργεί…</p>
<p>Ζήσαμε μια συγκινητική εκδήλωση στην αίθουσα της Εταιρείας Λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης. Σε μια προσπάθεια «αυτοαξιολόγησης» της εκδήλωσης ίσως υπερβολικά και κομπάζοντας θαρρώ πως όλοι/ες φύγαμε ανθρωπινότεροι και γεμάτοι/ες από το μεδούλι του κόσμου της ποιήτριας Γεωργίας Καλπαζίδου.</p>
<p>Η συγκίνηση με αναγκάζει να επαναλάβω πρώτα- πρώτα ότι τα ποιήματά της Γεωργίας είναι φτιαγμένα με πάθος, υπερηφάνεια και αγάπη για την καταγωγή της, για τη Ρομνή γυναίκα αλλά και κάθε γυναίκα της οικουμένης. Στη συνέχεια να αποτυπώσω την πολιτική διάσταση της συγκίνησης, επειδή διαπιστώνω ότι τα ποιήματα είναι η έκφραση της δύναμης και του ονείρου των ανθρώπων, που τόλμησαν και τολμούν να υψώνουν την γροθιά και το ανάστημά τους σε μια κοινωνία, που εξακολουθεί να τους κρατάει στο περιθώριο.</p>
<p>Ακούγοντας τις παρεμβάσεις των φίλων και συνοδοιπόρων γυναικών της Γεωργίας και τη μητέρα της, που απήγγειλε δακρυσμένη στη Ρομανί τα ποιήματα της κόρης της, θυμήθηκα και ανέσυρα από το αρχείο μου ένα συλλογικό κείμενο των γυναικών του τμήματος γραμματισμού ενηλίκων του σχολείου μας, στο οποίο συμμετείχε η μητέρα της Γεωργίας. Σ’ εκείνο το κείμενο, που παρουσιάστηκε από τις γυναίκες σε επιμορφωτικό συνέδριο εκπαιδευτικών για την εκπαίδευση των παιδιών Ρομά (του ΠΤΔΕ/ΑΠΘ), να η συμβολή της κ Στέλλας: «Με τα γράμματα ελπίζουμε όλες σε μια καλύτερη ευκαιρία. Δεν ξέρουμε, αν θα τα καταφέρουμε όμως αυτό το χρωστάμε στον εαυτό μας. Είναι ο σεβασμός στον εαυτό μας και στα παιδιά μας. Έτσι ετοιμαζόμαστε για τις εξετάσεις για τα απολυτήρια…. Αυτό είναι το δικό μας σχολικό όνειρο για φέτος. Το όνειρο με τα γράμματα δεν τελειώνει συνεχίζεται σε όλη μας την ζωή. Πάντα μαθαίνουμε. Όλες μας μέσα στην τάξη μαθαίνουμε η μια από το όνειρο της άλλης. Ακόμα και οι δάσκαλοι και η δασκάλα μαθαίνουν από εμάς και κοντά μας. Κάποτε το όνειρο τελειώνει και ξυπνάμε. Σας παρακαλούμε πάρτε στα χέρια σας το σχολικό όνειρό μας και συνεχίστε το και σε άλλες γυναίκες που το έχουν ανάγκη.»</p>
<p>Πατώντας η Γεωργία σε τέτοια χνάρια γραμματισμού η ίδια με ανεπιτήδευτη συγκίνηση και χαρά μας μίλησε για την ζωή της. Εκεί όπου η ίδια δημιουργεί και ανοίγει ρωγμές με το φως του λόγου της, τα ποιήματά της και την προσωπικότητά της, οι κυρίαρχες πολιτικές στέλνουν αστυνομικούς ως δήθεν «διαμεσολαβητές» της κοινωνικής συμμόρφωσης των επικίνδυνων Ρομά!! Μια πολιτική διαδικασία μεταχείρισης κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων –racial profiling-, η οποία διεθνώς απαγορεύεται.</p>
<p>Για όλα αυτά χαίρομαι που ο εκδοτικός οίκος εμπιστεύτηκε την ποιητική συλλογή της Γεωργίας Καλπαζίδου και ευχαριστώ Την Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, που με επέλεξε ως έναν ομιλητή στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογή ΜΕ ΣΕΜ.</p>
<p>Ο Καζανζτάκης στην Ασκητική έγραψε ότι ο δάσκαλος γίνεται γέφυρα, για να περάσει από πάνω ο μαθητής του απέναντι. Αφού περάσει γκρεμίζεται για να φτιάξει ο μαθητής τις δικές του γέφυρες. Βλέποντας την Γεωργία όπως και όλα τα άλλα παιδιά Ρομά του Δενδροποτάμου να φτιάχνουν τις δικές τους γέφυρες μόνο ευγνωμοσύνη στον καθένα και στην καθεμιά μπορώ να εκφράσω. Δεν πρόκειται για μια αοριστολογική ευγνωμοσύνη, αλλά για την χαρά μου, ως δασκάλου, που μάθαινα και μαθαίνω από την συμμετοχή μου και συνεργασία σε αυτήν την προσπάθεια των μαθητών/τριών μου και της Γεωργίας. Μοιραζόμασταν και μοιραζόμαστε αγώνες και αγωνίες. Σε αυτήν την διαδικασία της κάθε ατομικής-προσωπικής προσπάθειας διαβάζω ταυτόχρονα την προσπάθεια της συλλογικής μορφωτικής, εκπαιδευτικής και κοινωνικής ζωής στον Δενδροπόταμο. Και σε αυτήν την συλλογική διαδικασία μετασχηματίζομαι κι εγώ ως κοινωνικό πρόσωπο και δάσκαλος. Με αφορμή την ποιητική συλλογή Me Sem της Γ Καλπαζίδου δημιουργείται μια ξεχωριστή στιγμή, όπου η κοινωνική ιστορία και εξέλιξη του τόπου συναντά την μνήμη και η μνήμη γεννά την ευγνωμοσύνη. Γι’ αυτήν την εμπειρία ευχαριστώ τον/την καθένα/μια στον Δενδροπόταμο και την Γεωργία ιδιαίτερα: γιατί γέμισε την εμπειρία και με τα Ρομανές, την στιγμή, που πολλοίς/ες θα τα παρουσίαζαν ως πρόβλημα και εμπόδιο, απέδειξε ότι όλοι/ες πλουτίζουμε από την ανάδειξή τους. Ο Βραζιλιάνος παιδαγωγός ο Πάουλο Φρέιρε δίδασκε ότι αν ο δάσκαλος δεν μαθαίνει κάτι από τις προσπάθειες των μαθητών/τριών του, είναι αμφίβολο αν θα μάθουν κάτι και αυτοι/ες από αυτόν.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b3%ce%b5%cf%89%cf%81%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 10 Dec 2025 20:39:42 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22656</guid>

					<description><![CDATA[Η Ιωάννα Λιούτσια γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1992. Διδακτόρισσα του τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου με αντικείμενο διατριβής την τέχνη της περφόρμανς στα Βαλκάνια και τις πολιτικές της διαστάσεις. Απόφοιτη των τμημάτων Θεάτρου και Ιστορίας-Αρχαιολογίας ΑΠΘ και της Δραματικής σχολής «Σύγχρονο Θέατρο Β. Διαμαντόπουλος». . Το πρώτο της θεατρικό κείμενο &#8220;Τη Μοναξιά και τους Ανθρώπους &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/"> <span class="screen-reader-text">ΙΩΑΝΝΑ ΛΙΟΥΤΣΙΑ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Ιωάννα Λιούτσια γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1992. Διδακτόρισσα του τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου με αντικείμενο διατριβής την τέχνη της περφόρμανς στα Βαλκάνια και τις πολιτικές της διαστάσεις. Απόφοιτη των τμημάτων Θεάτρου και Ιστορίας-Αρχαιολογίας ΑΠΘ και της Δραματικής σχολής «Σύγχρονο Θέατρο Β. Διαμαντόπουλος». . Το πρώτο της θεατρικό κείμενο &#8220;Τη Μοναξιά και τους Ανθρώπους να Φοβάσαι&#8221; απέσπασε το Β&#8217; βραβείο στο διαγωνισμό συγγραφής του ΔΗΠΕΘΕ Β. Αιγαίου (2014), ενώ το επόμενο &#8220;First we take Manhattan, then we take Berlin&#8221; συμπεριλήφθηκε στη shortlist του Berliner Festspiele 2019. Από το 2012 αρθρογραφεί τακτικά σχετικά με τη λογοτεχνία και το θέατρο. Είναι συν-δημιουργός της ομάδας συγγραφέων δρόμου &#8220;γραφούλες&#8221;. Εργάζεται ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, δραματουργός και θεατροπαιδαγωγός.</p>
<h6><strong>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</strong></h6>
<p><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></p>
<p>Συνομιλίες σε Μη+ (Ars Poetica, 2014),<br />
Αρρυθμίες (ιδιωτική έκδοση mystory, 2016),<br />
Η Σιωπή σε δύο χώρους (Οροπέδιο, 2018)<br />
Ανοιχτά φωνήεντα και δαγκωμένα σύμφωνα (Θράκα 2022)<br />
Αστική Αγωνία (Θράκα 2025)</p>
<p><strong>ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ</strong></p>
<p>Τα δρακουλινάκια (Δωδώνη, 2024)<br />
12 σκετς για 19 Παγκόσμιες Ημέρες (σοφία, 2021)</p>
<p><strong>ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ</strong><br />
Ο Άτλας της δεκαετίας του 2000 (Αντίποδες, 2024)</p>
<p><strong>ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ</strong><br />
Η ανάπτυξη και τα είδη του ηχητικού θεάτρου στη Γερμανία (Δωδώνη, 2024)</p>
<p><strong>ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ</strong><br />
Τα έργα του Ε. Ίψεν Νόρμα ή Ο έρωτας ενός πολιτικού (2020) και Η νύχτα του Αγίου Ιωάννη (2023) από τις εκδόσεις Δωδώνη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/1-untitled-fr12-0001-12/" rel="attachment wp-att-22660"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22660" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-Untitled.FR12-0001-209x300.jpg" alt="" width="275" height="394" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-Untitled.FR12-0001-209x300.jpg 209w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-Untitled.FR12-0001.jpg 446w" sizes="(max-width: 275px) 100vw, 275px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/1-%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%bf3/" rel="attachment wp-att-22671"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22671" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ3-300x213.jpg" alt="" width="500" height="355" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ3-300x213.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ3.jpg 640w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/1-%cf%84%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%ba%ce%bf1/" rel="attachment wp-att-22665"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22665" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ1-300x212.jpg" alt="" width="500" height="353" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ1-300x212.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/12/1-ΤΕΛΙΚΟ1.jpg 640w" sizes="(max-width: 500px) 100vw, 500px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΣΤΙΚΗ ΑΓΩΝΙΑ (2025)</strong></h4>
<h5><strong>ΔΕΝΤΡΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ</strong></h5>
<p>Οι φίλοι μου ήρθαν όλοι<br />
στην Αθήνα για δουλειά,<br />
όπως κι εγώ.<br />
Όσοι δουλέψανε σεζόν<br />
όταν βλεπόμαστε (όχι συχνά)<br />
κερνάνε τους καφέδες<br />
εγώ πάντοτε επιφυλάσσομαι.</p>
<p>Έχω μια φίλη σε κάθε γειτονιά<br />
στο Μετς, στη Νέα Σμύρνη, Αμπελόκηπους<br />
μες στα μικρά μας σπίτια<br />
στην Καισαριανή<br />
με τον καφέ στερεωμένο στην απλώστρα το πρωί<br />
μισός μέσα, μισός έξω<br />
ένα μπαλκόνι για μισό άνθρωπο</p>
<p>όλοι μας έχουμε έρθει για δουλειά<br />
χωρίς δουλειά<br />
ψάχνουμε διαμερίσματα συνέχεια, ο ένας για τον άλλον<br />
ημιυπόγεια ευήλια<br />
τάχα να θυμίζουν λίγο τα πατρικά μας<br />
―είχαμε, βλέπεις, μεγαλώσει αλλιώς―<br />
στο τέλος καταλήγουμε<br />
«ας μοιάζει έστω στο παιδικό δωμάτιό μας»<br />
έτσι κι αλλιώς όλη τη μέρα είμαστε στους δρόμους<br />
παίρνουμε λεωφορεία, κολλάμε σε φανάρια<br />
―από πάνω μας πετάνε τα ραφάλ―<br />
περπατάμε, καθόμαστε στις στάσεις,<br />
μετράμε τον χρόνο σε τραγούδια<br />
διαβάζουμε τα ονόματα και τις αφιερώσεις στις νταλίκες<br />
«ο όμορφος»<br />
«στον παππού μου»<br />
«για ό,τι αναρωτιέσαι, η απάντηση είναι ναι»<br />
η μια πίσω απ’ την άλλη<br />
η κάθε μία μόνη της μα καραβάνι<br />
κάνω πως τίποτα δε μου θυμίζει αυτό<br />
στρέφω το βλέμμα<br />
πίσω μου στο κατάστημα το άδειο<br />
ξεθωριασμένη η ταμπέλα γράφει:<br />
«Διατίθεται το παρόν. Τηλέφωνο…»</p>
<p>για το μέλλον όμως όλοι τσιμουδιά.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Στις μέρες μας<br />
ανάβουμε το φως απ’ το πρωί<br />
οι φίλοι μας κοιτάνε τ’ άσπρα μας μαλλιά<br />
μα δε ρωτούν·<br />
ξυπνάμε τα χαράματα<br />
ευαισθητοκράτωρ ο καιρός<br />
συγκίνηση και ηττοπάθεια<br />
όσο μας σκεπάζει μια κουβέρτα είμαστε καλά<br />
για περισσότερα δεν είμαστε·<br />
η σκέψη μας γύρω απ’ τον χρόνο<br />
―πόσα οχτάωρα έχει μια μέρα;―<br />
κάποτε και γύρω απ’ τον έρωτα<br />
ανάγκη για γενόσημα αισθήματα<br />
ευνουχιστήκαμε αρκετά, τα χέρια μας δεν αγκαλιάζουν<br />
πια δε ζηλεύουμε την άγνοια των παιδιών<br />
ντρεπόμαστε να τ’ αντικρίσουμε<br />
πώς να τους πούμε ότι θα γίνουν σαν εμάς;</p>
<p>Τα λόγια μας δεν κάνουν άλλο για αλληγορίες<br />
ξεσκεπάστηκαν<br />
μονάχα η αλήθεια πρέπει τώρα<br />
ο θάνατος δεν είναι από μόνος του ένα άκρο<br />
μα ούτε η ζωή αρκεί όπως το βλέπω.</p>
<p>Μονάχα η αλήθεια πρέπει τώρα.</p>
<h5><strong>ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ</strong></h5>
<p>Κάποτε ήθελα να αδράξω τη μέρα<br />
τώρα η μέρα αδράττει εμένα<br />
από το πόδι με τραβάει<br />
πιάνει τα δάχτυλά μου ένα ένα και τα τραβά<br />
όπως μικρή με ξύπναγε η γιαγιά μου<br />
κι ας σηκωνόμουν τότε εύκολα<br />
γιατί να συνδυάσει τον πόνο με το ξύπνημα<br />
μία ιεροτελεστία<br />
μία προσομοίωση<br />
ποιος ξέρει<br />
τώρα εκείνη κοιμήθηκε για πάντα<br />
κι εγώ δεν ξυπνάω πια και τόσο εύκολα<br />
οι μέρες είναι δύσκολες<br />
μαζεύω τα πόδια μου σαν έμβρυο αγκαλιά<br />
ποτέ δεν ξέρεις ποιος μπορεί να στα τραβήξει<br />
και πρώτη πρώτη η βιαιότητα της νέας μέρας<br />
οι μέρες είναι δύσκολες<br />
κάλλιο οι νύχτες που συνεχίζονται και πάλι απ&#8217; την αρχή</p>
<p>μία παγίδα<br />
ο πόνος<br />
για να μείνω για πάντα<br />
στο κρεβάτι.</p>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟ ΜΟΥ ΟΝΟΜΑ ΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Νιώθω σαν τα κορίτσια του Κόλια.<br />
Για τα αγόρια είμαι η πόλη μου.<br />
Πάντοτε δεύτερη, ανοιχτή<br />
ταυτόσημη με την αναμονή<br />
κάποτε ιδανική σαν την επιστροφή<br />
από κοντά δική τους<br />
μετά ξένη<br />
απόμακρη και μακρινή<br />
αγαπημένη αιωνίως<br />
μια νοσταλγία εν δυνάμει<br />
για τα αγόρια είμαι η πόλη μου<br />
το παρελθόν της και το μέλλον της.</p>
<h5><strong>Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ</strong></h5>
<p>Η αγάπη μου μιλάει με ποιήματα.<br />
Τη μια μού λέει πως μετατρέπεται σε άμμο<br />
—για να μου πει για την ξηροδερμία</p>
<p>την άλλη αναρωτιέται πόσες φορές κλείνω τα μάτια<br />
—για να ρωτήσει γιατί λυπάμαι</p>
<p>γιατί φυτεύουν νεραντζιές στο κέντρο της Αθήνας<br />
—για να μιλήσει για τους ανθρώπους που πεινάνε</p>
<p>και τώρα που τον ακούω να μου γράφει μες στη νύχτα<br />
—ιδέες για βιβλία, σημειώσεις, τη λίστα σουπερμάρκετ,<br />
ποιος ξέρει τι</p>
<p>ξέρω πως έτσι παίρνει το ηρεμιστικό του<br />
πριν στο κρεβάτι μπει να με κυκλώσει<br />
κι εγώ σ&#8217; αυτήν την αίσθηση αφεθώ ότι<br />
η αγάπη μού μιλάει με ποιήματα.</p>
<h5><strong>ΑΘΗΝΑ &#8211; ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></h5>
<p>Η αγάπη είναι<br />
το τζάμι ενός τρένου τη νύχτα.<br />
Πρέπει να κάνεις προσπάθεια να δεις<br />
πώς τα τοπία και τα φώτα αλλάζουν στην άλλη πλευρά<br />
πρέπει να κάνεις προσπάθεια</p>
<p>ν&#8217; ανοίξεις το βλέμμα πέρα απ’ το είδωλό σου<br />
πρέπει να κάνεις προσπάθεια<br />
μέχρι να δεις την αντανάκλασή σου<br />
λιωμένη, με ασαφή τα περιγράμματά της<br />
τέλεια εναρμονισμένη στο τοπίο</p>
<h5><strong>ΤΑ ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ</strong></h5>
<p>Κοιτάμε στα μάτια τα κοράκια<br />
και νομίζουμε πως κοιτάμε τον θάνατο<br />
πως όλα πέρασαν<br />
δεν έχουμε πια να φοβόμαστε τίποτα.</p>
<p>Κάτω από κίτρινα άστρα και κόκκινες μπάλες<br />
συναντάμε ανθρώπους που κάποτε ζήσαμε μαζί<br />
κλαίμε<br />
κλαίμε κι αγκαλιαζόμαστε<br />
χωρίς να μιλάμε -πια δε χρειάζεται-<br />
ξέρουμε όλοι.</p>
<p>Μες στα στολίδια μία κάρτα ξεχασμένη<br />
κι η μπαταρία ακόμη εξαντλήθηκε<br />
χτυπάει μόνο κάποιες νότες απ&#8217; τα κάλαντα.</p>
<p>Παιδί δεν αγαπούσα τα Χριστούγεννα<br />
αλλά την προσμονή τους.<br />
Τώρα με συγκατάβαση χαμογελώ πριν έρθουν<br />
γιατί μου μάθανε<br />
πια να μην περιμένω τίποτα,<br />
κάπως με βία τα γιορτάζω<br />
ξέροντας πως τίποτα δε θα αλλάξει<br />
πως οι ελπίδες μας γεράσανε<br />
—μα αν τις πιστεύουμε ετοιμοθάνατες<br />
αρκεί ένα βλέμμα στα κοράκια<br />
για να αναθαρρήσουν πάλι.</p>
<h5><strong>ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑΣ</strong></h5>
<p>Στη ορθογραφία δεν ήμουνα ποτέ ιδιαίτερα καλή.<br />
Έλεγα όπως όλα τα παιδιά:<br />
«Τι θα μου χρειαστεί; Σχήματα είναι».</p>
<p>Τώρα τη βρίσκω συνεχώς μπροστά μου.<br />
Όταν οι άλλοι με ρωτούν πώς νιώθω και<br />
ποια είναι η θέση μου στον κόσμο<br />
―αυτό κυρίως σε συνεντεύξεις για δουλειά―<br />
δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό, τι ν’ απαντήσω:<br />
απορημένη ή απορριμμένη;</p>
<p>Μετά θυμάμαι πως<br />
«η πρόθεση είναι που μετράει»<br />
και λύνω κάπως τους δεσμούς μου.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ</strong></h5>
<p>Δε θέλω να γεράσω και να γίνω από ‘κείνους<br />
που μόλις ακούνε ασθενοφόρο λένε<br />
«μας χαιρέτησε».<br />
Ούτε από ‘κείνους που στα γέλια των νέων και των παιδιών στα πάρκα,<br />
στα πειράγματα των μεθυσμένων ζευγαριών τη νύχτα<br />
τραβάνε την κουρτίνα και σηκώνονται να δουν.<br />
Δεν θέλω να γεράσω με την αγωνία,<br />
―κατ’ άλλους με τον συμβιβασμό</p>
<p>Κι έφτασα ήδη στα μισά του δρόμου<br />
—κάποιοι θα πουν ακόμη τίποτα δεν είδα,<br />
η επιστήμη έχει προχωρήσει, όχι όμως<br />
κι η θέλησή μου για ζωή<br />
και δεν μπορώ ούτε να κατουρήσω μόνος.<br />
Οι σκέψεις μου δεν με αφήνουν.<br />
Ενώ, όταν ήσουνα εσύ, τι φυσικότητα<br />
να κατουρώ μπροστά σου<br />
ενώ εσύ τακτοποιείς τα μπουκαλάκια στο ντουλάπι<br />
και κάτι μουρμουρίζεις για όσα αύριο έχεις να κάνεις,<br />
ενώ εσύ στο τέλος μου ανοίγεις τη βρύση και μου λες<br />
«τέλειωνε, το νερό είναι λίγο στον πλανήτη»<br />
κι εγώ γελάω γιατί γκρινιάζεις για τα πιο απίστευτα πράγματα του<br />
κόσμου<br />
φέρνεις και την πετσέτα και<br />
μου σκουπίζεις τα χέρια σαν μωρό<br />
κι εγώ τ&#8217; απλώνω<br />
κι ας σε περνάω τόσα χρόνια.<br />
«Άντε» μου λες.<br />
Τι να σημαίνει αυτό το «άντε»;<br />
Να, κάτι τέτοια σκέφτομαι και δεν μπορώ να κατουρήσω αφού λείπεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΝΟΙΧΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ<br />
ΔΑΓΚΩΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ (2022)</strong></h4>
<h5><strong>Η ΖΩΗ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Η ζωή μου<br />
το χτύπημα στην πόρτα ενός λεωφορείου<br />
πάντα λάθος συγχρονισμός με οδηγό<br />
ή χαλασμένο όχημα.<br />
Χτυπάω στη μέση να μ’ ανοίξει<br />
ανοίγει μπρος και πίσω.<br />
Τρέχω μπροστά να ανεβώ<br />
η πόρτα κλείνει μ’ επίδειξη μπροστά μου.<br />
Ανοίγει η μεσαία<br />
σαν τον χαμένο τρέχω<br />
κάποτε καταφέρνω ν’ ανεβώ<br />
όλες οι θέσεις άδειες<br />
μα τα χάνω στην απόφαση<br />
ποια να διαλέξω<br />
έτσι πάντα οι άλλοι προλαβαίνουν<br />
κι απομένω εγώ<br />
όρθιος και καταϊδρωμένος<br />
στη φυσούνα του λεωφορείου<br />
να ταλαντεύομαι δεξιά — αριστερά<br />
όπου με πάνε οι δρόμοι, τα λεωφορεία<br />
κι οι οδηγοί.</p>
<h5><strong>ΔΕΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Η ιστορία της ζωής μου είναι<br />
ένας άντρας που περιμένει μια γυναίκα<br />
που περιμένει έναν άντρα<br />
που πάντα αργεί να έρθει<br />
που όταν έρχεται είναι εκεί<br />
και μετά εξαφανίζεται<br />
και η γυναίκα αργεί μα πηγαίνει στον<br />
άντρα που την περιμένει<br />
κι όταν πηγαίνει είναι εκεί<br />
κι έπειτα εξαφανίζεται<br />
και περιμένει έναν άντρα που αργεί να έρθει<br />
και πάει λέγοντας αυτή η ιστορία<br />
που μιλάει για άντρες και γυναίκες<br />
που δεν κοιτάζονται στα μάτια<br />
για άντρες και γυναίκες στη ζωή μου<br />
για άντρες και γυναίκες δίχως φύλο<br />
για άντρες και γυναίκες αλυσίδες.</p>
<h5><strong>ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ</strong></h5>
<p>Του Σίσσυφου η ποινή ανανεώθηκε.<br />
Τώρα δεν κουβαλά τον βράχο κάθε μέρα<br />
απάνω του γλιστράει και σκαρφαλώνει.<br />
Θαλασσινή αλμύρα το αίμα απ’ τα ανοιγμένα γόνατά του.<br />
Στρογγυλές πέτρες σε κεραμιδί<br />
ο ήλιος άγουρος, ακόμα πρωινός, αρχαίος<br />
η ποίηση διώχνει τις μέλισσες<br />
ανάμεσα στους κούνους ανάποδα ο γκρεμός<br />
το σύννεφο περνά μέσα απ’ τον ήλιο<br />
ζάλη<br />
αέρας στα παντζούρια<br />
καρτερά ένα σανίδι που δεν τρίζει.</p>
<p>Του αστραγάλου σφιχτό βραχιόλι φύκι<br />
ποτέ μην κοιμηθείς κάτω από καρυδιά<br />
—ανάπαυση μετ’ εμποδίων—<br />
οι ποιητές πρέπει να έχουνε οξεία μνήμη<br />
το πρόσωπο κυλά μέσα στα χρόνια<br />
πάλη<br />
ο ίδιος σου ο εαυτός<br />
στα πρόσωπα των κοριτσιών που αντίκρισα σε μίσησα.</p>
<p>Υστερογράφω: ο έρως, το γυμνόσιτο κακό, παραμονεύει<br />
να με ερωτευτεί, ζητώ, κάποιος που τ’ όνομά του είναι ερημίτης.</p>
<h5><strong>ΚΑΚΟΚΑΙΡΙΝΟ</strong></h5>
<p>Οι θάλασσές μας γέμισαν πόδια</p>
<p>(εμείς αμέριμνοι<br />
παραθερίζουμε<br />
το δέρμα μας καταλαβαίνει<br />
ότι ο ήλιος του απογεύματος<br />
πάει να δύσει<br />
μόνο και μόνο<br />
για να μας φανερώσει το φεγγάρι)</p>
<p>γι’ αυτό και η επιδερμίδα ανατριχιάζει<br />
γι’ αυτό και βλέπουμε αχνό φεγγάρι</p>
<p>έχουμε μάθει να υποθέτουμε<br />
αυτά που υπάρχουν.</p>
<h5><strong>ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ</strong></h5>
<p>Οι ποιητές πεθαίνουν<br />
κάθε μέρα κι ένας από δαύτους<br />
είναι, λένε, μολυσμένοι.</p>
<p>Στις πέντε τους μαθαίνεις<br />
στις έξι τους ξεχνάς<br />
και Κύριε Ελέησον<br />
κι ανάπαυσον στο ενδιάμεσο.<br />
Αμήν, σταυροκοπήματα και πάμε παρακάτω.</p>
<p>Μα τι με νοιάζει εμένα;<br />
Εγώ σκέφτομαι μοναχά το στόμα σου<br />
που έχω και δεν θέλω τα φιλιά του<br />
που θέλω και δεν έχω τα φιλιά του</p>
<p>σκέφτομαι πως το όνομά μου είναι<br />
Σαρλότ, Ρεβέκκα, Λίζα<br />
ό,τι σ’ αρέσει εσένα, αρκεί όχι εγώ</p>
<p>πηγαίνω στον καθρέφτη και προσεύχομαι<br />
άλλο θεό δεν έχω απ’ το είδωλό μου<br />
κανείς δεν με πιστεύει άλλωστε<br />
πώς να στραφώ εγώ στην πίστη κάποιου άλλου;<br />
αφού κι οι ποιητές πεθαίνουν κάθε μέρα<br />
τι να τις κάνουν πια τις προσευχές μου;<br />
Δεν κάνουνε σουξέ τα μελοδράματα.</p>
<p>Μόνο καμιά φορά αν σε αγγίζω λίγο<br />
στον αγκώνα, στα γόνατα, στα κόκκαλα και τις αιχμές σου<br />
μόνο τότε μαζεύονται κάποιοι απ’ αυτούς τριγύρω<br />
κι αμίλητοι επευφημούν<br />
του θάρρους την πολεμική του έρωτος.</p>
<p>Τι να το κάνεις</p>
<p>φαντάσματα γυρνάνε οι ποιητές<br />
κι αυτοί που δεν πεθάνανε<br />
κι εγώ που τους παρατηρώ<br />
τι άλλο παρά μια τρύπα που κινείται μες στον κόσμο<br />
ένα κενό που περπατά εγώ ο ίδιος<br />
αυτή ’ναι η ταυτότητά μου<br />
κι ας κρύβομαι πίσω<br />
απ’ τα ποιήματα και από τους ποιητές τους.</p>
<h5><strong>ΔΩΡΟ</strong></h5>
<p>στα βιβλία που μου δίνεις τα γράμματά σου<br />
—αφιερώσεις γραμμένες με μολύβι—<br />
με κάνουν και αναρωτιέμαι<br />
πόσο καιρό αντέχει ο γραφίτης;<br />
γιατί δεν έψαξες να βρεις μελάνι<br />
και εμπιστεύτηκες στα χέρια μου ύλη που σβήνει</p>
<p>μα δεν ανησυχώ<br />
όπως τα μεσημέρια κοιτώ τον δρόμο<br />
για να έρθεις<br />
κι αντί για σένα και τα χνάρια σου<br />
βλέπω τον ουρανό και του φωτός τα βήματα</p>
<p>έτσι</p>
<p>πίσω από κάθε γράμμα σου που σβήνω<br />
πίσω από κάθε συλλαβή που κλέβει<br />
ο χρόνος στο ξεφύλλισμα<br />
βλέπω στο χέρι σου<br />
μία αέναη σισσύφεια προσπάθεια<br />
πάντα να γράφεις.</p>
<h5><strong>Η ΠΟΛΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ</strong></h5>
<p>κουβέρτες<br />
κι άλλες κουβέρτες<br />
σωρός κουβέρτες<br />
μόνο κουβέρτες<br />
κουβέρτες κάθετα<br />
και οριζόντια κουβέρτες<br />
σ’ όλες τις αποχρώσεις του μάλλινου καφέ<br />
ένας δρόμος στρωμένος κουβέρτες<br />
ανάμεσα στις κουβέρτες θα βρεις κουβέρτες<br />
κάτω πάνω γύρω από τον άνθρωπο<br />
κουβέρτες</p>
<p>— πίσω του όμως στο γωνιακό πολυκατάστημα<br />
κούκλες, κουκλάκια και τα ζωάκια τους<br />
κοιμούνται στα κρεβατάκια τους<br />
μακάρια.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ</strong></h5>
<p>Ψάχνεις τις νύχτες να δεις φεγγάρι<br />
και την ημέρα άστρα ξεχασμένα<br />
θυμάσαι ονόματα, κοιτάς τους χάρτες<br />
κάπου να πας (χωρίς εμένα)</p>
<p>κι εγώ τι να σου κάνω;<br />
κι άμα διαβάζω ποιήματα για πεφταστέρια<br />
κι άμα κοιτώ από μακριά το ίδιο φεγγάρι<br />
απ’ όλα τα σώματα τα ουράνια<br />
εκείνο που πιο πολύ ποθώ να δω<br />
είναι το σώμα το δικό σου.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΠΟΔΡΑΣΤΟ</strong></h5>
<p>Ένα κορίτσι στη Χαλκιδική<br />
κι ένα αγόρι στη Σαμοθράκη<br />
την ίδια νύχτα<br />
με το κεφάλι ανεστραμμένο<br />
παραφυλούσανε για πεφταστέρια.</p>
<p>Πρώτο το αγόρι έπιασε ένα<br />
μετά και το κορίτσι,<br />
το θήραμά τους όμως<br />
δεν το εξομολογήθηκε κανείς.</p>
<p>Κάποτε συναντήθηκαν.<br />
Κρύβανε από ντροπή τα πεφταστέρια τους<br />
πίσω απ’ την πλάτη<br />
γι’ αυτό ποτέ δε δώσανε τα χέρια<br />
δεν αγκαλιάστηκαν ποτέ.<br />
Χαθήκαν.</p>
<p>Στο μεταξύ τα πεφταστέρια<br />
είχαν γεμίσει τις παλάμες τους πληγές.<br />
Πάλευαν, βλέπετε, να εκπληρώσουν τις ευχές τους.</p>
<h5><strong>ΠΑΙΔΙΚΟ</strong></h5>
<p>Όταν ήμουν παιδί<br />
όπου κι αν πήγαινα βγαίνοντας απ’ το σπίτι<br />
άκουγα το κελάηδημα ενός πουλιού</p>
<p>Το φανταζόμουν κίτρινο και μικρό<br />
έλεγα πως μάλλον μ’ ακολουθούσε,<br />
με προστάτευε μέχρι να πάω πάλι σπίτι</p>
<p>Μεγαλώνοντας<br />
με τα χέρια στις τσέπες<br />
δίχως ν’ ακούω πια καμιά φωνή<br />
είχα πιστέψει πως το πουλάκι πέθανε.<br />
Λάθος. Φοβήθηκε μονάχα τις άγριες γάτες<br />
που συναντήσαμε στα χρόνια<br />
και κρύφτηκε μέσα στ’ αυτί μου.</p>
<p>Μια νύχτα —απόψε, τώρα—<br />
το άκουσα ξανά καθώς περνούσα<br />
αλαφρυμένος απ’ τις σκέψεις μου<br />
απ’ το παρόν, στο παρελθόν, στο μέλλον.</p>
<h5><strong>ΜΕΣΑ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Μέσα μου κουβαλώ αυτούς που λείπουν<br />
όσους στα χρόνια μέσα ταξιδεύουν<br />
το καλοκαίρι πια δεν είναι ξένοιαστο<br />
γίνεται φορτικό<br />
από πρόσωπα και μνήμες</p>
<p>Στημένοι με το βλέμμα προς τα πίσω<br />
βαδίζοντας μπροστά δίχως να βλέπουμε<br />
δύο κομμάτια είμαστε<br />
ντε — πιες που λέγανε παλιά<br />
όσοι δεν πρόλαβα<br />
ντε — πιες και ντουμπλ-φας είμαστε<br />
ρούχα δέρματα είμαστε<br />
κομμένοι και ραμμένοι<br />
κυρίως<br />
συγκολλημένοι<br />
επανενωμένοι θα ’λεγα.</p>
<p>Κι άλλα θα έλεγα<br />
μα σαν αυτούς που απαιτούν τη σιωπή<br />
πολύ φλυάρησα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΣΙΩΠΗ ΣΕ ΔΥΟ ΧΩΡΟΥΣ (2018)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ</strong></h5>
<p>Και τι είναι ο έρωτας;</p>
<p>Κάποιος που υποσχέθηκε να περιμένει<br />
κάποιον που υποσχέθηκε να γυρίσει.</p>
<p>Στο τέλος, κι οι δύο βγαίνουν ψεύτες.</p>
<h5><strong>ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΡΕΙΠΙΑ</strong></h5>
<p>Οι γυναίκες – ερείπια<br />
με τα πόδια τους πάνω σε δίδυμους πύργους<br />
ταξιδεύουν μέσα στη νύχτα.<br />
Πασαλείβονται με λάσπη<br />
για να σ&#8217; αρέσουν όταν τις δεις<br />
στο ανακριτικό, το φως της μέρας.<br />
Ανοίγουν τα μαλλιά τους:<br />
χάλκινο, καστανό, ξανθό.<br />
Σιγά σιγά ανοίγουν κι άλλα.</p>
<p>Οι γυναίκες – ερείπια<br />
κρεμιούνται από κλωστές,<br />
κλωστές ανδρών &#8211; όχι υφασμάτινες,<br />
ξυπνούν πριν απ&#8217; τους άντρες τους και περιμένουν.</p>
<p>Τη ζωή τους καθορίζει μια ανάμνηση από το μέλλον,<br />
μια εικόνα από το οικείο παρελθόν τους,<br />
μια γυναίκα – ερείπιο:<br />
μητέρα, αδελφή, θεία, γιαγιά.<br />
Απόκληρες από το ίδιο τους το θρέμμα,<br />
γυναίκες – ερείπια στήνουν τον κόσμο<br />
και κατοικούν έξω απ&#8217; αυτόν.</p>
<h5><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ</strong></h5>
<p>δεν είναι πόλη πια αυτή<br />
κουφάρι είναι<br />
κάθε γωνιά και μια πληγἠ<br />
στάζει αίμα και πύον από παντού<br />
πέτσες που κρέμονται<br />
δέρμα που επουλώνεται<br />
κι εμείς<br />
παράσιτα πατάμε πάνω και το ξύνουμε.</p>
<p>τότε ζωντανεύουν αναμνήσεις νεκρές<br />
εκείνος<br />
ο άλλος<br />
η παιδική σου φίλη<br />
το μαγαζί που αγόραζες ζαχαρωτά και έκλεισε<br />
ο τραγουδιστής που αγαπούσες κι έφυγε.</p>
<p>αυτή η πόλη είναι ένα σώμα μολυσμένο που σπαράζει<br />
ανοίγει με τα δόντια τις πληγές της<br />
κι έπειτα γλείφουμε εμείς για να τις κρύψουμε.</p>
<p>όρνια νεκρόφιλα βυζαίνουμε την σηψαιμία της.</p>
<h5><strong>ΟΛΑ ΜΕ ΔΟΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Τα φιλάκια χωρίς κουκούτσια<br />
οι έρωτες δίχως μέλλον<br />
το γάλα από σόγια<br />
γιαούρτια με 0%<br />
coctails χωρίς αλκοόλ<br />
γαλοπούλα βραστή και<br />
τα μπιφτέκια στον ατμό<br />
σαλάτα χωρίς λάδι<br />
κι αντί για παγωτό frozen yogurt.</p>
<p>Καλά που είναι κι ο Μπουκόβσκι<br />
να ισορροπεί τον αλιτήριο μέσα μας.</p>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ</strong></h5>
<p>Χθες βράδυ συνάντησα στο πάρκο ένα σαλιγκάρι.<br />
Παραλίγο να το πατήσω.<br />
Τελικά κάθησα και το παρατηρούσα.<br />
Τι μικρή ζωή να κάνει μες σ&#8217; αυτό το μικρό καβούκι<br />
μες σ&#8217; αυτό το τεράστιο πάρκο<br />
μες σ&#8217; αυτήν την τεράστια πόλη<br />
μες σ&#8217; αυτόν τον τεράστιο κόσμο.</p>
<p>Η μύτη μου μούδιασε από συγκίνηση.<br />
Αυτή η απρόσμενη συνάντηση μου αποκάλυψε<br />
δύο αλήθειες:<br />
Ότι ακόμα υπάρχουν πλάσματα που ζουν<br />
-ήσυχα καταπώς φαίνεται-<br />
και πως τηρούν ακόμη τα ονειροπολήματά τους<br />
βγαίνοντας κάθε βράδυ για να κάνουν<br />
τη μοναχική τους βόλτα<br />
στο βρεγμένο χώμα<br />
με κίνδυνο να είναι η τελευταία.</p>
<p>Μικροί ηρωϊκοί ιππότες.</p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΑΘΩΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ</strong></h5>
<p>Στο πληκτρολόγιο<br />
το γράμμα φ<br />
είναι πλάι στο<br />
γράμμα γ.<br />
Έτσι, αντί γονείς<br />
εύκολα γράφεις και<br />
φονείς.</p>
<h5><strong>ΧΩΛ</strong></h5>
<p>Τώρα που λιγοστεύουνε οι μέρες<br />
θα πίνω τ&#8217; απογεύματα μονούς ελληνικούς<br />
στον “πιερότο” ή στο φλιτζάνι με τους χάρτες, τον “κολόμβο”<br />
(πάντα μου άρεσε να δίνω ονόματα σ&#8217; αυτά που αγαπώ)</p>
<p>Θα πιάνω ένα σκαμνάκι στο μπαλκόνι<br />
και θα σκέφτομαι:<br />
μια θάλασσα, μια αυλή, ένα φεγγάρι<br />
και μιαν αιώρα.<br />
Κοντά σ&#8217; αυτά κι ένα βιβλίο.</p>
<p>Αυτό το έχω.<br />
Ίσως γι&#8217; αυτό και δεν φοβάμαι.<br />
Στις μέρες που έρχονται και λιγοστεύουν<br />
δεν έχω τίποτα να χάσω.<br />
Εγώ την ίδια διαδρομή θα κάνω.<br />
Απ&#8217; το δωμάτιο στο μπαλκόνι.</p>
<p>Αντέχεται η διαδρομή αυτή<br />
ακόμη και με σκόνες στον καθρέφτη<br />
ακόμη και με χνούδια που χορεύουν<br />
ακόμη και με τα μαλλιά να πέφτουν.</p>
<p>Αντέχεται η διαδρομή αυτή<br />
ακόμη κι αν δεν θέλεις να την κάνεις.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΡΡΥΘΜΙΕΣ (2016)</strong></h4>
<h5><strong>06.08.14</strong></h5>
<p>Τη μέρα εκείνη που το φεγγαράκι<br />
αποφάσισε να έρθει στη γη<br />
όλα άλλαξαν.<br />
Τα βράδια δεν τα περνούσε πια<br />
μετρώντας τ’ άστρα<br />
ούτε κυνηγώντας τις μάγισσες<br />
με τα ιπτάμενα σκουπόξυλα.</p>
<p>Είχε το βλέμμα του αλλού στραμμένο.<br />
Κοιτούσε τα μπαλκόνια και τα σπίτια των ανθρώπων.<br />
Χάζευε τα παιχνίδια τους.<br />
Κρυφοκοίταζε στα βιβλία τους.<br />
Αναρωτιόταν ποιο μέσο ήταν το καταλληλότερο<br />
για το κρυφό του ταξίδι.</p>
<p>Κι ένα βράδυ<br />
το φως του χάθηκε από τον ουρανό<br />
κι εκείνο γλίστρησε σ’ ένα, καλά κρυμμένο, αερόστατο.<br />
Το αερόστατο πετούσε και πετούσε για καιρό<br />
και όταν προσγειώθηκε<br />
το φεγγαράκι έφτασε επιτέλους στη γη<br />
κι ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει<br />
με τέτοια δύναμη,<br />
σαν την ορμή των τρένων που περνάνε.</p>
<p>Τη μέρα εκείνη που το φεγγαράκι<br />
αποφάσισε να επισκεφθεί τη γη<br />
ένα μωρό γεννήθηκε στη ζέστη μιας γυναίκας.</p>
<h5><strong>8.11</strong></h5>
<p>Τι είναι αυτός ο παράξενος ήχος<br />
σαν τρίξιμο ή σφύριγμα<br />
που ακούω κάθε νύχτα<br />
την ώρα που διασχίζω αυτόν τον ίδιο δρόμο<br />
την ώρα που κοιτάω τα φθινοπωρινά φύλλα των δέντρων<br />
την ώρα που τα πόδια μου αδυνατούν ν’ αποφασίσουν μεταξύ<br />
βαρύτητας κι ανυπαρξίας.</p>
<h5><strong>ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Ας υποθέσουμε πως επιπλέουμε ανάσκελα στη θάλασσα<br />
και πως κρατάμε τα μάτια μας κλειστά,<br />
σαν τον Χριστό την ώρα της ανατομίας.</p>
<p>Ας φανταστούμε, τώρα, ότι τ’ ανοίγουμε με προσοχή<br />
– να μην κοιτάξει το βλεφάρισμα την ηρεμία του νερού –<br />
κι ότι κοιτάμε ευθεία από πάνω μας, τον ουρανό.</p>
<p>Ας δούμε τώρα και τη λευκή γραμμή που άφησε τ’ αεροπλάνο.<br />
Διαπερνά σαν βέλος και τρυπάει κάτι στρογγυλό.<br />
Καίγεται απ’ αυτό, παίρνει φωτιά και συνεχίζει.</p>
<p>Ας υποθέσουμε πως είναι ο ήλιος,<br />
ποτέ η καρδιά μου δεν ήταν τόσο κίτρινη.</p>
<h5><strong>ΓΕΝΕΘΛΙΑ</strong></h5>
<p>Κάποτε οι άνθρωποι εφηύρανε τα ποιήματα<br />
για να ναρκώνουνε τη μοναξιά τους<br />
να καταπίνουν σαν χαπάκια το μελάνι<br />
και να εκσφενδονίζουν λέξεις<br />
για να ξορκίσουνε τις ιδιορρυθμίες τους.</p>
<p>Τώρα το ανικανοποίητο δεν βουλώνεται με λέξεις<br />
ούτε με πράξεις ρουτίνας προσυμφωνημένες.<br />
Για να αδειάσω το μυαλό μου μεταφορικώς<br />
–προτού αδειάσει ίσως και κυριολεκτώντας–<br />
χρειάζομαι μονάχα κάτι να με ξαφνιάσει:<br />
ένα παλιό κεράκι γενεθλίων για να το ξανασβήσω<br />
μια λέξη γραμμένη βιαστικά σε μια χαρτοπετσέτα<br />
έναν χορό να με γεμίσει δάκρυα κάποιο απόγευμα στο άδειο σπίτι<br />
κάτι που να ’ρχεται αντίθετα με την πορεία που τραβάμε.<br />
Γιατί ζωή είναι οι μέρες που περνάνε<br />
και τίποτα άλλο.<br />
Δεν έχει νόημα, σκοπό ή κάποιο στόχο.<br />
Στο μόνο τέλος που οδηγεί είναι στην βέβαιη έκπληξη.</p>
<h5><strong>ΙΟΥΝΗΣ</strong></h5>
<p>Μάτωσαν τα νύχια σου και μάτωσαν τα ρούχα σου<br />
μάτωσαν οι λυγμοί σου γιατί μάτωσε η καρδιά σου<br />
μάτωσαν τα ψέματά σου<br />
και μάτωσαν οι επιθυμίες μου.</p>
<p>Και τι θ’ απομείνει από σένα τελικά;<br />
Εσύ, μια λίμνη αίματος,<br />
να με κοιτάς μ’ αυτά τα μάτια πριν ματώσουν.</p>
<p>Πορεία σε τυχαία εκατόμβη.</p>
<h5><strong>Ή ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ</strong></h5>
<p>Και μένεις μόνος να κοιτάζεις από το πίσω κάθισμα του αμαξιού<br />
το χάος.<br />
Το δικό σου χάος που απλώνεται μπροστά σου<br />
και που κρύβεται μέσα στο Θερμαϊκό<br />
και μες στα φώτα.<br />
Δεν ξεχωρίζεις ποια πλευρά της πόλης είναι.<br />
Δεν ξεχωρίζεις ποια πλευρά δική σου είσαι.<br />
Δικαιολογείς τις πράξεις σου.<br />
Όλα είναι εμπειρίες.<br />
Κυρίως τα μεγαλύτερά σου λάθη.<br />
Αυτά που κάνεις χωρίς να το καταλαβαίνεις<br />
στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου<br />
νιώθοντας μόνος<br />
ενώ βυθίζεσαι ολοένα στην επιθυμία του άλλου.<br />
Και οι δικές σου επιθυμίες;<br />
Τις σκέφτηκες αυτές ποτέ;</p>
<p>Κρίμα ρε μαλάκα εαυτέ μου.</p>
<h5><strong>ΛΗΜΝΙΑ ΓΗ</strong></h5>
<p>Πώς περιγράφεται με μία λέξη<br />
αυτό που νιώθεις όταν το πλοίο τρέμει κάτω απ’ τα πόδια σου<br />
και με την καταβύθιση της άγκυρας<br />
βαθαίνει κι η ψυχή σου και βυθίζεται<br />
βυθίζεται ολοένα<br />
την νιώθεις να κατηφορίζει σ’ όλο σου το σώμα.<br />
Φτάνει στα πόδια.<br />
Παγιδεύεται.<br />
Δεν βρίσκει τρόπο διαφυγής.<br />
Την πιάνει πανικός. Χτυπάει συναγερμός.<br />
Νιώθεις ότι θα καταρρεύσεις.<br />
Κοιτάς στο βράχο το εκκλησάκι.<br />
Προσεύχεσαι.<br />
Ελπίζεις να μη γυρίσεις πίσω.<br />
Ελπίζει να γυρίσει πάλι στη θέση της.<br />
Ετοιμάζεσαι να κατέβεις.<br />
Δακρύζεις.<br />
– Άραγε πόσο συχνά νιώθεις αυτήν την προσμονή για κάποιον τόπο άγνωστο;<br />
Με το δεξί πατάς τη γη της Λήμνου<br />
το αριστερό να αιωρείται – από ανάγκη<br />
στη γη του Φιλοκτήτη σέρνεσαι κι εσύ<br />
και την ψυχή σου πάτησε η απάτη.</p>
<h5><strong>ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ</strong></h5>
<p>Μπορεί να μην ξέρω ποια είμαι<br />
ν’ αναζητώ τον εαυτό μου<br />
ανάμεσα στα σύννεφα και στα πουλιά<br />
– σίγουρα πάντως κάπου στον ουρανό –<br />
Μπορεί να τραγουδάω μόνη μου στους δρόμους<br />
τραγούδια που δεν λένε τίποτα<br />
κι έπειτα να βουβαίνομαι διά παντός<br />
– απάντηση δεν έχω για το πού πηγαίνω –<br />
Μπορεί να μην μπορώ να πω με σιγουριά<br />
ούτε βέβαια και μ’ επιφύλαξη<br />
ποιο είναι το νόημα της ζωής<br />
– ή η ματαιότητα του θανάτου –<br />
ωστόσο έχω κατακτήσει μέσα μου<br />
την πιο βαθιά ου–τοπική αλήθεια:<br />
μόνη πατρίδα μας το σώμα του άλλου.</p>
<h5><strong>ΡΟΥΤΙΝΑ</strong></h5>
<p>Κοιτάζω κάτω απ’ το λευκό σεντόνι.<br />
Ακούγονται, από μακριά, σκυλιά.<br />
Με αναγνωρίζω.<br />
Με μύρισαν κι έρχονται.</p>
<p>Βραδιάζει.<br />
Ή ξημερώνει.<br />
Πάντως η ώρα προχωρά.<br />
Εγώ ακίνητος.</p>
<p>Κοιτάζω κάτω απ’ το λευκό σεντόνι.<br />
Αυτά τα σκυλιά δεν ήτανε για μένα.<br />
Σκέφτομαι για μια στιγμή τον ήλιο.<br />
Έπειτα το φεγγάρι.<br />
Ανασηκώνω το σεντόνι<br />
προσεύχομαι ψιθυριστά στο όνομά σου<br />
και παίρνω θέση στο τραπέζι.</p>
<h5><strong>ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΘΑΥΜΑ</strong></h5>
<p>Το ελληνικό θαύμα δεν είναι<br />
η επανάσταση του ’21<br />
ούτε που διώξαμε τους Γερμανούς.<br />
Το ελληνικό θαύμα είναι ο λόγος<br />
που γίνανε αυτά.</p>
<p>Ο ουρανός που ’ναι γαλάζιος<br />
το αεράκι στα φύλλα της ελιάς<br />
ο ήλιος, συμφωνημένος παίκτης σε κρυφτούλι,<br />
κι η θάλασσα, που ξέρει πιο πολλά απ’ όσα φανερώνει.</p>
<p>Πώς να ηρεμήσεις όταν ξες πως τούτους<br />
ο απέραντος κόσμος<br />
δεν φτιάχτηκε για σένα!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΣΕ ΜΗ+ (2013)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Διαπεραστικό Σκότος</strong></h6>
<h5><strong>ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ</strong></h5>
<p>Κάποιος με ακολουθεί.<br />
Κρύβεται πίσω μου σ’ όλη μου τη ζωή και<br />
με κρατά μ’ αόρατο λουρί.<br />
Δεν τον βλέπουν οι άλλοι.<br />
Είμαι μόνη και είναι αόρατός.<br />
Μοιάζω μεγάλη και μοιάζει μικρός.<br />
Δεν είναι έτσι.<br />
Άλλο το φαίνεσθαι κι άλλο το είναι.<br />
Γυρίζω απότομα και τον κοιτάω<br />
κατάματα. ,<br />
ψύλλος που μου κόλλησε στο δέρμα.</p>
<h5><strong>MAMBO</strong></h5>
<p>Να σε βρω και να σε σκοτώσω.<br />
Να θαφτώ μέσα στα χιόνια<br />
για να με πατήσουνε δυο μπότες στο κεφάλι.</p>
<p>Τότε θα βγάλω ό,τι έχω απ’ το λαιμό μου<br />
και θα το πετάξω στον αέρα.</p>
<p>Τα μυαλά μου θα τα κρεμάσω σε ξύλινο δοκάρι, σαν σημαία.<br />
Θα τα τραβάω μέχρι να ξεμπερδέψουν τα καλώδια.<br />
Να γίνουν μια ευθεία γραμμή.</p>
<p>Και τότε, θα πάρω ένα ψαλίδι και θα τα κόψω.<br />
Σαν τον ομφάλιο λώρο.<br />
Κι έτσι μετά δεν θα πονάω.<br />
Θα έχω ελευθερία.<br />
Κι όπως θα φτιάξω μια θηλιά και θα τη δέσω<br />
στα απομεινάρια του λαιμού μου,<br />
τα χέρια και τα πόδια μου θα μείνουν φτερά.</p>
<h5><strong>ΕΝΥΔΡΕΙΟ</strong></h5>
<p>Γιατί σ’ αρέσουν τα δελφίνια;<br />
Έχεις καταλάβει;<br />
Επειδή μοιάζουν να χαμογελούν;<br />
Κι οι κλόουν χαμογελούν με τον ίδιο φυλακισμένο τρόπο<br />
(ή τρόμο, διάλεξε εσύ).</p>
<p>Επειδή τους αρέσουν τα παιχνίδια;<br />
Και στα παιδιά θα άρεσαν αν δεν τους έκλεινες το στόμα.</p>
<p>Η αλήθεια είναι ότι πιο πολύ σ’ αρέσουνε οι καρχαρίες.<br />
Αλλά σε τρώνε.</p>
<p>Γι’ αυτό πάντοτε κάνεις αυτό που πρέπει,<br />
κι όχι αυτό που θες.</p>
<p>Μόνο να μη σε πιάσω στα δόντια μου.</p>
<h5><strong>ΚΟΡΔΟΒΑ</strong></h5>
<p>Όταν θα φύγω για την Κόρδοβα<br />
θα με ξεχάσετε όλοι.<br />
Τα πράσινα φωτάκια τ’ ουρανού<br />
θα τα βλέπω πιο όμορφα εκεί.</p>
<p>«Μακρινή και μόνη»;</p>
<p>Εγώ.</p>
<p>Η Κόρδοβα θα μ’ έχει για παρέα.<br />
Φυτεύοντας τα πρωινά ζουμπούλια σε πήλινες γλάστρες,<br />
δροσίζοντας τα πόδια μου μ’ ανθόνερο,<br />
γλυκαίνοντας το στόμα μου με δυόσμο,<br />
θα χαμογελάω στους περαστικούς,<br />
στους διανοούμενους και στους σαλταρισμένους.</p>
<p>Τα βράδια θα με ποτίζω σανγκριά ώσπου να μεγαλώσω.</p>
<p>Θα κλαίω κάποια αγάπη που εχάθη.<br />
Κι ο θρήνος μου θα γίνεται τραγούδι.<br />
Θα βλέπω το φεγγάρι και θα λέω<br />
«Άραγε ποιος μ’ ακούει τώρα;<br />
Με σκέφτεται κανείς;»<br />
Και θ’ απαντώ πως<br />
«Ναι, ο εαυτός σου!»</p>
<p>Και τότε θα γελάω πικραμένα για τα χρόνια που έχασα.</p>
<p>Και θα χορεύω τρελά όλη τη νύχτα<br />
σαν μια μικρή,<br />
σαν μια μικρή πολύ ξελογιασμένη.</p>
<p>Μάγισσα, που σ’ έχασα, των παιδικών μου χρόνων<br />
σε βρήκα πάλι στην Κόρδοβα πίσω.</p>
<h5><strong>ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΟΣ</strong></h5>
<p>Όταν κανείς δεν σ’ αφήνει να κλάψεις,<br />
όταν τα δάκρυα σου απαγορεύονται<br />
και πρέπει να κρυφτούν,<br />
όταν το στήθος σου τραντάζεται,<br />
νιώθεις να τρέμεις,<br />
η καρδιά θέλει να ξεπηδήσει, να βγει,<br />
να ζήσει μόνη της, μακριά σου,<br />
να μην την έχεις και να μη σ’ έχει ανάγκη,<br />
να μην την περιορίζεις σ’ αυτό το φέρετρο<br />
το μόνο που φοβάσαι είναι μην παρασύρει μαζί κι άλλα</p>
<p>(τα μάτια σου για να μην κλαίνε,<br />
τα δάχτυλά σου για να μην αγγίζουν,<br />
το μυαλό σου για να μην θυμάται)<br />
το μόνο που φοβάσαι είναι μην παρασύρει μαζί κι άλλα</p>
<p>και ξεχάσει μόνο τη μύτη σου,<br />
και αφήσει πάνω σου τη μυρωδιά κάποιου άλλου.</p>
<h5><strong>ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΕΙΜΑΣΤΕ</strong></h5>
<p>Θέλω να φύγω από εδώ.<br />
Αφού ποτέ δεν θα &#8216;ρθει η ευτυχία.<br />
Κι ό,τι νόμιζα πως ήρθε, με κορόιδεψε.<br />
Όλοι με πουλάνε.<br />
Αλλάζουν τα γούστα τους.<br />
Θέλουν ν&#8217; αλλάξουν και τα δικά μου.<br />
Μα πόσο ίδιοι είναι όλοι;<br />
Αν δεν σπάσει το κεφάλι μου απ&#8217; τα σφυριά<br />
θα το σπάσω εγώ.</p>
<p>Κι η λύπη στην καρδιά μου<br />
βολικός νοικάρης.</p>
<p>Όλοι απομακρύνονται από μένα<br />
για τον λόγο που με πλησίασαν.</p>
<p>Ε, λοιπόν, φωτιά να τους κάψει!</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>Συνομιλίες σε Μη+</strong></h6>
<h5><strong>ΕΚΕΙΝΗ<br />
</strong></h5>
<h6><strong>α. Η ζωή θα είναι πάντα Αμελί</strong></h6>
<p>Η ζωή είναι ό,τι θέλω.<br />
Η ζωή μου είναι όπως τη θέλω.<br />
Οι μικρές απολαύσεις της ζωής μου δίνουν μεγαλύτερη<br />
χαρά<br />
από τις δήθεν συμβουλές σου.<br />
Ναι, ακριβώς!<br />
Το να χώνω τα χέρια μου στα σακιά με τα όσπρια γεμίζει τα κενά μου.<br />
Καλύπτει όλες τις τρύπες μου.<br />
Ή την μία και μοναδική μου.<br />
Μπορεί ο Σηκουάνας να είναι μακριά,<br />
μα τον αισθάνομαι μέσ’ απ’ τον βρώμικο, απαράλλαχτο Θερμαϊκό.<br />
Κι αν είμαι μόνη μου,<br />
είναι γιατί με άφησες να φύγω τόσο εύκολα.<br />
Μεγάλο λάθος, το ξέρεις ήδη.<br />
Αφού πάντα θα προτιμώ τη φανταστική μου σχέση με κάποιον<br />
μυστηριώδη τύπο που δεν ξέρω.<br />
Παρά τις συναναστροφές με τους<br />
σαχλούς<br />
γλοιώδεις<br />
υπαρκτούς<br />
ανθρώπους της ζωής μου.<br />
Μπορεί η ζωή να μην είναι γλυκιά σαν κρεμ μπρουλέ,<br />
μα ο ήχος όταν σπάει είναι ο ίδιος.<br />
Μπορεί η ζωή να μου πετάει πίσω τις πέτρες που ρίχνω στο ποτάμι,<br />
μα ποτέ δεν πετυχαίνει τον στόχο της: να σταματήσω.<br />
Δεν ξέρω αν η ζωή είναι μικρή<br />
-ίσως να είναι τεράστια και να γυρνάει στους αιώνες-<br />
αυτό που ξέρω είναι<br />
ότι η ζωή μου είναι Αμελί.</p>
<h6><strong>β. Έμεινα δάσος</strong></h6>
<p>Ακόμα κι όταν βγήκε απ’ το δάσος της, τι έγινε;<br />
Είδε άλλα δάση.<br />
Βρήκε κι άλλα δάση, πιο πυκνά.<br />
Αυτά φοβόνταν.<br />
Τα πυκνά δάση που της έμοιαζαν.</p>
<p>Και πώς αντιδράει ένα δάσος;<br />
Εγώ, λέω, πως αντιδράει σαν εσένα.<br />
Σκύβει για μια στιγμή πάνω απ’ τους άλλους:<br />
ανθρώπους, εκδρομείς, περαστικούς.<br />
Τους ξεκουράζει δίνοντάς τους μιαν ανάσα.<br />
Κι έπειτα, τους την παίρνει πάλι πίσω,<br />
γιατί είδε άλλα κουρασμένα ανθρωπάκια.</p>
<p>Εσύ της έμαθες να είναι δάσος.<br />
Εσύ μου έμαθες να είμαι δάσος.<br />
Κι ας μη με ξέρεις πια καθόλου.</p>
<h6><strong>γ. Εξορία</strong></h6>
<p>Ερωτεύτηκα. Μια τη ζωή και μια εσένα.<br />
Παράλληλα.<br />
Και παράφορα.<br />
Μέσα από σένα ερωτεύτηκα τη ζωή.<br />
Οριστικά.<br />
Η πόλη είναι μικρή για να σε χάσω<br />
και ξέρω ότι μ’ ακολουθείς.<br />
Όμως, ο κόσμος είναι απέραντος.<br />
Ίσως και να σε χάσω τελικά.</p>
<p>Ζω στον πλανήτη μου, στον κόσμο μου, στον χώρο μου.<br />
Στην Εξορία.<br />
Μπλέκω σε λαβυρίνθους δαιδαλώδεις, νοητούς,<br />
μα έχεις κάνει σύμμαχο και το μυαλό μου<br />
και δεν μ’ αφήνει να σε βρω.<br />
Ποιον δρόμο να πάριο τώρα;<br />
Θα χτίσω γέφυρα από σύννεφα για να περάσω.<br />
Θα σε εκπλήξω και θα με πεις τρελή.<br />
Θα σηκωθείς να φύγεις, βέβαια, μου το ’πες.</p>
<p>Μετά, λες, ξέχασα το άρωμά σου.<br />
Ξεχνιέται, μήπως;<br />
Το μυρίζω παντού.<br />
Το μυρίζω πάνω μου συνέχεια.<br />
Στο δέρμα μου κατοικεί το άγγιγμά σου.<br />
Και σε σβήνω. Προσπαθώ.<br />
Μα έχει κι η αφή δική της μνήμη.</p>
<p>Πώς να θερίσω πάθη μ’ άλλον;<br />
Με σένα μόνο έσπειρα θύελλες.<br />
Στο κρεβάτι μου αγρανάπαυση.<br />
Μόνο ο Ήλιος, αν έρθει, θα οργώσει.</p>
<p>Και μην ξεχνάς,<br />
μόνοι μας διαλέγουμε το κλουβί μας.<br />
Άλλοι, όμως, μας ντύνουν πάντα.<br />
Εσύ τι χρώμα θα διαλέξεις;</p>
<p>Το χάος δεν είναι μακριά.<br />
Σε περιμένω.</p>
<h6><strong>στ. Ο μονόλογος της τρελής</strong></h6>
<p>Γιατί εξαφανίστηκες;<br />
Τόση ήταν η αγάπη σου;<br />
Έλεγες πως με περίμενες καιρό και<br />
με την πρώτη αστοχία μου, την κάνεις.<br />
Και ξέρω που πας.<br />
Να συνεχίσεις τη μεγάλη ζωή σου<br />
με τα ξενύχτια και τα κοριτσάκια που τρέχουν πίσω σου.<br />
Με τους φίλους που σπάτε πλάκα μαζί<br />
και κοροϊδεύετε τη μικρή που ’φαγε κόλλημα.<br />
Και ξέρω γιατί πας.<br />
Πας γιατί με θέλεις ετερόφωτη και δεν σου βγαίνει.<br />
Δυο εγωιστές μαζί δεν κάνουνε.<br />
Σύγκρουση δύο τρένων.<br />
Ποιος θα γλιτώσει;<br />
Όχι πάντως η αγάπη.<br />
Δεν θέλω να σου φορτώνομαι.<br />
Θέλω να σε βρίσω<br />
Δεν θέλω να σε θυμάμαι.<br />
Θέλω να μη με ξεχάσεις.<br />
Κι, αν όπως λες, η ανασφάλεια χτυπάει κόκκινο σε μένα<br />
-γιατί; τι έχει το κόκκινο αλήθεια;-<br />
βοήθα με να αισθανθώ τη σιγουριά σου.</p>
<h5><strong>ΕΚΕΙΝΟΣ</strong></h5>
<h6><strong>α. Ασυναίσθητος</strong></h6>
<p>Άγουρο φρούτο κι από πάνω του ο έρωτας.<br />
Ο έρωτας, μαζί κι ο χάρος.<br />
Προτιμάει τον χάρο. Πιο αληθινός και σίγουρος.<br />
Ο έρωτας ας πάει αλλού να παίξει.<br />
Ν’ απλώσει τα φτερά τα τσακισμένα του<br />
και να μοιράσει ψεύτικες ελπίδες σε τσίγκινες καρδιές.</p>
<p>Φέρε μου το κρασί να πιω.<br />
Αυτό, το κόκκινο, το αγαπημένο της σκιάς μου.<br />
Μη λες πως θα μεθύσω.<br />
Κανείς δεν μέθυσε με αίμα απ’ την πληγή του.<br />
Τίποτα δεν είναι όπως-πρέπει.<br />
Μόνο η συνήθεια συνεχίζει την αδιάκοπη ρουτίνα,<br />
τικ τακ<br />
Σε σκέφτομαι,<br />
τικ τακ<br />
Όχι·<br />
τικ τακ<br />
Και πάλι ναι.<br />
τικ τακ<br />
Το παιχνιδάκι της συνήθειας έχω γίνει.</p>
<h6><strong>β. Συγχώρεση</strong></h6>
<p>Ποτέ μη ζητάς συγγνώμη γι’ αυτό που θέλησες να κάνεις.<br />
Συγγνώμη από γονείς που εγκαταλείπεις,<br />
από φίλους που δεν θυμάσαι πια,<br />
από «αγάπες» που δεν ξεδίψασες ποτέ,<br />
από όνειρα που ποτέ δεν θα ερμηνεύσεις.</p>
<p>Μη μου ζητάς συγγνώμη.<br />
Και μη μου ξαναλές τα ίδια.<br />
Η αγάπη δεν θέλει θεωρίες κι αναλύσεις.<br />
Απεχθάνεσαι το μπλα-μπλα<br />
αλλά δεν κάνεις τίποτα άλλο.<br />
Με ρώτησαν ποτέ τα μάτια σου για να τους πω;<br />
Εγώ αυτό το λέω λιποταξία.</p>
<p>Τ’ αγρίμια δεν τάζουν στους ανθρώπους.<br />
Φύγε.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ</strong></h5>
<h6><strong>α. Δαίμονες</strong></h6>
<p>Είσαι θεός και διάβολος μαζί.<br />
Ξέρω πως νοιάζεσαι και πως πεθαίνεις.<br />
Μα κοιτάς τόσο την πάρτη σου.<br />
Σ’ αρέσει να σπέρνεις ζιζάνια σκέψης<br />
(όχι διχόνοιας -μακριά από ’δω- εσύ τους αγαπάς τους ανθρώπους&#8230;)</p>
<p>Θέλεις να σ’ αγαπάνε.<br />
Κυρίως αυτό.<br />
Να σ’ αγαπάνε σαν δαιμονισμένοι.<br />
Το κόκκινο είναι το χρώμα του δαίμονα,<br />
εσένα όμως σ’ ενοχλούσε.<br />
Όταν εκνευρίζεσαι γίνεσαι μαύρος.<br />
Μα είναι μαύρος ο Θεός;</p>
<p>Μάλλον σ’ έχω ερωτευτεί.<br />
Έτσι δεν το ’πε ένας σπουδαίος;<br />
«Έρωτας είναι όταν το μυαλό σου συνδιαλέγεται με τον Θεό<br />
και το κορμί σου με τον Διάβολο».<br />
Είσαι ο θεοποιημένος δαίμονας της ζωής μου.</p>
<h6><strong>β. Η σημασία της Ελευθερίας</strong></h6>
<p>«Οι μέρες που εναλλάσσονται<br />
Είναι δική μας επινόηση<br />
Μέσα σε μια στιγμή υπάρχει<br />
Πιθανότητα για ελευθερία»<br />
Χρ. Ελμάζης</p>
<p>Αχ, πότε θα ελευθερωθώ από τα καταπιεσμένα ένστικτά μου;<br />
Τα κουβαλάω μέσα μου μια ζωή.<br />
Όλα με κυνηγούν και δεν με πιάνουν.<br />
Πόσο ακόμα θα με καίει η φωτιά του χρόνου;<br />
-παρανάλωμα ενός ήλιου που δεν έδυσε<br />
που θ’ αργήσει μάλιστα να δύσει.<br />
Κι όταν βουτήξω στα βαθιά, θα μείνω να κοιτάω την προκυμαία.<br />
Σημαία σε νωχελικό καιρό η Ελευθερία.<br />
Καρφωμένη σ’ έναν πάσσαλο καμαρώνει με τα τερτίπια του αέρα.<br />
Τόσο ελεύθεροι κι εμείς.</p>
<h6><strong>γ. Αέρα!</strong></h6>
<p>Νέα εποχή. «Ναι καλά!»<br />
Κι η παλιά πού πήγε;<br />
αφού στέκεται και με κοιτά ειρωνικά.<br />
«Θα ξαναρθώ! Μην κάνεις βήμα! Δεν θα σ’ αφήσω!»<br />
ουρλιάζει στο κεφάλι άγνωστη φωνή.<br />
«Δεν θέλω! Φύγε! Δεν σε γουστάρω πια!»<br />
με τον εαυτό μου, μόνη μου μαλώνω.<br />
Κι αν φύγει, τι; δεν θα ξανάρθει;<br />
κρυμμένη πάντα από κάτω<br />
θα περιμένει.<br />
Αν τη σκοτώσω, σκοτώνω εμένα<br />
αν την αφήσω, ξεψυχώ.<br />
Τι να την κάνω,<br />
αφού μακριά της δεν μπορώ;</p>
<p>Πάλι με τούμπαρε, είδες;<br />
Με κάνει ό,τι θέλει πια.<br />
Σαν μαριονέτα με κρατάει απ’ τα σχοινιά<br />
και όπου θέλει με πηγαίνει.<br />
«Δεν θα μου πάρεις τα μυαλά, ακούς;»<br />
ακούω στο άδειο μου δωμάτιο<br />
και κάνω ένα βήμα προς τα μπρος.</p>
<h6><strong>δ. Το Αντιδραστικό Κορδόνι</strong></h6>
<p>Το Αντιδραστικό Κορδόνι που λύνεται συνέχεια<br />
είναι το μόνο αντιδραστικό στοιχείο πάνω μου.</p>
<p>Ντύνομαι κόκκινα.<br />
Κόκκινο της φωτιάς, της επανάστασης, του δαίμονα.<br />
Αλλά δεν αντιδρώ.</p>
<p>Το κορδόνι μου αντιδρά στ’ αφεντικό του.<br />
Σιχαίνεται τα θέλω μου.<br />
Κάθεται και το ποδοπατάω.<br />
Όμως, συνεχίζει ν’ αντιδράει</p>
<p>Ενώ εγώ πεθαίνω κάθε μέρα.<br />
Βουλιάζω στην απειροελαχιστότητά μου.<br />
Με ποδοπατούν και δεν καταλαβαίνω.<br />
Ουρλιάζω από μέσα μου.<br />
Ουρλιάζω;<br />
Μάλλον σαρκάζω τον εαυτό μου.</p>
<p>Καλά που είναι και το Κορδόνι.</p>
<h5><strong>ΖΩΗ</strong></h5>
<h6><strong>α. Αφροδίτη</strong></h6>
<p>Μικρέ μου πρίγκιπα,</p>
<p>ο ύπνος δεν σβήνει τα γαλανά σου μάτια.<br />
Κάνε με άγγελο των προσδοκιών σου<br />
και θα γλιστρήσουμε στα σύννεφα μαζί.<br />
Πώς δεν φοβάσαι τ&#8217; άστρα;<br />
είναι επικίνδυνοι εχθροί που θέλουν να σε πάρουν.<br />
Η Αφροδίτη μού μιλά για σένα κάθε νύχτα.<br />
Φέγγει το φως της μόνο για να γράφεις εσύ.<br />
Λέει πως ξενυχτάς μόνο για κείνη, κι εγώ ζηλεύω.</p>
<p>Γύρνα στον πλανήτη σου αγάπη μου<br />
κι άσε να θρηνώ στα στάχυα μόνη.</p>
<h6><strong>β. Τα νήματα</strong></h6>
<p>Η ζωή είναι ένα κουβάρι.<br />
Παίζεις σαν γάτα με αυτό<br />
απ&#8217; τη στιγμή της γέννησής σου.<br />
Στην αρχή το αφήνεις να κυλάει μόνο του<br />
και τρέχεις από πίσω να το φτάσεις.<br />
Παίζεις.<br />
Όσο κυλάει το κουβάρι, τα νήματα μπερδεύονται.<br />
Κάνεις να το ξεδιαλύνεις,<br />
μ&#8217; αυτό μπλέκεται όλο και πιο πολύ.<br />
Στο τέλος, κουρασμένος απ&#8217; την προσπάθεια,<br />
αφήνεις τα νήματα να τυλιχτούν<br />
γύρω απ&#8217; τον λαιμό σου.<br />
Δεν παίζεις πια.</p>
<h6><strong>γ. Λανθάνω</strong></h6>
<p>Το λάθος είναι ένα.<br />
Οι αλήθειες είναι πολλές.<br />
Ή μήπως ανάποδα;</p>
<p>Λανθάνω θα πει: «Διαφεύγω της προσοχής».<br />
Άρα λάθος τι θα πει;<br />
«Κάνω κάτι χωρίς να προσέχω».<br />
Αν πρόσεχα, θα ήταν σωστό.</p>
<p>Και αλήθεια τι θα πει;<br />
«Παραδέχομαι το λάθος μου».<br />
Δεν πρόσεξα και τώρα το φωνάζω.</p>
<p>Έπειτα έρχεται η λήθη.<br />
Η λήθη τι είναι;<br />
«Ξεχνάω το λάθος που έκανα».<br />
Ή ξεχνάω που δεν πρόσεξα.</p>
<p>Και πιο πονάει πιο πολύ;<br />
Το λάθος;<br />
Η αλήθεια;<br />
Ή η λήθη;</p>
<h5><strong>ΤΑ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ</strong></h5>
<p>Ροή. Η μαγική σου λέξη.<br />
Όλη η κατάληξη των σκέψεών σου<br />
και η πηγή τα&gt;ν συναισθημάτων σου.<br />
Δεν τη φυλάς κάτω απ’ τη γλώσσα,<br />
τη μοιράζει η καρδιά σου.<br />
Η ζωή είναι, λες, ροή.<br />
Ποια είναι όμως η δική μου η ροή;<br />
Θα σμίξουν τα ποτάμια μας;<br />
-Τα ρυάκια από καιρό έχουν πεθάνει-<br />
Μην αφήνεις τη ζωή να σε παρασύρει.<br />
Έχεις δική σου.<br />
Ό,τι θες!</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Ιωάννα, αύριο δεν θα υπάρχεις.<br />
Θα συναντήσεις ένα φάντασμα και θα σε πάρει από το χέρι.<br />
Με σιδερένια γροθιά θα τσακίσει τα μάγουλά σου, όπως έκανε με τις σκέψεις σου.<br />
Και θα πεθάνεις.<br />
Κανείς δεν θα θρηνολογήσει τον χαμό σου.<br />
Όλα θα συνεχίσουν όπως πρώτα.</p>
<p>Φύγε από δω.<br />
Εξιλεώσου κι εξαϋλώσου.·<br />
Τόσο πια που το θέλησες να είσαι άλλη.<br />
A Dio.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Να ταξιδέψουμε μαζί μ&#8217; αεροπλάνο<br />
να δω στα μάτια σου τη λάμψη της φωτιάς<br />
το ράγισμα που θα κάνει ο φόβος στη σκιά σου<br />
τη σιωπή που θα γεμίζει με τόσες λέξεις το μυαλό σου<br />
τα χέρια σου που θα &#8216;ναι γαλήνια<br />
κι άλλοτε πάλι θα μπαίνουν νευρικά το ένα στ&#8217; άλλο<br />
την προσμονή<br />
και την υπόνοια<br />
και τη λαχτάρα.</p>
<p>Την πλευρά σου που κρύβεις<br />
που ούτε φαντάζομαι ότι υπάρχει<br />
αυτή θέλω να δω<br />
μ&#8217; αυτή θέλω να ζήσω<br />
-και να την εγκλωβίσω-<br />
να την κάνω δική μου μ&#8217; όλους τους πιθανούς τρόπους<br />
και με τις αισθήσεις μου όλες,<br />
να τη σβήσω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Φιλί. Ζούνε για ν’ αναπνέουν αυτήν τη μάχη.<br />
Και να καίγονται και να φοβούνται.<br />
Και να λιώνουνε σαν κάρβουνα στο διάστημα.<br />
Και να μην έχουν που να πάνε.<br />
Και πυρκαγιά να σιγοκαίει τα σωθικά τους.<br />
Και να φωτίζει τις πληγές τους.<br />
Φίλα με.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Υπέροχα μονάχοι εαυτοί<br />
πετροβολούν ο ένας τον άλλον.<br />
Για λίγο πιάνονται επάνω στο σκοινί.<br />
Τι ώρα θα χτυπήσει το ρολόι;<br />
Τι άραγε η μοίρα θα τους πει;</p>
<p>Φεύγουν, για λίγο, απ’ την κόλαση σκαστοί<br />
και κρύβονται μες στις φωτιές του παραδείσου.<br />
Φοβούνται τις σκιές τους.<br />
Μα ούτε κι αυτοί ξέρουνε ποιοι είναι.</p>
<p>Υπέροχα μονάχοι εαυτοί<br />
με θλίψη ασυγκράτητα να καίει.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Λες πως πρέπει να διαλέξω<br />
-τον δρόμο της αρετής ή της κακίας, λένε οι άλλοι.<br />
Μα εγώ δεν ξέρω που βρίσκομαι.<br />
Νομίζω πως τραβώ δικό μου δρόμο.<br />
Δεν είναι πάντα όλα τόσο εύκολα.</p>
<p>Μια ερώτηση θα μου λύσει τον γρίφο.<br />
Αυτή θα οδηγήσει τα βήματά μου.<br />
«Πώς θα έρθει ο θάνατος πιο γρήγορα;»<br />
Αυτόν θα πάρω.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Λύκε λύκε είσαι εδώ;<br />
Η Κοκκινοσκουφίτσα σ’ αποχαιρετά.<br />
Θα παίξει σ’ άλλα παραμύθια τώρα.<br />
Θα βρει τους νάνους, όχι τον πρίγκιπα.<br />
Θα συναντήσει την Αλίκη,<br />
που θα της κρύψει επιμελώς τη χώρα των θαυμάτων.<br />
Κι έτσι, μαζί με τη Σταχτοπούτα θα κάνουνε την επανάστασή τους.<br />
Μακριά απ’ τους κακούς.<br />
Σωτήρες μιας άλλης εποχής.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Ορίζεις τη ζωή μου.<br />
Η ύπαρξή μου δάσος στον ωκεανό χωρίς εσένα.<br />
Ορίζω την καταστροφή σου.<br />
Ο φόβος μου, τραγούδι στη ζωή σου.</p>
<p>Αν φύγεις, θα χάσω τον δρόμο.<br />
Τα σημάδια σου δεν θα σβηστούν.<br />
Δεν θα μπορέσω να βρω άλλα.<br />
Αν φύγω, δεν ξες τι θα γίνει.</p>
<p>Αν μείνεις, θα μείνω κι εγώ.<br />
Μαζί σου για τα πάντα.<br />
Αν μείνω, θα μείνεις κι εσύ.</p>
<p>Θέλω επιτέλους να μου διώξεις τα σκοτάδια.</p>
<p style="padding-left: 80px;">***</p>
<p>Σου λέω πως οι κούκοι με συγκινούν κι εσύ γελάς.<br />
Μόνο αυτοί καταφέρνουν να αναιρέσουν την ίδια τους την ύπαρξη.<br />
Ρολόγια μιας άλλης εποχής που ο χρόνος έχει σταματήσει.<br />
Δεν χαλάσανε.<br />
Γέρασαν απλώς.<br />
Και ξεκουράζονται.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΑΣΤΙΚΗ ΑΓΩΝΙΑ</strong></h4>
<h5><strong>ΑΘΗΝΑ ΡΩΣΣΟΓΛΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Χάρτης &#8211; 83 Νοέμβριος 2025</p>
<p>Εσωτερικές περιπλανήσεις σε δυστοπικά αστικά τοπία</p>
<p>Αστική αγωνία τιτλοφορείται η νέα ποιητική συλλογή της Ιωάννας Λιούτσια. Ένα βιβλίο όπου το αστικό τοπίο τίθεται σε πρώτο πλάνο, ένα τοπίο ζοφερό και δυστοπικό, στο οποίο η γενιά της ποιήτριας καλείται να ενηλικιωθεί βίαια. Στην απάνθρωπη, νεοφιλελεύθερη πόλη που τελεί σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», η ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια έρχεται να αποτυπώσει ένα ατέρμονο και ασυνάρτητο παρόν. Σε αυτό το δυστοπικό παρόν συχνά απόλυτης συντριβής, το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται να βρίσκεται σε έναν αέναο μετεωρισμό, καθηλωμένο σε έναν εις αεί παροντικό χρόνο, σε μια άχρονη παροντικότητα, όπου κάθε σύνδεση, κάθε συνοχή ανάμεσα στο τώρα, το πριν και το μετά έχει σπάσει. Δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και, προσδοκώμενο, έστω αφόρητο, έστω εφιαλτικό, αλλά πάντως μέλλον.</p>
<p>Στις μέρες μας<br />
ανάβουμε το φως απ’ το πρωί<br />
οι φίλοι μας κοιτάνε τ’ άσπρα μας μαλλιά<br />
μα δε ρωτούν·<br />
ξυπνάμε τα χαράματα<br />
ευαισθητοκράτωρ ο καιρός<br />
συγκίνηση και ηττοπάθεια<br />
όσο μας σκεπάζει μια κουβέρτα είμαστε καλά<br />
για περισσότερα δεν είμαστε·<br />
η σκέψη μας γύρω απ’ τον χρόνο<br />
―πόσα οχτάωρα έχει μια μέρα;―</p>
<p>κάποτε και γύρω απ’ τον έρωτα<br />
ανάγκη για γενόσημα αισθήματα<br />
ευνουχιστήκαμε αρκετά, τα χέρια μας δεν αγκαλιάζουν<br />
πια δε ζηλεύουμε την άγνοια των παιδιών<br />
ντρεπόμαστε να τ’ αντικρίσουμε<br />
πώς να τους πούμε ότι θα γίνουν σαν εμάς;</p>
<p>Η αποδυνάμωση, η αποδόμηση, η «κατάργηση» της προσδοκίας του μέλλοντος, δεν γίνεται μέσω του ζόφου της δυστοπίας, αλλά με την κατάργηση της έννοιας του μέλλοντος, μέσω της διάχυσής του, της συμπύκνωσής του, εν τέλει της απορρόφησής του, στο αέναο παρόν. Σε μια εποχή που τα οράματα έχουν διαψευστεί, οι ουτοπίες έχουν εκπέσει, και το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο είναι πλέον απογυμνωμένο από κάθε λογής φαντασιώσεις, η ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια έρχεται να περιγράψει το παρόν μιας γενιάς ματαιωμένης εξαρχής, μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε σε συνθήκες οικονομικής δυσπραγίας και κοινωνικοπολιτικής κατάρρευσης.</p>
<p>Οι φίλοι μου ήρθαν όλοι<br />
στην Αθήνα για δουλειά,<br />
όπως κι εγώ.<br />
Όσοι δουλέψανε σεζόν<br />
όταν βλεπόμαστε (όχι συχνά)<br />
κερνάνε τους καφέδες<br />
εγώ πάντα επιφυλάσσομαι.</p>
<p>Έχω μια φίλη σε κάθε γειτονιά<br />
στο Μετς, στη Νέα Σμύρνη, Αμπελόκηπους<br />
μες στα μικρά μας σπίτια<br />
στην Καισαριανή<br />
με τον καφέ στερεωμένο στην απλώστρα το πρωί<br />
μισός μέσα, μισός έξω<br />
ένα μπαλκόνι για μισό άνθρωπο</p>
<p>όλοι μας έχουμε έρθει για δουλειά<br />
χωρίς δουλειά<br />
ψάχνουμε διαμερίσματα συνέχεια, ο ένας για τον άλλον<br />
ημιυπόγεια ευήλια<br />
τάχα να θυμίζουν λίγο τα πατρικά μας<br />
―είχαμε, βλέπεις, μεγαλώσει αλλιώς―</p>
<p>στο τέλος καταλήγουμε<br />
«ας μοιάζει έστω στο παιδικό δωμάτιό μας»<br />
έτσι κι αλλιώς όλη τη μέρα είμαστε στους δρόμους<br />
παίρνουμε λεωφορεία, κολλάμε σε φανάρια<br />
―από πάνω μας πετάνε τα ραφάλ―</p>
<p>περπατάμε, καθόμαστε στις στάσεις,<br />
μετράμε τον χρόνο σε τραγούδια<br />
διαβάζουμε τα ονόματα και τις αφιερώσεις στις νταλίκες<br />
«ο όμορφος»<br />
«στον παππού μου»<br />
«για ό,τι αναρωτιέσαι, η απάντηση είναι ναι»<br />
η μια πίσω απ’ την άλλη<br />
η κάθε μία μόνη της μα καραβάνι<br />
κάνω πως τίποτα δε μου θυμίζει αυτό<br />
στρέφω το βλέμμα<br />
πίσω μου στο κατάστημα το άδειο<br />
ξεθωριασμένη η ταμπέλα γράφει:<br />
«Διατίθεται το παρόν. Τηλέφωνο…»</p>
<p>για το μέλλον όμως όλοι τσιμουδιά.</p>
<p>Η ημερήσια αναβίωση των όσων δεν επιτεύχθηκαν, των όσων χάθηκαν, είναι ένα υπαρξιακό φορτίο που δεν μπορεί εύκολα να απεμποληθεί. Μία γενιά παραλυμένη, που φαίνεται αδύναμη να αντιδράσει, να διεκδικήσει τα βασικά της δικαιώματα, βλέποντας το μέλλον της να από-υποστασιοποιείται. Και η ποιήτρια κατορθώνει μέσα σε λίγους μόνο στίχους να καταγράφει αυτό το συλλογικό αίσθημα ματαίωσης, γνωρίζοντάς το ως προσωπικό βίωμα, καθώς η γενιά που περιγράφει είναι η γενιά στην οποία και η ίδια ανήκει.</p>
<p>Κάποτε ήθελα να αδράξω τη μέρα<br />
τώρα η μέρα αδράττει εμένα</p>
<p>[&#8230;] οι μέρες είναι δύσκολες<br />
μαζεύω τα πόδια μου σαν έμβρυο στην κοιλιά<br />
ποτέ δεν ξέρεις ποιος μπορεί να στα τραβήξει<br />
και πρώτη πρώτη η βιαιότητα της νέας μέρας<br />
οι μέρες είναι δύσκολες<br />
κάλλιο οι νύχτες που συνεχίζονται και πάλι απ’ την αρχή</p>
<p>μία παγίδα<br />
ο πόνος<br />
για να μείνω για πάντα<br />
στο κρεβάτι.</p>
<p>Κληρονόμος ενός ακυρωμένου μέλλοντα και μιας αποκλεισμένης ηλικίας, η σύγχρονη γενιά βιώνει τον κόσμο ως ανία και ως απειλή, ενώ έντονο είναι το αίσθημα της απογοήτευσης, της παραλυσίας, της απόγνωσης. Η ήττα της είναι παγιωμένη και εξακολουθητική, μια ήττα που μαθαίνεις να ζεις μαζί της. Σε έναν ασφυκτικό ποιητικό κόσμο, που σπάνια απαλύνεται από κάποια αισιόδοξη προοπτική, το ποιητικό υποκείμενο αισθάνεται απογοητευμένο, ματαιωμένο από τον αγώνα, τον έρωτα, την ίδια τη ζωή. Συνθλίβεται από το βάρος των όσων καλείται να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί, σε μια χώρα που του στερεί κάθε δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης και αυτοεκπλήρωσης. Όπως χαρακτηριστικά γράφει η ποιήτρια, «Όταν ξύπνησα/ μόνο τον εαυτό μου βρήκα πλάι/ κι αυτόν, ριγμένο ήδη/ στην πραγματικότητα».</p>
<p>Στη ορθογραφία δεν ήμουνα ποτέ ιδιαίτερα καλή.<br />
Έλεγα όπως όλα τα παιδιά:<br />
«Τι θα μου χρειαστεί; Σχήματα είναι».</p>
<p>Τώρα τη βρίσκω συνεχώς μπροστά μου.<br />
Όταν οι άλλοι με ρωτούν πώς νιώθω και<br />
ποια είναι η θέση μου στον κόσμο<br />
―αυτό κυρίως σε συνεντεύξεις για δουλειά―<br />
δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό, τι ν’ απαντήσω:<br />
απορημένη ή απορριμμένη;</p>
<p>Μετά θυμάμαι πως<br />
«η πρόθεση είναι που μετράει»<br />
και λύνω κάπως τους δεσμούς μου.</p>
<p>Μέσα από το αδυσώπητο περιβάλλον της πόλης αναφύεται μια υπαρξιακή αγωνία. Η ποιητική φωνή δηλώνει τη δυσφορία της για τη νέα αστική πραγματικότητα μέσα στην οποία αισθάνεται αποξενωμένη και διαλυμένη. Στην ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια, το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί και ταυτόχρονα βιώνει την αορατότητά του, καθώς αισθάνεται ότι η πόλη μετασχηματίζεται μπροστά στα μάτια του, μεταμορφώνεται σε κάτι άγνωστο και εχθρικό, χωρίς το ίδιο να μπορεί να παρέμβει, να συμμετέχει και τελικά να ενσωματωθεί.</p>
<p>Δε θέλω να γεράσω και να γίνω από ‘κείνους<br />
που μόλις ακούνε ασθενοφόρο λένε<br />
«μας χαιρέτησε».<br />
Ούτε από ‘κείνους που στα γέλια των νέων και των παιδιών στα πάρκα,<br />
στα πειράγματα των μεθυσμένων ζευγαριών τη νύχτα<br />
τραβάνε την κουρτίνα και σηκώνονται να δουν.<br />
Δεν θέλω να γεράσω με την αγωνία,<br />
―κατ’ άλλους με τον συμβιβασμό.</p>
<p>Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Maggie Nelson, οι λέξεις δεν αρκούν την ίδια στιγμή που αρκούν. Οι συνηθισμένες λέξεις και το νόημα που τους δίνουμε δεν είναι ποτέ ουδέτερες. Οι λέξεις έχουν ιστορία και τα νοήματά τους οργανώνουν και οργανώνονται γύρω από κοινωνικές δομές, διαφορές ταξικές, πολιτισμικές, έμφυλες, αφορούν την ίδια την προσωπική μας ζωή και τη σχεσιακή μας πορεία[1]. Οι καινούριες λέξεις που αρθρώνουμε πρώτα χαμηλόφωνα, και έπειτα όλο και πιο καθαρά, όλο και πιο σθεναρά, καθίστανται επιτελεστικές ρωγμές, καθώς με αυτές υπάρχουμε, φανταζόμαστε, δημιουργούμε και διεκδικούμε έναν κόσμο έτσι όπως τον φανταζόμαστε και στον οποίο αξίζει να ζούμε.<br />
Γραμμένα κατά βάση σε πρώτο ενικό ή πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, τα ποιήματα της Ιωάννας Λιούτσια δίνουν συχνά την αίσθηση μιας προσωπικής κατάθεσης, ενός προσωπικού βιώματος, μιας προσωπικής και ταυτόχρονα συλλογικής εμπειρίας, ενός προσωπικού και ταυτόχρονα συλλογικού τραύματος, καταγράφοντας μια πραγματικότητα στην αυθεντικότητα, στην αμεσότητα, και την απόλυτη κυριολεξία της. Λέξεις καθημερινές, χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς ιδιαίτερα καλολογικά στοιχεία, που επιδιώκουν να αποτυπώσουν ποιητικά – άλλοτε με θλίψη, πίκρα, απογοήτευση και άλλοτε με τρυφερότητα και χιούμορ – την πολλαπλότητα των πειθαναγκασμών με τους οποίους είναι αντιμέτωπη η γενιά της ποιήτριας στην καθημερινότητά της. Πρόκειται για μια ποίηση πολιτική με την έννοια της επέμβασης στον «μερισμό του αισθητού», σύμφωνα με τον Ζακ Ρανσιέρ, στο ξαναμοίρασμα του κόσμου, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ανθρώπων που ενηλικιώνονται σε μια αφιλόξενη πόλη, στις δικές τους επιθυμίες, στα δικά τους θέλω. Και ίσως είναι η αγάπη, το άνοιγμα στον άλλον, το όχημα για να το πετύχουν.</p>
<p>Η αγάπη είναι<br />
το τζάμι ενός τρένου τη νύχτα.<br />
Πρέπει να κάνεις προσπάθεια να δεις<br />
πώς τα τοπία και τα φώτα αλλάζουν στην άλλη πλευρά<br />
πρέπει να κάνεις προσπάθεια</p>
<p>ν’ ανοίξεις το βλέμμα πέρα απ’ το είδωλο σου<br />
πρέπει να κάνεις προσπάθεια<br />
μέχρι να δεις την αντανάκλασή σου<br />
λιωμένη, με ασαφή τα περιγράμματά της<br />
τέλεια εναρμονισμένη στο τοπίο</p>
<p>Κατά την υλοποίηση της κοινωνίας της πόλης, ο Lefebvre επιφυλάσσει ιδιαίτερο ρόλο στην τέχνη, θεωρώντας ότι η τέχνη μπορεί να νοηθεί ως «ικανότητα μετασχηματισμού της πραγματικότητας, προσοικείωσης στο ανώτατο επίπεδο των δεδομένων του βιώματος, του χρόνου, του χώρου, του σώματος και της επιθυμίας».[2] Με άλλα λόγια, η τέχνη δημιουργεί οικειοποιημένους χρόνους και χώρους – χρονικές ποιότητες εγγεγραμμένες μέσα σε χώρους – προετοιμάζοντας «σαγηνευτικές δομές» που προσφέρουν στους ανθρώπους της πόλης την κίνηση, το απρόοπτο, το πιθανό, το επιθυμητό, το ενδεχόμενο. Εφόσον η πόλη πλάθεται μέσα από τη διαχείριση των εικόνων της και την άρθρωσή τους σε σημαίνουσες ολότητες, τότε η τέχνη συμβάλλει στην αμφισβήτηση των κυρίαρχων μηχανισμών που κατοχυρώνουν την εκπομπή των συλλογικών αναπαραστάσεων.[3]</p>
<p>Aν τα ποιήματα ήτανε φάρμακα<br />
αν τα ποιήματα ήταν τροφή<br />
αν οι ποιητές ήταν στους δρόμους<br />
αν κάθονταν σε σκαμνάκια χαμηλά<br />
αν κάποτε περνούσα από μπροστά τους<br />
αν ήμουν άρρωστος και έβρισκα το θάρρος<br />
θα ρωτούσα:<br />
―Πόσο πάει ένα για τη μοναξιά;<br />
―Ενάμισι ευρώ κι είναι δικό σας.</p>
<p>Αν είχαν πάνω μου ενάμισι ευρώ, θα το αγόραζα<br />
αν δεν με έτρωγε η περιέργεια θα το διάβαζα στο σπίτι<br />
αν ήταν καλό, όταν τελείωνε<br />
θα ένιωθα τα χέρια σου να ντύνουν το σώμα μου<br />
αν, βέβαια, τα ποιήματα ήταν φάρμακα κι εγώ<br />
αν ήμουν έτοιμος να σε γιατρέψω.</p>
<p>Το ζήτημα της πατρίδας φαίνεται επίσης να απασχολεί την ποιήτρια. Όπως οι περισσότεροι ποιητές και ποιήτριες του 21ου αιώνα, η Λιούτσια απομακρύνεται από τον εθνοκεντρισμό της γενιάς του 30, και στρέφεται προς μια διαφορετική κατεύθυνση, αναζητώντας μια νέα ποιητική ιθαγένεια, εναλλακτικές αφηγήσεις που ανταποκρίνονται στην μετανεωτερική συνθήκη στην οποία ζουν. Η εθνογένεση φαντάζει μακρινή και αδιάφορη, όπως και οι προβληματισμοί για την ελληνικότητα, ο ηρωισμός δεν είναι πια της μόδας, και στο επίκεντρο τίθεται η ετερότητα του έθνους, οι αποσιωπημένες πτυχές και τα τραύματα της εθνικής ιστορίας. Τα κυρίαρχα εθνικά και ιδεολογικά αφηγήματα αποδομούνται και τη θέση τους λαμβάνουν αφηγήματα ήττας και οι συνέπειές τους στους ανώνυμους, απλούς ανθρώπους. Στην ποίηση της Λιούτσια η Ελλάδα ταυτίζεται με αρνητικά φορτισμένες λέξεις – πένθος, ελαττώματα, αιματώματα, παραμνησία, τραυματουργία – με την ποιήτρια να τονίζει ότι είναι αυτές ακριβώς οι λέξεις που αποτελούν ισχυρές ενδείξεις για να μαντέψει την σύγχρονη εικόνα της χώρας της.</p>
<p>«Τα ποιήματα δε γράφονται με ιδέες,<br />
αλλά με λέξεις».<br />
Αν όμως αραδιάσω τις λέξεις<br />
παραμνησία<br />
τραυματουργία<br />
πένθος για ψευδαισθήσεις<br />
αιματώματα<br />
ελαττώματα<br />
«συνέχεια» &#8211; το ουσιαστικό<br />
και «κάποτε»<br />
(παρελθόντος και μέλλοντος χρονικό)</p>
<p>δε θα έχετε πάρει μια ιδέα<br />
πώς λέγεται η χώρα μου;</p>
<p>Ένα ακόμη μοτίβο στην ποίηση της Λιούτσια αποτελεί η σχέση με τη μητέρα, η μητρότητα και οι προδιαγεγραμμένοι ρόλοι στους οποίους καλείται μια γυναίκα να ανταποκριθεί λόγω του φύλου της. Η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο χώρο όπου εκπαιδεύονται τα μέλη στη σημασία των έμφυλων χαρακτηριστικών ως προς τις καθημερινές πράξεις, τις προσδοκίες και την κατασκευή μιας εικόνας για τον εαυτό τους, καθώς ό,τι συμβαίνει εντός ενός περιβάλλοντος φροντίδας και προστασίας, όπως η οικογένεια, επικυρώνει την ισχύ και την αυτονόητη αποδοχή του.[4] Καθοριστική είναι η επίδραση της μητέρας στην υποκειμενική συγκρότηση, με τον ρόλο της στη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας να αναγνωρίζεται ως κάτι αρνητικό. Είναι ακριβώς η μητέρα που μας κληροδοτεί τις θυσίες με τις οποίες θα βρεθούμε αντιμέτωπες, τους κανόνες ορθής συμπεριφοράς που καλούμαστε να τηρούμε μεγαλώνοντας, τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς που μας επιβάλλει το φύλο μας.<br />
Η μητρότητα παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν προορισμός των γυναικών, ως καθοριστικός παράγοντας της σωματικής και διανοητικής τους κατάστασης, όσο και της κοινωνικοπολιτικής πραγμάτωσής τους. Είναι ο φόβος αυτής της αναπόδραστης πορείας που περιμένει τη μία μετά την άλλη, διαδοχικές γενιές γυναικών αυτός που εκφράζεται στους στίχους της ποιήτριας. «Έγινα η μαμά μου», γράφει η Λιούτσια, περιορίστηκα στους προδιαγεγραμμένους ρόλους μου, «πλένω τα πιάτα με Στράτο Διονυσίου», «φορώντας νυχτικιές βαμβακερές», σαν τη μαμά μου ―εκείνη επαγγελματίας μαμά, εγώ «μάνα καριέρας»― να αναρωτιέμαι «πώς τα κατάφερα έτσι κι έγινα εγώ νοικοκυρά».<br />
Η μελαγχολία της αποτυχίας, η επιβεβλημένη κανονικότητα, η απόρριψη των επιθυμιών στον βωμό των αναγκών, οι επιταγές της κοινωνικής και εθνικής κανονικοποίησης δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο στερώντας τελικά την αυτενέργεια και την ελευθερία. Και είναι από αυτό το τραύμα που ξεκινάς τελικά. Για να μιλήσεις με απόλυτη ειλικρίνεια για αυτό, τοποθετώντας το στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Για να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από αυτούς τους προδιαγεγραμμένους ρόλους θα πρέπει να σπάσουμε τα καλούπια, γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να σκεφτόμαστε και να ζούμε ελεύθερες, μόνον έτσι μπορούμε να χαράξουμε απείθαρχες τις δικές μας πορείες. Είναι ακριβώς εκεί που η μητρότητα μετατρέπεται σε «μη-terra incognita», στην ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια.</p>
<p>Σ’ αυτόν τον κόσμο που γεννήθηκα,<br />
δε γεννήθηκα ο κόσμος.</p>
<p>Γι’ αυτό ζητώ συγγνώμη<br />
που δεν κατάφερα ποτέ να σε γνωρίσω<br />
δεν έχω γίνει μεγαλώνοντας «μαμά»<br />
για μένα κάθε μήνα το κόκκινο υγρό<br />
ανάμεσα στα πόδια μου<br />
ήταν σαν το νερό σε κάποιον που διψάει:<br />
ανακούφιση.</p>
<p>Γι’ αυτό, μη μου κακιώνεις που ακόμη<br />
κάνω ότι δε νοιάζομαι για σένα,<br />
που κρατάω σκληρά τα χαρακτηριστικά μου,<br />
ξέρεις για μένα έμεινες πάντοτε μάνα<br />
ποτέ φίλη<br />
γι’ αυτό με συγχωρείς μαμά<br />
όσο κι αν γύρω μου ο κόσμος με ρωτά<br />
πότε θα γίνω κι εγώ μητέρα να σου μοιάσω<br />
συγχώρα με που επιμένω<br />
και δεν γιορτάζω τις γιορτές σου.</p>
<p>Βλέπεις, στον κόσμο που γεννήθηκα<br />
γεννήθηκα η μάνα όλου του κόσμου.</p>
<p>Απέναντι στον ζοφερό και δυστοπικό χαρακτήρα του σύγχρονου αστικού και πατριαρχικού τοπίου, η Ιωάννα Λούτσια προσφέρει φωτεινές ποιητικές εικόνες, εικόνες γυναικών που «δε χωράνε σε κουτάκια/ δε χωράνε σε στίχους/ δε χωράνε σε κανένα ποίημα ταξινόμησης», εκείνων «που τα κάνουν όλα αυτά μαζί/ κι άλλοτε λίγα λίγα/ κι άλλοτε πάλι τίποτα, ποτέ». Είναι αυτές οι γυναίκες που έρχονται να ξανασυστήσουν τον κόσμο από την αρχή, Εκείνες που μπορούν να μετουσιώσουν τις ήττες και τις ματαιώσεις σε δύναμη εξέγερσης απέναντι σε έμφυλες καταπιέσεις και υποταγές. Είναι οι φίλες μας, οι αγαπημένες μας, αυτές που μαζί τους πορευόμαστε σχεδιάζοντας τις καθημερινές μας μάχες, και τους συλλογικούς μας αγώνες. Αυτές που μαζί τους πορευόμαστε, για τις οποίες και με τις οποίες αντέχουμε.</p>
<p>Μ’ αρέσουν οι γυναίκες<br />
που φοράνε πουκάμισα<br />
πράσινα φορέματα<br />
πίνουν κρασί από τ’ απόγευμα<br />
γελάνε δυνατά<br />
φοράνε βραχιόλια<br />
κοντά μπλουζάκια που φαίνεται η κοιλιά<br />
μαντίλες και μιλάνε δυνατά στην Πανεπιστημίου<br />
που κόβουν τα μαλλιά τους αγορέ<br />
που φοράνε μπαντάνες και πιάνουν τα μαλλιά τους αλογοουρές<br />
που φοράνε τρία μικρά μενταγιόν το ένα πάνω στ’ άλλο<br />
κυκλοφορούν με παντόφλες<br />
με λουλουδάτα φορέματα<br />
αφήνουν τα μαλλιά τους να ασπρίσουν<br />
μαγειρεύουν<br />
που δεν ξέρουν να βράσουν ούτε αυγό<br />
δεν έχουν χρόνο<br />
φοράνε ψηλοτάκουνα<br />
φοράνε αρβύλες<br />
καπνίζουν στο μπαλκόνι<br />
διαβάζουν και γυμνάζονται – ταυτόχρονα<br />
μιλάνε για πολιτική<br />
χορεύουν γιατί θέλουν<br />
τραγουδάνε όταν πλένουνε τα πιάτα<br />
κι όταν βγαίνουν έξω και γλεντάνε<br />
που δεν ξέρουν να οδηγούν<br />
παίρνουν στο σεξ πρωτοβουλία<br />
που είναι πάντα χαμογελαστές<br />
που είναι πάντα μελαγχολικές<br />
που δε θέλουν να γίνουν μητέρες<br />
ή που θέλουν αλλά φοβούνται<br />
ή που είναι ήδη και αγχώνονται<br />
που φοράνε μπικίνι<br />
που ντρέπονται για την κοιλιά τους<br />
που κάνουν δίαιτα όλον τον χρόνο<br />
που τους αρέσει το καλό φαΐ και η καλή παρέα<br />
που χτενίζονται μπρος στον καθρέφτη<br />
που βάφουν τα νύχια τους<br />
που φοράνε όλα τα ρούχα τους μαύρα<br />
κι έχουν μαύρα μαλλιά<br />
που φοράνε τσιγγάνικες φούστες<br />
στρας<br />
φόρμες<br />
κρατούν κομψές τσάντες<br />
ή τεράστιες για να χωρέσουν τη μέρα τους<br />
που το κεφάλι τους είναι ξυρισμένο και κανείς δεν τις ρωτάει<br />
τίποτα<br />
που τα μπούτια τους είναι παχουλά<br />
και δεν ξέρουν αν χαίρονται ή αν πρέπει να ντραπούν</p>
<p>που τα κάνουν όλα αυτά μαζί<br />
κι άλλοτε λίγα λίγα<br />
κι άλλοτε πάλι τίποτα, ποτέ<br />
γιατί γι’ αυτό μ’ αρέσουν οι γυναίκες<br />
δε χωράνε σε κουτάκια<br />
δε χωράνε σε στίχους<br />
δε χωράνε σε κανένα ποίημα ταξινόμησης</p>
<p>Κάθε υποκείμενο φέρει το δικό του βαρύ συναισθηματικό φορτίο βιωμάτων, το οποίο αποτελεί ένα προσωπικό και ευαίσθητο πεδίο, την ίδια στιγμή που μπορεί να αποτελέσει αφετηρία συλλογικών αναζητήσεων και διεκδικήσεων. Παρά τη σημασία των προσωπικών μας βιωμάτων καθ’ εαυτών, παραμένουμε μέρος ενός μεγαλύτερου όλου που συγκροτείται τόσο από σχέσεις καταπίεσης και εκμετάλλευσης όσο και από σχέσεις ισότητας, αλληλεγγύης και ελευθερίας. Και όσο μιλάμε και γράφουμε για τα ατομικά μας βιώματα, για τα προσωπικά μας τραύματα, χωρίς φόβο, με παρρησία, καταφέρουμε πλήγματα στη δομική καταπίεση και ανισότητα, στις πατριαρχικές και ετεροκανονικές εξουσιαστικές σχέσεις και συντελούμε έτσι στην αναμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων με βάση την φροντίδα, την αλληλεγγύη, την ισότητα και την ελευθερία.<br />
Η συντροφικότητα αναφέρεται σε επίμονες ανοχές και αποκαρδιωτικές ρήξεις, αναμοχλεύει απογοητεύσεις και ματαιώσεις, την ίδια στιγμή που έρχεται να αντιπαλέψει την απελπισία, τον φόβο, τη ματαίωση, δημιουργώντας συναισθήματα οικειότητας και αλληλεγγύης. Και έτσι δημιουργείται μια άλλη γεωγραφία, μια τοπογραφία ασφάλειας, χώρων όπου η πόλη δημιουργείται και επαναδημιουργείται συνεχώς, καθώς μεταλλάσσεται και αποκτά πολυδιάστατες ταυτότητες μέσα από τη ζωή των έμφυλων υποκειμένων. Πρόκειται για μια ποίηση που γίνεται κατανοητή ως επιτέλεση οικειότητας, δημιουργώντας χωροχρόνους ανοιχτότητας, κοινών βιωμάτων και συναισθημάτων, οι οποίοι στο πλαίσιο μιας ενδυναμωτικής και επουλωτικής συλλογικότητας, διεκδικούν τις συνθήκες εκείνες όπου η συμμόρφωση δεν θα αποτελεί προαπαιτούμενο κανενός δικαιώματος, οι ζωές θα αξίζουν χωρίς να ιεραρχούνται και τα ατομικά τραύματα δε θα αποτελούν ατομική ευθύνη αλλά αρχή συλλογικής αντίστασης. Και αυτή ακριβώς είναι η ποίηση της Ιωάννας Λιούτσια.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ</strong></h5>
<p>www.bookpress.gr 14/08/2025</p>
<p>Ζούμε μέσα σε μια συνεχή πίεση για αστικοποίηση. Μια πίεση για να μεταβούμε σ’ ένα καθεστώς περιορισμένης διαμονής στα «κέντρα των εξελίξεων», όπως συνηθίζεται να ονομάζονται τα μεγάλα αστικά κέντρα. Έτσι, σ’ ανύποπτο χρόνο μεταβαίνουμε σε δρόμους που δεν γνωρίζουμε και σε διαμερίσματα που μας θυμίζουν απλά το πόση προσπάθεια χρειάζεται ακόμη για να κερδίσουμε έστω μια ακόμη σπιθαμή χώρου, σ’ ένα περιβάλλον που κάθε άλλο παρά εύκολο είναι να προσαρμοστούμε, μη έχοντας γεννηθεί καν σ’ αυτό.</p>
<p>Αυτή η συνεχής αγωνία, η αγωνία των πόλεων, αποκτάει φωνή στη νέα ποιητική της Ιωάννας Λιούτσια με τίτλο, Αστική αγωνία (εκδ. Θράκα, Λάρισα 2025). Μέσα στις σελίδες της παρούσας συλλογής, και στα ελευθερόστιχα ποιήματά της, όλα τα όνειρα, όλες οι προσδοκίες αλλά κι όλες οι πιέσεις και οι στερήσεις αποκτούν φωνή, μια φωνή νεανική που βράζει μέσα στα στενά της μεγαλούπολης των Αθηνών αλλά και σ’ άλλα ελλαδικά αστικά κέντρα.</p>
<p>Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Δέντρα στις πέτρες», περιγράφεται, με τον αρκετά μοντέρνο τρόπο της ποιήτριας, όλη αυτή την απόγνωση και το κυνήγι των ονείρων σ’ αντίξοες συνθήκες. Μέσα στις οποίες όλοι κάνουν «τσιμουδιά» για το μέλλον που έρχεται. Ούτως ή άλλως, στο τέλος της ημέρας μένει η αβέβαιη αλήθεια της πραγματικότητας στο τραπέζι για να ταΐσει τις συνειδήσεις («Οι μέρες μας»).</p>
<p>Η ενηλικίωση, εξάλλου, είναι η μόνη επιλογή αυτής της μιας αλήθειας, ακόμη και αν μας πονάει η άδοξη επιλογή της («Ενηλικίωση») κι η πραγματικότητα η μόνη διαθέσιμη βύθιση στα ενδότερα σημεία του εαυτού μας. Ενός εαυτού που μένει ακλόνητος κάθε πρωί και μας περιμένει με τα μάτια ανοιχτά, δίπλα από το μαξιλάρι με το ξυπνητήρι συντροφιά.</p>
<p>Παρά ταύτα, η τρυφερότητα των άλλων προσώπων συνοδεύει πολλές φορές αυτή τη μοναξιά, αφού δεν μπορεί να την υπερκαλύψει, δομώντας έτσι ένα χώρο ασφάλειας. Έναν χώρο ασφάλειας που γεννά ελπίδες.</p>
<p>Μια ποιητική συλλογή, που αναδεικνύει με τον δικό της τρόπο την όλη πορεία της εσωτερικής μετανάστευσης προς τις πόλεις. Με τα όνειρα και τις δυσκολίες τους ως μόνο οδοδείκτη.</p>
<p>Η ΚΥΡΙΑ ΡΗΓΑ</p>
<p>Η κυρία Ρήγα πάντα με χαιρετάει<br />
μου πιάνει την κουβέντα στην εξώπορτα<br />
λέει πως περιμένει κάποιο γράμμα<br />
—αν γράφει τ’ όνομά της να το ξεχωρίσω.</p>
<p>Η κυρία Ρήγα πάντα φοράει<br />
ένα πράσινο πουκάμισο ριχτό<br />
γαλάζιο παντελόνι και παντόφλες<br />
—τα μάτια της με απλωμένη μπλε σκιά απ’ το πρωί.</p>
<p>Η κυρία Ρήγα με πετυχαίνει πάντοτε στις σκάλες<br />
κάθεται στο υπόγειο κι εγώ στον πρώτο<br />
κάθε φορά ρωτά ποια είμαι<br />
—αυτή που βιάζεται / εκείνη στέκει.</p>
<p>Η κυρία Ρήγα κάνει πάντοτε θόρυβο όταν ξυπνάει<br />
είναι αυτή που θέλεις ν’ αποφύγεις<br />
που περιμένεις να περάσει για να βγεις απ’ τ’ ασανσέρ<br />
που περιμένεις να κατέβει για να μπεις στην πολυκατοικία<br />
η κυρία Ρήγα είναι πάντοτε αυτό που θέλεις ν’ αποφύγεις:<br />
η υπενθύμιση της μοναξιάς που περιμένεις.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΟΥ</strong></h5>
<p>www.oanagnostis.gr 11/12/2025</p>
<p>Σχεδόν ως συνέχεια της προηγούμενης συλλογής αλλά με την εμπειρία της, η Αστική αγωνία πραγματεύεται ό,τι ο τίτλος δηλώνει ρητά: την αγωνία ενός ποιητικού υποκειμένου από τη νεότερη ηλικιακά βιολογική γενιά όπου το βίωμα της αστικής -αθηναϊκής- ζωής σταδιακά γίνεται αντιληπτό ως διαλυτική, πιεστική συνθήκη που δείχνει προς ένα δυσοίωνο μέλλον όπου καταρρέουν οι προσδοκίες. Το παρόν απορροφά τη νεανική ικμάδα με την εργασιακή επισφάλεια (οι λέξεις δουλειά-δουλεύω και συναφείς επανέρχονται στα ποιήματα). Η ματαίωση, η εξουθένωση, η κόπωση (βλ. «Ξυπνητήρια») διαμορφώνονται σε βασική προοπτική της ενηλικίωσης (βλ. «Ενηλικίωση»). Παράλληλες θεματικές η απομάκρυνση από την αγαπημένη πόλη και η προσαρμογή στην Αθήνα, η έμφυλη βία. Ξεχωρίζει το εκτεταμένο Η πραγματικότητα αποδίδεται χωρίς ακραία ρεαλιστικό λεξιλόγιο, σε τόνο απογοήτευσης αλλά όχι παραίτησης καθώς διακρίνεται στα ποιήματα η αντιστάθμιση των αρνητικών βιωμάτων με θετικά: μη αστικές μνήμες αλλά κυρίως οι παρηγορητικές κοινότητες φίλων και ο έρωτας. Εδώ εγγράφονται τα πλέον λυρικά ποιήματα που λειτουργούν ως αντίσταση στην αστική, και γενικότερη, δυστοπία. Ενώ η Λιούτσια δεν πρωτοτυπεί μορφικά κατορθώνει να αναδείξει το τι η σύγχρονη ποίηση επιδιώκει να αναδείξει ως άξιο λόγου, ορατότητας και προβληματισμού.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΝΟΙΧΤΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΔΑΓΚΩΜΕΝΑ ΣΥΜΦΩΝΑ</strong></h4>
<h5><strong>ΠΟΛΥΞΕΝΗ ΣΥΜΕΩΝΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>Η Αυγή         11/12/2022</p>
<p><strong>Με ποιητική ποικιλία</strong></p>
<p>Η Ιωάννα Λιούτσια (γένν. 1992) είναι ήδη γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους, καθώς το ποιητικό της ντεμπούτο έγινε το 2014, με τη συλλογή Συνομιλίες σε Μη+ (Αrs Poetica). Έκτοτε, κάθε δύο χρόνια περίπου, εκδίδει μία νέα ποιητική συλλογή: το 2016, τις Αρρυθμίες (ιδιωτική έκδοση), το 2018, τη Σιωπή σε δύο χώρους (Οροπέδιο), και με μια αγρανάπαυση τεσσάρων ετών, το τελευταίο της βιβλίο Ανοιχτά φωνήεντα και δαγκωμένα σύμφωνα (Θράκα), που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες. Η γραφή της, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο της ποίησης, αλλά επεκτείνεται και σε άλλα πνευματικά πεδία: γράφει και διασκευάζει κείμενα που προορίζονται για τη θεατρική σκηνή ή για παραστασιακή επιτέλεση (performance) –ορισμένα μάλιστα έχουν αποσπάσει και διακρίσεις, όπως το κείμενο Τη Μοναξιά και τους Ανθρώπους να Φοβάσαι– εκδίδει επίσης έργα εκπαιδευτικού χαρακτήρα, όπως το 12 σκετς για 19 Παγκόσμιες Ημέρες (Σοφία, 2021), μεταφράζει μεγάλους ξένους συγγραφείς, όπως πρόσφατα τη Νόρμα του Ίψεν (Δωδώνη, 2020), και αρθρογραφεί, τέλος, τακτικά γύρω από τη λογοτεχνία, το θέατρο και το κοινωνικό γίγνεσθαι.</p>
<p>Όλα τα παραπάνω φυσικά, βρίσκονται σε άμεση σχέση με το υπόβαθρο των σπουδών της και τις επαγγελματικές της κατευθύνσεις: έχει αποφοιτήσει από δύο τμήματα του ΑΠΘ, της Ιστορίας-Αρχαιολογίας και του Θεάτρου, και από μία δραματική σχολή· ασχολείται, σήμερα, σε επίπεδο διδακτορικής έρευνας, με την αισθητική και κοινωνικοπολιτική ταυτότητα της βαλκανικής περφόρμανς, ενώ παράλληλα εργάζεται ως ηθοποιός, σκηνόθετιδα και θεατροπαιδαγωγός. Η προσωπική μου γνωριμία βέβαια με την Ιωάννα, δεν έγινε μέσα σε κάποιο θέατρο ή στη διάρκεια κάποιας βιβλιοπαρουσίασης, όπως ενδεχομένως θα ανέμενε κανείς. Καθώς υπήρξε μία από τις πρωτεργάτριες της «Πρωτοβουλίας κατοίκων για την περιοχή της Αλυσίδας», η πρώτη μου επαφή μαζί της υπήρξε στο πλαίσιο του πολύμηνου αγώνα που δόθηκε και εντέλει κερδήθηκε, προκειμένου να μην αναγερθεί μία ακόμα πολυκατοικία στην περιοχή Χαριλάου, αλλά ένα νηπιαγωγείο. Ήθελα να τονίσω το τελευταίο αυτό στοιχείο, γιατί υπάρχει ακόμα η τάση να θεωρείται πως η δουλειά του καλλιτέχνη ή του λογοτέχνη (ιδίως του ποιητή) είναι ασύμβατη με την ενασχόληση με τα κοινά και τους κοινωνικούς αγώνες ευρύτερα· μία αντίληψη βέβαια που υποβιβάζει τη δημιουργική εργασία σε μία ομφαλοσκοπική και ναρκισσιστική ασχολία, με περιορισμένη απήχηση.</p>
<p>Η Λιούτσια σίγουρα δεν βλέπει την ποίηση ως έναν χρυσελεφάντινο πύργο, αποκομμένο από την κοινωνία, αλλά ούτε και γράφει επαναστατικές μπροσούρες. Η κοινωνική κριτική ή το πολιτικό σχόλιο, παρότι δεν αποτελούν κυρίαρχη όψη της ποίησής της, δεν θα λέγαμε ότι απουσιάζουν εντελώς. Στην κατεύθυνση του κοινωνικού προβληματισμού, λ.χ., κινείται το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής της, με τίτλο «Καμιά ελπίδα», όπου αποτυπώνεται η υποκρισία των δημόσιων κοινωνικών σχέσεων, αλλά και η δύσκολη και αντιφατική πραγματικότητα του άσημου –συνήθως άνεργου ή επισφαλώς εργαζομένου– καλλιτέχνη (σ. 7):</p>
<p>(…)</p>
<p>Στα θέατρα, στα μέγαρα, στις εκδηλώσεις<br />
αλληλοθαυμαζόμαστε, ματιάζουμε<br />
μιλάμε για την Τέχνη<br />
–παλεύουμε όλοι, καθένας με τον τρόπο του–<br />
Χαριεντιζόμαστε, γυρνάμε πίσω.</p>
<p>Στο σπίτι βγάζεις τα παπούτσια που σε χτύπησαν,<br />
χαϊδεύεις το μεγάλο δάχτυλο που βγαίνει<br />
απ’ το σκισμένο σου καλσόν,</p>
<p>φοράς τη μια ζακέτα πάνω απ’ την άλλη να ζεσταθείς<br />
χωρίς πετρέλαιο το χειμώνα<br />
ξαπλώνεις με τα γάντια στο κρεβάτι<br />
και προσπαθείς ν’ αλλάξεις τις σελίδες σ’ ένα δοκίμιο<br />
περί αισθητικής.<br />
Με τα γάντια.</p>
<p>Καμιά ελπίδα.</p>
<p>Αλλού πάλι εικονογραφείται η γεμάτη αντινομίες όψη των μεγαλουπόλεων, η οποία προκύπτει από τις κοινωνικές τους ανισότητες: από τη μία, οι πένητες και ανέστιοι που πλανώνται στην πόλη, από την άλλη, οι πολυτελείς βιτρίνες, τα κατ’ εξοχήν σύμβολα της καπιταλιστικής και καταναλωτικής κοινωνίας («Η πόλη τη νύχτα», σ. 29):</p>
<p>κουβέρτες<br />
κι άλλες κουβέρτες<br />
σωρός κουβέρτες<br />
μόνο κουβέρτες</p>
<p>(…)</p>
<p>ένας δρόμος στρωμένος κουβέρτες</p>
<p>…</p>
<p>κάτω πάνω γύρω από τον άνθρωπο<br />
κουβέρτες</p>
<p>(…)</p>
<p>– πίσω του όμως στο γωνιακό πολυκατάστημα<br />
κούκλες, κουκλάκια και τα ζωάκια τους<br />
κοιμούνται στα κρεβατάκια τους<br />
μακάρια.</p>
<p>Σε άλλα ποιήματα, τέλος, το δημόσιο/συλλογικό συμπλέκεται με το προσωπικό, η πολιτική νύξη με την εσωτερική, συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου. Ενδεικτικό είναι το ποίημα «Διαδρομές» (σ. 37).</p>
<p>Για τίποτα δε λυπάμαι</p>
<p>ούτε για τις λέξεις που δεν σημαίνουν τίποτα<br />
ούτε για το κενό ανάμεσά μας<br />
ούτε για τις μετά βίας διαδρομές<br />
ανάμεσα από τραμπούκους μακεδονομάχους<br />
ούτε καν γι’ αυτήν την πόλη που κάθε χρόνο<br />
μας (εχ)θρέφεται δε νιώθω λύπη.</p>
<p>Το μόνο που κάπως με στεναχωρεί<br />
και με στενεύει μες στο σώμα<br />
είναι που όταν γυρνώ το βράδυ σπίτι</p>
<p>δεν είναι κανείς εκεί ν’ αγαπηθούμε.</p>
<p>Η θεματική που δεσπόζει, εντούτοις, σε αυτή τη συλλογή, όπως και στις προηγούμενες, είναι οι ερωτικές σχέσεις. Ο έρωτας, σε όλες του τις εκφάνσεις, μονόπλευρος ή αμοιβαίος, ανεκπλήρωτος ή πραγματωμένος, και με όλες του τις συναισθηματικές επενέργειες (χαρά, επιθυμία, αγωνία, ματαίωση, θλίψη, απόγνωση κ.λπ.) πρωταγωνιστεί σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής (βλ. λ.χ. «Δεσμός, σ. 9, «Στενό πέρασμα», σ. 15 κ.ά.). Μία νέα διάσταση, από την άλλη, προσδίδουν τα ποιήματα που θα λέγαμε «αυτοαναφορικά», ποιήματα στα οποία επιχειρεί γενικότερα να προσδιορίσει τι είναι και τι κάνει η ποίηση, είτε από την οπτική της ποιήτριας είτε από την οπτική του δέκτη. Από τι αφορμάται ο/η δημιουργός, τι πυροδοτεί τη γέννηση ενός ποιήματος; Ποιος ο ρόλος της ποίησης στη ζωή μας; Έτσι, βλέπουμε την ποιητική τέχνη να προβάλλεται, ανάμεσα σε άλλα, ως ένας τρόπος διαχείρισης των κάθε είδους ματαιώσεων: «Βλέπεις η ποίηση / Αντίθετα από την ιστορία / Γράφεται από τους ηττημένους» (σ. 12), θα γράψει. Αλλού πάλι εμφανίζεται να τροφοδοτείται από τα βιώματα του πόνου, καθώς: «Οι ποιητές δεν αγαπούν το Πάσχα / αγαπούν τον Γολγοθά» (σ. 22). Η ποίηση όμως εμπνέεται και από θετικά συναισθήματα, λ.χ. από την εσωτερική πληρότητα που προσφέρει ο αμοιβαίος έρωτας: «ποίηση είναι να μ’ αγαπάς και να μου το λες, ποίηση είναι να μ’ αγαπάς και να σ’ αγαπώ κι εγώ» (σ. 44). Σε ένα άλλο ποίημα, η αναγνωστική εμπειρία της ποίησης προσομοιάζεται με μία διαδικασία θεραπευτική: «Ανέλαβα την αγωγή εγώ προσωπικά. / (…) του διάβασα Dickinson, Καβάφη, Dylan Thomas Τόμας, / του έστειλα Cummings, και λίγο Rilke, λίγο Ελύτη,/ του διάβασα και δυo δικά μου» (σ. 24). Η ποίηση, τέλος, εξυμνείται ως καταφύγιο και σανίδα σωτηρίας από την πεζότητα της καθημερινής ζωής: «Τα ποιήματα είναι αστερισμοί σε χάρτη ναυσιπλοΐας / (…) οι σημαδούρες της μαύρης θάλασσας που μας σκεπάζει» (σ. 17).</p>
<p>Ένα άλλο στοιχείο που ξεχωρίζει κανείς σε αυτή τη συλλογή είναι η προσπάθεια της ποιήτριας να συνομιλήσει με την ελληνική λογοτεχνική παράδοση, αφομοιώνοντας και αξιοποιώντας δημιουργικά το έργο των μεγάλων «κλασικών» της λογοτεχνίας μας. Το επιχειρεί και ως δραματουργός, όταν λ.χ. δραματοποιεί διηγήματα του Παπαδιαμάντη (βλ. παράσταση «Αγρυπνία»), αλλά και ως ποιήτρια όταν αφορμάται από στίχους άλλων ποιητών, για να τους «επικαιροποιήσει» και να τους μεταφέρει στη σύγχρονή της πραγματικότητα, αναπτύσσοντας πάνω σε αυτούς τον δικό της ποιητικό λόγο. Το πιο χαρακτηριστικό ποίημα είναι το «Ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα» (σ. 27), το οποίο ανοίγει και κλείνει κυκλικά με έναν στίχο του Σεφέρη από το ποίημα «Ο βασιλιάς της Ασίνης», στην αρχή αυτούσιο και στο τέλος παραλλαγμένο</p>
<p>Με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη<br />
λέει ο ποιητής<br />
Και μέσα μου καθαρίζουν αιώνες αποκόμματα.<br />
Πού έφτασε ο άνθρωπος<br />
να κόβεται η καρδιά του<br />
όταν ραγίζει μια οθόνη.<br />
Πώς ξεμπερδεύει με λυκοφιλίες<br />
με τη βοήθεια τηλεφώνων που χαλάνε.<br />
Πώς πια δεν έχει χέρι στην επιλογή του<br />
κι επιλογή στο χέρι του.<br />
Η μόνη μνήμη που θυμάται είναι η RΑΜ του κινητού του.<br />
Διαγραφή – Κάδος – Επαναφορά<br />
Είσαστε σίγουροι πως θέλετε<br />
Διαγραφή – Κάδος – Επαναφορά<br />
Ο χρήστης που ίσως γνωρίζετε είναι στο…</p>
<p>(…)</p>
<p>Με τα σύγχρονα μνημεία και την αρχαία θλίψη<br />
λέμε εμείς</p>
<p>Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η τελευταία ποιητική συλλογή της Λιούτσια φανερώνει μία διευρυμένη αντίληψη των πραγμάτων και μία ωριμότερη γραφή σε επίπεδο σκέψης και ύφους. Τα ποιήματα που συμπεριέλαβε προσδίδουν μία ενδιαφέρουσα ποικιλία, άλλα στοχαστικά, άλλα πιο λυρικά, άλλα κοινωνικοκριτικά – στο σύνολό τους όμως ιδιαίτερα δουλεμένα από μορφολογική άποψη. Η εικονοποιία, η ρυθμικότητα, η ανοικειωτική γλώσσα, οι ευρηματικές γλωσσοπλασίες, οι πρωτότυπες και εύστοχες μεταφορές είναι μερικές από τις αρετές της συλλογής, οι οποίες προοιωνίζονται ακόμα μεγαλύτερα ποιητικά επιτεύγματα στο μέλλον.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΤΩΝΙΑ ΤΖΙΡΙΤΑ &#8211; ΖΑΧΑΡΑΤΟΥ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Χάρτης &#8211; Αρ. Τεύχους: 55 Ιούλιος 2023</p>
<p>Ασκήσεις φθόγγων εκεί που η γραφή συναντά την επιθυμία</p>
<p>Στα ανοι­χτά φω­νή­ε­ντα η πρώ­τη έγνοια αφο­ρά τους ήχους που πα­ρά­γουν οι δο­νή­σεις του αέ­ρα στο εσω­τε­ρι­κό ενός σώ­μα­τος. Στα δα­γκω­μέ­να σύμ­φω­να αφο­ρά εξί­σου τις άη­χες παύ­σεις που χα­ράσ­σουν τα όρια των ήχων. Οι φθόγ­γοι, όταν μέ­νουν ανοι­χτοί, μας το­πο­θε­τούν εξαρ­χής σε μια ποί­η­ση χα­σμω­δί­ας· στο ξε­χεί­λι­σμα της από­λαυ­σης. Τα <em>Ανοι­χτά φω­νή­ε­ντα και δα­γκω­μέ­να σύμ­φω­να</em> της Ιω­άν­νας Λιού­τσια εί­ναι ένα βι­βλίο που ξέ­ρει κα­λά πώς να αφή­νε­ται σ’ αυ­τούς τους παλ­μούς. Αλ­λά η επι­θυ­μία για ανα­πνοή εί­ναι αδια­χώ­ρι­στη από το στό­μα που κλεί­νει: το σύμ­φω­νο κρο­τα­λί­ζει τις οδο­ντο­στοι­χί­ες του και τις μπή­γει στη σάρ­κα του φω­νή­ε­ντος ση­μα­το­δο­τώ­ντας την αρ­χή και το τέ­λος του. Το ελ­λη­νι­κό αλ­φά­βη­το ήταν το πρώ­το που συ­μπε­ριέ­λα­βε φω­νή­ε­ντα, κι ίσως με αυ­τόν τον τρό­πο να διεκ­δί­κη­σε για τη γρα­φή έναν με­γα­λύ­τε­ρο βαθ­μό αι­σθη­σια­κής υλι­κό­τη­τας. Η Αν Κάρ­σον ανα­φέ­ρε­ται στη χρο­νο­λο­γι­κή σύμ­πτω­ση ανά­με­σα στη με­τά­βα­ση σ’ έναν εγ­γράμ­μα­το πο­λι­τι­σμό και την εμ­φά­νι­ση της λυ­ρι­κής ποί­η­σης, δη­λα­δή ανά­με­σα στην ιδιο­συ­στα­σία του ελ­λη­νι­κού αλ­φα­βή­του και τη φύ­ση του έρω­τα. Σχε­τι­κά με τη συμ­βο­λι­κή λει­τουρ­γία του γρα­πτού συμ­φώ­νου ση­μειώ­νει η ποι­ή­τρια: «Όπως ο έρω­τας επι­κε­ντρώ­νε­ται στα όρια των αν­θρώ­πων και στα με­σο­δια­στή­μα­τα που τους χω­ρί­ζουν, έτσι και το γρα­πτό σύμ­φω­νο επι­βάλ­λει όρια στους ήχους της αν­θρώ­πι­νης ομι­λί­ας κι επι­μέ­νει ότι το όριο εί­ναι πραγ­μα­τι­κό, μο­λο­νό­τι, η απαρ­χή του βρί­σκε­ται στη φα­ντα­σία που δια­βά­ζει και γρά­φει».<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_1"><sup>[1]</sup></a><br />
Κομ­μά­τι της γρα­φής το ερω­τι­κό στοι­χείο κρύ­βει και φα­νε­ρώ­νει κα­τά τρό­πο ανά­λο­γο με τα τε­χνά­σμα­τα της φα­ντα­σί­ας που δη­μιουρ­γούν στιγ­μές προ­σέγ­γι­σης κι απώ­θη­σης. Σ’ έναν τέ­τοιο εν­διά­με­σο χώ­ρο ανα­πτύσ­σε­ται από την αρ­χαιό­τη­τα το παι­χνί­δι της επι­θυ­μί­ας και της γρα­φής. Η σύγ­χρο­νη ποι­ή­τρια μοιά­ζει να γνω­ρί­ζει κα­λά τη φυ­σιο­λο­γία του. Στο ποί­η­μα «Οι ποι­η­τές πε­θαί­νουν κά­θε μέ­ρα» συν­δέ­ει ρη­τά σε μια σχέ­ση συ­νε­νο­χής την ποι­η­τι­κή γρα­φή με την πο­λε­μι­κή του έρω­τος. Στο αμέ­σως επό­με­νο ποί­η­μα, «Οι ποι­η­τές δεν αγα­πούν το Πά­σχα», πε­ρι­γρά­φει την ιδιά­ζου­σα θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα στην οποία πε­ριέρ­χε­ται το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο λό­γω της έλ­ξης του προς τον Γολ­γο­θά. Κι έτσι, αντί για ανα­στά­σι­μα τρα­γού­δια, ένα τε­λε­τουρ­γι­κό έρω­τα και χα­μού τη βρί­σκει στο κρε­βά­τι να χαϊ­δεύ­ε­ται και να γλεί­φει το αί­μα από τις πλη­γές. Η ερω­τι­κή επι­θυ­μία σφρα­γί­ζει το σώ­μα, το αυ­λα­κώ­νει, όπως το μο­λύ­βι χα­ράσ­σει μια λευ­κή σε­λί­δα (Ο έρω­τας)· γρά­φει και γρά­φε­ται κα­τά τρό­πο σισ­σύ­φειο· υστε­ρο­γρα­φεί (Μέ­ρες που ανα­τρι­χιά­ζει η θά­λασ­σα). «Εί­μαι ένα πλά­σμα της επι­θυ­μί­ας, συ­νε­πώς ένα πλά­σμα των λέ­ξε­ων»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_2"><sup>[2]</sup></a> γρά­φει η Νι­κόλ Μπρο­σάρ. Εδώ και με­ρι­κές δε­κα­ε­τί­ες σκε­φτό­μα­στε πως κα­μιά φο­ρά η ιστο­ρία της γρα­φής μπο­ρεί να εξε­λίσ­σε­ται κι έτσι: Η μή­τρα αι­μορ­ρα­γεί. Μια ορ­χι­δέα κόκ­κι­νη μπο­ρεί να γί­νει κό­μπος στον λαι­μό, όταν η σε­ξουα­λι­κό­τη­τα απο­συν­δέ­ε­ται από την ανα­πα­ρα­γω­γή (Θη­λυ­κό). Ένα πρό­σω­πο ση­μα­δε­μέ­νο από την ακ­μή βιώ­νει πολ­λα­πλές με­τα­μορ­φώ­σεις. Στην επι­φά­νεια του δέρ­μα­τος ξε­πη­δούν δια­δο­χι­κά μια πα­τά­τα, ένα φεγ­γά­ρι κι ένας ύφα­λος για να ψη­λα­φί­σου­με τις ανε­ξε­ρεύ­νη­τες εσο­χές της σάρ­κας, στις οποί­ες κυ­ριαρ­χεί το σκο­τά­δι (Ακ­μή). «Εμείς οι ώρι­μες πριν την ώρας μας, εμείς οι κα­τα­πιε­σμέ­νες από τον πο­λι­τι­σμό, τα ωραία στό­μα­τά μας φι­μω­μέ­να με γύ­ρη, οι ανά­σες μας κομ­μέ­νες, εμείς οι λα­βύ­ριν­θοι, οι σκά­λες, οι πο­δο­πα­τη­μέ­νες εκτά­σεις, τα σμή­νη–εί­μα­στε “μαύ­ρες” και εί­μα­στε όμορ­φες»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_3"><sup>[3]</sup></a> θυ­μί­ζω το μα­νι­φέ­στο της Ελέν Σι­ξού.<br />
Η σύγ­χρο­νη ποι­ή­τρια των φω­νηέ­ντων και των συμ­φώ­νων αφή­νε­ται να πα­ρα­συρ­θεί από τη σα­γή­νη των αντι­στρο­φών και των πα­ρ’ ολί­γον συμ­πτώ­σε­ων. Στο ποί­η­μα «Γε­νά­ρης» ένας γλά­ρος ψά­χνει τρο­φή σε μια χιο­νι­σμέ­νη πο­λι­τεία. Αντι­στρο­φή: Μια χιο­νι­σμέ­νη πο­λι­τεία πε­ρι­μέ­νει έναν γλά­ρο να φά­ει τα ψί­χου­λά της. Οι δύο ει­κό­νες μπο­ρούν να πα­ρα­μεί­νουν δια­χω­ρι­σμέ­νες με τον τρό­πο που εί­ναι δια­χω­ρι­σμέ­νες οι δυο όψεις της ίδιας κάρ­τας –στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση της κάρ­τας της μο­να­ξιάς. Ωστό­σο, αν παί­ζα­με εκεί­νο το παι­χνί­δι στο οποίο στρι­φο­γυρ­νάς με τα­χύ­τη­τα την κάρ­τα, θα βλέ­πα­με τη μία ει­κό­να να μπαί­νει στο εσω­τε­ρι­κό της άλ­λης. Ο γλά­ρος ως οπτι­κή ψευ­δαί­σθη­ση ή ως φά­ντα­σμα στοι­χειώ­νει τη χιο­νι­σμέ­νη πο­λι­τεία. Να ένας άλ­λος τρό­πος σύν­δε­σης.</p>
<p>Σ’ αυ­τές τις σε­λί­δες διαρ­κώς κά­τι πε­τά­ει. Ας μην απο­στρέ­ψου­με το βλέμ­μα. Ίσως μας βοη­θή­σει να κα­τα­λά­βου­με αν ο βα­σι­λιάς της Ασί­νης που ακό­μα γυ­ρεύ­ου­με στο ποί­η­μα «Ένα κε­νό κά­τω απ’ την προ­σω­πί­δα» εί­ναι η νυ­χτε­ρί­δα η οποία ξε­πε­τά­γε­ται από το βά­θος της σπη­λιάς στο τέ­λος του σε­φε­ρι­κού ποι­ή­μα­τος. Δεν εί­ναι λί­γα τα ποι­ή­μα­τα στα οποία ο Σε­φέ­ρης βρί­σκε­ται μπλεγ­μέ­νος στα παι­χνί­δια της ποι­ή­τριας, και κα­θώς από την αρ­χή ξε­κα­θα­ρί­σα­με πως μας απα­σχο­λούν τα όρια που ενώ­νουν και χω­ρί­ζουν, κα­λού­μα­στε να εξε­τά­σου­με εδώ τα όρια του μο­ντερ­νι­σμού. Τα ονό­μα­τα έχουν αλ­λά­ξει, όπως δια­πι­στώ­νει το ποί­η­μα «Πώς τα αστέ­ρια με ξε­γέ­λα­σαν». Αν δεν μας λέ­νε πια «Γιώρ­γο και Μα­ρώ Σε­φέ­ρη», «Νό­ρα και Τζέ­ημς Τζόις», πό­σα και ποια από τα λό­για τους θα δα­νει­στεί η σκέ­ψη μας; Ποιες λέ­ξεις θα επι­νο­ή­σει η γλώσ­σα, όταν η ποι­ή­τρια απο­φα­σί­σει να μι­λή­σει; Στο πρώ­το ποί­η­μα της συλ­λο­γής, «Κα­μία ελ­πί­δα», η συλ­λο­γι­κό­τη­τα των σε­φε­ρι­κών θε­α­τρί­νων έχει ήδη με­τα­τρα­πεί σε μια συ­ναρ­μο­γή σω­μά­των που ντύ­νο­νται και γδύ­νο­νται με κό­πο. Δεν υπάρ­χει κα­μία ελ­πί­δα όταν το θέ­α­μα γί­νε­ται το ίδιο το σώ­μα στην προ­σπά­θειά του να φτά­σει στο θέ­α­τρο που πα­ρα­μέ­νει απρό­σι­το. Άρα­γε πό­σα σώ­μα­τα συ­στε­γα­ζό­μα­στε κά­τω απ’ αυ­τήν την εμπει­ρία; Υπο­ψιά­ζο­μαι μια συ­ναρ­μο­γή που κα­τα­σκευά­ζε­ται από φθη­νή δερ­μα­τί­νη, μάλ­λι­να γά­ντια και μια επι­θυ­μία για αι­σθη­τι­κή η οποία προ­σκρού­ει στους υλι­κούς φραγ­μούς της πο­λι­τι­κής.</p>
<p>Ποιες μορ­φές παίρ­νει η θλί­ψη όταν με­τα­φέ­ρε­ται από τα αρ­χαία ερεί­πια στα θραύ­σμα­τα της με­τα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας; Ο αδύ­να­τος νό­στος του Οδυσ­σέα και των συ­ντρό­φων–τό­σο ανα­πό­σπα­στο κομ­μά­τι της μο­ντερ­νι­στι­κής ποι­η­τι­κής– υπο­χω­ρεί, κα­θώς στο προ­σκή­νιο ει­σέρ­χε­ται το ερ­γα­στή­ριο επι­θυ­μί­ας της Πη­νε­λό­πης. Υφα­ντό, επι­θυ­μία, κεί­με­νο δια­πλέ­κο­νται στον αρ­γα­λειό. Το ερ­γα­στή­ριο επι­θυ­μί­ας της Πη­νε­λό­πης· ένα ερ­γα­στή­ρι γρα­φής. «Δεν ύφαι­να, δεν έπλε­κα /ένα γρα­φτό άρ­χι­ζα, κι έσβη­να/ κά­τω απ’ το βά­ρος της τέ­λειας λέ­ξης»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_4"><sup>[4]</sup></a> λέ­ει η Πη­νε­λό­πη της Κα­τε­ρί­νας Αγ­γε­λά­κη-Ρουκ· «με το ατί­θα­σό σου σώ­μα έχεις κά­νει πράγ­μα­τα/ που δεν θα έπρε­πε να συ­ζη­τάς σε ποι­ή­μα­τα»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_5"><sup>[5]</sup></a> μο­νο­λο­γεί η Πη­νε­λό­πη της Louise Glück. Η Πη­νε­λό­πη εί­ναι πα­ρού­σα στην ποί­η­ση της Ιω­άν­νας Λιού­τσια ήδη από το προη­γού­με­νο βι­βλίο της (<em>Η σιω­πή σε δύο χώ­ρους</em>, 2018)·<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_6"><sup>[6]</sup></a> σε κά­ποια ποι­ή­μα­τα κα­το­νο­μά­ζε­ται ρη­τά, ενώ σ’ άλ­λα βρί­σκου­με διά­χυ­τα τα ίχνη της. Πρό­κει­ται για τα ποι­ή­μα­τα όπου ο έρω­τας ορ­γα­νώ­νε­ται γύ­ρω από μια ακτι­νο­βό­λα απου­σία.<br />
Στο ποί­η­μα «Η Πη­νε­λό­πη με τα πέ­τσι­να» ο Οδυσ­σέ­ας έχει πα­ρα­χω­ρή­σει τη θέ­ση του στον δια­δι­κτυα­κό καν-ένα, ο οποί­ος δεν έχει άλ­λη ύπαρ­ξη πέ­ρα από τις από­πει­ρες ανα­σύν­θε­σής του. Το χέ­ρι της Πη­νε­λό­πης ζου­μά­ρει και ξε­ζου­μά­ρει πά­νω στην οθό­νη, ανα­δια­τάσ­σει τα πί­ξελ, και τε­λι­κά γί­νε­ται αυ­τό που «θα σου κρα­τά­ει για πά­ντα την καρ­διά» κα­τα­λή­γει η ποι­ή­τρια. Δεν βρι­σκό­μα­στε τό­σο μα­κριά από τους στί­χους «κι εγώ με λέ­ξεις θα κό­βω/ τις κλω­στές που με δέ­νουν/ με τον συ­γκε­κρι­μέ­νο άντρα που νο­σταλ­γώ/ όσο να γί­νει σύμ­βο­λο νο­σταλ­γί­ας ο Οδυσ­σέ­ας».<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_7"><sup>[7]</sup></a> Η Πη­νε­λό­πη μυ­θο­πλό­κα, όπως ο έρω­τας, υφαί­νει στα λό­για των ποι­η­τριών τον μύ­θο του Οδυσ­σέα.<br />
Μια νυ­χτε­ρί­δα χτυ­πά­ει στο φως και πε­ρι­φέ­ρε­ται σ’ έναν χώ­ρο ο οποί­ος χαρ­το­γρα­φεί­ται από τις συ­νε­χείς από­πει­ρες του βι­βλί­ου να ορί­σει την ποί­η­ση. Για πα­ρά­δειγ­μα, ποί­η­ση εί­ναι «ένα ζευ­γά­ρι νυ­χτε­ρί­δες που κρώ­ζει/ πά­νω απ’ το κε­φά­λι μας το σού­ρου­πο/ ποί­η­ση εί­ναι να προ­σπα­θώ να κα­τα­λά­βω/ απ’ τις κι­νή­σεις σου αν μ’ αγα­πάς» (Αυ­γου­στιά­τι­κο). Κα­θώς η νυ­χτε­ρί­δα ανα­δι­πλα­σιά­ζε­ται σ’ ένα ζευ­γά­ρι που χτυ­πά­ει τα φτε­ρά του, επι­στρέ­φου­με ξα­νά στην επι­μο­νή του βι­βλί­ου να δια­πλέ­κει την ποί­η­ση με τον έρω­τα. Κά­τι πε­τά­ει διαρ­κώς σ’ αυ­τές τις σε­λί­δες. Σ’ ένα νό­θο δί­στι­χο από τον πλα­τω­νι­κό <em>Φαί­δρο</em> δια­βά­ζου­με πως Πτέ­ρω­τας εί­ναι το όνο­μα με το οποίο οι θε­οί απο­κα­λούν τον έρω­τα λό­γω της ανά­γκης του να βγά­ζει φτε­ρά. Το ση­μείο αυ­τό του κει­μέ­νου πα­ρα­μέ­νει αι­νιγ­μα­τι­κό. Η Αν Κάρ­σον συ­νο­ψί­ζει τα ερω­τή­μα­τα: «Τί­νος εί­ναι τα φτε­ρά και τί­νος η ανά­γκη; Έχει ο Έρω­τας φτε­ρά; Έχει ανά­γκη ο Έρω­τας φτε­ρά; Κά­νει ο Έρω­τας τους άλ­λους να έχουν ανά­γκη φτε­ρά; Έχει ανά­γκη ο Έρω­τας να κά­νει τους άλ­λους να έχουν φτε­ρά; Έχει ανά­γκη ο Έρω­τας να κά­νει τους άλ­λους να έχουν ανά­γκη να έχουν φτε­ρά;»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_8"><sup>[8]</sup></a> Κα­μία απά­ντη­ση δεν εί­ναι ορι­στι­κή ού­τε πλή­ρης. Ο έρω­τας δια­φεύ­γει πε­τώ­ντας.<br />
Στο οπτι­κό πε­δίο της ποι­ή­τριας ει­σβάλ­λουν νε­κρά που­λιά κι άγρια πτη­νά: ση­μεία της επι­θυ­μί­ας, ση­μεία της δια­φο­ράς. Το σα­χτου­ρι­κό αί­τη­μα για ένα κομ­μά­τι ου­ρα­νό επα­νέρ­χε­ται στο ποί­η­μα «Μο­να­χή». Η δύ­σκο­λη κλη­ρο­νο­μιά του ελεγ­κτή-Σα­χτού­ρη εδώ εν­σαρ­κώ­νε­ται στη μορ­φή μια εκ­παι­δεύ­τριας που κα­λεί­ται να αντι­με­τω­πί­σει την ετε­ρό­τη­τα των που­λιών. Τα που­λιά ακο­νί­ζουν τα φτε­ρά τους στο σώ­μα της ποι­ή­τριας, τη γη­τεύ­ουν με το βλέμ­μα τους σε μια εκ­παί­δευ­ση στην οποία εί­ναι αβέ­βαιο ποια εκ­παι­δεύ­ει ποιο κι η οποία πο­τέ δεν κα­τα­λή­γει σε μια χει­ρο­νο­μία ιδιο­ποί­η­σης. «Τ’ αφή­νω να πε­τά­ξουν» κα­τα­λή­γει ανα­γνω­ρί­ζο­ντας τη μη ανα­γώ­γι­μη δια­φο­ρά τους. Πρό­κει­ται για ένα άφη­μα ανα­γκαίο ώστε να ωρι­μά­σουν οι καρ­ποί του αι­νίγ­μα­τος. Προ­κει­μέ­νου ο εαυ­τός να βγει από τον εαυ­τό και να επι­στρέ­ψει χρειά­ζε­ται την επα­φή με «το πράγ­μα που εν μέ­ρει μέ­νει νυ­χτε­ρι­νό και σιω­πη­λό. Το πλη­σί­ον απαι­τεί το αό­ρα­το, την εγκα­τά­λει­ψη της ονο­μα­σί­ας από τη λέ­ξη, το άφη­μα να γί­νε­ται ή να ξα­να­γί­νε­ται η ακε­ραιό­τη­τα του εαυ­τού»<a href="https://www.hartismag.gr/hartis-55/biblia/askiseis-fthoghghon-ekei-poi-i-ghrafi-sinanta-tin-epithimia#ref_9"><sup>[9]</sup></a> με τους όρους της Λυς Ιρι­γκα­ραί. Με τους όρους της Ιω­άν­νας Λιού­τσια χρειά­ζε­ται μια ακα­τά­παυ­στη τα­λά­ντευ­ση ανά­με­σα στο κα­τά­μα­τα και στο κα­τά­χα­μα.<br />
Κα­τά­χα­μα εί­ναι οι στιγ­μές στις οποί­ες η κα­τά­βα­ση από τον ου­ρα­νό στη γη πα­ρου­σιά­ζε­ται ως επώ­δυ­νη. Στο ποί­η­μα «ΚΤ­ΘΛΨ» τα κε­φα­λαία σύμ­φω­να έχουν κα­τα­πιεί τα φω­νή­ε­ντα και χά­σκουν ζο­φε­ρά. Υψώ­νο­νται σαν ψη­φία του ελ­λη­νι­κού συ­στή­μα­τος αρίθ­μη­σης που εδώ μοιά­ζει να ση­μα­το­δο­τούν μια ημε­ρο­μη­νία λή­ξης. Κι όμως, μέ­σω της ποί­η­σης η θλί­ψη της κα­τά­θλι­ψης στην καρ­διά της συλ­λο­γής απλώ­νε­ται ήδη προς το πα­ρα­μύ­θι. «Έχω ένα δέ­ντρο στην καρ­διά μου ακό­μα». Θυ­μά­μαι εκεί­νο το ηπει­ρώ­τι­κο πα­ρα­μύ­θι όπου ένα δέ­ντρο φυ­τρώ­νει στην καρ­διά του βα­σι­λιά. Μα­ζεύ­ο­νται άν­θρω­ποι και του αφη­γού­νται πα­ρα­μύ­θια (ή του γρά­φουν ποι­ή­μα­τα), κι έτσι τον κά­νουν να ξε­χνά τον πό­νο του. Όταν ακού­ει το πα­ρα­μύ­θι που επι­θυ­μεί, χρατς, ένα κλω­νά­ρι ξε­κου­μπί­ζε­ται από το δέ­ντρο στο στέρ­νο του βα­σι­λιά. Όταν ακού­ει το ποί­η­μα που επι­θυ­μεί, χρατς, το δέ­ντρο σω­ριά­ζε­ται κα­τα­γής. Τι άλ­λο εί­ναι η ποί­η­ση;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΑΡΓΥΡΗΣ ΚΟΣΚΟΡΟΣ</strong></h5>
<p>Περιοδικό Νησίδες στο τεύχος 24.</p>
<p>Έχει επισημανθεί από πολλούς κριτικούς ότι η ποίηση των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα, ακολουθώντας τον ρου της<br />
ελληνικής ιστορίας και την εξέλιξη της κοινωνίας, επικεντρώνεται περισσότερο στην υποκειμενική οπτική του ποιητή και λιγότερο σε<br />
συλλογικά οράματα˙ ότι ακόμα και όταν υπάρχει κοινωνικός προβληματισμός, αυτός εκδηλώνεται περισσότερο ως μια προσωπική επανάσταση που ακολουθεί δικούς της κανόνες παρά ως ένταξη σε κάποια ομάδα δανείζοντας από αυτή ιδέες και εκφραστικά μέσα ή έστω ανοίγοντάς της δρόμους. Παράλληλα όμως, έστω και στο πλαίσιο αυτού του κατακερματισμού, εντοπίζονται και ίχνη μιας διαμορφωθείσας κατάστασης από κοινά χαρακτηριστικά, που συνιστούν κανόνα ή ρεύμα. Η ποιητική συλλογή «Ανοιχτά φωνήεντα και δαγκωμένα σύμφωνα» της Ιωάννας Λιούτσια<br />
δείχνει να εντάσσεται σ’ αυτήν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η Ιωάννα Λιούτσια λοιπόν διαθέτει και αυτή στην ποίησή της μια καθαρά προσωπική οπτική ακόμα και όταν χρησιμοποιεί το «εμείς». Η ποιητική, η χρησιμοποίηση δηλαδή της ίδιας της ποίησής<br />
της ως θέμα για την ποίησή της, είναι ο πλέον αυτοαναφορικός, και κατά συνέπεια απόλυτα προσωπικός, τρόπος που η ίδια επιλέγει να εκφραστεί. Η δημιουργικότητα γενικά αποτελεί τον θεματικό πυρήνα και το συνεκτικό στοιχείο της συλλογής και διαπνέει, άμεσα ή έμμεσα, ολόκληρο το βιβλίο. Η ποιητική ως θέμα λογοτεχνικού έργου ίσως να φαίνεται στον μέσο αναγνώστη περιοριστική, ένα είδος «καπρίτσιου» σε μια προσπάθεια του ποιητή να προβάλει το «εγώ» του, υποκύπτοντας συχνά στην παγίδα του ναρκισσισμού και του αυτοεπαίνου. Και υπάρχουν πράγματι αλλού πολλά παραδείγματα που δικαιώνουν αυτήν την καχυποψία. Επειδή όμως η τέχνη συνίσταται κυρίως στην επεξεργασία και λιγότερο στην επιλογή ενός θέματος, αξίζει ν’ αναλυθεί η προσέγγιση που ακολούθησε στη συγκεκριμένη συλλογή η ποιήτρια, ανεξάρτητα από άλλες σύγχρονες ή παλαιότερες απόπειρες των ομοτέχνων της. Η αυτοαναφορική τέχνη, έκφανση της οποίας είναι και η ποιητική ως λογοτεχνία, μπορεί όντως να καταλήξει σε ένα αποστασιοποιημένο αποτέλεσμα, ή σε κάτι ευχάριστο μόνο αισθητικά όπως το ηλιοβασίλεμα, χωρίς δυνατότητες περαιτέρω νοηματοδότησης. Στην περίπτωση της Ιωάννας Λιούτσια όμως η τέχνη —εν προκειμένω η ποίηση— είναι κάτι βαθύτερο στον άνθρωπο από μια τεχνική που μαθαίνεται, όπως και κάτι<br />
ευρύτερο στην κοινωνία από μια κάστα γραφιάδων: μέσα της βρίσκεται η ουσία του ανθρώπινου.<br />
Ο άνθρωπος υπάρχει, ανακαλύπτει τον εαυτό του και εν τέλει λυτρώνεται μέσω της τέχνης. Το ίδιο το υλικό της ποίησης, η γλώσσα δηλαδή, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης. Κατά την ποιήτρια, δεν αντιπροσωπεύει απλά ένα σύστημα επικοινωνίας, αλλά εμπεριέχει όλη μας τη ζωή, με προεξέχον στοιχείο αυτό του έρωτα. Μια προσεκτική ματιά στο σύνολο των<br />
ποιημάτων του βιβλίου, κάλλιστα μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι λέξεις έρωτας (σε όλες του τις εκφάνσεις) και γλώσσα (ή ποίηση) εναλλάσσονται περίπου ως συνώνυμες. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ποιήματα ερωτικά που ξεδιπλώνονται ως γλωσσικά παιχνίδια, ή ασκήσεις ποίησης με λέξεις και φθόγγους σχεδόν σωματικούς, απευθυνόμενες σ’ έναν<br />
αναγνώστη-εραστή. Όπως όμως και η έννοια της ποίησης διευρύνεται καταλαμβάνοντας τον χώρο του έρωτα, έτσι και η έννοια του έρωτα κατόπιν διευρύνεται καταλαμβάνοντας το βίωμα της ύπαρξης. Μέσα από τις στίχους της, η ποιήτρια προσπαθεί να παραμείνει ζωντανή. Η ανάγκη της αυτή για<br />
επιβίωση είναι που την παρακινεί στη γραφή, καταλήγοντας να την εμποτίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτιστεί μαζί της.<br />
Τα προβλήματα που η ποιήτρια καλείται να ξεπεράσει μέσω της γραφής είναι σε πρώτη ανάγνωση ατομικά. Αδιαφορεί για τη συλλογική διαχρονικότητα, γράφοντας για το ατομικό εδώ και τώρα στο οποίο παρεμβαίνουν βέβαια αναμνήσεις, όμως σε χρόνο όχι αμιγώς παρελθοντικό αλλά, μιλώντας με όρους γραμματικής, παρακείμενο: ένα παρελθόν που άλλοτε στοιχειώνει και άλλοτε κοσμεί το παρόν της. Δεν κάνει καμία αναφορά σε κοινωνικές ζυμώσεις, πολιτικές θέσεις ή συλλογικές ταυτότητες, παρά εκκινεί τους<br />
προβληματισμούς της πάντα από την προσωπική της σχέση με τον κόσμο. Τέλος, δεν εκφράζει καμία πίστη σε κάποιο είδος συλλογικής σωτηρίας (θρησκευτικής, εθνικής ή πολιτικής) παρά στρέφεται συνειδητά στα καταφύγια της γραφής και του έρωτα, τα οποία γνωρίζει καλά ότι μπορούν μέχρι ενός σημείου πάντα να τη λυτρώσουν.<br />
Με μια πιο προσεκτική ανάγνωση βέβαια, αίρεται ως ένα βαθμό η απόλυτη ατομικότητα. Γιατί ο ίδιος ο εαυτός δεν προβάλλεται ως εξαίρεση αλλά ως<br />
δείγμα μιας χώρας, μιας γενιάς, μιας εποχής. Και, ίσως, όχι τυχαία, το πρώτο ποίημα του βιβλίου, με τίτλο «Καμιά ελπίδα», χρησιμοποιεί τον πρώτο πληθυντικό όπως και τον τρίτο ενικό, εκφράζοντας το συλλογικό αδιέξοδο: «[…] Στα θέατρα, στα μέγαρα, στις εκδηλώσεις / αλληλοθαυμαζόμαστε, ματιάζουμε /μιλάμε για την Τέχνη / […] Στο σπίτι βγάζεις τα παπούτσια που<br />
σε χτύπησαν/ […] ξαπλώνεις με τα γάντια στο κρεβάτι / και προσπαθείς ν’ αλλάξεις τις σελίδες σ’ ένα δοκίμιο περί αισθητικής /Με τα γάντια / Καμιά ελπίδα».<br />
Η ματαίωση των προσδοκιών, όπως και το ανέφικτο των «όπλων»<br />
που οι μορφωμένοι νέοι διαθέτουν για να ξεπεράσουν τη στασιμότητα, δηλαδή τη γνώση και την τέχνη, είναι που οδηγεί την ποιήτρια στην εσωστρέφεια. Είναι η ομολογία μιας ήττας που, χωρίς να την απελπίζει, προσπαθεί να την αξιοποιήσει δημιουργικά:<br />
«[…] βλέπεις η ποίηση / αντίθετα από την ιστορία / γράφεται από τους ηττημένους […]». Η έκφραση του συλλογικού υπό τον μανδύα του ατομικού εντοπίζεται κάποιες φορές και από εαυτούς που η ποιήτρια επινοεί να<br />
μιλήσουν σαν να πρόκειται για την ίδια. Έτσι, η κατά περίπτωση χρήση του αρσενικού σε πρώτο πρόσωπο, του γένους δηλαδή και για τα δύο φύλα, υπονοεί ότι το υποκείμενο είναι εν δυνάμει οποιοσδήποτε. Ανεξάρτητα όμως<br />
από το πού απευθύνεται ή ποιος εκφωνεί ένα ποίημα, αφού το «εγώ», το «εσύ» και το «εμείς» συμπλέκονται, το εγωιστικό στοιχείο της γραφής υποχωρεί και δίνει χώρο, δίχως ν’ απαλείφεται η προσωπική οπτική, εξίσου σε κάτι ευρύτερο.<br />
Ο έρωτας, ο δεύτερος άξονας της συλλογής πέρα από τον λόγο, προβάλλεται εξίσου ως καταφύγιο, ομοίως ατελές και ατελέσφορο. Το αίσθημα αυτό, αιώνια εγωιστικό, ζητά να ενωθεί με το ποθητό άλλο ενσωματώνοντάς το στον δικό του εαυτό: «[…] πέφτεις πάνω μου — πέφτω πάνω σου / αυτό είναι ο Έρωτας. / εγωϊσμός ή έλξη.» Παράλληλα όμως το «εσύ» διατηρεί πάντα επίμονα τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αποτρέπουν την πλήρη<br />
ένωση με το «εγώ» της ποιήτριας: «απ’ όλα τα σώματα τα ουράνια /εκείνο που πιο πολύ ποθώ να δω /είναι το σώμα το δικό σου». Όπως όμως με τη γραφή, έτσι και με τον έρωτα, η δημιουργός δεν τρέφει υπερβολικές προσδοκίες. Για την ακρίβεια, αυτήν την έλλειψη κατά βάθος την αποδέχεται ως κάτι όχι μόνο βασανιστικό μα και πολύτιμο: «[…] Άλλωστε οι ποιητές δεν<br />
αγαπούν το Πάσχα / αγαπούν τον Γολγοθά», και αλλού: «στα βιβλία που μου δίνεις / τα γράμματά σου / —αφιερώσεις γραμμένες με μολύβι— […] βλέπω στο χέρι σου /μια αέναη σισύφεια προσπάθεια /πάντα να γράφεις».<br />
Η αντίληψη αυτή της ζωής και της γραφής αντικατοπτρίζεται ειδικότερα και στο γλωσσικό ύφος.<br />
Ο στίχος είναι ελεύθερος, οι γλωσσικές επιλογές από την καθημερινή ζωντανή ομιλία, τα εκφραστικά μέσα χωρίς εκζήτηση. Η γλωσσική<br />
πρωτοτυπία δεν είναι σε αυτή τη συλλογή το ζητούμενο, το ύφος όμως υπηρετεί πάντα την αίσθηση που το κάθε ποίημα επιδιώκει ν’ αφήσει στον αναγνώστη˙ δεν υπάρχει φυσικά ενιαία φόρμουλα, κάθε ποίημα αποτελεί ως μορφή, όπως και ως νόημα, μια δική του ξεχωριστή χώρα, ενταγμένη στο σύμπαν της συλλογής. Απουσιάζει επίσης από τη συλλογή η υπερβολική<br />
«δημιουργική ασάφεια», καθώς η ποιήτρια εκφράζει στέρεες σκέψεις,<br />
ακόμα και στην αμφιβολία της˙ αυτό δε σημαίνει βέβαια πως εκπίπτει σε μια πεζολογικού τόπου κυριολεξία, η εξακτίνωση όμως των νοημάτων από τον αναγνώστη έχει εδώ ως εκκίνηση πάντα μια συγκεκριμένη θέση από τη ζωή ή τον ψυχισμό της ποιήτριας.<br />
Σ’ αυτό το σημείο, αξίζει να επισημανθεί η δυσκολία του εγχειρήματος που αναλαμβάνουν όσοι καλούνται να γράψουν σε ελεύθερο στίχο: η απουσία σταθερού κανόνα σχεδόν επιβάλλει τη δημιουργία καινούργιου. Άλλωστε,<br />
σύμφωνα με τον Έζρα Πάουντ, για τον καλό τεχνίτη κανένας στίχος δεν είναι ελεύθερος. Η Ιωάννα Λιούτσια, είτε μέσα από τη διαμόρφωση των στίχων και των στροφών είτε μέσα από αναζήτηση αρμονικών συνδυασμών στις λέξεις, δείχνει να νοιάζεται για το πώς θα βρει η ψυχή των νοημάτων της το αρμονικό σώμα των στίχων που της ταιριάζει. Κάτι που απαιτεί φυσικά άσκηση στην ανάγνωση πρώτα και έπειτα στη γραφή. Έτσι, ενώ το λεξιλόγιο, η γραμματική και η σύνταξη ανήκουν καθαρά στην καθημερινή ομιλία και δεν περιέχουν τίποτα το λυρικό ή μεγαλεπήβολο, είναι δύσκολο να διαβαστούν χωρίς να γίνει αμέσως αντιληπτή η ποιητική τους φύση. Εξάλλου, τα υλικά<br />
της ποίησης είναι, σύμφωνα με την ίδια τη δημιουργό, απλά: «οι λέξεις που ψάχνουμε είναι τρεις: /μάτια, καρδιά, μυαλό».<br />
Η Ιωάννα Λιούτσια είναι μια ποιήτρια που ανήκει στη γενιά της, μια γενιά που προσπαθεί να βρει πατήματα σ’ έναν κόσμο ασταθή και διαλυμένο, σε μια εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων, σε μια κοινωνία που έχει χάσει τους συνεκτικούς της δεσμούς. Δεν νιώθει όμως τελείως μόνη, αισθάνεται δικό της αυτό το σύνολο ανθρώπων που προσπαθούν, ο καθένας με τον τρόπο του, να βρουν στον κόσμο τα πατήματά τους. Και έτσι, από το «εδώ και<br />
τώρα» και το «εγώ», μπορεί και βρίσκει διεξόδους σε κάτι πιο ευρύ,<br />
συλλογικό και διαχρονικό: «Μέσα μου κουβαλώ αυτούς που λείπουν /όσους στα χρόνια μέσα ταξιδεύουν/ το καλοκαίρι πια δεν είναι ξένοιαστο / γίνεται φορτικό / από πρόσωπα και μνήμες […]».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Η ΣΙΩΠΗ ΣΕ ΔΥΟ ΧΩΡΟΥΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Λογοτεχνικό Δελτίο</p>
<p>Η Ιωάννα Λιούτσια συστήνεται στον ποιητικό λόγο μέσα από την τρίτη κατά σειρά ποιητική της συλλογή. Επομένως, στη λογική αλληλουχία των πραγμάτων δεν πρόκειται για εκ νέου γνωριμία. Θα όφειλε να αποτελεί τη συνέχεια μίας εξελισσόμενης πορείας. Εκείνο ωστόσο το οποίο υπηρετεί η ποιήτρια δεν είναι η «συνέχεια» με την τυπική της θεώρηση. Εφαρμόζει την αυτονομία της θεματικής εκλογής στην ποιητική της σύνθεση με γνώμονα, όχι την φωτογραφική αποτύπωση ή/και αναπαραγωγή της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά την διαμόρφωση αποστάσεων ολογράμματος σε κάθε τίτλο της ποιητικής της διαδρομής. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή αποκτά αυθύπαρκτη αξία στην μοναδικότητα όχι μόνο των θεματικών της αποτυπώσεων αλλά της διακριτικής αυτής παρέμβασης στο δημόσιο λόγο με τρόπο καθετοποιημένο. Επιβάλλεται η ποιήτρια με την εικονοποιία και τα γλωσσικά σχήματα. Δεν επιτρέπει τη νοηματοδότηση ετεροπροσδιορισμών στην αφαιρετική τους μορφή. Αυτός ο τρόπος γραφής και έκφρασης είναι προτέρημα. Η υλικότητα των εικόνων συναπαντά στην αποδόμηση του εξωτερικού περιτυλίγματος. Η αμορφία των συνεκτικών σχημάτων συναπαντά το ολόγραμμα μετωπικών συγκρούσεων με επίκεντρο το ατομικό «εγώ» της δημιουργού. Η «σιωπή σε δύο χώρους» επιμερίζεται σε τρισυπόστατες καταγραφές εξελικτικών πεδίων. Κάθε ένα εξ αυτών μετουσιώνει την αντίστοιχη θεματική όχι σε αντίθεση αλλά σε σύμπνοια με τα υπόλοιπα διαμερίσματα της σκέψης, οργανωμένα σε επάλληλα επίπεδα. «Ο καθένας ψάχνει να κρεμαστεί/να βρει διέξοδα/…/ Κι εκείνη (….) με χάρη και ηδονή/τα θύματα της αποκεφαλίζει» (σελ 10). Κι όμως δεν πρόκειται για μακάβρια εικόνα ενός ανατέλλοντος θανάτου. Είναι η επαναστατική ρήξη του κομφορμισμού ως τυπολατρίας με την συνείδηση των πεπραγμένων του δρώντος υποκειμένου. Η παρουσία της γυναίκας (όπως θα εμφανιστεί και σε άλλα ποιήματα) ενέχει το στοιχείο υπογράμμισης ενός κατασκευασμένου ρόλου με τα μειονεκτήματα που το συνοδεύουν αλλά και το βασικό πλεονέκτημα ανανέωσης της φύσης των σωμάτων δίχως ταυτότητα φύλλου. Είναι ο άνθρωπος σε αποσύνθεση. Η τελευταία εκκολάπτεται στα συντρίμμια της υλικότητας. Πόσο μάλλον, όταν η ίδια αποκτά διάσταση χώρου ο οποίος με τη σειρά του στενεύει τα όρια και τους αποδεκτούς διαμεσολαβητικούς ορισμούς στο τέλος των πραγμάτων. «Πόσο ψηλά να κρύβεται ο ουρανός για να μας αναγκάσει/ν’ αντικρύσουμε τον Άνθρωπο/στο απέναντι μπαλκόνι» (σελ 12).<br />
Τα όρια περιορίζουν τον ορίζοντα της παρουσίας στη συλλογική της απόφυση. Η ατομική ευθύνη υποσκελίζεται από τα πλήθη των παραδεδεγμένων αληθειών στα οποία διαρκώς καταφεύγουν οι κοινωνικές κατασκευές του ανθρώπινου ομοιώματος προκειμένου να αναγνωρίσουν ψήγματα ετεροπροσδιορισμών-ταυτοτήτων. Παρελθόν, παρόν και μέλλον αυτοκαταργούνται στην αναγκαιότητα στιγμιαίας ανάληψης καθηκόντων τα οποία φέρουν την ιδιαιτερότητα των ανθρωπίνων αδυναμιών στην απολυτότητα των υλιστικών προτύπων. Προτύπων τα οποία αρνούνται πεισματικά την αποθέωση της πολυδιάστατης ατομικότητας ανάγοντας την τελευταία στη δομημένη, σε τεχνικά κακέκτυπα του κοινωνικού όλου, απογραφή της. «Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σε αιώνιο πένθος/πρέπει να μάθει να πενθεί για ό,τι πρόκειται να ζήσει/πρέπει να μάθει να κλαίει (…)πρέπει να βρίσκει τρόπο να ξεχνάει» (σελ 15). Επομένως, τα στάδια της αυτογνωσίας έχουν εξαλειφτεί. Η μνήμη, κατηγοριοποιείται στις ενδεχομενικότητες ματαιοτήτων καθώς τα ενεργήματα της ζώσας πραγματικότητας ακυρώνουν ολοταχώς τις επιθυμίες στο όνομα μίας αφηρημένης ισορροπίας. Η υποκρισία των πεπραγμένων δονείται απ’ τις αντιφάσεις της διχασμένης ενέργειας. Από τη μία πλευρά ορίζεται η επιφάνεια των ψευδαισθήσεων ως αναγκαιοτήτων αποκτημένης αξίας σε κεκτημένη ταχύτητα. Από την άλλη πλευρά, η αυτογνωσία του ρόλου ή των ρόλων στους οποίους το δρων υποκείμενο διαρκώς αυτό-υπονομεύεται, λειτουργεί και ως έναυσμα για την διάρρηξη των ορισμών που περιστοιχίζουν τα κοινωνικά δεδομένα.<br />
«Εγκλωβισμένοι στα λευκά κουτιά με πολύχρωμους ανθρώπους/παγιδεύουμε τις επιθυμίες μας (…) χαμογελάμε όταν ανοίγει το στόμα-για να μην ουρλιάξουμε (…) κοιτάζουμε το είδωλο μας και βρίσκουμε δύναμη να ξαναβγούμε» (σελ 18).<br />
Στο δεύτερο επίπεδο της ποιητικής δημιουργίας, η καλλιτέχνης μετουσιώνει την ατομική ήττα σε προσμονή εξιλέωσης μέσα από εποχικές αποδράσεις. Όχι, δεν είναι η άνοιξη που θα επιδράσει προκειμένου να ανοιχτούν ορίζοντες ελευθερίας. Είναι η ίδια σε διάσταση από τις ανολοκλήρωτες επιθυμίες επιχειρώντας να χρωματίσει τους αιμάτινους πόρους του φυσικού κάλλους με την αχρωματοψία των αισθήσεων στην οποία έχει βυθιστεί. Μία αέναη επανάληψη τεκμηριώσεων οι οποίες φυτοζωούν σε διαπάλες οντοτήτων με ιδεολογικές αποχρώσεις. Δεν είναι η πολιτική που εξανίσταται. Είναι ο άδηλος ουμανισμός που εκρήγνυται στην πίεση των εσώκλειστα συσσωρευμένων θελήσεων. Η σύνθεση του χαρακτήρων των δεν αποτρέπει την ποιήτρια απ’ την αισιοδοξία των μελλούμενων. Είναι η σύγκρουση σε πρώτο πρόσωπο δίχως τελικό σκοπό αλλά με ουσιαστική αφετηρία την προάσπιση του «εγώ» και των συνεπειών του. «Ν’ αλλάξω όψη, ν’ αλλάξω εαυτό/να βάλω ρούχα που θα με κάνουν αόρατη/ή μάλλον ορατή, να μην σκοντάφτουν πάνω μου/οι άνθρωποι στο δρόμο/να κάψω τα χαρτιά μου, τα βιβλία μου, τον εαυτό μου/να μην υπάρχω» (σελ 29). Από τους συγκλονιστικότερους στίχους της ποιητικής συλλογής. Ολόκληρη η πολιτισμική προέκταση του ανθρώπου μετασχηματίχεται, εν μία νυκτί, σε πεδίο κάθαρσης. Και καταλήγει η εποχική ανάγνωση στην αυγουστιάτικη ατονία του χρονικού κύκλου. Μία εξέλιξη η οποία βυθίζει στην απόγνωση την ποιήτρια. Οι λέξεις ακροβατούν στο μη-τετελεσμένο. Στην προσδοκία του νέου κύκλου ζωής, ο χρόνος καταργείται στις ασυνείδητες εκφάνσεις του υποκείμενου παρόντος, αναπλάθοντας τις θύμησες του «χτες» στην ανασύνταξη που όλο κυλάει να έρθει κι όλο δεν έρχεται ποτέ.<br />
Και οδεύει η αποχαλίνωση των αισθήσεων στην ομαλότητα του ερωτικού παλμού. Ενός παλμού, η γαλήνη του οποίου ζωγραφίζει το απώτερο διάζωμα της συναίσθησης με χρώματα ηρεμίας. Ο έρωτας μεταμφιέζεται για να επιβιώσει στον εκάστοτε άλλο που ενεργεί σε όφελος του «εμείς». Δεν είναι πάντοτε παρών/παρόν. Σώμα και σκέψη σε απόσταση ανασυνθέτουν την επιθυμία ως φαντασίωση και ως αποπλάνηση της αλήθειας. «Κι ο χρόνος σταμάτησε» (σελ 42-43) σε αλλεπάλληλες τροχιές επεισοδίων, η ζωή εν εγρηγόρσει κινείται σε αδιάλειπτους σχηματισμούς μεταπηδώντας από το πάθος των στιγμών στην αποδοχή αυτών ως εθελούσιας μάχης ανάμεσα σε συνδαιτυμόνες της ίδιας ύλης. Ο εαυτός ως «άλλος» και ως «εγώ», ο εκάστοτε «άλλος» και ο συγκεκριμένος «εγώ». Επιβλητική ανάμνηση αλλοτινών υποσχέσεων, βεβιασμένων στην διαχρονικότητά τους, αληθινής ασφυξίας την ώρα της κορύφωσης, τα συμβαλλόμενα μέρη αποξενώνονται στην καρτερία της νοσταλγικής αγάπης. «Έτσι, για να ‘χουμε κάτι για να κλαίμε/ αφού η νοσταλγία μας ζαχαρωτό που πιπιλάμε/για να ξυπνήσουμε το πάθος» (σελ 50). Και ο χρόνος κατοικοεδρεύει στις επάλξεις κενών που δεν λένε να γεφυρώσουν τις αποστάσεις που μετατράπηκαν σε χάσματα. Και είναι οι αναμνήσεις βαρύ φορτίο για το μέλλον που αχνοφαίνεται. Μα, σε όποια στάση κι αν απολήξεις τις ευθύνες σου, σαν έτοιμος από καιρό πάλι για τον ίδιο προορισμό θα εκκινήσεις το ταξίδι σου, δίχως επιστροφή.<br />
Η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Λιούτσια απορρέει τους κραδασμούς της ύπαρξης στις κορυφώσεις των συναισθημάτων. Από την κοινωνική αμφισβήτηση έως την ατομική ματαιότητα, η τέχνη καρποφορεί και ανατροφοδοτεί τον εαυτό της με προοπτική την ανέλιξη του ανθρώπου ως αξιακό πρόταγμα.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ</strong></h5>
<p>www.vakxikon.gr &#8211; Αρ. Τεύχους: 45 Απρίλιος 2019</p>
<p>Αν, σύμφωνα με τον Henri Gouhier, το δράμα του θεατρικού προσώπου της σκηνής είναι το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον κόσμο, ιδωμένο από μια διαφορετική γωνία, στην πρόσφατη ποιητική συλλογή της ποιήτριας Ιωάννας Λιούτσια με τίτλο, Η σιωπή σε δύο χώρους από τις εκδόσεις Οροπέδιο, το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης εκτυλίσσεται σε δύο τουλάχιστον διαφορετικούς χώρους. Ωστόσο, ακόμη κι όταν μας είναι ξεκάθαρο πως η πραγματικότητα διαδραματίζεται σε πολλαπλά πεδία, η θρυμματισμένη της παρ’ όλα αυτά αλήθεια υφαίνεται και ξε-υφαίνεται, ανάλογα πάντοτε με τη θέση που καλούμαστε να πάρουμε, άλλοτε ως παρατηρητές, άλλοτε ως αφηγητές.</p>
<p>Και τί είναι ο έρωτας;<br />
Κάποιος που υποσχέθηκε να περιμένει<br />
κάποιον που υποσχέθηκε να γυρίσει.<br />
Στο τέλος και οι δυο βγαίνουν ψεύτες.</p>
<p>Το οξύμωρο και το παράδοξο εννοιών εναλλάσσονται με τις επιβεβαιωμένες καταφάσεις των στίχων, τα αντίθετα δεν σημαίνουν πάντα κι αντιφατικά, οι χώροι αριθμούνται δύο, αλλά εγκυμονούν τελικά τρία πεδία δράσης. Όλα σκηνοθετημένα στη λεπτομέρεια, αποκαλύπτοντας την άλλη ιδιότητα της ποιήτριας, αυτή της ηθοποιού και σκηνοθέτιδας. Της δημιουργού εν τέλει, που τοποθετεί τους στίχους στα ποιήματα, τα ποιήματα στις υποενότητες, τις υποενότητες στον μελωδικό ρυθμό της συλλογής, ενορχηστρώνοντας σκηνοθετικά τις τρεις κύριες κατηγορίες του δράματός της: Οι άλλοι. Εγώ. Εμείς. Η ρευστότητα των εννοιών πίσω από τις καλά καρφωμένες λέξεις είναι το μεγάλο αβαντάζ της συλλογής.</p>
<p>Αδίκως προσπαθώ να φτιάξω έναν εαυτό να αγαπήσεις<br />
Κάθε που σε αισθάνομαι,<br />
αλλάζεις.<br />
Δεν είναι το κορμί μου γι’ άλλα πάθη.<br />
Ό,τι μπορούσε να μας σώσει, καταστράφηκε.</p>
<p>Τριάντα οκτώ ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, τριάντα οκτώ ποιητικές καταθέσεις για τον έρωτα: άραγε τί έγινε εκείνο που σκεφτόμουνα για σένα; / Ειπώθηκε; /Ξεχάστηκε; / Ξεράθηκε; / Τί κρίμα που οι έρωτες διαλέγουν νυχτολούλουδα. Τη ζωή σε δύο πράξεις, τον χώρο σε πολλαπλά σώματα: αυτή η πόλη είναι ένα σώμα μολυσμένο που σπαράζει /ανοίγει με τα δόντια τις πληγές της / κι έπειτα γλείφουμε εμείς για να τις κρύψουμε. Το γυναικείο πρόσωπο μέσα στο ρου της ιστορίας: Οι γυναίκες ερείπια … Απόκληρες από το ίδιο τους το θρέμμα, /γυναίκες-ερείπια στήνουν τον κόσμο/και κατοικούν έξω απ’ αυτόν.</p>
<p>Τη συλλογιστική πορεία της ανάγνωσης την προσδιορίζει η ίδια η ποιήτρια. Από το εξώφυλλο ήδη, με την ευρηματική σύνθεση τίτλου και φωτογραφίας, ο τίτλος δηλώνει τους χώρους, αυστηρά δύο, η φωτογραφία τον χρόνο (εστιάζοντας σ’ ένα ασυνήθιστο ρολόι με παράκεντρους αριθμούς και λεπτο-ωροδείκτες), μεταξύ τους μεσολαβεί η σιωπή, θα έλεγα του ανθρώπου. Αν ο χώρος και ο χρόνος είναι φλύαρος, η σιωπή είναι αυτή που τους ισορροπεί. Η σιωπή του ανθρώπου που βρέθηκε και στις δυο πλευρές του χώρου, και του εραστή και του ερωμένου, και του νικητή και του ηττημένου, και του θύτη και του θύματος, και του δυνατού και του αδύναμου.</p>
<p>Εγώ που ζούσα για τις σκάλες του Vertigo<br />
να νιώθω ίλιγγο μπροστά στ’ ανάπηρο σκυλί<br />
που δεν μπορεί να επιλέξει να πεθάνει.</p>
<p>Αν ωστόσο, ένα από τα κεντρικά μοτίβα της συλλογής είναι η σιωπή της ώριμης παραδοχής του περάσματος του χρόνου και της επανατοποθέτησης όχι μόνο του υποκειμένου, αλλά και των αντικειμένων στον χώρο, άλλο ένα αξιοσημείωτο σημείο είναι αυτό της ανάδειξης της λεπτομέρειας. Με στίχους που κατακερματίζουν τη ροή του λόγου -χωρίς να χάνεται ωστόσο το μήνυμα-, η ποιήτρια απομονώνει τεχνηέντως το ουσιώδες που φέρουν οι λέξεις του ποιήματος, φωτίζοντας όσο πρέπει στο κέντρο της σκηνής αποσύροντας διακριτικά τους προβολείς από τους δευτερεύοντες ρόλους.</p>
<p>…κοιτούσα τις σόλες από τα παπούτσια.<br />
Έβλεπα βίδες σφηνωμένες<br />
σαπισμένα φύλλα<br />
λάσπες και χλόη<br />
καταχωνιασμένες<br />
κι έφτιαχνα ιστορίες λαμπερές<br />
για τους μυστηριώδεις ταξιδιώτες που<br />
επισκέπτονται τα σπίτια<br />
για βεγγέρες.</p>
<p>Δύο χώροι. Ένα ρολόι. Ανάμεσά τους η σιωπή. Πώς αλλιώς εξάλλου θα μπορούσε να γίνει, ώστε το υπέροχο και ιδιόμορφο “εγώ” του καθενός να μεταπηδήσει από το στενότατο πεδίο “οι άλλοι” και με πλήρη επίγνωση τη συγκεκριμένη ώρα που αυτό θα επιλέξει να διεισδύσει σιωπηλά και αθόρυβα στο ευρύχωρο “εμείς”.</p>
<h5><strong>ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ ΣΙΔΕΡΙΔΗΣ (ηθοποιός, θεατρολόγος)</strong><br />
<strong>ΜΠΡΙΚΕΝΑ ΓΚΙΣΤΟ, (ηθοποιός, σκηνοθέτης)</strong></h5>
<p>Εφημερίδα των Συντακτών 11/04/2020</p>
<p>Συγκλίνουσα φυγή</p>
<p>«Πεθαίνουμε οι άνθρωποι χωρίς να γνωριστούμε», αναφέρει στο τρίτο ποιητικό βιβλίο της η Ιωάννα Λιούτσια και έτσι εκκινούμε πάλι από την ίδια σκέψη· η λογοτεχνική δημιουργία είναι ένα σημείο συνάντησης. Το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται στην εγγενή αντίφαση που εμπεριέχεται στον τίτλο του, «Η σιωπή σε δυο χώρους»· έχουμε μπροστά μας την έκταση μιας διάστασης που είναι δισυπόστατη, διττής μορφής, εκβάλλει σε δυο μέρη. Θα ακολουθήσει, άραγε, μια απόπειρα καταγραφής της; Πώς, όμως, καταγράφεται η σιωπή;</p>
<p>Καθώς ο αναγνώστης αρχίζει να διασχίζει το βιβλίο, αντιλαμβάνεται αυτή τη σιωπή σαν μια υπόκωφη κραυγή που αναζητά διεξόδους, έλκεται από μια ανάγκη απελευθέρωσης. Κάθε λέξη των ποιημάτων μετουσιώνεται σε μια μικρή ανάσα, την ακούμε ξέπνοη, λάγνα, διστακτικά δοτική, συμπιέζεται και διοχετεύεται σε αναφιλητά, σε δάκρυα, σε κρυφά όνειρα. Σταδιακά, δημιουργείται το ηχητικό περιβάλλον μιας διάθεσης που αναμένει να καρποφορήσει και γίνεται κραυγή σε ένα βιβλίο-στόμα, που τρέφεται από τη γρήγορη εναλλαγή εισπνοών-εκπνοών, από τα ασταθή βήματα στον δρόμο, από την καρδιά που πάλλεται δυνατά.</p>
<p>Τα σύμβολα σηκώνουν το βάρος των αφηγήσεων. Η γυναικεία παρουσία τίθεται σε αντίφαση· γυναίκες, άλλοτε με μαχητική διάθεση που αντιστέκονται και διεκδικούν τη ζωή τους, άλλοτε υποτακτικές που περιφέρονται άσκοπα. Η ανάγκη γίνεται κάμερα και φωτογραφίζει τον άνθρωπο στην πραγματικότητα που βιώνει· εστιάζει στην αποξένωση των ημερών, στον κίνδυνο που ελλοχεύει στη διαδρομή του καθενός, στην εγκατάλειψη σε ένα παγιωμένο και παγερό εγώ, στο στροβίλισμα, που αν δεν εισακουστεί, μπορεί να επιφέρει σκέψεις περί τέλους.</p>
<p>Δίπλα στον ανθρώπινο παράγοντα και η πόλη αποτελεί ένα σύμβολο που εμφανίζεται στο βιβλίο· τόπος εξωτερικός, αλλά και κατοπτρισμός του εσωτερικού, εφιαλτικού κόσμου, τον οποίο διαπερνά η αγριότητα. Η πόλη σε διαδικασία σμίκρυνσης παραπέμπει στην παρηκμασμένη εκδοχή της ζωής. Μέσα σε αυτό το τοπίο, το ποιητικό υποκείμενο επιθυμεί να αναζητήσει, να απευθυνθεί, να απλώσει το χέρι. Η επαφή επιστρατεύεται ως διέξοδος· ακόμη και τώρα, όμως, ο δρόμος ορθώνεται άγονος, η ατμόσφαιρα παραμένει αποπνικτική, η προσέγγιση προς τον άλλο επιφέρει την εξαΰλωσή του. Εδώ ο έρωτας αρνείται το βασικό του χαρακτηριστικό· δεν εκτοξεύει την ύπαρξη αλλά, αντιθέτως, τη διαβρώνει, την περιστέλλει, τη συστέλλει.</p>
<p>Στο περιρρέον σκοτάδι καταφέρνει να αναδυθεί το χιούμορ σαν βαλβίδα επιβίωσης. Αυτή η άνοστη ζωή περιγράφεται με καθημερινούς όρους, όπως η βραστή γαλοπούλα, τα γιαούρτια διαίτης, τα μη αλκοολούχα ποτά· αυτά, δηλαδή, που μας συγκρατούν σε μια παραδεδεγμένη, ευθεία γραμμή, ώστε να παραμείνουμε στον άξονά μας. Αργότερα επανέρχεται μια διάθεση πρωτοβουλίας· η ανάγκη για παιχνίδισμα που κατευθύνεται προς τον άλλο μπολιάζεται με την επίκληση της Ανοιξης, το υποκείμενο ορέγεται τις μνήμες, τα χρώματα, τις μυρωδιές που φέρει η εποχή αυτή. Η έλευση, όμως, μιας θετικότητας δεν θα πραγματοποιηθεί ούτε τώρα.<br />
Αυτή η Ανοιξη, που προσωποποιεί τη σύνδεση με τον άλλο, είτε τίθεται σε διαρκή κατάσταση αναμονής που εξουθενώνει είτε μουσκεύεται από τη βουερή κίνηση των αυστηρών, αποστειρωμένων γραμμών των ανθρώπων και των αυτοκινήτων. Αφού δεν υπάρχει καμία διέξοδος, το υποκείμενο βρίσκεται σε μόνιμο καθεστώς (αυτό)εγκλεισμού. Και έτσι οι μέρες λιώνουν, ο χώρος εξατμίζεται, το περιβάλλον φαντάζει καταρρέον, αλλά παραμένει ανεκτό.<br />
Ο αναγνώστης τώρα γίνεται ζωγράφος. Αρπάζει κάρβουνα στα χέρια του, πλησιάζει το λευκό χαρτί και με οξείες και επιθετικές γραμμές σκιαγραφεί ένα μουντό τοπίο της πόλης, στο οποίο αχνοφαίνεται μια μικροσκοπική, πνιγηρή μορφή· κάθεται σε ένα παγκάκι και καταβρέχεται συνεχώς, διαβρώνεται από αδιαφορία και μοιραία διασπάται από τη φθορά. Παραμένει εκεί, ωστόσο, μια σκιά να θυμίζει την ακινησία. Αναγκαία η εκ νέου μετατόπιση της κατάστασης, μια ολική επαναφορά που ευαγγελίζεται την επανέναρξη της ύπαρξης. Τη μετέωρη αυτή στιγμή, που η ανάγκη για αλλαγή γίνεται ζήτημα ζωής και θανάτου, ψελλίζεται για πρώτη φορά η λέξη «αγάπη».<br />
Καθώς βαίνουμε προς στο τέλος, ο λυρισμός που ασφυκτιούσε μέσα σε τόσες λέξεις βρίσκει, επιτέλους, διέξοδο και πυροδοτεί μια νέα αφήγηση. Οι αναζητήσεις γίνονται, μέσα στον νου, συντροφικές, καθώς το «μαζί» αρχίζει να αναρριχάται. Το σκληρό περίβλημα της ζωγραφικής με κάρβουνο, που σχεδιάσαμε πιο πάνω, λιώνει και γίνεται ιδρώτας που απορρέει από την έκσταση της στιγμής, γίνεται αναπνοή, γίνεται χτύπος, γίνεται βλέμμα και όλα αυτά όχι πλήρως απελευθερωμένα αλλά αγκυλωμένα σε ένα πλαίσιο ανάγκης κανόνων. Και έτσι ξεκινάει ένας έρωτας έφηβος, αμήχανος αλλά και μονομάχος. Οι εραστές τίθενται αντιμέτωποι, ψηλαφούν τη νέα ένωση, ανοίγουν έναν αέναο κύκλο υποψίας και διάψευσης· η προσμονή του ονειρώδους προσκρούει σε μια συναισθηματική δυστοπία. Η αντίφαση επανέρχεται.</p>
<p>Και τι μένει στο τέλος της ημέρας, στο τέλος της λέξης, στο τέλος της ανάσας; Ένας ιδιότυπος ηρωισμός, που αναγεννάται διαρκώς, διεκδικώντας ανάταση, μέσα στην υπαρξιακή αγωνία.</p>
<h5><strong>ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΟΥ</strong></h5>
<p>&#8220;Η γοητεία της θερινής λίστας&#8221;<br />
Η σιωπή σε δύο χώρους (εκδ. οροπέδιο 2018). Η σχέση τέχνης/ζωγραφικής με την ποίηση σε μια ανταλλαγή κωδίκων, το άτομο στον κόσμο αλλά κυρίως η ερωτική σχέση είναι θεματικές μιας ποίησης που μοιάζει ανακαλυπτική: παρατηρεί ανακαλύπτοντας, σαν να είναι η πρώτη φορά, τον εαυτό, το σύντροφο, τον κόσμο και η καταγραφή ορίζει την αρχή μιας αρνητικής εντύπωσης.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: left;">
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/12/%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b1-%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b9%ce%b1/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 26 Nov 2025 21:11:28 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22624</guid>

					<description><![CDATA[Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό του νομού Δράμας, στον Κάτω Θόλο Παρανεστίου, το 1951. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και ηλεκτρονικά περιοδικά. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ Ποιήματα-Ξεκίνημα (1970)Σουλουτσέχ (Η Οδύσσεια ενός Ποντίου) (1984)Ο Αλεξικέραυνος Λόγος (Δωδώνη 1992)Ερωτικό φορτίο (Τ.Ε.Δ.Κ. 1997)Φωτογραφίες Κάτω Θόλου (Όστρια,2019)Όλα συμβαίνουν &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p></p>
<p></p>
<p>Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό του νομού Δράμας, στον Κάτω Θόλο Παρανεστίου, το 1951. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και εργάστηκε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. <br>Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά και ηλεκτρονικά περιοδικά.</p>
<p>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ</p>
<p>Ποιήματα-Ξεκίνημα (1970)<br>Σουλουτσέχ (Η Οδύσσεια ενός Ποντίου) (1984)<br>Ο Αλεξικέραυνος Λόγος (Δωδώνη 1992)<br>Ερωτικό φορτίο (Τ.Ε.Δ.Κ. 1997)<br>Φωτογραφίες Κάτω Θόλου (Όστρια,2019)<br>Όλα συμβαίνουν όταν το ποίημα αφηνιάσει (Περισπωμένη 2024)<br>Ποιητική καταδίκη (Το κοινόν των ωραίων τεχνών 2025)</p>
<p></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/1-1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-2/" rel="attachment wp-att-22625"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22625" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-1-ΒΙΒΛΙΑ-2-300x189.jpg" alt="" width="451" height="284" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-1-ΒΙΒΛΙΑ-2-300x189.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-1-ΒΙΒΛΙΑ-2.jpg 640w" sizes="(max-width: 451px) 100vw, 451px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/1-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%b1-21/" rel="attachment wp-att-22628"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22628" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-ΒΙΒΛΙΑ-21-300x188.jpg" alt="" width="455" height="285" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-ΒΙΒΛΙΑ-21-300x188.jpg 300w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/1-ΒΙΒΛΙΑ-21.jpg 640w" sizes="(max-width: 455px) 100vw, 455px" /></a></p>
<p></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ (2025)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΠΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΣΕ ΜΟΝΟΠΑΤΙ</strong></h5>
<p>Με γλώσσα κάκτου<br>απομακρύνονται<br>οι πλάγιοι δρόμοι των σοφιστών.</p>
<p>Ξαπλωμένος στο δεξί πλευρό <br>κι ή χοντρούλα αναισθησιολόγος <br>στάζει τρεις σταγόνες στο λαιμό μου. <br>Χαμογελώ, αν είναι δυνατόν, <br>όμως σε δύο δευτερόλεπτα είχα χαθεί.</p>
<p>Πρόσωπα πού θ&#8217; αναζητείς, όσο ζεις <br>και δάκρυ-δάκρυ θα μουχλιάζει ή ελπίδα.</p>
<p>Ανήκω στους μοναχικούς τού χειμώνα.<br>Ασυνεπής στις επιθυμίες μου<br>και χάνονται οι δρόμοι για την πολιτεία.</p>
<p>Στην παρανέστια πολίχνη τα ίχνη μου,<br>σε αυτόν τον ουρανό ανήκω.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2023</p>
<h5><strong>ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ</strong></h5>
<p>Και μετά δέκα χρόνια να ξανασυναντηθούμε, <br>θα ελπίζουμε σ&#8217; αυτά που ελπίζουμε και τώρα.</p>
<p>Τραβώντας την κουρτίνα, σέ βλέπει να περνάς κάτω στο δρόμο, <br>με την ελπίδα να καλπάζει προς το ποθούμενο.</p>
<p>Βάζεις σ&#8217; ένα μπουκάλι μέσα το αίτημά σου,<br>αλλά ο Γέροντας Παΐσιος σέ προορίζει γι&#8217; άλλο πρόσωπο.</p>
<p>Εκ των υστέρων διαπιστώνεις το θαύμα <br>και καταλαβαίνεις την βαθιά γνώση τού Αγίου.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2016</p>
<h5><strong>ΚΑΙΓΟΜΑΙ ΣΑΝ ΘΥΜΙΑΜΑ</strong></h5>
<p>Ξαναγυρίζω στα παλιά και στα αγαπημένα, <br>εκεί που ο νους μου έγινε ιερός θεμέλιος λίθος, <br>ν&#8217; αντέξει και να μη χαθεί το ιστορικό μου ίχνος.</p>
<p>Ξαναγυρίζω στην αυλή να βρω τα βήματά μου, <br>εκεί που η μνήμη ρίζωσε και δεν μετακινείται, <br>γιατί εκεί μονάχα εκεί σύγκορμη συγκινείται.</p>
<p>Και φτάνω τα χαράματα στο πατρικό μου σπίτι <br>και δακρυσμένος στέκομαι σαν ταπεινό σπουργίτι.<br>Έφυγε ο Σάββας ο παππούς και η γιαγιά Θυμία, <br>καίγομαι σαν θυμίαμα σέ κάρβουνο αθυμίας.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2008</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ΘΕΛΓΗΤΡΩΝ</strong></h5>
<p>Αγαπώ την βροχή που μου λέει παραμύθια.<br>Και περιμένω το σεντόνι τ&#8217; ουρανού, <br>όταν το κέντημα η νύχτα τελειώνει.</p>
<p>Μοναξιά μαγική, μοναξιά των θελγήτρων.<br>Το μεδούλι της γεύομαι, εισχωρώντας βαθιά.<br>Μοναξιά πού και στις πέτρες δίνει ψυχή.</p>
<p>Μοναξιά που δεν είναι μοναξιά τής βιτρίνας.<br>Μοναξιά τής βροχής, μοναξιά του χωρίου.<br>Της ανδρείας επίλεκτες λέξεις την γλυκιά μοναξιά μου φρουρούν.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2017</p>
<h5>
<p><strong>Ο ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ</strong></p></h5>
<p>Η κάννη του κανίβαλου είναι τυφλή.<br>Στο γέλιο του βράχια κατρακυλούν.</p>
<p>Το ξίφος του δεν έχει μνήμη.<br>Βαρκάρης σκοτεινός μέσα στο χάος.</p>
<p>Τα δάχτυλά σου γίνονται στο στόμα του τσιγάρα.<br>Ξεριζώνει τα κουμπιά σου<br>και να μπεις δεν σε αφήνει στο λεωφορείο.</p>
<p>Μ&#8217; ένα ύφος που σε σκίζει και σε κάνει Υ.<br>Με μι&#8217; ανάσα που σου καίει τα σπαρτά.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2024</p>
<h5>
<p><strong>ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ</strong></p></h5>
<p>Δεν θα χαθώ μες στο σκοτάδι, <br>έχω την μνήμη πού οργώνοντας <br>φυτεύει φως.<br>Είμαι συνήθως σιωπηλός <br>γιατί θυμάμαι τον παράδεισο.<br>Κι άλλωστε με γνωρίζουνε ελάχιστοι.<br>Και φυσικά μετά από χιλιάδες δάκρυα, <br>τα δάκρυά μου πιά λιγόστεψαν <br>και στάζουν σαν άγιασμα.<br>Αλλά δεν νιώθω μόνος.<br>Η αληθινή η μοναξιά αρχίζει όταν φεύγουν τα παιδιά.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2021</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΣΗ</strong></h5>
<p>Την αποφεύγουνε σαν πιάτο λερωμένο<br>και την φοβούνται σαν μια σκάλα στο σκοτάδι.<br>Κι όμως εμείς που περπατήσαμε μαζί της,<br>σαν την σημαία την υψώνουμε με πάθος.</p>
<p>Όλοι ζητούν την ζεστασιά στο παραμύθι<br>και δεν τους νοιάζει ο βοριάς και το κοτσύφι.<br>Σαν μια γριά που την λησμόνησαν οι πάντες,<br>κανείς την πόρτα της δεν λέει να κτυπήσει.</p>
<p>Σαν μία άγνωστη που δεν την πλησιάζουν,<br>σαν το σπουργίτι που κανείς δεν το προσέχει,<br>έτσι κι η Ποίηση που πέφτει σαν ψιχάλα·<br>γιατί το κλάμα της δεν φτάνει στην καρδιά τους.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2005</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΚΑΤΩ ΑΠ&#8217; ΤΙΣ ΛΕΥΚΕΣ</strong></h5>
<p>Σκοτάδι που κοχλάζει το βλέμμα μου.<br>Κλωτσάω σαν μπάλα τη ζωή μου.<br>Δεν έπρεπε να γεννηθώ,<br>θα χωρούσα μια χαρά στην ανυπαρξία.<br>Η μοναξιά μου δεν γερνάει,<br>παραμένει παρθένα μ&#8217; ένα βιβλίο στο χέρι.</p>
<p>Χιονίζει φαρισαϊκή κατάνυξη.<br>Η μισή Άνοιξη παράλυτη, <br>θα ζήσουμε την υπόλοιπη μισή.<br>Το άλογο κάτω απ&#8217; τις λεύκες βόσκει διψασμένο <br>και με αντιλαμβάνεται από μακριά.<br>Χλιμιντρίζει χαρούμενο πού έρχομαι να το ποτίσω. <br>Μάς περιμένει ό Νέστος με τα πρασινωπά νερά του.</p>
<p style="padding-left: 280px;">Πρώτη δημοσίευση ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, <br>τχ 142, Όκτ.-Δεκ. 2008</p>
<p></p>
<h5><strong>ΥΠΟΧΘΟΝΙΟΙ</strong></h5>
<p>Υποχθόνιοι που έρχονται και κρυφοβλέπουν <br>νομίζοντας ότι δεν βλέπω.<br>Δεν έχω χρόνο να σκεφθώ τί σχεδιάζουν.<br>Ίσως φέρνουνε μπουλντόζα <br>για την χάρτινη μου πολυκατοικία.</p>
<p>Ο απέναντί σου είναι πονηρός σαν τον χάροντα.<br>Κάνει πώς θερίζει με την κόσα <br>και το βλέμμα του συνεχώς στραβοπατάει <br>ψάχνοντας για την κατάλληλη ευκαιρία <br>που για την ώρα είναι άφαντη.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2020</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΛΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΑΝ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΦΗΝΙΑΣΕΙ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΑΠΟΨΕ</strong></h5>
<p>Απόψε ανεβαίνω στο βουνό, για να είμαι κοντά στο φεγγάρι.<br>Απόψε παρακολουθώ τον ντετέκτιβ της φαντασίας μου. <br>Απόψε γράφω για σκόρπια πράγματα της ψυχής μου <br>που έγιναν άστρα κι αντέχουν ακόμη στη μοναξιά της λήθης<br>σκονισμένα και ρημαγμένα απ’ τον αγέρα του χρόνου.</p>
<p>Απόψε το φεγγάρι είναι ένα ολόγιομο δάκρυ<br>και κουβαλάει τα δάκρυα των ανθρώπων που δακρύζουν.<br>Απόψε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ λέει αλήθειες<br>σ’ ανθρώπους φοβισμένους και φτωχούς<br>που δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2013</p>
<p></p>
<h5><strong>ΓΛΙΣΤΡΗΣΕ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ&#8230;</strong></h5>
<p>Γλίστρησε η επιθυμία κι έσπασε το πόδι της. <br>Ξαπλωμένη στο κρεβάτι της μοναξιάς τώρα.<br>’Έξω η ζωή ολοζώντανη.<br>Χιλιάδες επιθυμίες στους δρόμους μπαινοβγαίνουν στα μαγαζιά.</p>
<p>Σαν νυχτοπεταλούδες καίγονται οι επιθυμίες<br>όταν πλησιάζουνε το κρεμασμένο λουξ<br>στα καπνοχώραφα που «σπάζουμε» τα φύλλα.</p>
<p>Οι επιθυμίες διώχνουν τη γαλήνη<br>περιφρονούνε τη λιτότητα<br>άλλα η φτώχεια σαν δρεπάνι τις θερίζει.</p>
<p>Το ρυάκι της αθωότητας <br>τ’ ασκητικά βράχια <br>η ηχώ της μακαριότητας <br>τα δευτερόλεπτα της ανταπόκρισης <br>ο ακράτητος απ’ το δέντρο καρπός <br>ο ψίθυρος και τα χνάρια της επιθυμίας <br>στη λιακάδα του βλέμματος <br>στην πηγή του παραμυθιού.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2015 </p>
<p></p>
<h5><strong>Κ0ΥΚ0ΥΤΣΙ</strong></h5>
<p>Αυτό που δεν τρώμε φέρνει τη συνέχεια.<br>Τα φωνήεντα είναι σάρκα και τα σύμφωνα κόκαλα.</p>
<p>Η Χρυσούλα στο μοναστήρι για την αγρυπνία<br>κι εγώ που καπνιστής δεν είμαι<br>ένα πακέτο αγρύπνιας θα το κάπνιζα<br>στην προσπάθειά μου να τελειώσω ένα ποίημα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2013</p>
<p></p>
<h5><strong>Ο ΑΣΩΤΟΣ ΚΥΝΗΓΟΣ</strong></h5>
<p>Ένας λαγός τρέχει στο πέλαγος του φόβου του. <br>Και ευτυχώς ο κυνηγός αστόχησε <br>κι ο σκύλος του κουράστηκε.</p>
<p>Πεδίο βολής η μοναξιά του κυνηγού <br>που σημαδεύει με θυμό χαμένο χρόνο.<br>Άσωτος, άφησε τον χρόνο<br>να τρέχει μπρος του σαν λαγός<br>κι αργώντας για να σημαδέψει, ν’ αστοχεί.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2019</p>
<h5>&nbsp;</h5>
<h5><strong>ΟΛΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΑΝ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΦΗΝΙΑΣΕΙ</strong></h5>
<p>Σαν τον κισσό και σκαρφαλώνω στον κορμό σου.<br>Κι όσο κουράζομαι ακόμη πιο πολύ <br>τη λαχταρώ την ανηφόρα στο κορμί σου<br>ως ότου φτάσω στων χειλιών σου την πηγή.</p>
<p>Ψυχή εράσμια, του κάλλους γνήσιο θέρος<br>ή πίστη μου γιορτάζει<br>στης καλοσύνης σου την ένδοξη λιακάδα.<br>Τα ονόματά μας συμβαδίζουν <br>στον ουρανό τής έναστρης αγρύπνιας.<br>Λες να εξεγερθούν οι σκέψεις μας σε τούτο το ταξίδι; <br>Όλα συμβαίνουν αν το ποίημα αφηνιάσει.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2013</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΟΛΤΟΠΟΙΗΣΗ ΑΧΡΗΣΤΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ</strong></h5>
<p>Πολτοποίηση άχρηστων σκέψεων <br>και μετά ξένοιαστες ανάσες.<br>’Άντε τώρα έναν έλληνικό καφέ <br>κι ένα τσιγάρο για τρεις ρουφηξιές.</p>
<p>Τ’ αστέρια δακρύζουν <br>για να φύγει η σκόνη του ουρανού. <br>Σκέψη τυλιγμένη με κλωστές αράχνης <br>δίνει κλοτσιές για να ελευθερωθεί.</p>
<p>Μείωση περιττών απαιτήσεων. <br>Βαρύ θαύμα σέ φθαρμένο σκοινί <br>γρήγορα ένα στρώμα <br>να μην τσακιστεί το θαύμα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2021</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΤΗΝ ΕΠΑΛΞΗ ΤΗΣ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ</strong></h5>
<p>Η ψυχή μου ανοιγοκλείνει τα μάτια της <br>θέλει ν’ αναπνεύσει την παρουσία σου.<br>Φτάνει πια τόσο μόνος<br>υδράργυρος στο θερμόμετρο της μοναξιάς μου.<br>Μη συντρίβεις με τη σιωπή σου τις ρώγες των ονείρων μου. <br>Η αγωνία μου γατούλα που νιαουρίζει στα πόδια σου <br>ζητάει το άρωμα της καλοσύνης σου <br>το τρυφερό σου βλέμμα <br>τη φωνή των χεριών σου.<br>Τα δάκρυά μου ματώνουν τον ουρανό των ποιημάτων μου. <br>Στην έπαλξη της αγρύπνιας για σένα, με ποίημα-σπαθί <br>ενάντια στους γενίτσαρους πού προσπαθούνε να σέ ταπεινώσουν.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2004</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΟ ΝΗΜΑ TOT EZPA ΓΙΑΟΥΝΤ</strong></h5>
<p>Κερδίζει νήμα από τη μνήμη <br>η πάντα κλέφτρα λήθη <br>αλλά το νήμα με τον Έζρα Πάουντ <br>υπάρχει, εκεί στην Πίζα<br>στο δίχως σκεπή συρματοπλεγμένο του κλουβί. <br>Με τρεις κουβέρτες και μέ προβολείς έπάνω του <br>τή νύχτα για να μην μπορεί να κοιμηθεί.<br>Σέ τρεις βδομάδες πια με νευρική κατάρρευση <br>τον μεταφέρουν σ’ ένα αντίσκηνο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2022</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΤΩ ΘΟΛΟΥ (2019)</strong></h4>
<h5><strong>ΜΙΚΡΟΣ ΥΜΝΟΣ</strong></h5>
<p>Κι όταν ακόμη απουσιάζεις, φωσφορίζει η παρουσία σου. <br>Πηγή που ξεδιψάει κάθε ανάγκη μας.<br>Γεννήτρια οξυγόνου εσύ, να εισπνέουμε ζωή.<br>Φλεγόμενη και μη καιγόμενη βάτος η αντοχή σου. <br>Αστραπιαίο μήνυμα το βλέμμα σου.<br>Ξάγναντων οριζόντων μαξιλάρι.<br>Πλώρη που με τα κύματα κτυπιέται.<br>Αφετηρία ελπίδων για λεόντιους θριάμβους.<br>Δίκτυ άρδευσης ουράνιας δροσιάς.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2003</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΗΣ ΖΕΣΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡ</strong>Ι</h5>
<p>Η γάτα στο ζεστό κρεβάτι γουργουρίζει<br>και η γιαγιά μου θυμωμένη μουρμουρίζει.<br>Φτάνει στη μέση μας το χιόνι<br>και ο παππούς ανοίγει δρόμο με το φτυάρι.<br>Αχ αλησμόνητοι μου χρόνοι<br>της μνήμης μου ζεστό το μαξιλάρι.</p>
<p>Μέσα στον άγριο χειμώνα <br>με το κοντό μου παντελόνι <br>και με παπούτσια λαστιχένια.<br>Αθώα χρόνια, δίχως έννοια.</p>
<p>Στους τοίχους κυδώνια <br>και με κλειστά τα χείλη ρόδια.<br>Τα δικά μας τα εφόδια <br>των γονιών οι αρετές, <br>του παππού και της γιαγιάς οι συμβουλές.</p>
<p style="padding-left: 280px;">1997</p>
<h5><strong>ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ<br></strong></h5>
<p>Αυτό το μήνα κάνουνε παρέλαση οι Άγιοι <br>κι απ’ την βαθιά ανατολή ξεκίνησαν τρεις Μάγοι. <br>Ένας Δεκέμβριος του Νέστου και του Θόλου, <br>που πάγωνε τα πόδια παιδιού ονειροπόλου.</p>
<p>Χαράματα ξεκίνησε πανστρατιά το χιόνι, <br>νιφάδες αλεξίπτωτα και χαίρεται το εγγόνι.<br>Βγαίνει με φτυάρι ο παππούς κι ανοίγει μονοπάτι, <br>παίρνει και στρώνει η γιαγιά μιντέρια και φλοκάτη.</p>
<p>Δεκέμβριος ο σκοτεινός και ο μεγαλονύχτης, <br>σφυρίζει ο γεροβορριάς, μάγκας μακεδονίτης. <br>Χειμώνας άγριος που έκλεισε τους δρόμους <br>και ξέχασε ανθρώπους, αφήνοντάς τους μόνους.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2011</p>
<h5>
<p><strong>ΕΛΑ ΜΝΗΜΗ&#8230;.</strong></p></h5>
<p>Μισολιωμένο χιόνι πατούσαν στην αυλή <br>κι εγώ τους έβλεπα απ’ το μπαλκόνι.<br>Ήταν στης θείας μου Σοφίας τον γάμο.<br>Οι παιδικές μας αναμνήσεις δεν χωράνε σε ποιήματα <br>ούτε και στον απέραντο γαλάζιο ουρανό.</p>
<p>Βροχή χτυπάει τα τζάμια στα μικρά παράθυρα <br>κι εγώ τόσο γλυκά λαγοκοιμάμαι,<br>μέχρι που τραντάζονται τα τζάμια με το πέρασμα τού τρένου.</p>
<p>Έλα μνήμη και χτυπά μου σαν την βροχή το τζάμι.<br>Σαν πενταψήφιος αριθμός βοήθησέ με, <br>να θυμηθώ αυτά που έκρυψε η λήθη.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2014</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΠΑΙΔΙΚΗ ΕΠΟΧΗ</strong></h5>
<p>Τα πόδια παγωμένα μέσ’ στα σφιχτά τσοράπια. <br>Νύχτες μέσα στην μάντρα και χάμω ξαπλωμένοι <br>εγώ κι ο αδερφός μου.<br>Μας χώριζε απ’ τα πρόβατα μία παλιά καριόλα <br>κι ανάμεσ’ απ’ τα σύρματά της <br>μισοφαγωμένα μήλα δίναμε στα πρόβατα. <br>Αργότερα ο παππούς με πέτρες και με ξύλα, <br>έφτιαξε καλυβάκι κι ένα στενό κρεβάτι, <br>να μένουμε την νύχτα εκεί στην μάντρα. <br>Πρωί-πρωί κατέβαινα απ’ την λοφοπλαγιά <br>κι ερχόμουνα στο σπίτι, <br>να πάω τις αγελάδες στον τσοπάνο, <br>στον πέρα μαχαλά.<br>Τρεις αγελάδες είχαμε,<br>μ’ ανέβαινα στον λόφο του πέρα μαχαλά<br>με είκοσι ή τριάντα αγελάδες.<br>Και ύστερα στα γρήγορα, μέσα σε τσάι ή γάλα <br>να θρύβω το μπαγιάτικο ψωμί.<br>Κι αμέσως έφευγα για το σχολείο, <br>φορώντας μπότες ή κοντά παπούτσια λαστιχένια.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2015</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΜΟΝΟ ΖΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ</strong></h5>
<p>Μπροστά στο χαμηλό παράθυρο η θεία Κίτσα κεντάει,<br>ενώ εγώ παίζω με άδεια καρούλια,<br>μικρά χαρτάκια περιτυλίγματος από κλωστές ντεμισέ<br>και χρωματιστά χαρτιά ημερολογίου,<br>απ’ αυτά που είχαν από την πίσω μεριά λαϊκά στιχάκια.<br>Είμαι μάλλον τεσσάρων-πέντε χρόνων και η θεία μου δεκαέξι- δεκαεπτά.<br>Έξω έχει μπόλικο χιόνι.<br>Περνάει στο δρόμο η φιλενάδα της θείας μου, η Παγώνα, <br>που γλιστράει στο χιόνι κι η θεία μου γελάει.</p>
<p>Τι χρόνια παιδικά!<br>Μια φορά μόνο ζεις τον παράδεισο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2017</p>
<p></p>
<h5><strong>ΝΥΧΤΑ ΥΓΡΗ ΜΕ ΠΑΓΩΝΙΑ ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΗ</strong></h5>
<p>Νύχτα υγρή με παγωνιά πολύ σκληρή.<br>Και στου αλόγου το παχνί μέσα σε άχυρο, <br>με την διπλή φαρδιά του φούχτα ο παππούς μου, <br>βάζει κριθάρι που αρέσει στ’ άλογό μας.</p>
<p>Πρωί-πρωί πάει ο παππούς ως το μαντρί <br>και βάζει χόρτο στου αλόγου το παχνί.<br>Έξω τα πάντα σκεπασμένα απ’ την πάχνη. <br>Σκληρή ζωή κι η παγωνιά μαρτυρική.</p>
<p>Εκεί που άναβε ή σόμπα ήταν ζεστά <br>αλλά στα δίπλα τα δωμάτια παγωνιά.<br>Όμως ιδίως στα επάνω τα δωμάτια <br>η παγωνιά ήταν ακόμη πιο σκληρή.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2017</p>
<p></p>
<h5><strong>ΠΡΙΝ ΚΤΥΠΗΣΕΙ ΤΟ ΚΟΥΔΟΥΝΙ</strong></h5>
<p>Μπότα που την τραβάω και λίγο-λίγο βγαίνει.<br>Φοράω τσοράπια απ’ των προβάτων το μαλλί φτιαγμένα<br>κι έτσι με πόδια που δεν παίρνουνε ανάσα<br>και κρύο τσουχτερό και υγρασία,<br>στα δάχτυλά μου γίνονται χιονίστρες<br>και ξύνομαι τυραννικά.</p>
<p>Πρωί με την ομίχλη κατεβαίνω απ’ την μάντρα των προβάτων. <br>Παίρνω απ’ το μαντρί τρεις αγελάδες και τις πάω στον πέρα <br>μαχαλά για τον τσοπάνο,<br>αλλά στον δρόμο όλοι μου δίνουν τα γελάδια τους,<br>χωρίς καθόλου να σκεφτούν ότ’ είμαι μαθητής κι έχω σχολείο.<br>Και φτάνω ως την κορφή του πέρα μαχαλά μ’ ένα κοπάδι<br>και γρήγορα γυρίζω σπίτι και σ’ ένα πιάτο βαθουλό με τσάι<br>θρύβω μπαγιάτικο ψωμί και τρώω βιαστικά,<br>για να προλάβω το σχολείο πριν κτυπήσει το κουδούνι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">2017</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ (1997)</strong></h4>
<h5><strong>ΕΞΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ</strong></h5>
<p>Πρέπει ν’ αποφασίσω: <br>το χρώμα ή το χρήμα;</p>
<p>Περνούν Απριλομάηδες <br>προτού μυρίσω τριαντάφυλλο.</p>
<p>Ο χρόνος βγάζει απ’ το στόμα του φωτιές<br>κ’ η μνήμη στάχτη γίνεται·<br>της λήθης ο αγέρας την σκορπίζει.</p>
<p>Βροντές<br>βαρέλια που κατρακυλούν.<br>Βροχή<br>σαν χειροκρότημα.</p>
<p>Χτυπημένο χταπόδι το σώμα <br>κ’ η ψυχή χ και ψ.<br>Αν βρεις την αιτία <br>θα βρεις τ’ αποτέλεσμα.</p>
<p>Οι γνώσεις έρχονται μετά τα γεγονότα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1989]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Μνήμη Τάκη Σινόπουλου</p>
<p>Ένα παράφορο ποτάμι, <br>το πάθος του χίλιες στροφές <br>το ξετυλίγει με αφρούς.</p>
<p>Πάθος ασκούριαστο στο χρόνο <br>και με κρυμμένους τους ασκούς <br>γιατί φοβάσαι τη φουρτούνα.</p>
<p>Όμως ο πόθος βάσανο <br>και το κορμί σου βάλσαμο.</p>
<p>Τέτοιο φορτίο ερωτικό<br>δεν ακυρώνεται·<br>ούτε χαράματα με “πυρ”.</p>
<p>Του έρωτά σου είλωτας<br>στα σύνορα των ψιθύρων<br>τη γύρη σου μαζεύω με υπομονή.</p>
<p>Η γεύση σου αράγιστη· <br>ο αφαλός σου όρμος του ονείρου.<br>Και ο σφυγμός σου ολόγυμνος αστράφτει.</p>
<p>Στις όχθες σου την ηδονή θερίζω·<br>τα μυστικά σου αρώματα εισπνέω με λαχτάρα.<br>Τα χέρια και τα πόδια μου κισσός και σ’ αγκαλιάζουν.</p>
<p>Όπου το ρήμα της αγάπης, ρήγμα δεν υπάρχει.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΗ</strong></h5>
<p>Μάρμαρα<br>Δεν υπάρχουν άλλα σαν τα δικά σου <br>Το άρμα σου είναι άρμα θριάμβου <br>Στο δρόμο του Πινδαρικού διθυράμβου <br>Ο δικός σου ήλιος <br>Είναι ο πιο τρυφερός εραστής.<br>Χαϊδεύει κι αγκαλιάζει μ’ έναν άλλο τρόπο.</p>
<p>Η δόξα το στέμμα σου<br>Πώς να μη σε φθονούν τα Σκόπια;<br>Λυκόπουλο που διψά για αίμα<br>Τα Σκόπια<br>Κόπια της απάτης<br>Όμως εσύ στη σκοπιά του χρέους<br>Αμετακίνητη.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟ ΨΕΜΑ</strong></h5>
<p>Κάνεις μασάζ στο ψέμα.<br>Του κάνεις αποτρίχωση.<br>Βάφεις τα νύχια του.<br>Με τσιμπιδάκι, δυο λεπτές οροσειρές <br>τα φρύδια.<br>Το καλοντύνεις έπειτα<br>και το αφήνεις να κυκλοφορεί<br>ελεύθερο, χωρίς περιορισμούς.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1993]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΟΙ ΤΙΜΙΟΙ</strong></h5>
<p>Διάδρομοι των χαφιέδων <br>με άθλιους άθλους.<br>Η ανθρωπιά κατέρρευσε προ πολλού.<br>Οι άτιμοι κερδίζουν αμέσως αυτό που θέλουν, <br>με όποια κυβέρνηση ή επιτροπή.</p>
<p>Στους τίμιους συνιστούν υπομονή.<br>Τους παραπλανούν με χαμόγελα <br>και υποσχέσεις μιας άνοιξης που ποτέ δεν φτάνει. <br>Οι τίμιοι είναι καλοί αγωγοί της καταστροφής· <br>τραβούν την κακία<br>και πέφτει στα κεφάλια τους η συμφορά.<br>Βάσανο, βάσανο, στο τέλος θα γίνει σάβανο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗ ΘΥΡΙΔΑ</strong></h5>
<p>Στα δάχτυλά μου τ’ ανυπόμονο κλειδί. <br>Μισή στροφή φιλιού με την θυρίδα. <br>Και να το γράμμα σου· <br>νησί<br>στης μοναξιάς μου τ’ αρχιπέλαγος.</p>
<p>Απ’ τον βυθό του πόθου <br>στην επιφάνεια της λαχτάρας <br>βγαίνεις.<br>Αχ Νηρηίδα μου εσύ<br>που κάνεις την λαχτάρα μου<br>ακρίδα.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στα παιδιά μου Σάββα, Χαραλαμπία <br>και Ιωάννη-Χρυαοβαλάντη</p>
<p>Λείπουν οι λέξεις όταν λείπουν τα παιδιά.<br>Πώς να μιλήσεις, τι να πεις <br>χωρίς το γέλιο και το κλάμα τους;<br>Όλα τα χρώματα δηλώνουν άρρωστα <br>και τ’ αντικείμενα δηλώνουν απουσία.</p>
<p>Πόσο θα ήθελα Θεέ μου<br>με κάθε δάκρυ μου να σώζω την ζωή<br>ενός παιδιού<br>που το πεθαίνει η αρρώστια και η πείνα, <br>που το σκοτώνει η οβίδα του Διαβόλου.</p>
<p>Είμαι μονάχος κι αγκαλιάζω τα παιδιά· <br>αυτά που δείχνει η οθόνη οτη Ρουάντα.<br>Έτσ’ ήταν πάντα·<br>να σκοτώνουν τα παιδιά<br>με τις αρρώστιες, τα όπλα και την πείνα.</p>
<p>Αχ δέκα μέρες πώς θ&#8217; αντέξω στην σιωπή <br>δίχως την γκρίνια των παιδιών μου.<br>Δίχως ν’ ακούω τις χαρούμενες φωνές τους&#8230;</p>
<p>Αγαπημένα μου παιδιά.</p>
<p>Ίσως στο Ρήγιο* σας τσιμπάνε τα κουνούπια· <br>όμως αυτό δεν είναι τίποτα μπροστά <br>στα πεινασμένα και στα άταφα παιδιά.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p>*Ρήγιο: Χωριό στο Νομό Έβρου.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΗΤΕΡΑ &#8211; ΠΑΤΕΡΑΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 160px;">Στους γονείς μου</p>
<p>Ανοίγουν πόρτες με χαμόγελα και προσευχές.<br>Το βλέμμα τους μας δίνει απαντήσεις.<br>Μας ξεδιψά (κρυφή πηγή) η μοναξιά τους.</p>
<p>Η παιδική μας ηλικία είναι θρύλος.<br>Όλ’ η συγκίνηση της μνήμης<br>εκεί μαζεύεται γροθιά,<br>και με εκρήξεις μας θυμίζει τον παράδεισο.</p>
<p>Δυο μανταλάκια που κρατούν το ρούχο, να μη πέσει· <br>να μη το παρασύρει ο αγέρας.</p>
<p>Νύχτες με λουξ στα καπνοχώραφα<br>και το χειμώνα στο παστάλιασμα.<br>Σ’ όλες τις πτώσεις η κατάληξη, <br>αγάπη.</p>
<p>Ανοίγουν μονοπάτι,<br>για ν’ αποφύγουμε τον Περιφήτη·<br>που περιμένει στη στροφή του δρόμου.</p>
<p>Πριν ξεκινήσουμε, σηκώσαμε την πέτρα <br>και βρήκαμε τις συμβουλές, <br>που μ’ αυτές μεγαλώσαμε.</p>
<p>Τώρα συγκεντρωνόμαστε Πάσχα &#8211; Χριστούγεννα <br>στο ίδιο τραπέζι.. Και πίνοντας λίγο κρασί, <br>βγάζουμε τις παλιές φωνές μας.<br>Θλίψη και ομορφιά μας διακατέχει.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ</strong></h5>
<p>Τα εξαπτέρυγα μπροστά <br>και πίσω οι αναμνήσεις.<br>Μια πρόσκληση στη φούχτα μου <br>το νόμισμα- <br>για να γδυθώ.</p>
<p>Τώρα που νύχτωσε τα χείλη μου θα βάψω. <br>Μέσα σε άγνωστους θ’ ανοίξω μονοπάτια.</p>
<p>Πετροβολώ το βλέμμα τους, να με προσέξουν. <br>Στα σύνορά μου κοντοστέκομαι.<br>Αναποφάσιστη.</p>
<p>Περνούν τα χρόνια <br>Παραμένω αναποφάσιστη.<br>Ποιος να χειροκροτήσει μιαν αναποφάσιστη;</p>
<p>Οι φίλες μου παντρεύτηκαν <br>κι απομονώθηκα.<br>Πρέπει να φύγω,<br>πριν με σφραγίσει η απελπισία</p>
<p>Αύριο κιόλας,<br>με το παράβολο της μοναξιάς,<br>θα βγάλω διαβατήριο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1994]</p>
<p></p>
<h5><strong>Η ΜΠΟΡΑ</strong></h5>
<p>Να δαμάσω τον εγωισμό τους δεν μπορώ.<br>Μπόρα μαίνεται στα σωθικά μου ο δικός μου <br>εγωισμός. Και δεν ξέρω, ακόμα, αν σώθηκα.<br>Πόσο θα κρατήσει αυτή η μπόρα;<br>Κράτος φοβερό, ο φόβος· με υποδομή.<br>Φθόνος που κοντεύει να γκρεμίσει την οικοδομή μου. <br>Πότε η ψυχή μου θα ηρεμήσει;<br>Κοχλάζει ο σφυγμός μου, για το χαλάζι ετούτο.<br>Η ανάσα μου μακριά απ’ την ανάσταση.<br>Μιας βούλησης κακής είμαι το σύμβολο κι ο στόχος. <br>Αδάμαστο δαμάσκηνο στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου. <br>Στα χείλη τους βλάστησε κιόλας η βλαστήμια.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1996]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>Ο ΑΛΕΞΙΚΕΡΑΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (1992)</strong></h4>
<h5><strong>Ο ΑΛΕΞΙΚΕΡΑΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ</strong></h5>
<p style="padding-left: 80px;"><strong>I</strong></p>
<p>Ο Χρόνος<br>Αλήθεια:<br>Κεραυνός ή ουράνιο τόξο.</p>
<p>Ο Χρόνος αδάμαστο άλογο· <br>δεν υπάρχει ’Αλέξανδρος.</p>
<p>Οι ψεύτικες αλήθειες πληθαίνουν <br>κεφάλια Λερναίας Ύδρας, <br>δημαγωγούν.</p>
<p>’Άνθρωποι<br>συγκεντρώθηκαν από διαφορετικούς πλανήτες, <br>περιμένουν μακρινή αλήθεια: <br>κάρβουνο π’ αντιστέκεται στη στάχτη.</p>
<p>Οι σκέψεις αυτοκτονούν <br>ή σκοτώνονται σε μονομαχίες.</p>
<p>Η Αλήθεια μοιρασμένη· <br>στόχοι σ’ αέναη κίνηση.<br>Ο ’Άνθρωπος μερική αλήθεια, <br>σκοντάφτει στην ύπαρξή του.</p>
<p>Εσύ έχεις ένα πόδι κι εγώ μισή ψυχή <br>λαχειοπώλη με την πατερίτσα <br>που χαιρετάς χοντρόκορμα πλατάνια.<br>Η ζωντάνια του κυδωνιού στα σπλάχνα, <br>όχι στη φλούδα.</p>
<p>Η θάλασσα πριονίζει το χρόνο.<br>Στο ποίημα προοιωνίζεται ό ερχομός του ήλιου.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1983-1984]</p>
<h5><strong>ΜΝΗΜΗ</strong></h5>
<p>Μνήμη αγριοκάτσικο, στα παιδικά μου χρόνια σκαρφαλώνεις<br>γιατί μόνον εκεί ψηλά βρίσκεις τα τρυφερά τα φυλλαράκια<br>που σ’ αρέσουν.<br>Μόνον εκεί μπορείς και βρίσκεις ανοιχτούς ορίζοντες <br>κι ας μαστιγώνεσαι ανελέητα απ’ το χρόνο.</p>
<p>Μνήμη στεγνό λαρύγγι, που το καίει η δίψα της ανάστασης<br>κι αν πριονίζεσαι απ’ το χρόνο λίγο λίγο, <br>καινούργιες ρίζες βγάζεις απ’ τα σπλάχνα σου.<br>Μνήμη κρατάς στο ράμφος σου ακρίδα του θανάτου, <br>ξίφος το φως σου τύφλωσε τη λήθη.</p>
<p>Μνήμη, σου στέλνω χίλια ευχαριστώ.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1988]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΕΣ’ ΣΤΙΣ ΠΑΛΑΜΕΣ ΤΟΫ ΘΕΟΫ&#8230;</strong></h5>
<p>Ψυχές ελάφια διψασμένα <br>που πιάστηκαν σ’ ενέδρα.<br>Θάνατος είναι το «μετά»<br>θάνατος μπρος θάνατος πίσω <br>θάνατος με υπογραφή του Σατανά.</p>
<p>Γέφυρα τού «καλού» πού να ’βρεις;<br>Παντού φωτιά και στάχτη.<br>Και πώς να επικοινωνήσουν οι ψυχές<br>με τέτοια μοναξιά &#8211; καμίνι<br>με τέτοιαν ανομβρία και θανάτου δίψα;</p>
<p>Τύψεις που χύνονται σαν απορρίμματα<br>κάτω απ’ το χέρι του Θεού που ελεεί<br>ψυχές που προσκυνάνε με ταπείνωση<br>ψυχές που ζήσανε τη συντριβή του κεραυνού,<br>τέτοια που μήτε η στάχτη απ’ το μηδέν δεν είχε μείνει.</p>
<p>Μέσ’ στις παλάμες του Θεού <br>είναι γραμμένη ή σωτηρία τής ψυχής <br>που μετανόησε.<br>Άφθονη καλοσύνη, μ’ ένα χαμόγελο σταλμένη απ’ το Θεό <br>για την ψυχή που λαχταράει να ζήσει.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1989]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Γυρίζει ο τροχός του χρόνου <br>γυρίζει και μοιράζει υποσχέσεις.</p>
<p>Η ελπίδα ζει με υποσχέσεις<br>που φέρνουν την υπομονή μέσα στις φλέβες.</p>
<p>Η επιθυμία σαν γεράκι γυροφέρνει, <br>προσμένει της επίθεσης την πιο καλή στιγμή.</p>
<p>Όμως αλίμονο, μάς έχουνε ρημάξει <br>οι ψίθυροι των ψευδαισθήσεων.</p>
<p>Τις ψευδαισθήσεις ας τις κάψει η φωτιά τής πείρας <br>ποτέ δεν είν’ αργά κάτ’ απ’ το χιόνι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1990]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΑΣ ΠΡΟΣΕΧΩΣ</strong></h5>
<p>Γυμνό κορμί αγρίμι πεινασμένο, <br>με σημαδεύουνε οι προβολείς τής μοναξιάς σου.</p>
<p>Σύνθημα ουρλιαχτό τού έρωτα <br>και τα κορμιά στο συρματόπλεγμα.</p>
<p>Έρωτας δίχως υστερόγραφο <br>που προσεχώς θα προβληθεί σ’ άλλο σκοτάδι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1990]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΟΙ ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΙ ΤΗΣ ΣΥΡΟΥ</strong></h5>
<p>Οι ανεμοστρόβιλοι τής Σύρου <br>δεν έπαιρναν και την ψυχή μου <br>για να τη φέρουνε στη Δράμα.</p>
<p>Η μοναξιά μου στο δρομάκι <br>μαύρο εσώρουχο, που δείχνει <br>προπορευόμενος αγέρας.</p>
<p>Με τη σιωπή και τα βιβλία <br>έλεγα «όχι» στα κορίτσια <br>που χαρτόπαιζαν στο καράβι.</p>
<p>Σύρος &#8211; ’Αθήνα, πάλι πίσω <br>με φυλάκισαν στις Κυκλάδες <br>για ένα χρόνο και δυο μήνες.</p>
<p>Μα με το άνοιγμα τού χρόνου <br>γλυκό το άγγιγμα της μνήμης <br>που φτιάχνει φως απ’ το σκοτάδι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1991]</p>
<p></p>
<h5><strong>ΜΝΗΣΘΗΤΙ</strong></h5>
<p>Μνήσθητι τους αγνούς.<br>Μνήσθητι τους αγνοημένους.<br>Βγες απ&#8217; το χάος και πυρπόλησέ το.<br>Χτίσε μια πόλη να την κατοικήσουμε.</p>
<p>Είμαστε κουρασμένοι.<br>Είμαστε φοβισμένοι.<br>Στείλε μας αγγέλους οργανοπαίκτες, <br>να διασκεδάζουμε, όπως παλιά, μέσα στα σπίτια μας.</p>
<p>Μνήσθητι τα στήθη τής μάνας.<br>Μνήσθητι τη μοναξιά τής Μάνης.<br>Κράτα το Νέστο δυνατό.<br>Φύλαξε μέσ’ στο πράσινο την Τσαγκαράδα.</p>
<p>Ήρθε η ώρα να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον.<br>Ν’ απολογηθούμε για τη μοναξιά μας.<br>Ν’ αλαφρώσουμε την ψυχή μας απ’ τ’ ασήμαντα που <br>μας χωρίζουν.<br>Να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας με παραμύθια.</p>
<p>Μνήσθητι τους νεκρούς μας.<br>Μνήσθητι τη στάχτη του ονείρου μας.<br>Φέρε μας το χρυσόμαλλο δέρας της χαμένης μας <br>αθωότητας.<br>Βοήθησέ μας να πληρώσουμε τα χρέη στο μπακάλη.</p>
<p>Μνήσθητι την ψυχή μας όταν θα ξεκαρφώνεται. <br>Μνήσθητι. Μνήσθητι. Μη μάς αφήνεις στη λήθη.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1991]</p>
<p></p>
<h5><strong>Ο ΚΑΣΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΤΥΑΡΙ</strong></h5>
<p>Κρατώντας μέσ’ στη φούχτα μου τον ήλιο <br>ημέρεψα το σκοτεινό βυθό μου.</p>
<p>Και ονειρεύτηκα ένα παράδεισο <br>μακριά στο βάθος τού ορίζοντα.</p>
<p>”Αχ αδυσώπητο Τίποτα τής απιστίας <br>κουρέλιασες τον ουρανό του Νυμφίου <br>συνέλαβες τις συλλαβές του αιώνιου —<br>— τίς αλυσόδεσες.</p>
<p>Και τώρα η ψυχή μου <br>μ’ ένα σωρό άχρηστα ώνια <br>πορεύεται στην απέραντη έρημο.<br>Και δεν έχει πιά καμιά ελπίδα να πει <br>«να ’τη<br>να ’τη η όαση»,<br>αφού μπροστά της είναι η κόλαση.<br>Άλλωστε, να ’τος<br>να ’τος ο Θάνατος,<br>που έρχεται να την προϋπαντήσει<br>με κασμά και φτυάρι στον ώμο.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992] </p>
<p></p>
<h5><strong>Η ΟΜΟΡΦΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ</strong></h5>
<p>Με κάνει πρωταγωνιστή και με στηρίζει&#8230;<br>Αχ πόση φαντασία πηγάζει απ’ τη μοναξιά&#8230;<br>Σαν καταρράκτης πέφτει και δροσίζει <br>την ψυχή.<br>Το άγχος αγχόνη. Θέλω θάλασσα κι αμμουδιά <br>βουνό και ποτάμι. Έστω και μόνος <br>με τον άνεμο. Βγάζει τ’ αγκάθι απ’ τα έγκατα <br>της αλήθειας.<br>Η φαντασία που πυρπολεί <br>την κόλαση. Βέλος έλεος. Ελαιώνας <br>της προσευχής. Κι ενώ όλα ησυχάζουν<br>βγαίνει το άφθαρτο φεγγάρι.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992]</p>
<h5><strong>ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΑ</strong></h5>
<p>Εμείς βουνά αντικριστά<br>και συ μια λίμνη πού γεννήθηκε ανάμεσα μας.</p>
<p>Είσαι μια μέλισσα, μαζεύεις την αγάπη μας<br>και μάς προσφέρεις θεϊκό, τής αθωότητάς σου μέλι.</p>
<p>Σαν αγριολούλουδα μαζεύουμε μπουκέτο τα χαμόγελά σου· <br>αυτά μάς δίνουνε ανάσα και δροσιά μέσ’ στο λιοπύρι.</p>
<p>Σκαρφαλωμένοι στης μαμάς την αγκαλιά σαν ορειβάτης <br>βυζαίνεις λαίμαργα το γάλα της ζωής&#8230;<br>Σέ βλέπω και χαμογελώ ευτυχισμένος.</p>
<p style="padding-left: 280px;">[1992]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΤΩ ΘΟΛΟΥ</strong></h5>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ (5/11/2022)</strong></h5>
<p>Στις &#8220;Φωτογραφίες Κάτω Θόλου&#8221; ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης φτιάχνει μια ποίηση στιβαρή, από καθαρά υλικά που μοιάζουν με τα υλικά της πατρογονικής του γης που υμνεί (Κάτω Θόλος είναι το χωριό του) χώμα, πέτρες, χωράφια, συρμές, νερά, ποτάμια , κι άνθρωποι. Μια ποίηση με ειλικρίνεια και χάρη περισσή, δίχως να ξεστρατίζει σε λεκτικές φιοριτούρες και υπερβολές, μια ποίηση της φύσης (σαν την ποίηση του Γουίτμαν) και της χωριάτικης ζωής με μια απλότητα και δύναμη που φέρνει στο νου πολύ περισσότερο τον Χρήστο Μπράβο, και πολύ λιγότερο τον Μιχάλη Γκανά. Και με μια τοιχογραφική περιγραφικότητα με ντοπιολαλικά στοιχεία, ήθη και έθιμα, που θα μπορούσε να συγκριθεί &#8211; τηρουμένων των αναλογιών &#8211; με του Γιάννη Τσίγκρα. Η αγάπη του στους ανθρώπους που τον κυκλώνουν και τον περιβάλλουν με την δική τους αγάπη, είναι ταυτόχρονα και σεβασμός για το ρόλο του καθενός μέσα στα πλαίσια της οικογένειας και της μικρής κοινωνίας, ρόλος που απονέμεται και συντελείται κυρίως λόγω δεσμών αίματος. Μα και ο έρωτας βρίσκει το δρόμο του και η πατρική αγάπη, κι ένα μακροσκελές δέος απέναντι στο μεταφυσικό και τα στοιχεία του &#8211; τη ζωή και το θάνατο ως τέτοια &#8211; κι όλα αυτά εκφράζονται το ίδιο απλά όπως βιώνονται, γεμάτα με το συναίσθημα και τον πόνο που τα χαρακτηρίζει, μα ουδέποτε γυαλισμένα, εξευγενισμένα, εξωραϊσμένα. Αυτή του η χαρακτηριστική ευθύτητα είναι νομίζω αρκετή ώστε να απονεμηθεί στον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη ο τίτλος του μείζωνος ποιητή. Σπάνια συναντάς τέτοια αλήθεια. Η αναγνώρισή του πάντως δεν έχει να κάνει με μηχανισμούς και αυθεντίες. Κάθε άξιος αναγνώστης είναι σίγουρο ότι θα ενσκύψει σε τούτη την ποίηση με τη θρησκευτική ευλάβεια που της αντιστοιχεί. Αυτό θα πρέπει να είναι και το μοναδικό παράσημο που της οφείλεται. Τα υπόλοιπα (βραβεία, περιοδικά, διάφορα γραφεία κλπ) &#8211; όσο κι αν παραπονιέται ο ποιητής για αυτά, ορισμένες φορές με ένα παιδικό σχεδόν παραπονο &#8211; είναι για το θεαθείναι και σίγουρα πάντως, μακριά από την ουσία της ποίησης καθαυτή.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ</strong></h5>
<p>Η ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Ιωαννίδη επιτρέπει στον αναγνώστη να αντιληφθεί τα πολλαπλά επίπεδα της έκφρασης. Ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία οι λέξεις δείχνουν να ανταποκρίνονται σε εικόνες καθημερινές, προσδίδεται όψη ιδιαίτερη και μοναδική καθώς η κάθε μία εξ αυτών βαπτίζεται στη δίνη της βιωματικής εμπειρίας σε τόνο εξομολογητικό. Μία αυτοβιογραφία η οποία σέβεται την ποιητική φόρμα και η στόχευση της ανταποκρίνεται στα διαζώματα της σκέψης. Πράγματι, πρόκειται για πολυεπίπεδη βιογραφία η οποία αναπτύσσεται σε επάλληλα πεδία στην εν λόγω ποιητική συλλογή. Δεν αφορά στιγμιαίες αποκαλύψεις του δρώντος υποκειμένου στα ιστορικά πεπραγμένα του χρόνου σε αφαιρετική σύλληψη αλλά αποκτά σάρκα και οστά σε πρόσωπα, τοπογραφίες, γεγονότα της καθημερινότητας τα οποία αποκαλύπτουν την αθέατη όψη της πραγματικότητας αλλοτινών καιρών. Εποχές δύσκολες τις οποίες ο ποιητής γνώρισε σε άμεση συσχέτιση με τα πρόσωπα του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Με πολλαπλασιασμένες διακυμάνσεις ο ποιητικός χρόνος μετατοπίζεται απ’ το παρόν στο παρελθόν. Δεν είναι η αναπόληση που προσθέτει αξία στη συλλογική και ατομική μνήμη. Είναι ο τρόπος έκφρασης των συναισθημάτων τα οποία υπερκαλύπτουν τις περιοριστικές συνθήκες των οποίων υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας ο ποιητής.</p>
<p>Τα ποιητικά στάδια των πρώτων στίχων αποθεώνουν τη σύζυγο Χρυσούλα. Παρά την προσωποποίηση ωστόσο των αναφορών ο ποιητής πίσω από το πρόσωπο της καθρεφτίζει τη γυναίκα ως φυσικό προϊόν το οποίο είναι υπεύθυνο για την αρμονία και την ισορροπία στον κύκλο της ζωής. Γύρω από τη γυναίκα περιστρέφεται η νοηματοδότηση του άρρενος θαυμαστού. Ένας έρωτας αθώος αναζητά το στερέωμα της νιότης στα ακροτελεύτια στολίδια της γυναικείας αυθεντίας. Η τελευταία διαπερνά όλους τους ρόλους, απ’ την ερωτική νύξη στη μητρότητα και τον καίριας σημασίας ρόλο της στις εργασίες και δη τις αγροτικές, συνώνυμο της σκληραγωγημένης της φύσης. Μία παρουσία μοναδικής ομορφιάς κι ενέργειας η οποία διαχέεται σε κάθε γωνιά της οικογενειακής φωτογραφίας. «Πνοή που ξεδιψάει κάθε ανάγκη μας/ γεννήτρια οξυγόνου εσύ, να εισπνεύσουμε ζωή» (σελ 15). Η γυναίκα ως ελπίδα και ως δροσιά νιότης, ως τελευταίος ασπασμός στην δύσβατη πορεία της ζωής.</p>
<p>«Μέσα στον άγριο χειμώνα/με το κοντό μου παντελόνι/και με παπούτσια λαστιχένια. Αθώα χρόνια, δίχως έννοια» (σελ 17). Αποδρά ο ποιητής στον κόσμο των παιδικών αναμνήσεων. Στον κόσμο της ανέμελης καταγραφής περιστατικών τα οποία περικυκλώνουν οικεία πρόσωπα του παππού και της γιαγιάς. Πρόσωπα τα οποία συμβολίζουν την εμπειρία στον κάματο της ζωής και την κληροδότηση της από γενιά σε γενιά, μέσα απ’ τα καθημερινά παραδείγματα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η προσωπικότητα της μητέρας η οποία αντιδιαστέλλεται από τη μορφή του συζύγου, καθώς η πρώτη συμπυκνώνει τη θαλπωρή και την αγωνία, το φόβο και την ανησυχία που αρμόζει στο ρόλο υψηλής κυριότητας ως εφεδρείας στα κατάστιχα των τεχνών. Απ’ τα συντρίμμια του παρελθόντος εκείνη αναδύεται εν εγρηγόρσει να ανταποκριθεί στις πολλαπλές υποχρεώσεις που η ανάγκες προστάζουν. Ο χρόνος μεταναστεύει εκ νέου σε πρωτόγνωρες καταστάσεις επιθυμιών στις οποίες κατοικοεδρεύει η γυναικεία ύπαρξη σε φτωχικό κορμί. «Μέσα στη φύση είναι πρωτόγονες οι καμπύλες των επιθυμιών» (σελ 23) «με εφαρμοστό λουλουδάτο φόρεμα/και χρωματιστή ομπρέλα για τον ήλιο» (σελ 23). Μία οπτασία η οποία αποτυπώνει βαθύτερες επιθυμίες προκειμένου οι λέξεις στην εικονοποιία τους να ελευθερώσουν τον πυρήνα των χρωμάτων που η ανθρώπινη παρουσία φωτίζει.</p>
<p>Είναι όμως και η εξωτερική πραγματικότητα του κοινωνικού όλου που μαστίζει τα όνειρα και τα προσγειώνει απότομα καθώς η βιοπάλη των χωρικών δεν γνωρίζει παρά μονάχα αναλαμπές ξεγνοιασιάς. «Καπνά και καλαμπόκι, σιτάρι και κριθάρι/βρώμη και σίκαλη (…)Εμείς εδώ δεν ξέρουμε θάλασσες και καράβια» (σελ 25). Στην αντίθεση της πεδιάδας</p>
<p>που ζητά ολοένα περισσότερα εργατικά χέρια τα οποία δεν περισσεύουν ποτέ στην ώρα της σποράς και της συγκομιδής, τα γεωγραφικά σύνορα ολοένα στενεύουν και δεν επιτρέπουν τη φαντασία να πλανευτεί στα πέρα όρια της συνείδησης. Η μνήμη και τα πατήματά της αναζωπυρώνουν το πάθος της ιστορίας της στο βιαστικό βάδισμά της. «Οι παιδικές μας αναμνήσεις δεν χωράνε ποιήματα/ούτε και στον απέραντο γαλάζιο ουρανό» (σελ 31). Είναι εκείνες οι στιγμές που η μνήμη αντανακλάται ως εξιλέωση μίας βάρβαρης πραγματικότητας. η αποστροφή έναντι της τελευταίας αναδιπλώνει τη συνέχεια της πλοκής που ομοιάζει ολοένα περισσότερο με κάτι φρέσκο και δροσερό που όμως αφυδατώνεται και στο τέλος καταλήγει μία παγερή χρήση έκτακτης ανάγκης. «Πρωί πρωί κατέβαινα απ’ τη λοφοπλαγιά/κι ερχόμουνα στο σπίτι/να πάω τις αγελάδες στον τσομπάνο (…) και ύστερα στα γρήγορα, μέσα σε τσάι ή γάλα/να θρύβω το μπαγιάτικο ψωμί, κι αμέσως έφευγα για το σχολείο/ φορώντας μπότες ή κοντά παπούτσια λαστιχένια» (σελ 37).</p>
<p>Η ζωή σε κινηματογραφικό σενάριο δίχως περικοπές.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ</strong></h5>
<p>FRACTAL 10/2/2019</p>
<p>«Φωτογραφίες Κάτω Θόλου» Ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Ιωαννίδη, Εκδόσεις Όστρια, Μάιος 2019</p>
<p>«Μέσα στη φύση η αμαρτία δεν είναι αμαρτία<br>Μπορείς να σκέφτεσαι ερωτικά για όλα»<br>Κ. Ιωαννίδης</p>
<p></p>
<p>«Φωτογραφίες κάτω θόλου» ή στιγμές από την αιωνιότητα. Κατ’ αρχήν δίνουν την εντύπωση ποιητικών Μεταγραφών υπέρ του καθημερινού μόχθου. Αλλά τελικά είναι δοξαστικό συναξάρι όπου πίσω από τις εικόνες της επιβίωσης σκιαγραφείται η αγωνία για την επόμενη μέρα. Αποτυπώσεις μιας αθανασίας που τρέφεται στη μνήμη καθώς ζεσταίνουν την παλάμη οι απώλειες. Μια λίμνη αστραφτερή εν ηρεμία όπου οι στίχοι μοιάζουν με ζωγραφιές αλλεπάλληλων κύκλων επιβίωσης… «Τα κίτρινα θερισμένα χωράφια / στις κοιλάδες , στους λόφους και στα βουνά του Θόλου. / Ο κίτρινος ήλιος, το κίτρινο μεσημέρι». Η αγάπη εδώ μέσα προσφέρει ελπίδα στην μοναξιά που μας περιβάλει… «Με την αγκαλιά της να σπάζει τ’ αγκάθια του φόβου. Να σπάζει καπνά με δυο χέρια συγχρόνως».</p>
<p>Η Ανάγκη κατανοείται και εξυμνείται ως γεννήτρια ζωής, και όλα εξανθρωπίζονται χάρις στην αγάπη και τη θυσία… «Μα πως αντέχει τόσο έντονο σφυγμό; Μόνη της εκχερσώνει την ασήμαντη ζωή».</p>
<p>Στίχοι σταγόνες από βοτάνια παρηγορητικά. Ποιητικός λόγος, που εξυψώνει τα ελάχιστα μεγέθη του καθημερινού σε θεμέλιο μέλλοντος. Ποιητικός λόγος με ρυθμό, με οικονομία έκφρασης, ακριβή αφαίρεση και ουσιαστική απλότητα. Αν σ’ όλα αυτά διακρίνουμε την θέση ότι η εξέλιξη επιτυγχάνεται μέσω της θυσίας, τότε διαισθανόμαστε πως ο ποιητής κυρίως τραγουδά την θηλυκή ουσία του κοινωνικού γίγνεσθαι… «Στις ρυτίδες της κυλάει ρυάκι της ελπίδας. Πέτρα πίστης και υπομονής, πέτρα σπίτι».</p>
<p>Όλες οι καθημερινές πράξεις, οι μηχανισμοί, ο ήχος τους, στην υπηρεσία του ποιητή… «Να ράβει στη ραπτομηχανή χεριού τα βρακιά μας. / Να έχει ολόκληρο πάνινο σακούλι, με σπάνια ωραία κουμπιά. / (Δύσκολα βρίσκεις όμορφα κουμπιά στα σημερινά ρούχα)…».</p>
<p>Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης ξεκινά από το ειδικό για να διασώσει την προοπτική, με αποτέλεσμα να μας ωθεί στην αντίληψη του γενικού. Συμπυκνώνει και αποτάζει την κούραση, τις καθημερινές θυσίες, τραγουδά τις ανάγκες της ύπαρξης και με ταπεινό βηματισμό πλησιάζει την ελπίδα.</p>
<p>Υπονοεί πως οφείλουμε να εμπιστευόμαστε ό,τι «ζεσταίνει», ότι «υποστηρίζει», ένα σπιτικό. Όπως οφείλουμε κατά βάθος την ύπαρξή μας, την αντοχή μας, στο λιγοστό χώμα που μας επιτρέπεται. Το χώμα που ανέχεται τα βάρη του σύμπαντος. Η επιβίωση, υποστηρίζει πίσω από της λέξεις, δεν είναι μονάχα άχθος και συντριβή αλλά και ομορφιά, σκέψη, αποδοχή, κατανόηση, καρτερία, τρυφερότητα.</p>
<p>–«Ραγίζω την καρδιά μου με τσεκούρι, / να ζεσταθώ στα μονοπάτια των δακρύων. / Στο Παρανέστι υγρασία και ομίχλη / κι οι γάτες βρίσκουν ζεστασιά στους αχυρώνες».</p>
<p>-«Ο Νέστος κατεβάζει κορμούς / κι όταν η κοίτη του στενέψει, / κούτσουρα θα μαζέψουμε κι άσπρα ξερά κλαδιά, για να μπουκώσουμε τον άγριο χειμώνα».</p>
<p>Αν και άνθρωπος της πόλης, ο ζεστός, γήινος και μεστός λόγος του Κωνσταντίνου Ιωαννίδη θα με καταστήσει κοινωνό μιας ομορφιάς, μιας αλήθειας. Οι μικρές πατρίδες είναι ο προμαχώνας της Μητρόπολης. Είναι μια ζωντανή-υπαρκτή αγκαλιά με μυρωδιές μύθων, σχεδόν παραμύθια. Συναισθήματα χρωματίζουν με οξυγόνο την ασφυξία στις περίκλειστες πλατείες. Πολλά ποιήματα εδώ μοιάζουν με μικρές σφιχτές διηγήσεις όπου αντλείς δύναμη από την συγκίνηση και την μνημοσύνη. Λυρισμός με δύναμη έπους. Άρωμα ουμανισμού προστατεύει τον ποιητή από το κοινότοπο μιας ηθογραφίας. Η αγάπη προστατεύει από το φθηνό συναίσθημα, από την ευκολία του μελό. Η καίρια αφαιρετική προσδίδει φιλοσοφικό βάθος. Η ιδιαιτερότητα του απλού μετατρέπει την οικονομία έκφρασης σε πλούτο. Ο Ρυθμός εξυψώνει το ταπεινό του καθημερινού.</p>
<p>-«Το τραίνο έφυγε απ΄ το σταθμό του, / τα τζάμια τρέμουν σαν σε ποντιακό χορό. / Έρχεται βροχή κι εγώ / ανεβαίνω και κλείνομαι στο μικρό δωμάτιο. / Στέκομαι μπροστά στο μικρό συρταρωτό παράθυρο / που ανοιγοκλείνει πάνω – κάτω. Μπροστά μου / η αποθήκη του θείου Γιαννίκα με την λαμαρινένια στέγη. / Το σπίτι μας και το αραπαλίκι με λαμαρίνες. / Η βροχή με την ουράνια φωνή της/ χτυπώντας στις λαμαρίνες, / τραγουδάει τη –φλαμουριά-».</p>
<p>Οι λέξεις, τα νοήματα, κινούνται με κινηματογραφικές ταχύτητες. Εικόνες σφοδρών συναισθημάτων, στιγμιαία κρατήματα για την κατανόηση του συμβάντος, αποτυπώσεις θλίψης και φυγής. Εικόνες-εντυπώσεις που θυμίζουν γραφή Ταρκόφσκι. Ο αναγνώστης περνά ανεπαισθήτως απέναντι όπου συμμετέχει και συμπάσχει ως ευαίσθητος δέκτης-θεατής. Στο κέντρο του ποιήματος τώρα πια δεν βρίσκεται μόνο ο ποιητής αλλά όλοι εμείς κάτι που επιτυγχάνεται με την δύναμη απλών και ξεκάθαρων γραμμών. Δεν ξέρω αν αυτό είναι κυρίως μια συνειδητή ενέργεια, μια επιστημονικά κατακτημένη ικανότητα του δημιουργού ή μια ασυνείδητη πράξη που οφείλεται στην άβυσσο του ποιητή.</p>
<p>-«Ο ήλιος του μεσημεριού χλιμιντρίζει / σα διψασμένο άλογο / που βόσκει στην πλαγιά του λόφου. / Μέσα στη φύση είναι πρωτόγονες / οι καμπύλες των επιθυμιών. / Περνά το τραίνο με όρθιους επιβάτες / που καπνίζουν και βλέπουν κινούμενο τοπίο απ΄ τα παράθυρα του διαδρόμου».</p>
<p>Συχνά οι απλές εικόνες από τούτη την ανεπιτήδευτη και αληθινή ποιητική, μετατρέπονται σε υπερρεαλιστικούς πίνακες, σε ενύπνια θαυμάσιων αιωρήσεων , καθώς το πρωινό πλησιάζει και η νύχτα έχει κουραστεί στο σκοτάδι της. Και το τραίνο, αυτή την περιφρονημένη «λεωφόρο» των ανοικτών πεδίων, όπου κάποτε έφερνε την δύναμη της επικοινωνίας σ΄ όλη την επικράτεια, το τραίνο που σήμερα ολούθε ακουμπάει στο μέλλον και μόνο εδώ κάτω κρύβεται ντροπιασμένο, το τραίνο, είναι ο μεγάλος φίλος του ποιητή. Κουβεντιάζει μαζί του σαν ίσος προς ίσον… «Τραίνο της παρανέστιας κοιλάδας / με τους καθημερινούς σου επιβάτες, / που συζητούν ή στέκουν όρθιοι στα παράθυρα. / Άντρες που βλέπουν το τοπίο καπνίζοντας / κι άλλοι που περιφέρονται να βρουν κορίτσια».</p>
<p>Θα τολμούσα να υποστηρίξω πως οι φαινομενικά απλές «Φωτογραφίες Κάτω Θόλου» είναι το έπος μιας εποχής με γλυκόλαλο λόγο, ειλικρινείς Μεταφορές και κατανοητό βαθμό Ελλειπτικότητας, όπου γηγενείς άγνωστοι στρατιώτες-φρουροι των συνόρων, μαζί με πρόσφυγες από χαμένες πατρίδες, φυγάδες θανάτου κάποτε, ριζώνουν, και ριζώνουν, ανθίζοντας αενάως την σωτηρία. Φέρνουν την ελπίδα. Προμηνύουν τη νίκη της επιβίωσης δουλεύοντας σκληρά από τα τρυφερά χρόνια τού παιχνιδιού κάτω από αντίξοες συνθήκες… «Τρεις αγελάδες είχαμε, / μ΄ ανέβαινα στον λόφο του πέρα μαχαλά / με είκοσι ή τριάντα αγελάδες. / Και ύστερα στα γρήγορα, μέσα σε τσάι ή γάλα / να θρύβω το μπαγιάτικό ψωμί. / Κι αμέσως έφευγα για το σχολείο, φορώντας μπότες ή κοντά παπούτσια λαστιχένια». Αν είχα την εμμονή να αναζητώ, αδίκως βέβαια, συνέχειες και επιρροές θα σταματούσα έκπληκτος σε Κατάη, Ριχάκου και ΄Ερζα Πάουντ. Θα συνέχιζα με μεγάλους γραφιάδες της Ρώσικης στέπας που έκρυβαν αναγκαστικά τον πόνο πίσω από τον αφαιρετικό λυρισμό και εκείνο το σπουδαίο έργο «-Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού-, υπό Ν. Γ. Πολίτου» . Αλλά έμαθα με τον καιρό και επιβεβαίωσα ακόμη μια φορά εδώ πως η αυθεντικότητα στην δημιουργία μοιάζει με την υγρασία στο χώμα: η βροχή φτάνει από παντού, δίχως επιλογές ποτίζει. Και ο Ιωαννίδης μεταγράφει μέσω της αβύσσου του τον ελληνικό βίο με τρόπο ελληνικό, (ευτυχώς ακόμη και σήμερα κρατάει κάποια μετερίζια ο ελληνικός τρόπος), στο μεταίχμιο μιας νεαρής ακόμη αλλά δραματικής, αντικειμενικά, εξέλιξης.</p>
<p>Και πετυχαίνει εδώ ο ποιητής το καλύτερο, δηλαδή την ανάδειξη ενός κυρίαρχου ερωτήματος πίσω απ’ τις λέξεις δίχως κραυγές, δίχως λυγμό, παρά μόνο μ’ ένα κεκρυμμένο παράπονο, ό,τι προσφέρει η αξιοπρέπεια ενός χωνεμένου πένθους. Το κυρίαρχο ερώτημα είναι: σήμερα, και με προβολή στο αύριο, τι μας στηρίζει; Και βέβαια ο ποιητής δεν προτείνει λύση. Και βέβαια η ποίηση δεν είναι για να δίνει λύσεις.</p>
<p>Δεν είμαι βέβαιος τι ακριβώς πιστεύει ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, εκείνο όμως που μπορώ να πω δίχως να φοβάμαι μην πέσω έξω είναι πως η αγάπη του, άρα και η ελπίδα του, είναι η δύναμη του βηματισμού πατώντας ξυπόλυτος στο ζεστό, στο υγρό, στο παγωμένο χώμα της πατρίδας. Ο κάθε ποιητής, υπονοεί ο Ιωαννίδης, πρέπει να οφείλει, να χρωστά, στις έννοιες ειδικό, γενικό, δράση, ευσπλαχνία, αποδοχή, κατανόηση, καρτερία, φιλοπατρία, έστω κι αν κτυπά στα πλήκτρα ενός laptop-tablet τα τραγούδια του, επικοινωνώντας ταυτόχρονα μέσω του άυλου με τον αναγνώστη, με το παγκόσμιο, με το συμπαντικό, και το αντίστροφο βεβαίως… «Ο νους μου οργώνει μακρινά χωράφια, / που είναι τώρα πια άφραχτα. / Η φύση χρόνο με τον χρόνο αλλάζει μορφή / και γίνεται αγνώριστη».</p>
<p>Τελειώνοντας, ο ποιητής Κωνσταντίνος Ιωαννίδης , ως αρχαίος ιππότης-τροβαδούρος, τριγυρνά στον σύγχρονο κόσμο αναζητώντας στο φορτίο του, στο φορτίο μας, εγγυήσεις και ελπίδα. Τα τραγούδια του θυμίζουν άλλοτε συναξάρι μαρτύρων, άλλοτε μισοσβησμένες αγιογραφίες, καθώς ψαλμωδεί -εν ονόματι- για όλους μας… «Με λέξεις το αλεξίσφαιρό μου. / Αυτό με σώζει με την αθωότητά μου. / Οι πέτρες έχουνε ρυτίδες αναμνήσεων, / το μέτωπό μου χνάρια από σφραγίδες ξεφτισμένες».</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong></h5>
<p>ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ<br>Σε όσους υποκρίνονται την καλοσύνη που οφείλουν στο σύμπαν, φορώντας έναν μανδύα &#8220;αξιοπρέπειας&#8221; και ψευτοϊδεολογίας. Λυπάμαι για μένα, που έδωσα την εμπιστοσύνη μου και τα γραπτά μου (την ψυχή μου δηλαδή), μα πιο πολύ, λυπάμαι για κείνους (που θρέφονται με τα γραπτά &#8211; και τις ψυχές &#8211; των άλλων). Λόγια δεν έχω άλλα να πω, βρήκα τούτο το ποίημα του μεγάλου ποιητή Κωνσταντίνος Ιωαννίδης που τα λέει όλα:</p>
<p>Μια στάμνα δροσιάς είναι ο ίσκιος του καλού ανθρώπου</p>
<p>Η μοναξιά είναι ένα λιβάδι με άκοπα αγριολούλουδα.</p>
<p>Όταν κανείς δεν δίνει σημασία στις αληθινές σου ιστορίες,<br>ένας βράχος πίκρας σου συνθλίβει την ψυχή.</p>
<p>Και μόνο μ’ ένα δάχτυλο του κακού ανθρώπου μπροστά στα μάτια σου,<br>χάνεις τον όμορφο κόσμο σου.</p>
<p>Η μοναξιά δεν φαίνεται, αλλά υπάρχει,<br>σαν ευωδιά μιας φλαμουριάς ή σαν μια παλιά φωτογραφία.</p>
<p>Η μνήμη μας, είναι ο χυμός της όλης μας ζωής.<br>Όλες μαζί οι βιταμίνες σου σ’ ένα ποτήρι, για να ξεδιψάς.</p>
<p>Μια στάμνα δροσιάς είναι ο ίσκιος του καλού ανθρώπου.</p>
<p>Στίχοι της δικής μου ψυχής κουρνιάζουν<br>στην μουριά της παιδικής , εφηβικής και νεανικής μου ηλικίας.</p>
<p>Οι σαν κλειστές ομπρέλες λεύκες, το άλογο που βόσκει, το πηγάδι.<br>Πιο κάτω το ποτάμι, όπου θα πας το άλογο, να ξεδιψάσει.</p>
<p></p>
<h5><strong>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ</strong>&nbsp;</h5>
<p>(5/11/2022)</p>
<p>Παλαιότερο κείμενο για το ποιητικό βιβλίο του Κωνσταντίνος Ιωαννίδης</p>
<p>Στις &#8220;Φωτογραφίες Κάτω Θόλου&#8221; ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης φτιάχνει μια ποίηση στιβαρή, από καθαρά υλικά που μοιάζουν με τα υλικά της πατρογονικής του γης που υμνεί (Κάτω Θόλος είναι το χωριό του) χώμα, πέτρες, χωράφια, συρμές, νερά, ποτάμια , κι άνθρωποι. Μια ποίηση με ειλικρίνεια και χάρη περισσή, δίχως να ξεστρατίζει σε λεκτικές φιοριτούρες και υπερβολές, μια ποίηση της φύσης (σαν την ποίηση του Γουίτμαν) και της χωριάτικης ζωής με μια απλότητα και δύναμη που φέρνει στο νου πολύ περισσότερο τον Χρήστο Μπράβο, και πολύ λιγότερο τον Μιχάλη Γκανά. Και με μια τοιχογραφική περιγραφικότητα με ντοπιολαλικά στοιχεία, ήθη και έθιμα, που θα μπορούσε να συγκριθεί &#8211; τηρουμένων των αναλογιών &#8211; με του Γιάννη Τσίγκρα. Η αγάπη του στους ανθρώπους που τον κυκλώνουν και τον περιβάλλουν με την δική τους αγάπη, είναι ταυτόχρονα και σεβασμός για το ρόλο του καθενός μέσα στα πλαίσια της οικογένειας και της μικρής κοινωνίας, ρόλος που απονέμεται και συντελείται κυρίως λόγω δεσμών αίματος. Μα και ο έρωτας βρίσκει το δρόμο του και η πατρική αγάπη, κι ένα μακροσκελές δέος απέναντι στο μεταφυσικό και τα στοιχεία του &#8211; τη ζωή και το θάνατο ως τέτοια &#8211; κι όλα αυτά εκφράζονται το ίδιο απλά όπως βιώνονται, γεμάτα με το συναίσθημα και τον πόνο που τα χαρακτηρίζει, μα ουδέποτε γυαλισμένα, εξευγενισμένα, εξωραϊσμένα. Αυτή του η χαρακτηριστική ευθύτητα είναι νομίζω αρκετή ώστε να απονεμηθεί στον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη ο τίτλος του μείζωνος ποιητή. Σπάνια συναντάς τέτοια αλήθεια. Η αναγνώρισή του πάντως δεν έχει να κάνει με μηχανισμούς και αυθεντίες. Κάθε άξιος αναγνώστης είναι σίγουρο ότι θα ενσκύψει σε τούτη την ποίηση με τη θρησκευτική ευλάβεια που της αντιστοιχεί. Αυτό θα πρέπει να είναι και το μοναδικό παράσημο που της οφείλεται. Τα υπόλοιπα (βραβεία, περιοδικά, διάφορα γραφεία κλπ) &#8211; όσο κι αν παραπονιέται ο ποιητής για αυτά, ορισμένες φορές με ένα παιδικό σχεδόν παραπονο &#8211; είναι για το θεαθείναι και σίγουρα πάντως, μακριά από την ουσία της ποίησης καθαυτή.</p>
<p></p>
<p>.</p>
<p></p>
<p></p>


<p></p>



<p></p>



<p></p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%bf%cf%83-%ce%b9%cf%89%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%b4%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΡΗΣΤΙΔΟΥ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Fri, 21 Nov 2025 21:02:58 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΡΗΣΤΙΔΟΥ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22611</guid>

					<description><![CDATA[Η Φωτεινή Χρηστίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος. Παρακολούθησε Μεταπτυχιακό πρόγραμμα Συμβουλευτικής, Ηγεσίας και Mentoring του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ασχολήθηκε με τη φιλαναγνωσία ως μέλος διαδικτυακών και δια ζώσης Λεσχών Ανάγνωσης. Από το 2017 συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης «Συγγραφείς της Θεσ/νίκης &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/"> <span class="screen-reader-text">ΦΩΤΕΙΝΗ ΧΡΗΣΤΙΔΟΥ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Φωτεινή Χρηστίδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του Α.Π.Θ. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος. Παρακολούθησε Μεταπτυχιακό πρόγραμμα Συμβουλευτικής, Ηγεσίας και Mentoring του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ασχολήθηκε με τη φιλαναγνωσία ως μέλος διαδικτυακών και δια ζώσης Λεσχών Ανάγνωσης. Από το 2017 συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης «Συγγραφείς της Θεσ/νίκης και του κόσμου» στην Περιφερειακή Βιβλιοθήκη Τριανδρίας. Δημοσιεύει κριτικές παρουσιάσεις βιβλίων στα ηλεκτρονικά περιοδικά Fractal και Περί ου. Στίχοι και πεζά της φιλοξενήθηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Τον Οκτώβριο του 2022 κυκλοφόρησε από της Εκδόσεις Ρώμη η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Χρόνος Πλοηγός και το 2024 η δεύτερη της συλλογή Εποχική Χλωρίδα.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/?attachment_id=22608" rel="attachment wp-att-22608"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22608" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0002-190x300.jpg" alt="" width="300" height="474" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0002-190x300.jpg 190w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0002.jpg 405w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/?attachment_id=22609" rel="attachment wp-att-22609"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22609" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0001-1-210x300.jpg" alt="" width="300" height="429" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0001-1-210x300.jpg 210w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0001-1.jpg 447w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<p style="text-align: right;"><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/?attachment_id=22606" rel="attachment wp-att-22606">.<img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-22606" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0002.tif" alt="" width="1" height="1" /></a> <a href="https://whenpoetryspeaks.gr/?attachment_id=22607" rel="attachment wp-att-22607"><img loading="lazy" class="aligncenter size-medium wp-image-22607" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0001.tif" alt="" width="1" height="1" /></a></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΕΠΟΧΙΚΗ ΧΛΩΡΙΔΑ (2024)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Α’ ΜΕΡΟΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΩΔΕΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΕΙΕΣ</strong></h5>
<h5><strong>ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2024</strong></h5>
<p>Στα ξεχασμένα νεκροταφεία των τρένων<br />
οξειδωμένο μέταλλο κοχλάζει στο λιοπύρι<br />
παράθυρα που χάσκουν, τρύπια τζάμια<br />
εναγκαλίζονται την οργιώδη φύση<br />
κώνειο, χωνάκια, καλαμιές, αγκάθια<br />
πνίγουνε αρμυρίκια κι ακακίες<br />
σαν εκδρομή που έμεινε στη μέση<br />
στέγη για τρωκτικά κι αναγκεμένους<br />
πλάι στις μπουκωμένες ράγες<br />
παπούτσια, καλώδια, κουβέρτες<br />
κι απορρίμματα κάθε είδους.<br />
Έτσι αδιάντροπα καλωσορίζει η πόλη<br />
τον κάθε επισκέπτη, αθώα κι ανυπόληπτη<br />
συνάμα, αναπαυμένη στον διττό της μύθο<br />
συμπρωτεύουσα μα και προσφυγομάνα.<br />
Θα πάψεις άραγε ποτέ, αγαπημένη εσύ,<br />
να μας πληγώνεις;</p>
<h5><strong>ΝΑΥΑΓΙΑ</strong></h5>
<p>Στις σκούρες θάλασσες του νότου<br />
και στου Αιγαίου τις απλωσιές όπου<br />
φιλιώνουνε νερά τριών ηπείρων<br />
ελεύθερα κι ανέμελα βολτάρουνε<br />
τα κύματα, τα ψάρια και οι γλάροι.<br />
Με όσους ζωή αναζητούν αλλού<br />
είναι άφιλες οι θάλασσες, ρημάζουνε<br />
τα πλοία τους αφρίζοντας<br />
τα δέρνουνε επίμονα και λαίμαργα<br />
τα καταπίνουν στους μαύρους τους<br />
βυθούς τους ή τα ξεβράζουν σκέλεθρα<br />
σε έρημες ακτές να μνημονεύουν<br />
τις ψυχές που χάθηκαν μαζί τους.</p>
<h5><strong>ΓΑΖΑ</strong></h5>
<p>Στην κόλαση των ρουκετών<br />
στων σφυροκοπημάτων την αντάρα<br />
θολώνει ο ουρανός καπνούς<br />
αστράφτουν οι εκρήξεις φλόγα<br />
μικροί άγγελοι με μάτια ματωμένα<br />
χείλη σφιχτά και πληγωμένα μέλη<br />
αιωρούνται στα πυκνά νέφη<br />
αναζητώντας φιλόξενους πλανήτες.<br />
Δεν πρόλαβαν φιλίες να στεριώσουν<br />
να ωριμάσουνε στη γνώση της αγάπης<br />
δεν άδραξαν του έρωτα τα δώρα<br />
ούτε αξιώθηκαν ζωής ταξίδια<br />
το άσβεστο μίσος μόνο γεύτηκαν<br />
τον φόβο να τους παραλύει νου και<br />
σώμα, το άφατο κακό που βίαια τους<br />
απέσπασε απ&#8217; των δικών τους τη φωλιά.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Β’ ΜΕΡΟΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ, ΠΑΛΙ</strong></h5>
<h5><strong>Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ</strong></h5>
<p>Στο ασημί του φεγγαριού<br />
ακινητεί ο χρόνος<br />
και στις ανήλιαγες πλαγιές<br />
απάτητων βουνών<br />
αργοκυλά η ροή του<br />
στη χλαλοή των πόλεων<br />
καλπάζει, λαχανιάζει<br />
ξοδεύεται εδώ κι εκεί<br />
άσκοπα σπαταλιέται<br />
μα πριν καλά το νιώσεις<br />
η κλεψύδρα αδειάζει.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Γ’ ΜΕΡΟΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΕΠΟΧΙΚΗ ΧΛΩΡΙΔΑ</strong></h5>
<h5><strong>ΑΡΜΥΡΙΚΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ</strong></h5>
<p>Αρμυρίκια ποτισμένα την άρμη<br />
της ακρονεριάς, αδάμαστα<br />
από ανέμους οργισμένους<br />
ανθεκτικά στο ανελέητο κάμα<br />
δροσιάς καταφύγια εκδρομέων<br />
λουομένων ποθητή ανάπαυλα<br />
ανθίζουνε την Άνοιξη λευκές<br />
γιρλάντες, αντανακλάσεις νεφών<br />
προσομοιώσεις αφρού κυμάτων.</p>
<h5 style="padding-left: 80px;"><strong>Δ’ ΜΕΡΟΣ</strong></h5>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ</strong></h5>
<h5><strong>ΟΙ ΦΙΛΕΣ ΜΟΥ</strong></h5>
<p>Οι φίλες μου είναι Κυριακές<br />
και σχόλες ηλιοφώτιστες<br />
ίριδες έναστρου ουρανού<br />
δάκρυα σοφής απαντοχής<br />
κόρες, αδελφές, σύζυγοι, μάνες<br />
με τρυφερές φτερούγες<br />
οι φίλες μου είναι αγιοκλήματα<br />
και γιασεμιά σφιχτοπλεγμένα<br />
στα κατάρτια της ζωής<br />
ανθοφορίες και μαρασμοί<br />
γλυκόλαλα άσματα Σειρήνων<br />
κι αγάπης ώριμοι καρποί.</p>
<h5><strong>ΠΑΙΔΙ, ΚΑΠΟΤΕ</strong></h5>
<p>Κάποιες φορές στον ύπνο μου,<br />
παιδούλα, αναρριχώμαι στη συκιά ή<br />
στην κορομηλιά του κήπου, τεντώνομαι<br />
να αδράξω ρόδια ή μούρα ζουμερά<br />
και τζίτζιφα ακόμα καταδέχομαι<br />
που έστρωσε στο χώμα το αεράκι<br />
άλλοτε πάλι ακροβατώ σ&#8217; ένα κουτσό<br />
σχεδιασμένο πρόχειρα στον δρόμο<br />
με έξαψη μεγάλη όμως ξυπνώ<br />
σαν παίρνω φόρα και πηδώ τις<br />
κραταιές φωτιές του Κλήδονα Άι Γιάννη<br />
μ&#8217; όλης της γειτονιάς την τσακαλοπαρέα<br />
ή όταν, σαστισμένη, ακολουθώ την<br />
περιπλάνηση του γύφτου, με ντέφι<br />
και αρκούδα νύφη στα δεσμά της<br />
αλυσίδας, σοκάκι το σοκάκι κι αλάνα<br />
την αλάνα, για μερικές δεκάρες.<br />
Εικόνες και σκηνές εκτοπισμένες<br />
στον βυθό της μνήμης, τυπωμένες<br />
σε φωτογραφίες ασπρόμαυρες, μικρές<br />
μαρτυρούν πως κάποτε ήμουν κι εγώ<br />
ήμουν κι εγώ παιδί.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΧΡΟΝΟΣ ΠΛΟΗΓΟΣ (2022)</strong></h4>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>Α. ΚΟΙΝΟΙ ΤΟΠΟΙ</strong></h5>
<h5>
<strong>ΑΛΜΑ &#8211; 12/3/21</strong></h5>
<p>Πλάι στον ρόχθο του νερού<br />
έκλεισε ασυναίσθητα τ’ αυτιά<br />
μες στις παλάμες.<br />
Ακτίνες φωτός διαθλώνταν<br />
παιχνιδιάρικα στην υδάτινη ροή.<br />
Πλησίασε δειλά στο γείσο,<br />
τα μάτια σφαλιστά.<br />
Οι ανθισμένες φλαμουριές ευωδίαζαν,<br />
ηδονή της όσφρησης, μετεωρισμός,<br />
άλμα στην αέναη ορμή του καταρράκτη.</p>
<h5><strong>ΠΡΟΣΜΟΝΗ &#8211; 25/6/21</strong></h5>
<p>Ξεροστάλιαζα για ώρα στο παγκάκι<br />
κοιτώντας πότε τη θάλασσα αντίκρυ<br />
πότε τον αχνιστό ουρανό<br />
προσμένοντας να ανατείλει η σελήνη.<br />
Κι όσο σουρούπωνε τόσο μεγάλωνε<br />
η αδημονία για το φεγγάρι της φράουλας,<br />
όπως αποκαλούν την πανσέληνο του Ιούνη.<br />
Αργά, άπρακτη, πήρα τον δρόμο της επιστροφής.<br />
Ο ουρανός είχε πετάξει τα διάφανά του νέφη<br />
κι ενδύθηκε ένα πέπλο λουλακί.<br />
Στη στροφή για το σπίτι,<br />
προβάλλοντας ανάμεσα στις εξαόροφες,<br />
με τύφλωσε το καταυγάζον φέγγος της.</p>
<h5><strong>ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ &#8211; 22/1/22</strong></h5>
<p>Οδεύοντας ολοταχώς<br />
στο τρίτο έτος πανδημίας<br />
ολοένα σπανιότερα γίνεται λόγος πια<br />
για αναμενόμενη ανοσία της αγέλης<br />
κι επιστροφή στην πρώην κανονικότητα.<br />
Στο μεταξύ σωθήκανε τα δάκρυα<br />
για αρρώστους και για θύματα<br />
καθώς μεταλλασσόμενος διαρκώς ο ιός<br />
αργά και σταθερά μας μεταλλάσσει.</p>
<h5>
<strong>ΜΙΑ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ &#8211; 31/1/22</strong></h5>
<p>Με μόλις λίγα ευρώ<br />
σήμερα αγόρασε χαρά.<br />
ένα μπουκέτο από επτά<br />
νεαρές τουλίπες, άγουρες.<br />
Στο διάφανο ανθογυάλι πια<br />
θαυμάζει μίσχους ντελικάτους<br />
και τα κροκάτα άνθη<br />
ευγνωμονώντας τη στιγμή<br />
που τις εντόπισε στο μάρκετ<br />
πλάι σε μήλα και μπανάνες.<br />
Η μέρα της απόκτησε μια νέα<br />
μικρή φροντίδα, κυρίως όμως<br />
μια, πρόσκαιρη έστω, συντροφιά<br />
που τόσο έχει ανάγκη.</p>
<h5><strong>ΔΕΗΣΗ &#8211; 3/3/22</strong></h5>
<p>Ένα κομμάτι ανέφελο ουρανό<br />
αναζητούν οι πρόσφυγες<br />
για να στεγάσει την άτακτη φυγή τους.<br />
Ένα κομμάτι ανέφελο ουρανό<br />
δέονται οι έγκλειστοι στα καταφύγια<br />
για ν’ ανασάνουνε χωρίς δελτίο.<br />
Σε ένα κομμάτι ανέφελο ουρανό<br />
ομνύουν οι αμυνόμενοι<br />
για να ατσαλώσει την αντίστασή τους.<br />
Σε ένα κομμάτι ανέφελο ουρανό<br />
προσβλέπουν οι εισβολείς<br />
παραμυθία στις αδηφάγες τύψεις τους.<br />
Ένα κομμάτι ανέφελο ουρανό<br />
επικαλούμαστε οι λαοί<br />
να δικαιώσει την ανέλπιδη ζωή μας.</p>
<h5 style="padding-left: 40px;"><strong>Β. ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ</strong></h5>
<h5>
<strong>ΠΡΑΣΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ &#8211; 15/5/21</strong></h5>
<p>Μετά από χρόνια συστολών<br />
κι εμμονικών αυτοπεριορισμών<br />
δρασκέλισα επιτελούς ένα βράδυ<br />
την Πράσινη γραμμή<br />
και βρέθηκα στην αντίπερα όχθη<br />
της άλλοτε συζυγικής κλίνης.</p>
<h5><strong>ΠΕΤΑΓΜΑ-26/12/21</strong></h5>
<p>Έχω πετάξει<br />
κι ήταν δική μου η ώθηση<br />
και τα φτερά δικά μου,<br />
χέρια απλωμένα.<br />
Τι κι αν η πτήση ήταν του ονείρου;<br />
Εγώ αισθάνθηκα τον φρέσκο αέρα<br />
να μου χτυπά το πρόσωπο<br />
εκεί, πάνω απ’ τις στέγες<br />
και την άγρια χαρά<br />
της ξανακερδισμένης ελευθερίας.</p>
<h5><strong>ΤΥΧΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ &#8211; 30/1/22</strong></h5>
<p>Στο άνοιγμα των βλεφάρων<br />
τα μάτια έλαμψαν<br />
όταν μετά από χρόνια<br />
σε ξαναείδα.<br />
Στην άκρη της σιωπής<br />
άνθισε το χαμόγελο<br />
όταν μετά από χρόνια<br />
μου ξαναμίλησες.<br />
Στο αερινό σου άγγιγμα<br />
σκίρτησε η καρδιά<br />
όπως παλιά.<br />
Είναι απορίας άξιο<br />
πώς ζουσα όλο τον καιρό<br />
με συννεφιά στο βλέμμα<br />
σφιγμένα χείλη<br />
και παγωμένη την καρδιά.</p>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ &#8211; 30/1/22</strong></h5>
<p>Όταν οι ψίχες των δακτύλων μου<br />
διατρέξουν όλο σου το πρόσωπο,<br />
όταν η γλώσσα μου υγράνει<br />
τις καμπύλες των λοβών σου,<br />
όταν τα χείλη μου αποθέσουν<br />
πρόσφορα στη βάση του λαιμού σου,<br />
τότε θα νιώσω να βαφτίζομαι<br />
σε νερό αθανασίας.</p>
<h5><strong>ΑΓΑΠΗ &#8211; 11/6/22</strong></h5>
<p>Στα λιλά της λεβάντας<br />
στα κίτρινα των σπάρτων<br />
στους γελαστούς ηλίανθους<br />
στου γιασεμιού τη μέθη<br />
στον ανασασμό της φλαμουριάς<br />
τα αξόδευτά μου σ’ αγαπώ<br />
κι η ευγνωμοσύνη<br />
για την απλόχερη ομορφιά<br />
που δε σώζει τον κόσμο<br />
όμως τον κάνει βιώσιμο.</p>
<p>..</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b5%ce%b9%ce%bd%ce%b7-%cf%87%cf%81%ce%b7%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b4%ce%bf%cf%85/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΕΛΕΝΗ ΤΖΑΓΚΑΡΑΚΗ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 11 Nov 2025 20:33:50 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΕΛΕΝΗ ΤΖΑΓΚΑΡΑΚΗ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22577</guid>

					<description><![CDATA[Η Ελένη Τζαγκαράκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Η καταγωγή της είναι από το Ρέθυμνο. Σπούδασε τη θεατρική τέχνη στη σχολή του Πέλου Κατσέλη, και στο Εθνικό Ωδείο κλασικό τραγούδι. Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος η πρώτη της ποιητική συλλογή &#8220;Καταχωρίσεις&#8221;. Συμμετείχε επίσης στην ποιητική ανθολογία των εκδόσεων Μετρονόμος Είναι έρωτας (2025). Η «Οβερτούρα» (Μετρονόμος &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/"> <span class="screen-reader-text">ΕΛΕΝΗ ΤΖΑΓΚΑΡΑΚΗ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Ελένη Τζαγκαράκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Η καταγωγή της είναι από το Ρέθυμνο. Σπούδασε τη θεατρική τέχνη στη σχολή του Πέλου Κατσέλη, και στο Εθνικό Ωδείο κλασικό τραγούδι. Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος η πρώτη της ποιητική συλλογή &#8220;Καταχωρίσεις&#8221;. Συμμετείχε επίσης στην ποιητική ανθολογία των εκδόσεων Μετρονόμος Είναι έρωτας (2025).<br />
Η «Οβερτούρα» (Μετρονόμος 2025) Είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/untitled-fr12-0001-75/" rel="attachment wp-att-22578"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22578" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0001-191x300.jpg" alt="" width="300" height="471" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0001-191x300.jpg 191w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-0001.jpg 407w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΟΒΕΡΤΟΥΡΑ (2025)</strong></h4>
<h5><strong>ΟΒΕΡΤΟΥΡΑ</strong></h5>
<p>Συμπάθα με που άφησα<br />
το σύννεφο να ξηλώσει<br />
το άσπρο σου πουλόβερ,<br />
το τύλιξε κουβάρι και γκαστρώθηκε.</p>
<p>Κι ο ουρανός, ο ουρανός<br />
αφήνει σημάδια διάφανα.<br />
Είσαι γυμνός, άλμα μπροστά σου.<br />
Η θάλασσα, πανώριος<br />
σε αέρα, γη και νερό<br />
να βυθιστείς να σπείρεις.</p>
<p>Συμπάθα με σε μοίρασα<br />
να μοιάσουν από σένανε<br />
οι ομορφιές του κόσμου.</p>
<h5><strong>ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΣΕΙΣ</strong></h5>
<p>Ακούω μουσικές,<br />
αναπαλαιώνω τα όνειρα<br />
σαν έμπειρος τεχνίτης,<br />
ό,τι χαλάει δεν είναι για πέταμα,<br />
αρκεί να βρεις τον τρόπο<br />
να αλλάξεις χρήση.</p>
<h5><strong>ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΜΟΥΣΙΚΗ</strong></h5>
<p>Αχ αγάπη μου, πώς ξεψυχάς<br />
στις γραμμές της παλάμης μου;<br />
Θα ασημώσω να σε αναστήσω.</p>
<p>Με μουσική του δρόμου θα σε ντύσω.<br />
Σου δίνω κόκκινο δώσε μου<br />
την ωχρή καρδιά σου.</p>
<h5><strong>ΤΥΦΛΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ</strong></h5>
<p>Έσκασε σαν ηλιοτρόπιο<br />
το κακό σπυρί.<br />
Με τύφλωσε το κίτρινο,<br />
έκρυψα τα μάτια μου<br />
με την παλιά εφημερίδα<br />
που κρατούσα,<br />
ετοιμαζόμουν να γυαλίσω τα ασημικά.</p>
<p>Σαν ηλιοτρόπιο έσκασε<br />
το κακό σπυρί κι εγώ δεν έχω<br />
γάζες, δεν έχω σουλφαμίδα.<br />
Πάνω που ετοιμαζόμουνα<br />
να γυαλίσω τα ασημικά.</p>
<p>Χρόνια μάζευε αυτό το κίτρινο<br />
κι εγώ έραβα τα κουμπιά<br />
στα πουκάμισά σου που κρέμονταν αφόρετα.</p>
<p>Έσκασε σαν το ηλιοτρόπιο,<br />
πάνω που ετοιμαζόμουνα<br />
να γυαλίσω τα ασημικά.</p>
<h5><strong>ΑΦΥΛΑΚΤΕΣ ΣΤΟΕΣ</strong></h5>
<p>Μυρίζει βροχή, η αδρεναλίνη<br />
πιέζει τη στρόφιγγα, το σώμα<br />
σαν φίδι απλώνει και ξηλώνει<br />
κάθε επίκτητο, ριγεί.</p>
<p>Ανεμοδούρα ο νους σκορπίζεται<br />
σε αφύλακτες στοές ανθρακωρύχων.<br />
Τεμαχισμένη η ηδονή μοιράζει εύφλεκτο<br />
υλικό να πυρπολήσει σώμα κι αρτηρίες.</p>
<p>Συσπώνται οι μύες, το σχήμα<br />
δραπετεύει, εκσπερματίζει σαν λάβα.<br />
Ίδια χρώματα ουράνιου τόξου.</p>
<h5><strong>ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ</strong></h5>
<p>Αν σκοντάψεις επάνω στα χρώματα<br />
και πληγωθείς, μη δέσεις την πληγή σου.<br />
Άσε την ανοιχτή να γίνεις κήπος ολάνθιστος.<br />
Όλα στα κρυφά.</p>
<p>Κρυφά ήθελε να γλιστρήσει<br />
στον χρόνο που σάρωνε φιλιά<br />
απ’ τα περβόλια, έφτιαχνε ζωγραφιές<br />
και κόλλαγε την τσίχλα πίσω στο αυτί.</p>
<p>Κρυφά ήθελε να γλιστρήσει<br />
στην πεσμένη κάλτσα, λουστρίνια σκαρπίνια,<br />
ιώδιο στο γόνατο απάνω στην πληγή.</p>
<p>Κρυφά ήθελε να γλιστρήσει<br />
στη χωρίστρα που μύριζε λεβάντα,<br />
να γίνει τόπι, που έσκαγε στη μάντρα.</p>
<p>Ήθελε να γενεί τραγούδι<br />
στα χρόνια που έκοβε βόλτες<br />
με μόρτες παιδιά σαν στρατιώτες.</p>
<p>Κρυφά ήθελε να γλιστρήσει,<br />
κρυφά να δακρύσει,<br />
κρυφά ήθελε να πει<br />
πώς ήταν τότε και τώρα… Εκεί.</p>
<h5><strong>ΕΜΠΟΛΕΜΗ ΖΩΝΗ</strong></h5>
<p>Στην έξαρση του μεσημεριού<br />
το καλοκαίρι ξερνάει φωτιές από το στόμα<br />
σκάνε σαν λάβα στα άσπρα ντουβάρια,<br />
εκεί που λικνίζονται οι φαντασιώσεις<br />
ενός έρωτα δραπέτη.</p>
<p>Εκείνος βυθίζεται στο απέραντο,<br />
προκαλεί παλίρροιες,<br />
σπάει τις αντιστάσεις,<br />
εξερευνά θαλάσσιες σπηλιές,<br />
ανοίγει τα όστρακα, γλύφει με τη γλώσσα,<br />
ύστερα αναδύεται νικητής.<br />
Τι κι αν έχει πόλεμο;<br />
Τι κι αν έχει ειρήνη;<br />
Αυτός είναι πανίσχυρος.</p>
<h5><strong>ΟΜΟΡΦΟ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΣ</strong></h5>
<p>Ταξίδι ήταν τα όνειρά μας,<br />
στις αγκαλιές μας το νανουρίζαμε.<br />
Ήταν που νύσταζες, ακουμπούσες<br />
στον ώμο μου, το λεωφορείο μάς γύριζε<br />
στο σπίτι μας, ταξίδι ήταν.</p>
<p>Το λουλούδι που βρίσκαμε<br />
στο πεζοδρόμιο, σαν από κάποιο χέρι,<br />
έπεσε, ταξίδι ήταν.</p>
<p>Τόσα σ’ αγαπώ, σαν καθαρίζαμε<br />
τα ρόδια και έβαφαν τα δάχτυλά μας,<br />
ταξίδι ήταν.</p>
<p>Το παραμύθι εγώ το άρχιζα,<br />
έδινες εσύ το τέλος.<br />
Να προσέχεις λέγαμε ο ένας στον άλλον<br />
κι έσμιγαν οι μυρωδιές μας,<br />
ταξίδι ήταν.</p>
<p>Η πόρτα που έκλεισες,<br />
η πολυθρόνα που σωριάστηκα,<br />
οι φωτογραφίες που σκόρπισαν,<br />
ταξίδι ήταν.</p>
<p>Το πιο όμορφο ταξίδι του κόσμου.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ</strong></h5>
<p>texnesonline.gr 15/10/2025</p>
<p>Πόσο όμορφο είναι όταν αγγίζει κανείς τις εικόνες που ονειρεύεται, όταν ταξιδεύει μαζί τους νοητά, όταν φτάνει με τη βοήθειά τους ως εκεί που επιδιώκει να φτάσουν ο νους και η ψυχή του! Πόσο όμορφο είναι όταν διαβάζει τις εικόνες αυτές κι όταν θαρρεί πως κάποιο θαύμα συντελείται την ώρα εκείνη, όταν ο λόγος βρίσκει τρόπο μαγικό να μεταφέρει τη σκέψη του στο ποθητό, αυτό που τόσο όμορφα περιγράφεται μέσα απ’ τις λέξεις του σαν ρεμβάζουν τοποθετημένες επιδέξια η μία δίπλα στην άλλη! Αυτό ακριβώς επιχειρεί να καταφέρει κι η ποιήτρια Ελένη Τζαγκαράκη συστήνοντας στον αναγνώστη της τη δεύτερη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οβερτούρα» που κυκλοφορεί εδώ και λίγους μήνες από τις εκδόσεις «Μετρονόμος».</p>
<p>Στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής της, που ανοίγει ουσιαστικά τις πύλες του δικού της εσωτερικού κόσμου, ξεδιπλώνει τις ποθητές της εικόνες, τις οποίες και τοποθετεί στα μάτια του αγαπημένου της.</p>
<p>«Συμπάθα με σε μοίρασα<br />
να μοιάσουν από σένανε<br />
οι ομορφιές του κόσμου» (Σελίδα 7)</p>
<p>Νοσταλγία αποπνέουν τα ποιήματά της, γαλάζιο του ουρανού φορούν για ρούχο τους και αύρα θαλασσινή ευωδιάζουν. Μέσα απ’ τις μνήμες της η ποιήτρια καρπώνεται ξανά τον έρωτα κι έτσι βρίσκει σημαντικό λόγο για να συνεχίσει να ζει. Οι επιθυμίες της ριζώνουν στης ψυχής της το πέλαγο κι έτσι βρίσκουν τρόπο να αντέχουν τη στέρηση της πράξης. Μέσα από μουσικές διαπερνά τη ζωή της ολόκληρη αναπαλαιώνοντας όνειρα ξεθωριασμένα, προκειμένου να βρουν μια νέα χρήση για να παραμένουν ενεργά, αυτή που απεγνωσμένα γυρεύουν εδώ και καιρό.</p>
<p>Η ποιήτρια αναπολεί ξανά και ξανά τα κρυμμένα σχέδια της ζωής της που ποτέ δεν επιτεύχθηκαν. Πριν προλάβει η φωτιά τους να ξεψυχήσει, ωστόσο, ορμά κατά πάνω τους με φόρα σαν πεθυμιά, για να αναστήσει ό,τι δεν πρόλαβε η χαρά τους να δώσει. Με τη βοήθεια πάντα της μουσικής αναπολεί. Κι έτσι συνεχίζει να ζει.</p>
<p>Παραληρεί η ψυχή της, εξομολογείται, καθώς αναλογίζεται τα χρόνια που έφυγαν. Είναι πλέον εικόνες που κάποτε ευώδιαζαν ζωή, νιάτα, προσδοκίες, επαναστατικές σκέψεις, τόλμη και ορμή. Μελαγχολεί ξανά σαν παραδέχεται πως η δική της επανάσταση δε βάφτηκε με κόκκινο χρώμα, δεν κραύγασε, δεν έγινε αισθητή. Ίσως, γιατί συνειδητοποιεί ότι η δική της παρουσία στον κόσμο ήταν πάντοτε λευκή, τα όνειρά της διάφανα, τόσο πολύ μάλιστα που ακόμα γαργαλάνε τον νου της, παρά τα χρόνια που έφυγαν και έφθειραν τη φωτεινή γεμάτο ζωή υπόστασή τους.</p>
<p>Η ποιήτρια μιλά θαρρετά και για τον έρωτα. Τον περιγράφει και τον προσδιορίζει.</p>
<p>«Δεν έχει ο έρωτας<br />
περίστροφο, καλέ μου.<br />
Τόξο έχει και σημαδεύει<br />
ανάμεσα στα μάτια<br />
του ώριμου μήλου» (Σελίδα 16)</p>
<p>Κι έπειτα επιστρέφει στο όνειρο, το παράλογο, το εξωπραγματικό, το άκρως συμβολικό και φλύαρο.</p>
<p>Είναι φανερό ότι η Ελένη Τζαγκαράκη έχει πολλά να δώσει και να πει μέσα απ’ τα ποιήματά της. Χείμαρρος συναισθημάτων οι στίχοι της, μια μετρημένη ευαισθησία ο μεστός λόγος της, ο γεμάτος εικόνες, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ευωδιαστός, ο μελωδικός και άκρως τρυφερός και ρομαντικός, ο γεμάτος ελπίδα και πόθο μαζί, ο υπαινικτικός, περιεκτικός μα και τόσο υπέροχος.</p>
<p>Η ποιήτρια δίνει έμφαση στον χρόνο θέλοντας να διαιωνίσει τη μνήμη. Στον χρόνο που φεύγει εστιάζει περισσότερο και στη μνήμη που ξεθωριάζει εξαιτίας του. Έπειτα, δίνει έμφαση και στην ελπίδα, που ακόμα στέκει εντός της δυνατή για να στηρίζει με τα όπλα της το πλάνο του ονείρου.</p>
<p>«Τόσο που θέλω να βολέψω<br />
την ισχνή μου ύπαρξη<br />
αλλά εκείνη η σπίθα<br />
που την πατώ, δε σβήνει.» (Σελίδα 25)</p>
<p>Η ποιήτρια κατόπιν αποκαλύπτεται περισσότερο. Η μοναξιά τη στοιχειώνει από παντού, ομολογεί. Δεν την αντέχει. Χρόνια ολόκληρα διαπιστώνει πως τη στενεύει σαν ρούχο δανεικό, σαν το ένα και μοναδικό της, που το φορά χωρίς να έχει τη δυνατότητα αλλαγής.</p>
<p>Γροθιά στο στομάχι αποτελούν τα ποιήματά της, δάκρυα ποτίζουν την ψυχή του αναγνώστη, απόγνωση καθρεφτίζουν, παραίτηση μα και παραδοχή. Τίποτα δεν κατάφερε να αλλάξει το παρόν της, όσο κι αν το προσπάθησε όσο κι αν κρυφά πολύ το επιθυμούσε. Τώρα τα πάντα συνειδητοποιεί πως τα κυριεύουν η θλίψη της μοναξιάς και η φθαρμένη ανάμνηση. Σαν μια αγάπη τα αισθάνεται που έσβησε πριν καν φωτίσει, που πέθανε προτού προλάβει να ζήσει, που επιχείρησε να κλωνοποιηθεί, μα που όμως δεν τα κατάφερε. Κι έμεινε μονάχα η σκέψη της να ξαγρυπνά και να αναλογίζεται εκείνα που έφυγαν ανεπιστρεπτί, μα κι εκείνα που ποτέ της δεν ήρθαν.</p>
<p>Η ποιήτρια μιλά έντονα και για την απώλεια. Αυτή προκαλεί τη μοναξιά, διαπιστώνει, αυτή είναι υπαίτια που το όνειρό της παρέμεινε όνειρο χωρίς να εκπληρωθεί, που το τέλος δόθηκε στα ξαφνικά για λογαριασμό της, που η πόρτα έκλεισε απότομα εντός της, που οι φωτογραφίες σκόρπισαν μετά τη φυγή του ποθητού, που έμεινε το κενό να σακατεύει την ψυχή της διακόπτοντας βίαια το όμορφο ταξίδι μιας αγάπης που πια απόμεινε ανάμνηση και στεναγμός, που η προσευχή έμεινε το μόνο στήριγμα για να προστατεύει την ελπίδα μιας άνοιξης που ίσως κάποτε φανεί και πάλι μπροστά της.</p>
<p>«Η πόρτα που έκλεισες,<br />
η πολυθρόνα που σωριάστηκα,<br />
οι φωτογραφίες που σκόρπισαν,<br />
ταξίδι ήταν.» (Σελίδα 36)</p>
<p>Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η ελευθερόστιχη και ολιγόστιχη ποίηση της Ελένης Τζαγκαράκη είναι μια ποίηση καθαρά μοντέρνα και συμβολική, ρομαντική και υπαινικτική, μια ποίηση που διέπεται από μια βαθιά εσωτερικότητα, από μια έντονη ψυχική διάθεση για εξομολόγηση, από μια διαρκή μελαγχολία, αλλά και θλίψη, απογοήτευση, απαισιοδοξία και μοναξιά, παράγωγα του ανεκπλήρωτου μιας αγάπης που χάθηκε και που η απώλειά της γέμισε με πληγές την ψυχή και μεγέθυνε δραματικά το αίσθημα της νοσταλγίας του χθες. Τα έντονα στοιχεία της φύσης, τα επαναλαμβανόμενα μουσικά μοτίβα, η επιτηδευμένη ασάφεια στα νοήματα λειτουργούν ενισχυτικά στην πραγμάτωση της προσδοκίας της ποιήτριας που είναι αν μη τι άλλο η διέγερση της φαντασίας του αναγνώστη και η επιτυχής συμπόρευσή του στο δικό της ποιητικό ταξίδι.</p>
<p>Μια ποιητική συλλογή που αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστεί. Ας είναι καλοτάξιδη!</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%b5%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΠΙΖΕ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b6%ce%b5/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b6%ce%b5/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Sun, 09 Nov 2025 15:43:01 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΠΙΖΕ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22562</guid>

					<description><![CDATA[Η Κωνσταντίνα Μπιζέ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Είναι απόφοιτη του τμήματος αρχιτεκτόνων μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ντρέτα κόμπο είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή. ΝΤΡΕΤΑ ΚΑΜΠΟ (2024) [αρχή _ όριο το σώμα] ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ η πόρπη καρφωμένη στο κεφάλι ουρλιάζει η γοργόνα πολυτελείας τα &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b6%ce%b5/"> <span class="screen-reader-text">ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΜΠΙΖΕ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Η Κωνσταντίνα Μπιζέ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Είναι απόφοιτη του τμήματος αρχιτεκτόνων μηχανικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ντρέτα κόμπο είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b6%ce%b5/untitled-fr12-114/" rel="attachment wp-att-22565"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22565" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-199x300.jpg" alt="" width="300" height="452" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12-199x300.jpg 199w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/Untitled.FR12.jpg 319w" sizes="(max-width: 300px) 100vw, 300px" /></a></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΝΤΡΕΤΑ ΚΑΜΠΟ (2024)</strong></h4>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>[αρχή _ όριο το σώμα]</strong></h6>
<h5><strong>ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ</strong></h5>
<p>η πόρπη καρφωμένη στο κεφάλι<br />
ουρλιάζει η γοργόνα<br />
πολυτελείας τα βέλη πέσανε<br />
και βρήκανε σημάδι</p>
<p>η μέση τώρα αδειανή<br />
σε αναμονή των δυο χεριών<br />
χάδια να κρατήσουνε<br />
παντελονιού τη βάση</p>
<p>αδειανή χωρίς πάτο<br />
τα βέλη σκόρπισαν<br />
όλα κάτω στην αγκράφα<br />
και βρήκανε κεφάλι</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>[ανάγκη _ παράξενο δάσος]</strong></h6>
<h5><strong>ΕΡΩΤΙΚΟ</strong></h5>
<p>το ποίημα είναι ένα τώρα<br />
έκθαμβο<br />
που στέκεται για πάντα</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>[έρωτας _ ανθισμένα ρόδα φθινοπώριασε]</strong></h6>
<h5><strong>ΣΕ ΛΑ ΜΙΝΟΡΕ</strong></h5>
<p>πλασματική μεμβράνη<br />
στα νερά μας ευέλικτη<br />
ρευστή όπως τα χέρια σου<br />
στο σώμα μου -αναρωτιέμαι<br />
τι πλάσμα- μαγεία, καθήλωση<br />
των οφθαλμών οι νότες που<br />
χορεύουν στα δάχτυλα με<br />
τ&#8217; άκρα σαγηνεύουν<br />
μηνύματα στα κύτταρα<br />
ορίζουν / διαχωρίζουν<br />
(&#8230;) ενώνονται</p>
<h5><strong>ΛΙΤΑΝΕΙΑ</strong></h5>
<p>έξω βρέχει-<br />
της βροχής σταγόνες<br />
δεν αγγίζουν το δέρμα<br />
πριν λίγο πέθαναν<br />
τα μύρτιλα στον κήπο και<br />
το φασκόμηλο ξεράθηκε<br />
νωρίς -θα φτιάξω τσάι-<br />
δεν<br />
το ήξερες<br />
δεν έμαθες<br />
δεν ρώτησες<br />
καταλαβαίνω -πάντα<br />
το κάνω- λιτανεία<br />
του έρωτα: σάπια<br />
γεύση στους πόρους<br />
συνεχίζει να σκάβει<br />
στη φαντασία αγάπες<br />
-εκεί όλα καλύτερα:<br />
το φόντο εγώ<br />
τοπίο χωρίς ψυχή<br />
εσύ το ψαίμα</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>[έ ρωτάς κυνηγώντας κεραυνούς μέθυσε ο θίασος]</strong></h6>
<h5><strong>ΓΑΜΗΛΙΟ ΠΑΡΤΙ</strong></h5>
<p>τόσο όμορφες με τα<br />
φορέματά τους ν&#8217; ανεμίζουν<br />
τόσο δειλές ν&#8217; αγγίξουν την αξία<br />
κάτω από τούλια και τα πέπλα τους·<br />
φορώ τα τούλια στον λαιμό<br />
πέπλα για μανίκια και παντελόνα<br />
τον σκελετό να ντύνει<br />
γιατί τα κόκαλα<br />
δεν υποτάσσονται στη λήθη<br />
είμαστε κόκαλα καλέ μου<br />
και τα χέρια έχουν το ύψος<br />
των ποδιών για ν&#8217; αγκαλιάζουν<br />
τον κορμό με τα δικά σου χέρια<br />
-δεν υποτάσσονται. μεγαλώνουν<br />
κλαδιά που φτάνουν ουρανό<br />
στη μνήμη του δέντρου<br />
τη σκιερή φωτιά της αγκαλιάς<br />
σε όρκους μισοφέγγαρου με<br />
δαχτυλίδι δένεις τη σκιά</p>
<h5><strong>ΑΠΑΝΕΜΑ</strong></h5>
<p>Βρέθηκε το καλοκαίρι<br />
δίπλα σε ακτή<br />
να τρώγεται με<br />
ηδονής λαχτάρα<br />
-κορμί ο τόπος-<br />
απάνεμα να στέκεται<br />
κατάρτι σε καράβι<br />
φόντο πανσέληνος να<br />
κλαίει τις Περσείδες<br />
θάλασσα βρέχει<br />
αχόρταγα σώματα<br />
τόσα πώς να χωρέσουν<br />
Αχ</p>
<p>φραγκόσυκα που<br />
ακόμα δεν γευτήκανε τα<br />
στόματα να κρέμονται<br />
ανοιχτά πάνω στον δρόμο<br />
γλείφουνε περαστικά<br />
δάχτυλα καθώς<br />
του ακροβάτη φτέρνα<br />
ξεπροβάλλει<br />
ορά τον νου<br />
φιλά του κύκνου τα φτερά<br />
κι Αύγουστο ξεδιπλώνει<br />
-δυο σπασμένα κοχύλια<br />
κολλάνε ενώνονται<br />
με ήχους<br />
γίνονται πέτρα<br />
γίνονται άγκυρα<br />
βουτάνε στον βυθό<br />
βυθίζουν ανασαίνουν λόγια: μαζί σου<br />
οποίος / δεν είναι Αύγουστο / δεν ήτανε ποτέ.</p>
<h5><strong>ΠΟΝΟΣ _ ΕΡΩΤΙΚΟ</strong></h5>
<p>υπάρχει ένας πόνος<br />
-αιωρείται·<br />
δεν είναι<br />
δικός μου<br />
είναι.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>[θάνατος μεγαλοπρεπής ανθρωπίλα]</strong></h6>
<h5><strong>ΑΦΥΛΑ</strong></h5>
<p>κόκκινα κομμάτια εκ<br />
πεσούσης ζωής βυθίζονται<br />
πίπτουν σε καθαρά νερά που<br />
τα νεφρά ευλόγησαν με<br />
ένα σπασμό και<br />
η μήτρα ξέρασε με<br />
ουρλιαχτά τραβώντας<br />
τα μαλλιά της.<br />
νεκροί στη μάχη<br />
μαραμένα στα χέρια<br />
μαδάνε τριαντάφυλλα,<br />
άφυλα τρώνε<br />
τ&#8217; αγκάθια να θυμηθούν<br />
να νιώσουν κάτι, κάτι<br />
κάτι παρόν _ τίποτα</p>
<h5><strong>ΑΝΤΙΔΟΤΟ</strong></h5>
<p>Υπάρχει ένα χάσμα<br />
στο γιατί σου<br />
με το επειδή μου<br />
ο μόνος που μοιάζει<br />
να καταλαβαίνει πως ξεκινά<br />
επιδημία<br />
είναι η γάτα με το σταχτί<br />
χρώμα -αντίδοτο στην<br />
έγχρωμη ψευδαίσθηση για<br />
λόγους και επιλόγους</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>[αρχή _ μετάβαση ωδικών -κτηνών]</strong></h6>
<h5><strong>[ΝΟΤΕΣ]</strong></h5>
<p>Στο κάτω χείλος<br />
παραμονεύουν<br />
κρυμμένα ψέματα</p>
<p>-ωραία λόγια νοτισμένα-</p>
<p>τα χαμένα κορμιά σε οθόνες<br />
εμφανίζονται<br />
σαν υπενθύμιση πως<br />
κάπως ζήσανε<br />
κοιτάζοντας το μέλλον</p>
<p>νότες του χθες καραδοκούν<br />
να εξευμενίσουν<br />
όλες, τις άτρωτες στιγμές.</p>
<h6 style="padding-left: 40px;"><strong>[επιθυμία _ πτητικές αναδύσεις]</strong></h6>
<h5><strong>[ΓΚΡΕΤΑ ΓΚΑΡΜΠΟ]</strong></h5>
<p>Εγκλωβισμένες σε πνευμόνια<br />
κοφτά ανασαίνουν πνοές.</p>
<p>[Γκρέτα πνίγεσαι μες στον βυθό<br />
τα πόδια σου παλεύουν στην ποδιά</p>
<p>ξύπνα / μην κολυμπάς / περπάτα</p>
<p>πέρα απ&#8217; τον δρόμο<br />
ντρέτα μπροστά κάμπο θα βρεις<br />
μη σταματάς]</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h4 style="text-align: center;"><strong>ΚΡΙΤΙΚΕΣ</strong></h4>
<h5><strong>ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ</strong></h5>
<p>https://stigmalogou.gr 19/09/2025</p>
<p>Γνωρίζοντας την Γκρέτα Γκάρμπο</p>
<p>Είναι γεγονός ότι οι υπερρεαλιστικοί συμβολισμοί καθοδήγησαν στο παρελθόν και συνεχίζουν να καθοδηγούν και τώρα τα εσωτερικά νήματα της σκέψης και την οδηγούν σε διεξόδους, όπου αποκαλύπτονται τα πιο έντονα σημεία επαφής των αισθήσεων με τον κόσμο. Τον κόσμο που είναι άγνωστος και δεν μπορεί να περιγραφεί απόλυτα και λογικά, όσο και αν γνωρίζουμε ή είμαστε γνώριμοι με κάποιες πλευρές του. Ιδιαίτερα δε στην τέχνη, αυτό είναι μια βασική δικλείδα ασφαλείας ώστε να ανοίξει το πεδίο της συνείδησης του καλλιτέχνη ή του συγγραφέα.</p>
<p>Πάνω σε αυτή τη βάση η Κωνσταντίνα Μπιζέ στην πρώτη ποιητική συλλογή με τίτλο, ντρέτα κάμπο (εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2024), ανοίγει τον δικό της δρόμο στην ποιητική δημιουργία. Με αναφορές άλλοτε συγκεκριμένες και γνωστές, όπως π.χ. ο Λουντέμης, ο Ηράκλειτος κι ο Ρίτσος και άλλοτε σχεδόν άγνωστες, όπως ο Arthur Schnitzler, μας καταγράφει τον δικό της κόσμο, έναν κόσμο ζωής έρωτα και θανάτου, με ένα τρόπο ενορατικό και σε καμία περίπτωση αχρείαστα λυρικό.</p>
<p>Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Τράγων ωδή», καταλαβαίνουμε τον προσανατολισμό της συλλογής, καθώς η ζωή παρομοιάζεται με σβηστά γέλια και πνιχτά δάκρυα – μια συνεχής τραγωδία. Μια συνεχής τραγωδία που σαν «συνάφεια αλήθειας» καθοδηγεί τις πράξεις μας, όχι προς ένα σκοπό αλλά στην συνειδητοποίηση του παρόντος, όπως αυτό είναι: σκοτεινό.</p>
<p>Εξάλλου, η ίδια η «κατοχή της σάρκας» είναι μια συνεχής αλλοτρίωση της μορφής μας μέσα στο χρόνο, ακολουθεί τα γεγονότα της φυσικής φθοράς («Ζωικές υστερίες»). Ένας πόνος που αιωρείται κι απλά υπάρχει στα σπάργανα της ύπαρξής μας («Πόνος_Ερωτικό»). Αλλά, παρά ταύτα, η ποιήτρια με το προσωπείο της Γκρέτα Γκάρμπο προσπαθεί να βρει τον δικό της κάμπο, τη δική της σωτηρία – όλο μπροστά, ευθεία, ντρέτα, ακόμη και αν αυτό πονάει.</p>
<p>Μια συλλογή που με έξυπνο τρόπο εισάγει, με ένα υπερρεαλιστικό τρόπο, τη βασική αντίληψη της ποιήτριας για τον κόσμο. Μια αντίληψη που ενέχει εντός της τόσο πόνο αλλά και τόση άλλη ελπίδα – έστω σκοτεινή κι ακαθόριστη.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<h5><strong>ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΟΤΖΑΚΗ</strong></h5>
<p>Fractal 11/03/2025</p>
<p>Υπερρεαλιστικές νότες σε σύγχρονη ποίηση – Οι αντιθέσεις της συλλογής</p>
<p>Η πρώτη συλλογή της Κωνσταντίνας Μπιζέ έκανε αίσθηση στον χώρο της ποίησης. Αποτελείται από πενήντα επτά ποιήματα και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΝΥΠΝΙΟ τον Οκτώβριο του 2024. Στο εξώφυλλο, σχεδιασμένο ειδικά από την ποιήτρια, κυρίαρχο το πρόσωπο / τα πρόσωπα και τα μάτια. Όραση ευθεία και όραση πανοραμική, εσωτερική ή / και πλάγια. Κάπως έτσι είναι ιδωμένα και τα ποιήματα της Μπιζέ, ως αντανακλάσεις του εσωτερικού κόσμου, βγαλμένα από το σύμπαν του ονείρου.</p>
<p>Ο τίτλος της συλλογής ντρέτα κάμπο αποτελεί παράφραση του ονόματος της γνωστής παλαιάς ηθοποιού «Γκρέτα Γκάρμπο», παραπέμποντας στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής. Η φράση σημαίνει «ευθεία μπροστά ο κάμπος» σε κρητικό ιδίωμα. Προτρεπτικός λοιπόν ο τίτλος και διευκρινιστικός της διάθεσης της ποιήτριας, που είναι διάθεση στοχαστική και μελαγχολική από τη μία μεριά, σαρκαστική αισιόδοξη και παιγνιώδης από την άλλη.</p>
<p>Σε οκτώ ενότητες διαρθρώνεται το ποιητικό υλικό, σε μια προσπάθεια να σχηματοποιηθεί το ασχημάτιστο της ψυχής και της βαθύτερης πραγματικότητας, να οργανωθεί σε λέξεις ο κόσμος της απώλειας, του πόνου, του έρωτα, της ζωής.</p>
<p>Παρόλο που είναι παρακινδυνευμένες οι «ετικέτες», θα ενέτασσα τα ποιήματα στην υπερρεαλιστική γραφή και θα τολμούσα να πω ότι θυμίζουν σουρεαλιστικά ποιήματα της γενιάς του ‘30. Ψυχαναλυτικά, τολμηρά, ασαφή και υπαινικτικά -συνειδητή δημιουργική ασάφεια και γοητευτική υπαινικτικότητα- βρίθουν από φαινομενικά «παράλογους» συνειρμούς, εικόνες σε κίνηση, λόγο ακρωτηριασμένο, λέξεις που «χορεύουν».</p>
<p>Οι αντιθέσεις αποτελούν βασικό διαρθρωτικό στοιχείο της συλλογής, είναι ο άξονας που δομεί τα σπαράγματα, τα θραύσματα, καθώς αναδύονται σχεδόν αυτόματα, παίρνοντας τη θέση τους στη λευκή σελίδα ατάκτως ερριμμένα και με πολλή τάξη συνάμα. Η τοποθέτηση, κάθε άλλο παρά τυχαία. Παρεμβαίνει το αρχιτεκτονικό μάτι και χέρι της ποιήτριας, κοσμώντας το συναίσθημα και απογειώνοντας το βίωμα.</p>
<p>Από την πρώτη ποιητική ενότητα [ΑΡΧΗ _ ΟΡΙΟ ΤΟ ΣΩΜΑ] ο αναγνώστης παρασύρεται στο ποιητικό σύμπαν, στη μυθολογία της Μπιζέ. Η διακειμενικότητα εμφανής. Οι ρήσεις του Τζορτζ Έλιοτ «Κάθε όριο είναι επίσης μια αρχή εκτός από τέλος» και του Σάμουελ Μπέκετ «το τέλος βρίσκεται μες στην αρχή κι ωστόσο συνεχίζουμε» βεβαιώνουν την ωριμότητα του στοχασμού και προετοιμάζουν τον αναγνώστη για την ξενάγηση στον μυστικό παλμό μιας παλλόμενης ψυχής που αγωνιά, ψυχής που μεταμορφώνεται και έχει τη δύναμη να αισθητοποιεί τις μεταμορφώσεις της.</p>
<p>Στο εναρκτήριο ποίημα της ενότητας ορίζεται η ζωή με στίχους που καρφώνονται, αμετάκλητοι. Οι λεκτικές και νοηματικές αντιθέσεις οδηγούν στην πολυπόθητη σύνθεση ορίζοντας την έννοια της ζωής και της ύπαρξης.</p>
<p>Γελοία τραγωδία<br />
το γέλιο σβήνεις<br />
τα δάκρυα πνίγεις<br />
όμοια ζωή</p>
<p>[ΤΡΑΓΩΝ ΩΔΗ]</p>
<p>Πρόκειται για καταστάλαγμα, απόσταγμα σοφίας. Η βιωματική υπαρξιακή ποίηση αισθητοποιείται μέσα από σύμβολα, προσωπεία, εικόνες, μύθους. Οι στίχοι και οι ανάσες – παύσεις πηγάζουν από την καταβύθιση στο προσωπικό και συλλογικό παραμύθι. Ένα παραμύθι για μεγάλους, στο οποίο η γοργόνα «ουρλιάζει», τα βέλη πέφτουν και βρίσκουν σημάδι, ο έρωτας είναι ανεκπλήρωτος, το σώμα πενθεί, τα μάτια γίνονται «υγρό κάστανο» που φυλακίζουν το έρεβος.</p>
<p>Δεν θυμάμαι αν<br />
Τα μάτια σμαράγδια ήτανε<br />
Μήτε σαν ρουμπίνια<br />
Υγρό κάστανο ήτανε<br />
Φυλάκιζαν το έρεβος<br />
Κι έπειτα εμένα</p>
<p>[ΝΟΜΙΖΩ ΞΕΧΑΣΑ]</p>
<p>Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η θεατρικότητα των ποιημάτων και η αφηγηματική δεινότητα, όπως στο ποίημα ΒΑΣΙΛΙΚΟΙ ΧΟΥΡΜΑΔΕΣ.</p>
<p>Ρώτησα<br />
πόσους χουρμάδες<br />
βασιλικούς μπορώ να φάω;<br />
Όσους θέλεις Αποκρίθηκε.<br />
σάστισα στην τόση ελευθερία<br />
έφαγα έναν και<br />
δύο πρόσφερα<br />
έφαγα κι άλλον<br />
κατά μήκος του διαδρόμου<br />
κοίταξα κλεφτά<br />
Έγνεψε να συνεχίσω αν<br />
αφού θέλω</p>
<p>[…]</p>
<p>Η ποιήτρια μάς μεταφέρει στο διάδρομο της συνομιλίας, στις επιθυμίες της, στη διάψευση, στη ματαίωση. Από την κίνηση, από την επιθυμία καταλήγει στην ακινησία με το παράπονο μικρού παιδιού και με την αποδοχή ώριμου ενήλικα. Και πάλι η κίνηση είναι διπλή, οι δυνάμεις είναι αντίστροφες, οι ενέργειες συμπληρώνονται. Από τη μία η ώθηση να γευτεί του λαχταριστούς χουρμάδες και από την άλλη η ματαίωση, το τέλος. Αιφνιδίως η σκανταλιά και το παιχνίδι σταματούν.</p>
<p>[…]</p>
<p>κόπηκε η όρεξη και η λαιμαργία<br />
και η λατρεία και ο πόθος<br />
τ έ λ ο ς</p>
<p>[…]</p>
<p>Ε και; Θα μπορούσαμε να πούμε εκ του αποτελέσματος ως αναγνώστες. Η ποιήτρια βρίσκει τις λέξεις να συνεχίσει το παιχνίδι, κλείνει το μάτι στη Μοίρα και παίζει μαζί της με όπλο το ποιητικό της έργο.</p>
<p>Στη δεύτερη ενότητα [ΑΝΑΓΚΗ _ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΔΑΣΟΣ] ο αναγνώστης παρασύρεται στον κυματισμό των λέξεων, στον χορό των σωμάτων, στην ταλάντευση των συναισθημάτων, στο κενό.</p>
<p>Οι κύκλοι όμοροι<br />
οι κύκλοι<br />
οι κύκνοι<br />
τα σώματα<br />
σώματα χωρίς<br />
χέρια και πόδια<br />
κεφάλια.</p>
<p>[…]</p>
<p>[ΧΟΡΟΣ]</p>
<p>Οι επαναλήψεις ψιθυρίζουν ή κραυγάζουν την απώλεια, τη στέρηση, την αναζήτηση. Και όμως οι λέξεις αέρινες κυματίζουν επιχειρώντας να λειάνουν τον πόνο. Οι αντιθέσεις, το πιο δυναμικό σχήμα της συλλογής, αναλαμβάνουν το άπιαστο κομμάτι του χρόνου, αισθητοποιούν την εσωτερική πάλη, την αέναη κίνηση του πεπρωμένου, της ανάδυσης και της κατάδυσης.</p>
<p>Κοέν, Έλιοτ και Περσεφόνη</p>
<p>Και να (!) έφτασε Φθινόπωρο</p>
<p>[ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΕΡΟΣ]</p>
<p>Στο γύρισμα του χρόνου παρασυρόμαστε. Αναπόφευκτη η επιστροφή της Περσεφόνης στα έγκατα του έρωτα, αναπόφευκτη η Μοίρα και για τον καθένα. Ο κύκλος, θέρος – φθινόπωρο, έχει διάρκεια, καταβροχθίζει, αναγεννά και αναγεννιέται.</p>
<p>Στην τρίτη ενότητα [ΕΡΩΤΑΣ _ ΑΝΘΙΣΜΕΝΑ ΡΟΔΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΑΣΕ] το θέμα του έρωτα συνυφασμένο με τον πόνο, το θέμα του χρόνου, του λεπτού, της στιγμής που «δονείται ασύστολα» επανέρχονται. Όμως, σε αυτήν την ενότητα οι λέξεις ξεχύνονται σαν βόλια, η ένταση κλιμακώνεται.</p>
<p>«φονεύει η λύπη τα παιδιά της»</p>
<p>«πικρόχολη συνάφεια μιας αλήθειας που καίει τα δάχτυλα στο στόμα»</p>
<p>Η αναμέτρηση με τη Μοίρα είναι άνιση, το σθένος, αν και υπάρχει, καταλήγει λυγμός,</p>
<p>«[…] χαρά κρυμμένη λάμπει / το κάταγμά μας στη ρωγμή / τα θέλω στο ντουλάπι».</p>
<p>Το χρώμα του αίματος και του θανάτου φαντάξουν ανεξίτηλα. Σαν χορικό αρχαίας τραγωδίας η αλήθεια γίνεται βροχή από φθόγγους, που μεταφέρουν το αιώνιο ερώτημα «τι ζούμε», «ονειρευόμαστε;» και την πανάρχαια επίκληση για την αλήθεια σε έναν κόσμο «… ιδανικό / για φυλλωσιές και καταρράκτες // σε δάση γεμάτα μυστικά, θάλασσες / ποτάμια…» [ΠΟΙΗΜΑΤΑ &amp; ΣΥΜΦΩΝΑ (ΦΟΒΟΣ_IN SITU)].</p>
<p>Ωστόσο, η κάθαρση αργεί. Η πραγματικότητα έχει εγκατάλειψη, τη μυρωδιά της αμμωνίας, της σκουριάς, αρρώστια, ξενύχτια, έχει σάπια γεύση. Από την άλλη μεριά έχει και τη μυρωδιά του ευκαλύπτου, τα υγρά φύλλα του αγέρα και της τρικυμίας, το βλεφάρισμα της Γης. Το ποιητικό Εγώ σαν το «μυγάκι» αφήνει «… τα σημεία στη θέση που /κατέκτησαν/επέλεξαν./έκαστος εφ’ω ετάχθη». Η απεύθυνση στο μυγάκι (ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΟ ΧΩΡΟ) έχει και δύναμη και καταγγελία. Η πλατωνική ρήση όντως «γαργαλάει» το εγώ της ποιήτριας. Αναιρείται με διάθεση σαρκαστική το παιχνίδι δύναμης στον κόσμο των δυνατών. Το δίκαιο της πυγμής χλευάζεται και αναλύεται με εικόνες του μικρόκοσμου, γειωμένες και καθημερινές.</p>
<p>Εκτός από το ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον και τα φιλοσοφικά πετάγματα, τα ποιήματα της συλλογής ντρέτα κάμπο ξεχωρίζουν για την εικονοπλαστική τους δύναμη. Ο λυρισμός αναποδογυρίζει τον κόσμο του ποιητικού κειμένου, καθώς μεταβολίζεται σε τοπίο τρομακτικό. Συγκεκριμένα, στην τέταρτη ενότητα [Ε ΡΩΤΑΣ _ ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΚΕΡΑΥΝΟΥΣ / ΜΕΘΥΣΕ Ο ΘΙΑΣΟΣ] δίπλα στον γλάρο τοποθετούνται και τα κεφάλια κοράκων. Επίσης, «κοράλλια κοχύλια / μέδουσες στρείδια και / αχινοί» γίνονται θύμηση που «στάζει στην κόκκινη ουρά». Αυτή η επικάλυψη των εικόνων οδηγεί στην αποδόμηση του παραδοσιακά ωραίου, και του λυρικού, ευωδιαστού κόσμου.</p>
<p>Σε αυτή τη σύνθεση και διάλυση ταυτόχρονα έγκειται και η γοητεία της ποίησης της Κωνσταντίνας Μπιζέ. Πλάθει έναν κόσμο καινούργιο εμπεριέχοντας παραδοσιακά υλικά. Ποιος δεν παρασύρεται από την αστραπή που «ουρλιάζει», από τον κεραυνό που χτυπά το άμοιρο δέντρο; Και ποιος δεν καταδύεται μαζί της στο «κατράμι» του βυθού.</p>
<p>Στην ενότητα [ΘΑΝΑΤΟΣ _ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΛΑ] ξεδιπλώνεται με χειμαρρώδη λόγο η άβυσσος, που όμως έχει και νούφαρα, και ροζ φορέματα αλλά και πλατωνικούς «ασφόδελους» (αναπόφευκτη η σύνδεση με το σεφερικό ποίημα «επί ασπαλάθων…»). Εδώ, πάντως, τυραννισμένη είναι η αλήθεια, που πέφτει στον γκρεμό, και τύραννος ο κόσμος όλος. Οι «πυράκανθοι», τα αγκάθια επανέρχονται ως αγαπημένο μοτίβο στο ομώνυμο ποίημα. Και φυσικά μας παίρνει από το χέρι η μορφή της νεράιδας, που «βαστούσε τρία μπαστούνια». Διαβαίνουμε μαζί της στον «κόκκινο φράχτη», στα «σκέλια του Μινώταυρου», προσέχοντας τις «φτέρνες» μας. Πόσο αληθινό γίνεται τ ΄ όνειρο; Πόσα μυστικά αντλούμε κωπηλατώντας στον κόσμο του;</p>
<p>Ένα ταξίδι λοιπόν τα ποιήματα της συλλογής στην πρωτόγονη ατομική και συλλογική περιδίνηση με τους Λαιστρυγόνες, τον Μινώταυρο, την Περσεφόνη, την Ανδρομάχη και τόσες άλλες μυθολογικές μορφές /σύμβολα. Οι μεταμορφώσεις του ονείρου δυναμώνουν τον στίχο. Η ποιήτρια αλιεύει από την πάχνη τ΄ ονείρου εικόνες, φθόγγους, σιωπές κραυγάζοντας την αλήθεια της.</p>
<p>Αυτό το ταξίδι έχει και ΛΙΓΟΥΡΑ –ελλείψεις στο στομάχι, έχει και καημό που τη νικά. Έχει κύκλους ομόκεντρους, όταν τα μάτια γίνονται στρόβιλοι. Οι κύκλοι αυτοί περικλείουν περιστέρια που «βίαζαν φλούδες πορτοκαλιού», «δυο σκύλες με πέρλες στο λαιμό / και κόκκινες tutu…» και τόσα άλλα χρώματα, χυμούς, οσμές, φωτογραφικά στιγμιότυπα.</p>
<p>Στις τρεις τελευταίες ενότητες της συλλογής τα ποιήματα λιγοστεύουν. Συγκεκριμένα, στην ενότητα [ΑΡΧΗ _ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΩΔΙΚΩΝ ΠΤΗΝΩΝ] περιέχονται μόλις τρία ποιήματα. Και μόνο οι τίτλοι ΕΝΤΡΟΠΙΑ, ΩΡΙΜΑΣΑΜΕ, ΝΟΤΕΣ σημαίνουν την σταδιακή σίγαση της φωνής. Η αποκλιμάκωση της έντασης επιβάλλεται από την «εξάντληση ζωής» σ΄ έναν κόσμο που «παραμονεύουν/κρυμμένα ψέματα».</p>
<p>Στην προτελευταία ενότητα [ΕΠΙΘΥΜΙΑ_ΠΤΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΔΥΣΕΙΣ] ένα και μοναδικό το ποίημα ΓΚΡΕΤΑ ΓΚΑΡΜΠΟ. Το προσωπείο βυθίζεται, πνίγεται στον βυθό. Όμως η προτροπή «μη σταματάς» νοηματοδοτεί όλη τη συλλογή. Η φωνή αντηχεί «ντρέτα κάμπο». Ο κάμπος μπροστά είναι ανοιχτός, προχώρα.</p>
<p>Ωστόσο, η ποιήτρια επιλέγει να κλείσει τη συλλογή της με το απόλυτο λευκό, το πιο δυνατό της ποίημα, το μη ποίημα. Το όνομα της ενότητας [ΕΡΩΤΑΣ_ ].</p>
<p>Μία αντανάκλαση στο λευκό γίνεται ο έρωτας. Γίνεται το τελείωμα, η ολοκλήρωση. Είναι η παύση, η σιγή, η απαίτηση χωρίς λόγια. Είναι η γέννηση και ο θάνατος. Δεν μορφοποιείται, αναφλέγεται και ολοκληρώνεται.</p>
<p>Εν ολίγοις, η ποιητική συλλογή ντρέτα κάμπο διαθέτει πρωτοτυπία και τόλμη. Αποτελεί υποβρύχια ξενάγηση με όχημα λέξεις και κυρίως συνδυασμούς λέξεων που ξαφνιάζουν αποκαλύπτοντας. Τα ποιήματα της Κωνσταντίνας Μπιζέ δεν σκιαγραφούν, αλλά χαράσσουν δυνατά και ανεξίτηλα τα στιγμιότυπα της ζωής και του θανάτου. Δεν περιορίζονται σε μονοδιάστατες εικόνες, αλλά ξεδιπλώνουν ένα πολύχρωμο καμβά, μία σύνθεση με ποικιλία και αρμονία ταυτόχρονα. Συναίσθημα και νόηση συμπορεύονται.</p>
<p>Αρχιτεκτονική δόμηση, σουρεαλιστική φαντασία, ελιγμοί και αντιθετικές διαδρομές. Όλα αυτά με όχημα την αυθεντική ευαισθησία της ποιήτριας.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%bc%cf%80%ce%b9%ce%b6%ce%b5/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
		<item>
		<title>ΜΑΡΚΟΣ ΤΡΑΪΤΟΡΑΚΗΣ</title>
		<link>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%8a%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/</link>
					<comments>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%8a%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/#respond</comments>
		
		<dc:creator><![CDATA[Ανδρέας Καρακόκκινος]]></dc:creator>
		<pubDate>Tue, 04 Nov 2025 22:26:15 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[ΠΟΙΗΣΗ]]></category>
		<category><![CDATA[ΜΑΡΚΟΣ ΤΡΑΪΤΟΡΑΚΗΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://whenpoetryspeaks.gr/?p=22557</guid>

					<description><![CDATA[Ο Μάρκος Γεννήθηκα το 1989 και είναι απόφοιτος του Τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει συμμετάσχει σε εικαστικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Κωνσταντινούπολη/ Βρυξέλλες/Γκάμπροβο/Μπίτολα). Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Η συλλογή «Τριάντα στιγμιότυπα» (Εκδόσεις ΑΩ 2024) είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή και έχει πάρει το &#8230;<p class="read-more"> <a class="" href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%8a%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/"> <span class="screen-reader-text">ΜΑΡΚΟΣ ΤΡΑΪΤΟΡΑΚΗΣ</span> Διαβάστε Περισσότερα &#187;</a></p>]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[<p>Ο Μάρκος Γεννήθηκα το 1989 και είναι απόφοιτος του Τμήματος Τεχνών Ήχου και Εικόνας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Έχει συμμετάσχει σε εικαστικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό (Κωνσταντινούπολη/ Βρυξέλλες/Γκάμπροβο/Μπίτολα). Ποιήματα του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Η συλλογή «Τριάντα στιγμιότυπα» (Εκδόσεις ΑΩ 2024) είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή και έχει πάρει το πρώτο βραβείο της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης στη κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή για το 2024. Είναι επίσης υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών και ποιητριών «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων για το 2024.</p>
<p><a href="https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%8a%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%b9%ce%bf-001-8/" rel="attachment wp-att-22558"><img loading="lazy" class="aligncenter  wp-image-22558" src="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/βιβλιο-001-228x300.jpg" alt="" width="351" height="462" srcset="https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/βιβλιο-001-228x300.jpg 228w, https://whenpoetryspeaks.gr/wp-content/uploads/2025/11/βιβλιο-001.jpg 364w" sizes="(max-width: 351px) 100vw, 351px" /></a></p>
<h4 style="padding-left: 80px;"><strong>ΤΡΙΑΝΤΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ (2024)</strong></h4>
<h5><strong>ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΕ ΝΗΣΙΑ (YOLO)</strong></h5>
<p>Ένα αγοράκι σε μια παραλία σήμερα<br />
μπορεί να ήταν και κοριτσάκι<br />
προέλευση Συρία, καλοκαίρι.</p>
<p>Ένα παιδί σε μια παραλία σήμερα<br />
προέλευση Συρία, καλοκαίρι.</p>
<p>Ξεβρασμένο ένα παιδί<br />
σκοτωμένο ένα παιδί<br />
δολοφονημένο ένα παιδί.</p>
<p>Δε το ’πνίξε το κύμα. Ταυτοποιήθηκε.</p>
<h5>
<p><strong>ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ</strong></h5>
<p>Ένα όνομα απλό όσο ένας μετανάστης<br />
δεν κουβαλάει παρά ψωμί.</p>
<p>Και το όνομα αυτού Χασάν.<br />
Χωρίς οικογένεια, σπίτι, δουλειά, χαρτιά&#8230;</p>
<p>Χωρίς χαρτιά, λαθραίος<br />
αντικείμενο της μαύρης αγοράς.</p>
<p>Και το επώνυμο Μαύρο Αντικείμενο.<br />
Της ελεύθερης αγοράς.</p>
<p>Ελευθερία. Φτου, είναι το άγαλμά της μόνο εδώ<br />
ετοιμοπόλεμο για τους αντιρρησίες, σε καρτ ποστάλ για τις αυταπάτες.</p>
<p>Ελευθερία. Φτου, είναι το άγαλμά της μόνο εδώ<br />
κρύο και νεκρό, ο Χασάν ζωντανός, η ελευθερία κρυμμένη στις λέξεις.</p>
<p>Ο Χασάν σηκώνεται<br />
ενώνεται με τους από κάτω<br />
τσακίζει τους μαχαιροβγάλτες και τ’ αφεντικά τους<br />
χτίζει τη νέα ζωή.</p>
<p>Αφέντης ο γίγαντας λαός.</p>
<h5><strong>ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ 2</strong></h5>
<p>Γεμίζω με εικόνες σου το βράδυ<br />
τη μέρα προχωράω αφηρημένος<br />
σκοντάφτω σε τσιμέντα<br />
πίνω.</p>
<p>Άφησα πίσω μου τις πιο ωραίες αναμνήσεις<br />
για να ’μαι συνεπής μαζί τους<br />
πίνω.</p>
<p>Αυτό που βλέπεις είναι το σκιάχτρο μου<br />
κι αυτό που φαντάζομαι<br />
θέλω να το γεμίσω οικειότητα.</p>
<p>Χτίζω κοιτάζοντας τα μάτια σου<br />
παρατηρώντας τις κινήσεις σου<br />
χτίζω με τα πιο ετοιμόρροπα υλικά.</p>
<p>Το βράδυ κοιμόμαστε αγκαλιά<br />
μες στο σκοτάδι ακούγονται τζιτζίκια&#8230;</p>
<h5><strong>ΠΑΤΡΙΚΟ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ (ΒΙΛΑ)</strong></h5>
<p>Μόνος στο σπίτι το καλοκαίρι<br />
πέρασε ένας μήνας τρώγοντας τον μπαξέ.<br />
Δουλεύω νύχτα, μετράω μπουρμπουάρ<br />
ανοίγοντας την πόρτα<br />
όμορφες κοπέλες<br />
δροσερά χαμόγελα μακριά από μένα.</p>
<p>Χτύπησα το πόδι μου τον Μάρτη<br />
δημόσια νοσοκομεία μοιράζουν ψαροκόκαλα<br />
φακελάκια μοιράζει ο λαός<br />
εγώ ακόμα περιμένω<br />
κόβω ξύλα και χόρτα<br />
μαζεύω μέταλλα για τον παλιατζή<br />
κάνω τις σπουδές μου χόμπι<br />
γυμνάζομαι με το βάρος της κάθε μέρας.</p>
<p>Μ’ αρέσει η δίκιά μας λιτότητα<br />
που σέβεται τη δουλειά και την αλήθεια<br />
που σιχαίνεται τη σπατάλη και τη διακόσμηση.<br />
Σπαρτιάτικη ζωή κι αντεπιθέσεις<br />
χτυπώντας μικροαστούς.</p>
<p>Πατρικό αναμνήσεων πουλάμε. Και;<br />
Κάηκαν ολόκληρες ζωές κι ο κόσμος τους ξεβράκωμα Ψινάκη.<br />
Χωρίς ξύλινα λόγια<br />
μόνο στατικές και ξύλινες ζωές που δίνουν οξυγόνο για να καούν<br />
δέντρα στο Μάτι.</p>
<h5><strong>ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ</strong></h5>
<p>Τα κορίτσια στις καφετέριες σερβίρουν<br />
κι οι υπάλληλοι των γραφείων<br />
ανοίγουν τα παράθυρα στην κίνηση των δρόμων<br />
οι επιστήμονες σχεδιάζουν καινούριες παραγωγικές γραμμές<br />
κι όλες οι εμπορικές διαδρομές των πλοίων<br />
καλύπτουν χιλιόμετρα ανθρώπινου αλμυρού ιδρώτα.<br />
Οι σπουδαστές στέλνουν μηνύματα απ’ το μέλλον<br />
κι οι άνεργοι σβήνουνε μέρες απ’ τη μνήμη<br />
οι άστεγοι μετράν πως φτάσανε ως εδώ<br />
και κάνουν πάντα λάθος στην αφαίρεση.</p>
<p>Η εποχή μας&#8230;<br />
όνειρα που τα κυνηγάνε<br />
που περιορίζονται<br />
κυνήγι επιβίωσης.<br />
Η εποχή μας&#8230;<br />
δεν είναι μοντάζ των σημερινών ΜΜΕ<br />
αλλού οι αιτίες, αλλού η λύση.</p>
<p>Ο άνθρωπος που θέτει τις δυνάμεις του στο πλευρό της κοινωνίας<br />
που προσπαθεί ν’ αντιστοιχήσει στη ζωή τις δυνατότητες.<br />
Απ’ τα γραφεία με τα σφυροδρέπανα ξεκινάνε όλες οι αντεπιθέσεις<br />
για κει τραβάει η ιστορία.<br />
Να συνενώσουμε την πλειοψηφία<br />
να συγκρουστούμε<br />
να σπρώξουμε μπροστά τη ζωή.</p>
<h5><strong>ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΑΠ’ ΤΟ ΛΕΥΤΕΡΟΣ</strong></h5>
<p>Ήρθες την ώρα που τελειώνει η αντοχή μου<br />
να μου θυμίσεις πως προχωράει η ζωή.</p>
<p>Το νιώθω<br />
έχω χάσει πράματα που δεν επιστρέφουν<br />
κι έχω ένα μόνιμο άγχος για αυτά που θα χάσω<br />
και δεν είναι στο χέρι μου να σώσω.</p>
<p>Τι είναι ελευθερία γιε μου;<br />
Μη την αφήσεις σε ψεύτικα στόματα<br />
θα τη βρομίσουν με χίλια στολίδια<br />
θα κρύψουν τον σκοπό και την αιτία<br />
την αλυσίδα των γεγονότων.</p>
<p>Μεγάλωσα μαζί σου<br />
παίρνοντας μια εικόνα απ’ την αρχή του κόσμου.<br />
Τι να χωρίζει το ένα μωρό από τ’ άλλο;<br />
Πώς φτάνει κανείς στον πόλεμο;<br />
κου του λου κτλ&#8230;</p>
<h5><strong>ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΜΟΝΕΣ</strong></h5>
<p>Βόλτα με τον θείο και τον παππού μου<br />
μετά από κυριακάτικο τραπέζι.</p>
<p>Ο παππούς Πόντιος<br />
τοπίο ξεριζωμένο.</p>
<p>Ο θείος κάποτε στη Γερμανία<br />
τοπίο μετανάστευσης.</p>
<p>Κι εγώ εδώ, άδειο τοπίο<br />
χωρίς τους φίλους<br />
που τους σπρώχνει μακριά η επιβίωση<br />
σε νέες μεταναστεύσεις.</p>
<p>Κι εγώ εδώ, άδειο τοπίο<br />
ριζωμένο από της ιδιοκτησίας τα χρέη<br />
φυλακισμένο πριν τη θάλασσα.</p>
<p>Δεν ησυχάζει η θάλασσα μέσα μου&#8230;</p>
<p style="text-align: right;">.</p>
]]></content:encoded>
					
					<wfw:commentRss>https://whenpoetryspeaks.gr/2025/11/%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%ba%ce%bf%cf%83-%cf%84%cf%81%ce%b1%cf%8a%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/feed/</wfw:commentRss>
			<slash:comments>0</slash:comments>
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
